Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φρασεολογικά’ Category

Μεζεδάκια της μομφής

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2023

Θα καταλάβατε ότι τα ονομάζω έτσι επειδή, την ώρα που τα έγραφα χτες το μεσημέρι, διεξαγόταν στη Βουλή η συζήτηση για την πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης. Και θα έχετε δίκιο αν μου πείτε ότι ο κανονικός όρος είναι «πρόταση δυσπιστίας», θα σας αντιτείνω όμως ότι τίτλο «Μεζεδάκια δυσπιστίας» έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει το 2018, όπως και «Δύσπιστα μεζεδάκια» πέρυσι -κι έτσι, τα είπα «μομφής».

Μπόρεσα να παρακολουθήσω κάποια σημεία από τη συζήτηση κι έτσι αλίευσα μερικά γλωσσικά αστοχήματα για να τα σερβίρω στη σημερινή πιατέλα.

Για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός, απευθυνόμενος στον Αλέξη Τσίπρα είπε:

Αλλά δεν μας απαντήσατε, κ. Τσίπρα, και θέλω να σας ρωτήσω ευθέως, εάν στην επιστολή την οποία σας ενεχυρίασε ο Πρόεδρος της Αρχής αναφέρθηκαν τα ονόματα τα οποία δημοσιεύσατε σήμερα, ναι ή όχι; Υπήρχαν τα ονόματα ή δεν υπήρχαν;

Αλλά δεν τη βάζουμε ενέχυρο την επιστολή, τη δίνουμε στο χέρι, την εγχειρίζουμε. Άρα, που σας ενεχείρισε έπρεπε να πει. Πιο απλό βέβαια θα ήταν να πει: που σας έδωσε, που σας έδωσε ιδιοχειρως.

Επίσης, αν άκουσα καλά, ο Αλ. Τσίπρας είπε για τα «τρεισήμισι χρόνια» της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Αυτό θεωρείται λάθος, είναι μάλιστα από τα πρώτα πρώτα που βρίσκει κανείς στα λαθολόγια, διότι τα χρόνια είναι γένους ουδετέρου, οπότε αφού έχουμε «τρία» χρόνια πρέπει να πούμε «τριάμισι χρόνια» αλλά «τρεισήμισι μήνες» και «τρεισήμισι ώρες». Αλλά για το θέμα αυτό χρωστάμε άρθρο.

Επίσης, έτυχε να ακούσω τον βουλευτή της ΝΔ κ. Χαρακόπουλο να επαινεί τον δημόσιο τομέα «που καταγάγει καθημερινά νίκες». Αλλά ενώ θα πούμε «έχει καταγάγει» ή μπορούμε να πούμε «θα καταγάγει» ή «φιλοδοξεί να καταγάγει», στην οριστική του ενεστώτα το ρήμα είναι «κατάγει». Πρόσεξα επίσης ότι ο Ευκλείδης Τσακαλώτος ανέφερε μια λέξη που μας απασχόλησε πρόσφατα, την κουτσουκέλα, αλλά χρησιμοποίησε τον τύπο «κουτσικέλα».

Τέλος, πρόσεξα ότι ο Αλ. Τσίπρας χρησιμοποίησε τον κακόζηλο αγγλότροπο πληθυντικό, όταν είπε ότι ο πολίτης φοβάται να περάσει «έξω από τα σουπερμάρκετΣ». Το σωστό είναι «τα σουπερμάρκετ’, βέβαια.

Κι ένα μαργαριτάρι σχετικό με τη συζήτηση στη Βουλή, αλλά από εφημερίδα. Iδού ο πρωτοσέλιδος τίτλος του Ποντικιού:

Πρόκειται βέβαια, όπως το λένε κι οι ίδιοι στον υπότιτλο, για παράφραση του πασίγνωστου ρητού «Έστι δίκης οφθαλμός ός τα πάνθ’ ορά». Ωστόσο, οι μεταξωτές περισκελίδες θέλουν επιδέξιους χειριστές. Το «ους» (το αυτί) είναι ουδέτερο, άρα η αντωνυμία έπρεπε να είναι «ό», όχι «ός». Και το «ακούει» δεν δασύνεται όπως το «ορά», άρα «τα πάντ’ ακούει».

* Κι ένα πρωθυπουργικό μαργαριτάρι, σχετικό με τη συζήτηση στη Βουλή αλλά φιλοτεχνημένο την προηγούμενη μέρα, σε ομιλία στο Ηράκλειο. Αναφέροντας προηγούμενη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα, ο Κ. Μητσοτάκης είπε: «Υπάρχουν δικαστάς εις τας Αθήνας» (στο 55.30 του βίντεο, εδώ).

Ο Τσίπρας όμως (είδα το βίντεο) είπε, φυσικά, «Υπάρχουν δικασταί εις τας Αθήνας». Επαναλάμβανε ρήση του Ελευθ. Βενιζέλου, ο οποίος παράφραζε την παροιμιώδη φράση «Υπάρχουν δικαστές στο Βερολίνο», που αποδίδεται σε έναν μυλωνά στο Πότσδαμ.

* Αστείο ορθογραφικό λάθος που είδα στα Υπογλώσσια, όπου κάποιος εμπορικός ιστότοπος προτείνει ταξινόμηση των προϊόντων που εκθέτει κατά διάφορους τρόπους, ανάμεσά τους και κατά «φθήνουσα» τιμή.

Φθίνουσα βεβαίως, δηλαδή ξεκινάει από τη μεγαλύτερη και κατεβαίνει προς τη μικρότερη, αλλά η έλξη από τις φθηνές τιμές φάνηκε ακαταμάχητη.

Αχ, πότε θα έρθει το φθηνόπωρο, που είπε κάποιος.

* Διαβάζω στον 984:

Το φημισμένο Αδριάνειο Υδραγωγείο, το οποίο είναι λειτουργικό επί 19 αιώνες, συνεχίζοντας να μεταφέρει νερό από την Πάρνηθα και την Πεντέλη στην Αθήνα, αναδεικνύει αλλά και το καταστεί παραγωγικό, ο δήμος Χαλανδρίου κατασκευάζοντας το πρώτο δίκτυο στη χώρα αποκλειστικά μη πόσιμου νερού. Μετά από 60 χρόνια εκτός λειτουργίας, το πολύτιμο νερό που κυλάει μέσα στο Αδριάνειο θα είναι προσβάσιμο στους κατοίκους του Χαλανδρίου για ποτιστικές και άλλες ανάγκες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Βουλή, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 74 Σχόλια »

Το πετσί και η πετσέτα

Posted by sarant στο 19 Ιανουαρίου, 2023

Τέτοιες μέρες πριν από ένα χρόνο μας είχε πιάσει η μανία με το Wordle και τις παραφυάδες του σε κάθε γλώσσα (το σχετικό άρθρο του ιστολογίου το είχαμε δημοσιεύσει πριν από ένα χρόνο κι έξι μέρες) Κάποιοι βαρέθηκαν τη νέα μόδα και την παράτησαν, κάποιοι τη συνεχίζουν (στην ειδική σελίδα μας βλέπω περιστασιακά και καινούργια σχόλια).

Eγώ τον πρώτο καιρό έπαιζα 6-7 συναφή παιχνίδια κάθε μέρα, σε διάφορες γλώσσες, αλλά δεν κράτησε πολύ και τα σταμάτησα. Όλα; Όχι όλα. Ένας φίλος, που ξέρει καλά πορτογαλικά, και που τον μύησα στο πορτογαλικό Wordle (το λένε Palavra do dia, λέξη της ημέρας) παίζει κάθε μέρα το παιχνίδι και μου στέλνει το αποτέλεσμά του μαζί με μια νύξη για τη λέξη που βρήκε (ή που, σπανίως, δεν βρήκε) κι εγώ δοκιμάζω και του απαντάω -είναι, ας πούμε, ο τρόπος μας για να λέμε καλημέρα. Εγώ πορτογαλικά δεν έχω διδαχτεί, αλλά κάτι σκαμπάζω από δεύτερο χέρι, κι έτσι συνήθως βρίσκω τη λέξη.

Τις προάλλες, ο φίλος μού έστειλε το αποτέλεσμά του εκείνης της μέρας με το σχόλιο: Εύκολο, παραπέμπει και στην τέχνη. Εύκολο ήταν πράγματι, το βρήκα σε τρεις προσπάθειες -πάντα ξεκινάω από τη λέξη CLARO, είχα έμπνευση να βάλω δεύτερη PESCA, και η σωστή απάντηση ήταν PECAS. Το παιχνίδι δεν έχει πρόβλεψη για τα γράμματα με διακριτικά που έχει η πορτογαλική γλώσσα (ã, ç), θεωρεί πως είναι σαν τα αντίστοιχα απλά γράμματα. Έτσι, η απάντηση στην πραγματικότητα ήταν η λέξη peças, που θα πει «κομμάτια» -peça (πέσα) είναι το κομμάτι, το εξάρτημα, με διάφορες σημασίες, είναι όμως και το θεατρικό έργο.

Πέτσες και πετσέτες δηλαδή, απαντάω στον φίλο μου. Διότι, πράγματι, η πέτσα και η πετσέτα είναι ξαδερφάκια του (θηλυκού γένους) peça. Στην ίδια οικογένεια (σαν τους εστεμμένους, που κατέκλυσαν προχτές το Τατόι, έτσι και κάποιες λέξεις έχουν συγγενείς σε όλη την Ευρώπη) έχουμε το αγγλικό piece, το γαλλ. pièce, το ιταλ. pezzo, το ισπανικό pieza κτλ.

