Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φοιτητικά’ Category

Το σκουλήκι (διηγημα του Βασίλη Τσιαμπούση)

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2017

Την περασμένη Κυριακή είχαμε δει ένα διήγημα του μυκονιάτη συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά, ενώ πριν από έναν μήνα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη από τη Σπάρτη. Συνεχίζω σήμερα στο ίδιο πνεύμα με έναν άλλο πεζογράφο που κατά κάποιο τρόπο είναι ταυτισμένος με μια πόλη, τον δραμινό Βασίλη Τσιαμπούση. Γεννημένος το 1953, έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο ΑΠΘ. Ζει και δουλεύει στη Δράμα.

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα περιλαμβάνεται στην πρώτη του συλλογή, Η βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα, που κυκλοφόρησε το 1990. Από τη συλλογή αυτή έχω δημοσιεύσει το ομότιτλο διήγημα στον παλιό μου ιστότοπο.

Στο διήγημα που θα δούμε σήμερα η δράση δεν εκτυλίσσεται σε επαρχιακή πόλη αλλά στη Θεσσαλονίκη των φοιτητών, και όσοι σπούδασαν εκεί μπορεί να θυμηθούν δικά τους βιώματα. Πάντως, η Πρίγκιπος Νικολάου έχει μετονομαστεί σε Σβώλου («κι οι πρίγκιπές σου τώρα γίναν σβώλοι…» έγραψε κάποιος φίλος που σπούδασε εκεί στη δεκαετία του 80).

Από γλωσσική άποψη, δεν έχουμε πολλές ιδιωματικές λέξεις. Δυο φορές γίνεται λόγος για «οικοδομή», που όταν το λέμε εμείς οι χαμουτζήδες εννοούμε κτίριο που χτίζεται, αλλά στη Θεσσαλονίκη σημαίνει και την (τελειωμένη και κατοικούμενη) πολυκατοικία. Η χαρχάλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για γυναίκα, πηδιόλα ας πούμε. Νόμιζα ότι είναι βορειοελλαδίτικος ιδιωματισμός αλλά βλέπω στο σλανγκρ ότι λέγεται και στην Κρήτη και αλλού και ότι έχει ποικίλες σημασίες. Τέλος πάντων.

Το κείμενο ήταν εξαρχής σε μονοτονικό οπότε έκανα ελάχιστες επεμβάσεις στην ορθογραφία και τη στίξη.

Το σκουλήκι

Μας συντάραξε η καρτούλα. Η μπορντούρα της σύνορο χρυσό, αυτός μέσα, εμείς απ’ έξω και το αγέρωχο της ηρεμίας μας κομμάτια. «Γεωλόγος του Πανεπιστημίου της Στουτγάρδης», έγραφε. «Θα περάσω αύριο στις ε­φτά. Σας πεθύμησα».

Παρτίδες μαζί του δεν πολυγουστάραμε, από πα­λιά τον είχαμε κατατάξει στους «κατώτερους». Στο γυ­μνάσιο για να περνάει τις τάξεις «έγλειφε» τους καθη­γητές κι όλοι τον κοροϊδεύαμε «Σαλιάρα». Είχαμε μια φιλόλογο, που της κουβαλούσε απ’ το χωριό του φρέσκα αυγά, με τ’ αζημίωτο βέβαια, αφού στα Νέα και τ’ Αρχαία πάντα προβιβαζόταν απ’ τον Ιούνιο. Ως και τον οδηγό του πούλμαν στη μεγάλη εκδρομή της τελευταίας τάξης κατάντησε να τον καλοπιάνει κι ενώ όλοι τη βγά­ζαμε στρωματσάδα στα σχολεία, όπου διανυκτερεύαμε, αυτός κοιμόταν μέσα στ’ αυτοκίνητο. Εκείνη τη χρονιά όμως, προς τέρψιν πολλών, έμεινε ανεξεταστέος σε πεντέξι μαθήματα κι από τότε τον ξεχάσαμε εντελώς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , | 192 Σχόλια »

