Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Συνεργασίες’ Category

Ονοματολογικά και ιστορικά του Σκουταριού Σερρών (Συνεργασία του Βαγγέλη Δαρδαντάκη)

Posted by sarant στο 22 Οκτώβριος, 2018

Η κωμόπολη Σκούταρι Σερρών ήρθε πρόσφατα στην επικαιρότητα όταν η μεγάλη πλειοψηφία των γονέων του δημοτικού σχολείου της αρνήθηκαν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο προχτές, την Παρασκευή, επειδή εκείνη τη μέρα θα άρχιζαν να φοιτούν, σε ειδική τάξη, δέκα προσφυγόπουλα από τον κοντινό καταυλισμό προσφύγων. Μόνο 25 από τα 130 παιδιά προσήλθαν στα μαθήματα.

Στη συνέχεια, ο σύλλογος γονέων του Δημοτικού Σχολείου Σκουτάρεως πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι οι γονείς είχαν ετοιμάσει και γιορτή για την υποδοχή των παιδιών αλλά την Παρασκευή το πρωί αποφάσισαν να μην τα στείλουν επειδή το σχολείο περιστοιχιζόταν από τηλεοπτικές κάμερες και αστυνομικές δυνάμεις. Δεν ξέρω κατά πόσον αληθεύει αυτή η εκδοχή, αλλά αν ειναι έτσι τότε -υποθέτω- από σήμερα τα μαθήματα θα γίνουν κανονικά μακριά από την πολλή δημοσιότητα.

Μακάρι να γίνει έτσι και μακάρι οι κάτοικοι του χωριού να μην διακρίνονται από προσφυγοφοβία, που θα ήταν και αρκετά ειρωνικό καθώς είναι και οι ίδιοι εγγόνια προσφύγων.

Πέρα από την ουσία του ζητήματος, που θα τη συζητήσουμε ενδεχομένως στα σχόλιά σας, θα προσέξατε την ασυνήθιστη καθαρευουσιάνικη γενική «Σκουτάρεως», από την εποχή που η κωμόπολη αποτελούσε την Κοινότητα Σκουτάρεως και στη συνέχεια τον καποδιστριακό Δήμο Σκουτάρεως.

Στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ έγινε συζήτηση για το όνομα Σκούταρι και ο φίλος μας ο Βαγγέλης Δαρδαντάκης, που σχολιάζει συχνά εδώ με το χρηστώνυμο Jago, ερεύνησε το θέμα και έγραψε ένα αρθράκι στο οποίο συνοψίζει τα όσα βρήκε.

Καθώς εδώ λεξιλογούμε, νομίζω πως μας ενδιαφερουν και τα λεξιλογικά του τοπωνυμίου χωρίς να χάνουμε από τα μάτια μας και το γεγονός που έδωσε αφορμή για τη συζήτηση.

Ονοματολογικά και ιστορικά του Σκουταριού Σερρών

Πολλή η συζήτηση τελευταία για το χωριό Σκούταρι των Σερρών εξαιτίας της απόφασης μιας συντριπτικής πλειονότητας κατοίκων να μην στείλουν στο σχολείο τα παιδιά τους επειδή θα μπουν στις τάξεις μια δεκάδα κατατρεγμένων προσφυγοπαίδων. Η μαζική αντίδραση των social media ήταν να επισημάνουν ότι το Σκούταρι είναι το ίδιο αμιγώς προσφυγοχώρι. Οι σημερινοί κάτοικοι κατάγονται από την προσφυγική μετακίνηση των πληθυσμών στην Ανατολική Ρωμυλία προς τη Μακεδονία το 1924, συγκεκριμένα την εκεί ομώνυμη κωμόπολη Σκούταρι ως τόπο καταγωγής, λόγω των συμφωνιών ανταλλαγής πληθυσμών ένθεν κι ένθεν. Αναφέρεται από το ομώνυμο λήμμα της Βικιπαίδειας [1], χωρίς όμως καθόλου παραπομπές σε όλες τις αναφορές, πως πιο πριν εγκαταστάθηκαν μικρασιάτες πρόσφυγες το 1922 από τη Χωρούδα της Προύσας. Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των προσφύγων παραμένει μερικώς αδιευκρίνιστος αλλά έμμεσα μπορούμε να δούμε το σύνολό τους όπως θα δούμε παρακάτω.

Ο αρχικός λίκνος λοιπόν βρισκόταν στην Ανατολική Ρωμυλία, που είναι η Βόρεια Θράκη [2], που αυτή σήμερα ανήκει στη Βουλγαρία και ένα μικρό τμήμα στην Ευρωπαϊκή Τουρκία. [3] Επισημάνθηκε όμως σε γκρουπ στο Facebook, τα Υπογλώσσια, η ομωνυμία με το δήμο της Ιστανμπούλ Ουσκουντάρ, στη βυζαντινή περίοδο ως Χρυσούπολις [4], που ονομάζεται επίσης και Σκούταρι, πράμα που αποτελεί θέμα προς διερεύνηση. Γιατί Σκούταρι είναι το γνωστό σκουτάρι δηλαδή λατινιστί η ασπίδα τουλάχιστον για το δήμο [5].

Κατά τον Βασίλη Γιαννογλούδη, σε ομιλία του για το χωριό Σκούταρι της σημερινής Βουλγαρίας: [6]
Το παλιό χωριό Σκούταρι, από το οποίο ήρθαν οι θρακιώτες πρόσφυγες το 1924, βρίσκεται κοντά στο τριεθνές σηµείο Ελλάδας, Βουλγαρίας και Τουρκίας. Ο οικισµός σήµερα µε το όνοµα Στιτ, ανήκει στη Βουλγαρία ενώ το πιο έφορο [σσ μάλλον εύφορο] τµήµα από το κτηµατολόγιο του ανήκει στην Τουρκία. Την παλαιότερη ονοµασία του το χωριό την οφείλει στο Βυζαντινό κάστρο που υπήρχε και λεγόταν Σκουτάριον (=ασπίδα), αργότερα στην Οθωµανοκρατία το χωριό ονοµάστηκε Ουσκουντάρ (στο Σκούταρι), αργότερα Σκούταρι και τέλος οι Βούλγαροι το µετονόµασαν σε Στιτ (=ασπίδα).

Το όνομα προέρχεται από την ονοµασία της ασπίδας των Ρωµαίων (Βυζαντινών) στρατιωτών της αυτοκρατορικής φρουράς, η οποία είχε σχήµα επιµήκες και µήκος 1,60 µέτρα και κάλυπτε ολόκληρο το σώµα του στρατιώτη. Οι στρατιώτες που έφεραν το σκουτάριον ονοµάζονταν Σκουτάριοι και ανήκαν στην ιδιαίτερη φρουρά του αυτοκράτορα. Σκουτάριος αργότερα ονοµάζονταν και ο αξιωµατούχος της βυζαντινής αυλής, ο οποίος έφερε το αυτοκρατορικό σκουτάριον (ασπίδα – θυρεό), ακολουθούσε τον αυτοκράτορα στις εκστρατείες του και προηγούνταν στις µετακινήσεις του. Το όνοµα Σκουτάριον δινόταν και για τα κάστρα που απείχαν λίγα χιλιόµετρα από µεγάλες πόλεις και είχαν σκοπό: 1) να ειδοποιούν έγκαιρα τις στρατιωτικές αρχές των πόλεων για την εµφάνιση του εχθρού, ώστε να κλείνουν τις πύλες και να προετοιµάζονται για την άµυνα και 2) να αντιµετωπίσουν τους επελαύνοντες εχθρούς των βυζαντινών. Το κάστρο του χωριού βρίσκεται βόρεια της Αδριανούπολης, άρα συµπεραίνουµε ότι αποτελούσε την ασπίδα άµυνας της Αδριανούπολης απέναντι των εχθρών που έρχονταν από τα Βόρεια (Βούλγαροι, Κομάνοι, Πετσενέγκοι κτλ).

Να σημειώσω εδώ ότι υπάρχει και ένα «βιλαέτι του Σκούταρι» που συνόρευε με το Κόσοβο και το Μαυροβούνιο, επίσης βιλαέτια κι αυτά τότε επί οθωμανικής κυριαρχίας. <[7]

Το Σκούταρι όμως δεν γεννήθηκε εκ του μηδενός, φυσικά, αλλά σε προϋπάρχοντα οικισμό διαφορετικής εθνοτικής σύστασης. Πιο πριν ονομαζότανΚιοπεκή αλλά σε άλλες πηγές αναφέρεται και ως Κισκεπεσί που μάλλον αποτελεί προϊόν σύγχυσης από τις συνεχείς διοικητικές μεταβολές της περιοχής μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων.

Κιοπεκή λοιπόν ήταν ένα χωριό που είχε πληθυσμό αποτελούμενο από Βούλγαρους και πιθανόν και Μουσουλμάνους. Σύμφωνα με το βουλγαρικό λήμμα για το Къспикеси (εδώ Κισκεπεσί αφού το λήμμα συνδέεται με το Σκούταρι/Κιοπεκή και σε άλλες γλώσσες) ήταν «καθαρά βουλγαρικός οικισμός» με τουρκόφωνη ονομασία που το 1873 αποτελούνταν από 38 νοικοκυριά με 132 κατοίκους. [8] Ο Βούλγαρος Βασίλι Καντσόφ αναφέρει για το 1900 20 οικογένειες με 100 μέλη. [9] Την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, ο πληθυσμός του χωριού βρίσκεται στην αγκαλιά του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Σύμφωνα με τα στοιχεία του γραμματέα της Βουλγαρικής Εξαρχίας Δημήτρη Μίσεφ (1907), ο πληθυσμός του Κισκεπεσί αποτελείται από 240 βούλγαρους πατριαρχικούς και 24 τσιγγάνους. [10] Τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία από το 1908 δείχνουν το Κισκεπεσί με «250 Ορθόδοξους Έλληνες υπό βουλγαρικό τρόμο» [11], πάντα σύμφωνα με το βουλγαρικό λήμμα και τις πηγές του.

Από κει και πέρα είναι γνωστός ο πόλεμος των απογραφών μεταξύ Ελλήνων, Βουλγάρων και Οθωμανών εκείνη την περίοδο αλλά οι περισσότερες δημοσιευμένες πηγές δίνουν στοιχεία μέχρι επιπέδου των καζάδων οπότε επαφίεται στον φιλέρευνο αναγνώστη να αναζητήσει τις τοπικές πηγές. Μπορούμε όμως να δούμε κάποια άλλα δημοσιευμένα στοιχεία για το Σκούταρι.

Η κοινότητα του Κιοπεκή μετονομάστηκε το 28/12/1926 σε Σκούταρι κι εγκρίθηκε με το ΦΕΚ 7/1927. Την πορεία των διοικητικών μεταβολών από Κισκεπεσί σε Κιοπεκή μπορείτε να τη δείτε στην ιστοσελίδα της ΕΕΤΑΑ.[12] Σε δημογραφικό πίνακα για τη Μακεδονία και τη Θράκη την περίοδο 1913-1928, ανακύπτει η ονομασία Κισκεπεσί με συνολικούς γηγενείς πληθυσμούς για τα έτη 1913, 1920 και 1928 ως εξής: 341 – 273 – χωρίς καταμέτρηση, αντίστοιχα. [13] Η Επιτροπή Αποκατάσταση Προσφύγων (ΕΑΠ) με πρόεδρο τον Ερρίκο Μοργκεντάου, που είχε την ευθύνη για την εγκατάσταση των προσφύγων, αναφέρει για το έτος 1927 πως συνολικά ως μικτό πληθυσμό 241 οικογένειες με σύνολο 1125 ψυχές. Όπου εδώ ως μικτό πληθυσμό πρέπει να συνυπολογιστούν οι δύο διαφορετικές προελεύσεις μικρασιατών και θρακιωτών προσφύγων χωρίς ν’ αποκλείονται κάποιοι εναπομείνοντες ντόπιοι. [14] Έτσι λόγω των εκατέρωθεν συμφωνιών ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία, είναι δεδομένο πως οι προϋπάρχοντες πληθυσμοί ανταλλάχθηκαν με τον ερχομό των προσφύγων με αποτέλεσμα την πλήρη και ριζική δημογραφική και εθνοτική αλλαγή της περιοχής.

[1] Βικιπαίδεια Σκούταρι Σερρών

[2] Βικιπαίδεια Ανατολική Ρωμυλία

[3] Βικιπαίδεια Δήμος Σκουτάρεως Βόρειας Θράκης

[4] Βικιπαίδεια Ουσκουντάρ

[5]  Εκ του Λατ. Scutum=ασπίδα> σκούτον>υποκοριστικό σκουτάριον> σκουτάρι.

[6] Η αλληλουχία της μετονομασίας χωριών Ν. Σερρών

[7] Βικιπαίδεια Scutari_Vilayet

[8] Македония и Одринско. Статистика на населението от 1873 г.“ Македонски научен институт, София, 1995, стр. 118 – 119. Η Μακεδονία και το βιλαέτι της Αδριανούπολης. Στατιστικές του πληθυσμού του 1873, Μακεδονικό Ινστιτούτο Ερευνών, Σόφια, 1995, σελ. 118 – 119.

[9] Кѫнчовъ, Василъ. Македония. Етнография и статистика. Βασίλι Καντσόφ, Μακεδονία – Εθνογραφία και Στατιστική

[10] Brancoff, D.M. «La Macédoine et sa Population Chrétienne». Paris, 1905, р. 200 – 201.

[11] Δημοτικό Σχολείο Σκουτάρεως Σερρών (πλέον ανενεργό λινκ)

[12] https://www.eetaa.gr/index.php?tag=oikmet_details&id=18122

[13] Αλέξανδρος Δάγκας, Η περιφέρεια Θεσσαλονίκης στον 20ό αιώνα, εκδ. Επίκεντρο, σελ. 632.

[14] Δημήτρης Λιθοξόου, Η εγκατάσταση των προσφύγων στα χωριά της Μακεδονίας

 

Δεν επέμβηκα στο άρθρο του Βαγγέλη, εκτός από ένα σημείο στην υποσημείωση 5, όπου μεταφερόταν η άποψη ότι το λατινικό scutum είναι ελληνικής αρχής, από το σκύτος. Ωστόσο, τα λεξικά δεν θεωρούν τη λατινική λέξη δάνειο από την ελληνική, γι’ αυτό και έκανα τη διόρθωση.

Advertisements

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Μετανάστες, Προσφυγικό, Συνεργασίες, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , | 199 Σχόλια »

Δύο και μία ευτράπελες ιστορίες (συνεργασίες από Dryhammer και Δημήτρη Μαρτίνο)

Posted by sarant στο 14 Οκτώβριος, 2018

Γιατί δύο και μία και όχι τρεις  ευτράπελες ιστορίες; Διότι τις δύο τις έγραψε ο φίλος μας ο Dryhammer και την άλλη μία ο Δημήτρης Μαρτίνος, που δεν χρειάζονται βέβαια συστάσεις μια και έχουμε πολλές φορές δημοσιεύσει εδώ πεζογραφήματά τους.

