Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Συνεργασίες’ Category

Σύρος και Ερμούπολη (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2019

Πριν από είκοσι περίπου μέρες είχαμε δημοσιεύσει μια πρώτη συνεργασία του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Δημοσιεύω σήμερα ένα δεύτερο δικό του άρθρο, τούτη τη φορά με αναφορά σε έναν τόπο, σε ένα νησί, τη Σύρο.

Η αρχική δημοσίευση του άρθρου βρίσκεται εδώ. Όπως θα δείτε, ο Νικολάου κάνει στην αρχή λόγο για τον ιστότοπο Quora.com, στον οποίο συνήθιζε να γράφει παλιότερα, δίνοντας απαντήσεις σε γλωσσικά θέματα.

Τον καιρό που ήμουνα στην Κβόρα, ο αξιόλογος θαμώνας εκεί Δημήτρης Αλμυράντης είχε θέσει το ερώτημα: «Τι θα ’πρεπε να γνωρίζουμε για τον πολιτισμό των Κυκλάδων γενικά, και της Σύρου συγκεκριμένα, που να μην το γνωρίζουμε ήδη;»

Για την Κβόρα, ισχύει αυτό που λέμε, «κάθε πέρσι και καλύτερα». (Γι’ αυτό και έχω ξεκόψει πια από κει πέρα.) Όταν έθεσε ο Αλμυράντης το ερώτημα, επιτρεπόταν να προστίθενται και σχόλια επεξηγηματικά για τα ερωτήματα. Και το σχόλιο που προσέθεσε ο Αλμυράντης ήταν: «που να μην το βρίσκουμε στην Ελληνική Βικιπαίδεια.»

Αυτό ζορίζει πολύ την απάντηση. Έξω και η παρουσία καθολικών στη Σύρο, έξω και η καταγωγή του Βαμβακάρη από κει ως φραγκοσυριανάκι, αλλά και το ότι το τραγούδι «Φραγκοσυριανή» είναι ένας κάπως ξέκρεμος κατάλογος αξιοθεάτων του νησιού.

Έξω και το ότι η μεγαλύτερη πόλη του νησιού, η Ερμούπολη, είναι ορθόδοξη σε αντίθεση με την καθολική Άνω Σύρο, γιατί ιδρύθηκε από πρόσφυγες από την υπόλοιπη Ελλάδα τα χρόνια της Επανάστασης, επειδή ακριβώς η Σύρος ως καθολικιά ήταν υπό την προστασία των δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 199 Σχόλια »

Η Λάκτα, η ομοφοβία και ο Σόρος

Posted by sarant στο 11 Φεβρουαρίου, 2019

Παραμεθαύριο έχουμε τη γιορτή του αγίου Βαλεντίνου. Ξενόφερτο το έθιμο, λένε μερικοί. Ξενόφερτο ξεξενόφερτο όμως [είχα βάλει στοίχημα ν’ αρχίσω μια λέξη από ξεξε-!], έχει πια ριζώσει. Και μια καθιερωμένη συνήθεια είναι ν’ ανταλλάσσουν δώρα τα ερωτευμένα ζευγάρια, ανάμεσά στα οποία και σοκολάτες. Οπότε και οι σοκολατοβιομηχανίες κάνουν διαφημιστικές εκστρατείες όταν πλησιάζει η γιορτή.

Ως εδώ δεν θα υπήρχε λόγος να ασχοληθεί το ιστολόγιο, όμως φέτος η καμπάνια της σοκολάτας Lacta προκάλεσε ενδιαφέρουσες αντιδράσεις. Με το κεντρικό σύνθημα ActForLove, παρουσίαζε 28 ερωτευμένα ζευγάρια να κρατάνε μια σοκολάτα Λάκτα, όμως η πρωτοτυπία ήταν ότι τα ζευγάρια στις φωτογραφίες δεν ήταν μόνο ετερόφυλα. Το σύνθημα της καμπάνιας ήταν: Η αγάπη δεν έχει χρώμα, ηλικία, εθνικότητα και φύλο, κι έτσι στις φωτογραφίες παρουσιάζονταν ένα ζευγάρι αντρών, ένα ζευγάρι γυναικών, ένας λευκός με μια μαύρη, ένας Μαροκινος με μια Ελληνίδα, ένας Έλληνας με μια αλλοδαπή, ζευγάρια με μεγάλη διαφορά στην ηλικία ή στο ανάστημα, καθώς και ζευγάρια στα οποία ο ένας από τους συντρόφους έχει κάποια αναπηρία. Ίσως μου ξέφυγε και κάποια περίπτωση, μπορείτε να διεξέλθετε κι εσείς την πινακοθήκη των 28 ζευγαριών.

Όπως ίσως θα ήταν αναμενόμενο, η καμπάνια προκάλεσε πολύ θόρυβο και όπως επίσης θα περίμενε κανείς οι αντιδράσεις επικεντρώθηκαν στις δύο (ή ίσως τρεις) φωτογραφίες με ομόφυλα ζευγάρια κι όχι στις άλλες 25 ή 26 που είχαν ετερόφυλα ζευγάρια. Αν και στη σελίδα της εταιρείας στο Φέισμπουκ τα θετικά σχόλια ήταν τα περισσότερα, τα αρνητικά ήταν ωστόσο τα πιο έντονα, μαζί με απειλές για μποϊκοτάζ κατά της εταιρείας, όπως: Όι υπεύθυνοι τής εταιρείας θά καταλάβουν ότι ή ανωμαλία και οι προπαγανδιστές της θά τρώνε μια ζωή πόρτα, όταν δουν την οικονομική ζημιά που θά προκαλέσει η εμετική αυτή διαφήμιση ή Εμετός είστε η επόμενη χρεοκοπία δικιά σας με όλη μας την αγάπη Αηδιαστικά μιάσματα ή, το πολύ χαρακτηριστικό: Σεβομαι ολους τους ανθρωπους. Κρινω βαση χαρακτηρα κ μονο. Δεν με ενδιαφερει η σεξουαλικη σου προτιμηση,αρκει,να μην μου την επιδεικνυεις εμμονικα!!! Η ηλιθιοτητα δεν ειναι σεβαστη! Αισχος στην εταιρια. Σταματαμε να την προτιμουμε πολλα ατομα.

Ξαναλέω ότι τα επαινετικά σχόλια ήταν μακράν περισσότερα, ενώ πολύ γέλασα με αυτό: Είναι δυνατόν να προκαλείτε έτσι;;; Έλεος!!!! Υπάρχουν και διαβητικοί εδώ μέσα.

Σε περιθωριακούς ιστότοπους εμφανίστηκαν και εκκλήσεις για «μαζικό εμπάργκο στη Lacta» (μάλλον εννοεί μποϊκοτάζ) αφου η διαφημιστική εκστρατεία θεωρήθηκε ομοφυλοφιλική προπαγάνδα και επίθεση στον θεσμό της οικογένειας.

Ταυτόχρονα, στα κοινωνικά μέσα είδαν το φως ωραία μιμίδια που έπαιρναν έμπνευση από την καμπάνια, σαν κι αυτό που είναι πολύ καλοφτιαγμένο.

Κι έπειτα, κάποιοι θυμήθηκαν ότι παρόλο που η Lacta είναι προϊόν της σοκολατοβιομηχανίας Παυλίδη, η εταιρεία που την παράγει είναι σήμερα πολυεθνική και/ή έσπευσαν να παινέψουν το… αντίπαλον δέος, δηλαδή τις σοκολάτες ΙΟΝ.

Φυσικά, όλος αυτός ο θόρυβος είναι σημάδι πως η διαφημιστική εκστρατεία στέφθηκε με επιτυχία -όπως λέει το ρητό there’s no such thing as bad publicity, δηλαδή και να κακολογούν μια εταιρεία καλό είναι («Δεν με ενοχλεί να με κακολογούν, αρκεί να γράφουν το όνομά μου σωστά», έλεγε κάποιος άλλος).

Ωστόσο, η πρωτοβουλία της Λάκτα δεν παύει να είναι αξιέπαινη. Η κοινωνία μας έχει δυσανεξία στο διαφορετικό, ειδικά σε σχέση με τον ερωτικό προσανατολισμό -θα θυμάστε τα πρόστιμα που έπεσαν όταν σε κάποια σειρά παρουσιάστηκε ενα φιλί ανάμεσα σε άντρες- οπότε είναι θετικό να παρουσιάζονται ομόφυλα ζευγάρια και μάλιστα ενταγμένα σε πλαίσιο καθημερινότητας. Δεν θα αλλάξουν πολλά πράγματα με την καμπάνια της Λάκτα (αν ήταν ν’ αλλάζει ο κόσμος με μια διαφημιστική εκστρατεία θα τον είχαμε αλλάξει) αλλά είναι κάτι θετικό, έστω και μικρό.

Θα έκλεινα εδώ, για να πείτε κι εσείς τη γνώμη σας, όμως υπάρχει και μια άλλη πτυχή στο θέμα, όπως άλλωστε αναγγέλλει και ο τίτλος του άρθρου.

Βλέπετε, πολλοί στα κοινωνικά μέσα υποστήριξαν ότι η Λάκτα ανήκει στον Σόρος και, έμμεσα, χρέωσαν την «ομοφυλοφιλική» καμπάνια στον Ουγγροαμερικάνο μεγιστάνα ο οποίος, παρόλο που κοντεύει τα ενενήντα, δεν έχει παραιτηθεί από την προσπάθεια να καθυποτάξει τον ελληνισμό. Και ως εδώ, το προσπερνάμε με χαμόγελο. Όμως σε κάποια άρθρα υπήρχαν και «στοιχεία»: ονόματα και αριθμοί, που ανέδιδαν πειστικότητα.

Ο φίλος Χρήστος Κτενάς, δημοσιογράφος με σημαντική παρουσία και στα κοινωνικά μέσα (τον ξέρω διαδικτυακά από τον… προηγούμενο αιώνα) δημοσίευσε στη σελίδα του μια ενδιαφέρουσα ανασκευή των ισχυρισμών σχετικά με τη Λάκτα και τον Σόρος. Του ζήτησα την άδεια να αναδημοσιεύσω το άρθρο του, ακριβώς επειδή αναλύει μια περίπτωση κατασκευής πλαστών ειδήσεων.

Ένα μικρό case study για fake news. Αν δεν βαριέστε διαβάστε.

Έκανε λοιπόν η Λάκτα την γνωστή εκστρατεία με τα ζευγάρια. Αυτή προκάλεσε αντιδράσεις σε συντηρητικούς κύκλους γιατί ανάμεσα στα ζευγάρια είναι και ομόφυλα, και διαφυλετικά, άρα ιστορίες που η «Ελλαδάρα» δεν τις σηκώνει.

Στο διαδίκτυο λοιπόν κυκλοφορεί το παρακάτω κείμενο (το βάζω σε εισαγωγικά):

«Η σοκολατα Lacta της ελληνικης εταιριας ΠΑΥΛΙΔΗΣ ΑΕ. πουληθηκε στην Kraft foods. Στον χωρο επικρατει παγκοσμιως εδω και δυο δεκαετιες ενας κυκλωνας συγχωνευσεων και επιθετικων εξαγορων. Λιγο αργοτερα η Kraft εξαγοραστηκε απο την εταιρια Mondelez.

Ετσι η Mondelez εγινε ιδιοκτητης της Lacta που παραγεται μονο στην Ελλαδα.
Μεγαλοιδιοκτητες της Mondelez ειναι ο Γουορεν Μπαφετ που επαιξε σκοτεινο ρολο στην Ελληνικη Κριση. Ακομα χειροτερα, μεγαλοιδιοκτητης ειναι η τραπεζα BlackRock για την οποια σας εχω εξηγησει τι ρολο επαιξε στην κριση χρεους το 2010.

Το κερασακι στην τουρτα σας το αφησα για το τελος.

600.000 μετοχες της Mondelez ποιος λετε να εχει; Μα ποιος αλλος; Ο George Sorros….

Για την ακριβεια η εταιρεια του Soros Fund Management LLC απεκτησε στο Δ’ τριμηνο του 2018, αρχικα, 541,700 μετοχες της Mondelez!

Επειδη σημερα ολη μερα καναμε την πλακα μας (και καλα καναμε) ειπα λοιπον να κλεισω το βραδυ μας , σοβαρευοντας το θεμα. Γιατι τελικα να ξερετε, τιποτα δεν γινεται τυχαια…«

Το παραπάνω κείμενο είναι βέβαια μια κλασική θεωρία συνωμοσίας. Οι αιώνιοι «κακοί», ο Μπάφετ, ο Σόρος, η Blackrock, είναι μεγαλομέτοχοι της Montelez, η Montelez ιδιοκτήτρια της ελληνικής Παυλίδης, άρα η διαφημιστική καμπάνια που επιχειρεί να «διαφθείρει» τους Έλληνες, είναι απότοκο αυτών των σκοτεινών δυνάμεων.

Έλα όμως που τίποτε από αυτά δεν στέκει!

Αρχικά η Kraft ουδέποτε εξαγοράστηκε από την Mondelez. Η Mondelez είναι η παλιά Kraft, η οποία χωρίστηκε σε δύο κομμάτια και το ένα μετονομάστηκε σε Mondelez. Άρα δεν υπάρχει «αγορά» και οποιαδήποτε συνωμοσιολογία.

Στη συνέχεια, ο Μπάφετ έχει ένα ελάχιστο ποσό μετοχών της εταιρίας, περίπου 500.000 κομμάτια. Για να κατάλάβουμε από μεγέθη ο μεγαλύτερος μέτοχος της Mondelez, είναι η εταιρία επενδύσεων Vanguard με 103 εκατομμύρια μετοχές, ακολουθεί η SSGA 62 εκατομμύρια κλπ. Ο Μπάφετ λοιπόν όχι μεγαλοιδιοκτήτης της Mondelez δεν είναι, ούτε καν βρίσκεται στους 50 πρώτους μετόχους. Και βέβαια δεν είναι «ιδιοκτήτης» των μετοχών, καθώς αυτές ανήκουν σε επενδυτικό του κεφάλαιο, δηλαδή σε λεφτά άλλων που τα διαχειρίζεται.

Επίσης, ένα επενδυτικό κεφάλαιο του Σόρος πράγματι αγόρασε περίπου 500.000 μετοχές πέρυσι, δηλαδή ένα μικρό ποσοστό, όπως και πολλά άλλα επενδυτικά κεφάλαια, γιατί η εταιρία πάει καλά. Αντίστοιχες κινήσεις, του Σόρος, του Μπάφετ, των μεγάλων funds γίνονται κατά εκατοντάδες κάθε χρόνο και πολλες φορές την αγορά ακολουθεί η πώληση, εφόσον βρουν μια καλή τιμή.

Με απλά λόγια. Παίρνουμε μια εταιρία στην Ελλάδα που ανήκει σε ένα διεθνή όμιλο, «ανακαλύπτουμε» σε αυτόν μετόχους γνωστούς επενδυτές (οι οποίοι συνεχώς αγοράζουν και πουλάνε μετοχές σε όλες τις μεγάλες εταιρίες, καθώς έτσι βγάζουν χρήματα), και στήνουμε θεωρία συνωμοσίας: ότι ο Μπάφετ, ο Σόρος και το κακό συναπάντημα, που διαχειρίζονται δισεκατομμύρια κάθε μέρα, δεν έχουν τι άλλο να κάνουν, και με τα ελάχιστα ποσοστά μετοχών που διαθέτουν, «πιέζουν» να γίνει στην Ελλάδα διαφημιστική εκστρατεία της Λάκτα. Για να υπονομευθεί η χώρα μας, την οποία φυσικά μισούν και απεργάζονται την καταστροφή της, υποθέτω γιατί αυτοί είναι Εβραίοι και εμείς απόγονοι των ΕΛ και έχουμε κορυφαίο DNA και τις λοιπές ανοησίες.

