Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Συνεργασίες’ Category

Ο «Πειραιώτης» (αφήγημα του Γιάννη Μαλλιαρού)

Posted by sarant στο 29 Μαΐου, 2020

Τις προάλλες, στο άρθρο για τις Ταβέρνες και τα εστιατόρια, σε κάποιο σχόλιο, ο φίλος μας ο Γιάννης θυμήθηκε ένα ταβερνάκι και συνέχισε: Επίσης ένα παρόμοιο υπήρχε το ’85 στην Ευαγγελιστρίας στον Πειραιά. Τώρα, πώς το ξέρω και πώς το θυμάμαι είναι ολόκληρη ιστορία που ανάγεται στην εποχή που δούλευα κούριερ. Δεν την έχω γράψει, άρα να κάτσω να τη γράψω κι αυτή. Όλο αφάλες ανοίγεις Νικοκύρη!

Οπότε, ζήτησα απο τον Γιάννη (που βέβαια έχει και δικό του ιστότοπο) να γράψει την ιστορία για το ιστολόγιο. Την έγραψε, και τη δημοσιεύω στο σημερινό μας άρθρο.

Υπάρχει όμως και άρθρο μέσα στο άρθρο, ή ίσως γύρω από το άρθρο, αφού ο Γιάννης έγραψε το αφήγημά του με υπαγόρευση, με φωνητική πληκτρολόγηση και προτάσσει στο αφήγημά του λίγα λόγια για το πώς το έγραψε, από καθαρά τεχνική πλευρά εννοώ. Κι επειδή κι αυτό το θεμα με ενδιαφέρει, βάζω στο τέλος ένα δικό μου σχόλιο.

Ο «Πειραιώτης»

Τη φωνητική πληκτρολόγηση την είχα δοκιμάσει το 2012, την εποχή που πήγαινα στο Άουγκσμπουργκ, μέσα στο τρένο. Το προσπαθούσα για το παλιό το blog, να «γράψω»τα κείμενα φωνητικά. Δοκίμασα μια-δυο φορές αλλά το αποτέλεσμα ήταν μάλλον φτωχό. Έτσι το εγκατέλειψα το εγχείρημα. Δεν το ξανά δοκίμασα μέχρι πρόσφατα. Αυτό είναι το τρίτο κείμενο που γράφεται έτσι. Το πρώτο ήταν αυτό με την ιστορία στη level Λέβερ. Το δεύτερο είναι το κείμενο που ακολουθεί και δημοσιεύει σήμερα ο φιλόξενος Νικοκύρης. Απίθανα εύκολα. απίθανα γρήγορα αν και σίγουρα μετά χρειάζεται κάποιο χτένισμα, κάποια επεξεργασία Και γιατί η αναγνώριση δεν είναι 100% σωστή και γιατί ωραίος ο ρέον λόγος είναι διαφορετικός από τον γραπτό. Υπάρχουν κομπιάσματα, υπάρχουν επαναλήψεις, υπάρχουν αλλαγές στην πορεία καθώς λες κάτι, καθώς το υπαγορεύεις της, αλλά όλα αυτά δεν παύουν να δίνουν ένα κείμενο πολύ καλό. Το βλέπετε πώς είναι κι αν το δω στο δώσω χωρίς καθόλου επεξεργασία, θα γίνει ακόμα πιο κατανοητό Πόσο έχει προχωρήσει η διαδικασία της αυτόματης αναγνώρισης και μετατροπής της φωνής σε κείμενο! Το μόνο είναι ότι για να λειτουργήσει για η αναγνώριση σωστά χρειάζεται σύνδεση στο ίντερνετ. Γιατί η φωνή μου στέλνετεαι στα κεντρικά της Google και επιστρέφει σαν κείμενο. ο Που σημαίνει βέβαια ότι ό,τι λέμε ελέγχεται και αναλύεται όπως θέλει και όπως νομίζει η Google!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Συνεργασίες, Τεχνολογία | Με ετικέτα: , , , , | 100 Σχόλια »

Το ποδόσφαιρο που παίζεται με τα χέρια (μια συνεργασία του Σταύρου Παύλου)

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2020

Με χαρά δημοσιεύω σήμερα ένα ακόμα άρθρο της σειράς «Εξωτικά αθλήματα», γραμμένο και αυτό από τον φίλο μας τον Σταύρο, στον οποίο χρωστάμε και τα δυο προηγούμενα άρθρα, για το σνούκερ και για το μπέιζμπολ. (Είχε προηγηθεί ένα δικό μου άρθρο για το ράγκμπι).

Θα πείτε, αθλήματα στην εποχή της πανδημίας; Πράγματι, η αγωνιστική δραστηριότητα έχει σταματήσει και για το φούτμπολ, όπως και για το κανονικό ποδόσφαιρο. Αυτός ήταν ο ενδοιασμός του Σταύρου όταν μου έστειλε το άρθρο πριν από κανένα μήνα. Αφού όμως σιγά σιγά οι δραστηριότητες που είχαν ανασταλεί ξαναρχίζουν και γίνεται λόγος να ξαναρχισουν και (κάποιες) αθλητικές δραστηριότητες, έκρινα πως η δημοσίευση σήμερα δεν θα ήταν άτοπη -χώρια που, έτσι κι αλλιώς, πρόκειται για εξωτικό άθλημα.

Εγώ από το άθλημα δεν σκαμπάζω, οπότε δεν έχω τίποτ’ άλλο να προσθέσω. Δίνω τη σκυτάλη στον Σταύρο.

Να πω μόνο ότι με τη σημερινή δημοσίευση ο Σταύρος εξάντλησε το στοκ των εξωτικών αθλημάτων που ξέρει καλά. Αν κάποιος ξέρει και θέλει να γράψει για το κρίκετ ή για κάποιο άλλο άθλημα εξίσου διαδεδομένο σε άλλες χώρες αλλ’άγνωστο στα καθ’ ημάς, είναι καλοδεχούμενος.

Το ποδόσφαιρο που παίζεται με τα χέρια

Ο τίτλος ασφαλώς προκαλεί απορίες. Πώς είναι δυνατόν ένα παιχνίδι που παίζεται με τα χέρια να ονομάζεται ποδόσφαιρο; Τα συνθετικά της λέξης «ποδόσφαιρο» υποδηλώνουν το παίξιμο μιας μπάλας (σφαίρας) με τα πόδια. Κι όμως υπάρχει παιχνίδι που ονομάζεται football, δηλαδή ποδόσφαιρο, και παίζεται σχεδόν αποκλειστικά με τα χέρια. Πρόκειται για το American football ή απλώς football για τους Αμερικανούς. Αυτό το παιχνίδι δεν έχει καμία σχέση με αυτό που εμείς λέμε ποδόσφαιρο και οι Βρετανοί football. Οι Αμερικανοί το κανονικό ποδόσφαιρο το λένε soccer. Για το παιχνίδι που θα παρουσιάσω παρακάτω θα χρησιμοποιώ το όνομα φούτμπολ αμετάφραστο, ώστε να το διακρίνω από το ποδόσφαιρο, αλλά κυρίως επειδή υπάρχουν και όρια στο τι μπορεί να αποκληθεί ποδόσφαιρο.

To συγκεκριμένο παιχνίδι κληρονόμησε το όνομα φούτμπολ από το ράγκμπι, από το οποίο προέκυψε και εξελίχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Το ράγκμπι ονομαζόταν τότε Rugby football (σε αντιδιαστολή με το ποδόσφαιρο που ονομαζόταν και ονομάζεται Association football) και οι κανόνες του προέβλεπαν μεγαλύτερη χρήση των ποδιών απ’ ό,τι σήμερα. Σταδιακά οι κανόνες του ράγκμπι τροποποιήθηκαν, η λέξη football αφαιρέθηκε από την ονομασία του και έτσι έμεινε η διαμάχη για το τι είναι το football να αποτελεί μια ακόμα διαφωνία ανάμεσα σε τόσες άλλες μεταξύ Βρετανών και Αμερικανών.

