Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φρασεολογικά’ Category

Ζωή χαρισάμενη και άλλες εκφράσεις από τη Μεγαλοβδομάδα, ξανά

Posted by sarant στο 26 Απρίλιος, 2019

Tελειώνει η Μεγαλοβδομάδα και λεξιλογικό πασχαλινό άρθρο δεν έχουμε βάλει. Επανορθώνουμε με το σημερινό -βέβαια, επειδή οι λέξεις και οι φράσεις της Μεγάλης Εβδομάδας είναι περιορισμένες, τις έχουμε ήδη καλύψει σχεδόν όλες, οπότε το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη, και μάλιστα πολυεπανάληψη: τελευταία φορά, το είχαμε δημοσιεύσει το 2016. Έβαλα πάντως και μερικά πράγματα ακόμη, ενσωματώνοντας σχόλιά΄σας.

Μια και βρισκόμαστε στη Μεγάλη Εβδομάδα, ταιριάζει να ασχοληθούμε με την επίδραση της εκκλησιαστικής γλώσσας στη φρασεολογία μας. Αν κοιτάξετε μια συλλογή ιδιωματικών ή παγιωμένων εκφράσεων (π.χ. το βιβλίο μου Λόγια του αέρα, για να κάνω και ρεκλάμα), θα δείτε ότι είναι πάρα πολλές οι λαϊκές εκφράσεις που προέρχονται από την εκκλησιαστική γλώσσα, πράγμα που οφείλεται στο ότι επί αιώνες όλος ο πληθυσμός εκκλησιαζόταν ταχτικά και οπωσδήποτε μέσα στη Μεγαλοβδομάδα. Όπως γράφει ο μεγάλος λαογράφος Δημ. Λουκάτος, στο άρθρο του «Οι ακολουθίες της Μεγ. Εβδομάδας και η επίδρασή τους στη νεοελληνική γλώσσα», από το οποίο αντλώ αρκετά στοιχεία του άρθρου μου:

Τα δώδεκα Ευαγγέλια και τα τροπάρια που ψάλλονται τη Μ. Εβδομάδα στην εκκλησία, έδωκαν στο λαό μας πολύ υλικό να πλουτίσει το λεξικό του. Είναι γνωστό πως ο κόσμος θέλει συχνά να λογιωτατίζει με αρχαϊκότερα ρητά, είτε για να στολίσει τις κουβέντες του, είτε για να τούς δώσει μεγαλύτερο κύρος. Και δανείζεται τότε λέξεις ή φράσεις ολόκληρες από κείμενα γνωστά, που έχουν πάρει κάποια επίσημη θέση στη συνείδησή του και που τα θεωρεί, χωρίς αμφιβολία, σοφά.

Ο λαός μας, ιδίως στα χρόνια της σκλαβιάς του, έζησε πολύ μέσα στο περιβάλλον της εκκλησίας και του εντυπώθηκε βαθιά κάθε τι που του διηγήθηκαν τα βιβλία της, τα Ευαγγέλια κι οι Υμνωδίες. Η φρασεολογία τους, πλαισιωμένη από θρησκόληπτο μυστικισμό, έπαιρνε την αίγλη μιας ανώτερης γλώσσας, θεόπνευστης και σοφής. Έτσι, ο λαός μεταχειριζόταν στις συζητήσεις του φράσεις και λέξεις εκκλησιαστικές, που του έκαναν ρητορικότερη την ομιλία, έστω κι αν δεν καταλάβαινε πολλές φορές τη σημασία τους. Τις χρησιμοποίησε στην αρχή σα για να παίξει ή να δείξει κάποια εγκυκλοπαιδική κατάρτιση στους άλλους. Μα σιγά-σιγά, οι ξένες αυτές έννοιες αφομοιώθηκαν κι έγιναν μέλη οργανικά της νεοελληνικής γλώσσας.

Παράδειγμα τέτοιας έκφρασης που δημιουργήθηκε από παρανόηση είναι η έκφραση «ζει/περνάει ζωή χαρισάμενη». Γεννήθηκε από το δοξαστικό της Ανάστασης, ένα από τα γνωστότερα εκκλησιαστικά τροπάρια, που το ξέρω ακόμα κι εγώ: Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος. Χάρισε ζωή σ’ αυτούς που βρίσκονται στα μνήματα. Χαρισάμενος, μετοχή του χαρίζομαι, που τότε σήμαινε «χαρίζω», αλλά σήμερα επιβιώνει με τη σημασία «μεροληπτώ υπέρ κάποιου, δείχνω εύνοια, υποχωρώ», όπως όταν λέμε π.χ. ότι κάποιος πέρασε χαριστικά τις εξετάσεις.

Όπως εξηγεί ο Δ. Λουκάτος: Χαριτωμένες, όσο και αστείες, είναι μερικές παρεξηγήσεις που έκανε ο λαός σε ορισμένες φράσεις. Δεν κατάλαβε σε πολλές την έννοιά τους, και ή τις παραμόρφωσε ή τις μεταχειρίστηκε με άλλη έννοια. (…) Ανάλογη παρεξήγηση έγινε και στη φράση «ζωή χαρισάμενη», που είναι παρμένη από το Χριστός Ανέστη. Ο λαός πρόσεξε το «ζωή» και τις δυο πρώτες συλλαβές τού «χαρισάμενος» και βιάστηκε να δώσει την εξήγηση: ζωή γεμάτη χαρά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επαναλήψεις, Εκκλησία, Πασχαλινά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 36 Σχόλια »

Έφτασε στο νυν και αεί

Posted by sarant στο 23 Απρίλιος, 2019

Καθώς μπήκε η Μεγαλοβδομάδα, ταιριάζει ένα άρθρο σαν το σημερινό, παρόλο που δεν συνδέεται άμεσα με την ειδικώς πασχαλινή φρασεολογία. Όπως όμως θα δείτε πιο κάτω, υπάρχει και κάποια σχέση με την επικαιρότητα.

Νυν και αεί θα πει «τώρα και πάντοτε», είναι φράση στερεότυπη που την ξέρουμε από την εκκλησία. Την ξέρουμε και για έναν ακόμα λόγο, τουλάχιστον οι της γενιάς μου, καθώς αποτελεί τον τίτλο ενός από τους πιο σημαντικούς δίσκους του έντεχνου τραγουδιού -εννοώ βέβαια το Νυν και αεί του Σταύρου Ξαρχάκου και του Νίκου Γκάτσου, με τη Βίκη Μοσχολιού και τον Νίκο Δημητράτο, έναν δίσκο του 1975 αν δεν κάνω λάθος, που τον είχαμε συζητήσει και παλιότερα στο ιστολόγιο, με αφορμή τη μυστηριώδη λιόστρα.

Το «νυν και αεί» υπάρχει και στη φρασεολογία μας. Λέμε λοιπόν «φτάνω στο νυν και αεί» εννοώντας, όπως λέει το λεξικό, εξαντλούμαι τελείως, φτάνω στο τέλος: H υπομονή μου έφτασε στο νυν και αεί. Δεν αντέχω άλλο, έφτασα στο νυν και αεί.

Τα ίδια περίπου βρίσκουμε και στα άλλα λεξικά, τόσο γενικά όσο και ειδικά, όπως το Λεξικό της λαϊκής και περιθωριακής γλώσσας του Γιώργου Κάτου, που γράφει (σε εικόνα διότι δεν επιτρέπει κοπυπάστη):

Στο βιβλίο μου «Λόγια του αέρα», όπου καταγράφω 1001 παγιωμένες ή στερεότυπες εκφράσεις, γράφω:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Τι μπρόκολα, τι κουνουπίδια

Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2019

Στα σαββατιάτικα μεζεδάκια μας είχαμε αναφερθεί κατά σύμπτωση στα μπρόκολα, οπότε θυμήθηκα πως για το λαχανικό αυτό δεν έχουμε γράψει άρθρο -κι έτσι προέκυψε η σημερινή μας δημοσίευση.

Αλλιώς είναι βέβαια η γνωστή παροιμιακή φράση, αλλά για τα λάχανα έχουμε ήδη γράψει άρθρο παλιότερα. Τα μπρόκολα και τα κουνουπίδια, από βοτανική άποψη ανήκουν στο ίδιο είδος με τα λάχανα, στο είδος της Κράμβης της Λαχανώδους (Brassica oleracea στα λατινικά της βοτανικής). Μάλιστα, ο Γεννάδιος τουλάχιστον κατατάσσει τα κουνουπίδια και τα λάχανα στο ίδιο βοτανικό υπο-είδος, της Κράμβης λαχανώδους ανθοκράμβης, ενώ τα λάχανα είναι στην κεφαλωτή. Αν είναι έτσι, τα μπρόκολα και τα κουνουπίδια είναι αδέρφια μεταξύ τους κι έχουν ξαδέρφι τα λάχανα, όπως και τα λαχανάκια Βρυξελλών που αποτελούν άλλο υποείδος της ιδιας οικογένειας (Κράμβη λαχανώδης σφαιριόμορφος).

Κι επειδή από φρασεολογική άποψη τα λάχανα έχουν αρκετό… ψαχνό, αξιώθηκαν δικό τους άρθρο, ενώ τα άλλα δύο συγγενικά φυτά συστεγάζονται στο σημερινό -και να δούμε αν έχουν αξιόλογο υλικό να γεμίσουν άρθρο.

Τα μπρόκολα φαίνεται πως εξελίχτηκαν σε αυτόνομο υποείδος στη νότια Ιταλία κι έτσι δεν είναι περίεργο που η διεθνής ονομασία τους είναι ιταλογενής. Εμείς λέμε μπρόκολο, δάνειο από το ιταλικό broccolo, που είναι υποκοριστικό του brocco («ξερόκλαδο, καρφάκι») το οποίο ανάγεται στο λατινικό broccus.

Αυτή η λατινική λέξη έχει αποκτήσει πολλά παιδιά κι εγγόνια σε διάφορες γλώσσες, ανάμεσα στις οποίες και η δική μας μπροσούρα, που την είπαν έτσι στα γαλλικά (brochure) επειδή ήταν ένα φυλλάδιο από χαρτιά συρραμμένα: συρραμμένα με καρφάκια.

