Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Τραγούδια’ Category

Ένας μέτοικος στη Γαλλία

Posted by sarant στο 23 Μαΐου, 2022

Σαν σήμερα πριν απο εννιά χρόνια, στις 23 Μαΐου 2013, έφυγε από τη ζωή, στα 79 του χρόνια ο τραγουδοποιός Ζορζ Μουστακί, ο μέτοικος.

Γεννημένος το 1934 στην Αλεξάνδρεια, από οικογένεια Κερκυραίων ρωμανιωτών Εβραίων που μιλούσαν ιταλικά και αραβικά, λεγόταν Τζουζέπε Μουστάκι ή Γιουσέφ Μουστάκι στο ληξιαρχείο ή Ζοζέφ Μουστακί στο γαλλικό σχολείο που πήγε στην Αλεξάνδρεια.

Στα 17 του χρόνια έρχεται στο Παρίσι, όπου το Ζο(ζέφ) Μουστακί πολλοί το εκλαμβάνουν ως Ζορζ, και τελικά το υιοθετεί και ο ίδιος για να τιμήσει τον μέντορά του, τον Ζορζ Μπρασένς.

Πέρα από δικά του τραγούδια, έγραψε και για άλλους, άλλοτε μουσική και άλλοτε στίχους, άλλοτε και τα δύο -ανάμεσά τους το Milord για την Εντίθ Πιαφ. Όμως το γνωστότερο τραγούδι του, αυτοαναφορικό, του 1969, είναι η μπαλάντα Le Métèque, Ο μέτοικος.

Όπως λένε οι δικοί του στίχοι στο πρωτότυπο:

Avec ma gueule de métèque, de juif errant, de pâtre grec et mes cheveux aux quatre vents
Avec mes yeux tout délavés qui me donnent l’air de rêver, (moi qui ne rêve plus souvent)

Mε τη φάτσα του μέτοικου, του περιπλανώμενου Ιουδαίου, του Έλληνα βοσκού, και τα μαλλιά μου στους τέσσερις ανέμους
Με τα μάτια μου τα ξεπλυμένα, που μου δίνουν ύφος ονειροπόλου (παρόλο που δεν ονειρεύομαι πια συχνά)…

Φυσικά, όταν μεταφέρθηκε στα ελληνικά από τον Δημήτρη Χριστοδούλου, το 1971 (το είπε πρώτος ο Νταλάρας αν θυμάμαι καλά) οι στίχοι άλλαξαν τελείως, για να μπορούν να ταιριάξουν με τη μουσική -είναι μεγάλο βάσανο να μεταγλωττίζεις από γλώσσα με πολύ μικρότερες λέξεις και με δεσμευμένο τονισμό. Ωστόσο, μπορεί να πει κανείς ότι περιγράφουν τον δημιουργό τους:

Σαν σύννεφο απ’ τον καιρό
Μονάχο μες τον ουρανό
Πήρα παιδί τους δρόμους
Περπάτησα όλη τη γη
Μ’ ένα τραγούδι στην καρδιά
Και τη βροχή στους ώμους

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Γαλλία, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 14 Σχόλια »

Κάτι σαν όνειρο, ένας άνθρωπος κι ένας γάιδαρος (τρία διηγήματα του gpointofview)

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2022

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πριν από δυο μήνες κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτά συνδέονται με τραγούδι, τούτη τη φορά ελληνικό, που μπαίνει σαν ιντερλούδιο μετά το πρώτο διήγημα. Τα διηγήματα αυτά τα αφιερώνουμε στη μνήμη του αξέχαστου φίλου μας Γιάννη Ιατρού, επειδή λίγο πριν από τον αδόκητο θάνατο του Γιάννη ο Τζι τού είχε ζητήσει τη βοήθεια για τη μορφοποίηση -και φυσικά ο Γιάννης είχε δώσει τη βοήθειά του, όπως με τόση γενναιοδωρία και αξιοσύνη έκανε πάντοτε.

1. Το στρείδι και το μαργαριτάρι

Περίεργα νερά αυτά της Μεσόγειος, αλλού σου μοιάζουν φιλικά, κι αλλού μόνο το χρώμα τους προειδοποιεί κινδύνους. Μεγαλωμένη στα ήρεμα νερά της Καλλονής η κοπελιά-λέγανε πως από αυτήν πήρε το όνομά του ο κόλπος- ανεβοκατέβαινε από τον αφρό στον πλούσιο σε όστρακα βυθό, μα δεν της έλαχε ποτέ μαργαριτάρι. Τόχε παράπονο. Μόνο ένα πιο μικρό από φακή, σε ακανόνιστο σχήμα σαν αχλάδι, στα τόσα χρόνια που έψαχνε. 

 – Θέλω το πιο σπάνιο μαργαριτάρι του κόσμου ! 

 – Θα τόχεις. Κι’ από μένα, μπόνους, το πιο σκούρο. 

 Ηταν σαν προγαμιαία συμφωνία ό όρος που έθετε η κοπελιά στον νέο από την Μπαρμπαριά. Γεροδεμένος κι αθλητικός, με σκοτεινό το βλέμμα απ’ τις βουτιές για σφουγγάρια στα σκληρά νερά της Αφρικής, δούλεψε χρόνια σ’ ελληνικά καΐκια, έμαθε και την γλώσσα. Με το τέλος της δουλειάς ήρθε με το σφουγγαράδικο στα νησιά του  Αιγαίου ψάχνοντας για νύφη. Δεν τόχε σε πολύ να αλλαξοπιστήσει, πίστευε πως αν η γυναίκα του ήταν καλύτερη από αυτόν και ο θεός της θα μπορούσε να είναι καλύτερος από τον δικό του. Η Καλλονή τον μάγεψε τόσο που αρκέστηκε στον λόγο της για την παρθενιά της- ήταν εκ των ουκ άνευ στην κουλτούρα του- αν και η κάπως προχωρημένη ηλικία της για γάμο προξενούσε απορίες αν κάποιος έβλεπε την ομορφιά της. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 93 Σχόλια »

Δυο «ιστορίες με αλάτι» (δυο διηγήματα του gpointofview)

Posted by sarant στο 20 Μαρτίου, 2022

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πέρσι το καλοκαίρι, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Σήμερα θα δούμε δυο διηγήματα που ανήκουν στη σειρά «Ιστορίες με αλάτι». Όπως λέει ο Τζι είναι «μικρές στιγμές από την ζωή κανονικών, καθημερινών ανθρώπων που δεν μπήκαν ποτέ στο κάδρο της επικαιρότητας. Κατά την γνώμη μου δικαιούνται κι αυτοί τα 15 λεπτά τους στη διασημότητα, όπως έλεγε ο Αντυ Γουόρχολ».

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτά συνδέονται με τραγούδι, και συγκεκριμένα το Sapore di sale (Γεύση από αλάτι) του Τζίνο Πάολι. Το βάζω ανάμεσα στα δυο διηγήματα.

Το αλάτι, ο μπάρμπα-Αντρέας και οι αστακοί

Δεν του άρεσαν οι ρηχές παραλίες, εκεί που το κύμα σβήνει γλυκά στην αμμουδιά. Ηθελε βράχια χαμηλά νάναι το σύνορο ανάμεσα από την ξηρά και το υγρό στοιχείο και μόνο το παιχνιδιάρικο το κύμα να καταργεί το σύνορο με τις μικρές σταγόνες. Τότε, σαν οι σταγόνες βρίσκανε λακούβα πλατειά και χαμηλή, με τον καιρό και με τον ήλιο το αλάτι γίνονταν, πιο αλμυρό και γευστικό απ’ τα συνηθισμένα κι αλλιώτικα κρυσταλλωμένο. Το μάζευε πιτσιρικάς τα καλοκαίρια και τόγλειφε τις κρύες μέρες του χειμώνα, τότε που δεν περπάταγε στ’ αγαπημένα βράχια, τόχε πολύτιμο για να το χαραμίσει στο φαΐ.

Μεγάλος τώρα, με πίεση αρτηριακή και συμφραζόμενα δεν έβαζε αλάτι στο φαΐ του μα κάθε φορά που τόβρισκε ανάμεσα στα βράχια, μάζευε λίγο με τον δείκτη ή με τον δάκτυλο τον μέσο και τόγλειφε να θυμηθεί τη γεύση του. Ετσι και τώρα έβγαλε ένα κομματάκι…

Sapore di sale….
un gusto un po amaro di cose perdute
( μια γεύση από αλάτι…μια επίγευση λίγο πικρή για όσα χάθηκαν )

Σ’αυτά που χάθηκαν κι ο Μπαρμπαντρέας, ο ψαράς, Σμυρνιός την καταγωγή και πολλά μορφωμένος περί την ψαρική την τέχνη, ήρθε με την μικρασιατική καταστροφή και ρίζωσε στον τόπο. Εμενε λίγα σπίτια παραπέρα από το δικό του κι ήταν ο πρώτος που τον πήρε στην βάρκα του να τον μυήσει στης θάλασσας τα κόλπα, θάταν δεν θάταν έξη χρονών. Βαρκάκι εξάπηχο χωρίς μηχανή, μόνο λατίνι και κουπί είχεν ο Μπαρμπαντρέας και μ’ αυτό όργωνε τις ψαροτοπιές του κόλπου εκτελώντας τις παραγγελιές της γιαγιάς του :

«Τι θέλεις κυρά-Λένη ; Συναγρίδα θέλεις ή κάνα ροφό ; Μην πάλε πεθύμησες αστακό ; Πες μου εσύ τι θες κι αύριο θα τόχεις «.