Όλες αυτές οι λέξεις ανάγονται σε μια δημώδη λατινική λέξη *pettia (πρβλ. τη μεσαιωνική λατινική pettia), η οποία μάλλον είναι κελτικής αρχής -ας πούμε, υπάρχει ουαλικό peth «πράγμα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 111 Σχόλια »

Τα χάπια μου!

Posted by sarant στο 11 Ιανουαρίου, 2023

Καθώς συνεχίζονται οι ελλείψεις σε φάρμακα, η παροιμιώδης φράση του τίτλόυ παίρνει καινούργιο νόημα, καθώς θα μπορούσε να τη φωνάζουν χιλιάδες και χιλιάδες άνθρωποι που ψάχνουν και δεν βρίσκουν αναλγητικά, αντιπυρετικά και άλλα βασικά φάρμακα που λείπουν.

Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων εξέδωσε συστάσεις για εναλλακτικά φάρμακα, με την ίδια δραστική ουσία, αλλά εμείς, ως ιστολόγιο, λεξιλογούμε, οπότε αρπάζω την ευκαιρία για ένα άρθρο. Όχι για τα φάρμακα γενικώς (έχουμε βάλει στο παρελθόν και θα το ξαναδημοσιεύσουμε κάποτε) αλλά ειδικά για τα χάπια.

Σύμφωνα με το ΜΗΛΝΕΓ, χάπι είναι «Φαρμακευτικό παρασκεύασμα με τη μορφή δισκίου που καταπίνεται». Το ΛΚΝ δίνει ελαφρώς διαφορετικό ορισμό, «φάρμακο σε στερεά μορφή και σε σφαιρικό σχήμα, για να καταπίνεται εύκολα» και «(επέκτ.) δισκίο». Για τον Μπαμπινιώτη είναι «μικρού μεγέθους δισκίο ή κάψουλα φαρμάκου, που έχει σχεδιαστεί ώστε να λαμβάνεται από το στόμα είτε με κατάποση είτε με διάλυσή του στο στόμα», ενώ για το Χρηστικό το χάπι είναι «στερεό φαρμακευτικό παρασκεύασμα μικρού μεγέθους και συνήθως κυκλικού ή κυλινδρικού σχήματος, το οποίο λαμβάνεται από το στόμα». Δεν ξέρω τι μ’έπιασε και αντέγραψα και τους τέσσερις ορισμούς, αν και θα ήταν μια καλή άσκηση σε ένα σεμινάριο λεξικογραφίας. Πάντως, έχω την εντύπωση πως όταν λέμε «χάπι» συνήθως δεν σκεφτόμαστε ορισμένο σχήμα -θα μπορούσε να είναι σφαιρικό ή κυλινδρικό ή σε μορφή δισκίου (ή είναι κυλινδρικό ήδη το δισκίο;)

Η λέξη «χάπι» είναι τουρκικό δάνειο, από το τουρκ. hap, που είναι αραβικής αρχής. Χάπια είχαν βεβαίως και οι αρχαίοι, αν και τη φαρμακευτική ουσία την έκλειναν μέσα σε ζύμη. Τα έλεγαν «τροχίσκους», μια λέξη που χρησιμοποιείται και σήμερα στην φαρμακευτική ορολογία. Αργότερα εμφανίστηκε και ο όρος «πάστιλλος», δάνειο από το λατιν. pastillus, που ανάγεται στο panis = ψωμί. Και η παστίλια άλλωστε μπορεί να έχει φαρμακευτική χρήση, αλλά όχι αναγκαστικά. Στα νεότερα χρόνια, αμιγώς ελληνική λέξη είναι το καταπότι(ο).

Στα αγγλικά το χάπι είναι pill, pilule στα γαλλικά, pillola στα ιταλικά, pildora στα ισπανικά -όλα αυτά ανάγονται στο λατινικό pilula, που σήμαινε μπαλίτσα (pila η μπάλα) και είχε πάρει φαρμακευτική σημασία ήδη από τα αρχαία χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 111 Σχόλια »

Ποιος θα πληρώσει τα Μάρμαρα;

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2023

Τις τελευταίες μέρες έχει αναζωπυρωθεί η συζήτηση για την επιστροφή των μαρμάρων (ή των γλυπτών) του Παρθενώνα (των Ελγινείων μαρμάρων, τα λέγαμε οι παλιότεροι), σε σημείο που δημοσιεύματα να κάνουν λόγο για συνεννοήσεις της ελληνικής με τη βρετανική πλευρά που βρίσκονται πολύ κοντά στην επίτευξη συμφωνίας.

Αλλά εκτός από τη συζήτηση για τους όρους της συμφωνίας, είχαμε και μια δευτερεύουσα παρασυζήτηση όταν ο Αλέξης Τσίπρας, στη συνάντηση που είχε με το ΔΣ της Ένωσης Ελλήνων Αρχαιολόγων, αναφέρθηκε στα «Μάρμαρα του Παρθενώνα». Στο Τουίτερ πολλοί γνωστοί φιλοκυβερνητικοί λογαριασμοί (που δεν αποκλείεται να είναι μετακλητοί) ειρωνεύτηκαν την επιλογή του όρου «Μάρμαρα» αντί για «γλυπτά», μίλησαν, για πολλοστή φορά για αγραμματοσύνη του Τσίπρα, και κάποιοι προσφέρθηκαν να οπτικοποιήσουν την (υποτιθέμενη) διαφορά των όρων, βάζοντας πλάι στα γλυπτά του Βρετανικού Μουσείου φωτογραφίες από μάντρα μαρμαράδικου.

Οπότε, σήμερα θα λεξιλογήσουμε για τη λέξη «μάρμαρο», αρχικά, και στη συνέχεια για το αν ήταν σωστή η μομφή εναντίον του όρου «μάρμαρα του Παρθενώνα».

Το μάρμαρο που λέμε σήμερα είναι το αρχαίο «μάρμαρον», που όμως δεν είναι και πολύ αρχαίο -μάλλον μεταγενέστερο είναι· οι βεριτάμπλ αρχαίοι, οι σωστοί, οι γνήσιοι, έλεγαν «ο μάρμαρος», με αρχική σημασία, στον Όμηρο, «κομμάτι πέτρας (που λάμπει)». Στην Ιλιάδα (Μ380) ο Αίαντας σκοτώνει τον Επικλή «μαρμάρῳ ὀκριόεντι βαλών», που οι Καζαντζάκης-Κακριδής το μεταφράζουν «βαριά κοτρόνα σφεντονίζοντας». Aλλά και στους Αχαρνής του Αριστοφάνη «ο μάρμαρος» είναι μια πέτρα που κάποιος θέλει να πετάξει σε κάποιον άλλο.

Στα επόμενα χρόνια η σημασία εξειδικεύεται σε «λευκό πέτρωμα, μάρμαρο», εμφανίζεται και θηλυκός τύπος, π.χ. «μαρμάρου της Υμηττίας και της Πεντελικής» στον Στράβωνα, ενώ μάλιστα εμφανίζεται και η σημασία «μαρμάρινο καλλιτέχνημα» και ειδικότερα επιτύμβια πλάκα, π.χ. μάρμαρος τυκτή στον Θεόκριτο. Όπως είπαμε, το ουδέτερο, το μάρμαρον, είναι τύπος μεταγενέστερος, που όμως επικράτησε.

Ως προς την ετυμολογία, το μάρμαρο πρέπει να συνδέεται με το ρήμα «μαρμαίρω» «λάμπω, ακτινοβολώ», που προήλθε από εκφραστικό αναδιπλασιασμό του θέματος μαρ-.

Η ελληνική λέξη πέρασε στα λατινικά ως marmor (αυτό δέχονται οι περισσότεροι μελετητές) και από εκεί είχαμε το γαλλικό marbre με ανομοίωση και το αγγλικό marble. Στα αγγλικά, marbles είναι επίσης οι μπίλιες, οι γκαζές που λέγαμε. Υπάρχει και η έκφραση Have you lost your marbles? που ισοδυναμεί με τη δική μας «σου έστριψε η βίδα;» ή «έχασες τα λογικά σου;». Διαβάζω όμως ότι αυτά τα marbles προέρχονται από τον όρο marbles της σλανγκ που είναι παραφθορά του γαλλ. meubles (έπιπλα).

Marbles ονομάστηκαν και τα γλυπτά που αγόρασε ή έκλεψε ή τέλος πάντων απέσπασε ο Ελγίνος από τον Παρθενώνα το 1803 με ένα (αμφισβητούμενο) σουλτανικό φιρμάνι και μετά τα πούλησε στη βρετανική κυβέρνηση και που εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο. Λένε ότι ο λόρδος Elgin ζημιώθηκε από την επιχείρηση αυτή, αφού το αντίτιμο της πώλησης δεν κάλυψε τα έξοδά του, τουλάχιστον όμως κέρδισε μιαν ηροστράτεια υστεροφημία αφού το όνομά του μνημονεύεται ακόμα και λέμε για Elgin marbles ή Ελγίνεια μάρμαρα.