Και γιατί τις δημοσιεύω και τις τρεις μαζί; Επειδή χωριστά ήταν κάπως μικρές το δέμας, και σας έχει φοβηθεί το μάτι μου -την άλλη φορά που έβαλα άρθρο κάτω των 1000 λέξεων μου είπατε ότι είναι το… teaser.

Στα πιο σοβαρά, η ιδέα να τις παρουσιάσω μαζί ήταν δική μου, και για λόγους μεγέθους και επειδή έχουν το κοινό στοιχείο πως εν μέρει οι συγγραφείς τους τις εμπνεύστηκαν από συζητήσεις εδώ στο ιστολόγιο, αν κι αυτό δεν φαίνεται στο κείμενο. Πρότεινα λοιπόν τη συγκατοίκηση και την δέχτηκαν ευχαρίστως και οι δύο, πολύ περισσότερο αφού έχουν ήδη συνεργαστεί σε κοινά λήμματα που έγραψαν στο slang.gr

Μια και έχουμε τρεις ιστορίες με δύο συγγραφείς, εφαρμόζω την πλεχτή τεχνική. Ξεκινάω με DryHammer, παρεμβάλλω Μαρτίνο και κλείνω με Dryhammer, που θα μπορούσε κανείς να το πει και σάντουιτς -τι, ξεροσφύρι θα τη βγάζαμε; (Είπαμε, το κλίμα σήμερα είναι ευτράπελο.

 

Στο χάνι (ευτράπελη διήγηση του Dryhammer)

ΣΤΟ ΧΑΝΙ

Ο Μήτρο(ς)  Κασκαβάλ(ης) πηγαινορχότανε ανήσυχος στη μεγάλη σάλα. Που και που στεκότανε μπροστά στο αναμμένο τζάκι, μούτζωνε με τόνα χέρι τη φωτιά, δήθεν για να ζεσταθεί, και με τ’ άλλο χάδευε τη χρυσή καδένα με το κλειδάκι που κρεμότανε κατάσαρκα στο λαιμό του. Η μούτζα στη φωτιά ήτανε ένα παλιό ξόρκι που του ‘μαθε η γιαγιά του για να διώχνει τα κακά μαντάτα. Και περίμενε μαντάτα ο Μήτρο(ς). Μαντάτα που τα φοβότανε.

Το Χάνι της Γραβιέρας ήτανε χτισμένο από γερή κουβαλητή νταμαρόπετρα στο διάσελο ανάμεσα Τρεμπεσίνα και Κρυσταλλοπηγή, πάνω στο «δρόμο του Βουνακιού του Κάστορα» . Ένα τετράγωνο δίπατο κτίσμα με μικρά παράθυρα, δίπλα ένας στάβλος-μάντρα κι ένα καμαράκι κουζίνα-εργαστήρι κολλητά στο μεγαλύτερο κτίριο. Αυτό το καμαράκι ήταν όλος του ο πλούτος. Δεν ήταν η μεγάλη σάλα με το τζάκι, τους πάγκους και τις προβιές στους τοίχους. Ούτε το ανώι με τα δωμάτια. Εκεί στο κουζινάκι ήταν που έφτιαχνε και έψηνε το μεζέ που τον έκανε ξακουστό στα μισά Βαλκάνια. Το γανάκι με τ’ όνομα.  Έναν τυρομεζέ που όμοιό του δεν έβρισκες σε καμιά ταβέρνα, σε καμιά λοκάντα, σε κανένα χάνι από το Ντούρες μέχρι την Πόλη. Ένα μεζέ που πολλοί προσπάθησαν να αντιγράψουν, κάποιοι κλέβοντας και κρύβοντας κομμάτια πριν φύγουν από το Χάνι, αλλά κανένας δεν τον πετύχαινε. Στην καλύτερη περίπτωση φτιάχνανε κάτι «σά γανάκι», μια αχνή σκιά του αυθεντικού. Το μυστικό του ήτανε στο τυρί που το έπηζε και το ωρίμαζε ο ίδιος από γάλατα που του φέρνανε δικοί του άνθρωποι, στα μπαχάρια και τα μυρωδικά που έριχνε μέσα την ώρα που έπρεπε και η τέχνη του στο κουρκούτι και το ψήσιμο στο τηγάνι. Τη συνταγή την είχε γραμμένη στ΄αρβανίτικα της Ιταλίας με σέρβικο αλφάβητο πάνω σε τομάρι από αγέννητο τραγί και κλεισμένη σ΄ ένα κουτί  που είχε θάψει κάτω απ΄ τον πάγκο της κουζίνας, για μην τη βρουν αλλά και να μη χαθεί άμα πεθάνει. Το κλειδάκι του κουτιού ήτανε πού ‘χε κρεμασμένο στον κόρφο του από χρυσή καδένα. Κι άξιζε αλήθεια τον κόπο και την φροντίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ευτράπελα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 184 Σχόλια »

21 πατινιώτικες λέξεις (μια συνεργασία του Raf)

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2018

Με το σημερινό άρθρο το ιστολόγιο ξαναπιάνει, ύστερα από ολιγόμηνη ανάπαυλα, τη διαλεκτολογική και λεξιλογική περιήγηση ανα την Ελλάδα (με μια προτίμηση, είναι αληθεια, στα νησιά).

Να θυμίσω τους σταθμούς αυτής της περιοδείας.

Πριν από μερικά χρονια είχαμε δημοσιεύσει δυο άρθρα για τις αμοργιανές λέξεις (εδώ το δεύτερο). Πέρυσι, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έστειλε ένα άρθρο για τα Θερμιά, δηλαδή την Κύθνο. Ακολούθησε η σιφνέικη ντοπιολαλιά, από το Κουτρούφι. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο Αλέξης με λέξεις από το Ξηρόμερο. Στεριανη αυτή η συνεργασία, όμως αμέσως μετά σαλπάραμε πάλι, πρώτα για το Πλωμάρι, όπου μας οδήγησε ο Γιάννης Μαλλιαρός, και μετά στη Νικαριά με ξεναγό τον Ροβυθέ. Μετά κατηφορίσαμε στη Ρόδο με μια συνεργασία του Αλέξ. Κατσαρά. Τέλος, πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία για ένα άρθρο για το κυθηραϊκό ιδίωμα, έχοντας ως βοήθημα το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα.

Μια και ξανάρχεται η θερινή περίοδος, αρχίζουμε και πάλι τις λεξιλογικές μας εκδρομές, ή μάλλον κρουαζιέρες, αφού και σήμερα νησί θα επισκεφτούμε. Ο φίλος μας ο Raf εστειλε μια συνεργασια με 21 πατινιώτικες λέξεις.

Πριν προχωρήσω, ανανεώνω την εκκληση για νέες συνεργασίες σχετικά με ντοπιολαλιες -ας μην τεμπελιαζουν και οι στεριανοί!

Είπαμε ότι θα πάμε σε νησί, αλλά ποιο νησί; Από πού είναι οι πατινιώτικες λέξεις;

Δεν ξέρω πόσοι νεότεροι το ξέρουν, αλλά Πάτινος είναι η λαϊκή ονομασία της Πάτμου και Πατινιώτης ο κάτοικος του νησιού, μια λέξη πολύ πιο ευκολοπρόφερτη από το λόγιο «Πάτμιος». Ίσως χρειάζεται ένα άρθρο με τις λαϊκές ονομασίες των νησιών, αλλά θα το αφήσουμε γι’ άλλη φορά. Patino είναι το όνομα της Πάτμου και στα ιταλικά.

Παρεμπιπτόντως το επώνυμο Πατινιώτης ευδοκιμεί ιδιαίτερα στην Αστυπάλαια, ενώ με τη γραφή Πατηνιώτης στην Ανάφη (όπως θα περιμέναμε, το επίθετο, που δηλώνει κάποιον που έχει έρθει από την Πάτμο, το βρίσκουμε σε άλλα μέρη).

Δίνω τον λόγο στον Raf και σχολιάζω κι εγώ μέσα σε αγκύλες.

21 πατινιώτικες λέξεις

«Πατινιώτικες» από την Πάτινο, ή αλλιώς την Πάτμο, νησί στα βόρεια Δωδεκάνησα, γνωστότερο μάλλον για την Αποκάλυψη του Ιωάννη, όπου και, κατά την παράδοση, γράφτηκε. Οι λέξεις που παρουσιάζονται ίσως να μη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σ’ αυτόν τον τόπο – αρκετές από αυτές συναντιούνται σε κοντινά ή και μακρινότερα νησιά. Παρ’ όλα αυτά είναι όλες χαρακτηριστικές του πατινιώτικου ιδιώματος έτσι όπως αναπαράγεται από ηλικιωμένους ή και νεότερους. Όπου αυτό είναι δυνατόν επιχειρείται μια ενδεικτική ετυμολόγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »

Οι 200 της Καισαριανής (μια μελέτη του Spiridione)

Posted by sarant στο 30 Απρίλιος, 2018

Αύριο δεν είναι μόνο η εργατική Πρωτομαγιά ούτε μόνο η μέρα που πιάνουμε τον Μάη. Είναι και μια θλιβερή και ηρωική επέτειος -τα 74 χρόνια από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944.

Ο τουφεκισμός των 200 στην Καισαριανή έγινε σε αντίποινα για τον σκοτωμό ενός Γερμανού στρατηγού στους Μολάους από αντάρτες. Οι 200 της Καισαριανής δεν ήταν τα μόνα θύματα: οι ταγματασφαλίτες συνεργάτες των Γερμανών «εφόνευσαν αυτοβούλως» άλλους 100 κομμουνιστές κρατούμενους, ένα έγκλημα που μάλλον δεν διερευνήθηκε ποτέ αφού μετά την απελευθερωση οι συνεργάτες των Ναζί συμμετειχαν στη διακυβέρνηση της χώρας.

Η εκτέλεση της Καισαριανής ήρθε πρόσφατα σε περίοπτη θέση στην επικαιρότητα χάρη στην ταινία «Το τελευταίο σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη, στην οποία βέβαια πρωταγωνιστει η ηρωική μορφή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Eίχαμε γράψει άρθρο για αυτή την πολύ σημαντική ταινία, και ειχαν επισημανθεί κάποιες μικρες ανακολουθίες στον καταλογο των 200 εκτελεσμένων, και πράγματι, οσο κι αν φαίνεται περίεργο -τελικά δεν νομίζω ότι ειναι περίεργο- η αλήθεια ειναι πως δεν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα για τα 200 ονόματα.

Ο φίλος μας ο Spiridione, που έχει προσφερει στο ιστολόγιο και άλλα άρθρα εξαιρετικής ποιότητας και τεκμηρίωσης, ενέκυψε στο ζήτημα, αντιπαρέβαλε τις πηγες και πρόσθεσε αρκετά βιογραφικά στοιχεία. Κάνω την αυτοκριτική μου που δεν μπόρεσα να συμβάλω κι εγώ στην προσθήκη στοιχείων.

Δεν θα πω περισσοτερα διότι η μελέτη του Spiridione εξ ορισμού είναι εκτενής -του δίνω τον λόγο, πρώτα ομως θέλω να σας παροτρύνω, όχι σήμερα αλλα σε βάθος χρόνου, όποτε βρίσκετε κάποιο στοιχείο για κάποιον από τους 200 του καταλόγου των εκτελεσμένων, να το προσθέτετε με σχόλιό σας, έτσι ώστε να σκιαγραφηθει η ζωή και των 200 ηρώων.

Οι 200 της Καισαριανής

Στον παρακάτω κατάλογο παρατίθενται τα ονόματα των 200 εκτελεσμένων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, όπως ακριβώς είναι χαραγμένα στο μνημείο, στο Θυσιαστήριο της Λευτεριάς, που ανεγέρθηκε το 2005. Ο κατάλογος είναι ίδιος, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις, με αυτόν που υπάρχει στο βιβλίο του Γιάννη Κουβά Σκοπευτήριο Καισαριανής, η ματωμένη καρδιά της Ελλάδας (2003). Ο Γ. Κουβάς, που ήταν και ένας απ’ τους υπεύθυνους στον Δήμο Καισαριανής για τη σύνταξη του καταλόγου, γράφει ότι μετά από μεγάλες προσπάθειες κατέληξε σε αυτά τα 200 ονόματα.

Πράγματι, ενώ θεωρείται βέβαιο ότι απ’ το στρατόπεδο Χαϊδαρίου εκείνη τη μέρα πήραν για εκτέλεση 200 κρατούμενους, δεν έχει εξακριβωθεί (φοβάμαι και μέχρι σήμερα) η ταυτότητα όλων των εκτελεσμένων. Η Μέλπω Αξιώτη, σ’ ένα μικρό βιβλιαράκι που εξέδωσε το 1945 με τίτλο Πρωτομαγιές, αναφέρει 122 ονόματα. Δεν μπόρεσε, γράφει, να βρει άλλα, γιατί οι Γερμανοί φεύγοντας έκαψαν τα αρχεία του στρατοπέδου. Η Ιωάννα Τσάτσου, στο βιβλίο της Εκτελεσθέντες επί Κατοχής, που εξέδωσε το 1947 με στοιχεία που πήρε από τα αρχεία της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αναφέρει τα ονόματα 93 από τους 200. Σε καταστάσεις αστυνομικών τμημάτων υπάρχουν περίπου 100 ονόματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βικιεγχειρήματα, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Κομμουνιστικό κίνημα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 121 Σχόλια »

Δυο ιστορίες με γραφειοκρατικό ενδιαφέρον (άλλη μια συνεργασία του Αλέξη)

Posted by sarant στο 23 Μαρτίου, 2018

Στο χτεσινό άρθρο φιλοξενήσαμε συνεργασία του φίλου μας του Αλέξη για ένα μνημείο στην Πρέβεζα. Όπως είχα γράψει χτες, ο Αλέξης μου είχε στείλει «Τρεις μικρές γλωσσικές ιστορίες», αλλά επειδή η πρώτη ιστορία ήταν εντελώς διαφορετική από τις αλλες δύο, αποφάσισα να χωρίσω τη συνεργασία του σε δύο μέρη: χτες είδαμε την πρώτη ιστορία, ενώ σήμερα τις άλλες δύο, που έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι επισημαίνουν δύο περιπτώσεις ασάφειας σε νομοθετικά κείμενα. Αν και στη δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει ασάφεια του νόμου αλλά κακή ερμηνεία και εφαρμογή από κάποιες υπηρεσίες.

Δίνω κατευθείαν τον λόγο στον Αλέξη -δικοί του και οι τίτλοι των επιμέρους ιστοριών.

Ιστορία 1 : Νόμος γραμμένος όχι απλά στο γόνατο αλλά …στην πλάτη του μπροστινού!