Τα χρόνια του πενήντα, τα νερά ήσαντε ατρύγητα κι αν ήξερες μέρη κι εποχές πήγαινες για στείρες και ροφούς με τη συρτή ή για σαργούς και λεθρίνια με το παραγάδι ή και για χανόπερκες μεγάλες με την καθετή. Αυτό το ψάρεμα έκανε με τα πιτσιρίκια όποτε τάπαιρνε μαζί του, ήταν το πιο εύκολο και το πιο κοντινό. Πρώτα πλάνευε κανένα μικρό χταποδάκι μέσα στο λιμάνι, τόκοβε κομματάκια για δόλωμα και μετά έλαμνε μέχρι τον τόπο κι αμόλαγε τις καθετές. Σκληρό δόλωμα το χταπόδι, το τσιμπάγανε τα γύλια μα δεν έφευγε απ’ τ’ αγκίστρι μέχρι νάρθει η πέρκα  ή ο χάνος με το μεγάλο στόμα και να το καταπιεί. Καμιά φορά πιανότανε και καμιά τσιπούρα μεγάλη κι ήθελε τέχνη να την βγάλεις επάνω με την λεπτή την μεσηνέζα και το μικρό τ’ αγκίστρι. Τον είχε δει να παλεύει κοντά μια ώρα με μια, ίσαμε δυο οκάδες πράμα, μέχρι να την σκάσει και να την βγάλει φούσκα στον αφρό απ’ όπου την εμάζεψε με την απόχη.

Σαν τέλειωνε το ψάρεμα, έβαζε τα ψάρια στο καλάθι και πέρναγε πρώτα απ’ την γιαγιά του να διαλέξει ποιά ήθελε και μετά πήγαινε στον μανάβη για πούλημα. Δεν ήταν μόνο η εκτίμηση που είχε στην γιαγιά του αλλά και η ανάγκη : άνυδρο το μέρος και τα πηγάδια γλυφά, μόνο όσοι είχανε στέρνα πίνανε γλυκό νερό και διατηρούσανε τις γλάστρες με τις ορτανσίες και τις μπιγκόνιες, το γλυφό νερό τις ξέραινε. Ο Μπαρμπαντρέας έστελνε τη γυναίκα του τη θειά Βιολέττα με τον κουβά όποτε είχε ανάγκη από γλυκό νερό κι η υποχρέωση ήταν μεγάλη. Η στέρνα ήταν στο υπόγειο του σπιτιού, βαθειά μέσα στο χώμα, μ’ ένα μικρό χέλι μέσα και πλάκες από μέταλλο για την υγεία του νερού. Δροσερό έβγαινε το βρόχινο νερό που μάζευαν τα κεραμίδια του σπιτιού κι ακούγονταν ήχοι απόκοσμοι από την ηχώ του χώρου, σαν χτύπαγε  το χαρανί στα πέτρινα τοιχώματα κατά την διαδρομή του.

Σαν έφτασε η δεκαετία του εξήντα, τα βαρκάκια απόκτησαν μηχανή και οι ψαράδες πληθύνανε. Επιασε κι ο κόσμος λεφτά κι άρχισε να ζητάει ψάρι σαν πιο υγιεινή τροφή. Γέμισε ο τόπος δίκτυα και παράνομους «ευκόλου αλιείας» όπως λέγανε οι λιμενικοί όσους ψαρεύανε με δυναμίτη ή φλόμο. Ηρθε κι η τράτα κι έσκαψε το βυθό του κόλπου χαλνώντας προαιώνιες ψαροφωλιές και τόπους όπου γένναγαν τα καλαμάρια. Το ψάρι λιγόστεψε κι ο Μπαρμπαντρέας βάρυνε κι έβαλε συνεταίρο και γραμμάτια σε βάρκα μεγαλύτερη, με ντήζελ μηχανή. Ξανοίγονταν τώρα σε τόπους πιο μακρινούς γιατί στα κοντινά τα μέρη ήσαντε πολλά τα εργαλεία και το ψάρι λιγοστό. Τα μάτια δεν τον βοηθάγανε πολύ πιά, ούτε τ’ αφτιά του, άρχισε νάχει περισσότερη εμπιστοσύνη σε όνειρα κι οράματα παρά σ’ αυτά που έβλεπε μεσ’ στην θολούρα του καταρράκτη του ή άκουγε στο βουητό των  αφτιών του.

Ενα πρωΐ σαν ξύπνησε, νωπή είχε ακόμα την μνήμη απ’ τ΄όραμά του, μια μαυροντυμένη άγια γυναίκα τούπε να ρίξει τα δίχτυα του στα βαθειά νερά, σε μέρος πούχε βούρκο. Ο Μπαρμπαντρέας ήτανε σίγουρος πως η Αγία Παρασκευή είχε έρθει στ’ όνειρό του. Ο συνεταίρος του ούτε ν’ ακούσει δεν ήθελε, θα πάει χαμένη η μέρα κι ο κόπος, έλεγε. Ιδρωσε να τον πείσει ο Μπαρμπαντρέας αν κι αυτός ήξερε πως στον βούρκο ψάρι δεν πολυπερπατάει αλλά είχε εμπιστοσύνη στ’ όνειρο. Βαρειά ερχόντουσαν τα δίκτυα και τα συνεταιράκια απορούσαν τι ψάρια νάχανε πιάσει στην βουρκάδα, μέχρι να τα βγάλουν στην επιφάνεια. Ούτε στα πιο τρελλά ονειρά τους δεν τόχαν φανταστεί ! Καμμιά διακοσαριά αστακοί ήταν μπλεγμένοι στα μανά τους. Δεν ήταν δυνατόν να γυρίσουν στο χωριό με τέτοια ψαριά, ξανάριξαν τα δίχτυα τους στον τόπο και τράβηξαν για την μεγάλη πολιτεία, τρείς ώρες με την βάρκα, να ξεπουλήσουν. Γύρισαν πτώμα και γεμάτοι λεφτά. Την επόμενη μέρα τα ίδια. Αλλοι διακόσιοι αστακοί περίμεναν να τους ξεψαρίσουν από τα δίχτυα, ξαναπήγαν στην πολιτεία για πούλημα και τα γραμμάτια ξεπληρώθηκαν. Την τρίτη μερα μια δυσάρεστη έκπληξη τους περίμενε : όλος ο τόπος ήταν ζωσμένος με δίχτυα, οι άλλοι ψαράδες κάτι μυρίστηκαν. Για λίγες μέρες ακόμα η περιοχή έβγαζε ακόμα αστακούς, όχι διακόσιους την φορά αλλά πολύ λιγότερους, μετά σταμάτησε. Ηταν μια κάποια πληθυσμιακή έκρηξη στην περιοχή που δεν επαναλήφθηκε ποτέ ξανά, όσο ο Μπαρμπαντρέας έριχνε τα δίχτυα του, μέχρι να τον πάρει ο Χάρος. Ούτε από άλλους ψαράδες ξανακούστηκε τέτοιο περιστατικό.

Το θαλασσινό αλάτι έλιωσε μέσα στο στόμα του. Η θάλασσα είχε πάρει το σκούρο χρώμα της, αυτό που ταίριαζε με τις αναμνήσεις του και με την επίγευση τ’ αλατιού. Πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

 

Η κυρά Μαρία

Η κυρά-Μαρία ήταν μια ψηλή – 1,65 μ.- και όμορφη γυναίκα που γεννήθηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Σε εποχές που ο μέσος όρος του ύψους δεν ξεπερνούσε το ενάμισυ μέτρο, το δικό της καθόριζε και την μοίρα της καθότι οι προτιμήσεις της έπρεπε να περιοριστούν στους διαθέτοντες ανάλογο ύψος άνδρες και να ευοδωθούν γιατί η τσαχπινιά της και οι σχετικά ανοιχτόμυαλοι γονείς της έδιναν μια ευκαιρία να διαλέξει σύζυγο, αλλά όχι δεύτερη. Μετά ακολουθούσε το προξενιό κι η γονική βούληση. Η Μαρία έκανε βόλτες στα βραχάκια της παραλίας του χωριού της πηδώντας σαν ζαρκάδι από το ένα στο άλλο και ψάχνοντας για λακκούβες ταϊσμένες με θαλασσινό νερό που άφηναν  το ίχνος τους σαν κρυσταλλικό αλάτι όταν το νερό εξατμιζότανε. Η γεύση του τρέλλαινε την Μαρία που κάπως έτσι φανταζότανε την γεύση του συντρόφου της.

Η εκλογή της Μαρίας ήταν σύντομη κι αποφασιστική. Οντας ελαφρώς ρομαντική και έχοντας όλες τις νεανικές ευαισθησίες διψασμένες, συγκινήθηκε σφόδρα από τις λογοτεχνικές ικανότητες ενός νέου που είχε όμορφο το πρόσωπο και κατάλληλο ύψος. Μοναδικό του ελάττωμα ήταν πως δεν είχε δημιουργηθεί επαγγελματικά ακόμη, τα λογοτεχνικά ενδιαφέροντά του δεν τον άφηναν να επιλέξει μια σίγουρη δουλειά.

Οπως γινότανε την εποχή εκείνη, η προτίμηση της Μαρίας ήταν μια λύση στα επαγγελματικά του σχέδια. Στην κουβέντα με τον προσεχώς πεθερό του απαίτησε -και πήρε- για προίκα έναν επαγγελματικό χώρο και την επίπλωσή του, ένα χώρο που προοριζότανε για το καφενείο της αριστοκρατίας του χωριού, όπως και έγινε.  Αριστοκρατία βέβαια στο χωριό ήταν οι καραβοκύρηδες και οι καπετανέοι, η ναυτουριά περιορίστηκε στα υπόλοιπα καφενεία μαζί με τους άλλους εργαζόμενους.

