Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Συνεργασίες’ Category

Το άγμα (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2019

Εδώ και λίγο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου, αν και με τις εκλογές κάπως αραίωσε η συχνότητα των δημοσιεύσεων. Το σημερινό άρθρο είναι το ένατο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων άρθρων.

Στο σημερινό άρθρο, ο Νίκος Νικολάου, που όπως ξέρετε έχει ασχοληθεί πολύ με το ελληνικό αλφάβητο και την αναπαράσταση των συμβόλων του στο Unicode, ασχολείται με ένα άγνωστο ελληνικό γράμμα, το άγμα. Γιατί είναι άγνωστο θα το μάθετε όταν διαβάσετε το άρθρο. Αλλά ας δώσω τον λόγο στον Νικολάου.

Αρχικές δημοσιεύσεις στο ιστολόγιο του Νικολάου, στα αγγλικά: εδώ και εδώ.

Σε προγενέστερη δημοσίευση εδώ, ασχολήθηκα με τα διάφορα γράμματα της ελληνικής, που δεν επιβίωσαν μέχρι τις μέρες μας.

Παράλειψα ένα, που δεν το πρότεινα στην Γιούνικοντ, γιατί δεν είχε ποτέ γραπτή μορφή.

Όταν λέτε τη λέξη άμπακος, ορισμένοι από σας το προφέρουν [ambakos], και ορισμένοι [abakos]· το αν προτάσσετε έρρινο φθόγγο ή όχι εξαρτάται από τη διαλεκτική σας προφορά, και από την ηλικία σας. Όταν λέτε τη λέξη αντάρα πάλι, ορισμένοι από σας το προφέρουν [andara], και ορισμένοι [adara].

Και όταν λέτε τη λέξη άγκυρα ή αγγίζω, ορισμένοι από σας το προφέρουν [aŋgira] και [aŋgizo], και ορισμένοι [agira] και [agizo].

Αλλά [agkira] και [aggizo] δεν το προφέρει κανείς, παρά το πώς γράφεται στα ελληνικά. Ούτε και [angira] και [angizo]. Όπως και στα αγγλικά, το «τραγουδώ» το λένε [sɪŋ] και όχι [sɪŋg] ή [sɪg].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αλφάβητο, Πόντιοι, Συνεργασίες, Φωνητική | Με ετικέτα: , , , , , , | 83 Σχόλια »

Εκλογές και εκπαίδευση στα δυτικά της Θεσσαλονίκης (μια συνεργασία του Κώστα)

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2019

To άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα είναι μια συνεργασία του φίλου μας του Κώστα -επειδή όμως με το όνομα αυτό είναι πολλοί φίλοι στο ιστολόγιο, πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι εννοώ τον ΚΩΣΤΑ, που πάντοτε κεφαλαιογράμματος σχολιάζει -αλλά δεν ήθελα να βάλω στον τίτλο τα κεφαλαία.

Τις προάλλες, ο φίλος μας ο Κώστας σε κάποιο σχόλιο αναφέρθηκε στην έρευνα που έχει κάνει στην τοπική ιστορία των προσφυγικών συνοικισμών της Θεσσαλονίκης, έρευνα που έχει αποκρυσταλλωθεί και σε ένα βιβλίο που έχει εκδώσει. Τον προέτρεψα να διαλέξει κάποιο κεφάλαιο για να δημοσιευτεί στο ιστολόγιο και μου έστειλε δύο ξεχωριστά θέματα, ένα επίκαιρο σχετικά με τις εκλογές στους συνοικισμούς και ένα για την εκπαίδευση.

Το βιβλίο του Κώστα με τίτλο «Δυτικά της Θεσσαλονίκης» είναι μια ιστορική ανασκόπηση των δυτικών προσφυγικών συνοικισμών (Αμπελοκήπων, Επταλόφου, Καϊστρίου Πεδίου και Νέας Μενεμένης) με αποδελτίωση των φύλλων της εφημ. Μακεδονία, για την περίοδο 1924-1932.

Φυσικά, κάποια τοπωνύμια έχουν αλλάξει. Έτσι για ένα εύκολο κουίζ, πώς λέγονται σήμερα οι εξής περιοχές:

Δουδουλάρ ή Ντουντουλάρ
Αραπλή
Κουκλουτζάς
Καραϊσίν
Λεμπέτ

Εγώ μόνο τον Κουκλουτζά ήξερα πώς λέγεται σήμερα. Οι απαντήσεις στο τέλος του άρθρου.

 

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

Γενικά. Σε κάθε εκλογική διαδικασία, οι κάτοικοι των συνοικισμών της Επταλόφου και των Αμπελοκήπων, είχαν, με το δικό τους τρόπο, ενεργή συμμετοχή και συνέβαλαν στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου προεκλογικού κλίματος. Είναι βέβαια γνωστό ότι η εφημερίδα Μακεδονία στήριζε πολιτικά τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τα συνεργαζόμενα με αυτόν κόμματα. Ως εκ τούτου, ενδεχομένως, να υπάρχουν και ενστάσεις για την αντικειμενικότητα της εφημερίδας, όσον αφορά την προβολή των υποψηφίων βενιζελικών υποψηφίων έναντι των υποψηφίων των άλλων κομμάτων και δημοτικών παρατάξεων. Με δεδομένη αυτή την επιφύλαξη, θα δώσουμε στη συνέχεια το προεκλογικό κλίμα που διαμορφωνόταν στους δύο συνοικισμούς, όπως προκύπτει από την ειδησεογραφία της εφημερίδας.

 

Με τον Χαρίσιο Βαμβακά. Δημοτικές εκλογές, για τις 14 Δεκεμβρίου 1930. Ο Χ. Βαμβακάς κατέβηκε ως υποψήφιος δήμαρχος με το χρίσμα του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Ήταν προσωπικός φίλος και παλαιός συνεργάτης του Ελ. Βενιζέλου. Διαχειρίστηκε το θέμα της προσάρτησης και ένταξης στην Ελλάδα της Δυτ. Θράκης.

Οι εκλογές αυτές υπήρξαν οι πιο έντονες και οι πιο θορυβώδεις για τους συνοικισμούς των Αμπελοκήπων και της Επταλόφου. Ίσως σε αυτό να συνετέλεσαν και τοπικά κίνητρα. Ο Χ. Βαμβακάς είχε στενή σχέση με την περιοχή. Είχε στην ιδιοκτησία του μία μεγάλη έκταση στα δυτικά του συνοικισμού των Αμπελοκήπων, προς το σημερινό στρατόπεδο Μ. Αλέξανδρος, όπου σήμερα βρίσκονται οι εργατικές κατοικίες. Ίσως να διέθετε και κατοικία, διότι υπάρχουν αόριστες αναφορές παλιών Αμπελοκηπιωτών για ύπαρξη βίλας Βαμβακά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκπαίδευση, Εκλογές, Θεσσαλονίκη, Συνεργασίες, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , | 204 Σχόλια »

Τα ελληνικά ποιήματα του Τζελαλεντίν Ρουμί (μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 6 Ιουνίου, 2019

Εδώ και λίγο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το έβδομο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων.

Το σημερινό άρθρο αναφέρεται σε μια εντυπωσιακή μικροφιλολογική λεπτομέρεια -σε κάποια ποιήματα που έγραψαν στην ελληνική γλώσσα ο Τζελαλεντίν Ρουμί (ή Μεβλανά Ρουμί), κορυφαίος Πέρσης ποιητής και θεολόγος του 13ου αιώνα, πρόδρομος του κινηματος των σούφι, και ο γιος του ο Σουλτάν Βαλέντ. Ο Ρουμί δεν ήταν Έλληνας -το προσωνύμιο το πήρε επειδή εγκατασταθηκε στο Ικόνιο. Γνώριζε ομως ελληνικά. Τα υπόλοιπα θα μας τα πει ο Νίκος Νικολάου.

Αρχική δημοσίευση εδώ.

Μου τέθηκε στην Κβόρα το ερώτημα: «Πώς είναι τα ελληνικά ποιήματα του Ρουμί;»

Το ερώτημα μού τέθηκε από τον εκεί φίλο μου Muḥammad Ḵẖaṭīb Kāmrān (মুহম্মদ্ খতীব কাম্রান্), χωρίς καμιά δική μου προτροπή.

Μου το έθεσε το ερώτημα ο φίλος Χατίμπ, γιατί ήξερε πως είχα σχοληθεί με τους λίγους στίχους που έγραψε στα ελληνικά ο Τζελαλεντίν Ρουμί, «ο Ρωμιός» (αφού εγκαταστάθηκε στο Ικόνιο), και ο γιος του ο Σουλτάν Βαλέντ. Τους περισσότερούς τους ελληνικούς στίχους τους έχω βάλει στο ιστολόγιό μου: Greek Verses of Rumi & Sultan Walad, πάνε δέκα χρόνια τώρα. (Μια σχετικά πρόσφατη δημοσίευση στίχων του Βαλέντ δεν την συμπεριέλαβα.)

Τη σελίδα αυτή την ανάρτησα, πάνε δέκα χρόνια τώρα, γιατί την κύρια εργασία για τους στίχους, την πιο πρόσφατη απόπειρα να αποκρυπτογραφηθούν οι στίχοι, την βρήκα εντελώς κατά σύμπτωση, σε ανάτυπο από μικρό περιοδικό που αμφιβάλλω πόσο προσιτή παραμένει: Δημήτρης Δέδες, «Τα ελληνικά ποιήματα του Μαυλανά Ρουμή και του γιου του Βαλέντ κατά τον 13ον αιώνα», Τα Ιστορικά, τόμ. 10, τεύχ. 18-19 (Ιούνιος-Δεκέμβριος 1993), σσ. 3-22. Το ανάτυπο μού το έδωσε ο ίδιος ο Δέδες, που τον συνάντησα στο σπίτι της Βασιλικής Τσιούνη-Φάτση, ξαδέρφης του, που ο Γιώργος Μπαλόγλου κι εγώ την είχαμε επισκεφτεί για να συζητήσουμε την Παιδιόφραστο Διήγηση. Και κατάλαβα πως αν δεν το ανέβαζα στον ιστό εγώ, δεν θα το έβρισκε ποτέ κανείς εκτός Ελλάδας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ισλάμ, Παλιότερα ελληνικά, Ποίηση, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 140 Σχόλια »

Οι πενήντα αποχρώσεις της παραφιλίας (μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2019

Εδώ και λίγο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το πέμπτο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων.

Σημειώνω ότι το σημερινό άρθρο είχε κατά λάθος δημοσιευτεί για λίγο, σε ημιτελή μορφή, πριν από καναδυό βδομάδες. Ο τίτλος είναι δικός μου, αλλά το άρθρο ανήκει εξ ολοκλήρου στον Νικολάου -και αρχικά είχε δημοσιευτεί εδώ.

Το θέμα του άρθρου δεν είναι μόνο διάφορα σπανιότατα βίτσια (παραφιλίες που λέω στον τίτλο). Στο δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας κάνει και κάποιες πολύ εύστοχες σκέψεις για τη χρήση των κλασικών γλώσσών στην καινούργια επιστημονική ορολογία. Του δίνω τον λόγο:

 

Η δυτική ορολογία των διάφορων σεξουαλικών διεγέρσεων και βίτσιων, όπως πάμπολλες άλλες δυτικές επιστημονικές ορολογίες, είναι ελληνογενής. Με αποτελέσματα που δεν αποτελούν καύχημα για την πολιτιστική ιστορία της ελληνικής. Που μάλιστα θα αποτελούσαν προσβολή για την πολιτιστική ιστορία της ελληνικής, αν δεν ήταν τόσο τραγελαφικά.

Πόσο τραγελαφικά δηλαδή είναι τα αποτελέσματα αυτά; Πολύ. Όπως ανακάλυψα όταν αποπειράθηκα να απαντήσω στην Κβόρα την ερώτηση: «Πώς λέμε τη σεξουαλική διέγερση άμα βλέπεις κάποιον να πεθαίνει;»

Όταν προσέτρεξα στην αγγλική βικιπαίδεια, και συμβουλεύτηκα τον εκεί κατάλογο παραφιλιών, ο πλησιέστερος όρος που μου προέκυψε ήταν το symphorophilia. Εγώ δεν θα διάλεγα το «συμφοροφιλία» για να αποδώσω το βίτσιο να κοιτάς άλλον να πεθαίνει. Επειδή ξέρω τι σημαίνει το «συμφορά» στα νεοελληνικά, αλλά και γιατί στα αρχαία σήμαινε και απλώς «συγκυρία» είτε «σύμπτωση». Τη λέξη δεν την έπλασε κάποιος ιδιαίτερα ελληνομαθής· την έπλασε ο σεξολόγος John Money το 1984, και η ελληνομάθειά του φαίνεται να περιοριζόταν στην κατοχή λεξικού. Για να είμαι δίκαιος (τελευταία φορά που θα του τη χαρίσω του Μάνεϊ), κατά τον ορισμό που έδωσε, δε χρειάζεται καν το αντικείμενο του βίτσιου να πεθάνει, απλώς να βρεθεί σε προκανονισμένο ατύχημα ή συμφορά, και στη συμφορά δίνεται η μεγαλύτερη σημασία, όχι στο θάνατο. Όπως το όρισε ο ίδιος:

Ιδιαίτερη μορφή θυσιαστήριας παραφιλίας, για την οποία ταιριάζει το όνομα συμφοροφιλία (διέγερση από ατυχήματα ή καταστροφές), κλιμακώνεται με προκανονισμένη καταστροφή, όπως αυτοκινητιστικό δυστήχημα. Σαν και το παιχνίδι Ρώσικης ρουλέτας, μπορεί να καταλήξει σε θάνατο, είτε του αντικειμένου μόνου του είτε και του συντρόφου. Αλλά το έναυσμα για την αυτοερωτική διέγερση δεν είναι η αυτοκτονία και ο φόνος, αλλά το φλερτ με την καταστροφή. Βασικό κομμάτι της παραφιλίας αυτής είναι το να παίζει κανείς τον τολμητία, που επιβιώνει και μετά ξαναρισκάρει το θάνατο από βίτσιο.

Με τον ίδιο τρόπο δηλαδή που το βίτσιο της αυτο-ασφυξίας επικεντρώνεται στο ρίσκο της ασφυξίας, και όχι στο μοιραίο αποτέλεσμα (γιατί συνήθως δεν καταλήγει η πράξη στο μοιραίο.)

Όχι λοιπόν. Δεν ταιριάζει στο ζητούμενο το «συμφοροφιλία». Τι άλλες παραφιλίες προσφέρει η αγγλική Βικιπαίδεια;

Erotophonophilia. Τα τριμερή σύνθετα στα ελληνικά μου προκαλούν ανησυχία, ιδίως όταν δεν τα μεταχειρίζονται επιδέξιοι. Και η Βικιπαίδεια το ορίζει ως «ικανοποίηση από το θάνατο ανθρώπου», αλλά βέβαια άλλο ο phonos και άλλο ο thanatos. Η δε Βικιπαίδεια μπορεί να το ορίζει με θάνατο, αλλά το κατηγοροποιεί ως φόνο: παρατίθεται στο λήμμα Lust murder, φόνος για λόγους λαγνείας.

Ούτε αυτό λοιπόν.

Dacnolagnomania. Κατά τη Βικιπαίδεια, συνώνυμο της Erotophonophilia. Από πού κι ως πού το βίτσιο με δαγκωματάκια έχει να κάνει με το βίτσιο να σκοτώνεις κόσμο; Κάποιος δεν προσέχει ιδιαίτερα το λεξικό του. Πάμε στο επόμενο.

Autassassinophilia. Η παραφιλία που διεγείρεσαι με το ενδεχόμενο να σε σκοτώσουν. Άλλη μια πατέντα του Τζον Μάνεϊ.Ευτυχώς, ο Τζον Μάνεϊ έχει ήδη εγκαταλείψει τον μάταιο τούτον κόσμο. Γιατί, καταπώς θα ’λεγε και ο καθηγητής Χίγκινς, Κανονικά θα του ’πρεπε θανατική ποινή / για φόνο στυγερό, με θύμα τη γλώσσα την ελληνική! (by rights he should be taken out and hung, for the cold blooded murder of the Grecian tongue!)

Βρε Τζον Μάνεϊ νούμερο! Νόμισες δηλαδή, ρε Τζον, πως οι έλληνες δεν έχουν λέξη για το φόνο; Και πως οι Αρχαίοι Ημών Πρόγονοι δεν ήξεραν τι εστί φονικό, μέχρι να βγουν οι Ασασίνοι του ιαʹ αιώνα;!

Autophonophilia, ΑΓΡΑΜΜΑΤΕ!

Ακόμα κι αυτό δεν κολλάει, ακούγεται σαν βίτσιο με αυτοκτονία, όχι με το να σε σκοτώνουν. Το Biaiothanatophilia θα ήταν λίγο πιο ξεκάθαρο.

Η Autassasinophilia (ας την πούμε τουλάχιστον αυτοφονοφιλία ελληνικά) είναι το να σε φτιάχνει το ρίσκο να σε σκοτώσουν. Ο Μάνεϊ (ως νούμερο) λέει πως είναι το αντίστοιχο βίτσιο στην ερωτοφονοφιλία, αλλά η Βικιπαίδεια λέει πως όχι, ο μεν αυτοφονόφιλος φτιάχνεται με το ρίσκο να τον σκοτώσουν, ενώ ο ερωτοφονόφιλος φτιάχνεται με την πράξη να σκοτώνει τον άλλον. Η συνάντηση δηλαδή αυτοφονόφιλου και ερωτοφονόφιλου δεν θα αφήσει και τους δυο ευχαριστημένους.