Οι τρεις κι εμείς

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2016

Δικά μου κείμενα δεν συνηθίζω να βάζω, αλλά σήμερα θα κάνω μια εξαίρεση, έχω τους λόγους μου. Δημοσιεύω λοιπόν ένα διήγημα από την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων («Για μια πορεία», 1984). Το διήγημα είναι πρόδηλα νεανικό, για/από τα φοιτητικά μου χρόνια. Εδώ το δημοσιεύω χωρίς κάποιες ορθογραφικές ιδιορρυθμίες που είχα εφαρμόσει στο βιβλίο, αλλά κατά τα άλλα σχεδόν χωρίς άλλη αλλαγή.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ

Το σπίτι βρισκόταν στην οδό Ιπποδρομίου, στη Θεσσαλο­νίκη· και ο δρόμος αυτός είναι πολύ διάσημος εις τα πέριξ, καθότι εκεί ήταν κι η πολυκατοικία που κατέρρευσε, τότε, στους μεγάλους σεισμούς του ’78· σαν αποτέλεσμα, σε όλη τη γύρω περιοχή στα κτίρια κρέμασαν κίτρινες και κόκκινες καρτελίτσες, ανάλογα με τη ζημιά που είχε γίνει, με επακόλουθο τα νοίκια εκειγύρω να πέσουν κατακόρυφα, γιατί ο κόσμος, και με το δίκιο του, φοβόταν και την απέφευγε τη γρουσούζικη τη γειτονιά, ειδικά οι ντόπιοι, που ’χαν περάσει μύρια όσα τότες, αν και υπήρξαν κάποιοι θαρραλέοι, σαν το Σταύρο, ο οποίος λέει, άπαξ και έπαψαν οι πολλές δονήσεις, επέστρεψε στην καφετέρια όπου ήταν την ώρα του κακού για να παρακολουθήσει τη συνέχεια του Μουντιάλ, διότι το ματς ήταν μεγάλης σημασίας κι οι φάσεις συναρπαστικές, αλλά κι αυτή η παλικαριά αμφι­σβητείται αν ληφθεί υπόψη η μετέπειτα διαγωγή του στους σεισμούς της Αθήνας, όταν επί ένα μήνα μετά διανυκτέρευε στο Πάρκο και τα γύρω αλσύλλια φοβούμενος μην πέσει το ταβάνι και τονε πλακώσει. Οι Τρεις όμως έφτασαν στη Σαλονίκη το φθινόπωρο μετά το σεισμό, ανεπηρέαστο το θυμικό και το θυμητικό τους από δονήσεις, και φρόντισαν να επωφεληθούν από τη συγκυρία και καλά κάναν, γιατί τον καλό τον καιρό τα νοίκια είναι πρόβλημα μέγα και στην αναμπουμπούλα τέτοια κελεπούρια δεν πρέπει να χάνονται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Φοιτητικά | Με ετικέτα: | 128 Σχόλια »

Μια κοπέλα που αγαπάει την ποίηση και θέλει να σπουδάσει Χημεία (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 10 Ιουλίου, 2013

 

mimis_jpeg_χχsmallΣυνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, και κατ΄ εξαίρεση σήμερα Τετάρτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Έχουμε ήδη μπει στο τέταρτο καλοκαίρι, του 1952, το σημερινό είναι το δεύτερο απόσπασμα. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Θυμίζω ότι ο πατέρας μου με τρεις φίλους (δύο συμφοιτητές και τον νεότερο ξάδελφό του) έχουν πάει στην Αίγινα, ειδικότερα στη Σουβάλα, για καλοκαιρινές διακοπές και μένουν σε ένα ξενοδοχείο στα Λουτρά. 

Το επόμενο πρωί (ήταν 4 Αυγούστου – σημαδιακή μέρα) στα βραχάκια, που συνήθως κολυμπούσαμε, ήρθανε τρία κορίτσια. Το ένα το ξέραμε ήδη, ήταν η μινωική κόρη του ξενοδόχου και τα άλλα δύο, λίγο μικρότερά της, ήταν φίλες της, μαθήτριες ακόμα στο Γυμνάσιο. Ο ξάδερφός μου, που ήταν μεν ο Βενιαμίν αλλά και ο ερωτιδέας της παρέας και από την πρώτη μέρα της εγκατάστασής μας στη Σουβάλα κολλούσε συστηματικά σε κορίτσια, έπιασε αμέσως κουβέντα μαζί τους. Πήγα κι εγώ κοντά και τότε ΤΗΝ πρόσεξα.