Από το ράγκμπι, εκτός από το αμερικανικό φούτμπολ, προέκυψε και μία άλλη εκδοχή του φούτμπολ, η οποία εξελίχθηκε παράλληλα και έχει παρόμοιους κανόνες αλλά και κάποιες σημαντικές διαφορές: το καναδικό φούτμπολ. Μια γενική ονομασία που περιλαμβάνει αυτές τις δύο παραλλαγές είναι gridiron football. Στα αγγλικά gridiron σημαίνει σχάρα και η ονομασία οφείλεται στο ότι το γήπεδο του φούτμπολ θυμίζει σχάρα με τις παράλληλες γραμμές που είναι χαραγμένες κάθε πέντε γιάρδες (1 γιάρδα = 0,914 μέτρα). Στην εικόνα φαίνεται ένα σχεδιάγραμμα του γηπέδου του αμερικανικού φούτμπολ. Παρόμοιο με κάποιες διαφορές είναι και το γήπεδο του καναδικού φούτμπολ.

Το καναδικό φούτμπολ είναι ελάχιστα γνωστό έξω από τον Καναδά. Από την άλλη, το αμερικανικό φούτμπολ, εκτός του ότι είναι το δημοφιλέστερο από όλα τα σπορ στις ΗΠΑ, έχει φίλους και σε πολλές άλλες χώρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Αθλήματα, Αμερική, Ηνωμένες Πολιτείες, Κινηματογράφος, Ορολογία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 97 Σχόλια »

Από τον Χάντακα στα νησιά Λοφότεν, το στοκοφίσι (μια συνεργασία του Ρογήρου)

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2020

Το σημερινό σημείωμα βασίζεται σε ένα άρθρο που δημοσίευσε στο Φέισμπουκ ο φίλος μας ο Ρογήρος. Το διάβασα, μου άρεσε, και πάνω στη συζήτηση ένας άλλος φίλος έκανε ένα σχόλιο που μου έδωσε πάσα, οπότε έτσι γεννήθηκε το σημερινό άρθρο, συλλογικό προϊόν να πούμε. Αλλά τα πρωτεία ανήκουν στον Ρογήρο.

Γεννημένος κατά πάσα πιθανότητα λίγα χρόνια πριν από το 1400, ο Πέτρος Κουερίνι ήταν παιδί μιας από τις πλέον επιφανείς οικογένειες της ενετικής αριστοκρατίας. Για χρόνια ήταν εγκατεστημένος στον Χάνδακα της Κρήτης, μια και, εκτός των άλλων, ήταν άρχοντας των Δαφνών και του Τεμένους (τότε Καστέλ Τέμινι, επί τουρκοκρατίας Κανλί Καστέλι, σήμερα Προφήτης Ηλίας). Τα φέουδά του παρήγαν κυρίως το γλυκό κρασί που έμεινε γνωστό με την ονομασία Μαλβαζία.

Στις 25 Απριλίου 1431, ο Πέτρος σάλπαρε από τον Χάνδακα με το πλοίο του, την Κουερίνα. Το πλοίο ήταν φορτωμένο με 800 βαρέλια μαλβαζία, μπαχαρικά, βαμβάκι, κερί και στυπτηρία. Συγκυβερνήτες του Κουερίνι ήταν ο Νικόλαος Ντε Μικέλ κι ο Χριστόφορος Φιοραβάντε. Το πλοίο είχε ως προορισμό του ταξιδιού του τα πλούσια λιμάνια της Φλάνδρας όπου ο Κουερίνι θα διέθετε τα προϊόντα του φορτίου.

Όσο το πλοίο έπλεε στη Μεσόγειο, το ταξίδι δεν επεφύλασσε απρόοπτα. Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν στον Ατλαντικό. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1431, ενώ η Κουερίνα έπλεε ανοιχτά των ακτών της Γαλικίας, καταιγίδες και σφοδροί άνεμοι έβγαλαν το σκάφος από την πορεία του. Τα θαλάσσια ρεύματα παρέσυραν το πλοίο μακριά στον Βορρά, πέρα από τον Αρκτικό Κύκλο. Τον Δεκέμβριο το πλοίο ναυάγησε. Το πλήρωμα χωρίστηκε σε δύο ομάδες και η καθεμία ξεκίνησε στη λέμβο της αναζητώντας τη σωτηρία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ενετοκρατία, Κρήτη, Συνεργασίες, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 187 Σχόλια »

Το μπιλιάρδο που το λένε σνούκερ (μια συνεργασία του Σταύρου Παύλου)

Posted by sarant στο 30 Ιανουαρίου, 2020

Με χαρά δημοσιεύω σήμερα ένα ακόμα άρθρο της σειράς «Εξωτικά αθλήματα», γραμμένο και αυτό από τον φίλο μας τον Σταύρο, στον οποίο χρωστάμε και το προηγούμενο άρθρο που αφορούσε το μπέιζμπολ. (Είχε προηγηθεί ένα δικό μου άρθρο για το ράγκμπι).

Το άρθρο είναι πληρέστατο -μέχρι και ασκήσεις έχει στο τέλος! Δεν έχω τίποτα να προσθέσω, διότι δεν σκαμπάζω και πολλά από το άθλημα, οπότε παραδίδω την σκυτάλη στον Σταύρο.

Να πω μόνο ότι ο φίλος μας ο Σταύρος δήλωσε πρόθυμος να γράψει και άλλο ένα άρθρο, για το αμερικάνικο φούτμπολ. Αν κανεις ξέρει και θέλει να γράψει για το κρίκετ ή για κάποιο άλλο άθλημα εξίσου διαδεδομένο σε άλλες χώρες αλλ’άγνωστο στα καθ’ ημάς, είναι καλοδεχούμενος.

Το μπιλιάρδο που το λένε σνούκερ

Όλοι λίγο-πολύ έχουν μια ιδέα τι είναι το μπιλιάρδο. Κι αν δεν έχουν παίξει, θα το έχουν δει τουλάχιστον στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο. Πρόκειται για ένα παιχνίδι που παίζεται πάνω σε ένα τραπέζι καλυμμένο με πράσινη συνήθως τσόχα και στο οποίο ο παίκτης χτυπάει μια μπάλα (μπάλα της στέκας, cue ball) με την μύτη της στέκας και αυτή συγκρούεται με άλλες μπάλες. Υπάρχει ένας αρκετά μεγάλος αριθμός παιχνιδιών και παραλλαγών τους, που εμπίπτουν σε αυτήν την πολύ γενική περιγραφή. Μπορούμε να τα κατατάξουμε σε δύο βασικές κατηγορίες:

1. Εκείνα που παίζονται σε τραπέζι χωρίς τρύπες στην περίμετρό του και που ο στόχος του παίκτη είναι να πετύχει καραμπόλες, δηλαδή να χτυπήσει με την μπάλα της στέκας τις άλλες (δύο συνήθως) μπάλες.
2. Εκείνα που παίζονται σε τραπέζι με τρύπες στην περίμετρό του και που ο στόχος του παίκτη είναι να ρίξει σε οποιαδήποτε από τις τρύπες την μια μπάλα μετά την άλλη χτυπώντας τις με την μπάλα της στέκας με συγκεκριμένη σειρά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 147 Σχόλια »

Γιατί οι Νεοέλληνες αρνούνται τόσο επίμονα τη θεωρία της αρχαιοελληνικής τονικής προφοράς; (μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 20 Ιανουαρίου, 2020

Συνεχίζουμε και στην καινούργια χρονιά τις δημοσιεύσεις των συνεργασιών του γλωσσολόγου και φίλου Νίκου Νικολάου, με ένα θέμα που μας έχει απασχολήσει κι άλλη φορά στο ιστολόγιο -την προφορά των αρχαίων Ελλήνων και κατά πόσο διέφερε από τη δική μας. Θυμίζω πως παρόμοιο θέμα, αλλά από εντελώς άλλη οπτική γωνία, είχε και η προηγούμενη συνεργασία του Νικολάου που δημοσιεύσαμε.

