Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ταξιδιωτικά’ Category

Στη γιορτή της Ουμανιτέ

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2019

Το περασμένο Σάββατο σας είχα ενημερώσει, διότι το ιστολόγιο δεν κρατάει (πολλά) μυστικά, ότι ταξίδεψα στα περίχωρα του Παρισιού. Είχα πάει στη γιορτή της Ουμανιτέ, της ιστορικής εφημερίδας του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας. Ιστορική, διότι μετράει 115 χρόνια ζωής: την ίδρυσε το 1904 ο Ζαν Ζορές, ο σοσιαλιστής ηγέτης που έπεσε δολοφονημένος από έναν εθνικιστή το 1914· από το 1920 έγινε όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος, και εξακολουθεί ως σήμερα να βρίσκεται πολύ κοντά του.

Η γιορτή της Ουμανιτέ τα τελευταία χρόνια γίνεται σε ένα πάρκο κοντά στην Κουρνέβ, έναν από τους σχετικά λίγους πλέον δήμους της περιφέρειας του Παρισιού, της κάποτε «κόκκινης ζώνης», που εξακολουθούν να έχουν κομμουνιστή δήμαρχο. Το κάποτε κραταιό Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας έχει τα τελευταία 35 χρόνια μπει σε περίοδο αργής αλλ’ αδυσώπητης παρακμής -στις πρόσφατες ευρωεκλογές έμεινε στο 2,5% αν και στις εθνικές εκλογές, εξαιτίας του ιδιόμορφου γαλλικού εκλογικού συστήματος με μονοεδρικές περιφέρειες και εκλογή σε δύο γύρους, διατηρεί ακόμα κοινοβουλευτική ομάδα, έστω και με δυσκολία. Ωστόσο, όπως τα παλιά αρχοντικά που έχουν ρημάξει αλλά ακόμα στέκουν όρθια, έχει κάτι κρατήσει από τα παλιά μεγαλεία.

Ουμανιτέ, humanité, θα πει «ανθρωπότητα», αλλά θα πει και «ανθρωπιά». Οι Γάλλοι αγαπούν να συγκόπτουν τις μεγάλες λέξεις, οπότε χαϊδευτικά τη λένε «Ουμά», Huma. Τη γιορτή της Ουμανιτέ τη λένε Fête de l’Huma. Η γιορτή της Ουμανιτέ αποτέλεσε το πρότυπο για το φεστιβάλ της ΚΝΕ μετά τη δικτατορία, και, εμμέσως, για όλες τις γιορτές νεολαίας των άλλων κομμάτων, που αντέγραψαν το φεστιβάλ της ΚΝΕ. Η ψυχή πίσω από το πρώτο φεστιβάλ της ΚΝΕ ήταν η Ιωάννα Καρυστιάνη (και άλλοι πολλοί που κακώς δεν τους αναφέρω). Πήγαινα ανελλιπώς σε όλα τα φεστιβάλ της ΚΝΕ μέχρι που έφυγα από την Ελλάδα, συνήθως μάλιστα συμμετείχα και στο στήσιμο ή το ξεστήσιμο. Τώρα πηγαίνω σπάνια, δεν είμαι στην Ελλάδα στα τέλη Σεπτεμβρίου -μια αναπλήρωση είναι κι η γιορτή της Ουμά.

Η γιορτή δεν είναι μόνο πολιτικό γεγονός, είναι και καλλιτεχνικό -εμφανίζονται γνωστά ονόματα. Πρόπερσι, που είχα επίσης πάει, ήταν ο Ίγκι Ποπ και πολλοί άλλοι. Τους φετινούς δεν τους ήξερα, διότι από ξένη μουσική έχω μείνει στους Τζένεσις -πάντως στην κεντρική σκηνή, από νωρίς που πέρασα, γινόταν το αδιαχώρητο. Φυσικά υπάρχει εισιτήριο και όχι ευκαταφρόνητο: 49 ευρώ για το τριήμερο που κρατάει η γιορτή, που δεν είναι πολλά αν πας και τις τρεις μέρες αλλά και μία μέρα να πας πάλι 49 δίνεις. Βέβαια, οι οργανώσεις του κόμματος δίνουν σε προπώληση εισιτήρια κάπου στα 28 ευρώ αλλά εγώ το αποφάσισα τελευταία στιγμή να πάω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Κομμουνιστικό κίνημα, Προσωπικά, Παρίσι, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | 108 Σχόλια »

Έπλενε πιάτα ο Γκέτε;

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2019

Τις προάλλες, που είχα πάει ένα μικρό ταξιδάκι, επισκέφτηκα και το Πασάου της Γερμανίας, πολύ κοντά στα συνορα με την Αυστρία και την Τσεχία. Εκεί λοιπόν, καθώς περπατούσα στις όχθες του Δούναβη, είδα την εξής προτομή:

Πιο πέρα υπήρχε μια επεξηγηματική πινακίδα που έλεγε ότι προκειται για την Έμερεντς Μάιερ (Emerenz Meier, 1874-1928), που γεννήθηκε και έζησε εκεί κοντά (αργότερα μετανάστευσαν οικογενειακώς στο Σικάγο) και έγραψε λαϊκά αφηγήματα και ποιήματα, μεταξύ άλλων και το εξής:

Hätte Goethe Suppen schmalzen, Klöße salzen,
Schiller Pfannen waschen müssen,
Heine nähn, was er verrissen, Stuben scheuern, Wanzen morden,
Ach die Herren, alle wären keine großen Dichter worden.

Το μεταφράζω πρόχειρα και στο περίπου:

Αν είχε ο Γκέτε να μαγειρεύει σούπα και να φτιάχνει τα ζυμαρικά
Αν ο Σίλερ είχε να πλύνει τα πιάτα
Αν ο Χάινε έπρεπε να μπαλώνει τα ρούχα του, να καθαρίζει τα δωμάτια, να σκοτώνει τα μαμούνια
Αχ, όλοι αυτοί οι κύριοι δεν θα γίνονταν μεγάλοι ποιητές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Δύο φύλα, Ποίηση, Σκάκι, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 223 Σχόλια »

Του ανταποκριτού μας

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2019

Το σημερινό άρθρο είναι αναδημοσίευση. Όχι όμως αναδημοσίευση παλιότερου άρθρου του ιστολογίου, αλλά αναδημοσίευση μερικών σχετικά πρόσφατων δημοσιεύσεων που έκανα στο Φέισμπουκ. Την αναδημοσίευση αυτή δεν την κάνω για να… λουφάρω άρθρο, αλλά επειδή σκέφτομαι ότι οι περισσότεροι από τους τακτικούς σχολιαστές του ιστολογίου δεν παρακολουθούν το Φέισμπουκ και επίσης επειδή οι δημοσιεύσεις στο Φέισμπουκ, όσες γίνονται σε προσωπικό προφίλ και όχι σε σελίδες, είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν όταν περάσει λίγος καιρός και δεν μπαίνουν στην αναζήτηση του Γκουγκλ.

Όχι ότι θα χάσει η Βενετιά βελόνι, αλλά ίσως έχουν κάποιο ενδιαφέρον τα όσα έγραψα -εσείς θα μου το πείτε. Τα κειμενάκια του σημερινού άρθρου γράφτηκαν όλα τις τελευταίες 30 περίπου μέρες και ένα-δυο έχουν κάποια επικαιρότητα. Κοινό χαρακτηριστικό τους έχουν ότι αφορούν πράγματα που έκανα, είδα ή έμαθα εδώ στα ξένα, εξού και ο τίτλος. Εδώ έχω κάνει κάποιες αλλαγές-προσθήκες.

* Εκλογές στο Μεγάλο Δουκάτο

Στις ευρωεκλογές στο Λουξεμβούργο εκλέγονται 6 ευρωβουλευτές, που είναι ο μικρότερος αριθμός εδρών για κράτος μέλος, τον ίδιο έχουν και Κύπρος, Μάλτα και Εσθονία, είναι το κατώτατο όριο.

Δεν πάει ακριβώς αναλογικά με τον πληθυσμό, τα μικρότερα κράτη μέλη είναι ευνοημένα: η Γερμανία έχει 96 ευρωβουλευτές, η Γαλλία 74. Αν γίνει ποτέ το Μπρέξιτ, κάποιες από τις 73 έδρες των Βρετανών θα πάνε σε μεγαλύτερα κράτη για να διορθωθεί κάπως η έλλειψη ισορροπίας, οι άλλες θα καταργηθούν διότι το όριο εδρών που βάζουν οι Συνθήκες είναι 705 και τώρα προσωρινά έχει ξεπεραστεί. (Ίσως βέβαια μετά αυξηθούν ξανά, με Σερβία, Βόρεια Μακεδονία κτλ.).

Τις 6 έδρες του Λουξεμβούργου τις διεκδικούν 10 κόμματα, εκ των οποίων τα 7 έχουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση στη χώρα. Tα 6 κόμματα κατεβάζουν λοιπόν 60 υποψηφίους. Υπάρχει θεσπισμένη ποσόστωση στο 40% για κάθε φύλο. Τα 8 από τα 10 κόμματα έχουν 3-3 άντρες και γυναίκες και 2 μικρά κόμματα έχουν 4 άντρες και 2 γυναίκες.

Στη φωτογραφία οι αφίσες της Αριστεράς (Déi Lénk, αδελφό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, 2 έδρες στο εθνικό κοινοβούλιο) και του Κομμουνιστικού Κόμματος (KPL, αδελφό κόμμα του ΚΚΕ, χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση την τελευταία 20ετία). Μια και το Λουξεμβούργο εκλέγει μόνο 6 ευρωβουλευτές, οι ελπίδες των μικρότερων κομμάτων είναι θεωρητικές μόνο: η Αριστερά θα έπρεπε σχεδόν να διπλασιάσει τις δυνάμεις της (είχε 5,76% το 2014).