Σε αλλες ευρωπαϊκές γλώσσες πήραν τον ιταλικό πληθυντικό, broccoli και τον έκαναν ενικό, κάποτε με ορθογραφική απλοποίηση (brocoli στα γαλλικά). Τα μπρόκολα είναι από τα λιγοστά μη εξωτικά οπωρολαχανικά που έχουν ομόρριζη ονομασία σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες -ίσως μάλιστα να είναι και το μοναδικό, δεν μου έρχεται άλλο στο μυαλό.

Τα μπρόκολα πρέπει να παρουσιάζουν αξιόλογα οφέλη για την υγεία, αλλά πολύς κόσμος τα βρίσκει πικρά ή άγευστα κι έτσι σπάνια θα βρεις κάποιον που να τα εκθειάζει από γαστρονομική άποψη -το πολύ να ακούσεις για τα διατροφικά τους πλεονεκτήματα ή για το ότι έχουν «αρνητικές θερμίδες» (με την έννοια πως ο οργανισμός καταναλώνει για να τα πέψει περισσότερες θερμίδες απ’ όσες παίρνει, αλλά δεν ξέρω αν ισχύει ο ισχυρισμός).

Θυμάμαι πως κάποιος πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Μπους ο πρεσβύτερος ίσως, μόλις ανέλαβε καθήκοντα έβαλε βέτο και τροποποίησε το μενού του Λευκού Οίκου εξοβελίζοντας τα μπρόκολα, που τα είχε άχτι, λέει, επειδή όταν ήταν μικρός τον ανάγκαζαν να τα τρώει. Κάνουν κάτι τέτοιες χειρονομίες για να δείχνουν ανθρώπινοι και κοντά στον μέσο άνθρωπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Κύπρος, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 146 Σχόλια »

Λέξεις και φράσεις της καρδιάς

Posted by sarant στο 4 Απρίλιος, 2019

Πήγα προχτές να κάνω τσεκάπ και καθώς περίμενα στον καρδιολόγο σκέφτηκα πως για την καρδιά δεν έχουμε λεξιλογήσει στο ιστολόγιο.

Θα επανορθώσω σήμερα, τουλάχιστον εν μέρει. Διότι, βέβαια, δεν έχω σκοπό να εξαντλήσω τα γλωσσοφιλολογικά της καρδιάς σε ένα άρθρο: βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί για το θέμα και δεν θα απορήσω αν έχει ήδη γραφτεί, ίσως από κάποιον καρδιολόγο με φιλολογική φλέβα.

Σύμφωνα με το λεξικό, η καρδιά είναι «μυώδες κοίλο όργανο που λειτουργεί ως αντλία για την κυκλοφορία του αίματος», αλλά φυσικά είναι και πολύ περισσότερα, θεωρείται η έδρα των συναισθημάτων μας, το κέντρο των επιθυμιών μας και ιδίως της ερωτικής διάθεσης, και βέβαια είναι το κυριολεκτικά ζωτικό μας όργανο. Οπότε, δεν είναι διόλου περίεργο που έχουμε στη γλώσσα μας (αλλά και σε κάθε γλώσσα) αμέτρητες λέξεις και φράσεις στις οποίες πρωταγωνιστεί η καρδιά.

Η λέξη καρδιά υπάρχει από τ’ αρχαία ως καρδία, ενώ στον Όμηρο βρίσκουμε πολύ συχνά τον επικό (και ιωνικό) τύπο κραδίη. Στο Α της Ιλιάδας, εκεί που γίνεται ο μεγάλος καβγάς του Αχιλλέα και του Αγαμέμνονα για την καρδιά, ας πούμε, της Βρισηίδας, εξοργισμένος από την αρχηγική αυθαιρεσία ο Αχιλλέας περιλούζει τον Αγαμέμνονα με βρισιές:
οἰνοβαρές, κυνὸς ὄμματ’ ἔχων, κραδίην δ’ ἐλάφοιο,

Μεθύστακα, που έχεις μάτια σκύλου και καρδιά ελαφιού

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μεταμπλόγκειν, Το σώμα μας, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 236 Σχόλια »

Σκούφια, η παροιμιακή

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2019

Μπήκε πια η άνοιξη, αλλά στα βορειότερα κλίματα το κρύο ακόμα δαγκώνει τα πρωινά. Προχτές χρειάστηκε να βγω νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο και σκέφτηκα πως βιάστηκα ν’ αποστρατεύσω το σκουφί που κουβαλάω στο σακκίδιό μου τους χειμωνιάτικους μήνες. Αυτή όμως η παράλειψη μού θύμισε πως κάτι χρωστάω.

Βλέπετε, το σημερινό άρθρο το έχω υποσχεθεί εδώ και κάμποσο καιρό, ίσως από τότε που έγραψα το άρθρο για τις τραγιάσκες και την ετυμολογία τους. Τις τραγιάσκες τις πετούσαν στον αέρα ζητωκραυγάζοντας οι Ρουμάνοι φοιτητές, οπότε είχα τότε γράψει: Πράγματι, τον καιρό που ο κόσμος φορούσε καπέλα ήταν πολύ συνηθισμένο όταν ζητωκραύγαζαν ή πανηγύριζαν, να πετάνε και τα καπέλα τους στον αέρα. Αυτό το βλέπουμε και στην έκφραση «πετάει τη σκούφια του για…» όταν κάποιος δείχνει πολύ ενθουσιασμό για ενα θέμα. Φαίνεται πως και το καπέλο τύπου ρεπούμπλικα πήρε από ανάλογους πανηγυρισμούς το όνομά του (στην Ιταλία, και μας ήρθε μαζί με το όνομα). Στα σχόλια έγινε λόγος και για άλλες εκφράσεις με τη σκούφια, και είπα πως χρωστάω άρθρο για τη λέξη.

Στο λεξικό θα βρούμε τρεις βασικούς τύπους της λέξης: σκούφια, σκουφί και σκούφος. Φαίνεται πως η σκούφια είναι ο παλιότερος τύπος, και ίσως γι’ αυτό εμφανίζεται και στις διάφορες παροιμίες, αλλά στη σημερινή γλώσσα εντύπωσή μου είναι πως για να αναφερθούμε κυριολεκτικά στο κάλυμμα της κεφαλής μας θα πούμε «σκουφί» κυρίως ή «σκούφος» αν είναι κάπως μεγαλύτερος ή για ειδικές χρήσεις, και πιο σπάνια θα πούμε «σκούφια». Τη σκούφια την κρατάμε για τις παροιμίες.

Η λέξη φαίνεται να ετυμολογείται από το παλιό ιταλικό scuffia, ή το βενετικό scufia, που ανάγονται στο cuffia («κάλυμμα της κεφαλής») και στο υστερολατινικό cufia, ίσως παλαιογερμανικής ετυμολογίας. Ο Μπαμπινιώτης δεν αποκλείει την επίδραση του αρχαίου σκύφος = είδος κυπέλλου αλλά δεν βλέπω σε ποιο στάδιο μπορεί να ασκήθηκε αυτή η επίδραση.

Η σκούφια μπήκε στη γλώσσα μας στα βυζαντινά χρόνια. Στον Πόλεμο της Τρωάδος, χρησιμοποιείται αντί για την περικεφαλαία:

Κονταρέαν τὸν ἔδωκεν ἐπάνω εἰς τὸ σαγόνι·
τὸ λουρίκιν τῆς σκούφιας του ἐτρύπησεν ὀλίγον.

αλλά σε επόμενα κείμενα παίρνει τη σημασία τη σημερινή.

Είπαμε ήδη ότι «πετάω τη σκούφια μου για κάτι» σημαίνει ότι δείχνω μεγάλο ενθουσιασμό για ένα θέμα. Στους Χαλασοχώρηδες, ο Παπαδιαμάντης δίνει έναν πλατυσμό (που θέλει ο φίλος Πέπε) της έκφρασης, αν και στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα μπορούμε να σκεφτούμε και την κυριολεξία:

Ὁ Θόδωρος ὁ Μοστρόπουλος, πρὸ διετίας μόλις ἀποκατασταθεὶς εἰς τὸ χωρίον, εἶχε χωθῆ ὅλος εἰς τὰ πολιτικά, κ᾽ ἐπετηδεύετο μέγαν ζῆλον καὶ φανατισμὸν ὑπὲρ τοῦ κόμματος. Ἐπέτα τὴν σκούφιαν του κατὰ γῆς, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐποδοπατοῦσε, ἐπήδα καὶ ἐχόρευεν ἀπὸ τὴν κομματικὴν ζέσιν.

Πάντως, η έκφραση λέγεται και σήμερα, που οι περισσότεροι βγαίνουμε στον δρόμο ασκεπείς -ή ξεσκούφωτοι. Συχνά, με το «για…», π.χ. πετάει τη σκούφια του για εκδρομές. Τη βρίσκω επίσης συχνά σε τίτλους αθλητικών ειδήσεων: Πετάει τη σκούφια του για να γυρίσει στην τάδε ομάδα ο τάδε προπονητής. Τον Ιούλιο του 2015 ο Ν. Φίλης του ΣΥΡΙΖΑ είχε δηλώσει ότι «δεν πετάμε τη σκούφια μας» για τη συμφωνία με τους δανειστές -τον οδυνηρό συμβιβασμό: δεν είμαστε και ενθουσιασμένοι.

Ωστόσο, δεν είναι αυτή η γνωστότερη παροιμιακή έκφραση με τη σκούφια. Νομίζω πως σαφώς πιο διαδεδομένη είναι «από πού κρατάει / βαστάει η σκούφια του», που συνήθως εκφέρεται αρνητικά: δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια του: λέγεται, συνήθως με μια δόση καχυποψίας, για κάποιον του οποίου αγνοούμε πλήρως την καταγωγή και την προϊστορία. Πρέπει να είναι εξέλιξη της παλιότερης έκφρ. «από τι μαλλί βαστάει η σκούφια του» την οποία παραθέτει ο Βενιζέλος με το ερμήνευμα «επί των καθ’ όλα αγνώστων».

