Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φάρσες’ Category

Τα έπη των Αριμασπών – 9 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η ένατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Μέχρι το τέλος του μήνα θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη, μετά μάλλον θα επιστρέψουμε σε δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά. Στην ομάδα τους προστίθεται και ένας τρίτος, ο πολιτικός μηχανικός Δημήτρης Γερμιώτης.

Βρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Σε εκδρομή στις Σπέτσες, ο Νίκος και ο Χρήστος με τις γυναίκες τους συναντούν τυχαία τον Δημήτρη, ο οποίος έχει σπίτι στο νησί. Τους προσκαλεί στο σπίτι του και η βραδιά τελειώνει με γλέντι.

mimis_jpeg_χχsmallΤην Κυριακή το απόγεμα πήραμε το πλοίο για τον Πειραιά. Κατά την   επιστροφή συζητούσαμε φυσικά  για το Δημήτρη, τη γυναίκα του και το χτήμα τους. Πραγματικά όλοι τον ζηλεύαμε, ο καθένας με τον τρόπο του. Εγώ για την πολυσχιδή δραστηριότητά του, η Μαργαρίτα για το ότι ζούσανε δίπλα στη γη, η Ρούλα για την ανοιχτοκαρδοσύνη και τις παρέες του κι ο Χρήστος για την οικονομική του άνεση, μ΄όλο που κατά την άποψή του η περιουσία αυτή χαραμιζόταν.

“Τόσα στρέμματα σε τέτοιο μέρος και τι κερδίζει; το λάδι και το κρασί της χρονιάς του, άντε και λίγα κιλά τυρί και γάλα, ενώ αν το έκανε ξενοδοχείο με μπάγκαλοους  θα έβγαζε εκατομμύρια”

“Και τι ανάγκη έχει; Τα παιδιά του είναι ανεξάρτητα, μεγάλωσαν, σπούδασαν και τώρα δουλεύουν. Αυτός με τη γυναίκα του με δύο μισθούς, τους φτάνουν και τους περισσεύουν, γιατί να βάλουν σκοτούρες στο κεφάλι τους; Εγώ τους ζηλεύω γιατί κάθε Σαββατοκύριακο ζούνε μέσα στη φύση”. Η Μαργαρίτα ήταν κατηγορημαική. Η Ρούλα συμφώνησε μαζί της.

Ο Χρήστος δεν πειθόταν. Καθώς τον άκουγα να επιχειρηματολογεί για τις χαραμιζόμενες οικονομικές δυνατότητες του Δημήτρη, θυμήθηκα πως από το Γυμνάσιο ακόμα είχε εκδηλώσει τη ροπή του προς τις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Τότε στην Κατοχή πολλοί πουλούσαν κι αγόραζαν τα πάντα. Τα λεφτά ήταν πληθωριστικά κι έπρεπε αμέσως να ξοδευτούν, αλλοιώς χάναν την αξία τους. Ο Χρήστος είχε βρει μιαν αποθήκη με τετράδια, μολύβια και άλλα είδη χαρτοπωλείου και μας τα πουλούσε πολύ πιο φτηνά από τον κυρ Παντελή τον βιβλιοχαρτοπώλη της γειτονιάς μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα, Φάρσες | Με ετικέτα: | 106 Σχόλια »

Και πάλι, ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2016

Και σήμερα βάζω επανάληψη, όχι μόνο επειδή είναι καλοκαίρι και το καλοκαίρι βάζουμε επαναλήψεις, αλλά και επειδή το αρχικό άρθρο, που είχε δημοσιευτεί όταν το ιστολόγιο βρισκόταν ακόμα στον τέταρτο μήνα της ζωής του (σήμερα διάγουμε το όγδοό μας έτος), είχε περάσει μάλλον απαρατήρητο. Βέβαια, πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι το σημερινό άρθρο έχει πονηρά υπονοούμενα, είναι δηλαδή σόκιν όπως λέγαμε τα παλιά χρόνια -οπότε μην το δείξετε στη μαμά σας. Επίσης, έχω προσθέσει στο τέλος μερικές ακόμα γυμνασιακές αθυροστομίες, που δεν υπήρχαν στο αρχικό άρθρο.

Και μια έκκληση για εθελοντές ή μάλλον για έναν εθελοντή -ζητάω κάποιον να μου πληκτρολογήσει ένα αξιοπερίεργο για την επόμενη Κυριακή, τρεις μεγάλες (αλλά όχι πυκνοτυπωμένες) σελίδες παλιού περιοδικού. Ή και δύο, αν το μοιράσουμε. Θα τηρηθει σειρά προτεραιότητας 🙂

Πριν από κάμποσα χρόνια, ο φίλος Γιάννης Χάρης είχε δημοσιέψει στο ιστολόγιό του την εξής διασκεδαστική ιστορία που έχει και φιλολογικό ενδιαφέρον:

…και μια παλιά ιστορία, από τις άπειρες που μου ‘λεγε ο αλεξανδρινός συγγραφέας Μανόλης Γιαλουράκης (1921-1987) -τη γράφω πριν την ξεχάσω εντελώς, ήδη δεν είμαι σίγουρος για όλες τις λεπτομέρειές της, έψαξα και στο ίντερνετ, τίποτα σχετικό, μακάρι να βρεθεί κάποιος που να ξέρει και να συμπληρώσει ή να διορθώσει:

Κάποια εποχή λοιπόν ο Λαπαθιώτης που ήταν τσακωμένος με τον Πέτρο Χάρη (ψευδώνυμο, ε; μην το ξεχνάμε) έστειλε στη Νέα Εστία ένα ποίημα. Κολακεύτηκε ο Πετροχάρης που ο ποιητής τού ξεθύμωσε και του έστειλε και ποίημα, και το έβαλε στην πρώτη σελίδα (ή ίσως και στο εξώφυλλο;). Το ποίημα είχε τίτλο «Καρκινική επιγραφή», τέλειωνε με κάτι σαν απόφαση του ποιητή να επισκεφτεί την περίφημη κρήνη, όπου -έλεγε ο τελευταίος στίχος-

ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση

[διαβάστε φωναχτά, και θα καταλάβετε το τι χαμός έγινε μόλις κυκλοφόρησε το τεύχος…]

Να πω εδώ ότι ο Πέτρος Χάρης (1902-1998) λεγόταν στην πραγματικότητα Ιωάννης Μαρμαριάδης, οπότε ο Γιάννης Χάρης είναι και συνονόματος με τον παλιό λόγιο (στο πραγματικό του ονοματεπώνυμο) αλλά και συνεπώνυμός του (στο ψευδώνυμό του).

Επειδή μελετάω τον Λαπαθιώτη, όταν διάβασα την ανάρτηση αυτή έγραψα στον Γιάννη Χάρη, αλλά δεν θυμόταν κάτι περισσότερο από τα παραπάνω. Στο μεταξύ, τα περισσότερα τεύχη της Νέας Εστίας υπάρχουν σε ηλεκτρονική μορφή στο ΕΚΕΒΙ, αλλά τέτοιο πρωτοσέλιδο ποίημα δεν φαίνεται να υπάρχει. Ούτε μ’ αυτό τον τίτλο, ούτε μ’ αυτό τον τελευταίο στίχο. Άρα; Πλαστή η ιστορία του Γιαλουράκη; Απλώς μπεντροβάτη; Όχι αναγκαστικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Επαναλήψεις, Λαπαθιώτης, Φάρσες | Με ετικέτα: , , , | 119 Σχόλια »

Αργυρώνητα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 18 Οκτωβρίου, 2014

 

Δυο πεντασύλλαβες λέξεις ακούστηκαν αρκετά μέσα στη βδομάδα που πέρασε, αφενός ότι ένα μέρος της επιδότησης που εισπράττουν τα πολιτικά κόμματα θεωρήθηκε βάσει τροπολογίας «ακατάσχετο» και αφετέρου ότι οι βουλευτές είναι ή δεν είναι ‘αργυρώνητοι’ (για τις αρκούδες στο δάσος δεν ακούστηκε τίποτα). Μια και χτες έγραψα άρθρο για την πρώτη από αυτές τις λέξεις, τα σημερινά μεζεδάκια βαφτίζονται από τη δεύτερη -ενώ αν είχα χτες μιλήσει για τη λέξη ‘αργυρώνητος’ σήμερα θα σερβίριζα ‘ακατάσχετα’ μεζεδάκια.