Δεν χρειάζεται να πω πολλά ως εισαγωγή, δίνω τον λόγο στον Νικολάου και στο τέλος παραθέτω κατάλογο με όλες τις προηγούμενες συνεργασίες του στο ιστολόγιο.

Αρχική δημοσίευση εδώ.

Η σωστή απάντηση στο ερώτημα είναι αυτή του Δημήτρη Αλμυράντη, που αναλύει τα κίνητρα και τις αγχώσεις που υποκινούν τέτοιες αντιδράσεις:

Για να καταλάβει κανείς την αντίδραση αυτή, δεν μπορείς να την θεωρήσεις ανάλογη στο «οι αγγλόφωνοι δεν αναγνωρίζουν την παλαιοαγγλική προφορά», όπως είπαν άλλοι. Η αντίδραση έχει τις καταβολές της εξ ολοκλήρου στη διαμόρφωση του σύγχρονου νεοελληνικού πολιτισμού. Τα θεμέλια της μεταοθωμανικής ελληνικής υψηλής κουλτούρας βασίζονται σε δυτικούς και ντόπιους «διαφωτιστές», που κατέβηκαν και μας είπαν πως όλα όσα κάναμε τα τελευταία 2000 χρόνια ήταν στραβά, και πως έπρεπε να γυρίσουμε το ρολόι πίσω. Δέστε για παράδειγμα τι έκαναν στην Ακρόπολη. Για πάνω από 3/4 της ύπαρξης του ελληνικού κράτους, κάναμε τις επίσημές μας συνδιαλλαγές, και για αρκετά χρόνια και τη λογοτεχνία μας, στην καθαρεύουσα, ένα αμάλγαμα της κακιάς ώρας της αρχαίας και της νέας ελληνικής.

Όταν ο καλοπροαίρετος Ερασμιακός σοφός μας λέει, «οι πρόγονοί σας αλλιώς τα προφέρανε», ο έλληνας ακούει «εσείς οι μπασταρδεμένοι σλαβότουρκοι δεν θα γίνετε βέροι έλληνες μέχρι να ανακτήσετε όλα όσα έκαναν οι αρχαίοι» (εδώ γαρ είναι Βαλκάνια). Για τους έλληνες, το «έτσι έκαναν οι αρχαίοι» σημαίνει ούτε λίγο ούτε πολύ «έτσι είναι το Καλό, το Εθνικό, και το Σωστό.» Το να δεχτούμε πως δεν προφέρουμε τη γλώσσα μας «σωστά», ή έστω και να δεχτούμε διαχωρισμό της αρχαίας και της νέας γλώσσας, είναι φερμπότεν. Ακόμα και αν δεν το εκφράσει κανείς τόσο καυστικά όσο στο σεντόνι αυτό που γράφω, το πολιτιστικό ταμπού παραμένει παντού.

Για να καταλήξω, η απάντησή μου στο ερασμιακό σύστημα είναι πως «δοκίμασαν καλύτεροι» και δεν τα κατάφεραν να τρυπώσουν στο κλειστό κιβώτιο της νεοελληνικής νοοτροπίας. Δεν περιμένω να φτουρήσει η συγκεκριμένη ιδέα, με όλες της τις αδυναμίες: παρά τα ενδεχόμενα προτερήματα μιας πραγματικής αναμόρφωσης της αντιμετώπισης και από τα δύο μέτωπα της προφοράς της αρχαίας, το αποτέλεσμα θα ήταν οι Ερασμιακές ανοησίες να φορτωθούν στο ήδη επαρμένο Ελληνικό πανεπιστημειακό τομέα. Όπως είπαν κι άλλοι: παρατάτε τη γλώσσα μας. Σάματι τα καταφέρνετε πια και σεις τόσο καλύτερα;

Προσπέρασα αρχικά το ερώτημα αυτό, αλλά μόλις με ρώτησε εκτός ιστοτόπου χρήστης που ανέφερε τη διαφορά στο πώς αντιδρούν οι έλληνες με τους κινέζους και τους ιταλούς. Υπάρχουν συγκεκριμένοι γλωσσικοί και πολιτιστικοί παράγοντες, που προκαλούν μια τέτοια εκνευρισμένη απόρριψη της ανασύστασης της αρχαίας προφοράς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Γενικά γλωσσικά, Γλώσσες, Συγκριτικά γλωσσικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 157 Σχόλια »

Η μηχανή σταματά (του Όλιβερ Σακς, μια συνεργασία της Αγάπης Νταϊφά)

Posted by sarant στο 12 Ιανουαρίου, 2020

Κυριακή σήμερα, μέρα λογοτεχνίας, αλλά θα κάνουμε μιαν εξαίρεση και θα διαβάσουμε ένα δοκίμιο -από έναν πολυδιαβασμένο συγγραφέα, το οποίο επιπλέον δανείζεται τον τίτλο -και εν μέρει το θέμα- από ένα κλασικό διήγημα επιστημονικής φαντασίας και μάλιστα αρκετά παλιό για το είδος, το The Machine Stops του Ε.Μ.Φόρστερ (1909).

Η φίλη μας η Αγάπη Νταϊφά είχε την καλοσύνη να μεταφράσει το δοκίμιο του Σακς και να γράψει μια σύντομη εισαγωγή. Επαγγελματικό κουσούρι, έκανα κάποιες αλλαγές στο κείμενό της. Να πούμε ότι το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νιου Γιόρκερ τον Φεβρουάριο του 2019, δηλαδή μετά τον θάνατο του Σακς.

Να πω ότι το δοκίμιο του Σακς έχει τον ίδιο τίτλο με το διήγημα του Φόρστερ: The Machine Stops. Το διήγημα είχε αρχικά μεταφραστεί στην Ελλάδα με τον τίτλο «Η μηχανή σταμάτησε» αλλά στη συνέχεια εκδόθηκε και ως «Η μηχανή σταματά».

(Η Αγάπη προτιμά να γράφει Σαξ, και μάλλον έχει δίκιο, εγώ για κάποιο λόγο προτίμησα το (συχνότερο, διότι αντιγράφει το αγγλικό) Σακς).

Εισαγωγή

Ο Όλιβερ Σαξ     (Oliver Sacks, 9 July 1933 – 30 August 2015), πολυπράγμων και ντροπαλός άνθρωπος, υπήρξε νευρολόγος, φυσιοδίφης, ιστορικός τών επιστημών, συγγραφέας και μουσικός.  Αν και γεννήθηκε στην Αγγλία, σπούδασε εν μέρει και έκανε καριέρα στις ΗΠΑ. Τον ξέρουμε από αρκετά βιβλία του που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα, όπου κυρίως περιγράφει και αναλύει εκλαϊκευμένα περιπτώσεις ασθενών του. Μερικά από τα έργα του διασκευάστηκαν για το θέατρο, τον κινηματογράφο, το μπαλέτο και την όπερα και η βιογραφία του έγινε ταινία – με στοιχεία από το βιβλίο του Ξυπνήματα – με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς και τον Ρόμπερτ ντε  Νίρο.

Έχει βραβευτεί αμέτρητες φορές ως νευρολόγος – ερευνητής αλλά και ως μουσικός και αθλητής.

Στη συλλογή άρθρων του που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του ένα κείμενο ξεκινά – όπως τα περισσότερα που έγραψε – από μια προσωπική εμπειρεια για να φτάσει στην αγωνία του για την αγνωσία που προκαλεί η εμμονή με τις νέες τεχνολογίες.