Γράφει, ας πούμε, ο Πικρός στα Χαμένα κορμιά: … το Τζούλιο Τζάκομο τον εραστή της, έναν Ιταλό που δεν ξέρει κανείς από πού βαστά η σκούφια του και που λέει πως είναι κόντες.  Ή, ο Καραγάτσης στον Γιούγκερμαν: Πρόβαλαν μέσα στην ξαφνιασμένη κοινωνία της Αθήνας άνθρωποι άγνωστοι, μυστήριοι, που κανείς δεν ήξερε πούθε βαστούσε η σκούφια τους, με τις τσέπες φίσκα στο χρήμα …           

Σπάνια θα δούμε να χρησιμοποιείται η έκφρ. στο πρώτο πρόσωπο και καταφατικά, δηλ. π.χ. «η σκούφια μου κρατάει από τη Μάνη». Είπαμε, είναι έκφραση που κρύβει καχυποψία για την προέλευση του λεγάμενου -όπως στα Σατιρικά Γυμνάσματα του Παλαμά:

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανένα δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια
κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·

Πάντως, η εφαρμογή που βρίσκει σε ποιες περιοχές της χώρας επιχωριάζει κάθε επώνυμο, που συχνά τη χρησιμοποιούμε εδώ, λέγεται «Από πού κρατάει η σκούφια σου»

Μια τρίτη έκφραση με τη σκούφια, που καταγράφεται στο ΛΚΝ, είναι «βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με». Σημαίνει: μη με κατηγορείς για κάτι που το κάνεις κι εσύ.

Νόμιζα ότι η έκφραση αυτή έχει παλιώσει, αλλά βλέπω ότι γκουγκλίζεται κάμποσο και καταγράφεται και στο slang.gr, όπου θα δείτε και τις ομοιότητες και τις διαφορές της από την παρεμφερή φράση «είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα».

Από το σλανγκρ ξεσηκώνω το παράδειγμα χρήσης: Όταν ο Επίτιμος είχε πει κάποτε – ως κακέκτυπο του Αριστοτέλους – «πολιτική δεν νοείται χωρίς ηθική», η μόνη απάντηση που ήρμοζε, αρμόζει και θα αρμόζει είναι, στεντορεία τη φωνή: βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με, καραγκιόζη. [Άραγε αν μας διαβάζει κανείς σε π.χ. 20 χρόνια θα καταλάβει ποιος είναι ο Επίτιμος;]

Το μόνο που δεν λέει το σλανγκρ είναι η προέλευση της φράσης. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εξήγηση, η έκφραση γεννήθηκε από έναν ευτράπελο μύθο. Σε κάποιο μοναστήρι, ο ηγούμενος είχε κλειστεί στο κελί του με μια γυναίκα. Ενώ όμως βγάζανε τα μάτια τους, ξέσπασε ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο καλόγερους, που πιάστηκαν στα χέρια. Οι άλλοι καλόγεροι χτύπησαν την πόρτα του κελιού του γούμενου για να τον ειδοποιήσουν, οπότε αυτός, πάνω στη βιασύνη του έκανε λάθος, και αντί για το καλογεροσκούφι φόρεσε το βρακί της λεγάμενης. Όταν βγήκε έξω, εξοργισμένος που τον είχαν διακόψει, άρχισε να μαλώνει τους πρωταίτιους της φασαρίας και να μοιράζει επιτίμια, οπότε ένας από αυτούς του λέει «βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με».

Μια τέταρτη έκφραση με τη σκούφια, πάντα στο ΛΚΝ, είναι: βάζω τη σκούφια μου στραβά, που λέγεται όταν αδιαφορούμε (επιδεικτικά) για κάτι, κυρίως επειδή έχουμε εξασφαλιστεί οικονομικά. Ωστόσο, πιο συχνά λέμε «φοράω στραβά το καπέλο μου».

Πάμε τώρα στις λιγότετρο συχνές εκφράσεις με τη σκούφια, που είναι μισοξεχασμένες.

  • παρακαλώ εγώ κι η σκούφια μου: αστεία μορφή παράκλησης, που οφείλεται στο ότι όταν παρακαλούσαν έβγαζαν συνήθως, σε ένδειξη σεβασμού, και το κάλυμμα της κεφαλής
  • πάρε τη σκούφια μου συχαρίκια: όταν μας αναγγείλουν κάτι ασήμαντο -αλλά ήδη η σημασία της λέξης «συχαρίκια» έχει αλλάξει και σημαίνει «συγχαρητήρια» και όχι την αμοιβή που δίνουμε σε όποιον μας αναγγείλει ευχάριστο νέο
  • είναι με τρύπια σκούφια: πάμπτωχος. Την έκφρ. την έχει ο Μακρυγιάννης.
  • γύρισε η σκούφια του ανάποδα: όταν κάποιος μένει εμβρόντητος από δυσάρεστη είδηση
  • τάφερε ο διάβολος και του Μανόλη η σκούφια ή: … κι η σκούφια του Μιχάλη. Ευτράπελος πλατειασμός. Υπάρχει και τραγούδι του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου, Η σκούφια του Μιχάλη, όπου: Ο διάβολος την έβαλε κι η σκούφια του Μιχάλη, προτού να κλείσει μια πληγή να μου ανοίξει άλλη.
  • αγέννητο το παιδί, αγορασμένη η σκούφια -παραλλαγή του «ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τονε βγάλαμε»
  • μέτρα κεφάλια και κόψε σκούφιες, φράση που λεγόταν παλιά σε καφενεία όταν παράγγελνε κανείς καφέδες ή ρακές ή ποτό για όλη την παρέα. Ο καφετζής ρωτούσε «πόσους;» και ο παραγγέλνων και πλερώνων απαντούσε έτσι, εννοώντας «όσοι είμαστε». Η φράση δεν λέγεται πια, αφού για να παραγγείλεις σήμερα καφέ πρέπει να δώσεις λεπτομερέστατες προδιαγραφές, οπότε οι παραγγελίες εξατομικεύονται.
  • και τέλος, μια παροιμία που την έλεγε η συχωρεμένη η πεθερά μου, «Τι του λείπει του ψωριάρη; Σκούφια με μαργαριτάρι». Μάλλον την έχω εξευγενίσει, διότι η πεθερά μου την έλεγε: τι του λείπ’ του κασιδιάρη; Σκούφια με το μαργαριτάρι, έτσι με το άρθρο, όπως συνήθιζαν παλιά οι λαϊκοί άνθρωποι σε ορισμένα μέρη, π.χ. έφτιαξα αρνί με το σπανάκι. Βέβαια, του Κασιδιάρη του λείπει κι ένα ευρύχωρο, η δημοκρατία δεν εκδικείται, κελί.

Όλες αυτές οι παροιμίες για τη σκούφια, και σχεδόν καμία για το σκουφί ή τον σκούφο, αν εξαιρέσουμε το «ούφο με σκούφο», που τη θυμάμαι από τα νιάτα μου, αλλά την έχει και το slang.gr, ως επιτατικό του απλού ούφο.

Υπάρχει βέβαια και η σκουφίτσα ή το σκουφάκι που είναι στην αργκό το προφυλακτικό, κοινώς η καπότα, εξού και ο ξεσκούφωτος με αυτή τη σημασία, ενώ υπάρχει και το κλοτσοσκούφι, που λέγεται για κάποιον που όλοι τον περιφρονούν και κανείς δεν τον υπολογίζει, όπως στο τραγούδι που λέει η Βουγιουκλάκη, από την παλιά συνήθεια των παιδιών να παίζουν μπάλα με μια παλιά σκούφια που την είχαν γεμίσει με κουρέλια. Βέβαια, κλοτσοσκούφι είναι και περιφρονητική ονομασία για το ποδόσφαιρο, είτε γενικά ως άθλημα («πάλι κλοτσοσκούφι θα δούμε;») είτε ειδικά για το κακό ποδόσφαιρο («από τότε που ήρθε ο καινούργιος προπονητής, δεν παίζουμε ποδόσφαιρο, παίζουμε κλοτσοσκούφι».

Πρασινοσκούφηδες είναι οι στρατιώτες των Ειδικών Δυνάμεων, αλλά ο όρος «μαυροσκούφηδες» μπορεί να αναφέρεται είτε στους φαντάρους των τεθωρακισμένων (και «τέθωρες») από τον μαύρο μπερέ τους, είτε στους θρυλικούς έφιππους σωματοφύλακες του Άρη Βελουχιώτη στον ΕΛΑΣ, που φορούσαν ένα χαρακτηριστικό μαύρο καλπάκι. Δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά το καλπάκι αυτό αρχικά το φορούσαν οι Λεγεωνάριοι του Διαμάντη, οι βλαχόφωνοι αυτονομιστές του Πριγκιπάτου της Πίνδου -όταν τους εξόντωσε ο ελασίτης καπετάνιος Νάκος Μπελλής πήρε λάφυρο μερικά καλπάκια που τα χάρισε στον Άρη.

Από παρατσούκλι θα προήλθε και το επώνυμο Αλογοσκούφης, όπως λεγόταν ο σήμερα σχεδόν ξεχασμένος «τσάρος της οικονομίας» επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή.

Αλλά αυτά είναι αλλουνού σκούφια. Η δική μας επισκόπηση τελειώνει εδώ!

 

 

 

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Παπαδιαμάντης, Παροιμίες, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 211 Σχόλια »

Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2019

Με ρώτησαν γιατί το λέμε έτσι και τι ρόλο παίζουν τα κουκιά. Έχω μια θεωρία, που δεν είναι πλήρης -οπότε με το σημερινό άρθρο ρίχνω μισοάδεια ελπίζοντας να πιάσω (πιο) γεμάτα.