Το κτίριο ήταν ψηλοτάβανο, εντυπωσιακό. Με καθρέπτες γύρω-γύρω ενώ τα τραπέζια περιμετρικά στους τοίχους άφηναν χώρο στο κέντρο για χορό ή και για άλλες εκδηλώσεις. Η Μαρία φανταζότανε τον άντρα της να απαγγέλλει κι αυτή γεμάτη περηφάνεια να κάθεται στην πρώτη γραμμή των επισήμων. Η πραγματικότητα έμελλε να την διαψεύσει οικτρά. Οι καπετανέοι πολύ λίγο καιρό ήταν στην στεριά κι όταν και εάν έβγαιναν εκεί σαν απόμαχοι, προτιμούσαν ν’ ατενίζουν από το σπίτι τους  την θάλασσα αναλογιζόμενοι τα παλιά, παρά την παρουσία τους στο καφενείο- πλην εορτών και εκδηλώσεων βεβαίως. Η υπόλοιπη αριστοκρατία δεν επαρκούσε να καλύψει τα λειτουργικά έξοδα του μαγαζιού. Ετσι το υπηρετικόν προσωπικό απελύθη και η Μαρία ανέλαβε την δουλειά των τριών υπαλλήλων, το σκούπισμα, την προετοιμασία της παραγγελίας και την λάντζα. Ο σύζυγος ανέλαβε τον ρόλο του γκαρσονιού και διορίσθηκε άμισθος ανταποκριτής σε τοπικές εφημερίδες περιμένοντας μια αναγνώριση του ταλέντου του που ποτέ δεν ήρθε. Στο καφενείο ήταν το αφεντικό αλλά και το μοναδικό γκαρσόνι, μη έχοντας ούτε Κυριακή ούτε σχόλη.

Η καθημερινότητα στο καφενείο ήταν αρκετά σκληρή.  Νερό τρεχούμενο δεν υπήρχε κι ερχόταν με το χαρανί είτε από την στέρνα, το πόσιμο, είτε από το πηγάδι, το προοριζόμενο για την καθαριότητα. Το ψυγείο λειτουργούσε με πάγο αφού ρεύμα μόνο κάποιες ώρες του εικοσιτετραώρου υπήρχε. Καμινέτο ετοίμαζε τους καφέδες και τα γλυκά ψήνονταν στον φούρνο του χωριού, το πήγαινέλα ήταν στα καθήκοντα του συζύγου. Μόνο το υποβρύχιο, όπως έλεγαν ένα κουταλάκι βανίλια σερβιρισμένο σ’ ένα ποτήρι με κρύο νερό δεν απαιτούσε κόπο στην προετοιμασία.

Η ζωή της Μαρίας περιορίστηκε στο κουζινάκι πίσω από τον μπάγκο του καφενείου και στα δωμάτια ακόμα πιο πίσω ακόμα που ήταν η κατοικία τους. Μόνο το πρωΐ κατά τις δέκα που έκοβε η δουλειά είχε την ευκαιρία να κάνει μια βόλτα στα βραχάκια της θάλασσας, να ξεκουράσει  το βλέμμα της κοιτώντας μακριά, να μυρίσει το ιώδιο και να γευθεί το αγαπημένο της αλάτι από του βράχου τις σχισμάδες. Σαν ήρθαν τα παιδιά και η ελάχιστη αυτή απόδραση από την καθημερινότητα σταμάτησε.

Η οποιαδήποτε πνευματικότητά της τρίφτηκε μαζί με τα φλυτζάνια και τα νεροπότηρα στα βρωμόνερα της λάντζας κι εξαφανίσθηκε. Το βλέμμα της απέκτησε την παγωμένη αδιαφορία του ισοβίτη, αφού δεν ήθελε πια να βγει από το κουζινάκι της ούτε στην  αίθουσα του καφενείου. Από την αίθουσα φαίνονταν μόνο δυο χέρια που έβγαιναν από το κουζινάκι και άφηναν στον μπάγκο την παραγγελιά για να την βάλει στο δίσκο το γκαρσόνι- αφεντικό ή να πάρουν τα χρησιμοποιημένα πιατάκια και ποτήρια. Οποιος γνωστός ή συγγενής ήθελε να την δει, έπρεπε να μπει στο στενόχωρο κουζινάκι και να της μιλήσει ανάμεσα σε γκαζιέρες, ταψιά με γλυκά και την βούτα του νεροχύτη. Ακουγε τον επισκέπτη κουνόντας καταφατικά ή αρνητικά το κεφάλι της, την φωνή της την άκουγαν μόνο τα παιδιά της όπως τα φρόντιζε. Ισως είχε προσαρμοσθεί στις νέες συνήθειες του συζύγου της που είχε απωλέσει παντελώς την ακοή του κι είχε μάθει να διαβάζει τα χείλια του συνομιλητού του. Η συμβολή της Μαρίας σ’ αυτό πρέπει να ήταν μεγάλη και μια ακόμα απόδειξη πως στήριξε την επιλογή της κι ας αποδείχθηκε άτυχη.

Οταν τα παιδιά της μεγάλωσαν η Μαρία άφησε τον εαυτόν της να αρρωστήσει βαριά, μέχρι τότε απαγορευότανε. Εφυγε ήσυχα και δεν έλειψε σε κανέναν που δεν ήξερε τι υπήρχε μέσα στο μισοσκότεινο κουζινάκι του καφενείου.

Το καφενείο έκλεισε κι αυτό.

 

Posted in Διηγήματα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , | 134 Σχόλια »

Η μέρα του 22

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2022

Σήμερα έχουμε 22 του μηνός, αλλά αν γράψουμε την ημερομηνία ολογράφως βλέπουμε ότι είναι 22/02/2022, δηλαδή εμφανίζονται τρία 22άρια. Όπως μάλιστα γράφει κάποιος, η σημερινή ημερομηνία, αν τη γράψουμε χωρίς διαχωριστικά, δηλαδή 22022022, αποτελεί παλίνδρομο, δηλαδή διαβάζεται το ίδιο από τα δεξιά προς τ’ αριστερά, ενώ αν χρησιμοποιήσουμε τη γραμματοσειρά της εικόνας αποτελεί επίσης αμφίγραμμα (αν έτσι αποδίδεται το ambigram) δηλαδή διαβάζεται το ίδιο κι αν την αναποδογυρίσουμε.

Πολλά 22άρια λοιπόν σήμερα, οπότε λογικό είναι να αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο στον αριθμό 22, συνεχίζοντας έτσι μια παράδοση ετήσιων αριθμοάρθρων. Οι ταχτικοί θαμώνες θα θυμούνται ότι στις 12 Δεκεμβρίου του 2012 (στις 12/12/12) είχα γράψει ένα άρθρο για τη Μέρα με τα τρία δωδεκάρια, συνεχίζοντας μια παράδοση που ήδη μετρούσε τέταρτο χρόνο, αφού στις 11/11/2011 είχαμε τη μέρα με τα τρία εντεκάρια, στις 10/10/ 2010 είχαμε γράψει για τη  μέρα με τα τρία δεκάρια και στις 9/9/2009 για  την αντίστοιχη μέρα με τα τρία εννιάρια. Η ωραία αυτή παράδοση κινδύνεψε να σταματήσει το 2013, διότι μέρα με τρία 13άρια δεν υπάρχει, αφού δεν έχουμε δέκατο τρίτο μήνα, τελικά όμως σκέφτηκα ότι η 13/3/13 ήταν μια καλή προσέγγιση κι έτσι έγραψα το άρθρο για τα δεκατριάρια, και στο ίδιο πατρόν το 2014 το άρθρο για τα δεκατεσσάρια, στις 14/4/14. Στις 15/5/15 αγρόν ηγόραζα, κι έτσι το αντιστοιχο άρθρο με τα δεκαπεντάρια το έβαλα τελικά στις 15 Οκτωβρίου, αλλά το 2016 επανήλθα στην κανονικότητα κι έτσι είχαμε το άρθρο για τα δεκαεξάρια στις 16/6/16 και το άρθρο για τα δεκαεφτάρια στις 17/7/17. Το άρθρo για τα δεκαοχτάρια θα έπρεπε να δημοσιευτεί στις 18 Αυγούστου, αλλά λόγω ραστώνης δημοσιεύτηκε στις 18/9/18. Μετά είχαμε το άρθρο για τα δεκαεννιάρια στις 19/9/19, ενώ πρόπερσι το άρθρο για τα εικοσάρια στις 20/10/20 και πέρυσι το άρθρο για το 21 στις 21/2/21.

Ξεκινάμε λοιπόν με τον αριθμό 22. Δεν είναι βέβαια πρώτος, αλλά είναι ημιπρώτος, αφού είναι γινόμενο δύο πρώτων αριθμών, του 2 και του 11.

Στη Βικιπαίδεια έχει κι άλλες ιδιότητες του αριθμού 22 (ως αριθμού, εννοώ) π.χ. ότι είναι πενταγωνικός αριθμός, αλλά δεν τις βρίσκω ιδιαίτερα αξιομνημόνευτες.

Στη χημεία, πάλι, το 22 είναι ο ατομικός αριθμός του τιτανίου, Ti, ενός μετάλλου που βρίσκει ολοένα και περισσότερες μοντέρνες εφαρμογές, από οδοντόκρεμες και εμφυτεύματα έως κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές, κοσμήματα και ποδήλατα.