Για να εκφράσει την ανησυχία του, ο Σαξ περνά από αρκετά κλασικά κείμενα με σαφή αφετηρία το διήγημα τού Ε.Μ. Φόρστερ «Η Μηχανή Σταμάτησε», που νομίζω πως είναι εκτός εμπορίου πλέον στην ελληνική αγορά

Από το οπισθόφυλλο τού αντίτυπου που έχω αντιγράφω: «Οι άνθρωποι ζουν σε ένα υπόγειο σύστημα ανώτερης τεχνητής νοημοσύνης, τη Μηχανή. Συμβιώνουν αρμονικά μαζί της, διάγουν έναν αυτοματοποιημένο και προσομοιωμένο βίο και αντλούν όλα τα νοήματα από αυτήν. Οι προηγούμενοι πολιτισμοί έχουν, κατά τα φαινόμενα, εκλείψει. Μοναδικός πολιτισμός, μοναδική θρησκεία, μοναδική αλήθεια είναι πλέον η Μηχανή και όσα εμπεριέχει το Βιβλίο της. Οι κάτοικοι της Μηχανής έχουν εξασφαλισμένα τα πάντα: είναι άτρωτοι από τους εξωτερικούς κινδύνους, τους παρέχεται σχεδόν ό, τι επιθυμούν, ζουν σε μια αταξική κοινωνία όντας ίσοι, δεν πονούν και, όταν πονέσουν, ζητούν και συνήθως τους χαρίζεται η ευθανασία.» Ένας νέος, όμως, ανακαλύπτει πως η Μηχανή καταρρέει, άρα ο κόσμος τους θα  διαλυθεί. Έχει καταφέρει, όμως, να ανακαλύψει πως στην επιφάνεια τής γης υπάρχουν ακόμα ελάχιστοι άνθρωποι. Προσπαθεί να πείσει τη μητέρα του – την οποία έχει να δει από τότε που γεννήθηκε: έτσι συνηθίζεται στον κόσμο τους – να ενωθούν μαζί τους αλλά δέν προλαβαίνουν: η Μηχανή και όλος ο κοσμος τους τσακίζεται.

 

Η Μηχανή Σταματά

Του Όλιβερ Σαξ

4 Φεβρουαρίου 2019

Ο νευρολόγος μιλά για ατμομηχανές, έξυπνα κινητά και για τον φόβο του σχετικά με το μέλλον

Η αγαπημένη μου θεία, η  Λεν, όταν πέρασε τα ογδόντα, μού έλεγε πως δέν είχε μεγάλη δυσκολία να προσαρμοστεί σε όσα ήταν καινούρια στη ζωή της –  τα αεροπλάνα, τα ταξίδια στο διάστημα, το πλαστικό και τα λοιπά – αλλά πως δέν μπορούσε να συνηθίσει στην εξαφάνιση τών παλιών. «Πού εξαφανίστηκαν τα άλογα;» έλεγε μερικές φορές.

Είχε γεννηθεί το 1892 και είχε μεγαλώσει σ’ ένα Λονδίνο γεμάτο άμαξες και άλογα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστημονικά, Επιστημονική φαντασία, Κοινωνία, Μελλοντολογικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 143 Σχόλια »

Ως – σαν και δημοτική γλώσσα (μια συνεργασία του Πέτρου Π.)

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2020

Ο φίλος του ιστολογίου Πέτρος Π. μού έστειλε μια μελέτη του για τη γλώσσα, από την οποία διάλεξε ένα απόσπασμα με αρκετή αυτοτέλεια που μπορεί να δημοσιευτεί ως άρθρο στο ιστολόγιο. Το θέμα είναι η δημοτικη και η (νεο)καθαρεύουσα, με ειδική αναφορά στο δίλημμα «ως» ή «σαν».

Παρόμοια επιχειρήματα έχω κι εγώ αναπτύξει στο ιστολόγιο, τα έχει γράψει και ο φίλος Γιάννης Χάρης στη στήλη του, αλλά ασφαλώς είναι χρήσιμο να επαναλαμβάνονται κάποια πράγματα τονισμένα από διαφορετική οπτική γωνία.

Δίνω τον λόγο στον Πέτρο Π. και στο τέλος λέω κι εγώ δυο πράγματα.

Ως – σαν και δημοτική γλώσσα

Αν και η καθαρεύουσα υπήρξε αντίπαλος της δημοτικής γλώσσας για περίπου ενάμιση αιώνα από την ίδρυση του (νεο)ελληνικού κράτους, ο σύγχρονος καθαρευουσιανισμός είναι πιο επικίνδυνος γιατί σε διάκριση με την καθαρεύουσα που ήταν μια γλώσσα απέναντι στην δημοτική, αυτός, η νέα καθαρεύουσα, τουλάχιστον μέχρι το σημερινό στάδιο εξέλιξής της, είναι ένα εχθρικό γλωσσικό ρεύμα που δρα μέσα στους κόλπους της δημοτικής, με τυπικά αναγνωρισμένη επίσημη γλώσσα την δημοτική.

Και γιατί ακόμη δρα σε διαφορετικό έδαφος. Παλιά πολλοί δημοτικιστές και κυρίως η αριστερά έλεγαν πως η καθαρεύουσα επιβάλλεται για να μείνει αμόρφωτος ο λαός. Ο λαός πράγματι όσο λιγότερο μορφωμένος ήτανε τόσο πιο ξένη αισθανόταν την καθαρεύουσα. Ταυτόχρονα όμως αυτή δεν μπορούσε να διεισδύσει και να επιδράσει στην λαϊκή γλώσσα. Σήμερα που η γενική παιδεία έχει διαδοθεί και τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ κυριαρχούν, το τι διδάσκεται στα  σχολεία και το πώς μιλάει η τηλεόραση παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην διαμόρφωση του γλωσσικού αισθήματος και αν αυτή η διδασκαλία και τα τηλεοπτικά ακούσματα περιέχουν στοιχεία ξένα προς την δημοτική και ακόμη ξένα προς την ελληνική γλώσσα γενικά, και πολύ περισσότερο όταν τα στοιχεία αυτά πληθαίνουν, συντελούν στην παραφθορά της λαϊκής γλώσσας, στην αποξένωση του λαού από την ίδια του την γλώσσα. Σήμερα που η τηλεόραση κυριαρχεί σαν το βασικό μέσο ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, έχει γίνει ο κύριος μαζικός προπαγανδιστής του συμφέροντος, των επιδιώξεων και των γούστων της κυρίαρχης τάξης όχι μόνον ως προς το περιεχόμενο αλλά και ως προς τον τρόπο έκφρασης γενικά και της γλωσσικής έκφρασης ειδικά.

Εδώ θα εξεταστεί η χρήση ενός μονάχα διττού λεκτικού όρου, του ως/σαν, στο πεδίο που και οι δυο μορφές του διεκδικούν την ίδια χρήση. Ποσοτικά, στο σύνολο των λέξεων, η βαρύτητα του όρου φαίνεται απειροελάχιστη. Όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Από ποσοτική άποψη σημασία έχει η μέση συχνότητα χρήσης του και θα ήταν χρήσιμο να γινόταν μια εκτίμηση αυτής. Από ποιοτική άποψη σημασία έχουν άλλα στοιχεία που ξεκινούν από την γλώσσα και πηγαίνουν πέρα απ’ αυτήν. Και αυτά τα στοιχεία εδώ υπάρχουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Νεοκαθαρεύουσα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 186 Σχόλια »

Σιφνέικες ρίμες, ένα παράδειγμα (Μια συνεργασία από το Κουτρούφι)

Posted by sarant στο 5 Ιανουαρίου, 2020

Ο φίλος μας το Κουτρούφι μού έστειλε προχτές μια συνεργασία για τις σιφνέικες ρίμες, τα αυτοσχέδια λαϊκά δίστιχα που συνηθίζονται στη Σίφνο. Αυτή είναι η δεύτερη συνεργασία του -πρόπερσι είχαμε διαβάσει το άρθρο του για τη σιφνέικη ντοπιολαλιά.

