Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φιλολογία’ Category

Ο μοναδικός φίλος του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 19 Νοέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο βασίζεται σε ένα σύντομο σημείωμά μου στο περιοδικό Μικροφιλολογικά (τχ. 42, φθινόπωρο 2017) το οποίο σχολιάζει ένα σημείο από προηγούμενο άρθρο του Λάμπρου Βαρελά. Εδώ έχω ξαναγράψει και επεκτείνει πολύ το κείμενο.

Σε άρθρο της εφημερίδας Εμπρός με τίτλο «Πού έμενε ο Παπαδιαμάντης», που δημοσιεύτηκε στις 14.7.1911, λίγους μήνες δηλαδή μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, γίνεται λόγος για το τελευταίο ενδιαίτημα του Παπαδιαμάντη στην Αθήνα, ένα ημιυπόγειο δωμάτιο στη Δεξαμενή.

Στο άρθρο δεν αναφέρεται οδός και αριθμός, αλλά υπάρχει μια φωτογραφία του δωματίου, αυτή που βλέπετε αριστερά.

Το σύντομο άρθρο διεκτραγωδεί τη φτώχεια του Παπαδιαμάντη:

– Δέκα λεπτά ψωμί και πέντε λεπτά τυρί, άλλη μέρα πάλι έπαιρνε μια πεντάρα ψωμί και μία δεκάρα σαρδέλες τηγανιτές. Αυτό ήταν το φαγί του…

Και προσθέτει: Την πληροφορίαν μάς την δίδει ένας αχώριστος φίλος του, ο ιδιόρρυθμος τύπος της Δεξαμενής που όλοι τον φωνάζουν ‘κύριε Πρόεδρε’. Ο κύριος Πρόεδρος μας πληροφορεί επίσης ότι κάποτε εκερνούσε τον Παπαδιαμάντην κρασί και ότι κάθε Πάσχα του έκανε σπίτι του τραπέζι. Αυτά διά την ιστορίαν.

Στο άρθρο του «Το δωμάτιο του Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή» (Μικροφιλολογικά, τεύχος 41, σελ. 18) ο Λάμπρος Βαρελάς αναφέρει και άλλες πηγές στις οποίες γίνεται λόγος γι’ αυτόν τον κυρ Στέφανο. Κατ’ αρχάς, ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, σε γράμμα του από τη Σκιάθο στις 25.3.1909 προς τον Βλαχογιάννη γράφει: «Παρακαλώ, ειπέ εγκαρδίους ασπασμούς μου εις τον κυρ Στέφανον, τον Πρόεδρον. Ενθυμούμαι την φιλοξενίαν του και την μεγαλοψυχίαν και καλόκαρδον ευθυμίαν του, αυτάς τας ημέρας. Δύο Πάσχα έκαμα σπίτι του». (Και σε επόμενη επιστολή προς Βλαχογιάννη, στις 3.6.1909 ο Παπαδιαμάντης γράφει: Χαιρετίσματα και εις τον κ. Πρόεδρον).

Ο Λ. Βαρελάς αναφέρει επίσης ένα άρθρο του Κ. Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε ανώνυμα στην Πρωία στις 2.5.1937 με τίτλο «Άλλοι καιροί. Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη εις την Δεξαμενήν», όπου επίσης γίνεται λόγος για τον κυρ Στέφανο, τον Πρόεδρο.

Προσθέτω ότι ο κυρ Στέφανος εμφανίζεται σε ένα από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα Τραγούδια του Θεού, όπου μαθαίνουμε και το αρχικό γράμμα του επωνύμου του, που ήταν Μ., αν τουλάχιστον πιστέψουμε τον Παπαδιαμάντη (και γιατί να μην τον πιστέψουμε). Το διήγημα αυτό το έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο με αφορμή τη δεύτερη αθηναϊκή οικογένεια με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις ο Παπαδιαμάντης, του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, που κατονομάζεται ολογράφως. Στο διήγημα δεν δίνονται πολλές πληροφορίες για τον κυρ Στέφανο, αλλά η περιγραφή της πασχαλινής ευωχίας είναι κλασική στη λογοτεχνία μας.

Έχουμε όμως την τύχη να γνωρίζουμε αρκετά γι’ αυτόν τον φίλο του Παπαδιαμάντη κυρίως μέσα από τα γραφτά του Κώστα Βάρναλη. Ειδικά στις αναμνήσεις που δημοσίευσε το 1935 στον Ανεξάρτητο, τις οποίες εξέδωσε ο Κώστας Παπαγεωργίου (Κέδρος 1981) με τον τίτλο Φιλολογικά απομνημονεύματα, ο Βάρναλης αφιερώνει πάνω από δύο σελίδες βιβλίου (σ. 78-80) στον κυρ Στέφανο, στο κεφάλαιο «Η φιλολογική μποέμ της Δεξαμενής». (Θα παραθέσω το πλήρες κείμενο πιο κάτω, εδώ δίνω μια περίληψη όπως τη δημοσίευσα στο περιοδικό, που είχε περιορισμένο χώρο).

Από εκεί μαθαίνουμε ότι ο κυρ Στέφανος ήταν παλαιότερα αμαξάς στο επάγγελμα, και μάλιστα πρόεδρος του σωματείου των αμαξηλατών. Όταν γέρασε άφησε το αμάξι στον γιο του αλλά κράτησε τον τίτλο του προέδρου και το καμάρι πως είχε μεταφέρει με το αμάξι του όλες τις διασημότητες της εποχής και πως είχε δει τον κόσμο «δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το κοινό πλήθος των πεζών». Έμενε στην οδό Σπευσίππου και από τότε που σταμάτησε να δουλεύει σπανιότατα κατέβαινε στο κέντρο της Αθήνας, αν και είχε ταξιδέψει στο Παρίσι όπου ζούσε ο άλλος γιος του. Ήταν «το στοιχειό της Δεξαμενής» ή αλλιώς ο «Πρόεδρος της Δεξαμενής». Είχε παιδιάστικα γαλανά μάτια, ήταν κουρεμένος σύρριζα,  υπέφερε από ρευματισμούς και γι’ αυτό φορούσε χειμώνα-καλοκαίρι γκέτες, και του άρεσε να μιλάει με ελληνικούρες, διαστρέφοντας τις λέξεις (π.χ. νάπτες). Όταν έμαθε τον θάνατο του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, ο κυρ Στέφανος θυμόσοφα αποφάνθηκε πως ο φίλος του «γλίτωσε από την κακοχυμία του κόσμου τούτου».

Ολοφάνερα ο Βάρναλης γνωριζόταν καλά με τον κυρ Στέφανο και όχι μόνο μέσω του Παπαδιαμάντη. Τον αναφέρει αρκετές φορές σε χρονογραφήματά του· ο κυρ Στέφανος συμπρωταγωνιστεί μαζί με τον Παπαδιαμάντη στο χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη» (Πρωία 23.5.1943) αλλά μνημονεύεται επίσης ανεξάρτητα από τον Σκιαθίτη τουλάχιστον σε άλλα τέσσερα χρονογραφήματα, δυο φορές όταν γίνεται λόγος για άμαξες και αμαξάδες («Περασμένα μεγαλεία», Πρωία 17.5.1941· «Ποδάρια και τροχοί», Προοδ. Φιλελεύθερος 27.5.1950), μια φορά («Καλώς όρισες!», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.5.1950) όταν ο Βάρναλης παρεμπιπτόντως αναφέρει πως ο κυρ Στέφανος συνήθιζε να λέει για «ραβδαία βροχή» (αντί ραγδαία) και άλλη μια φορά («Απησχόλει…», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.8.1950) όπου ο Βάρναλης γράφει:

Τι λέει η Γραφή, όπως την ερμήνευε ο κυρ Στέφανος της Δεξαμενής; «Μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα», γιατί θα σε καβαλικέψει. Και μια και θυμηθήκαμε τον κυρ Στέφανο ας αναφέρουμε κι έναν από τους πολλούς θυμοσοφικούς αφορισμούς του: «Αυτός ο κόσμος είναι Δούναβης και Λαβύρινθος» δηλ. δούναι και λαβείν. Με τη διαφορά, πως πάντοτε το λαβείν πρέπει να είναι περισσότερο από το δούναι.

Ο Βάρναλης τον αποκαλεί μοναδικό φίλο του Παπαδιαμάντη, τον μόνο άνθρωπο που είχε το προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει. Να σημειωθεί επίσης και μια άλλη μικροφιλολογική λεπτομέρεια: το άρθρο του Βάρναλη στην Πρωία, που αναφέρει ο Λάμπρος Βαρελάς, το οποίο αργότερα ο Βάρναλης το ενέταξε, με κάποιες αλλαγές, στο βιβλίο του «Άνθρωποι», είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο: είναι το πρώτο της πολύχρονης και γόνιμης συνεργασίας του ποιητή με την εφημερίδα αυτή. Ανυπόγραφο βέβαια, εξαιτίας της δικτατορίας του Μεταξά, όπως και ανυπόγραφη ή ψευδώνυμη ήταν όλη η συνεργασία του Βάρναλη στην Πρωία ως τον Οκτώβριο του 1940.