Καταλαβαίνετε λοιπόν πως στήνονται τα fake news. Παίρνουν ασύνδετα και μηδενικής σημασίας γεγονότα, τα προσωποποιούν, τα μεγεθύνουν, τα παραποιούν, τα αλλοιώνουν, κατασκευάζουν μεταξύ τους απίθανες και ανύπαρκτες συνδέσεις, και τελικά δημιουργούν μια εξωφρενική θεωρία συνωμοσίας, η οποία όμως έχει ένα βασικό στοιχείο για τους πολλούς αφελείς. ΤΟΥΣ ΚΟΛΑΚΕΥΕΙ. Τους βάζει στο επίκεντρο των πραγμάτων, τους αναδεικνύει, τους πείθει ότι είναι σημαντικοί και για αυτό τους «κυνηγάνε» οι «μεγάλοι εχθροί». Έτσι το πλήθος αναχαράζει ευχαριστημένο, που «κέρδισε» και αυτή τη μάχη επιβίωσης. Και αγοράζει ΙΟΝ αμυγδάλου και οχι Λάκτα, γιατί η Λάκτα πλέον είναι του διαβόλου…

Σσσσσσοκολατάκι κανείς;

Και να σκεφτεί κανείς ότι εγώ δεν τις πολυσυμπαθώ τις σοκολάτες…

 

Posted in Διαφημίσεις, Δικαιώματα, Επικαιρότητα, Μεταμπλόγκειν, Ομοφοβία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 379 Σχόλια »

Το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα (μια συνεργασία του Νίκου Παντελίδη)

Posted by sarant στο 6 Φεβρουαρίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα με πολλή χαρά ένα άρθρο του Νίκου Παντελίδη, αναπληρωτή καθηγητή Γλωσσολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ για ένα θέμα που ενδιαφέρει ιδιαίτερα το ιστολόγιο και που ο περισσότερος κόσμος το αγνοεί: την παλαιοαθηναϊκή διάλεκτο (ή ιδίωμα), δηλαδή τη γλωσσική ποικιλία που μιλιόταν στην Αθήνα πριν η πόλη αναδειχθεί σε πρωτεύουσα του κράτους. Ο περισσότερος κόσμος θεωρεί πως οι Αθηναίοι δεν μιλούσαν κάποια ξεχωριστή διάλεκτο ή ότι μιλούσαν μια γλωσσική ποικιλία πολύ κοντινή σε αυτήν που έγινε κοινή -αλλά αυτό καθόλου δεν ισχύει.

Κάποιοι ξέρουν τον τσιτακισμό εξαιτίας του οποίου ο Αγιώργης ο Καρύκης έγινε Καρύτσης και τα κτήματα του Γαλάκη έδωσαν το Γαλάτσι, όμως το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα έχει πολλές ακόμα ιδιομορφίες. Μια νύξη για το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα είχαμε κάνει πέρυσι που παρουσιάσαμε τα απομνημονεύματα του Σκουζέ, και τότε ο Ν. Παντελίδης μού είχε στείλει με μέιλ μια εργασία του. Αργότερα, όταν έδωσα μια διάλεξη στο ΕΚΠΑ, είχα τη χαρά να τον γνωρίσω και τον παρακάλεσα, όταν βρει καιρό, να προσαρμόσει την εργασία του σε κάπως πιο σύντομη και εύληπτη μορφή για το ιστολόγιο. Αυτό και έκανε, και τον ευχαριστώ θερμά.

Η ανάδειξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα με τη συνακόλουθη κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού της καθώς εισρεύσανε στην πόλη χιλιάδες και χιλιάδες Έλληνες από τις τέσσερις γωνιές του νεοπαγούς κράτους, από τους «ετερόχθονες» Έλληνες αλλά και από τη διασπορά, στάθηκε μοιραία για το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα το οποίο πολύ γρήγορα έσβησε. Ο Παντελίδης στο επίμετρο του άρθρου του παραθέτει αποσπάσματα από δυο θεατρικά έργα στα οποία δυο ηρωίδες μιλούν την παλαιοαθηναϊκή διάλεκτο. Κάπου αναφέρεται κι ο τύπος κορικάτσα (αντιστοιχεί στον «κοριτσάκια» της κοινής). Αυτός προκύπτει ως εξής: το κορίτσι το έκαναν κορικι από υπερδιόρθωση – το κορικάτσι – τα κορικάτσα. Ο ίδιος τύπος απαντά και σε τραγούδι της Αίγινας -το αιγενήτικο ιδίωμα ήταν συγγενικό με το παλαιοαθηναϊκό.

Πολλά έγραψα, δίνω τον λόγο στον Νίκο Παντελίδη:

Μια άγνωστη διάλεκτος της Νέας Ελληνικής: Παλαιά Αθηναϊκή

Η εξέλιξη της Αθήνας ύστερα από την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους το 1834, και η εκρηκτική -ιδιαίτερα κατά τον 20ό αι.- πληθυσμιακή της αύξηση και εδαφική επέκταση, δημιουργούν την εντύπωση ότι ήταν ανέκαθεν ένα γλωσσικό χωνευτήρι, αδιάφορο για την (παραδοσιακή) νεοελληνική διαλεκτολογία. Έτσι είναι ελάχιστα γνωστό, ότι η Αθήνα των λίγων χιλιάδων κατοίκων, της εποχής μέχρι την επανάσταση του 1821 μιλούσε, όπως συνέβαινε με όλες τις περιοχές του ελληνόφωνου κόσμου, το δικό της ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα που εμφάνιζε στενή συγγένεια με τα ιδιώματα των Μεγάρων, της Αίγινας και της νότιας Εύβοιας (Κύμης, Αυλωναρίου, Αλιβερίου, Καρύστου), με τα οποία απάρτιζε μια διαλεκτική ομάδα. Η παλαιότερη γεωγραφική συνέχεια αυτής της ευρύτερης διαλεκτικής ζώνης διερράγη από την εγκατάσταση των Αρβανιτών στην ανατολική Στερεά και σε τμήμα της νότιας Εύβοιας. Έτσι η γεωγραφική της έκταση περιορίστηκε σταδιακά στις πόλεις της Αθήνας και των Μεγάρων, σε τμήμα της νότιας Εύβοιας και τον Ωρωπό, ενώ διαφοροποιήθηκε τοπικά: το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα εμφανίζει π.χ. αρκετές διαφορές από το συγγενικό ιδίωμα της Αίγινας και της γεωγραφικά πιο απομακρυσμένης περιοχής της Κύμης, αποτελεί δε τον ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ Μεγάρων και Αίγινας από τη μια, και της Εύβοιας από την άλλη. Το παλαιό τοπικό ιδίωμα της Αθήνας άρχισε να υποχωρεί ύστερα από την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους και την έναρξη της εγκατάστασης πλήθους ελληνοφώνων από πολλές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των παροικιών του εξωτερικού. Θύλακες ομιλητών του ιδιώματος επιβίωναν πάντως στην παλιά πόλη πιθανόν μέχρι περίπου το 1900, ίσως και λίγο αργότερα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι, σύμφωνα με μαρτυρίες, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα ήταν η γλώσσα και των Τούρκων της Αθήνας.

Μιχαήλ Ακομινάτος Χωνιάτης, επίσκοπος Αθηνών 1182-1204

Τα πρώτα γνωστά δείγματα φαινομένων του ιδιώματος εμφανίζονται σε επιγραφές του 9ου αιώνα, όπου διαβάζουμε π.χ. τον τύπο Σπαθαρέα (αντί Σπαθαρία, θηλυκό του Σπαθάριος, πρβλ. και το Καπνικαρέα, ονομασία γνωστού αθηναϊκού βυζαντινού ναού). Σε φορολογικό έγγραφο της εποχής γύρω στα 1200, εμφανίζεται δείγμα ενός ακόμη φαινομένου του ιδιώματος, της τροπής του /f/ σε /v/: Κυβισσ[…] = Κηφισιά. Από την ίδια περίπου εποχή προέρχεται και η μαρτυρία του μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτη (1182-1204), ο οποίος εκφράζεται απαξιωτικά για τη λαλιά των Αθηναίων της εποχής του, παραθέτει μάλιστα και στοιχεία της που την καθιστούν κατά την άποψή του «βαρβαρίζουσα»: τεύτος = τέτοιος, ατούνος = αυτός, δενδρύφια = δεντράκια κ.λπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συντριπτική πλειονότητα όσων αναφέρθηκαν στο ιδίωμα της Αθήνας μέχρι τον 19ο αιώνα (περιηγητές, λόγιοι κ.λπ.) συμφωνούν στο ότι ήταν το χειρότερο ανάμεσα στα νεοελληνικά ιδιώματα, κακόηχο και παρεφθαρμένο, χωρίς να βέβαια να είναι απολύτως σαφές σε τι ακριβώς αναφέρονταν. Προφανώς η σύγκριση γινόταν με την αρχαία αττική διάλεκτο της κλασικής εποχής, ως εάν η καθημερινή λαλιά των αρχαίων Αθηναίων να ταυτιζόταν με το υψηλό ύφος των κειμένων της γραμματείας. Ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς πάντως σε επιστολή του προς τον Μαρτίνο Κρούσιο στα 1581 αναφέρεται ρητά στη σύγκριση αυτή, παραθέτει δε και λίγα στοιχεία του ιδιώματος:

«Καὶ τὸ δὴ χείριστον, τοὺς πάλαι σοφωτάτους Ἀθηναίους εἰ ἤκουσας, δακρύων ἂν ἐγένου μεστός» = Και το χειρότερο από όλα είναι λοιπόν ότι αν άκουγες τους πάλαι ποτέ σοφώτατους Αθηναίους, θα γέμιζες δάκρυα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Γλωσσικά ταξίδια, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 150 Σχόλια »

Δυο σοβιετικοί συγγραφείς στη Νέα Υόρκη (η Ranele μεταφράζει Ιλφ και Πετρόφ)

Posted by sarant στο 27 Ιανουαρίου, 2019

Πριν από κάμποσο καιρό είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα εύθυμο διήγημα των αγαπημένων μου σοβιετικών σατιρικών συγγραφέων Ηλία Ιλφ και Ευγενίου Πετρόφ, το «Ένας σοβιετικός ροβινσώνας«. Στα σχόλια της συζήτησης εκείνης θα βρείτε και ένα διήγημα που περιέχει τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις των Ιλφ και Πετρόφ από την Ελλάδα.

Όπως είχα γράψει παλιότερα, ο Ιλφ και ο Πετρόφ έδωσαν τους δίδυμους ήλιους της σοβιετικής σάτιρας, τα εξαιρετικά μυθιστορήματα «Οι δώδεκα καρέκλες» και «Το χρυσό μοσχάρι». Στο πρώτο, λίγα χρόνια μετά την επανάσταση, ο αριστοκράτης Βορομπιάνινοφ αναζητά έναν θησαυρό που είναι κρυμμένος σε μία από τις δώδεκα καρέκλες της πάμπλουτης θείας του. Συνεταιρίζεται με τον γοητευτικό απατεώνα Οστάπ Μπέντερ, και αφού διατρέξουν τη μισή Σοβιετική Ένωση βρίσκουν -ή δεν βρίσκουν- τον θησαυρό. Στο «Χρυσό μοσχάρι» ο Οστάπ είναι αρχηγός μιας μικρής σπείρας απατεώνων που αναζητούν έναν σοβιετικό εκατομμυριούχο -και πάλι, τον βρίσκουν αλλά… Η συνέχεια επί της οθόνης, θα έλεγα, αφού κάποτε θα παρουσιάσω τα κλασικά αυτά έργα.

Και τα δυο ονόματα είναι ψευδώνυμα, ο Ιλφ λεγόταν Φάινζιλμπεργκ, ο Πετρόφ: Κατάγιεφ -αδελφός του είναι ο γνωστός συγγραφέας Βαλεντίν Κατάγιεφ. Γεννημένοι κι οι δυο στην Οδησσό, στο Χρυσό Μοσχάρι την αποκαλούν Τσερνομόρετς αν θυμάμαι καλά, κι έχουν κι έναν Έλληνα, τον Βαλιάδη, στην παρέα των γέρων με τα πικέ γιλέκα. Ο Ιλφ πέθανε από φυματίωση το 1937, τον Πετρόφ τον ρίξαν οι Γερμανοί το 1942, όταν, πολεμικός ανταποκριτής, επέστρεφε αεροπορικώς από την πολιορκημένη Σεβαστούπολη.

Τα δυο τους μυθιστορήματα γνώρισαν αξεπέραστη αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό και πλούτισαν τη ρωσική γλώσσα με κάμποσες παροιμιώδεις εκφράσεις.

Από τότε που διάβαζα, νέος, τις Δώδεκα καρέκλες και το Χρυσό μοσχάρι, είχα μάθει ότι οι δυο συγγραφείς, πέρα από αμέτρητα διηγήματα, είχαν επίσης γράψει ένα ακόμα βιβλίο μαζί, τη «Μονώροφη Αμερική», ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την επίσκεψή τους στις ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Μέσα στα απειράριθμα σχέδια που κάνει κανείς σε νεαρή ηλικία, είχα κι εγώ το σχέδιο να βρω, να διαβάσω, να μεταφράσω ή να αναθέσω τη μετάφραση και να εκδώσω το βιβλίο αυτό.

Σήμερα έρχομαι κοντά στην κατά κάποιο τρόπο εκπλήρωση εκείνου του νεανικού σχεδίου. Η φίλη μας η Ranele, που αρκετές φορές μάς έχει δώσει μεταφράσεις της από τα ρωσικά (παράδειγμα) μού έστειλε πριν από λίγο καιρό μεταφρασμένα τα πέντε πρώτα κεφάλαια της Μονώροφης Αμερικής, του βιβλίου των Ιλφ και Πετρόφ και εδώ σας παρουσιάζω το δεύτερο κεφάλαιο, το πρώτο βράδυ των συγγραφέων στη Νέα Υόρκη. Δεν διάλεξα το πρώτο κεφάλαιο, επειδή περιγράφει το (πολυήμερο) ταξίδι με το υπερωκεάνειο Νορμανδία κι έτσι δεν αναφέρεται στις ΗΠΑ.

Ο Ιλφ και ο Πετρόφ έμειναν στις Ηνωμένες Πολιτείες 10 εβδομάδες και τις διέσχισαν με αυτοκίνητο, μεταξύ άλλων πάνω στον θρυλικό αυτοκινητόδρομο 66, φτάνοντας ως τη Δυτική Ακτή. Δημοσίευσαν τις εντυπώσεις τους στο περιοδικό Ογκανιόκ, με φωτογραφίες σαν κι αυτή, από τη μηχανή Λάικα του Πετρόφ. Το βιβλίο εκδόθηκε, όπως είπαμε, το 1936 και ήταν το κύκνειο άσμα του συγγραφικού διδύμου, αφού ο Ιλφ πέθανε τον επόμενο χρόνο.

Η Ranele μού έστειλε τις μεταφράσεις της σε δίστηλη μορφή, αντικριστά με το πρωτότυπο, αλλά προτίμησα να παρουσιάσω εδώ μόνο το ελληνικό κείμενο, αφού, κακά τα ψέματα, η δίστηλη παρουσίαση ελάχιστους αναγνώστες θα ενδιέφερε, τους ρωσομαθείς μόνο. Όμως, επειδή στο ιστολόγιο έχουμε και ρωσομαθείς, αρκετούς μάλιστα, μπορούν να βρουν τη ρωσική μετάφραση εδώ, ή, ακόμα καλύτερα, την αντικριστή παρουσίαση σε δίστηλο, εδώ.

Η Ρανέλε είναι Ρωσίδα που ζει στην Ελλάδα, οπότε η ελληνική δεν είναι η μητρική της γλώσσα. Μπορεί να έχουν ξεφύγει μεταφραστικά λάθη ή κάποιες αδέξιες χρήσεις. Έκανα κι εγώ μερικές διορθώσεις στο κείμενό της.

 

Κεφάλαιο Β΄. Το πρώτο βράδυ στη Νέα Υόρκη

Η αίθουσα του τελωνείου της αποβάθρας «Γαλλικές Γραμμές» ήταν τεράστια. Ψηλά κάτω από την οροφή κρέμονταν μεγάλα σιδερένια γράμματα του λατινικού αλφαβήτου. Ο κάθε επιβάτης έπιανε θέση κάτω από το γράμμα με το οποίο ξεκινούσε το επίθετό του. Εδώ πέρα θα κατέφθαναν από το πλοίο οι βαλίτσες του και εδώ πέρα θα περνούσαν κιόλας από τον έλεγχο.

Οι φωνές των άρτι αφιχθέντων και αυτών που τους υποδέχονταν, τα γέλια και τα φιλιά αντηχούσαν μες στην αίθουσα, οι απογυμνωμένες σωληνώσεις και οι παροχές της οποίας την έκαναν να μοιάζει με πτέρυγα εργοστασίου που κατασκευάζει τουρμπίνες.

Δεν είχαμε ειδοποιήσει κανέναν για την άφιξή μας, συνεπώς δεν μας περίμενε κανείς. Στριφογυρίζαμε κάτω από τα γράμματά μας περιμένοντας τον υπάλληλο του τελωνείου. Επιτέλους εκείνος κατέφτασε. Ήταν ένας ήρεμος και διόλου βιαστικός άνθρωπος. Δεν τον άγχωνε καθόλου το γεγονός ότι είχαμε διασχίσει ολόκληρο τον ωκεανό για να του δείξουμε τις βαλίτσες μας. Εκείνος από ευγένεια μόλις που ακούμπησε με τα ακροδάχτυλά του την απάνω στρώση των ρούχων μας χωρίς καν να μπει σε κόπο να κοιτάξει τίποτα άλλο. Ύστερα έβγαλε τη γλώσσα του, μια εντελώς συνηθισμένη, σαλιωμένη γλώσσα, που δεν ήταν εξοπλισμένη με κάποιον ειδικό μηχανισμό, σάλιωσε δύο μεγάλες ετικέτες και τις κόλλησε πάνω στις βαλίτσες μας.