Στην αρχή παρατήρησα το πλούσιο στήθος της, τους τορνευτούς ώμους και τον ωραίο της λαιμό, αλλά σαν είδα τα καστανόμαυρα μάτια της ένοιωσα να με τυλίγει μια παράξενη ζεστασιά. Ήθελα να καθίσω εκεί με τις ώρες και να βλέπω αυτά τα μάτια…

Κάποτε συνήλθα και πήρα μέρος στη συζήτηση. Τα δυο κορίτσια ήταν ντόπιες και πήγαιναν στην εβδόμη Γυμνασίου. Η κάτοχος των καστανόμαυρων ματιών μου είπε πως αγαπάει την Ποίηση και πως σκοπεύει να σπουδάσει Χημεία.

Αυτό ήταν για μένα η χαριστική βολή, που με αποτέλειωσε. Με αγωνία έβλεπα πως πλησίαζε η ώρα που τα κορίτσια θα τα μάζευαν και θα έφευγαν. Για να παρατείνω την παραμονή τους με έπιασε ακατάσχετη πολυλογία. Κατόπιν πετάχτηκα τρέχοντας στο δωμάτιό μας και πήρα την Ανθολογία του Αποστολίδη, που πάντοτε την έσερνα μαζί μου.

“Αφού σ’ αρέσει η Ποίηση, να σου δώσω να διαβάσεις αυτό”, της λέω και της πασάρω το βιβλίο, όπου είχα προλάβει να τσακίσω τη σελίδα στο ποίημα του Ουράνη “Αγάπη”.  Το πήρε και συμφωνήσαμε να ξαναβρεθούμε όλοι μας το βραδάκι στον δρόμο που πήγαινε για το πευκόδασος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , , | 70 Σχόλια »

Διακοπές στην Αίγινα (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2013

mimis_jpeg_χχsmallΣυνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Έχουμε ήδη μπει στο τέταρτο καλοκαίρι, του 1952, το σημερινό είναι το δεύτερο απόσπασμα. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Θυμίζω ότι ο πατέρας μου με τρεις φίλους (δύο συμφοιτητές και τον ξάδελφό του) έχουν πάει στην Αίγινα, ειδικότερα στη Σουβάλα, για καλοκαιρινές διακοπές και μένουν σε ένα ξενοδοχείο στα Λουτρά. Το σημερινό κεφάλαιο είναι, ας πούμε, μεταβατικό. Δεν έχει πολλή δράση, προετοιμάζει όμως για μια σημαδιακή συνάντηση.

Μόλις αφήσαμε τις βαλίτσες μας, βάλαμε τα μπανιερά μας και τρέξαμε κι οι τέσσερις στη θάλασσα. Ήταν πεντακάθαρη με τόσο διαυγή νερά που έβλεπες άνετα τα βότσαλα του βυθού σε πέντε μέτρα βάθος. Κολυμπήσαμε ώρα πολλή, γιατί δε μας έκανε καρδιά να βγούμε.

Με την πρώτη μέρα βολευτήκαμε μια χαρά στο ξενοδοχείο. Βόηθησε σ΄ αυτό το ότι η κόρη του ξενοδόχου μας πήρε με καλό μάτι και όχι μόνο δεν έφερε αντίρρηση στην πρόθεσή μας να μετατρέψουμε το δίκλινο δωμάτιο σε τετράκλινο, παρά μας έδειξε την αποθήκη, από όπου κουβαλήσαμε στο δωμάτιο δυο ντιβάνια με τα στρωσίδια τους.