Πάντως ούτε κι αυτό δεν είναι το φτιάξιμο με το να βλέπεις κόσμο να πεθαίνει.Η Necrophilia έχει να κάνει με πτώματα, και η thanatophilia κατά τη Βικιπαίδεια και πάλι είναι συνώνυμο απλώς της νεκροφιλίας. Κρίμα, γιατί χάνεται μια ευκαιρία λεπτής διάκρισης. Ούτε αυτά λοιπόν.

Οπότε, συνέχισα να κοιτάω τη λίστα….

…… Μα τι βλέπω; Eproctophilia για το βίτσιο με τις πορδές; Πρωκτός, ναι, ο γνωστός· το e- τι διάολο γυρεύει εκεί;  ΜΗΝ ΤΥΧΟΝ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ «ΕΚ» ΣΤΑ ΛΑΤΙΝΙΚΑ;! Τα αρχαία ελληνικά είχανε λέξη για την πορδή (την ίδια μάλιστα)· ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΣΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕ ΜΗΠΩΣ; ΕΣΕΝΑ ΜΙΛΑΩ, ΤΖΟΝ ΜΑΝΕΪ! Χάθηκε να πεις Pordophilia, ΒΛΑΚΙΣΤΑΤΕ;!…

Θα έπρεπε να είχα ζητήσει αποζημίωση που κοιτάζα αυτή τη λίστα· τα λατινοελληνικά υβρίδια μου πονάνε τα μάτια. Και ποιος διάολο νόμισε πως το vorarephilia (παραφιλία να σε τρώνε) ήταν καλή ιδέα; Όχι μόνο υβρίδιο, αλλά και με απαρέμφατο ως πρώτο συνθετικό;!

Δηλαδή, για να γίνεις σεξολόγος, προϋπόθεση είναι να μην ξέρεις την τύφλα σου από κλασικές γλώσσες;

Τίποτα δεν ταίριαζε στο ζητούμενο από τη λίστα στην Αγγλική Βικιπαίδεια. Για να κάνω μια σωστή προσπάθεια να βρω αντίστοιχο όρο, ως ευσυνείδητο μέλος της Κβόρας, προσέτρεξα στη λίστα 547 παραφιλιών που δίδεται στο: Aggrawal, Anil (2009). Forensic and Medico-legal Aspects of Sexual Crimes and Unusual Sexual Practices. Boca Raton: CRC Press. σελ. 369–82.

Που να μην έσωνα. Ο κατάλογος του Αγκραβάλ είναι η πηγή των λεξιπλαστικών απόβλητων της Βικιπαίδειας. Και οι όροι που δεν πέρασαν στη Βικιπαίδεια είναι ακόμα χειρότεροι.

Afophilia «παραφιλία με διέγερση από την αφή», με το ελληνικό φ να αποδίδεται και ως f και ως ph. Aphephilia, που παρατίθεται ως ξεχωριστό λήμμα, ενώ είναι η ίδια λέξη. Allotriorasty, η «αλλοτριοεραστία» (το να τα φτιάχνεις με αλλόφυλους), όπου το -ε- το έφαγε η μαρμάγκα. Autoscopophilia το να φτιάχνεσαι με το να κοιτάζεις το κορμί σου· συνώνυμο λέει το autoscophilia, και ναι, συνώνυμο είναι, φτάνει να αφήνεις την ίδια μαρμάγκα να τρώει συλλαβές στην τύχη. Iantranudia το να ξεβρακώνεσαι στο γιατρό σου· «ιαντρός» δεν υπήρξε ποτέ στην τρισχιλιετή, και η κατάληξη -nudia είναι πατάτα.

Σ’ αυτό το σημείο είπα στην Κβόρα πως δε διαβάζω άλλο, και αν θέλει κανείς να χρησιμοποιήσει τον κατάλογο του Αγκραβάλ, προς Θεού να φροντήσουν να ρωτήσουν ελληνομαθή πρώτα. Το βίτσιο που έψαχνα δεν το βρήκα ούτε κει, που μου έκανε κάποια έκπληξη εφόσον τόσα και τόσα βίτσια απαριθμούσε, ενώ αυτό τουλάχιστον το βίτσιο έχει αντίκρυσμα στο ευρύτερο κοινό με τα snuff film. (Και ναι, τα snuff film είναι παραμύθι, όπως υποψιάζομαι παραμύθι είναι και αρκετές από τις παραφιλίες του Αγκραβάλ.) Και τέλος τέλος, έκανα και γω μια απεγνωσμένη λεξιπλασία, και πρότεινα το Thanatoscopophilia. Αν και οι γνώσεις μου της ελληνικής με αποκλείουν μάλλον από το θεσμό της σεξολογίας.

Και εντάξει, έκανα την πλάκα μου στην Κβόρα με τους χονδροειδείς νεολογισμούς του Μάνεϊ και του Αγκραβάλ. Αλλά αξίζει να συγκρατήσουμε κάτι άλλο από τον τραγέλαφο.

Για αιώνες η επιστημονική ορολογία της δυτικής επιστήμης πατούσε στις κλασικές γλώσσες, γιατί οι κλασικές γλώσσες ήταν οι γλώσσες της μάθησης. Τον εικοστό αιώνα το έρεισμα αυτό εξέπεσε: οι κλασικές γλώσσες δεν είναι πια ιδιαίτερα γνωστές έξω από τους κύκλους της κλασικής φιλολογίας (και συχνά με το ζόρι και κει), και φυσικά είναι άγνωστες στους μετέχοντες στις θετικές επιστήμες. Και σαν συνέπεια, η νεότερη επιστημονική ορολογία της Δύσης δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία σε λατινοελληνικά. Η ορολογία της πληροφορικής ιδίως είναι παιχνιδιάρα και απλή και αγγλοσαξονικότατη, και αυτό προξενεί άγαρμπες λύσεις όταν στα ελληνικά τα επαναλογιοποιούμε. Το bubblesort είναι πολύ πιο αυθόρμητο από την Ταξινόμηση φυσαλίδας.

Το να αγνοούμε λατινοελληνικά, είναι σημείο των καιρών. Η ημιμάθεια στα λατινοελληνικά είναι που δείχνει πόσο πραγματικά περιθωριακή έχει γίνει η συμβολή των κλασικών γλωσσών στην επιστημονική ορολογία. Υπάρχουν πολλοί ειδήμονες που θέλουν να πούνε μια λατινικούρα ή ελληνικούρα, γιατί οι λατινικούρες κι οι ελληνικούρες παραμένουν ιστορικός θεσμός στις επιστήμες· αλλά δεν τα καταφέρνουν, τα βγάζουν στρεβλά, και δεν τους διορθώνει κανείς. (Ή τουλάχιστον, κανείς εντός του αγγλόφωνου κόσμου.)

Ο σπισισμός π.χ. πλάστηκε στα αγγλικά το 1973 ως species-ism από ψυχολόγο που δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τη μορφολογία της λατινικής, και μεταχειρίστηκε το species σαν άκλιτη λέξη· και όπως ανέλυσα στο ουγκανιά and αντισπισισμός, οι ρωμανικές τουλάχιστον γλώσσες το διόρθωσαν όταν το δανείστηκαν (espécisme, specismo, especismo). (Και τα ελληνικά το άλλαξαν σε σπισισμό, όταν δεν το λένε ειδισμό· αλλά αυτό πιστεύω πως έγινε από απλολογία.)

Αρκετά πιο παλαβή είναι η περίπτωση του coulrophobia, της φοβίας των κλόουν. Κανείς δεν ξέρει πού τη βρήκε ο πρώτος που τη λάνσαρε στο διαδίκτυο το 1995, και αφότου λανσαρίστηκε, κανένας δεν έκατσε να την ελέγξει. Ίσως να αποτελεί παραποίηση του νεοελληνικού κλόουν. Ίσως κάπως να σχετίζεται με το κωλόβαθρον, όπως ισχυρίζονται αρκετοί, γιατί κάποιος ξέθαψε τον κωλοβαθριστή, και θεώρησε πως πιο κοντινή έννοια στους κλόουν δεν έχουν τα αρχαία ελληνικά από τους ηθοποιούς με ξυλοπόδαρα. (Η διορθωμένη αυτή ετυμολογία πέρασε στην Ελλάδα: Τι είναι η κωλοβαθριστοφοβία; Μήπως πάσχεις και εσύ και δεν το ξέρεις;.) Βάσιμη πάντως φαίνεται η άποψη του etymonline: «από αυτά που σκαρφίζονται ψευτοδιανοούμενοι στο διαδίκτυο και που τα οικειοποιείται μετά ο κάθε εξυπνάκιας.»

Όπως λέει βέβαια το ίδιο άρθρο, ο όρος δεν είναι επίσημος όρος της ψυχολογίας, αν και το φαινόμενο αναγνωρίζεται· και ίσως αν ήταν επίσημος όρος, να γινόταν ο πρεπούμενος έλεγχος……

Ίσως, αλλά οι ακροβατισμοί του Μάνεϊ, και η απίστευτη προχειρότητα του καταλόγου παραφιλιών του Αγκραβάλ (σε έναν κατά τα άλλα σοβαρό τόμο από τον έγκυρο οίκο Taylor & Francis), δείχνουν πως μάλλον όχι. Οι προχειρότητες και οι παρερμηνείες και οι σολοικισμοί στην κλασικίζουσα ορολογία περνάνε πλέον απαρατήρητες, γιατί η κλασικίζουσα ορολογία δεν είναι πια ζωντανή πράξη με πολλούς μέτοχους που να την ελέγχουν. Είναι μια ξερή σύμβαση, που λίγοι της δίνουν σημασία. Και τα αποτελέσματα, όταν χρειαστεί να τα δανειστούμε στα ελληνικά, καταλήγουμε να τα μπαλώνουμε κακήν κακώς.

 

Προηγούμενες δημοσιεύσεις του Νίκου Νικολάου στο ιστολόγιο:

Να λείπει το βύσσινο; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Σύρος και Ερμούπολη (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Πώς ήταν τα ελληνικά πριν από 500 και πριν από 1000 χρόνια; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Πώς χαντάκωσα τα Παμφυλιακά.

Posted in Επιστημονικά, Ορολογία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 110 Σχόλια »

Σπονδή στον Θάνο Αστρίτη (μια συνεργασία του Βένιου Αγγελόπουλου)

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2019

Σήμερα, 6 Μαΐου, είναι η επέτειος του θανάτου του δημοσιογράφου και εκδότη Στέλιου Ανεμοδουρά (1917-2000), που οι περισσότεροι τον ξέρουμε ως τον συγγραφέα του θρυλικού «Μικρού ήρωα». Ο φίλος μας ο Βένιος Αγγελόπουλος μου έστειλε το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα, στο οποίο μάς θυμίζει το πρώτο εγχειρημα του Ανεμοδουρά όταν, με το ψευδώνυμο Θάνος Αστρίτης, ξεκίνησε από το 1951 να γράφει τις περιπέτειες του Υπεράνθρωπου. Το άρθρο του Βένιου έχει παλιότερα δημοσιευτεί στο Red Notebook και μετά στο ιστολόγιό του.

Με την ευκαιρία, βρήκα ένα σχετικά καινούργιο ιστολογικό αφιέρωμα στον Υπεράνθρωπο, απ’ όπου πήρα και την εικόνα του εξωφύλλου του πρώτου τεύχους που βλέπετε πιο κάτω. Αν κατάλαβα καλά, μπορείτε να κατεβάσετε σκαναρισμένα και τα 48 τεύχη του περιοδικού. Εγώ τον Υπεράνθρωπο δεν τον γνώρισα, πάντως, ήμουν αγέννητος όταν βγήκε. Μόνο τον Μικρό Ήρωα.

Σπονδή στο Θάνο Αστρίτη

Ο Θάνος Αστρίτης, κατά κόσμον Στέλιος Ανεμοδουράς, που μας άφησε γεια πριν 19 χρόνια (6 Μαΐου 2000), είναι γνωστός κυρίως ως συγγραφέας του Μικρού Ήρωα, οι περιπέτειες του οποίου κράτησαν 16 χρόνια (πολύ περισσότερα από την ίδια την Κατοχή). Αρκετά έχουν γραφτεί γι’ αυτόν και τους ήρωές του, αλλά νομίζω όχι όσα θα του άξιζαν. Ας προσθέσω λοιπόν μια μικρή συμβολή από προσωπική μνήμη.

Πριν από το Γιώργο Θαλάσση κυκλοφορούσε κάθε βδομάδα ο Υπεράνθρωπος (από το 1951 – μετά ήρθαν κι άλλοι ήρωες, αλλά είχα πια μεγαλώσει). Τον διαβάζαμε στη γειτονιά, σε ένα μοναδικό αντίτυπο που κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι, με προσοχή – συνήθως εκτός σπιτιού: Ενώ οι άλλοι παίζαν μπάλλα, αποτραβιόσουν σε έναν ίσκιο και διάβαζες, ίσως με κάποιον άλλον πάνω απ’ τον ώμο σου ή εσύ πάνω απ’ τον ώμο του άλλου.

Ήταν λοιπόν ο Υπεράνθρωπος ένας ατρόμητος υπερασπιστής του Καλού, που γρήγορα απόχτησε παιδιά (και πολύ αργότερα εγγόνια), όλοι προικισμένοι με υπερφυσικές δυνάμεις, σίδερο το χέρι, άσσοι στη μπουνιά και ιπτάμενοι. Στην παρέα προστέθηκε κι ένας Έλληνας νέος επιστήμονας, ο Ελ Γκρέκο[1], που παντρεύτηκε την κόρη του Υπεράνθρωπου, την Αστραπή. Ως επιστήμονας είχε κάνει πολλές εφευρέσεις αλλά δύο έχουν σχέση με την ιστορία μας. Η μία είναι ένα φάρμακο που το ήπιε και τον προίκισε κι αυτόν με υπερφυσικές δυνάμεις, ώστε να μπορεί κι αυτός να παίρνει μέρος στις μάχες. Η άλλη, ένα μπιστόλι με πολλές διαφορετικές σκανδάλες: η μία έστελνε πολικό ψύχος, η άλλη φοβερή φλόγα, η τρίτη ιονική ακτινοβολία (δεν υπήρχε η λέξη λέιζερ τότε), κτλ. Ανάλογα με τον εχθρό, πάταγε και τη σκανδάλη που θα του έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά.

Οι εχθροί τώρα, δεν ήταν τίποτα φτηνιάρηδες. Ήταν κι αυτοί πανίσχυροι και βεβαίως δαιμονικοί. Απ’ όσο θυμάμαι, μετά το Σατούρ και τη κόρη του τη Σατούρνα, που άντεξαν πεντ’ έξι τεύχη, εμφανίστηκε ο διαβολικός δόκτωρ Φάουστ, επιστήμονας και κακάσχημος, με μια κόρη πανέμορφη, τη Φαούστα, διαβολική κι αυτή. Κρατάει μερικά τεύχη ο καβγάς, και καταφέρνουν οι καλοί να τον σκοτώσουν, καπούτ, πάει ο δόκτωρ, διαφεύγει η Φαούστα, προσπαθεί να εκδικηθεί στο επόμενο τεύχος (κι η Σατούρνα το ίδιο είχε κάνει όταν της είχαν σκοτώσει τον πατέρα, νορμάλ) αλλά δε φτουράει, το σκάει κι εξαφανίζεται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφηβική λογοτεχνία, Εις μνήμην, Περιοδικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 129 Σχόλια »

Ο μύθος της Ψωροκώσταινας (μια συνεργασία του Spiridione)

Posted by sarant στο 22 Απρίλιος, 2019

Με μεγάλη χαρά, και κάποια ανακούφιση, παρουσιάζω σήμερα ένα πολύ σημαντικό άρθρο, μια συνεργασία του φίλου μας του Spiridione.

Οι τακτικοί αναγνώστες του ιστολογίου ξέρουν ότι οι συνεργασίες του Spiridione με το ιστολόγιο είναι από τα διαμάντια που κοσμούν το ιστολόγιο -αρκεί να αναφέρω το άρθρο για τους Μόρτηδες, το άρθρο για τους Τραμπούκους ή τη μελέτη για τους 200 της Καισαριανής, ενώ και σε άλλα άρθρα η συμβολή του υπήρξε πολύτιμη. Εδώ και καιρό, ο Spiridione ερευνούσε την ιστορία και τον μύθο γύρω από τον ορο «Ψωροκώσταινα» και μου έστελνε διαρκώς και άλλα ευρήματά του μήπως και αξιωθώ να γράψω το σχετικό άρθρο.

Με το ένα και με το άλλο το άρθρο δεν το έγραφα, οπότε είδε κι απόειδε ο Spiridione και το έγραψε εκείνος -γι’ αυτό και η χαρά μου συνδυάζεται με ανακούφιση, αφού ένιωθα πως το χρωστούσα. Και με ζήλια συνδυάζεται βεβαίως, γιατί το ζηλεύω το άρθρο του.