Ο νόμος 4061/2012 ρυθμίζει θέματα παραχώρησης δημοσίων εκτάσεων σε ιδιώτες για καλλιέργεια. Στο άρθρο 7 θεσπίζει μία διαδικασία εκμίσθωσης αγροτεμαχίων με ηλεκτρονικό διαγωνισμό. Σύμφωνα με αυτήν, το προς εκμίσθωση αγροτεμάχιο «αναρτάται» σε κάποια διαδικτυακή εφαρμογή του Υπουργείου και ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει ηλεκτρονικά αίτηση και μοριοδοτείται με κάποια κριτήρια. Έτσι λοιπόν το κριτήριο Α αναφέρει 3 περιπτώσεις που μοριοδοτούνται:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημόσιο, Δημόσιος τομέας, Νομικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 110 Σχόλια »

Ένα μνημείο στην Πρέβεζα (συνεργασία του Αλέξη)

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2018

Ο τίτλος ειναι δικός μου, αλλά όχι το άρθρο. Το έχει γράψει ο φίλος μας ο Αλέξης, στον οποίο το ιστολόγιο χρωστάει μερικά πολυ καλά άρθρα, όπως το περσινό πολιτικοδημοσιογραφικό κλισεδολόγιο, τη συλλογή ιστορικών λέξεων και φράσεων της μεταπολίτευσης, πριν από 4 χρόνια, και την ανασύσταση των Ομηρικών επών  το 2011.

Στην πραγματικότητα, μάλιστα, ο Αλέξης έστειλε «Τρεις μικρές γλωσσικές ιστορίες», αλλά δεδομένου ότι το συνολικό κείμενο ήταν κάπως μεγάλο, και κυρίως επειδή οι άλλες δυο ιστορίες είχαν διαφορετικό θέμα, αποφάσισα να χωρίσω τη συνεργασία του σε δύο μέρη και να παρουσιάσω σήμερα την πρώτη ιστορία και (πιθανότατα) αύριο τις άλλες δύο που αφορούν περιπου το ίδιο θέμα.

Προς το παρόν δεν λέω περισσότερα, αλλά θα σχολιάσω στο τέλος.

Ο Αλέξης μού έστειλε και την εξής φωτογραφία, από ένα μνημείο για το οποίο γίνεται λόγος στη συνέχεια. Βλέπουμε και την Πυροβολαρχία Πρεβέζης, που εχει απαθανατιστεί στο ποίημα του Καρυωτάκη.

Δίνω όμως τον λόγο στον Αλέξη:

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στερεότυπα των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας όταν μιλάνε για τους νέους είναι ότι οι σημερινοί νέοι «δεν είναι σαν αυτούς».  Σύμφωνα με το στερεότυπο  οι νέοι σήμερα δεν έχουν το ήθος, την παιδεία, το φιλότιμο, την εργατικότητα, την ευγένεια, τους τρόπους των παλιών.  Επειδή το στερεότυπο αντανακλά στην ουσία το χάσμα των γενεών, τη διαφορετικότητα στον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα ο πενηντάρης και ο εικοσάρης, αλλά ίσως βαθύτερα και τη νοσταλγία των μεγαλύτερων για τα παιδικά και τα εφηβικά τους χρόνια, είναι κάτι επαναλαμβανόμενο από γενιά σε γενιά, ένα «μότο» που όλες οι γενιές αναπαράγουν και μεταδίδουν. Αυτό που έλεγαν σ’ εμάς οι γονείς μας και που πιθανότατα το άκουγαν κι αυτοί ως νέοι, το λέμε εμείς σήμερα στα παιδιά μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 155 Σχόλια »

Αγαπητέ Αντονιόνι…, του Ρολάν Μπαρτ (συνεργασία της Αθανασίας Παπαδημητρίου)

Posted by sarant στο 4 Μαρτίου, 2018

Το ιστολόγιο δεν είναι σινεφίλ, έχει όμως φίλους που είναι. Παρουσιάζω σήμερα ένα σημαντικό κείμενο, που μου το έστειλε η φίλη Αθανασία Παπαδημητρίου, μια επιστολή του Ρολάν Μπαρτ προς τον σκηνοθέτη Μικελάντζελο Αντονιόνι.

Η επιστολή δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 1980 στο τεύχος 311 του περίφημου περιοδικού Cahiers du cinéma, λίγες εβδομάδες μετά τον αδόκητο θάνατο του Μπαρτ (τον παρέσυρε το φορτηγάκι ενός στεγνοκαθαριστηρίου ενώ βάδιζε). Στο τέλος, η μεταφράστρια παραθέτει και την απάντηση που είχε αρχίσει να γράφει ο Αντονιόνι όταν έμαθε τον θάνατο του Μπαρτ.

Το κείμενο υπάρχει μεταφρασμένο στο Διαδίκτυο, αλλά εδώ το παρουσιάζουμε εξαντλητικά σχολιασμένο, με σχόλια της μεταφράστριας που δεν θα τα βρείτε αλλού και που βοηθούν στην κατανόηση -μια πολύ σοβαρή δουλειά που θα άξιζε να εκδοθεί, πιστεύω.

Το πρωτότυπο, για όποιον θέλει, είναι εδώ.

Αγαπητέ Αντονιόνι,[1]

Στην τυπολογία του, ο Νίτσε[2] διακρίνει δύο τύπους: του ιερέα και του καλλιτέχνη. Από ιερείς σήμερα να φάν’ κι οι κότες: όχι μόνο όλων των θρησκειών, μα κι έξω απ’ αυτές. Αλλά από καλλιτέχνες;  Θα ήθελα, αγαπητέ Αντονιόνι, να μου επιτρέψετε για μια στιγμή να δανειστώ μερικά στοιχεία απ’ το έργο σας, στοιχεία  που θα μου επιτρέψουν να καθορίσω τις τρεις δυνάμεις ή, αν το προτιμάτε, τις τρεις αρετές που ορίζουν τον  καλλιτέχνη. Τις αναφέρω ευθύς αμέσως: η ενάργεια, η σοφία και η πιο παράδοξη όλων, η τρωτότητα.

Σε αντίθεση με τον ιερέα, ο καλλιτέχνης ξαφνιάζεται και θαυμάζει· η ματιά του μπορεί να εμπεριέχει κριτική αλλά δεν είναι καταγγελτική. Ο καλλιτέχνης δεν νιώθει πικρία. Επειδή ακριβώς είστε  καλλιτέχνης, το έργο σας είναι ανοιχτό στη Νεωτερικότητα. Οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται τη Νεωτερικότητα σαν ένα πολεμικό λάβαρο ενάντια στον παλιό κόσμο και στις παρωχημένες αρχές του. Για σας όμως δεν αποτελεί το στατικό όρο μιας εύκολης αντιπαράθεσης αλλά αντιθέτως μια ενεργή δυσκολία ν’ ακολουθήσετε τις αλλαγές του Χρόνου, όχι πια στο επίπεδο της επίσημης Ιστορίας, αλλά στο εσωτερικό αυτής της ταπεινής Ιστορίας όπου η ύπαρξη του καθενός από μας συνιστά το μέτρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Κινηματογράφος, Συνεργασίες, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , | 71 Σχόλια »

Ο Τζογές της Βραδυνής και οι λέξεις του (συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, αφιερωμένη σε μια ευθυμογραφική στήλη που έτερψε τους αναγνώστες επί δεκαετίες και που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον: τη στήλη του Τζογέ, που εμφανιζόταν προπολεμικά στην εφημερίδα Βραδυνή. Πρόκειται για εύθυμα κείμενα, περίπου σαν χρονογραφήματα, που τα έγραφε ο Σώτος Πετράς.

Η φιγούρα του Τζογέ στα χρονογραφήματα του 1925

Ο Κόρτο διερευνά το θέμα πολύ αναλυτικά, οπότε όσο λιγότερα πω εγώ τόσο καλύτερα. Να πω μόνο ότι ο Τζογές δεν είναι η πρώτη στήλη που υπογράφεται από κουτσαβάκη, μάγκα ή βλάμη, είναι όμως από τις μακρόβιες και πολύ πετυχημένες -μαλιστα επιλογή χρονογραφημάτων είχε βγει σε βιβλίο, που είδα να κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο.

Τζογές ήταν και τυπικό όνομα του μάγκα στις επιθεωρήσεις, ενώ έτσι ειναι και το παρατσούκλι του «καλού πολίτη» στο ποίημα του Βάρναλη:

Εγώ ’μαι ο Νικολός. Σταμάτα!
Το παρατσούκλι μου Τζογές.
Είχα συμπέθερο το Ρίζο
κι είχα το γάδαρο τον γκρίζο.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι ο Τζογές ονομάστηκε έτσι από το τζογέ πανταλόνι που ήταν το σήμα κατατεθέν των παλιών κουτσαβάκηδων. Τζογέ ή τρόμπα: φαρδύ επάνω, στενό κάτω, σωλήνας περίπου.

Ο Κόρτο έχει και γλωσσάρι του Τζογέ, στο οποίο προσθέτω μέσα σε αγκύλες κάποια δικά μου σχόλια. Αλλά πολλά ειπα εγώ.

Ο ΤΖΟΓΕΣ ΤΗΣ ΒΡΑΔΥΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ

Η στήλη του Τζογέ υπήρξε σειρά εύθυμων χρονογραφημάτων τα οποία γράφονταν από τον επιθεωρησιογράφο και θεατρικό κριτικό Σώτο Πετρά1 και δημοσιεύονταν στον αθηναϊκό τύπο κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου. Στην εφημερίδα Βραδυνή η στήλη εμφανίζεται ήδη από το φύλλο της 5ης Ιουνίου 1925, είναι σχεδόν καθημερινή κατά τα έτη 1926 έως 1930 και συνεχίζει να δημοσιεύεται σε άτακτα διαστήματα τουλάχιστον μέχρι και τον πρώτο χρόνο της Κατοχής.

Στα ευθυμογραφήματα αυτά, ο Πετράς ζωντανεύει και κατά κάποιον τρόπο υποδύεται τον Τζογέ, έναν κωμικό λογοτεχνικό χαρακτήρα, ο οποίος αφηγείται ευτράπελα περιστατικά, στηλιτεύει τις κοινωνικές στρεβλώσεις της εποχής του και σχολιάζει την επικαιρότητα, με έμφαση στο αστυνομικό δελτίο της εποχής, αλλά πάντα με σατιρικό πνεύμα.

Τόσο από τις αφηγήσεις, όσο και από τα σχόλιά του, προκύπτει ότι ο Τζογές είναι ο λαϊκός τύπος του μεσοπολέμου, αισθηματίας, γλεντζές, λάτρης της ξέγνοιαστης ζωής, του κρασιού και της ταβέρνας, της κιθάρας και της καντάδας. Είναι παθιασμένος υμνητής και συγχρόνως σφοδρός κατήγορος του έρωτα. Νοσταλγεί την παλιά Αθήνα και τις ομορφιές της, ενώ παραπονιέται συνεχώς για την κατάντια της εποχής του και την έκλυση των ηθών. Είναι παλαιών αρχών και γκρινιάζει για τους μοντερνισμούς, την μόδα και την τεχνολογία. Συχνά αναφέρεται σε μία σειρά συμπρωταγωνιστών: στην ερωμένη του την Κατινίτσα, στην οποία συνήθως απευθύνει τα γραφόμενά του, σε κάποια πρόσωπα της γειτονιάς, αλλά προπαντός σε μία παρέα από θαμώνες της ταβέρνας (τον Λάθουρα, τον Νίκουρδα, τον Μπρούτζο, τον Χαμπλεχούρα κλπ) μαζί με τους οποίους στις διάφορες κρασοκατανύξεις γράφουν στιχάκια, τραγουδούν, καλαμπουρίζουν ή πηγαίνουν για καντάδες. Ενίοτε όμως περιγράφει συναντήσεις και με επώνυμα πρόσωπα, κυρίως καλλιτέχνες της εποχής από τον χώρο της επιθεώρησης και του τραγουδιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 229 Σχόλια »

Οι Δώδεκα του Αλέξανδρου Μπλοκ σε δυο μεταφράσεις κι ένα απόσπασμα

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2018

Πριν από δυο μήνες έκλεισαν 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Το σημερινό μας άρθρο έρχεται να τιμήσει μιαν άλλη επέτειο, φιλολογική, που είναι αποτέλεσμα της προηγούμενης: τα 100 χρόνια από το ποίημα «Οι Δώδεκα» του Αλέξανδρου Μπλοκ, που θεωρειται το εμβληματικό ποίημα της Οχτωβριανής Επανάστασης και που δημοσιεύτηκε ακριβώς τον Ιανουάριο του 1918.

Κορυφαία μορφή του ρωσικού συμβολισμού, ο Αλέξανδρος Μπλοκ γεννήθηκε το 1880 στην Πετρούπολη, σε οικογένεια διανοούμενων, ανατράφηκε αριστοκρατικά, παντρεύτηκε την κόρη του διάσημου χημικού Μεντελέγιεφ και είχε δραστήρια συμμετοχή στο ποιητικό κίνημα του συμβολισμού και στην πνευματική ζωή της προεπαναστατικής Ρωσίας. Σε αντίθεση με τους περισσότερους φίλους του αλλά και με το κοινό του, αγκάλιασε την Οκτωβριανή επανάσταση, που την έβλεπε σαν κάτι το μεσσιανικό. Γρήγορα απογοητεύτηκε από τα πάντα, σταμάτησε να γράφει και πέθανε το 1921 από απροσδιόριστη αρρώστια. (Βρίσκω πως ο αγαπημένος μου Ναπολέων Λαπαθιωτης, συμβολιστής κι αυτος, έχει πολλά κοινά στη ζωή του).

Ο Μπλοκ θεωρούσε πως οι Δώδεκα ήταν το αριστούργημά του. Παρουσιάζει 12 μπολσεβίκους στρατιώτες που διασχίζουν στους δρόμους της επαναστατημένης Πετρούπολης μέσα στη χιονοθύελλα, κάπως σαν τους Δώδεκα Αποστόλους. Χρησιμοποιεί γλώσσα σε διάφορα επίπεδα ύφους, δανείζεται εκφράσεις από την αργκό των προλεταριακών στρωμάτων ή μοτίβα από λαϊκά τραγούδια, δίνει τρομερή σημασία στις παρηχήσεις και στον ρυθμο και γι’ αυτό η μετάφρασή του είναι πρόκληση.

Η φίλη μας η Ranele, που αρκετές φορές έχει μεταφράσει και παρουσιάσει στο ιστολόγιο κείμενα ρωσικής λογοτεχνίας (παράδειγμα) μού έστειλε το ποίημα του Μπλοκ σε δική της μετάφραση, με αντικριστό το ρωσικό πρωτότυπο, αλλά και στη μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα. Θα ήθελα να παρουσιάσω τα τρία κείμενα (πρωτότυπο και δύο μεταφράσματα) σε τρίστηλο, όπως μού τα έστειλε η Ρανέλε, για να είναι πιο ευχερής η αντιπαραβολή, αλλά δεν μπορώ να μεταφέρω καλά τον πίνακα ώστε να διατηρείται η στοίχιση στην οθόνη. Έτσι, έσπασα τον τρίστηλο πίνακα σε δύο δίστηλους πίνακες, πρώτα η μετάφραση της Ρανέλε και δίπλα το πρωτότυπο και μετά το πρωτότυπο με τη μετάφραση του Μπλάνα. H Ρανέλε μου έστειλε επίσης ένα μικρό απόσπασμα από τη μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου, το τέλος του ποιήματος. Αυτό το παραθέτω μόνο του, στο τέλος.

Επειδή από html και πίνακες είμαι ανίδεος, η παρουσίαση δεν βγήκε όπως το ήθελα, και δυσκολεύει το διάβασμα του ποιήματος. Ζητώ συγγνώμη.