Ο λόγος, για τον μάγκικο χαιρετισμό «Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν». Ας τον ακούσουμε:

Πρόκειται, σύμφωνα με το slang.gr, για «κλασικό μάγκικο χαιρετισμό». Το slang.gr προχωράει στην εξής ανάλυση:

Κλασικός μάγκικος χαιρετισμός, ο οποίος αναλύεται ως εξής:

1) Γειαχαραντάν (= γεια + χαρά + νταν): Το πολύ δημοφιλές «γεια χαρά» στην καθομιλουμένη, ευχή για υγεία και χαρά δηλαδή. Το «νταν» κατά 99,9 % αποτελεί μάγκικη προσθήκη άνευ ιδιαίτερης σημασίας, ούτως ώστε να κάνει ρίμα με το ακόλουθο «και τα κουκιά μπαγλάν». Εκτός εάν υπήρξε όντως κάποιος Μέγας Φιλέλλην μαγκίτης ονόματι Dan, στον οποίο απευθύνονται οι χρήστες της φράσης από σεβασμό στο όνομά του.

2) και τα κουκιά μπαγλάν: αναφέρεται στο παίξιμο του κομπολογιού, στη χαρακτηριστική κίνηση δηλαδή, τινάγματος των χαντρών (=κουκιά) προς τα πίσω και τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγεται.

Σημείωση: το (2) (και τα κουκιά μπαγλάν) δύναται να ακολουθεί και άλλη φράση πέρα του «γειαχαραντάν» αρκεί να παράγεται ρίμα.

Σε σχόλιο προστίθεται ότι το μπαγλάν πρέπει να προέρχεται από το τούρκικο bağlanmak = δεμένος.

Είναι μια θεωρία συνεκτική, γι’ αυτό και πειστική. Οι χάντρες του κομπολογιού όντως λέγονται και κουκιά ενώ από το ρήμα bağlamak προέρχεται και το δικό μας «μπαγλαρώνω».

Ωστόσο, έχω πολλές επιφυλάξεις για τη θεωρία αυτή, που νομίζω πως είναι χτισμένη πάνω στην εικόνα που έπλασε ο Χάρρυ Κλυνν στο απόσπασμα που είδαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αργκό, Κωνσταντινούπολη, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 205 Σχόλια »

Για την αγάπη της αλβανικής

Posted by sarant στο 13 Μαρτίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό, τότε που άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο ο φιλόλογος Σαράντος Καργάκος, διάβασα ξανά στα πεταχτά δυο βιβλία του που έχω στη βιβλιοθήκη μου, που τα είχε εκδώσει στη δεκαετία του ’80, την Αλεξία και την Αλαλία (Υπάρχει και τρίτο, η Αφασία, αλλά δεν το έχω).

Όπως δείχνει και ο τιτλος τους, πρόκειται για βιβλία γεμάτα με θρήνους, κοπετούς και κινδυνολογία για την αιωνίως θνήσκουσα ελληνική γλώσσα.

Βεβαια, επειδή ακριβώς από τότε έχουν περάσει 30+ χρόνια, εύκολα διαπιστώνουμε πως ευτυχώς δεν έχουν επιβεβαιωθεί οι προφητείες και οι διαπιστώσεις που περιέχουν τα βιβλία αυτά του Καργάκου, ας πούμε ότι οι νέοι συνεννοούνται με γρυλλισμούς ή ότι «οι μαθητές του αύριο θα θεωρούν τη “μουσική” ως θηλυκό του “μουσακά” [και] θα συγχέουν το έπος με το πέος». Να το έχουμε αυτό κατά νου όταν διαβάζουμε και τωρινές καταστροφολογικές προβλέψεις για τη γλώσσα.

Ωστόσο, πρόσεξα το εξής απόσπασμα στο βιβλίο Αλαλία του Σ. Καργάκου, σε ένα άρθρο του 1985 στο οποίο διεκτραγωδεί την κατάντια της νεολαίας, της κοινωνίας γενικότερα και της γλώσσας:

Κάποτε -πάνε πολλά χρόνια τώρα- λέγαμε με περισσή έπαρση: «Πας μη Έλλην βάρβαρος». Σήμερα αρχίζουμε να λέμε: «Πας Έλλην βάρβαρος». Ο εξαλβανισμός της γλώσσας μας είναι μια ζώσα πραγματικότητα. Σιγά-σιγά αρχίζουν να σπανίζουν οι λέξεις που δηλώνουν συναισθήματα: αγάπη, στοργή, τρυφερότητα.» (Αλαλία, σελ. 31)

Και εδώ έχει υποσημείωση, στην οποία υποστηρίζει ότι:

Η αλβανική είναι η μόνη γλώσσα απ’ό,τι ξέρω, που δεν έχει στο λεξιλόγιό της τη λέξη «αγάπη».

Αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως εξωφρενικός ισχυρισμός. Αν ψάξουμε περισσότερο, διαπιστώνουμε πως όχι μόνο φαίνεται αλλά και είναι εξωφρενικός ισχυρισμός. Bέβαια, διατυπώθηκε το 1985, που η Αλβανία έκειτο μακράν και ούτε υπήρχε τρόπος να επαληθευτεί ή να διαψευστεί ένας τέτοιος ισχυρισμός. Αν ισχυριζόταν σήμερα σε άρθρο του κάποιος κάτι ανάλογο, θα αρκούσε να πληκτρολογήσουμε τη λέξη στο google translate για να δούμε ότι υπάρχει η αλβανική λέξη dashuri που σημαίνει «αγάπη».

Ίσως ο Καργάκος ήθελε να πει ότι τα αλβανικά δεν έχουν τη διάκριση ανάμεσα σε «αγάπη» και σε «έρωτα» που έχουν τα ελληνικά, εφόσον χρησιμοποιούν την ίδια λέξη για τις δυο έννοιες, αλλά αυτό δεν είναι ιδιαιτερότητα της αλβανικής. Ούτε στα αγγλικά (love) γίνεται η διάκριση, ούτε στα γαλλικά (amour). Θα έλεγα μάλιστα ότι οι περισσότερες γλώσσες δεν έχουν τη διάκριση που έχει η ελληνική.

Αυτά που έλεγε το google translate τα επιβεβαίωσα ρωτώντας και στην ομάδα Υπογλώσσια, όπου συμμετέχουν πολλοί αλβανόφωνοι και αλβανομαθείς. Κι έτσι καταρρίπτεται, δεν ήταν δα και δύσκολο, ο ισχυρισμός ότι η αλβανική δεν έχει λέξη για την αγάπη.

Αλλά δεν θα έγραφα άρθρο μονάχα για το θέμα αυτό. Όμως, από αγκάθι βγαίνει ρόδο -ή μάλλον απο έναν εξωφρενικά αβάσιμο ισχυρισμό μπορούμε να πούμε δυο λόγια για μια έκφραση που έχουμε στα ελληνικά, αν και μάλλον έχει παλιώσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 142 Σχόλια »

Η Λουκία του Λαμερμούρ, εδώ και 180 χρόνια…

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2019

Τις προάλλες πήγα και είδα στη Λυρική Σκηνή την παράσταση της όπερας Λουτσία ντι Λαμερμούρ του Γκαετάνο Ντονιτζέτι. Η όπερα θα παιχτεί σε μερικές ακόμα παραστάσεις, οπότε σας συστήνω να πάτε να τη δείτε αν υπάρχουν εισιτήρια.

Είναι βέβαια μια από τις πολυπαιγμένες όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου, όπως και η άλλη του Ντονιτζέτι, το Ελιξίριο του έρωτα. Ο Ιταλός συνθέτης είναι ενα από τα μεγάλα ονόματα του ιταλικού μπελκάντο, μαζί με τον Ροσίνι και τον Μπελίνι, και ενέπνευσε και τον Βέρντι με τον οποίο φτάνει το είδος της όπερας στο απόγειό της.

Αν δεν ξέρετε την υπόθεση, να την πούμε στα γρήγορα: στη Σκωτία του 17ου αιώνα, η Λουτσία είναι ερωτευμένη με τον Εντγκάρντο, παρόλο που τις οικογένειές τους τις χωρίζει άσβεστο μίσος. Ο αδερφός της ο Ενρίκο κανονίζει να την παντρέψει με τον Αρτούρο. Παρουσιάζει πλαστογραφημένες επιστολές που δείχνουν τον Εντγκάρντο να υπόσχεται γάμο σε άλλην κι έτσι καταφέρνει να πείσει τη Λουτσία να υπογράψει το συμβόλαιο του γάμου με τον Αρτούρο. Την ώρα της τελετής καταφθάνει ο Εντγκάρντο που πιστεύει πως η Λουτσία τον πρόδωσε και την καταριέται. Εκείνη σκοτώνει (εκτός σκηνής) τον Αρτούρο πάνω στο νυφικό κρεβάτι έχοντας πια χάσει τα λογικά της. Μόλις το μαθαίνει ο Εντγκάρντο αυτοκτονεί. Το λιμπρέτο του Σαλβατόρε Καμαράνο είναι βασισμένο πάνω στο ιστορικό μυθιστόρημα «Η νύφη των Λάμερμουρ» του σερ Ουόλτερ Σκοτ, που τα μυθιστορήματά του είχαν μεγάλη απήχηση τότε.

(Μια παρένθεση: πολλές από τις όπερες του 19ου αιώνα βασίζονταν σε πρόσφατα λογοτεχνικά έργα. Εδώ, η Λουτσία γράφτηκε το 1835 πάνω σε ένα μυθιστόρημα του 1819 -σαν να κάνει σήμερα κάποιος όπερα πάνω σε έργο του Μουρακάμι, του Παμούκ ή του Τέρι Πράτσετ. Η Εναλλακτική Σκηνή θα ανεβάσει προσεχώς καινούργια ελληνική όπερα βασισμένη πάνω στην Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου).

Η Λουτσία είναι από τις πολυπαιγμένες όπερες του διεθνούς ρεπερτορίου, αλλά όχι της πρώτης δεκάδας (κατά σειράν: Τραβιάτα, Κάρμεν, Λα Μποέμ), μάλλον της πρώτης εικοσάδας. Έχει έναν μόνο γυναικείο πρωταγωνιστικό ρολο (υπάρχει και η υπηρέτρια της Λουτσίας αλλά ελάχιστα ακούγεται). Το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της είναι η άρια της τρέλας («Il dolce suono/Ardon gli incensi/Spargi d’amaro pianto«) στην τρίτη σκηνή, που παραδοσιακά δίνει στις σοπράνες την ευκαιρία να επιδείξουν την τεχνική τους και τα φωνητικά τους προσόντα, επιδιδόμενες σε περίτεχνες καντέντσες. Όλη όμως η όπερα είναι μια πανδαισία του μπελκάντο, αν σας αρέσει βέβαια το είδος αυτό -εγω το λατρεύω.