Το παραθέτω χωρίς άλλα δικά μου σχόλια:

Ψωροκώσταινα είναι ένας πολύ γνωστός μειωτικός και περιπαικτικός χαρακτηρισμός που λέμε για τη χώρα μας, ένας αυτοφαυλισμός που έχει πει και ο Ν. Σαραντάκος. Τον χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να αναφερθούμε στην υπανάπτυξη, την έλλειψη χρημάτων ή την ανοργανωσιά του νεοελληνικού κράτους, όπως γράφει και το ΛΚΝ. Έχει χρησιμοποιηθεί επίσης, συνήθως απ’ τον χώρο της Αριστεράς, ο όρος «ιδεολογία ή σύνδρομο της Ψωροκώσταινας» ως κριτική απέναντι σε συντηρητικές απόψεις για την κατάσταση στη χώρα μας. Πρόσφατα μάλιστα είχε δημιουργηθεί παρεξήγηση σε μια πολιτική συζήτηση μεταξύ Στ. Κούλογλου και Βασ. Κικίλια για τη φράση ακριβώς αυτή.

Ταυτόχρονα, επίσης, είναι αρκετά διαδεδομένη η άποψη ότι η λέξη Ψωροκώσταινα προήλθε από παρωνύμιο υπαρκτού προσώπου που έζησε στο Ναύπλιο στα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Πριν κάνουμε λόγο για την ιστορία αυτού του προσώπου, όπως μας παραδίδεται, ας δούμε πότε εμφανίζεται η λέξη στα γραπτά τεκμήρια που έχουμε.

Οι πρώτες ανευρέσεις της λέξης είναι σε απομνημονεύματα και ιστορικά κείμενα σχετικά με την Επανάσταση του 1821 και τα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους. Ο Νικόλαος Δραγούμης σε ιστορικές του αναμνήσεις (Πανδώρα, 1853) διηγείται ότι το 1833, όταν ήταν κυβερνητικός υπάλληλος στο Ναύπλιο, ζήτησε από έναν βαρκάρη να τον μεταφέρει στο πλοίο που βρισκόταν ο Όθωνας που μόλις είχε φτάσει στην Ελλάδα. Όταν είπε στον βαρκάρη ότι θα πληρωθεί από την κυβέρνηση μετά την επιστροφή τους, αυτός του γύρισε την πλάτη και του απάντησε απαξιωτικά «Η ψωροκώσταινα!». Την ίδια άρνηση αντιμετώπισε και απ’ τους υπόλοιπους βαρκάρηδες, και αναγκάστηκε να αναφέρει απογοητευμένος στον προϊστάμενό του ότι «την κυβέρνησιν ονομάζουσι όλοι ψωροκώσταινα και ουδέ λεπτόν εμπιστεύονται εις αυτήν».

Επίσης και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του (γραμμένα λογικά στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα) αναφέρει ότι Ψωροκώσταινα έλεγαν την τελευταία κυβέρνηση πριν από την έλευση του Όθωνα. Το ίδιο και ο Αναστάσιος Γούδας στους Παράλληλους Βίους του (1873).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορία, Μύθοι, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 97 Σχόλια »

Πώς ήταν τα ελληνικά πριν από 500 και πριν από 1000 χρόνια; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2019

Πριν από δυο μήνες είχαμε δημοσιεύσει μια πρώτη συνεργασία του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου και πριν από ένα μήνα ένα δεύτερο δικό του άρθρο. Το σημερινό είναι το τρίτο άρθρο αυτής της συνεργασίας.

Το σημερινό άρθρο είναι συνένωση δύο μικρότερων άρθρων, που είχαν αρχικά δημοσιευτεί εδώ και εδώ και προέρχονται απο παλιότερες δημοσιεύσεις του Ν.Νικολάου στον ιστότοπο Quora.com, στον οποίο συνήθιζε να γράφει δίνοντας απαντήσεις σε γλωσσικά θέματα.

 

Στην Κβόρα κάποτε τέθηκαν τα ερωτήματα: Πώς ήταν η γλώσσα σας πριν 1000 χρόνια; Και πώς ήταν πριν 500 χρόνια;

Για να απαντήσεις αυτήν την ερώτηση για τα ελληνικά, δόξα να ’χει ο Γιαραμπής, υλικό υπάρχει· και πριν 1000 χρόνια, και πριν 500, οι πρόγονοί μας ήταν πολυγραφότατοι.

Από την άλλη, για να απαντήσεις αυτήν την ερώτηση για τα ελληνικά συγκεκριμένα, μπαίνει το αιώνιο γλωσσικό ζήτημα. Γιατί ήταν μεν πολυγραφότατοι οι πρόγονοί μας, αλλά δεν ήταν πολυγραφότατοι στη γλώσσα που μιλούσανε.

Εδώ μπαίνει βέβαια μεγάλη συζήτηση για το αν τελικά καλά κάνουμε που θεωρούμε τη λόγια γλώσσα που γράφανε οι περισσότεροι (και που επηρέαζε τα γραφόμενα και των υπολοίπων) κάτι το ξένο και το τεχνητό, κάτι που δεν ήταν πραγματικά «η γλώσσα μας». Γλώσσα της οικογενειακής εστίας των περισσότερων δεν ήτανε. Κάποιες εστίες πάντως φαίνεται πως ήταν και παλαιότερα καθαρολόγες· ο αναγεννησιακός ελληνιστής Φραγκίσκος Φίλελφος π.χ., ενώ μεμψιμοιρεί για την κατάντια της δημώδους που είδε στην Πόλη και στο Μωριά («η ίδια η γλώσσα έχει τόσο εκφυλιστεί, που δεν θυμίζει σε τίποτα την αρχαία και σοφότατη Ελλάδα. Βαρβαρότατοι όλοι τους με τρόπους πραγματικής βαρβαρίας»), αναγνωρίζει το 1451, στην Πόλη που έμενε, πως «οι αυλικοί κρατούν τη σεμνότητα και την αβρότητα της αρχαίας λαλιάς· ιδίως οι αριστοκράτισσες, οι οποίες, επειδή δεν έχουν καμιά ανταλλαγή με ξένους άντρες, χρησιμοποιούν την αυτούσια και αγνή ελληνική γλώσσα ακέραια.»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Πρώιμα νέα ελληνικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 132 Σχόλια »

Σύρος και Ερμούπολη (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2019

Πριν από είκοσι περίπου μέρες είχαμε δημοσιεύσει μια πρώτη συνεργασία του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Δημοσιεύω σήμερα ένα δεύτερο δικό του άρθρο, τούτη τη φορά με αναφορά σε έναν τόπο, σε ένα νησί, τη Σύρο.

Η αρχική δημοσίευση του άρθρου βρίσκεται εδώ. Όπως θα δείτε, ο Νικολάου κάνει στην αρχή λόγο για τον ιστότοπο Quora.com, στον οποίο συνήθιζε να γράφει παλιότερα, δίνοντας απαντήσεις σε γλωσσικά θέματα.

Τον καιρό που ήμουνα στην Κβόρα, ο αξιόλογος θαμώνας εκεί Δημήτρης Αλμυράντης είχε θέσει το ερώτημα: «Τι θα ’πρεπε να γνωρίζουμε για τον πολιτισμό των Κυκλάδων γενικά, και της Σύρου συγκεκριμένα, που να μην το γνωρίζουμε ήδη;»

Για την Κβόρα, ισχύει αυτό που λέμε, «κάθε πέρσι και καλύτερα». (Γι’ αυτό και έχω ξεκόψει πια από κει πέρα.) Όταν έθεσε ο Αλμυράντης το ερώτημα, επιτρεπόταν να προστίθενται και σχόλια επεξηγηματικά για τα ερωτήματα. Και το σχόλιο που προσέθεσε ο Αλμυράντης ήταν: «που να μην το βρίσκουμε στην Ελληνική Βικιπαίδεια.»

Αυτό ζορίζει πολύ την απάντηση. Έξω και η παρουσία καθολικών στη Σύρο, έξω και η καταγωγή του Βαμβακάρη από κει ως φραγκοσυριανάκι, αλλά και το ότι το τραγούδι «Φραγκοσυριανή» είναι ένας κάπως ξέκρεμος κατάλογος αξιοθεάτων του νησιού.

Έξω και το ότι η μεγαλύτερη πόλη του νησιού, η Ερμούπολη, είναι ορθόδοξη σε αντίθεση με την καθολική Άνω Σύρο, γιατί ιδρύθηκε από πρόσφυγες από την υπόλοιπη Ελλάδα τα χρόνια της Επανάστασης, επειδή ακριβώς η Σύρος ως καθολικιά ήταν υπό την προστασία των δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 199 Σχόλια »

Η Λάκτα, η ομοφοβία και ο Σόρος

Posted by sarant στο 11 Φεβρουαρίου, 2019

Παραμεθαύριο έχουμε τη γιορτή του αγίου Βαλεντίνου. Ξενόφερτο το έθιμο, λένε μερικοί. Ξενόφερτο ξεξενόφερτο όμως [είχα βάλει στοίχημα ν’ αρχίσω μια λέξη από ξεξε-!], έχει πια ριζώσει. Και μια καθιερωμένη συνήθεια είναι ν’ ανταλλάσσουν δώρα τα ερωτευμένα ζευγάρια, ανάμεσά στα οποία και σοκολάτες. Οπότε και οι σοκολατοβιομηχανίες κάνουν διαφημιστικές εκστρατείες όταν πλησιάζει η γιορτή.

Ως εδώ δεν θα υπήρχε λόγος να ασχοληθεί το ιστολόγιο, όμως φέτος η καμπάνια της σοκολάτας Lacta προκάλεσε ενδιαφέρουσες αντιδράσεις. Με το κεντρικό σύνθημα ActForLove, παρουσίαζε 28 ερωτευμένα ζευγάρια να κρατάνε μια σοκολάτα Λάκτα, όμως η πρωτοτυπία ήταν ότι τα ζευγάρια στις φωτογραφίες δεν ήταν μόνο ετερόφυλα. Το σύνθημα της καμπάνιας ήταν: Η αγάπη δεν έχει χρώμα, ηλικία, εθνικότητα και φύλο, κι έτσι στις φωτογραφίες παρουσιάζονταν ένα ζευγάρι αντρών, ένα ζευγάρι γυναικών, ένας λευκός με μια μαύρη, ένας Μαροκινος με μια Ελληνίδα, ένας Έλληνας με μια αλλοδαπή, ζευγάρια με μεγάλη διαφορά στην ηλικία ή στο ανάστημα, καθώς και ζευγάρια στα οποία ο ένας από τους συντρόφους έχει κάποια αναπηρία. Ίσως μου ξέφυγε και κάποια περίπτωση, μπορείτε να διεξέλθετε κι εσείς την πινακοθήκη των 28 ζευγαριών.

Όπως ίσως θα ήταν αναμενόμενο, η καμπάνια προκάλεσε πολύ θόρυβο και όπως επίσης θα περίμενε κανείς οι αντιδράσεις επικεντρώθηκαν στις δύο (ή ίσως τρεις) φωτογραφίες με ομόφυλα ζευγάρια κι όχι στις άλλες 25 ή 26 που είχαν ετερόφυλα ζευγάρια. Αν και στη σελίδα της εταιρείας στο Φέισμπουκ τα θετικά σχόλια ήταν τα περισσότερα, τα αρνητικά ήταν ωστόσο τα πιο έντονα, μαζί με απειλές για μποϊκοτάζ κατά της εταιρείας, όπως: Όι υπεύθυνοι τής εταιρείας θά καταλάβουν ότι ή ανωμαλία και οι προπαγανδιστές της θά τρώνε μια ζωή πόρτα, όταν δουν την οικονομική ζημιά που θά προκαλέσει η εμετική αυτή διαφήμιση ή Εμετός είστε η επόμενη χρεοκοπία δικιά σας με όλη μας την αγάπη Αηδιαστικά μιάσματα ή, το πολύ χαρακτηριστικό: Σεβομαι ολους τους ανθρωπους. Κρινω βαση χαρακτηρα κ μονο. Δεν με ενδιαφερει η σεξουαλικη σου προτιμηση,αρκει,να μην μου την επιδεικνυεις εμμονικα!!! Η ηλιθιοτητα δεν ειναι σεβαστη! Αισχος στην εταιρια. Σταματαμε να την προτιμουμε πολλα ατομα.

Ξαναλέω ότι τα επαινετικά σχόλια ήταν μακράν περισσότερα, ενώ πολύ γέλασα με αυτό: Είναι δυνατόν να προκαλείτε έτσι;;; Έλεος!!!! Υπάρχουν και διαβητικοί εδώ μέσα.

Σε περιθωριακούς ιστότοπους εμφανίστηκαν και εκκλήσεις για «μαζικό εμπάργκο στη Lacta» (μάλλον εννοεί μποϊκοτάζ) αφου η διαφημιστική εκστρατεία θεωρήθηκε ομοφυλοφιλική προπαγάνδα και επίθεση στον θεσμό της οικογένειας.

Ταυτόχρονα, στα κοινωνικά μέσα είδαν το φως ωραία μιμίδια που έπαιρναν έμπνευση από την καμπάνια, σαν κι αυτό που είναι πολύ καλοφτιαγμένο.

Κι έπειτα, κάποιοι θυμήθηκαν ότι παρόλο που η Lacta είναι προϊόν της σοκολατοβιομηχανίας Παυλίδη, η εταιρεία που την παράγει είναι σήμερα πολυεθνική και/ή έσπευσαν να παινέψουν το… αντίπαλον δέος, δηλαδή τις σοκολάτες ΙΟΝ.

Φυσικά, όλος αυτός ο θόρυβος είναι σημάδι πως η διαφημιστική εκστρατεία στέφθηκε με επιτυχία -όπως λέει το ρητό there’s no such thing as bad publicity, δηλαδή και να κακολογούν μια εταιρεία καλό είναι («Δεν με ενοχλεί να με κακολογούν, αρκεί να γράφουν το όνομά μου σωστά», έλεγε κάποιος άλλος).

Ωστόσο, η πρωτοβουλία της Λάκτα δεν παύει να είναι αξιέπαινη. Η κοινωνία μας έχει δυσανεξία στο διαφορετικό, ειδικά σε σχέση με τον ερωτικό προσανατολισμό -θα θυμάστε τα πρόστιμα που έπεσαν όταν σε κάποια σειρά παρουσιάστηκε ενα φιλί ανάμεσα σε άντρες- οπότε είναι θετικό να παρουσιάζονται ομόφυλα ζευγάρια και μάλιστα ενταγμένα σε πλαίσιο καθημερινότητας. Δεν θα αλλάξουν πολλά πράγματα με την καμπάνια της Λάκτα (αν ήταν ν’ αλλάζει ο κόσμος με μια διαφημιστική εκστρατεία θα τον είχαμε αλλάξει) αλλά είναι κάτι θετικό, έστω και μικρό.

Θα έκλεινα εδώ, για να πείτε κι εσείς τη γνώμη σας, όμως υπάρχει και μια άλλη πτυχή στο θέμα, όπως άλλωστε αναγγέλλει και ο τίτλος του άρθρου.

Βλέπετε, πολλοί στα κοινωνικά μέσα υποστήριξαν ότι η Λάκτα ανήκει στον Σόρος και, έμμεσα, χρέωσαν την «ομοφυλοφιλική» καμπάνια στον Ουγγροαμερικάνο μεγιστάνα ο οποίος, παρόλο που κοντεύει τα ενενήντα, δεν έχει παραιτηθεί από την προσπάθεια να καθυποτάξει τον ελληνισμό. Και ως εδώ, το προσπερνάμε με χαμόγελο. Όμως σε κάποια άρθρα υπήρχαν και «στοιχεία»: ονόματα και αριθμοί, που ανέδιδαν πειστικότητα.

Ο φίλος Χρήστος Κτενάς, δημοσιογράφος με σημαντική παρουσία και στα κοινωνικά μέσα (τον ξέρω διαδικτυακά από τον… προηγούμενο αιώνα) δημοσίευσε στη σελίδα του μια ενδιαφέρουσα ανασκευή των ισχυρισμών σχετικά με τη Λάκτα και τον Σόρος. Του ζήτησα την άδεια να αναδημοσιεύσω το άρθρο του, ακριβώς επειδή αναλύει μια περίπτωση κατασκευής πλαστών ειδήσεων.

Ένα μικρό case study για fake news. Αν δεν βαριέστε διαβάστε.

Έκανε λοιπόν η Λάκτα την γνωστή εκστρατεία με τα ζευγάρια. Αυτή προκάλεσε αντιδράσεις σε συντηρητικούς κύκλους γιατί ανάμεσα στα ζευγάρια είναι και ομόφυλα, και διαφυλετικά, άρα ιστορίες που η «Ελλαδάρα» δεν τις σηκώνει.

Στο διαδίκτυο λοιπόν κυκλοφορεί το παρακάτω κείμενο (το βάζω σε εισαγωγικά):

«Η σοκολατα Lacta της ελληνικης εταιριας ΠΑΥΛΙΔΗΣ ΑΕ. πουληθηκε στην Kraft foods. Στον χωρο επικρατει παγκοσμιως εδω και δυο δεκαετιες ενας κυκλωνας συγχωνευσεων και επιθετικων εξαγορων. Λιγο αργοτερα η Kraft εξαγοραστηκε απο την εταιρια Mondelez.