Ενδιαφέρον είναι ότι το κεντρικό σύνθημα στην αφίσα των κομμουνιστών είναι γραμμένο στα αγγλικά, Change the system! αλλά τα άλλα συνθήματα στα λουξεμβουργιανά -η μεν Αριστερά λέει: Η ζωή μας – όχι τα κέρδη τους, ενώ οι Κομμουνιστές λένε: Για μια Ευρώπη της αλληλεγγύης – ενάντια στην ΕΕ του κεφαλαίου. (Στα λουξεμβουργιανά λέει: Géint dem Kapital seng EU, είναι ο τρόπος της καθομιλουμένης γερμανικής και της λουξεμβουργιανής να εκφράζουν τη γενική μέσω της δοτικής: τω κεφαλαίω η ΕΕ του = η ΕΕ του κεφαλαίου).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Γαλλία, Εκλογές, Λουξεμβούργο, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , | 95 Σχόλια »

Στο Βουθρωτό

Posted by sarant στο 9 Μαΐου, 2019

Ταξιδιωτικά άρθρα σπανίως γράφω στο ιστολόγιο, διότι δεν έχει και πολύ νόημα να καμαρώνει κανείς για τα ταξίδια που κάνει και για το πόσο ωραία πέρασε.

Θα κάνω όμως σήμερα μιαν εξαίρεση, για να σας πω για έναν πανέμορφο τόπο που είχα την τύχη να επισκεφτώ τώρα στις γιορτές του Πάσχα, που βρίσκεται δυο βήματα από τα σύνορα: το Βουθρωτό, στην Αλβανία.

Κατά κάποιο τρόπο μάλιστα οφείλω να το κάνω, αφού κι εγώ πήγα έπειτα από τις έντονες παραινέσεις ενός φίλου στο Φέισμπουκ, που μου έστειλε και ένα παλιότερο άρθρο του.

Από τα Γιάννενα υπάρχουν δυο βασικοί τρόποι να πας στο Βουθρωτό, ο ένας από την Κακαβιά-Αγίους Σαράντα και ο άλλος από Εγνατία-Ηγουμενίτσα-Σαγιάδα. Έκανα μια συζήτηση στο Φέισμπουκ και μου είπαν να προτιμήσω να μπω στην Αλβανία από τη Σαγιάδα διότι στην Κακαβιά υπάρχει φόβος καθυστέρησης αν έχει πολλή κίνηση. Αυτό και έκανα, αν και έχει το μειονέκτημα ότι πας κι έρχεσαι από τον ίδιο δρόμο. Ο φίλος μας ο Γιάννης Μ., όπως έγραψε κι εδώ, μπήκε από την Κακαβιά και βγηκε από τη Σαγιάδα και λέει πως πιο γρήγορα ξεμπέρδεψε με το έμπα παρά με το έβγα. Βέβαια, το δείγμα είναι μικρό και η καθυστέρηση στα σύνορα είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα τύχης.

Στο έμπα, οι Αλβανοί τελωνειακοί επέμεναν αν ερχόμαστε πρώτη φορά στην Αλβανία, μας μίλησαν φυσικά στα ελληνικά, μάς έδωσαν αναλυτικές οδηγίες για το πώς θα πάμε στο Βουθρωτό, «θα περάσετε ωραία» μας είπαν, «και πού’σαι: τα φώτα αναμμένα».

Πράγματι υπάρχουν δύο δρόμοι για να πας στο Βουθρωτό από τη Σαγιάδα, ο ένας είναι πιο συντομος, από Vrinë, αλλά φτάνοντας πρέπει να περάσεις το κανάλι του Βιβαριού με ένα μικρό φέρι, μια σανίδα, ενώ ο άλλος κάνει κύκλο και από τις παρυφές των Αγίων Σαράντα διασχίζεις οδικώς όλη τη στενή χερσόνησο του Εξαμιλιού και φτάνεις στην απόληξή της, που είναι ο αρχαιολογικός χώρος του Βουθρωτού,

Εμείς διαλέξαμε τον δεύτερο τρόπο, όπως και οι περισσότεροι -κι έτσι δεν είδαμε από κοντά τον πύργο του Αλήπασα που ήταν στην απέναντι μεριά, οπότε τον βάζω εδώ στη φωτογραφία -βλέπετε δεξιά και το φέρι να μεταφέρει ένα αυτοκίνητο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Προσωπικά, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , | 88 Σχόλια »

Τι θα τραγουδάνε το Πάσχα του 2069;

Posted by sarant στο 2 Μαΐου, 2019

Το Πάσχα πήγαμε οικογενειακώς στα Γιάννενα. Περάσαμε πολύ ωραία, και πιθανώς αύριο ή μια από τις επόμενες μέρες να δημοσιεύσω ένα άρθρο με ταξιδιωτικές, ας πούμε, εντυπώσεις, αλλά σήμερα απλώς παίρνω αφορμή από κάτι που συνέβη στην εκδρομή μας.

Αφού πήγαμε εκδρομή, έπρεπε να βρούμε κάποιο εστιατόριο για να φάμε μαγειρίτσα το βράδυ της Ανάστασης, και πράγματι βρήκαμε, στην πολύ όμορφη Στοά Λούλη. Ωστόσο, το κατάστημα δεν πρόσφερε μόνο μαγειρίτσα σε κατανυκτική ατμόσφαιρα αλλά πλήρες μενού σε εορταστική ατμόσφαιρα, καθώς υπήρχε και ζωντανή μουσική, μια πενταμελής μπάντα από επαρκείς επαγγελματίες.

Παίζανε, βεβαίως, λαϊκά ενώ από κάτω πίναμε, τσουγκρίζαμε, χορεύαμε και τραγουδούσαμε. Εμείς ήμασταν τουρίστες, αλλά οι περισσότεροι από τους άλλους θαμώνες πρέπει να ήταν ντόπιοι -αναγνώρισα κι έναν υποψήφιο δήμαρχο της πόλης. Το γλέντι τράβηξε ως αργά, και αναρωτιόμουν με τι καρδιά θα σηκώνονταν το πρωί να σκάψουν τον λάκκο και να αρχίσουν τις υπόλοιπες ετοιμασίες για να σουβλίσουν το αρνί -εμείς, ως οδοιπόροι, είχαμε απαλλαγή από αυτή την εθιμική υποχρέωση.

Οι περισσότεροι θαμώνες ήταν της ηλικίας μου, ας πούμε, αλλά ήταν κι αρκετοί νεότεροι -είχαμε κι εμείς τις κόρες μας μαζί. Από κάποια στιγμή και μετά, άρχισα να προσέχω και να σημειώνω τα τραγούδια που έπαιζε η ορχήστρα, και συνειδητοποίησα πως όλα ήταν «παλιά».

Για του λόγου το αληθές, σημείωσα τα εξής (βέβαια, να πω πως κάμποσα από αυτά δεν παίχτηκαν ολόκληρα παρά μόνο ένα-δυο κουπλέ). Το δείγμα μου είναι γνήσιο (δηλαδή δεν παρέλειψα κάποιο από τη στιγμή που άρχισα να καταγράφω) αλλά όχι ακέραιο αφού δεν άρχισα να καταγράφω από την αρχή. Τα πρώτα τραγούδια, που δεν τα έχω συμπεριλάβει στον κατάλογο, ήταν πάντως πιο ήσυχα -θυμάμαι, ανάμεσα στ’ άλλα, τα Μαλαματένια λόγια.

Σε κάθε τραγούδι σημειώνω τη χρονολογία, όπου την έχω βρει και όπου έχει σημασία, και έναν συντελεστή για λόγους αναγνώρισης -δεν είμαστε ΑΕΠΙ εδώ να παραθέτουμε όλους τους συντελεστές.

Κι ήσουν ωραία (Καλατζής, 1971)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Ρεμπέτικα, Τραγούδια, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , | 217 Σχόλια »

Δυο σοβιετικοί συγγραφείς στη Νέα Υόρκη (η Ranele μεταφράζει Ιλφ και Πετρόφ)

Posted by sarant στο 27 Ιανουαρίου, 2019

Πριν από κάμποσο καιρό είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα εύθυμο διήγημα των αγαπημένων μου σοβιετικών σατιρικών συγγραφέων Ηλία Ιλφ και Ευγενίου Πετρόφ, το «Ένας σοβιετικός ροβινσώνας«. Στα σχόλια της συζήτησης εκείνης θα βρείτε και ένα διήγημα που περιέχει τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις των Ιλφ και Πετρόφ από την Ελλάδα.

Όπως είχα γράψει παλιότερα, ο Ιλφ και ο Πετρόφ έδωσαν τους δίδυμους ήλιους της σοβιετικής σάτιρας, τα εξαιρετικά μυθιστορήματα «Οι δώδεκα καρέκλες» και «Το χρυσό μοσχάρι». Στο πρώτο, λίγα χρόνια μετά την επανάσταση, ο αριστοκράτης Βορομπιάνινοφ αναζητά έναν θησαυρό που είναι κρυμμένος σε μία από τις δώδεκα καρέκλες της πάμπλουτης θείας του. Συνεταιρίζεται με τον γοητευτικό απατεώνα Οστάπ Μπέντερ, και αφού διατρέξουν τη μισή Σοβιετική Ένωση βρίσκουν -ή δεν βρίσκουν- τον θησαυρό. Στο «Χρυσό μοσχάρι» ο Οστάπ είναι αρχηγός μιας μικρής σπείρας απατεώνων που αναζητούν έναν σοβιετικό εκατομμυριούχο -και πάλι, τον βρίσκουν αλλά… Η συνέχεια επί της οθόνης, θα έλεγα, αφού κάποτε θα παρουσιάσω τα κλασικά αυτά έργα.

Και τα δυο ονόματα είναι ψευδώνυμα, ο Ιλφ λεγόταν Φάινζιλμπεργκ, ο Πετρόφ: Κατάγιεφ -αδελφός του είναι ο γνωστός συγγραφέας Βαλεντίν Κατάγιεφ. Γεννημένοι κι οι δυο στην Οδησσό, στο Χρυσό Μοσχάρι την αποκαλούν Τσερνομόρετς αν θυμάμαι καλά, κι έχουν κι έναν Έλληνα, τον Βαλιάδη, στην παρέα των γέρων με τα πικέ γιλέκα. Ο Ιλφ πέθανε από φυματίωση το 1937, τον Πετρόφ τον ρίξαν οι Γερμανοί το 1942, όταν, πολεμικός ανταποκριτής, επέστρεφε αεροπορικώς από την πολιορκημένη Σεβαστούπολη.