Στο ελληνικό αριθμητικό σύστημα το 22 είναι κβ’, ενώ στο ρωμαϊκό είναι XXΙΙ. Τους αριθμούς αυτούς τους χρησιμοποιούμε πλέον κυρίως για αιώνες και για εστεμμένους αν και το να υπάρξει εικοστός δεύτερος εστεμμένος με το ίδιο όνομα δεν είναι εύκολο. Στους πάπες, αντιθέτως, το όνομα Ιωάννης έχει φτάσει το 23. O Πάπας Ιωάννης XXΙΙ ήταν Γάλλος και εξελέγη Πάπας το 1316, σε ηλικία 72 ετών, ως συμβιβαστική λύση -περίμεναν ότι θα πέθαινε γρήγορα, αλλά εκείνος πείσμωσε και έμεινε στον θρόνο 18 ολόκληρα χρόνια και έκανε πολλά και διάφορα που μας τα διηγείται εδώ ο φίλος μας ο Ρογήρος -μεταξύ άλλων, είναι ο πάπας για τον οποίο γίνεται συνεχώς λόγος στο Όνομα του Ρόδου του Ουμπέρτο Έκο.

Στο δυαδικό αριθμητικό σύστημα, ο αριθμός 22 γράφεται 10110, ενώ στο δεκαεξαδικό σύστημα… 16.

Ο αριθμός 22 κανονικά γράφεται, ολογράφως, με δίλεκτο: είκοσι δύο, αν και συχνά τον βλέπουμε και ενωμένο, εικοσιδύο, ενώ μπορεί να προφερθεί/γραφτεί και «εικοσιδυό». Κάποιος που είναι 22 χρονών, είναι εικοσιδυάχρονος.

Φυσικά, εφόσον ζούμε στον 21ο αιώνα, ο επόμενος θα είναι ο 22ος, που αρχίζει την 1/1/2101. Στοιχηματίζω ότι αρκετοί θα βιαστούν να τον γιορτάσουν από την 1/1/2100, αλλά αυτό είναι κάτι που θα το σχολιάσουμε τότε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Αριθμολογία, Κάπνισμα, Λογοτεχνία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 286 Σχόλια »

Οι 100 καλύτεροι ελληνικοί δίσκοι (του 20ού αιώνα)

Posted by sarant στο 21 Φεβρουαρίου, 2022

Το σημερινό άρθρο είναι συνέχεια ενός προηγούμενου, που το είχαμε δημοσιεύσει πέρυσι, στο οποίο είχαμε δει έναν κατάλογο με τα καλύτερα ελληνικά τραγούδια του 20ού αιώνα, που τον είχαν καταρτίσει οι συντελεστές του περιοδικού Δίφωνο στα τέλη, ακριβώς, του 20ού αιώνα.

Συγκεκριμένα, τον Μάιο του 1999, μέσα στον παροξυσμό για την αλλαγή του αιώνα και της χιλιετίας, το περιοδικό Δίφωνο (τότε έβγαιναν περιοδικά) είχε κυκλοφορήσει ένα ειδικό τεύχος με τίτλο «Ένας αιώνας ελληνική μουσική», στο οποίο οι συνεργάτες του, κάθε άλλο παρά τυχαίοι, επέλεξαν τα 100 τραγούδια, τους 100 δίσκους και τα 60 πρόσωπα της εκατονταετίας.

Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε τα 100 τραγούδια και πολλοί σχολιαστές είχαν εκφράσει την άποψη ότι περισσότερο νόημα θα είχε μια κατάταξη των δίσκων -οπότε, το σημερινό άρθρο.

Η αξία που έχουν τέτοιοι κατάλογοι είναι βέβαια σχετική και στοιχηματίζω ότι ο καθένας θα βρει ότι κάποιοι δίσκοι κακώς λείπουν. Αλλά έτσι γίνεται με αυτές τις λίστες. Τουλάχιστον δίνουν αφορμή για συζήτηση. Στο τέλος του άρθρου κάνω ένα δικό μου σχόλιο.

Οι συνεργάτες του τεύχους του Δίφωνου ήταν: Στέλλα Βλαχογιάννη, Πάνος Γεραμάνης, Μάνος Ελευθερίου, Αργύρης Ζήλος, Γιώργος Μονεμβασιτης, Γιώργος Νοταράς, Γιώργος Παπαδάκης και Γιώργος Τσάμπρας. Για κάθε δίσκο του πίνακα των 100 καλύτερων, κάποιος από αυτούς έγραψε ενα (όχι και πολύ) σύντομο σημείωμα εξηγώντας τη σημασία του.

Στο προηγούμενο άρθρο, είχα αντιγράψει τον κατάλογο, προσθέτοντας για κάθε τραγούδι ένα λινκ στο Γιουτούμπ. To ιδιο έκανα και τώρα, και με έκπληξη διαπίστωσα πως οι περισσότεροι δίσκοι του καταλόγου υπάρχουν στο Γιουτούμπ αυτούσιοι ή σε πλεϊλίστες -μετρημένοι στα δάχτυλα είναι όσοι δεν βρέθηκαν.

Επίσης, ενώ ένα τραγούδι έχει περιορισμένο αριθμό συντελεστών, ένας μεγάλος δίσκος μπορεί να έχει πάρα πολλούς, οπότε αναφέρω επιγραμματικά τους κυριότερους.

(Από το 1999 ως σήμερα έχουν περάσει 23 χρόνια. Τραγούδια έχουν συνεχίσει βεβαίως να γράφονται -δίσκοι όμως βγαίνουν; Ναι, βγαίνουν -αλλά τώρα πια, όπως και πριν απο π.χ. 100 χρόνια, βγαίνουν τραγούδια και με άλλα μέσα και χωρίς να είναι προϋπόθεση η κυκλοφορία ενός μεγάλου δίσκου. Αλλά αυτό είναι θέμα άλλης συζήτησης, ίσως και για τα σχόλια του άρθρου).

Χωρίς άλλα εισαγωγικά, οι 100 δίσκοι του 20ού αιώνα, σύμφωνα με το Δίφωνο, είναι τα εξής:

  1. Το άξιον εστί (1964). Μίκης Θεοδωράκης – Οδυσσέας Ελύτης

2. Ο μεγάλος ερωτικός (1972) Μάνος Χατζιδάκις

3. Το χαμόγελο της Τζοκόντας (1965)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Κατάλογοι, Μουσική, Περιοδικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 167 Σχόλια »

Στη γαλαρία

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2022

Την ιδέα για το σημερινό άρθρο μού την έδωσε ένα τραγούδι, που έχει παρόμοιο τίτλο με το άρθρο μας και που το άκουσα μάλλον τυχαία στο Γιουτούμπ. Κατά πάσα πιθανότητα, δεν είχα ξανακούσει το τραγούδι αυτό, κι ας είναι παλιό, του 1977, εκτός κι αν το έχω ξεχάσει. Λοιπόν, σε μουσική Κώστα Χατζή και στίχους Σώτιας Τσώτου, η Μαρινέλλα τραγουδάει τη Γαλαρία:

Η γαλαρία του τίτλου βρίσκεται σε κινηματογράφο.

Οι στίχοι αναπτύσσουν την αντίθεση ανάμεσα στους θεατές που βρίσκονται στην πλατεία, κατά τεκμήριο εύπορους, βολεμένους και μεσήλικες, και σε εκείνους της γαλαρίας, νέους, φτωχούς και ανήσυχους.

Εμείς οι δυο στη γαλαρία Ρομάντζο και ταλαιπωρία Ιδρώτας και φιλοσοφία Γλυκιά ζωή στη γαλαρία
Οι άλλοι κάτω στην πλατεία Βελούδο και υπεροψία Διαμάντια και καχυποψία Μα τι ζωή και στην πλατεία

Και πιο κάτω, στο ρεφρέν, με το «το ίδιο έργο ο σινεμάς» νομίζω πως δείχνει και την ηλικία των στίχων -λέει κανείς εικοσάχρονος σήμερα «ο σινεμάς»; (Μπορεί και να το λέει, πείτε μου).

Η γαλαρία λοιπόν του τίτλου βρίσκεται σε κινηματογράφο, εξώστη θα τη λέγαμε, αλλά η λέξη έχει κι άλλες σημασίες, πέρα από τις αίθουσες κινηματογράφου ή θεάτρου.

Η βασική σημασία της λέξης στα ελληνικά ήταν στοά, ιδίως στοά ορυχείου -σήραγγα δηλαδή υπόγεια και συνήθως όχι φυσική αλλά κατασκευασμένη από τον άνθρωπο, με υποστυλώματα κτλ. Αυτή είναι και η πρώτη σημασία που βρίσκουμε στα λεξικά. Υπάρχει κι ένα μυθιστόρημα, του κομμουνιστή συγγραφέα Κώστα Κοτζιά (αδελφού του Αλέξανδρου) που έχει τίτλο Γαλαρία Νο 7, και αφηγείται μια μεγάλη απεργία σε λιγνιτωρυχείο.

Η γαλαρία του τραγουδιού της Σώτιας Τσώτου είναι η δεύτερη σημασία της λέξης. Είναι ο εξώστης του κινηματογράφου ή του θεάτρου, πάνω από την πλατεία -στον εξώστη τα εισιτήρια συχνά είναι φτηνότερα και το κοινό πιο νεανικό, όπως λέει και το τραγούδι που ακούσαμε.