Ετσι η Mondelez εγινε ιδιοκτητης της Lacta που παραγεται μονο στην Ελλαδα.
Μεγαλοιδιοκτητες της Mondelez ειναι ο Γουορεν Μπαφετ που επαιξε σκοτεινο ρολο στην Ελληνικη Κριση. Ακομα χειροτερα, μεγαλοιδιοκτητης ειναι η τραπεζα BlackRock για την οποια σας εχω εξηγησει τι ρολο επαιξε στην κριση χρεους το 2010.

Το κερασακι στην τουρτα σας το αφησα για το τελος.

600.000 μετοχες της Mondelez ποιος λετε να εχει; Μα ποιος αλλος; Ο George Sorros….

Για την ακριβεια η εταιρεια του Soros Fund Management LLC απεκτησε στο Δ’ τριμηνο του 2018, αρχικα, 541,700 μετοχες της Mondelez!

Επειδη σημερα ολη μερα καναμε την πλακα μας (και καλα καναμε) ειπα λοιπον να κλεισω το βραδυ μας , σοβαρευοντας το θεμα. Γιατι τελικα να ξερετε, τιποτα δεν γινεται τυχαια…«

Το παραπάνω κείμενο είναι βέβαια μια κλασική θεωρία συνωμοσίας. Οι αιώνιοι «κακοί», ο Μπάφετ, ο Σόρος, η Blackrock, είναι μεγαλομέτοχοι της Montelez, η Montelez ιδιοκτήτρια της ελληνικής Παυλίδης, άρα η διαφημιστική καμπάνια που επιχειρεί να «διαφθείρει» τους Έλληνες, είναι απότοκο αυτών των σκοτεινών δυνάμεων.

Έλα όμως που τίποτε από αυτά δεν στέκει!

Αρχικά η Kraft ουδέποτε εξαγοράστηκε από την Mondelez. Η Mondelez είναι η παλιά Kraft, η οποία χωρίστηκε σε δύο κομμάτια και το ένα μετονομάστηκε σε Mondelez. Άρα δεν υπάρχει «αγορά» και οποιαδήποτε συνωμοσιολογία.

Στη συνέχεια, ο Μπάφετ έχει ένα ελάχιστο ποσό μετοχών της εταιρίας, περίπου 500.000 κομμάτια. Για να κατάλάβουμε από μεγέθη ο μεγαλύτερος μέτοχος της Mondelez, είναι η εταιρία επενδύσεων Vanguard με 103 εκατομμύρια μετοχές, ακολουθεί η SSGA 62 εκατομμύρια κλπ. Ο Μπάφετ λοιπόν όχι μεγαλοιδιοκτήτης της Mondelez δεν είναι, ούτε καν βρίσκεται στους 50 πρώτους μετόχους. Και βέβαια δεν είναι «ιδιοκτήτης» των μετοχών, καθώς αυτές ανήκουν σε επενδυτικό του κεφάλαιο, δηλαδή σε λεφτά άλλων που τα διαχειρίζεται.

Επίσης, ένα επενδυτικό κεφάλαιο του Σόρος πράγματι αγόρασε περίπου 500.000 μετοχές πέρυσι, δηλαδή ένα μικρό ποσοστό, όπως και πολλά άλλα επενδυτικά κεφάλαια, γιατί η εταιρία πάει καλά. Αντίστοιχες κινήσεις, του Σόρος, του Μπάφετ, των μεγάλων funds γίνονται κατά εκατοντάδες κάθε χρόνο και πολλες φορές την αγορά ακολουθεί η πώληση, εφόσον βρουν μια καλή τιμή.

Με απλά λόγια. Παίρνουμε μια εταιρία στην Ελλάδα που ανήκει σε ένα διεθνή όμιλο, «ανακαλύπτουμε» σε αυτόν μετόχους γνωστούς επενδυτές (οι οποίοι συνεχώς αγοράζουν και πουλάνε μετοχές σε όλες τις μεγάλες εταιρίες, καθώς έτσι βγάζουν χρήματα), και στήνουμε θεωρία συνωμοσίας: ότι ο Μπάφετ, ο Σόρος και το κακό συναπάντημα, που διαχειρίζονται δισεκατομμύρια κάθε μέρα, δεν έχουν τι άλλο να κάνουν, και με τα ελάχιστα ποσοστά μετοχών που διαθέτουν, «πιέζουν» να γίνει στην Ελλάδα διαφημιστική εκστρατεία της Λάκτα. Για να υπονομευθεί η χώρα μας, την οποία φυσικά μισούν και απεργάζονται την καταστροφή της, υποθέτω γιατί αυτοί είναι Εβραίοι και εμείς απόγονοι των ΕΛ και έχουμε κορυφαίο DNA και τις λοιπές ανοησίες.

Καταλαβαίνετε λοιπόν πως στήνονται τα fake news. Παίρνουν ασύνδετα και μηδενικής σημασίας γεγονότα, τα προσωποποιούν, τα μεγεθύνουν, τα παραποιούν, τα αλλοιώνουν, κατασκευάζουν μεταξύ τους απίθανες και ανύπαρκτες συνδέσεις, και τελικά δημιουργούν μια εξωφρενική θεωρία συνωμοσίας, η οποία όμως έχει ένα βασικό στοιχείο για τους πολλούς αφελείς. ΤΟΥΣ ΚΟΛΑΚΕΥΕΙ. Τους βάζει στο επίκεντρο των πραγμάτων, τους αναδεικνύει, τους πείθει ότι είναι σημαντικοί και για αυτό τους «κυνηγάνε» οι «μεγάλοι εχθροί». Έτσι το πλήθος αναχαράζει ευχαριστημένο, που «κέρδισε» και αυτή τη μάχη επιβίωσης. Και αγοράζει ΙΟΝ αμυγδάλου και οχι Λάκτα, γιατί η Λάκτα πλέον είναι του διαβόλου…

Σσσσσσοκολατάκι κανείς;

Και να σκεφτεί κανείς ότι εγώ δεν τις πολυσυμπαθώ τις σοκολάτες…

 

Posted in Διαφημίσεις, Δικαιώματα, Επικαιρότητα, Μεταμπλόγκειν, Ομοφοβία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 384 Σχόλια »

Το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα (μια συνεργασία του Νίκου Παντελίδη)

Posted by sarant στο 6 Φεβρουαρίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα με πολλή χαρά ένα άρθρο του Νίκου Παντελίδη, αναπληρωτή καθηγητή Γλωσσολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ για ένα θέμα που ενδιαφέρει ιδιαίτερα το ιστολόγιο και που ο περισσότερος κόσμος το αγνοεί: την παλαιοαθηναϊκή διάλεκτο (ή ιδίωμα), δηλαδή τη γλωσσική ποικιλία που μιλιόταν στην Αθήνα πριν η πόλη αναδειχθεί σε πρωτεύουσα του κράτους. Ο περισσότερος κόσμος θεωρεί πως οι Αθηναίοι δεν μιλούσαν κάποια ξεχωριστή διάλεκτο ή ότι μιλούσαν μια γλωσσική ποικιλία πολύ κοντινή σε αυτήν που έγινε κοινή -αλλά αυτό καθόλου δεν ισχύει.

Κάποιοι ξέρουν τον τσιτακισμό εξαιτίας του οποίου ο Αγιώργης ο Καρύκης έγινε Καρύτσης και τα κτήματα του Γαλάκη έδωσαν το Γαλάτσι, όμως το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα έχει πολλές ακόμα ιδιομορφίες. Μια νύξη για το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα είχαμε κάνει πέρυσι που παρουσιάσαμε τα απομνημονεύματα του Σκουζέ, και τότε ο Ν. Παντελίδης μού είχε στείλει με μέιλ μια εργασία του. Αργότερα, όταν έδωσα μια διάλεξη στο ΕΚΠΑ, είχα τη χαρά να τον γνωρίσω και τον παρακάλεσα, όταν βρει καιρό, να προσαρμόσει την εργασία του σε κάπως πιο σύντομη και εύληπτη μορφή για το ιστολόγιο. Αυτό και έκανε, και τον ευχαριστώ θερμά.

Η ανάδειξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα με τη συνακόλουθη κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού της καθώς εισρεύσανε στην πόλη χιλιάδες και χιλιάδες Έλληνες από τις τέσσερις γωνιές του νεοπαγούς κράτους, από τους «ετερόχθονες» Έλληνες αλλά και από τη διασπορά, στάθηκε μοιραία για το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα το οποίο πολύ γρήγορα έσβησε. Ο Παντελίδης στο επίμετρο του άρθρου του παραθέτει αποσπάσματα από δυο θεατρικά έργα στα οποία δυο ηρωίδες μιλούν την παλαιοαθηναϊκή διάλεκτο. Κάπου αναφέρεται κι ο τύπος κορικάτσα (αντιστοιχεί στον «κοριτσάκια» της κοινής). Αυτός προκύπτει ως εξής: το κορίτσι το έκαναν κορικι από υπερδιόρθωση – το κορικάτσι – τα κορικάτσα. Ο ίδιος τύπος απαντά και σε τραγούδι της Αίγινας -το αιγενήτικο ιδίωμα ήταν συγγενικό με το παλαιοαθηναϊκό.

Πολλά έγραψα, δίνω τον λόγο στον Νίκο Παντελίδη:

Μια άγνωστη διάλεκτος της Νέας Ελληνικής: Παλαιά Αθηναϊκή

Η εξέλιξη της Αθήνας ύστερα από την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους το 1834, και η εκρηκτική -ιδιαίτερα κατά τον 20ό αι.- πληθυσμιακή της αύξηση και εδαφική επέκταση, δημιουργούν την εντύπωση ότι ήταν ανέκαθεν ένα γλωσσικό χωνευτήρι, αδιάφορο για την (παραδοσιακή) νεοελληνική διαλεκτολογία. Έτσι είναι ελάχιστα γνωστό, ότι η Αθήνα των λίγων χιλιάδων κατοίκων, της εποχής μέχρι την επανάσταση του 1821 μιλούσε, όπως συνέβαινε με όλες τις περιοχές του ελληνόφωνου κόσμου, το δικό της ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα που εμφάνιζε στενή συγγένεια με τα ιδιώματα των Μεγάρων, της Αίγινας και της νότιας Εύβοιας (Κύμης, Αυλωναρίου, Αλιβερίου, Καρύστου), με τα οποία απάρτιζε μια διαλεκτική ομάδα. Η παλαιότερη γεωγραφική συνέχεια αυτής της ευρύτερης διαλεκτικής ζώνης διερράγη από την εγκατάσταση των Αρβανιτών στην ανατολική Στερεά και σε τμήμα της νότιας Εύβοιας. Έτσι η γεωγραφική της έκταση περιορίστηκε σταδιακά στις πόλεις της Αθήνας και των Μεγάρων, σε τμήμα της νότιας Εύβοιας και τον Ωρωπό, ενώ διαφοροποιήθηκε τοπικά: το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα εμφανίζει π.χ. αρκετές διαφορές από το συγγενικό ιδίωμα της Αίγινας και της γεωγραφικά πιο απομακρυσμένης περιοχής της Κύμης, αποτελεί δε τον ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ Μεγάρων και Αίγινας από τη μια, και της Εύβοιας από την άλλη. Το παλαιό τοπικό ιδίωμα της Αθήνας άρχισε να υποχωρεί ύστερα από την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους και την έναρξη της εγκατάστασης πλήθους ελληνοφώνων από πολλές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των παροικιών του εξωτερικού. Θύλακες ομιλητών του ιδιώματος επιβίωναν πάντως στην παλιά πόλη πιθανόν μέχρι περίπου το 1900, ίσως και λίγο αργότερα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι, σύμφωνα με μαρτυρίες, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα ήταν η γλώσσα και των Τούρκων της Αθήνας.

Μιχαήλ Ακομινάτος Χωνιάτης, επίσκοπος Αθηνών 1182-1204

Τα πρώτα γνωστά δείγματα φαινομένων του ιδιώματος εμφανίζονται σε επιγραφές του 9ου αιώνα, όπου διαβάζουμε π.χ. τον τύπο Σπαθαρέα (αντί Σπαθαρία, θηλυκό του Σπαθάριος, πρβλ. και το Καπνικαρέα, ονομασία γνωστού αθηναϊκού βυζαντινού ναού). Σε φορολογικό έγγραφο της εποχής γύρω στα 1200, εμφανίζεται δείγμα ενός ακόμη φαινομένου του ιδιώματος, της τροπής του /f/ σε /v/: Κυβισσ[…] = Κηφισιά. Από την ίδια περίπου εποχή προέρχεται και η μαρτυρία του μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτη (1182-1204), ο οποίος εκφράζεται απαξιωτικά για τη λαλιά των Αθηναίων της εποχής του, παραθέτει μάλιστα και στοιχεία της που την καθιστούν κατά την άποψή του «βαρβαρίζουσα»: τεύτος = τέτοιος, ατούνος = αυτός, δενδρύφια = δεντράκια κ.λπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συντριπτική πλειονότητα όσων αναφέρθηκαν στο ιδίωμα της Αθήνας μέχρι τον 19ο αιώνα (περιηγητές, λόγιοι κ.λπ.) συμφωνούν στο ότι ήταν το χειρότερο ανάμεσα στα νεοελληνικά ιδιώματα, κακόηχο και παρεφθαρμένο, χωρίς να βέβαια να είναι απολύτως σαφές σε τι ακριβώς αναφέρονταν. Προφανώς η σύγκριση γινόταν με την αρχαία αττική διάλεκτο της κλασικής εποχής, ως εάν η καθημερινή λαλιά των αρχαίων Αθηναίων να ταυτιζόταν με το υψηλό ύφος των κειμένων της γραμματείας. Ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς πάντως σε επιστολή του προς τον Μαρτίνο Κρούσιο στα 1581 αναφέρεται ρητά στη σύγκριση αυτή, παραθέτει δε και λίγα στοιχεία του ιδιώματος:

«Καὶ τὸ δὴ χείριστον, τοὺς πάλαι σοφωτάτους Ἀθηναίους εἰ ἤκουσας, δακρύων ἂν ἐγένου μεστός» = Και το χειρότερο από όλα είναι λοιπόν ότι αν άκουγες τους πάλαι ποτέ σοφώτατους Αθηναίους, θα γέμιζες δάκρυα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Γλωσσικά ταξίδια, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 150 Σχόλια »

Δυο σοβιετικοί συγγραφείς στη Νέα Υόρκη (η Ranele μεταφράζει Ιλφ και Πετρόφ)

Posted by sarant στο 27 Ιανουαρίου, 2019

Πριν από κάμποσο καιρό είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα εύθυμο διήγημα των αγαπημένων μου σοβιετικών σατιρικών συγγραφέων Ηλία Ιλφ και Ευγενίου Πετρόφ, το «Ένας σοβιετικός ροβινσώνας«. Στα σχόλια της συζήτησης εκείνης θα βρείτε και ένα διήγημα που περιέχει τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις των Ιλφ και Πετρόφ από την Ελλάδα.

Όπως είχα γράψει παλιότερα, ο Ιλφ και ο Πετρόφ έδωσαν τους δίδυμους ήλιους της σοβιετικής σάτιρας, τα εξαιρετικά μυθιστορήματα «Οι δώδεκα καρέκλες» και «Το χρυσό μοσχάρι». Στο πρώτο, λίγα χρόνια μετά την επανάσταση, ο αριστοκράτης Βορομπιάνινοφ αναζητά έναν θησαυρό που είναι κρυμμένος σε μία από τις δώδεκα καρέκλες της πάμπλουτης θείας του. Συνεταιρίζεται με τον γοητευτικό απατεώνα Οστάπ Μπέντερ, και αφού διατρέξουν τη μισή Σοβιετική Ένωση βρίσκουν -ή δεν βρίσκουν- τον θησαυρό. Στο «Χρυσό μοσχάρι» ο Οστάπ είναι αρχηγός μιας μικρής σπείρας απατεώνων που αναζητούν έναν σοβιετικό εκατομμυριούχο -και πάλι, τον βρίσκουν αλλά… Η συνέχεια επί της οθόνης, θα έλεγα, αφού κάποτε θα παρουσιάσω τα κλασικά αυτά έργα.

Και τα δυο ονόματα είναι ψευδώνυμα, ο Ιλφ λεγόταν Φάινζιλμπεργκ, ο Πετρόφ: Κατάγιεφ -αδελφός του είναι ο γνωστός συγγραφέας Βαλεντίν Κατάγιεφ. Γεννημένοι κι οι δυο στην Οδησσό, στο Χρυσό Μοσχάρι την αποκαλούν Τσερνομόρετς αν θυμάμαι καλά, κι έχουν κι έναν Έλληνα, τον Βαλιάδη, στην παρέα των γέρων με τα πικέ γιλέκα. Ο Ιλφ πέθανε από φυματίωση το 1937, τον Πετρόφ τον ρίξαν οι Γερμανοί το 1942, όταν, πολεμικός ανταποκριτής, επέστρεφε αεροπορικώς από την πολιορκημένη Σεβαστούπολη.

Τα δυο τους μυθιστορήματα γνώρισαν αξεπέραστη αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό και πλούτισαν τη ρωσική γλώσσα με κάμποσες παροιμιώδεις εκφράσεις.