Τα δυο τους μυθιστορήματα γνώρισαν αξεπέραστη αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό και πλούτισαν τη ρωσική γλώσσα με κάμποσες παροιμιώδεις εκφράσεις.

Από τότε που διάβαζα, νέος, τις Δώδεκα καρέκλες και το Χρυσό μοσχάρι, είχα μάθει ότι οι δυο συγγραφείς, πέρα από αμέτρητα διηγήματα, είχαν επίσης γράψει ένα ακόμα βιβλίο μαζί, τη «Μονώροφη Αμερική», ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την επίσκεψή τους στις ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Μέσα στα απειράριθμα σχέδια που κάνει κανείς σε νεαρή ηλικία, είχα κι εγώ το σχέδιο να βρω, να διαβάσω, να μεταφράσω ή να αναθέσω τη μετάφραση και να εκδώσω το βιβλίο αυτό.

Σήμερα έρχομαι κοντά στην κατά κάποιο τρόπο εκπλήρωση εκείνου του νεανικού σχεδίου. Η φίλη μας η Ranele, που αρκετές φορές μάς έχει δώσει μεταφράσεις της από τα ρωσικά (παράδειγμα) μού έστειλε πριν από λίγο καιρό μεταφρασμένα τα πέντε πρώτα κεφάλαια της Μονώροφης Αμερικής, του βιβλίου των Ιλφ και Πετρόφ και εδώ σας παρουσιάζω το δεύτερο κεφάλαιο, το πρώτο βράδυ των συγγραφέων στη Νέα Υόρκη. Δεν διάλεξα το πρώτο κεφάλαιο, επειδή περιγράφει το (πολυήμερο) ταξίδι με το υπερωκεάνειο Νορμανδία κι έτσι δεν αναφέρεται στις ΗΠΑ.

Ο Ιλφ και ο Πετρόφ έμειναν στις Ηνωμένες Πολιτείες 10 εβδομάδες και τις διέσχισαν με αυτοκίνητο, μεταξύ άλλων πάνω στον θρυλικό αυτοκινητόδρομο 66, φτάνοντας ως τη Δυτική Ακτή. Δημοσίευσαν τις εντυπώσεις τους στο περιοδικό Ογκανιόκ, με φωτογραφίες σαν κι αυτή, από τη μηχανή Λάικα του Πετρόφ. Το βιβλίο εκδόθηκε, όπως είπαμε, το 1936 και ήταν το κύκνειο άσμα του συγγραφικού διδύμου, αφού ο Ιλφ πέθανε τον επόμενο χρόνο.

Η Ranele μού έστειλε τις μεταφράσεις της σε δίστηλη μορφή, αντικριστά με το πρωτότυπο, αλλά προτίμησα να παρουσιάσω εδώ μόνο το ελληνικό κείμενο, αφού, κακά τα ψέματα, η δίστηλη παρουσίαση ελάχιστους αναγνώστες θα ενδιέφερε, τους ρωσομαθείς μόνο. Όμως, επειδή στο ιστολόγιο έχουμε και ρωσομαθείς, αρκετούς μάλιστα, μπορούν να βρουν τη ρωσική μετάφραση εδώ, ή, ακόμα καλύτερα, την αντικριστή παρουσίαση σε δίστηλο, εδώ.

Η Ρανέλε είναι Ρωσίδα που ζει στην Ελλάδα, οπότε η ελληνική δεν είναι η μητρική της γλώσσα. Μπορεί να έχουν ξεφύγει μεταφραστικά λάθη ή κάποιες αδέξιες χρήσεις. Έκανα κι εγώ μερικές διορθώσεις στο κείμενό της.

 

Κεφάλαιο Β΄. Το πρώτο βράδυ στη Νέα Υόρκη

Η αίθουσα του τελωνείου της αποβάθρας «Γαλλικές Γραμμές» ήταν τεράστια. Ψηλά κάτω από την οροφή κρέμονταν μεγάλα σιδερένια γράμματα του λατινικού αλφαβήτου. Ο κάθε επιβάτης έπιανε θέση κάτω από το γράμμα με το οποίο ξεκινούσε το επίθετό του. Εδώ πέρα θα κατέφθαναν από το πλοίο οι βαλίτσες του και εδώ πέρα θα περνούσαν κιόλας από τον έλεγχο.

Οι φωνές των άρτι αφιχθέντων και αυτών που τους υποδέχονταν, τα γέλια και τα φιλιά αντηχούσαν μες στην αίθουσα, οι απογυμνωμένες σωληνώσεις και οι παροχές της οποίας την έκαναν να μοιάζει με πτέρυγα εργοστασίου που κατασκευάζει τουρμπίνες.

Δεν είχαμε ειδοποιήσει κανέναν για την άφιξή μας, συνεπώς δεν μας περίμενε κανείς. Στριφογυρίζαμε κάτω από τα γράμματά μας περιμένοντας τον υπάλληλο του τελωνείου. Επιτέλους εκείνος κατέφτασε. Ήταν ένας ήρεμος και διόλου βιαστικός άνθρωπος. Δεν τον άγχωνε καθόλου το γεγονός ότι είχαμε διασχίσει ολόκληρο τον ωκεανό για να του δείξουμε τις βαλίτσες μας. Εκείνος από ευγένεια μόλις που ακούμπησε με τα ακροδάχτυλά του την απάνω στρώση των ρούχων μας χωρίς καν να μπει σε κόπο να κοιτάξει τίποτα άλλο. Ύστερα έβγαλε τη γλώσσα του, μια εντελώς συνηθισμένη, σαλιωμένη γλώσσα, που δεν ήταν εξοπλισμένη με κάποιον ειδικό μηχανισμό, σάλιωσε δύο μεγάλες ετικέτες και τις κόλλησε πάνω στις βαλίτσες μας.

Είχε βραδιάσει όταν επιτέλους τελειώσαμε με τις διατυπώσεις. Ένα λευκό ταξί με τρία αναμμένα φωτάκια στην οροφή, που έμοιαζε με παλιομοδίτικη άμαξα, μας πήγαινε στο ξενοδοχείο. Στην αρχή μας βασάνιζε η σκέψη ότι λόγω της απειρίας μας επιβιβαστήκαμε σε ένα απαρχαιωμένο, της κακιάς ώρας ταξί, ότι φαινόμαστε γελοίοι σαν τους επαρχιώτες. Μα κοιτάζοντας δειλά δειλά από το παράθυρο, είδαμε ότι προς όλες τις κατευθύνσεις έτρεχαν αυτοκίνητα με τα ίδια γελοία φαναράκια που υπήρχαν και στο δικό μας ταξί. Τότε μονάχα ηρεμήσαμε λιγάκι. Μόνο αργότερα καταλάβαμε ότι τα φαναράκια στην οροφή καθιερώθηκαν ώστε τα ταξί να ξεχωρίζουν πιο πολύ ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα αυτοκίνητα. Για τον ίδιο λόγο τα ταξί βάφονταν στα πιο χτυπητά χρώματα – πορτοκαλί, καναρινί, λευκό.

Η προσπάθειά μας να απολαύσουμε την πόλη της Νέας Υόρκης από το ταξί απέτυχε. Διασχίζαμε αρκετά μουντούς και σκοτεινούς δρόμους. Πού και πού κάτι βρυχιόταν διαβολεμένα κάτω απ΄τα πόδια μας, πού και πού κάτι βροντούσε πάνω από τα κεφάλια μας. Όταν σταματούσαμε στα φανάρια, τα φτερά των αυτοκινήτων που βρίσκονταν δίπλα μας μάς έκρυβαν όλη τη θέα. Ο οδηγός είχε γυρίσει κάμποσες φορές προς τα πίσω για να ξαναρωτήσει τη διεύθυνση. Προφανώς τον προβλημάτιζαν τα Αγγλικά που μιλούσαμε. Κάποιες φορές μας κοίταζε ενθαρρυντικά και στο πρόσωπό του διάβαζες: «Δεν πειράζει, δε θα χαθείτε! Στη Νέα Υόρκη κανείς δε χάνεται».

Τα τριάντα δύο πατώματα του τούβλινου ξενοδοχείου μας ορθώνονταν για να καρφωθούν μες στον κοκκινωπό νυχτερινό ουρανό.

Όσην ώρα συμπληρώναμε τις σύντομες κάρτες εγγραφής, δύο άτομα από το προσωπικό του ξενοδοχείου φύλαγαν με αφοσίωση τις αποσκευές μας. Ένας από αυτούς είχε περασμένο στο λαιμό του έναν αστραφτερό κρίκο με το κλειδί του δωματίου που είχαμε επιλέξει. Το ασανσέρ μας ανέβασε ως τον εικοστό έβδομο όροφο. Ήταν ένα ευρύχωρο και ήσυχο ασανσέρ ενός ξενοδοχείου ούτε πολύ παλιού ούτε πολύ καινούργιου, ούτε πολύ ακριβού, και δυστυχώς, ούτε πολύ φτηνού.

Το δωμάτιό μας μάς άρεσε, μα δεν το πολυεξερευνήσαμε. Βιαζόμασταν να βγούμε έξω, να παραδοθούμε στην πόλη και στους θορύβους της. Οι κουρτίνες στα παράθυρα ανέμιζαν από τη φρεσκάδα της θαλασσινής αύρας. Αφήσαμε τα πανωφόρια μας στον καναπέ, βγήκαμε τρέχοντας στο στενό διάδρομο, στρωμένο με τη χρωματιστή μοκέτα. και το ασανσέρ με ένα απαλό τρίξιμο μας πήγε προς τα κάτω. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας με νόημα. Πράγματι ήταν ένα σπουδαίο γεγονός! Για πρώτη φορά στη ζωή μας θα πηγαίναμε βόλτα στη Νέα Υόρκη.