Τότε που η Μελίνα Μερκούρη ξεκίνησε, ως υπουργός πολιτισμού στη δεκαετία του 80, την εκστρατεία επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα, η συνήθης αναφορά γινόταν σε Ελγίνεια ή Ελγίνεια μάρμαρα. Στην αρχή, οι βρετανικές αρχές αρνούνταν κατηγορηματικά ενώ και ο βρετανικός Τύπος ήταν αντίθετος έως ειρωνικός (θυμάμαι τίτλο The Greeks have lost their marbles). Η πρώτη νίκη σε αυτή την εκστρατεία ήταν το ψήφισμα της Unesco τον Αύγουστο του 1982. Βλέπουμε το σχετικό ρεπορτάζ των Νέων (7.8.82) όπου χρησιμοποιείται, φυσικά, ο όρος «μάρμαρα»:

Σε άλλες της δηλώσεις, η Μελίνα Μερκούρη είχε πει ότι «τα μάρμαρα συνηθίζεται να λέγονται Ελγίνεια, αλλά για μας θα είναι πάντα τα Μάρμαρα της Ακρόπολης».

Στα επόμενα χρόνια, πλάι στον όρο Ελγίνεια, τον οποίο πολλοί απέφευγαν να χρησιμοποιούν για να μη διαιωνίζεται το όνομα του άρπαγα, άρχισε να χρησιμοποιείται, όλο και περισσότερο, ο όρος «μάρμαρα του Παρθενώνα».

Χαρακτηριστικό είναι ότι στο ΛΚΝ (έκδ. 1998) καταγράφεται ο όρος «Ελγίνεια μάρμαρα» (και στο λήμμα «μάρμαρο» και σε ιδιαίτερο λήμμα, ενώ στο λεξικό Μπαμπινιώτη υπάρχει λήμμα «ελγίνεια» όπου συστήνεται να αποφεύγεται ο όρος -και στο λήμμα «μάρμαρο» καταγράφεται η σημασία «καλλιτέχνημα από μάρμαρο» όπως και ο όρος «μάρμαρα του Παρθενώνα».

Ο όρος «μάρμαρα του Παρθενώνα» υπάρχει και στα νεότερα λεξικά, το Χρηστικό δηλαδή, όπως και το ΜΗΛΝΕΓ. Βάζω την οθονιά από το ΜΗΛΝΕΓ, με απόσπασμα από το λήμμα «μάρμαρο», επειδή μού θυμίζει κι άλλη μια χρήση του όρου «μάρμαρο»:

Το «Πάριο μάρμαρο» (λέγεται και «Πάριο χρονικό») είναι μια μαρμάρινη επιγραφή που βρέθηκε στην Πάρο και αποτελεί χρονογραφική επιτομή πολιτιστικών γεγονότων της αρχαίας ιστορίας. Μπλεκει ιστορία και μύθο, καθώς ξεκινάει από τη βασιλεία του Κέκροπα και φτάνει έως το 264 πΧ, όταν και χαράχτηκε. Ομολογώ πως δεν το έχω διαβάσει.

Βλέπουμε λοιπόν πως η χρήση του όρου «μάρμαρα» με τη σημασία «μαρμάρινα καλλιτεχνήματα» είναι εδραιωμένη και δεν αποτελεί αγγλισμό, αν και ασφαλώς η χρήση ενισχύθηκε από τις αναφορές σε Elgin marbles. Πάντως, το βρίσκω άτοπο να θεωρείται «λανθασμένη» η φράση «μάρμαρα του Παρθενώνα», πολύ περισσότερο που όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί, ανάμεσά τους και ο Κ. Μητσοτάκης, την έχουν χρησιμοποιήσει.

Αυτή τη στιγμή, βέβαια, που έχει βγει το φιρμάνι πως είναι λάθος να λες «μάρμαρα», στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο πλειοψηφούν, σχεδόν μέχρι ομοφωνίας, οι αναφορές σε «γλυπτά του Παρθενώνα», οπότε δεν αποκλείεται τελικά να μείνουμε κάτι λίγοι που να λέμε (και) «μάρμαρα του Παρθενώνα» και έτσι να δείχνουμε την ηλικία μας. (Σε αυτό το ενδιαφέρον άρθρο, πάντως, οι όροι «γλυπτά» και «μάρμαρα» χρησιμοποιούνται αδιάφορα και εναλλάξ, όπως είναι το φυσιολογικό).

Αλλά αυτό είναι δευτερεύον. Πιο σημαντικό είναι ότι, από τις διαρροές στον Τύπο, φαίνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να πιστωθεί προεκλογικά την «εθνική επιτυχία» της «επιστροφής» των γλυπτομαρμάρων, είναι έτοιμη να απεμπολήσει την πάγια εθνική θέση ότι η Ελλάδα «δεν αναγνωρίζει στο Βρετανικό Μουσείο νομή, κατοχή και κυριότητα των Γλυπτών, καθώς αποτελούν προϊόν κλοπής» και να δεχτεί δανεισμό και μάλιστα έναντι ανταλλαγμάτων, δηλαδή του δανεισμού άλλων σημαντικών ελληνικών αρχαιοτήτων στο Βρετανικό Μουσείο για όσο διάστημα θα φιλοξενούνται τα γλυπτά του Παρθενώνα στο Μουσείο της Ακρόπολης.

Η αλήθεια είναι ότι το διεθνές κλίμα έχει μεταστραφεί υπέρ της επιστροφής των αρχαιοτήτων -όχι του Παρθενώνα ειδικά, αλλά παγκοσμίως και γενικά. Όπως εξηγεί η Δέσποινα Κουτσούμπα σε άρθρο της (με την ευκαιρία, αξίζει να προσεχτεί ο νέος ιστότοπος που το φιλοξενεί), μέσα στο 2022 είχαμε την καθιέρωση του όρου «ηθική των μουσείων» και τη δικαίωση της Νιγηρίας για την επιστροφή αρχαιοτήτων που είχαν κλαπεί από το έδαφός της. Οπότε, αφού το μομέντουμ, για να χρησιμοποιήσω έναν όρο της μόδας, ευνοεί τις ελληνικές διεκδικήσεις, θα ήταν κρίμα μια βεβιασμένη προσπάθεια της κυβέρνησης να κερδίσει ψηφαλάκια να οδηγήσει σε μια συμφωνία δανεισμού, παρόμοια με την επαίσχυντη συμφωνία Στερν.

Ή αλλιώς, να μην πληρώσουμε τα Μάρμαρα με τον δανεισμό άλλων σημαντικών αρχαιοτήτων.

ΥΓ Δεν αναφέρθηκα στη φράση «ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο;», που σημαίνει «ποιος θα υποστεί τις συνέπειες;». Μια και εδώ λεξιλογούμε, να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να προήλθε από καβγάδες σε καφενεία. Όταν σπάσει το (ακριβό) μάρμαρο του τραπεζιού, κάποιος από τους συμπλεκόμενους θαμώνες αναγκάζεται να το πληρώσει.

Posted in Αρχαιολογία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 137 Σχόλια »

Το παράπονο της νεοφώτιστης Φωτεινής

Posted by sarant στο 9 Ιανουαρίου, 2023

Προχτές, που είχαμε τα Φώτα και γιόρταζαν διάφορα ονόματα, ανάμεσά τους και η Φωτεινή, είχα πει ότι τον καιρό του Εικοσιένα οι νεοφώτιστες, μουσουλμάνες συνήθως, που ασπάζονταν τον χριστιανισμό, ήταν συνηθισμένο να παίρνουν το όνομα Φωτεινή. 

Την πληροφορία αυτή τη βρήκα σ’ ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα, και που το ανέφερα στο βιβλιοφιλικό μας άρθρο πριν από ένα μήνα. Πρόκειται για το Λόγος γυναικών; του Δημήτρη Δημητρόπουλου από τις εκδόσεις Αντίποδες. 

Σε αυτό το βιβλίο παρουσιάζονται δέκα αναφορές γυναικών προς τη Διοίκηση της επαναστατημένης Ελλάδας, μεταξύ του 1823 και του 1827. Κάθε έγγραφο αναλύεται διεξοδικά ενώ παρατίθενται και παράλληλα κείμενα με παρεμφερές θέμα. Πολύ αξιόλογη είναι και η εισαγωγή του συγγραφέα. 

Από αυτό το βιβλίο διάβασα να παρουσιάσω σήμερα ένα κείμενο, τη συντομότερη από τις δέκα αναφορές. Ο λόγος που διάλεξα αυτό το συγκεκριμένο κείμενο, την αναφορά της νεοφώτιστης Φωτεινής, είναι ότι έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον, αφενός, και αφετέρου επειδή την αναφορά αυτή έτυχε να την έχω αποδελτιώσει από ένα παλιό περιοδικό και να την ξέρω. 

Πράγματι, είχε δημοσιευτεί, σύμφωνα με τις σημειώσεις μου, στο Περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη», τ. 18 (Δεκ. 1969), σ. 100-1, με σημείωση «Από ανέκδοτα έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους». Δεν έχω σημειώσει αν αναφερόταν όνομα συντάκτη, αλλά στην Ιστορία άρθρα τέτοιου τύπου δημοσίευε ο Δικαίος Βαγιακάκος. 