Για να θυμηθούμε λοιπόν τον Παπαδιαμάντη και να γνωρίσουμε τον μοναδικό του φίλο, τον κυρ-Στέφανο, τον Πρόεδρο της Δεξαμενής, παραθέτω όσα έγραψε ο Βάρναλης το 1935 (σήμερα στα Φιλολογικά απομνημονεύματα):

Παπαδιαμάντης και Κονδυλάκης

Στη Δεξαμενή κυριαρχούσανε τότες και μας προκαλούσανε το σεβασμό οι άριστοι του πεζού και του ποιητικού λόγου της Ελλάδος. Ό Βλαχογιάννης με το μαύρο του μουστάκι (τότες), τη συν­οφρυωμένη του σοβαρότητα και ολιγολογία· ο Μαλακάσης ωραίος κι ευγενικός και υπερόπτης και… ονειροπαρμένος· ο Κονδυλάκης (λιγάκι αργότερα) μάς ήρθε με τα γαλανά του μάτια, την ανημποριά του να… κυβερνήσει τα πόδια του όταν περπατούσε, το αστρα­φτερό του πνεύμα και την απέραντη καλοσύνη του και εντιμότητα, που προσπαθούσε να τις κρύψει και τις δυο του αυτές αρετές σα να ήτανε η άδύνατη πλευρά του, κάνοντας αδέξια τον άγριο, τον κακό και το… μάγκα. Και κει στην άκρη, απομονωμένος απάνου σε μια καρέκλα, προσπαθώντας να πιάνει όσο μπορούσε λιγότερο τόπο στη ζωή, ο Παπαδιαμάντης με την αγιογραφική του γενειάδα και με γυρμένο το  κεφάλι στον αριστερό του ώμο, δειλός και αποφεύγοντας τις γνωριμίες και τις παρέες και μη κοιτάζοντας ποτέ τούς άλλους στα μάτια, βυθιζότανε στη μυστική ενατένιση των αγγελικών του οραμάτων.

Όλοι σεβόντανε τη μόνωσή του, τη δυστυχία του και το  μεγάλο του ταλέντο. Και κανένας δεν τον ανησυχούσε. Ένας μονάχα άνθρωπος είχε το  προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει, οποτε ήθελε. ο πρόεδρος της Δεξαμενής, ο κυρ Στέφανος με τα παιδιάτικα γαλανά του μάτια, το  κουρεμένο σύρριζα κρανίο του, τα ποδήματα, που τα φορούσε μέσα από τα μπατζάκια του  πανταλονιού του χειμώνα – καλοκαίρι, με τη φιλοσοφική του απαισιοδοξία και το  ευγε­νικό κοίταγμα της ματαιότητας των άνθρώπων — και πιο πολύ με τη μανία του να διαστρέφει τη γραμματική της ελληνικής γλώσ­σας. Ο κυρ Στέφανος τον έπαιρνε τον Παπαδιαμάντη κάθε Πάσχα στο σπίτι του και του έκανε το τραπέζι. Κι ο Παπαδιαμάντης, ο κυρ Αλέξανδρος, όπως τον έλεγε ο πρόεδρος, για ν’ αρχίσει το  φαγί του, έπρεπε να πιει πρώτα μια κούπα κρασί. Την έπαιρνε με τις δυο του φούχτες, που τρέμανε σα να κρατούσε τα άγια των αγίων και την άδειαζε ολάκερη. «Ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και αφρός…», λέγει σε κάποιο του διήγημα. Και τώρα πείτε μου, αν άλλος ‘Έλληνας ποιητής αντίκρισε ποτές με τέτοιο βαθύ και λυρικό καημό το  κρασί, — «το άρωμα, την πτήσιν και τον αφρόν!». Η φήμη έλεγε πώς ήτανε αλκοολικός.

 

Οι νέοι ποιηταί και το σεληνόφως

Ο κυρ Στέφανος ήτανε αμαξάς στην εποχή των… γάμων του  διαδόχου. Και πρόεδρος του  σωματείου των αμαξηλατών. Είχε ένα ωραίο αμάξι με δυο άλογα και στάθμευε μπροστά στη «Μεγάλη Βρετανία». Είχε γνωρίσει και μεταφέρει με τ’ αμάξι του όλες τις επισημότητες του  παλιού καιρού κι είχε ιδεί τον κόσμο, όπως καυ­χιότανε μοναχός του, δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το  κοινό πλήθος των πεζών ανθρώπων. Έτσι έπισκοπώντας «αφ’ υψηλού» τη ζωή είχε γνωρίσει καλύτερα απ’ όλους το βαθύτερο νόημά της, τη ματαιότητα. Κι όταν γερασμένος πιά παραχώρησε το… θρόνο του  αμαξιού στο γιο του, ήρθε κι «εγκατέστησε» στη Δεξαμενή, κάτου από τα πεύκα του καφενείου του κυρ Γιάννη, τα εβδομήντα του χρόνια, τούς ρευματισμούς του (γι’ αυτό φορούσε ποδήματα χειμώνα καλοκαίρι), την απαισιοδοξία του, την αγαθότητά του και τον τίτλο του προέδρου.

Ήτανε το  στοιχειό της Δεξαμενής. Μέσα σε τριάντα χρόνια κι απάνου δεν κατέβηκε στην πόλη παρά μια-δυο φορές. Αφού το  πρωί έπλενε τ’ αμάξι στην αυλή του  σπιτιού του (οδός Σπευσίππου) ανέ­βαινε κατά τις δέκα στο καφενείο με το  χοντρό του μπαστούνι, έπαιρνε βόλτες και στεκότανε μπροστά στα τραπεζάκια των γνω­στών του πελατών του  καφενείου στηριγμένος στο μπαστούνι του και πάντα «είχε τον λόγον».

 

Η φιλοσοφία του κυρ Στέφανου

Το βράδυ, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει, ο κυρ Στέφανος χτυπώντας το μπαστούνι του στα χαλίκια κατηφόριζε για την πλατεία του Κολωνακιού. Πήγαινε στο φαρμακείο του  Γεωργιάδη κι εκεί, όπως ήτανε μαζεμένοι γιατροί και γειτόνοι «τούς τα έψελνε» ένα χεράκι:

— Είστε ψεύτες ούλοι σας. Παραδομανία και γυναικομανία — κι ύστερα τα σκουλήκια της γής. Κι οι παπάδες πρωί-βράδυ το  χαβά τους: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον και άφες» (δώσε μας, Θεέ, να φάμε κι άσε μας ήσυχους, μη μάς σκοτίζεις!).

Αγράμματος όπως ήτανε, άκουε κι εξηγούσε, όπως αυτός ήθελε, τα διάφορα εκκλησιαστικά ρητά. το  «νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα» το άκουε και το συμπλήρωνε έτσι: «μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, γιατί θα σε καβαλικέψει!».

Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα. Τους «ναύ­τες» τούς έκανε… «νάπτες», τη «Δευτέρα»… «Δεπτέρα», το  «βρέχει ραγδαία»… «βρέχει ραβδαία», το  «μηδέν» «μεδέν», την «πλατεία των Ανακτόρων» «πλατεία των Ανάχθορ» κ.τ.λ.

Καταλαβαίνει κανείς, πως γι’ αυτές του τις ιδιορρυθμίες όλοι τον κάνανε γούστο και τον προκαλούσανε να λέγει. Μα και κανένας δεν του  φερνότανε άσκημα. Γιατί έξω από την ηλικία του και την αγα­θότητά του, ήτανε πολύ αξιοπρεπής. Δεν δεχόταν από κανένανε το  παραμικρό κέρασμα.

Κάποτε είχε πάγει στο Παρίσι να ιδεί έναν από τους γιους του, που ήταν εγκατεστημένος εκεί. Από το Παρίσι έστειλε μια κάρτα στον κυρ Γιάννη. Στην κάρτα αυτήν είχε γράψει μια σειρά θαυμαστικά κι άλλη μια σειρά μηδενικά κι από κάτου: «μεδέν ο κόσμος». Αυτή ήτανε η εντύπωση του  κυρ Στέφανου (πού είχε ιδωμένο τον κόσμο από δυο μέτρα ψηλότερα παρ’ όλοι οι άλλοι θνητοί) από την κοσμούπολη του  φωτός, της ομορφιάς και του  γλεντιού.

Όταν ήρθε ή είδηση στο καφενείο, πώς πέθανε ο Παπαδιαμάντης στη Σκιάθο, ο πρόεδρος, σαν άνθρωπος που περιμένει πολύ χειρότερα πράγματα σ’ αυτήν την κοιλάδα του Κλαυθμώνος περιορίστηκε να πει:

— Γλίτωσε από την… κακοχυμία του κόσμου τούτου!

Σημείωση: Η φράση «Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα» είναι τυπωμένη στο βιβλίο χωρίς το ΧΧΧ, δηλαδή «Είχε τη μανία να μιλάει τις λέξεις και τα ονόματα». Με βάση και τα συμφραζόμενα, είναι σίγουρο πως λείπει τουλάχιστον μία λέξη (π.χ. «διαστρέφοντας» ή «παραμορφώνοντας») ενώ θα μπορούσε να λείπει και ολόκληρη αράδα (π.χ. «παραμορφώνοντας με πολύ πρωτότυπο τρόπο»). Δεν εχω πρόσβαση στη δημοσίευση στην εφημερίδα κι έτσι δεν ξέρω αν έτσι δημοσιεύτηκε εξαρχής.

Advertisements

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Μικροφιλολογικά, Παπαδιαμάντης, Φιλολογία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 79 Σχόλια »

Ξαναδιαβάζοντας τον Πέδρο Καζάς

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2017

Εκεί που είχα πάει για παραθερισμό, υπάρχει μια μικρή βιβλιοθήκη με βιβλία του παππού μου, από τη δεκαετία του 1920 τα περισσότερα, ελληνική λογοτεχνία ή ξένη σε μετάφραση. Μια μέρα έπιασα και διάβασα τον Pedro Cazas του Φώτη Κόντογλου, σε ένα μικρού σχήματος τομίδιο, που έχει στη δεύτερη σελίδα του την υπογραφή του θείου του Μιχάλη, αδελφού του παππού μου. Πιο σωστά, τον ξαναδιάβασα, μια και τη νουβέλα του Κόντογλου την είχα ξαναδιαβάσει πριν από πολλά χρόνια σε νεότερη έκδοση και την έχω μάλιστα δημοσιεύσει ολόκληρη στον παλιό μου ιστότοπο.

Το βιβλιαράκι που είχα στα χέρια μου είναι έκδοση του 1923, από τον αθηναϊκό εκδοτικό οίκο Χ. Γανιάρη. Είχε προηγηθεί μια έκδοση το 1920. Πράγματι, στην τελευταία σελίδα του τομιδίου βρίσκω την εξής σημείωση:

.

Ο Pedro Cazas είχε τυπωθή στο Παρίσι προ τρία χρόνια σε 250 αντίτυπα για τους φίλους του συγγραφέα.

Οι δυο εικονογραφίες είναι απ’ το χέρι του.

.