Μια λεπτή, σχεδόν διαφανής αστερόεσσα κυμάτιζε πάνω από την είσοδο του ξενοδοχείου μας. Στο δρόμο απέναντι ορθωνόταν το γυαλιστερό παραλληλεπίπεδο του ξενοδοχείου «Γουόλντορφ-Αστόρια». Σε τουριστικά προσπέκτους παρουσιαζόταν ως το καλύτερο ξενοδοχείο του κόσμου. Τα παράθυρα του «καλύτερου του κόσμου» έλαμπαν εκτυφλωτικά και πάνω στην είσοδο κυμάτιζαν όχι μία, μα δύο εθνικές σημαίες. Πάνω στο πεζοδρόμιο, κοντά στο κράσπεδο κείτονταν φρέσκα τεύχη εφημερίδων. Οι περαστικοί έσκυβαν, έπαιρναν τη «Νιου Υορκ Τάιμς» ή την «Γκέραλντ Τριμπιούν» [χαρακτηριστική ρωσική προφορά του δασέος H – ν.σ.] και έβαζαν κάτω δίπλα στις εφημερίδες δυο σεντς. Ο εφημεριδοπώλης είχε πάει κάπου. Οι εφημερίδες συγκρατούνταν στο πεζοδρόμιο με ένα κομμάτι τούβλο με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν οι γριές Μοσχοβίτισσες που πουλούν εφημερίδες σε καφασωτά κιόσκια.  Στις γωνίες που σχημάτιζε η διασταύρωση ήταν τοποθετημένοι οι κυλινδρικοί κάδοι απορριμμάτων. Μέσα από τον έναν έβγαινε μια τεράστια γλώσσα φλόγας. Προφανώς κάποιος είχε πετάξει μέσα ένα μισοσβησμένο αποτσίγαρο και τα σκουπίδια της Νέας Υόρκης, που αποτελούνται κατά κύριο λόγο από εφημερίδες, αμέσως έπιασαν φωτιά. Οι γυαλιστεροί τοίχοι του «Γουόλντορφ –Αστόρια» αντιφέγγιζαν τις ανήσυχες κόκκινες φλόγες. Οι περαστικοί χαμογελούσαν  σχολιάζοντάς καθοδόν το γεγονός. Ένας αστυνομικός με πρόσωπο αποφασιστικό ήδη κατευθυνόταν στο σημείο του συμβάντος. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το ξενοδοχείο μας δεν κινδύνευε από τη φωτιά, προχωρήσαμε παρακάτω.

Και τότε μας συνέβη κάτι δυσάρεστο. Είχαμε κατά νου να περπατάμε αργά κοιτάζοντας προσεκτικά δεξιά αριστερά, ας το πούμε, μελετώντας, παρατηρώντας, ρουφώντας και ούτω καθεξής. Μα η Νέα Υόρκη δεν είναι από εκείνες τις πόλεις όπου οι άνθρωποι κινούνται αργά. Γύρω μας οι άνθρωποι δεν περπατούσαν, μα έτρεχαν. Οπότε κι εμείς βαλθήκαμε να τρέχουμε. Και από κει και πέρα δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε. Στη Νέα Υόρκη μείναμε για ένα μήνα και όλον τον καιρό κάπου τρέχαμε σαν παλαβοί, έχοντας τόσο σοβαρή και πολυάσχολη έκφραση που θα μας ζήλευε κι ο ίδιος ο Τζον Πίερποντ  Μόργκαν τζούνιορ. Με τέτοιους ρυθμούς θα είχε βγάλει γύρω στα εξήντα εκατομμύρια δολάρια εκείνο το μήνα.

Έτσι λοιπόν βαλθήκαμε να τρέχουμε κι εμείς. Είχαμε προσπεράσει τρέχοντας τις φωτεινές επιγραφές που έγραφαν: «Καφετέρια», ή «Γιουνάιτεντ σίγκαρε», ή «Ντραγκ –σόδα», ή κάτι άλλο το ίδιο ελκυστικό, μα προς το παρόν ακατανόητο. Έτσι τρέχοντας φτάσαμε μέχρι την 42ή οδό και κει σταματήσαμε.

Στις βιτρίνες των καταστημάτων της 42ής οδού ο χειμώνας βρισκόταν στο ζενίθ. Σε μια βιτρίνα είχαν στηθεί επτά κομψές κέρινες κυρίες με ασημιά πρόσωπα. Όλες τους ήταν ντυμένες με πολυτελέστατες γούνες από αστραχάν και έριχναν η μία στην άλλη ματιές όλο μυστήριο. Στη διπλανή βιτρίνα είχε μια ντουζίνα τέτοιες κυρίες που φορούσαν αθλητικές φόρμες και στηρίζονταν σε μπαστούνια του σκι. Τα μάτια τους ήταν μπλε, τα χείλη κόκκινα ενώ τα αφτιά ροζ. Σε άλλες βιτρίνες υπήρχαν νεαρά ανδρικά μανεκέν με γκρίζα μαλλιά ή περιποιημένοι κέρινοι κύριοι ντυμένοι με οικονομικά, πλην όμως απίστευτα κομψά κοστούμια. Παρόλα αυτά εμείς δε δίναμε την παραμικρή σημασία σε όλη αυτή την εμπορική πανδαισία. Την προσοχή μας την τράβηξε κάτι άλλο.

Σε όλες τις μεγαλουπόλεις του κόσμου πάντα μπορείς να βρεις ένα μέρος όπου οι άνθρωποι παρατηρούν το φεγγάρι με το τηλεσκόπιο. Εκεί, στη 42η οδό επίσης υπήρχε ένα τηλεσκόπιο που ήταν εγκαταστημένο πάνω σε ένα όχημα.

Το τηλεσκόπιο ήταν στραμμένο προς τον ουρανό. Το χειριζόταν ένας απλοϊκός άνθρωπος ίδιος με εκείνους που μπορείς να βρεις δίπλα στο τηλεσκόπιο είτε στην Αθήνα είτε στη Νάπολη είτε στην Οδησσό. Είχε την ίδια δυσαρεστημένη όψη που έχουν όλοι οι χειριστές των υπαίθριων τηλεσκοπίων σε όλον τον κόσμο.

Το φεγγάρι φαινόταν ανάμεσα σε δύο κτίρια εξήντα ορόφων. Κι όμως ένας περίεργος που κόλλησε στο σωλήνα του τηλεσκοπίου δεν κοίταζε το φεγγάρι, μα σημάδευε πολύ πιο πάνω από αυτό, – κοίταζε λοιπόν, την κορυφή του «Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ», ενός κτιρίου εκατόν δύο ορόφων. Στο φως του φεγγαριού η ατσαλένια κορυφή του «Εμπάιρ» φαινόταν λες και ήταν χιονισμένη. Πιανόταν η ψυχή σου στη θέα ενός μεγαλόπρεπου, λιτού και επιβλητικού κτιρίου που λαμποκοπούσε σαν παγοκολόνα. Καθόμασταν πολλή ώρα εκεί πέρα με σηκωμένα πάνω τα κεφάλια μας. Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης εμπνέουν ένα αίσθημα περηφάνιας για τους ανθρώπους της επιστήμης και του μόχθου που έχουν χτίσει αυτά τα επιβλητικά κτίρια. Βραχνιασμένα ξεφώνιζαν οι εφημεριδοπώλες. Και κάθε φορά που το έδαφος έτρεμε κάτω από τα πόδια μας,  από τις σχάρες του πεζοδρομίου σαν από κάνα μηχανοστάσιο έφερνε το ζεστό αέρα. Όλα έδειχναν ότι κάτω από τη γη έτρεχε η αμαξοστοιχία του νεοϋορκέζικου μετρό, του σάμπγουει δηλαδή, όπως το αποκαλούσαν εκεί.

Μέσα από κάποια φρεάτια του οδοστρώματος καλυμμένα με στρόγγυλα μαντεμένια καπάκια αναδυόταν ο ατμός. Για πολλή ώρα δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε από πού έβγαινε αυτός ο ατμός. Πάντως τα κόκκινα φώτα των διαφημίσεων τού προσέδιδαν μια φαντασμαγορική όψη σαν σε παράσταση όπερας. Φαινόταν λες και από στιγμή σε στιγμή θα άνοιγε το φρεάτιο και από κει θα αναδυόταν ο Μεφιστοφελής και αφού πρώτα θα έβηχε για να καθαρίσει το λαιμό του αμέσως μετά θα άρχιζε να τραγουδά με φωνή βαρύτονου την άρια απ’ την όπερα του «Φάουστ»: «Έχω σπαθί, φορώ καπέλο με φτερό, το βαλάντιο μου είναι παχυλό και είμαι τυλιγμένος σε έναν πολύτιμο μανδύα».

Εμείς και πάλι βαλθήκαμε να τρέχουμε μπροστά έχοντας ξεκουφαθεί από τα ξεφωνητά των εφημεριδοπωλών. Εκείνοι ωρύονται τόσο δυνατά που σύμφωνα με την έκφραση του Λεσκώφ [Ρώσος διηγηματογράφος], μετά χρειάζεται να φτυαρίζεις επί μια βδομάδα σερί  για να απομακρύνεις τούτη τη φωνή απ΄τ΄αφτιά σου.

Δεν μπορείς να πεις ότι ο φωτισμός της 42ης οδού ήταν μέτριος. Παρ΄όλα αυτά το Μπρόντγουεϊ, φωταγωγημένο με εκατομμύρια, μπορεί και δισεκατομμύρια ηλεκτρικά λαμπιόνια, γεμάτο από περιστρεφόμενες και χοροπηδητές διαφημίσεις φτιαγμένες από χιλιόμετρα χρωματιστών σωλήνων νέον, εμφανίστηκε μπροστά μας το ίδιο αναπάντεχα με τη Νέα Υόρκη η οποία είχε αναδυθεί ενώπιον μας μέσα απ΄ την απέραντη ερημιά του Ατλαντικού ωκεανού.

Καθόμασταν πάνω στην πιο δημοφιλή διασταύρωση των ΗΠΑ, εκεί που διασταυρώνεται η 42η οδός με το Μπρόντγουεϊ. Μπροστά μας ανοιγόταν «ο μέγας λαμπερός δρόμος», όπως τιμητικά αποκαλείται από τους Αμερικανούς το Μπρόντγουεϊ,.