Πάντως, τα μεζεδάκια μας δεν έχουν άμεση σχέση με καμιά από τις δυο λέξεις, αυτό να λέγεται.

* Ακούγοντας τη ραδιοφωνική μετάδοση του ποδοσφαιρικού αγώνα Φινλανδίας-Ελλάδας σημείωσα δυο μικρογλωσσικά.

Καταρχάς, προς το τέλος, όταν ο προπονητής έκανε και την τρίτη αλλαγή, ο εκφωνητής της Nova Sport FM είπε ότι «ρίχνει όλα τα όπλα στη φαρέτρα ο Ρανιέρι». Δεν μου φαίνεται σωστή η μεταφορά. Τα όπλα είναι στη φαρέτρα, άρα τα βγάζει κανείς όταν θέλει να τα χρησιμοποιήσει.

Και πιο πριν, όταν ο Βύντρα έκανε μια λαθεμένη πάσα, ο εκφωνητής είπε «Ο Βύντρα λανθάνει». Όχι όμως. Το «λανθάνω» δεν σήμαινε «κάνω λάθος» ούτε στα αρχαία ελληνικά, ούτε στα νέα, όπου σημαίνει «βρίσκομαι κρυμμένος, χωρίς να εκδηλώνομαι» (π.χ. στο τάδε ποίημα λανθάνει μια μελαγχολική διάθεση). Μπορούμε επίσης να πούμε ότι ο τάδε στίχος είναι από ποίημα που λανθάνει, δηλαδή δεν το έχουμε βρει. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν σημαίνει «κάνω λάθος». Ίσως σκεφτόταν το «σφάλλει» ο εκφωνητής, αλλά πόσο πιο απλό θα ήταν να πει «κάνει λάθος» -εκτός πια αν παίζει ποδόσφαιρο με φράκο!

* Φίλος διαβάζει στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου που πρόσφατα εκδόθηκε από τις καλές εκδόσεις Αλεξάνδρεια (και που υπάρχει και εδώ) ότι «Τα παραδείγματά του απορρέουν από τα πιο διαφορετικά πεδία – από την αυτοβιογραφία ώς την υψηλή θεωρία, από το κρίκετ ώς τη στατιστική κι από τον οικισμό Ταμίλ Ναντού ώς τη Σίλικον Βάλεϋ».

Και με ρωτάει: αυτό είναι πατάτα ή ξέρουν κάτι που δεν το ξέρουμε; Δεδομένου ότι Ταμίλ Ναντού λέγεται μια από τις ομόσπονδες πολιτείες της Ινδίας, με καμιά εξηνταριά εκατομμύρια πληθυσμό, τείνω προς την πατάτα, αλλά ελπίζω να κάνω λάθος. Πάντως, και χωρίς να το θεωρώ λάθος, εγώ δεν θα έλεγα ότι τα παραδείγματα «απορρέουν» από κάπου, αλλά «είναι αντλημένα/παρμένα» από τον τάδε ή τον δείνα τομέα. Στα μάτια τα δικά μου, το παράδειγμα το διαλέγουμε, δεν έρχεται μόνο του να μας βρει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια, Το είπε/δεν το είπε, Φάρσες | Με ετικέτα: , , , , | 212 Σχόλια »

Ποιητές κάνουν δώρα

Posted by sarant στο 31 Αυγούστου, 2014

Κλείσανε προχτές 58 χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, στις 29 Αυγούστου 1956, από ανακοπή καρδιάς, στα 47 του χρόνια. Βασανισμένος από γεννησιμιού του από τη φτώχεια, τις στερήσεις και την κακή υγεία, χωρίς καμιά δυνατότητα να χωθεί σε κάποια μισθωτή θέση, εξαιτίας της ισιάδας του και της πολιτικής του τοποθέτησης, ο Κοτζιούλας το στερνό εκείνο καλοκαίρι της ζωής του δούλευε σαν είλωτας σε μιαν αυθαίρετη παράγκα που’χε φτιάξει στην Πεντέλη -τον βόλευε εκεί γιατί το σπίτι του στη Δάφνη ήταν μονοκάμαρο και με το μικρό παιδί και το νοικοκυριό δεν ήταν μπορετό να συγκεντρώνεται.

Μεταφράζοντας πέθανε ο Κοτζιούλας, σελίδες ατέλειωτες, μυθιστορήματα ποτάμια, Αθλίους κι άλλα, για εκδότες κακοπληρωτές με βαριά σακούλα. Κάποτε πρέπει κι εμείς οι μεταφραστές να τον τιμήσουμε αυτόν τον ήρωα της μεταφραστικής εργασίας, που ήταν κι απ’ τους πιο μεγάλους μάστορες του καιρού του.

Για την επέτειο της θανής του, διάλεξα να παρουσιάσω ένα χειρόγραφό του, ένα ποίημα χαρισμένο στον φίλο του, τον επίσης ποιητή Γεράσιμο Γρηγόρη, που του αντιχάρισε κι αυτός ένα δικό του ποίημα -μα που δεν πρόλαβε να το εκδώσει σε βιβλίο παρά μετά τον θάνατο του Κοτζιούλα. Ο Γρηγόρης (1907-1985), γεννημένος στη Λευκάδα, ήταν φοιτητής στην Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όπου γνώρισε τον Κοτζιούλα και δέθηκε μαζί του με στενή φιλία, μαζί και με τον Σταύρο Τσακίρη και άλλους νεαρούς με έφεση για την ποίηση.

Το βιβλίο στο οποίο περιλαμβάνεται σε φωτογραφία το χειρόγραφο του Κοτζιούλα είναι το «Επιστροφή στην ποίηση», μια αναδρομική επιλογή της ποίησης του Γρηγόρη, που εκδόθηκε το 1980 από τις εκδόσεις Κονιδάρη. Ο φίλος μας ο Λεώνικος είχε το βιβλίο στη βιβλιοθήκη του, κι όπως είναι καλός φίλος και ξέρει τις πετριές μου με ρώτησε αν το ξέρω. Του απάντησα πως όχι, του ζήτησα να μου σκανάρει τις σχετικές σελίδες, αλλά επειδή δεν σκαμπάζει από τα τέτοια κι είναι άνθρωπος γενναιόδωρος προτίμησε να μου χαρίσει το βιβλίο. Επίσης έγραψε το σημείωμα που θα διαβάσετε παρακάτω. Και για να αβγατίσει το δώρο, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του Γρηγόρη βρήκα κι άλλο ένα θέμα που ενδιαφέρει το ιστολόγιο, που το βάζω σε υστερόγραφο, ύστερα από το σημείωμα του Λεώνικου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση, Συνεργασίες, Φάρσες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 84 Σχόλια »

Ο Καρολάκης και οι φαρσέρ

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2014

Τώρα με την κρίση, το έχουμε ξαναπεί, βρίσκει κανείς φτηνά βιβλία σε πάρα πολλά μέρη -κάποτε και πολύ καλά βιβλία, είτε σε προσφορές εφημερίδων είτε αυτά που οι ίδιοι οι εκδότες βγάζουν στο σφυρί για να ξεστοκάρουν, είτε παλιά βιβλία σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Τελευταία, και μερικά κεντρικά περίπτερα έχουν βγάλει πάγκο απέξω και πουλάνε παλιά βιβλία, και όχι τη συνηθισμένη σαβούρα. Όποτε περνάω από εκεί, βρίσκομαι στα δυο νερά -από τη μια, αν όλοι ψωνίζουν κοψοχρονιάς, θα σταματήσουν να βγαίνουν καινούργια βιβλία. Από την άλλη, με δελεάζουν κάποιοι τίτλοι, όχι μόνο τίτλοι που έψαχνα καιρό να τους βρω και τώρα τους βρίσκω φτηνότερα, αλλά και άλλοι που μπορεί να μην τους αγόραζα σε κανονική τιμή αλλά με τη μειωμένη μπαίνω στον πειρασμό.