Κατ’ επέκταση, γαλαρία ονομάστηκαν επίσης οι τελευταίες θέσεις σε λεωφορεία και πούλμαν, οι οποίες επίσης είναι κάπως υπερυψωμένες σε σύγκριση με τις υπόλοιπες. Κι αν θυμάμαι καλά από τα σχολικά μου χρόνια, γαλαρία λέγαμε και τα τελευταία θρανία μέσα στην τάξη του σχολείου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 174 Σχόλια »

Για τη Μαριανίνα Κριεζή (1947-2022)

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2022

Με πολύ μεγάλη θλίψη μάθαμε προχτές την είδηση του θανάτου της αγαπημένης Μαριανίνας Κριεζή, που συντρόφεψε την πρώτη νιότη μας μέσα από τους στίχους και τα κείμενα της Λιλιπούπολης, αλλά και από τη στιχουργική της παρουσία στη συνέχεια.

Εστω και με μια μέρα καθυστέρηση, το ιστολόγιο θέλει να τιμήσει τη δημιουργό που έφυγε, μαζί με τα νιάτα μας. Τη φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο την πήρα από τον τοίχο της Χαριτίνης Ξύδη στο Φέισμπουκ, που τη συνόδευε με τα εξής συγκινητικά λόγια:

Δεν θέλω να το πιστέψω. Δεν μπορώ. Αδύνατον, λέω, αλλά πρέπει και να σε αποχαιρετήσω. Σ’ ευχαριστούμε τόσο πολύ που μας έμαθες να κλαίμε, να συγκινούμαστε, να ερωτευόμαστε, να πονάμε για όσα χάσαμε και άξιζαν, να ονειρευόμαστε, να μη φοβόμαστε να λέμε σ’ αγαπώ. Να πας στο καλό, αγαπημένη, ευαίσθητη, τρυφερή και ανεπανάληπτη, Μαριανίνα, με το αφοπλιστικά αθώο και ανυπεράσπιστο βλέμμα.

Στο σημερινό άρθρο θα ανθολογήσω μερικά κείμενα που γράφτηκαν χτες στο Φέισμπουκ για τη Μαριανίνα Κριεζή, ακριβώς επειδή, με εξαίρεση το τελευταίο, θα πάψουν να είναι προσιτά σε λίγες μέρες. (Και, σε μια παρένθεση: το γεγονός ότι διάβασα πολλά συγκινητικά και αξιόλογα κείμενα στο Φέισμπουκ, πολύ περισσότερα απ’ όσα σταχυολόγησα, δείχνει θαρρώ και την αξία του μέσου, παρά τις βασιμότατες ενστάσεις που έχουμε).

Πρώτα όμως λίγο βιογραφικά.

Η Μαριανίνα Κριεζή γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947 με καταγωγή από την Ύδρα. Μεγάλωσε στο Ψυχικό. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών χωρίς να πάρει πτυχίο, και Διακοσμητική – Σκηνογραφία στα εργαστήρια της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, όπου ολοκλήρωσε τις εκεί διετείς σπουδές της.

Το 1969 πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει σχέδιο υφάσματος, επέστρεψε στην Ελλάδα, εργάστηκε ως γραφίστρια και την άνοιξη του 1977 άρχισε να συνεργάζεται με το Τρίτο Πρόγραμμα όταν διευθυντής ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις.

Εκεί έγραψε τους στίχους όλων των τραγουδιών της ραδιοφωνικής εκπομπής «Εδώ Λιλιπούπολη» ενώ συμμετείχε και στα κείμενα, ιδίως ως συγγραφικό δίδυμο με την ηθοποιό Άννα Παναγιωτοπούλου. Συνέπραξε επίσης, ως κειμενογράφος, σε επιθεωρήσεις της «Ελεύθερης Σκηνής».

Στη γενιά μου, ακούγαμε σχεδόν καθημερινά τη Λιλιπούπολη από το Τρίτο Πρόγραμμα -ήμουν φοιτητής τότε, πρωτοετής. Την άκουγαν και τα παιδιά μου, από τον δίσκο, που υπάρχει ολόκληρος στο γιουτούμπ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Στιχουργική, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 164 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στον Νικο(κύρη) και πάλι!

Posted by sarant στο 6 Δεκεμβρίου, 2021

Ή αλλιώς, Νίκος κερνάει και Νίκος πίνει ή μάλλον Νίκος ξανακερνάει και Νίκος ξαναπίνει, αφού το σημερινό άρθρο, όπως δηλώνει και το «και πάλι» του τίτλου, είναι επανάληψη ενός παλιότερου που είχε δημοσιευτεί πριν από 4 χρόνια. Λουφάρω άρθρα, θα πείτε. Ίσως, αλλά το δικαιούμαι τη μέρα της γιορτής μου, δεν βρίσκετε;

Πάντως, στο σημερινό άρθρο έχω ενσωματώσει κάμποσα από τα σχόλιά σας προ τετραετίας, ανάμεσά τους κι ένα εκτενές του φίλου μας του π2 για το όνομα Νικόλαος στην αρχαιότητα.

Οπότε, μαζί με τα χρόνια πολλά σε όσους και όσες συνεορτάζουμε σήμερα, ας δούμε τα λεξιλογικά και άλλα του Νίκου.

Σύμφωνα με μια έρευνα για τα ελληνικά ονόματα, στην ιεραρχία των αντρικών ονομάτων ο Νίκος βρίσκεται σταθερά στην πέμπτη θέση, πίσω από τους «τέσσερις μεγάλους» (πρώτο τον Γιώργο και μετά την τριάδα Δημήτρη-Κώστα-Γιάννη) και πολύ μπροστά από τους υπόλοιπους (Χρήστο, Παναγιώτη, Βασίλη και λοιπές ονομαστικές δυνάμεις).

Με τη γυναικεία εκδοχή του ονόματος τα πράγματα μπλέκουν. Η Νίκη είναι στην 37η θέση, αλλά είναι τάχα όλες οι ανευρέσεις αυθεντικές ή υποκρύπτουν κάποιαν Ανδρονίκη; Υπάρχει όμως και η Νικολέτα που είναι στην 55η θέση, ενώ πολύ πιο πίσω έρχονται η Νικολίνα και η Νικόλ. Πάντως η γυναικεία εκδοχή του ονόματος είναι αισθητά σπανιότερη απο την ανδρική, που όπως είπαμε βρίσκεται στην πέμπτη θέση.

Βρίσκεται στην πέμπτη θέση πανελλαδικά αλλά στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη έχει σαφώς μεγαλύτερη συχνότητα και πρέπει να βρίσκεται πολύ κοντά στην τοπική πρώτη θέση (το λέω εμπειρικά, δεν ξέρω αν έχει δημοσιευτεί σχετική μελέτη). Ο λόγος για την αυξημένη δημοτικότητα του ονόματος στα νησιά είναι φυσικά ότι ο Άγιος Νικόλαος είναι θαλασσινός άγιος, ο προστάτης των ναυτικών και διάδοχος του Ποσειδώνα.

Να πούμε όμως ότι το όνομα Νικόλαος, παρόλο που έγινε δημοφιλές χάρη στον άγιο των ναυτικών, είναι προχριστιανικό, αρχαίο ελληνικό. Νίκη του λαού, άλλωστε, η ετυμολογία του είναι διάφανη. Ο αρχαιότερος Νικόλαος που έχει καταγραφεί στην αρχαία γραμματεία είναι ένας γιος του Περιάνδρου, του τυράννου της Κορίνθου, στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Το όνομα φαίνεται πως συνηθιζόταν στη Σπάρτη -ανάμεσα σε άλλους, Νικόλαος λεγόταν ένα μέλος της αντιπροσωπείας που πήγε στα Σούσα επί πελοποννησιακού πολέμου για να ζητήσει ελληνοπρεπώς τη βοήθεια του Μεγάλου Βασιλέα κατά των Αθηναίων -πήγαν οι Ανήριστος, Νικόλαος και Πρατόδαμος. Από συγγραφείς, ο Νικόλαος ο Δαμασκηνός, περιπατητικός φιλόσοφος του 1ου αι. μ.Χ. που έγραψε πολλά από τα οποία σώθηκαν ελάχιστα. Για να τον τιμήσει όμως ο βασιλιάς της Περσίας (υποθέτω), που πολύ τον αγαπούσε, ονόμασε Νικολάους τους πιο νόστιμους χουρμάδες, τουλάχιστον έτσι μας λέει ο Πλούταρχος: «ὁ γοῦν βασιλεύς, ὥς φασιν, ἀγαπήσας διαφερόντως τὸν Περιπατητικὸν φιλόσοφον Νικόλαον, γλυκὺν ὄντα τῷ ἤθει ῥαδινὸν δὲ τῷ μήκει τοῦ σώματος διάπλεων δὲ τὸ πρόσωπον ἐπιφοινίσσοντος ἐρυθήματος, τὰς μεγίστας καὶ καλλίστας τῶν φοινικοβαλάνων Νικολάους ὠνόμαζεν, καὶ μέχρι νῦν οὕτως ὀνομάζονται.»

Να πούμε ότι Νικόλεως (για την ακρίβεια Νιϙόλεως) είναι η αρχαιότερη επιγραφικά μαρτυρούμενη μνεία του ονόματος, στην Πάρο γύρω στα τέλη του 6ου αι. π.Χ.

Το υποκοριστικό Νικόλας είναι συχνό και στην αρχαιότητα, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. (Αθήνα), ενώ παλαιότατο είναι και το θηλυκό Νίκολα ή Νικόλα (μεταξύ άλλων στον Σελινούντα του 6ου και στη Μήλο του 5ου αι. π.Χ.), ενώ το Νικολαΐς μαρτυρείται μόνο στα αυτοκρατορικά χρόνια.