Είχε βραδιάσει όταν επιτέλους τελειώσαμε με τις διατυπώσεις. Ένα λευκό ταξί με τρία αναμμένα φωτάκια στην οροφή, που έμοιαζε με παλιομοδίτικη άμαξα, μας πήγαινε στο ξενοδοχείο. Στην αρχή μας βασάνιζε η σκέψη ότι λόγω της απειρίας μας επιβιβαστήκαμε σε ένα απαρχαιωμένο, της κακιάς ώρας ταξί, ότι φαινόμαστε γελοίοι σαν τους επαρχιώτες. Μα κοιτάζοντας δειλά δειλά από το παράθυρο, είδαμε ότι προς όλες τις κατευθύνσεις έτρεχαν αυτοκίνητα με τα ίδια γελοία φαναράκια που υπήρχαν και στο δικό μας ταξί. Τότε μονάχα ηρεμήσαμε λιγάκι. Μόνο αργότερα καταλάβαμε ότι τα φαναράκια στην οροφή καθιερώθηκαν ώστε τα ταξί να ξεχωρίζουν πιο πολύ ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα αυτοκίνητα. Για τον ίδιο λόγο τα ταξί βάφονταν στα πιο χτυπητά χρώματα – πορτοκαλί, καναρινί, λευκό.

Η προσπάθειά μας να απολαύσουμε την πόλη της Νέας Υόρκης από το ταξί απέτυχε. Διασχίζαμε αρκετά μουντούς και σκοτεινούς δρόμους. Πού και πού κάτι βρυχιόταν διαβολεμένα κάτω απ΄τα πόδια μας, πού και πού κάτι βροντούσε πάνω από τα κεφάλια μας. Όταν σταματούσαμε στα φανάρια, τα φτερά των αυτοκινήτων που βρίσκονταν δίπλα μας μάς έκρυβαν όλη τη θέα. Ο οδηγός είχε γυρίσει κάμποσες φορές προς τα πίσω για να ξαναρωτήσει τη διεύθυνση. Προφανώς τον προβλημάτιζαν τα Αγγλικά που μιλούσαμε. Κάποιες φορές μας κοίταζε ενθαρρυντικά και στο πρόσωπό του διάβαζες: «Δεν πειράζει, δε θα χαθείτε! Στη Νέα Υόρκη κανείς δε χάνεται».

Τα τριάντα δύο πατώματα του τούβλινου ξενοδοχείου μας ορθώνονταν για να καρφωθούν μες στον κοκκινωπό νυχτερινό ουρανό.

Όσην ώρα συμπληρώναμε τις σύντομες κάρτες εγγραφής, δύο άτομα από το προσωπικό του ξενοδοχείου φύλαγαν με αφοσίωση τις αποσκευές μας. Ένας από αυτούς είχε περασμένο στο λαιμό του έναν αστραφτερό κρίκο με το κλειδί του δωματίου που είχαμε επιλέξει. Το ασανσέρ μας ανέβασε ως τον εικοστό έβδομο όροφο. Ήταν ένα ευρύχωρο και ήσυχο ασανσέρ ενός ξενοδοχείου ούτε πολύ παλιού ούτε πολύ καινούργιου, ούτε πολύ ακριβού, και δυστυχώς, ούτε πολύ φτηνού.

Το δωμάτιό μας μάς άρεσε, μα δεν το πολυεξερευνήσαμε. Βιαζόμασταν να βγούμε έξω, να παραδοθούμε στην πόλη και στους θορύβους της. Οι κουρτίνες στα παράθυρα ανέμιζαν από τη φρεσκάδα της θαλασσινής αύρας. Αφήσαμε τα πανωφόρια μας στον καναπέ, βγήκαμε τρέχοντας στο στενό διάδρομο, στρωμένο με τη χρωματιστή μοκέτα. και το ασανσέρ με ένα απαλό τρίξιμο μας πήγε προς τα κάτω. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας με νόημα. Πράγματι ήταν ένα σπουδαίο γεγονός! Για πρώτη φορά στη ζωή μας θα πηγαίναμε βόλτα στη Νέα Υόρκη.

Μια λεπτή, σχεδόν διαφανής αστερόεσσα κυμάτιζε πάνω από την είσοδο του ξενοδοχείου μας. Στο δρόμο απέναντι ορθωνόταν το γυαλιστερό παραλληλεπίπεδο του ξενοδοχείου «Γουόλντορφ-Αστόρια». Σε τουριστικά προσπέκτους παρουσιαζόταν ως το καλύτερο ξενοδοχείο του κόσμου. Τα παράθυρα του «καλύτερου του κόσμου» έλαμπαν εκτυφλωτικά και πάνω στην είσοδο κυμάτιζαν όχι μία, μα δύο εθνικές σημαίες. Πάνω στο πεζοδρόμιο, κοντά στο κράσπεδο κείτονταν φρέσκα τεύχη εφημερίδων. Οι περαστικοί έσκυβαν, έπαιρναν τη «Νιου Υορκ Τάιμς» ή την «Γκέραλντ Τριμπιούν» [χαρακτηριστική ρωσική προφορά του δασέος H – ν.σ.] και έβαζαν κάτω δίπλα στις εφημερίδες δυο σεντς. Ο εφημεριδοπώλης είχε πάει κάπου. Οι εφημερίδες συγκρατούνταν στο πεζοδρόμιο με ένα κομμάτι τούβλο με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν οι γριές Μοσχοβίτισσες που πουλούν εφημερίδες σε καφασωτά κιόσκια.  Στις γωνίες που σχημάτιζε η διασταύρωση ήταν τοποθετημένοι οι κυλινδρικοί κάδοι απορριμμάτων. Μέσα από τον έναν έβγαινε μια τεράστια γλώσσα φλόγας. Προφανώς κάποιος είχε πετάξει μέσα ένα μισοσβησμένο αποτσίγαρο και τα σκουπίδια της Νέας Υόρκης, που αποτελούνται κατά κύριο λόγο από εφημερίδες, αμέσως έπιασαν φωτιά. Οι γυαλιστεροί τοίχοι του «Γουόλντορφ –Αστόρια» αντιφέγγιζαν τις ανήσυχες κόκκινες φλόγες. Οι περαστικοί χαμογελούσαν  σχολιάζοντάς καθοδόν το γεγονός. Ένας αστυνομικός με πρόσωπο αποφασιστικό ήδη κατευθυνόταν στο σημείο του συμβάντος. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το ξενοδοχείο μας δεν κινδύνευε από τη φωτιά, προχωρήσαμε παρακάτω.

Και τότε μας συνέβη κάτι δυσάρεστο. Είχαμε κατά νου να περπατάμε αργά κοιτάζοντας προσεκτικά δεξιά αριστερά, ας το πούμε, μελετώντας, παρατηρώντας, ρουφώντας και ούτω καθεξής. Μα η Νέα Υόρκη δεν είναι από εκείνες τις πόλεις όπου οι άνθρωποι κινούνται αργά. Γύρω μας οι άνθρωποι δεν περπατούσαν, μα έτρεχαν. Οπότε κι εμείς βαλθήκαμε να τρέχουμε. Και από κει και πέρα δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε. Στη Νέα Υόρκη μείναμε για ένα μήνα και όλον τον καιρό κάπου τρέχαμε σαν παλαβοί, έχοντας τόσο σοβαρή και πολυάσχολη έκφραση που θα μας ζήλευε κι ο ίδιος ο Τζον Πίερποντ  Μόργκαν τζούνιορ. Με τέτοιους ρυθμούς θα είχε βγάλει γύρω στα εξήντα εκατομμύρια δολάρια εκείνο το μήνα.

Έτσι λοιπόν βαλθήκαμε να τρέχουμε κι εμείς. Είχαμε προσπεράσει τρέχοντας τις φωτεινές επιγραφές που έγραφαν: «Καφετέρια», ή «Γιουνάιτεντ σίγκαρε», ή «Ντραγκ –σόδα», ή κάτι άλλο το ίδιο ελκυστικό, μα προς το παρόν ακατανόητο. Έτσι τρέχοντας φτάσαμε μέχρι την 42ή οδό και κει σταματήσαμε.

Στις βιτρίνες των καταστημάτων της 42ής οδού ο χειμώνας βρισκόταν στο ζενίθ. Σε μια βιτρίνα είχαν στηθεί επτά κομψές κέρινες κυρίες με ασημιά πρόσωπα. Όλες τους ήταν ντυμένες με πολυτελέστατες γούνες από αστραχάν και έριχναν η μία στην άλλη ματιές όλο μυστήριο. Στη διπλανή βιτρίνα είχε μια ντουζίνα τέτοιες κυρίες που φορούσαν αθλητικές φόρμες και στηρίζονταν σε μπαστούνια του σκι. Τα μάτια τους ήταν μπλε, τα χείλη κόκκινα ενώ τα αφτιά ροζ. Σε άλλες βιτρίνες υπήρχαν νεαρά ανδρικά μανεκέν με γκρίζα μαλλιά ή περιποιημένοι κέρινοι κύριοι ντυμένοι με οικονομικά, πλην όμως απίστευτα κομψά κοστούμια. Παρόλα αυτά εμείς δε δίναμε την παραμικρή σημασία σε όλη αυτή την εμπορική πανδαισία. Την προσοχή μας την τράβηξε κάτι άλλο.

Σε όλες τις μεγαλουπόλεις του κόσμου πάντα μπορείς να βρεις ένα μέρος όπου οι άνθρωποι παρατηρούν το φεγγάρι με το τηλεσκόπιο. Εκεί, στη 42η οδό επίσης υπήρχε ένα τηλεσκόπιο που ήταν εγκαταστημένο πάνω σε ένα όχημα.

Το τηλεσκόπιο ήταν στραμμένο προς τον ουρανό. Το χειριζόταν ένας απλοϊκός άνθρωπος ίδιος με εκείνους που μπορείς να βρεις δίπλα στο τηλεσκόπιο είτε στην Αθήνα είτε στη Νάπολη είτε στην Οδησσό. Είχε την ίδια δυσαρεστημένη όψη που έχουν όλοι οι χειριστές των υπαίθριων τηλεσκοπίων σε όλον τον κόσμο.

Το φεγγάρι φαινόταν ανάμεσα σε δύο κτίρια εξήντα ορόφων. Κι όμως ένας περίεργος που κόλλησε στο σωλήνα του τηλεσκοπίου δεν κοίταζε το φεγγάρι, μα σημάδευε πολύ πιο πάνω από αυτό, – κοίταζε λοιπόν, την κορυφή του «Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ», ενός κτιρίου εκατόν δύο ορόφων. Στο φως του φεγγαριού η ατσαλένια κορυφή του «Εμπάιρ» φαινόταν λες και ήταν χιονισμένη. Πιανόταν η ψυχή σου στη θέα ενός μεγαλόπρεπου, λιτού και επιβλητικού κτιρίου που λαμποκοπούσε σαν παγοκολόνα. Καθόμασταν πολλή ώρα εκεί πέρα με σηκωμένα πάνω τα κεφάλια μας. Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης εμπνέουν ένα αίσθημα περηφάνιας για τους ανθρώπους της επιστήμης και του μόχθου που έχουν χτίσει αυτά τα επιβλητικά κτίρια. Βραχνιασμένα ξεφώνιζαν οι εφημεριδοπώλες. Και κάθε φορά που το έδαφος έτρεμε κάτω από τα πόδια μας,  από τις σχάρες του πεζοδρομίου σαν από κάνα μηχανοστάσιο έφερνε το ζεστό αέρα. Όλα έδειχναν ότι κάτω από τη γη έτρεχε η αμαξοστοιχία του νεοϋορκέζικου μετρό, του σάμπγουει δηλαδή, όπως το αποκαλούσαν εκεί.

Μέσα από κάποια φρεάτια του οδοστρώματος καλυμμένα με στρόγγυλα μαντεμένια καπάκια αναδυόταν ο ατμός. Για πολλή ώρα δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε από πού έβγαινε αυτός ο ατμός. Πάντως τα κόκκινα φώτα των διαφημίσεων τού προσέδιδαν μια φαντασμαγορική όψη σαν σε παράσταση όπερας. Φαινόταν λες και από στιγμή σε στιγμή θα άνοιγε το φρεάτιο και από κει θα αναδυόταν ο Μεφιστοφελής και αφού πρώτα θα έβηχε για να καθαρίσει το λαιμό του αμέσως μετά θα άρχιζε να τραγουδά με φωνή βαρύτονου την άρια απ’ την όπερα του «Φάουστ»: «Έχω σπαθί, φορώ καπέλο με φτερό, το βαλάντιο μου είναι παχυλό και είμαι τυλιγμένος σε έναν πολύτιμο μανδύα».

Εμείς και πάλι βαλθήκαμε να τρέχουμε μπροστά έχοντας ξεκουφαθεί από τα ξεφωνητά των εφημεριδοπωλών. Εκείνοι ωρύονται τόσο δυνατά που σύμφωνα με την έκφραση του Λεσκώφ [Ρώσος διηγηματογράφος], μετά χρειάζεται να φτυαρίζεις επί μια βδομάδα σερί  για να απομακρύνεις τούτη τη φωνή απ΄τ΄αφτιά σου.

Δεν μπορείς να πεις ότι ο φωτισμός της 42ης οδού ήταν μέτριος. Παρ΄όλα αυτά το Μπρόντγουεϊ, φωταγωγημένο με εκατομμύρια, μπορεί και δισεκατομμύρια ηλεκτρικά λαμπιόνια, γεμάτο από περιστρεφόμενες και χοροπηδητές διαφημίσεις φτιαγμένες από χιλιόμετρα χρωματιστών σωλήνων νέον, εμφανίστηκε μπροστά μας το ίδιο αναπάντεχα με τη Νέα Υόρκη η οποία είχε αναδυθεί ενώπιον μας μέσα απ΄ την απέραντη ερημιά του Ατλαντικού ωκεανού.

Καθόμασταν πάνω στην πιο δημοφιλή διασταύρωση των ΗΠΑ, εκεί που διασταυρώνεται η 42η οδός με το Μπρόντγουεϊ. Μπροστά μας ανοιγόταν «ο μέγας λαμπερός δρόμος», όπως τιμητικά αποκαλείται από τους Αμερικανούς το Μπρόντγουεϊ,.

Εδώ ο ηλεκτρισμός έχει υποβιβαστεί (ή έχει αναχθεί, αν θέλετε) στο επίπεδο ενός εκπαιδευμένου ζώου του τσίρκου. Εδώ τον ανάγκασαν να χορεύει, να κάνει τσαλιμάκια, να υπερπηδά τα εμπόδια, να ανοιγοκλείνει τα ηλεκτρικά του μάτια. Τον ήσυχο ηλεκτρισμό του Έντισον τον έχουν μετατρέψει σε θαλάσσιο λέοντα από το τσίρκο του Ντούροβ [διάσημος σοβιετικός εκπαιδευτής ζώων -ν.σ.] που πιάνει με τη μουσούδα του το τόπι, κάνει τον ζογκλέρ, παριστάνει τον πεθαμένο, ανασταίνεται, εκτελεί οτιδήποτε τον προστάξουν. Η παρέλαση των ηλεκτρικών φώτων δεν σταματάει ποτέ. Τα φώτα των διαφημίσεων ανάβουν, περιστρέφονται και σβήνουν ώστε αμέσως μετά να λάμψουν και πάλι, τα γράμματα μεγάλα και μικρά, πράσινα και κόκκινα, χωρίς σταματημό περνάνε φευγαλέα ώστε μετά από ένα δευτερόλεπτο να επιστρέψουν και να ξαναρχίσουν το τρελό τους τρεχαλητό.