Βέβαια, από κοινού οι δυο μας, εγκαταλείψαμε κάθε ιδέα να ξεσηκώσουμε τους άλλους και να πάμε στην Αγιά Μαρίνα. Η Σουβάλα δεν κατάχτησε μόνο εμένα, μα και τον ξάδερφο. Τις δυο πρώτες μέρες είχαμε κάποιες ανώδυνες προστριβές με τον Τάκη και το Στέλιο, κυρίως εξαιτίας των αυστηρών, σχεδόν στρατιωτικών, κανονισμών που θέλησε να καθιερώσει ο πρώτος. Ο ξάδερφος όμως, πνεύμα επαναστατικό και ατίθασο, την τρίτη κι όλας μέρα ανέτρεψε το καθεστώς, που δεν πρόφτασε καλά καλά να παγιωθεί και από τότε κάναμε ο καθένας ότι ήθελε, με μόνο περιορισμό να μην ενοχλεί τους άλλους της παρέας. Ο περιορισμός αυτός δεν επεκτεινόταν και στους λοιπούς ενοίκους του ξενοδοχείου, τους οποίους ενοχλούσαμε ασυδότως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , | 31 Σχόλια »

Ξεκινάει το τέταρτο καλοκαίρι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 11 Ιουνίου, 2013

mimis_jpeg_χχsmallΣυνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Mέχρι τώρα βρισκόμασταν στο “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Από σήμερα ξεκινάει το τέταρτο καλοκαίρι, το καλοκαίρι του 1952, όπου ο πατέρας μου έχει μόλις τελειώσει το τέταρτο έτος στη σχολή Χημικών Μηχανικών στο Πολυτεχνείο.

Στην αρχή, ο πατέρας μου προτάσσει μια σύντομη εισαγωγή:

Το καλοκαίρι αυτό ήταν το τελευταίο της σύντομης ανάπαυλας ανάμεσα στον Εμφύλιο, που είχε τελειώσει πριν δυόμισι χρόνια και στα Πέτρινα Χρόνια του αυταρχισμού και της μισαλλοδοξίας που έρχονταν. Τώρα η Ελλάδα αποκαμωμένη έγλειφε τις πληγές της. Τα πράματα ησύχαζαν σιγά σιγά, αλλά η πολιτική των νικητών κρατούσε τον κόσμο χωρισμένο στα δυό.

Ήταν περίεργη η στάση τους αυτή. Χωρίς αμφιβολία είχαν νικήσει στα πεδία των μαχών και στον πολιτικό τομέα. Θεωρητικά ήταν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και όμως ήταν τρομαγμένοι. Θα έλεγε κανείς ότι φοβόντουσαν τους νικημένους. Λίγους μήνες πιο μπροστά τουφέκισαν τον Μπελογιάννη και τους άλλους, η Αριστερά όμως ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του εμφυλίου πολέμου. Κυβερνούσαν ακόμα ο Πλαστήρας, ο Βενιζέλος και ο Παπανδρέου, ο κόσμος όμως είχε απογοητευτεί μαζί τους. Ιδρύθηκε και στέριωσε η ΕΔΑ. Εκείνο το χρόνο ο Παπάγος θα κέρδιζε τις εκλογές. Εκείνο το καλοκαίρι οι Αιγύπτιοι θα διώχναν τον Φαρούκ,  στη Γουατεμάλα θα ανατρεπόταν ο Άρμπεντς και στη Κορέα ο πόλεμος θα βάλτωνε.

Για μένα  το καλοκαίρι αυτό κύλησε ήσυχα. Χωρίς μεγάλα ταξίδια, έκτακτα γεγονότα ή σπουδαία γλέντια, επικεντρώνεται σε μιαν απλή εκδρομή, που άλλαξε όμως τη ζωή μου.

*  *  *

Δεν ξέρω τι ζητούσες, πριν με βρεις

κι εγώ τι γύρευα, σαν ακολούθησα το       

                                       κάλεσμά σου.

