Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Τουρκία’ Category

Ένα καλοδεχούμενο αντίβαρο (συνέντευξη του καθηγητή Αλ. Ηρακλείδη στο Τhe Ρress Ρroject)

Posted by sarant στο 17 Αυγούστου, 2020

Το ιστολόγιο αναδημοσιεύει σήμερα μια συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα ο καθηγητής Αλέξης Ηρακλείδης στον Κωνσταντίνο Πουλή και τον Μηνά Κωνσταντίνου για τον ιστότοπο The Press Project.

Αναδημοσιεύω τη συνέντευξη, παρά το ότι είναι εκτενέστατη, για δύο λόγους.

Αφενός, επειδή οι απόψεις του κ. Ηρακλείδη, με τον οποίο και με τις οποίες σε πολλά δεν συμφωνώ, είναι, όπως λέει και ο τίτλος, ένα καλοδεχούμενο αντίβαρο στην κυρίαρχη θέση που προβάλλεται αυτή τη στιγμή στα ελληνοτουρκικά. (Η πετυχημένη αυτή έκφραση είναι εύρημα του Κ. Πουλή, όχι δικό μου).

Το αντίβαρο είναι καλοδεχούμενο γιατι μας επιτρέπει να δούμε ότι η κυρίαρχη αφήγηση δεν είναι η μοναδική, και επιπλέον μετριάζει τις υπερβολικές προσδοκίες που ίσως έχουν πολλοί συμπατριώτες μας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πρέπει να δεχτούμε αναγκαστικά τη λογική του κ. Ηρακλείδη.

Ο δεύτερος λόγος που αναδημοσιεύω τη συνέντευξη είναι ότι θέλω να εξάρω τη δουλειά που κάνει ο ιστότοπος The Press Project, ένα μεσο ανεξάρτητης δημοσιογραφίας που νομίζω ότι αξίζει να το ενισχύσουν όσοι μπορούν και όσοι θέλουν να υπάρχουν τέτοια ανεξάρτητα μέσα.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε αρχικά εδώ, όπου μπορείτε επίσης να βρείτε το ηχητικό της αρχείο, αν είστε ακουστικοί τύποι.

Εγω την αναδημοσιεύω, μαζί με την (επίσης εκτενή) εισαγωγή του Κων. Πουλή. Αν και μακρινάρι, θαρρώ πως αξίζει τον κόπο.

Εισαγωγη

Η συνέντευξη του καθηγητή Αλέξη Ηρακλείδη στο TPP είναι ένα καλοδεχούμενο αντίβαρο στον επιθετικό τόνο των δημοσιευμάτων της περιόδου που διανύουμε στα ελληνοτουρκικά. Υπάρχει σε όλα τα «εθνικά θέματα» ένας τόνος ηρωικού παράπονου στις περιγραφές μας. Παράπονου, γιατί η Ελλάδα είναι πάντοτε αμυνόμενη και δίκαιη. Ηρωικού παραπόνου, ωστόσο, διότι, αν χρειαστεί, η πατρίδα μας δεν διστάζει να δείξει τα δόντια της, να πολεμήσει τον Τούρκο και να υπερασπιστεί τα πάτρια εδάφη. Ο καθηγητής Ηρακλείδης παρουσιάζει τα σημεία στα οποία η Ελλάδα είτε έχει άδικο, όπως στα επιχειρήματα για τον εθνικό εναέριο χώρο, είτε δεν έχει τόσα μίλια δίκιο όσο νομίζει, όπως στο ζήτημα της υφαλοκρηπίδας.

Καθώς τα ζητήματα αυτά μπορεί να τα αναζητήσει κανείς με λεπτομερή τεκμηρίωση στο βιβλίο για το οποίο συζητήσαμε είτε να ακούσει την εξαιρετική συνέντευξη που μας παραχώρησε ο Αλ. Ηρακλείδης, θα ήθελα να προσθέσω μόνο μία σκέψη για το ποιος επιθυμεί την επίλυση των ζητημάτων αυτών και ποιος όχι.

Μπορεί εγώ να ήθελα να επιλυθούν, αλλά νομίζω ότι υπάρχουν τρεις σημαντικοί λόγοι για τους οποίους αυτό δεν είναι απαραίτητο ότι το συμμερίζονται στρατηγοί και πολιτικοί.

Το πρώτο ζήτημα, που αναλύεται εκτενώς στο βιβλίο, είναι ότι καμία λύση δεν θα ικανοποιούσε τις προσδοκίες που έχει δημιουργήσει η κυρίαρχη αφήγηση για τα εθνικά δίκαια. Η σχολή Παπανδρέου, Μολυβιάτη, Οικονομίδη, εξηγεί ο Ηρακλείδης, προτιμά να μην υπάρξει λύση, καθώς καμία λύση δεν θα ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί όλα αυτά τα χρόνια. Είναι αδύνατο να υπάρξει λύση που να μην περιέχει σημαντικές υποχωρήσεις στα πεδία που προαναφέραμε. Η Ντόρα Μπακογιάννη είναι από τους πολιτικούς που έχουν αναφερθεί σε αυτό το ενδεχόμενο, λέγοντας ότι σε μια ενδεχόμενη προσφυγή στη Χάγη, η Ελλάδα προφανώς δεν θα κέρδιζε  όλα όσα διεκδικεί. Γιατί όμως δεν θα κέρδιζε; Δεν θα ήταν χρήσιμο να εξηγήσουμε στους έλληνες πολίτες που είναι αυτή τη στιγμή στα κάγκελα εναντίον των επιτιθέμενων Τούρκων, για ποιον λόγο η Ελλάδα δεν θα έβρισκε το δίκιο της;

Το δεύτερο στοιχείο είναι τα χειροπιαστά ιδεολογικά οφέλη που αποκομίζει κάθε κυβέρνηση που ενθαρρύνει αποτελεσματικά τον εθνικισμό: είναι πιο εύκολο να κυβερνάς έναν λαό που εχθρεύεται τον γείτονα αντί για τον αφέντη του. Αυτό ισχύει και για τις δύο πλευρές, προφανώς, και για μας και για τους Τούρκους.

Το τρίτο στοιχείο συνιστά απότομη προσγείωση από αναλυτική άποψη, αλλά εκτιμώ ότι δεν υπάρχει λόγος να αποσιωπηθεί. Αν συγκεντρώσουμε μια λίστα με πρόσωπα που έχουν περάσει από το υπουργείο εθνικής αμύνης,  θα δούμε να λάμπουν προσωπικότητες όπως ο Άκης Τσοχατζόπουλος και ο Γιάννος Παπαντωνίου. Άνθρωποι κάποτε ισχυροί, που οι νεότεροι θα τους γνωρίζουν κυρίως για τις δικαστικές τους περιπέτειες, παρά για τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα. Το κόμμα του Γιώργου Καρατζαφέρη, ο ΛΑΟΣ, είχε κάνει 25 επίκαιρες ερωτήσεις για τα εξοπλιστικά και στη συνέχεια ο Καρατζαφέρης ξέχασε να δηλώσει 8 εκατομμύρια δολάρια στο πόθεν έσχες του. Ο Νίκος Χριστοδουλάκης είχε πει στη Βουλή ότι οι εξοπλιστικές δαπάνες καταλαμβάνουν το 25% του ελληνικού δημόσιου χρέους. Είναι μικροπολιτική και έλλειψη γεωστρατηγικής σκέψης, να εντοπίσει κανείς το ορατό συμφέρον του εξοπλιστικού κλάδου και των πολιτικών εκπροσώπων του στη διατήρηση της έντασης στο Αιγαίο;

Αλλάζοντας κλίμακα, η εμπλοκή του Ντικ Τσένυ με τη Hullibarton είναι μια πολύ διδακτική ιστορία για το πώς ο μιλιταρισμός είναι πεδίο μάχης για πολλούς και πεδίο πλουτισμού για άλλους.

Όλα αυτά δεν αποτελούν βεβαίως συμβολή στη συζήτηση για τα ελληνοτουρκικά, αυτό το κάνει πολύ μεστά και αιχμηρά ο καθηγητής Αλέξης Ηρακλείδης στη συνέντευξη που μας παραχώρησε, στον Μηνά Κωνσταντίνου κι εμένα. Κι αν δεν είναι όμως συμβολή στη συζήτηση για το θέμα των ημερών, ίσως δεν είναι εντελώς άχρηστη ως παράλληλη υπενθύμιση.

Κωνσταντίνος Πουλής

Στην απομαγνητοφώνηση έχουν γίνει μικρές προσαρμογές όπου ο προφορικός λόγος δημιουργούσε επαναλήψεις ή χάσματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Διεθνή, Τουρκία | Με ετικέτα: , , , , , , | 168 Σχόλια »

Χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ (αποσπάσματα από κείμενο του ΝΑΡ)

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2020

Δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει αν απετράπη ή όχι θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο, ούτε αν αληθεύει η αποκάλυψη γερμανικής εφημερίδας για τον ρόλο που έπαιξε η Άγκελα Μέρκελ, πάντως φαίνεται ότι η κρίση που ξεκίνησε με την τουρκική NAVTEX βαίνει προς εκτόνωση. (Στο τσακ γλιτώσαμε τον πόλεμο. Άνγκελα είχαμε! έγραψε στο Φέισμπουκ ένας πνευματώδης τύπος).

Θα αναδημοσιεύσω σήμερα εκτενή αποσπάσματα από μια μελέτη που γράφτηκε πέρυσι, άρα «σε ανύποπτο χρόνο», και που παρουσιάζει, αρκετά αναλυτικά και, πιστεύω, διαφωτιστικά τα όσα ισχύουν σε σχέση με τα χωρικά ύδατα, την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ. Έτσι αποτελεί μιας πρώτης τάξεως βάση για συζήτηση, μια και παρουσιάζει τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου χωρίς να δέχεται ούτε τις ελληνικές ούτε τις τουρκικές θέσεις. Αν βέβαια υπάρχει κάποιο λάθος στα δεδομένα που παρουσιάζονται, θα το επισημάνετε, είμαι βεβαιος, στα σχόλια.

Η μελέτη υπογράφεται απο ομάδα εργασίας μιας πολιτικής οργάνωσης -του Νέου Αριστερού Ρεύματος για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση, σε συντομία ΝΑΡ, που είναι η μετεξέλιξη της συλλογικότητας μελών και στελεχών του ΚΚΕ και κυρίως της ΚΝΕ που αποχώρησαν το 1989 διαφωνώντας με τη συμμετοχή στην κυβέρνηση Τζαννετάκη και που σήμερα συμμετέχουν στην Ανταρσύα.

Και επειδή η μελέτη είναι αρκετά μεγάλη και για να μην εκτραπεί η συζήτηση σε κριτική της κομμουνιστικής αριστεράς και των θέσεών της, εδώ θα παρουσιάσω ένα απόσπασμα μόνο, που εκθέτει ξερά τα δεδομένα -αδικώ έτσι την οργάνωση, μια και παραλείπω τις θέσεις της και τις προτάσεις της, αλλά σας προτρέπω να ανατρέξετε στο σύνολο της μελέτης, που βρίσκεται εδώ.

Δεν λέω περισσότερα, παραθέτω τη μελέτη. Σημειώνω ότι στο τέλος βάζω τις παραπομπές και υποσημειώσεις, αλλά αν κλικάρετε πάνω τους ενώ διαβάζετε το κείμενο θα σας παραπέμψουν στον ιστότοπο του ΝΑΡ.

Για το Δίκαιο των Θαλασσών γενικά

Σε ότι αφορά το «Δίκαιο των Θαλασσών», πλευρές του οποίου θα αναπτυχθούν στη συνέχεια, τονίζεται ότι -ειδικά στη σύγχρονη εξέλιξή του- όλο και περισσότερο αυτό μετατρέπεται σε ένα «άδικο» δίκαιο, κομμένο και ραμμένο στο πλαίσιο των συμφερόντων των ηγετικών καπιταλιστικών κρατών. Μέσω των κτήσεων που διατηρούν από την εποχή των αυτοκρατοριών, ιδιοποιούνται ήδη τεράστιες θαλάσσιες εκτάσεις, πολλές φορές αποστερώντας τες από παράκτια κράτη. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τα νησιά ABC έξω από τις ακτές τις Βενεζουέλας, βάσει των οποίων η Ολλανδία διεκδικεί -και ασκεί- κυριαρχία σε μεγάλο μέρος της Καραϊβικής. Η όλο και αυξανόμενη ασάφεια των συνθηκών και η προτροπή για «δίκαιη» συμφωνία, περισσότερο κλείνουν το μάτι στην λεγόμενη «πολιτική λύση», δηλαδή εν τέλει με το δίκαιο των ισχυρών.

Ταυτόχρονα, στο κείμενο επισημαίνεται η «κατά το δοκούν» ερμηνεία των σχετικών προβλέψεων των Διεθνών Συνθηκών, από μεριάς των ελληνικών κυβερνήσεων (και της Τουρκίας αντίστοιχα), ώστε να υπερασπίζουν τις θέσεις τους σύμφωνα με τα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Για τις θαλάσσιες ζώνες γενικά

Μέχρι σχεδόν το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η βασική αντίληψη για τη θάλασσα αφορούσε πρωτίστως στη ναυσιπλοΐα, το εμπόριο ή/και τον πόλεμο. Κατά βάση δηλαδή η θάλασσα ήταν δρόμος. Δευτερευόντως η θάλασσα ήταν και παραγωγικός χώρος μέσω της αλιείας και οριακά (στα λιμάνια) της ναυπηγικής βιομηχανίας. Ως εκεί.

Ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη, αρχής γενομένης από ΗΠΑ και Γαλλία, άρχισαν προοδευτικά να κάνουν λόγο για τα Χωρικά Ύδατα, δηλαδή μια θαλάσσια ζώνη γύρω από τις ακτές των κρατών, με κάποιο πλάτος. Η πλήρης κυριαρχία του κράτους επί της στεριάς επεκτεινόταν έτσι σε ένα τμήμα της παρακείμενης θάλασσας. Η δικαιολόγηση για αυτό ήταν κατά βάση πολιτική και αφορούσε τη δυνατότητα άμυνας. Άλλωστε αρχικά, το πλάτος αυτής της ζώνης ορίστηκε από διάφορα κράτη στα 3 ναυτικά μίλια, όσο ήταν τότε περίπου το μήκος βολής ενός κανονιού. Η άσκηση της κρατικής κυριαρχίας πάνω στα Χωρικά Ύδατα έχει ωστόσο κάποιες ιδιαιτερότητες, καθώς δεν απαγορεύεται η διέλευση των πλοίων άλλων χωρών από εκεί, στο βαθμό που αυτή είναι «αβλαβής» (innocent passage), δηλαδή εφόσον «δεν παραβλάπτει την ειρήνη, την ομαλή λειτουργία ή την ασφάλεια του παράκτιου κράτους». Με λίγα λόγια, η διέλευση είναι υπό έλεγχο[1], ενώ ρητά απαγορεύεται οτιδήποτε άλλο εκτός από απλό πέρασμα (πχ αλιεία, μεταφορτώσεις, στρατιωτικές ασκήσεις κλπ.). Όσον αφορά τα υποβρύχια οφείλουν να πλέουν στην επιφάνεια. Πέραν της ζώνης των Χωρικών Υδάτων, ορίζεται μια Συνορεύουσα Ζώνη (contiguous zone), όπου το παράκτιο κράτος δεν ασκεί κυριαρχία, έχει όμως δικαιώματα ελέγχου πρόληψης εγκλημάτων.

Η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών με ακτές, όρισαν σταδιακά τα Χωρικά Ύδατά τους στα 3 ναυτικά μίλια. Αυτό έκαναν αρχικά Ελλάδα και Τουρκία.

H αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας για το πλάτος των Χωρικών Υδάτων, δεν είχε πάντα την ίδια σημασία και ένταση. Μεταξύ των δύο αυτών χωρών, είναι η Ελλάδα εκείνη που διαφοροποίησε μονομερώς το πλάτος των Χωρικών Υδάτων με δύο σημαντικές κινήσεις (πριν ακόμη από τη διαμόρφωση οποιασδήποτε Διεθνούς Συνθήκης).

Το 1931 επέκτεινε[2] το πλάτος του εναέριου χώρου από 3 στα 10 ναυτικά μίλια. Σύμφωνα με το εθιμικό διεθνές δίκαιο και τις μετέπειτα συνθήκες, το πλάτος του εναέριου χώρου, πρέπει να συμπίπτει με το πλάτος των Χωρικών Υδάτων. Αυτό σημαίνει ότι εκείνη η «παράδοξη» και μοναδική στη διεθνή πρακτική επιλογή της Ελλάδας, έθετε ζήτημα επέκτασης των Χωρικών Υδάτων της.

Πράγματι, το 1936[3] η Ελλάδα ανακοίνωσε -και πάλι μονομερώς- ότι επεκτείνει τα Χωρικά Ύδατά της στα 6 ναυτικά μίλια. Έτσι έμεινε και το παράδοξο του διαφορετικού πλάτους στο θαλάσσιο και τον εναέριο χώρο κυριαρχίας. Ας σημειωθεί ότι συνήθως εκεί είναι όπου γίνονται σχεδόν καθημερινά οι αεροπορικές στρατιωτικές αντιπαραθέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, με τη δεύτερη να μη δέχεται ότι πρόκειται για παραβιάσεις, μιας και θεωρεί παράνομη αυτή τη διαφορά των 4 μιλίων μεταξύ θαλάσσιας και εναέριας κυριαρχίας της Ελλάδας.

Η Τουρκία απάντησε το 1964[4] με επέκταση των Χωρικών της Υδάτων επίσης στα 6 μίλια. Σε ότι αφορά την Μαύρη Θάλασσα, μετά και διαπραγματεύσεις με ΕΣΣΔ, Βουλγαρία κλπ., τα επέκτεινε στα 12 μίλια.

Αμέσως μετά τη λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Χ. Τρούμαν, για πρώτη φορά, ανακοίνωσε την δικαιοδοσία έρευνας και οικονομικής εκμετάλλευσης στο βυθό και στο υπέδαφος μιας θαλάσσιας ζώνης ευρύτερης και πέραν των Χωρικών Υδάτων μέχρι και εκεί όπου η θάλασσα έχει βάθος έως και 200 μέτρα. Η ζώνη αυτή ονομάστηκε Υφαλοκρηπίδα και στην ουσία η πρώτη αυτή περιγραφή της, με όλη της την ασάφεια, είχε ισχυρή συνάφεια με το γεωλογικό ορισμό της Υφαλοκρηπίδας ως προέκτασης της στεριάς στην (αβαθή) θάλασσα και συνδεόταν με την τεχνολογική δυνατότητα εκμετάλλευσης (έως και 200 μέτρα βάθος θάλασσας), ενώ δεν γινόταν καμία άλλη αναφορά στο πλάτος αυτής της ζώνης.

Η αυξανόμενη σημασία αυτής της στροφής αποκρυσταλλώθηκε στην Διεθνή Σύμβαση για την Υφαλοκρηπίδα του 1958. Σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε αυτή η Συνθήκη, η Υφαλοκρηπίδα ενός κράτους εκτείνεται έως το τμήμα του θαλάσσιου βυθού που βρίσκεται γύρω από τις ακτές του και πέραν από τα Χωρικά Ύδατα μέχρι βάθους 200 μέτρων, εκτός αν είναι εφικτή η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και σε μεγαλύτερο βάθος, οπότε εκτείνεται ως εκείνο το πλάτος.

Με λίγα λόγια ο νέος ορισμός επέκτεινε, μέσω της τελευταίας δικλείδας τα όρια (πλάτος) της Υφαλοκρηπίδας, αποσυνδέοντας σημαντικά το νομικό ορισμό από την γεωλογική έννοια της Υφαλοκρηπίδας (συνέχεια της στεριάς στη θάλασσα). Δεν έθετε μάλιστα κανένα όριο για αυτό το πλάτος. Στην ουσία το μόνο κριτήριο που έμπαινε ήταν αυτό της «δυνατότητας εκμετάλλευσης».

Στην ουσία, ο κινητήριος μοχλός αυτής της επέκτασης, ήταν η εξερεύνηση και εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους της θαλάσσιας ζώνης της Υφαλοκρηπίδας.

Ο ορισμός αυτός άλλαξε ριζικά –και πάλι προς την κατεύθυνση της επέκτασης- μέσω της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας[5] (Σύμβαση του Μοντέγκο Μπαίυ), που υπογράφηκε το 1982, μετά από πολλούς αποτυχημένους κύκλους διακρατικών διαπραγματεύσεων[6].

Σύμφωνα με το νέο ορισμό που δίνεται στο άρθρο 76 της Σύμβασης:

«Η Υφαλοκρηπίδα ενός παράκτιου κράτους αποτελείται από το θαλάσσιο βυθό και το υπέδαφός του που εκτείνεται πέραν της Χωρικής του θάλασσας καθ’ όλη την έκταση της φυσικής προέκτασης του χερσαίου του εδάφους μέχρι του εξωτερικού ορίου του Υφαλοπλαισίου ή σε μια απόσταση 200 ναυτικών μιλίων από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετράται το πλάτος της Χωρικής θάλασσας όπου το εξωτερικό όριο του Υφαλοπλαισίου δεν εκτείνεται μέχρι αυτή την απόσταση».

Έτσι για πρώτη φορά τίθεται το πλάτος των 200 ναυτικών μιλίων, ανεξάρτητα από τη «φυσική προέκταση του χερσαίου εδάφους», ενώ ταυτόχρονα η αναφορά «καθ’ όλη την έκταση της φυσικής προέκτασης» δίνει την δυνατότητα και για επέκταση πέραν των 200 μιλίων. Πράγματι, σε άλλο άρθρο τίθεται η δυνατότητα επέκτασης έως και σε 350 ναυτικά μίλια.

Η ίδια συνθήκη του 1982 στο Άρθρο 3 σε ότι αφορά τα Χωρικά Ύδατα ορίζει ότι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διεθνές δίκαιο, Διεθνή, Διεθνής πολιτική, Επικαιρότητα, Εθνικά, Πατριδογνωσία, Τουρκία | Με ετικέτα: , , , , | 205 Σχόλια »

Αρνί και λιοντάρι. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ (αποσπάσματα από το Ταξιδι του Ψυχάρη)

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2020

Xτες είχαμε την επέτειο της γέννησης του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929), οπότε ταιριάζει το σημερινό μας λογοτεχνικό άρθρο να το αφιερώσουμε σε αυτόν.

Θα παραθέσω αποσπάσματα από το Ταξίδι μου, ένα πεζογράφημα που κατέχει μιαν εντελώς ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα πεζό έργο που την ύπαρξή του την ξέρουν πάρα πολλοί, αφού και στα σχολικά βιβλία και στις ιστορίες της λογοτεχνίας μας μνημονεύεται, αλλά που ελάχιστοι θα το έχουν διαβάσει. Και ενώ σε μια ψηφοφορία νεοελληνιστών για τα σημαντικότερα νεοελληνικά έργα θα περίμενα το Ταξίδι μου να πάρει αρκετές ψήφους, η σημαντικότητα αυτή δεν απορρέει από τη λογοτεχνική του αξία, αλλά διότι ήταν το πρώτο πεζό νεοελληνικό έργο που γράφτηκε στη δημοτική -και μάλιστα, σε ανόθευτη δημοτική, αυτή που αργότερα ονομάστηκε μαλλιαρή ή ψυχαρική. Αυτά, το 1888.

Επιπλέον, η επιρροή που άσκησε το Ταξίδι ήταν τεράστια, σαν ένας μεγάλος βράχος που έπεσε -από μακριά, από τη Γαλλία- στη μικρή λιμνούλα της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Όταν κατακάθισαν τα κύματα, είχαμε πεζογραφία στη δημοτική, μια γλωσσική ποικιλία που ως τότε ήταν ανεκτή μόνο στην ποίηση διότι ήταν κι εκείνος ο ανοικονόμητος Κόντες, και γενικά οι Επτανήσιοι, που δεν μπορούσε κανείς ν’ αγνοήσει.

Φυσικά, πολλοί χλεύασαν τον Ψυχάρη και το Ταξίδι του, ιδίως στις εφημερίδες, ενώ κάποιοι παραδέχτηκαν ότι «είναι κρίμα να γράφει τόσο ωραία πράγματα στη γλώσσα της ταβέρνας». Λίγοι το χαιρέτισαν αμέσως. Ένας από αυτούς, ο Ροΐδης, που έσπευσε να δημοσιεύσει και ευμενή κριτική, γραμμένη φυσικά σε άπταιστη περίτεχνη καθαρεύουσα -ξεσηκώνω ένα κομμάτι από την αρχή του έργου, όπου επαινεί τον Ψυχάρη για το θάρρος του να πάει κόντρα στο ρεύμα:

Η τοιαύτη περιφρόνησις της πλειονοψηφίας φαίνεται ουσα απαραίτητον εφόδιον παντός όρεγομένου. τελείας ειρήνης προς την συνείδησίν του ή επιθυμούντος ν’ αφήση μικρόν τι ή μέγα καλόν ως ίχνος της διαβάσεως αυτού διά του κόσμου τούτου. Όσα τω όντι επράχθησαν πράγματι ευεργετικά οφείλονται ουχί εις τους κυνηγούς δημοτικότητος, αλλ’ εις τους μη θεωρούντας μέγα δυστύχημα το να θεωρηθώσιν, επί τινα τουλάχιστον καιρόν, άφρονες παρά των μωρών, μύωπες παρά των τυφλών, απειρόκαλοι παρά των αγροίκων και αμαθείς παρά των αγραμμάτων. Τοιούτου τινός αφιλοκερδούς αισθήματος προϊόν είναι βεβαίως το εις χείρας ημών τελευταίον έργον του κ. Ψυχάρη. Όπως εν τω προλόγω και πολλαχού του έργου του ρητώς και σαφώς εξηγείται, υπ’ ουδεμιάς εβόσκετο ελπίδος ότι δύναται η γλώσσα του ‘Ταξιδιού’ ν’ αρέση εις τους σήμερον Αθηναίους ή να εύρη παρ’ αυτοίς υπερμάχους. Απεναντίας ήτο εξίσου πεπεισμένος ότι θέλει αποδοκιμασθή και χλευασθή παρά των ημετέρων δημοσιογράφων, όσον είναι βέβαιοι και οι ιεραπόστολοι, οι πρώτοι αποβαίνοντες εις απάτητόν τινα νήσον του Ωκεανού, ότι αντί να χριστιανίσωσι τους ιθαγενείς θέλουσιν αφεύκτως φαγωθή υπ’ αυτών. Ελατήριον της αυτοθυσίας των είναι ουχί η ελπίς αμέσου επιτυχίας, αλλά μόνη η πεποίθησις εις το σωτήριον του κηρύγματος και τον βέβαιον τελικόν θρίαμβον της αληθείας.