Στο Μπρόντγουεϊ βρίσκονται συγκεντρωμένα  τα θέατρα, οι κινηματογράφοι και οι χορευτικές λέσχες της πόλης. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κινούνται στα πεζοδρόμια. Η Νέα Υόρκη είναι μια από τις ελάχιστες πόλεις του κόσμου όπου οι κάτοικοι βολτάρουν σε έναν συγκεκριμένο δρόμο. Οι είσοδοι των κινηματογράφων έχουν τόσα φώτα που αν κάποιος πρόσθετε ακόμα μια λάμπα, θα γινόταν έκρηξη από τον υπερβολικό φωτισμό και τα πάντα θα πήγαιναν κατά διαβόλου. Μα δεν υπάρχει μέρος να χωρέσεις αυτή τη λάμπα, δεν περισσεύει ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό στο χώρο. Οι εφημεριδοπώλες ξεσηκώνουν τέτοια ωρυγή που, για να απομακρύνεις τη φωνή τους θα χρειαζόσουν όχι μια βδομάδα, μα χρόνια εντατικού φτυαρίσματος. Ψηλά στον ουρανό, σ΄έναν από τους αναρίθμητους ορόφους του ουρανοξύστη «Παραμάουντ», λάμπει ένα ηλεκτρικό ρολόι. Δεν βλέπεις ούτε τα αστέρια ούτε το φεγγάρι. Το φως από τις διαφημίσεις θαμπώνει τα πάντα γύρω τους. Τα αυτοκίνητα τρέχουν σιωπηλά. Στις βιτρίνες ανάμεσα σε καρό γραβάτες περιστρέφονται, κάνουν ακόμα και τούμπες, οι μικρές φωτιζόμενες ταμπελίτσες με τις τιμές. Είναι πια κάτι σαν μικροοργανισμοί μέσα στο σύμπαν του ηλεκτρισμού του Μπρόντγουεϊ. Ανάμεσα σε όλη αυτή την τρομερή φασαρία ένας ήρεμος ζητιάνος παίζει το σαξόφωνό του. Ένας κύριος με ημίψηλο κατευθύνεται στο θέατρο συνοδεύοντας μια κυρία που φορά μια βραδινή τουαλέτα με ουρά. Σαν υπνοβάτης κινείται ένας τυφλός με το σκύλο-οδηγό του. Μερικοί νεαροί σουλατσάρουν ασκεπείς. Είναι της μόδας. Κάτω από τα φανάρια γυαλίζουν τα γλειμμένα τους μαλλιά. Ο αέρας μυρίζει πούρα, και φτηνά και ακριβά.

Με το που σκεφτήκαμε το πόσο μακριά βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή από τη Μόσχα, μας περιέλουσαν τα φώτα του κινηματογράφου «Καμέο» όπου προβαλλόταν η σοβιετική ταινία «Ο νέος Γκιούλιβερ».

Η παλίρροια του Μπρόντγουεϊ μας παρέσυρε κάμποσες φορές μπρος πίσω και τέλος μας ξέβρασε σε έναν παράλληλο δρόμο.

Δεν είχαμε μάθει ακόμα τίποτα για την πόλη. Γι΄αυτό δε συγκρατήσαμε τα ονόματα των δρόμων. Θυμόμαστε μονάχα ότι βρισκόμασταν κάπου κάτω από μια σιδηροδρομική γέφυρα. Δίπλα περνούσε ένα λεωφορείο κι εμείς δίχως δεύτερη σκέψη με έναν πήδο βρεθήκαμε μέσα.

Ακόμα και ύστερα από πολλές ημέρες, όταν πια μάθαμε να προσανατολιζόμαστε μες στη δίνη της Νέας Υόρκης, δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε πού μας είχε πάει εκείνο το λεωφορείο την πρώτη μας βραδιά μες στην πόλη. Μας φάνηκε ότι ήταν η Τσάινα Τάουν της Νέας Υόρκης. Μπορεί όμως να ήταν και η Μικρή Ιταλία ή ακόμα και η εβραϊκή συνοικία.

Βαδίζαμε σε στενούς βρόμικους δρόμους. Όχι, το ηλεκτρικό εδώ ήταν από τα συνηθισμένα, δεν ήταν εκπαιδευμένο. Εξέπεμπε ένα μουντό φως και δεν χοροπηδούσε καθόλου. Ένας πελώριος αστυνομικός καθόταν ακουμπώντας στον τοίχο ενός κτιρίου. Στο πηλίκιο πάνω από το φαρδύ και επιβλητικό του πρόσωπο έλαμπε το ασημένιο έμβλημα της πόλης της Νέας Υόρκης. Έχοντας προσέξει το δισταγμό με τον οποίο προχωρούσαμε στο δρόμο, εκείνος κατευθύνθηκε προς το μέρος μας, αλλά μιας και δεν τον ρωτήσαμε κάτι, πάλι στάθηκε κοντά στον τοίχο, ένας επιβλητικός και άψογος εκπρόσωπος των οργάνων της τάξης.

Από ένα κτίριο της κακιάς ώρας ακουγόταν μια άχρωμη, μονότονη ψαλμωδία. Ο άνθρωπος που καθόταν στην είσοδο μάς είπε ότι ήταν καταφύγιο για αστέγους, του Στρατού της Σωτηρίας.

-Ποιος μπορεί να διανυκτερεύσει εδώ μέσα;

-Οποιοσδήποτε. Κανείς δεν πρόκειται ούτε να του ζητήσει το επίθετό του ούτε να ενδιαφερθεί για τις δουλειές του και το παρελθόν του. Εδώ πέρα οι άστεγοι παίρνουν δωρεάν κλινοσκεπάσματα, καφέ και ψωμί. Το πρωί επίσης τους προσφέρουν δωρεάν καφέ και ψωμί. Ύστερα είναι ελεύθεροι να φύγουν. Η μόνη προϋπόθεση είναι η συμμετοχή τους στην εσπερινή και στην πρωινή προσευχή.

Η ψαλμωδία που ακουγόταν από το οίκημα μαρτυρούσε ότι εκείνη την ώρα εκτελείτο αυτή η μοναδική προϋπόθεση. Μπήκαμε μέσα.

Παλιά, πριν καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μέσα σ΄αυτό το χώρο βρισκόταν ένα κινέζικο καπνιστήριο οπίου. Κάποτε λοιπόν ήταν ένα βρόμικο και σκοτεινό καταγώγιο. Από τότε ο χώρος αυτός είχε γίνει πιο καθαρός, αλλά έχοντας χάσει τον εξωτικό του χαρακτήρα δεν είχε γίνει λιγότερο ζοφερός. Στο υπερώο αυτού του παλιού καταγωγίου λάμβανε χώρα η προσευχή, κάτω βρισκόταν ο κοιτώνας. με γυμνούς τοίχους, γυμνό πέτρινο δάπεδο και ράντζα εκστρατείας από καραβόπανο. Ο αέρας μύριζε φτηνό καφέ και υγρασία· η τελευταία πάντα συνοδεύει την πάστρα νοσοκομείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Με άλλα λόγια, ήταν σαν να βλέπεις το έργο του Γκόρκι «Στο βυθό» σε αμερικανική σκηνοθεσία.

Σε μια άθλια σάλα, πάνω στους πάγκους που κατέβαιναν αμφιθεατρικά σε μια μικρή εξέδρα, κάθονταν κοκαλωμένοι καμιά διακοσαριά άστεγοι. Με το που τέλειωσε η ψαλμωδία, άρχισε το επόμενο νούμερο του προγράμματος.

Ανάμεσα στην αμερικανική εθνική σημαία που ήταν στημένη πάνω στην εξέδρα και τις βιβλικές περικοπές που κρέμονταν στους τοίχους πηδούσε σαν τον σαλτιμπάγκο ένας ροδομάγουλος γεροντάκος με μαύρο κοστούμι. Ο τύπος αυτός μιλούσε και χειρονομούσε με τέτοιο πάθος σάμπως ήθελε να πουλήσει κάτι. Στην πραγματικότητα αφηγούνταν τη διδακτική ιστορία της ζωής του για τη θεάρεστη μεταστροφή που του συνέβη όταν εκείνος απευθύνθηκε από τα βάθη της καρδιάς του στο θεό.

Ο ρήτορας είχε κάποτε υπάρξει αλήτης («ίδιος με σας, μάγκες μου, ένας αλήτης του κερατά !»), συμπεριφερόταν απαίσια, βλασφημούσε («φίλοι μου, θυμηθείτε τις συνήθειές σας!»), έκλεβε, -ναι, όλα αυτά δυστυχώς υπήρχαν στη ζωή του. Τώρα έχει ξεκόψει οριστικά με αυτά. Τώρα έχει δικό του σπίτι, ζει σαν καθωσπρέπει άνθρωπος («ο θεός μας δημιούργησε κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωση, έτσι δεν είναι;»). Πρόσφατα είχε αγοράσει και ραδιόφωνο. Και όλα αυτά τα απέκτησε μόνο και μόνο χάρη στη βοήθεια του θεού.

Ο γέρος αγόρευε με μεγάλη άνεση και προφανώς έδινε παράσταση για πολλοστή φορά, αν όχι για χιλιοστή. Κροτάλιζε με τα δάχτυλα, φορές ξεσπούσε σε δυνατό βραχνιασμένο γέλιο, έψελνε εκκλησιαστικά τροπάρια και επιτέλους ολοκλήρωσε το λογύδριό του λέγοντας με μεγάλο ενθουσιασμό:

-Ας ψάλουμε, αδέλφια!

Και πάλι ακούστηκε η ίδια μονότονη, βαρετή ψαλμωδία. Οι άστεγοι είχαν φριχτή όψη. Σχεδόν όλοι τους ήταν άνθρωποι μεγάλης ηλικίας. Αξύριστοι, με θαμπά μάτια, λικνίζονταν πάνω στους χοντροκομμένους πάγκους. Έψελναν υποτακτικά και τεμπέλικα. Κάποιοι δεν μπορούσαν να αντιπαλέψουν την κούραση της ημέρας και αποκοιμιόντουσαν.

Φανταστήκαμε πολύ ζωηρά τις περιπλανήσεις τους στα φριχτά μέρη της Νέας Υόρκης, τις μέρες που ξεροστάλιαζαν δίπλα σε γέφυρες και αποθήκες, ανάμεσα στα σκουπίδια, μέσα στην αιώνια ομίχλη της ανθρώπινης κατάπτωσης. Το να κάθεσαι μετά από αυτό στο καταφύγιο για αστέγους και να ψέλνεις ύμνους ήταν σκέτο βασανιστήριο.

Ύστερα μπροστά στο ακροατήριο εμφανίστηκε ένας τύπος που έχαιρε άκρας υγείας. Είχε μαβιά μύτη, όπως στο βοντεβίλ, και χαρακτηριστική φωνή καπετάνιου.

Φερόταν με μεγάλη ελευθεριότητα. Ξεκίνησε μια καινούργια ιστορία για την ωφέλεια της στροφής στο θεό. Αποδείχτηκε ότι και ο καπετάνιος υπήρξε κάποτε μεγάλος αμαρτωλός. Δεν είχε πολλή φαντασία και τελείωσε δηλώνοντας ότι τώρα χάρη στη θεϊκή βοήθεια και εκείνος απέκτησε ένα ραδιόφωνο.

Πάλι πιάστηκαν να ψέλνουν. Ο καπετάνιος κουνούσε τα χέρια του επιδεικνύοντας ουκ ολίγη μαεστρική εμπειρία. Διακόσιοι άνθρωποι καταρρακωμένοι απ΄τη ζωή πάλι άκουγαν αυτές τις ξεδιάντροπες κουταμάρες. Σ΄αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους δεν πρότειναν δουλειά, τους πρότειναν το θεό, έναν θεό αμείλικτο και απαιτητικό σαν το διάβολο.

Οι άστεγοι δεν έφερναν αντίρρηση. Ο θεός με ένα φλιτζάνι καφέ και ένα ξεροκόμματο, πάει κι έρχεται. Ας ψάλουμε, αδέρφια, δοξάζοντας το θεό του καφέ!

Και τα λαρύγγια που για πενήντα χρόνια ξερνούσαν μονάχα ένα άθλιο βρισίδι, βάλθηκαν να μουγκρίζουν νυσταλέα δοξάζοντας τον Κύριο.

Συνεχίσαμε την περιπλάνησή μας βαδίζοντας ανάμεσα σε κάτι τρώγλες χωρίς να ξέρουμε πού βρισκόμασταν. Με σπίθες και μπουμπουνητά περνούσαν αστραπιαία οι συρμοί πάνω στις σιδερένιες γέφυρες του επίγειου σιδηρόδρομου. Νεαροί άντρες με ανοιχτόχρωμα καπέλα συνωστίζονταν έξω από φαρμακεία ανταλλάσσοντας μεταξύ τους σύντομες φράσεις. Οι τρόποι τους ήταν ίδιοι και απαράλλαχτοι με αυτούς των νεαρών που σύχναζαν στην οδό Κραχμάλναγια της Βαρσοβίας. Στη Βαρσοβία πιστεύουν ότι ένας τζέντλεμαν από την Κραχμάλναγια δεν είναι δα κάνα κελεπούρι. Στην καλύτερη περίπτωση θα είναι ένας κοινός κλέφτης, μπορεί όμως να είναι και κάτι πολύ χειρότερο.

Αργά τη νύχτα γυρίσαμε στο ξενοδοχείο. Δεν ήμασταν ούτε απογοητευμένοι ούτε ενθουσιασμένοι από τη Νέα Υόρκη, για την ακρίβεια ήμασταν αναστατωμένοι από το μέγεθος, τον πλούτο και τη φτώχεια της.

Posted in ΕΣΣΔ, Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσικά, Συνεργασίες, Σατιρικά, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Να λείπει το βύσσινο; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2019

Μια μεγάλη χαρά που πήρα τώρα στις γιορτές ήταν που μπόρεσα επιτέλους να συναντηθώ από κοντά με τον Νίκο Νικολάου, ή Nick Nicholas, τον δαιμόνιο Ηλληνιστεύκοντα γλωσσολόγο που μας κάνει συχνά την τιμή να σχολιάζει στο ιστολόγιο. Αλληλογραφία έχουμε εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, αλλά ως τώρα, επειδή εκείνος κυκλοφορούσε μεταξύ ΗΠΑ και Αυστραλίας κι εγώ συνήθως ήμουν εκτός Ελλάδος όποτε την επισκεπτόταν, δεν είχαμε μπορέσει να συναντηθούμε.

Ανάμεσα στα πολλά και τα διάφορα που συζητήσαμε, ο Νικολάου μού είπε ότι είχε γράψει, στα αγγλικά, αρκετά γλωσσικά άρθρα ελληνικού ενδιαφέροντος για άλλους ιστοτόπους. Του είπα λοιπόν, ότι θα ήταν πολύ καλή ιδέα αν μπορούσε να μεταφράσει/ξαναγράψει μερικά από τα άρθρα αυτά για το ιστολόγιό μας.

Σήμερα δημοσιεύω με πολλή χαρά το πρώτο άρθρο του Νίκου Νικολάου. Αν και όταν βρει καιρό, θα μας στείλει και άλλο, αλλά μην περιμένετε συχνότερα από ένα άρθρο το μήνα.

Μη σας ξεγελάει ο τίτλος. Το άρθρο δεν ασχολείται με την πασίγνωστη έκφραση «Να λείπει το βύσσινο», ή «να μένει το βύσσινο», που τη λέει κάποιος όταν αρνείται πρόταση ή προσφορά που του έγινε, επειδή συνοδεύεται από υποχρεώσεις που δεν θέλει να δεχθεί ή επειδή τη βρίσκει ασύμφορη ή επικίνδυνη. Με την έκφραση αυτή είχαμε ασχοληθεί σε παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, όπου εξετάζουμε και την κοινώς παραδεκτή ετυμολογία της λέξης «βύσσινο». Μόνο που ο Νίκος Νικολάου έρχεται εδώ να προτείνει μια διαφορετική ετυμολογία για το βύσσινο. Ας τον ακούσουμε. [Η αρχική δημοσίευση του άρθρου στα αγγλικά, είναι εδώ].

Να λείπει το βύσσινο;

Δύσκολο πράγμα η ετυμολογία, κατά γενική ομολογία. Για να κάνεις ετυμολογία σωστά, πρέπει να ξέρεις γερά και γλώσσες, και γλωσσικές διαδικασίες, και ιστορία, και να βάλεις κάτω και μπόλικη λογική. Και να τα βάλεις αυτά κάτω, πάλι θα καταντήσεις συχνά να ξεδιαλέγεις ανάμεσα σε περισσότερο και λιγότερο πιθανές εικασίες. Γιατί καταπώς είπε κι ο Τσιφόρος κάποτε, οι σοφοί διαφωνούν όταν δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Όταν ξέρουν, λένε «ένα κι ένα κάνουν δύο», και τελειώσανε.

Η δε ετυμολογία της νεοελληνικής, δεν είναι κι από τις λιγότερο ζόρικες. Έχεις να κάνεις με το βάρος της τρισχιλιετούς, έχεις να κάνεις με τις τόσες γλώσσες που πέρασαν από το ρωμαίικο κατά καιρούς, διαβατάρικες ή μόνιμες, έχεις να κάνεις και με το πολυπληθές των διαλέκτων και των γλωσσικών διαδικασιών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Συνεργασίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 168 Σχόλια »

Μην πυροβολείτε πάντα τον μεταφραστή -ή, τα φασούλια της θεώρησης

Posted by sarant στο 21 Δεκέμβριος, 2018

Δημοσιεύω σήμερα, με κάποιες επικαιροποιήσεις, ένα άρθρο που το είχα γράψει πριν από 11 χρόνια και το δημοσίευσα, τότε, στον παλιό μου ιστότοπο. Το θυμήθηκα επειδή τις προάλλες ειχαμε στο ιστολόγιο το ερώτημα πώς λέγεται η συγγενεια «αδελφός του παππού», και ένα από τα μεταφραστικά στιγμιότυπα που θα διαβάσετε στο άρθρο έχει σχέση με το όνομα αυτής της συγγένειας.

