Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φιλολογικοί καβγάδες’ Category

Βάο, γάο, δάο: ένα υπερσουρεαλιστικό σονέτο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 29 Οκτώβριος, 2017

Μεθαύριο συμπληρώνονται 129 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες συνηθίζω να δημοσιεύω κάτι σχετικό με τον Λαπαθιώτη, συνήθως κάποιο όχι πολύ γνωστό έργο του ή κάτι σχετικό με μια πτυχή της ζωής του.

Θα συνεχίσω βέβαια και φέτος την παράδοση με το σημερινό άρθρο, αν και κατ’ εξαίρεση θα το αφιερώσω σε ένα αρκετά γνωστό έργο ή μάλλον πάρεργο του Λαπαθιώτη. Αφενός επειδή ό,τι είναι γνωστο στους φανατικούς λαπαθιωτιστές δεν είναι και ευρύτερα γνωστό και αφετέρου επειδή θέλω να διορθωθεί στη Βικιπαίδεια μια ανακρίβεια, στη διάδοση της οποίας ίσως κι έχω κι εγώ ακούσια συμβάλει, αφού πρώτα διαλευκάνουμε (εδώ λογαριάζω και στη βοήθεια τη δική σας) καναδυό λεπτομέρειες.

Λοιπόν, στο τεύχος 271 της Νέας Εστίας (1 Απριλίου 1938, σελ. 485-6), στη σελίδα της Αλληλογραφίας αναγνωστών, δημοσιεύτηκε η εξής επιστολή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη:

Πέραν του Συρρεαλισμού

Αγαπητέ μου Χάρη,

θα ξέρεις, βέβαια, ότι είμαι ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος των αποκαλυπτικών εμπνεύσεων και καινοτομιών. Αν δεν το ξέρεις, μάθε το, λοιπόν, σήμερα! Μελετώντας, άρρωστος, αυτές τις μέρες, τη φιλοσοφία του Συρρεαλισμού, που, λογικά, καταργεί τη λογική, σκέφτηκα τούτο: Αφού, καλά ή κακά, φτάσαμε στο σημείο, λυτρωμένοι από το ζυγό του ειρμού, στις σημερινές ποιητικές συνθέσεις μας, να ζητήσουμε την έμπνευση στην ίδια της πηγή, που ήταν πάντα, έμμεσα, και είναι τώρα, άμεσα, το υποσυνείδητο, γιατί τάχα να μην κάνουμε ακόμα ένα βήμα, – το τελευταίο ίσως δυνατό προς την κατεύθυνση αυτή, και να λυτρωθούμε κι από τη συμβατικότητα της γλώσσας, κάθε γλώσσας; Γιατί να μην άρομε και το τελευταίο εμπόδιο προς την κατάκτηση της άμεσής του επαφής, που μας προβάλλουν οι καθιερωμένοι γλωσσικοί τύποι με τα έτοιμα καλούπια τους; Γιατί να μην αφήσομε το υποσυνείδητο εντελώς ελεύθερο να δημιουργήσει και τους γλωσσικούς εκφραστικούς του τρόπους, ανάλογα, κάθε φορά, με τις μυστηριώδεις απαιτήσεις του; Φαντάζομαι, τότε, τη λαμπρή προοπτική που διανοίγεται στο μέλλον της Ποιήσεως από μια τέτοια ριζική της χειραφέτηση! Σου παραθέτω, για δείγμα, ένα σονέτο, που μου υπαγόρευσε το υποσυνείδητό μου, ώστε να χρησιμεύσει σαν αφετηρία στην ανυπολόγιστη αυτή μελλοντική κίνηση… Διάβασε, και καμάρωσε:

ΣΟΝΕΤΟ ΥΠΕΡΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επετειακά, Ευτράπελα, Λαπαθιώτης, Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 88 Σχόλια »