 

Οι Δώδεκα, Αλεξάντρ Μπλοκ, μτφρ. Ranele

 

1

Μαύρο, μαύρο βράδυ.
Άσπρο χιόνι σαν το χάδι.
Ο αέρας το ρημάδι
ρίχνει καταγής, ξυρίζει σαν ξυράφι!
Ο αέρας το ρημάδι
λυσσομανά σ΄ολόκληρη την πλάση!

Александр Блок, ДВЕНАДЦАТЬ

1
Черный вечер.
Белый снег.
Ветер, ветер!
На ногах не стоит человек.
Ветер, ветер —
На всем Божьем свете!

Σκούζει ο βοριάς σαν το σκυλί
Παντού το χιόνι το λευκό
Από κάτω κρύβει το γυαλί
Ολισθηρό, σκληρό
Όποιος περνά, γλιστρά
– βρε, τον φουκαρά!
Завивает ветер
Белый снежок.
Под снежком — ледок.
Скользко, тяжко,
Всякий ходок
Скользит — ах, бедняжка!
Ανάμεσα στα κτήρια αντικρινά
Έχει τεντωθεί ένα σκοινί.
Στο σκοινί κρέμεται ένα πανό ψηλά:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική Συνέλευση!»
Μια γριούλα απορεί, μοιρολογεί
Τι σημαίνουν τούτα στο μυαλό της δεν χωρεί,
Για τούτο το ακαταλαβίστικο πανό
Γιατί χαλάστηκε τόσο πανί γερό;
Ένα σωρό φασκιά
θα΄βγαιναν για τα παιδιά.
Αφού υπάρχουν τόσα ξυπόλυτα και γυμνά…
От здания к зданию
Протянут канат.
На канате — плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию!»
Старушка убивается — плачет,
Никак не поймет, что значит,
На что такой плакат,
Такой огромный лоскут?
Сколько бы вышло портянок для ребят,
А всякий — раздет, разут…
Η γριούλα αδέξια σαν την κλώσα
Τσαλαβουτά η καημένη μες στις χιονοστιβάδες
-Παναγιά προστάτιδα, βοήθα!
-Οι Μπολσεβίκοι θα μας βάλουν σε μπελάδες!Ο αέρας μαστιγώνει!
Το κρύο δυναμώνει!
Ένας αστός πάνω στο σταυροδρόμι
Τη μύτη του χώνει μες στο πανωφόρι.
Старушка, как курица,
Кой-как перемотнулась через сугроб.
— Ох, Матушка-Заступница!
— Ох, большевики загонят в гроб!Ветер хлесткий!
Не отстает и мороз!
И буржуй на перекрестке
В воротник упрятал нос.
Ποιος είναι αυτός ο μαλλιάς
Που ρητορεύει χαμηλόφωνα;
–          Προδοσία!
–          Πάει η Ρωσία!
Θα΄ναι κανένας γραφιάς,
ο μπλαμπλάς…Νάτος και ένας ρασοφόρος –
Σούρνεται άκρη άκρη κλεφτά…
Από τι δεν είσαι ελπιδοφόρος,
Σύντροφε παπά;Θυμάσαι τα παλιά
Πίσω εσύ, η κοιλιά μπροστά
με το σταυρό να λαμποκοπά
προχωρούσες ανάμεσα στο λαό αλαζονικά;
А это кто? — Длинные волосы
И говорит вполголоса:
— Предатели!
— Погибла Россия!
Должно быть, писатель —
Вития…А вон и долгополый —
Сторонкой — за сугроб…
Что нынче невеселый,
Товарищ поп?Помнишь, как бывало
Брюхом шел вперед,
И крестом сияло
Брюхо на народ?
Να και μια δεσποινίς με το γουναρικό
Παραπονιέται και ρωτάει το διπλανό:
– Κλαίμε σερί, τι θα απογίνουμε χωρίς…
Γλίστρησε και τσουπ  πάρ΄την κάτω
Ξαπλώθηκε φαρδιά πλατιά καταγής
-Άους! -Τράβα, σήκωσέ την, να χαρείς!Ο αέρας όλο ζαβολιά
Φυσάει άγρια και χαρωπά
Σηκώνει τους ποδόγυρους
Θερίζει τους περαστικούς
Σκίζει, τσαλακώνει,
Παίρνει και σηκώνει
Ένα τεράστιο πανό που διακηρύσσει:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική Συνέλευση»…
Και κάτι σπαράγματα λόγων στριφογυρίζει:
…Ιδρύσαμε κι εμείς συνδικάτο, αδερφάκι…
…Να μες στο σπίτι με το κόκκινο φαναράκι…
… Συζητήσαμε –
αποφασίσαμε:
δεκάρικο για μια ωρίτσα,
για μια νύχτα, κορίτσα–
χωρίς παζάρι
ένα κοσιπεντάρι …
…Και άντε στο κρεβατάκι
να πιάσουμε το παραδάκι…
Вон барыня в каракуле
К другой подвернулась:
— Ужь мы плакали, плакали…
Поскользнулась
И — бац — растянулась!
Ай, ай!
Тяни, подымай!Ветер веселый
И зол, и рад.
Крутит подолы,
Прохожих косит,
Рвет, мнет и носит
Большой плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию»…
И слова доносит:
… И у нас было собрание…
… Вот в этом здании…
… Обсудили —
Постановили:
На время — десять,
на ночь — двадцать пять…
… И меньше — ни с кого не брать…
… Пойдем спать…
Σκοτεινιάζει.
Ο δρόμος αδειάζει.
Ένας αλήτης
Καμπουριάζει.
Ο αέρας περουνιάζει…
Βρε, το φουκαρά!
Έλα πιο κοντά –
Δώσ΄μου δυο φιλιά…
Πρώτα το ψωμί ή τα λεφτά!
Τα θες μπροστά;
Έμπα μέσα, φουκαρά!Μαύρος κατάμαυρος ο ουρανός.
Μαύρη, θλιβερή οργή
Βράζει μες στην ψυχή…
Μαύρη, ιερή οργή…Σύντροφε! Μάτια
Τέσσερα!
Поздний вечер.
Пустеет улица.
Один бродяга
Сутулится,
Да свищет ветер…
Эй, бедняга!
Подходи —
Поцелуемся…
Хлеба!
Что впереди?
Проходи!Черное, черное небо.
Злоба, грустная злоба
Кипит в груди…
Черная злоба, святая злоба…Товарищ! Гляди
В оба!
2
Ο αγέρας σεριανίζει,
Το χιονάκι πεταρίζει.
Μια ντουζίνα ανθρώπων βαδίζει.
Μαύρες τελαμώνες σταυρωτά
Όλα τα φώτα της πόλης ανοιχτά…Μες στο στόμα τσιγαράκι,
Βαλμένο μόρτικα το καπελάκι.
θα΄ταν του σκοινιού και του παλουκιού παλιά!
Λευτεριά, λευτεριά,
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Κρυώνω, σύντροφοι, πολύ!
2

Гуляет ветер, порхает снег.
Идут двенадцать человек.
Винтовок черные ремни,
Кругом — огни, огни, огни…

В зубах — цыгарка, примят картуз,
На спину б надо бубновый туз!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Тра-та-та!
Холодно, товарищи, холодно!

-Ο Βάνια και η Κάτια καλοπερνούν στο καπηλειό…
– Εκείνη έχει κομπόδεμα γερό!
-Και ο Βάνια δεν είναι πια κάνα μπατιράκι…
-Ήταν δικός μας, μα σε άλλους πήγε φανταράκι!- Για τόλμα,  Βάνκα, μπάσταρδε, αστέ,
να φιλήσεις το δικό μου το αμόρε!
Λευτεριά, λευτεριά,
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Η Κατίνα με τον Βάνια έχουνε δουλειά –
Τι δουλειά; Τι δουλειά;
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
— А Ванька с Катькой — в кабаке…
— У ей керенки есть в чулке!
— Ванюшка сам теперь богат…
— Был Ванька наш, а стал солдат!
— Ну, Ванька, сукин сын, буржуй,
Мою, попробуй, поцелуй!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Катька с Ванькой занята —
Чем, чем занята?..
Тра-та-та!
Παντού τριγύρω αναμμένα φώτα
Πάνω στους ώμους τελαμώνα…
Επαναστατικό κρατήστε βήμα!
Τσακίστε των εχθρών το κύμα!Σύντροφε, μη δειλιάζεις, κράτα γερά
Στην Αγία Ρούσια ας ρίξουμε καμιά τουφεκιά –
Στην πατροπαράδοτη και οπισθοδρομικιά
Στην καλυβένια και ξυλένια
Στην καλοθρεμμένη με τα οπίσθια παχιά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Кругом — огни, огни, огни…
Оплечь — ружейные ремни…
Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!Товарищ, винтовку держи, не трусь!
Пальнем-ка пулей в Святую Русь —
В кондовую,
В избяную,
В толстозадую!
Эх, эх, без креста!
3
Σαν πήγανε παιδιά φαντάροι
Στην Κόκκινη Φρουρά –
Στην Κόκκινη Φρουρά –
Να χάσουν το θερμό κεφάλι!
Αχ, μωρέ, τι συφορά,
Η ζωή είναι γλυκιά!
Τρύπες, μπαλώματα στη χλαίνη,
Τουφέκι αυστριακό στο χέρι!Για να σκάσουν επιτέλους οι αστοί
Φωτιά στον κόσμο θα βάλουμε χιαστί,
Φωτιά στο αίμα και στα μπατζάκια σας –
Κύριε, ελέησον μας!
3
Как пошли наши ребята
В красной гвардии служить —
В красной гвардии служить —
Буйну голову сложить!Эх ты, горе-горькое,
Сладкое житье!
Рваное пальтишко,
Австрийское ружье!Мы на горе всем буржуям
Мировой пожар раздуем,
Мировой пожар в крови —
Господи, благослови!
4Το χιόνι στροβιλίζεται,
Ο αμαξάς ωρύεται,
Ο Βάνκα με την Κάτια
Στ΄αμάξι  χαριεντίζεται –
Φαναράκι μου λαμπρό,
Φέγγε τον κοσμάκη μην πατώ…
Άκρη, βρε τον παλαβό!Μες στη χλαίνη στρατιωτική
Έχει φάτσα μουρόχαβλη
Στρίψε, στρίψε το μουστάκι,
Μπας και γίνεις πιο αντράκι.
Πες κανένα αστειάκι,
Να γελάσει το γκομενάκι.Κοίτα πως κορδώνεται!
Κοίτα πως καμώνεται!
Αγκαλιάζει τη χαζούλα,
Ξεμυαλίζει την Καιτούλα…Γέρνει πίσω το κεφάλι,
Στα δοντάκια μαργαριτάρι
Αχ Κατίνα, Κατινάκι
Παχουλό γλυκό μουτράκι…
4Снег крутит, лихач кричит,
Ванька с Катькою летит —
Елекстрический фонарик
На оглобельках…
Ах, ах, пади!..Он в шинелишке солдатской
С физиономией дурацкой
Крутит, крутит черный ус,
Да покручивает,
Да пошучивает…Вот так Ванька — он плечист!
Вот так Ванька — он речист!
Катьку-дуру обнимает,
Заговаривает…Запрокинулась лицом,
Зубки блещут жемчугом…
Ах ты, Катя, моя Катя,
Толстоморденькая…
5.

Αχ, Κατίνα μου γλυκιά,
στο λαιμό δεν έχει γιάνει
Η ουλή απ΄το σουγιά.
Και στον κόρφο σου ματώνει
Εκείνη κει η γρατσουνιά!

Πω, πω, πω,
χορεύει το μωρό!
Τι κορμί, θα τρελαθώ!

Νταντελένια κιλοτάκια
φόραγε ακόλαστα –
Με τα αξιωματάκια
Γλένταγε  αχόρταγα –
Κατίνα μου γλυκιά,
πάν΄όλ΄αυτά!

Πω, πω, πω,
κάνει νάζι το μωρό!
Πάει η καρδιά μου, θα χαθώ!

5

У тебя на шее, Катя,
Шрам не зажил от ножа.
У тебя под грудью, Катя,
Та царапина свежа!

Эх, эх, попляши!
Больно ножки хороши!

В кружевном белье ходила —
Походи-ка, походи!
С офицерами блудила —
Поблуди-ка, поблуди!

Эх, эх, поблуди!
Сердце екнуло в груди!