Πριν προχωρήσω, να θυμίσω ότι σήμερα στις 6-8 το απόγευμα θα είμαι καλεσμένος στον ραδιοφωνικό σταθμό 105.5 στο Κόκκινο.

Στο ιστολόγιο συχνά επισημαινουμε μεταφραστικά λάθη, δηλαδή λάθη σε μεταφρασμένα κείμενα. Πολλά από τα λάθη αυτά βρίσκονται σε ηλεκτρονικές δημοσιεύσεις. Στο σημερινό σημείωμα όμως θα επικεντρωθούμε σε μεταφραστικά λάθη που εντοπίζονται σε βιβλία.

Όταν διαβάζουμε ενα μεταφρασμένο βιβλίο, λογοτεχνικό ή όχι, και αντιληφθούμε μεταφραστικό λάθος, θεωρούμε ότι είναι υπεύθυνος ο μεταφραστής. Κι όμως, μερικές φορές το λάθος δεν είναι δικό του ή δεν είναι όλο δικό του, παρόλο που σ’ εκείνον πηγαίνει ο νους μας όταν βλέπουμε σημεία και τέρατα στη μετάφραση ενός βιβλίου.

Το μεταφρασμένο κείμενο, το κείμενο που παραδίνει ο μεταφραστής στον εκδοτικό οίκο, σχεδόν πάντα στις μέρες μας σε ηλεκτρονική μορφή, περνάει κι από άλλα χέρια ώσπου να φτάσει στο τυπογραφείο: από τον θεωρητή ή αναθεωρητή του κειμένου, από κάποια επιμέλεια ενδεχομένως (αν και αυτά τα δύο, αναθεώρηση και επιμέλεια, συνήθως τα αναλαμβάνει το ίδιο άτομο), από τον διορθωτή τέλος. Σ’ αυτά τα στάδια, το κείμενο βελτιώνεται και διορθώνονται λάθη, αλλά όχι πάντοτε. Υπάρχουν φυσικά και λάθη που ξεφεύγουν, δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι μερικά κείμενα με πολλά και ευμεγέθη μαργαριτάρια, που σχολιάζω στις σελίδες αυτές, είχαν περάσει από θεώρηση και επιμέλεια, μερικά μάλιστα τα είχε (ή τουλάχιστον φέρεται ότι τα είχε) επιμεληθεί στρατιά ολάκερη από αναθεωρητές και λοιπούς …., αλλά ως δια μαγείας τα λάθη παραμείναν, για να επιβεβαιωθεί και η παροιμία για τους πολλούς κοκόρους.

Εδώ όμως θα ασχοληθώ όχι με λάθη που ξέφυγαν από την αναθεώρηση, την επιμέλεια ή τη διόρθωση, αλλά λάθη που τα προκάλεσε η αναθεώρηση ή κάποιο από τα επόμενα στάδια. Σε άλλα σημειώματα του παλιού μου ιστοτόπου έχω σχολιάσει δυο μαργαριτάρια τα οποία είμαι σχεδόν βέβαιος ότι είναι έργο των χειρών του επιμελητή ή του διορθωτή. Να τα θυμίσω πρόχειρα:

 

  • ο επιμελητής διόρθωσε τη φράση «το Μπασέν ντε Λαντρ» σε «τον Μπασέν ντε Λαντρ», αγνοώντας ότι Bassin des Ladres ήταν κάποια περίφημα ιαματικά λουτρά, προφανώς νομίζοντας ότι πρόκειται για πρόσωπο.
  • ο ίδιος νυμανής επιμελητής κόλλησε νι στο Ρόμπερτ δε Μπρους, τον σκοτσέζο πολέμαρχο (Robert the Bruce), και τον έκανε «Ρόμπερτ δεν Μπρους»!

 

Στο ίδιο πνεύμα, αλλά με μεγαλύτερη ποικιλία, θέλω να αφηγηθώ τα εξής τρία περιστατικά, που όλα τους αφορούν βιβλία που βρίσκονται σε κυκλοφορία.

Πρώτο περιστατικό, ο ξαναμεταφρασμένος Σεφέρης

Σε βιβλίο του γνωστού Αμερικανού συγγραφέα Στίβεν Κινγκ, τα μότο των κεφαλαίων είναι από στίχους του Σεφέρη, φυσικά στα αγγλικά. Ο ελληνικός εκδοτικός οίκος αναθέτει το βιβλίο σε μια μεταφράστρια. Η μεταφράστρια μεταφράζει το κείμενο και αφήνει προς το παρόν τα μότο αμετάφραστα διότι δεν έχει στο σπίτι της τα ποιήματα του Σεφέρη (να σημειωθεί ότι αυτά έγιναν τον… προηγούμενο αιώνα, όταν δεν υπήρχε διαθέσιμο το σώμα των ποιημάτων του Σεφέρη σε ηλεκτρονική μορφή όπως τώρα στην Ανεμόσκαλα).

Κάποια στιγμη, η μετάφραση έχει τελειώσει αλλά ακόμα δεν έχουν ελεγχθεί τα μότο. Η μεταφράστρια λέει στην επιμελήτρια ότι δεν μπορεί να παραδώσει ακόμα το βιβλίο, αν και είναι κατά τα άλλα έτοιμο, επειδή θέλει να ταυτοποιήσει τους σεφερικούς στίχους. Η επιμελήτρια τη διαβεβαιώνει ότι θα τους βρει η ίδια, που έχει τον Σεφέρη (τα Άπαντα στον τόμο του Ίκαρου, όχι τον ποιητή τον ίδιο) σπίτι της.

Το κείμενο παραδίδεται, η μεταφράστρια επαφίεται στη διαβεβαίωση της επιμελήτριας, άλλωστε και ιεραρχικά δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα, δεν έχει θάρρος με τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο. Το βιβλίο κυκλοφορεί και όταν η μεταφράστρια το πιάνει στα χέρια της πέφτει από τα σύννεφα. Αντί για τους αυθεντικούς στίχους του Σεφέρη, κάθε κεφάλαιο έχει σαν μότο ξαναμεταφρασμένη την αγγλική μετάφραση και μάλιστα ξανακακομεταφρασμένη!!

Αν βαρέθηκε η επιμελήτρια ή αν ανάθεσε την εργασία σε άλλον και αυτός ο άλλος τα θαλάσσωσε, δεν το ξέρουμε και δεν θα το μάθουμε. Το γεγονός είναι ότι η μεταφράστρια εκτέθηκε ανεπανόρθωτα, μια και πολλοί (και καθόλου αδικαιολόγητα) επέκριναν το ατόπημα σε συζητήσεις ή και στον Τύπο. Ακόμα και όταν πρωτοέγραψα αυτό το άρθρο, δέκα και βάλε χρόνια μετά το περιστατικό, μπορούσες να βρεις στο Διαδίκτυο να στηλιτεύεται η ξαναμετάφραση του Σεφέρη, η οποία, άδικα βέβαια, είναι δεμένη με το όνομα της μεταφράστριας.

Κινέζικα του υποκόσμου

Το δεύτερο παράδειγμα είναι ευτυχώς λιγότερο δραματικό ως προς την έκταση και τις συνέπειες. Σε γαλλικό αστυνομικό μυθιστόρημα για μεγάλον εκδοτικό οίκο, γίνεται λόγος για την Κίνα, και ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την έκφραση L’ Empire du Milieu, που είναι γαλλική απόδοση της έκφρασης που χρησιμοποιούν οι Κινέζοι για το κράτος τους. Ο μεταφραστής το αποδίδει «Μεσαία αυτοκρατορία». Γράφει συγκεκριμένα: Από τότε που είχε έρθει στο Πεκίνο πριν από μερικούς μήνες, πρώτη φορά είχε την αίσθηση ότι εισέδυε στο μυστήριο της Μεσαίας Αυτοκρατορίας.

Και επειδή δεν είμαστε όλοι σινολόγοι, βάζει και υποσημείωση (Σ.τ.Μ.) όπου διευκρινίζει: «Ονομασία που έδιναν οι ίδιοι οι Κινέζοι στην αυτοκρατορία τους».

Το βλέπει αυτό η επιμελήτρια, που ήξερε γαλλικά αλλά προφανώς το μυαλό της ήταν πολλά έτη φωτός μακριά, και διορθώνει το «Μεσαία Αυτοκρατορία» σε «Αυτοκρατορία του Υποκόσμου»!!! Δηλαδή: Από τότε που είχε έρθει στο Πεκίνο πριν από μερικούς μήνες, πρώτη φορά είχε την αίσθηση ότι εισέδυε στο μυστήριο της Αυτοκρατορίας του Υποκόσμου.

Το λάθος έχει την εξήγησή του –στα γαλλικά, le milieu, πέρα από το «μέσο» είναι και ο υπόκοσμος. Les gens du milieu είναι οι κύκλοι του υποκόσμου. Εξήγηση έχει, αλλά δεν παύει να είναι εξωφρενικό ή μάλλον σχιζοφρενικό αν σκεφτούμε ότι η επιμελήτρια, ενώ άλλαξε τη φράση, διατήρησε την υποσημείωση, θέλοντας να μας κάνει να πιστέψουμε ότι οι ίδιοι οι Κινέζοι θεωρούν τη χώρα τους αυτοκρατορία του υποκόσμου! Ευτυχώς όμως εδώ το λάθος λίγοι το κατάλαβαν, ίσως επειδή έγινε σε αστυνομικό βιβλίο οπότε η ανάμιξη του υποκόσμου είναι δικαιολογημένη.

Ο αδελφός της γιαγιάς του Καίσαρα

Στο τρίτο παράδειγμα, φίλος μεταφραστής μεταφράζει βιβλίο στρατιωτικής ιστορίας, όπου γίνεται λόγος για τον Αύγουστο, τον Ρωμαίο αυτοκράτορα. Εδώ έχω ολόκληρη την αφήγηση του παθόντος μεταφραστή, που τα λέει πιο γουστόζικα από μένα, αλλά θα τα πω και με δικά μου λόγια, περιληπτικά.

Το κείμενο έλεγε ότι ο Αύγουστος αναγνώρισε ότι η στρατιωτική επιτυχία είναι το πρώτο βήμα για την πολιτική ανέλιξη, like his great uncle Caesar. Διότι πράγματι, ο Καίσαρας ήταν αδελφός της γιαγιάς του Αυγούστου. Τώρα, στα ελληνικά εμείς αυτή τη συγγένεια, τον αδελφό του παπού ή της γιαγιάς, δεν την πολυεξειδικεύουμε. Τους λέμε ή παπούδες ή θείους.

Θέλοντας να ακριβολογήσει, ο μεταφραστής μας έγραψε «όπως και ο μεγάλος θείος του Καίσαρας». Θα μπορούσε βέβαια να γράψει και «μεγαλοθείος» αλλά το φοβήθηκε, επειδή δεν βρήκε τη λέξη στο google (τώρα η λέξη υπάρχει, εγώ του την έμαθα!)· άλλωστε του άρεσε που ο συγκεκριμένος μεγαλοθείος ήταν και μεγάλος (αλλά και θείος).

Αγαθές προθέσεις, αλλά…. Αλλά το βιβλίο επρόκειτο να το αναθεωρήσει στρατηγός ε.α., ο οποίος δεν βρήκε του γούστου του τον μεγάλο θείο και αποκατάστησε την ιστορική ακρίβεια: όπως και ο αδελφός της γιαγιάς του Καίσαρας. Σωστό, αλλά τρομερά επικίνδυνο.

Διότι βέβαια, ακολούθησε ο διορθωτής, ο οποίος δεν χαμπαρίζει από αυτοκράτορες: είδε «του Καίσαρας», χτύπησε καμπανάκι ότι κάτι δεν πάει καλά, έσβησε το σίγμα και γέννησε νέο ιστορικό πρόσωπο: όπως και ο αδελφός της γιαγιάς του Καίσαρα.

Επιμύθιο

Θα μπορούσε κάποιος αυστηρός κριτής να πει ότι και οι τρεις μεταφραστές έκαναν, ο καθένας, από ένα τοσοδά λαθάκι. Η μεταφράστρια έπρεπε να είχε σπίτι τον Σεφέρη (τα Άπαντα, επαναλαμβάνω, όχι τον ποιητή) ή να τον δανειζόταν από κάπου και να έκανε τη δουλειά της μόνη της. Ο πρώτος μεταφραστής ίσως θα μπορούσε να διαλέξει μια κάπως πιο κομψή απόδοση, ξερωγώ «Η κεντρική αυτοκρατορία» ή «Η αυτοκρατορία του Μέσου» (αλλά κι αυτό χωράει παρερμηνεία). Ο τρίτος έπρεπε οπωσδήποτε να προφυλάξει τον εαυτό του και τις επερχόμενες γενεές, βάζοντας μια λεξούλα, ένα γραμματάκι: όπως και ο μεγάλος θείος του ο Καίσαρας, αν και βέβαια δεν ξέρουμε αν αυτό θα περνούσε από τα καυδιανά δίκρανα του στρατηγού ε.α.

Όμως και στις τρεις περιπτώσεις, πάνω στο αρχικό λαθάκι, το συγχωρητέο ή και σχεδόν ανύπαρκτο, στηρίχτηκε τερατούργημα, κοτζάμ Μέγαρο παρανόησης και παρερμηνείας. Οπότε, γι’ αυτό λέω ότι και οι τρεις μεταφραστές είναι τραγικές μορφές, αφού χωρίς να φταίνε βρέθηκαν εκτεθειμένοι.

Ωστόσο, πρέπει να το πω αυτό πριν κλείσω και να το υπογραμμίσω, το ξανακοίταγμα του μεταφράσματος από ένα άλλο μάτι είναι πάντοτε απαραίτητο, μακάρι το κείμενο να το έχει μεταφράσει ο θεός ο ίδιος· και πολύ περισσότερα είναι τα λάθη που αποσοβούνται χάρη στην αναθεώρηση-επιμέλεια-διόρθωση παρά εκείνα που παράγονται εξαιτίας τους, όπως αυτά που μόλις είδαμε. Αρκεί βέβαια ο θεωρητής-επιμελητής να κάνει τη δουλειά του και να μην αρκείται να ευπρεπίζει καταλήξεις.

Και κλείνω, αναδημοσιεύοντας ολόκληρη την καλογραμμένη αφηγηση του παθόντα για το τρίτο περιστατικό:

Ποιος σκότωσε τον αδερφό της γιαγιάς του Καίσαρα;

Ή

Πώς κατασκευάζεται ένα λαμπρό μαργαριτάρι

(μια ιστορία μεταφραστικού τρόμου και μυστηρίου)

Αφηγείται ο μεταφραστής του βιβλίου

Ένα ωραίο πρωινό, άνοιξα αμέριμνος μια μετάφρασή «μου» για να επιβεβαιώσω μια λεπτομέρεια σχετικά με τη διάταξη της ρωμαϊκής λεγεώνας (δεν είχα υψιπετείς σκοπούς – να παίξω στρατιωτάκια με τα παιδιά μου ήθελα, χωρίς όμως να μεταλαμπαδεύω εσφαλμένες πληροφορίες). Στην αρχή της παραγράφου «Οι αυτοκρατορικές λεγεώνες», έπεσα πάνω στην εξής φράση:

Αναγνωρίζοντας, όπως και ο αδερφός της γιαγιάς του Καίσαρα, ότι η στρατιωτική επιτυχία αποτελούσε βάση για πολιτική καριέρα, ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, ο Αύγουστος, ακολούθησε πολιτική συνετής επέκτασης, που συνδυαζόταν με τη μέριμνα για τη σταθεροποίηση της άμυνας της αυτοκρατορίας. (σελ. 63).

Δε χρειάζονται βαθιές γνώσεις ρωμαϊκής ιστορίας ή πολύχρονη μεταφραστική εμπειρία, αρκεί η κοινή λογική για να καταλάβει κανείς ότι η φράση που υπογράμμισα εδώ (ο αδερφός της γιαγιάς του Καίσαρα) αποτελεί μαργαριτάρι πρώτης γραμμής. Αν και δε μπορώ να ξέρω ή να θυμάμαι ποια ήταν η γιαγιά του Καίσαρα, πόσο μάλλον ποιος ήταν ο αδερφός της, εννοείται ότι εδώ γίνεται λόγος για τον ίδιο τον Ιούλιο Καίσαρα, ο οποίος, ναι, ήταν αδελφός της (μητρικής) γιαγιάς του Αύγουστου (μια πρόχειρη παραπομπή: Σουητώνιος, Αύγουστος, IV, 1). Όντας σίγουρος ότι δεν έχω κάνει εγώ τούτο το λάθος (κάνω κι εγώ λάθη, φυσικά, όπως όλοι οι άλλοι, αλλά σφάλματα τέτοιου είδους δεν κάνω ποτέ), υπόθεσα ότι θα είχα γράψει «ο αδερφός της γιαγιάς του, ο Καίσαρας» ή στη χειρότερη περίπτωση «ο αδερφός της γιαγιάς του Καίσαρας», και ο επιμελητής (ή κάποιος «αντ’ αυτού») είχε κάνει μια μηχανική και εντυπωσιακά άστοχη διόρθωση.