Η αναφορά έχει ως εξής (ο Δημητρόπουλος μονοτονίζει, και σωστά κατά τη γνώμη μου, αλλά διατηρεί κατά τα άλλα την ορθογραφία):

Προς το σεβαστόν Συμβούλιον των Υπουργών

Παρακαλώ τους αφεντάδες να με λυπηθούν την καϊμένην οπού μου έκαψαν το σικότι η γενειαίς μου. Ούδε σκουτιά μου άφησαν, ούδε τίποτες. Με επέρασαν από του σκυλιού τον κώλον με τις υβρισιαίς τους. Και με τυραννούν ολημέρα ωσάν οι Εβραίοι τον Χριστόν. Από τότε που εβαπτίσθηκα η μάννα μου δεν έχει μάτια να με ιδή. Το τι τραβώ ένας Θεός το ξέρει. Διά τούτο παρακαλώ επειδή έμεινα ολόγυμνη, να κάμετε μερχαμέτι και να προστάζετε οπού να πάρω τα ρούχα μου γιατί είναι κρίμα και εις εμένα την ορφανή να τα κρατούν αυταίς οι μπομπιεμέναις. Τώρα θέλετε ηξεύρει ότι κάθουμαι εις την νουνά μου και δι’ αυτό δεν μου τα δίδουν.

Η δούλη σας Η νεοφώτιστος Φωτεινή

[στο νώτο:]

Αριθ. 339

Εις το εξοχώτατον και σεβαστότατον Συμβούλιον των Υπουρ­γών

[ανωτέρω με άλλο χέρι:]

Αριθ. 125

Αναφορά της Νεοφώτιστου Φωτεινής

Ζητεί να διαταχθή η μήτηρ της να της δώση τα ρούχα της τα οποία κατακρατή διότι αυτή έγινε χριστιανή.

[κατωτέρω με άλλο χέρι:]

Προς το Υπουργείον της Αστυνομίας

Να διατάξη τον αστυνόμον να γίνη εξέτασις

Τριπολιτσά 26 Ιουλίου 1823

Ο Γραμμ[ατεύς] του Συμβουλίου Γεώργιος Γλαράκης

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Δύο φύλα, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 73 Σχόλια »

Τον λύκο βλέπεις και τον ντορό γυρεύεις;

Posted by sarant στο 4 Ιανουαρίου, 2023

Ντορός ή τορός είναι τα ίχνη που αφήνει πίσω του το θήραμα και, ειδικότερα, η οσμή που αφήνει το θήραμα και που τη βρίσκουν τα κυνηγόσκυλα. Αλλά βέβαια, όταν έχεις μπροστά σου το άγριο ζώο, που μάλιστα είναι και απειλητικό, είναι περιττό να αναζητείς τα ίχνη. Ή αλλιώς, όταν βλέπεις τον ίδιο τον λύκο τι νόημα έχει να ψάχνεις τα αχνάρια του; Η παροιμία λέγεται όταν κάποιος αρνείται να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει την (δυσάρεστη) πραγματικότητα, όταν εθελοτυφλεί.

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως σημαίνει, περίπου, ό,τι και η στερεότυπη φράση «τι χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων;»

Ο ντορός είναι λέξη με αμφίβολη ετυμολογία. Το ΛΚΝ δεν δίνει καμία, μόνο ένα σκέτο ερωτηματικό, ενώ το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη αναφέρει με επιφύλαξη ότι ίσως προέρχεται από το αλβανικό toruam που σημαίνει «ίχνος θηράματος» και δίνει και ως λιγότερο πιθανή την  προέλευση από τουρκ. töre «συνήθεια». Σημειώνω εδώ ότι ο Ν. Πολίτης θεωρεί ότι η λέξη «ντορός» ετυμολογείται από το αρχαίο «τορός».

Εκτός από την κυνηγετική χρήση του, μεταφορικά ντορός είναι η πεπατημένη, ο συνήθης και καθιερωμένος τρόπος διαβίωσης. Μπαίνω στον τορό/ντορό σημαίνει ότι αρχίζω να ακολουθώ ζωή λίγο-πολύ τυποποιημένη και τακτοποιημένη, εξού και η φράση «όταν παντρευτείς, θα μπεις στον ντορό».

Η λέξη υπάρχει σε όλα τα λεξικά. Αναρωτιέμαι όμως αν ξέρουν τη σημασία της οι νεότεροι (ας μας πουν στα σχόλια).

Ο ντορός δεν έχει καμιά σχέση, ετυμολογική ή σημασίας, με το σχεδόν ομόγραφό του, τον ντόρο. Ντόρος είναι ο θόρυβος, η φασαρία, αλλά και οι συζητήσεις και τα σχόλια που προκαλεί ένα γεγονός, θετικά ή αρνητικά, π.χ. Η καινούργια ταινία του έκανε μεγάλο ντόρο. Περιέργως, τα λεξικά προτείνουν (με επιφύλαξη) για ετυμολογία της λέξης «ντόρος» το αρχαίο «τορός», που ήταν επίθετο και σήμαινε «διαπεραστικός, διαυγής» (ήχος).

Να επιστρέψουμε στην παροιμία του τίτλου, που νομίζω πως είναι αρκετά ζωντανή και σήμερα -αν μη τι άλλο, την καταγράφει το σλανγκρ, με την εξήγηση «Έκφραση που χρησιμοποιείται για να εκφράσει προφανείς, οφθαλμοφανείς και αυτονόητες καταστάσεις, ειδικά σε κείνους που αναλίσκονται σε αναζήτηση δευτερευόντων και επουσιωδών λεπτομερειών, παραγνωρίζοντας τα κύρια και μείζονα χαρακτηριστικά», όπου θα προσπεράσουμε το «δευτερευόντων λεπτομερειών».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in πεζοπορία, Παροιμίες, Φρασεολογικά, Χάρτες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 89 Σχόλια »

Πόκερ και πόκα

Posted by sarant στο 29 Δεκεμβρίου, 2022

Τις μέρες αυτές, ή μάλλον τις νύχτες, με αποκορύφωμα τη νύχτα της παραμονής, το έθιμο θέλει να παίζουμε χαρτιά, αν και δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο έχει μεταλαμπαδευθεί στους νεότερους.

Λέω λοιπόν να αφιερώσω το σημερινό άρθρο στην πόκα, που κι εγώ κι άλλοι πολλοί παίζαμε ή παίζουμε αυτές τις μέρες -και μάλιστα απορώ πώς τόσα χρόνια δεν έχουμε δημοσιεύσει ανάλογο άρθρο.

Όταν λέμε πόκα εννοούμε μια οικογένεια παιχνιδιών με χαρτιά, που παίζονται με λιγότερα από τα 52 φύλλα. Η πόκα είναι συγγενικό παιχνίδι του διεθνούς πόκερ, poker, το οποίο όμως κανονικά παίζεται με όλα τα φύλλα.

Η ομοιότητα των δύο λέξεων δεν είναι τυχαία. Πόκερ είναι ο διεθνής, αγγλικής ή μάλλον αμερικανικής προέλευσης όρος, πόκα ο ελληνικός. Κατά την κοινώς αποδεκτή θεωρία, η λέξη πόκα αποτελεί μεταφορά του poker στα ελληνικά, με μίμηση της βρετανικής προφοράς (pokah).

Η ετυμολογία του όρου poker είναι σκοτεινή, όπως συχνά συμβαίνει με λαϊκούς όρους που αφορούν δραστηριότητες ενδεχομένως παράνομες ή επιλήψιμες. Πάντως, στο etymonline βρίσκω ότι, από εκ των υστέρων μαρτυρίες, φαίνεται πως ο όρος γεννήθηκε από τους χαρτοπαίχτες στα ποταμόπλοια του Μισισιπή κάπου το 1829. Θα περίμενα το poker να συνδέεται με το ρήμα to poke (σπρώχνω, τσιγκλάω κτλ) αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοια άμεση σχέση, αλλά έμμεση μόνο αφού μια θεωρία θέλει το poker να έρχεται απόι το γερμανικό χαρτοπαίγνιο Pochspiel, το πρώτο συνθετικό του οποίου ανάγεται στο γερμανικό ρήμα pochen, ομόρριζο του αγγλικού to poke. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορολογία, Φρασεολογικά, Χαρτοπαίγνιο | Με ετικέτα: , , | 165 Σχόλια »

Και τα πόμολα!

Posted by sarant στο 29 Νοεμβρίου, 2022

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε προχτές στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως θα ξέρετε, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 24 ως τώρα. Η εικόνα είναι από τη δημοσίευση στο περιοδικό. 

Μια έκφραση που ακούγεται πολύ συχνά στα σόσιαλ τα τελευταία χρόνια, σε καταγγελίες για οικονομικές ατασθαλίες κάθε λογής, ιδίως από παρατρεχάμενους της κυβέρνησης, είναι ότι έχουν φάει ή έφαγαν ή «θα φάνε και τα πόμολα» ή «μέχρι και τα πόμολα». Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βρίσκουμε και μιμίδια που εικονογραφούν την έκφραση.

Πρόκειται για έκφραση της μόδας λοιπόν, για να δηλωθεί η αχαλίνωτη κατάχρηση δημόσιου χρήματος, εκεί που παλιότερα θα λέγαμε, ας πούμε, «τρώνε με δέκα μασέλες» ή «κλέβουν και της Παναγιάς τα μάτια».