Ωστόσο, στο άρθρο της Βικιπαίδειας αλλά και αλλού βρίσκω ότι η πρώτη έκδοση έγινε στη γενέτειρα του Κόντογλου, το Αϊβαλί, το 1920, στο σύντομο διάστημα που η Ιωνία βρισκόταν υπό ελληνικό έλεγχο. Μπορεί να υπάρχει αντίφαση, μπορεί πάλι η εκτύπωση να έγινε όντως στο Παρίσι αλλά το βιβλίο να κυκλοφόρησε και να διατέθηκε στην Ιωνία. Πάντως η νουβέλα γράφτηκε στο Παρίσι, όπου έμενε ο νεαρός (γεννημένος το 1895) Κόντογλου από το 1914.

Η τρίτη έκδοση της νουβέλας έγινε το 1944, με κάποιες αλλαγές στη γλώσσα -ανάμεσα στ’ άλλα ο τίτλος ελληνογράφεται, από Pedro Cazas σε Πέδρο Καζάς. Το κείμενο που έχω ανεβάσει ονλάιν είναι από την τρίτη έκδοση. Στα βιβλιοπωλεία θα βρείτε τον Πέδρο Καζάς μαζί με τη Βασάντα, το δεύτερο βιβλίο του Κόντογλου.

Ο Πέδρο Καζάς, σύμφωνα με την προμετωπίδα της πρώτης/δεύτερης έκδοσης είναι «η πρωτάκουστη ιστορία του Εσπανιόλου κουρσάρου που είτε έζησε τρακόσα χρόνια είτε γύρισε απ’ τον Άδη. Τυπωμένη από ένα παράξενο πορτουγέζικο χειρόγραφο που έπεσε στα χέρια του Φώτη Κόντογλου στο Oporto». Στις επόμενες εκδόσεις υπάρχουν μικροδιαφορές στη διατύπωση της φράσης αυτής.

Το βιβλίο έχει έναν πρώτο πρόλογο που τον υπογράφει ο Κόντογλου (μάλιστα: Κόντογλους), κι έναν δεύτερο που τον υπογράφει ο αφηγητής, με την υποτιθέμενη τοποχρονολόγηση «Setubal, 1887». Με τους αλλεπάλληλους προλόγους, ο Κόντογλου  αποστασιοποιείται από τον αφηγητή του και από την αφήγησή του, αποποιείται την ιδιότητα του συγγραφέα του κειμένου και παρουσιάζεται σαν απλός μεταγραφέας του «παράξενου χειρόγραφου», ένα λογοτεχνικό τέχνασμα που και άλλοι έχουν χρησιμοποιήσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Ναυτικά, Πεζογραφία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 133 Σχόλια »

Ο Ρένος Αποστολίδης, ο Καζαντζάκης και οι συκοφαντίες

Posted by sarant στο 16 Μαΐου, 2017

Και σήμερα θα έχουμε άρθρο σχετικό με τον Καζαντζάκη, μετά το προχτεσινό που το αφιερώσαμε στην Οδύσειά του.  Σήμερα, παρόλο που δεν είναι Κυριακή, διότι το θέμα μας δεν είναι φιλολογικό όπως θα δείτε.

Με την πρόσφατη φασαρία για το χαμένο σίγμα της Οδύσειας του Καζαντζάκη, έγιναν στα κοινωνικά μέσα συζητήσεις για τον μεγάλο λογοτέχνη, και σε αυτές είδα να αναπαράγεται, και μάλιστα πάνω από μία φορά, κάτι που το θεωρώ ψευδές, αποτέλεσμα συκοφαντίας. Κι επειδή ένας βασικός σκοπός του ιστολογίου είναι ανασκευάζει μύθους, ψέματα και λαθροχειρίες, γράφω το σημερινό σημείωμα.

Λοιπόν, η άποψη που είδα να διατυπώνεται στις διαδικτυακές αυτές συζητήσεις είναι ότι, όταν έγινε η σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία το 1956, ο Καζαντζάκης χαιρέτισε τον σοβιετικό στρατό.

Η μοναδική πηγή γι’ αυτόν τον ισχυρισμό είναι μια τηλεοπτική συνέντευξη του Ρένου Αποστολίδη, που θα τη δούμε παρακάτω. Παλιότερα είχα αντέξει να δω αυτη την εκπομπή, που υπάρχει σε συνέχειες στο Γιουτούμπ και ειχα ερευνήσει το θέμα, χωρίς να βρω την παραμικρή τεκμηρίωση για τον ισχυρισμό του Αποστολίδη. Βλέποντας τώρα ότι ο ισχυρισμός έχει γίνει πιστευτός, αφού τον επανέλαβαν δυο ή τρεις διαφορετικοί συνομιλητές μου, αποφάσισα να γράψω το σημερινό άρθρο.

Πρέπει εκ προοιμίου να δηλώσω ότι έχω κάκιστη ιδέα για τον Ρένο Αποστολίδη (1924-2004), σε ηθικό κυρίως επίπεδο. Ο λόγος για τον οποίο έχω αυτή την κάκιστη ιδέα δεν είναι η αφόρητη έπαρσή του, που στάζει από την οθόνη μόλις τον δείτε να μιλάει για λίγο, δεν είναι ότι εισέβαλε στη Βουλή επικεφαλής ακροδεξιών τραμπούκων το 1964 ούτε ότι συνεργάστηκε με τη δικτατορία επιβάλλοντας σε όλες τις εφημερίδες να δημοσιεύουν διηγήματα από την ανθολογία του.

Αυτό που για μένα είναι ασυγχώρητο αμάρτημα είναι ότι το 1996, όταν ήταν αρχηγός της ΝΔ ο Μιλτιάδης Έβερτ, και γινόταν θόρυβος στις εφημερίδες για τα σαρδάμ του και την (υποτιθέμενη ή πραγματική, δεν θα το συζητήσω τώρα) πνευματική του ανεπάρκεια, ο Ρένος Αποστολίδης βγήκε και δήλωσε ότι είχε μαθητή τον 15χρονο Μιλτιάδη Έβερτ στο γυμνάσιο στην Ε’ Οκταταξίου και ότι ο μαθητής του ήταν «κάκιστος, ο χειρότερος που είχα στη ζωή μου», ότι έγραφε την Ιαπωνία «Η Απονία», ότι «δεν ήξερε το αλφάβητο» και ότι «είχε στίγματα ιδιωτείας». (Συνέντευξη του Ρένου στο περιοδικό Γυναίκα τχ. 1126 και τα ίδια στον ραδιοσταθμο Flash, με ευρεία αναδημοσίευση στον Τύπο της εποχής). Αυτά τα θεωρώ απαράδεκτα, όχι επειδή σαράντα χρόνια μετά είναι αδύνατο να αποδειχτούν αλλά διότι διαρρηγνύουν την ιερή σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον δάσκαλο και στον μαθητή -το βρίσκω χειρότερο από το να βγει ο ιερωμένος και να σχολιάσει δημόσια κάτι που έμαθε στην εξομολόγηση ή ο γιατρός να κοινολογήσει το ιστορικό του ασθενή του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφημεριδογραφικά, Λαθροχειρίες, Πρόσφατη ιστορία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 325 Σχόλια »

Το μυστηριώδες Ιφ

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2017

Tο άρθρο που θα διαβάσετε δημοσιεύτηκε στα Μικροφιλολογικά Τετράδια 23, τεύχος αφιερωμένο στη μνήμη του Σάββα Παύλου, το οποίο κυκλοφόρησε μαζί με το τεύχος 41 (Άνοιξη 2017) του κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά. Με τα Μικροφιλολογικά συνεργάζομαι εδώ και αρκετά χρόνια και τις συνεργασίες μου τις δημοσιεύω συνήθως τις Κυριακές. Σήμερα κάνω μια εξαίρεση επειδή το άρθρο δεν είναι αμιγώς μικροφιλολογικό αλλά επίσης λεξικογραφικό-λαογραφικό.

mft23Ο Σάββας Παύλου (1951-2016) ήταν συνιδρυτής των Μικροφιλολογικών -από την αρχική τριάδα μένει τώρα ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου. Πέρυσι που πέθανε, είχα γράψει λίγα λόγια, ανάμεσα στα οποία για ένα χρέος που όφειλα να ξεπληρώσω -και που είναι τούτο το άρθρο.

 

Το μυστηριώδες Ιφ

Στη μνήμη του Σάββα Παύλου

Δεν εννοώ το αγγλικό If, που είναι και τίτλος του πασίγνωστου, πολυμεταφρασμένου και πολυπαραφρασμένου ποιήματος του Κίπλινγκ, ούτε το νησί Ιφ που το μάθαμε από τον Κόμη Μοντεκρίστο του Δουμά, αλλά το επιφώνημα των βλάμηδων και κουτσαβάκηδων, που, αν διεκδικεί μια θέση στη γραμματεία μας, είναι επειδή το απαθανάτισε ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, βάζοντάς το στον τίτλο ενός   «κουτσαβάκικου», όπως το λέει, ποιήματός του, που δημοσιεύτηκε στον Νουμά το 1904, αφιερωμένο στον Αλέξ. Πάλλη (τεύχος 106, 25.7.1904):

ΙΦ

Έλα να φύγουμε μαζί
μωρή μαργκόλφω κοπελιά,
και μη με βάλεις σε μπελιά,
να ζει η μανούλα σου, να ζει
έλα να φύγουμε μαζί.