Στο μέιλ που συνόδευε την επιστολή, το Κουτρούφι παρατηρεί: Για ένα Σιφνιό αναγνώστη που γνωρίζει πρόσωπα, καταστάσεις και την μορφολογία του τοπίου, ενδεχομένως, δεν χρειάζονται πολλές επεξηγήσεις. Το πιο σημαντικό, επειδή οι ρίμες αυτές είναι σατιρικές, για έναν τέτοιο αναγνώστη, το γέλιο βγαίνει αβίαστα. Ειλικρινά, έχω την απορία για την εντύπωση που δημιουργούν σε κάποιον που δεν είναι γνώστης των καταστάσεων. Στο κείμενο έχω συμπεριλάβει και κάποιες πληροφορίες για να βοηθηθεί ένας τέτοιος αναγνώστης. Δεν βάζω μόνο τους μη Σιφνιούς.

Συμπεριλαμβάνω και τους Σιφνιούς που είναι νεότεροι από 50 χρονών και δεν έχουν γνωρίσει τα πρόσωπα τα οποία πρωταγωνιστούν. Εγώ π.χ. δεν γνώρισα τον αφηγητή. Τους άλλους πρωταγωνιστές τους ήξερα. Ήταν γείτονές μου στον Αρτεμώνα αλλά και πάλι τους γνώρισα σε μεγάλη ηλικία και δεν μπορώ να τους φανταστώ να κάνουν αυτά που περιγράφονται.
Επίσης σημαντική παράμετρος είναι ότι περιγράφεται μια διαδρομή η οποία μέχρι πριν 30-35 χρόνια περίπου γινόταν σε κακοτράχαλο μονοπάτι. Εδώ και κάποιες δεκαετίες υπάρχει άνετος ασφαλτωμένος δρόμος και η διαδρομή με το αυτοκίνητο γίνεται μέσα σε 15 λεπτά. Έτσι οι νεότεροι Σιφνιοί δεν μπορούν να σκεφτούν τις δυσκολίες της πεζοπορίας που περιγράφονται στις ρίμες

 

ΣΙΦΝΕΙΚΕΣ ΡΙΜΕΣ. ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ.

Οι ρίμες είναι έμμετρα λαϊκά αφηγήματα. Η ιστορία τους, η θέση τους στο γενικότερο πλαίσιο της Δημοτικής Ποίησης και η αξία τους έχουν μελετηθεί και μελετιούνται από ειδικούς. Άρθρα και μελέτες υπάρχουν μπόλικα. Όπως και σε όλο το νησιωτικό χώρο έτσι και στη Σίφνο υπάρχει η συνήθεια αυτή. Αφορμή για να γραφτούν ρίμες μπορεί να δίνονται από την επικαιρότητα, όχι μόνο την ντόπια αλλά και την ευρύτερη (εθνική ή διεθνής). Άλλοτε οι ρίμες έχουν σατιρική διάθεση και άλλοτε έχουν χαρακτήρα προβληματισμού. Πολύ συχνά όμως, γράφονται για να σατιρίσουν, να χλευάσουν και καμιά φορά να λοιδορήσουν περιστατικά και πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, ο Σιφνιός, μεταξύ σοβαρού και αστείου, είναι προσεκτικός σε ό,τι επιχειρεί ώστε να μην αποτύχει και «του βγάλουνε ρίμες».

Οι σιφνέικες ρίμες γράφονται συνήθως στη γνωστή μορφή των δεκαπεντασύλλαβων ιαμβικών ομοιοκατάληκτων διστίχων:

Και το Μανώ της Μπαζανιάς θέλει μεγάλη ρίμα
που αγαπάει το Ρηνιώ και τα πηγαίνουν πρίμα

Πολύ συχνά όμως γράφονται και σε μορφή τετράστιχων όπου ο κάθε στίχος είναι οκτασύλλαβος. Οι δύο πρώτοι είναι ιαμβικοί ενώ οι δύο τελευταίοι είναι τροχαϊκοί. Ακολουθείται ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία.

Γροικάτε νέα του χωριού,
πίσω στου Κου του Προυνιδιού
τι του κάναν ένα βράδυ
οι καλοί του οι καμαράδοι

Η συγκεκριμένη μορφή είναι αυτή στην οποία γράφονται τα σιφνέικα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Κατά κάποιο τρόπο, αρκετά τέτοια κάλαντα που φτιάχνονται κάθε χρόνο μπορούν να χαρακτηριστούν σαν ρίμες με την έννοια ότι σε αυτά κυριαρχεί σχολιασμός της επικαιρότητας. Π.χ. όταν άλλαξε το νόμισμα από τη δραχμή στο ευρώ (2002) αρκετά κάλαντα της χρονιάς εκείνης σχολίαζαν (άλλοτε σατιρικά, άλλοτε με προβληματισμό) την αλλαγή αυτή.

Παλαιότερα, χρησιμοποιούνταν και άλλα μέτρα τα οποία πολλές φορές προσαρμόζονταν σε υπάρχοντες σκοπούς ή τραγούδια.

Στ’ Αη Μαρκουριού τη μάντρα μες στην ξυλοκερατιά
ήταν ο γαμπρός κρυμμένος και δεν τονε βρίσκαν πια

Εδώ, παραθέτω ένα μακροσκελές (58 στροφές) παράδειγμα του 1957, στη μορφή του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου. Οι ρίμες αυτές ανασύρθηκαν από συρτάρι και δημοσιεύτηκαν στην τοπική εφημερίδα «Σιφναϊκά Νέα» το 2014. Διηγούνται ευτράπελα περιστατικά γύρω από ένα πανηγύρι που έγινε σε ένα από τα δεκάδες ξωκλήσια του νησιού. Ο στιχουργός λεγόταν Γιώργης Καλογήρου (παρατσούκλι «Μπουλής») ο οποίος είναι και πρωταγωνιστής-αφηγητής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανώνυμη δημιουργία, Δημοτικά τραγούδια, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , | 79 Σχόλια »

Tο γλωσσικό ιδίωμα της Αίγινας (συνεργασία του Νίκου Παντελίδη)

Posted by sarant στο 18 Δεκεμβρίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα με χαρά και συγκίνηση ένα άρθρο του Νίκου Παντελίδη, αναπληρωτή καθηγητή Γλωσσολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, γραμμένο ειδικά για το ιστολόγιό μας με θέμα το γλωσσικό ιδίωμα της Αίγινας.

Οι τακτικοί αναγνώστες του ιστολογίου ίσως θυμούνται ότι στις αρχές του χρόνου είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο του Ν. Παντελίδη με θέμα το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα., δηλαδή το ιδίωμα που μιλιόταν στην προεπαναστατική Αθήνα, πριν ο ερχομός δεκάδων χιλιάδων κατοίκων από άλλες περιοχές του ελληνόφωνου χώρου το οδηγήσει στην υποχώρηση και τελικά στη σιγή.

Τότε, ο Ν. Παντελίδης μού είχε πει ότι ετοιμάζει ένα άρθρο για το αιγινήτικο ιδίωμα, αρκετά συγγενικό με το παλαιοαθηναϊκό. Τον παρακάλεσα, όταν δημοσιευτεί το άρθρο του, να ετοιμάσει μια εκλαϊκευμένη και συντομευμένη παραλλαγή για το ιστολόγιο. Πράγματι, το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε πρόσφατα στον τόμο «Λέξεις», τιμητικό τόμο για την πρώην διευθύντρια του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών (νυν: Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων) Χριστίνα Μπασέα-Μπεζαντάκου και ο Ν. Παντελίδης είχε την καλοσύνη να ετοιμάσει και ένα ακόμα άρθρο, πιο προσιτό στο ευρύ κοινό, ειδικά για το ιστολόγιό μας.