Σε μεταγενέστερες εποχές το όνομα γράφεται συχνότατα Νεικόλαος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ονόματα, Παροιμίες, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 197 Σχόλια »

Ζορζ Μπρασένς, 100 χρόνια

Posted by sarant στο 24 Οκτωβρίου, 2021

To 1956 στο θέατρο Μπομπινό

Προχτές συμπληρώθηκαν τα 100 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου τραγουδοποιού Ζορζ Μπρασένς. Ο Μπρασένς γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1921 στη Σετ, μικρή παραλιακή πόλη της νότιας Γαλλίας (Sète, αν και τότε που γεννήθηκε ο Μπρασένς γραφόταν Cette) και πέθανε μόλις 60 χρονών, κατά σύμπτωση ίδια εποχή, στις 29 Οκτωβρίου 1981.

Ο Μπρασένς άφησε κληρονομιά περισσότερα από 200 τραγούδια, τα περισσότερα σε δικούς του στίχους -στη Γαλλία, άλλωστε, θεωρείται ποιητής- που ακόμα ακούγονται ευρέως και που έχουν γνωρίσει αμέτρητες επανεκτελέσεις και μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες. Πολλά όμως τραγούδια του έχουν μεταφραστεί και ως ποιήματα, χωρίς δηλαδή αυτές οι μεταφράσεις να τραγουδιστούν.

Ένα βιογραφικό άρθρο για τον Μπρασένς, με πολύ υλικό, μπορείτε να βρείτε εδώ.

Αγαπώ πολύ τον Μπρασένς και έχω γράψει αρκετά άρθρα γι’ αυτόν στο ιστολόγιο (βλ. κατάλογο στο τέλος). Για το σημερινό άρθρο διάλεξα να βάλω τραγούδια του μεταφρασμένα στα ελληνικά, είτε τραγουδισμένα είτε όχι.

Και ξεκινάω από το σήμα κατατεθέν, θα λέγαμε, του Μπρασένς, που είναι κατά τη γνώμη μου η Κακή φήμη, La mauvaise réputation.

Tο ακούμε εδώ σε ζωντανή εκτέλεση

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Επετειακά, Εις μνήμην, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα, Τραγούδια, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 107 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στην Παρασκευή και στον Παρασκευά!

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2021

Παρόλο που σήμερα είναι Δευτέρα, θα μπορούσα να πω κάνοντας εύκολο χιούμορ. Μια και γιορτάζουν, όμως, ας τους αφιερώσουμε το σήμερινό άρθρο, υπό τύπον δώρου. Θα λεξιλογήσουμε λοιπόν για το όνομα Παρασκευή καθώς και για το αρκετά σπανιότερο ανδρικό αντίστοιχό του, τον Παρασκευά.

Στο ιστολόγιο συνηθίζουμε να δημοσιεύουμε άρθρα, αφιερωμένα σε ονόματα, τη μέρα της γιορτής τους, και με τον καιρό έχουμε καλύψει τα περισσότερα διαδεδομένα αντρικά και γυναικεία ονόματα -τη Μαρία και την Άννα, τον Δημήτρη και τη Δήμητρα, τον Γιάννη, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Κώστα και την Ελένη, τον Στέλιο και τη Στέλλα, τον Χρίστο (ή Χρήστο) και την Κατερίνα. Από τα λιγότερο συχνά έχουμε αφιερώσει άρθρο στον Σπύρο και στον Θανάση και παλιότερα στον Θωμά, στον Στέφανο και στον Χαράλαμπο. Τελευταίο τέτοιο άρθρο ήταν, πέρυσι τον Σεπτέμβριο, για τον Σταύρο, εκτός αν έχω ξεχάσει κανένα.

Σύμφωνα με μια κατάταξη των ελληνικών ονομάτων, το γυναικείο όνομα Παρασκευή δεν είναι από τα πολύ συχνά, αλλά ούτε βέβαια και σπάνιο: έρχεται στη 18η θέση ανάμεσα στα γυναικεία ονόματα, ενώ ο Παρασκευάς βρίσκεται αρκετά πιο πίσω, στην 56η θέση των ανδρικών.

Το κύριο όνομα Παρασκευή προέρχεται από την ημέρα Παρασκευή, η οποία ονομάστηκε έτσι επειδή προηγείται του Σαββάτου, που ήταν ημέρα ανάπαυσης για τους Εβραίους. Οπότε, τη μέρα της προετοιμασίας, την Παρασκευή, έπρεπε να προετοιμάσουν όλα τα αναγκαία ώστε το Σάββατο να είναι έτοιμα.

Στο Κατά Μάρκον ευαγγέλιο διαβάζουμε: Καὶ ἤδη ὀψίας γενομένης, ἐπεὶ ἦν παρασκευή, ἐστιν προσάββατον. Αλλά και στον Φλάβιο Ιώσηπο: …ἐν σάββασιν ἢ τῇ πρὸ αὐτῆς παρασκευῇ ἀπὸ ὥρας ἐνάτης. Ομολογώ πως, αν και έψαξα, δεν βρήκα πώς λέγεται η παρασκευή αυτή στα εβραϊκά.

Θα μπορούσαμε να πούμε πολύ περισσότερα για την ημέρα Παρασκευή, και για τη Μεγάλη Παρασκευή και για τη λαογραφία, και το ότι θεωρείται γρουσούζικη, ιδίως όταν πέσει 13 του μηνός (όχι όμως τόσο πολύ στην Ελλάδα, όπου τον αντίστοιχο ρόλο παίζει η Τρίτη), αλλά το άρθρο θα επικεντρωθεί στο όνομα.

Από την ημέρα Παρασκευή άρχισε να δίνεται και το γυναικείο όνομα Παρασκευή, ενώ μεταγενέστερο είναι το ανδρικό Παρασκευάς. Η ορθόδοξη και η καθολική εκκλησία τιμούν τη μνήμη της μεγαλομάρτυρος Αγίας Παρασκευής της Ρώμης, της αθλοφόρου, που γεννήθηκε στη Ρώμη τον 2ο αιώνα από γονείς ελληνικής καταγωγής, πήρε το όνομά της από την ημέρα της εβδομάδας, και μαρτύρησε με αποκεφαλισμό. Αυτή γιορτάζει σήμερα.

Υπάρχουν και άλλες αγίες με το ίδιο όνομα με πιο γνωστή την οσία Παρασκευή την Επιβατινή (ή Νέα) από τους Επιβάτες της Ανατολ. Θράκης, που έζησε τον 10ο αιώνα και που την τιμούν ιδιαίτερα οι σλαβικοί λαοί των Βαλκανίων. Η μνήμη της τιμάται στις 14 Οκτωβρίου.

Το γυναικείο όνομα δεν εμφανίζεται στη δυτική Ευρώπη, παρόλο που η αγία Παρασκευή ήταν, όπως είδαμε, γεννημένη στη Ρώμη. Είναι όμως αρκετά διαδεδομένο στα Βαλκάνια και στους σλαβικούς λαούς, όπου έχουμε το Παρασκεβα και, στα ρώσικα, το Πρασκοβία.

Το ανδρικό όνομα είναι ακόμα σπανιότερο διεθνώς. Ο Παρασκευάς του Ροβινσώνα Κρούσου υπάρχει βεβαίως μόνο στην ελληνική μετάφραση. Στο πρωτότυπο είναι Friday, επειδή ο Ροβινσώνας τον βρήκε μια Παρασκευή, στη γαλλική μετάφραση είναι Vendredi κτλ.

Από υποκοριστικά και χαϊδευτικά υπάρχουν αρκετά: καταρχάς Παρασκευούλα, ενώ πολύ συχνά είναι τα Βούλα, Βιβή και Εύη, αν και δεν νομίζω να υπάρχει αποκλειστικότητα, δηλ. το Εύη μπορεί να προέρχεται και από άλλα πλήρη ονόματα, όπως και το Βούλα.

Πιο παλιά, ιδιωματικά χαϊδευτικά έχουμε τη Σκεύω και τη Σκευούλα, την Τσέβω, την Τσεβή και την Τσεβούλα, την Κεβή (σε μυθιστόρημα του Ξενόπουλου την έχω συναντήσει). Τη μακαρίτισσα την πεθερά μου την έλεγαν οι δικοί της Πανσούλα. Εμείς τη μεγάλη κόρη μου τη λέμε Εύη, να είναι πάντα χαρούμενη και λαμπερή.

Συνηθισμένη συντομομορφή του Παρασκευά είναι ο Πάρις ή Πάρης -ας πούμε ο Πάρις Κουκουλόπουλος, που είναι Παρασκευάς, όπως και ο Πάρης Ταβελούδης (αλλά γνωστότερος ως Κοσμάς Πολίτης). Υπάρχει και ο Τσεβάς, που κυρίως ως επώνυμο επιβιώνει. Πιθανώς και ο Σκεύος, αν και ο Δωδεκανήσιος πολιτικός και γιατρός Σκεύος Ζερβός είχε το σπάνιο όνομα Σκευοφύλαξ.

Τοπωνύμια Παρασκευή υπάρχουν δυο χωριά στην Αχαΐα και στα Γρεβενά, κι ένας οικισμός στα Τρίκαλα. Αλλά βεβαίως έχουμε πάμπολλα τοπωνύμια Αγία Παρασκευή, από τα οποία ξεχωρίζει το προάστιο της Αθήνας στα πόδια του Υμηττού -έχει γράψει ο Βάρναλης ένα ωραίο χρονογράφημα, για τη μεταβολή του οικισμού, που το συμπεριέλαβα στα Αττικά, και ίσως το αναδημοσιεύσω κάποτε και εδώ.