Θυμήσου, Κατινάκι,  το γαλονά –
Που για σένα έφαγε τη μαχαιριά…
Μπας και τα ξέχασες, μωρή χαζοβιόλα;
Μπας και τά΄χασες τα μυαλά σου όλα;Πω, πω, πω,
κάνε μου το ψυχικό!
Να πλαγιάσω με μωρό!Κάλτσες μάλλινες φορούσε,
Σοκολάτες μασουλούσε,
Με ευέλπιδες γλεντούσε –
Τώρα ξέπεσε πιο χαμηλά
Με φαντάρους το γλεντά;Πω, πω, πω,
Είσαι κόλαση, κουκλί!
Βούτα μες στην αμαρτία
ν΄αλαφρώσει η ψυχή!
Помнишь, Катя, офицера —
Не ушел он от ножа…
Аль не вспомнила, холера?
Али память не свежа?Эх, эх, освежи,
Спать с собою положи!Гетры серые носила,
Шоколад Миньон жрала,
С юнкерьем гулять ходила —
С солдатьем теперь пошла?Эх, эх, согреши!
Будет легче для души!
6
… Και πάλι καλπάζει ο αμαξάς.
Τρέχει, ωρύεται ο φωνακλάς…
Σταμάτα, σου λένε,  κερατά!
Πετράκη, πίσω, Αντρέα μπροστά!…Μπαμ , πέφτει ο πυροβολισμός!
Σύννεφο χιονιού ο κουρνιαχτός! …
Σβέλτα! Ο Βάνια γίνεται μπουχός…
Ρίξ΄του ξανά! Σημάδεψέ τον ακριβώς!…
Μπαμ , να σου γίνει μάθημα το πάθημα,
………………………………………………………………
Μη σαλιαρίζεις με του αλλουνού το αίσθημα!…
Φτου! Την έκανε το ρεμάλι του κερατά,
Σε κανονίζω αύριο, βρε μασκαρά!Πού΄ναι η Κατίνα; – Είναι νεκρή!
Με μια σφαίρα στην κεφαλή!
Δε μιλάς, Κατίνα; – Μουγκό  το στόμα…
Καλά να πάθεις, παλιοβρόμα!Επαναστατικό κρατήστε βήμα!
Τσακίστε των εχθρών το κύμα!
6
… Опять навстречу несется вскачь.
Летит, вопит, орет лихач…
Стой, стой! Андрюха, помогай!
Петруха, сзаду забегай!..Трах, тарарах-тах-тах-тах-тах!
Вскрутился к небу снежный прах!..
Лихач — и с Ванькой — наутек…
Еще разок! Взводи курок!..
Трах-тарарах! Ты будешь знать,
………………………………………………………………
Как с девочкой чужой гулять!..
Утек, подлец! Ужо, постой,
Расправлюсь завтра я с тобой!А Катька где? — Мертва, мертва!
Простреленная голова!
Что Катька, рада? — Ни гу-гу…
Лежи ты, падаль, на снегу!Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!
7
Οι δώδεκα πάλι πιάνουν βήμα σταθερό,
Πίσω από τους ώμους ένα τουφέκι φονικό.
Μοναχά ο δόλιος ο φονιάς
Έχασε το κέφι του μεμιάς…Τρέχει να ξεφύγει από το κακό
Το βήμα βιάζει, χαλάει το ρυθμό
Έδεσε το μαντίλι γύρω από το λαιμό –
Πού να συνέλθει από τον καημό;…-Τι συμβαίνει, φιλαράκο;
-Σύντροφε, τι δε μιλιέσαι;
-Πού΄ν’το κέφι σου, Πετράκο;
Την Κατίνα συλλογιέσαι;
7
И опять идут двенадцать,
За плечами — ружьеца.
Лишь у бедного убийцы
Не видать совсем лица…Все быстрее и быстрее
Уторапливает шаг.
Замотал платок на шее —
Не оправиться никак…— Что, товарищ, ты не весел?
— Что, дружок, оторопел?
— Что, Петруха, нос повесил,
Или Катьку пожалел?
-Αχ, συντρόφοι μου καλοί,
Την κοπελιά αυτήν
πολύ την λαχταρούσα
Νύχτα μαύρη μεθυστική
Αγκαλιά με αυτήν
Συχνά πυκνά γλυκοπερνούσα…-Με μεθούσε η τσαχπινιά
Μες στα μάτια της τα φλογερά
Και η κόκκινη ελιά,
Πάνω στον ώμο της δεξιά,
Πάει, την σκότωσα, ο καταραμένος,
Απ΄τη ζήλια τυφλωμένος!-Κοίτα τον, τι λέει ο βλάκας,
Μπας και είσαι ντιπ μαλάκας;
-Είναι ώρα για κουβέντα;
Τι την μπλέκεις την ψυχή;
-Ίσιαξε το κορμί σου σβέλτα
-Κράτα ψηλά την κεφαλή!
— Ох, товарищи, родные,
Эту девку я любил…
Ночки черные, хмельные
С этой девкой проводил…— Из-за удали бедовой
В огневых ее очах,
Из-за родинки пунцовой
Возле правого плеча,
Загубил я, бестолковый,
Загубил я сгоряча… ах!— Ишь, стервец, завел шарманку,
Что ты, Петька, баба что ль?
— Верно, душу наизнанку
Вздумал вывернуть? Изволь!
— Поддержи свою осанку!
— Над собой держи контроль!
-Δεν είναι ώρα για νταλκάδες,
Ούτε για το ντάντεμα, μωρέ,
Μη μας βάζεις σε μπελάδες
Σύντροφέ μας, ακριβέ!Ο Πετρής επιβραδύνει
Τα γοργά του βήματα…
Τους νταλκάδες τους αφήνει
Ξαναβρίσκει της  χαράς πατήματα …Βρε! Κάπου να ξεσπάσουμε
την πλάκα μας να σπάσουμε!Βρε, κόσμε, αμπαρώστε τα νοικοκυριά,
Απόψε θα πλιατσικολογήσουμε γερά!
Ξεκλειδώστε τα κελάρια με τα κρασιά-
Απόψε θα  τα σπάσει όλα η φτωχολογιά!
— Не такое нынче время,
Чтобы няньчиться с тобой!
Потяжеле будет бремя
Нам, товарищ дорогой!И Петруха замедляет
Торопливые шаги…
Он головку вскидавает,
Он опять повеселел…Эх, Эх!
Позабавиться не грех!Запирайте етажи,
Нынче будут грабежи!
Отмыкайте погреба —
Гуляет нынче голытьба!
8
Αχ, αμάν! Φαρμάκι η ζωή
Αχ, αμάν! Βαρεμάρα βαρετή
Βαρεμάρα που ανοίγει πληγή!Για να ξεχαστώ
Θα γλεντήσω τον καιρό…Για να ξεχαστώ
Το κεφάλι θα χτυπώ…Για να ξεχαστώ
πασατέμπο θα μασουλώ…Για να ξεχαστώ
Το σουγιά μου θα μεταχειριστώ! …Βρε αστέ, με του σπουργίτη την καρδιά!
Άι φεύγα! Μην τραβήξω καμιά μαχαιριά
Για να ξεχάσω την αγάπη μου παλιά,
Με τα φρύδια μαύρα και καμαρωτά…

Γαλήνευσον, Κύριε, την ψυχήν του δούλου σου…

Ρύσαι με εκ της πλήξεως τρομερής !

8
Ох ты, горе-горькое!
Скука скучная,
Смертная!Ужь я времячко
Проведу, проведу…Ужь я темячко
Почешу, почешу…Ужь я семячки
Полущу, полущу…Ужь я ножичком
Полосну, полосну!..Ты лети, буржуй, воробышком!
Выпью кровушку
За зазнобушку,
Чернобровушку…Упокой, Господи, душу рабы Твоея…

Скучно!

9

Ο θόρυβος της πόλης δεν ηχεί,
Πάνω απ΄τον πύργο του Νέβα απλώνεται σιγή
Δεν υπάρχει πια η αστυφυλακή
Σπάστε τα, παιδιά, χωρίς κρασί!
Στο σταυροδρόμι στέκεται ένας αστός
Μες στο παλτό του ζαρώνοντας τα μέλη
Και δίπλα του τρίβεται ένας βρομερός
Κοπρίτης με την ουρά στα σκέλη.

Στέκεται λοιπόν ο αστός σαν τον κοπρίτη νηστικός,
Σάμπως ερωτηματικό βουβός ζαρώνοντας τα μέλη
Και σαν κοπρίτης ο κόσμος ο παλιός
Κρύβεται πίσω του με την ουρά στα σκέλη.

9
Не слышно шуму городского,
Над невской башней тишина,
И больше нет городового —
Гуляй, ребята, без вина!Стоит буржуй на перекрестке
И в воротник упрятал нос.
А рядом жмется шерстью жесткой
Поджавший хвост паршивый пес.Стоит буржуй, как пес голодный,
Стоит безмолвный, как вопрос.
И старый мир, как пес безродный,
Стоит за ним, поджавши хвост.
10
Δυναμώνει ο χιονιάς
Δυσκολεύουν τα πατήματα!
Από το χιόνι δε θωράς
Μες στα δυο βήματα!Απάνω το χιόνι σηκώνεται,
Ο χιονοστρόβιλος ορθώνεται…-Πω τι θύελλα ΄ναι αυτή, σώσον μας, Χριστέ!
-Βρε,  Πετρή! Τα΄χεις χάσει!
Τάχα πότε σε έχει σώσει, βρε αδερφέ,
Το χρυσό εικονοστάσι;Πόσο ανερμάτιστος πες να΄σαι,
Σκέψου κομματάκι  λογικά-
Ή τα χέρια σου δε στάζουν αίμα
Για της Κατίνας την αγκαλιά;-Κράτα βήμα επαναστατικό!
Κυνήγα τον άγρυπνο εχθρό!
Εμπρός, εμπρός, ωρέ
Εργαζόμενε λαέ!
10Разыгралась чтой-то вьюга,
Ой, вьюга́, ой, вьюга́!
Не видать совсем друг друга
За четыре за шага!Снег воронкой завился,
Снег столбушкой поднялся…— Ох, пурга какая, Спасе!
— Петька! Эй, не завирайся!
От чего тебя упас
Золотой иконостас?
Бессознательный ты, право,
Рассуди, подумай здраво —
Али руки не в крови
Из-за Катькиной любви?— Шаг держи революцьонный!
Близок враг неугомонный!
Вперед, вперед, вперед,
Рабочий народ!
11
…Προχωρούν χωρίς όσια και ιερά
Και οι δώδεκα μπροστά.
Έτοιμοι για όλα τα στραβά,
Δίχως λύπηση καμιά…Τα σιδερένια τους τουφέκια
Σημαδεύουν τον αόρατο εχθρό …
Μες στα σκοτεινά σοκάκια,
Όπου η χιονοθύελλα λυσσομανά
Μες στις στοιβάδες από χιόνια –
Όπου το πόδι πατά στα μαλακά…
Ως σταθερός προσανατολισμός
Η κόκκινη παντιέρα τους καλεί
Ο ρυθμικός τους βηματισμός
Γύρω γύρω αντηχεί
Ο άσπονδος εχθρός
Όπου να΄ναι θα φανεί…Η θύελλα τους τυφλώνει
Τους ρίχνει μες στα μάτια χιόνι
μέρα νύχτα τους παγώνει …Εμπρός, εμπρός ωρέ
Ω εργαζόμενε λαέ!
11
… И идут без имени святого
Все двенадцать — вдаль.
Ко всему готовы,
Ничего не жаль…Их винтовочки стальные
На незримого врага…
В переулочки глухие,
Где одна пылит пурга…
Да в сугробы пуховые —
Не утянешь сапога…В очи бьется
Красный флаг.
Раздается
Мерный шаг.
Вот — проснется
Лютый враг…И вьюга́ пылит им в очи
Дни и ночи
Напролет…
Вперед, вперед,
Рабочий народ!
12

… Την πορεία συνεχίζουν στιβαρά…
– Άλτ! Ποιος σαλεύει εκεί πέρα;
Κανείς. Είν΄ το παιχνίδι του αέρα
που φλερτάρει χαρωπά
με την κόκκινη παντιέρα…

Μπροστά ορθώνεται  βουνό το χιόνι,
– Φανερώσου όποιος κρύβεται εκεί!…
Ενώ ξοπίσω τους χωλαίνει
Μονάχα ένα ψωριάρικο θεονήστικο σκυλί…

-Ξεκουμπίσου, χολεριασμένο,
Αλλιώς δε γλιτώνεις από ξιφολόγχη αιχμηρή!
Ρε παλιέ κόσμε, σαν το σκυλί αρρωστημένο
Χάσου, αλλιώς σε περιμένει η στιβαρή πυγμή!

Ο σκύλος ξεπαγιασμένος χωρίς αφεντικά –
Γρυλλίζει σαν τον πεινασμένο λύκο απειλητικά –
Με την ουρά στα σκέλη τους ακολουθεί από κοντά…
-Βρε μίλα, ποιος είσαι; Αναφέρσου κανονικά!

12
… Вдаль идут державным шагом…
— Кто еще там? Выходи!
Это — ветер с красным флагом
Разыгрался впереди…Впереди — сугроб холодный,
— Кто в сугробе — выходи!..
Только нищий пес голодный
Ковыляет позади…— Отвяжись ты, шелудивый,
Я штыком пощекочу!
Старый мир, как пес паршивый,
Провались — поколочу!… Скалит зубы — волк голодный —
Хвост поджал — не отстает —
Пес холодный — пес безродный …
— Эй, откликнись, кто идет?
– Ποιος ανεμίζει άραγε την κόκκινη παντιέρα;
– Πού να τον δεις  με τούτο το σκοτάδι,
– Νάτος! Κινείται σαν τον ίσκιο εκεί πέρα,
Κρύβεται πίσω απ΄τα σπίτια, το ρημάδι;-Θα σε πιάσω πού θα μου πας,
Κάλλιο παραδώσου ζωντανός
-Ρε άνθρωπε, μη μου το χαλάς,
Βγες, αλλιώς θα πέσει ο πυροβολισμός!Μπαμ αναμπάμ ! – μονάχα η ηχώ
Αντιλαλεί στο δρόμο σκοτεινό
Και η θύελλα σφυρά μελωδικά
Γελώντας μαζί τους μοχθηράΜπαμ- μπαμ – αναμπάμ!
Μπαμ- μπαμ – αναμπάμ…
… Την πορεία συνεχίζουν στιβαρά –
Από πίσω το θεονήστικο σκυλί τους ακολουθά,
Μπροστά με την ματοβαμμένη παντιέρα ψηλά
Αόρατος  μες στο χιονιά
Άτρωτος στην τουφεκιά
Μες στη θύελλα με την ανάλαφρη πατημασιά
Πάνω  στου χιονιού την μαργαριταρένια απλωσιά
Στεφανωμένος με τα ρόδα τα λευκά
Ο Ιησούς Χριστός φαντάζει αμυδρά.
— Кто там машет красным флагом?
— Приглядись-ка, эка тьма!
— Кто там ходит беглым шагом,
Хоронясь за все дома?— Все равно, тебя добуду,
Лучше сдайся мне живьем!
— Эй, товарищ, будет худо,
Выходи, стрелять начнем!Трах-тах-тах! — И только эхо
Откликается в домах…
Только вьюга долгим смехом
Заливается в снегах…
Трах-тах-тах!
Трах-тах-тах…
… Так идут державным шагом —
Позади — голодный пес,
Впереди — с кровавым флагом,
И за вьюгой невидим,
И от пули невредим,
Нежной поступью надвьюжной,
Снежной россыпью жемчужной,
В белом венчике из роз —
Впереди — Исус Христос.

Και τώρα πάλι σε δίστηλο, η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα (εκδ. Γκοβόστης) μαζί με το ρωσικό πρωτότυπο:

 

Δώδεκα, Αλέξανδρος Μπλοκ, μτφρ. Γ. Μπλάνας

1

Μαύρη ΄ναι η νύχτα
Λευκό το χιόνι.
Λυσσάει ο άνεμος, λυσσάει: πάει
Να σε σωριάσει
Χάμω – σαρώνει
Απ΄άκρη σ΄άκρη τη Θεία Πλάση!

Александр Блок, ДВЕНАДЦАТЬ

1
Черный вечер.
Белый снег.
Ветер, ветер!
На ногах не стоит человек.
Ветер, ветер —
На всем Божьем свете!