Όπως θα διαβάσετε, το ιδίωμα της Αιγινας δεν μιλιέται πια. Ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν το μελέτησε ο Τουμπ, είχε υποχωρήσει πολύ στην πρωτεύουσα του νησιού αλλά αντιστεκόταν στην ύπαιθρο, όμως στις επόμενες δεκαετίες υποχώρησε και εκεί και τελικά σίγησε, ακολουθώντας τη μοίρα του παλαιοαθηναϊκού ιδιώματος. Καθώς κατάγομαι, εκ μητρός, από την Αίγινα, εμπειρικά μπορώ να πω ότι μόνο ελάχιστες λέξεις και φράσεις ιδιωματικές θυμάμαι από τη γιαγιά μου.

Αλλά έγραψα πολλά, δίνω τη σκυτάλη στον Νίκο Παντελίδη.

Νίκος Παντελίδης

Το γλωσσικό ιδίωμα της Αίγινας

Εισαγωγικά

Όπως και στην περίπτωση της (παλαιάς, προεπαναστατικής) Αθήνας, έτσι και στην περίπτωση της Αίγινας διάχυτη είναι η εντύπωση περί ανυπαρξίας τοπικού γλωσσικού ιδιώματος. Αυτό εξηγείται εν μέρει και από το γεγονός ότι το νησί βρίσκεται μια ανάσα από την Αθήνα. Κατά συνέπεια, εξαιτίας και των φυσικών του καλλονών, υπήρξε από νωρίς προσφιλές θέρετρο για τους κατοίκους της πρωτεύουσας, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες εποικίστηκε και από πλήθος ανθρώπων που δεν έχουν καταγωγή από αυτό. Έτσι, το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα άρχισε να υποχωρεί ήδη από τον 19ο αι., διαδικασία, την οποία μαρτυρεί σαφώς γύρω στα 1890 ο πρώτος, ο οποίος το έκανε αντικείμενο μελέτης, ο γερμανός γλωσσολόγος και ελληνιστής Άλμπερτ Τουμπ (Albert Thumb). Ο Τουμπ μάς πληροφορεί ότι στην νέα παραθαλάσσια πρωτεύουσα του νησιού (η παλαιότερη, προεπαναστατική πρωτεύουσα, η Παλιαχώρα, βρισκόταν στο εσωτερικό του) το ιδίωμα βρισκόταν τότε ήδη σε ραγδαία υποχώρηση και μόνο υπολείμματά του μπορούσε κανείς να εντοπίσει στο λόγο των ντόπιων. Το εσωτερικό του νησιού όμως διατήρησε έως πολύ πρόσφατα (και εν μέρει διατηρεί ακόμα) τον έντονα αγροτοποιμενικό του χαρακτήρα, ενώ μέχρι πριν μερικές δεκαετίες μπορούσε κανείς να εντοπίσει θύλακες ομιλητών του τοπικού γλωσσικού ιδιώματος, έστω και με έντονη την επίδραση της Κοινής Νεοελληνικής στο λόγο τους. Σήμερα ελάχιστα ίσως στοιχεία του επιβιώνουν, κυρίως λεξιλογικά και φρασεολογικά, και μπορεί πλέον με σχετική ασφάλεια να υποτεθεί ότι έχει σιγήσει.

Το ιδίωμα ανήκει στην ίδια ομάδα με τα ιδιώματα της νότιας Εύβοιας, της παλαιάς Αθήνας και των Μεγάρων. Παλαιότερα πιστευόταν ότι το νησί είχε ερημωθεί εντελώς από τους κατοίκους του λόγω επιδρομών που υπέστη και ότι εποικίστηκε ξανά κυρίως από Αθηναίους, γεγονός που υποτίθεται πως εξηγεί τη συγγένεια των ιδιωμάτων. Όμως παρά τις καταστροφές και την πληθυσμιακή αποψίλωση το νησί δεν φαίνεται να ερημώθηκε εντελώς, ενώ το ιδίωμά του εμφανίζει και αρκετές διαφορές από το παλαιοαθηναϊκό. Και είναι μεν αληθές ότι κατά τον βενετοτουρκικό πόλεμο του 1686-1687 οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την πόλη τους και πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στην Αίγινα, επέστρεψαν όμως το 1690 στην Αθήνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αίγινα, Γλωσσικά ταξίδια, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 62 Σχόλια »

Πώς θα ακούγονταν τα νεοελληνικά σε αρχαίο Έλληνα; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 20 Νοεμβρίου, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο τέταρτο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων άρθρων.

Το σημερινό άρθρο, πολύ πρωτότυπο, είναι ασυνήθιστα σύντομο. Ωστόσο, έχει ένα μπόνους που θα σας αποζημιώσει, ένα βίντεο με τον Νικολάου να απαγγέλλει το άρθρο στα αγγλικά (διότι η αρχική δημοσίευση του άρθρου, όπως και για όλα της σειράς, έγινε στα αγγλικά, στο quora.com). Υπάρχει και ένα Επιμύθιο, που ο Νικολάου έκρινε ότι δεν έχει νόημα για ελληνικό κοινό, αλλά τον έπεισα να το μεταφράσει και αυτό και νομίζω ότι έχει γούστο -εσείς θα κρίνετε αν η τόσο αγαπητή στους αρχαίους αντιθετική σύνδεση (μεν… δε) είναι εξίσου απαραίτητη στα νέα ελληνικά.

—Μα τους δυο θεούς, ω Αυτόλυκε!

—Τι τρέχει, ω Χάραξε;

—Ακούς τι αλλόκοτα που μιλάει αυτός ο άνθρωπος με την περίεργη ενδυμασία;

—Αρκετά αλλόκοτα, θα έλεγα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Γραμματική, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 97 Σχόλια »

Με μια μπάλα κι ένα ρόπαλο (μια συνεργασία του Σταύρου Παύλου)

Posted by sarant στο 8 Νοεμβρίου, 2019

Πριν από καμιά εικοσαριά μέρες είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για το ράγκμπι (Με μια μπάλα σαν πεπόνι), ένα άθλημα πολυ αγαπητό στη Μεγ. Βρετανία και τις χώρες της Κοινοπολιτείας αλλά μάλλον άγνωστο στα μέρη μας. Αρκετοί φίλοι εκδήλωσαν την επιθυμία να δημοσιευτούν και άλλα ανάλογα άρθρα για αθλήματα άγνωστα στην Ελλάδα αλλά δημοφιλή αλλού. Ωστόσο, εγώ δεν θα μπορούσα να γράψω τέτοιο άρθρο γιατι δεν ξέρω καλά κανένα άλλο άθλημα.

Ο φίλος μας ο Σταύρος, γνωστός και ως ΣΠ, φιλοτιμήθηκε να γράψει για το μπέιζμπολ και το θαυμάσιο άρθρο του θα το διαβάσουμε σήμερα. Η πρόσκληση μένει ανοιχτή για όποιον θέλει να γράψει για αμέρικαν φούτμπολ, για σνούκερ ή για κρίκετ ή για όποιο άλλο ανάλογο άθλημα.

Καθώς εγώ δεν ξέρω τίποτε από μπέιζμπολ, πετάω το μπαλάκι στον ΣΠ:

Με μια μπάλα κι ένα ρόπαλο

Ο τίτλος ίσως φαίνεται κάπως αινιγματικός, θα μπορούσε να είναι τίτλος διηγήματος ή κινηματογραφικής ταινίας. Όμως αφορά απλώς ένα παιχνίδι που παίζεται με αυτά τα αντικείμενα. Τα γνωστότερα τέτοια παιχνίδια είναι το μπέιζμπολ (και το αδερφάκι του το σόφτμπολ, παιχνίδι με παρόμοιους κανόνες, που παίζεται κυρίως από ομάδες γυναικών) και το κρίκετ, αλλά υπάρχουν και πολλά άλλα, μάλλον άγνωστα. Για το πώς παίζεται το κρίκετ γνωρίζω πολύ λίγα, οπότε στην συνέχεια θα ασχοληθώ με το μπέιζμπολ, που το γνωρίζω αρκετά καλά.