Το καθοριστικό και το θαυμάσιο

είναι ότι με βρήκες και σε βρήκα

Εκείνο το καλοκαίρι τέλειωσα το τέταρτο έτος, στη Σχολή Χημικών Μηχανικών, στο Πολυτεχνείο. Μπορεί το Πολυτεχνείο, τότε, στον τρόπο που λειτουργούσε να θύμιζε περισσότερο γυμνάσιο ή λύκειο, παρά ανωτάτη σχολή, πανεπιστημιακού επιπέδου, αλλά αυτή πειθαρχημένη δομή, είχε και τα καλά της. Εφ΄ όσον έμπαινες ήξερες πως σε πέντε χρόνια, αν δεν ήσουν κλασσικός κοπανατζής ή τελείως στούρνος, θα έπαιρνες το πτυχίο σου.  Δεν υπήρχε τρόπος να «χρωστάς» μαθήματα περασμένων ετών, που στο Πανεπιστήμιο ήταν περίπου θεσμός. Νομίζω πως το κυριότερο που πήραμε από το Πολυτεχνείο δεν ήταν τόσο οι γνώσεις, που μας πρόσφερε, όσο η εξοικείωσή μας με τη σκληρή δουλειά και με κάποια μεθοδικότητα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Ανακοινώσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , , | 124 Σχόλια »

Ένας τρελός επιστήμονας και μερικοί άλλοι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το έβδομο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. O πατέρας μου είναι φοιτητής Χημικός Μηχανικός στο Πολυτεχνείο, τα χρόνια 1949-50.

mimis_jpeg_χχsmallΣτη Γενική Φυσική είχαμε καθηγητή τον Παύλο Σαντορίνη, ιδιόρρυθμο όσο και ιδιοφυή τύπο «τρελού επιστήμονα», που παραμονές του πολέμου είχε εφεύρει και παραχωρήσει στον Ελληνικό Στρατό ένα είδος ραντάρ. Το ενδιαφέρον με τον Σαντορίνη δεν ήταν αυτό καθαυτό το μάθημά του, όσο κάποιες πειραματικές επιδείξεις που μας έκανε, πάνω στα μικροκύματα, στη στροφορμή και την αδράνεια. Πολλές φορές οι επιδείξεις του ήταν τόσο εντυπωσιακές, ώστε όλο το κατάμεστο  αμφιθέατρο στο κτίριο Γκίνη τρανταζόταν από τα χειροκροτήματα. Αλίμονο όμως αν ακουγόταν και κάποιο (επιδοκιμαστικό έστω) σφύριγμα. Ο Σαντορίνης το θεωρούσε αποδοκιμασία ή χλεύη, σταματούσε την επίδειξη και ρωτούσε

«Ποιος σφύριξε;»

Φυσικά δεν έπαιρνε απάντηση και τότε έδιωχνε όλη τη σειρά των εδράνων από την οποία ακούστηκε το σφύριγμα. Γενικά ήταν απρόβλεπτος στην παράδοσή του. Μια φορά είχε γεμίσει τον πίνακα με εξισώσεις. Κάποιος από τους σπουδαστές (αν θυμάμαι καλά ο Γυφτόπουλος, που αργότερα διέπρεψε ως καθηγητής στο ΜΙΤ) φώναξε:

«Κύριε καθηγητά κάνατε λάθος σε μια εξίσωση»

Ο Σαντορίνης εξεμάνη για τη διακοπή και την αμφισβήτηση της επιστημονικής του αυθεντίας

«Πώς σε λένε; Σου βάζω μηδέν. Ο Σαντορίνης δεν κάνει λάθη»

Μετά το μάθημα όμως και ενώ ξυριζόταν σε κουρείο της οδού Στουρνάρη, αναλογιζόμενος φαίνεται το επεισόδιο, διαπίστωσε πως ο σπουδαστής είχε δίκιο. Παράτησε το ξύρισμα και μπήκε, μισοσκουπισμένος από τις σαπουνάδες, στο αμφιθέατρο, όπου γινόταν μάθημα με άλλον καθηγητή

«Ποιος με είχε διακόψει προηγουμένως;» ρώτησε

Ο «φταίχτης» πού να μιλήσει. Ζάρωσε σε μια γωνιά  και περίμενε

«Παιδί μου είχες δίκιο. Σου βάζω δέκα» λέει και βγαίνει από την αίθουσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , , , , , | 176 Σχόλια »