Παρόλο που δεν έχουμε άγνωστες λέξεις, είναι κάπως κουραστική η ανάγνωση, κι ας είναι άριστος στιλίστας ο Ροΐδης.

Ο Ψυχάρης, βέβαια, μεγάλος λογοτέχνης δεν ήταν. Γλωσσολόγος ήταν, όσο κι αν δεν στερούνται χάρη τα γραφτά του -έγραψε πολλά αμιγώς λογοτεχνικά, στα επόμενα χρόνια.

Με τον φίλο Γιάννη Π. είχαμε ανεβάσει (βασικά η δουλειά ήταν δική του) στον παλιό μου ιστότοπο και στη συνέχεια στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο κάμποσα έργα του Ψυχάρη, ανάμεσά τους και ολόκληρο το «Ταξίδι μου«.

Διαλέγω για σήμερα δυο κεφάλαια που αναφέρονται στο ταξίδι στην Πόλη, το μέρος όπου έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ο Ψυχάρης και όπου ζούσε η οικογένειά του (είχε γεννηθεί στην Οδησσό, με καταγωγή από τη Χίο). Στο πρώτο, περιγράφει τον αδερφό του τον Γιάννη, αρνί και λιοντάρι μαζί, με ύφος θαρρώ επηρεασμένο από τον Γαργαντούα. Στο δεύτερο, ένα στιγμιότυπο από ταξίδι με το πλοίο στον Βόσπορο, με γλωσσικό ενδιαφέρον αλλά και που αφήνει να φανεί μίσος του Ψυχάρη για τους Τούρκους -όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής του, πίστευε στον εθνικισμό και στη Μεγάλη Ιδέα και δεν ήταν επαναστάτης στα πολιτικά, το αντίθετο μάλιστα.

Λένε για τη γλώσσα του Ψυχάρη πως δεν είναι κατανοητή σήμερα. Νομίζω πως κάθε άλλο παρά ισχύει αυτό. Θα έχουμε κάποιες άγνωστες λέξεις, ιδίως εκεί όπου αναφέρεται ο κατάλογος των φαγητών, ή κάποια τούρκικα δάνεια, αλλά θαρρώ πως πολύ πιο εύκολα γίνεται κατανοητό αυτό το κείμενο στον σημερινό αναγνώστη παρά το προηγούμενο απόσπασμα του Ροΐδη ή όποιο άλλο καθαρευουσιάνικο της εποχής του.

 

Ι. Αρνί και λιοντάρι

Είχα χρόνια να διω τον αδερφό μου το Γιάννη. Τόσο καιρό που έλειπα από την Πόλη, δεν ήξερα καλά καλά τι είχε γίνει. Ήτανε πάντοτες ο ίδιος! Τέτοιο γίγαντα δε θα διείτε στη ζωή σας· τουλάχιστο τρεις πήχες αψηλός και χοντρός σαν τον Κουλά. Όταν ανέβαινε τη σκάλα, έτρεμε το σπίτι. Κοντέβανε τα ντουβάρια να γκρεμίσουνε. Έπρεπε να σκύψει, ώσπου να γίνει μισός, για να περάσει από κάτω από την πόρτα. Στο δρόμο, όταν έβγαινε, έλεγες πύργος που περπατεί. Τον κοί­ταζες και θυμόσουνε τους στίχους του Ακρίτα·

Εκ τόπου δε κινούμενος βροντής ήχον ετέλει,
Ώστε δοκείν σαλεύεσθαι γην τε και πάντα δέντρα.

Το χέρι του ήτανε βράχος, κι άμα σου έπιανε το χέρι να το σφίξει, κόντεβε να σου το κάμει κομμάτια· ήτανε για να σου δείξει φιλία. Ποιος δε φοβότανε τη φωνή του; Τόσο δυ­νατή δεν ήτανε άλλη φωνή· ήξερε ο κόσμος πως μπορούσε ν’ ακουστεί από το Ταξίμι, ίσα με το Κατάστενο, ίσα με τη Μάβρη θάλασσα, ίσα με τη Ρουσσία — ίσα με την Εβρώπη! Άμα θύμωνε, ήτανε άξιος μοναχός του να ρίξει κάτω δέκα νομάτους. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε άλλος Ακρί­τας, τρομερός σαν τον Ακρίτα, το λαμπρό μας το παλληκάρι. Ο Ακρίτας κουβέντιαζε μια μέρα με την αγαπητικιά του· ήτανε κι ο αφτοκράτορας μπροστά. Άξαφνα πετιέται μέσα από τα δάσητα ένας δράκος μεγάλος σαν το βουνό. Τρέχει ο δύστυχος ο αφτοκράτορας, τα χρειάζεται, πα να φύγει· κι ο Ακρίτας αμέσως πιάνει με τα δύο δάχτυλα το δράκο, τόνε σηκώνει, τον τινάζει ψόφιο κατά γης και λέει με γλυκό χαμογέλιο· «Δεν άξιζε τόσο φόβο, βασιλιά μου!»

Τέτοιος ήτανε κι ο αδερφός μου ο Γιάννης. Έφτανε να θυμώσει και τον έβλεπες θεριό. Όταν τον έπιανε ο θυμός— προτού ξεσπάσει — στεκότανε ήσυχος μια στιγμή, σαν καρ­φωμένος στο χώμα· λέξη δεν έλεγε, κούνημα δεν έκανε· στρα­βοκοίταζε μόνο, άγρια και λοξά σαν τον τάβρο. Με μιας αρχινούσε. Δεν ήτανε άθρωπος, διάβολος δεν ήτανε που να μπορέσει τότες να βαστάξει την ορμή του. Ο θυμός είναι πράμα δικό μας· είναι το μπαρούτι του Ρωμιού.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε θύμωνε συχνά. Ήτανε αρνί και λιοντάρι. Ποτές δε σου έλεγε λόγο να σε πειράξει. Κάποτες τον πείραζες εσύ και δε μιλούσε. Ο Ρωμιός, λέει, είναι περή­φανος και σωπαίνει. Τα βαστούσε μέσα του, ώσπου καμιά μέρα να ξεχειλίσει, το ποτάμι. Μόνο, χωρατάδες πολλούς δεν αγαπούσε, γιατί είχε το φιλότιμό του, κι ό,τι του έλεγες, νό­μιζε πως ήτανε τάχα για να τον περιπαίξεις, ή πως τα ’λεγες όλα με τα σωστά σου. Όλα τα ψιλολογούσε. Δεν έπρεπε άξαφνα να του πεις· — «Ο κόσμος είναι μπόσικος.» Αμέσως θαρρούσε πως απελπιζόσουνε κι ήθελες να πνιγείς — ή πως το ’λεγες για να του δώσεις να καταλάβει.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε καρδιά καλοσύνη γεμάτη. Και να τον πείραζες, ήτανε καλός να το ξεχάσει. Είχε και κάτι τρυφερότητες παιδιακήσιες, γιατί μικρός ήτανε τα χαδεμένο παιδί του σπιτιού. Τα βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, αν η γριά μας η παραμάνα δεν καθότανε πλάγι του στην καρέγλα, να του λέει, και κείνος να μισοσφαλνά τα μάτια. Για τούτο τον είχανε οι φίλοι του για φοβιτσιάρη, και το λέγανε πού και πού, να γελάσουνε. Εγώ όμως που τον ήξερα, καταλάβαινα τι έτρεχε. Ο αδερ­φός μου ο Γιάννης ήτανε αρνί και λιοντάρι. Είχε ψυχή τρυ­φερή και μαλακή σαν μπαμπάκι· τις παιδιακήσιες του τις συνήθειες, δεν ήθελε να τις αφήσει. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σωστός Ρωμιός — βέρος Πολίτης. Μπορούσε να σηκώσει τον κόσμο στα ποδάρι, άνω κάτω να τον κάμει, μπορούσε πύργους να γκρεμίσει, και κάστρα να πάρει μοναχός του. Ωστόσο στρωνότανε ήσυχα ήσυχα στο ζεστό του το κρεβατάκι — ν’ ακούει παραμύθια.

Πρέπει να πούμε την αλήθεια. Άμα του έδινες αφορμή, άμα ένοιωθε πως ήσουνε μαζί του και πως κάποιος τόνε βαστούσε από το χέρι, μπορούσε να γίνει φωτιά, να ξεχάσει και τον ύπνο. Τότες τον έβλεπες λιοντάρι· δεν ήτανε πια αρνί. Είχε μάλιστα μαζί μου αγάπη ξεχωριστή. Δάχτυλο δεν ήθελε να μ’ αγγίξει, δεν έπρεπε κανείς να μου πει λέξη· στρα­βοκοίταζε, ανάφτανε τα μάτια του — κι αμέσως γροθιά. Μαλώναμε κάπου κάπου — (για τη γλώσσα πάντοτες δε συφωνούσαμε) — μα ήξερε την αγάπη που του είχα, κατα­λάβαινε πως γύρεβα την προκοπή του, κι έτσι όταν τα είχαμε καλά, οι δυο μας μαζί μπορούσαμε κάτι να κάμουμε. Άμα τον είχα σύντροφο, τίποτις δε φοβόμουνε, όλα μου φαινόνταν έφκολα, μεγάλα πράματα μπορούσα να καταφέρω. Φτάνει να στεκότανε πλάγι μου· ασκέρια δεν έτρεμα τότες· μπορούσα και στον πόλεμο να βγω. Ο αδερφός μου ο Γιάννης πετούσε μια φωνή κι αφανιζόντανε τ’ ασκέρια, ορμούσε σαν το θεριό κι έκοφτε κεφάλια. Δεν άφηνε ζωή. Ήτανε το δεξί μου το χέρι. Έφτανε να του δώσω την αφορμή, να του πω πού έπρεπε να πάει· τη δουλειά την τέλειωνε τότες εκείνος.

Περάσαμε λαμπρά στην Πόλη οι δυο μας μαζί, σαν αδέρ­φια αγαπημένα. Τι γέλια που τα πετούσαμε, τι κουβέντες που τις κάναμε κάθε βράδυ! Τι φαγί που τρώγαμε, τι κρασί που το ρουφούσαμε μέρα και νύχτα. Ο αδερφός μου ο Γιάν­νης έπρεπε να φάει το πρωί δυο ψωμιά, το μεσημέρι τέσσερα, οχτώ το βράδυ. Κάθε μέρα γύρεβε να του φέρουν ένα βόδι, τρία αρνάκια, δυο πρόβατα, πέντε όρνιθες, δέκα κουτόπουλα, δεκατέσσερις λαγούς, πενήντα πέρδικες, ογδόντα μπεκάτσες· πεντακόσιες συναγρίδες, παλαμίδες άλλες τόσες, καρίδες δυο χιλιάδες· πέντε πιάτα πιλάφι, μακαρόνια, μπεφ γαρνίτο, δαμαλάκι, χερομέρι, γλώσσες πρόβιες, κιοφτέδες, κεμπάπι, ροζμπίφ, κοτλέτες πανέ κι αλά μιλανέζα, μπιφτέκια, αβγά μάτια, ομελέτες, στιφάτο αλά βενετσιάνα, μπρεζέ βόδινο, γιουβαρλάκια αβγολέμονο, ψητά της κατσαρόλας, μυαλά με σάλτσα, νεφριά σωτέ, γιαχνί πατάτες, ρόστο πρόβιο με φακή, γκιουβέτσι, ρόστο τυλιχτό, φιλέτο γαρνίτο, κεφαλάκι μόσκου σος πικάντ, ατζέμ πιλάφι, ντολμάδες, μπούτι ρόστο, σκεμπέ, πουρέ, αμερικάνικο ραγού, κουνουπίδι γρατέν, μοσκάρι, συκώ­τια, λαδερά κι εντράδες ένα σωρό· ορεχτικά, χαβιάρι, ραδί­κια, σαρδελίτσες, καβουρμά, σουτζουκάκια, κάπαρη· λακέρ­δα, μπαρμπούνια, σκουμπριά, κέφαλο βραστό, σκυλόψαρο, τσαγανούς, αστακούς, λουφάρια, λαβράκι, λάγκες σαλμί, χταποδάκια· στρίδια και μύδια κοσιπέντε ντουζίνες· χόρτα, μπιζέλια, μπάμιες, μελτζάνες, παντζάρια, μαρούλια, φασού­λια, σέλινα, πατάτες, λάχανα, κολοκυθάκια, αμπελήσκια σαλάτα, φασούλια πλακί, πατάτες αλά δουκέσσα, σπανάκια· φρούτα και γλυκίσματα, χαλβά, κομπόστες, πάστες, καταΐφι, κομπόστα κυδώνι, απίδια, σταφύλια κάθε είδος, πεπό­νια, καρπούζια, γαλατομπούρεκο, φρυγανιές με σιρόπι, χαλβά σεμιγδάλι, τυριά με ρόκα· έντεκα οκάδες αλάτι και πιπέρι, μια λίμνη ξύδι και λάδι, ένα πηγάδι νερό, κρασιά τη θά­λασσα με τον άμμο. Στο τέλος ρουφούσε οχτακόσιους καφέ­δες και ρακιά δυόμισυ μιλλιούνια. Χόρταινες μόνο με την όρεξή του. Τέτοιο θεριό είχε ανάγκη να τρώει σα δράκος. Τα κατέ­βαζε όλα σαν ποτήρι νερό.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης έτρωγε και μιλούσε και γελούσε. Μα τι γέλιο! Βροντή! Οι δούλοι που μας σερβιρίζανε — ήτανε καμιά κατοσταριά — πέφτανε κατά γης. Και δεν του χρειάζόντανε πολλά να γελάσει. Έφτανε μια λέξη να του πεις με κάποιο ύφος κι αρχινούσε. Μόνο να τη λέει ξεκαρδιζότανε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε κάτι φράσες δικές του και τις έλεγε κάπου κάπου, να χωρατέψει. Για κάθε πράμα που έκανε και ρωτούσες γιατί το ’κανε έτσι κι όχι αλλιώς — ή για κανένα τσιγάρο που άναφτε, ή για κανένα ρούχο που φορούσε, ή για τον τρόπο που έβαζε το καπέλο του — σου αποκρινότανε πάντοτες· — «Συνήθεια γάρ επεκράτησε παρ’ ημίν.» Άμα μ’ έβλεπε στο δρόμο με κανένα φίλο· — «Χαίρετον», μας φώναζε από δυο μίλια μακριά και γελούσε. Μ’ έκαμε να γνω­ρίσω όλους του τους συντρόφους, μαραγκούς, ράφτηδες, μπακάληδες, παπουτσήδες, καπνάδες, μπαρμπέρηδες, κρασάδες, χαμάληδες, μαστόρους, βαρκάρηδες, σομπατζήδες, λουστρατζήδες, μπαξεβάνηδες και καϊξήδες. Όσο μιλούσανε, τσίτωνα εγώ τ’ αφτιά μου, για να μη μου φύγει καμιά λέξη, γιατί η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κι η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει. Δεν τα νοιώσανε ακόμα οι δασκάλοι, μα δε φταίω γω. Έτσι είναι και δεν μπορώ να τ’ αλλάξω.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δεν ήτανε περήφανος· με τους μικρούς μικρός και με τους μεγάλους μεγάλος. Άμα έβλεπε κανέναν πρόστυχο, κανέναν ψωριάρη με τα κουρέλια, αμέ­σως του πετούσε κι ένα— «Δούλος σας ταπεινότατος», που δεν ήξερε ο άλλος σε ποια τρύπα να χωθεί. Πρόσταζε καφέδες, γλυκό, ρακί, ελιές κι ό,τι θέλεις, κάθε φορά που κανένας φτωχός ερχότανε κάτι να του ζητήσει· ο φτωχός πια έτρεμε μπροστά του. Έκανε το σπίτι άνω κάτω, να τον καλοδεχτεί, να μη δείξει άξαφνα πως τον καταφρονεί για τη φτώχεια. Και τεμενάδες, ένα σωρό! Καλό μάθημα για πολλούς από μας και μπορούμε να το σημειώσουμε.