Εδώ ο ηλεκτρισμός έχει υποβιβαστεί (ή έχει αναχθεί, αν θέλετε) στο επίπεδο ενός εκπαιδευμένου ζώου του τσίρκου. Εδώ τον ανάγκασαν να χορεύει, να κάνει τσαλιμάκια, να υπερπηδά τα εμπόδια, να ανοιγοκλείνει τα ηλεκτρικά του μάτια. Τον ήσυχο ηλεκτρισμό του Έντισον τον έχουν μετατρέψει σε θαλάσσιο λέοντα από το τσίρκο του Ντούροβ [διάσημος σοβιετικός εκπαιδευτής ζώων -ν.σ.] που πιάνει με τη μουσούδα του το τόπι, κάνει τον ζογκλέρ, παριστάνει τον πεθαμένο, ανασταίνεται, εκτελεί οτιδήποτε τον προστάξουν. Η παρέλαση των ηλεκτρικών φώτων δεν σταματάει ποτέ. Τα φώτα των διαφημίσεων ανάβουν, περιστρέφονται και σβήνουν ώστε αμέσως μετά να λάμψουν και πάλι, τα γράμματα μεγάλα και μικρά, πράσινα και κόκκινα, χωρίς σταματημό περνάνε φευγαλέα ώστε μετά από ένα δευτερόλεπτο να επιστρέψουν και να ξαναρχίσουν το τρελό τους τρεχαλητό.

Στο Μπρόντγουεϊ βρίσκονται συγκεντρωμένα  τα θέατρα, οι κινηματογράφοι και οι χορευτικές λέσχες της πόλης. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κινούνται στα πεζοδρόμια. Η Νέα Υόρκη είναι μια από τις ελάχιστες πόλεις του κόσμου όπου οι κάτοικοι βολτάρουν σε έναν συγκεκριμένο δρόμο. Οι είσοδοι των κινηματογράφων έχουν τόσα φώτα που αν κάποιος πρόσθετε ακόμα μια λάμπα, θα γινόταν έκρηξη από τον υπερβολικό φωτισμό και τα πάντα θα πήγαιναν κατά διαβόλου. Μα δεν υπάρχει μέρος να χωρέσεις αυτή τη λάμπα, δεν περισσεύει ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό στο χώρο. Οι εφημεριδοπώλες ξεσηκώνουν τέτοια ωρυγή που, για να απομακρύνεις τη φωνή τους θα χρειαζόσουν όχι μια βδομάδα, μα χρόνια εντατικού φτυαρίσματος. Ψηλά στον ουρανό, σ΄έναν από τους αναρίθμητους ορόφους του ουρανοξύστη «Παραμάουντ», λάμπει ένα ηλεκτρικό ρολόι. Δεν βλέπεις ούτε τα αστέρια ούτε το φεγγάρι. Το φως από τις διαφημίσεις θαμπώνει τα πάντα γύρω τους. Τα αυτοκίνητα τρέχουν σιωπηλά. Στις βιτρίνες ανάμεσα σε καρό γραβάτες περιστρέφονται, κάνουν ακόμα και τούμπες, οι μικρές φωτιζόμενες ταμπελίτσες με τις τιμές. Είναι πια κάτι σαν μικροοργανισμοί μέσα στο σύμπαν του ηλεκτρισμού του Μπρόντγουεϊ. Ανάμεσα σε όλη αυτή την τρομερή φασαρία ένας ήρεμος ζητιάνος παίζει το σαξόφωνό του. Ένας κύριος με ημίψηλο κατευθύνεται στο θέατρο συνοδεύοντας μια κυρία που φορά μια βραδινή τουαλέτα με ουρά. Σαν υπνοβάτης κινείται ένας τυφλός με το σκύλο-οδηγό του. Μερικοί νεαροί σουλατσάρουν ασκεπείς. Είναι της μόδας. Κάτω από τα φανάρια γυαλίζουν τα γλειμμένα τους μαλλιά. Ο αέρας μυρίζει πούρα, και φτηνά και ακριβά.

Με το που σκεφτήκαμε το πόσο μακριά βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή από τη Μόσχα, μας περιέλουσαν τα φώτα του κινηματογράφου «Καμέο» όπου προβαλλόταν η σοβιετική ταινία «Ο νέος Γκιούλιβερ».

Η παλίρροια του Μπρόντγουεϊ μας παρέσυρε κάμποσες φορές μπρος πίσω και τέλος μας ξέβρασε σε έναν παράλληλο δρόμο.

Δεν είχαμε μάθει ακόμα τίποτα για την πόλη. Γι΄αυτό δε συγκρατήσαμε τα ονόματα των δρόμων. Θυμόμαστε μονάχα ότι βρισκόμασταν κάπου κάτω από μια σιδηροδρομική γέφυρα. Δίπλα περνούσε ένα λεωφορείο κι εμείς δίχως δεύτερη σκέψη με έναν πήδο βρεθήκαμε μέσα.

Ακόμα και ύστερα από πολλές ημέρες, όταν πια μάθαμε να προσανατολιζόμαστε μες στη δίνη της Νέας Υόρκης, δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε πού μας είχε πάει εκείνο το λεωφορείο την πρώτη μας βραδιά μες στην πόλη. Μας φάνηκε ότι ήταν η Τσάινα Τάουν της Νέας Υόρκης. Μπορεί όμως να ήταν και η Μικρή Ιταλία ή ακόμα και η εβραϊκή συνοικία.

Βαδίζαμε σε στενούς βρόμικους δρόμους. Όχι, το ηλεκτρικό εδώ ήταν από τα συνηθισμένα, δεν ήταν εκπαιδευμένο. Εξέπεμπε ένα μουντό φως και δεν χοροπηδούσε καθόλου. Ένας πελώριος αστυνομικός καθόταν ακουμπώντας στον τοίχο ενός κτιρίου. Στο πηλίκιο πάνω από το φαρδύ και επιβλητικό του πρόσωπο έλαμπε το ασημένιο έμβλημα της πόλης της Νέας Υόρκης. Έχοντας προσέξει το δισταγμό με τον οποίο προχωρούσαμε στο δρόμο, εκείνος κατευθύνθηκε προς το μέρος μας, αλλά μιας και δεν τον ρωτήσαμε κάτι, πάλι στάθηκε κοντά στον τοίχο, ένας επιβλητικός και άψογος εκπρόσωπος των οργάνων της τάξης.

Από ένα κτίριο της κακιάς ώρας ακουγόταν μια άχρωμη, μονότονη ψαλμωδία. Ο άνθρωπος που καθόταν στην είσοδο μάς είπε ότι ήταν καταφύγιο για αστέγους, του Στρατού της Σωτηρίας.

-Ποιος μπορεί να διανυκτερεύσει εδώ μέσα;

-Οποιοσδήποτε. Κανείς δεν πρόκειται ούτε να του ζητήσει το επίθετό του ούτε να ενδιαφερθεί για τις δουλειές του και το παρελθόν του. Εδώ πέρα οι άστεγοι παίρνουν δωρεάν κλινοσκεπάσματα, καφέ και ψωμί. Το πρωί επίσης τους προσφέρουν δωρεάν καφέ και ψωμί. Ύστερα είναι ελεύθεροι να φύγουν. Η μόνη προϋπόθεση είναι η συμμετοχή τους στην εσπερινή και στην πρωινή προσευχή.

Η ψαλμωδία που ακουγόταν από το οίκημα μαρτυρούσε ότι εκείνη την ώρα εκτελείτο αυτή η μοναδική προϋπόθεση. Μπήκαμε μέσα.

Παλιά, πριν καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μέσα σ΄αυτό το χώρο βρισκόταν ένα κινέζικο καπνιστήριο οπίου. Κάποτε λοιπόν ήταν ένα βρόμικο και σκοτεινό καταγώγιο. Από τότε ο χώρος αυτός είχε γίνει πιο καθαρός, αλλά έχοντας χάσει τον εξωτικό του χαρακτήρα δεν είχε γίνει λιγότερο ζοφερός. Στο υπερώο αυτού του παλιού καταγωγίου λάμβανε χώρα η προσευχή, κάτω βρισκόταν ο κοιτώνας. με γυμνούς τοίχους, γυμνό πέτρινο δάπεδο και ράντζα εκστρατείας από καραβόπανο. Ο αέρας μύριζε φτηνό καφέ και υγρασία· η τελευταία πάντα συνοδεύει την πάστρα νοσοκομείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Με άλλα λόγια, ήταν σαν να βλέπεις το έργο του Γκόρκι «Στο βυθό» σε αμερικανική σκηνοθεσία.

Σε μια άθλια σάλα, πάνω στους πάγκους που κατέβαιναν αμφιθεατρικά σε μια μικρή εξέδρα, κάθονταν κοκαλωμένοι καμιά διακοσαριά άστεγοι. Με το που τέλειωσε η ψαλμωδία, άρχισε το επόμενο νούμερο του προγράμματος.

Ανάμεσα στην αμερικανική εθνική σημαία που ήταν στημένη πάνω στην εξέδρα και τις βιβλικές περικοπές που κρέμονταν στους τοίχους πηδούσε σαν τον σαλτιμπάγκο ένας ροδομάγουλος γεροντάκος με μαύρο κοστούμι. Ο τύπος αυτός μιλούσε και χειρονομούσε με τέτοιο πάθος σάμπως ήθελε να πουλήσει κάτι. Στην πραγματικότητα αφηγούνταν τη διδακτική ιστορία της ζωής του για τη θεάρεστη μεταστροφή που του συνέβη όταν εκείνος απευθύνθηκε από τα βάθη της καρδιάς του στο θεό.

Ο ρήτορας είχε κάποτε υπάρξει αλήτης («ίδιος με σας, μάγκες μου, ένας αλήτης του κερατά !»), συμπεριφερόταν απαίσια, βλασφημούσε («φίλοι μου, θυμηθείτε τις συνήθειές σας!»), έκλεβε, -ναι, όλα αυτά δυστυχώς υπήρχαν στη ζωή του. Τώρα έχει ξεκόψει οριστικά με αυτά. Τώρα έχει δικό του σπίτι, ζει σαν καθωσπρέπει άνθρωπος («ο θεός μας δημιούργησε κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωση, έτσι δεν είναι;»). Πρόσφατα είχε αγοράσει και ραδιόφωνο. Και όλα αυτά τα απέκτησε μόνο και μόνο χάρη στη βοήθεια του θεού.