Το μπέιζμπολ γεννήθηκε στις ΗΠΑ ως εξέλιξη άλλων παλαιότερων παιχνιδιών που παίζονταν με μπάλα και ρόπαλο και απέκτησε περίπου τους σημερινούς κανόνες περί τα μέσα του 19ου αιώνα. Είναι βέβαια πολύ δημοφιλές στις ΗΠΑ, αλλά είναι επίσης δημοφιλές και σε άλλες χώρες όπως ο Καναδάς, το Μεξικό, η Κούβα και άλλες χώρες της Κεντρικής Αμερικής και της Καραϊβικής, η Ιαπωνία, η Ν. Κορέα κ.ά. Στην Ευρώπη δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές αν και κάποιες χώρες, όπως η Ολλανδία και η Ιταλία έχουν καλά οργανωμένα πρωταθλήματα.

Στην Ελλάδα το 1997, όταν η χώρα μας ανέλαβε την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ιδρύθηκε η Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Μπέιζμπολ και η Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Σόφτμπολ με βασικό στόχο την δημιουργία εθνικών ομάδων για να μας εκπροσωπήσουν στους αγώνες της Αθήνας. Βέβαια αυτό έγινε, όχι μέσω της ανάπτυξης των αγωνισμάτων στην χώρα μας, αλλά μέσω της στρατολόγησης ομογενών εξ Αμερικής. Η Ελλάδα, που ως διοργανώτρια συμμετέσχε αυτοδίκαια στους αγώνες, κατέλαβε την 7η θέση επί οκτώ ομάδων και στους άνδρες (μπέιζμπολ) και στις γυναίκες (σόφτμπολ). Έτσι, οι παίκτες και παίκτριες των δύο εθνικών ομάδων απέκτησαν το δικαίωμα να αποκαλούνται Ολυμπιονίκες (!) με βάση το καταστατικό του Συλλόγου Ελλήνων Ολυμπιονικών, σύμφωνα με το οποίο Έλληνες αθλητές, που καταλαμβάνουν μία από τις οκτώ πρώτες θέσεις ενός αγωνίσματος στους Ολυμπιακούς Αγώνες, έχουν το δικαίωμα να εγγραφούν στον σύλλογο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, ΗΠΑ, Ηνωμένες Πολιτείες, Κινηματογράφος, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 138 Σχόλια »

Γιατί μόνο το ελληνικό και το λατινικό αλφάβητο έχουν πεζά και κεφαλαία γράμματα; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 16 Οκτωβρίου, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο τρίτο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων άρθρων.

Ο τίτλος της σημερινής συνεργασίας είναι κάπως σχοινοτενής -το θέμα όμως είναι ενδιαφέρον και ο Νικολάου, που έχει ασχοληθεί πολύ με τα αλφάβητα και σε επίπεδο Unicode, το ξέρει πολύ καλά.

Αρχική δημοσίευση εδώ.

Η ερώτηση αυτή, έτσι όπως διατυπώθηκε στην Κβόρα, είναι ανακριβής: υπάρχουν κι άλλες γραφές που διακρίνουν μικρά και κεφαλαία. Οι γραφές αυτές όμως είτε συγγενεύουν με τα ελληνικά και τα λατινικά, είτε πήραν απ’ αυτά έμπνευση.

Όπως λέει η αγγλική Βικιπαίδεια,

Οι γραφές με διάκριση κεφαλαίων και μικρών γραμμάτων καλούνται bicameral.

… Και να μου επιτραπεί ο αγγλισμός, γιατί εδώ καλά καλά ούτε καν το case δεν αποδίδουμε στα ελληνικά, για την ιδιότητα κεφαλαίου ή μικρού· πόσο μάλλον να αποδώσουμε λατινικούρα για γραφή που έχει δυο case. Ας τις πω μεγαλογράμματες και μικρογράμματες γραφές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αλφάβητο, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 102 Σχόλια »

Πετούν και μας ψεκάζουν (διήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 22 Σεπτεμβρίου, 2019

Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, και πιο πρόσφατα δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου.

Σήμερα παρουσιάζω ένα δικό του διήγημα, πολιτικής φαντασίας θα το έλεγα. Βέβαια, το παιγνιώδες ύφος παραμένει, όπως και τα εξαιρετικά λογοπαίγνια, από την αρχή ως το τέλος. Eγώ έβαλα μόνο τη φωτογραφία του δρόνου.

Πετούν και μας ψεκάζουν

«Δις-κλαίει-μηρόν» :  Αντενδείκνυται για τους μισούς αναγνώστες, αλλά επειδή δεν τους ξέρω όλους τους, δεκτό και το βρίσιμο αν θίχτηκαν κάποιοι, μια και το ‘κάνω χιούμορ’ είναι ανεπαρκής δικαιολογία.

Ήταν εννιά και τέταρτο το πρωί όταν ο Μάριος άνοιξε την πόρτα του και βγήκε στην ταράτσα. Ήταν λιακάδα αλλά με κάποια ψύχρα εκεί πάνω. Από τις σκάλες κατέβηκε στον πέμπτο, πήρε το ασανσέρ για το ισόγειο και βγήκε στο δρόμο. Ότι που άρχιζε η πρωινή κίνηση στην πολυκατοικία. Θεωρούσε εξυπνάδα του να μένει σε πολυκατοικία γραφείων. Δεν ενοχλούσε, δεν τον ενοχλούσαν κι ήταν και σχεδόν στο κέντρο. Ο δρόμος είχε ακόμα σκιά. Εκεί έβλεπαν τον ήλιο μετά τις 11. Κατηφόρισε. Στον δεύτερο του απέναντι, η κυρία Ελισάβετ κοσκίνιζε στο μπαλκόνι την άμμο από ένα κουτί της γάτας. Σήκωσε κεφάλι και χέρι και την καλημέρισε για να του επιστρέψει μια μισόξινη «..λημέρα». Από τότε που έμαθε πως τη βάφτισε «γατομμυριούχα» για τις έξη γάτες της, του μιλούσε μόνο υποχρεωτικά κι εκείνος χαιρόταν που στραβομουτσούνιαζε όποτε την χαιρετούσε.  Δυο γωνιές παρακάτω σταμάτησε, πήρε δυό καφέδες και τράβηξε για το εστιατόριο παρακάτω να πιεί πρωινό καφέ με το Μάκη πού ξεκινούσε εκείνη την ώρα τις προετοιμασίες  για τα μεσημεριανά και κάποια βραδινά. Πέρασε μπροστά από το «Άρτος, Γαλακτοκομικά, …, …, Καπνός-Τσιγάρα» κι ο Γιάκωβος ο Θρακιώτης στο ταμείο έκανε πως δεν τον κοίταξε από τη τζαμόπορτα που πήρε καφέ απ’ αλλού. Εκείνος ένιωσε το βλέμμα στο σβέρκο του έτσι όπως ένιωνε και το δήθεν αδιάφορο βλέμμα των μπάτσων. «Πρέπει να ’ναι ρουφιάνος» σκέφτηκε για πολλοστή φορά, αλλά δεν έδωσε σημασία και προχώρησε.

 

Στην πόρτα του «Εστιατόριον – Ταβέρνα   Ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε» κοντοστάθηκε. Το σκουτεράκι του Μάκη έλειπε αλλά η πόρτα άνοιξε. Προχώρησε μέσα, ακούμπησε τους καφέδες στο πάσο κι έκατσε.

«Πού ‘ναι ρε το μηχανάκι σου; Στο κλέψανε;»

«Καλημέρα, είπαμε!»