Για οικονομία του χώρου δεν θα παραθέσω ολόκληρο το ποίημα (ολόκληρο υπάρχει εδώ), που αποτελείται από εφτά πεντάστιχες στροφές, παρά μόνο την πέμπτη στροφή, όπου εμφανίζεται η λέξη του τίτλου:

Ιφ, κι α δεν κάμεις ράι, ναρθείς
απόψε βράδυ στο στενό,
μα το Σταβρό, που προσκυνώ,
ταχιά δε θα ξημερωθείς,
και θα χαθώ, μα θα χαθείς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Λαογραφία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 179 Σχόλια »

Ο Παπαδιαμάντης από τα ελληνικά στα ελληνικά (Σταύρος Ζουμπουλάκης)

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2017

Μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων βάλαμε, όπως κάθε χρόνο, διηγήματα του Παπαδιαμάντη -και αναπόφευκτα ήρθε η συζήτηση και στη γλώσσα του και αν αποτελεί εμπόδιο στην κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη (βέβαια, οι θαμώνες του ιστολογίου δεν βρίσκονται όλοι στην πρώτη νιότη, κι έτσι δεν αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα του αναγνωστικού κοινού).

def52b03ffad83d42265f69a68448e6cΕίχα σκοπό, και αν θυμάμαι καλά το είχα υπαινιχθεί σε κάποιο σχόλιο, αμέσως μετά τις γιορτές να ανεβάσω το σημερινό άρθρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, που εξετάζει το πρόβλημα των ενδογλωσσικών μεταφράσεων γενικά, και ειδικότερα του Παπαδιαμάντη.

Το άρθρο το πήρα από το εξαιρετικό βιβλίο του Ζουμπουλάκη «Ο στεναγμός των πενήτων», με παπαδιαμαντικά δοκίμια. Θα θυμώσει ίσως ο συγγραφέας, διότι το κείμενό του το παρουσιάζω μονοτονισμένο, για προφανείς τεχνικούς λόγους (δεν έχω οσιάρ πολυτονικό) ενώ επίσης για τεχνικούς λόγους παραλείπω τις (ουσιαστικές) υποσημειώσεις -αλλά αυτό ίσως είναι και καλό, να υστερεί σε κάτι η διαδικτυακή έκδοση εφόσον πρόκειται για πρόσφατο βιβλίο: να πάτε να το πάρετε!

Το πρόβλημα του αν πρέπει να μεταφράζεται ενδογλωσσικά (να μεταγλωττίζεται θα έλεγαν κάποιοι) ο Παπαδιαμάντης (ή γενικά κάθε κείμενο του 19ου αιώνα γραμμένο στην καθαρεύουσα) δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται. Στο ιστολόγιο δεν θυμάμαι να το έχουμε ξανασυζητήσει, αλλά όταν το 2005 είχε εκδοθεί η μεταγλωττισμένη Πάπισσα Ιωάννα είχα γράψει ένα άρθρο στο οποίο είχα ταχθεί εναντίον της συγκεκριμένης μετάφρασης χωρίς να απορρίπτω την ιδέα της μετάφρασης γενικά -και είχα επίσης υποστηρίξει τις αντικριστές εκδόσεις (αριστερά το πρωτότυπο, δεξιά το μεταφρασμένο) όπως κάνει και ο Ζουμπουλάκης στο σημερινό άρθρο. Αν με ρωτούσατε σήμερα, θα είχα ακόμα λιγότερες επιφυλάξεις για τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη ή του Ροΐδη -και καμία για άλλα κείμενα της καθαρεύουσας που δεν έχουν τόσο ιδιάζον ύφος.

Το δοκίμιο του Ζουμπουλάκη είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, με νηφαλιότητα και με επιχειρήματα που μου φαίνονται πολύ γερά. Αλλά αυτό που μου αρέσει περισσότερο είναι ότι, ενώ ολοφάνερα δεν τον ευχαριστεί η κατάσταση που περιγράφει (ότι δηλαδή οι νέοι δυσκολεύονται με τα παλιότερα κείμενα) ούτε καταφεύγει σε ιερεμιάδες και ελεεινολογίες, ούτε ψάχνει να βρει ενόχους (το μονοτονικό, το ΠΑΣΟΚ, τον Φίλη), ούτε προτείνει ανεφάρμοστες και ατελέσφορες λύσεις όπως άλλοι (να πολλαπλασιαστούν οι ώρες διδασκαλίας των αρχαίων, να διδάσκονται τα αρχαία από το νηπιαγωγείο κτλ.). Οι προτάσεις του Ζουμπουλάκη (κι αν βιάζεστε, πηγαίνετε κατευθείαν στις αριθμημένες παραγράφους στο τέλος του κειμένου) είναι όλες εφαρμόσιμες και πολύ μελετημένες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Μεταφραστικά, Παπαδιαμάντης, Παλιότερα ελληνικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 238 Σχόλια »

Ο Βέλμος που έβγαζε το Φραγκέλιο

Posted by sarant στο 18 Δεκέμβριος, 2016

b214023Πριν από τέσσερα χρόνια είχα παρουσιάσει από το ιστολόγιο το περιοδικό Φραγκέλιο (με κ, εσκεμμένα) που το εξέδιδε το 1927-29 ο Νίκος Βέλμος (1890-1930).

Πρόσφατα, από τον εκδοτικό οίκο Φαρφουλάς κυκλοφόρησαν δύο εκδόσεις σχετικές με τον Βέλμο. Αφενός, σε αναστατική επανέκδοση κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος του «Φραγκελίου». Και παρόλο που το περιοδικό είναι σχετικά εύκολο να το βρείτε σε ηλεκτρονική μορφή, θα σας πρότεινα να δείτε και την έντυπη επανέκδοση, το χαρτί έχει άλλη χάρη ιδίως για εκδόσεις που ξεχωρίζουν από την αισθητική τους.

Αφετέρου, εκδόθηκε η μελέτη του Νίκου Λογοθέτη «Νίκος Βέλμος (1890-1930). Ο γυιος (sic) της απωλείας», που είναι μια λεπτομερέστατη βιογραφία και εργογραφία της σημαντικής αυτής μορφής του μεσοπολέμου.

Αυτή την έκδοση θα παρουσιάσω σήμερα.

Κρητικής καταγωγής αλλά γέννημα θρέμμα Πλακιώτης, ο Βέλμος γεννήθηκε το 1890 στην οδό Ναυάρχου Νικοδήμου 21. Μικρό παιδί γνωρίστηκε με τον ηλικιωμένο Εμμανουήλ Ροΐδη ενώ δωδεκάχρονος παράτησε το σχολείο, άρχισε να αλητεύει και να συναναστρέφεται ανθρώπους του υποκόσμου. Δοκίμασε το χασίς, συνελήφθη για κλοπή και φυλακίστηκε. Στα 14 εγκατέλειψε την αλήτικη ζωή και έναν χρόνο αργότερα έκανε τα πρώτα του βήματα στη σκηνή του θεάτρου. Το 1906 έγινε μαθητής του μεγάλου ηθοποιού Θωμά Οικονόμου, και με τη δική του καθοδήγηση αυτομορφώθηκε. Το 1908 παρουσίασε τα πρωτα του λογοτεχνικά έργα στο περιοδικό Ελλάς, ενώ στα επόμενα χρόνια άρχισε να συχνάζει σε λογοτεχνικές παρέες ακολουθώντας παράλληλα την καριέρα του ηθοποιού.

Στο νοεμβριανό πογκρόμ του 1916 φυλακίστηκε από τους βασιλόφρονες, ενώ από το 1919 στρέφεται προς τον αναρχισμό και τον κομμουνισμό. Συμμετέχει στον κύκλο του «Μπάγκειου», εκδίδει βιβλία, συνδέεται φιλικά με τον Στρατή Δούκα και το 1927 εκδίδει το περιοδικό Φραγκέλιο, όπου υμνούσε τους ταπεινούς και τους καταφρονεμένους και έκανε αμείλικτη επίθεση στους πλούσιους και στο κράτος τους, στους πολιτικούς και τους δεσποτάδες, στους κρατικοδίαιτους διανοούμενους, ενώ εγκωμίαζε τους «ασπούδαχτους» καλλιτέχνες και τους λογοτέχνες που πέθαναν φτωχοί ή παραγνωρισμένοι. Τακτικοί συνεργάτες του περιοδικού ήταν ο αλητογράφος Κύπριος ποιητής Τεύκρος Ανθίας, ο Αναστ. Δρίβας, ο Στρατής Δούκας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μεσοπόλεμος, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 111 Σχόλια »

Οργή Θεού! (Διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά)

Posted by sarant στο 4 Δεκέμβριος, 2016

Το ιστολόγιο έχει αναφερθεί μερικές φορές, παρεμπιπτόντως, στον Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958), αλλά δεν έχει παρουσιάσει ποτέ διήγημά του -παράλειψη που διορθώνω σήμερα. Και είναι παράλειψη επειδή ο Βουτυράς είναι ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος μας, αν όχι του 20ού αιώνα πάντως σίγουρα του μεσοπολέμου.

bout2Ο Βουτυράς είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα συγγραφείς της εποχής του που βιοπορίστηκε από την πένα του, γι’ αυτό και έγραψε πάρα πολλά διηγήματα, πολλές εκατοντάδες, για περιοδικά και εφημερίδες, ενώ ταυτόχρονα εξέδιδε και συλλογές διηγημάτων, πάνω από είκοσι βιβλία.

Το έργο του δεν έχει συγκεντρωθεί ακόμα. Ο φίλος Βάσιας Τσοκόπουλος έχει ξεκινήσει να τυπώνει τα Άπαντα Βουτυρά σε τόμους, αλλά η υπόθεση κόλλησε μετά τον πέμπτο τόμο (κάπου στο ένα τρίτο του συνολικού όγκου) και αφού δυο εκδοτικοί οίκοι που είχαν αναλάβει το εγχείρημα είχαν κλείσει. Άκουσα πριν απο καιρό ότι ήταν έτοιμος ο έκτος τόμος, αλλά σε τέτοιους δύσκολους καιρούς δεν είναι εύκολα τέτοια εγχειρήματα.

Ο Βουτυράς έχει λίγους αλλά φανατικούς φίλους στην εποχή μας. Κάποια διηγήματά του (π.χ. Παραρλάμα, Ο θρήνος των βοδιών) είναι πολύ γνωστά, τα περισσότερα όμως όχι. Ο εκδοτικός οίκος Φαρφουλάς, του φίλου Διαμαντή Καράβολα, πήρε τ’ όνομά του από ένα διήγημα του Βουτυρά και έχει εκδώσει και κάποια έργα του, όπως τη σατιρική-φανταστική νουβέλα Μέσα στην Κόλαση (ο Βουτυράς καλλιέργησε και τα δύο είδη).