Ο γέρος αγόρευε με μεγάλη άνεση και προφανώς έδινε παράσταση για πολλοστή φορά, αν όχι για χιλιοστή. Κροτάλιζε με τα δάχτυλα, φορές ξεσπούσε σε δυνατό βραχνιασμένο γέλιο, έψελνε εκκλησιαστικά τροπάρια και επιτέλους ολοκλήρωσε το λογύδριό του λέγοντας με μεγάλο ενθουσιασμό:

-Ας ψάλουμε, αδέλφια!

Και πάλι ακούστηκε η ίδια μονότονη, βαρετή ψαλμωδία. Οι άστεγοι είχαν φριχτή όψη. Σχεδόν όλοι τους ήταν άνθρωποι μεγάλης ηλικίας. Αξύριστοι, με θαμπά μάτια, λικνίζονταν πάνω στους χοντροκομμένους πάγκους. Έψελναν υποτακτικά και τεμπέλικα. Κάποιοι δεν μπορούσαν να αντιπαλέψουν την κούραση της ημέρας και αποκοιμιόντουσαν.

Φανταστήκαμε πολύ ζωηρά τις περιπλανήσεις τους στα φριχτά μέρη της Νέας Υόρκης, τις μέρες που ξεροστάλιαζαν δίπλα σε γέφυρες και αποθήκες, ανάμεσα στα σκουπίδια, μέσα στην αιώνια ομίχλη της ανθρώπινης κατάπτωσης. Το να κάθεσαι μετά από αυτό στο καταφύγιο για αστέγους και να ψέλνεις ύμνους ήταν σκέτο βασανιστήριο.

Ύστερα μπροστά στο ακροατήριο εμφανίστηκε ένας τύπος που έχαιρε άκρας υγείας. Είχε μαβιά μύτη, όπως στο βοντεβίλ, και χαρακτηριστική φωνή καπετάνιου.

Φερόταν με μεγάλη ελευθεριότητα. Ξεκίνησε μια καινούργια ιστορία για την ωφέλεια της στροφής στο θεό. Αποδείχτηκε ότι και ο καπετάνιος υπήρξε κάποτε μεγάλος αμαρτωλός. Δεν είχε πολλή φαντασία και τελείωσε δηλώνοντας ότι τώρα χάρη στη θεϊκή βοήθεια και εκείνος απέκτησε ένα ραδιόφωνο.

Πάλι πιάστηκαν να ψέλνουν. Ο καπετάνιος κουνούσε τα χέρια του επιδεικνύοντας ουκ ολίγη μαεστρική εμπειρία. Διακόσιοι άνθρωποι καταρρακωμένοι απ΄τη ζωή πάλι άκουγαν αυτές τις ξεδιάντροπες κουταμάρες. Σ΄αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους δεν πρότειναν δουλειά, τους πρότειναν το θεό, έναν θεό αμείλικτο και απαιτητικό σαν το διάβολο.

Οι άστεγοι δεν έφερναν αντίρρηση. Ο θεός με ένα φλιτζάνι καφέ και ένα ξεροκόμματο, πάει κι έρχεται. Ας ψάλουμε, αδέρφια, δοξάζοντας το θεό του καφέ!

Και τα λαρύγγια που για πενήντα χρόνια ξερνούσαν μονάχα ένα άθλιο βρισίδι, βάλθηκαν να μουγκρίζουν νυσταλέα δοξάζοντας τον Κύριο.

Συνεχίσαμε την περιπλάνησή μας βαδίζοντας ανάμεσα σε κάτι τρώγλες χωρίς να ξέρουμε πού βρισκόμασταν. Με σπίθες και μπουμπουνητά περνούσαν αστραπιαία οι συρμοί πάνω στις σιδερένιες γέφυρες του επίγειου σιδηρόδρομου. Νεαροί άντρες με ανοιχτόχρωμα καπέλα συνωστίζονταν έξω από φαρμακεία ανταλλάσσοντας μεταξύ τους σύντομες φράσεις. Οι τρόποι τους ήταν ίδιοι και απαράλλαχτοι με αυτούς των νεαρών που σύχναζαν στην οδό Κραχμάλναγια της Βαρσοβίας. Στη Βαρσοβία πιστεύουν ότι ένας τζέντλεμαν από την Κραχμάλναγια δεν είναι δα κάνα κελεπούρι. Στην καλύτερη περίπτωση θα είναι ένας κοινός κλέφτης, μπορεί όμως να είναι και κάτι πολύ χειρότερο.

Αργά τη νύχτα γυρίσαμε στο ξενοδοχείο. Δεν ήμασταν ούτε απογοητευμένοι ούτε ενθουσιασμένοι από τη Νέα Υόρκη, για την ακρίβεια ήμασταν αναστατωμένοι από το μέγεθος, τον πλούτο και τη φτώχεια της.

Posted in ΕΣΣΔ, Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσικά, Συνεργασίες, Σατιρικά, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Ο Εδμόνδος Αμπού στην Ελλάδα -και στην Αίγινα

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2018

Κυκλοφόρησε πρόσφατα σε νέα μετάφραση από τον εκδοτικό οίκο Μεταίχμιο το κλασικό έργο του Εδμόνδου Αμπού (Edmond About) «Η Ελλάδα του Όθωνα», τίτλος εκσυγχρονισμένος, αφού ο τίτλος του πρωτοτύπου, «Η σύγχρονη Ελλάδα» (La Grèce contemporaine) θα ηχούσε εντελώς παραπλανητικά 165 χρόνια μετά.

O Αμπού (1828-1885) επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1852 και έμεινε ως το 1854. Εργάστηκε για τη Γαλλική Σχολή των Αθηνών και με την επιστροφή του στη Γαλλία μετέφερε στο γαλλικό κοινό τις εντυπώσεις του από το νεοπαγές κράτος.

Το βιβλίο αυτό του Αμπού, αλλά κυρίως το επόμενο που έγραψε για την Ελλάδα της εποχής του, «Ο βασιλεύς των ορέων», προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, αφού θεωρήθηκαν ανθελληνικά. Όπως θα φανεί και από τα αποσπάσματα που δημοσιεύω, που πάντως δεν είναι και τα πιο καυστικά, ο Αμπού στηλιτεύει τα πολλά στραβά που βλέπει, αλλά αγαπά την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό. Μπορεί πάντως να σταθεί η κριτική πως αντιμετωπίζει τους Έλληνες ως ανώριμα παιδιά, με τόνο συγκαταβατικό.

Το βιβλίο είχε εκδοθεί παλιότερα σε μετάφραση του (κομμουνιστή διανοούμενου) Απόστολου Σπήλιου και πρόλογο του Τάσου Βουρνά. Σήμερα μεταφράζεται ξανά, κάτι πολύ λογικό αφού η παλιά έκδοση είναι εξαντλημένη και αφού τα σημαντικά βιβλία καλό είναι να ξαναμεταφράζονται κάθε 1-2 γενιές.

Πάντως, θα χρειαζόταν πιστεύω εκτενέστερη αναφορά στην υποδοχή που είχε ο Αμπού και το έργο του στην Ελλάδα του 1860, κάτι που θίγεται μόνο περιστασιακά στον έτσι κι αλλιώς ισχνότατο πρόλογο (σκάρτες τέσσερις σελίδες!) του Τάκη Θεοδωρόπουλου.

Δυστυχώς, ο πρόλογος είναι γραμμένος στο γόνατο. Ξεχώρισα την άστοχη έκφραση ότι το 1850 «το αεροπλάνο δεν έχει ακόμη καθιερωθεί ως μέσο μεταφοράς» -κάτι που θα ταίριαζε για μια εποχή όπου το αεροπλάνο έχει μεν εφευρεθεί αλλά δεν χρησιμοποιείται ευρέως σε μεταφορές πχ περί το 1910. Αλλά η ακριβολογία δεν ήταν ποτέ το ατού του κ. Θεοδωρόπουλου.

Η μετάφραση της κ. Αριστέας Κομνηνέλλη είναι καλή. Το κείμενο ρέει ευχάριστα, ενώ η μεταφράστρια, πολύ δεοντολογικά, αναγνωρίζει τις οφειλές της στην παλιότερη μετάφραση όταν σε ορισμένα σημεία υιοθετεί μια έκφρασή της ή μεταφέρει μια υποσημείωση της παλιότερης έκδοσης.

Δυστυχώς όμως, ενώ η μετάφραση ρέει, δεν είναι απαλλαγμένη από λάθη και λαθάκια. Παρόλο που δεν έκανα συστηματικό έλεγχο, θα αναφέρω μερικές περιπτώσεις που δεν μπόρεσα να μην τις προσέξω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Αίγινα, Κριτική μεταφράσεων, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ταξιδιωτικά, Τι λένε για μας | Με ετικέτα: , , , , | 176 Σχόλια »

Μιλώντας για τον Κοτζιούλα στα Χανιά

Posted by sarant στο 22 Ιουλίου, 2018

Το περασμένο σαββατοκύριακο πετάχτηκα στα Χανιά, όπου τη Δευτέρα είχα την ευκαιρία να πάρω μέρος σε ημερίδα για τον αγαπημένο μου ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα. Πολύ χάρηκα τη σύντομη εκδρομή, είδα και φίλους παλιούς και καινούργιους, πέρασα το φαράγγι της Σαμαριάς, πήγα για μπάνιο, όλα ωραία και καλά. Ταξίδεψα με Ράιαν από ένα μικρό βέλγικο αεροδρόμιο, το αεροπλάνο γεμάτο ντόπιους πολύ χαρούμενους για το ταξίδι τους -και δεν καταλαβαίνω την περιφρονητική ατάκα που διάβασα κάπου, λίγο πριν ταξιδέψω, ότι με τις φτηνές εταιρείες έχουν, λέει, γεμίσει οι ελληνικές παραλίες με νοσοκόμες από το Λέστερ.