Από τότε που διάβαζα, νέος, τις Δώδεκα καρέκλες και το Χρυσό μοσχάρι, είχα μάθει ότι οι δυο συγγραφείς, πέρα από αμέτρητα διηγήματα, είχαν επίσης γράψει ένα ακόμα βιβλίο μαζί, τη «Μονώροφη Αμερική», ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την επίσκεψή τους στις ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Μέσα στα απειράριθμα σχέδια που κάνει κανείς σε νεαρή ηλικία, είχα κι εγώ το σχέδιο να βρω, να διαβάσω, να μεταφράσω ή να αναθέσω τη μετάφραση και να εκδώσω το βιβλίο αυτό.

Σήμερα έρχομαι κοντά στην κατά κάποιο τρόπο εκπλήρωση εκείνου του νεανικού σχεδίου. Η φίλη μας η Ranele, που αρκετές φορές μάς έχει δώσει μεταφράσεις της από τα ρωσικά (παράδειγμα) μού έστειλε πριν από λίγο καιρό μεταφρασμένα τα πέντε πρώτα κεφάλαια της Μονώροφης Αμερικής, του βιβλίου των Ιλφ και Πετρόφ και εδώ σας παρουσιάζω το δεύτερο κεφάλαιο, το πρώτο βράδυ των συγγραφέων στη Νέα Υόρκη. Δεν διάλεξα το πρώτο κεφάλαιο, επειδή περιγράφει το (πολυήμερο) ταξίδι με το υπερωκεάνειο Νορμανδία κι έτσι δεν αναφέρεται στις ΗΠΑ.

Ο Ιλφ και ο Πετρόφ έμειναν στις Ηνωμένες Πολιτείες 10 εβδομάδες και τις διέσχισαν με αυτοκίνητο, μεταξύ άλλων πάνω στον θρυλικό αυτοκινητόδρομο 66, φτάνοντας ως τη Δυτική Ακτή. Δημοσίευσαν τις εντυπώσεις τους στο περιοδικό Ογκανιόκ, με φωτογραφίες σαν κι αυτή, από τη μηχανή Λάικα του Πετρόφ. Το βιβλίο εκδόθηκε, όπως είπαμε, το 1936 και ήταν το κύκνειο άσμα του συγγραφικού διδύμου, αφού ο Ιλφ πέθανε τον επόμενο χρόνο.

Η Ranele μού έστειλε τις μεταφράσεις της σε δίστηλη μορφή, αντικριστά με το πρωτότυπο, αλλά προτίμησα να παρουσιάσω εδώ μόνο το ελληνικό κείμενο, αφού, κακά τα ψέματα, η δίστηλη παρουσίαση ελάχιστους αναγνώστες θα ενδιέφερε, τους ρωσομαθείς μόνο. Όμως, επειδή στο ιστολόγιο έχουμε και ρωσομαθείς, αρκετούς μάλιστα, μπορούν να βρουν τη ρωσική μετάφραση εδώ, ή, ακόμα καλύτερα, την αντικριστή παρουσίαση σε δίστηλο, εδώ.

Η Ρανέλε είναι Ρωσίδα που ζει στην Ελλάδα, οπότε η ελληνική δεν είναι η μητρική της γλώσσα. Μπορεί να έχουν ξεφύγει μεταφραστικά λάθη ή κάποιες αδέξιες χρήσεις. Έκανα κι εγώ μερικές διορθώσεις στο κείμενό της.

 

Κεφάλαιο Β΄. Το πρώτο βράδυ στη Νέα Υόρκη

Η αίθουσα του τελωνείου της αποβάθρας «Γαλλικές Γραμμές» ήταν τεράστια. Ψηλά κάτω από την οροφή κρέμονταν μεγάλα σιδερένια γράμματα του λατινικού αλφαβήτου. Ο κάθε επιβάτης έπιανε θέση κάτω από το γράμμα με το οποίο ξεκινούσε το επίθετό του. Εδώ πέρα θα κατέφθαναν από το πλοίο οι βαλίτσες του και εδώ πέρα θα περνούσαν κιόλας από τον έλεγχο.

Οι φωνές των άρτι αφιχθέντων και αυτών που τους υποδέχονταν, τα γέλια και τα φιλιά αντηχούσαν μες στην αίθουσα, οι απογυμνωμένες σωληνώσεις και οι παροχές της οποίας την έκαναν να μοιάζει με πτέρυγα εργοστασίου που κατασκευάζει τουρμπίνες.

Δεν είχαμε ειδοποιήσει κανέναν για την άφιξή μας, συνεπώς δεν μας περίμενε κανείς. Στριφογυρίζαμε κάτω από τα γράμματά μας περιμένοντας τον υπάλληλο του τελωνείου. Επιτέλους εκείνος κατέφτασε. Ήταν ένας ήρεμος και διόλου βιαστικός άνθρωπος. Δεν τον άγχωνε καθόλου το γεγονός ότι είχαμε διασχίσει ολόκληρο τον ωκεανό για να του δείξουμε τις βαλίτσες μας. Εκείνος από ευγένεια μόλις που ακούμπησε με τα ακροδάχτυλά του την απάνω στρώση των ρούχων μας χωρίς καν να μπει σε κόπο να κοιτάξει τίποτα άλλο. Ύστερα έβγαλε τη γλώσσα του, μια εντελώς συνηθισμένη, σαλιωμένη γλώσσα, που δεν ήταν εξοπλισμένη με κάποιον ειδικό μηχανισμό, σάλιωσε δύο μεγάλες ετικέτες και τις κόλλησε πάνω στις βαλίτσες μας.

Είχε βραδιάσει όταν επιτέλους τελειώσαμε με τις διατυπώσεις. Ένα λευκό ταξί με τρία αναμμένα φωτάκια στην οροφή, που έμοιαζε με παλιομοδίτικη άμαξα, μας πήγαινε στο ξενοδοχείο. Στην αρχή μας βασάνιζε η σκέψη ότι λόγω της απειρίας μας επιβιβαστήκαμε σε ένα απαρχαιωμένο, της κακιάς ώρας ταξί, ότι φαινόμαστε γελοίοι σαν τους επαρχιώτες. Μα κοιτάζοντας δειλά δειλά από το παράθυρο, είδαμε ότι προς όλες τις κατευθύνσεις έτρεχαν αυτοκίνητα με τα ίδια γελοία φαναράκια που υπήρχαν και στο δικό μας ταξί. Τότε μονάχα ηρεμήσαμε λιγάκι. Μόνο αργότερα καταλάβαμε ότι τα φαναράκια στην οροφή καθιερώθηκαν ώστε τα ταξί να ξεχωρίζουν πιο πολύ ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα αυτοκίνητα. Για τον ίδιο λόγο τα ταξί βάφονταν στα πιο χτυπητά χρώματα – πορτοκαλί, καναρινί, λευκό.

Η προσπάθειά μας να απολαύσουμε την πόλη της Νέας Υόρκης από το ταξί απέτυχε. Διασχίζαμε αρκετά μουντούς και σκοτεινούς δρόμους. Πού και πού κάτι βρυχιόταν διαβολεμένα κάτω απ΄τα πόδια μας, πού και πού κάτι βροντούσε πάνω από τα κεφάλια μας. Όταν σταματούσαμε στα φανάρια, τα φτερά των αυτοκινήτων που βρίσκονταν δίπλα μας μάς έκρυβαν όλη τη θέα. Ο οδηγός είχε γυρίσει κάμποσες φορές προς τα πίσω για να ξαναρωτήσει τη διεύθυνση. Προφανώς τον προβλημάτιζαν τα Αγγλικά που μιλούσαμε. Κάποιες φορές μας κοίταζε ενθαρρυντικά και στο πρόσωπό του διάβαζες: «Δεν πειράζει, δε θα χαθείτε! Στη Νέα Υόρκη κανείς δε χάνεται».

Τα τριάντα δύο πατώματα του τούβλινου ξενοδοχείου μας ορθώνονταν για να καρφωθούν μες στον κοκκινωπό νυχτερινό ουρανό.

Όσην ώρα συμπληρώναμε τις σύντομες κάρτες εγγραφής, δύο άτομα από το προσωπικό του ξενοδοχείου φύλαγαν με αφοσίωση τις αποσκευές μας. Ένας από αυτούς είχε περασμένο στο λαιμό του έναν αστραφτερό κρίκο με το κλειδί του δωματίου που είχαμε επιλέξει. Το ασανσέρ μας ανέβασε ως τον εικοστό έβδομο όροφο. Ήταν ένα ευρύχωρο και ήσυχο ασανσέρ ενός ξενοδοχείου ούτε πολύ παλιού ούτε πολύ καινούργιου, ούτε πολύ ακριβού, και δυστυχώς, ούτε πολύ φτηνού.

Το δωμάτιό μας μάς άρεσε, μα δεν το πολυεξερευνήσαμε. Βιαζόμασταν να βγούμε έξω, να παραδοθούμε στην πόλη και στους θορύβους της. Οι κουρτίνες στα παράθυρα ανέμιζαν από τη φρεσκάδα της θαλασσινής αύρας. Αφήσαμε τα πανωφόρια μας στον καναπέ, βγήκαμε τρέχοντας στο στενό διάδρομο, στρωμένο με τη χρωματιστή μοκέτα. και το ασανσέρ με ένα απαλό τρίξιμο μας πήγε προς τα κάτω. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας με νόημα. Πράγματι ήταν ένα σπουδαίο γεγονός! Για πρώτη φορά στη ζωή μας θα πηγαίναμε βόλτα στη Νέα Υόρκη.

Μια λεπτή, σχεδόν διαφανής αστερόεσσα κυμάτιζε πάνω από την είσοδο του ξενοδοχείου μας. Στο δρόμο απέναντι ορθωνόταν το γυαλιστερό παραλληλεπίπεδο του ξενοδοχείου «Γουόλντορφ-Αστόρια». Σε τουριστικά προσπέκτους παρουσιαζόταν ως το καλύτερο ξενοδοχείο του κόσμου. Τα παράθυρα του «καλύτερου του κόσμου» έλαμπαν εκτυφλωτικά και πάνω στην είσοδο κυμάτιζαν όχι μία, μα δύο εθνικές σημαίες. Πάνω στο πεζοδρόμιο, κοντά στο κράσπεδο κείτονταν φρέσκα τεύχη εφημερίδων. Οι περαστικοί έσκυβαν, έπαιρναν τη «Νιου Υορκ Τάιμς» ή την «Γκέραλντ Τριμπιούν» [χαρακτηριστική ρωσική προφορά του δασέος H – ν.σ.] και έβαζαν κάτω δίπλα στις εφημερίδες δυο σεντς. Ο εφημεριδοπώλης είχε πάει κάπου. Οι εφημερίδες συγκρατούνταν στο πεζοδρόμιο με ένα κομμάτι τούβλο με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν οι γριές Μοσχοβίτισσες που πουλούν εφημερίδες σε καφασωτά κιόσκια.  Στις γωνίες που σχημάτιζε η διασταύρωση ήταν τοποθετημένοι οι κυλινδρικοί κάδοι απορριμμάτων. Μέσα από τον έναν έβγαινε μια τεράστια γλώσσα φλόγας. Προφανώς κάποιος είχε πετάξει μέσα ένα μισοσβησμένο αποτσίγαρο και τα σκουπίδια της Νέας Υόρκης, που αποτελούνται κατά κύριο λόγο από εφημερίδες, αμέσως έπιασαν φωτιά. Οι γυαλιστεροί τοίχοι του «Γουόλντορφ –Αστόρια» αντιφέγγιζαν τις ανήσυχες κόκκινες φλόγες. Οι περαστικοί χαμογελούσαν  σχολιάζοντάς καθοδόν το γεγονός. Ένας αστυνομικός με πρόσωπο αποφασιστικό ήδη κατευθυνόταν στο σημείο του συμβάντος. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το ξενοδοχείο μας δεν κινδύνευε από τη φωτιά, προχωρήσαμε παρακάτω.

Και τότε μας συνέβη κάτι δυσάρεστο. Είχαμε κατά νου να περπατάμε αργά κοιτάζοντας προσεκτικά δεξιά αριστερά, ας το πούμε, μελετώντας, παρατηρώντας, ρουφώντας και ούτω καθεξής. Μα η Νέα Υόρκη δεν είναι από εκείνες τις πόλεις όπου οι άνθρωποι κινούνται αργά. Γύρω μας οι άνθρωποι δεν περπατούσαν, μα έτρεχαν. Οπότε κι εμείς βαλθήκαμε να τρέχουμε. Και από κει και πέρα δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε. Στη Νέα Υόρκη μείναμε για ένα μήνα και όλον τον καιρό κάπου τρέχαμε σαν παλαβοί, έχοντας τόσο σοβαρή και πολυάσχολη έκφραση που θα μας ζήλευε κι ο ίδιος ο Τζον Πίερποντ  Μόργκαν τζούνιορ. Με τέτοιους ρυθμούς θα είχε βγάλει γύρω στα εξήντα εκατομμύρια δολάρια εκείνο το μήνα.

Έτσι λοιπόν βαλθήκαμε να τρέχουμε κι εμείς. Είχαμε προσπεράσει τρέχοντας τις φωτεινές επιγραφές που έγραφαν: «Καφετέρια», ή «Γιουνάιτεντ σίγκαρε», ή «Ντραγκ –σόδα», ή κάτι άλλο το ίδιο ελκυστικό, μα προς το παρόν ακατανόητο. Έτσι τρέχοντας φτάσαμε μέχρι την 42ή οδό και κει σταματήσαμε.

Στις βιτρίνες των καταστημάτων της 42ής οδού ο χειμώνας βρισκόταν στο ζενίθ. Σε μια βιτρίνα είχαν στηθεί επτά κομψές κέρινες κυρίες με ασημιά πρόσωπα. Όλες τους ήταν ντυμένες με πολυτελέστατες γούνες από αστραχάν και έριχναν η μία στην άλλη ματιές όλο μυστήριο. Στη διπλανή βιτρίνα είχε μια ντουζίνα τέτοιες κυρίες που φορούσαν αθλητικές φόρμες και στηρίζονταν σε μπαστούνια του σκι. Τα μάτια τους ήταν μπλε, τα χείλη κόκκινα ενώ τα αφτιά ροζ. Σε άλλες βιτρίνες υπήρχαν νεαρά ανδρικά μανεκέν με γκρίζα μαλλιά ή περιποιημένοι κέρινοι κύριοι ντυμένοι με οικονομικά, πλην όμως απίστευτα κομψά κοστούμια. Παρόλα αυτά εμείς δε δίναμε την παραμικρή σημασία σε όλη αυτή την εμπορική πανδαισία. Την προσοχή μας την τράβηξε κάτι άλλο.

Σε όλες τις μεγαλουπόλεις του κόσμου πάντα μπορείς να βρεις ένα μέρος όπου οι άνθρωποι παρατηρούν το φεγγάρι με το τηλεσκόπιο. Εκεί, στη 42η οδό επίσης υπήρχε ένα τηλεσκόπιο που ήταν εγκαταστημένο πάνω σε ένα όχημα.

Το τηλεσκόπιο ήταν στραμμένο προς τον ουρανό. Το χειριζόταν ένας απλοϊκός άνθρωπος ίδιος με εκείνους που μπορείς να βρεις δίπλα στο τηλεσκόπιο είτε στην Αθήνα είτε στη Νάπολη είτε στην Οδησσό. Είχε την ίδια δυσαρεστημένη όψη που έχουν όλοι οι χειριστές των υπαίθριων τηλεσκοπίων σε όλον τον κόσμο.

Το φεγγάρι φαινόταν ανάμεσα σε δύο κτίρια εξήντα ορόφων. Κι όμως ένας περίεργος που κόλλησε στο σωλήνα του τηλεσκοπίου δεν κοίταζε το φεγγάρι, μα σημάδευε πολύ πιο πάνω από αυτό, – κοίταζε λοιπόν, την κορυφή του «Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ», ενός κτιρίου εκατόν δύο ορόφων. Στο φως του φεγγαριού η ατσαλένια κορυφή του «Εμπάιρ» φαινόταν λες και ήταν χιονισμένη. Πιανόταν η ψυχή σου στη θέα ενός μεγαλόπρεπου, λιτού και επιβλητικού κτιρίου που λαμποκοπούσε σαν παγοκολόνα. Καθόμασταν πολλή ώρα εκεί πέρα με σηκωμένα πάνω τα κεφάλια μας. Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης εμπνέουν ένα αίσθημα περηφάνιας για τους ανθρώπους της επιστήμης και του μόχθου που έχουν χτίσει αυτά τα επιβλητικά κτίρια. Βραχνιασμένα ξεφώνιζαν οι εφημεριδοπώλες. Και κάθε φορά που το έδαφος έτρεμε κάτω από τα πόδια μας,  από τις σχάρες του πεζοδρομίου σαν από κάνα μηχανοστάσιο έφερνε το ζεστό αέρα. Όλα έδειχναν ότι κάτω από τη γη έτρεχε η αμαξοστοιχία του νεοϋορκέζικου μετρό, του σάμπγουει δηλαδή, όπως το αποκαλούσαν εκεί.