Του άρεζε όμως και να παίζει. Έσερνε πάντοτες κατόπι του έναν καραγκιόζη δικό του, ένα χατζή με συμπάθειο, και τον είχε για παιχνίδι. Του έδινε τσάι, κρασί, ρούχα, παπού­τσια, κάπου κάπου και κλωτσιές. «Μιαρέ!», φώναζε μ’ ένα έ σαράντα πήχες μακρύ· «μιαρέ-έ-έ-έ» και κρυβότανε ο χατζής. Παράσιτους έχουμε ακόμη και σήμερα· νταλκαβούκης, που λένε στην Πόλη, ήτανε κι ο χατζής. Ο χατζής άρπαζε τα ρούχα, άρπαζε και τις κλωτσιές. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, όταν είχε κέφι, του έλεγε· «Πρόσταξον, αυθέντα», με μια φωνή που βούλιαζε ο χατζής. Και μ’ αφτά γλέντιζε.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σοβαρός στη δουλειά και κανείς δεν τον περνούσε σ’ εμπόριο, αριθμητική, λογαριασμούς και λογάριθμους. Μα ήθελε κάπου κάπου και λίγη διασκέ­δαση. Πολύ προκομμένος δεν ήτανε και γράμματα πολλά δεν είχε μάθει· ήτανε από τους παλιούς, είχε όμως νου και κρίση, και δίχως να ξέρει πολλά, έκοφτε το κεφάλι του· πάντοτες έβρισκε το σωστό. Τους δασκάλους δεν τους αγαπούσε· τους βαριότανε και χολόσκανε· ήτανε του λαού. Κάποτες ερχόταν ένας δάσκαλος να του μιλήσει, και το κάτω κάτω να του χτυπήσει παράδες για καμιά συντρομή. Αράδιαζε ο δάσκαλος τα ελληνικά του· — «Του μπαμπά σου τη γλώσσα να μιλείς και μη με σκοτίζεις· εγώ τα τέτοια δεν τα θέλω.» Κι ο δά­σκαλος τον άκουγε αμέσως. Τι να κάμει;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τίποτα ψέφτικο δεν είχε· όλα του φυσικά, ήτανε όπως τον έκαμε ο Θεός κι απ’ όξω τίποτα δεν είχε· δεν είχε τίποτα φτιαστό, τεχνητό. Ήτανε σαν το φρούτο, προτού γίνει ακόμη και το τσιμπήσουνε τα πουλιά· έχει όλο του το ζουμί και μια ξεχωριστή νοστιμάδα. Στην Εβρώπη κακομάθαμε. Όλος ο κόσμος είναι ένα· ο Πέτρος μοιάζει τον Πάβλο. Κλάδεψε ο ίδιος μπαξεβάνης τα κλα­διά, κι έρχουνται όλα ίσια ίσια. Δε βλέπεις το μέσα του κα­θενός. Εκεινού, η ψυχή του γυάλιζε σαν καθρέφτης, σαν κρύα βρύση. Πολλές φιλοσοφίες δε γύρεβε. Και δε φτάνει άραγες να ’χει κανείς καλό στομάχι και κρίση ορθή; Τι θέλουμε και τι ζητούμε παραπάνω;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τα ήθελε όλα μπόλικα και σφανταχτερά. Είχε τις παραξενιές του. Του άρεζε ή να τα ’χει όλα μεγάλα και καλά—ή κάλλια τίποτα να μην έχει. Μισά πράματα δεν τα χωρούσε ο νους του. Για να πάρει με καλό μάτι κανέναν ξένο, έπρεπε να του πούνε πως ήτανε ο πρώτος στον τόπο του· τους άλλους τους είχε για σκουπίδια. Για να σε πει πλούσιο, έπρεπε να ’χεις μιλλιούνια· αν είχες ένα και μισό, δε σε κοίταζε. Χοντρά τα πράματα και παστρικά. Ή τόντις να φανούμε κατιτίς ή να μην κάνουμε μισοδουλειές. Τώρα κατάλαβες γιατί δεν κατορθώνουμε τίποτα. Τι σωστός Ρωμιός που ήτανε, αλήθεια, ο αδερφός μου ο Γιάννης!

Ο αδερφός μου ο Γιάννης με πήγε σ’ όλους του τους φί­λους. Γνώρισα και τον πρωτοψάλτη που του έδινε μαθήματα μουσική, γιατί ο αδερφός μου ο Γιάννης ήξερε να ψέλνει περίφημα, κι όταν καθότανε στην κάμερή του, αρχινούσε μοναχός του κι έψελνε ώρες. Έτσι είναι στην Πόλη. Με τα θρησκεφτικά περνά τουλάχιστο ο καιρός. Κάτι πρέπει να κάμει κανείς, κι άλλο από εκκλησιαστικά και θρησκεφτικά δεν έχουνε άδεια να συλλογιστούνε οι Πολίτες. Εκεί πάει όλη τους η ενέργεια.

Γνώρισα, εκείνο τον καιρό, και το δυστυχισμένο τον «Τελαμών.» Τον είχανε οι γονιοί του βαφτισμένο Κωστή· για να το ξεβγενίσει, έβγαλε μοναχός του όνομα Τελαμών. Ο δύστυχος! Ένα μόνο κατόρθωσε, που όλος ο κόσμος τον έκλινε· «τον Τελαμών, του Τελαμών.» Έκλαιγε ο Κωστής για την αμάθεια. Ίσαμε κει το πήγανε οι δασκάλοι· δεν ξέρουνε τους νόμους της γλώσσας μας και με τους ψεφτοκανόνες τους, με τις ελληνικούρες, μας φορτώσανε στη γλώσσα και μια κλίση που δεν κλίνεται. Μόνο που δε φταίει ο λαός· φταίνε κείνοι. Βαριόμουνε και γω τ’ όνομά του, γιατί και γω είμαι του λαού· δεν ήξερα πως να τον πω, Τέλαμον, Τελα­μών ή τουλούμι. Σώπαινα λοιπόν κι απόφεβγα τη συντρο­φιά του.

Έμενα μου άρεζε ο Πλατανίσσης μέσα σ’ όλους τους φίλους του αδερφού μου του Γιάννη. Φάγαμε μια μέρα μαζί στα Ψωμμαθιά και ποτές στη ζωή μου δε γέλασα τόσο. Ο Πλατανίσσης ήτανε άλλο βουνό. Πώς να σας τον παραστή­σω; Με τι να συγκρίνω τον Πλατανίσση, που να του μοιάζει; Με τι παλάτι, με τι κάστρο, με τι νησί; Βρείτε μου καμιά κατάλληλη σύγκριση για τον Πλατανίσση· πρέπει να τον πούμε νησί! Το νησί ταιριάζει καλά και βρήκαμε την εικόνα που θέλαμε. Ο Πλατανίσσης, ίσια ίσια, ήτανε όλο φάρδος και πάχος· ανάστημα πολύ δεν είχε, μα τι πλάτες, μα τι μέση, μα τι κεφάλι! Μυλόπετρα! Κι ο ίδιος πια καμάρωνε· Πλούσιος δεν ήτανε ο κακόμοιρος, μα τον έβλεπες πάντοτες χαρούμενο· δεν παραπονιότανε ποτές· του άρεζε η ζωή και του άρεζε μάλιστα ο τρόπος που ζούσε. Το κέφι του κοίταζε και τίποτις άλλο! Ό,τι είχε δικό του ο Πλατανίσσης, αμέσως έπρεπε να σου πει πως κανένας άλλος δεν το είχε. Κάθε ώρα, έβγαζε κατιτίς από τη φαρδιά του την τζέπη — η τσέπη του ήτανε πια μαγαζί! — ή κουτί σπίρτα ή σουγιά ή μο­λύβι ή κουμπί και μας το ’δειχνε· — «Διέστε το, δεν έχει τέτοιο κανένας!» Στα Ψωμμαθιά όπου κάτσαμε να φάμε, μας έβαλε δυο σκαμνιά, ένα πιάτο και λίγη μουστάρδα· — «Τέτοια μουστάρδα, παιδιά, μας λέει, κι η βασίλισσα της Ιγγιλτέρας δεν την τρώει.»

Δε σου αρέσει να καφκιέσαι, καλέ μου φίλε που με δια­βάζεις; Όχι; Τότες δεν είσαι Ρωμιός και να πετάξεις το βιβλίο μου. Ποιος από μας δε διψά για έναν έπαινο; Εγώ πεθαίνω! Πεθαίνεις και συ άλλο τόσο, μα δεν το λες. Όσα έχει ο Ρωμιός — κι ας μην έχει τίποτις — είναι καλά, και μόνο εκείνα καλά· τ’ άλλα δεν αξίζουνε. Ο Πλατανίσσης όμως έβρι­σκε κάπου να σου πει κι έναν έπαινο για τους άλλους. Έπιανε μάλιστα γλήγορα φιλία· το φίλο του σου τον ανέβαζε ίσα με τον ουρανό· — «Δεν ξέρεις τι παιδί! Διαμάντι!» Μα… ερχότανε και το μα. Το διαμάντι ξαναγινότανε κάρβουνο. Μαζί τα πηγαίναμε λαμπρά. Την πρώτη φορά που τον είδα, βαστούσε στο χέρι ένα μπαστούνι που μου φάνηκε πλάτανος. Πρι να μου πει τίποτα, του λέω· — «Τέτοιο ραβδί δεν είδα στη ζωή μου!» Δε φαντάζεσαι τη χαρά του. Πήγε να με φιλήσει κι από τότες αδερφωθήκαμε πια. Είπε όμως και κείνος μερικά για το μπαστούνι, γιατί όσο κι αν παινέσεις το Ρωμιό, ποτέ σου δεν τον παίνεσες όσο θέλει.

Τους έκανα χάζι και τους δυο μαζί. Όταν πιάνανε τις κουβέντες, τελειωμό δεν είχανε. Ο Πλατανίσσης έφτιανε κάτι φράσες δικές του· τα λόγια του ήτανε γεμάτα νοστιμάδες. Κάθε τόσο, σου έβγαζε κι ένα·— «Μας γίνεται λόγος!» Αφτό το «μας γίνεται λόγος» έπαιρνε κι έδινε όσο τον άκουγες. Άμα σου έλεγε τίποτα για κανένα μεγάλο ή σημαν­τικό πρόσωπο, συνήθιζε να λέει και το «κάποιος.» Όταν του ρωτούσανε τ’ όνομά του ή όταν ο ίδιος σου μιλούσε για λόγου του, αμέσως σου πετούσε κι ένα· — «Κάποιος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος». Μάλιστα, γιατί του άρεζε να φαίνεται πως είναι κάτι, το ’κανε κιόλας· — «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος.» Αφτός όμως ο «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος», παίζοντας μια μέρα με τα μπαστούνι του, μοναχός του και δίχως βοήθεια, σκόρπισε σα μύγες δεκάξη ζαφτιέδες. Χαρά στο παλληκάρι!

Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του. Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του αδερφού μου του Γιάννη, γιατί και τον Πλα­τανίσση τον έβαζε κάτω. Τους γίγαντες τους σέβουνται και τα νησιά. Κατάλαβα μάλιστα πως δεν έπρεπε να πολυμιλώ για τον Πλατανίσση, δεν έπρεπε να τον πολυδοξάζω, μήτε να του κάνω χάδια· ο αδερφός μου ο Γιάννης το ’παιρνε ανά­ποδα· — «Γιατί τάχα τον Πλατανίσση, κι όχι εμένα;»

Για την ώρα, ήτανε όλο γαλήνη ο αδερφός μου ο Γιάννης. Διασκεδάζαμε με τους συντρόφους και κάναμε ένα γλέντι που δεν ήτανε άλλο. Με τα λόγια, με τους χωρατάδες, με τα γέλια περνούσε περίφημα ο καιρός — ήσυχα και πολίτικα. Με τον αδερφό μου το Γιάννη έφκολα καλοπερνούσες, αν ήξε­ρες να τον πιάσεις· θύμωνε μόνο όταν έπρεπε να θυμώσει. Κι αφτό μπορεί κατόπι να το διούμε. Ο αδερφός μου ο Γιάν­νης ήτανε αρνί· ήτανε όμως και λιοντάρι.

 

ΙΒ’. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ

Αφότου ήμουνε στην Πόλη, δεν είχα πάει ακόμη στο Μπογάζι. Οι δασκάλοι το λένε Βόσπορο κι έχουνε άδικο οι δασκάλοι. Ο λαός Κατάστενο το ξέρει· κάπου κάπου μπορεί και Βόσφορο να σου το πει. Οι δασκάλοι θαρρούνε πως τα μάθανε όλα· δε μάθανε όμως ακόμη πως πρέπει κανείς να σέβεται τις δημοτικές ονομασίες κάθε τόπου. Η μάθησή τους δε φτάνει ίσα με την επιστήμη. Επιστήμη νομίζουνε όσα χωρεί το στενούτσικό τους το κεφαλάκι. Φωνάζουνε όλοι οι σοφοί του κόσμου, γράφουνε, πολεμούνε, παρακαλούνε να τους δώσουμε τους τύπους που συνηθίζει ο λαός. Τίποτις! Οι δασκάλοι μήτε τ’ ακούσανε. Οι σοφοί κι οι γλωσσολόγοι θυμώνουνε που δεν είμαστε άξιοι να καταλάβουμε τι γυρέβουνε από μας, κι οι δασκάλοι τι κάνουνε; Ίσια ίσια για να μην έχουνε οι Εβρωπαίοι κακή ιδέα για την Ελλάδα, κόφτουνε, κλαδέβουνε, ξεπαστρέβουνε, καθαρίζουνε τα γεωγραφικά ονό­ματα, τα συγυρίζουνε, τα φέρνουνε στο ελληνικό — και προσμένουνε ήσυχα να τους καμαρώσουμε στην Εβρώπη! Πως καταστρέφουνε την ιστορία με την ψεφτογραμματική τους, μήτε τους πέρασε από το νου. Τι θα κάμεις λοιπό με τέτοια… κεφάλια;

Εγώ λέω να μην κάμεις τίποτα και να σύρουμε το δρόμο μας, γιατί βαρέθηκα τους δασκάλους. Τους βαρέθηκες βέβαια και συ που με διαβάζεις. Όσο για το Βόσφορο, μ’ αρέσει Κατάστενο να το λέω· έτσι το συνήθιζε η γιανούλα και τούτο μου φτάνει. Μ’ αρέσει και Μπογάζι να τ’ ακούω· όσο είναι οι Τούρκοι στην Πόλη, μου φαίνεται καλό να ’χουμε κι αφτό τ’ όνομα — για να μην ξεχνούμε.

Ένα πρωί θέλησα λοιπό να σεργιανίσω το Μπογάζι και να διω κάτι φίλους στην εξοχή. Κατέβηκα στο γεφύρι, το βαπόρι σφύριζε, πήρα μπιλλιέττο, και μπήκα μέσα να πάω στο Μπουγιούγντερε. Μ’ αφτό τ’ όνομα οι καημένοι μας οι δασκάλοι τα μπερδέβουνε. Τις δοτικές τις σκορπίζουνε όπου μπορούνε· εν Ταταούλοις θα σου πούνε, εν Βλαχέρναις κι άλ­λες τέτοιες νοστιμάδες. Με το Μπουγιούγντερε αδύνατο να χώσουνε και μια κατάληξη αρχαία· τ’ όνομα τούτο δεν κλί­νεται. Το Μπουγιούγντερε τους το κάνει πείσμα. Το Μπου­γιούγντερε μοναχό του ρίχνει κάτω όλα τους τα σοφά τα συστήματα, τη γραμματική τους και τη γλώσσα τους. Ας κατεβάσουνε πενήντα χιλιάδες απαρεφάτους, μιλλιούνια πλη­θυντικές δοτικές· φτάνει το Μπουγιούγντερε να δείξει τη μυτίτσα του, να ξετρυπώσει ξαφνικά και να βγει στη μέση. Βλέπουμε αμέσως τι τρέχει, καταλαβαίνουμε πως ζούμε στα χίλια οχτακόσια τόσα κι όχι στης πρώτης ολυμπιάδας τον καιρό. Το λαμπρό τους το παλάτι γκρεμνά και πέφτει, και φαίνεται με μιας, από κάτω από τις πέτρες του παλατιού, το σημερνό μας, τ’ αληθινό μας το ρωμαίικο χώμα.

Πόσο τ’ αγαπώ αφτό το Μπουγιούγντερε! Δαιμονίζει τους δασκάλους. Να το κάμουνε άξαφνα Βαθυρρύαξ, κι οι ίδιοι δε θα καταλάβουνε τι λένε. Πρέπει να το πούνε Μπουγιούγ­ντερε, έχει δεν έχει. Έπειτα, ας μας κόψουνε όσες ελληνικούρες έχουνε όρεξη. Δε μας μέλει πια! Για να χάσει το γάλα την κάτασπρη θωριά του, φτάνει να πέσει μέσα μια σταλιά καφές. Έτσι και με τη γλώσσα· άμα βάλεις μέσα έναν τύπο μόνο που δεν είναι αρχαίος, τέλειωσε! Δεν είναι πια η γλώσσα σου αρχαία· τίποτα δεν είναι. Του κάκου πολεμούνε οι δασκάλοι, του κάκου πασκίζουνε! Η γλώσσα τους μοιάζει με λίμνη· τη γεμίζουνε καθαρό νερό και την καμαρώνουνε οι ίδιοι. Για να θολώσει το νερό, άλλο δε χρειάζεται παρά να ρίξεις μέσα ένα μικρούτσικο Μπουγιούγντερε, ας είναι κι ένα άφαντο να. Με μιας χάνεται όλη η ψέφτικη ομορφιά της λίμνης κι η καθαρέβουσα λασπώνεται.

Οι δασκάλοι δε βλέπουνε και ποτές δε θα διούνε, πως για όποιονε τόντις ξέρει, αγαπά και σέβεται την αρχαία, φτάνει ένας μόνος τύπος να μην είναι αρχαίος και καταστρέφει όλους τους άλλους. Ένα εμπόδισε κάπου να βάλουνε, ένα έγινε να τους ξεφύγει, ένα ηξεύρω να πούνε, ένα τίποτε να γράψουνε, πάνε όλα! Μεγαλύτερο το κακό παρά αν ήτανε όλα βάρ­βαρα, σαν που τα λένε· αν ήτανε όλα βάρβαρα, θα φαινό­τανε τουλάχιστο μια σειρά, μια αλήθεια. Με τον τρόπο το δικό τους, φαίνεται η αρχαία τόντις βάρβαρη κι ανώμαλη. Ένα όνομα καινούριο, ένας δημοτικός τύπος, μια λέξη νέα χαλνά την αρχαία — κι αφανίζει όλες τις δοτικές.

Εγώ που δεν ξέρω δοτικές, δεν ντράπηκα να μπω στο βαπόρι και να πάω στο Μπουγιούγντερε. Ο καμαρότος, άμα μ’ είδε, μυρίστηκε ξένο. Αμέσως ήρθε να με χαιρετήσει, να μου δώσει την καλύτερη θέση του βαποριού. Ο καμαρότος ήτανε Αρμένης. Πού να μιλήσει ρωμαίικα, αφού οι Αρμένηδες (1) και τη γλώσσα τους δε θέλουνε πια να μάθουνε, και λένε πως είναι Τούρκοι; Κατάλαβα όμως τι μ’ ήθελε. Δεν είχε και πολλά να μου πει. Μου έδειξε μόνο σε τι θέση έπρεπε να κάτσω. Με πήγε απάνω στο γεφυράκι με τα σίδερα όπου συνηθίζει ο καπετάνιος και στέκεται. Εκείνη την ώρα ο καπε­τάνιος — ένας Τούρκος — είχε δουλειά από τ’ άλλο το μέρος. Κάθησα το λοιπό με την ησυχία μου από την άλλη μεριά. Η καρέγλα μου βρισκότανε από πάνω από τα ταμπούρλα κι άκουα τις ρόδες που γυρίζανε. Έβλεπα δεξιά τον καπε­τάνιο που κοίταζε μπροστά του και πρόσταζε. Ο καμαρότος μου έφερε ένα σκαμνί για το πανωφόρι μου, ένα σκαμνί να ξαπλώσω τα ποδάρια μου, ένα σκαμνί να μου βάλει καφέ και λουκούμι. Του έδωσα μερικούς παράδες, και με γελαστό πρό­σωπο, με ζαχαρένιο χαμογέλιο, στάθηκε μια στιγμή κι ά­πλωσε το χέρι, τάχα για να μου δώσει να καταλάβω πως θα βλέπω λαμπρά στη θέση όπου καθόμουνε και να μου δείξει τη θέα. Έκαμε δυο τρεις τεμενάδες κι έφυγε.

Ήτανε η θέα τόντις μοναδική. Όσο προχωρούσαμε, ξεσκέ­παζε το Μπογάζι τις ομορφιές του. Όλο μου έδειχνε καινού­ρια μεγαλεία. Πιότερο από καθετίς άλλο μου αρέζανε τα νερά του· στα νερά πρόσεχα, στα νερά είχα το νου μου. Τη θάλασσα δεν μπορούσα να τη χορτάσω. Απορούσα με τ’ άπειρο το νερό. Νερό έχει το Μπογάζι όσο θέλεις. Τι καλό μέρος για να πνίξει κανείς όλα τα σκυλιά που κυλιούνται στα σοκάκια! Τα σκυλιά να τα φοβάστε· μην τα βλέπετε τώρα που σέρνουνται μισοκοιμισμένα στους δρόμους. Μάθαμε πως μπορούνε καμιά μέρα να λυσσιάξουνε, και τότες αλλοίμονο! Ο Παστέρ όσο άξιος κι αν είναι, ίσως δεν μπορέσει να μας γιατρέψει. Πάλε πιο ήσυχοι θα είμαστε, όταν τα ρίξουμε στο νερό. Εκείνο το νερό του Κατάστενου, δεν ξέρετε τι θάματα που τα κάνει. Έχει κάτι μέσα του εκείνο το νερό. Όλη αφτή η θάλασσα που λούζει την Πόλη έχει κρυμμένη βαθιά κάτω στον πάτο της μια μυστική δύναμη. Όποιος περάσει αφτή τη θάλασσα για να ’ρθει στην Πόλη, είναι χαμένος άθρωπος. Για να μη χαθεί κανείς, πρέπει να βρεθεί στην Πόλη, δίχως να ’χει περασμένη τη θάλασσα. Διέστε τόντις τι παρά­ξενο πράμα!

Ο Βόσπορος, καθώς μπορεί ο καθένας να το μάθει από τη γεωγραφία του σκολειού, χωρίζει Ασία κι Εβρώπη, πάει να πει πως βρίσκεται ανάμεσα στην Ασία και στην Εβρώπη. Ωστόσο στην Πόλη κάθουνται Ασία κι Εβρώπη μαζί, η μια πλάγι στην άλλη· αφτό το περιστατικό οι χάρτες δεν το γράφουνε, μάλιστα οι χάρτες που δημοσιεύονται αδεία του Υπουργείου της Παιδείας. Ανεβαίνοντας δεξιά μεριά έβλεπα την Ανατολή, και να πω την αλήθεια, μ’ όσα είχα μάθει στο σκολειό, δεν μπορούσα καλά να διακρίνω πού ήτανε Ασία, και πού ήταν Εβρώπη. Δεξιά και ζερβιά έβλεπα τα ίδια. Είδα πολλά, μα ένα μ’ έκαμε ν’ απορήσω. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί στεκόντανε τόσα τζαμιά, τόσα παλάτια μισογκρεμισμένα, παραιτημένα, ολόρημα. Ο Τούρκος, άμα χτίσει σπίτι — κι άμα κάμει τίποτα — το βαριέται· είναι μαθημένος με τέντες κι άλλο δεν ξέρει. Οι Αγαρηνοί είναι νομάδες, ή σαν που λέμε, κατσιβέλοι. Ο Τούρκος ένα ένα σιχαίνεται τα σπίτια που κάνει, νοιώθει πως είναι περαστικά τ’ αγαθά του, κι άμα σιχαθεί ένα πράμα αμέσως τ’ αφήνει. Τ’ α­φήνει και δε γυρίζει πια να το διει — σα να μην ήτανε ποτές δικό του. Δάχτυλο δε θα κουνήσει ή τοίχο να σιάξει, ή ταβάνι να διορθώσει, ή πέτρες να ξαναβάλει, όπου πέσουνε. Το χτίριο που κάμει δεν έμαθε να το διατηρεί· δεν το φροντίζει. Τι είναι τέτοια φροντίδα, μήτε το ξέρει. Κι από κει μπορείς να καταλάβεις τι θα πει βάρβαρος και τι θα πει πολιτισμένος.