Έτσι, τις προάλλες πήρα τα Άπαντα του Νιρβάνα σε πέντε τόμους, προς τρία ευρώ τον τόμο, παλιά έκδοση σκληρόδετη, παρόλο που αρκετά του Νιρβάνα υπάρχουν στο Διαδίκτυο και παρόλο που το βάρος να τα κουβαλάς δεν ήταν ευκαταφρόνητο -γύρω στις 600 σελίδες κάθε τόμος. Είναι έκδοση του 1968, σε επιμέλεια Βαλέτα («Αναστύλωσε και έκρινε Γ. Βαλέτας»). Ο Βαλέτας είναι φιλόλογος άλλης γενιάς, έκανε δουλειά που σήμερα πολλοί θα την πουν τσαπατσούλικη, έκανε όμως δουλειά από τις λίγες, κι αυτό δεν το λέω επειδή ήταν Μυτιληνιός και οι οικογένειές μας έχουν δεσμούς φιλίας.

Θα πει κανείς, τα Άπαντα του Νιρβάνα «εντελώς άπαντα» δεν είναι, διότι δεν περιλαμβάνουν όλα του τα έργα -τα κανονικά άπαντα θα έπιαναν πολύ περισσότερους τόμους, αν σκεφτούμε ότι ο Νιρβάνας (1866-1937) είχε καθημερινό χρονογράφημα επί πολλά χρόνια σε εφημερίδες. Ο Βαλέτας, και το λέει άλλωστε, έχει διαλέξει μερικά χρονογραφήματα μόνο, τα καλύτερα κατά τη γνώμη του.

Από τον Νιρβάνα έχω ανεβάσει αρκετόν στο Διαδίκτυο στον παλιό μου ιστότοπο, τόσο διηγήματα και νουβέλες όσο και τα πολύ καλά «Φιλολογικά απομνημονεύματά» του, όπου αφηγείται τη γνωριμία του με άλλους λογοτέχνες, τους οποίους σκιαγραφεί. Το σημερινό πεζό που θα σας παρουσιάσω, παρμένο από την έκδοση του Βαλέτα, ανήκει στην ίδια κατηγορία, των φιλολογικών σκιαγραφιών, αλλά δεν έχει περιληφθεί στον σχετικό τόμο, επειδή γράφτηκε αργότερα -δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβρη του 1934, στην εφημερίδα Νέος Κόσμος, στη στήλη «Πρόσωπα και πράματα που είδα».

Ο Νιρβάνας σκιαγραφεί τον φίλο του, τον γνωστό Γερμανό βυζαντινολόγο και νεοελληνιστή Καρλ Ντίτριχ (Karl Dieterich, 1869-1935), που τον φώναζαν χαϊδευτικά Καρολάκη, και τις φάρσες που του έκαναν στη φιλολογική παρέα που είχε σχηματιστεί γύρω από το πρωτοποριακό περιοδικό «Τέχνη», γύρω στο 1898 (ανθολογία από ποιήματα της Τέχνης έχω ανεβάσει εδώ). Κάποιες από τις φάρσες αυτές είχαν γλωσσικό χαρακτήρα: οι Έλληνες φίλοι του Ντίτριχ τον έπειθαν να χρησιμοποιεί κακέμφατες λέξεις που δήθεν σήμαιναν κάτι αθώο.

Όσοι έχουν δει το «Γάμος αλά ελληνικά» θα θυμούνται ότι τα αδερφοξαδέρφια της νύφης πείθουν τον αμερικάνο γαμπρό να φωνάξει «Έχω τρία αρχίδια», λέγοντάς του ότι αυτό στα ελληνικά σημαίνει «Ελάτε όλοι μέσα». Κάτι ανάλογο κάναμε κι εμείς όταν ήμασταν φοιτητές με ξένους τουρίστες, και το έκαναν και ο Νιρβάνας με τους φίλους του, λόγιοι πρώτης γραμμής όλοι τους, με τον «Καρολάκη». Αναρωτιέμαι αν είναι ελληνική ιδιοτροπία ή αν κι άλλοι λαοί αγαπούν αυτές τις φάρσες.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στα 1934, αλλά περιγράφει γεγονότα στο γύρισμα του 20ού αιώνα, από 1899 ως 1902-3 εικάζω. Στο σύντομο σημείωμά του ο Βαλέτας λέει ότι «πρώτη μορφή του κομματιού δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια τόμ. ΙΓ’ (1906-7) σελ. 286», ένα δείγμα του πώς ο Βαλέτας δεν πολυσκοτιζόταν για λεπτομέρειες: η παραπομπή είναι μεν σωστή, αλλά το άρθρο εκείνο είναι μια σοβαρή παρουσίαση του Ντίτριχ και επικεντρώνεται στο επιστημονικό του έργο, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τούτο εδώ, μόνο αναφέρει πως ο Χατζόπουλος τρέλαινε τους πάντες με τις φάρσες του. Κάτι όμως κέρδισα που το αναζήτησα, βρήκα τη φωτογραφία του… Καρολάκη και την βάζω εδώ. Για τον Χατζόπουλο ως φαρσέρ έχει γράψει και στα φιλολογικά του απομνημονεύματα ο Νιρβάνας, και εκεί αναφέρεται και στον Ντίτριχ.

O Έσσελινκ, που μνημονεύεται στο αφήγημα, είναι ο Ολλανδός βυζαντινολόγος Dirk Christian Hesseling (1859-1941).

Μεταφέρω σε μονοτονικό, διατηρώ κάποιες παλιές γραφές, ενώ μπορεί να έχουν ξεφύγει λαθάκια από το οσιάρισμα.

 

Ο ΚΑΡΟΛΑΚΗΣ

dieterichΟ Κάρολος Ντήτριχ (Karl Dieterich) ήταν ένας σοφός νεοελληνιστής κι ένας πολύτιμος φίλος της Ελλάδος. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, ιστορικός και γλωσσολόγος, συγγραφέας μιας αξιόλογης Ιστορίας της Βυζαντινής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, είχε έρθει, πρώτη φορά, στην Ελλάδα την εποχή που είχε πρωτοφανεί το δημοτικιστικό, «πρωτοποριακό» περιοδικό «Τέχνη». Έφτανε δηλαδή σε κατάλληλη στιγμή. Δημοτικιστής ο ίδιος, όπως όλοι οι ξένοι νεοελληνιστές, μιλούσε κι έγραφε τα ελληνικά, σχεδόν άφταιστα. Έχω μια σειρά από γράμματά του, που αν βγάλει κανείς μερικά τυπικά λάθη, που τα κάνουν σχεδόν όλοι οι ξένοι (θα σας γράφω, θα σας στέλνω, λ.χ., αντί θα σας γράψω, θα σας στείλω), δύσκολα μπορεί να καταλάβει πως είναι γραμμένα από ξένο. Ο σοφός και σοβαρότατος, λοιπόν, αυτός άνθρωπος, ύστερ’ από λίγες μέρες, που είχε βρεθεί μεταξύ μας, στη φιλολογική συντροφιά της «Τέχνης» (Κώστας Χατζόπουλος, Πορφύρας, Καμπύσης, Γρυπάρης, Βλαχογιάννης, Μαλακάσης, , Τσιριμώκος, Eπισκοπόπουλος) άπό προφέσσορ Κάρλ Ντήτριχ έγινεν οίκειότατα, χαϊδευτικότατα και σαμφασονικότατα, όπως θάλεγε ο Γαβριηλίδης : Καρολάκης. Φίλος κι αδερ­φοποιτός δηλαδή. Ο Καρολάκης αποδώ, ο Καρολάκης αποκεί, γεια σου Καρολάκη!