Φιλολογικός καβγάς για μια γαλοπούλα

Posted by sarant στο 29 Δεκέμβριος, 2013

Την προηγούμενη Κυριακή παρουσίασα ένα αφήγημα του Μιλτιάδη Μαλακάση, δημοσιευμένο στο Μπουκέτο τα Χριστούγεννα του 1930, με αναμνήσεις από την παρέα της Δεξαμενής, στο γύρισμα του 20ού αιώνα, στο οποίο πρωταγωνιστεί ένας λόγιος, ο φοβερός Ευρυσθένης Τσανάκας, και μια γαλοπούλα, την οποία ο Τσανάκας βρήκε ξεκομμένη από το κοπάδι της και την μετέτρεψε σε χριστουγεννιάτικο έδεσμα, έναν πειρασμό στον οποίο ακόμα και ο άγιος των γραμμάτων μας, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, δεν μπόρεσε ν΄ αντισταθεί, ίσως επειδή το κρασί του κυρ-Γιάννη, του καφετζή της Δεξαμενής, ήταν αγνό και γλυκόπιοτο, «όλον άρωμα και πτήσις και αφρός», όχι σαν το πετρέλαιο των άλλων καφενείων!

Όμως η ιστορία δεν τελείωσε εδώ. Ένας σημαντικός λόγιος αναγνώρισε τον εαυτό του στο πρόσωπο του Ευρυσθένη Τσανάκα και αντέδρασε με ένα βίαιο κείμενο που θα δούμε στη συνέχεια, στο οποίο όχι μόνο καταγγέλλει τον Μαλακάση ότι διαστρέβλωσε την αλήθεια σχετικά με το περιστατικό της γαλοπούλας, αλλά και περνάει σε αντεπίθεση διατυπώνοντας βαρύτατες κατηγορίες για το ποιόν και την ηθική συγκρότηση του «Θανάση», όπως παρονομάζει τον Μαλακάση, αφού τον κατηγορεί ότι συνδεόταν με πλούσιες γυναίκες για να τους απομυζά την περιουσία. Ο λόγιος αυτός ήταν ο Γιάννης Βλαχογιάννης, στον οποίο χρωστάμε, ανάμεσα στ’ άλλα, το ότι ανέδειξε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.

Όπως ήταν φυσικό, ο Μαλακάσης αντέδρασε, και σε μια σύντομη επιστολή του έκανε λόγο για μήνυση -που δεν ξέρω αν έγινε, και τι απέγινε. Στο περιοδικό δημοσιεύτηκε και μια άλλη σύντομη επιστολή, του Κώστα Πασαγιάνη, ο οποίος αναφέρθηκε από τον Μαλακάση ως μάρτυρας του περιστατικού, αλλά διέψευσε ότι συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο. Κι έτσι τελείωσε αυτός ο φιλολογικός καβγάς πριν από 83 χρόνια, ένας καβγάς που θα παρακολουθήσετε τώρα εσείς στα επόμενα.

Τα κείμενα έχουν εκσυγχρονιστεί ορθογραφικά. Ευχαριστώ πολύ τον Σκύλο της Βάλιας Κάλντας και τον Αλέξη για την πληκτρολόγηση.

ΑΜΟΛΑ!
[Δημοσιεύτηκε στο Μπουκέτο, 15.1.1931, με το εξής εισαγωγικό κείμενο του περιοδικού: Στο φύλλο των χριστουγέννων δημοσιεύτηκε μια φιλολογική σελίς, με τον τίτλο «Ένα γεύμα την παραμονή των Χριστουγέννων». Στη σελίδα αυτή απαντά σήμερα δια των κατωτέρω ο γνωστός λογογράφος, ιστορικός και Διευθυντής των Αρχείων του Κράτους κ Γιάννης Βλαχογιάννης]

(Κριτική όχι φιλολογική, μα κριτική αληθινή, σωφρονιστική και επανορθωτική του συγγραφέα του αριστουργηματικού και μόνου πεζογραφήματος περί Γαλοπούλας, γραμμένου από τον περίφημο στα Ελλ. Γράμματα Καζανόβα, εσχάτως επονομασθέντα και Θανάση, άρχοντα ξεπεσμένο, ποιητή χρεωμένο και πνευματικώς χρεοκοπημένο από τα Μποχωρογάλατα, κριτική συρραφείσα και εις βούρδουλα ματαβληθήσα από τον πεθαμένο κριτικό Τσανάκα, αργήσασα εξ αγνοίας του, αλλά τέλος φθάσασα από τα ύψη της Δεξαμενής).