Η απαρχή της φράσης πρέπει να βρίσκεται σε περιπτώσεις διάρρηξης κατά τις οποίες οι κλέφτες αφαιρούν τα πάντα από ένα σπίτι ή κατάστημα: όχι μόνο χρήματα, τιμαλφή και έπιπλα, αλλά ακόμα και τα πόμολα από τις πόρτες, τα οποία και σχετικά χρονοβόρο είναι να ξεβιδωθούν αλλά και μικρότερη αξία έχουν. Πότε πότε βρίσκουμε τέτοιες ειδήσεις στο αστυνομικό δελτίο: έκλεψαν μέχρι και… πόμολα από πολυκατοικίες στη Θεσσαλονίκη.

Την έκφραση «τρώνε/έφαγαν/θα φάνε και τα πόμολα» τη βρίσκουμε πολύ συχνά στο Τουίτερ, αλλά ακόμα και σε δηλώσεις πολιτικών ή στην αρθρογραφία της αντιπολίτευσης (ας πούμε «ο ανασχηματισμός και τα φαγωμένα πόμολα» στην Αυγή ήδη το 2020). Από την άλλη, δεν την έχω βρει καταγραμμένη σε κάποιο έργο αναφοράς. Και βέβαια δεν έχω τέτοια απαίτηση από τα γενικά λεξικά, αφού αυτά δεν καταγράφουν νεόκοπες εκφράσεις της αργκό, αλλά παραξενεύομαι που δεν τη βρίσκω ούτε στο slang.gr, το οποίο καταγράφει μόνο μια λεξιπλασία του Τζίμη Πανούση, όπου πόμολο είναι ο εύκολα χειραγωγούμενος λαός, από το πόπολο και το μόμολο. Αυτό μάλλον δείχνει πως η έκφραση είναι πρόσφατης κοπής, αφού τα τελευταία 3-4 χρόνια το slang.gr υπολειτουργεί.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε ας πούμε δυο λόγια για τη λέξη «πόμολο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , | 82 Σχόλια »

Χορταίνει κανείς με χόρτα;

Posted by sarant στο 21 Νοεμβρίου, 2022

Μια φορά, ένας γνωστός, που θεωρούσε πως πρέπει να τρώει κρέας κάθε μέρα, αν όχι σε κάθε γεύμα, στην προτροπή της γυναίκας του να υιοθετήσει πιο υγιεινό διαιτολόγιο, αντέδρασε λέγοντας: Γελάδα είμαι να φάω χόρτα; Χορταίνει κανείς με χόρτα;

Φυσικά, χόρτα δεν τρώνε μόνο οι γελάδες, και ασφαλώς μπορεί να χορτάσει κανείς χωρίς κρέας, αλλά αν το πάμε ετυμολογικά τότε θα λέγαμε πως μόνο με χόρτα χορταίνει κανείς -ή έστω καταρχήν με χόρτα. Θα την προσέξατε την ομοιότητα των δυο λέξεων άλλωστε, χόρτο ή χορτάρι από τη μια και χορταίνω από την άλλη.

Κι αφού εδώ λεξιλογούμε, ας αφιερώσουμε το άρθρο αυτό στο να διερευνήσουμε, γλωσσικά πάντοτε, πώς χορταίνει κανείς με χόρτα.

Σημερα λέμε το χορτάρι και τα χόρτα, αλλά η λεξιλογική αλυσίδα ξεκινάει στην αρχαιότητα, από τον Όμηρο κιόλας, με μια λέξη γένους αρσενικού. Ο χόρτος λοιπόν, που απαντά δυο φορές στην Ιλιάδα, είναι ο περιφραγμένος περίβολος όπου βόσκουν τα ζώα, ας πούμε στο Λ772-4:

γέρων δ᾽ ἱππηλάτα Πηλεὺς
πίονα μηρία καῖε βοὸς Διὶ τερπικεραύνῳ
αὐλῆς ἐν χόρτῳ

ή, στη μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή:

κι ο γέρο αλογολάτης
Πηλέας στο Δία τον κεραυνόχαρο παχιά μεριά από βόδι
έκαιγε μέσα στον αυλόγυρο

Η ελληνική λέξη είναι συγγενική με το λατινικό hortus, αφού και τα δυο ανάγονται σε ινδοευρ. ρίζα *gher- από την οποία και τα garden, jardin κτλ.

Στους επόμενους αιώνες έχουμε μια μικρή μετατόπιση σημασίας, και από τον περιφραγμένο τόπο όπου υπάρχουν και βόσκουν ζώα περνάμε σε οποιονδήποτε βοσκότοπο, σε λιβάδι, σε τόπο χλοερό, συχνά στον πληθυντικό, π.χ. καὶ τείχη χόρτων τ’ εὐδένδρων στον Ευριπίδη (Ιφιγένεια εν Ταύροις 134).

Δεύτερη μετατόπιση σημασίας, πιο σημαντική, η λέξη «χόρτος» από λιβάδι άρχισε να σημαίνει «ζωοτροφή». Ο όρος χρησιμοποιείται αρχικώς για κάθε είδος τροφής ζώου -μάλιστα ο Αισχύλος χρησιμοποιεί τον όρο «λεοντόχορτος» για μιαν αντιλόπη που την κατασπαράζουν τα λιοντάρια, αλλά βέβαια σταδιακά επικράτησε να σημαίνει τη ζωοτροφή των μεγάλων εξημερωμένων ζώων, τον σανό, τη χορτονομή, μάλιστα σε αντιδιαστολή με το σιτηρέσιο των ανθρώπων/στρατιωτών, όπως στον Ηρόδοτο (9.41): σῖτόν τέ σφι ἐσενηνεῖχθαι πολλὸν καὶ χόρτον τοῖσι ὑποζυγίοισι.

Και σε μια τρίτη μετατόπιση της σημασίας, από το χόρτο για ζωοτροφή η λέξη σημαίνει το χορτάρι γενικά, που φυτρώνει στη γη, ας πούμε στο κατά Ματθαίον: ὅ τε δὲ ἐβλάστησεν ὁ χόρτος καὶ καρπὸν ἐποίησεν, τότε ἐφάνη καὶ τὰ ζιζάνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 120 Σχόλια »

Σαν τα μανιτάρια

Posted by sarant στο 7 Νοεμβρίου, 2022

Στο ιστολόγιο έχουμε βάλει πολλά λεξιλογικά άρθρα για οπωρολαχανικά. Συνεχίζω σήμερα με ένα άρθρο αφιερωμένο σε ένα είδος, ασφαλώς φαγώσιμο, που όμως θα μας βάλει και σε μπελάδες ταξινομικούς: εννοώ τα μανιτάρια.

Στα δάση που πηγαίνω και περπατάω, εκεί στην Εσπερία, βλέπω συνεχώς μπροστά μου μανιτάρια, επειδή όμως δεν εχω εκπαιδευτεί να τα αναγνωρίζω δεν τα πλησιάζω -δεν σας κρύβω πως με φοβίζουν και λιγάκι, σαν περίεργη μορφή ζωής -αν και, όταν τα βρίσκω στο πιάτο τα τιμώ δεόντως.

Mανιτάρια υπάρχουν σε πολλά είδη και σχήματα, αν και το αρχετυπικό μανιτάρι είναι αυτό που μοιάζει με ομπρέλα, όπως στη φωτογραφία. Αλλά όταν έγραψα πιο πριν για ταξινομικούς μπελάδες εννοούσα ότι τα μανιτάρια, δηλαδή οι μύκητες, παρόλο που θα τα βρούμε στο σουπερμάρκετ πλάι στα λαχανικά, στην πραγματικότητα δεν είναι φυτά, είναι χωριστό βασίλειο, και μάλιστα πιο κοντά στα ζώα παρά στα φυτά.

Μύκητες άλλωστε δεν είναι μόνο τα μανιτάρια, είναι επίσης οι μικροσκοπικοί οργανισμοί που προκαλούν διάφορες δερματικές παθήσεις, όπως τη μυκητίαση, είναι επίσης ο παράγοντας που κάνει το ψωμί να φουσκώνει ή προκαλεί την αλκοολική ζύμωση. Αλλά στο σημερινό άρθρο θα εστιαστούμε ειδικότερα στα κοινώς λεγόμενα μανιτάρια, όσο κι αν είναι κάπως ανακριβής ο όρος.

Είπα πιο πριν ότι συναντάω στο δάσος διάφορα μανιτάρια -αλλά δεν τα ξέρω και δεν τα μαζεύω, έχω όμως γνωστούς που θεωρούνται εξπέρ στο είδος και που βγαίνουν στο δάσος ειδικά για να μαζέψουν μανιτάρια. Ο λόγος που πρέπει να ξέρεις από μανιτάρια είναι ότι, σε αντίθεση π.χ. με τα βατόμουρα, για τα οποία είχα γράψει τις προάλλες, υπάρχουν και δηλητηριώδη μανιτάρια, που μπορεί ακόμα και να πεθάνεις άμα τα φας. Βέβαια, αυτά που καλλιεργούνται είναι ακίνδυνα.