Δεν είχα παρακολουθήσει άλλη Λουτσία ζωντανή, αν και έχω δει κάμποσες μαγνητοσκοπημένες. Η παράσταση της Λυρικής έχει μια πρωτοτυπία στη σκηνοθεσία: χωρίζει τη σκηνή σε δύο μέρη και συνήθως η όπερα παίζεται στο ένα μέρος ενώ στο άλλο παίζουν και κινούνται βουβοί. Για παράδειγμα, στην 1η σκηνή της 3ης πράξης, ενώ στο δεξιό μέρος της σκηνής βλέπουμε και ακούμε τον Ενρίκο που έχει επισκεφτεί τον Εντγκάρντο για να τον καλέσει σε μονομαχία, στο αριστερό μέρος βλέπουμε τη Λουτσία στο νυφικό κρεβάτι να σκοτώνει τον Αρτούρο. Φυσικά, το φονικό δεν δείχνεται επί σκηνής στο κανονικό ανέβασμα της όπερας, απλώς αναγγέλλεται στην επόμενη σκηνή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Πρόσφατη ιστορία, Σουρής, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 128 Σχόλια »

Η λαπαλισάδα του Ντάνου

Posted by sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2019

Σχολίαζα στο προχτεσινό άρθρο ένα βίντεο της τηλεπερσόνας που ακούει στο ψευδώνυμο Ντάνος (κατά κόσμον Γιώργος Αγγελόπουλος). Στο βίντεο αυτό, ο Ντάνος διαφήμιζε το βιβλίο που έγραψε (που του έγραψαν, για να τα λέμε όλα) και που το εξέδωσε από έναν κάποτε σοβαρό εκδοτικό οίκο. Το βιβλίο είχε αναμενόμενα μεγάλη επιτυχία: οι πελάτες έκαναν ουρά έξω από το βιβλιοπωλείο.

Τον χλευάσαμε αρκετά τον Ντάνο για τις κοτσάνες που λέει στο βίντεο, ότι έχει διαβάσει οχτώ βιβλία, κι ότι δεν μπόρεσε να διαβάσει μονοκοπανιάς το δικό του. Να παραδεχτώ πως είναι εύκολος στόχος. Πάντως, σαν προϊόν της μαζικής κουλτούρας που είναι, επιδέχεται και σχολιασμό και κριτική -γιατί όχι και χλευασμό.

Το αξιοχλεύαστο δεν είναι τα οχτώ βιβλία του Ντάνου, είναι η ψευτιά και η πλαστικούρα του Ντάνου. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν διαβάσει 8 βιβλία ή και λιγότερα κι όμως έχουν γράψει κείμενα που κέρδισαν την αθανασία -ο Μακρυγιάννης, ας πούμε, δεν είχε διαβάσει κανένα βιβλίο. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξέρουν να διαβάζουν κι όμως έχουν σοφία ζωής που επιβάλλει τον σεβασμό.

Λοιπόν, σε εκείνο το βίντεο, όταν ρωτήθηκε ο Ντάνος για τις κακές κριτικές που έγιναν στο βιβλίο του, απάντησε: Οι κακές κριτικές είναι το αντίθετο των καλών κριτικών -ή κάτι τέτοιο.

Ολόσωστο, βέβαια, αλλά και εντελώς ταυτολογικό -που γινόταν ακόμα πιο αστείο όταν έβλεπες το σοβαρό ύφος που είχε ο ηγεμών από τη Δυτική Λιβύη οταν εκφωνούσε το απόφθεγμα.

Αυτό το απόφθεγμα, το χαρακτηρισα «λαπαλισικό», λέξη που προκάλεσε την απορία ενός φίλου. Στον τίτλο, μιλάω για τη «λαπαλισάδα του Ντάνου», όρος κάπως πιο καθιερωμένος, που ανάγεται στο γαλλικό lapalissade και που αρέσκεται να τον χρησιμοποιεί ο Γιώργος Κεντρωτής και μου τον έχει κολλήσει κι εμένα.

Λαπαλισάδα, από τον ντε Λα Παλίς. Να το πούμε ολόκληρο, από τον Jacques II de Chabannes de La Palice, στρατάρχη του Φραγκίσκου του 1ου της Γαλλίας. Μεγάλος πολεμιστής, ο άρχοντας ντε λα Παλίς πέθανε ηρωικά το 1525 στην πολιορκία της Παβίας.

Για τον ηρωικό του θάνατο, γράφτηκε τραγούδι, σύμφωνα με μια εκδοχή το εξής:

Hélas, La Palice est mort,
Il est mort devant Pavie ;
Hélas, s’il n’était pas mort,
Il ferait encore envie

Πέθανε ο ντελαΠαλίς
Πέθανε μπρος στην Παβία
Αχ, αν δεν είχε πεθάνει
θα τονε ζηλεύαν όλοι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Επικαιρότητα, Ιστορία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 212 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2019

Υπάρχουν υπογλώσσια σφηνάκια; Δεν ξέρω.

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα ξέρετε. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία, όπως φαντάζομαι ότι θα φανεί.

 

  • Τριλογία της εξάρτησης

Στην «Εξαδέλφη Μπέττη» του Μπαλζάκ, στις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, στην πρώτη πρώτη σελίδα γίνεται λόγος για έναν «άντρα με στρατιωτική εξάρτΗση».

Στρατιωτική εξάρτηση υπάρχει, φυσικά, πχ ενός ανίσχυρου κράτους, αλλά εδώ χρειαζόταν το ομόηχο, η στρατιωτική εξάρτΥση.

Ένα λάθος στην πρώτη σελίδα δεν είναι ο καλύτερος οιωνός για την επιμέλεια του βιβλίου, αλλά θα το προσπεράσω. Και μια και αναφέρθηκε η ομοηχία εξάρτηση-εξάρτυση θα ήταν παράλειψη να μην πούμε πως υπάρχει και τρίτο ομόηχο, εξάρτιση, των καραβιών, και να μην αναφερθεί η «Τριπλή παραλλαγή», τρίστιχο ποίημα του Παντελή Μπουκάλα.

Στον έρωτά μου προχωρώ δίχως εξάρτυση
στην πιο βαθιά ποθώντας να δοθώ εξάρτηση
– ότι το βλέμμα σου με ναυπηγεί με πλήρη εξάρτιση.

  • Αλεξίλογος

Σε ένα απόσπασμα του Κριτία, που ήταν ένας από τους τριάκοντα τυράννους, αλλά έγραψε και θεατρικά έργα από τα οποία λίγοι στίχοι σώθηκαν, υπάρχει ο στίχος

Φοίνικες δ’ ηὗρον γράμματ’ ἀλεξίλογα

Αλεξίλογα, που προφυλάσσουν τον λόγο, τον διασώζουν αφού τον αποτυπώνουν σε σταθερό μέσο.

Προσθέτω πως το πρόθημα αλεξι- τις περισσότερες φορές σημαίνει «προφυλάσσω από κάτι», σημασία που έχει περάσει στα νεότερα αλεξιβρόχιο, αλεξήνεμο (το παρμπρίζ) κτλ. αλλά υπάρχει και η δεύτερη σημασία του, προστατεύω κάτι, το επιμελούμαι, το ενισχύω. Σώζεται ο τίτλος ενός εγχειριδίου κηπουρικής, Αλεξίκηπος, ενώ αλλού λένε για αλεξίχορους αοιδούς.

 

  • Η αυξημένη πληρότητα

– Το είδες το μαργαριτάρι; μου λέει η φίλη
– Ποιο;
– Να, εδώ που λέει «Αυξημένη είναι η πληρότητα των ξενοδοχείων…»
– Μαργαριτάρι;
– Ε, ναι. Ή υπάρχει πληρότητα, όταν το ξενοδοχείο είναι πλήρες, ή δεν υπάρχει. Δεν μπορείς να πεις «μικρή, μεγάλη, αυξημένη» πληρότητα, όπως δεν μπορεις να πεις και «ολίγον έγκυος».

Και ενώ «πληρότητα είναι η ιδιότητα εκείνου που είναι πλήρης» κατά τα λεξικά, τόσο τα σώματα κειμένων αλλά και οι παραδειγματικές φράσεις των ίδιων των λεξικών βρίθουν από εκφράσεις του τύπου «αυξημένη πληρότητα», «μικρή πληρότητα», «μεγαλύτερη πληρότητα».

Δεν έχει δίκιο η φίλη μου να ενίσταται διότι η ετυμολογία μιας λέξης έμμεση μόνο σχέση έχει με τη σημασία της και πάντως δεν την καθορίζει. Τη σημασία την καθορίζουν οι χρήστες -και γι’ αυτό οι σημασίες αλλάζουν- και την αποτυπώνουν τα λεξικά.

Τα οποία λεξικά παίρνουν όλα κακό βαθμό διότι ενώ όπως ειπα περιλαμβάνουν φράσεις του τύπου «αυξημένη/μικρή/μεγάλη πληρότητα των ξενοδοχείων» δεν δίνουν ορισμό της σημασίας αυτής.

Όλα; Όχι όλα. Καλό βαθμό παίρνει το ΜΗΛΝΕΓ που καταγράφει τη σημασία «πληρότητα: Ο βαθμός κάλυψης των θέσεων…»

 

  • Κάνει κρύο, κάνει τσίφι

Σε κάποιο σχολικό βιβλίο υπήρχε ο στίχος «Κάνει κρύο, κάνει τσίφι / για το δόλιο το κοτσύφι». Αυτό το «τσίφι» δεν ήξερα, βέβαια, τι ακριβώς είναι. Αργότερα είχα υποθέσει ότι το τσίφι είναι λέξη αυτοσχέδια, χωρίς νόημα, που μπήκε για την ομοιοκαταληξία. Περιέργως, δεν το έψαξα περισσότερο.