Τέλος πάντων, σήμερα είναι Κυριακή οπότε έχουμε θέμα λογοτεχνικό και, όπως συνηθίζω, θα δημοσιεύσω την ομιλία μου στην ημερίδα που έγινε, μαζί με μερικές από τις εικόνες που πρόβαλα σε διαφάνειες. Μίλησα για τα Ημερολόγια του Γιώργου Κοτζιούλα, που τα έχω παρουσιάσει και εδώ. Έκανα μια παρουσίαση του περιεχομένου των Ημερολογίων, που πρόκειται να εκδοθούν σε βιβλίο τα Χριστούγεννα.

(Αυτό που δεν είπα, αλλά το αναφέρω καταλεπτώς και με ονόματα στην εισαγωγή του βιβλίου, είναι ότι στη μεταγραφή ορισμένων εξαιρετικά φθαρμένων και δυσανάγνωστων σελίδων των ημερολογίων με βοήθησαν καθοριστικά μερικοί φίλοι του ιστολογίου -είχαμε τότε φτιάξει ένα μικρό κρυφό ιστολόγιο όπου συζητούσαμε σελίδα προς σελίδα τη μεταγραφή).

Η ημερίδα, κακά τα ψέματα, δεν είχε τόσο πολύ κόσμο, αφού έγινε σε εργάσιμη μέρα και κατακαλόκαιρο -μερικές εισηγήσεις πάντως ήταν πολύ καλές, ενώ είχα τη χαρά να γνωρίσω δύο φίλους του ιστολογίου που ζουν στα Χανιά. Και βέβαια η συζήτηση στην ταβέρνα που ακολούθησε ήταν επίσης πολύ διασκεδαστική.

Τα ημερολόγια του Γιώργου Κοτζιούλα

Καλημέρα σας

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές, το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, την Περιφερειακή Ενότητα Χανίων και τον Σύλλογο Ηπειρωτών του Νομού Χανίων για την τιμητική πρόσκληση που μου έκαναν να πάρω μέρος σε αυτή την εκδήλωση, και βέβαια ευχαριστώ όλους εσάς που μας κάνατε την τιμή να έρθετε να μας ακούσετε αντί να ενδώσετε στα θέλγητρα της παραλίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκδηλώσεις, Ημερολόγια, Κρήτη, Ποίηση, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 95 Σχόλια »

Μαρξ από τους Κινέζους

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2018

Κινέζικο λέμε ή ίσως λέγαμε, ένα προϊόν, ιδίως συσκευή, χαμηλής τιμής αλλά και ευτελούς ποιότητας,  που γρήγορα χαλάει και την πετάμε. Ο όρος έχει καταγραφεί εδώ και 9-10 χρόνια στο slang.gr και σε περσινό άρθρο είχα παρατηρήσει ότι έχει αρχίσει να παλιώνει αφού μέσα σε δυο δεκαετίες η ποιότητα των κινέζικων προϊόντων αυξήθηκε κατακόρυφα. Οι εκφράσεις της αργκό έτσι κι αλλιώς ανανεώνονται με μεγάλη ταχύτητα και αυτή τη στιγμή για την ευτελή ποιότητα πολύ περισσότερο ακούγεται η έκφραση «από τα Λιντλ», αν και αυτή λέγεται συνήθως μεταφορικά, π.χ. «καθηγητής από τα Λιντλ».

Στις 5 Μαΐου, που συμπληρώθηκαν τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ, έγιναν στη γενέτειρά του, την πόλη Τριρ (Trier) της δυτικής Γερμανίας, τα αποκαλυπτήρια του αγάλματός του.

Το χάλκινο άγαλμα, με ύψος 4 μ και 40 (πεντέμισι με τη βάση), είναι έργο του γλύπτη Wu Weishan και προσφέρθηκε δώρο στον δήμο του Τριρ από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.

Τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος ήταν μία μόνο από τις πολλές εκδηλώσεις που έγιναν στην πόλη για τα 200 χρόνια του Μαρξ. Στην εναρκτήρια εκδήλωση παρευρέθηκε και ο πρόεδρος της Κομισιον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, γείτονας άλλωστε αφού το Τριρ απέχει σαράντα λεπτά από την πολη του Λουξεμβούργου. Στην ομιλία του θέλησε να απαλλάξει τον Μαρξ από όσα γίνανε στο όνομά του, αφού, τάχα, «πολλα από αυτά που έγραψε αναδιατυπώθηκαν στο αντίθετό τους».

Να πούμε εδώ ότι το επώνυμο Μαρξ είναι συχνό σε όλη την περιοχή. Μάλιστα, στο Λουξεμβούργο υπάρχει οδός, και μάλιστα βουλεβάρτο, Σαρλ Μαρξ, που όμως δεν ονομαστηκε έτσι προς τιμήν του Γερμανού φιλόσοφου αλλά από έναν ομοϊδεάτη του, τον κομμουνιστή γιατρό Σαρλ Μαρξ που πολεμησε με τους μακί στη Γαλλία, εγινε υπουργός στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας μετά τον πόλεμο αλλά σκοτώθηκε λίγο αργότερα σε τροχαίο.

Το άγαλμα του Καρλ Μαρξ έχει τοποθετηθεί πολύ κοντά στον εμπορικό πεζόδρομο της πόλης και στο σημαντικότερο αξιοθέατό της, τη ρωμαϊκή Πόρτα Νίγκρα (μαύρη). Τη φωτογραφία πιο πάνω την έβγαλα το περασμενο Σάββατο που πήγα να δω το άγαλμα. Είχε λαμπρό ήλιο, αρκετό κόσμο, ανάμεσά τους και Κινέζους τουρίστες που έβγαζαν σέλφες με καμάρι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Διηγήματα, Εβραϊσμός, Κομμουνιστικό κίνημα, Λουξεμβούργο, Ταξιδιωτικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 172 Σχόλια »

Ταξιδεύοντας με τη Λούση

Posted by sarant στο 25 Μαΐου, 2018

Τα τελευταία χρόνια η Λούση με συντροφεύει σε όλα τα ταξίδια που κάνω με το αυτοκίνητο. Με τον καιρό, η συντροφιά της μού έχει γίνει απαραίτητη. Μαζί της αισθάνομαι σιγουριά και απολαμβάνω περισσότερο τη διαδρομή και το οδήγημα, παρόλο που, για να τα λέμε όλα, στην αρχή με εκνεύριζε η πολυλογία της και η μανία της να θέλει να υποδεικνύει συνεχώς από πού να στρίψω και ποιον δρόμο ν’ ακολουθήσω -ακόμα κι όταν επιστρέφουμε στο σπίτι, κι έχουμε κάνει χίλιες φορές την ίδια διαδρομή, και ξέρει ότι έχω κι εγώ τις προτιμήσεις μου και προτιμώ να παίρνω άλλον δρομο από εκείνον που αρέσει σ’ εκείνην.

Ωστόσο, προτιμώ να την έχω δίπλα μου και να φλυαρεί παρά να λείπει. Κανα-δυο φορές που δεν την είχα στο πλάι μου αισθανόμουν σαν ψάρι έξω απ’ το νερό κι έκανα απανωτές γκάφες. Χίλιες φορές καλύτερα με τη Λούση, λοιπόν -αφού αναρωτιέμαι πώς ταξίδευα πριν μπει στη ζωή μου.

Θα το καταλαβατε, η Λούση, ο αχώριστος συντροφος στα ταξίδια μου, δεν είναι θηλυκο, δεν είναι άνθρωπος, είναι η συσκευή gps που έχω για να με βοηθάει στην πλοήγηση.

Τη λέω Λούση επειδή έτσι έλεγε τη δική του συσκευή ένας φίλος μου Άγγλος με τον οποίο κάναμε παλιότερα πολλά ταξίδια, πάντοτε με το δικό του αμαξι, που ήταν πιο άνετο. Η δικια του η Λούση είχε γεράσει, ήταν παλιό μοντέλο και δεν ανανέωνε τους χάρτες του αυτόματα -θυμαμαι μια φορά που είχαμε ταλαιπωρηθεί στα περίχωρα του Νανσύ, ψάχνοντας την rue de College. Ξέραμε περίπου πού είναι, αλλά η Λούση μάς έστελνε σε άλλα μέρη μακρινά. Τελικά αποδείχτηκε ότι ο συγκεκριμένος δρόμος είχε φτιαχτεί τα τελευταία χρόνια, οταν χτίστηκε και το κολέγιο, κι έτσι δεν βρισκόταν στους χάρτες της Λούσης -πώς να τον βρει η φουκαριάρα;

Κι έτσι, όταν αποφάσισα να πάρω κι εγώ μια συσκευή gps για το αυτοκίνητό μου, την έβγαλα Λούση. Τα καινούργια αυτοκίνητα έχουν ενσωματωμένο το σύστημα πλοήγησης, όμως εγώ έχω παλιό μοντέλο, κι έτσι τη συσκευή τη στηρίζω με μια βεντούζα στο παρμπριζ. Βέβαια, όταν κινούμαι σε κοντινές και γνωστές διαδρομες, η Λούση κοιμάται στο ντουλαπάκι της. Αναλαμβάνει δράση μόνο όταν πηγαίνω μακριά ή όταν δεν ξέρω τον δρόμο.

Θα μου πείτε, την ίδια δουλειά την κάνει και το google maps, και μάλιστα την κάνει και καλύτερα, τουλάχιστον στην Αθήνα, διότι ενημερώνεται σε πραγματικό χρόνο για την κίνηση και το παίρνει υπόψη του στις διαδρομές που προτεινει. Ωστόσο, μέχρι πρότινος το σμαρτόφωνο δεν προσφερόταν για μεγάλα ταξίδια αφού πλήρωνες την περιαγωγή, χώρια που η μπαταρία του άδειαζε γρήγορα. Στην Ελλάδα πάντως, χρησιμοποιώ το google maps.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοκίνηση, Καθημερινότητα, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , | 177 Σχόλια »

Αγιοβασίληδες με αυτόματα

Posted by sarant στο 9 Δεκέμβριος, 2017

Το μεσημέρι πήγα στο Μετς, τη μεγαλούτσικη γαλλική πόλη που είναι εδώ κοντά μας, εξήντα χιλιόμετρα πιο κάτω. Οι ντόπιοι την προφέρουν Μες (γράφεται Metz), αλλά εγώ τη λέω ελληνοπρεπώς, Μετς, όπως και τη γειτονιά της Αθήνας. Άλλωστε, αφού όλες οι λέξεις ανάγονται στα ελληνικά, από μας θα το έχουν πάρει το όνομα.