Λυσσάει, σηκώνει
Ψηλά το αφράτο
Χιόνι: από κάτω πάγος σκληρός
Και γλιστερός.
Πάτα γερά!
Πρόσεχε! Έπεσε! Τον φουκαρά!
Завивает ветер
Белый снежок.
Под снежком — ледок.
Скользко, тяжко,
Всякий ходок
Скользит — ах, бедняжка!
Από σπίτι σε σπίτι
Απλωμένο,
το πανό γερά δεμένο:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Από κάτω μια γριά κοιτάει
Δεν ξέρει τι σημαίνει
Αυτό το πράγμα – μοιρολογεί!
Πάει χαμένο τόσο πανί!
Τόσο πανί για ένα πανό!
Ένα σωρό ποδοφάσκια θα΄χα βγάλει για τα δύστυχα παιδιά,
Τριγυρίζουν ξυπόλυτα, γυμνά…
От здания к зданию
Протянут канат.
На канате — плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию!»
Старушка убивается — плачет,
Никак не поймет, что значит,
На что такой плакат,
Такой огромный лоскут?
Сколько бы вышло портянок для ребят,
А всякий — раздет, разут…
Σαν την πουλάδα η γριά
Πιλαλάει μες στον χιονιά.
-Βοήθα, Παρθένα μου! Οι Μπολσεβίκοι
Θα μας σφάξουν σαν τα ζα!Δαγκώνει ο άνεμος!
Δεν πάει πίσω η παγωνιά!
Για δες εκεί στη διασταύρωση τον μπουρζουά:
βαθιά χωμένη η μύτη στον γιακά.
Старушка, как курица,
Кой-как перемотнулась через сугроб.
— Ох, Матушка-Заступница!
— Ох, большевики загонят в гроб!Ветер хлесткий!
Не отстает и мороз!
И буржуй на перекрестке
В воротник упрятал нос.
Ποιος να΄ναι; Η κόμη του λυτή
Στους ώμους και μονολογεί!
-Αληταρία!
-Πάει η Ρωσία!
Κάνας συγγραφέας θα΄ναι –
Απ΄ αυτούς που όλο μιλάνε και μιλάνε…Μεγαλοσχήμων ίσκιος προβαίνει
Μέσα στο χιόνι – πάει μουλωχτά…
Δύσκολες μέρες ψωμί δε βγαίνει,
Ε, σύντροφε παπά;Θυμάσαι τότε που τριγυρνούσες καμαρωτός:
Μπροστά σαν τούμπανο η κοιλιά,
Κι άστραφτε πάνω της σταυρός
Να λάβει φώτιση ο λαός;
А это кто? — Длинные волосы
И говорит вполголоса:
— Предатели!
— Погибла Россия!
Должно быть, писатель —
Вития…А вон и долгополый —
Сторонкой — за сугроб…
Что нынче невеселый,
Товарищ поп?Помнишь, как бывало
Брюхом шел вперед,
И крестом сияло
Брюхо на народ?
Να μια δεσποινίς με Αστραχάν
Και γυρίζει, λέει στην συνοδό της:
-Κλαίγαμε, κλαίγαμε…
Και ξαφνικά γλιστράει
-Αμάν! Πάρ΄την κάτω σαν σακί!
Πω, πω! Τι τούμπα ήταν αυτή!
Δώστε ένα χέρι να σηκωθεί!Ο άνεμος παλαβώνει.
Μια χαϊδεύει, μια δαγκώνει
Σηκώνει φούστες και παλτά
Θερίζει τους διαβάτες σαν σπαρτά.
Πιάνει, σκίζει, κουρελιάζει το τεράστιο πανό
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Σκορπίζουν τα λόγια από δω κι από κει.
…Είχαμε κι εμείς «συντακτική»
…σ΄αυτό το κτήριο, εκεί…
…τα συζητήσαμε-
Τα συμφωνήσαμε:
Δέκα την ώρα – διανυκτέρευση ΄κοσ΄πέντε…
…ντάγκα-ντάγκα…
…και βουρ στο κρεβάτι με τον μάγκα…
Вон барыня в каракуле
К другой подвернулась:
— Ужь мы плакали, плакали…
Поскользнулась
И — бац — растянулась!
Ай, ай!
Тяни, подымай!Ветер веселый
И зол, и рад.
Крутит подолы,
Прохожих косит,
Рвет, мнет и носит
Большой плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию»…
И слова доносит:
… И у нас было собрание…
… Вот в этом здании…
… Обсудили —
Постановили:
На время — десять,
на ночь — двадцать пять…
… И меньше — ни с кого не брать…
… Пойдем спать…
Αργά το βράδυ.
Άδειος ο δρόμος.
Ένας αλήτης βαδίζει
Βαριά, σκυφτά,
Ο άνεμος σφυρίζει…
Ψιτ, Ομορφούλα!
Είσαι για ένα
Φιλί στη ζούλα;Ψωμί!
Πού πάμε!
Προχώρα!Μαύρος, μαύρος ουρανός.
Θυμός, θυμός σκοτεινός
Βράζει βαθιά στο στήθος: στυγνός, ιερός…Σύντροφε! Τα μάτια σου
Πάντα ανοιχτά!
Поздний вечер.
Пустеет улица.
Один бродяга
Сутулится,
Да свищет ветер…
Эй, бедняга!
Подходи —
Поцелуемся…
Хлеба!
Что впереди?
Проходи!Черное, черное небо.
Злоба, грустная злоба
Кипит в груди…
Черная злоба, святая злоба…Товарищ! Гляди
В оба!
2

Λυσσάει ο άνεμος, φτεροκοπάει το χιόνι σαν τρελό.
Δώδεκα αυτοί και προχωρούν μέσα στον χαλασμό.
Χιαστί των τουφεκιών μαύρα λουριά
Κι όλα γύρω φωτιά…Τσιγάρο βαρύ στα χείλια οι παίδες
Τους λείπουν μόνο οι χειροπέδες!

Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!

Μπαμ, μπαμ, μπαμ!

Τι ψοφόκρυο είναι, σύντροφοι, αυτό!

2

Гуляет ветер, порхает снег.
Идут двенадцать человек.
Винтовок черные ремни,
Кругом — огни, огни, огни…

В зубах — цыгарка, примят картуз,
На спину б надо бубновый туз!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Тра-та-та!
Холодно, товарищи, холодно!

-Αλλά ο Βάνια και η Κάτια στην ταβέρνα είναι ωραία…
– Στην καλτσοδέτα, του Κέρενσκη το πληθωριστικό!
-Τα κονόμησε ο Βάνια τελευταία…
-Ήταν δικός μας, αλλά πήγε στον στρατό!-Κάθαρμα, Βάνια, μπουρζουά έλα αποδώ
Αν σου βαστάει να δεις φιλιά!Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Την κάνει η Κάτια στον Βάνια την δουλειά
-κανονικά!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
— А Ванька с Катькой — в кабаке…
— У ей керенки есть в чулке!
— Ванюшка сам теперь богат…
— Был Ванька наш, а стал солдат!— Ну, Ванька, сукин сын, буржуй,
Мою, попробуй, поцелуй!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Катька с Ванькой занята —
Чем, чем занята?..
Тра-та-та!
Όλα γύρω φωτιά…
Στον ώμο τα τουφέκια κρεμασμένα…
Προχωρείτε, επαναστάτες – πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
Σύντροφε, βάρα στο ψαχνό
Την Αγία Ρωσία –
Την χωραφού
Την καλυβού,
Την κωλαρού!
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Кругом — огни, огни, огни…
Оплечь — ружейные ремни…
Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!Товарищ, винтовку держи, не трусь!
Пальнем-ка пулей в Святую Русь —
В кондовую,
В избяную,
В толстозадую!
Эх, эх, без креста!
3

Καμαρωτοί οι λεβέντες μας πήγαν να πολεμήσουν
Στον Κόκκινο Στρατό –
Στον Κόκκινο Στρατό –
Για την τιμή της εργατιάς το αίμα τους να χάσουν!Πικρός ο κόρφος σου ζωή,
τ΄αχείλι σου γλυκό!
Έχω μια χλαίνη κουρελιασμένη
κι ένα τουφέκι αυστριακό!

Τρομάζει, τρέχει, σκούζει ο μπουρζουάς.
Τον κόσμο θα τον κάψουμε
Στο αίμα θα το βάψουμε –
Κύριε, ελέησον ημάς!

3

Как пошли наши ребята
В красной гвардии служить —
В красной гвардии служить —
Буйну голову сложить!Эх ты, горе-горькое,
Сладкое житье!
Рваное пальтишко,
Австрийское ружье!

Мы на горе всем буржуям
Мировой пожар раздуем,
Мировой пожар в крови —
Господи, благослови!

4

Το χιόνι στροβιλίζεται, ουρλιάζει ο αμαξάς,
Ο Βάνια και η Κάτια προελαύνουν –
Μπροστά φανάρια ηλεκτρικά…
Φευγάτε, ρε, μην σας πατήσει!
Χα, χα, χα!Χλαίνη στρατιωτική, βλακοφυσιογνωμία-
Στρίβει, στρίβει το μουστάκι με μανία
Το κατσαροτσιγκελώνει
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…

Γεια σου Βάνια μπρατσαρά!
Γεια σου Βάνια φαφλατά!
Την χαζή Κάτια χουφτώνει,
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…

Τον κοιτάζει τάχατες μου ντροπαλά:
Δυο σειρές μαργαριτάρια τα δοντάκια,
Αχ, εσύ,Κάτια μου, γλυκιά μου Κάτια
Αχ, αφράτο μου κουκλί…

4

Снег крутит, лихач кричит,
Ванька с Катькою летит —
Елекстрический фонарик
На оглобельках…
Ах, ах, пади!..Он в шинелишке солдатской
С физиономией дурацкой
Крутит, крутит черный ус,
Да покручивает,
Да пошучивает…

Вот так Ванька — он плечист!
Вот так Ванька — он речист!
Катьку-дуру обнимает,
Заговаривает…

Запрокинулась лицом,
Зубки блещут жемчугом…
Ах ты, Катя, моя Катя,
Толстоморденькая…

5

Στον λαιμό σου, η μαχαιριά,
Κάτια μου, έχει γίνει ουλή.
Όμως κάτω απ΄ το βυζί
Είναι φρέσκια, αιμορραγεί!
Ε, ρε, γλέντια και χοροί!
Παναγιά μου, ένα παιδί!

Με δαντελωτά βρακιά
Έκανες την τσάρκα σου-
Και οι αξιωματικοί
Γλένταγαν την σάρκα σου.

Πού΄ναι τώρα τα βρακιά σου
Και τα καβαλήματά σου;

5

У тебя на шее, Катя,
Шрам не зажил от ножа.
У тебя под грудью, Катя,
Та царапина свежа!

Эх, эх, попляши!
Больно ножки хороши!

В кружевном белье ходила —
Походи-ка, походи!
С офицерами блудила —
Поблуди-ка, поблуди!

Эх, эх, поблуди!
Сердце екнуло в груди!

Θυμάσαι κείνον τον γαλονά-
Του΄χωσες την μαχαιριά…
Θυμήσου, Κάτια μου, θυμήσου τα όλα!
Τι έγινε –τα ξέχασες μωρή παλιοκαριόλα;
Θα τα θυμηθείς, ωστόσο,
Όλα, όταν σε κουτουπώσω!
Μου φορούσες γκρι μποτάκια,
Έτρωγες σοκολατάκια,
Και δεν έπαιρνες κανέναν,
αν δεν ήταν βαθμοφόρος ευγενής.
Τώρα γύρισε η τύχη
κι έπεσες στους σκαπανείς.
Γλέντα, Κάτια η αμαρτία
Σώζει –είναι ευλογία!
Помнишь, Катя, офицера —
Не ушел он от ножа…
Аль не вспомнила, холера?
Али память не свежа?Эх, эх, освежи,
Спать с собою положи!Гетры серые носила,
Шоколад Миньон жрала,
С юнкерьем гулять ходила —
С солдатьем теперь пошла?Эх, эх, согреши!
Будет легче для души!
6
…Να τους πάλι –καλπάζουν, σαρώνουν το χιόνι
Μουγκρίζει, ουρλιάζει, ο αμαξάς, μαστιγώνει…
Αλτ! Απάνω τους Αντριούχα!
Χύνεται μπροστά ο Πετριούχα!
Μπαμ, μπαμ! Σύννεφο το χιόνι:
Στ΄ουρανού κατά τα μέρη άσπρη, παγωμένη σκόνη! …Κόβει λάσπη ο αμαξάς –με τον Βάνια… Τι κοιτάς;
Όπλισε και ξαναρίξε! Θα μας φύγει ο κερατάς!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Πάρ΄τα κορτάκια,
…………………………………………………………..
Για να μην ξανακολλήσεις σ΄αλλωνών τα γκομενάκια!
Έφυγες, παλιοκαθίκι! Δεν τελειώσαμε εδώ!
Είσαι τελειωμένος λέρα! Κάπου θα σε ξαναβρώ!Μα η Κάτια … Πού είναι η Κάτια; Είναι νεκρή!
Με μια σφαίρα στο κεφάλι, αιμορραγεί!Είσαι καλά, Κάτια μου, τώρα;
Είσαι ικανοποιημένη;
Δεν μου κελαηδάς, ε;
Μείνε τώρα κούκλα μου εκεί, σαν κουρούνα παγωμένη!Προχωρείτε επαναστάτες –πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
6
… Опять навстречу несется вскачь.
Летит, вопит, орет лихач…
Стой, стой! Андрюха, помогай!
Петруха, сзаду забегай!..Трах, тарарах-тах-тах-тах-тах!
Вскрутился к небу снежный прах!..
Лихач — и с Ванькой — наутек…
Еще разок! Взводи курок!..
Трах-тарарах! Ты будешь знать,
………………………………………………………………
Как с девочкой чужой гулять!..
Утек, подлец! Ужо, постой,
Расправлюсь завтра я с тобой!А Катька где? — Мертва, мертва!
Простреленная голова!
Что Катька, рада? — Ни гу-гу…
Лежи ты, падаль, на снегу!Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!
7
Ξαναπιάνουν οι δώδεκα το ρωμαλέο ρυθμό
της πορείας τους. Μόνο ο φτωχός
δολοφόνος βαδίζει βουβός,
σκυθρωπός, σκοτεινός…
Προχωρά νευρικά, σαν να θέλει να φύγει
Στον λαιμό το μαντίλι τον πνίγει
Το τραβάει να το λύσει-
Θέλει μα δεν μπορεί να λησμονήσει…-Τι έγινε, ρε σύντροφε, που πας;
-Ρε φιλαράκο, γιατί δε μιλάς;
-Ρε Πετρούχα, λυπάσαι την Κάτια; Ντροπή!
-Ψηλά το κεφάλι, ρε συ!
7
И опять идут двенадцать,
За плечами — ружьеца.
Лишь у бедного убийцы
Не видать совсем лица…Все быстрее и быстрее
Уторапливает шаг.
Замотал платок на шее —
Не оправиться никак…— Что, товарищ, ты не весел?
— Что, дружок, оторопел?
— Что, Петруха, нос повесил,
Или Катьку пожалел?
-Αχ, αδέρφια, σύντροφοί μου,
Το αγαπούσα το κορίτσι –ήταν δική μου …
Πόσα βράδια σκοτεινά στην αγκαλιά της,
Μέθυσα με τα φιλιά της…-Για λάμψη ειρωνική
Στο φλογερό της βλέμμα
Για ένα σημάδι πορφυρό
Στον ώμο της τον δεξιό,
Της πήρα ο άθλιος τη ζωή,
την έπνιξα, ο τρελός στο αίμα!-Άσε τα κλαψουρίσματα, ρε Πέτια!
Είσαι καμιά λιπόψυχη, πορδόλυσσα γριά;
Χάζεψες, ρε ζωντόβολο; Λυπήσου την ψυχή σου!
Σταμάτα να την σκέφτεσαι –ξύπνα! Έλεος πια!
Θάρρος, μωρέ: στήθος μπροστά, μέσα η κοιλιά σου!
-Δείξε το ανάστημά σου!
— Ох, товарищи, родные,
Эту девку я любил…
Ночки черные, хмельные
С этой девкой проводил…— Из-за удали бедовой
В огневых ее очах,
Из-за родинки пунцовой
Возле правого плеча,
Загубил я, бестолковый,
Загубил я сгоряча… ах!— Ишь, стервец, завел шарманку,
Что ты, Петька, баба что ль?
— Верно, душу наизнанку
Вздумал вывернуть? Изволь!
— Поддержи свою осанку!
— Над собой держи контроль!
-Δεν μας παίρνει
Να νταντεύουμε κανέναν, τέτοια ώρα!
Μας κολλάει, μας μποδάει, μας βαραίνει,
Σύντροφε –κατάλαβέ το, πάρε ανάσα και προχώρα!Ο Πετρούχα κοντοστέκεται και αρχίζει
Να βαδίζει με ρυθμό κανονικό…
Το κεφάλι ψηλά, το ηθικό
Ακμαιότατο… Βρήκε το κέφι του πάλι…Βρε, άντε από κει!
Δεν είναι ντροπή να γλεντάς τη ζωή!Κλείστε δώμα και κατώγι
Έρχονται οι πλιατσικολόγοι!
Ντου στου κελαριού το έμπα –
Να το τσούξει και η πλέμπα!
— Не такое нынче время,
Чтобы няньчиться с тобой!
Потяжеле будет бремя
Нам, товарищ дорогой!И Петруха замедляет
Торопливые шаги…
Он головку вскидавает,
Он опять повеселел…Эх, Эх!
Позабавиться не грех!Запирайте етажи,
Нынче будут грабежи!
Отмыкайте погреба —
Гуляет нынче голытьба!
8

Μαύρη μαυρίλα!
Βαριεστημάρα, πικροπικρίλα
Και θανατίλα!Έχω ένα κάρο χρόνο
Να σκοτώσω τον σκοτώνω…

Έχω κούτρα και την ξύνω
Και την ξύνω και την ξύνω…

Βρίσκω και κάνα σποράκι,
Το μασάω και το φτύνω…

Έχω κι ένα σουγιαδάκι, το ανοίγω και στην δίνω!