Μέσα από κάποια φρεάτια του οδοστρώματος καλυμμένα με στρόγγυλα μαντεμένια καπάκια αναδυόταν ο ατμός. Για πολλή ώρα δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε από πού έβγαινε αυτός ο ατμός. Πάντως τα κόκκινα φώτα των διαφημίσεων τού προσέδιδαν μια φαντασμαγορική όψη σαν σε παράσταση όπερας. Φαινόταν λες και από στιγμή σε στιγμή θα άνοιγε το φρεάτιο και από κει θα αναδυόταν ο Μεφιστοφελής και αφού πρώτα θα έβηχε για να καθαρίσει το λαιμό του αμέσως μετά θα άρχιζε να τραγουδά με φωνή βαρύτονου την άρια απ’ την όπερα του «Φάουστ»: «Έχω σπαθί, φορώ καπέλο με φτερό, το βαλάντιο μου είναι παχυλό και είμαι τυλιγμένος σε έναν πολύτιμο μανδύα».

Εμείς και πάλι βαλθήκαμε να τρέχουμε μπροστά έχοντας ξεκουφαθεί από τα ξεφωνητά των εφημεριδοπωλών. Εκείνοι ωρύονται τόσο δυνατά που σύμφωνα με την έκφραση του Λεσκώφ [Ρώσος διηγηματογράφος], μετά χρειάζεται να φτυαρίζεις επί μια βδομάδα σερί  για να απομακρύνεις τούτη τη φωνή απ΄τ΄αφτιά σου.

Δεν μπορείς να πεις ότι ο φωτισμός της 42ης οδού ήταν μέτριος. Παρ΄όλα αυτά το Μπρόντγουεϊ, φωταγωγημένο με εκατομμύρια, μπορεί και δισεκατομμύρια ηλεκτρικά λαμπιόνια, γεμάτο από περιστρεφόμενες και χοροπηδητές διαφημίσεις φτιαγμένες από χιλιόμετρα χρωματιστών σωλήνων νέον, εμφανίστηκε μπροστά μας το ίδιο αναπάντεχα με τη Νέα Υόρκη η οποία είχε αναδυθεί ενώπιον μας μέσα απ΄ την απέραντη ερημιά του Ατλαντικού ωκεανού.

Καθόμασταν πάνω στην πιο δημοφιλή διασταύρωση των ΗΠΑ, εκεί που διασταυρώνεται η 42η οδός με το Μπρόντγουεϊ. Μπροστά μας ανοιγόταν «ο μέγας λαμπερός δρόμος», όπως τιμητικά αποκαλείται από τους Αμερικανούς το Μπρόντγουεϊ,.

Εδώ ο ηλεκτρισμός έχει υποβιβαστεί (ή έχει αναχθεί, αν θέλετε) στο επίπεδο ενός εκπαιδευμένου ζώου του τσίρκου. Εδώ τον ανάγκασαν να χορεύει, να κάνει τσαλιμάκια, να υπερπηδά τα εμπόδια, να ανοιγοκλείνει τα ηλεκτρικά του μάτια. Τον ήσυχο ηλεκτρισμό του Έντισον τον έχουν μετατρέψει σε θαλάσσιο λέοντα από το τσίρκο του Ντούροβ [διάσημος σοβιετικός εκπαιδευτής ζώων -ν.σ.] που πιάνει με τη μουσούδα του το τόπι, κάνει τον ζογκλέρ, παριστάνει τον πεθαμένο, ανασταίνεται, εκτελεί οτιδήποτε τον προστάξουν. Η παρέλαση των ηλεκτρικών φώτων δεν σταματάει ποτέ. Τα φώτα των διαφημίσεων ανάβουν, περιστρέφονται και σβήνουν ώστε αμέσως μετά να λάμψουν και πάλι, τα γράμματα μεγάλα και μικρά, πράσινα και κόκκινα, χωρίς σταματημό περνάνε φευγαλέα ώστε μετά από ένα δευτερόλεπτο να επιστρέψουν και να ξαναρχίσουν το τρελό τους τρεχαλητό.

Στο Μπρόντγουεϊ βρίσκονται συγκεντρωμένα  τα θέατρα, οι κινηματογράφοι και οι χορευτικές λέσχες της πόλης. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κινούνται στα πεζοδρόμια. Η Νέα Υόρκη είναι μια από τις ελάχιστες πόλεις του κόσμου όπου οι κάτοικοι βολτάρουν σε έναν συγκεκριμένο δρόμο. Οι είσοδοι των κινηματογράφων έχουν τόσα φώτα που αν κάποιος πρόσθετε ακόμα μια λάμπα, θα γινόταν έκρηξη από τον υπερβολικό φωτισμό και τα πάντα θα πήγαιναν κατά διαβόλου. Μα δεν υπάρχει μέρος να χωρέσεις αυτή τη λάμπα, δεν περισσεύει ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό στο χώρο. Οι εφημεριδοπώλες ξεσηκώνουν τέτοια ωρυγή που, για να απομακρύνεις τη φωνή τους θα χρειαζόσουν όχι μια βδομάδα, μα χρόνια εντατικού φτυαρίσματος. Ψηλά στον ουρανό, σ΄έναν από τους αναρίθμητους ορόφους του ουρανοξύστη «Παραμάουντ», λάμπει ένα ηλεκτρικό ρολόι. Δεν βλέπεις ούτε τα αστέρια ούτε το φεγγάρι. Το φως από τις διαφημίσεις θαμπώνει τα πάντα γύρω τους. Τα αυτοκίνητα τρέχουν σιωπηλά. Στις βιτρίνες ανάμεσα σε καρό γραβάτες περιστρέφονται, κάνουν ακόμα και τούμπες, οι μικρές φωτιζόμενες ταμπελίτσες με τις τιμές. Είναι πια κάτι σαν μικροοργανισμοί μέσα στο σύμπαν του ηλεκτρισμού του Μπρόντγουεϊ. Ανάμεσα σε όλη αυτή την τρομερή φασαρία ένας ήρεμος ζητιάνος παίζει το σαξόφωνό του. Ένας κύριος με ημίψηλο κατευθύνεται στο θέατρο συνοδεύοντας μια κυρία που φορά μια βραδινή τουαλέτα με ουρά. Σαν υπνοβάτης κινείται ένας τυφλός με το σκύλο-οδηγό του. Μερικοί νεαροί σουλατσάρουν ασκεπείς. Είναι της μόδας. Κάτω από τα φανάρια γυαλίζουν τα γλειμμένα τους μαλλιά. Ο αέρας μυρίζει πούρα, και φτηνά και ακριβά.

Με το που σκεφτήκαμε το πόσο μακριά βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή από τη Μόσχα, μας περιέλουσαν τα φώτα του κινηματογράφου «Καμέο» όπου προβαλλόταν η σοβιετική ταινία «Ο νέος Γκιούλιβερ».

Η παλίρροια του Μπρόντγουεϊ μας παρέσυρε κάμποσες φορές μπρος πίσω και τέλος μας ξέβρασε σε έναν παράλληλο δρόμο.

Δεν είχαμε μάθει ακόμα τίποτα για την πόλη. Γι΄αυτό δε συγκρατήσαμε τα ονόματα των δρόμων. Θυμόμαστε μονάχα ότι βρισκόμασταν κάπου κάτω από μια σιδηροδρομική γέφυρα. Δίπλα περνούσε ένα λεωφορείο κι εμείς δίχως δεύτερη σκέψη με έναν πήδο βρεθήκαμε μέσα.

Ακόμα και ύστερα από πολλές ημέρες, όταν πια μάθαμε να προσανατολιζόμαστε μες στη δίνη της Νέας Υόρκης, δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε πού μας είχε πάει εκείνο το λεωφορείο την πρώτη μας βραδιά μες στην πόλη. Μας φάνηκε ότι ήταν η Τσάινα Τάουν της Νέας Υόρκης. Μπορεί όμως να ήταν και η Μικρή Ιταλία ή ακόμα και η εβραϊκή συνοικία.

Βαδίζαμε σε στενούς βρόμικους δρόμους. Όχι, το ηλεκτρικό εδώ ήταν από τα συνηθισμένα, δεν ήταν εκπαιδευμένο. Εξέπεμπε ένα μουντό φως και δεν χοροπηδούσε καθόλου. Ένας πελώριος αστυνομικός καθόταν ακουμπώντας στον τοίχο ενός κτιρίου. Στο πηλίκιο πάνω από το φαρδύ και επιβλητικό του πρόσωπο έλαμπε το ασημένιο έμβλημα της πόλης της Νέας Υόρκης. Έχοντας προσέξει το δισταγμό με τον οποίο προχωρούσαμε στο δρόμο, εκείνος κατευθύνθηκε προς το μέρος μας, αλλά μιας και δεν τον ρωτήσαμε κάτι, πάλι στάθηκε κοντά στον τοίχο, ένας επιβλητικός και άψογος εκπρόσωπος των οργάνων της τάξης.

Από ένα κτίριο της κακιάς ώρας ακουγόταν μια άχρωμη, μονότονη ψαλμωδία. Ο άνθρωπος που καθόταν στην είσοδο μάς είπε ότι ήταν καταφύγιο για αστέγους, του Στρατού της Σωτηρίας.

-Ποιος μπορεί να διανυκτερεύσει εδώ μέσα;

-Οποιοσδήποτε. Κανείς δεν πρόκειται ούτε να του ζητήσει το επίθετό του ούτε να ενδιαφερθεί για τις δουλειές του και το παρελθόν του. Εδώ πέρα οι άστεγοι παίρνουν δωρεάν κλινοσκεπάσματα, καφέ και ψωμί. Το πρωί επίσης τους προσφέρουν δωρεάν καφέ και ψωμί. Ύστερα είναι ελεύθεροι να φύγουν. Η μόνη προϋπόθεση είναι η συμμετοχή τους στην εσπερινή και στην πρωινή προσευχή.

Η ψαλμωδία που ακουγόταν από το οίκημα μαρτυρούσε ότι εκείνη την ώρα εκτελείτο αυτή η μοναδική προϋπόθεση. Μπήκαμε μέσα.

Παλιά, πριν καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μέσα σ΄αυτό το χώρο βρισκόταν ένα κινέζικο καπνιστήριο οπίου. Κάποτε λοιπόν ήταν ένα βρόμικο και σκοτεινό καταγώγιο. Από τότε ο χώρος αυτός είχε γίνει πιο καθαρός, αλλά έχοντας χάσει τον εξωτικό του χαρακτήρα δεν είχε γίνει λιγότερο ζοφερός. Στο υπερώο αυτού του παλιού καταγωγίου λάμβανε χώρα η προσευχή, κάτω βρισκόταν ο κοιτώνας. με γυμνούς τοίχους, γυμνό πέτρινο δάπεδο και ράντζα εκστρατείας από καραβόπανο. Ο αέρας μύριζε φτηνό καφέ και υγρασία· η τελευταία πάντα συνοδεύει την πάστρα νοσοκομείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Με άλλα λόγια, ήταν σαν να βλέπεις το έργο του Γκόρκι «Στο βυθό» σε αμερικανική σκηνοθεσία.

Σε μια άθλια σάλα, πάνω στους πάγκους που κατέβαιναν αμφιθεατρικά σε μια μικρή εξέδρα, κάθονταν κοκαλωμένοι καμιά διακοσαριά άστεγοι. Με το που τέλειωσε η ψαλμωδία, άρχισε το επόμενο νούμερο του προγράμματος.

Ανάμεσα στην αμερικανική εθνική σημαία που ήταν στημένη πάνω στην εξέδρα και τις βιβλικές περικοπές που κρέμονταν στους τοίχους πηδούσε σαν τον σαλτιμπάγκο ένας ροδομάγουλος γεροντάκος με μαύρο κοστούμι. Ο τύπος αυτός μιλούσε και χειρονομούσε με τέτοιο πάθος σάμπως ήθελε να πουλήσει κάτι. Στην πραγματικότητα αφηγούνταν τη διδακτική ιστορία της ζωής του για τη θεάρεστη μεταστροφή που του συνέβη όταν εκείνος απευθύνθηκε από τα βάθη της καρδιάς του στο θεό.

Ο ρήτορας είχε κάποτε υπάρξει αλήτης («ίδιος με σας, μάγκες μου, ένας αλήτης του κερατά !»), συμπεριφερόταν απαίσια, βλασφημούσε («φίλοι μου, θυμηθείτε τις συνήθειές σας!»), έκλεβε, -ναι, όλα αυτά δυστυχώς υπήρχαν στη ζωή του. Τώρα έχει ξεκόψει οριστικά με αυτά. Τώρα έχει δικό του σπίτι, ζει σαν καθωσπρέπει άνθρωπος («ο θεός μας δημιούργησε κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωση, έτσι δεν είναι;»). Πρόσφατα είχε αγοράσει και ραδιόφωνο. Και όλα αυτά τα απέκτησε μόνο και μόνο χάρη στη βοήθεια του θεού.

Ο γέρος αγόρευε με μεγάλη άνεση και προφανώς έδινε παράσταση για πολλοστή φορά, αν όχι για χιλιοστή. Κροτάλιζε με τα δάχτυλα, φορές ξεσπούσε σε δυνατό βραχνιασμένο γέλιο, έψελνε εκκλησιαστικά τροπάρια και επιτέλους ολοκλήρωσε το λογύδριό του λέγοντας με μεγάλο ενθουσιασμό:

-Ας ψάλουμε, αδέλφια!

Και πάλι ακούστηκε η ίδια μονότονη, βαρετή ψαλμωδία. Οι άστεγοι είχαν φριχτή όψη. Σχεδόν όλοι τους ήταν άνθρωποι μεγάλης ηλικίας. Αξύριστοι, με θαμπά μάτια, λικνίζονταν πάνω στους χοντροκομμένους πάγκους. Έψελναν υποτακτικά και τεμπέλικα. Κάποιοι δεν μπορούσαν να αντιπαλέψουν την κούραση της ημέρας και αποκοιμιόντουσαν.

Φανταστήκαμε πολύ ζωηρά τις περιπλανήσεις τους στα φριχτά μέρη της Νέας Υόρκης, τις μέρες που ξεροστάλιαζαν δίπλα σε γέφυρες και αποθήκες, ανάμεσα στα σκουπίδια, μέσα στην αιώνια ομίχλη της ανθρώπινης κατάπτωσης. Το να κάθεσαι μετά από αυτό στο καταφύγιο για αστέγους και να ψέλνεις ύμνους ήταν σκέτο βασανιστήριο.

Ύστερα μπροστά στο ακροατήριο εμφανίστηκε ένας τύπος που έχαιρε άκρας υγείας. Είχε μαβιά μύτη, όπως στο βοντεβίλ, και χαρακτηριστική φωνή καπετάνιου.

Φερόταν με μεγάλη ελευθεριότητα. Ξεκίνησε μια καινούργια ιστορία για την ωφέλεια της στροφής στο θεό. Αποδείχτηκε ότι και ο καπετάνιος υπήρξε κάποτε μεγάλος αμαρτωλός. Δεν είχε πολλή φαντασία και τελείωσε δηλώνοντας ότι τώρα χάρη στη θεϊκή βοήθεια και εκείνος απέκτησε ένα ραδιόφωνο.

Πάλι πιάστηκαν να ψέλνουν. Ο καπετάνιος κουνούσε τα χέρια του επιδεικνύοντας ουκ ολίγη μαεστρική εμπειρία. Διακόσιοι άνθρωποι καταρρακωμένοι απ΄τη ζωή πάλι άκουγαν αυτές τις ξεδιάντροπες κουταμάρες. Σ΄αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους δεν πρότειναν δουλειά, τους πρότειναν το θεό, έναν θεό αμείλικτο και απαιτητικό σαν το διάβολο.

Οι άστεγοι δεν έφερναν αντίρρηση. Ο θεός με ένα φλιτζάνι καφέ και ένα ξεροκόμματο, πάει κι έρχεται. Ας ψάλουμε, αδέρφια, δοξάζοντας το θεό του καφέ!

Και τα λαρύγγια που για πενήντα χρόνια ξερνούσαν μονάχα ένα άθλιο βρισίδι, βάλθηκαν να μουγκρίζουν νυσταλέα δοξάζοντας τον Κύριο.

Συνεχίσαμε την περιπλάνησή μας βαδίζοντας ανάμεσα σε κάτι τρώγλες χωρίς να ξέρουμε πού βρισκόμασταν. Με σπίθες και μπουμπουνητά περνούσαν αστραπιαία οι συρμοί πάνω στις σιδερένιες γέφυρες του επίγειου σιδηρόδρομου. Νεαροί άντρες με ανοιχτόχρωμα καπέλα συνωστίζονταν έξω από φαρμακεία ανταλλάσσοντας μεταξύ τους σύντομες φράσεις. Οι τρόποι τους ήταν ίδιοι και απαράλλαχτοι με αυτούς των νεαρών που σύχναζαν στην οδό Κραχμάλναγια της Βαρσοβίας. Στη Βαρσοβία πιστεύουν ότι ένας τζέντλεμαν από την Κραχμάλναγια δεν είναι δα κάνα κελεπούρι. Στην καλύτερη περίπτωση θα είναι ένας κοινός κλέφτης, μπορεί όμως να είναι και κάτι πολύ χειρότερο.

Αργά τη νύχτα γυρίσαμε στο ξενοδοχείο. Δεν ήμασταν ούτε απογοητευμένοι ούτε ενθουσιασμένοι από τη Νέα Υόρκη, για την ακρίβεια ήμασταν αναστατωμένοι από το μέγεθος, τον πλούτο και τη φτώχεια της.