Ο πασάς, εκεί που δεν πρέπει να μετρήσει τα χρήματα, έφκολα τα ξοδέβει. Μικρά έξοδα δεν μπορεί να κάμει· αγαπά μόνο τα μεγάλα. Ή θα βγάλει να δώσει πολλά, ή τίποτα δε θα δώσει. Ο πλούσιος που δεν έδωσε δυο γρόσια του ράφτη του για να του ράψει ένα κουμπί, δε θα μείνει πλούσιος όλη του τη ζωή. Μαζί του φτωχαίνει και το έθνος. Ο πασάς τέ­τοια φιλοσοφία δεν έμαθε. Φτάνει τέτοιο να ’ναι το κέφι του, κι αν έχει λίρες, αμέσως τις πετά. Άμα γίνει ανάγκη να λογαριάσει πόσοι παράδες χρειάζουνται για να ξαναβάλει μια πέτρα, να σιάξει ένα κανάτι, βαριέται τους λογαριασμούς. Δεν αξίζει, λέει. Το κεφάλι του δε ζαλίζεται με τέτοιες μικρολογίες. Όταν είναι να χαρεί τίποτα, πρέπει να το χαρεί αμέ­σως, αμέσως να γίνει το πράμα και με μιας. Δε βλέπει άλλο παρά το κέφι του, κι ό,τι του αρέσει, του αρέσει την ώρα που το θέλει· παρέκει δεν πάει ο νους του. Στην Αθήνα πάλε, κι ο μπακάλης που θα κάμει σπίτι, κάθε μέρα θα φροντίσει για το σπιτάκι του, θα το νοικοκερέψει, θα το ’χει έννοια, θα προσπαθήσει μάλιστα με κάθε τρόπο να βάλει δυο σκαλοπά­τια μαρμαρένια, παντού να ρίξει σίδερα και πέτρα, για να γίνει, λέει, το σπίτι πιο γερό. Ο Ρωμιός όλα αιώνια τα θέλει.

Χαμογελώντας αντανακλούσε το Μπογάζι τα τούρκικα παλάτια, τα μισογκρεμισμένα τα τζαμιά. Γλήγορα γλήγορα πήγαινε το βαποράκι, σα να ’τρεχε στα κύματα μέσα. Η θά­λασσα έχει κάτι που σε μαγέβει. Όταν κοιτάζει κανείς την πλώρη που με τόλμη σκίζει τα νερά για να περάσει, νομίζει τότες πως μπορεί άξαφνα κι ο ίδιος να κόψει δρόμο μεγάλο. Η φαντασία πετιέται και τρέχει με το βαπόρι· ο νους φουσκώνει τα πανιά του. Έτσι το ’παθα και γω. Θα πάμε και μεις ομ­πρός, έλεγα μέσα μου, ανοιχτά θα πάρουμε τη θάλασσα, θα τραβήξουμε μακριά μακριά, και καμιά μέρα σαν τον Κο­λόμπο θ’ ανακαλύψουμε μια νέα, μια περίφημη, ηλιοφώτιστη Αμερική. Αιώνια θα μείνουνε τα έργα και τ’ όνομά μας.

Στη στιγμή που μελετούσα τέτοια μεγαλεία, ξαναφάνηκε ο καμαρότος. Ήρθε κοντά μου και μου έδωσε να καταλάβω πως έπρεπε ν’ αλλάξω θέση. Ο καπετάνιος είχε τώρα δουλειά στο μέρος όπου καθόμουνε· έπρεπε να περάσει ζερβιά. Ο τό­πος ήτανε στενός και δεν μπορούσαμε να μείνουμε κι οι δυο μαζί· ανάγκη ή ο ένας ή ο άλλος να φύγει. Ο καμαρότος, για να τον καταλάβω καλύτερα, μου το είπε μάλιστα τούρ­κικα· — «Να σηκωθείς, γιατί ο καπετάνιος έρχεται», λέει, «καπιτάν μπουρντά γκελίορ»

Με πολλή εβγένεια, πρέπει να το μολογήσω, και με τρόπο καλό μου είπε ο άθρωπος αφτά τα λόγια. Δεν ξέρω γιατί αφτές οι τρεις τούρκικες λέξες μου χτυπήσανε τόσο παράξενα στ’ αφτί. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ τον άκουγα και μου φώναζε. Ο καπετάνιος έρχεται. Τι παράδοξη φράση! Ο καπετάνιος ήτανε Τούρκος, ομορφάθρωπος, αψηλός· έμοιαζε σα να ήτανε όλο μαζί αφέντης σκληρός κι αντρειωμένο παλληκάρι. Μου φάνηκε πως στα μάτια του μέσα, στο πρόσωπό του έβλεπα με μιας όλη την Τουρκιά. Τέτοιος θα ήτανε, έλεγα μέσα μου, κι ο πρώτος ο Τούρκος που πάτησε αφτό το χώμα, ο πρώτος ο καταχτητής. Τέτοια λόγια θα είπε, όταν μπήκε στην Πόλη, όταν καταστράφηκε ο στρατός μας στον πόλεμο τον τρομερό, κι όταν έπεσε ο βασιλιάς μας. — «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ! Όξω, όξω, ραγιάδες, γκιαού­ρηδες, σκυλιά. Να φύγετε από μπροστά μου. Να τος που έρχεται, ο καπετάνιος! Ο καπετάνιος φτάνει!» Με το σπαθί στο χέρι, στ’ άλογό του καβαλάρης, ερχότανε ο Τούρκος, ερ­χότανε ο καπετάνιος — κι έπρεπε ο καθένας από το δρόμο του να φύγει.

Σα να καταλάβαινα πρώτη φορά όλη μας την ιστορία, σα να ζωντάνεβε μπροστά μου πρώτη φορά. Μου φάνηκε πως βλέπανε τα μάτια μου τώρα κανένα άγριο, φοβερό, ολέθριο πράμα, γεμάτο αίματα και σφαγές. «Σήκω, σήκω, χριστιανέ από κει που καθόσουνε ήσυχος και θάμαζες τη φύση με τις ομορφιές της, και φιλοσοφούσες, και κοίταζες το νερό κι έ­παιρνε η φαντασία σου δρόμο. Σήκω· η Πόλη είναι δική μου. Όπου σε διω, όπου σε βρω, όπου φανείς, εσύ, η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, όπου διω, όπου βρω, όπου φανεί τίποτα δικό σου — σπίτι, χρήματα, χωράφι ή παλάτι — όλα όλα πρέπει να μου τ’ αφήσεις. Το αίμα σου θέλω να πιω, και τη ζωή σου να ρουφήξω. Άμα σου ζητήσω αίμα και ζωή, θα μου δώσεις τη ζωή σου, και το αίμα σου θα μου το φέρεις. Από το στόμα σου λέξη να μη βγει. Δε χωρατέβω. Ξέρεις ποιος είμαι; Να το μάθεις. Ο αφέντης σου είμαι γω, ο βασιλιάς σου, η τρο­μάρα σου και το βάσανό σου. Σήκω, φύγε, γιατί έρχουμαι· σήκω, φύγε, γιατί φτάνω. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

Τι δυσάρεστη, τι λυπητερή φαντασία που την έχω! Πάντα θέλει τα πράματα να τα μεγαλώνει· τον ποντικό τον κάνει γιανίτσαρο. Η φαντασία μου μου χάλασε όλο μου το κέφι. Μόλις έκατσα δυο ώρες στο Μπουγιούγντερε. Μόλις πρόφτασα να διω τους φίλους μου, να πάω στο σκολειό, ν’ ακούσω το δάσκαλο που γύρεβε να μάθει στα χωριατόπουλα τις εβγένειες της γλώσσας μας. Ήμουνε όλο συλλογισμένος, βαρεμέ­νος· είχα μια τρομερή σταναχώρια. Αχ! που είσαι, Γιάννη μου, αδερφέ μου; Να σ’ είχα βοηθό! Να μπορούσαμε κι οι δυο μας μαζί να ξεφορτωθούμε τον Τούρκο, να τον κάμουμε να φύγει πια, να τον πετάξουμε στο νερό, να βγάλουμε από το λαιμό μας και καταχτητή και καπετάνιο. Ή τουλάχιστο με τις κουβέντες, με τα γέλια να ξεχάσω ο δύστυχος εκείνα τα λόγια! Και πάλε τ’ απόγεμα, στις τέσσερεις, ξαναπήρα τα βαπόρι. Μα δεν κοίταζα, δεν πρόσεχα τίποτα, μήτε Μπο­γάζι, μήτε θάλασσα, μήτε ουρανό. Πήγα να κλειδωθώ κάτω σε μια καμπίνα, όπου δεν ήτανε κανείς. Η ίδια φράση όλο μου έδερνε το νου, όλο μου έτρωγε το κεφάλι. Όλο έλεγα μέσα μου σιγά σιγά· «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

(1) Σημείωση του Ψυχάρη στη 2η έκδοση: Ντρέπουμαι που το ’γραψα τότες και παρα­καλώ, ύστερις από κείνα που είδαμε, να με συχωρέσουνε τ’ αδέρφια μας οι Αρμένηδες για τ’ άνοστο χωρατό.

 

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Κωνσταντινούπολη, Πεζογραφία, Ταξιδιωτικά, Τουρκία | Με ετικέτα: , , , | 76 Σχόλια »

Θα ‘ρθουν σπίτι μας Αμερικάνοι μουσαφίρηδες (διήγημα του Αζίζ Νεσίν)

Posted by sarant στο 10 Μαΐου, 2020

Για το σημερινό λογοτεχνικό μας ανάγνωσμα διάλεξα ένα εύθυμο διήγημα ενός αγαπημένου συγγραφέα, του Τούρκου Αζίζ Νεσίν (1915-1995), που είναι πολύ γνωστός στην Ελλάδα αφού ευτύχησε να έχει μεταφραστή τον Έρμο Αργαίο (Ερμόλαο Ανδρεάδη).

Ο Νεσίν γεννήθηκε στη Χάλκη, στα Πριγκιπονήσια, και έζησε κυρίως στην Πόλη. Ήταν αριστερός και κυνηγήθηκε από αυταρχικά καθεστώτα στην πατρίδα του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα αφιέρωσε στη μάχη ενάντια στον θρησκευτικό φανατισμό. Είχε αρχίσει να μεταφράζει τους Σατανικούς στίχους και το 1993, ενώ συμμετείχε σε μια εκδήλωση Αλεβιτών στη Σεβάστεια (Σιβάς) ένα πλήθος φανατικών περικύκλωσε το κτίριο και έβαλε φωτιά -με 37 θύματα.

Το 1957 ο Νεσίν ίδρυσε το Ίδρυμα Νεσίν, που το προικοδότησε με τα συγγραφικά του δικαιώματα. Δέχεται κάθε χρόνο ως υπότροφους τέσσερα άπορα παιδιά και αναλαμβάνει τη στέγη, την τροφή και την εκπαίδευσή τους μέχρι την ενηλικίωση.

Τα πρώτα βιβλία του Νεσίν, όπως η συλλογή διηγημάτων Ο καφές και η δημοκρατία, τα είχα διαβάσει μικρός στην πατρική βιβλιοθήκη. Το σημερινό διήγημα, αρκετά γνωστό, θαρρώ πως ανήκει κι αυτό σε αυτή την πρώτη συλλογή του Νεσίν, αλλά δεν είμαι βέβαιος διότι το βιβλίο δεν το έχω εδώ. Το διήγημα το πήρα από την Επιθεώρηση Τέχνης, όπου είχε δημοσιευτεί στο τεύχος Μαΐου 1961. Aντί για όνομα μεταφραστή αναφέρονται τα αρχικά Ε.Α. που είναι βέβαια ο Έρμος Αργαίος. Από εκεί πήρα και το σκίτσο, που μάλλον είναι της τουρκικής έκδοσης.

Το διήγημα πρέπει να εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1950. Εκσυγχρόνισα (ελάχιστα) την ορθογραφία και μονοτόνισα. Μια σημείωση για το ρήμα του τίτλου: το «θα ‘ρθουν» αντιστοιχεί στο «θάρθουν». Αν θέλει κανείς να γράψει «θαρθούν», θα τονίσει το μονοσύλλαβο: θα ‘ρθούν. Ο γνωστός στίχος λοιπόν γράφεται: αν είναι να ‘ρθει θε να’ ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει.

 

Θα’ ρθουν σπίτι μας Αμερικάνοι μουσαφίρηδες

Ο μίστερ Φρανκ μας είχε καλέσει σπίτι του σε τραπέζι και έπρεπε να ξεϋποχρεωθούμε. Την ώρα που χωρίζαμε του λέω:

—Ορίστε και σε μας· ελάτε ένα βράδυ να φάμε μαζί.

—Θα ’ρθουμε, είπε το αντρόγυνο.