Εγώ σκαλίζοντας παλιές εφημερίδες βρίσκω πότε-πότε δημοσιεύματα του Βουτυρά, και κοιτάζω αν είναι θησαυρισμένα (μου έχει δώσει ο Τσοκόπουλος έναν κατάλογο των διηγημάτων που εχουν συμπεριληφθεί στις παλιές συλλογές), τα δε αθησαύριστα του τα στέλνω -αν και σχεδόν όλα τα έχει ήδη βρει ο ίδιος. Στον παλιό μου ιστότοπο έβαζα συχνά διηγήματα του Βουτυρά, που τα πληκτρολογούσαν φίλοι –εδώ τα έχω συγκεντρωμένα. Κάποια στιγμή λέω να βάλω μπροστά να πληκτρολογηθεί το κατοχικό ημερολόγιο του Βουτυρά, ή μάλλον τα αποσπάσματά του που είχε δημοσιεύσει στη δεκαετία του 1950 η Αυγή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Διηγήματα, Μεσοπόλεμος, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 109 Σχόλια »

Όταν ο Καραγάτσης συνομιλούσε με τους Πρωτοπόρους

Posted by sarant στο 23 Οκτώβριος, 2016

Ποιους Πρωτοπόρους, θα ρωτήσετε. Με τον τίτλο αυτόν («Πρωτοπόροι») κυκλοφόρησε το 1930-31 ένα «περιοδικό της προχωρημένης διανόησης», όπως ήταν ο υπότιτλός του, που εκδιδόταν από ομάδα αριστερών λογοτεχνών-καλλιτεχνών, με ψυχή τους τον Πέτρο Πικρό και με την υποστήριξη του ΚΚΕ. Στα τέλη του 1931 το ΚΚΕ ήρθε σε σύγκρουση με τον Πικρό κατηγορώντας τον (όχι τελείως αβάσιμα) ότι χρησιμοποιεί το περιοδικό για προσωπική προβολή του, οπότε η υπόλοιπη συντακτική ομάδα αποχώρησε και εξέδωσε το περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», με το οποίο συνεργάστηκαν πολλοί αριστεροί και κομμουνιστές λογοτέχνες και διανοούμενοι, έως το 1936 που το περιοδικό έκλεισε με τη δικτατορία του Μεταξά.

Τον Αύγουστο του 1943 με πρωτοβουλία του ΕΑΜ εκδόθηκαν πάλι οι Πρωτοπόροι, φυσικά παράνομοι, αλλά με χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε νόμιμο έντυπο: τακτική κυκλοφορία, τιμή πώλησης, ακόμα και στήλη αλληλογραφίας.

prot4

Επειδή όμως το περιοδικό ήταν παράνομο, οι συνεργάτες του υπέγραφαν με ψευδώνυμα, εκτός από όσους είχαν βγει στο αντάρτικο. Έτσι, ας πούμε, μπορεί ο Γιώργος Λαμπρινός να υπέγραφε με το όνομά του, αλλά οι περισσότερες συνεργασίες ήταν ή ανυπόγραφες ή ψευδώνυμες: ως Μ. Αλκαίος υπογράφει ένα διήγημά του ο Ηλίας Βενέζης, ως Α. Ταπεινός έδωσε το ποίημα «Αθήνα 1943» ο Νίκος Καββαδίας, ενώ ο Μάρκος Αυγέρης, που ήταν στυλοβάτης του περιοδικού υπέγραφε Μ. Στεφανίδης (ψευδώνυμο του ψευδωνύμου, αφού το κανονικό του όνομα ήταν Παπαδόπουλος).

Οι Πρωτοπόροι εξέδωσαν πέντε τεύχη, έως τον Δεκέμβριο του 1943. Δεν ξέρω για ποιον λόγο διακόπηκε η έκδοση, αν δηλαδή υπήρξαν τεχνικές δυσκολίες ή αν έγινε η επιλογή να διοχετευτούν οι προσπάθειες στο εβδομαδιαίο περιοδικό Καλλιτεχνικά Νέα που κυκλοφορούσε νόμιμα.

Πέρα από ποιήματα και διηγήματα, οι Πρωτοπόροι δημοσίευαν και κριτικά κείμενα. Σε κάποια από αυτά γίνεται καλοπροαίρετη κριτική σε λογοτέχνες οι οποίοι δεν ανήκαν στην Αριστερά, σε μια προσπάθεια συζήτησης, προσέγγισης ή προσεταιρισμού τους. Έτσι, στο 3ο τεύχος δημοσιεύτηκε κριτική στο «Δαιμόνιο» του Γ. Θεοτοκά, ενώ στο 2ο τεύχος δημοσιεύτηκε μια συνολική κριτική του έργου του Μ. Καραγάτση, η οποία προκάλεσε, στο 4ο τεύχος, την απάντηση του ενδιαφερόμενου, έστω και με ψευδώνυμο -δήθεν ότι πρόκειται για «φίλο του Καραγάτση».

Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα αυτή την ανταλλαγή απόψεων μέσα στην Κατοχή, και θα δημοσιεύσω εδώ τα δύο κείμενα, που τα πληκτρολόγησαν η Σουμέλα και ο Σκύλος -τους ευχαριστώ πολύ. Να σημειώσω ότι δεν είναι, βεβαίως, αθησαύριστα ή άγνωστα -αλλά, από την άλλη, δεν είναι και πολύ γνωστά, και πάντως δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο. Την επιστολή Καραγάτση την έχει σχολιάσει ο Αλέξ.Αργυρίου στο Αντί (τχ. 768-9/2002) και από εκεί αντλώ επίσης κάποια στοιχεία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Περιοδικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 109 Σχόλια »

«Τ’ απλό παιδί που εγώ αγαπώ» -δυο επιστολές για ένα ποίημα

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2016

Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες το 40ό τεύχος (Φθινόπωρο 2016) του περιοδικού «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας, με το οποίο έχω τη χαρά και την τιμή να συνεργάζομαι ταχτικά εδώ και μερικά χρόνια. Το περιοδικό ασχολείται, όπως λέει ο τίτλος του, με ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν λεπτομέρειες ή υποσημειώσεις: αθησαύριστα έργα, συμπληρώσεις της βιβλιογραφίας, επιστολές λογοτεχνών. Τα Μικροφιλολογικά βγάζουν δύο τεύχη το χρόνο κι έτσι με το 40ό τεύχος κλείνουν 20 χρόνια ζωής. Μαζί με το κυρίως τεύχος συνήθως κυκλοφορούν και ένα ή δύο τετράδια με έκτακτη ύλη, που έχουν εκτενέστερες δημοσιεύσεις αφιερωματικού χαρακτήρα. Έτσι, μαζί με το 40ό τεύχος των ΜΦ κυκλοφορούν και δύο «Μικροφιλολογικά τετράδια», το ένα με επιστολές Αναγνωστάκη-Σινόπουλου και το άλλο με συμπληρώματα της καβαφικής βιβλιογραφίας  από τον φίλο Λευτέρη Παπαλεοντίου.

Το νέο τεύχος έχει πολύ ενδιαφέρουσα ύλη αλλά επειδή δεν το έχω πάρει ακόμα στα χέρια μου θα περιοριστώ προς το παρόν να παρουσιάσω εδώ το δικό μου άρθρο, που έχει για αντικείμενο δυο επιστολές του αγαπημένου μου Ναπ. Λαπαθιώτη προς τον Γιώργο Μυλωνογιάννη, οι οποίες φωτίζουν ένα μικροφιλολογικό ζήτημα. Παραθέτω το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στα Μικροφιλολογικά αλλά προσθέτω κάποιους συνδέσμους και τις φωτογραφίες των χειρογράφων.

Δυο επιστολές του Ν. Λαπαθιώτη στον Γ. Μυλωνογιάννη και ένα απλό παιδί

Στο τμήμα του αρχείου Λαπαθιώτη που απόκειται στο ΕΛΙΑ υπάρχουν και αρκετές επιστολές προς τον ποιητή και κριτικό Γιώργο Μυλωνογιάννη (για τον οποίο, βλ. παλιότερο άρθρο μας), με τον οποίο ο Λαπαθιώτης συνδεόταν φιλικά και συνεργαζόταν στα φιλολογικά, ιδίως στη δεκαετία του 1930.

Θα παρουσιάσω σήμερα δύο από τις επιστολές αυτές, η πρώτη από τις οποίες θέτει ένα μικροφιλολογικό πρόβλημα, στο οποίο η δεύτερη δίνει την απάντηση–που δεν έχει ως τώρα προσεχτεί.

Η πρώτη επιστολή φέρει ημερομηνία 25 Οκτωβρίου 1935 και είναι γραμμένη όχι στο συνηθισμένο επιστολόχαρτο που αγαπούσε να χρησιμοποιεί ο Λαπαθιώτης αλλά σε κόλλα διαγωνισμού Α4 με ρίγες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Λαπαθιώτης, Μελοποιημένη ποίηση, Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 133 Σχόλια »

Περί σκότους (δοκίμιο του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 26 Ιουνίου, 2016

Πριν από δεκαπέντε μέρες είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο μια παλιά συνέντευξη του ποιητή Κώστα Βάρναλη στον Γ. Κοτζιούλα και στο Μπουκέτο (1932). Στη συνέντευξη αυτή ο Βάρναλης είχε αναφερθεί και στον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό, και ο φίλος μας ο Κόρτο παρουσίασε κάποια αποσπάσματα από ένα δοκίμιο («Περί σκότους») που το έγραψε ο Βάρναλης το 1942, μέσα στην Κατοχή δηλαδή, και αργότερα το συμπεριέλαβε στα Αισθητικά-κριτικά του, όταν το 1956 εξέδωσε τα (όχι πλήρη πάντως) Άπαντά του.