Την Αγία Παρασκευή των βορείων προαστίων ξέρουν οι περισσότεροι αλλά εμείς που καταγόμαστε από τη Μυτιλήνη ξέρουμε επίσης την Αγία Παρασκευή της Λέσβου, το κεντρικό κεφαλοχώρι του νησιού, πρωτεύουσα της Ελεύθερης Λέσβου στην Κατοχή. Και στη Θεσσαλονίκη υπάρχει Αγία Παρασκευή, αλλά βέβαια και δεκάδες χωριά με το ίδιο όνομα.

Στο γνωστό δημοτικό τραγούδι, την Παρασκευούλα τη γέλασε το άτιμο το δημαρχόπουλο, και δεν την παντρεύτηκε, παρόλο που είχε αμπέλια στη Βλαχιά και σπίτια στο Βουκουρέστι. Πάνω στην ίδια μελωδία (νομίζω) αλλά με άλλα λόγια βρίσκω και μια θερμιώτικη παραλλαγή.

Υπάρχει επίσης το δημοτικό Σιγά σιγά Παρασκευούλα μου, αλλά πιο γνωστή είναι μια άλλη Παρασκευούλα, δημοτικοφανής κι αυτή, που την έκανε γνωστή ο Μιχάλης Βιολάρης:

Παρασκευούλα ζάχαρη, Παρασκευούλα μέλι
Παρασκευούλα κρύο νερό, που πίνουν οι αγγέλοι.

Δεν νομίζω να είναι αυθεντικό δημοτικό, αλλά θα μας πουν οι ειδικοί. Πάντως οι στίχοι αναφέρονται και στην άλλη Παρασκευούλα, με τα σπίτια στο Βουκουρέστι.

Μετά την καθιέρωση της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας η μέρα Παρασκευή έγινε πολύ ελκυστική, και έχω ακούσει στην τηλεόραση να λένε το τραγούδι του Βιολάρη, Παρασκευούλα ζάχαρη και μέλι, όχι για κάποια κοπέλα αλλά για τη μέρα, που ήταν ο προθάλαμος της διήμερης ανάπαυσης.

Βέβαια, με την καλπάζουσα απορρύθμιση των εργασιακών χάνει κι η Παρασκευούλα, η μέρα εννοώ, κάμποση από την αίγλη της, αφού όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι δεν ξέρουν από Σάββατα και Κυριακές.

Αλλά αυτό είναι θέμα για άλλη συζήτηση. Σήμερα ας ευχηθούμε χρόνια πολλά στις Παρασκευές και τους Παρασκευάδες του ιστολογίου και στους δικούς μας ανθρώπους. Χρόνια πολλά Ευούλα!

 

Posted in Εορταστικά, Ημερολογιακά, Ονόματα, Τραγούδια, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , | 221 Σχόλια »

Η Λορεντάνα (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2021

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν φέτος τον Μάρτη, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Το σημερινό διήγημα ανήκει στη σειρά «κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ» (σα να λέμε στον ύπνο και στον ξύπνιο) όπως και το προηγούμενο του Μαρτίου αλλά και το «Ένα απόγευμα στη Θήβα«.

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτό αναφέρεται σε ένα γνωστό τραγούδι, στο Αντρέα του Φαμπρίτσιο ντ’ Αντρέ. Στο τέλος υπάρχουν το γιουτουμπάκι και τα λόγια του τραγουδιού (στα ιταλικά βεβαίως). Ο λόγος στον Τζι:

Κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ (3)  Η Λορεντάνα
                                                          Andrea aveva un amore, riccioli neri    Ο Αντρέας είχε μια αγάπη, μαύρα τσουλούφια
Andrea aveva un dolore, riccioli neri    ο Αντρέας είχε  μια θλίψη, μαύρα τσουλούφια

– Δεν θέλω να πεθάνω από ευτυχία, μ’ αρέσει η θλίψη που βγάζει η τσαπατσουλιά σου, την προτιμώ από την παγωμάρα που αναδύεται στα τακτοποιημένα ντουλάπια.

Κοίταξε τα μαλλιά της που κατρακύλαγαν στους ώμους της σε κυματιστές  μπούκλες, ποτέ δεν χρειάσθηκαν κτένισμα.

– Riccioli neri, θυμήθηκε ένα τραγούδι του Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ.

– Τι είπες ;

– Τίποτα, κάτι δικό μου…

Κάτι τον έπνιγε, άνοιξε το παράθυρο. Βαριά γκρίζα συννεφιά απ’ έξω, λες και χύμηξε μέσα να καλύψει το κενό. Η Λορεντάνα θορυβήθηκε. Κούνησε το κεφάλι της σαν νάθελε να την διώξει. Τα μαλλιά της ακολούθησαν την κίνηση, κάποια τσουλούφια πέσανε στο πρόσωπό της, τα απομάκρυνε με τα χέρια της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , | 88 Σχόλια »

Τα 100 καλύτερα ελληνικά τραγούδια (του 20ού αιώνα)

Posted by sarant στο 9 Ιουνίου, 2021

Τον Μάιο του 1999, μέσα στον παροξυσμό για την αλλαγή του αιώνα και της χιλιετίας, το περιοδικό Δίφωνο (τότε έβγαιναν περιοδικά) κυκλοφόρησε ένα ειδικό τεύχος με τίτλο «Ένας αιώνας ελληνική μουσική», στο οποίο οι συνεργάτες του, κάθε άλλο παρά τυχαίοι, επέλεξαν τα 100 τραγούδια, τους 100 δίσκους και τα 60 πρόσωπα της εκατονταετίας.

Το τεύχος αυτό το είχα κρατήσει και πρόσφατα κάποιες ανασκαφές το έφεραν ξανά στην επιφάνεια, οπότε σκέφτηκα να παρουσιάσω εδώ τον κατάλογο των 100 τραγουδιών. Θα μου πείτε, πέρασαν 22 χρόνια από τότε, οπότε αν κατάρτιζαν σήμερα τον κατάλογο αυτό η σύνθεσή του δεν θα ήταν ίδια, θα είχαν προστεθεί νεότερα τραγούδια -αλλά η εκτίμησή μου είναι ότι δεν θα είχε αλλάξει ριζικά ο κατάλογος.

Η αξία που έχουν τέτοιοι κατάλογοι είναι βέβαια σχετική και στοιχηματίζω ότι αν διεξέλθετε τα 100 τραγούδια θα βρείτε σίγουρα κάποιο ή κάποια που κατά τη γνώμη σας κακώς λείπουν. Αλλά έτσι γίνεται με αυτές τις λίστες. Τουλάχιστον δίνουν αφορμή για συζήτηση.

Οι συνεργάτες του τεύχους του Δίφωνου ήταν: Στέλλα Βλαχογιάννη, Πάνος Γεραμάνης, Μάνος Ελευθερίου, Αργύρης Ζήλος, Γιώργος Μονεμβασιτης, Γιώργος Νοταράς, Γιώργος Παπαδάκης και Γιώργος Τσάμπρας. Για κάθε τραγούδι του καταλόγου ένας από αυτούς έγραφε μια σύντομη παρουσίαση. Δεν την περιλαμβάνω εδώ, αλλά με την ευκολία της νέας τεχνολογίας προσθέτω λινκ προς το καθένα από τα 100 τραγούδια. Δεν διαλέγω πάντα την πρώτη εκτέλεση -και άλλωστε, όπως θα δείτε, οι συντελεστές του Δίφωνου μνημονεύουν απλώς συνθέτη και στιχουργό, όχι εκτελεστή (άλλωστε, τα περισσότερα τραγούδια του καταλόγου, καθώς είναι κλασικά, έχουν πολλαπλές εκτελέσεις).

Χωρίς άλλα εισαγωγικά, τα 100 τραγούδια του 20ού αιώνα, σύμφωνα με το Δίφωνο, είναι τα εξής:

1.Συννεφιασμένη Κυριακή (Βασίλης Τσιτσάνης, στίχοι Τσιτσάνης-Αλέκος Γκούβερης)

2.Αγάπη που’γινες δίκοπο μαχαίρι (Μάνος Χατζιδάκις – Μιχάλης Κακογιάννης)

3.Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι (Απόστολος Καλδάρας)

4. Χάρτινο το φεγγαράκι (Χατζιδάκις-Γκάτσος)

5. Το μινόρε της αυγής (Περιστέρης – Μίνως Μάτσας)

6. Είμαι αητός χωρίς φτερά (Χατζιδάκις-Ευτ. Παπαγιαννοπούλου)

7. Δυο πορτες έχει η ζωή (Καζαντζίδης-Ευτ. Παπαγιαννοπούλου)

8. Πριν το χάραμα (Παπαϊωάννου-Χαρ. Βασιλειάδης)

9. Αντιλαλούνε οι φυλακές (Μάρκος Βαμβακάρης)

10. Κραταιά ως θάνατος αγάπη (Μάνος Χατζιδάκις – στίχοι από το Άσμα Ασμάτων)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Κατάλογοι, Μουσική, Περιοδικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 172 Σχόλια »

Μιθριδατικά

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2021

Μιθριδάτες υπήρξαν πολλοί στην ιστορία, αλλά όταν αναφέρουμε σκέτο, χωρίς άλλο προσδιορισμό, το όνομα αυτό, εννοούμε έναν συγκεκριμένο, τον Μιθριδάτη τον ΣΤ’, τον Ευπάτορα (120-63 π.Χ.), τον βασιλιά του ελληνιστικού βασιλείου του Πόντου, τον τελευταίο ηγεμόνα της Μικρασίας που προσπάθησε να αμφισβητήσει την κυριαρχία της Ρώμης, και έδωσε το όνομά του και στους Μιθριδατικούς πολέμους, ένας από τους οποίους διαδραματίστηκε και στα μέρη τα δικά μας, με τη δραματική εξέγερση των Αθηνών και τη μετέπειτα πολιορκία και άλωση της πόλης από τον Σύλλα.