Ότι τα μανιτάρια είναι επικίνδυνα, το ήξεραν και οι αρχαίοι. Γράφει ο Γαληνός «περί μυκήτων»:

Καὶ τῶν μυκήτων οἱ βωλῖται, καλῶς ἑψηθέντες ἐν ὕδατι, πλησίον ἥκουσι τῶν ἀποίων ἐδεσμάτων. οὐ μὴν οὕτω γε μόνοις αὐτοῖς οἱ ἄνθρωποι χρῶνται, σκευάζουσι δὲ καὶ ἀρτύουσι πολυειδῶς, ὥσπερ καὶ τἄλλα, ὅσα μηδεμίαν ἐξαίρετον ἔχει ποιότητα. φλεγματώδηϲ δ’ ἐστὶν ἡ ἐξ αὐτῶν τροφὴ καὶ δῆλον ὅτι καὶ ψυχρά, κἂν πλεονάζῃ τις ἐν αὐτοῖς, κακόχυμος.  ἀβλαβέστατοι μὲν οὖν τῶν ἄλλων μυκήτων εἰσὶν οὗτοι, δεύτεροι δὲ μετ’ αὐτοὺς οἱ ἀμανῖται. τῶν δ’ ἄλλων ἀσφαλέστερόν ἐστι μηδ’ ὅλως ἅπτεσθαι· πολλοὶ γὰρ ἐξ αὐτῶν ἀπέθανον. ἐγὼ δ’ οἶδά τινα καὶ τῶν βωλιτῶν αὐτῶν, οἵπερ ἀβλαβέστατοι δοκοῦσιν εἶναι, πλείονας οὐκ ἀκριβῶς ἑφθοὺς φαγόντα, θλιβέντα τε τὸ στόμα τῆϲ κοιλίας καὶ βαρυνθέντα καὶ στενοχωρηθέντα καὶ δυσπνοήσαντα καὶ λειποψυχήσαντα καὶ ψυχρὸν ἱδρώσαντα καὶ μόγις σωθέντα….

Μας λέει δηλαδή ότι οι βωλίτες χρησιμοποιούνται βραστοί σαν συνοδευτικό άλλων φαγητών, και ότι είναι αβλαβείς, όπως και οι αμανίτες, ενώ τα άλλα μανιτάρια καλύτερα να μην τ’ αγγίζει κανείς διότι πολλοί έχουν πεθάνει. Συνεχίζει όμως λέγοντας ότι έχει υπόψη του πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που έφαγαν όχι καλοβρασμένους βωλίτες, που θεωρούνται αβλαβείς, και που κόντεψαν να πεθάνουν.

Να σταθούμε στους αμανίτες, που τους αναφέρει ο Γαληνός ως είδος βρώσιμων μανιταριών. Από εκεί προέρχεται και η νεοελληνική μας λέξη: αμανίτης – αμανιτάριον (ήδη τον 2ο αιώνα) – αμανιτάριν (έτσι στον Πτωχοπρόδρομο) – μανιτάριν – μανιτάρι. Στον Πωρικολόγο, τον 14ο αιώνα, εμφανίζεται προσωποποιημένος ο Μανιτάριος.

Η ετυμολογία του αμανίτη δεν είναι καθαρή. Στο ετυμολογικό του Σαντρέν αναφέρεται ως πιθανή σύνδεση το όρος Άμανον της Μικράς Ασίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 148 Σχόλια »

Μικρό καλάθι (του νοικοκυριού) να κρατάμε…

Posted by sarant στο 27 Οκτωβρίου, 2022

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε προχτές στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως θα ξέρετε, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 23 ως τώρα. Η εικόνα είναι από τη δημοσίευση στο περιοδικό. 

Διαβάζω ότι το Υπουργείο Ανάπτυξης σκοπεύει, πιθανώς από τις 2 Νοεμβρίου, να θέσει σε εφαρμογή το «καλάθι του νοικοκυριού», σε μια προσπάθεια να συγκρατηθούν οι τιμές στην αγορά. Πρόκειται για 50 κατηγορίες ειδών πρώτης ανάγκης, κυρίως τροφίμων· τα μεγάλα σουπερμάρκετ θα είναι υποχρεωμένα να προσφέρουν έναν κωδικό (ένα είδος) από κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες σε χαμηλή τιμή.

Ακόμα δεν έχουν ξεκαθαριστεί οι λεπτομέρειες του συστήματος, αλλά ήδη γίνεται αρκετός λόγος για το προτεινόμενο μέτρο· αλλά αυτά θα τα διαβάσετε σε άλλες στήλες, περισσότερο ειδικές. Εμείς εδώ, ως γνωστόν, λεξιλογούμε· κι έτσι, το σημερινό μας άρθρο θ’ αφιερωθεί στη λέξη «καλάθι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 121 Σχόλια »

Από τον κόλαφο στο σουλτάν μερεμέτ: οι 50 αποχρώσεις του ξυλοδαρμού

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2022

Στο ιστολόγιο βάζουμε πότε-πότε άρθρα «καταλογογράφησης» όπως τα λέω, όπου βρίσκουμε συνώνυμες (ή περίπου) εκφράσεις με τις οποίες μπορεί να περιγραφτεί μια κατάσταση. Καθώς είμαι επιρρεπής στα κλισέ, τα άρθρα αυτά τα ονομάζω «Οι 50 αποχρώσεις….»

Ήδη έχουμε δημοσιεύσει έξι τέτοια άρθρα καταλογογράφησης, για τις 50 αποχρώσεις του χρήματοςτης μέθης, της αποτυχίας, του θανάτου, της κατάπληξης, και της υπερβολικής ταχύτητας, το τελευταίο από αυτά φέτος τον Μάιο.

Την περασμένη εβδομάδα είχαμε ένα άρθρο, ετυμολογικό, για τη λέξη «κόλαφος», και εκεί έγραψα ότι έχουμε πάρα πολλές λέξεις για να περιγράψουμε διάφορα είδη χτυπημάτων και ξυλοδαρμού και ότι θα μπορούσε να γραφτεί ένα καταλογογραφικό άρθρο. Μάλιστα, στα σχόλιά σας προσθέσατε κι εσείς μερικές ακόμα. Οπότε, σήμερα γράφω το άρθρο, εξοφλώντας (για μια φορά) αμέσως το χρέος που εγώ ο ίδιος δημιούργησα.

Συνήθως τα άρθρα της κατηγορίας αυτής είναι εστιασμένα είτε σε λέξεις είτε σε εκφράσεις, είτε σε ουσιαστικά δηλαδή είτε σε ρήματα. Βέβαια, από τα ουσιαστικά εύκολα μεταπίπτει κανείς στις εκφράσεις με ρήματα, ας πούμε από το μπερντάχι θα πούμε «του έριξε ένα μπερντάχι» και από το «ξύλο» λέμε «του έδωσε (πολύ) ξύλο», αν και το αντίστροφο δεν ισχύει, δηλαδή από το «τον έκανε του αλατιού» ή «του άργασε το τομάρι» δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε ουσιαστικό. Τέλος πάντων, λέω σήμερα να κάνουμε διπλό κατάλογο, τόσο λέξεων όσο και εκφράσεων.

Θα μπορούσα βέβαια να φτιάξω δεύτερο άρθρο, αλλά θα ήταν κάπως άχαρο. Καλύτερα έτσι μου φαίνεται.

Οι 50 αποχρώσεις του ξυλοδαρμού θα συμπεριλάβουν τόσο τη γενική έννοια του δαρμού (δαρμός, ξυλοδαρμός, ξύλο, ξυλοφόρτωμα) όσο και ειδικές έννοιες για διάφορα είδη χτυπημάτων: γροθιά, ράπισμα, σκαμπίλι, καρπαζιά, κατραπακιά, κτλ.

Πέρα από την κυριολεκτική τους χρήση, πολλές από τις λέξεις του ξυλοφορτώματος έχουν και μεταφορική χρήση, αρκετά σημαντική μάλιστα. Κόλαφος το πόρισμα για τις υποκλοπές, έγραφα στο πρόσφατο άρθρο, τον τίτλο ενός άρθρου στην Αυγή. Νέο ράπισμα της Κομισιόν στην Τουρκία, είπε προχτές το δελτίο ειδήσεων, ενώ η ίδια είδηση από την εφημερίδα Τα Νέα τιτλοφορήθηκε Νέο χαστούκι από την ΕΕ στην Άγκυρα.  Χαστούκια δίνουμε και κυριολεκτικά, βέβαια, ραπίσματα λιγότερο, κυριολεκτικός κόλαφος έχει ν’ ακουστεί πολύ πολύ καιρό.

Σημειώνω τέλος ότι, όπως και ο κόλαφος, έτσι και αρκετές ακόμα λέξεις του καταλόγου έχουν και καθαυτές ενδιαφέρον, ετυμολογικό ή άλλο. Επιφυλάσσομαι για επόμενα άρθρα. Μόνο να πω, μια και το έβαλα στον τίτλο, ότι απ’ όσο ξέρω (ας επιβεβαιώσουν οι τουρκομαθείς) το «σουλτάν μερεμέτ» δεν υπάρχει στα τουρκικά, είναι ψευδοτουρκισμός.