Αρχικά, το δοκίμιο γράφτηκε υπό μορφή τεσσάρων χρονογραφημάτων, και ήταν ενταγμένο σε μια έντονη αντιπαράθεση που είχε ανάψει από τις στήλες των εφημερίδων για το σκοτεινό ύφος στη λογοτεχνία, με αφορμή τον Πρόλογο στον Λυρικό βίο του Σικελιανού ο οποίος είχε δημοσιευτεί πρωτύτερα στη Νέα Εστία (στο τεύχος της 1.9.42) και την αντίδραση του Παύλου Παλαιολόγου από το Ελεύθερον Βήμα,  ο οποίος είχε διαμαρτυρηθεί για το σκοτεινό ύφος του Σικελιανού. Στην αντιπαράθεση πήραν μέρος όλοι σχεδόν οι σημαντικοί λόγιοι της εποχής.

Δεν μπορώ να παρουσιάσω από εδώ την αντιπαράθεση -αρκεί να πω ότι ο Αλέξανδρος Αργυρίου, στην Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και της πρόσληψής της, αφιερώνει στο θέμα αυτό 14 μεγάλες σελίδες (σελ. 81-94) στις οποίες κεντρική θέση έχει το δοκίμιο του Βάρναλη και οι αντιδράσεις που αυτό γέννησε.

Να σημειώσω πάντως ότι ένας λόγος που ο Πρόλογος του Σικελιανού είχε φανεί σκοτεινός ήταν και ότι η λογοκρισία είχε διαγράψει κάποια αποσπάσματα, κυρίως όσα ανέφεραν ονόματα Ρώσων όπως του Πούσκιν και του Γκόγκολ (ήταν κανόνας απαράβατος να απαγορεύεται η αναφορά σε λογοτέχνες κρατών με τα οποία είχε πόλεμο η Γερμανία, και αυτό δεν έπιανε μόνο τους Σοβιετικούς αλλά και τους Ρώσους).

Να σημειώσω ακόμα ότι ο Βάρναλης αργότερα φάνηκε να μεταστρέφεται ως προς την αξιολόγηση του Σικελιανού και του Καζαντζάκη, αφού έγραψε (όπως τα μετέφερε πάλι ο φίλος μας ο Κόρτο):

Για Σικελιανό:
Ένας ποιητής τόσο πληθωρικός και μεγαλόστομος, τόσο αληθινός κι αυτάρκης, τόσο εμπνευσμένος κι αριστοτέχνης , που δεν έχει όμοιό του (…) Γιατί ο Σικελιανός είχε τη συνείδηση της ευθύνης απέναντι του Έθνους σαν ένας από τους πνευματικούς του ηγέτες. Και δεν πλεύρισε στον καιρό της κατοχής τον καταχτητή. Αλλά στάθηκε δίπλα στο λαό, που αγωνιζότανε για τη λευτεριά του (…)
Στο θαρραλέο, στον ακέραιο, στον Έλληνα, στον τίμιο πνευματικό πρωταγωνιστή του καιρού του, θα χρωστάει το Έθνος παντοτινήν ευγνωμοσύνη, τόσο παντοτινή κι αθάνατην, όσο το έργο του Ποιητή.

Για τον Καζαντζάκη:
Ανεξάρτητα απ’ όλα αυτά, το έργο του είναι καταπληκτικό σε ποσότητα και σε ποιότητα. Σ’ όλα τα είδη του έντεχνου Λόγου στάθηκε θαυμαστός, αλλά πάντοτες έντεχνος. Έγραψε δεκάδες χιλιάδες στίχους και πεζά. Κι όλα με την αγωνία της «έκφρασης μη περαιτέρω». (Έτσι ορίζει το λογοτεχνικόν ωραίο ο Μπενεντέτο Κρότσε…)
Οι νέοι (κι οι γέροι) έχουνε να πάρουνε πολλά διδάγματα απ’ τον Καζαντζάκη…Γιατί κι αν είναι το έργο του μάλλον αρνητικό, έχει δυο μεγάλα προτερήματα, που το σώζουν από κάθε χαλασμό: την ελευθερία της συνείδησης και την περηφάνεια της ελευθερίας.

Κατά τα άλλα, το δοκίμιο μάς θυμίζει ότι και στα χρόνια της Κατοχής γίνονταν ουσιαστικές συζητήσεις και για πνευματικά ζητήματα, εκδίδονταν περιοδικά, ιδρύθηκε το Θέατρο Τέχνης του Κουν, υπήρχε δηλαδή αξιόλογη πνευματική κίνηση.

Παρουσιάζω λοιπόν το δοκίμιο του Βάρναλη, ολόκληρο παρόλο που είναι αρκετά εκτενές, και ευχαριστώ και πάλι τον φίλο μας τον Κόρτο που είχε την πρωτοβουλία αλλά και έκανε τον κόπο να το πληκτρολογήσει.

ΠΕΡΙ ΣΚΟΤΟΥΣ

Με δυσφορία ανακατεύομαι (κι αυτό μονάχ’ από δημοσιογραφικήν υποχρέωση) στην τελευταία συζήτηση περί σαφηνείας ή ασαφείας. Πρώτα – πρώτα γιατί μήτε ο καιρός μήτε ο τόπος είναι κατάλληλος για φιλολογικές συζητήσεις κι έπειτα γιατί φοβόμουνα μήπως η γνώμη μου αποδοθεί σ’ επαγγελματικήν αντιζηλία. Δηλώνω λοιπόν ευθύς από την αρχή, πως δεν έχω τίποτα να μοιράσω με κανέναν: ούτε τη γη με τον κ. Σικελιανό ούτε τον ουρανό με τον κ. Καζαντζάκη. Ομολογώ μάλιστα, πως είμ’ ένας από τους θερμότερους θαυμαστές των στίχων του κ. Σικελιανού, για να λείψει κάθε παρεξήγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Δοκίμια, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 94 Σχόλια »

Μια ώρα με τον κ. Κώστα Βάρναλη (συνέντευξη του 1932)

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2016

Το ιστολόγιο ασχολείται συχνά με τον ποιητή Κώστα Βάρναλη και ακόμα πιο συχνά με τον Γιώργο Κοτζιούλα. Στο σημερινό φιλολογικό άρθρο συνδυάζω αυτούς τους δυο αγαπημένους συγγραφείς, αφού παρουσιάζω μια φιλολογική τους συνάντηση, και συγκεκριμένα μια συνέντευξη που πήρε ο δεύτερος από τον πρώτο.

Το 1932 ο Γιώργος Κοτζιούλας δημοσίευσε στο περιοδικό Μπουκέτο τρεις συνεντεύξεις με φτασμένους λογοτέχνες:  τον Κωστή Παλαμά, τον Κώστα Βαρναλη και την ποιήτρια Αιμιλία Δάφνη, ενώ είχε προηγηθεί, τον Οκτώβριο του 1931, συνέντευξη με τον Λάμπρο Πορφύρα. Οι τρεις συνεντεύξεις του 1932 είχαν τον γενικό τίτλο «Φιλολογικές εκστρατείες» και καθώς δημοσιεύτηκαν με τακτική συχνότητα (κάθε δεκαπέντε μέρες) δίνεται η εντύπωση ότι ο Κοτζιούλας είχε σκοπό να συνεχίσει και με άλλες συνεντεύξεις: ωστόσο, λίγο αργότερα έπαθε νευρική κατάρρευση και γύρισε στο χωριό του, την Πλατανούσα για να αναρρώσει, ενώ τον ίδιο καιρό ήρθε και σε ρήξη με το επιτελείο του Μπουκέτου -ίσως γράψουμε άλλη φορά γι αυτό το θέμα. Έτσι, οι συνεντεύξεις αυτές διακόπηκαν.

Ο Κοτζιούλας ήταν 23 χρονών την εποχή εκείνη, φοιτητής της Φιλοσοφικής, και είχε αρχίσει να ακούγεται στα ελληνικά γράμματα, τόσο ως ποιητής (στις αρχές του 1932 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή, Εφήμερα) όσο και ως κριτικός (με τακτική συνεργασία σε διάφορα έντυπα). Ο Βάρναλης, από την άλλη, είχε τα διπλά χρόνια του Κοτζιούλα (και κάτι παραπάνω, ήταν 48) και βρισκόταν στο τέλος της δημιουργικής δεκαετίας του (όπως την ονόμασε, εκ των υστέρων βέβαια, ο Γιάννης Δάλλας), τη δεκαετία 1923-33 μέσα στην οποία δημοσίευσε τα περισσότερα μεγάλα έργα του που του χάρισαν την καταξίωση. Λίγο καιρό πριν παρθεί η συνέντευξη, ο Κοτζιούλας είχε δημοσιεύσει στο λογοτεχνικό περιοδικό Μελέτη-Κριτική μια ευνοϊκή αλλά και ουσιαστική κριτική για την Αληθινή απολογία του Σωκράτη του Βάρναλη. Επιπλέον, οι δυο τους ήταν και ομοϊδεάτες -αν και ο Κοτζιούλας δεν είχε δημόσια εκδηλωθεί για αριστερός.

Έχει ενδιαφέρον να αναδημοσιεύουμε σήμερα, 84 χρόνια μετά, μια συνέντευξη, ένα είδος που, εν πάση περιπτώσει, είναι μάλλον εφήμερο; Πιστεύω πως ναι και όχι μόνο για τους μελετητές, αφού ο Βάρναλης εξακολουθεί, και δίκαια, να διαβάζεται από ευρύ κοινό. Οπότε σκέφτηκα να την ψηφιοποιήσω για να είναι προσιτή -το Μπουκέτο υπάρχει βέβαια ονλάιν (έως το 1934) αλλά σε αρχεία pdf χωρίς δυνατότητα αναζήτησης.