Posted in ΕΣΣΔ, Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσικά, Συνεργασίες, Σατιρικά, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Να λείπει το βύσσινο; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2019

Μια μεγάλη χαρά που πήρα τώρα στις γιορτές ήταν που μπόρεσα επιτέλους να συναντηθώ από κοντά με τον Νίκο Νικολάου, ή Nick Nicholas, τον δαιμόνιο Ηλληνιστεύκοντα γλωσσολόγο που μας κάνει συχνά την τιμή να σχολιάζει στο ιστολόγιο. Αλληλογραφία έχουμε εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, αλλά ως τώρα, επειδή εκείνος κυκλοφορούσε μεταξύ ΗΠΑ και Αυστραλίας κι εγώ συνήθως ήμουν εκτός Ελλάδος όποτε την επισκεπτόταν, δεν είχαμε μπορέσει να συναντηθούμε.

Ανάμεσα στα πολλά και τα διάφορα που συζητήσαμε, ο Νικολάου μού είπε ότι είχε γράψει, στα αγγλικά, αρκετά γλωσσικά άρθρα ελληνικού ενδιαφέροντος για άλλους ιστοτόπους. Του είπα λοιπόν, ότι θα ήταν πολύ καλή ιδέα αν μπορούσε να μεταφράσει/ξαναγράψει μερικά από τα άρθρα αυτά για το ιστολόγιό μας.

Σήμερα δημοσιεύω με πολλή χαρά το πρώτο άρθρο του Νίκου Νικολάου. Αν και όταν βρει καιρό, θα μας στείλει και άλλο, αλλά μην περιμένετε συχνότερα από ένα άρθρο το μήνα.

Μη σας ξεγελάει ο τίτλος. Το άρθρο δεν ασχολείται με την πασίγνωστη έκφραση «Να λείπει το βύσσινο», ή «να μένει το βύσσινο», που τη λέει κάποιος όταν αρνείται πρόταση ή προσφορά που του έγινε, επειδή συνοδεύεται από υποχρεώσεις που δεν θέλει να δεχθεί ή επειδή τη βρίσκει ασύμφορη ή επικίνδυνη. Με την έκφραση αυτή είχαμε ασχοληθεί σε παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, όπου εξετάζουμε και την κοινώς παραδεκτή ετυμολογία της λέξης «βύσσινο». Μόνο που ο Νίκος Νικολάου έρχεται εδώ να προτείνει μια διαφορετική ετυμολογία για το βύσσινο. Ας τον ακούσουμε. [Η αρχική δημοσίευση του άρθρου στα αγγλικά, είναι εδώ].

Να λείπει το βύσσινο;

Δύσκολο πράγμα η ετυμολογία, κατά γενική ομολογία. Για να κάνεις ετυμολογία σωστά, πρέπει να ξέρεις γερά και γλώσσες, και γλωσσικές διαδικασίες, και ιστορία, και να βάλεις κάτω και μπόλικη λογική. Και να τα βάλεις αυτά κάτω, πάλι θα καταντήσεις συχνά να ξεδιαλέγεις ανάμεσα σε περισσότερο και λιγότερο πιθανές εικασίες. Γιατί καταπώς είπε κι ο Τσιφόρος κάποτε, οι σοφοί διαφωνούν όταν δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Όταν ξέρουν, λένε «ένα κι ένα κάνουν δύο», και τελειώσανε.

Η δε ετυμολογία της νεοελληνικής, δεν είναι κι από τις λιγότερο ζόρικες. Έχεις να κάνεις με το βάρος της τρισχιλιετούς, έχεις να κάνεις με τις τόσες γλώσσες που πέρασαν από το ρωμαίικο κατά καιρούς, διαβατάρικες ή μόνιμες, έχεις να κάνεις και με το πολυπληθές των διαλέκτων και των γλωσσικών διαδικασιών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Συνεργασίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 168 Σχόλια »

Μην πυροβολείτε πάντα τον μεταφραστή -ή, τα φασούλια της θεώρησης

Posted by sarant στο 21 Δεκέμβριος, 2018

Δημοσιεύω σήμερα, με κάποιες επικαιροποιήσεις, ένα άρθρο που το είχα γράψει πριν από 11 χρόνια και το δημοσίευσα, τότε, στον παλιό μου ιστότοπο. Το θυμήθηκα επειδή τις προάλλες ειχαμε στο ιστολόγιο το ερώτημα πώς λέγεται η συγγενεια «αδελφός του παππού», και ένα από τα μεταφραστικά στιγμιότυπα που θα διαβάσετε στο άρθρο έχει σχέση με το όνομα αυτής της συγγένειας.

Πριν προχωρήσω, να θυμίσω ότι σήμερα στις 6-8 το απόγευμα θα είμαι καλεσμένος στον ραδιοφωνικό σταθμό 105.5 στο Κόκκινο.

Στο ιστολόγιο συχνά επισημαινουμε μεταφραστικά λάθη, δηλαδή λάθη σε μεταφρασμένα κείμενα. Πολλά από τα λάθη αυτά βρίσκονται σε ηλεκτρονικές δημοσιεύσεις. Στο σημερινό σημείωμα όμως θα επικεντρωθούμε σε μεταφραστικά λάθη που εντοπίζονται σε βιβλία.

Όταν διαβάζουμε ενα μεταφρασμένο βιβλίο, λογοτεχνικό ή όχι, και αντιληφθούμε μεταφραστικό λάθος, θεωρούμε ότι είναι υπεύθυνος ο μεταφραστής. Κι όμως, μερικές φορές το λάθος δεν είναι δικό του ή δεν είναι όλο δικό του, παρόλο που σ’ εκείνον πηγαίνει ο νους μας όταν βλέπουμε σημεία και τέρατα στη μετάφραση ενός βιβλίου.

Το μεταφρασμένο κείμενο, το κείμενο που παραδίνει ο μεταφραστής στον εκδοτικό οίκο, σχεδόν πάντα στις μέρες μας σε ηλεκτρονική μορφή, περνάει κι από άλλα χέρια ώσπου να φτάσει στο τυπογραφείο: από τον θεωρητή ή αναθεωρητή του κειμένου, από κάποια επιμέλεια ενδεχομένως (αν και αυτά τα δύο, αναθεώρηση και επιμέλεια, συνήθως τα αναλαμβάνει το ίδιο άτομο), από τον διορθωτή τέλος. Σ’ αυτά τα στάδια, το κείμενο βελτιώνεται και διορθώνονται λάθη, αλλά όχι πάντοτε. Υπάρχουν φυσικά και λάθη που ξεφεύγουν, δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι μερικά κείμενα με πολλά και ευμεγέθη μαργαριτάρια, που σχολιάζω στις σελίδες αυτές, είχαν περάσει από θεώρηση και επιμέλεια, μερικά μάλιστα τα είχε (ή τουλάχιστον φέρεται ότι τα είχε) επιμεληθεί στρατιά ολάκερη από αναθεωρητές και λοιπούς …., αλλά ως δια μαγείας τα λάθη παραμείναν, για να επιβεβαιωθεί και η παροιμία για τους πολλούς κοκόρους.

Εδώ όμως θα ασχοληθώ όχι με λάθη που ξέφυγαν από την αναθεώρηση, την επιμέλεια ή τη διόρθωση, αλλά λάθη που τα προκάλεσε η αναθεώρηση ή κάποιο από τα επόμενα στάδια. Σε άλλα σημειώματα του παλιού μου ιστοτόπου έχω σχολιάσει δυο μαργαριτάρια τα οποία είμαι σχεδόν βέβαιος ότι είναι έργο των χειρών του επιμελητή ή του διορθωτή. Να τα θυμίσω πρόχειρα:

 

  • ο επιμελητής διόρθωσε τη φράση «το Μπασέν ντε Λαντρ» σε «τον Μπασέν ντε Λαντρ», αγνοώντας ότι Bassin des Ladres ήταν κάποια περίφημα ιαματικά λουτρά, προφανώς νομίζοντας ότι πρόκειται για πρόσωπο.
  • ο ίδιος νυμανής επιμελητής κόλλησε νι στο Ρόμπερτ δε Μπρους, τον σκοτσέζο πολέμαρχο (Robert the Bruce), και τον έκανε «Ρόμπερτ δεν Μπρους»!

 

Στο ίδιο πνεύμα, αλλά με μεγαλύτερη ποικιλία, θέλω να αφηγηθώ τα εξής τρία περιστατικά, που όλα τους αφορούν βιβλία που βρίσκονται σε κυκλοφορία.

Πρώτο περιστατικό, ο ξαναμεταφρασμένος Σεφέρης

Σε βιβλίο του γνωστού Αμερικανού συγγραφέα Στίβεν Κινγκ, τα μότο των κεφαλαίων είναι από στίχους του Σεφέρη, φυσικά στα αγγλικά. Ο ελληνικός εκδοτικός οίκος αναθέτει το βιβλίο σε μια μεταφράστρια. Η μεταφράστρια μεταφράζει το κείμενο και αφήνει προς το παρόν τα μότο αμετάφραστα διότι δεν έχει στο σπίτι της τα ποιήματα του Σεφέρη (να σημειωθεί ότι αυτά έγιναν τον… προηγούμενο αιώνα, όταν δεν υπήρχε διαθέσιμο το σώμα των ποιημάτων του Σεφέρη σε ηλεκτρονική μορφή όπως τώρα στην Ανεμόσκαλα).

Κάποια στιγμη, η μετάφραση έχει τελειώσει αλλά ακόμα δεν έχουν ελεγχθεί τα μότο. Η μεταφράστρια λέει στην επιμελήτρια ότι δεν μπορεί να παραδώσει ακόμα το βιβλίο, αν και είναι κατά τα άλλα έτοιμο, επειδή θέλει να ταυτοποιήσει τους σεφερικούς στίχους. Η επιμελήτρια τη διαβεβαιώνει ότι θα τους βρει η ίδια, που έχει τον Σεφέρη (τα Άπαντα στον τόμο του Ίκαρου, όχι τον ποιητή τον ίδιο) σπίτι της.

Το κείμενο παραδίδεται, η μεταφράστρια επαφίεται στη διαβεβαίωση της επιμελήτριας, άλλωστε και ιεραρχικά δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα, δεν έχει θάρρος με τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο. Το βιβλίο κυκλοφορεί και όταν η μεταφράστρια το πιάνει στα χέρια της πέφτει από τα σύννεφα. Αντί για τους αυθεντικούς στίχους του Σεφέρη, κάθε κεφάλαιο έχει σαν μότο ξαναμεταφρασμένη την αγγλική μετάφραση και μάλιστα ξανακακομεταφρασμένη!!

Αν βαρέθηκε η επιμελήτρια ή αν ανάθεσε την εργασία σε άλλον και αυτός ο άλλος τα θαλάσσωσε, δεν το ξέρουμε και δεν θα το μάθουμε. Το γεγονός είναι ότι η μεταφράστρια εκτέθηκε ανεπανόρθωτα, μια και πολλοί (και καθόλου αδικαιολόγητα) επέκριναν το ατόπημα σε συζητήσεις ή και στον Τύπο. Ακόμα και όταν πρωτοέγραψα αυτό το άρθρο, δέκα και βάλε χρόνια μετά το περιστατικό, μπορούσες να βρεις στο Διαδίκτυο να στηλιτεύεται η ξαναμετάφραση του Σεφέρη, η οποία, άδικα βέβαια, είναι δεμένη με το όνομα της μεταφράστριας.

Κινέζικα του υποκόσμου

Το δεύτερο παράδειγμα είναι ευτυχώς λιγότερο δραματικό ως προς την έκταση και τις συνέπειες. Σε γαλλικό αστυνομικό μυθιστόρημα για μεγάλον εκδοτικό οίκο, γίνεται λόγος για την Κίνα, και ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την έκφραση L’ Empire du Milieu, που είναι γαλλική απόδοση της έκφρασης που χρησιμοποιούν οι Κινέζοι για το κράτος τους. Ο μεταφραστής το αποδίδει «Μεσαία αυτοκρατορία». Γράφει συγκεκριμένα: Από τότε που είχε έρθει στο Πεκίνο πριν από μερικούς μήνες, πρώτη φορά είχε την αίσθηση ότι εισέδυε στο μυστήριο της Μεσαίας Αυτοκρατορίας.

Και επειδή δεν είμαστε όλοι σινολόγοι, βάζει και υποσημείωση (Σ.τ.Μ.) όπου διευκρινίζει: «Ονομασία που έδιναν οι ίδιοι οι Κινέζοι στην αυτοκρατορία τους».

Το βλέπει αυτό η επιμελήτρια, που ήξερε γαλλικά αλλά προφανώς το μυαλό της ήταν πολλά έτη φωτός μακριά, και διορθώνει το «Μεσαία Αυτοκρατορία» σε «Αυτοκρατορία του Υποκόσμου»!!! Δηλαδή: Από τότε που είχε έρθει στο Πεκίνο πριν από μερικούς μήνες, πρώτη φορά είχε την αίσθηση ότι εισέδυε στο μυστήριο της Αυτοκρατορίας του Υποκόσμου.

Το λάθος έχει την εξήγησή του –στα γαλλικά, le milieu, πέρα από το «μέσο» είναι και ο υπόκοσμος. Les gens du milieu είναι οι κύκλοι του υποκόσμου. Εξήγηση έχει, αλλά δεν παύει να είναι εξωφρενικό ή μάλλον σχιζοφρενικό αν σκεφτούμε ότι η επιμελήτρια, ενώ άλλαξε τη φράση, διατήρησε την υποσημείωση, θέλοντας να μας κάνει να πιστέψουμε ότι οι ίδιοι οι Κινέζοι θεωρούν τη χώρα τους αυτοκρατορία του υποκόσμου! Ευτυχώς όμως εδώ το λάθος λίγοι το κατάλαβαν, ίσως επειδή έγινε σε αστυνομικό βιβλίο οπότε η ανάμιξη του υποκόσμου είναι δικαιολογημένη.

Ο αδελφός της γιαγιάς του Καίσαρα

Στο τρίτο παράδειγμα, φίλος μεταφραστής μεταφράζει βιβλίο στρατιωτικής ιστορίας, όπου γίνεται λόγος για τον Αύγουστο, τον Ρωμαίο αυτοκράτορα. Εδώ έχω ολόκληρη την αφήγηση του παθόντος μεταφραστή, που τα λέει πιο γουστόζικα από μένα, αλλά θα τα πω και με δικά μου λόγια, περιληπτικά.

Το κείμενο έλεγε ότι ο Αύγουστος αναγνώρισε ότι η στρατιωτική επιτυχία είναι το πρώτο βήμα για την πολιτική ανέλιξη, like his great uncle Caesar. Διότι πράγματι, ο Καίσαρας ήταν αδελφός της γιαγιάς του Αυγούστου. Τώρα, στα ελληνικά εμείς αυτή τη συγγένεια, τον αδελφό του παπού ή της γιαγιάς, δεν την πολυεξειδικεύουμε. Τους λέμε ή παπούδες ή θείους.

Θέλοντας να ακριβολογήσει, ο μεταφραστής μας έγραψε «όπως και ο μεγάλος θείος του Καίσαρας». Θα μπορούσε βέβαια να γράψει και «μεγαλοθείος» αλλά το φοβήθηκε, επειδή δεν βρήκε τη λέξη στο google (τώρα η λέξη υπάρχει, εγώ του την έμαθα!)· άλλωστε του άρεσε που ο συγκεκριμένος μεγαλοθείος ήταν και μεγάλος (αλλά και θείος).

Αγαθές προθέσεις, αλλά…. Αλλά το βιβλίο επρόκειτο να το αναθεωρήσει στρατηγός ε.α., ο οποίος δεν βρήκε του γούστου του τον μεγάλο θείο και αποκατάστησε την ιστορική ακρίβεια: όπως και ο αδελφός της γιαγιάς του Καίσαρας. Σωστό, αλλά τρομερά επικίνδυνο.

Διότι βέβαια, ακολούθησε ο διορθωτής, ο οποίος δεν χαμπαρίζει από αυτοκράτορες: είδε «του Καίσαρας», χτύπησε καμπανάκι ότι κάτι δεν πάει καλά, έσβησε το σίγμα και γέννησε νέο ιστορικό πρόσωπο: όπως και ο αδελφός της γιαγιάς του Καίσαρα.

Επιμύθιο

Θα μπορούσε κάποιος αυστηρός κριτής να πει ότι και οι τρεις μεταφραστές έκαναν, ο καθένας, από ένα τοσοδά λαθάκι. Η μεταφράστρια έπρεπε να είχε σπίτι τον Σεφέρη (τα Άπαντα, επαναλαμβάνω, όχι τον ποιητή) ή να τον δανειζόταν από κάπου και να έκανε τη δουλειά της μόνη της. Ο πρώτος μεταφραστής ίσως θα μπορούσε να διαλέξει μια κάπως πιο κομψή απόδοση, ξερωγώ «Η κεντρική αυτοκρατορία» ή «Η αυτοκρατορία του Μέσου» (αλλά κι αυτό χωράει παρερμηνεία). Ο τρίτος έπρεπε οπωσδήποτε να προφυλάξει τον εαυτό του και τις επερχόμενες γενεές, βάζοντας μια λεξούλα, ένα γραμματάκι: όπως και ο μεγάλος θείος του ο Καίσαρας, αν και βέβαια δεν ξέρουμε αν αυτό θα περνούσε από τα καυδιανά δίκρανα του στρατηγού ε.α.