Έμεινα για ένα εικοστετράωρο μ’ αυτή την εντύπωση. Μετά, βρήκα τον καιρό να τσεκάρω το δικό μου αρχείο (αυτό που είχα στείλει στον εκδότη), όπου βρήκα τη φράση:

Αναγνωρίζοντας, όπως και ο μεγάλος θείος του Καίσαρας, ότι η στρατιωτική επιτυχία πρόσφερε μια καλή βάση για την πολιτική δημοτικότητα, ο πρώτος ρωμαίος αυτοκράτορας, ο Αύγουστος, ακολούθησε μια πολιτική συνετής επέκτασης, που συνδυαζόταν με τη μέριμνα για τη σταθεροποίηση της άμυνας της αυτοκρατορίας.

Και, κοιτώντας στο αγγλικό:

Recognizing, like his great uncle Caesar, that military success was a good basis for political popularity, the first Roman Emperor Augustus, followed a policy of cautious expansion, alternated with consolidation of the Empire’s defences. (p. 63).

Δε μας ενδιαφέρουν, εδώ, οι άλλες διαφοροποιήσεις – ούτε αν η φράση είναι περισσότερο ή λιγότερο πετυχημένη μεταφραστικά. Great uncle σημαίνει βέβαια μεγαλοθείος (θείος του πατέρα ή της μητέρας), αλλά εδώ δημιουργείται μια δισημία, ίσως κι ένα παιγνίδισμα, καθώς ο Καίσαρας ασφαλώς ήταν κι από μόνος του Great (άσε που ο Καίσαρας ήταν κι από μόνος του «Θείος», αν κι αυτό δε φαίνεται στα αγγλικά). Νομίζω ότι είχα προσθέσει μια χειρόγραφη παρατήρηση πάνω στο print out. Εκ των υστέρων, θα ήταν προτιμότερο να μην το ψιλοκοσκινίσω και να έγραφα απλώς «μεγαλοθείος» – με την ελπίδα ότι η λέξη θα γινόταν γλωσσικά αποδεχτή. Ή και σκέτο «θείος» (στα ελληνικά, ονομάζουμε συνήθως τους μεγαλοθείους απλώς θείους, αν δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος για διάκριση), αφήνοντας στη μπάντα τα μεγαλεία.

Τι έχει συμβεί εδώ; Προφανώς, ο στρατηγός-επιμελητής (ή κάποια ορντινάντσα του) θεώρησε τη λύση μου αδέξια και προτίμησε να αναλύσει τη συγγενική σχέση, γράφοντας «ο αδερφός της γιαγιάς του Καίσαρας», ή κάτι τέτοιο. Θεμιτό ως εδώ, ας πούμε (αν και κάποιος θα μπορούσε να το θεωρήσει πιο αδέξιο απ’ το δικό μου). Μετά, ήρθε με όλο του το πάσο ο τελικός διορθωτής για να προσέξει ότι αυτό το «ς» αποτελεί παραδρομή – μετά το «του» πάει γενική (οι διορθωτές για κάτι τέτοια ζούνε, και πληρώνονται για να σκέφτονται τυποποιημένα). Στο κάτω-κάτω, τι φταίει αυτός αν οι σοφοί δεν υιοθέτησαν την πολύ λογική ορθογραφία των εκδόσεων «Κάλβος»: ο αδερφός της γιαγιάς-του; (ίσως με τη φιλεύσπλαχνη σκέψη ν’ αφήσουν και κανένα εύλογο επιχείρημα στους πολυτονιστές) Και έτσι, μέσα απ’ αυτή τη μακρόχρονη και περίπλοκη διαδικασία, υποθέτω, σχηματίστηκε ένα ολοστρόγγυλο και λαμπερό μαργαριτάρι.

Κι έτσι εκτέθηκα λοιπόν. Όχι όμως και πάρα πολύ. Στο χοντρό εξώφυλλο του βιβλίου αναγράφεται μόνο ο τίτλος και η ένδειξη «Επιμέλεια: Δ…Γ…» (το όνομα του στρατηγού ε.α. -επιμελητή). Ούτε καν οι συγγραφείς δεν αναφέρονται, «τι να ξέρουν κι αυτοί;»), πόσο μάλλον ο μεταφραστής. Στη σελίδα τίτλου πάλι, οι (πέντε) συγγραφείς στριμώχνονται, κακήν κακώς, μόνο με τα αρχικά τους και κατά παραχώρηση, σε μιαν αράδα, ώστε να προβάλλει με μεγάλα γράμματα και μ’ όλα του τα γαλόνια ο στρατηγός: «Επιμέλεια: Δ… Γ…., ΥΠΤΓΟΣ ε.α.».[1] Πάλι δεν αναφέρεται μεταφραστής. Αυτόν μπορούμε να τον ανακαλύψουμε, με μικροσκοπικά γράμματα, μόνο στη σελίδα του copyright, μόλις δυο αράδες πάνω απ’ το «Τυπογραφικές διορθώσεις: Θ….Γ…». Ένδειξη που εντοπίζει επιτέλους, σύμφωνα με την προηγούμενη ανάλυση, τον πιθανό δράστη του εγκλήματος.

Ευγνωμονώ λοιπόν τις εκδόσεις …. που φρόντισαν, με τόσο τακτ, να με προστατέψουν.

[1] Στο αυτί του εξώφυλλου επίσης, τα βιογραφικά των συγγραφέων που με τόση επιμέλεια είχα μεταφράσει από τα αγγλικά απλοποιήθηκαν στο έπακρο στην ελληνική έκδοση, ώστε να γίνει χώρος για το βιογραφικό του στρατηγού – που πιάνει τόσο χώρο όσο των άλλων πέντε μαζί. Μα τι περίμεναν λοιπόν; Κανένας απ’ αυτούς δεν είχε καν το βαθμό του λοχία, κάτι ψωρολέκτορες και κάτι ψωροκαθηγητές πανεπιστημίων μονάχα – και μάλιστα πανεπιστημίων που κανείς δε μας βεβαιώνει ότι έγιναν ή θα γίνουν ιδιωτικά.

 

Posted in Κριτική μεταφράσεων, Μεταφραστικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 144 Σχόλια »

Πεθαμένοι που ανασαίνουν (μια συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 18 Νοέμβριος, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, που είναι καρπός των αναδιφήσεών του σε σώματα παλιών εφημερίδων. Ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο, με αρκετό γλωσσικό-λαογραφικό ενδιαφέρον. Θυμίζω πως ο Κόρτο μας είχε δώσει πριν από μερικούς μήνες μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο.

Επειδή το κείμενο είναι εκτενές αλλά και πλήρες, με την έννοια ότι ο Κόρτο έχει και εισαγωγή αλλά και γλωσσάρι, δεν κρίνω σκόπιμο να πω κάτι άλλο. Σχόλια δικά μου μέσα στο κείμενο είναι σε αγκύλες. Αν και πιστεύω ότι η ορθογραφία σε τέτοια κείμενα είναι καλύτερο να εκσυγχρονίζεται, ομολογώ ότι από τεμπελιά το άφησα όπως το είχε ο Κόρτο, δηλ. με την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πλην μονοτονικού.

 

ΟΙ «ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ»,

ΕΝΑ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ

Τα αποσπάσματα τα οποία ακολουθούν προέρχονται από ένα εκτενές κείμενο με γενικό τίτλο «Πεθαμένοι που ανασαίνουν» και υπότιτλο «από το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου που πέθανε μέσα στη φυλακή από φυματίωσι», το οποίο δημοσιεύτηκε σε 29 συνέχειες στην εφημερίδα Απογευματινή, από την 9η Ιουλίου έως την 6η Αυγούστου 1926. Το συνολικό κείμενο διαρθρώνεται σε ένα σύντομο προοίμιο και τρία κυρίως κεφάλαια, άνισα σε έκταση και χωρισμένα σε επιμέρους υποκεφάλαια με ξεχωριστούς τίτλους το καθένα. Πρόκειται για δημοσίευμα μικτού χαρακτήρα, δημοσιογραφικού και συγχρόνως λογοτεχνικού, στο οποίο περιγράφονται σε πρώτο πρόσωπο οι εντυπώσεις ενός υποδίκου από τις πρώτες μέρες της εισόδου του στην φυλακή και ενόσω αυτός βρίσκεται σε αναμονή για έκδοση αποφυλακιστηρίου, το οποίο φαίνεται ότι περιμένει ματαίως. Στο προοίμιο του κειμένου εκδηλώνεται σε δραματικό τόνο ο πόνος των φυλακισμένων και καταδικάζεται η αναλγησία του Νόμου. Στο πρώτο και στο τρίτο κεφάλαιο αναπτύσσεται η κύρια διήγηση, ενώ επίσης αποδίδονται εκτενείς διάλογοι του πρωταγωνιστή με κρατουμένους, οι οποίοι αφηγούνται εντυπωσιακές ιστορίες της φυλακής. Ενδιαμέσως στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας παραθέτει μία έκθεση των συνολικών προβλημάτων τα οποία μαστίζουν τους φυλακισμένους, κατακρίνει με φλογερό λόγο την άθλια κατάσταση των σωφρονιστικών καταστημάτων, υποδεικνύει τους υπαιτίους και προτείνει άμεσες λύσεις.

Σκίτσο της 10.7.1926

Υπό αυτήν την έννοια, καθώς το δημοσίευμα συνδυάζει στοιχεία προκλητικής αφήγησης αφενός, καταγγελίας αφετέρου, οι «πεθαμένοι που ανασαίνουν» θα μπορούσαν να ταξινομηθούν στην ευρύτερη σειρά των ρεπορτάζ λογοτεχνικού ύφους τα οποία συνέταξαν γνωστοί Έλληνες συγγραφείς (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Μιχαήλ Μητσάκης, Πέτρος Πικρός, Κώστας Βάρναλης, Θέμος Κορνάρος κλπ) ύστερα από επισκέψεις τους σε φυλακές ή άσυλα. Ωστόσο ο συντάκτης του εν λόγω κειμένου είναι ανώνυμος. Η φυλακή όπου διαδραματίζεται η αφήγηση δεν κατονομάζεται ευθέως (πιθανότατα πρόκειται για την Παλιά Στρατώνα), ούτε αναφέρεται ο ακριβής χρόνος εισόδου του αφηγητή στην φυλακή· παραλείπεται επίσης η αναφορά του παραπτώματος για το οποίο κατηγορείται. Συνεπώς δεν μπορεί να ελεγχθεί άμεσα αν τα περιγραφόμενα του κειμένου αποτελούν προϊόν πραγματικής εμπειρίας προσωποκράτησης, δημοσιογραφικής αυτοψίας σε κάποιον χώρο φυλακής ή ενδεχομένως γέννημα λογοτεχνικής φαντασίας.

Σε κάθε περίπτωση το κείμενο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον από λαογραφικής και κοινωνιολογικής απόψεως, διότι οι εμπεριεχόμενες πληροφορίες, έστω και αν δεν προέρχονται από αυθεντική μαρτυρία, οπωσδήποτε αντικατοπτρίζουν τους στερεότυπους συνειρμούς του εγγράμματου κόσμου για την ζωή των φυλακισμένων κατά την διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Οπωσδήποτε ορισμένα μοτίβα τα οποία συναντώνται στο κείμενο εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα στην ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Για παράδειγμα το θέμα της εισαγωγής απαγορευμένων ειδών στην φυλακή με την βοήθεια μίας γυναίκας εμφανίζεται ήδη στην «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1903): «Και μέσα εις την βαθείαν τσέπην του φουστανιού της, κρυφά, είχε χωμένην μικράν φιαλίδα με ρώμι ή ρακί, προς παρηγορίαν του φυλακισμένου» (βλ. ιστοχώρος Α. Παπαδιαμάντης). Παρόμοια εικόνα απαντάται στο διήγημα «Η γυναίκα του Μαλή» του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1927): «Με τέτοιον τρόπο έμπαζε ούζο για τους φυλακισμένους μέσα στο ψωμί και μέσα στα ρούχα της» (Παπαντωνίου, 2011, σελ.159). Θεματικές αναλογίες εντοπίζονται βεβαίως και στην μεταγενέστερη λογοτεχνία, όπως η σκηνή ενθάρρυνσης του παλιού κρατούμενου προς τον νεοφερμένο, στο ευθυμογράφημα του Νίκου Τσιφόρου «ο μοδίστρας» (1962): «Έλα, ρε, μη το κρεμάς βαρίδι το πράμα. Φυλακή είναι, καλά περνάμε και δίνουνε και γάλα στο αναρρωτήριο.» (Τσιφόρος 2013, σελ.19). Ειδικότερα στο δημοσίευμα της «Απογευματινής» η τυποποιημένη απόδοση της ζωής των φυλακισμένων ενισχύεται και από μία σειρά συνοδευτικών σκίτσων, τα οποία είναι μάλλον γελοιογραφικού ύφους, μολονότι το ίδιο το κείμενο δεν διακρίνεται από χιουμοριστικό τόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Λαογραφία, Μεσοπόλεμος, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Φυλακή | Με ετικέτα: , , , , | 181 Σχόλια »

Ονοματολογικά και ιστορικά του Σκουταριού Σερρών (Συνεργασία του Βαγγέλη Δαρδαντάκη)

Posted by sarant στο 22 Οκτώβριος, 2018

Η κωμόπολη Σκούταρι Σερρών ήρθε πρόσφατα στην επικαιρότητα όταν η μεγάλη πλειοψηφία των γονέων του δημοτικού σχολείου της αρνήθηκαν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο προχτές, την Παρασκευή, επειδή εκείνη τη μέρα θα άρχιζαν να φοιτούν, σε ειδική τάξη, δέκα προσφυγόπουλα από τον κοντινό καταυλισμό προσφύγων. Μόνο 25 από τα 130 παιδιά προσήλθαν στα μαθήματα.

Στη συνέχεια, ο σύλλογος γονέων του Δημοτικού Σχολείου Σκουτάρεως πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι οι γονείς είχαν ετοιμάσει και γιορτή για την υποδοχή των παιδιών αλλά την Παρασκευή το πρωί αποφάσισαν να μην τα στείλουν επειδή το σχολείο περιστοιχιζόταν από τηλεοπτικές κάμερες και αστυνομικές δυνάμεις. Δεν ξέρω κατά πόσον αληθεύει αυτή η εκδοχή, αλλά αν ειναι έτσι τότε -υποθέτω- από σήμερα τα μαθήματα θα γίνουν κανονικά μακριά από την πολλή δημοσιότητα.

Μακάρι να γίνει έτσι και μακάρι οι κάτοικοι του χωριού να μην διακρίνονται από προσφυγοφοβία, που θα ήταν και αρκετά ειρωνικό καθώς είναι και οι ίδιοι εγγόνια προσφύγων.

Πέρα από την ουσία του ζητήματος, που θα τη συζητήσουμε ενδεχομένως στα σχόλιά σας, θα προσέξατε την ασυνήθιστη καθαρευουσιάνικη γενική «Σκουτάρεως», από την εποχή που η κωμόπολη αποτελούσε την Κοινότητα Σκουτάρεως και στη συνέχεια τον καποδιστριακό Δήμο Σκουτάρεως.

Στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ έγινε συζήτηση για το όνομα Σκούταρι και ο φίλος μας ο Βαγγέλης Δαρδαντάκης, που σχολιάζει συχνά εδώ με το χρηστώνυμο Jago, ερεύνησε το θέμα και έγραψε ένα αρθράκι στο οποίο συνοψίζει τα όσα βρήκε.

Καθώς εδώ λεξιλογούμε, νομίζω πως μας ενδιαφερουν και τα λεξιλογικά του τοπωνυμίου χωρίς να χάνουμε από τα μάτια μας και το γεγονός που έδωσε αφορμή για τη συζήτηση.