Ευτυχώς δεν παρεξηγούσε ο ίδιος την ξαφνική αυτή οικειό­τητα. Καταλάβαινε, πως είχε πάντα όλο το σεβασμό μας, όλη την εκτίμησή μας για την αξία του και όλη μας την αγάπη.. Η περίερ­γη όμως αυτή οικειότητα, που ξεπερνούσε κάποτε τα θεμιτά όρια, χωρίς κακία βέβαια, αλλά με τρόπο, που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί από κάθε άλλον, εκτός από τον Καρολάκη, είχε το λόγο της. Ο Ντήτριχ ήταν ένας άνθρωπος αγαθός, απονήρευτος, ακακος και, προπάντων, ευκολόπιστος — αρετές επικίνδυνες στην Ελλάδα. Όπως όλοι ο άνθρωποι οι μαθημένοι να μη λένε ψέματα οι ίδιοι, ούτε για αστεία, ήταν έτοιμος να πιστέψει το κάθε τι, που του έλεγαν. Αν, λόγου χάριν, του έλεγα εγώ, ότι στο Φάληρο πέταξε ένας γάιδαρος, θα δεχόταν την καταπληκτική εί­δηση μ’ ένα θαυμαστικό «Ά !…», χωρίς να την αμφισβητήσει. Ευκολότερα δηλαδή μπορούσε να πιστέψει, πως έγινε ένα θαύμα, παρά πως τον γέλασε ένας φίλος του, που τον εκτιμούσε. Και ίσως θα ξανάλεγε, με όλη του τη σοβαρότητα, την απίστευτη πληρο­φορία σ’ έναν άλλον. Κι αν ο άλλος αυτός τουδινε να καταλάβει, πως ένας γάιδαρος είναι αδύνατον να πετάξει, ακόμα και στην ‘Ελλάδα, θα του απαντούσε μ’ ένα άλλο θαυμαστικό: «Ά!..», σα να τούλεγε :

— Μου το είπε ο Νιρβάνας. Πώς μπορεί να μου πει ψέματα ο Νιρβάνας;

Εννοείται, ότι μια τέτοια ευπιστία, μεταξύ Ελλήνων, περ­νάει για κουταμάρα. Κανείς, βέβαια, δεν μπορούσε να πιστέψει, πως ο Ντήτριχ ήτανε κουτός, πολλοί όμως βρίσκανε πως μπο­ρούσαν, χωρίς κακία πάντα, να διασκεδάσουν με την ευπιστία του. Έτσι ο καημένος ο Καρολάκης είχε ακούσει πράγματα κα­ταπληκτικά. Τον είχαν καταφέρει να πιστέψει, ότι ένας γνωστό­τατος ποιητής της συντροφιάς είχε ανώμαλες ορέξεις, ότι βρισκό­ταν σε αθέμιτες σχέσεις μ’ έναν άλλον ποιητή — πεθαμένοι τώρα και οι δυο — και ότι έπρεπε να φυλάγεται και ο ίδιος.

— Ά!… έκαμε, ο Καρολάκης.

Και πίστευε. Και τι δεν πίστευε;… Τον είχαν κάνει μια φο­ρά να ζητήσει στο εστιατόριο «Αβέρωφ», αντί σουντζουκάκια, που είδε να τρώει κάποιον άλλον και που του είχαν κινήσει φαί­νεται την όρεξη, πράγματα ανομολόγητα, που η μόνη τους σχέσημε τα σουντζουκάκια ήταν ή ομοιοκαταληξία. Και όταν το γκαρ­σόνι άρχισε να του γελάει κατάμουτρα, πάλι δεν πήγε στο κακό ο νους του.

Φαίνεται —είπε— πως δεν προφέρω καλά ακόμα τα ελληνικά.

‘Ένα άλλο βράδι στο σαλόνι του Παλαμά —ο ποιητής δεχό­ταν τότε τα βράδια στο σπίτι του— έτυχε να βρίσκεται, περα­στικός απ’ την Αθήνα, και ο καθηγητής των Νεοελληνικών στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, κ. Έσσελινκ, που τον διαδέχθηκε τώρα στην έδρα του η δεσποινίδα Σοφία Αντωνιάδη. Τους παρουσίασαν. Και οι δύο ξένοι σοφοί άρχισαν να μιλούν ελληνικά μεταξύ τους.

— Σας έχω στείλει και τα πράματά μου… είπε μια στιγμή ο Ντήτριχ στον Έσσελινκ.

Εννοούσε τα συγγράμματά του, τα έργα του. Πνιχτά γέλια ακούστηκαν από διάφορες μεριές, ο Ντήτριχ κατάλαβε πως κάτι στραβό είχε πει. Πήρε κατά μέρος ένα δικό μας στο αντικρινό δωμάτιο, που ήταν το γραφείο του Παλαμά, και τον παρακάλεσε, να του εξηγήσει το λάθος του.

— Αυτό που είπες, Καρολάκη —του είπε εκείνος— έχει πολύ κακή σημασία στα ελληνικά. Και ήταν μπροστά και κυρίες.

Ήταν πράγματι στο σαλόνι, εκτός από την κ. Παλαμά και τη δ. Ειρήνη Νικολαΐδη, η αδελφή του γλωσσολόγου κ. Περνό, που έγραφε τότε με το ψευδώνυμο : Μικρογιάννης.

— Α!.. έκαμε ο Ντήτριχ. Και πώς έπρεπε να πω;

— Τα καλαμπαλίκια μου.

Ο Ντήτριχ δυσκολεύτηκε κάπως στη λέξη, την ξαναείπε δυο – τρεις φορές και, μια και δυο, ξαναγύρισε στο σαλόνι.

— Με συγχωρείτε, κύριε συνάδελφε… είπε στον Έσσελινκ. Πρωτύτερα ήθελα να σας πω, πως σας έστειλα τα καλαμπαλίκια μου.

Το τί ακολούθησε τότε δεν περιγράφεται. Αλλά και πάλι ο Καρολάκης δεν έβαλε κακό στο νου του. Είχε πιστέψει πως δεν είχε προφέρει καλά τη λέξη. Ποτέ όμως δεν θέλησε να πιστέψει, ότι τον είχε γελάσει ένας φίλος του.

Το ίδιο βράδι, από μια σατανική σύμπτωση, ο αγαθός Καρο­λάκης δοκίμασε και κάποιαν άλλη εύθυμη έκπληξη. Ο τότε αξιωματικός του Π. Ναυτικού και τώρα βουλευτής Πειραιώς κ. Γ. Σακκαλής, που ήτανε και λίγο ποιητής στις ώρες του, έκανε διαρκώς στον Ντήτριχ, που του τον είχαν παρουσιάσει εκείνη τη βρα­διά, ερωτήσεις για… ποδήλατα. Τον ρωτούσε, αν υπάρχουν πολ­λά εργοστάσια ποδηλάτων στη Γερμανία, αν οι Γερμανοί αγαπούν το ποδήλατο, αν ο ίδιος είναι καλός ποδηλατιστής, αν ήρθε απ’ τη Γερμανία με ποδήλατο, όλο και για ποδήλατα τέλος πάντων. Ο Καρολάκης, στενοχωρημένος, του απαντούσε με μονοσύλλαβα. Επιτέλους, έχασε την υπομονή του.

— Μα γιατί, κύριε, με ρωτάτε διαρκώς για ποδήλατα ;

— Μα δεν είσαστε ο κύριος Γκαίτριχ ; τον ρώτησε ο Σακαλής, που τον έπαιρνε ή έκανε πως τον παίρνει, για κάποιον Γκαί­τριχ, που ήταν τότε αντιπρόσωπος εργοστασίου ποδηλάτων στην ’Αθήνα.

Ο Ντήτριχ σηκώθηκε, έδωκε το χέρι του στο Σακαλή και ξαναπαρουσίασε τον εαυτό του:          ,

— Προφέσσορ Καρλ Ντήτριχ.

Τα περισσότερα όμως είχε τραβήξει ο καημένος ο Καρολάκης, από τον τρομερόν εκείνο φαρσέρ, που ήταν ο μακαρίτης ο Κώστας Χατζόπουλος. Ο Χατζόπουλος, που λογάριαζε τότε να πάει στη Γερμανία, είχε πάρει το Ντήτριχ δάσκαλο των γερμανικών. Αλλά μαθήματα ήταν εκείνα ή αδιάκοπη φάρσα; Ο καημένος ο Καρο­λάκης τα είχε χάσει, υποχρεωμένος να μεταφράζει ολοένα στο μαθητή του, όλους τους εξωφρενισμούς που του κατέβαιναν στο κεφάλι. Για μικρό δείγμα αρκεί να σημειωθεί ότι κάποτε τον έβα­λε να του μεταφράσει γερμανικά τη λέξη : «σκουληκομυρμηγκότρυπα». Και ο αθώος και απονήρευτος Καρολάκης υποχρεώθηκε να του τη μεταφράσει. Αλλά τα μαθήματα αυτά Ντήτριχ – Χατζοπούλου είναι ολόκληρη ιστορία, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος.