Όμως και στις τρεις περιπτώσεις, πάνω στο αρχικό λαθάκι, το συγχωρητέο ή και σχεδόν ανύπαρκτο, στηρίχτηκε τερατούργημα, κοτζάμ Μέγαρο παρανόησης και παρερμηνείας. Οπότε, γι’ αυτό λέω ότι και οι τρεις μεταφραστές είναι τραγικές μορφές, αφού χωρίς να φταίνε βρέθηκαν εκτεθειμένοι.

Ωστόσο, πρέπει να το πω αυτό πριν κλείσω και να το υπογραμμίσω, το ξανακοίταγμα του μεταφράσματος από ένα άλλο μάτι είναι πάντοτε απαραίτητο, μακάρι το κείμενο να το έχει μεταφράσει ο θεός ο ίδιος· και πολύ περισσότερα είναι τα λάθη που αποσοβούνται χάρη στην αναθεώρηση-επιμέλεια-διόρθωση παρά εκείνα που παράγονται εξαιτίας τους, όπως αυτά που μόλις είδαμε. Αρκεί βέβαια ο θεωρητής-επιμελητής να κάνει τη δουλειά του και να μην αρκείται να ευπρεπίζει καταλήξεις.

Και κλείνω, αναδημοσιεύοντας ολόκληρη την καλογραμμένη αφηγηση του παθόντα για το τρίτο περιστατικό:

Ποιος σκότωσε τον αδερφό της γιαγιάς του Καίσαρα;

Ή

Πώς κατασκευάζεται ένα λαμπρό μαργαριτάρι

(μια ιστορία μεταφραστικού τρόμου και μυστηρίου)

Αφηγείται ο μεταφραστής του βιβλίου

Ένα ωραίο πρωινό, άνοιξα αμέριμνος μια μετάφρασή «μου» για να επιβεβαιώσω μια λεπτομέρεια σχετικά με τη διάταξη της ρωμαϊκής λεγεώνας (δεν είχα υψιπετείς σκοπούς – να παίξω στρατιωτάκια με τα παιδιά μου ήθελα, χωρίς όμως να μεταλαμπαδεύω εσφαλμένες πληροφορίες). Στην αρχή της παραγράφου «Οι αυτοκρατορικές λεγεώνες», έπεσα πάνω στην εξής φράση:

Αναγνωρίζοντας, όπως και ο αδερφός της γιαγιάς του Καίσαρα, ότι η στρατιωτική επιτυχία αποτελούσε βάση για πολιτική καριέρα, ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, ο Αύγουστος, ακολούθησε πολιτική συνετής επέκτασης, που συνδυαζόταν με τη μέριμνα για τη σταθεροποίηση της άμυνας της αυτοκρατορίας. (σελ. 63).

Δε χρειάζονται βαθιές γνώσεις ρωμαϊκής ιστορίας ή πολύχρονη μεταφραστική εμπειρία, αρκεί η κοινή λογική για να καταλάβει κανείς ότι η φράση που υπογράμμισα εδώ (ο αδερφός της γιαγιάς του Καίσαρα) αποτελεί μαργαριτάρι πρώτης γραμμής. Αν και δε μπορώ να ξέρω ή να θυμάμαι ποια ήταν η γιαγιά του Καίσαρα, πόσο μάλλον ποιος ήταν ο αδερφός της, εννοείται ότι εδώ γίνεται λόγος για τον ίδιο τον Ιούλιο Καίσαρα, ο οποίος, ναι, ήταν αδελφός της (μητρικής) γιαγιάς του Αύγουστου (μια πρόχειρη παραπομπή: Σουητώνιος, Αύγουστος, IV, 1). Όντας σίγουρος ότι δεν έχω κάνει εγώ τούτο το λάθος (κάνω κι εγώ λάθη, φυσικά, όπως όλοι οι άλλοι, αλλά σφάλματα τέτοιου είδους δεν κάνω ποτέ), υπόθεσα ότι θα είχα γράψει «ο αδερφός της γιαγιάς του, ο Καίσαρας» ή στη χειρότερη περίπτωση «ο αδερφός της γιαγιάς του Καίσαρας», και ο επιμελητής (ή κάποιος «αντ’ αυτού») είχε κάνει μια μηχανική και εντυπωσιακά άστοχη διόρθωση.

Έμεινα για ένα εικοστετράωρο μ’ αυτή την εντύπωση. Μετά, βρήκα τον καιρό να τσεκάρω το δικό μου αρχείο (αυτό που είχα στείλει στον εκδότη), όπου βρήκα τη φράση:

Αναγνωρίζοντας, όπως και ο μεγάλος θείος του Καίσαρας, ότι η στρατιωτική επιτυχία πρόσφερε μια καλή βάση για την πολιτική δημοτικότητα, ο πρώτος ρωμαίος αυτοκράτορας, ο Αύγουστος, ακολούθησε μια πολιτική συνετής επέκτασης, που συνδυαζόταν με τη μέριμνα για τη σταθεροποίηση της άμυνας της αυτοκρατορίας.

Και, κοιτώντας στο αγγλικό:

Recognizing, like his great uncle Caesar, that military success was a good basis for political popularity, the first Roman Emperor Augustus, followed a policy of cautious expansion, alternated with consolidation of the Empire’s defences. (p. 63).

Δε μας ενδιαφέρουν, εδώ, οι άλλες διαφοροποιήσεις – ούτε αν η φράση είναι περισσότερο ή λιγότερο πετυχημένη μεταφραστικά. Great uncle σημαίνει βέβαια μεγαλοθείος (θείος του πατέρα ή της μητέρας), αλλά εδώ δημιουργείται μια δισημία, ίσως κι ένα παιγνίδισμα, καθώς ο Καίσαρας ασφαλώς ήταν κι από μόνος του Great (άσε που ο Καίσαρας ήταν κι από μόνος του «Θείος», αν κι αυτό δε φαίνεται στα αγγλικά). Νομίζω ότι είχα προσθέσει μια χειρόγραφη παρατήρηση πάνω στο print out. Εκ των υστέρων, θα ήταν προτιμότερο να μην το ψιλοκοσκινίσω και να έγραφα απλώς «μεγαλοθείος» – με την ελπίδα ότι η λέξη θα γινόταν γλωσσικά αποδεχτή. Ή και σκέτο «θείος» (στα ελληνικά, ονομάζουμε συνήθως τους μεγαλοθείους απλώς θείους, αν δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος για διάκριση), αφήνοντας στη μπάντα τα μεγαλεία.

Τι έχει συμβεί εδώ; Προφανώς, ο στρατηγός-επιμελητής (ή κάποια ορντινάντσα του) θεώρησε τη λύση μου αδέξια και προτίμησε να αναλύσει τη συγγενική σχέση, γράφοντας «ο αδερφός της γιαγιάς του Καίσαρας», ή κάτι τέτοιο. Θεμιτό ως εδώ, ας πούμε (αν και κάποιος θα μπορούσε να το θεωρήσει πιο αδέξιο απ’ το δικό μου). Μετά, ήρθε με όλο του το πάσο ο τελικός διορθωτής για να προσέξει ότι αυτό το «ς» αποτελεί παραδρομή – μετά το «του» πάει γενική (οι διορθωτές για κάτι τέτοια ζούνε, και πληρώνονται για να σκέφτονται τυποποιημένα). Στο κάτω-κάτω, τι φταίει αυτός αν οι σοφοί δεν υιοθέτησαν την πολύ λογική ορθογραφία των εκδόσεων «Κάλβος»: ο αδερφός της γιαγιάς-του; (ίσως με τη φιλεύσπλαχνη σκέψη ν’ αφήσουν και κανένα εύλογο επιχείρημα στους πολυτονιστές) Και έτσι, μέσα απ’ αυτή τη μακρόχρονη και περίπλοκη διαδικασία, υποθέτω, σχηματίστηκε ένα ολοστρόγγυλο και λαμπερό μαργαριτάρι.

Κι έτσι εκτέθηκα λοιπόν. Όχι όμως και πάρα πολύ. Στο χοντρό εξώφυλλο του βιβλίου αναγράφεται μόνο ο τίτλος και η ένδειξη «Επιμέλεια: Δ…Γ…» (το όνομα του στρατηγού ε.α. -επιμελητή). Ούτε καν οι συγγραφείς δεν αναφέρονται, «τι να ξέρουν κι αυτοί;»), πόσο μάλλον ο μεταφραστής. Στη σελίδα τίτλου πάλι, οι (πέντε) συγγραφείς στριμώχνονται, κακήν κακώς, μόνο με τα αρχικά τους και κατά παραχώρηση, σε μιαν αράδα, ώστε να προβάλλει με μεγάλα γράμματα και μ’ όλα του τα γαλόνια ο στρατηγός: «Επιμέλεια: Δ… Γ…., ΥΠΤΓΟΣ ε.α.».[1] Πάλι δεν αναφέρεται μεταφραστής. Αυτόν μπορούμε να τον ανακαλύψουμε, με μικροσκοπικά γράμματα, μόνο στη σελίδα του copyright, μόλις δυο αράδες πάνω απ’ το «Τυπογραφικές διορθώσεις: Θ….Γ…». Ένδειξη που εντοπίζει επιτέλους, σύμφωνα με την προηγούμενη ανάλυση, τον πιθανό δράστη του εγκλήματος.

Ευγνωμονώ λοιπόν τις εκδόσεις …. που φρόντισαν, με τόσο τακτ, να με προστατέψουν.

[1] Στο αυτί του εξώφυλλου επίσης, τα βιογραφικά των συγγραφέων που με τόση επιμέλεια είχα μεταφράσει από τα αγγλικά απλοποιήθηκαν στο έπακρο στην ελληνική έκδοση, ώστε να γίνει χώρος για το βιογραφικό του στρατηγού – που πιάνει τόσο χώρο όσο των άλλων πέντε μαζί. Μα τι περίμεναν λοιπόν; Κανένας απ’ αυτούς δεν είχε καν το βαθμό του λοχία, κάτι ψωρολέκτορες και κάτι ψωροκαθηγητές πανεπιστημίων μονάχα – και μάλιστα πανεπιστημίων που κανείς δε μας βεβαιώνει ότι έγιναν ή θα γίνουν ιδιωτικά.

 

Posted in Κριτική μεταφράσεων, Μεταφραστικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 144 Σχόλια »

Πεθαμένοι που ανασαίνουν (μια συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 18 Νοέμβριος, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, που είναι καρπός των αναδιφήσεών του σε σώματα παλιών εφημερίδων. Ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο, με αρκετό γλωσσικό-λαογραφικό ενδιαφέρον. Θυμίζω πως ο Κόρτο μας είχε δώσει πριν από μερικούς μήνες μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο.

Επειδή το κείμενο είναι εκτενές αλλά και πλήρες, με την έννοια ότι ο Κόρτο έχει και εισαγωγή αλλά και γλωσσάρι, δεν κρίνω σκόπιμο να πω κάτι άλλο. Σχόλια δικά μου μέσα στο κείμενο είναι σε αγκύλες. Αν και πιστεύω ότι η ορθογραφία σε τέτοια κείμενα είναι καλύτερο να εκσυγχρονίζεται, ομολογώ ότι από τεμπελιά το άφησα όπως το είχε ο Κόρτο, δηλ. με την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πλην μονοτονικού.

 

ΟΙ «ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ»,

ΕΝΑ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ

Τα αποσπάσματα τα οποία ακολουθούν προέρχονται από ένα εκτενές κείμενο με γενικό τίτλο «Πεθαμένοι που ανασαίνουν» και υπότιτλο «από το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου που πέθανε μέσα στη φυλακή από φυματίωσι», το οποίο δημοσιεύτηκε σε 29 συνέχειες στην εφημερίδα Απογευματινή, από την 9η Ιουλίου έως την 6η Αυγούστου 1926. Το συνολικό κείμενο διαρθρώνεται σε ένα σύντομο προοίμιο και τρία κυρίως κεφάλαια, άνισα σε έκταση και χωρισμένα σε επιμέρους υποκεφάλαια με ξεχωριστούς τίτλους το καθένα. Πρόκειται για δημοσίευμα μικτού χαρακτήρα, δημοσιογραφικού και συγχρόνως λογοτεχνικού, στο οποίο περιγράφονται σε πρώτο πρόσωπο οι εντυπώσεις ενός υποδίκου από τις πρώτες μέρες της εισόδου του στην φυλακή και ενόσω αυτός βρίσκεται σε αναμονή για έκδοση αποφυλακιστηρίου, το οποίο φαίνεται ότι περιμένει ματαίως. Στο προοίμιο του κειμένου εκδηλώνεται σε δραματικό τόνο ο πόνος των φυλακισμένων και καταδικάζεται η αναλγησία του Νόμου. Στο πρώτο και στο τρίτο κεφάλαιο αναπτύσσεται η κύρια διήγηση, ενώ επίσης αποδίδονται εκτενείς διάλογοι του πρωταγωνιστή με κρατουμένους, οι οποίοι αφηγούνται εντυπωσιακές ιστορίες της φυλακής. Ενδιαμέσως στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας παραθέτει μία έκθεση των συνολικών προβλημάτων τα οποία μαστίζουν τους φυλακισμένους, κατακρίνει με φλογερό λόγο την άθλια κατάσταση των σωφρονιστικών καταστημάτων, υποδεικνύει τους υπαιτίους και προτείνει άμεσες λύσεις.

Σκίτσο της 10.7.1926

Υπό αυτήν την έννοια, καθώς το δημοσίευμα συνδυάζει στοιχεία προκλητικής αφήγησης αφενός, καταγγελίας αφετέρου, οι «πεθαμένοι που ανασαίνουν» θα μπορούσαν να ταξινομηθούν στην ευρύτερη σειρά των ρεπορτάζ λογοτεχνικού ύφους τα οποία συνέταξαν γνωστοί Έλληνες συγγραφείς (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Μιχαήλ Μητσάκης, Πέτρος Πικρός, Κώστας Βάρναλης, Θέμος Κορνάρος κλπ) ύστερα από επισκέψεις τους σε φυλακές ή άσυλα. Ωστόσο ο συντάκτης του εν λόγω κειμένου είναι ανώνυμος. Η φυλακή όπου διαδραματίζεται η αφήγηση δεν κατονομάζεται ευθέως (πιθανότατα πρόκειται για την Παλιά Στρατώνα), ούτε αναφέρεται ο ακριβής χρόνος εισόδου του αφηγητή στην φυλακή· παραλείπεται επίσης η αναφορά του παραπτώματος για το οποίο κατηγορείται. Συνεπώς δεν μπορεί να ελεγχθεί άμεσα αν τα περιγραφόμενα του κειμένου αποτελούν προϊόν πραγματικής εμπειρίας προσωποκράτησης, δημοσιογραφικής αυτοψίας σε κάποιον χώρο φυλακής ή ενδεχομένως γέννημα λογοτεχνικής φαντασίας.

Σε κάθε περίπτωση το κείμενο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον από λαογραφικής και κοινωνιολογικής απόψεως, διότι οι εμπεριεχόμενες πληροφορίες, έστω και αν δεν προέρχονται από αυθεντική μαρτυρία, οπωσδήποτε αντικατοπτρίζουν τους στερεότυπους συνειρμούς του εγγράμματου κόσμου για την ζωή των φυλακισμένων κατά την διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Οπωσδήποτε ορισμένα μοτίβα τα οποία συναντώνται στο κείμενο εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα στην ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Για παράδειγμα το θέμα της εισαγωγής απαγορευμένων ειδών στην φυλακή με την βοήθεια μίας γυναίκας εμφανίζεται ήδη στην «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1903): «Και μέσα εις την βαθείαν τσέπην του φουστανιού της, κρυφά, είχε χωμένην μικράν φιαλίδα με ρώμι ή ρακί, προς παρηγορίαν του φυλακισμένου» (βλ. ιστοχώρος Α. Παπαδιαμάντης). Παρόμοια εικόνα απαντάται στο διήγημα «Η γυναίκα του Μαλή» του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1927): «Με τέτοιον τρόπο έμπαζε ούζο για τους φυλακισμένους μέσα στο ψωμί και μέσα στα ρούχα της» (Παπαντωνίου, 2011, σελ.159). Θεματικές αναλογίες εντοπίζονται βεβαίως και στην μεταγενέστερη λογοτεχνία, όπως η σκηνή ενθάρρυνσης του παλιού κρατούμενου προς τον νεοφερμένο, στο ευθυμογράφημα του Νίκου Τσιφόρου «ο μοδίστρας» (1962): «Έλα, ρε, μη το κρεμάς βαρίδι το πράμα. Φυλακή είναι, καλά περνάμε και δίνουνε και γάλα στο αναρρωτήριο.» (Τσιφόρος 2013, σελ.19). Ειδικότερα στο δημοσίευμα της «Απογευματινής» η τυποποιημένη απόδοση της ζωής των φυλακισμένων ενισχύεται και από μία σειρά συνοδευτικών σκίτσων, τα οποία είναι μάλλον γελοιογραφικού ύφους, μολονότι το ίδιο το κείμενο δεν διακρίνεται από χιουμοριστικό τόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Λαογραφία, Μεσοπόλεμος, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Φυλακή | Με ετικέτα: , , , , | 181 Σχόλια »