Ο Μάκης, διπίθαμος και αεικίνητος, πήρε τον καφέ του μέσα και συνέχισε τα κοψίματα.

«Όχι ρε, μου το ‘ριξε προχτές το βράδυ ο αέρας και μου ‘σπασε τον καθρέφτη, ένα φλάς και λίγο από  πλαστικά και το πήγα να το σουλουπώσουν. Όποτε φυσάει πιο δυνατά μου το ρίχνει, αλλά τούτη ήταν καλή.»

«Η αβάσταχτη ελαφρότητά του είναι. Πάρε κάνα πιο μεγάλο να κρατιέται.»

«Το ξέρω, αλλά έλα που είναι βολικό και χώνεται. Το πρωί για μέσα στην αγορά είναι τέλειο. Μέχρι μέσα στα μαγαζιά μπαίνω.»

Από τη μισάνοιχτη πόρτα άκουσαν τις φωνές του Γιάκωβου.

«Με ποιόν τά βαλε πάλι ο παλαβός;» ρώτησε ο Μάκης από την κουζίνα.

«Δεν έχει σημασία, φτάνει κάτι να ‘χει για να τρώγεται και να φωνάζει.»

«Είναι κι αδελφόθεος ή μου φαίνεται;»

«Έ;»

«Είναι θεούσος με τους σταυρούς και τα εικονίσματα, αλλά είναι και μια κουτσομπόλα… Άπαπα! Μη σε πιάσει στο στόμα του! Σαν κάτι κακές αδερφές! Μόνο να κατηγοράει, όποιον και να ‘ναι. Ά ναι! Και να κάνει και αποκαλύψεις! Ξέρει εκείνος!  Χειρότερα κι από κάποιους του σιναφιού σου που βγαίνουν στην τηλεόραση. Εγώ σου λέω πως το ψιλοπάει…»

«Ούτε ξέρω κι ούτε με νοιάζει τι κάνει στο κρεβάτι του. Μαγκούφης είναι, ποιόνε να ‘χει να τσακώνεται… θα νιώθει και τίποτας που ξέπεσε στο general store, και πρέπει να βρίσκει κάποιο τρόπο να τους μειώσει όλους για να φανεί σπουδαίος. Κακογερνάει και, κάνει και χάλια καφέ…»

«Ποιος τον γαμεί αυτόνα. Πολύ ασχοληθήκαμε! Για δες εδώ τι γίνεται!» κι έγνεψε από το πάσο που είχε βγει, προς το δρόμο.

Μια ζουμερή γειτόνισσα περνούσε έξω από τη τζαμαρία.

«Ξαπλώσου στο ταψί, ξαπλώσου στο ταψί…» τραγούδησε φωναχτά ο μάγειρας.

«Πού θα βρεις ταψί να με χωρέσει ρε μπασμένο;» τον αντιπείραξε γελώντας εκείνη.

«Μπασμένο, μπασμένο αλλά το κοντοσούβλι ξέρεις από πού βγήκε;»

«Ξέρω πού μπήκε! Πάω να πληρώσω τη δόση του δάνειου» σοβάρεψε εκείνη και τάχυνε το βήμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοπαίγνια, Συνεργασίες | Με ετικέτα: | 134 Σχόλια »

Γλευκόζη, αυτή η άγνωστη (μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το δωδέκατο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων άρθρων.

Τη λέξη γλευκόζη μάταια θα την αναζητήσετε στα λεξικά. Ούτε καν γκουγκλίζεται -αν δοκιμάσετε «γλευκόζη» στο γκουγκλ, θα σας ρωτήσει αν εννοείτε «γλυκόζη». Το γιατί είπαμε γλυκόζη και όχι γλευκόζη θα μας το πει σήμερα ο Νικολάου μαζί με άλλα ζητήματα της προφοράς του ύψιλον.

Του δινω λοιπόν τον λόγο -εγώ απλώς πρόσθεσα την εικόνα, που την πήρα από τη Βικιπαίδεια.

Αρχική δημοσίευση εδώ.

Η κανονική απόδοση του ύψιλον, στα αρχαιοελληνικά δάνεια στις δυτικές γλώσσες, είναι ως <y> σε όσες γλώσσες έχουν το γράμμα αυτό στο κανονικό τους ρεπερτόριο. Ισχύει δηλαδή για τα γαλλικά, τα αγγλικά και τα γερμανικά, αλλά όχι τα ιταλικά και τα ισπανικά. Και είναι βέβαια κληρονομιά από τα λατινικά, που και αυτά απέδιδαν το ύψιλον με <y>, γιατί αλλιώς προφερόταν το ύψιλον τω καιρώ εκείνω, και αλλοιώς το <i>. (Και καταπώς έχουμε ξανασχολιάσει εδώ, η διαφορετική προφορά του ύψιλον κράτησε στα ελληνικά μέχρι τουλάχιστον το 1030, και κατά τόπους μέχρι και το δωδέκατο αιώνα.)

Οι φράγκοι αποδέχονται πως η προφορά του ύψιλον στην αττική διάλεκτο, στην κοινή, και στον πρώιμο μεσαίωνα, ήταν ο φθόγγος που το διεθνές φωνητικό αλφάβητο αποδίδει ως, τι άλλο, /y/· διαβάζεται έτσι για παράδειγμα το <y> στα σουηδικά και τα νορβηγικά, αλλά μάλλον θα σας είναι πιο γνώριμος ο φθόγγος ως το γαλλικό <u> ή το γερμανικό <­ü>.

(Η σύμβαση <Χ> αποδίδει το γράμμα στη γλωσσολογία, σε αντίθεση με το /X/, που αποδίδει το φώνημα, και το [X] που αποδίδει το φθόγγο. Βέβαια οι περισσότεροι γλωσσολόγοι αποφεύγουν να ασχοληθούν με τη γραφή της γλώσσας, οπότε η σύμβαση <Χ> σε ελάχιστους γλωσσολόγους είναι γνωστή.)

Στα γερμανικά και το <y> προφέρεται έτσι: το Hypothese προφέρεται σαν να γραφόταν Hüpotese. Τυχαίνει και στα παλαιοαγγλικά να είχε αυτήν την αξία το <y>: το church «εκκλησία» προέρχεται από το παλαιοαγγλικό cyrice, το κυριακόν δώμα. Αλλά στα παλαιογαλλικά ήδη έτυχε το <y> να προφέρεται σαν το <i> και όχι το <u>. Και έτσι τα γαλλικά και τα αγγλικά (που δέχτηκαν γαλλική ορθογραφία όταν εισέβαλαν οι Νορμανδοί) το προφέρουν /i/. Οι γάλλοι προφέρουν το Hypothèse σαν να γραφόταν Ipotese.

Αν και βέβαια τα αγγλικά έχουν τη μουρλαμάρα να προφέρουν το μακρό /i/ σαν /ai/ (όρα Μεγάλη Φωνηεντική Μεταβολή), και την ακόμα πιο μεγάλη μουρλαμάρα να διακρίνουν τα φωνήεντα σε ελληνολατινικά μακρά ή βραχέα, για λόγους που δεν είχαν τίποτα μα τίποτα να κάνουν με τις αρχαίες γλώσσες (όρα Παραδοσιακή αγγλική προφορά της λατινικής, με όλες τις απανωτές εξαιρέσεις. Στα αγγλικά π.χ. το y του hypothesis καταλήγει μακρό /ai/, μόνο και μόνο γιατί είναι αρχικό το ύψιλον—το <h> δεν μετράει. Το ίδιο γίνεται με το i στο idea. Αλλά όχι με το inertia, γιατί οι προθέσεις… είναι λέει εξαίρεση πάνω στην εξαίρεση.)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in χημεία, Αρχαία ελληνικά, Αλφάβητο, Ορολογία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 138 Σχόλια »