Φυλλομετράω σήμερα τη μελέτη για τους ιταλισμούς της νεοελληνικής, της Domenica Minniti Gonias, και βλέπω ανάμεσα στα διαλεκτικά δάνεια και το: φα τσιφέτα < fa cifetta “fa molto freddo” [κάνει πολύ κρύο]

Και μετά βρίσκω στο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος ότι τσίφι είναι το ελαφρό και διαπεραστικό κρύο.

Οπότε, βρέθηκε και το τσίφι. Αχ, το δόλιο το κοτσύφι!

  • Ο Σπύρος Γύρας δεν μένει πια εδώ.

Υπάρχει ένα αμερικάνικο τζαζ συγκρότημα, που λέγεται Spyro Gyra. Ανέκαθεν νόμιζα ότι ο ιδρυτής του ή κάτι τέτοιο είναι κάποιος ομογενής ονόματι Σπύρος Γύρας. Τότε όμως δεν είχα ιντερνέτ να ψάξω.

Μαθαίνω σήμερα ότι το όνομα της μπάντας δόθηκε από λάθος. Θέλανε να το ονομάσουνε Spirogyra, που είναι ένα είδος άλγες, φύκια να πούμε. Όμως ο μπάρμαν εκεί που θα έπαιζαν, όταν ακόμα έκαναν τα πρώτα τους βήματα, δεν ήξερε φυσικά τη λέξη αυτή και το έγραψε Spyro Gyra κι έτσι κράτησαν την εκδοχή αυτή, χωρίς να υπάρχει κάποιος Σπύρος Γύρας μέλος τους ή μέντοράς τους.

[Για να είμαι δικαιος, αυτό το σφηνάκι γεννήθηκε εδώ, στο ιστολόγιο, από σχόλιο του φίλου μας του ΣΠ, αλλά έκρινα πως είναι κρίμα να μένει θαμμένο στα σχόλια]

  • Και άλλο ένα νεόπλαστο, πολύ συχνότερο

Μιλώντας για νεόπλαστα ρήματα, καινούργιους ενεστώτες που φτιάχνονται από τον αόριστο, ας δούμε ένα πολύ συχνό παράδειγμα που μάλιστα προέρχεται από γραπτό λόγο, από βιβλίο.

Φίλιπ Κερ, Η τριλογία του Βερολίνου, σ. 450 («Ο χλωμός εγκληματίας»)

… αυτός ο μανιακός τις απαγάγει, τις βιάζει, τους κόβει το λαρύγγι και μετά πετάει κάπου το γυμνό κορμί τους…

Εδώ που τα λέμε, αυτός ο νεόπλαστος ενεστώτας (απαγάγω) μάλλον φυσικότερος ακούγεται από τον «σωστό» τύπο:

… αυτός ο μανιακός τις απάγει, τις βιάζει, τους κόβει το λαρύγγι και μετά πετάει κάπου το γυμνό κορμί τους…

  • Usus norma loquendi

Προ ολίγου σε φιλικό τοίχο πήρα μέρος σε μια συζήτηση, στην οποία μία φίλη φίλου υποστήριζε μια άποψη (γλωσσική) κόντρα και στα λεξικά και στη χρήση, επιμένοντας ότι η άποψή της είναι σωστή και ότι όσοι λένε το αντίθετο έχουν λειψές γνώσεις.

Σε εκείνο το σημειο αποχώρησα από τη συζήτηση διότι με έναν άγνωστο που πετάει έμμεσες προσβολές δεν μπορώ να συζητώ. Ο τοιχοδεσπότης, πιο υπομονετικός (είναι και φίλη του άλλωστε) συνέχισε τη συζήτηση, οπότε η φίλη του έγραψε το εξής:

«και ο Μπαμπινιωτης λεει πως οταν καθιερωθεί και διαδοθεί κατι λανθασμένο, πρεπει να εκλαμβάνεται ως σωστό.Το παει πλειοψηφικά. Αμ δεν ειναι ετσι. Το λανθασμενο ειναι λανθασμενο. Σαν να μου πει πως εαν σε διαγωνισμα λύση σε πρόβλημα οι περισσοτεροι μαθητες δώσουν την ιδια λανθασμενη, θα πρεπει να την θεωρησουμε ως σωστή !!!!»

Το επισημαίνω επειδή το έχω δει να γράφεται πολλές φορές αυτό και είναι αδικία. Η άποψη ότι το συχνά επαναλαμβανόμενο παύει να είναι λάθος είναι κεφαλαιώδης νόμος της γλώσσας -έτσι αλλάζει η γλώσσα, από λάθη και usus norma loquendi που λέγανε πριν καταργήσει ο Γαβρόγλου τα λατινικά.

Ωστόσο, από τους γλωσσολόγους μας, ο Μπαμπινιώτης είναι εκείνος που λιγότερο από όλους τους άλλους συναδέλφους του και μόνο πολύ απρόθυμα δέχεται αυτόν τον γλωσσικό νόμο, και έχει άλλωστε στο λεξικό του επιχειρήσει να ανατρέψει καθιερωμένες ορθογραφίες αιώνων και χιλιετιών (πχ προτείνοντας πλημύρα και κροκόδιλος αντί πλημμύρα και κροκόδειλος) επειδή πιστεύει ότι αυτές είναι σωστές παρότι δεν χρησιμοποιούνται. Για τον ίδιο λόγο, επιμενει σε τύπους όπως «πανεπιστημιόπολη» παρόλο που η συντριπτική πλειοψηφία (ή πλειονότητα) των ομιλητών λέει «πανεπιστημιούπολη».

Κι όμως, πρέπει να είναι η δέκατη φορά που βλέπω κάποιον στο Φέισμπουκ να χρεώνει στον Μπαμπινιώτη την τήρηση -ίσως δε και την πατρότητα- του usus norma loquendi. Eίναι άδικο αυτο, πολύ άδικο

* Για την ιστορία, η φίλη του φίλου υποστήριζε ότι πρέπει να λέμε «το κβάντουμ, του κβάντουμ – τα κβάντα, των κβάντα» ενω εγώ, ο τοιχοδεσπότης, τα λεξικά και πολλοί άλλοι λέμε «το κβάντο, του κβάντου – τα κβάντα των κβάντων»

  • Ο τοξικομανής του τοξικομανή

Aπό ένα άρθρο της ΕφΣυν για τη φέικ λογοτεχνία, απομονώνω μια παράγραφο: η αυτοβιογραφική αφήγηση του 23χρονου τοξικομανή και αλκοολικού, ο οποίος αναδύεται από την προσωπική του κόλαση και επιστρέφει στον κόσμο των «κανονικών» ανθρώπων, αποδείχθηκε σκέτη κατασκευή!

Πρόκειται για κείμενο σε καλλιεργημένη γλώσσα, που όμως χρησιμοποιεί πολύ φυσικά τον ομαλοποιημένο τύπο της γενικής («του τοξικομανή»). Πιστεύω πως αν δεν σας το επισήμαινα, αρκετοί δεν θα το προσέχατε καν.

Παναπεί, η εξομάλυνση προχωρεί -ήδη κάποια σχολική Γραμματική καταγράφει εναλλακτικά τις γενικές όπως «του διεθνή». Και η εμπειρική παρατήρηση είναι πως πιο εύκολα εξομαλύνεται η κλιση των επιθέτων όταν χρησιμοποιούνται σαν ουσιαστικά.

  • Κόβουν ρόδα μυρωμένα

Στην αρχή του αστυνομικού «Ο χλωμός εγκληματίας» ο αφηγητής, ο ντετέκτιβ Μπέρνι Γκούντερ, παρατηρεί:

«…η ανάγκη μου για τη διαιώνιση του είδους έχει γίνει κτηνώδης και, βέβαια, οι γυναίκες το βλέπουν αυτό στα μάτια σου και κόβουν ρόδα μυρωμένα»

Εγώ ξέρω τι σημαίνει η έκφραση «κόβω ρόδα μυρωμένα» αλλά αναρωτιέμαι αν το ξέρουν όλοι. Ή, αν καταλαβαίνουν τη σημασία.

[Η έκφραση σημαίνει «κόβω λάσπη, το βάζω στα πόδια». Στο ιστολόγιο την έχουμε χρησιμοποιήσει αρκετές φορές, ανάμεσά τους και σε άρθρο του Κορτο για τις Λέξεις του Τζογέ.

  • Νέα εντεκασύλλαβη λέξη

Δεν έχουμε και πολλές, οπότε την καταγράφω. Στο δελτίο ειδήσεων του Αντένα είχε ρεπορτάζ για τις δραστηριότητες κάποιων που βραβεύτηκαν διότι βιντεοσκόπησαν με δρόνους (ελληνιστί drones) το κάστρο της Μεθώνης, και προβλήθηκε απόσπασμα από τη δήλωση μίας κυρίας η οποία είχε την ιδιότητα:

Αεροκινηματογραφίστρια

22 γράμματα («μόνο») αλλά 11 συλλαβές.

  • Μαστίσανε

Σε μια καλή μετάφραση, διαβάζω: Ο Βικτορίνος Υλό είχε υποστεί όλα τα απανωτά δεινά που μαστίσανε την οικογένειά του…..

Με ξενίζει ο συνοπτικός χρόνος με το ρήμα «μαστίζω», το έχω συνδέσει με εξακολουθητικό χρόνο. Γκουγκλίζω και βρίσκω να χρησιμοποιείται στον αόριστο, όχι πολλές φορές, αλλά εξακολουθεί να με ξενίζει.

Θα έβαζα «που χτυπήσανε» ή κάποιο άλλο συνώνυμο. Και εκτός των άλλων με ενοχλεί και η ομοηχία (μαστίσανε – μας στήσανε). Αλλά και «μάστισαν» να έλεγε, πάλι θα με ενοχλούσε.