Ονοματολογικά και ιστορικά του Σκουταριού Σερρών

Πολλή η συζήτηση τελευταία για το χωριό Σκούταρι των Σερρών εξαιτίας της απόφασης μιας συντριπτικής πλειονότητας κατοίκων να μην στείλουν στο σχολείο τα παιδιά τους επειδή θα μπουν στις τάξεις μια δεκάδα κατατρεγμένων προσφυγοπαίδων. Η μαζική αντίδραση των social media ήταν να επισημάνουν ότι το Σκούταρι είναι το ίδιο αμιγώς προσφυγοχώρι. Οι σημερινοί κάτοικοι κατάγονται από την προσφυγική μετακίνηση των πληθυσμών στην Ανατολική Ρωμυλία προς τη Μακεδονία το 1924, συγκεκριμένα την εκεί ομώνυμη κωμόπολη Σκούταρι ως τόπο καταγωγής, λόγω των συμφωνιών ανταλλαγής πληθυσμών ένθεν κι ένθεν. Αναφέρεται από το ομώνυμο λήμμα της Βικιπαίδειας [1], χωρίς όμως καθόλου παραπομπές σε όλες τις αναφορές, πως πιο πριν εγκαταστάθηκαν μικρασιάτες πρόσφυγες το 1922 από τη Χωρούδα της Προύσας. Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των προσφύγων παραμένει μερικώς αδιευκρίνιστος αλλά έμμεσα μπορούμε να δούμε το σύνολό τους όπως θα δούμε παρακάτω.

Ο αρχικός λίκνος λοιπόν βρισκόταν στην Ανατολική Ρωμυλία, που είναι η Βόρεια Θράκη [2], που αυτή σήμερα ανήκει στη Βουλγαρία και ένα μικρό τμήμα στην Ευρωπαϊκή Τουρκία. [3] Επισημάνθηκε όμως σε γκρουπ στο Facebook, τα Υπογλώσσια, η ομωνυμία με το δήμο της Ιστανμπούλ Ουσκουντάρ, στη βυζαντινή περίοδο ως Χρυσούπολις [4], που ονομάζεται επίσης και Σκούταρι, πράμα που αποτελεί θέμα προς διερεύνηση. Γιατί Σκούταρι είναι το γνωστό σκουτάρι δηλαδή λατινιστί η ασπίδα τουλάχιστον για το δήμο [5].

Κατά τον Βασίλη Γιαννογλούδη, σε ομιλία του για το χωριό Σκούταρι της σημερινής Βουλγαρίας: [6]
Το παλιό χωριό Σκούταρι, από το οποίο ήρθαν οι θρακιώτες πρόσφυγες το 1924, βρίσκεται κοντά στο τριεθνές σηµείο Ελλάδας, Βουλγαρίας και Τουρκίας. Ο οικισµός σήµερα µε το όνοµα Στιτ, ανήκει στη Βουλγαρία ενώ το πιο έφορο [σσ μάλλον εύφορο] τµήµα από το κτηµατολόγιο του ανήκει στην Τουρκία. Την παλαιότερη ονοµασία του το χωριό την οφείλει στο Βυζαντινό κάστρο που υπήρχε και λεγόταν Σκουτάριον (=ασπίδα), αργότερα στην Οθωµανοκρατία το χωριό ονοµάστηκε Ουσκουντάρ (στο Σκούταρι), αργότερα Σκούταρι και τέλος οι Βούλγαροι το µετονόµασαν σε Στιτ (=ασπίδα).

Το όνομα προέρχεται από την ονοµασία της ασπίδας των Ρωµαίων (Βυζαντινών) στρατιωτών της αυτοκρατορικής φρουράς, η οποία είχε σχήµα επιµήκες και µήκος 1,60 µέτρα και κάλυπτε ολόκληρο το σώµα του στρατιώτη. Οι στρατιώτες που έφεραν το σκουτάριον ονοµάζονταν Σκουτάριοι και ανήκαν στην ιδιαίτερη φρουρά του αυτοκράτορα. Σκουτάριος αργότερα ονοµάζονταν και ο αξιωµατούχος της βυζαντινής αυλής, ο οποίος έφερε το αυτοκρατορικό σκουτάριον (ασπίδα – θυρεό), ακολουθούσε τον αυτοκράτορα στις εκστρατείες του και προηγούνταν στις µετακινήσεις του. Το όνοµα Σκουτάριον δινόταν και για τα κάστρα που απείχαν λίγα χιλιόµετρα από µεγάλες πόλεις και είχαν σκοπό: 1) να ειδοποιούν έγκαιρα τις στρατιωτικές αρχές των πόλεων για την εµφάνιση του εχθρού, ώστε να κλείνουν τις πύλες και να προετοιµάζονται για την άµυνα και 2) να αντιµετωπίσουν τους επελαύνοντες εχθρούς των βυζαντινών. Το κάστρο του χωριού βρίσκεται βόρεια της Αδριανούπολης, άρα συµπεραίνουµε ότι αποτελούσε την ασπίδα άµυνας της Αδριανούπολης απέναντι των εχθρών που έρχονταν από τα Βόρεια (Βούλγαροι, Κομάνοι, Πετσενέγκοι κτλ).

Να σημειώσω εδώ ότι υπάρχει και ένα «βιλαέτι του Σκούταρι» που συνόρευε με το Κόσοβο και το Μαυροβούνιο, επίσης βιλαέτια κι αυτά τότε επί οθωμανικής κυριαρχίας. <[7]

Το Σκούταρι όμως δεν γεννήθηκε εκ του μηδενός, φυσικά, αλλά σε προϋπάρχοντα οικισμό διαφορετικής εθνοτικής σύστασης. Πιο πριν ονομαζότανΚιοπεκή αλλά σε άλλες πηγές αναφέρεται και ως Κισκεπεσί που μάλλον αποτελεί προϊόν σύγχυσης από τις συνεχείς διοικητικές μεταβολές της περιοχής μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων.

Κιοπεκή λοιπόν ήταν ένα χωριό που είχε πληθυσμό αποτελούμενο από Βούλγαρους και πιθανόν και Μουσουλμάνους. Σύμφωνα με το βουλγαρικό λήμμα για το Къспикеси (εδώ Κισκεπεσί αφού το λήμμα συνδέεται με το Σκούταρι/Κιοπεκή και σε άλλες γλώσσες) ήταν «καθαρά βουλγαρικός οικισμός» με τουρκόφωνη ονομασία που το 1873 αποτελούνταν από 38 νοικοκυριά με 132 κατοίκους. [8] Ο Βούλγαρος Βασίλι Καντσόφ αναφέρει για το 1900 20 οικογένειες με 100 μέλη. [9] Την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, ο πληθυσμός του χωριού βρίσκεται στην αγκαλιά του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Σύμφωνα με τα στοιχεία του γραμματέα της Βουλγαρικής Εξαρχίας Δημήτρη Μίσεφ (1907), ο πληθυσμός του Κισκεπεσί αποτελείται από 240 βούλγαρους πατριαρχικούς και 24 τσιγγάνους. [10] Τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία από το 1908 δείχνουν το Κισκεπεσί με «250 Ορθόδοξους Έλληνες υπό βουλγαρικό τρόμο» [11], πάντα σύμφωνα με το βουλγαρικό λήμμα και τις πηγές του.

Από κει και πέρα είναι γνωστός ο πόλεμος των απογραφών μεταξύ Ελλήνων, Βουλγάρων και Οθωμανών εκείνη την περίοδο αλλά οι περισσότερες δημοσιευμένες πηγές δίνουν στοιχεία μέχρι επιπέδου των καζάδων οπότε επαφίεται στον φιλέρευνο αναγνώστη να αναζητήσει τις τοπικές πηγές. Μπορούμε όμως να δούμε κάποια άλλα δημοσιευμένα στοιχεία για το Σκούταρι.

Η κοινότητα του Κιοπεκή μετονομάστηκε το 28/12/1926 σε Σκούταρι κι εγκρίθηκε με το ΦΕΚ 7/1927. Την πορεία των διοικητικών μεταβολών από Κισκεπεσί σε Κιοπεκή μπορείτε να τη δείτε στην ιστοσελίδα της ΕΕΤΑΑ.[12] Σε δημογραφικό πίνακα για τη Μακεδονία και τη Θράκη την περίοδο 1913-1928, ανακύπτει η ονομασία Κισκεπεσί με συνολικούς γηγενείς πληθυσμούς για τα έτη 1913, 1920 και 1928 ως εξής: 341 – 273 – χωρίς καταμέτρηση, αντίστοιχα. [13] Η Επιτροπή Αποκατάσταση Προσφύγων (ΕΑΠ) με πρόεδρο τον Ερρίκο Μοργκεντάου, που είχε την ευθύνη για την εγκατάσταση των προσφύγων, αναφέρει για το έτος 1927 πως συνολικά ως μικτό πληθυσμό 241 οικογένειες με σύνολο 1125 ψυχές. Όπου εδώ ως μικτό πληθυσμό πρέπει να συνυπολογιστούν οι δύο διαφορετικές προελεύσεις μικρασιατών και θρακιωτών προσφύγων χωρίς ν’ αποκλείονται κάποιοι εναπομείνοντες ντόπιοι. [14] Έτσι λόγω των εκατέρωθεν συμφωνιών ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία, είναι δεδομένο πως οι προϋπάρχοντες πληθυσμοί ανταλλάχθηκαν με τον ερχομό των προσφύγων με αποτέλεσμα την πλήρη και ριζική δημογραφική και εθνοτική αλλαγή της περιοχής.

[1] Βικιπαίδεια Σκούταρι Σερρών

[2] Βικιπαίδεια Ανατολική Ρωμυλία

[3] Βικιπαίδεια Δήμος Σκουτάρεως Βόρειας Θράκης

[4] Βικιπαίδεια Ουσκουντάρ

[5]  Εκ του Λατ. Scutum=ασπίδα> σκούτον>υποκοριστικό σκουτάριον> σκουτάρι.

[6] Η αλληλουχία της μετονομασίας χωριών Ν. Σερρών

[7] Βικιπαίδεια Scutari_Vilayet

[8] Македония и Одринско. Статистика на населението от 1873 г.“ Македонски научен институт, София, 1995, стр. 118 – 119. Η Μακεδονία και το βιλαέτι της Αδριανούπολης. Στατιστικές του πληθυσμού του 1873, Μακεδονικό Ινστιτούτο Ερευνών, Σόφια, 1995, σελ. 118 – 119.

[9] Кѫнчовъ, Василъ. Македония. Етнография и статистика. Βασίλι Καντσόφ, Μακεδονία – Εθνογραφία και Στατιστική

[10] Brancoff, D.M. «La Macédoine et sa Population Chrétienne». Paris, 1905, р. 200 – 201.

[11] Δημοτικό Σχολείο Σκουτάρεως Σερρών (πλέον ανενεργό λινκ)

[12] https://www.eetaa.gr/index.php?tag=oikmet_details&id=18122

[13] Αλέξανδρος Δάγκας, Η περιφέρεια Θεσσαλονίκης στον 20ό αιώνα, εκδ. Επίκεντρο, σελ. 632.

[14] Δημήτρης Λιθοξόου, Η εγκατάσταση των προσφύγων στα χωριά της Μακεδονίας

 

Δεν επέμβηκα στο άρθρο του Βαγγέλη, εκτός από ένα σημείο στην υποσημείωση 5, όπου μεταφερόταν η άποψη ότι το λατινικό scutum είναι ελληνικής αρχής, από το σκύτος. Ωστόσο, τα λεξικά δεν θεωρούν τη λατινική λέξη δάνειο από την ελληνική, γι’ αυτό και έκανα τη διόρθωση.

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Μετανάστες, Προσφυγικό, Συνεργασίες, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , | 199 Σχόλια »

Δύο και μία ευτράπελες ιστορίες (συνεργασίες από Dryhammer και Δημήτρη Μαρτίνο)

Posted by sarant στο 14 Οκτώβριος, 2018

Γιατί δύο και μία και όχι τρεις  ευτράπελες ιστορίες; Διότι τις δύο τις έγραψε ο φίλος μας ο Dryhammer και την άλλη μία ο Δημήτρης Μαρτίνος, που δεν χρειάζονται βέβαια συστάσεις μια και έχουμε πολλές φορές δημοσιεύσει εδώ πεζογραφήματά τους.

Και γιατί τις δημοσιεύω και τις τρεις μαζί; Επειδή χωριστά ήταν κάπως μικρές το δέμας, και σας έχει φοβηθεί το μάτι μου -την άλλη φορά που έβαλα άρθρο κάτω των 1000 λέξεων μου είπατε ότι είναι το… teaser.

Στα πιο σοβαρά, η ιδέα να τις παρουσιάσω μαζί ήταν δική μου, και για λόγους μεγέθους και επειδή έχουν το κοινό στοιχείο πως εν μέρει οι συγγραφείς τους τις εμπνεύστηκαν από συζητήσεις εδώ στο ιστολόγιο, αν κι αυτό δεν φαίνεται στο κείμενο. Πρότεινα λοιπόν τη συγκατοίκηση και την δέχτηκαν ευχαρίστως και οι δύο, πολύ περισσότερο αφού έχουν ήδη συνεργαστεί σε κοινά λήμματα που έγραψαν στο slang.gr

Μια και έχουμε τρεις ιστορίες με δύο συγγραφείς, εφαρμόζω την πλεχτή τεχνική. Ξεκινάω με DryHammer, παρεμβάλλω Μαρτίνο και κλείνω με Dryhammer, που θα μπορούσε κανείς να το πει και σάντουιτς -τι, ξεροσφύρι θα τη βγάζαμε; (Είπαμε, το κλίμα σήμερα είναι ευτράπελο.

 

Στο χάνι (ευτράπελη διήγηση του Dryhammer)

ΣΤΟ ΧΑΝΙ

Ο Μήτρο(ς)  Κασκαβάλ(ης) πηγαινορχότανε ανήσυχος στη μεγάλη σάλα. Που και που στεκότανε μπροστά στο αναμμένο τζάκι, μούτζωνε με τόνα χέρι τη φωτιά, δήθεν για να ζεσταθεί, και με τ’ άλλο χάδευε τη χρυσή καδένα με το κλειδάκι που κρεμότανε κατάσαρκα στο λαιμό του. Η μούτζα στη φωτιά ήτανε ένα παλιό ξόρκι που του ‘μαθε η γιαγιά του για να διώχνει τα κακά μαντάτα. Και περίμενε μαντάτα ο Μήτρο(ς). Μαντάτα που τα φοβότανε.

Το Χάνι της Γραβιέρας ήτανε χτισμένο από γερή κουβαλητή νταμαρόπετρα στο διάσελο ανάμεσα Τρεμπεσίνα και Κρυσταλλοπηγή, πάνω στο «δρόμο του Βουνακιού του Κάστορα» . Ένα τετράγωνο δίπατο κτίσμα με μικρά παράθυρα, δίπλα ένας στάβλος-μάντρα κι ένα καμαράκι κουζίνα-εργαστήρι κολλητά στο μεγαλύτερο κτίριο. Αυτό το καμαράκι ήταν όλος του ο πλούτος. Δεν ήταν η μεγάλη σάλα με το τζάκι, τους πάγκους και τις προβιές στους τοίχους. Ούτε το ανώι με τα δωμάτια. Εκεί στο κουζινάκι ήταν που έφτιαχνε και έψηνε το μεζέ που τον έκανε ξακουστό στα μισά Βαλκάνια. Το γανάκι με τ’ όνομα.  Έναν τυρομεζέ που όμοιό του δεν έβρισκες σε καμιά ταβέρνα, σε καμιά λοκάντα, σε κανένα χάνι από το Ντούρες μέχρι την Πόλη. Ένα μεζέ που πολλοί προσπάθησαν να αντιγράψουν, κάποιοι κλέβοντας και κρύβοντας κομμάτια πριν φύγουν από το Χάνι, αλλά κανένας δεν τον πετύχαινε. Στην καλύτερη περίπτωση φτιάχνανε κάτι «σά γανάκι», μια αχνή σκιά του αυθεντικού. Το μυστικό του ήτανε στο τυρί που το έπηζε και το ωρίμαζε ο ίδιος από γάλατα που του φέρνανε δικοί του άνθρωποι, στα μπαχάρια και τα μυρωδικά που έριχνε μέσα την ώρα που έπρεπε και η τέχνη του στο κουρκούτι και το ψήσιμο στο τηγάνι. Τη συνταγή την είχε γραμμένη στ΄αρβανίτικα της Ιταλίας με σέρβικο αλφάβητο πάνω σε τομάρι από αγέννητο τραγί και κλεισμένη σ΄ ένα κουτί  που είχε θάψει κάτω απ΄ τον πάγκο της κουζίνας, για μην τη βρουν αλλά και να μη χαθεί άμα πεθάνει. Το κλειδάκι του κουτιού ήτανε πού ‘χε κρεμασμένο στον κόρφο του από χρυσή καδένα. Κι άξιζε αλήθεια τον κόπο και την φροντίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ευτράπελα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 184 Σχόλια »

21 πατινιώτικες λέξεις (μια συνεργασία του Raf)

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2018

Με το σημερινό άρθρο το ιστολόγιο ξαναπιάνει, ύστερα από ολιγόμηνη ανάπαυλα, τη διαλεκτολογική και λεξιλογική περιήγηση ανα την Ελλάδα (με μια προτίμηση, είναι αληθεια, στα νησιά).