Μόλις είπαν έτσι, ένοιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ευτράπελα, Μονοτονικό, Σατιρικά, Τουρκία | Με ετικέτα: , , , , | 195 Σχόλια »

Υπάρχει λύση στο προσφυγικό/μεταναστευτικό;

Posted by sarant στο 5 Μαρτίου, 2020

Tο τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας κάθε άλλο παρά αμέριμνο ήταν -και όχι, όπως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, εξαιτίας της επιδημίας του κορονοϊού, που προκάλεσε και τη ματαίωση των καρναβαλικών εκδηλώσεων.

Ο λόγος ήταν το προσφυγικό, που οξύνθηκε σε βαθμό που θύμισε σε πολλούς την κρίση του 2015. Την κρίση προκάλεσε η απόφαση του Τούρκου ηγέτη Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να θεωρήσει πως η ΕΕ δεν τιμά τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας του 2016 και να «ανοίξει τις στρόφιγγες» σύμφωνα με το απάνθρωπο κλισέ, ενθαρρύνοντας με όλα τα μέσα πρόσφυγες να δοκιμάσουν να περάσουν όχι μόνο τα θαλάσσια αλλά και τα χερσαία σύνορα με την Ελλάδα -στον Έβρο.

Ο Ερντογάν δεν το έκανε αυτό αυτό απλως για να φέρει σε δύσκολη θέση την Ελλάδα. Ήταν μια, σπασμωδική εδώ που τα λέμε, κίνηση απελπισίας μπροστά στις στρατιωτικές του ήττες στη Συρία. Ζήτησε τη βοηθεια του ΝΑΤΟ στον πόλεμο που διεξάγει στο έδαφος της Συρίας αλλά πήρε μόνο φραστική συμπαράσταση -και για να εκβιάσει την κατάσταση, χρησιμοποίησε τους πρόσφυγες σαν όπλο.

Ωστόσο, να μη λησμονούμε ότι η Τουρκία εδώ και πολλά χρόνια φιλοξενεί εκατομμύρια πρόσφυγες της Συρίας στο έδαφός της ενώ υποστηρίζει ότι με τις ήττες της στο Ιντλίμπ ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί. Η ΕΕ ενισχύει οικονομικά την Τουρκία για τους πρόσφυγες που βρίσκονται στο έδαφός της, προκειμένου εκείνη να συγκρατεί τις προσφυγικές ροές. Έτσι όμως, η ΕΕ έχει μόνη της δώσει στον Τούρκο ηγέτη (ο οποίος τα τελευταία χρόνια κυβερνάει όλο και περισσότερο αυταρχικά) τα όπλα ώστε να την εκβιάζει -και τις συνέπειες του εκβιασμού τις υφίσταται πρώτα και κύρια, και σχεδόν αποκλειστικά, η Ελλάδα.

Αυτό οφείλεται στο καταστρεπτικό «σύστημα του Δουβλίνου», βάσει του οποίου οι πρόσφυγες που ζητούν άσυλο στην ΕΕ υποβάλλουν αίτηση στο πρώτο κράτος της ΕΕ που βρίσκεται στον δρόμο τους. Και επειδή, πρακτικά, οι ροές προσφυγων έρχονται από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, αυτό έχει μετατρέψει τρία κράτη μέλη, την Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία, σε αποκλειστικους χειριστές των αιτήσεων ασύλου, παρόλο που οι προσφυγες και οι οικονομικοί μετανάστες δεν επιθυμούν να εγκατασταθούν σε αυτά τα κράτη -οι περισσότεροι έχουν στόχο να φτάσουν στα πλουσιότερα κράτη της ευρωπαϊκής ενδοχώρας, στη Γερμανία ας πούμε ή στη Γαλλία. Το σύστημα του Δουβλίνου ήταν σχεδιασμένο για άλλες συνθήκες και η ανεπάρκειά του στη σημερινη κατάσταση είναι κραυγαλέα, επειδή όμως επιβαρύνει τρία μόνο κράτη, και όχι από τα πιο ισχυρά, τα άλλα κράτη δεν έχουν δείξει καμιά προθυμία να το μεταρρυθμίσουν.

Απαντώντας στον εκβιασμό του Ερντογάν, η ελληνική κυβέρνηση πήρε καποια προφανή και κάποια λιγότερο αυτονόητα μέτρα. Το προφανές ήταν ότι απωθήθηκαν οι μαζικές προσπάθειες παραβίασης των χερσαίων συνόρων στον Έβρο και έκλεισε το συνοριακό φυλάκιο στις Καστανιές. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι «έκλεισαν τα σύνορα» με την Τουρκία, παρόλο που αυτή η παραπλανητική διατύπωση κυριάρχησε: το φυλάκιο των Κήπων όχι απλώς έμεινε σε λειτουργία αλλά και γνώρισε ιδιαίτερη κίνηση στο εορταστικό τριήμερο, κυρίως από Έλληνες που επισκέφτηκαν την Πόλη.

Λιγότερο αυτονόητα ήταν τα θεσμικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν όπως η αναστολή επί ένα μήνα της δυνατότητας υποβολής αιτήσεων χορήγησης ασύλου «από άτομα που εισέρχονται στη χώρα παράνομα». Σωστά η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες επισήμανε σε ανακοίνωσή της ότι «Ούτε η Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων ούτε το προσφυγικό δίκαιο της ΕΕ παρέχουν οποιαδήποτε νομική βάση για την αναστολή της καταγραφής αιτημάτων ασύλου».

Η κυβέρνηση επικαλέστηκε το άρθρο 78 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο η διάταξη αυτή προβλέπει τη λήψη προσωρινών μέτρων από το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής και σε διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην περίπτωση που ένα ή περισσότερα Κράτη Μέλη είναι αντιμέτωπα με μια επείγουσα κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την αιφνίδια εισροή υπηκόων τρίτων χωρών. Ολοφάνερα, η κυβέρνηση δεν ακολούθησε εδώ την προβλεπόμενη διαδικασία, επομένως είναι έωλη και προσχηματική η επίκληση του άρθρου.

Η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που δημοσιεύτηκε χτες προβλέπει ότι Αναστέλλεται για ένα μήνα η υποβολή αιτήσεων χορήγησης ασύλου, από όσους εισέρχονται παράνομα στη χώρα. Οι άνθρωποι αυτοί θα επιστρέφονται, χωρίς καταγραφή, στη χώρα προέλευσης ή καταγωγής. Εκτός του ότι η απόφαση αυτή, όπως είδαμε, παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, φοβάμαι πως είναι και αναποτελεσματική, απλώς για το θεαθήναι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in πρόσφυγες, Επικαιρότητα, Μυτιλήνη, Μετανάστες, Τουρκία | Με ετικέτα: , , , , , , | 298 Σχόλια »

Τουρκολεξιλογικά

Posted by sarant στο 4 Νοεμβρίου, 2019

Tο άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στην κυριακάτικη Αυγή στη μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Για ένα τόσο εκτενές θέμα θα μπορούσε να γραφτεί άρθρο δεκαπλάσιας έκτασης, η εφημερίδα όμως έχει περιορισμούς χώρου. Στην εδώ αναδημοσίευση αντιστάθηκα στον πειρασμό να προσθέσω υλικό, επειδή μου φάνηκε πως θα κατάστρεφα την ισορροπία του κειμένου. Πρόσθεσα πάντως την εικόνα κι ένα λεξιλογικό λινκ -αλλά είμαι βέβαιος ότι στα σχόλιά σας θα αναφέρετε πολλά αξιόλογα προσθετέα.

Τουρκολεξιλογικά

Τον μήνα που μας πέρασε “η γείτων”, όπως συχνά αποκαλείται στον Τύπο η Τουρκία, βρέθηκε στο προσκήνιο της διεθνούς επικαιρότητας, οπότε δεν είναι περίεργο που θα της αφιερώσουμε το σημερινό μας άρθρο. Για τις κινήσεις όμως του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο πολύπλοκο παιχνίδι, άλλοτε σκάκι κι άλλοτε πόκερ, που παίζεται στη Συρία θα έχετε διαβάσει σε άλλες στήλες της Αυγής. Εμείς εδώ, ως γνωστόν, λεξιλογούμε.

Το εθνωνύμιο Τούρκοι είναι άγνωστης ετυμολογίας αν και φυσικά υπάρχουν πολλές εκδοχές για την προέλευσή του. Πιθανές αναφορές υπάρχουν σε ρωμαϊκές πηγές και πιο σίγουρες σε κινεζικές πηγές από τον 5ο αιώνα μ.Χ. Στα ελληνικά, ο αστρολόγος Πάλχος που έζησε μάλλον τον 5ο-6ο αιώνα είναι ο πρώτος που μνημονεύει τους Τούρκους στο έργο του, ενώ τον 6ο αι. υπάρχουν αρκετές αναφορές σε βυζαντινούς συγγραφείς και κυρίως στον ιστορικό Μένανδρο Προτέκτορα, που διηγείται αναλυτικά την πρώτη πρεσβεία Τούρκων (ήταν οι λεγόμενοι Γαλάζιοι Τούρκοι) προς τον Ιουστίνο Β’ και την επίσκεψη του Ζημάρχου στον χαγάνο των Τούρκων, που λεγόταν Σιζάβουλος. Χάρη στις επαφές αυτές εδραιώθηκε ο δρόμος του μεταξιού από την Κίνα στην Πόλη.

Στους επόμενους αιώνες οι Τούρκοι ήρθαν πιο κοντά στα μέρη μας και σιγά-σιγά άρχισαν να αποσπούν εδάφη από τη βυζαντινή αυτοκρατορία. Αν και το 1453 η πάλαι ποτέ βασιλεύουσα ελάχιστα εδάφη έλεγχε πλέον, αυτή η χρονολογία έχει μείνει ως ορόσημο παρόλο που άλλα γεγονότα (όπως η μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 ή η άλωση του 1204) ίσως βάρυναν περισσότερο στην πλάστιγγα. Πάντως, η περίοδος που επικράτησε να λέγεται Τουρκοκρατία και που διάρκεσε, συμβολικά, τετρακόσια χρόνια (αμφιβάλλω αν υπήρξε κάποια περιοχή της σημερινής Ελλάδας που να έμεινε ακριβώς ή περίπου 400 χρόνια υπό τουρκικό έλεγχο) θεωρούμε ότι άφησε ανεξίτηλη σφραγίδα -και συνήθως όλα τα στραβά κι ανάποδα της σημερινής Ελλάδας τα χρεώνουμε σ’ αυτήν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γλωσσικά δάνεια, Μικρά Ασία, Τουρκία, Φρασεολογικά, Χρώματα | Με ετικέτα: , , , , | 180 Σχόλια »

Απελευθερωμένα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 18 Αυγούστου, 2018

Απελευθερωμένα αφού πριν από λίγες μέρες, παραμονή Δεκαπενταύγουστου, απελευθερώθηκαν αναπάντεχα οι δύο στρατιωτικοί που κρατούνταν στην Αδριανούπολη, μια ευχάριστη εξέλιξη που μπορεί να εξηγηθεί με ποικίλους τρόπους -κάποιοι είπαν πως οφείλεται στις πιέσεις του Τραμπ, αλλά αυτό προσκρούει στο ότι ο πάστορας Μπράνσον δεν έχει (ακόμη) αφεθεί να επιστρέψει στην πατρίδα του, όπως απαιτεί επίμονα ο Πρόεδρος των ΗΠΑ. Ίσως όμως ο Ερντογάν, ακριβώς επειδή έχει τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ, να θέλησε να κλείσει τα ευρωπαϊκά μέτωπα.

Η πιο εύκολη εξήγηση ήταν ότι -μέρα που ήταν- η Παναγία έκανε το θαύμα της και, παραμονές της γιορτής της, ελευθέρωσε τους δυο στρατιωτικούς.

Σύμφωνα με αξιοπιστες πηγές, η Παναγία εμφανίστηκε στη γυναίκα του Ερντογάν. Κάποιοι άλλοι πάλι θυμήθηκαν πως υπάρχει και Παναγία Ελευθερώτρια, αν και δική της αρμοδιότητα είναι κυρίως οι τοκετοί και δευτερευόντως οι άλλες ελευθερώσεις.

Την ίδια πάντως ημέρα που υποτίθεται πως απελευθέρωσε τους δυο στρατιωτικούς, η Παναγία απάλλαξε επίσης οριστικά τον (θεολόγο, να θυμίσω) Τάσο Θεοφίλου από τη δικαστική περιπέτεια, ενώ το βράδυ μεσολάβησε επίσης για να δει κόκκινη κάρτα ο Βραζιλιάνος σέντερ φορ της Σπαρτάκ Μόσχας και για να αποκλείσει η ΑΕΚ τη Σέλτικ (εδώ βοήθησε επίσης ο αγιασμός με τον οποίο ράντισε ο Βασίλης Δημητριάδης τα δοκάρια του ΟΑΚΑ). Με τόσα θαύματα μέσα σε μια μέρα, αναμενόμενο είναι που την επομένη έπεσε και κοιμήθηκε.

* Και ξεκινάμε με μεζεδάκι σχετικό με τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Σε πρόσφατο άρθρο διαβάζουμε: στην υπόθεση Μπράνσον, που έχει κλυδωνίσει σε μεγάλο βαθμό την ένταση μεταξύ των δύο χωρών…

Τα μπέρδεψε ο συντάκτης. Η υπόθεση μπορεί να έχει κλυδωνίσει τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών ή να έχει προκαλέσει ένταση μεταξύ τους, αλλά και τα δυο μαζί δεν πάνε.