Ο Καζανόβας ο νεότερος τρέμει τους ζωντανούς, ας είναι και «θρασύδειλοι». Γι΄αυτό παρασταίνει στο διήγημά του των ήρωα Τσανάκα πεθαμένο, και αφίνει ζωντανό τον άλλο ήρωα το Θανάση, δηλ. τον εαυτό του, να μιλεί ακράτητα. Αυτοί είναι οι δύο ήρωές του οι αριστουργηματικοί· ο ένας, σαν πεθαμένος, δε μιλεί, κι΄ο Θανάσης γενναία τα παραλέει, γιατί φαντάζεται πως δεν φοβάται τίποτα απ΄ τον πεθαμένο. Ο Δον Κισώτος έπλαθε φανταστικούς εχθρούς κι ύστερα τους πολεμούσε αλλά ο Καζανόβας ή Θανάσης, τους πεθαίνει πρώτα με το νου του, κι ύστερα τους πολεμάει. Μ΄αυτό τον τρόπο έχει την πλάνη πως είναι σίγουρος απ΄το κακό, σαν κάτι ζούδια που κρύβουν το κεφάλι τους στην τρύπα και λουφάζουν, ήσυχα πια για τη μικρή τους ύπαρξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Παλιότερα άρθρα, Περιοδικά, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , | 62 Σχόλια »

Ένας φιλολογικός καβγάς στην Αθήνα του 1943

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2013

Φυλλομετρούσα τις προάλλες τις κατοχικές εφημερίδες για να βρω αναφορές στη μεγάλη κινητοποίηση του ΕΑΜ το 1943 εναντίον της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία, και για τη θυσία της Παναγιώτας Σταθοπούλου και των δεκάδων άλλων νέων. Όπως θα δείτε στο σχετικό άρθρο, ελάχιστα πράγματα βρήκα, άλλωστε δεν περίμενα να βρω πολύ περισσότερα: στις εφημερίδες της εποχής, η πολιτική και πολεμική ειδησεογραφία ήταν απόλυτα ελεγχόμενη. Αντίθετα, και λόγω της έλλειψης πολιτικών ειδήσεων, το φιλολογικό και πνευματικό περιεχόμενο των κατοχικών εφημερίδων ήταν πολύ πλούσιο. Ειδικά η Πρωία διαβάζεται ακόμα και σήμερα με αρκετό ενδιαφέρον.

Μπορεί να μην βρήκα πολλά για τις αντικατοχικές διαδηλώσεις, έπεσα όμως πάνω σε έναν φιλολογικό καβγά, έναν καβγά ανάμεσα σε δυο ονόματα που και τότε πρωταγωνιστούσαν στην πνευματική ζωή αλλά και σήμερα είναι ακόμη πασίγνωστα. Κάτι ήξερα για τον καβγά αυτόν, επειδή είχα διαβάσει ένα παραφιλολογικό σχόλιο του περιοδικού «Φιλολογική Κυριακή» (που έβγαζε ο Μυριβήλης το 1943), αλλά δεν είχα διαβάσει τα πρωτότυπα κείμενα του διαξιφισμού. Τα διάβασα και μου φάνηκε ότι έχουν ένα κάποιο ενδιαφέρον -τόσο ώστε να γεμίσει ένα καλοκαιρινό κυριακάτικο άρθρο. Αν μη τι άλλο, πολλές φορές βλέπουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γνωστούς συγγραφείς να βρίζουν και να βρίζονται και κουνάμε το κεφάλι -όποιος όμως αναδιφήσει παλιά έντυπα βλέπει πως οι φιλολογικοί καβγάδες, ακόμα και με βαριές εκφράσεις, συνηθίζονταν ανέκαθεν. Και μάλιστα, σε σύγκριση με τους παλιούς καβγάδες, που γίνονταν γραπτώς -άρα υπήρχε το περιθώριο να το ξανασκεφτεί κανείς, καθώς και ο έλεγχος από μεριάς εκδότη- οι σημερινοί φιλολογικοί καβγάδες, που διευκολύνονται από την αχαλίνωτην αμεσότητα του Διαδικτύου έχουν αρκετά ελαφρυντικά.

Τα κείμενα τα παραθέτω όπως δημοσιεύτηκαν, με κάποιον ενδιάμεσο σχολιασμό δικό μου. Τηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου, αλλά με μονοτονικό. Ευχαριστώ πολύ τη φίλη Ν. που πληκτρολόγησε τις τέσσερις επιστολές και τον φίλο που έκανε την πέμπτη.