Να θυμίσω τους σταθμούς αυτής της περιοδείας.

Πριν από μερικά χρονια είχαμε δημοσιεύσει δυο άρθρα για τις αμοργιανές λέξεις (εδώ το δεύτερο). Πέρυσι, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έστειλε ένα άρθρο για τα Θερμιά, δηλαδή την Κύθνο. Ακολούθησε η σιφνέικη ντοπιολαλιά, από το Κουτρούφι. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο Αλέξης με λέξεις από το Ξηρόμερο. Στεριανη αυτή η συνεργασία, όμως αμέσως μετά σαλπάραμε πάλι, πρώτα για το Πλωμάρι, όπου μας οδήγησε ο Γιάννης Μαλλιαρός, και μετά στη Νικαριά με ξεναγό τον Ροβυθέ. Μετά κατηφορίσαμε στη Ρόδο με μια συνεργασία του Αλέξ. Κατσαρά. Τέλος, πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία για ένα άρθρο για το κυθηραϊκό ιδίωμα, έχοντας ως βοήθημα το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα.

Μια και ξανάρχεται η θερινή περίοδος, αρχίζουμε και πάλι τις λεξιλογικές μας εκδρομές, ή μάλλον κρουαζιέρες, αφού και σήμερα νησί θα επισκεφτούμε. Ο φίλος μας ο Raf εστειλε μια συνεργασια με 21 πατινιώτικες λέξεις.

Πριν προχωρήσω, ανανεώνω την εκκληση για νέες συνεργασίες σχετικά με ντοπιολαλιες -ας μην τεμπελιαζουν και οι στεριανοί!

Είπαμε ότι θα πάμε σε νησί, αλλά ποιο νησί; Από πού είναι οι πατινιώτικες λέξεις;

Δεν ξέρω πόσοι νεότεροι το ξέρουν, αλλά Πάτινος είναι η λαϊκή ονομασία της Πάτμου και Πατινιώτης ο κάτοικος του νησιού, μια λέξη πολύ πιο ευκολοπρόφερτη από το λόγιο «Πάτμιος». Ίσως χρειάζεται ένα άρθρο με τις λαϊκές ονομασίες των νησιών, αλλά θα το αφήσουμε γι’ άλλη φορά. Patino είναι το όνομα της Πάτμου και στα ιταλικά.

Παρεμπιπτόντως το επώνυμο Πατινιώτης ευδοκιμεί ιδιαίτερα στην Αστυπάλαια, ενώ με τη γραφή Πατηνιώτης στην Ανάφη (όπως θα περιμέναμε, το επίθετο, που δηλώνει κάποιον που έχει έρθει από την Πάτμο, το βρίσκουμε σε άλλα μέρη).

Δίνω τον λόγο στον Raf και σχολιάζω κι εγώ μέσα σε αγκύλες.

21 πατινιώτικες λέξεις

«Πατινιώτικες» από την Πάτινο, ή αλλιώς την Πάτμο, νησί στα βόρεια Δωδεκάνησα, γνωστότερο μάλλον για την Αποκάλυψη του Ιωάννη, όπου και, κατά την παράδοση, γράφτηκε. Οι λέξεις που παρουσιάζονται ίσως να μη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σ’ αυτόν τον τόπο – αρκετές από αυτές συναντιούνται σε κοντινά ή και μακρινότερα νησιά. Παρ’ όλα αυτά είναι όλες χαρακτηριστικές του πατινιώτικου ιδιώματος έτσι όπως αναπαράγεται από ηλικιωμένους ή και νεότερους. Όπου αυτό είναι δυνατόν επιχειρείται μια ενδεικτική ετυμολόγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 86 Σχόλια »

Οι 200 της Καισαριανής (μια μελέτη του Spiridione)

Posted by sarant στο 30 Απρίλιος, 2018

Αύριο δεν είναι μόνο η εργατική Πρωτομαγιά ούτε μόνο η μέρα που πιάνουμε τον Μάη. Είναι και μια θλιβερή και ηρωική επέτειος -τα 74 χρόνια από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944.

Ο τουφεκισμός των 200 στην Καισαριανή έγινε σε αντίποινα για τον σκοτωμό ενός Γερμανού στρατηγού στους Μολάους από αντάρτες. Οι 200 της Καισαριανής δεν ήταν τα μόνα θύματα: οι ταγματασφαλίτες συνεργάτες των Γερμανών «εφόνευσαν αυτοβούλως» άλλους 100 κομμουνιστές κρατούμενους, ένα έγκλημα που μάλλον δεν διερευνήθηκε ποτέ αφού μετά την απελευθερωση οι συνεργάτες των Ναζί συμμετειχαν στη διακυβέρνηση της χώρας.

Η εκτέλεση της Καισαριανής ήρθε πρόσφατα σε περίοπτη θέση στην επικαιρότητα χάρη στην ταινία «Το τελευταίο σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη, στην οποία βέβαια πρωταγωνιστει η ηρωική μορφή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Eίχαμε γράψει άρθρο για αυτή την πολύ σημαντική ταινία, και ειχαν επισημανθεί κάποιες μικρες ανακολουθίες στον καταλογο των 200 εκτελεσμένων, και πράγματι, οσο κι αν φαίνεται περίεργο -τελικά δεν νομίζω ότι ειναι περίεργο- η αλήθεια ειναι πως δεν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα για τα 200 ονόματα.

Ο φίλος μας ο Spiridione, που έχει προσφερει στο ιστολόγιο και άλλα άρθρα εξαιρετικής ποιότητας και τεκμηρίωσης, ενέκυψε στο ζήτημα, αντιπαρέβαλε τις πηγες και πρόσθεσε αρκετά βιογραφικά στοιχεία. Κάνω την αυτοκριτική μου που δεν μπόρεσα να συμβάλω κι εγώ στην προσθήκη στοιχείων.

Δεν θα πω περισσοτερα διότι η μελέτη του Spiridione εξ ορισμού είναι εκτενής -του δίνω τον λόγο, πρώτα ομως θέλω να σας παροτρύνω, όχι σήμερα αλλα σε βάθος χρόνου, όποτε βρίσκετε κάποιο στοιχείο για κάποιον από τους 200 του καταλόγου των εκτελεσμένων, να το προσθέτετε με σχόλιό σας, έτσι ώστε να σκιαγραφηθει η ζωή και των 200 ηρώων.

Οι 200 της Καισαριανής

Στον παρακάτω κατάλογο παρατίθενται τα ονόματα των 200 εκτελεσμένων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, όπως ακριβώς είναι χαραγμένα στο μνημείο, στο Θυσιαστήριο της Λευτεριάς, που ανεγέρθηκε το 2005. Ο κατάλογος είναι ίδιος, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις, με αυτόν που υπάρχει στο βιβλίο του Γιάννη Κουβά Σκοπευτήριο Καισαριανής, η ματωμένη καρδιά της Ελλάδας (2003). Ο Γ. Κουβάς, που ήταν και ένας απ’ τους υπεύθυνους στον Δήμο Καισαριανής για τη σύνταξη του καταλόγου, γράφει ότι μετά από μεγάλες προσπάθειες κατέληξε σε αυτά τα 200 ονόματα.

Πράγματι, ενώ θεωρείται βέβαιο ότι απ’ το στρατόπεδο Χαϊδαρίου εκείνη τη μέρα πήραν για εκτέλεση 200 κρατούμενους, δεν έχει εξακριβωθεί (φοβάμαι και μέχρι σήμερα) η ταυτότητα όλων των εκτελεσμένων. Η Μέλπω Αξιώτη, σ’ ένα μικρό βιβλιαράκι που εξέδωσε το 1945 με τίτλο Πρωτομαγιές, αναφέρει 122 ονόματα. Δεν μπόρεσε, γράφει, να βρει άλλα, γιατί οι Γερμανοί φεύγοντας έκαψαν τα αρχεία του στρατοπέδου. Η Ιωάννα Τσάτσου, στο βιβλίο της Εκτελεσθέντες επί Κατοχής, που εξέδωσε το 1947 με στοιχεία που πήρε από τα αρχεία της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αναφέρει τα ονόματα 93 από τους 200. Σε καταστάσεις αστυνομικών τμημάτων υπάρχουν περίπου 100 ονόματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βικιεγχειρήματα, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Κομμουνιστικό κίνημα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 121 Σχόλια »

Δυο ιστορίες με γραφειοκρατικό ενδιαφέρον (άλλη μια συνεργασία του Αλέξη)

Posted by sarant στο 23 Μαρτίου, 2018

Στο χτεσινό άρθρο φιλοξενήσαμε συνεργασία του φίλου μας του Αλέξη για ένα μνημείο στην Πρέβεζα. Όπως είχα γράψει χτες, ο Αλέξης μου είχε στείλει «Τρεις μικρές γλωσσικές ιστορίες», αλλά επειδή η πρώτη ιστορία ήταν εντελώς διαφορετική από τις αλλες δύο, αποφάσισα να χωρίσω τη συνεργασία του σε δύο μέρη: χτες είδαμε την πρώτη ιστορία, ενώ σήμερα τις άλλες δύο, που έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι επισημαίνουν δύο περιπτώσεις ασάφειας σε νομοθετικά κείμενα. Αν και στη δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει ασάφεια του νόμου αλλά κακή ερμηνεία και εφαρμογή από κάποιες υπηρεσίες.

Δίνω κατευθείαν τον λόγο στον Αλέξη -δικοί του και οι τίτλοι των επιμέρους ιστοριών.

Ιστορία 1 : Νόμος γραμμένος όχι απλά στο γόνατο αλλά …στην πλάτη του μπροστινού!

Ο νόμος 4061/2012 ρυθμίζει θέματα παραχώρησης δημοσίων εκτάσεων σε ιδιώτες για καλλιέργεια. Στο άρθρο 7 θεσπίζει μία διαδικασία εκμίσθωσης αγροτεμαχίων με ηλεκτρονικό διαγωνισμό. Σύμφωνα με αυτήν, το προς εκμίσθωση αγροτεμάχιο «αναρτάται» σε κάποια διαδικτυακή εφαρμογή του Υπουργείου και ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει ηλεκτρονικά αίτηση και μοριοδοτείται με κάποια κριτήρια. Έτσι λοιπόν το κριτήριο Α αναφέρει 3 περιπτώσεις που μοριοδοτούνται:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημόσιο, Δημόσιος τομέας, Νομικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 110 Σχόλια »

Ένα μνημείο στην Πρέβεζα (συνεργασία του Αλέξη)

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2018

Ο τίτλος ειναι δικός μου, αλλά όχι το άρθρο. Το έχει γράψει ο φίλος μας ο Αλέξης, στον οποίο το ιστολόγιο χρωστάει μερικά πολυ καλά άρθρα, όπως το περσινό πολιτικοδημοσιογραφικό κλισεδολόγιο, τη συλλογή ιστορικών λέξεων και φράσεων της μεταπολίτευσης, πριν από 4 χρόνια, και την ανασύσταση των Ομηρικών επών  το 2011.

Στην πραγματικότητα, μάλιστα, ο Αλέξης έστειλε «Τρεις μικρές γλωσσικές ιστορίες», αλλά δεδομένου ότι το συνολικό κείμενο ήταν κάπως μεγάλο, και κυρίως επειδή οι άλλες δυο ιστορίες είχαν διαφορετικό θέμα, αποφάσισα να χωρίσω τη συνεργασία του σε δύο μέρη και να παρουσιάσω σήμερα την πρώτη ιστορία και (πιθανότατα) αύριο τις άλλες δύο που αφορούν περιπου το ίδιο θέμα.

Προς το παρόν δεν λέω περισσότερα, αλλά θα σχολιάσω στο τέλος.

Ο Αλέξης μού έστειλε και την εξής φωτογραφία, από ένα μνημείο για το οποίο γίνεται λόγος στη συνέχεια. Βλέπουμε και την Πυροβολαρχία Πρεβέζης, που εχει απαθανατιστεί στο ποίημα του Καρυωτάκη.

Δίνω όμως τον λόγο στον Αλέξη:

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στερεότυπα των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας όταν μιλάνε για τους νέους είναι ότι οι σημερινοί νέοι «δεν είναι σαν αυτούς».  Σύμφωνα με το στερεότυπο  οι νέοι σήμερα δεν έχουν το ήθος, την παιδεία, το φιλότιμο, την εργατικότητα, την ευγένεια, τους τρόπους των παλιών.  Επειδή το στερεότυπο αντανακλά στην ουσία το χάσμα των γενεών, τη διαφορετικότητα στον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα ο πενηντάρης και ο εικοσάρης, αλλά ίσως βαθύτερα και τη νοσταλγία των μεγαλύτερων για τα παιδικά και τα εφηβικά τους χρόνια, είναι κάτι επαναλαμβανόμενο από γενιά σε γενιά, ένα «μότο» που όλες οι γενιές αναπαράγουν και μεταδίδουν. Αυτό που έλεγαν σ’ εμάς οι γονείς μας και που πιθανότατα το άκουγαν κι αυτοί ως νέοι, το λέμε εμείς σήμερα στα παιδιά μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 155 Σχόλια »

Αγαπητέ Αντονιόνι…, του Ρολάν Μπαρτ (συνεργασία της Αθανασίας Παπαδημητρίου)

Posted by sarant στο 4 Μαρτίου, 2018

Το ιστολόγιο δεν είναι σινεφίλ, έχει όμως φίλους που είναι. Παρουσιάζω σήμερα ένα σημαντικό κείμενο, που μου το έστειλε η φίλη Αθανασία Παπαδημητρίου, μια επιστολή του Ρολάν Μπαρτ προς τον σκηνοθέτη Μικελάντζελο Αντονιόνι.

Η επιστολή δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 1980 στο τεύχος 311 του περίφημου περιοδικού Cahiers du cinéma, λίγες εβδομάδες μετά τον αδόκητο θάνατο του Μπαρτ (τον παρέσυρε το φορτηγάκι ενός στεγνοκαθαριστηρίου ενώ βάδιζε). Στο τέλος, η μεταφράστρια παραθέτει και την απάντηση που είχε αρχίσει να γράφει ο Αντονιόνι όταν έμαθε τον θάνατο του Μπαρτ.

Το κείμενο υπάρχει μεταφρασμένο στο Διαδίκτυο, αλλά εδώ το παρουσιάζουμε εξαντλητικά σχολιασμένο, με σχόλια της μεταφράστριας που δεν θα τα βρείτε αλλού και που βοηθούν στην κατανόηση -μια πολύ σοβαρή δουλειά που θα άξιζε να εκδοθεί, πιστεύω.

Το πρωτότυπο, για όποιον θέλει, είναι εδώ.

Αγαπητέ Αντονιόνι,[1]

Στην τυπολογία του, ο Νίτσε[2] διακρίνει δύο τύπους: του ιερέα και του καλλιτέχνη. Από ιερείς σήμερα να φάν’ κι οι κότες: όχι μόνο όλων των θρησκειών, μα κι έξω απ’ αυτές. Αλλά από καλλιτέχνες;  Θα ήθελα, αγαπητέ Αντονιόνι, να μου επιτρέψετε για μια στιγμή να δανειστώ μερικά στοιχεία απ’ το έργο σας, στοιχεία  που θα μου επιτρέψουν να καθορίσω τις τρεις δυνάμεις ή, αν το προτιμάτε, τις τρεις αρετές που ορίζουν τον  καλλιτέχνη. Τις αναφέρω ευθύς αμέσως: η ενάργεια, η σοφία και η πιο παράδοξη όλων, η τρωτότητα.

Σε αντίθεση με τον ιερέα, ο καλλιτέχνης ξαφνιάζεται και θαυμάζει· η ματιά του μπορεί να εμπεριέχει κριτική αλλά δεν είναι καταγγελτική. Ο καλλιτέχνης δεν νιώθει πικρία. Επειδή ακριβώς είστε  καλλιτέχνης, το έργο σας είναι ανοιχτό στη Νεωτερικότητα. Οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται τη Νεωτερικότητα σαν ένα πολεμικό λάβαρο ενάντια στον παλιό κόσμο και στις παρωχημένες αρχές του. Για σας όμως δεν αποτελεί το στατικό όρο μιας εύκολης αντιπαράθεσης αλλά αντιθέτως μια ενεργή δυσκολία ν’ ακολουθήσετε τις αλλαγές του Χρόνου, όχι πια στο επίπεδο της επίσημης Ιστορίας, αλλά στο εσωτερικό αυτής της ταπεινής Ιστορίας όπου η ύπαρξη του καθενός από μας συνιστά το μέτρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Κινηματογράφος, Συνεργασίες, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , | 71 Σχόλια »