Απρέπειες όλα αυτά… θα μου πείτε. Και θα ήσαν πράγματι απρέπειες, χωρίς το σεβασμό, την εκτίμηση και την αγάπη, που είχαμε όλοι μας για το σοφό ·μας φίλο. Απλούστατα έφταιγε η αγαθότητα του Γερμανού σοφού και η ευπιστία του, αρετές πολύ επικίνδυνες, όπως είπα παραπάνω, μεταξύ Ελλήνων.

 

 

Posted in Αναμνήσεις, Φάρσες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 104 Σχόλια »

Αποπουδοβαλία, το αρχαιοελληνικό ποδόσφαιρο

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2014

Σήμερα το βράδυ η ελληνική ομάδα δίνει τον υπέρ πάντων αγώνα κόντρα στους Ιβοριανούς, οπότε το άρθρο μοιραία θα είναι ποδοσφαιρικό. Βέβαια, κι εδώ που έφθασε λίγο δεν είναι: τη στιγμή που η παγκόσμια πρωταθλήτρια Ισπανία έχει ήδη αποχωρήσει από τη διοργάνωση, τη στιγμή που η Αγγλία, το λίκνο του σύγχρονου ποδοσφαίρου, έχει αποκλειστεί, η Εθνική Ελλάδος εξακολουθεί να διατηρεί αμείωτες τις ελπίδες της για την κατάκτηση του κυπέλλου, ένα πρωτοφανές σαξές στόρι δηλαδή, εφάμιλλο με τις σελίδες δόξας που γράφει η κυβέρνησή μας στον στίβο της οικονομίας.

apopoduΟπότε, θα σας παρουσιάσω σήμερα τον αρχαίο πρόγονο του ποδοσφαίρου, το σπορ της «αποπουδοβαλίας», όπως τεκμηριώνεται στο έγκυρο αρχαιογνωστικό λεξικό Der Neue Pauly, την νέα έκδοση του κλασικού Pauly-Wissowa (Der neue Pauly. Enzyklopädie der Antike. Hg. v. Hubert Cancik. Stuttgart 1996ff. Bd. 1, Sp. 895).

Μεταφράζω πρόχειρα:
Αποπουδοβαλία: Αρχαίο άθλημα, πρόγονος του σημερινού ποδοσφαίρου. Αν και λεπτομέρειες δεν είναι γνωστές, ήδη στα Γυμναστικά του Αχιλλέως Τακτικού υπάρχει αναφορά σε «άνδρες αποπουδοβαλόντες» στις αρχές του 4ου αι. πΧ στην Κόρινθο. Φαίνεται ότι το άθλημα έφτασε κατά την ύστερη ελληνιστική εποχή ως τη Ρώμη’ τουλάχιστον στο ψευδοκικερώνειο έργο Περί ανδρών επιφανών (3,2) γίνεται λόγος για επιφανείς αποπουδοβαλιστές. Τους δύο πρώτους αιώνες μΧ η αποπουδοβαλία φτάνει, χάρη στις ρωμαϊκές λεγεώνες, ως τη Βρετανία, απ’ όπου άρχισε να διαδίδεται εκ νέου τον 19ο αιώνα. Παρά την φανερά μεγάλη δημοτικότητά του, το άθλημα καταδικάστηκε από τους πρώτους χριστιανούς συγγραφείς (βλ. ιδίως Τερτυλλιανό Περί θεαμάτων 31 κ.ε.) Από τον 4ο αιώνα και μετά δεν υπάρχει καμιά μνεία για την αποπουδοβαλία -και ακολουθεί βιβλιογραφία σε ξένα συγγράμματα, ενώ το άρθρο το υπογράφει ο M.Mei., που είναι η σύντμηση του ονόματος του Mischa Meier, ενός έγκριτου Γερμανού κλασικιστή.

Είναι περίεργο ότι ενώ το σχετικό άρθρο έχει γραφτεί εδώ και δεκαοχτώ χρόνια, έμεινε στην αφάνεια, περιφρονημένο από την πολιτική και αθλητική ηγεσία του τόπου, αν και είναι αλήθεια ότι κάποιοι κλασικοί φιλόλογοι έγραψαν για το θέμα και στα ελληνικά. Φταίει επίσης το γεγονός ότι τότε δεν είχε μεγάλη παρουσία το Διαδίκτυο, που βοηθάει να διαδίδεται πλατιά και υπεύθυνα η πληροφόρηση για όλα τα θέματα που οι εχθροί του έθνους δεν θέλουν να μάθουμε, όπως τους ψεκασμούς, το υπερδημητριακό ζέα, τα εκατομμύρια λέξεις της αρχαίας ελληνικής ή τον ηρωικό θάνατο του εύζωνα Κουκκίδη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Αρχαίοι, Μύθοι, Φάρσες | Με ετικέτα: , , | 225 Σχόλια »

Τα κεφάλια του μύθου και η περίπτωση του Σοφοκλή Καλλιμάνη

Posted by sarant στο 11 Απριλίου, 2014

 

Στο χτεσινό μου άρθρο για τα τρολ, και συζητώντας για τον όρο «τρολιά», έφερα σαν παράδειγμα τρολιάς τη φάρσα του Σοφοκλή Καλλιμάνη. Πρόκειται για μια παλιά ιστορία, αφού συνέβη πριν από 8 χρόνια, ωστόσο νομίζω πως διατηρεί το ενδιαφέρον της στο ακέραιο. Και επειδή το άρθρο που είχα γράψει τότε, πολύ πριν ανοίξω το ιστολόγιο, δεν έχει παρουσιαστεί εδώ, σκέφτομαι να το αναδημοσιεύσω, αφού οι περισσότεροι δεν θα το ξέρετε (υπάρχει βέβαια στον παλιό μου ιστότοπο, όπως και στο Γλώσσα μετ΄εμποδίων, που βγήκε το 2007 και που πρόσφατα ανατυπώθηκε). Με την ευκαιρία, το επικαιροποιώ λιγάκι.

Έχω αναφερθεί πολλές φορές στο Λερναίο κείμενο, ή κείμενο για το Hellenic Quest. Το βάφτισα Λερναίο, επειδή όσο κι αν το ανασκευάζεις, πάλι βρίσκει γόνιμο έδαφος και εξαπλώνεται. Πώς εξηγείται όμως η μακροβιότητα του μύθου; Για πολλούς, κάτι που το διαβάζουν τυπωμένο, έστω και στην οθόνη του υπολογιστή, προσλαμβάνει ακαταμάχητην εγκυρότητα. Έπειτα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που με πολύ μεγάλη ευκολία πιστεύουν ακόμα και τον πιο απίθανο «ευχάριστο» μύθο. Αφού το Λερναίο λέει πράγματα ευχάριστα, το χάβουν ανεξέταστα.

Άλλοι πάλι, ακούνε μόνο ό,τι θέλουν να ακούσουν. Για παράδειγμα, τις προάλλες [θυμίζω, το 2006 ή 2007] έβλεπα σε άλλο διαδικτυακό φόρουμ κάποιον να θριαμβολογεί, διότι σε μια πρόσφατη εκπομπή του «Ομιλείτε ελληνικά;» ειπώθηκε ότι Οι λέξεις compact disc, το γνωστό μας CD, είναι λέξεις  Ελληνικές και σημαίνουν «σύμπακτος δίσκος», κατά τον Μπαμπινιώτη και όχι μόνο.

Τώρα, με τον Μπαμπινιώτη μπορεί να διαφωνώ σε αρκετά, αλλά ο άνθρωπος ξέρει τι λέει και αγύρτης δεν είναι. Και μόνο αγύρτης ή άσχετος θα μπορούσε να πει ότι το σιντί είναι λέξη ελληνική και τα λοιπά. Μάλιστα κατά σύμπτωση και στο Λερναίο κείμενο περί Hellenic Quest, αυτή την επιτομή του τσαρλατανισμού και του σκοταδισμού, αναφέρεται και ο συμπακτωμένος δίσκος ως προέλευση του CD σαν παράδειγμα συνεισφοράς της τρισχιλιετούς στον διεθνή πολιτισμό.