Πήγα για να δω τη χριστουγεννιάτικη αγορά, που μια φίλη μου είχε πει πως είναι πολύ ωραία -κανονικά θα έπρεπε να πάω βράδυ, να δω και τους φωτισμούς, αλλά φοβηθηκα το χιόνι και πήγα μέρα.

Σε διάφορα σημεία της πόλης, λοιπόν (το Μετς έτσι κι αλλιώς είναι πολύ όμορφο) έχουν στήσει ξύλινα σπιτάκια, όπου σερβίρουν διάφορα μεζεκλίκια, λουκάνικα, φοντύ, σαλιγκάρια, ξινολάχανο με αλλαντικά και άλλα τέτοια διαιτητικά, καθώς και ποτά, μεταξύ των οποίων χριστουγεννιάτικες μπίρες και ζεστό κρασί. Αλλού σερβίρουν γλυκά. Όταν κάνει κρύο είναι πολύ ωραία. Έχουμε και στο Λουξεμβούργο τέτοια, αλλά με μικρότερη ποικιλία στα εδέσματα.

Φυσικά υπάρχουν και παιδικά παιχνίδια, τρενάκια, πατινάζ, αλογάκια, και μια μεγάλη ρόδα που τη βλέπετε στη φωτογραφία μπροστά στον καθεδρικό ναό του Μετς, ο οποίος κοσμείται από ωραία βιτρώα (σικ, ρε) μεταξύ των οποίων και κάμποσα φτιαγμένα από τον Σαγκάλ.

Ωραία ήταν. Αν μάλιστα ήμουν καμιά πενηνταριά χρόνια μικρότερος θα μου έμενε αξέχαστη η βόλτα, ενώ τώρα φάνηκα μάλλον εγκρατής -είχα και φαγητό στο σπίτι οπότε περιφρόνησα τα μεζεδάκια, ήπια μόνο ένα ζεστό κρασί για το έθιμο και για το κρύο.

Ούτε ψώνισα τίποτα από τα μαγαζάκια ή τα μαγαζιά, με εξαίρεση όταν επέστρεφα στο πάρκιν, που πέρασα αναγκαστικά από τη Fnac -παλιότερα θα έμενα ώρες εκειμέσα, αλλά τώρα με πιάνει δέος και μόνο που σκέφτομαι πόσα αδιάβαστα βιβλία έχει η στοίβα, ελληνικά -όχι να προσθέσω και γαλλικά. Αν και πήρα, πάλι για το σεφτέ, ένα βιβλιαράκι που δεν διαβάζεται ακριβώς, κάτι διαδρομές πεζοπορικές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Σφηνάκια, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , | 169 Σχόλια »

Το Παρίσι και ο ανεκπλήρωτος πόθος

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2017

Τούτο το σαββατοκύριακο είπα να πεταχτώ μέχρι το Παρίσι -με τα καινούργια τρένα, η μετάβαση απ’ το Δουκάτο διαρκεί μόλις δύο ώρες, λίγο λιγότερο απ’ όσο κάνει το αεροπλάνο από την Ελλάδα.

Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Τον μεσοπόλεμο, ας πούμε, που το Παρίσι μεσουρανούσε, το ταξίδι από την Ελλάδα βαστούσε μέρες, το συνηθέστερο με πλοίο ως τη Μασσαλία κι από εκεί με τρένο. Αλλά το βασικό εμπόδιο δεν ήταν ο χρόνος μα το κόστος του ταξιδιού.

Τότε, ένα ταξίδι στο Παρίσι ήταν όνειρο ζωής. Πολλοί είχαν καταφέρει να το εκπληρώσουν, αλλά ο Ορέστης Λάσκος έγραψε ένα ποίημα, που έγινε άλλωστε διάσημο, για κάποιον που δεν θέλησε να εκπληρώσει τον πόθο του ενώ μπορούσε:

Το Παρίσι

Ξέρω έναν κύριο παράξενο πολύ
που λόγια πάντ’ αλλόκοτα μιλεί
για το Παρίσι
στην συντροφιά μας όταν έρθει να καθίσει.

Λένε γι’ αυτόν
πως από τα μαθητικά του χρόνια είχεν ορίσει,
μοναδικό
μες στη ζωή του ιδανικό
να πάει στο Παρίσι.

Χρόνια και χρόνια τον μεθούσε
τ’ ονειρεμένο αυτό ταξίδι
που ποθούσε.

Παντού για κείνο συζητούσε·
μες στα όνειρά του αυτό θωρούσε·
τόσο, που ο πόθος του με τον καιρό
του ’γινε μες στην ύπαρξή του ένα στολίδι
λαμπρό.

Να πάει στο Παρίσι…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Τραγούδια, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 88 Σχόλια »

Από τη γέφυρα

Posted by sarant στο 14 Αύγουστος, 2017

Το σημερινό άρθρο γράφεται, κατά κάποιο τρόπο, από τη γέφυρα. Όχι από τη γέφυρα της φωτογραφίας, παρόλο που αυτές τις μέρες τυχαίνει να την περνάω συχνά -με το αυτοκίνητο, διότι μάλλον δεν θα αξιωθώ να την πάω περπατώντας, αν και υπάρχει πρόβλεψη και για διέλευση πεζών.

Μάλιστα, για τους πεζούς το πέρασμα της γέφυρας είναι δωρεάν, όπως και για τους ποδηλάτες και τους μοτοσικλετιστές. Για τα αυτοκίνητα ομως υπάρχουν διόδια, και τσουχτερά.

Όχι, δεν είναι η γέφυρα του Ρίου-Αντιρρίου, παρόλο που της μοιάζει λίγο, αφού είναι κι οι δυο γέφυρες καλωδιωτές. Τούτη εδώ είναι παλιότερη -είναι η γέφυρα της Νορμανδίας, που περνάει πάνω από τις εκβολές του Σηκουάνα και ενώνει τη Χάβρη με το Ονφλέρ. Όταν χτίστηκε, το 1994, είχε το ρεκόρ της καλωδιωτής γέφυρας, με 2.200 μέτρα, αλλά το έχασε ακριβώς από τη γέφυρα του Ρίου, που έχει μήκος πάνω από 2.800 μ.

Δεν το έχω ψάξει αν η γέφυρα του Ρίου εχει ακόμα το ρεκόρ, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι στις γέφυρες πολλοί δεν μετράνε το συνολικό μήκος προκειμένου να ορίσουν το ρεκόρ αλλά το ενεργό μήκος, που είναι αρκετά μικρότερο. Αλλά ας επιστρέψουμε στη Νορμανδία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορίες λέξεων, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 167 Σχόλια »

Το νησί των μακάρων (χρονογράφημα του Βάρναλη)

Posted by sarant στο 2 Ιουλίου, 2017

Προχτές πήρα το πρωί το δελφίνι από την Αίγινα και πήγα στο Αγκίστρι. Τα δελφίνια πιάνουν στο Μεγαλοχώρι, την πρωτεύουσα του νησιού, ας πούμε. Περπάτησα τα περίπου 3 χιλιόμετρα ίσαμε τη Σκάλα, που είναι το κανονικό λιμάνι, όπου πιάνουν τα μεγάλα πλοία, τα φεριμπότ. Συνέχισα πιο πέρα και μπήκα στο πευκοδάσος, γεμάτο σκηνίτες ήδη από τα τέλη Ιουνίου· έφτασα ίσαμε την παραλία Χαλικιάδα, όπου συνήθιζα να πηγαίνω στα νιάτα μου.

Παρόλο που είναι νησί μικρό, το Αγκίστρι έχει περισσότερες ενδιαφέρουσες παραλίες από την Αίγινα. Θυμήθηκα λοιπόν ένα χρονογράφημα του Βάρναλη, που υμνεί το νησί και το χαρακτηρίζει «νησί των μακάρων» και «παράδεισο του Σαρωνικού» -ευκαιρία να το παρουσιάσω σήμερα, να δροσιστούμε από τον καύσωνα. Το έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο «Αττικά» που περιέχει 400 χρονογραφήματα του Βάρναλη με θέμα την Αθήνα και την Αττική -και, κατ’επέκταση, τα νησιά του Αργοσαρωνικού, ιδίως την Αίγινα όπου ο Βάρναλης είχε περάσει πολλά δημιουργικά καλοκαίρια.

Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στις 15 Αυγούστου 1941 στην εφημερίδα Πρωία, μέσα στην Κατοχή δηλαδή, αλλά ο Βάρναλης αναθυμιέται ευχάριστες στιγμές από παλιότερες εποχές, μάλλον από τη δεκαετία του 1920. Όπως και σε όλα τα χρονογραφήματα του τόμου, έχω μονοτονίσει το κείμενο και έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

Η φωτογραφία που διάλεξα αδικεί το καταπράσινο νησί, είναι όμως η μόνη απ’ όσες έβγαλα που δείχνει στο ίδιο πλάνο και τη Μετώπη, το νησάκι που βρίσκεται ανάμεσα Αίγινα και Αγκίστρι -αλλά πιο κοντά στο Αγκίστρι, γι’ αυτό και ο Βάρναλης το χαρακτηρίζει «προπύλαια» του Αγκιστριού.

Το νησί των μακάρων

Το Αγκίστρι είναι ο παράδεισος των νησιών του Σαρωνικού. «Πλέει» αντίκρυ στην Αίγινα, γεμάτο πεύκα από καταβολής κόσμου (γι’ αυτό οι αρχαίοι το ονομάζανε Πιτυόεσσα) και μαζί με τα βουνά της Πελοποννήσου και με την αλυσίδα ενός σωρού από ξερόνησα κλείνει τη θάλασσα ολόγυρα και τη μεταβάλλει σε λίμνη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Αίγινα, Βάρναλης, Ταξιδιωτικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 176 Σχόλια »