Πίσω, μπουρζουά, ζουλάπι!
Τρέχα το αίμα θα σου πιω
Για την όμορφη μου αγάπη
Με το κορακόφρυδο…

Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου εν…
Βαριεστημάρα!

8
Ох ты, горе-горькое!
Скука скучная,
Смертная!Ужь я времячко
Проведу, проведу…Ужь я темячко
Почешу, почешу…Ужь я семячки
Полущу, полущу…Ужь я ножичком
Полосну, полосну!..Ты лети, буржуй, воробышком!
Выпью кровушку
За зазнобушку,
Чернобровушку…Упокой, Господи, душу рабы Твоея…

Скучно!

9

Ο θόρυβος της πόλης εξέλιπε. Σιωπή
Ύπερθεν του ακρόπυργου της Νιέβσκι εξηπλούτο.
Σώπασαν οι μπάτσοι, από νωρίς «εξέλιπε» το κνούτο-
Γλεντήστε τώρα, μάγκες μου, δίχως γουλιά κρασί!

Στο σταυροδρόμι ο μπουρζουάς: χωμένη στο γιακά
Η μύτη του κι ένα σκυλί τρισάθλιο, φαγωμένο
Από τους ψύλλους, κάθεται δίπλα του παγωμένο
Με την ουρά στα σκέλια και γρυλίζει σιγανά.

Σαν το σκυλί ο μπουρζουάς, ψωριάρης πεινασμένος
Στέκεται εκεί: ένα βουβό ερωτηματικό.
Και δίπλα ο κόσμος ο παλιός, γρυλίζει κουρνιασμένος,
Με την ουρά στα σκέλη μπας και βρει παρηγοριά

9

Не слышно шуму городского,
Над невской башней тишина,
И больше нет городового —
Гуляй, ребята, без вина!Стоит буржуй на перекрестке
И в воротник упрятал нос.
А рядом жмется шерстью жесткой
Поджавший хвост паршивый пес.

Стоит буржуй, как пес голодный,
Стоит безмолвный, как вопрос.
И старый мир, как пес безродный,
Стоит за ним, поджавши хвост.

10

Παίρνει πάλι να φυσάει
Ο χιονιάς –λυσσάει, λυσσάει!
Ούτε τη μύτη τους δε βλέπουν –πόσο μάλλον
Ο ένας τον άλλον.Στροβιλίζεται το χιόνι: ένα χωνί
Και στο κέντρο του προβάλλει μια μορφή σατανική…

Τι χαλασμός! Λυπήσου μας ο εν τοις ουρανοίς!
-Κατούρα μας, ρε Πέτια! Δεν πρόκειται να δεις
Καλό απ΄το σταυρί κι από την αγιαστούρα!
Είσαι χαζός; Σκέψου τι λες και συγκεντρώσου-

Βάλε κάτω το νιονιό σου!
-Έβαψες τα χέρια σου με αίμα,
Για την Κάτια, για ένα ψέμα;
-Εμπρός με βήμα σταθερό, επαναστατικό!
Μην υποτιμάτε τον εχθρό!

Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
τιμημένη εργατιά!

10

Разыгралась чтой-то вьюга,
Ой, вьюга́, ой, вьюга́!
Не видать совсем друг друга
За четыре за шага!Снег воронкой завился,
Снег столбушкой поднялся…

— Ох, пурга какая, Спасе!
— Петька! Эй, не завирайся!
От чего тебя упас
Золотой иконостас?
Бессознательный ты, право,
Рассуди, подумай здраво —
Али руки не в крови
Из-за Катькиной любви?

— Шаг держи революцьонный!
Близок враг неугомонный!
Вперед, вперед, вперед,
Рабочий народ!

11
…και προχωρούν χωρίς θεό
Κι αγίους. Προχωρούν:
Δώδεκα-κι όλα τα ζητούν,
και τίποτα δε συγχωρούν …Έχουν ατσάλι πυρωμένο
για τον αόρατο εχθρό…
που κρύβεται μες στα σκοτάδια
σε κάθε έρημο στενό…
αχόρταγο ζητάει το χιόνι
τις μπότες τους να καταπιεί…Κόκκινη σαν τη σημαία
Ανεμίζει η ματιά τους.Βροντούν, μουγκρίζουν
Τα βήματά τους.Οι εχθροί! Προσέξτε!
Οπλίστε! Να τους!Και το χιόνι που τους ζώνει
Μέρα- νύχτα τους τυφλώνει!…Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
Τιμημένη εργατιά!
11
… И идут без имени святого
Все двенадцать — вдаль.
Ко всему готовы,
Ничего не жаль…Их винтовочки стальные
На незримого врага…
В переулочки глухие,
Где одна пылит пурга…
Да в сугробы пуховые —
Не утянешь сапога…В очи бьется
Красный флаг.
Раздается
Мерный шаг.
Вот — проснется
Лютый враг…И вьюга́ пылит им в очи
Дни и ночи
Напролет…
Вперед, вперед,
Рабочий народ!
12

…Προχωρούν μαχητικά…
-Ποιος είναι εκεί; Έβγα μπροστά!
Σιωπή – μονάχα ο άνεμος χτυπά
Την κόκκινη σημαία με μανία…

Μπροστά τους ένα ψήλωμα από χιόνι,
-Βγες, αλλιώς δεν σε γλυτώνει τίποτα! Ξανά σιωπή!
Και προβάλει πεινασμένο, σέρνοντας, ξεπαγιασμένο,
Ένα ψωραλέο σκυλί…

Ξου, κοπρίτη! Αλλιώς σε σφάζω
Με την ξιφολόγχη! Χάσου
Κόσμε παλιέ, αλλιώς σε βάζω
Κάτω και τρώω τα σωθικά σου!

…δείχνει τα δόντια του, γρυλίζει – σαν λύκος πεινασμένος-
Η ουρά στα σκέλια – δε σαλεύει-
Ένας σκύλος δίχως σπίτι – ένας σκύλος παγωμένος…
-Μίλα, ρε, ποιος είναι εκεί;

12

… Вдаль идут державным шагом…
— Кто еще там? Выходи!
Это — ветер с красным флагом
Разыгрался впереди…Впереди — сугроб холодный,
— Кто в сугробе — выходи!..
Только нищий пес голодный
Ковыляет позади…

— Отвяжись ты, шелудивый,
Я штыком пощекочу!
Старый мир, как пес паршивый,
Провались — поколочу!

… Скалит зубы — волк голодный —
Хвост поджал — не отстает —
Пес холодный — пес безродный …
— Эй, откликнись, кто идет?

Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη σημαία;
-Τι μαυρίλα είναι, ρε σύντροφοι, αυτή!
-Ποιος πηγαίνει τοίχο-τοίχο, σαν σκιά;
Γιατί βιάζεσαι; Ωραία, θα σου δείξω εγώ…
– Ρε συ, όσο είσαι ζωντανός.
Έβγα έξω μην σε βγάλω πεθαμένο!
Ρε τι πράγμα είναι αυτός!
Ε, δεν θα σε περιμένω…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Η τουφεκιά
Πόρτα πόρτα αντιλαλεί… Ύστερα όλα σιωπηλά…
Μόνο η θύελλα λυσσάει γύρω τους – και ξαφνικά…
Ναι – γελάει γελάει, γελάει σου χιονιού την ερημιά…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!…Προχωρούν μαχητικά-
Πίσω ο σκύλος πεινασμένος και μπροστά
-με την κόκκινη σημαία αιματωμένη-
Άγγιχτη από τις σφαίρες και τον άγριο χιονιά,
-μ΄ ένα μαργαριταρένιο
Πέπλο άσπιλου χιονιού
Και λευκά ρόδα στεμμένη-
Μ΄ αλαφρό πόδι προβαίνει
Η μορφή του Ιησού Χριστού.
— Кто там машет красным флагом?
— Приглядись-ка, эка тьма!
— Кто там ходит беглым шагом,
Хоронясь за все дома?— Все равно, тебя добуду,
Лучше сдайся мне живьем!
— Эй, товарищ, будет худо,
Выходи, стрелять начнем!Трах-тах-тах! — И только эхо
Откликается в домах…
Только вьюга долгим смехом
Заливается в снегах…
Трах-тах-тах!
Трах-тах-тах…
… Так идут державным шагом —
Позади — голодный пес,
Впереди — с кровавым флагом,
И за вьюгой невидим,
И от пули невредим,
Нежной поступью надвьюжной,
Снежной россыпью жемчужной,
В белом венчике из роз —
Впереди — Исус Христос.

 

Η μετάφραση της Ranele μού φαίνεται πιο πιστή, αλλά βρίσκω πως ο Μπλάνας έχει συνολικά πιο πετυχημένες ποιητικές επιλογές -αν και σε ορισμένα σημεία μού αρέσουν περισσότερο οι λύσεις που βρήκε η Ranele.

Η οποία μού έστειλε επίσης ένα μικρό απόσπασμα από τη μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου -το τέλος του ποιήματος. Νομίζω πως το φινάλε του Ρίτσου, με το «Ιησούς Χριστός» απαραιτητα στην ονομαστική, όπως και στα ρώσικα, είναι το πιο πετυχημένο από τα τρία.

Οι Δώδεκα [απόσπασμα]

[απόδοση: Γιάννης Ρίτσος]

 

Πρώτος, δεύτερος, τρίτος,
τέταρτος, πέμπτος, έκτος,
έβδομος, όγδοος, ένατος,
δέκατος, ενδέκατος…
Δώδεκα.

Με βήμα σίγουρο, βαδίζουν πέρα… Πέρα…

-Τις ει; Τις ει; Έβγα όξω!
Τσιμουδιά!…

Ο άνεμος μόνο με την κόκκινη παντιέρα, παίζει μπροστά…
Μπροστά το χιόνι, στοίβες χιόνι, παγωμένο.

-Τις ει;

Ποιος είναι μες στο χιόνι; Έβγα από κει.

Τίποτα, μόνο ένα σκυλί ξεπηδισμένο
τραβάει κουτσαίνοντας, ψωριάρικο σκυλί…
-Όξω σου λέω, για ξεκουμπίσου κασιδιάρη
μ’ αυτή τη λόγχη το λαιμό σου γαργαλώ!
Κόσμε παλιέ, σκύλε μαγκούφη και ψωριάρη
χάσου από μπρος μου, αλλιώς στο χώμα σε πατώ.
Δείχνει τα δόντια, όμοιος με πεινασμένο λύκο
πεσμένη η ουρά του, μα ούτε ρούπι παρακεί.
-Σκύλε ορφανέ, σκύλε λιμάρη,
Ε, άιντε σήκω,
Έι, αποκρίσου το λοιπόν…

Τις ει; Τις ει;

Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη παντιέρα;
…Για κοίτα ντε… τι σκοτεινιά, τι σκοτεινιά…
-Ποιος με το βήμα έτσι γοργό φτάνει από πέρα
τοίχο τον τοίχο στων σπιτιώνε τη σκιά;

Δε μου γλιτώνεις
σού μυρίζεται κουμπούρα
τη ζωή σου αν θες, κάλλιο τα χέρια σου ψηλά
Έι! ΄Ει! συντρόφι, σού το λέω, θάν τα βρεις σκούρα
έβγα σού λέω
αλλιώς θα ρίξω στα στραβά,

Τραχ ταχ ταχ …
Κι αντηχεί, Θέ μου, μόνο η ηχώ, σπίτι το σπίτι…
μόνο ο σαρκασμός του ανέμου
σβήνει στου χιονιού την κοίτη…
Τραχ, ταχ, ταχ…
Τράχ, ταχ, ταχ…
Με το βήμα το πλατύ, βαδίζουν πέρα…
Πίσω, ο πεινασμένος σκύλος…
Μπρος, μ’ αιμάτινη παντιέρα
άφαντος πίσω απ’ το χιόνι…
κι ούτε σφαίρα τον λαβώνει
πάνω από την καταιγίδα
μ’ ένα βήμα πουπουλένιο
σ’ ένα σπίθισμα νιφάδων μαργαριταρένιο
με στεφάνι από άσπρα ρόδα…
σιωπηλός…
πάει μπροστά
ο Ιησούς Χριστός!

Posted in Επετειακά, ΕΣΣΔ, Μεταφραστικά, Ποίηση, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 68 Σχόλια »

Τι αντιπροσωπεύουν οι καλικάντζαροι; (συνεργασία του Χρίστου Δάλκου)

Posted by sarant στο 5 Ιανουαρίου, 2018

Αύριο έχουμε την εορτή των Φώτων, όπου σύμφωνα με τις παραδόσεις εκδιώκονται οι Καλικάντζαροι. Τα πονηρά αυτά ξωτικά έχουν προκαλέσει πολλούς πονοκεφάλους στους ασχολούμενους με την ετυμολογία, αφού για την προέλευση της λέξης «καλικάντζαρος» έχουν διατυπωθεί πολλές υποθέσεις χωρίς καμιά τους να έχει γνωρίσει γενική αποδοχή.

Με την ευκαιρία αυτή, φιλοξενώ με χαρά μια συνεργασία του φίλου Χρίστου Δάλκου, στην οποία διατυπώνει μια εικασία, οχι απίθανη απ’ οσο μπορώ να κρίνω, για την πραγματική φύση και καταγωγή των Καλικαντζάρων. Μια και ο φίλος Χρίστος αρέσκεται να βάζει πάνω σε ορισμένα φωνήεντα κάτι περίεργα σημαδάκια, δεν θέλησα να του χαλάσω το χατίρι χρονιάρες μέρες και δεν κάνω καμιά επέμβαση στο κείμενό του. Να σημειώσω μόνο ότι τα «μειλίγματα» (προς το τέλος του κειμένου) είναι οι μικρές προσφορές, δωράκια.