Μεταφέρω σε μονοτονικό και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία.

kotzbarn

Μετά τον κ. Κωστή Παλαμά, το γενάρχη και το σχολάρχη, όπως τον ονόμασαν, των ποιη­τών μας, έρχεται σήμερα η σειρά του κ. Κώστα Βάρναλη, ποιητή όχι της τελευταίας ώρας (αυτοί συνηθίζουν να σβύνουνται με την ίδια ευκολία που επιβάλλονται), αλλά της πρωτοπορίας. Ο παραπάνω τίτλος, τόσο ζηλευτός και τιμητικός για την ανήσυχη κι αεικίνητη εποχή μας, αξίζει ολωσδιόλου δίκαια να του δοθεί, γιατί ο Βάρναλης δεν αντιπροσωπεύει και δεν πραγματοποιεί μονάχα μια απλή ποιη­τική αναζήτηση, από τις πολύ φυσικές και συ­νηθισμένες στην ιστορία της τέχνης, αλλά βρίσκεται επικεφαλής —στον τομέα βέβαια της ιδικής του ασχολίας— ενός κινήματος με γενικότερη σημασία και με απροσδιόριστα ακόμη αποτελέσματα. Γι’ αυτό και οι σημερινοί νέοι, οι φυσικοί σημαιοφόροι, και πρόμαχοι κάθε καινούργιας ιδέας, καλλιτεχνικής ή κοινωνικής, που δεν έπιασε ακόμη ρίζες μες στο χώμα, αναγνωρίζουν στον ποιητή του «Καλού πολίτη» τον αποκλειστικό ποιητή τους, μ’ ένα φανατισμό ολότελα νεανικό, φτάνοντας κάποτε ως την αδικία με το να μην παραδέχονται κανέναν άλλον επί γης. Οι «Μοιραίοι» του, που μες στους καπνούς και τις βρισιές της υπόγειας ταβέρνας κλαίνε την τύχη τους κι ανιστοράνε τις κακομοιριές των, έχουν γίνει ένα από τα δημοτικότερα ποιήματα της νέας γενεάς κι έχουν ανυψωθεί σε αληθινό σύμβολο, μολονότι, εδώ που το ’φερε ο λόγος, δεν πρόκειται παρά για ένα ποίημα με μέτρια τεχνική αξία, από τα παλιότερ’ άλλωστε του ποιητή.

kbmpoukΓια το Βάρναλη κυκλοφορεί η φήμη πως περνάει τον καιρό του στα κρασο­πουλειά, άμα δε ραχατεύει στον καφενέ της Δεξαμενής παίζοντας τάβλι, και πως σπάνια μπορείς να τον πετύχεις αλλού πουθενά. Όμως η διάδοσις αυτή, όπως κι όλες τους, είναι υπερβολική και μπορώ, νομίζω, να την διαψεύσω. Εγώ τουλάχιστο ομολογώ πως δεν εδυσκολεύτηκα καθόλου να τον ανταμώσω και πως κατόρθωσα να του πάρω τη συνέντευξη από την πρώτη στιγμή που τον είδα και τον εγνώρισα. Τον εβρήκα στο σπίτι του, ένα καθόλου πολυτελές ανώγειο της οδού Ζαλοκώστα, το μεσημέρι την ώρα που είχε στρωμένο το τραπέζι κι έτρωγε…  ντολμάδες. Ομοτράπεζός του ήταν η κυρία του, με το πατρικό ό­νομα Μοάτσου, που υπηρετεί στην Α­θήνα ως καθηγήτρια της γαλλικής και γράφει και η ίδια στίχους —έχει εκδώσει κιόλας μια συλλογή— ολότελα βέ­βαια διαφορετικούς από τους επαναστα­τικούς και υπέροχους του αντρός της.

Η ώρα ήταν ακατάλληλη φυσικά για τη δουλειά που πήγα εγώ —ο άνθρωπος πεινούσε κι ήθελε να φάει— αλλά ο ποιητής πρόθυμος κι ευγενικός, μου ’δωσε την άδεια ν’ αρχίσω. Κι έτσι μαζί με τις μπουκιές του… κατάπινε και τις ερωτήσεις μου.

— Θα σάς ρωτήσω ό,τι θυμηθώ και θα μου απαντήσετε όπως σας αρέσει. Θα σας ακούω και δε θα κρατώ ση­μειώσεις…

— Σύμφωνοι. Λέγετε!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Περιοδικά, Συνεντεύξεις, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , | 118 Σχόλια »

Για τον Κοτζιούλα στο Polis Art Café

Posted by sarant στο 24 Απρίλιος, 2016

Στις 23 Μαρτίου 2016 έγινε στο Polis Art Café η παρουσίαση του βιβλίου της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου: «Ποίηση και πολεμική: Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα». Το βιβλίο αυτό το έχω παρουσιάσει στο ιστολόγιο λίγο μετά την κυκλοφορία του, ενώ σε επόμενο άρθρο παρουσίασα ένα κομμάτι από τη δική μου συμμετοχή στο βιβλίο, το Επίμετρο «Η γλώσσα του Κοτζιούλα και ο Κοτζιούλας για τη γλώσσα«.

Μια και χτες είχαμε τα γενέθλια του Γιώργου Κοτζιούλα (γεννήθηκε στις 23 Απριλίου του 1909, ανήμερα του Αϊ-Γιώργη, και γι’ αυτό τον βάφτισαν Γιώργο), σκέφτηκα σήμερα να παρουσιάσω το ηχητικό αρχείο που είχα πάρει από την εκδήλωση, καθώς και το κείμενο της δικής μου ομιλίας. Βλέπετε, έχω ένα δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι, και ηχογραφώ τις εκδηλώσεις στις οποίες παίρνω μέρος, και κάποιες από αυτές τις ηχογραφήσεις τις έχω παρουσιάσει και εδώ (στη σελίδα About ή σε ειδικά άρθρα).

Ωστόσο, ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου (η Κίχλη της Γιώτας Κριτσέλη) είχε βιντεοσκοπήσει την εκδήλωση και την έχει ανεβάσει στο διαδίκτυο, κι επειδή η εικόνα, όπως και να το κάνουμε, υπερέχει, ας παρουσιάσουμε το βίντεο της εκδήλωσης και μετά τη δική μου ομιλία.

Εξαιτίας κάποιων ρυθμίσεων, το βίντεο πρέπει να το δείτε στη σελίδα του Vimeo.

Σημειώνω τους ομιλητές και τη χρονική διάρκεια της παρέμβασης του καθενός:

  • Χαιρετισμός από τον Βασίλη Χατζηιακώβου του Polis Art Café, 1.40-7.45
  • Εισαγωγή από τη Γιώτα Κριτσέλη των εκδόσεων Κίχλη, 7.45-12.00
  • Ομιλία της Χριστίνας Ντουνιά, καθηγήτριας Νέας Ελλην. Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, 12.00-36.00
  • Ομιλία του Προκόπη Παπαστράτη, Ομ. καθηγητή ιστορίας στο Πάντειο, 36.00-51.00
  • Δική μου ομιλία, 51.00 – 1.21.00
  • Κλείσιμο από τη συγγραφέα, την Αθηνά Βογιατζόγλου, 1.21.00-1.28.00
  • Παρέμβαση του Κώστα Κοτζιούλα, γιου του ποιητή, 1.28.00-1.42.00

Όπως βλέπετε, μίλησα περισσότερο απ’ όλους -το έχω το κουσούρι να πλατειάζω και ενώ είχα γραμμένη την ομιλία μου, σε κάποια σημεία ξέφυγα από το χειρόγραφο και είπα κι άλλα. Εδώ όμως παραθέτω το γραπτό κείμενο, που βέβαια κάποια του σημεία τα έχω αναφέρει σε προηγούμενα άρθρα του ιστολογίου για τον Κοτζιούλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | 123 Σχόλια »

Πώς (δεν) ξεθάφτηκε ο Παπαδιαμάντης

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2016

Στο άρθρο του περασμένου Σαββάτου είχα αναφερθεί και στην κόντρα του παρουσιαστή Κ. Μπογδάνου με τον δήμαρχο Ζακύνθου, με αφορμή τα όσα είπε ο πρώτος για τον Διονύσιο Σολωμό, χωρίς ωστόσο να μπω στην ουσία του θέματος. Σε συνέχεια αυτής της αντιπαράθεσης, ο παρουσιαστής προσκάλεσε τη Δευτέρα στην εκπομπή του τον συγγραφέα (και τ. βουλευτή) Πέτρο Τατσόπουλο για μια συζήτηση που ξεκίνησε από αυτή τη διένεξη αλλά επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα.

Στη συζήτηση αυτή, ο Π. Τατσόπουλος ανέφερε ως γεγονός κάτι που μου φαίνεται ότι δεν αληθεύει -και επειδή το άκουσε αρκετός κόσμος, και αφού ένας από τους σκοπούς του ιστολογίου είναι και η αναζήτηση της αλήθειας και η ανασκευή μύθων ειδικά σε σχέση με τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, θέλω να αφιερώσω το σημερινό άρθρο σε αυτό.

Το θέμα το έχω ήδη συζητήσει στο Φέισμπουκ, και μάλιστα με συμμετοχή του άμεσα εμπλεκόμενου, αλλά οι συζητήσεις του Φέισμπουκ έχουν το κακό ότι δεν διατηρούνται στην επιφάνεια και δεν γκουγκλίζονται (όταν γίνονται σε προσωπικές σελίδες), οπότε μεταφέρω εδώ κάποια πράγματα.

Λοιπόν, στην εκπομπή της Δευτέρας 15/2, ο Πέτρος Τατσόπουλος, που είναι πολύ καλός συζητητής κατά τη γνώμη μου, υποστήριξε ότι τις μεγάλες μορφές σαν τον Σολωμό δεν πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε σαν ιερές αγελάδες, ότι έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, άρα και ελαττώματα. Και συνέχισε λέγοντας πως ο Σολωμός ήταν «ένας βασανισμένος άνθρωπος, όπως εξίσου βασανισμένος άνθρωπος ήταν ο Παπαδιαμάντης».

Φτάνουμε στο σημείο που μας ενδιαφέρει. Λέει ο Τατσόπουλος (απομαγνητοφωνώ):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μύθοι, Μεταμπλόγκειν, Παπαδιαμάντης, Τηλεοπτικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 234 Σχόλια »

Πώς γράφετε;

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2016

Προχτές έδωσα μια ομιλία στο Λουξεμβούργο με θέμα τον ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, κυρίως εστιάζοντας στη διαδρομή της ζωής του, με απαγγελίες είκοσι ποιημάτων του από δυο φίλες. Δεν είναι βολικό να παρουσιάσω στο ιστολόγιο την ομιλία μου, επειδή ήταν αρκετά εκτενής, και άλλωστε λέει πράγματα γνωστά σε γενικές γραμμές στους εδώ αναγνώστες, θα το κοιτάξω μήπως βάλω κάποια στιγμή το ηχητικό αρχείο ή κάποια αποσπάσματα σε βίντεο.