Ευτυχώς έχω έναν γνωστό που μαγνητοσκοπεί τις εκπομπές αυτές. Ήθελα λοιπόν να δω την εκπομπή έχοντας τη (νοσηρή) περιέργεια να εξακριβώσω από πού πιάστηκε ο φίλος και φαντάστηκε ότι ο Μπαμπινιώτης είπε το CD λέξη ελληνική. Και πράγματι, στην εκπομπή υπάρχει μια ενότητα που λέγεται «Το λέμε ελληνικά» ή κάπως έτσι, όπου ζητείται από τους παίκτες να βρουν την ελληνική ονομασία κοινότατων ξένων λέξεων (οπερατέρ = εικονολήπτης, φλας μπακ = αναδρομή). Αν και παρόμοια εγχειρήματα πολλές φορές είναι ασκήσεις ματαιότητας, τα πιο πολλά παραδείγματα λέξεων ήταν καλοδιαλεγμένα, και θα ήταν καλύτερα αν η κυρία Χούκλη δεν πρόφερνε το ντεμπραγιάζ γαλλιστί (ντεμπραγιάge). Αλλά πλατειάζω. Τελειώνοντας αυτή η ενότητα, ένας από τους ηθοποιούς που συμμετέχουν, θυμήθηκε ότι στην προηγούμενη περίοδο της εκπομπής, πριν από μερικά χρόνια, τους είχε απασχολήσει η ελληνική απόδοση του compact disk, και ότι είχε γίνει γόνιμη συζήτηση που τον είχε εντυπωσιάσει, αλλά δεν θυμόταν σε ποια απόδοση είχαν καταλήξει (το οποίο παρεμπιπτόντως δείχνει για ποιο λόγο θεωρώ ασκήσεις ματαιότητας πολλές τέτοιες απόπειρες). Καλείται ο κ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος αναφέρει ότι τότε είχαν καταλήξει στην απόδοση «συμπαγής ψηφιακός δίσκος» για το compact disk.

Δηλαδή, στην πραγματικότητα:

Ο Μπαμπινιώτης είπε ότι το compact disk μπορεί να αποδοθεί ελληνικά ως ‘ψηφιακός συμπαγής δίσκος’.

Και ο θεατής που είδε την εκπομπή συγκράτησε ότι:

Η λέξη compact disk είναι ελληνική, σημαίνει ‘σύμπακτος δίσκος’ και το λέει και ο Μπαμπινιώτης.

Πράγμα που σημαίνει ότι όταν κανείς θέλει να ακούσει κάτι, θα το ακούσει οπωσδήποτε κι ας του πεις εσύ το εντελώς αντίθετο. Ευτυχώς δεν είναι όλοι έτσι, αλλιώς θα ήταν μάταια και όσα γράφουμε κι εμείς εδώ.

Πολύ διδακτική όμως βρίσκω και μια άλλη περίπτωση σχετική με γλωσσικούς μύθους, τη φάρσα του Σοφοκλή Καλλιμάνη. Μπορώ να αναφέρω το όνομα άνετα, διότι πρόκειται για ψευδώνυμο· και όχι τυχαίο ψευδώνυμο. Οι αρχικές συλλαβές του ονοματεπωνύμου δίνουν «Σόκαλ». Ο Άλαν Σόκαλ είναι ένας Αμερικανός μαθηματικός ο οποίος έγινε διάσημος το 1996 όταν έκατσε και έγραψε ένα περισπούδαστο κείμενο που ήταν από την αρχή ως το τέλος μια αρμαθιά από ανοησίες, αλλά παρουσιασμένες με στόμφο και με άφθονες περικοκλάδες· την περίτεχνη αυτή αρλούμπα την υπέβαλε σε ένα επιστημονικό περιοδικό, και μάλιστα πυριβιώδες(*), το οποίο τη δημοσίεψε μετά χαράς! Η φάρσα του Σόκαλ θεωρείται πλέον κλασική.

Ο δικός μας ψευδώνυμος Σοφοκλής Καλλιμάνης θέλησε το 2004 να μιμηθεί τον Σόκαλ, αλλά στο χώρο της ελληνοκεντρικής ετυμολογίας. Κάθισε λοιπόν και έγραψε ένα εκτενές κείμενο στο οποίο «αποδείκνυε» με βάση ένα χειρόγραφο του 13ου αιώνα, ότι η αγγλική λέξη draft είναι ελληνική (στην πραγματικότητα δεν είναι, βέβαια). Στο άρθρο του υιοθετούσε τη θεματολογία και τη φρασεολογία των ελληνεμπόρων, αφού τόνιζε την πολιτιστική επιρροή της ελληνικής στις σύγχρονες γλώσσες και επαινούσε την προσπάθεια αντικατάστασης ξένων δανείων με ελληνικά ισοδύναμα.

Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο κάπου το παράκανε· ήταν πολύ μεγάλο, είχε πολλές υποσημειώσεις και παραπομπές σε ανύπαρκτους λογίους του Μεσαίωνα όπως ο Ανσέλμος του Κλερβώ ή ο βυζαντινός Μανουήλ Φυρλίγγος. Αν και φτιαγμένο με μεγάλη τέχνη, γνώρισε την αποτυχία: δεν δημοσιεύτηκε παρά σε δυο ή τρεις ιστότοπους, και όχι μεγάλης εμβέλειας. Ολόκληρο το καλλιμάνειο (ή ψευδοκαλλιμάνειο;) κείμενο μπορείτε να το δείτε εδώ

Θα έλεγα ότι η ελάχιστη απήχηση που βρήκε ο κατασκευασμένος «για καλό σκοπό» διανοουμενίστικος μύθος του Σοφοκλή Καλλιμάνη σε σύγκριση με την τεράστια επιτυχία του κατασκευασμένου «για ίδιον όφελος» μύθου του Hellenic Quest, λέει πολλά για την ποιότητα του ελληνοκεντρικού κοινού. Τον Καλλιμάνη τον πίστεψαν μόνο σοβαροί άνθρωποι, που μπόρεσαν να διαβάσουν το μακρυνάρι. Ο μέσος ελληνοκεντρικός χαφταόλας δεν θέλει περιδιαγραμμάτου αναλύσεις, εκτενείς βιβλιογραφίες, Φρυλίγγους και Ανσέλμους του Κλερβώ, θέλει λίγα λόγια που να χτυπάνε κατευθείαν στο στόχο. αι άκου λέξη που πήγε και βρήκε να κατασκευάσει ο ψευδοΚαλλιμάνης, draft! Χάθηκε κάτι της μόδας, όπως ίσως browser; (Πράγματι, ένα νεότερο μπαρουφολόγημα που βρήκε ελληνική ρίζα στη λέξη computer αναδημοσιεύτηκε πολύ περισσότερο).

Οι ελάχιστες αναδημοσιεύσεις του Καλλιμάνειου μύθου ωχριούν μπροστά στις εκατοντάδες του Λερναίου κειμένου, που έχει φτάσει και σε σχετικώς έγκυρα περιοδικά ή εφημερίδες. Οση μαστοριά κι αν έβαλε στο παραμύθι του ο ψευδοΚαλλιμάνης, δεν μπορεί να πλησιάσει την πηγαία σαχλαμάρα του HellenicQuest. Το ίδιο θα συμβεί κι αν βάλουμε έναν σκηνοθέτη του ποιοτικού κινηματογράφου να σκηνοθετήσει σαπούνι ή πορνό: θα αποτύχει παταγωδώς. Το φιλοθεάμον κοινό θα προτιμήσει, και με το δίκιο του, το γνήσιο προϊόν.

 

(*) Η αρχαία λέξη «πυριβιώδες» αναφέρεται σε σύγγραμμα που η εγκυρότητά του έχει ελεγχθεί από επιτροπή ομοτίμων, σύμφωνα με τη μέθοδο που επινόησε πρώτος ο Αλεξανδρινός φιλόλογος Πυρίβιος, την πυριβίασιν. Ο Πυρίβιος έζησε τον δεύτερο αιώνα μ.Χ. και εκθέτει τη μέθοδό του στο χαμένο σήμερα σύγγραμμά του Κριτικά ιστορικά, του οποίου σώζονται αποσπάσματα στη Μυριόβιβλο του Φωτίου. Μέσω των λατινικών (pyriviatum), η λέξη πέρασε στις νεότερες γλώσσες, και ύστερα από πολύπλοκες φωνολογικές μετατροπές (που δεν προλαβαίνω να αναλύσω τώρα) έδωσε το σημερινό αγγλικό peer-reviewed. Νομίζω ότι προς τιμή του Πυρίβιου μπορούμε να αναστήσουμε την αρχαία λέξη «πυριβιώδες», πολύ περισσότερο που δεν έχουμε στα νέα ελληνικά  μονολεκτική απόδοση για τον όρο peer-reviewed.