 

  • Ο Στρεψιάδης στο Καταφύγι

Το πρωί είχα πάει να περπατήσω, παραλιακά. Καθώς έφτασα σε έναν παραλιακό οικισμό που λέγεται Καταφύγι, η λεωφόρος συνέχιζε ανηφορίζοντας ενώ υπήρχε δρόμος που οδηγούσε στον οικισμό. Επειδή το μέρος δεν το ήξερα, είχα μια αμφιβολία αν θα μπορέσω να ξαναβρώ τη λεωφόρο και ρώτησα δυο ποδηλάτες που έρχονταν προς το μέρος μου αν έχει έξοδο προς τη λεωφόρο από την άλλη μεριά του οικισμού.

– Ναι, μου λένε, αλλά είναι ανήφορος. Πάντως μπορείτε να βγείτε στη λεωφόρο, έχει πολλούς εξόδους.

Μπήκε στη συζήτηση και ο σύντροφός του, που επιβεβαίωσε ότι ο οικισμος έχει πολλούς εξόδους.

Στις Νεφέλες του Αριστοφάνη, ο Σωκράτης τρολάρει τον Στρεψιάδη και του λέει ότι η κάρδοπος κανονικά έπρεπε να λέγεται καρδόπη για να είναι θηλυκιά.

Παναπεί, εδώ και 25 αιώνες, τα θηλυκά ουσιαστικά σε -ος τα αντιλαμβανόμαστε ερμαφρόδιτα -και μάλλον δεν θα τα αποδεχτούμε ποτέ.

  • Κινηματική ορολογία

Κινηματική ορολογία. Όταν οι αγρότες κλείνουν τους δρόμους, χρησιμοποιούμε συνήθως τον όρο «μπλόκα». Οι Γάλλοι, όταν σε μια κινητοποίηση κλείνουν τους δρόμους, που το κάνουν συχνά, είτε οι αγρότες είτε άλλοι, και τώρα τα Κίτρινα Γιλέκα, λένε για barrages, λέξη που έχει περάσει και στα ελληνικά ως μπαράζ, είτε για τον φραγμό πυρός στον πόλεμο είτε για τον αθλητικό αγώνα που θα κρίνει ποια ομάδα θα υποβιβαστεί/ανέβει κατηγορία.

Για να ξέρετε, τα γαλλικά μπλόκα είναι barrages filtrants όταν δεν είναι στεγανά αλλά αφήνουν να περνάνε αυτοκίνητα, αλλά με αργό ρυθμό, πχ ένα το δίλεπτο. Αλλιώς, αν δεν αφήνουν κανέναν, είναι barrages bloquants. Στεγανό μπλόκο και ημιπερατό μπλόκο, ίσως.

 

Και εδώ τελείωσαν τα σφηνάκια από τα Υπογλώσσια. Σε κανα χρόνο, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο!

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά, Μεταφραστικά, Σφηνάκια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 209 Σχόλια »

Επονίτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 23 Φεβρουαρίου, 2019

Σαν σήμερα πριν από 76 χρόνια, στις 23 Φεβρουαρίου 1943, ιδρύθηκε η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, η ΕΠΟΝ. Προς τιμήν αυτής της επετείου, τα σημερινά μεζεδάκια τα τιτλοφόρησα επονίτικα, αν και βέβαια στην ύλη του σημερινού πολυσυλλεκτικού μας άρθρου δεν υπάρχει τίποτε που να αναφέρεται στην Αντίσταση ή στην ΕΠΟΝ.

Ή μάλλον, για να υπάρχει και κάτι, θυμίζω ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου με αναμνήσεις του πατέρα μου από τα χρόνια του στην ΕΠΟΝ στη Μυτιλήνη.

* Βέβαια, η σημερινή μέρα αναμένεται να γραφτεί με χρυσά γράμματα στις δέλτους της ελληνικής λογοτεχνίας (και λίγα λέω) αφού σήμερα θα παρουσιαστεί το βιβλίο του Ντάνου, κατά κόσμον Γιώργου Αγγελόπουλου.

Όπως εκμυστηρεύεται στο βιντεάκι ο συγγραφέας, το βιβλίο θα έχει 160 σελίδες, κάθε κεφάλαιο αρχίζει με μια φωτογραφία σχετική με το αντικείμενο του κεφαλαίου, και, όπως λέει, δεν περίμενε να είναι τόσο καλό το βιβλίο του. Πάντως, παραδέχεται πως δεν κατάφερε να το διαβάσει μονοκοπανιάς το βιβλίο του. Αφού διατύπωσε το λαπαλισικό αξίωμα ότι «Οι άσχημες κριτικές είναι το αντίθετο από τις καλές κριτικές», αναγνώρισε πως δεν είναι του χώρου των βιβλίων, αφού έχει διαβάσει ίσαμε τώρα στη ζωή του 8 βιβλία -χωρίς να διευκρινίσει αν συνυπολογίζει και το δικό του. Αυτό μου θύμισε το ανέκδοτο που είχε βγει όταν ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ ο Τζέρι Φορντ, ότι «Κάηκε η βιβλιοθήκη του προέδρου, με αποτέλεσμα να καούν και τα τρία βιβλία της. Ευτυχώς όμως ο Πρόεδρος είχε προλάβει να τα μπογιατίσει». Αλλά ο Ντάνος αποδεικνύεται βιβλιοφάγος μπροστά στον πρόεδρο Φορντ.

Όπως γράφει και το σχετικό ρεπορτάζ, η Χρυσηίδα Δημουλίδου θα αισθάνεται τον θρόνο της να τρίζει.

* Από άρθρο του Δ. Νανούρη στην ΕφΣυν για την πολακιάδα, ξεσηκώνω μια φράση, στην αρχή-αρχή:

Στις εποχές της γενικευμένης παρακμής, άτινας μας έριξε η άπονη μοίρα, τα δημόσια πρόσωπα που σέβονται το νόημα αμφοτέρων των λέξεων του χαρακτηρισμού….

Αυτό το «άτινας» δεν στέκει με τίποτα ή μάλλον δεν υπάρχει καν, διότι για να σταθεί συντακτικά ένας τύπος πρέπει να είναι υπαρκτός, και το «άτινας» δεν είναι. Υπάρχει ή ακριβέστερα υπήρχε στα αρχαία οίτινες στο αρσενικό, αίτινες στο θηλυκό με αιτιατική άστινας, και άτινα στο ουδέτερο. Εδώ θα ταίριαζε το «εις άστινας», ενδεχομένως, αλλά αν θέλουμε να μιλήσουμε του μπαμπά μας τη γλώσσα θα πούμε «όπου» ή «στις οποίες».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Κοτσανολόγιο, Λαθροχειρίες, Μαργαριτάρια, Μακεδονικό, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Το είπε/δεν το είπε, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 243 Σχόλια »

Αφωνία

Posted by sarant στο 16 Ιανουαρίου, 2019

Τώρα στις γιορτές είχα δυο συνεχόμενες ομιλίες, και μετά την πρώτη η φωνή μου είχε κλείσει, οπότε η κόρη μου με συμβούλεψε «Να κάνεις αφωνία για μερικές ώρες». Πράγματι, συχνά οι γιατροί συνιστούν αφωνία, δηλαδή να αποφεύγει κανεις να μιλάει. Όμως η αφωνία είναι επίσης πάθηση, η προσωρινή ή μόνιμη απώλεια της φωνής.

Λέμε συχνά ότι κάποιος χάνει τη φωνή του από τη μεγάλη έκπληξη. «Έμεινα άφωνος», λέμε, για να δηλώσουμε την κατάπληξη. Λέμε επίσης «έμεινα άναυδος», με τη σημασία αυτού που δεν μπορεί να μιλήσει απο τη μεγάλη έκπληξη. Ετυμολογικά, ο άναυδος είναι συνώνυμο του άφωνου, αφού «αυδή» ειναι πανάρχαιη, ομηρική λέξη για τη φωνή -στην Ιλιάδα ο Όμηρος λέει για τον Νέστορα «τοῦ καὶ ἀπὸ γλώσσης μέλιτος γλυκίων ῥέεν αὐδή«, από το στομα του κυλούσε η φωνή γλυκύτερη απ’ το μέλι.

Έχουμε πολλές λέξεις και εκφράσεις για να δηλώσουμε την κατάπληξη, το ξάφνιασμα, το σάστισμα, το απροσδόκητο και αδιανόητο γεγονός που μας κάνει να μένουμε με το στόμα ανοιχτό, μη μπορώντας να αρθρώσουμε λέξη γι’ αυτό που μόλις συνέβη ή μόλις μάθαμε. Μένει κανεις άναυδος, άφωνος, άλαλος, σύξυλος, εμβρόντητος, κατάπληκτος, αποσβολώνεται, μένει μ’ ανοιχτό το στόμα, σαστίζει, ξαφνιάζεται, τα χάνει, μένει ακίνητος σαν άγαλμα, σαν κεραυνόπληκτος, σαν στήλη άλατος, του έρχεται κεραμίδα, μένει κόκαλο, του κόβεται η μιλιά, μένει με το δάχτυλο στο στόμα, ανοίγει διάπλατα τα μάτια, μένει κάγκελο, μένει μαλάκας, μένει κεχηνώς ή ενεός. Υπάρχουν εκφράσεις για όλα τα γούστα και τα επίπεδα ύφους και είμαι βέβαιος ότι μπορείτε κι εσείς να προσθέσετε κάμποσες, αν και δεν δηλώνουν όλες οι φράσεις ότι μας κόβεται η φωνή -και στο σημερινό άρθρο στην αφωνία εστιάζουμε.

Όταν κάποιος δεν μιλάει, σωπαίνει. Σε πιο επίσημο ύφος, σιωπά. Δεν λεει λέξη -ή, για να το πάμε πιο επίσημα, δεν αρθρώνει λέξη, δεν εκστομίζει λέξη, δεν ανοίγει το στόμα του. Βουβαίνεται, το κλείνει, το ράβει, κυρίως όμως το βουλώνει -το στόμα του βέβαια. Σφράγισε το στόμα του ή τα χείλια του, το έχει σφραγισμένο. Όταν, εκτός από το να σωπάσει, κρύβεται κιόλας, λέμε ότι λουφάζει ή μουλώνει.