Τότε που δίναμε

Posted by sarant στο 16 Μαΐου, 2013

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές δεν ξέρω τι αποφάσισε η ΟΛΜΕ και αν θα γίνει η απεργία μέσα στις εξετάσεις, αλλά ετσι κι αλλιώς το σημερινό το θέμα είναι προέκταση του χτεσινού. Για μια φορά, θα μου επιτρέψετε να γράψω μερικές δικές μου αναμνήσεις (συνήθως βάζω του πατέρα μου), από την εποχή που έδωσα όχι πανελλήνιες, γιατί τότε δεν λέγονταν έτσι, αλλά εισαγωγικές εξετάσεις για τα ΑΕΙ, το σωτήριον έτος 1977. Βέβαια, οι αναμνήσεις μου μπορεί να φανούν βαρετές, αλλά γι’αντάλλαγμα θα μπορέσετε κι εσείς ν’αφηγηθείτε τις δικές σας. Ένα άλλο κακό με τις αναμνήσεις είναι ότι έχουμε την τάση είτε να εξιδανικεύουμε το παρελθόν, είτε, αντίθετα, να παρασταίνουμε αβάσταχτα σκληρά και δύσκολα τα χρόνια που περάσαμε, σε μια όχι και τόσο έμμεση μομφή προς τους τωρινούς νέους «που τα βρίσκουν όλα στο πιάτο», και να καταντάμε σαν τους τέσσερις Γιορκσιριώτες στο γνωστό σκετσάκι των Μόντι Πάιθον, που πλειοδοτώντας ο ένας μετά τον άλλο σε ανατριχιαστικές αναμνήσεις της βασανισμένης νιότης τους φτάνουν να λένε πως δούλευαν 48 ώρες τη μέρα.

Τότε δίναμε όχι Μάιο, αλλά τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, έτσι το πολύ διάβασμα έπεφτε καλοκαιριάτικα και επειδή υπήρχαν αυτοί οι τρεις επιπλέον μήνες ο πολύς κόσμος άρχιζε τα φροντιστήρια μόλις τελείωνε την 5η Γυμνασίου, όχι από την αρχή της 5ης, που άλλωστε τώρα λέγεται Β’ Λυκείου. Το πρώτο μάθημα δεν ήταν η Έκθεση, όπως τώρα, που είναι κοινό σε όλες τις κατευθύνσεις, τότε άρχιζε η κάθε κατεύθυνση με το δικό της μάθημα, εμείς (δηλαδή ο Πολυτεχνικός-Φυσικομαθηματικός-Γεωπονοδασολογικός Κύκλος, όπως λεγόμασταν) ξεκινήσαμε στις 26 Αυγούστου με Άλγεβρα. Μη νομίζετε ότι η ημερομηνία χαράχτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα: έψαξα και τη βρήκα τώρα σε εφημερίδες της εποχής.

Είχαμε μαζευτεί εκείνο το πρωί έξω από το συγκρότημα των σχολείων στην οδόν Αρτάκης, στη Νέα Σμύρνη και συζητούσαμε σε πηγαδάκια περιμένοντας να μας φωνάξουν μέσα. – Άκουσα πως θα πέσουν συναρτήσεις, είπε ο Γιώργος ο Π. – Στ’ αρχίδια μας! τον έκοψε αγέρωχα ο Λουκάς, ο φροντιστής μας, που είχε έρθει να μας εμψυχώσει, άλλωστε δυο βήματα πιο πέρα ήταν το φροντιστήριό μας. «Ό,τι και να πέσει, θα σκίσουμε!», δήλωσε με ύφος που δεν σήκωνε αντιρρήσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Εκπαίδευση, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , | 200 Σχόλια »

Πρωτοετής στο Πολυτεχνείο (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το έβδομο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1948, ο πατέρας μου είναι 19 χρονών και δίνει ξανά εξετάσεις για το Πολυτεχνείο (έχοντας προηγουμένως εγκαταλείψει την Ιατρική).