Ωστόσο, καθώς έφτιαχνα την ομιλία και κοίταζα διάφορα κείμενα του Λαπαθιώτη, πρόσεξα ένα κείμενο γραμμένο δεκαπέντε μέρες πριν από την αυτοκτονία του και δημοσιευμένο μετά τον θάνατό του, στο περιοδικό Ορίζοντες του φίλου του Μάριου Βαϊάνου. Ο Λαπαθιώτης απαντά στο ερώτημα «Πώς γράφετε;» που έθετε το περιοδικό σε διάφορους συγγραφείς (στο προηγούμενο τεύχος υπήρχαν οι απαντήσεις του Σικελιανού και του Ξενόπουλου).

Βρήκα ότι οι απαντήσεις του Λαπαθιώτη έχουν κάποιο ενδιαφέρον και τις παρουσιάζω σήμερα εδώ. Ο Λαπαθιώτης έστειλε στον Βαϊάνο το κείμενό του στις 23 Δεκεμβρίου 1943. Στις 8 Ιανουαρίου 1944 αυτοκτόνησε και στο τεύχος Φεβρουαρίου 1944 των Οριζόντων, που είχε εκτενές αφιέρωμα στο έργο του, με ανέκδοτα (τότε) ποιήματά του, δημοσιεύτηκε και αυτή η προγραμματισμένη από τα πριν απάντησή του στην έρευνα του περιοδικού.

Τη μεταφέρω εδώ μονοτονισμένη και έχοντας (λίγο) εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

Και στο τέλος βάζω και ένα ποίημα (που απαγγέλθηκε και στην προχτεσινή εκδήλωση) από το αρχείο Λαπαθιώτη στο ΕΛΙΑ, για να δούμε πόσο δουλεμένα ήταν μερικές φορές τα χειρόγραφα των ποιημάτων του Λαπαθιώτη.

Απαντήσεις στην έρευνά μας ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΤΕ;

Και πρώτα-πρώτα, μπορώ απόλυτα να βεβαιώσω, πως δεν εργάστηκα ποτέ μου δίχως κέφι. Λέγοντας «κέφι» εννοώ την ειδική κατάσταση εκείνη, που οι παλιοί ρομαντικοί αποκαλούσαν «έμπνευση», «οίστρον», «εμπνοή» και «θείαν Έξαρση»,— και που δεν εί­ναι, παρά μια συναισθηματική υπερδιέγερση (κάτι αναμεταξύ ενθουσιασμού και νοσταλγίας), εκείνο, ίσα ίσα, που ο λαός αποκαλεί, ίσως επιτυχέστερα, «μεράκι». Χωρίς αυτό δεν έπιασα την πένα, μέχρι σήμερα, —ούτε καν γι’ απλήν αντιγραφή, ούτε και στις δύσκολες σημερινές συνθήκες. Ποτέ δεν έγραψα,— δεν το μπορούσα δηλαδή, ακόμα και να το ’θελα, και πολλές φορές το θέλησα πολύ —ούτε «κατά παραγγελίαν», ούτε «υπό την πίεσιν ανάγκης»… Πρόχειρα, «στο γό­νατο», δεν έγραψα ποτέ μου.

Πρωί, απόγεμα ή βράδυ, μου ήταν αδιάφορο. Αυτό το κέφι, δε λογάριαζε την ώρα. Άλλες φορές, για να το προκαλέσω τεχνητά, προσέφευγα στη μουσική, παίζοντας πιάνο. Και κάποτε αργότερα, και στα ναρκωτικά. Αλλ’ αυτό,— μιλώ για «τότε», πάντα— κατά πολύ μεγάλα διαστήματα. Εργάζομαι αργά, προσεχτικά, ζυγίζοντας τες λέξεις, και δεν προχωρώ, ποτέ, στην παρακάτω φράση, αν, αυτή που έγρα­ψα, δε με ικανοποιεί, με κάποιον τρό­πο. Πολλές φορές, ωστόσο, αφήνω κε­νούς χώρους, για να τους συμπληρώ­σω υστερότερα, όταν θα βρω την πιο καλή μου διατύπωση. Κι όταν την πετύχω μια φορά, έτσι καθώς τη θέ­λω, χαίρομαι σαν το Σκοπευτή, που πετυχαίνει στη σκοποβολή του. Άλ­λοτε, όταν ήμουνα παιδάκι, έκανα τρέλες, σφύριζα, πηδούσα, τραγου­δούσα. Δυστυχώς τώρα, δεν μπορώ να τα κάνω… δεν προσχεδιάζω ποτέ τίποτε: Ό,τι φέρ’ ή ώρα κι η στιγμή. Πολλές Φορές, για μια φράση, που μου άρεσε, είτε για ένα στίχο, —της αρχής, της μέσης ή του τέλους— έ­γραψα ολόκληρο διήγημα, ή ποίημα. Τώρα τελευταία, συνήθιζα πολύ να γράφω όρθιος: έχω φκιάσει ένα όρ­θιο γραφείο, σαν τ’ αναλόγια τα εκκλησιαστικά, ειδικά γι’ αυτή την εργασία. Και τούτο, γιατί βηματίζω πολύ, γράφοντας, και με κουράζει το να σηκωνοκάθομαι, στο συνηθισμένο μου γραφείο.

Ό,τι γράφω, μ’ ενθουσιάζει, μια στιγμή, —αλλά σέ λίγο, γρήγορα (και κάπως πολύ γρήγορα, αλίμονο!) μου φαίνεται ασήμαντο, μηδαμινό, γελοίο… Κι η εντύπωση αυτή μού μένει για καιρό. Πέρασαν χρόνια, κά­ποτε, για να μπορέσω να το δω με μάτια αμερόληπτα, — κι ίσως ποτέ, αυτό το τελευταίο, να μην το κατόρθωσα απόλυτα! Είν’ ένα δυστύχημα για μένα, το να μην εκτιμώ τα όσα γράφω… Αλλά και δε σκίζω ποτέ τί­ποτε : τ’ αφήνω,— και γιατί τ’ αφήνω, τάχα;…

Έχω φυλάξει, έτσι, ένα πλήθος παιδικά χειρόγραφά μου, μόνο και μόνον επειδή λυπήθηκα, από τότε, να τα καταστρέψω… και για τον ίδιο λόγο, κι εξακολουθώ να τα κρατώ. Τίποτε δεν εκτιμώ, — κι ωστόσο, τ’ αγαπώ…

Άλλη μου συνήθεια, για χρόνια, ήταν να σημειώνω σε χαρτάκια, τις νύχτες, που γυρνούσα, —ήμουν, καθώς είναι γνωστό, ο θρυλικός ξενύ­χτης!— ό,τι μου κατέβαινε, —στίχους, σκέψεις, φράσεις— στα συνοικιακά καφενεδάκια, και στα εστιατόρια, όπου μ’ οδηγούσαν κάθε βράδι, τ’ ά­σκοπα, τα πλάνα βήματά μου… Κι απ’ αυτά, ελάχιστα χρησίμεψαν κα­τόπι.

Πρωτόγραψα πολύ μικρός, σε ηλικία εφτά-οχτώ χρονών: είν’ ένα ποί­ημα, —ας το πούμε «ποίημα»!— με πατριωτικό περιεχόμενο, γραμμένο σ’ ένα λεύκωμα μεγάλο, μαζί με ζω­γραφιές, χαλκομανίες, και με διάφορα χρωματιστά μολύβια και κραγιόνια… Κι από τότε… δε σταμάτησα να γράφω! Κι ως τη στιγμήν αυτή, που χαράζω τις γραμμές μου τούτες, εξα­κολουθώ πιστά να γράφω…

Όσοι διαβάζουν, ας με συγχωρή­σουν! Εγώ, ωστόσο, όπως συμβαίνει στις μεγάλες τις αγάπες, που δε μας είναι δυνατόν να ζήσουμε, μήτε μ’ αυτές, μήτε χωρίς αυτές, — δεν το συγχώρησα, ποτέ, στον εαυτό μου! Κι ας ήταν απ’ τις λίγες μου χαρές, μέσ’ στη ζωή…

(23.12.43) ΝΑΠΟΛ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

deprofundis

Δυστυχώς η φωτογραφία κόβει το κάτω κάτω μέρος της σελίδας.

Αν ενδιαφέρεστε να δείτε το τελικό έντυπο αποτέλεσμα, το ποίημα δημοσιεύτηκε στις 15 Μαΐου 1930 στη Νέα Εστία, και αργότερα στην επιλογή του 1939, με αλλαγμένον ή μάλλον μεταφρασμένο τον τίτλο (Εκ βαθέων αντί για De profundis) ως εξής:

Λυπήσου με, Θε μου, στο δρόμο που πήρα,
χωρίς, ως το τέλος, να ξέρω το πώς
-χωρίς να ’χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,
ποιο κρίμα με δένει, και ποιος ο σκοπός!

Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,
προτού η νύχτα πάλι βαριά ν’ απλωθεί,
ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,
ζητώντας εκείνο που δε θα βρεθεί!

Λυπήσου όλα κείνα που πάνε του κάκου,
γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,
και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,
χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι’ αυτό!

Λυπήσου κι εκείνα, λυπήσου και μένα,
-και μένα, που πάω με καρδιά στοργική,
ζητώντας μια λύση, σε πράματα ξένα,
που δεν έχουν, Θε μου, καμιά λογική…

Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,
λιγάκι να φέξει, μες στα σκοτεινά,
κι αμέσως η μοίρα μού το ξαναπαίρνει,
κι αμέσως η μοίρα γυρίζει ξανά…

Λυπήσου με, Θε μου, στην απόγνωσή μου,
λυπήσου τη φλόγα που μάταια σκορπώ,
-λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,
να ζω δίχως λόγο και δίχως σκοπό…

 

Posted in Λαπαθιώτης, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , | 89 Σχόλια »