Δεν βγάζει λέξη, δεν βγάζει μιλιά, δεν βγάζει άχνα, κιχ, τσιμουδιά. Τσιμουδιά είναι ο ελάχιστος ψίθυρος, λέξη από τις δυσετυμολόγητες της γλώσσας μας -έχει προταθεί το αρχαίο «σιμωδία», το φάλτσο ή άτεχνο τραγούδι, η παράφωνη ωδή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Πολιτική, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 262 Σχόλια »

Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2019

Με τον τίτλο αυτό κυκλοφόρησε λίγο πριν από τις γιορτές από τις εκδόσεις Παπαζήση ένα βιβλίο σε επιμέλεια της καθηγήτριας Άννας Λυδάκη, μια συλλογή κειμένων, λογοτεχνικών και επιστημονικών, γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τα ζώα. Συνολικά συμμετέχουν 80 συγγραφείς (εδώ τα περιεχόμενα).

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί απόψε, Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019 και ώρα 19:00
στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» ( Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8).

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:
Κώστας Κατσουλάρης, Συγγραφέας
Αντώνης Καφετζόπουλος, Ηθοποιός
Ηλίας Μαγκλίνης, Δημοσιογράφος, Συγγραφέας

Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσουν
οι ηθοποιοί: Αθηνά Μαξίμου, Κάρμεν Ρουγγέρη
και οι συγγραφείς: Ζυράννα Ζατέλη, Αλέξης Πανσέληνος

Συντονίζουν οι φοιτήτριες Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου: Ηλέκτρα Κατσίκη, Εύα Φρέντζου

Την εκδήλωση θα κλείσουν με τα τραγούδια τους οι Μιχάλης και Παντελής Καλογεράκης.

Πολύ λυπάμαι που, επειδή λείπω από την Αθήνα, δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω την εκδήλωση. Αν ήμουν, ασφαλώς θα πήγαινα, όχι μόνο επειδή το πάνελ έχει ενδιαφέρον αλλά και επειδή στον τόμο αυτό έχω την τιμή να συμμετέχω κι εγώ, με ένα κείμενο για τα φρασεολογικά των ζώων.

Πρόκειται, με μικρές διαφορές, για ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο το 2011, και που μου φάνηκε ότι αξίζει να δημοσιευτεί. Βέβαια, κάθε αλλο παρά καλύπτει τη φρασεολογική μεταχείριση των ζώων, ήμερων και άγριων: βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτό το θέμα και ίσως κάποτε γραφτεί. Το άρθρο που θα διαβάσετε είναι απλώς μια ακροθιγής εισαγωγή.

Αρπαχτικά και κατοικίδια

Ο άνθρωπος είναι αχάριστο πλάσμα κι αυτό αντικατοπτρίζεται στη φρασεολογία του. Τα ζώα τα ήμερα, που τα έχει του χεριού του από την αρχή του χρόνου και που τα εκμεταλλεύεται αγρίως, τα αντιμετωπίζει, τουλάχιστον στη νεοελληνική γλώσσα, με έσχατη περιφρόνηση.

Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, ο σκύλος, έχει τη χειρότερη μεταχείριση: σκυλίσια ζωή, δουλεύει σαν σκύλος, ψόφησε σαν το σκυλί, έγινε ρεζίλι των σκυλιών, το σκυλομετάνιωσα. Σκυλί θεωρείται ο άνθρωπος ο ανάλγητος, ο σκληρός· άπιστα σκυλιά λέγαμε τους αγαρηνούς, κι εκείνοι έλεγαν τα ίδια και χειρότερα· ακόμα κι όταν πεις ότι κάποιος είναι σκυλί στη δουλειά, δηλαδή ακούραστος, με ανεξάντλητη αντοχή, στην ουσία τον θεωρείς καλό για να σε υπηρετεί μόνο. Ίδια γεύση πατερναλιστικού επαίνου αφήνει και το «πιστό σκυλί».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Επαναλήψεις, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 347 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στον Μανώλη (ή τον Μανόλη)!

Posted by sarant στο 26 Δεκέμβριος, 2018

Δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων σήμερα, γιορτάζουν οι Μανώληδες, ευκαιρία να τους αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο και να προσθέσουμε έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των ονοματολογικών μας άρθρων, το τελευταίο από τα οποία το ανεβάσαμε πριν από δυο ακριβώς εβδομάδες, όταν γιόρταζε ο Σπύρος.

Να θυμίσω ότι στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιέψει κι άλλα τέτοια άρθρα, αφιερωμένα σε ονόματα, τη μέρα της γιορτής τους, και έχουμε καλύψει τα περισσότερα πολύ διαδεδομένα αντρικά και γυναικεία ονόματα -τη Μαρία και την Άννα, τον Δημήτρη και τη Δήμητρα, τον Γιάννη, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Κώστα και την Ελένη, τον Στέλιο και τη Στέλλα, τον Χρίστο (ή Χρήστο) και την Κατερίνα. Από τα λιγότερο συχνά έχουμε αφιερώσει άρθρο στον Σπύρο πρόσφατα και παλιότερα στον Θωμά και στον Στέφανο.

Όπως και ο Σπύρος, έτσι και ο Μανώλης δεν είναι από τα πολύ συχνά αντρικά ονόματα. Σύμφωνα με μια έρευνα, ο Μανώλης έχει τη 17η θέση ανάμεσα στα αντρικά ελληνικά ονόματα, ενώ το θηλυκό, η Εμμανουέλα, είναι αισθητά σπανιότερο, αφού βρίσκεται στην 134η θέση των γυναικείων.

Όμως, αυτή είναι η γενική εικόνα, που ισχύει για το σύνολο της χώρας. Τοπικά, υπάρχουν παραλλαγές -και θα το ξέρετε ότι ο Μανόλης (ή Μανώλης) είναι όνομα πολύ συχνό στην Κρήτη, το συχνότερο μάλιστα, σύμφωνα με διάφορες έρευνες.

Γιατί τους Κρητικούς τούς λένε Μανώληδες; Ακριβώς αυτό το ερώτημα το είχαμε θέσει στο ιστολόγιο σε ένα άρθρο πριν από οχτώ χρόνια. Κι ενώ από τη σχετική συζήτηση είχε επιβεβαιωθεί η θέση για τη συχνότητα του ονόματος στη Μεγαλόνησο, δεν καταλήξαμε ως προς την αιτία της συχνότητας. Πάντως δυο επισημάνσεις που φαίνεται να έχουν βάση είναι οι εξής: α) Η Κρήτη ήταν πεδίο μαζικών εξισλαμισμών-εκτουρκισμών με προσφορά προνομίων. Οπότε, οι Κρητικοί που έμεναν πιστοί στη χριστιανική πίστη ήταν εύλογο να επιλέγουν ένα όνομα εμφανώς δηλωτικό όπως το Εμμανουήλ. β) Ωστόσο, όχι μονο το Εμμανουήλ, αλλά και άλλα δύο ονόματα συχνά στην Κρήτη, Μιχαήλ και Ιωσήφ, είναι εβραϊκά, προέρχονται από το ιερό βιβλίο που είναι κοινό στις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, την Παλαιά Διαθήκη.

Όμως το πιάσαμε κάπως «ιν μέντιας ρες» το θέμα. Ποια η ετυμολογία του ονόματος; Ο Μανώλης έχει την επίσημη μορφή Εμμανουήλ, που όπως είπαμε πιο πάνω είναι εβραϊκής προέλευσης και σημαίνει «ο Θεός μαζί μας». Η πρόταση δεν έχει ρήμα, οπότε μπορεί κανείς να το θεωρήσει είτε ως ευχή είτε ως διαπίστωση. Στα εβραϊκά είναι Ιμμανουέλ, όπου το «Ελ» αντιστοιχεί στον Θεό.

Το όνομα εμφανίζεται σε προφητεία του Ησαΐα (7.14) στην Παλαιά Διαθήκη, η οποία επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτολεξεί (με μόνη διαφορά το «καλέσεις» που γίνεται «καλέσουσιν») στο Κατά Ματθαίον (1.23):

ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει καὶ τέξεται υἱὸν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὅνομα αὐτοῦ Ἐμμανουηλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ θεός.

Οπότε, το Εμμανουήλ («ο Θεός μαζί μας») είναι όνομα που προφητεύτηκε πως θα δώσει ο λαός του Ισραήλ στον Ιησού αναγνωρίζοντας πως είναι υιός Θεού.

Καθώς ήταν όνομα του Ιησού, οι πατέρες της Εκκλησίας το συζήτησαν και το ανέλυσαν, αλλά το όνομα δεν δινόταν σε ανθρώπους κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και, όταν δόθηκε στους ώριμους αιώνες του Βυζάντιου, δόθηκε με τη μορφή Μανουήλ. Ήταν ταμπού να δίνεται σε θνητούς όνομα Θεού. (Ωστόσο, στη γαλλική μόνο Βικιπαίδεια βρισκω έναν Εμμανουήλ που μαρτύρησε επί Διοκλητιανού -θα είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα).

Στη βάση δεδομένων των συγγραφέων του TLG, ο αρχαιότερος Μανουήλ είναι ο Μανουήλ Στραβορωμανός, που έζησε τον 11ο αιώνα, και ακολουθούν, τον 12ο αιώνα, ο Μανουήλ Καραντηνός και ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός (1118-1180). Σε κάποιο σημείο των Πτωχοπροδρομικών, ο Πρόδρομος για να κολακέψει τον αυτοκράτορα Μανουήλ τον αποκαλεί «Εμμανουήλ παρά σαρανταπέντε», εννοώντας την αξία των γραμμάτων ΕΜ (ή μάλλον ΜΕ) κατά τα οποία διαφέρουν τα δυο ονόματα.

Αλλά αυτά τα έχει πει καλύτερα από μένα ο Καβάφης (ναι, ο Καβάφης!) οπότε μεταφέρω:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Ετυμολογικά, Καβαφικά, Ονόματα, Ρεμπέτικα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 191 Σχόλια »