Ο καβγάς άρχισε όταν, στις 23 Ιουλίου 1943, στο καθημερινό του χρονογράφημα στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα», αναφερόμενος σε πολλά και ποικίλα θέματα («Σκίτσα της εποχής» είναι ο τίτλος) αναφέρεται και σε ένα βιβλίο που είχε μόλις κυκλοφορήσει με τίτλο «Τον καιρό της μαύρης» και με συγγραφέα τον δημοσιογράφο Ε. Θωμόπουλο, και συνεχίζει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , | 80 Σχόλια »

Ένας λησμονημένος ποιητής και μια απρόβλεπτη ρίμα

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2013

Ένας λησμονημένος ποιητής και μια σπάνια ρίμα

MylonΣε ένα ποίημά του, σατιρικό και αυτοσαρκαστικό, γραμμένο το 1937, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης περιγράφει πώς (φαντάζεται ότι) θα αντιδράσουν οι φίλοι και οι γνωστοί του σαν μαθευτεί η είδηση του θανάτου του, ποιοι θα έρθουν στην κηδεία του και τι θα γράψουν οι εφημερίδες και η κριτική. Το ποίημα δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο ποιητής, αλλά σώθηκε χρονοσημασμένο στο τμήμα του αρχείου του που υπάρχει στο ΕΛΙΑ. Αργότερα, ο Άρης Δικταίος συμπεριέλαβε στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Λαπαθιώτη μια μεταγενέστερη επεξεργασία του ίδιου ποιήματος, συντομότερη και με αρκετές διαφορές.

Όμως στο θέμα αυτό έχω αφιερώσει ειδικό άρθρο, στο οποίο σας παραπέμπω.

Θα εστιάσω τώρα τον φακό σε ένα από τα πρόσωπα που μνημονεύει ο Λαπαθιώτης ανάμεσα σε εκείνους που θα έρθουν στην κηδεία του:

Θα είναι κι ο Μήτσος με το Χάρη,
και πέντε-δέκα συγγενείς,
–κι ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης:
άλλος κανείς, κανείς, κανείς…

Ο Μήτσος είναι ο Παπανικολάου, ο Χάρης είναι ο Σταματίου, ο αρχισυντάκτης του Μπουκέτου. Στη δεύτερη βερσιόν του ποιήματος, οι λιγοστοί πενθούντες γίνονται άξαφνα πολλοί, αλλά τα πρόσωπα αλλάζουν:

Θα είναι ο Άγγελος, ο Χάρης,
ο Κλέων, ο Τάκης, η Λιλή,
ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης,
κι άλλοι πολλοί, πολλοί, πολλοί…

Πάλι αναφέρεται κάποιος Χάρης, αλλά (εικάζω ότι) τώρα πρόκειται για τον Πέτρο Χάρη της Νέας Εστίας, όπως φαίνεται και από τους άλλους συμπενθούντες (Σικελιανό, Κλ. Παράσχο, Τάκη Παπατζώνη, Λιλή Ιακωβίδου).

Ο Μυλωνογιάννης όμως, ο κοινός παράγοντας των δύο εκδοχών, φιγουράρει και σ’ ένα άλλο σημείο της πρώτης εκδοχής του ποιήματος:

Ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης
με σφίξιμο χεριού γερό
θα λέει, αράδα, σ’ όσους βρίσκει:
– Τι φοβερό! Τι φοβερό!…

Και παρατώντας και Σκαρίμπαν,
και στίχους και πολιτική,
και το παιδί του, και το σύμπαν,
θα μου σκαρώσει κριτική!

Η πρωτότυπη ρίμα Σκαρίμπαν-σύμπαν με είχε εντυπωσιάσει όταν πρωτοδιάβασα το ποίημα, και αναρωτήθηκα αν το σύμπαν μπήκε για να βρει ρίμα στον Σκαρίμπα (που αλλιώς μόνο με τη λίμπα και τη μπιρίμπα ριμάρει) ή αν υπήρχε κάποια άλλη, πιο ουσιαστική, αιτία. Απάντηση δεν βρήκα, μέχρι προχτές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 53 Σχόλια »