mimis_jpeg_χχsmallΤο Σεπτέμβρη του ’48 ξανάδωσα στο Πολυτεχνείο κι αυτή τη φορά πέτυχα. Πέτυχε και η Καίτη στους αρχιτέκτονες, ενώ ο Μανόλης ο Στάθης μπήκε στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου, ο Μιχάλης ο Κούβαρης στην Ιατρική κι ο Θρασύβουλος Φατούρος στην Ανωτάτη Γεωπονική (και οι τρεις διέπρεψαν στην επιστήμη τους). Εγώ μπήκα στη Σχολή Χημικών Μηχανικών. Ένοιωθα σα να ψήλωσα μια πιθαμή. Είδα στην επιτυχία μου τη δικαίωση των στόχων που έβαλα. Δε μ΄ ένοιαξε καθόλου που είχα απαρνηθεί την Ιατρική.

Το Πολυτεχνείο μου άρεσε και σαν συγκρότημα κτιρίων. Τα συμμετρικά κτίρια της εισόδου, σε αρχαιοελληνικό ρυθμό, τα αγάλματα που στόλιζαν τη σχολή Καλών Τεχνών, το κεντρικό μεγαλοπρεπές κτίριο, στις αίθουσες του οποίου κάναμε μαθήματα οι χημικοί μηχανικοί (σε ορισμένα, όπως τα μαθηματικά, μαζί με τους αρχιτέκτονες), όλα μου άρεσαν. Σε έναν πίνακα στο κτίριο Γκίνη, στη σχολή πολιτικών μηχανικών είδα κορνιζαρισμένο κι ένα σχέδιο με την υπογραφή “Νείλος Μαστραντώνης”. Η μνήμη του Κλέαρχου επιζούσε. Βέβαια σαν πέρασε η ικανοποίηση της επιτυχίας είδα το Πολυτεχνείο πιο ρεαλιστικά. Εν πρώτοις στην τελετή υποδοχής των νέων σπουδαστών, μας έβγαλε λόγο κάποιος καθηγητής, Πίπας ονόματι, “περί του αντεθνικού κουμουνισμού” (ούτε να τον πει δεν ήξερε) κι αυτό, εμένα τουλάχιστον, που περίμενα να μας πει κάτι σχετικό με τις σπουδές και το ρόλο που θα παίζαμε αύριο οι νέοι μηχανικοί, με κρύωσε και με θύμωσε.

Αρχικά, στα δύο πρώτα χρόνια, στην τάξη μας ήμασταν μόνον είκοσι πέντε, από τους οποίους τρία κορίτσια, πράγμα πολύ σπάνιο στο Πολυτεχνείο. Τότε μόνο στους Αρχιτέκτονες υπήρχαν μερικές κοπέλες, στις άλλες σχολές οι γυναίκες έλειπαν τελείως ή θα υπήρχε το πολύ μία. Από τις δικές μας, η Σοφία ήταν η πιο όμορφη, η Φανή η πιο μελετηρή και η Άννα η πιο θαρρετή.

Χάρη στην αδιόρατη “αύρα”, που λες και εκπέμπουμε εμείς οι αριστεροί και μας βοηθάει να αναγνωριζόμαστε, γρήγορα καταλάβαμε, η Άννα κι εγώ, πως ήμασταν συναγωνιστές. Βέβαια με τις επικρατούσες συνθήκες της βαθιάς παρανομίας, ούτε να σκεφτούμε να μιλήσουμε πολιτικά, χωρίς να έχει προηγηθεί κανονική σύνδεση, κάναμε όμως καλή παρέα. Ο Σίμος ο Χατζηπαυλής, που πήγαινε στο τρίτο έτος, την είχε ωσαύτως μυριστεί και μεταξύ μας την έλεγε “Πασιονάρια”. Τον δεύτερο μήνα όμως η Άννα έπαψε να έρχεται στο Σχολή. Αργότερα μάθαμε πως την πιάσανε, τη βασάνισαν άγρια, την πέρασαν από δίκη στο Στρατοδικείο, την καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά ευτυχώς δεν την εκτελέσανε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , , , | 148 Σχόλια »