 

Χρίστου Δάλκου: Τί ἀντιπροσωπεύουν, τέλος πάντων, οἱ καλικάντζαροι;

Πολλές εἶναι οἱ προσπάθειες πού ἔχουν ὥς τώρα γίνει γιά τήν διευκρίνηση τῆς φύσης καί τῆς καταγωγῆς τῶν Καλικαντζάρων, μόνο πού κατά κανόνα ξεκινοῦν ἀπό τήν ἐτυμολογική διερεύνηση τῆς ὀνομασίας τους: Ἀπό τό τουρκικό καρακόντζολος (B. Schmidt), ἀλβανικό καλλικάτσ᾿ (= ἱππαστί, C. Wachsmuth), καλός + κάνθαρος (Ἀ. Κοραῆς, Φ. Κουκουλές), λύκος + κάνθαρος (παλαιότερη γνώμη τοῦ Ν. Πολίτη), λύκος + ἄντζαρος (κυπρ. ἄντζαροι = ἄνδρες, Γ. Λουκᾶς), καλός + τσαγγίον καλίκι + τσαγγίον (= ὁ ἔχων καλά τσαγγία ἤ καλίκια ἀντί τσαγγίων, Ν. Πολίτης), καλός + γάντζος (= ὁ καλλιγάντζαρος Ποσειδῶν, γάντζον, ἤτοι τρίαιναν κρατῶν, Ἰ. Σβορῶνος), καλός + κένταυρος (J. Lawson), κᾶλον + κάνθαρος (Ἀ. Βάλληνδας), καλιγᾶτος (Κ. Οἰκονόμου), καρκάντζι + -αρος (καρκάντζι: κεκαυμένον, ξηρόν, τ.ἔ. καρκάντζαρος = «ὁ κεκαυμένος, ὁ ξηρός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἰσχνός, διότι εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ξηροῦ ἀκολουθεῖ ἡ τοῦ ἰσχνοῦ», Στ. Δεινάκις).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λαογραφία, Συνεργασίες, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 230 Σχόλια »

Καλιαρντά από το 1904!

Posted by sarant στο 27 Δεκέμβριος, 2017

Στο σημερινό άρθρο, που το παρουσιάζω μ’ ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση, η δική μου συμβολή είναι ελάχιστη. Το βασικό εύρημα, το οποίο πιστεύω ότι φέρνει επανάσταση στην ιστορία των Καλιαρντών, το οφείλουμε στον φίλο μας το Spatholouro, ο οποίος πρόσθεσε στην πορεία και άλλα πολύ ενδιαφέροντα ευρήματα από τις συνεχείς αναδιφήσεις του σε παλιές εφημερίδες. Πολύ σημαντικός ήταν και ο ρόλος του φίλου μας Nick Nicholas, που έστρεψε τη συζήτηση στα ρομανί και την τροφοδοτούσε σε τακτά διαστήματα με τα άρθρα που έγραφε (στα αγγλικά) στο ιστολόγιό του και με τα σχόλιά του εδώ. Όμως κι άλλοι φίλοι του ιστολογίου είχαν μικρότερη συμβολή -κι επειδή όλη αυτη η συζήτηση έγινε στα σχόλια ενός μάλλον άσχετου άρθρου, πήρα την πρωτοβουλία να παρουσιάσω εδώ τα πιο σημαντικά ευρήματα σε αυτοτελές άρθρο, έτσι που το εύρημα να έχει την προβολή που του αξίζει.

Λοιπόν, πριν από ένα μήνα, στο άρθρο μου όπου παρουσίασα το βιβλίο της Γ. Κατσούδα για το ιδίωμα των Κυθήρων, ο φίλος μας ο Νικ Νίκολας ανέφερε σε σχόλιο ότι η φίλη Γ. Κατσούδα έχει συμβολή στο ετυμολογικό πεδίο της διδακτορικής διατριβής της Κατερίνας Χριστοπούλου «Μια λεξικολογική προσέγγιση στο περιθωριακό λεξιλόγιο της νέας ελληνικής«.

Κι ενώ τα σχόλια συνεχίζονταν, το βράδυ της δεύτερης μέρας ο φίλος μας το Spatholouro έβγαλε τον λαγό από το καπέλο, παρουσιάζοντας το εύρημα που θα δούμε παρακάτω, ένα εκτενές ρεπορτάζ για τα Καλιαρντά και το λεξιλόγιό τους στο περιοδικό «Πετακτό Κόρτε» του 1904!

Λοιπόν, στο τεύχος της 25.11.1904, στη σελίδα 2 και στη στήλη «Της εβδομάδος» δημοσιεύτηκε το εξής άρθρο που μεταφέρω εδώ τα βασικότερα σημεία του μονοτονισμένα. Με πλάγια αποδίδω τα αραιογραμμένα του πρωτοτύπου, διορθώνω μερικά προφανή τυπογραφικά λάθη και σημειώνω ότι όπου ο συντάκτης έχει τελείες (….) αντί για ερμήνευμα  αυτό σημαινει πως πρόκειται για άσεμνη λέξη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αθησαύριστα, Λεξικογραφικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 110 Σχόλια »

Γενικό Λύκειο: 5+1 άμεσες, εύκολες βελτιώσεις και διορθώσεις, ξανά (συνεργασία εκπαιδευτικού)

Posted by sarant στο 14 Νοέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο είναι συνεργασία -το έχει γράψει ένας καλός φίλος μου, εκπαιδευτικός, που δουλεύει σε πειραματικό λύκειο της Κρήτης.

Πρόκειται για αναδημοσίευση, αφού το ίδιο ακριβώς άρθρο δημοσιεύτηκε προχτές στο ιστολόγιό του. Μάλιστα, είναι επικαιροποιημένη μορφή ενός προπέρσινου άρθρου του. Τώρα το δημοσίευσε επικαιροποιημένο με την ευκαιρία της διαβούλευσης που έχει ξεκινήσει πάνω στο σχέδιο υπουργικής απόφασης με τίτλο «Εγγραφές, μετεγγραφές, φοίτηση και θέματα οργάνωσης της σχολικής ζωής στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης».

Καθώς συζητούσα προχτές μαζί του για το άρθρο, το οποίο δεν εξετάζει τις προτάσεις της υπουργικής απόφασης, αλλά παρουσιάζει ορισμένες απλές διορθωτικές κινήσεις που επιβάλλεται να γίνουν στο γενικό λύκειο, σκέφτηκα ότι θα ήταν ενδιαφέρον να συζητηθεί το θέμα στο ιστολόγιο, αφού ξέρω ότι μας διαβάζουν αρκετοί εκπαιδευτικοί, όλων των βαθμίδων. Άλλωστε, το θέμα της εκπαίδευσης ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο και μας απασχολεί αρκετά συχνά.

Περισσότερα δεν θα γράψω -δηλώνω αναρμόδιος με τη λυκειακή καθημερινότητα. Περιμένω τα δικά σας σχόλια, ενώ θα υπάρξει σχολιασμός και από τον συντάκτη του άρθρου.

Γενικό Λύκειο: 5+1 άμεσες, εύκολες βελτιώσεις και διορθώσεις, ξανά

Στο τέλος Ιανουαρίου 2015, με τη διαδοχή Λοβέρδου στο Υπουργείο Παιδείας από πρόσωπα με σαφώς πιο ελπιδοφόρες αντιλήψεις, είχα γράψει ένα άρθρο όπου πρότεινα 5 απλές βελτιώσεις – διορθώσεις που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν αμέσως, απαλλάσσοντας το Γενικό Λύκειο -κυρίως, αφού καθείς εφ΄ω ετάχθη- από χρονίζουσες στρεβλώσεις και αντιφάσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκπαίδευση, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 131 Σχόλια »

Αυτοβιογραφία Μάρκου Βαμβακάρη: αναψηλάφηση δύο εξιστορήσεων (συνεργασία από Spatholouro)

Posted by sarant στο 9 Νοέμβριος, 2017

Το ιστολόγιο αγαπάει και το ρεμπέτικο και την αναδίφηση σε παλιές εφημερίδες και αρχειακό υλικό. Το σημερινό άρθρο συνδυάζει αυτές τις δυο πτυχές, αφού φωτίζει δυο περιστατικά της ζωής του Μάρκου Βαμβακάρη, συμπληρώνοντας τα όσα γνωρίζουμε από την αυτοβιογραφία του Μ.Β. και από το πρόσφατο έργο του Δ. Βαρθαλίτη. Η συνεχής έρευνα του Spatholouro σε παλιές εφημερίδες, άχαρη δουλειά θα την έλεγε κάποιος ή δουλειά μυρμηγκιού κάποιος άλλος, έβγαλε στο φως πολύτιμες πληροφορίες που συμπληρώνουν ή ανατρέπουν τις εξιστορήσεις του Μάρκου.

Το άρθρο λοιπόν γράφτηκε από τον φίλο μας Spatholouro, και δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό «συλλογές» (τχ. 386, Σεπτέμβριος 2017, σελ. 1021-1024) του Αργύρη Βουρνά. Επειδή το περιοδικό αυτό είναι περιορισμένης κυκλοφορίας (κυρίως μέσω συνδρομητών) έκρινα ότι αξίζει και η διαδικτυακή δημοσίευσή του εδώ. Παρόμοια αναδημοσίευση είχαμε κάνει πριν από μερικούς μήνες στο άρθρο για τα Βούρλα.

Μια και το άρθρο είναι μεγάλο, ας μην φλυαρήσω περισσότερο. Δίνω τον λόγο στο Spatholouro.

Αυτοβιογραφία Μάρκου Βαμβακάρη: αναψηλάφηση δύο εξιστορήσεων

Η Αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη (επιμ. Αγγελική Βέλλου Κάιλ), που πρωτοεκδόθηκε το 1973, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κείμενο, όχι μόνο για όσους ενδιαφέρονται ειδικότερα για το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά και για όσους ενδιαφέρονται για μία ζέουσα και συναρπαστική αφήγηση ζωής ενός εμβληματικού εκπροσώπου της λαϊκής τάξης και του λαϊκού πολιτισμού στην Ελλάδα. Το καίριο αυτό κείμενο έτυχε δικαίως μεγάλης διάδοσης στο ελληνικό κοινό, ενώ πρόσφατα ξεκίνησε την καριέρα του και στο ξένο κοινό, καθώς μεταφράστηκε στα αγγλικά (Markos Vamvakaris: The Man and the Bouzouki. Autobiography, μτφρ. Noonie Minogue, 2015).

Σκόπιμο είναι, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η τελική μορφή του κειμένου που έχει στα χέρια του ο αναγνώστης δεν είναι ακριβώς αυτή που είτε έγραψε με το χέρι του ο ίδιος ο Βαμβακάρης είτε υπαγόρευσε στους φοιτητές (π.χ. Ν. Γεωργιάδη, Π. Κουνάδη, Κ. Καλαμαρά κ. ά.) που τον ανακάλυψαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η επιμελήτρια της έκδοσης, Αγγελική Βέλλου Κάιλ, συναρμολόγησε κατά την κρίση της το ποικίλο αυτοβιογραφικό υλικό που προέκυψε, τόσο από τα χειρόγραφα τετράδια του Μάρκου Βαμβακάρη και τις απομαγνητοφωνημένες προφορικές εξιστορήσεις του, όσο και από όσα αυτός υπαγόρευσε στους κατά καιρούς «γραμματικούς» του. Έτσι, ο αναγνώστης δεν μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιος για την έκταση κατά την οποία ενδεχόμενες παρεμβάσεις της επιμελήτριας έχουν ασκήσει μικρή ή μεγαλύτερη επιρροή στην όλη φυσιογνωμία του τελικού κειμένου.

Ένας άλλος προβληματισμός που ενυπάρχει, όσον αφορά γενικότερα τις βιογραφικές αφηγήσεις (άρα προεχόντως και τις ρεμπετοαφηγήσεις), είναι κατά πόσον αυτές μπορεί να θεωρηθούν ότι παρέχουν αξιόπιστη πρόσβαση αφενός στις παντοειδείς βιωμένες πραγματικότητες των υποκειμένων και αφετέρου στην εξωκειμενική πραγματικότητα. Η σχετική προβληματική μεταξύ πραγματικού και επινοημένου είναι πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά δεν θα επεισέλθουμε. Αρκεί να υπογραμμιστεί, πάντως, ότι ο αναγνώστης καλό είναι να τοποθετείται κριτικά απέναντι σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, προκειμένου για τον κατά δύναμη διαχωρισμό μεταξύ εξωκειμενικής πραγματικότητας, υποκειμενικής βίωσής της και ενδεχόμενων κατασκευών. Εδώ, άλλωστε, έχουν τη θέση τους τόσο οι μνημονικές παρεμβάσεις όσο και η ίδια η κειμενοποίηση της ρεμπέτικης προφορικότητας, που ενδέχεται να αλλοιώνουν το πραγματολογικό και ιστορικό πεδίο. Η υποψιασμένη αναγνωστική αυτενέργεια θα πρέπει πάντα να διασταυρώνει ό,τι αυτοβιογραφικό διαβάζει με όσα τεκμηριωτικά στοιχεία μπορεί να εντοπίσει, προκειμένου να δοκιμάζει την αξιοπιστία οιασδήποτε αφήγησης ζωής έχει προ οφθαλμών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοβιογραφία, Αναδημοσιεύσεις, Εφημεριδογραφικά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 249 Σχόλια »

40 λέξεις από τη Ρόδο (συνεργασία του Αλέξανδρου Κατσαρά)

Posted by sarant στο 31 Οκτώβριος, 2017

Το ταξίδι μας στις ιδιωματικές λέξεις και τις ντοπιολαλιές της Ελλάδας συνεχίζεται με το σημερινό άρθρο -ταξίδι που μάλλον σε κρουαζιέρα έχει μετατραπεί, αφού και πάλι σήμερα έχουμε άρθρο για τις ιδιωματικές λέξεις ενός νησιού, της Ρόδου.

Έτσι η Ρόδος παίρνει τη σκυτάλη από την Ικαρία, που την είχαμε επισκεφτεί πριν από δυο βδομάδες χάρη στον φίλο μας τον Ροβυθέ, ενώ η προηγούμενη στάση μας ήταν η Μυτιλήνη, και ειδικότερα το Πλωμάρι, με τα Πλωμαρίτικα, του Γιάννη Μαλλιαρού (στο άρθρο υπάρχουν σύνδεσμοι προς τα παλιότερα σχετικά άρθρα).

Ο Αλέξανδρος Κατσαράς που θα μας ξεναγήσει στη ντοπιολαλιά της Ρόδου είναι φιλόλογος, και, σε αντίθεση με τους προηγούμενους συντάκτες ανάλογων άρθρων, δεν είναι συχνός ή περιστασιακός σχολιαστής του ιστολογίου. Με την ευκαιρία, ανανεώνω την πρόσκληση σε όποιον φίλο ενδιαφέρεται να γράψει παρόμοιο άρθρο για το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Δίνω τον λόγο στον Αλ. Κατσαρά -όπως πάντα, οι δικές μου παρατηρήσεις είναι μέσα σε αγκύλες και με πλάγια. Για κάποιες ετυμολογίες έχω επιφυλάξεις αλλά δεν προλαβαίνω να τις διερευνήσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , | 136 Σχόλια »