* Φίλος που δεν ενοχλείται από την περιήγηση στα δύσοσμα περβόλια του Πρώτου Θέματος, έδρεψε μαργαρίτες σε άρθρο για τον καθηγητή Γκόλνταμερ.

Λέει ο φίλος:

Ήξερα πως η φιλοσοφία μπλέκεται συχνά με την πολιτική, αλλά ότι η κυβέρνηση καταγγέλλει (ή κατηγορεί, κατά την μάλλον αδόκιμη επιλογή του πρωτοθεματικού συντάκτη) «οργανωμένο σχέδιο εμπειριστών» για την πυρκαγιά στο Μάτι δεν το περίμενα!

Αν συνεχίσετε την ανάγνωση θα δείτε ότι ο επιστήμονας είναι «εγνωσμένου φήμης» και επικεντρώνει την έρευνά του «στη δυσμενή επιρροή των ανθρώπινων παρεμβάσεων στο οικοσύστημα και στην επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις πυρκαγιές»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Επιγραφές, Θηλυκό γένος, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μονοτονικό, Τουρκία | Με ετικέτα: , , , | 146 Σχόλια »

Θα μας ψήσουν οι Ανθρωποφάγοι

Posted by sarant στο 17 Απριλίου, 2018

Ο τίτλος είναι βέβαια παρμένος από το σατιρικό τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου «Τούμπου τούμπου ζα», που το βλεπετε εδώ σε ζωντανή εκτέλεση με τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Προτιμώ πολύ περισσότερο την πρώτη εκτέλεση, με πρώτη φωνή τον Λάκη Χαλκιά, αλλά στο μοναδικό γιουτουμπάκι που βρηκα η βελόνα του πικάπ πήδαγε συνεχώς.

Στη συγκεκριμένη συναυλία νομίζω πως ήμουν μέσα στο θέατρο.

Αλλά ο λόγος που θυμήθηκα τους ανθρωποφάγους είναι άλλος -είναι, φυσικά, το χτεσινό επεισόδιο με τη βραχονησίδα Μικρός Ανθρωποφάς, όταν ο Τούρκος πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι τουρκικά κομάντα πήγαν και κατέβασαν την ελληνική σημαία, την οποία είχαν υψώσει πριν από μερικές μέρες και ανακοινώσει με καμάρι στο Διαδίκτυο τρεις νεαροί που πήγαν εκεί με φουσκωτό από τους Φούρνους. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά διέψευσε τον ισχυρισμό και επέμεινε ότι δεν προσέγγισαν τουρκικές δυνάμεις την ελληνική βραχονησίδα.

Τη βραχονησίδα, πάω στοίχημα, μέχρι χτες ελάχιστοι την ήξεραν εκτός Φούρνων. Εδώ που τα λέμε, και τους Φούρνους αμφιβαλλω αν τους ξέρουν οι περισσότεροι.

Οι Φούρνοι (ή Φούρνοι Κορσέων) είναι συστάδα νησιών ανατολικά της Ικαρίας και δυτικά-νοτιοδυτικά της Σάμου, που ανήκουν στο νομό Σάμου. Φούρνοι λέγεται και το μεγαλύτερο νησί, το κεντρικό, που έχει κάπου 1100 κατοίκους. Βλέπουμε στον χάρτη τη συσταδα των νησιών σε κυκλική διάταξη, βουνοκορφές πριν έρθουν τα νερά, και κάτω δεξιά ο Ανθρωποφάς ή Μεγάλος Ανθρωποφάς και από πάνω του, μια κουκιδίτσα, ο Μικρός Ανθρωποφάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διεθνή, Επικαιρότητα, Τραγούδια, Τουρκία, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 228 Σχόλια »

Μεζεδάκια πρεζιντανσιέλ

Posted by sarant στο 22 Απριλίου, 2017

Αύριο έχουμε τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, οπότε τα μεζεδάκια μας τιτλοφορήθηκαν αναλόγως. Κανονικά θα έπρεπε να αφιερώσω ξεχωριστό άρθρο στις γαλλικές εκλογές, αλλά από κακό προγραμματισμό δεν τα κατάφερα -χτες, που λογάριαζα να το βάλω, ήταν η πεντηκοστή επέτειος της 21ης Απριλίου και είχε προτεραιότητα. Οπότε, ας χρησιμέψει τούτο το άρθρο και σαν χώρος υποδοχής σχολίων για τις αυριανές γαλλικές εκλογές, μια αναμέτρηση εξαιρετικά αμφίρροπη και ενδεχομένως σημαντική όχι μόνο για την ίδια τη Γαλλια.

Η 21η Απριλίου είναι σημαδιακή ημερομηνία όχι μόνο για μας αλλά και για τους Γάλλους. Όχι όμως η 21.4.1967 αλλά η 21.4.2002, όταν έγιναν, πριν από 15 χρόνια, και πάλι προεδρικές εκλογές -και πάνω στην καλή χαρά της συγκατοίκησης του δεξιού προέδρου Σιράκ με την πληθυντικά αριστερή κυβέρνηση του Λιονέλ Ζοσπέν όλοι ήταν τόσο σίγουροι ότι Σιράκ και Ζοσπέν θα περάσουν στον β’ γύρο, μια και δεν υπήρχε ισχυρή τρίτη υποψηφιότητα από το δημοκρατικό τόξο (όπως ήταν π.χ. ο Μπαλαντύρ το 1995 ή ο Μπαιρού το 2007 ή ο Μπαρ το 1988), ώστε ψήφισαν πολύ χαλαρά εκείνη τη μέρα (ή, το απλούστερο, δεν πήγαν να ψηφίσουν) -με αποτέλεσμα να περάσει δεύτερος ο Λεπέν, με τραυματικές συνέπειες για τη γαλλική Αριστερά κάθε απόχρωσης.

Στις φετινές εκλογές δεν θα είναι έκπληξη να περάσει Λεπέν στον δεύτερο γύρο -όχι ο μπρουτάλ πατέρας αλλά η πολύ πιο σοφιστικέ κόρη (που, παρεμπιπτόντως, έχει συγκρουστεί με τον πατέρα της). Θα είναι μάλιστα έκπληξη να μην περάσει αν και προσωπικά αποκλείω την πιθανότητα τελικής νίκης της -αφήνω μόνο ένα μικρό περιθώριο για την απίθανη περίπτωση όπου η Λεπέν αναμετρηθεί στον δεύτερο γύρο με τον ηθικά διαβλητό Φιγιόν, τον φίλο τού Κούλη. Δεν ξέρω βέβαια πόσο επηρεάστηκε το εκλογικό σώμα από το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα στο Παρίσι.

Πάντως, στις φετινές προεδρικές εκλογές πολλές βεβαιότητες ανατράπηκαν: ενώ εθεωρείτο ακλόνητο φαβορί ο υποψήφιος που θα υποδεικνυόταν από το κόμμα της κεντροδεξιάς, ο νικητής των προκριματικών, ο Φρανσουά Φιγιόν, μετατράπηκε σε αουτσάιντερ μόλις αποκαλύφθηκε ότι είχε διορίσει συμβούλους του όλη του την οικογένεια. Ακόμα χειρότερα πήγε ο νικητής των άλλων προκριματικών εκλογών, ο Μπενουά Αμόν, αφού τον εγκατέλειψαν τα πρωτοκλασάτα στελέχη του κόμματός του και της απερχόμενης κυβέρνησης σπεύδοντας να στοιχιστούν πίσω από τον Εμανουέλ Μακρόν (κάτι ανάλογο με αυτό που έγινε στη Βρετανία με τον Κόρμπιν· γενικά, οι δεξιές πτέρυγες αριστερών κομμάτων δεν αντιδρούν καλά όταν η εσωκομματική δημοκρατία βγάζει αποτελέσματα που δεν τους αρέσουν -κάτι ξέρουμε και στην Ελλάδα).

Ο Ζαν Λυκ Μελανσόν, της «Ανυπόταχτης Γαλλίας», που υποστηρίζεται και από το αγαπημένο μου, πάλαι ποτέ κραταιό, Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, έχει κάνει μια εντυπωσιακή προεκλογική εκστρατεία και -πράγμα αδιανόητο πριν από λίγο καιρό- έχει πιθανότητες να περάσει στον δεύτερο γύρο. Μακάρι. Ωστόσο, πιθανότερο είναι να εκλεγεί ο Εμανουέλ Μακρόν, ταχατεχνοκράτης υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση του Ολάντ. Δεν αποκλείω πάντως να ανακάμψει πάνω στο νήμα και ο Φιγιόν.

Κι ένα τελευταίο σχόλιο για τις εξαιρετικά αμφίρροπες αυτές εκλογές. Όποιος και να εκλεγεί από τους τέσσερις προπορευόμενους εκτός του Φιγιόν, πολύ δύσκολα θα έχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Εκλογές, Λαθροχειρίες, Λαθολογία, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια, Τουρκία | Με ετικέτα: , , , , , , | 181 Σχόλια »

Και πάλι για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού

Posted by sarant στο 20 Απριλίου, 2017

Με αφορμή το τουρκικό δημοψήφισμα, άναψε στα κοινωνικά μέσα μια συζήτηση που τακτικά έρχεται στην επικαιρότητα: εννοώ τη δυνατότητα των Ελλήνων του εξωτερικού να ψηφίζουν στις εθνικές εκλογές από τον τόπο κατοικίας τους.

Η αφορμή δόθηκε επειδή σε ορισμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπου υπάρχει πολυπληθής τουρκική παροικία, οι ψηφοφόροι έδωσαν συντριπτικά ποσοστά στο «Ναι» (78% στο Βέλγιο, 70% στην Ολλανδία, 64% στη Γερμανία, 60% στη Γαλλία) με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί αρχικά (και σε μένα) η εντύπωση ότι, όπως έγραψα, «την (οριακή και στιγματισμένη με καταγγελίες για νοθεία) νίκη στον Ερντογάν την έδωσαν, σε μεγάλο βαθμό, εκείνοι που ΔΕΝ θα υποστούν όλες τις συνέπειες: οι Τούρκοι του εξωτερικού, πολλοί με διπλή υπηκοότητα και πάντως μόνιμοι κάτοικοι Ευρώπης».

Αν το κρίνουμε αυστηρά, η εντύπωση αυτή δεν ήταν σωστή, αφού το Ναι επικράτησε με 1.380.000 ψήφους διαφορά ενώ στους ψηφοφόρους εξωτερικού είχε προβάδισμα 260.000 (με ποσοστό 59%). Πάντως, αυτή η διαφορά συμπεριφοράς πυροδότησε, καλώς ή κακώς, τη συζήτηση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού.

Καθώς παρακολουθούσα στο Φέισμπουκ τη συζήτηση, πρόσεξα ότι γινόταν σε οξύτερους τόνους από παλαιότερα, και ότι, παράλληλα (και αντίρροπα) με την απαίτηση να καθιερωθεί η επιστολική ψήφος, που επιτακτικά την προβάλλουν οι νεοξενιτεμένοι, από μερίδα φίλων που κατοικούν στην Ελλάδα διατυπώθηκε αντίθεση, ίσως για πρωτη φορά τοσο έντονη, γενικά στην ιδέα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού. Σκέφτηκα λοιπόν να αναδημοσιεύσω επικαιροποιημένο ένα παλιό μου άρθρο για το θέμα αυτό. Όχι τόσο παλιό: είχε αρχικά δημοσιευτεί λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Από τότε έχουν περάσει σχεδόν δυόμισι χρόνια και τρεις εκλογικές διαδικασίες στις οποίες οι Έλληνες του εξωτερικού μπόρεσαν να συμμετάσχουν μόνο εφόσον είχαν τα χρήματα και τον χρόνο για να πάρουν το αεροπλάνο και να έρθουν στην Ελλάδα να ψηφίσουν (αν σκεφτούμε μάλιστα ότι και οι τρεις εκλογές προκηρύχτηκαν αιφνιδιαστικά).

Τη μέρα που ανακοινώθηκε ότι οι πρόωρες εκλογές θα γίνουν στις 25 Ιανουαρίου 2015, μπήκα στον ιστότοπο της Swiss και έβγαλα εισιτήριο για να έρθω να ψηφίσω. Επειδή τα τέλη Ιανουαρίου είναι στη χαμηλότερη τουριστική περίοδο, το εισιτήριο το έβγαλα φτηνά -έχω πληρώσει και διπλάσια γι’ αυτό το ταξίδι, καμιά φορά και παραπάνω από διπλάσια. Φτηνά, αλλά δεν παύει να είναι ένα έξοδο υπολογίσιμο, ιδίως αν ταξιδεύει ολόκληρη οικογένεια, χώρια που δεν έχει κανείς την ευκολία να παίρνει άδειες κατά βούληση ή να πληρώνει δεύτερο εισιτήριο τόσο κοντά στο προηγούμενο (αφού πολλοί ξενιτεμένοι είχαν ήδη κατεβεί για τις γιορτές). Οπότε, λίγοι Έλληνες του εξωτερικού έκαναν τον κόπο και τα έξοδα για να έρθουν να ψηφίσουν. Περισσότερο δυσκολεύτηκαν οι νεότεροι μετανάστες, που έχουν φύγει από την Ελλάδα μέσα στα χρόνια της κρίσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Εκλογές, Μετανάστες, Τουρκία | Με ετικέτα: , | 186 Σχόλια »