Να δούμε λοιπόν τις 50 αποχρώσεις του ξυλοδαρμού, πρώτα σε λέξεις/ουσιαστικά:

  1. δαρμός
  2. ξύλο
  3. ξυλοδαρμός
  4. ξυλοφόρτωμα
  5. ξύλισμα
  6. ξυλίκι
  7. ξυλοκόπημα
  8. σουλτάν μερεμέτ
  9. μπαγλάρωμα
  10. πελέκημα
  11. τουλούμιασμα
  12. μπερντάχι/περντάχι
  13. γροθιά/γρόνθος
  14. γρονθοκόπημα
  15. μπουνιά
  16. μπηχτή
  17. κόνδυλος
  18. γροθοκοπάνισμα
  19. γροθοπατινάδα
  20. κροσέ
  21. άπερκατ
  22. ανάποδη
  23. (ξ)ανάστροφη
  24. κόλαφος
  25. κολάφισμα
  26. ράπισμα
  27. μπάτσος
  28. σφαλιάρα
  29. χαστούκι
  30. χαστουκιά
  31. σκαμπίλι
  32. σκαμπίλισμα
  33. μπάτσισμα
  34. καρπαζιά
  35. καρπάζωμα
  36. κατακεφαλιά
  37. κατραπακιά
  38. φάπα
  39. μάπα
  40. καταυχένισμα
  41. γιακάς
  42. σβερκιά
  43. κλοτσιά
  44. κλότσος
  45. κλοτσοπατινάδα
  46. ποδοκλότσημα
  47. φούσκος
  48. φατούρο [ομαδικό]
  49. σκιόπος
  50. κοπανιά

Τα δύο τελευταία τα προτείνατε κι εσείς.

Υπάρχουν κι άλλες πολλές λέξεις, αλλά σας αφήνω να συμπληρώσετε.

Και αμέσως περνάω στον κατάλογο ρημάτων και εκφράσεων που δηλώνουν ξυλοφόρτωμα.

  1. τον δέρνω
  2. τον ξυλίζω
  3. του δίνω ξύλο [+ επίθετα]
  4. του δίνω το ξύλο της χρονιάς του
  5. τον ξυλοφορτώνω
  6. τον ξυλοκοπώ
  7. τον μπαγλαρώνω
  8. τον πελεκάω
  9. τον χειροτονώ
  10. τον αλαλιάζω [στο ξύλο]
  11. τον πεθαίνω [στο ξύλο]
  12. τον σπάω στο ξύλο
  13. του μετράω τα πλευρά / τα παΐδια
  14. του κάνω τα πλευρά του μαλακά σαν την κοιλιά του
  15. του λύνω τον αφαλό
  16. τον μαυρίζω στο ξύλο
  17. τον μελανιάζω στο ξύλο
  18. τον κάνω μαύρο στο ξύλο
  19. τον κάνω μπλε μαρέν
  20. τον σακατεύω στο ξύλο
  21. τον σαπίζω στο ξύλο
  22. τον κάνω τουλούμι στο ξύλο
  23. τον τουλουμιάζω
  24. τον παραγουλιάζω
  25. τον τρελαίνω στο ξύλο
  26. τον κάνω τ’ αλατιού
  27. τον κάνω πεστίλι στο ξύλο
  28. του αργάζω το τομάρι
  29. του τινάζω το πετσί / την προβιά
  30. τον κάνω οχτακόσιες οκάδες (στο ξύλο)
  31. τον κάνω ίσαμ’ ένα άλογο (στο ξύλο)
  32. του δίνω παρά μία τεσσαράκοντα
  33. του τις βρέχω
  34. του τις παίζω
  35. τον κολαφίζω
  36. τον ραπίζω
  37. τον μπατσίζω
  38. τον σκαμπιλίζω
  39. τον χαστουκίζω
  40. του σπάω τα μούτρα
  41. τον σφαλιαρίζω
  42. τον καρπαζώνω
  43. τον κατραπακιάζω
  44. τον καταχερίζω
  45. τον γρονθοκοπώ
  46. τον λακτίζω
  47. τον κλοτσάω
  48. τον κάνω τόπί στο ξύλο
  49. τον κάνω τελατίνι
  50. τον κάνω κιμά

Και πάλι μένω στα 50 του καταλόγου, είμαι βέβαιος ότι θα προσθέσετε πολλά λήμματα και εδώ.

Μπόνους, που λένε, μια έκφραση που χαρακτηρίζει τον ξυλοδαρμό, «πού σε πονεί και πού σε σφάζει», και μια αρχαία, «πυξ λαξ» (δεν εννοώ το συγκρότημα).

Υπάρχουν πολλές ακόμα προσθήκες, και στον ένα και στον άλλο κατάλογο, αλλά τις περιμένω απο εσάς.

Posted in τούρκικα, Γενικά γλωσσικά, Κατάλογοι, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 240 Σχόλια »

Ο θεϊκός καρπός ξανά

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2022

Έχω ταξίδια αυτές τις μέρες, οπότε καταφεύγω στις επαναλήψεις, διότι, όπως λέγαμε τις προάλλες, πώς αλλιώς θα καταφέρω να κρατήσω αδιάσπαστο το σερί της καθημερινής δημοσίευσης;

Θα επαναλάβω λοιπόν ένα άρθρο για το σταφύλι, που είχε δημοσιευτεί το 2016, πριν από έξι χρόνια δηλαδή. Να σημειώσω ότι στο ιστολόγιο έχουμε επίσης δημοσιεύσει άρθρο για τη σταφίδα, καθώς και για τα φρασεολογικά του αμπελιού.

Λοιπόν, το σταφύλι είναι καρπός πανάρχαιος και πολύτιμος. Βρίσκεται μαζί μας από τη Νεολιθική εποχή. Ολόκληρο βιβλίο θα μπορούσαμε να γράψουμε· για να μην πάρει μεγάλη έκταση το άρθρο δεν θα επεκταθούμε καθόλου στο κρασί (για το οποίο ακόμα δεν έχουμε βάλει άρθρο, και βεβαίως γι’ αυτό μπορεί να γραφτεί επίσης άλλο βιβλίο!) και θα κάνουμε την σχεδόν ιερόσυλη επιλογή να αντιμετωπίσουμε τα σταφύλια σαν ένα φρούτο όπως όλα τα άλλα, ενώ δεν είναι.

Οι αρχαιολόγοι μάς λένε ότι οι άνθρωποι για πολλούς αιώνες κατανάλωναν σταφύλια, αρχικώς άγρια και μετά καλλιεργημένα, χωρίς να έχουν μάθει να φτιάχνουν κρασί. Οι αρχαίοι συνήθως θεωρούσαν ότι ο Διόνυσος εισήγαγε την άμπελο στην Ελλάδα και τούς έμαθε την τέχνη της οινοποιίας και προς τιμή του τελούσαν τα Διονύσια σε πολλές περιοχές. Στον Όμηρο η αμπελουργία ακμάζει, όπως μαρτυρούν επίθετα σαν το «πολυστάφυλος» και το «αμπελόεσσα» για μέρη κατάφυτα από αμπέλια. Αν και όχι από την αρχή, κάποια διαφοροποίηση των ποικιλιών σε επιτραπέζια σταφύλια και σταφύλια προς οινοποίηση υπήρχε ήδη από την αρχαιότητα. Τα νωπά σταφύλια οι αρχαίοι τα διατηρούσαν περισσότερο χρόνο μέσα σε κρασί. Φυσικά, τα ξέραιναν κιόλας –αλλά στη σταφίδα έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο.

Οι αρχαίοι έλεγαν άμπελο το φυτό, ενώ για τον καρπό είχαν δυο λέξεις, βότρυς και σταφυλή. Η λέξη βότρυς, που θεωρείται προελληνικό δάνειο, σπάνια χρησιμοποιείται πια, και όταν χρησιμοποιείται σημαίνει το τσαμπί· αλλά η σταφυλή, μέσω του ελληνιστικού υποκοριστικού σταφύλιον έδωσε το δικό μας σταφύλι. Παρομοίως η άμπελος έδωσε το αμπέλι, αλλά αμπέλι σε μας είναι τόσο το μεμονωμένο φυτό, το κλήμα, όσο και, συχνότερα, η έκταση η φυτεμένη με τέτοια φυτά. Η λέξη κλήμα, πάλι, είναι επίσης αρχαία, αλλά στην αρχαιότητα σήμαινε τα κλαδιά του φυτού, που σήμερα τα λέμε κληματσίδες ή κληματόβεργες. Τη διάκριση τη βλέπουμε παραστατικά στο γνωστό ευαγγελικό χωρίο «εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα» (Ιωάν. 15:5) δηλαδή ο Χριστός είναι το δέντρο και οι μαθητές τα κλαδιά. Το κλήμα προέρχεται από το ρ. κλω, σπάζω, απ’ όπου και το κλάσμα και η άλλη δύσοσμη λέξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 131 Σχόλια »

Από το λευκό στο άσπρο

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2022

Το σημερινό άρθρο έχει ως αφορμή την ερώτηση που μου έκανε μια φίλη, για την προέλευση της λέξης «άσπρος». Έχουμε βέβαια αναφερθεί στο θέμα, αλλά δεν της έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο -οπότε τη σύντομη απάντηση που της έδωσα σκέφτηκα να την αναπτύξω σε ξεχωριστό άρθρο, αυτό που διαβάζετε.

Η αρχαία λέξη, το ξέρουμε, είναι «λευκός». Είναι λέξη ομηρική, ή και παλιότερη αφού υπάρχει στις μυκηναϊκές επιγραφές. Λευκός δεν ήταν μόνο ο άσπρος. Η αρχική του σημασία ήταν «λαμπρός, φωτεινός». Στην Ιλιάδα πχ διαβάζουμε «λευκὸν δ’ ἦν ἠέλιος ὥς«, «που’χε του ηλιού την λάμψιν» μεταφράζει ο Πολυλάς. Φυσικά, η λέξη δηλώνει και το χρώμα, ηδη από τον Όμηρο όπου βρίσκουμε στην Ιλιάδα, ανάμεσα στ’ άλλα, και την καθιερωμένη παρομοίωση «λευκότεροι χιόνος» (για κάτι ίππους το λέει).