Σημείωση: Για να μην το δούμε να αναπαράγεται παντού, σπεύδω να διευκρινίσω ότι Πυρίβιος δεν υπήρξε και τα σχετικά με τη λέξη «πυριβιώδες» ήταν, απλώς, ένας καλλιμανισμός της στιγμής.

 

 

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Φάρσες | Με ετικέτα: , , , | 137 Σχόλια »

Ο Τζανμπατίστα Ροβιόλι δεν μένει πια εδώ

Posted by sarant στο 5 Ιουλίου, 2013

Ένα από τα αγαπημένα θέματα του ιστολογίου είναι τα «ραμόνια», όπως έχουμε ονομάσει τα παρακούσματα τραγουδιών που όλοι έχουμε κάνει, ιδίως στην παιδική μας ηλικία. Ο ίδιος ο όρος ραμόνι προέρχεται από ένα δικό μου παράκουσμα. Μικρός, άκουγα τους γονείς μου να τραγουδούν Θεοδωράκη, τον Επιτάφιο, και να λένε:

Μα το καράβι βούλιαξε κι έσπασε το τιμόνι
και στου πελάγου το βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη.

Ίσως επειδή δεν μου πήγαινε να συνδέσω την αρρενωπή φωνή του Μπιθικώτση με θηλυκό επίθετο (τώρα μόνη), το παράκουσα: πλανιέμαι το ραμόνι, κι έπλασα με το νου μου κάποιο μικρό ανυπεράσπιστο ζωάκι που περιπλανιέται στο βυθό του πελάγου. Και, «μπαμπά, τι είναι το ραμόνι;» οπότε έγινε μεγάλο γέλιο.

Άλλο διάσημο «ραμόνι» είναι τα λουμπέσα, όπου πολλά παιδιά (και η αδελφή μου μαζί) ακούγοντας τον στίχο «δεν έχεις διόλου μπέσα» από το Κορόιδο Μουσολίνι, και αγνοώντας ίσως τις λέξεις «διόλου» και «μπέσα», σκέφτηκαν ότι ο φτωχός Ντούτσε δεν είχε «δυο λουμπέσα» (κάποιο ξένο νόμισμα, ασφαλώς). Ραμόνια υπάρχουν πάμπολλα, και τα έχουμε συζητήσει σε δυο άρθρα του ιστολογίου, ένα παλιότερο στο οποίο έγινε μια πρώτη καταγραφή, κι ένα δεύτερο, που είχε τίτλο Ο Ροβιόλης κατοικεί στην οδό Γραφημώνος, φτιαγμένο από δυο διάσημα ραμόνια -η οδός Γραφημώνος είναι από το τραγούδι του Τερζή «στην οδό γράφει ‘μόνος'», ενώ ο Ροβιόλης είναι ένα από τα δημοφιλέστερα ραμόνια όλων των εποχών, παρμένος από τον στίχο του τραγουδιού «Στου Θωμά» στο Ρεμπέτικο του Ξαρχάκου Με βιολί σαν του Ροβιόλη θα χορέψουν κι οι διαβόλοι.Βιρτουόζος ο Ροβιόλης, θα έλεγε κανείς, αφού κάνει και διαβόλους να χορέψουν.

Μόνο που το τραγούδι δεν λέει έτσι· ο Φέρρης έγραψε «με βιολί σαντουροβιόλι». Το πιο αστείο είναι ότι κάθε φορά που συζητάμε τα ραμόνια, θα πεταχτεί κάποιος φίλος και θα πει «Μη μου πείτε ότι ο Ροβιόλης δεν υπάρχει και είναι παράκουσμα!»

Στο άρθρο περί Ροβιόλη, παρόλο που έχει γραφτεί εδώ και δυόμιση χρόνια, γίνονται κάθε τόσο και νέα σχόλια, επειδή κάποιος νέος φίλος το ανακαλύπτει, και κρίνει σκόπιμο (και πολύ καλά κάνει!) να προσθέσει το δικό του ραμόνι στον κατάλογο. Τις προάλλες όμως έγινε ένα σχόλιο διαφορετικό από τα άλλα, ένα σχόλιο που έβγαλε στον αφρό λαβράκι. Έγραφε ο άγνωστος επισκέπτης: Άκου Ροβιόλης. Μου θυμίζεις ένα φίλο που νόμιζε ότι στον ΠΑΟ παίζει ο Βαζέχας! Ιδού η αλήθεια για το μεγάλο Ροβιόλι:… Και ακολουθούσε ένας λίκνος προς ένα άρθρο της Βικιπαίδειας. Δεν βάζω το λινκ γιατί το άρθρο στο μεταξύ έχει σβηστεί (αλλά θα σας το παρουσιάσω πιο κάτω).

Όπως ίσως καταλαβαίνετε, το άρθρο για τον «μεγάλο Τζανμπατίστα Ροβιόλι» ήταν εξολοκλήρου πλαστό, μούφα, τρολιά. Ευφυέστατο, όπως θα δείτε παρακάτω, με πολλή φροντίδα γραμμένο, αλλά πλαστό.  Αλλά τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, το παραθέτω:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ευτράπελα, Μεταμπλόγκειν, Ραμόνια, Φάρσες | Με ετικέτα: , , , , | 151 Σχόλια »

Υψηλά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 2 Φεβρουαρίου, 2013

Ο τίτλος μπορεί να σας παραπλανήσει. Τα μεζεδάκια του σημερινού Σαββάτου δεν είναι «υψηλά» με την έννοια που θα περιμένατε, δεν μιλούν για πρόσωπα και πράγματα που βρίσκονται στην ανώτατη βαθμίδα ή που ανήκουν σε μιαν άλλη σφαίρα, μακριά και πάνω από τα γήινα και τα τετριμμένα. Τα σημερινά μεζεδάκια, στην πραγματικότητα, δεν είναι υψηλά, δεν είναι ούτε καν «ψηλά» -είναι απλώς, απλούστατα «ψιλά», καθότι λίγα, φτωχή η συγκομιδή μας τούτη τη βδομάδα. Κι αυτό ακόμα το μεζεδάκι που μας χάρισε τον τίτλο είναι από μιαν άποψη ανύπαρκτο.

Στο τελευταίο άρθρο του Σταύρου Θεοδωράκη για το protagon, υπήρχε το απόσπασμα: Οι εκπρόσωποί τους έκαναν τέσσερα προειδοποιητικά τηλεφωνήματα, 50 λεπτά πριν από την έκρηξη, ζητώντας να εκκενωθεί ο χώρος. Για τους τρομολάγνους όμως δημοσιογράφους αυτά είναι υψηλά γράμματα. Αυτό που προέχει είναι να πουλήσουν τον τίτλο του «αιμοδιψούς τρομοκράτη». Γράφω «υπήρχε το απόσπασμα», επειδή τώρα δεν υπάρχει, έχει διορθωθεί στο σωστό, ψιλά γράμματα. Μάλιστα, το ιστολόγιο έπαιξε έναν ρόλο, διότι ένας φίλος που το είδε το ανέφερε εδώ, το συζητήσαμε λίγο, και κάποιος άλλος φίλος επικοινώνησε με τον κ. Θεοδωράκη, ο οποίος είπε πως η διορθώτρια του ιστότοπου κατά λάθος μετέτρεψε τα δικά του «ψιλά γράμματα» σε «υψηλά», που είναι βέβαια κωμικό και είναι και λάθος, αφού τα ψιλά δεν έχουν σχέση με τα ψηλά. Όπως πάντα βέβαια, κάποιοι άλλοι ιστότοποι πρόλαβαν να αναπαράξουν (σικ, ρε) την αρχική δημοσίευση.

Δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω την εξήγηση του κ. Θεοδωράκη, όμως παρατηρώ ότι στην πρώτη παράγραφο του άρθρου του γράφει πως ο δείκτης της υποκρισίας «παραμένει τόσο υψηλά». Εγώ ασφαλώς θα έβαζα «ψηλά», διότι κυριολεκτούμε, δεν έχουμε ούτε υψηλούς προσκεκλημένους, ούτε υψηλά νοήματα, οι δείκτες ανεβαίνουν ψηλά και πέφτουν χαμηλά. Οπότε αναρωτιέμαι αν τα «ψηλά» που έγιναν «υψηλά» παρέσυραν τη διορθώτρια ώστε και τα «ψιλά» να γίνουν «υψηλά».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια, Φάρσες | Με ετικέτα: , , , , | 65 Σχόλια »

Επιταγμένα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2013

Αφού προχτές έγινε η επίταξη των προσωπικών υπηρεσιών των απεργών του Μετρό, τα σημερινά μεζεδάκια, τα τελευταία του Γενάρη, δεν μπορεί παρά να είναι επιταγμένα. Όχι ότι θα αναφέρονται στο γεγονός της επίταξης ή στον σχολιασμό της: η συνάφεια είναι απλώς χρονική. Να πω επίσης ότι ενώ τελείωνα το γράψιμο, ήρθε (επί του πιεστηρίου, που λένε) ένα πολύ ωραίο θέμα που το έβαλα τελευταίο αν και θα μπορούσε και μόνο του να σταθεί, σε χωριστό άρθρο. Οπότε, αφήστε χώρο και για το επιδόρπιο.

Το ορντέβρ μας όμως αφορά ειδικά την επίταξη. Στην αστεία στήλη που έχει στο protagon (ΜούφαΝΕΤ) ο Ν. Ζαχαριάδης, είχε χτες τίτλο: Επέταξαν γαϊδουράκια για τα δρομολόγια στο Μετρό. Είναι αυτό που λέμε «πετάει ο γάιδαρος;» Μπορεί το «επιτάσσω» να είναι λόγιο ρήμα, αλλά εδώ την εσωτερική αύξηση καλύτερα να την αποφύγουμε για να μην υπάρχει σχεδόν ομοηχία με το «πέταξαν». Ή θα πούμε «επιτάξανε γαϊδουράκια» ή, ακόμα καλύτερα, αφού το βασικό που μας ενδιαφέρει δεν είναι ποιος τα επίταξε, να πούμε «Επιτάχθηκαν γαϊδουράκια». Βολεύει καμιά φορά η παθητική φωνή.

Να διευκρινίσω πάντως ότι στο άρθρο που λέγαμε ο αυθεντικός τίτλος είναι «Επέταξαν γαϊδουράκια στο metro», που το βρίσκω εκδήλωση αρχοντοχωριατισμού: αν μια λέξη έχει ξένη προέλευση, να γράφεται με λατινικό αλφάβητο για να δείξουμε ότι ξέρουμε να τη γράφουμε. Bέβαια, το μετρό δεν γράφεται metro ούτε στα αγγλικά (subway, tube) ούτε στα γαλλικά (Métro), αλλά τι είναι μια οξεία μεταξύ φίλων;

Τα ορθογραφικά λάθη ή οι αβλεψίες κανονικά δεν μας απασχολούν εδώ στα μεζεδάκια, εκτός αν δώσουν αστείο αποτέλεσμα. Το μεζεδάκι που ακολουθεί σε αβλεψία μάλλον οφείλεται, αλλά βρίσκω ότι έχει γούστο. Αμεροληψία καταλογίζει ο πρώην πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου στους οικονομικούς εισαγγελείς, ξεκινάει το ρεπορτάζ -τόσο βαρύ ατόπημα! Εντάξει, είναι αβλεψία, «μεροληψία» ήθελε να γράψει, και άλλοι ιστότοποι, όπου οι αναγνώστες διαμαρτυρήθηκαν (δείτε τα σχόλια) είχαν τη φιλοτιμία να το διορθώσουν. Στο μεταξύ, πλουτίζεται και η ορολογία του ιστολογίου μας, διότι ο φίλος που μου το έστειλε έκανε μια πρόταση που μου άρεσε: τα μαργαριτάρια που οφείλονται σε απροσεξία, να τα λέμε «μπεκρή μεζέ».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δαίμων του τυπογραφείου, Θηλυκό γένος, Μεζεδάκια, Μουστάκια της Τζοκόντας, Φάρσες | Με ετικέτα: , , , | 104 Σχόλια »

Παραδέχομαι ότι έκανα λάθος για τον κ. Γ. Μαρίνο

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2010

Πριν από δυο εβδομάδες, έγραψα για τη φάρσα του Κωστάκη Τσάτσου, με τους ανύπαρκτους Οξυρρύγχειους Παπύρους, στους οποίους ο ανύπαρκτος Ρωμαίος συγκλητικός Μενένιος Άπιος δίνει στον ανύπαρκτο φίλο του Ατίλιο Νάβιο συμβουλές για τον χαρακτήρα των Ελλήνων της εποχής. Ανύπαρκτοι, γιατί στην πραγματικότητα τόσο οι πάπυροι όσο και οι Ρωμαίοι συγκλητικοί ήταν πλάσματα της φαντασίας του Κ. Τσάτσου, όπως παραδέχτηκε κι ο ίδιος πολύ αργότερα, αφού όμως πρώτα συμπεριέλαβε το πλαστό κείμενο σε βιβλίο του, με αποτέλεσμα ακόμα και σήμερα πολλοί που δεν έχουν καλή εποπτεία της πνευματικής μας κίνησης να την παθαίνουν και να το πιστεύουν για αληθινό, και να εντυπωσιάζονται με τη διαχρονικότητα των διαπιστώσεων για τον χαρακτήρα των Ελλήνων -διαχρονικότητα πλαστή, αφού τα κείμενα γράφτηκαν στη δεκαετία του 1950!

Τελευταίο θύμα της φάρσας του Κ. Τσάτσου, ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Γ. Μαρίνος, ο οποίος, πριν φύγει για διακοπές, παρέδωσε στο Βήμα τρεις επιφυλλίδες βασισμένες ακριβώς στο πλαστό κείμενο του ανύπαρκτου Μενένιου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφημεριδογραφικά, Μύθοι, Πρόσφατη ιστορία, Πατριδογνωσία, Φάρσες | Με ετικέτα: , , , , | 43 Σχόλια »

Η φάρσα του Κωστάκη Τσάτσου και ο κ. Γ. Μαρίνος

Posted by sarant στο 24 Αυγούστου, 2010

Πριν από 55 και βάλε χρόνια, ο Κωνσταντίνος (ή Κωστάκης) Τσάτσος, γερός συντηρητικός λόγιος και στυλοβάτης των κυβερνήσεων της καραμανλικής ΕΡΕ, που αργότερα έγινε πρόεδρος της Δημοκρατίας, έγραψε μερικά καλογραμμένα δοκίμια για τον χαρακτήρα των Νεοελλήνων και είχε μια φαεινή πραγματικά ιδέα. Αντί να τα υπογράψει με το όνομά του, οπότε θα συναντούσαν από παγερή αδιαφορία έως ενοχλημένες αντιδράσεις, τα παρουσίασε σαν μετάφραση από τα… λατινικά, τάχα ότι ήταν επιστολές που έγραψε ο Ρωμαίος συγκλητικός Μενένιος Άπιος προς τον φίλο του Ατίλιο Νάβιο, που επρόκειτο να αναλάβει ως ανθύπατος τη διακυβέρνηση της ρωμαϊκής επαρχίας της Αχαΐας. Ο Μενένιος (ανύπαρκτο βέβαια πρόσωπο) υποτίθεται πως είχε ήδη υπηρετήσει σ’ αυτή τη θέση και θέλησε να μεταφέρει την πείρα του στον φίλο του, να του υποδείξει πώς να κουμαντάρει τους Έλληνες.

Για να πάρετε μια μικρή γεύση από τις δήθεν συμβουλές του Μενενίου: Θες να σαγηνεύσεις την εκκλησία του δήμου σε μια πόλη ελληνική; Πες τους:“Σας υπόσχομαι αλλαγή”. Πες τους:“Θα θεσπίσω νέους νόμους”.

Υποτίθεται ότι σε μια ανασκαφή στην Αίγυπτο, στα ερείπια της αρχαίας Οξυρρύγχου, είχαν έρθει στο φως μερικοί πάπυροι που περιείχαν τις επιστολές του Μενενίου, και ένας φίλος του Τσάτσου, καθηγητής σε ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, του είχε δώσει το λατινικό κείμενο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μύθοι, Πρόσφατη ιστορία, Πατριδογνωσία, Φάρσες | Με ετικέτα: , , , , , | 122 Σχόλια »