Μιθριδάτης ή Μιθραδάτης είναι εξελληνισμός περσικού ονόματος, που σημαίνει «ο δοσμένος από τον Μίθρα» (ινδοευρωπαϊκή γλώσσα τα περσικά, ίδια η ρίζα στο δατ-δοτός κτλ.) Είναι δηλαδή όνομα «θεοφορικό», πάνω στο ίδιο μοτίβο με ονόματα όπως Θεόδοτος, Θεόδωρος, Θεοδόσιος, Δωροθέα, Διόδοτος, το λατινικό Deodatus, το γαλλικό Dieudonné, το σλαβικό Μπογκντάν (μπογκ ο Θεός), το εβραϊκό Ναθαναήλ και άλλα πολλά που μπορούμε να βρούμε αν σκεφτούμε.

O Μιθριδάτης έχει περάσει στην αθανασία όχι μόνο ή τόσο επειδή εναντιώθηκε στους Ρωμαίους αλλά από τη λέξη «μιθριδατισμός». Επειδή φοβόταν μην τον δηλητηριάσουν, έπαιρνε συνεχώς μικρές δοσεις δηλητηρίου ώστε να φτιάξει ο οργανισμός του μεγάλη αντοχή στη δηλητηρίαση. Φαίνεται ότι τα κατάφερε, τόσο που, όταν στο τέλος της ζωής του, ηττημένος πια, θέλησε να πεθάνει για να μην τον πιάσουν ζωντανό, δεν μπόρεσε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο και διάταξε τον σωματοφύλακά του να τον σφάξει. Σήμερα, λέμε μιθριδατισμό τη βαθμιαία εξοικείωση με δυσάρεστες καταστάσεις, με αποτέλεσμα να μην εξεγείρεται κανείς για το κακό που το έχει συνηθίσει.

Μια άλλη πτυχή της ιστορίας του Μιθριδάτη που ενδιαφέρει το ιστολόγιο είναι η πολυγλωσσία του. Λένε ότι μιλούσε και τις 22 γλώσσες που μιλιούνταν από τους λαούς του βασιλείου του, όταν έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του -δηλαδή όλη τη Μικρασία καθώς και παράλια του ανατολικού και περιοχές του βόρειου Εύξεινου πόντου -Κριμαία, Αζοφική κτλ.

Αλλά ο Μιθριδάτης με τον οποίο θα ασχοληθούμε στη συνέχεια του άρθρου δεν είναι ο… Πόντιος. Διότι Μιθριδάτης (επώνυμο Χατζόγλου) είναι επίσης μουσικός της ραπ, γεννημένος το 1975 στην Κυψέλη, που έγινε γνωστός αρχικά από τη συμμετοχή του στο συγκρότημα Ημισκούμπρια, που μου άρεσε πολύ όταν εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1990.

Όπως έγραψα τις προάλλες με αφορμή τον Μπομπ Ντίλαν, μου αρέσουν τα είδη μουσικής που φέρνουν τον στίχο στην πρώτη γραμμή -και από την άποψη αυτή με ενδιαφέρει πολύ η ραπ, που αποτελεί, θα έλεγα, την εκδίκηση του στίχου, ή τέλος πάντων την επιστροφή του στο προσκήνιο. Αλλά και την επαναφορά της ομοιοκαταληξίας στο προσκήνιο, αφού η ραπ είναι ποίηση με ρίμες -και μάλιστα η δεξιοτεχνία στις ρίμες αποτελεί ένα από τα βασικά κριτήρια της αξιοσύνης του ραπαδόρου.

Ο Μιθριδάτης λοιπόν έκανε αίσθηση προχτές, όταν κυκλοφόρησε ένα σχεδόν 13λεπτο καινούργιο τραγούδι με τίτλο «Για να μην τα χρωστάω», στο οποίο κάνει μια συνολική, χειμαρρώδη και κατεδαφιστική, κριτική αποτίμηση για τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα και για τα κακώς κείμενα της τελευταίας διετίας, που σημαδεύτηκε από την πανδημία.

Ο ίδιος το χαρακτηρίζει «μουσικό φιλμ μικρού μήκους» και πράγματι είναι διαρθρωμένο σε 7 πράξεις, που η καθεμιά εστιάζεται σε διαφορετική πτυχή της κατάστασης. Συνολικά, έχουμε 260 στίχους οργανωμένους σε 130 ομοιοκατάληκτα δίστιχα.

Μπορείτε να το ακούσετε εδώ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ομοιοκαταληξία, Στιχουργική, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 281 Σχόλια »

Η καρδιά μου δεν ισορρόπα

Posted by sarant στο 26 Μαΐου, 2021

Ένα μικρό άρθρο σήμερα, για ένα ραμόνι -όπως λέμε στο ιστολόγιο τα παρακούσματα τραγουδιών, του τύπου «με βιολί σαν του Ροβιόλη, θα χορέψουν κι οι διαβόλοι», ενώ κανονικά ο στίχος του Φέρρη λέει «με βιολί σαντουροβιόλι». Κι επειδή το σαντουροβιόλι είναι λέξη που δεν την ξέρουν όλοι, κάποιοι την αναλύουν λάθος και φαντάζονται πως υπήρξε κάποιος δεξιοτέχνης βιολιστής ονόματι Ροβιόλης. Αλλά αυτά τα ξέρετε, τα έχουμε ξαναπεί πολλές φορές, ας πούμε σε αυτό το παλιότερο άρθρο.

Πριν από μερικές μέρες κυκλοφόρησε στο Τουίτερ το εξής τιτίβισμα:

Σήμερα έμαθα ότι το τραγούδι λέει «Ώπα, καρδιά μου ισορρόπα» κι όχι ώπα η καρδιά μου η σορόπα.

ΜΗ ΜΟΥ ΜΙΛΑΤΕ ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ ΜΟΝΗ ΜΟΥ

Παραλείπω το (γυναικείο) χρηστώνυμο, διότι δεν έχει νόημα να μεταφέρουμε συζητήσεις από άλλα μέσα -και, έτσι κι αλλιώς, η άποψη είναι διαδεδομένη. Επίσης, αλλάζω το «ώπα» σε «όπα» χωρίς να αλλάζει τίποτα.

Αν δεν είναι ειρωνικό, η κυρία που το έγραψε ομολογεί με συντριβή το λάθος μέσα στο οποίο ζούσε τόσα χρόνια, όταν νόμιζε ότι το γνωστό τραγούδι λέει «Όπα, η καρδιά μου η σορόπα» -και μόνο πρόσφατα είδε το φως της ή μάλλον άκουσε το σωστό, που είναι, όπως μας λέει, «Όπα, καρδιά μου ισορρόπα».

Για να πούμε την αλήθεια, ανάλογη «αποκάλυψη» συμβαίνει συχνά με τα ραμόνια. Κάθε φορά που δημοσιεύω άρθρο για ραμόνια, όπως το άρθρο για τον Ροβιόλη που λέγαμε (το έχω βάλει 2-3 φορές ήδη) πάντοτε βρίσκεται κάποιος που λέει «Μη μου πείτε ότι το τραγούδι λέει ‘σαντουροβιόλι’ κι όχι ‘σαν του Ροβιόλη’!» (ή: μη μου πείτε ότι λέει «στην οδό γράφει μόνος» κι όχι «στην οδό Γραφημώνος» κτλ.)

Μόνο που εδώ, έχουμε ανάποδο ραμόνι (ινομάρ). Θέλω να πω, το τραγούδι όντως λέει «η καρδιά μου η σορόπα», επομένως η φίλη τιτιβίστρια κακώς διορθώθηκε δηλ. κακώς πίστεψε ότι τόσον καιρό το άκουγε λάθος!

Βέβαια, ξαναλέω, μπορεί και να το γράφει ειρωνικά. Όμως έχω συναντήσει πολλούς στο Διαδίκτυο που πιστεύουν ότι όντως το σωστό είναι «ισορρόπα» και όχι «η σορόπα», όπως θα δούμε στη συνέχεια, οπότε το πιθανότερο (και το απλούστερο) είναι να το πάρουμε τοις μετρητοίς, ότι το εννοεί.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, διότι είπα πιο πάνω «το γνωστό τραγούδι» χωρίς να αναφέρω για ποιο πρόκειται. Μπορεί να είναι πασίγνωστο, τουλάχιστον για τους παλιότερους σαν κι εμένα, αλλά ίσως κάποιοι να μην το ξέρουν -ή να μην έχουν αναγνωρίσει τους στίχους, για ποιο τραγούδι πρόκειται.

Είναι ένα αρχοντορεμπέτικο, που θα το θυμόμαστε κυρίως από την επανεκτέλεση της Βίκης Μοσχολιού, αλλά λέω να το ακούσουμε σε απόσπασμα από την εξαιρετική κωμωδία Ένα βότσαλο στη λίμνη με τον Βασίλη Λογοθετίδη (1952):

Ο τίτλος είναι «Άλα!» αλλά αρκετά συχνά αναφέρεται επίσης «Άνοιξε κι άλλη μπουκάλα». Μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ, στίχοι των Αλέκου Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου.

Οι στίχοι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κινηματογράφος, Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν, Ραμόνια, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 119 Σχόλια »