Φυσικά η λέξη έχει δώσει στην αρχαιότητα πάμπολλα σύνθετα, και πάλι ήδη από τον Όμηρο, όπου ένα από τα στερεότυπα επίθετα είναι η λευκώλενος, κυρίως για την Ήρα, με άσπρα μπράτσα. Γούστο έχει ο λευκηπατίας ή λευχηπατίας (το ήπαρ έπαιρνε δασεία αλλά η σχετική εγκύκλιος δεν κοινοποιήθηκε σε ολους κι έτσι στο TLG πλειοψηφούν οι αδάσυντοι τύποι) που είναι ο δειλός, που έχει άσπρο συκώτι.

Ο λευκός βέβαια υπάρχει και σήμερα στο λεξιλόγιό μας, ζει και βασιλεύει, και μάλιστα πολύ περισσότερο από άλλους αρχαίους τύπους για ονομασίες χρωμάτων όπως ο ερυθρός ή ο κυανούς ή ο ιώδης. Βοήθησε κι η διαφήμιση στην εδραίωση αυτή του λευκού, με τα ολόλευκα ρούχα που υπόσχεται κάθε απορρυπαντικό, αλλά και με τα λευκά είδη ή τις λευκές συσκευές (ή τον λευκό γάμο, αν και περισσότεροι είναι αυτοί που αγοράζουν πλυντήριο).

Ωστόσο, και παρά έναν καταμερισμό, σαν συμφωνία κυρίων, όπου καθένας απο τους δύο τύπους έχει τα δικά του χωράφια, στα οποία ο άλλος δεν μπαίνει, νομίζω πως ο δημοτικός τύπος «άσπρος» είναι συχνότερος σαν όνομα του χρώματος λευκού.

Η εμφάνιση της λέξης «άσπρος» και η σταδιακή της καθιέρωση έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αν δεν ξέρετε την ετυμολογία της λέξης, ίσως παραξενευτείτε αν σας πω ότι η λέξη έχει λατινική αρχή. Βέβαια, όσοι μας διαβάζουν ταχτικά θα το έχουν ίσως διαβάσει διότι έχουμε γράψει καναδυό φορές για το πώς γεννήθηκε η λέξη «άσπρος».

Στα λατινικά asper σημαίνει «τραχύς» (τη λέξη τη βρίσκουμε και στο γαλλικό âpre αλλά και στο αγγλικό asperity). Yπάρχει κι ένα λατινικό ρητό, που πολλοί το βάζουν για τατουάζ, που λέει ad astra per aspera (ή ανάποδα) και σημαίνει «μέσα από τις δυσκολίες φτάνεις στ’ άστρα»). Αλλά πλατειάζω.

Λοιπόν, στα λατινικά, το νιόκοπο ασημένιο νόμισμα, τραχύ και λαμπερό πριν λειανθεί από τη χρήση, ονομαζόταν nummus asper, τραχύ νόμισμα. Σιγά-σιγά έμεινε μόνο το επίθετο, asper, και πήρε θέση ουσιαστικού, και πέρασε στα βυζαντινά ελληνικά (από τον πληθυντικό: aspera, aspra) όπου άσπρα ονομάστηκαν τα ασημένια νομίσματα μικρής αξίας. Και επειδή το ασήμι είναι λευκό, η λέξη άσπρο έφτασε να εκφράζει τη λευκότητα, κι έγινε συνώνυμο της λέξης «λευκός» και μάλιστα την υποκατέστησε στη λαϊκή γλώσσα.

Σε κείμενα αδιαμφισβήτητης χρονολόγησης, βρίσκω τον τύπο «άσπρος» για το λευκό χρώμα στον Ιωάννη Μαλάλα, η γλώσσα του οποίου κάνει πολλές παραχωρήσεις στη δημώδη της εποχής, πράγμα για το οποίο του χρωστάμε αιώνια χάρη. Ο Μαλάλας λοιπον γράφει για κάποιον ότι «εφόρει στολήν άσπρην ως η χιών» και για άλλον ότι φορούσε «σανδάλια άσπρα» ενώ κάπου χρησιμοποιεί τη λέξη και ως δευτεροκλιτη, αφού πάνω από μια φορά λέει για κάποιον ότι φορούσε «στολήν άσπρον» π.χ. «την δε στολήν ο αλύταρχος άσπρον ολοσήρικον εφόρει» -ολομέταξη στολή ήθελε ο αλήτης.

Κι έτσι πήγαμε από το λευκό στο άσπρο. Κι επειδή αν λεξιλογήσω για το άσπρο χρώμα (ή το λευκό) θα χρειαστώ πολλές πολλές σελίδες (ή λέξεις, τέλος πάντων) λέω να το αφήσω για άλλη φορά, και να κλείσω το σημερινό άρθρο λεξιλογώντας για το νόμισμα «άσπρο», που είναι σαφώς πιο ματζόβολο θέμα.

Λοιπόν, άσπρον ήταν ήδη απο τα βυζαντινά χρόνια ένα ασημένιο νόμισμα μικρής αξίας αλλά μεγάλης κυκλοφορίας. Από νωρίς η λέξη πήρε και τη γενική σημασία, στον πληθυντικό βέβαια, των χρημάτων, οπως λέμε σήμερα «τα φράγκα». Έτσι, σε βίους αγίων του 9ου αιώνα βρίσκω και την ειδική σημασία και τη γενική. Ας πούμε: «Άγιε Γεώργιε, βοήθει μας να εβγούμεν και να σε δώσωμεν από δέκα άσπρα καθ’ ένας» αλλά και «Σας παρακαλώ, αυθένται μου, λάβετε χρυσίον και αργύριον και άλλα άσπρα όσα μού ευρίσκονται» (στο πρώτο απόσπασμα ειδική σημασία, στο δεύτερο γενική).

Υπάρχουν πολλές παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις με τα άσπρα. Ας πούμε, τον ξέρουν σαν κάλπικο άσπρο (σαν κάλπικη δεκάρα λέμε σήμερα). Ή, τον έκανε απ’ ασπρού, που θα πει τον εξευτέλισε (πρβλ. «τον έκανε πέντε παραδιών»). Ασπρού δουλειά δεν κάνει, δηλ. ή δεν δουλεύει ή η δουλειά του είναι κακής ποιότητας. Ή «ένα άσπρο και κρίμα στ’ άσπρο», για κάτι που δεν αξίζει τίποτα. Ή, «χιλια λόγια ένα άσπρο». Ή, Έχεις άσπρα, έχεις άστρα και σε άλλη παραλλαγή «τ’ άσπρα κατεβάζουν τ’ άστρα». Ή, «Τούρκον είδες; Άσπρα θέλει. Κι άλλον είδες; Κι άλλα θέλει». Ή, «Τ’ άσπρα λαλούν, τ’ άσπρα μιλούν, τ’ άσπρα ‘ν’ που κουβεντιάζουν».

Και δημοτικός στίχος: Τ’ άσπρα πουλήσαν τον Χριστό, τ’ άσπρα πουλούν και σένα.

Στην τουρκοκρατία, το άσπρο ήταν υποδιαίρεση του ασημένιου παρά. Όλα όσα θέλατε να μάθετε για τα άσπρα και πολύ περισσότερα υπάρχουν σ’ ενα καταπληκτικό βιβλίο της Ευτυχίας Λιάτα, με τίτλο «Φλωρία δεκατέσσερα στένουν γρόσια σαράντα», που επειδή είναι έκδοση του ΕΙΕ υπάρχει διαθέσιμο ονλάιν δωρεάν. Όπως λέει η Λιάτα, τόσο το άσπρο όσο και ο παράς (για τον οποίο επιφυλάσσομαι να γράψω χωριστό άρθρο) κατέληξαν απλές λογιστικές μονάδες.

Τι σημαίνει αυτό θα το δείτε στην πράξη αν διαβάσετε κατάστιχα π.χ. της εποχής του Εικοσιένα. Επειδή υπήρχε σε κυκλοφορία πανσπερμία νομισμάτων, τουρκικών και δυτικών, γινόταν αναγωγή του κάθε εσόδου ή εξόδου σε άσπρα ή παράδες ή γρόσια και αθροίζονταν.

Οι αναφορές είναι με τη γενική σημασία («χρήματα»). Όταν πχ ο Καραϊσκάκης υπόσχεται στους πολιορκημένους της Αθήνας «η υπόσχεσή μας είναι οπού να πληρωθούν έως άσπρον και δεν θέλει χάσουν ούτε οβολόν», εννοεί αυτό που σήμερα θα λέγαμε «θα πληρωθούν μέχρι τελευταία δεκάρα». Αλλού, το Βουλευτικό παρακαλεί βουλευτή που καθυστερεί «μας ελέγετε τα άσπρα ήτον έτοιμα, και σήμερον είκοσι ημέρας μήτε άσπρα, μήτε απόκρισίν σας ελάβαμεν» (Παλιγγ. 1.183). Ή, όπως το συνοψίζει επιστολή της Γερουσίας Δυτικής Χέρσου Ελλάδος προς τον Βαρνακιώτη (Φυσ. 129): «επειδή είναι χρεία δι’ άσπρα». Δει δε χρημάτων!

 

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα, Φρασεολογικά, Χρώματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »