Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φρασεολογικά’ Category

Όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες…

Posted by sarant στο 16 Μαΐου, 2022

…εκείνοι τρώγανε βελανίδια, σύμφωνα με μια από τις εκδοχές. Ή, αν θέλετε, εκείνοι ζούσαν απάνω στα δέντρα. Ή, ζούσαν στις σπηλιές. Ή, τρώγανε βατόμουρα.

Εμείς βέβαια είμαστε οι Έλληνες, εκείνοι οι δυτικοευρωπαίοι, που τώρα μας έχουν ξεπεράσει και μας κουνάνε και το δάχτυλο. Το «εμείς» και το «εκείνοι» βέβαια σηκώνει πολύ νερό, κατά πόσο δηλαδή οι σημερινοί κάτοικοι αυτής της περιοχής όπου χτίστηκε πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια ο Παρθενώνας είμαστε πράγματι απόγονοι εκείνων που τον έχτισαν (πιο σωστά, που αποφάσισαν να χτιστεί, διότι δούλοι θα τον έχτισαν υποθέτω). Αλλά δεν θα το εξετάσουμε σήμερα αυτό το ζήτημα. Μόνο το ρητό θα εξετάσουμε.

Το ρητό λοιπόν δηλώνει ότι όταν οι πρόγονοί μας δημιουργούσαν έναν αξιοθαύμαστο πολιτισμό, οι πρόγονοι των άλλων βρίσκονταν σε πολύ χαμηλότερο στάδιο ανάπτυξης, ακόμα στο τροφοσυλλεκτικό στάδιο, αφού δεν καλλιεργούσαν ακόμα αλλά απλώς έτρωγαν καρπούς από τα δέντρα.

Όπως είπα, η δεύτερη πρόταση του ρητού εμφανίζεται σε διάφορες εκδοχές. Υπάρχουν όμως και χιουμοριστικές παραλλαγές, όπως ότι όταν εκείνοι έτρωγαν βατόμουρα (ή βελανίδια) εμείς είχαμε ανεβάσει χοληστερίνη, ενώ κάποτε εγώ είχα πει μια δικής μου επινόησης παραλλαγή, πως όταν εμείς χτίζαμε λασποκαλύβες, εκείνοι έχτιζαν Πυραμίδες -διότι βέβαια υπάρχουν και πιο αρχαίοι από εμάς.

Το ρητό, στην κανονική του βερσιόν, εννοώ με Παρθενώνες και με βελανίδια, έγινε διάσημο όταν λέγεται ότι το είπε ο Νίκος Αθανασόπουλος, αναπλ. υπουργός Οικονομικών, περί το 1986, σε έναν αξιωματούχο της (τότε) ΕΟΚ, τον Βέλγο Εμίλ Μένενς, που είχε έρθει να ερευνήσει την καταγγελία για το γιουγκοσλαβικό καλαμπόκι που βαφτίστηκε ελληνικό για να γλιτώσουν κάποιοι δασμούς. Αν δεν θυμάστε την υπόθεση, εδώ υπάρχει μια εξιστόρηση.

Τελικά ο Αθανασόπουλος πέρασε από Ειδικό Δικαστήριο, καταδικάστηκε και ήταν ο μόνος υπουργός της δεκαετίας του 1980 που κάθισε στη φυλακή -για 19 μήνες μάλιστα. Πολύ σύντομα επανήλθε στην πολιτική και επανεκλέχτηκε βουλευτής.

Βέβαια, δεν ανήκει στον Αθανασόπουλο η πατρότητα της φράσης. Κι άλλοι παλιότερα, έχουν πει ακριβώς την ίδια φράση ή περίπου την ίδια, ενώ κι άλλοι την επανέλαβαν αργότερα.

Τις προάλλες, στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, ο Μάνος Λαμπίδης έβαλε το εξής κουίζ:

Πάμε λίγο πίσω στο χρόνο, στο 1964, και στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Παπανούτσου. Η συζήτηση για το νομοσχέδιο κράτησε περίπου ένα μήνα (τον ατελείωτο είχε) και στη διάρκεια αυτής ειπώθηκε ένα πολύ γνωστό ελληνικό ρητό:

«Αυτό μας γεννά την υπερηφάνειαν, διότι ημείς, εκτίζαμεν των Παρθενώνα, ή επαίζαμε τα έργα του Αισχύλου, άλλοι λαοί, όπως είναι λ.χ. οι φίλοι και προστάτες μας Άγγλοι, ζούσαν ως οι πίθηκοι μέσα εις τα σπήλαια και τα δάση της Οξφόρδης…»

Ποιος το είπε;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εβραϊσμός, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 127 Σχόλια »

Και πάλι για το περιφρονημένο φρούτο

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2022

Θα επαναλάβω σήμερα ένα άρθρο που έχει δημοσιευτεί ξανά στο ιστολόγιο, ένα άρθρο της σειράς των φρούτων -είναι άλλωστε η εποχή του περιφρονημένου φρούτου που θα σας παρουσιάσω (ξανά) σήμερα. Ποιο φρούτο; Το βλέπετε στην εικόνα: το μούσμουλο.

Τα είδα στον μανάβη, αλλά μου τα θύμισε και μια φίλη, που με ρώτησε αν τη λέξη μούσμουλο, που λέγεται στα ιταλικά nespolo και στην Κρήτη δέσπολο, έχει αρχή ελληνική ή ιταλική -ποιος το πήρε από ποιον με άλλα λόγια. Της απάντησα σε συντομία και της σύστησα να δει το άρθρο που θα έγραφα για περισσότερα.

Κατά την προηγούμενη δημοσίευση του άρθρου, που έγινε πριν από 6 χρόνια (τέτοια εποχή, παρά δύο μέρες!) είχα πει ότι το λέω περιφρονημένο το μούσμουλο, με τα πολλά και υπερμεγέθη κουκούτσια και τη σχετικά λιγοστή, φτενή σάρκα, παρόλο που έχει φανατικούς φίλους διότι ποτέ δεν κατέκτησε τις μάζες, όσο ωραίο κι αν είναι το θέαμα της φορτωμένης με καρπούς μουσμουλιάς, προς το τέλος της άνοιξης.

Σε εκείνη τη δημοσίευση ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος μού θύμισε ότι και τη μουσμουλιά την είχε κοροϊδέψει ο μέγας Τσιφόρος, σε ένα του ευθυμογράφημα της σειράς Παιδιά της πιάτσας, με τίτλο «Ο μούσμουλος». Εκεί, φαντάζεται τον Θεό να λέει μια μέρα «Ρε δεν κάθουμαι να σκαρώσω ένα δέντρο κορόιδο να σπάνε πλάκα τα υπόλοιπα φυτά;». Και πράγματι δίνει διαταγή στον Γαβρίλη (τον αρχάγγελο Γαβριήλ): «Το δέντρο, μεγάλα φύλλα το θέλω, καθότι τα μεγάλα θα φορεθούν πολύ φέτος και να’χει καρπόν, τα κουκούτσα να τρώνε το ψαχνό, διότι μας είναι και χρήσιμα». Χρήσιμα, επειδή θα τα παίρνουν οι ευσεβείς να τα κάνουν κομπολόγια για τις προσευχές.

Δεν ξέρω αν θα συμφωνήσετε με τον Τσιφόρο ότι είναι για κοροϊδία η μουσμουλιά. Αυτό που ξέρω, αλλά δεν ξέρω αν το ήξερε ο Τσιφόρος, είναι ότι στην πραγματικότητα οι σημερινές μουσμουλιές δεν είναι ίδιες με αυτές που ήξεραν οι προπαππούδες μας, οι οποίοι είχαν υπόψη τους μια πολύ διαφορετική ποικιλία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , | 106 Σχόλια »

Ο δραγουμάνος χωρίς το κομπολόι του

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2022

Τις προάλλες, χάρη σε ένα σχόλιο του φίλου μας του Στάζιμπου, έγινε συζήτηση σε ένα από τα πρώτα άρθρα του ιστολογίου, που είχε δημοσιευτεί την πρώτη-πρώτη μέρα της ζωής του, στις 16 Φεβρουαρίου του μακρινού 2009. Είπα τότε ότι το άρθρο αυτό θα άξιζε αναδημοσίευση, και συμφωνήσατε -δεν θυμόμουν ότι το είχα ήδη αναδημοσιεύσει το 2012. Βέβαια, και το 2012 δεν είναι χτες, οπότε σήμερα το ξαναδημοσιεύω, έχοντας ενσωματώσει διάφορα πράγματα από τα σχόλια των προηγούμενων δημοσιεύσεων.

Στο θαυμάσιο τραγούδι του Κηλαηδόνη, που το τραγουδάει ο Μητσιάς, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μας λέει ότι «ο δραγουμάνος του βεζίρη πίνει μαστίχα, ρίχνει τα χαρτιά, το’ να του μάτι στο Μισίρι και τ’ άλλο μάτι στην Αρβανιτιά». Όταν πιει τη μαστίχα του και ρίξει τα χαρτιά ο δραγουμάνος, σίγουρα θα βγάλει το κομπολόι του. Κι επειδή οι δραγουμάνοι, όσο και να πεις, είχανε τον τρόπο τους, οι χάντρες του κομπολογιού αυτού, φαντάζομαι, θα’ τανε από πολύτιμο υλικό. Εγώ μάλιστα λέω πως θα’ τανε από μαργαριτάρια. Κι επειδή δεν έχει διασωθεί τέτοιο κομπολόι δραγουμάνου με μαργαριταρένιες χάντρες, σκέφτηκα να φτιάξω εγώ ένα καινούργιο και να το παρουσιάσω στις σελίδες αυτές.

Αυτός ήταν ο πρόλογος που είχα βάλει στην ενότητα «Το κομπολόι του δραγουμάνου» που είχα καθιερώσει στον παλιό μου ιστότοπο για να φιλοξενώ μεταφραστικά μαργαριτάρια που ψάρευα στις εφημερίδες και σε βιβλία. Όταν άρχισα το ιστολόγιο, παραμέλησα το κομπολόι, αφού πια τα μαργαριτάρια τα παρουσιάζω εδώ, όπου έχει επικρατήσει να τα λέμε Μεζεδάκια.

Όμως στο σημερινό άρθρο θα λεξιλογήσουμε για τον δραγουμάνο, οπότε το κομπολόι το αφήνουμε για άλλη φορά.

Ποια είναι λοιπόν η ιστορία της λέξης δραγουμάνος; Η λέξη πάει πολύ πίσω, είναι πιθανότατα τρισχιλιετής, αλλά όχι ελληνική.

Στα ελληνικά είναι δάνειο από… από πού αλήθεια; Το λεξικό Μπαμπινιώτη καταγράφει ως κύριο τον τύπο δραγομάνος και δεύτερο τον τ. δραγουμάνος,και δίνει τη λέξη σαν δάνειο από τα ενετικά (dragomano), αραβικής αρχής, όμως το λεξικό Τριανταφυλλίδη δίνει τον τύπο δραγουμάνος ως δάνειο απευθείας από τα αραβικά. Με τον Τριανταφυλλίδη συμφωνούν και οι Καχανέ (στο Graeca et Romanica Scripta Selecta), που θεωρούν ότι το βυζαντινό δραγομάνος/δραγουμάνος, δάνειο από τα αραβικά, είναι η πηγή για το μεσαιωνικό λατινικό dragomannus απ’ όπου προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά, δηλαδή το ιταλικό dragomanno, το γαλλ. drogman ή το μεσαιωνικό αγγλικό dragman, σημερινό dragoman. Πιθανόν ο δανεισμός να έγινε από τα αραβικά της Αιγύπτου (ταργκουμάν, targumān). Την εκδοχή των Καχανέ τη δέχεται και το Μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μεταφραστικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 126 Σχόλια »

Ασθενής και οδοιπόρος, ούτε ωδιπόρος, ούτε διπόρος!

Posted by sarant στο 8 Απριλίου, 2022

Παρασκευή σήμερα, πολλοί νηστεύουν, ακόμα κι αν δεν κρατάνε τη Σαρακοστή. Οπότε, ταιριάζει να επαναλάβω ένα παλιό μου άρθρο, που όμως έχω κάμποσα χρόνια να το βάλω στο ιστολόγιο (τελευταία φορά ήταν το 2015).

Υπάρχει όμως κι άλλος λόγος που αποφάσισα την επαναδημοσίευση και όχι μόνο επειδή έχουμε Σαρακοστή. Την περασμένη Παρασκευή, ο Άδωνης Γεωργιάδης, που είχε πάει στη Θεσσαλονίκη για το προσυνέδριο του κόμματος, στάθηκε να φάει ένα πιτόγυρο και θεώρησε καλό να το ανεβάσει στο Φέισμπουκ.

Οπότε, σχολίασα κι εγώ χαριτολογώντας, ότι για κάποιον που πλασάρει ευσέβεια, είναι αμάρτημα να τρώει κρέα μέσα στη Σαρακοστή. Και πρόσθεσα: «Και μη μου πείτε «ασθενής και οδοιπόρος», διότι τώρα με τα αεροπλάνα σε μια ώρα είσαι στο σπίτι σου».

Τι ήταν να το γράψω; Μέσα στο πρώτο τρίωρο είχα ίσαμε δέκα απαντήσεις ότι «το σωστό είναι ωδιπόρος και σημαίνει την έγκυο» ή ότι «είναι μύθος το οδοιπόρος, κανονικά είναι ωδειπόρος» ή (σπανιότερα αυτό) «το σωστό είναι διπόρος και σημαίνει την έγκυο γυναίκα».

Σημειώστε ότι τα αντιρρητικά αυτά σχόλια προέρχονταν εξίσου από φίλους του Άδωνη και από αντιπάλους του -κάποιοι δηλ. μου έγραψαν «ρε αγράμματε συριζαίε, ωδειπόρος είναι το σωστό» ενώ κάποιοι άλλοι «όλα καλά και συμφωνώ μαζί σου, αλλά εγώ ξέρω ότι είναι ωδιπόρος και εννοεί την έγκυο».

Οπότε, βλέποντας πόσο μεγάλη απήχηση έχει ο μύθος, σκέφτομαι ότι δεν είναι άσκοπο να επαναλάβω αυτό το παλιό μου άρθρο. Όχι ότι τρέφω την αυταπάτη πως εγώ μόνος μου θα πάω κόντρα στο ποτάμι, αλλά κι ενας να πειστεί κακό δεν είναι.

Την παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» την ξέρουμε όλοι μας. Εδώ και μερικά χρόνια κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο η άποψη ότι η φράση αυτή είναι παρεφθαρμένη ή χαλκευμένη, και ότι το σωστό είναι «ασθενής και διπόρος». Άλλοι έχουν προτείνει άλλες λέξεις αντί για τον οδοιπόρο: ωδιπόρος, ωδειπόρος, ωδυπόρος. Υποτίθεται πως όλες αυτές οι λέξεις (διπόρος, ωδιπόρος, ωδειπόρος κτλ.) σημαίνουν την εγκυμονούσα ή τη θηλάζουσα γυναίκα. Εγώ ισχυρίζομαι ότι όλες αυτές οι λέξεις είναι ανύπαρκτες και ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ακόμα μύθο.

Η φήμη για την ανύπαρκτη λέξη «διπόρος» προϋπήρχε, αλλά εμφανίστηκε στις στήλες των εφημερίδων πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 2006, η τότε υπουργός εξωτερικών κ. Μπακογιάννη βρισκόταν σε επίσκεψη στην Ουάσινγκτον· σε παραπολιτική στήλη εφημερίδας δημοσιεύτηκε ότι έφαγε φιλέτο σε κάποιο επίσημο γεύμα, αν και ήταν Σαρακοστή· ο σχολιογράφος πρόσθεσε τη γνωστή παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει».

Σε επόμενο φύλλο, ο σχολιογράφος της εφημερίδας πληροφόρησε τους αναγνώστες του ότι:

Η κυρία Λυδία Ιωαννίδου-Μουζάκα, δημοτική σύμβουλος Αθηναίων και επίκουρη καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής με πληροφορεί ότι η πραγματική φράση είναι “ασθενής και διπόρος αμαρτίαν ουκ έχει”, όπου “διπόρος” είναι η θηλάζουσα γυνή. Η παραφθορά, γράφει, έχει γίνει από τους παλιούς αγωγιάτες, εμπόρους και ταξιδιώτες που ταξίδευαν ημέρες πολλές με τα καραβάνια και έψαχναν για δικαιολογίες.

Η κυρία Ιωαννίδου-Μουζάκα, αν και καθηγήτρια Ιατρικής, δεν έκρινε αναγκαίο να παραθέσει πηγές που θα τεκμηρίωναν την άποψή της. Βέβαια, η άποψη δεν είναι δική της, κυκλοφορεί εδώ και πολλά χρόνια σε καφενειακό επίπεδο. Κάποιος τη θυμάται από έναν καθηγητή του στο γυμνάσιο, άλλος την έχει ακούσει από τον λοχαγό του στο στρατό, παράλλος από το κατηχητικό. Τώρα με το Διαδίκτυο, την έχω δει σε μερικά ιστολόγια, ενώ πριν από πέντε χρόνια που είχε πρωτοδημοσιευτεό αυτό το άρθρο, ο μακαρίτης πια Γιάννης Καλαμίτσης στον Real FΜ είχε επαναλάβει, με το έμπα της Σαρακοστής, ότι, τάχαμου, το σωστό είναι διπόρος.

Εγώ έχω πολύ σοβαρές αντιρρήσεις και πιστεύω πως πρόκειται για μύθο.

Καταρχήν (ή καταρχάς αν επιμένετε πολύ), λέξη «διπόρος» δεν υπάρχει. Όταν λέμε δεν υπάρχει, εννοούμε βέβαια ότι δεν τη βρίσκουμε στα λεξικά και στα σώματα της ελληνικής γραμματείας. Λέξη «διπόρος» λοιπόν δεν υπάρχει ούτε στα σύγχρονα λεξικά (Τριανταφυλλίδη, Μπαμπινιώτη), ούτε στου Δημητράκου που περιλαμβάνει και τις αρχαίες λέξεις, ούτε στο Λίντελ Σκοτ που είναι το λεξικό της αρχαίας, ούτε στο λεξικό του Λάμπε που έχει αποδελτιώσει πατερικά κείμενα, ούτε στο TLG που έχει όλα τα σωζόμενα κείμενα της αρχαίας γραμματείας. Δεν υπάρχει, τελεία και παύλα. Διότι, αν μια λόγια λέξη δεν βρίσκεται στα λεξικά, ούτε στο σώμα της αρχαίας γραμματείας, ούτε μαρτυρείται έμμεσα από μεταγενέστερους τύπους, πώς μάθαμε την ύπαρξή της; Μας πήρε τηλέφωνο ο Ιωάννης Χρυσόστομος και μας την είπε;

Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν μπορεί να υπάρξει λέξη διπόρος, διότι στην ελληνική τα σύνθετα με το δι- ανεβάζουν τον τόνο. Αυτός που έχει δύο πτυχές είναι δίπτυχος, αυτός που έχει δύο πόδια είναι δίποδος, αυτός που έχει δύο χώρους είναι δίχωρος και ούτω καθεξής. Αυτός λοιπόν που έχει δύο πόρους είναι δίπορος, όχι διπόρος. Λέξη «δίπορος» μπορεί να υπάρξει, και υπάρχει.

Μα καλά, δεν θα μπορούσε να κατεβεί ο τόνος χάριν του μέτρου; θα ρωτήσετε. Δεν το βρίσκω τόσο πιθανό, αλλά, έτσι για χάρη της συζήτησης ας υποθέσουμε ότι ο τόνος κατέβηκε για κάποιο λόγο. Όμως, τι σημαίνει δίπορος; Η λέξη «δίπορος» εμφανίζεται μία και μοναδική φορά στο σύνολο της αρχαίας γραμματείας, στις Τρωάδες του Ευριπίδη: δίπορον κορυφάν ίσθμιον (στίχος 1097) και σημαίνει, προφανέστατα, την περιοχή που έχει δυο περάσματα. Πουθενά δεν βρήκα, παρ’ όλο που έψαξα με μεγάλη επιμέλεια, κάποιο χωρίο που να συνδέει τη λέξη δίπορος με τις θηλάζουσες γυναίκες!

Επομένως, η δήθεν σωστή φράση «ασθενής και διπόρος» είναι κατασκευασμένη εκ των υστέρων και έγινε από την επιθυμία να διορθωθεί η γνωστή σε όλους μας παροιμιώδης φράση. Και αφού η φράση είναι παροιμιώδης, ας δούμε τι λέει γι’ αυτήν ο Νικόλαος Πολίτης στο μνημειώδες έργο του. Είμαστε τυχεροί, γιατί τη φράση την έχει καταλογογραφήσει στο λήμμα ‘αμαρτία’ κι έτσι υπάρχει στο εκδομένο τμήμα του έργου του, που φτάνει έως την αρχή του γράμματος Ε, ενώ το υπόλοιπο μένει να σκονίζεται σε κάποια υπόγεια προς δόξαν του ελληνικού κράτους που δεν μπορούσε να διαθέσει για ένα έργο εθνικής σημασίας το ένα εκατοστό απ’ όσα φάγανε οι… επιχειρηματίες της ηλεκτρικής ενέργειας. Λοιπόν, ο Πολίτης (τον μεταφράζω σε νεότερα ελληνικά), αφού χαρακτηρίσει «κοινότατη» τη φράση, λέει:

Η παροιμία σημαίνει ότι επιτρέπεται να καταλύουν τη νηστεία, χωρίς να αμαρτήσουν, ο ασθενής, για θεραπεία της νόσου, και ο οδοιπόρος, λόγω της δυσχέρειας να προμηθευτεί τα αναγκαία.
Και συνεχίζει: Από την αρχαΐζουσα γλώσσα φαίνεται να είναι εκκλησιαστικό ρητό, αγνοώ όμως πόθεν ελήφθη.
Και προσθέτει: Η ορθόδοξη εκκλησία συγχωρεί την κατάλυση της νηστείας στους ασθενείς και στις λεχώνες: «Η νηστεία επενοήθη δια το σώμα ταπεινώσαι. Ει ουν το σώμα εν ταπεινώσει εστί και ασθενεία, οφείλει μεταλαβείν, καθώς βούλεται και δύναται βαστάσαι, τροφής και ποτού (Τιμόθεος Αλεξανδρείας).
Τέλος, παραθέτει μια ρώσικη παροιμία: Τον οδοιπόρο ο Θεός συγχωρεί.

Πράγματι, η φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» δεν είναι αυθεντικά εκκλησιαστική, δεν υπάρχει σε πατερικό ή άλλο κείμενο. Πρόκειται για μεταγενέστερη παροιμιώδη φράση, απόσταγμα λαϊκής σοφίας παρόμοιο με τη ρώσικη παροιμία που δίνει ο Πολίτης. Άλλη παροιμιώδης φράση με «διπόρο» δεν υπήρξε ποτέ. Η εξαίρεση του οδοιπόρου από την υποχρέωση της νηστείας μπορεί να μην κατοχυρώνεται από την εκκλησία, βρήκε όμως ισχυρότατη απήχηση στη ζωή, αφού μέχρι αρκετά πρόσφατα τα χερσαία ταξίδια ήταν μακρόχρονες και δύσκολες υποθέσεις. Παρεμπιπτόντως, στο Ισλάμ οι ταξιδιώτες εξαιρούνται από την υποχρέωση της νηστείας.

Πάντως, τα εκκλησιαστικά κείμενα που βρήκα για το θέμα της νηστείας εξαιρούν μόνο τους ασθενείς (εκτός ει μη δι’ ασθένειαν σωματικήν εμποδίζοιτο, λέει ο 69ος αποστολικός κανόνας) και δεν κάνουν λόγο για άλλες εξαιρέσιμες κατηγορίες. Μάλιστα, στην πρώτη ομιλία «Περί νηστείας», ο Μέγας Βασίλειος ούτε τους ασθενείς εξαιρεί από την υποχρέωση της νηστείας, την οποία θεωρεί ευεργετική για την υγεία, αφού, όπως λέει, τη διατάζουν και οι γιατροί:  Καὶ μὴν τοῖς ἀσθενοῦσιν οὐχὶ βρωμάτων ποικιλίαν, ἀλλ’ ἀσιτίαν καὶ ἔνδειαν οἶδα τοὺς ἰατροὺς ἐπιτάσσοντας. Αλλά αυτό είναι, ας πούμε, προσωπική του άποψη. Την ίδια εποχή ο Ιωάννης Χρυσόστομος έγραφε λέει ότι κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα κατηγορήσει κάποιον που εξαιτίας σωματικής ασθένειας δεν μπορεί να νηστέψει. Δεν ισχυρίζομαι ότι έχω αναδιφήσει το σύνολο των εκκλησιαστικών κειμένων, κάθε άλλο. Ωστόσο, δεν μπόρεσα να βρω κανένα χωρίο που να εξαιρεί ρητά τις θηλάζουσες από την υποχρέωση της νηστείας. Φαντάζομαι πως το θέμα θα ήταν ελαφρώς ταμπού για την εκκλησία και θα περνούσε στο ντούκου. Και το απόσπασμα που δίνει ο Νικόλαος Πολίτης δεν μου φαίνεται να κατονομάζει ρητά τις λεχώνες, εκτός κι αν η λοχεία θεωρείται ταπείνωση.

Αυτά για τον «διπόρο».

Επίσης, πρόσφατα (ξανα)κυκλοφόρησε στο Διαδίκτυο μια άλλη θεωρία, που δεν δέχεται τον «οδοιπόρο» αλλά υποστηρίζει ότι η τάχαμου σωστή λέξη είναι «ωδιπόρος». Η εκδοχή αυτή αναπτύσσεται σε άρθρο του αρχιμανδρίτη Γεωργίου Χρυσοστόμου, και πρόσφατα αναδημοσιεύτηκε σε αρκετούς θρησκευτικούς ιστότοπους και ιστολόγια (π.χ. εδώ). [Στο μεταξύ, ο αρχιμανδρίτης Χρυσοστόμου έχει πλέον γίνει μητροπολίτης Κίτρους και Κατερίνης].

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, όσοι λένε «ασθενής και οδοιπόρος» παρανοούν την έννοια της φράσης από άγνοια της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Ο κ. αρχιμανδρίτης, που ξέρει αρχαία, μας λέει ότι η σωστή λέξη είναι «ωδιπόρος». Το δεύτερο συνθετικό είναι το πράγματι πολύ κοινό -πόρος, ενώ για το α’ συνθετικό μας λέει:

H λέξη όμως «ωδι» προέρχεται από το ρήμα «ωδίνω», που έχει αρκετές σημασίες (κυριολεκτικά): Έχω ωδίνες, κοιλοπονώ, τίκτω, γεννώ, αλλά και (μεταφορικά) επιθυμώ πάρα πολύ να φάω, κάτι όπως η εγκυμονούσα, κάνω κάτι να τρέμει, σαν την ετοιμόγεννη γυναίκα (βλ. Aντιλεξικόν ή Oνομαστικόν της Nεοελληνικής Γλώσσης, εκδ. β’, Aθήναι 1990). Πόσες φορές λοιπόν έχουμε ακούσει ότι η έγκυος γυναίκα ζητά να φάει κάτι, για να μην «ρίξει» το παιδί, να μην αποβάλλει;

Η ανύπαρκτη λέξη «ωδιπόρος» έχει τα ίδια προβλήματα με την ανύπαρκτη λέξη «διπόρος». Πρώτον, δεν υπάρχει, δεν καταγράφεται πουθενά. Σε κανένα λεξικό, σε κανένα σύγγραμμα, σε καμιά επιγραφή. Δεύτερον, δεν θα μπορούσε να υπάρξει τέτοια λέξη. Ακόμα κι αν συνθέταν οι αρχαίοι μια λέξη από το «ωδίνω» και το «πόρος», η λέξη αυτή θα ήταν «ωδινοπόρος» (προσέξτε ότι υπάρχει στα αρχαία λέξη «ωδινολύτης»).

Τα τελευταία χρόνια έχω δει επίσης να «διορθώνουν» το «ασθενής και οδοιπόρος» υποστηρίζοντας ότι το «σωστό» είναι «ωδειπόρος». Και αυτή όμως η λέξη, ο ωδειπόρος, που δεν μας εξηγούν γιατί να σημαίνει την έγκυο γυναίκα και πώς ετυμολογείται, είναι εξίσου ανύπαρκτη. Δεν υπάρχει πουθενά, και κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να υπάρξει, αφού δεν βλέπω να είναι κανονικά σχηματισμένη.

Οπότε, τόσο τον ωδειπόρο όσο και τον ωδιπόρο πρέπει να τον στείλουμε στον κάλαθο των αχρήστων, παρέα με τον διπόρο, καθώς και με τον οιδιπόρο, τον ωδυπόρο, τον ωδοιπόρο, τον διφόρο και όλες τις άλλες παραλλαγές που σκαρφίζονται διάφοροι προσπαθώντας να αμφισβητήσουν το ολοφάνερο «οδοιπόρος».

Θα μου πείτε, γιατί να καταφύγει κανείς σε τέτοιες γλωσσικές ακροβασίες για να αμφισβητήσει μια τόσο γνωστή παροιμία; Εδώ υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη, είναι αυτή που είχε εκθέσει ο φίλος Μπουκανιέρος σε σχόλιό του στο παλιότερο άρθρο. Δηλαδή, ότι οι λογιότατοι ενοχλούνται όταν υπάρχουν λόγιες εκφράσεις που τις χρησιμοποιεί ο πολύς λαός και τις καταλαβαίνει, διότι κάτι τέτοιο τούς δημιουργεί υπαρξιακό πρόβλημα. Οπότε, βάζουν τα δυνατά τους να ανακαλύψουν ή να κατασκευάσουν κάποιο λάθος στην κοινόχρηστη λόγια έκφραση, να την αποδείξουν σώνει και καλά λαθεμένη. Κάτι ανάλογο άλλωστε έχει γίνει πολλές φορές, π.χ. στο παν μέτρον άριστον, τους ασκούς του Αιόλου, τις καλένδες κτλ.

Πολύ οξυδερκής παρατήρηση αυτή -πιστεύω πως διατηρεί γενικά την αξία της, όμως στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι ανάγκη να πάμε τόσο μακριά. Ο αρχιμανδρίτης αρθρογράφος το λέει καθαρά, υπάρχει σοβαρός λόγος που η φράση «ασθενής και οδοιπόρος» ενοχλεί: Aκόμη και εάν το κείμενο εννοούσε «οδοιπόρο» και όχι «ωδιπόρο», θα δικαιολογούνταν η κατάλυση μόνον στην περίπτωση που αυτός ο (τέλος πάντων) «οδοιπόρος» ήταν κάποιος που περπάτησε επί πολλές ώρες, κατάκοπος και εξαντλημένος από τις κακουχίες του ταξιδιού. Φτάνουμε όμως στο σημείο να απαλλάσσονται από τη νηστεία και όσοι πηγαίνουν μία εκδρομή. Δεν νηστεύουν με τη δικαιολογία ότι ταξίδεψαν(η έμφαση δική του). Η εκκλησία δηλαδή δεν θέλει να επικαλούνται τη φράση κάποιοι και να «λουφάρουν», που θα λέγαμε στο στρατό, τη νηστεία. Βέβαια, η φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» είναι έκφραση λαϊκής σοφίας, όχι θρησκευτικός κανόνας.

Σπεύδω να διευκρινίσω πως το δικό μου ενδιαφέρον δεν είναι θρησκευτικό, είναι φιλολογικό. Και φιλολογικά κρίνοντας, ανακεφαλαιώνω: Λέξη διπόρος ή ωδιπόρος δεν υπάρχει, η μόνη μορφή της παροιμίας είναι «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει».

Λίγα ακόμα για την πιθανή προέλευση της φράσης. Είπα πιο πάνω ότι στο Ισλάμ οι ταξιδιώτες εξαιρούνται από την υποχρέωση της νηστείας. Συγκεκριμένα, όπως μου υπέδειξε πρόσφατα φίλος του ιστολογίου, το Κοράνι, στη σούρα 2, εδάφιο 184 λέει: Όποιος από σας είναι άρρωστος ή ταξιδεύει, να νηστέψει ίσο αριθμό ημερών άλλη φορά. Αλλά αν δεν μπορείτε να υπομείνετε τη νηστεία, υπάρχει η αντιστάθμιση να δώσετε τροφή σ’ έναν φτωχό. Θα μπορούσε λοιπόν μέσα στην Τουρκοκρατία, να διαμορφώθηκε η φράση «ασθενής και οδοιπόρος…» υπό την επήρεια της ισλαμικής διδασκαλίας, αν και τίποτα δεν αποκλείει τον ανεξάρτητο σχηματισμό -υπάρχει άλλωστε και η ρώσικη παροιμία που είδαμε πιο πάνω.

Όσο για τη συγκεκριμένη διατύπωση της παροιμίας, η μεν κατάληξη «αμαρτίαν ουκ έχει» είναι συχνή σε εκκλησιαστικά συμφραζόμενα, αλλά και η συνύπαρξη ασθένειας και οδοιπορίας στην ίδια φράση απαντά σε αρκετούς βυζαντινούς. Ας πούμε, στον Ιωάννη Καντακουζηνό διαβάζουμε κάποιοι έκαναν μια επίσκεψη «και γῆρας καὶ σωματικὴν ἀσθένειαν καὶ τοὺς πρὸς τὴν ὁδοιπορίαν πόνους παριδόντες», ενώ σε επιστολή του Νικ. Μυστικού ότι «καὶ οὐ δειλιῶμεν τὸ γῆρας οὔτε τὴν ἀσθένειαν οὔτε τὴν ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ταλαιπωρίαν».

Κλείνοντας, παρακαλώ θερμά: Αν κάποιος από τους αγαπητούς αναγνώστες μπορεί να τεκμηριώσει ότι υπάρχει λέξη «διπόρος» ή «ωδιπόρος» ή «ωδειπόρος» ή κάποια παρεμφερής λέξη με τη σημασία της εγκύου ή της θηλάζουσας γυναίκας, τον παρακαλώ θερμά να με βγάλει από την πλάνη. Έως τότε όμως δικαιούμαι να θεωρώ μύθο τον διπόρο, τον ωδιπόρο και τον οιδιπόρο -και επαναλαμβάνω ότι «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτία δεν έχει».

Aλλά θα επικαλεστώ και την αυθεντία. Την παροιμία «ασθενής και οδοιπόρος» στην πατροπαράδοτα γνωστή μορφή της την υποστηρίζει και ανώτατος εκκλησιαστικός, ο μητροπολίτης Ηλείας Γερμανός, ο οποίος σε άρθρο του αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Μερικές φορές κάποιοι συνάνθρωποί μας, δια διαφόρους λόγους, δημιουργούν προβλήματα σε θέματα, που είναι σαφή και απλά, ώστε να προκαλείται σύγχυσις στην ζωή μας.

Έτσι τελευταίως εμφανίζονται κάποιοι θεολογικοφιλολογούντες, οι οποίοι ανεκάλυψαν τάχα ότι αυτό που λέει και κατανοεί ο λαός μας αιώνες τώρα δια την νηστείαν, ακολουθώντας την Κανονική παράδοσι των πατέρων μας, ότι δηλαδή «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει», είναι τάχα λανθασμένον και ότι το ορθόν είναι να λέμε και να γράφωμε «ασθενής και ωδει(ι) πόρος (η διπόρος) αμαρτίαν ουκ έχει».

Και συνεχίζοντας ο σεβασμιότατος εκθέτει αναλυτικά και τεκμηριωμένα για ποιο λόγο η λαϊκή παροιμία αναφέρεται όντως στους οδοιπόρους: αφενός ότι οι λέξεις ωδειπόρος, ωδιπόρος κτλ. δεν υπάρχουν σε κανένα λεξικό, οπότε πώς τις πληροφορήθηκε ο λαός; και αφετέρου διότι η έννοια του οδοιπόρου είναι σύμφωνη και με τους ιερούς κανόνες και με την παράδοση της εκκλησίας (διαβάστε τα εδώ).

Οπότε, αν δεν πιστεύετε εμένα, πιστέψτε τον μητροπολίτη κ. Γερμανό: το σωστό είναι «Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει»!

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικοί μύθοι, Επαναλήψεις, Θρησκεία, Λαογραφία, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 101 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στη Θεοδώρα και στον Θόδωρο!

Posted by sarant στο 11 Μαρτίου, 2022

Στο ιστολόγιο συνηθίζουμε να δημοσιεύουμε άρθρα, αφιερωμένα σε ονόματα, τη μέρα της γιορτής τους, και με τον καιρό έχουμε καλύψει τα περισσότερα διαδεδομένα αντρικά και γυναικεία ονόματα -τη Μαρία και την Άννα, τον Δημήτρη και τη Δήμητρα, τον Γιάννη, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Κώστα και την Ελένη, τον Στέλιο και τη Στέλλα, τον Χρίστο (ή Χρήστο) και την Κατερίνα. Από τα λιγότερο συχνά έχουμε αφιερώσει άρθρο στον Σπύρο , στον Θανάση και στον Σταύρο, ενώ παλιότερα στον Θωμά, στον Στέφανο, στον Χαράλαμπο, στην Παρασκευή και τον Παρασκευά. Τελευταίο άρθρο της κατηγορίας αυτής είχαμε τον Γενάρη, για τον Αντώνη και την Αντωνία.

Σήμερα θα τιμήσουμε με το άρθρο μας τα ονόματα Θεοδώρα και Θεόδωρος -η γιορτή των Αγίων Θεοδώρων, βέβαια, είναι αύριο, που είναι Σάββατο. Είναι κινητή γιορτή, πέφτει το Σάββατο μετά την Καθαρά Δευτέρα, αλλά αφού το Σάββατο είναι μέρα αφιερωμένη στα μεζεδάκια είπα να δημοσιεύσω το άρθρο σήμερα. Έχω κι έναν ακόμα λόγο γι’ αυτό, διότι και σήμερα γιορτάζουν κάποιες Θεοδώρες, αφού σήμερα είναι η γιορτή της Αγίας Θεοδώρας της Άρτας, της πολιούχου αγίας της πόλης. Αυτή η γιορτή είναι σταθερή βέβαια και είναι απλώς σύμπτωση ότι πέφτει μία μέρα πριν από την πανελλήνια των Αγίων Θεοδώρων.

Για να είμαι ακριβέστερος, σήμερα, δηλαδή το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής, τιμάται το θαύμα με τα κόλλυβα που έκανε ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων τον καιρό του Ιουλιανού. Ο άγιος αυτός λέγεται έτσι επειδή είχε καταταγεί νεοσύλλεκτος (tiro στη στρατιωτική ορολογία των Ρωμαίων) και μαρτύρησε για την πίστη του, κάηκε ζωντανός στην πυρά το 307. Το θαύμα το έκανε 55 χρόνια μετά, όταν εμφανίστηκε στον ύπνο του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και του έδωσε οδηγίες. Υπάρχει όμως και άλλος άγιος Θεόδωρος, ο Στρατηλάτης, συντοπίτης κατά σύμπτωση του Τήρωνος, και γι’ αυτό συχνά τους μπερδεύουν. Ο καθένας από τους δυο τους έχει και άλλη γιορτή, τον Φεβρουάριο και στις 12 Μαΐου, αλλά οι περισσότεροι Θόδωροι που ξέρω, όπως και οι Θεοδώρες (εκτός αν είναι από την Άρτα γιορτάζουν το Σάββατο. Πολλά είπα και σας μπέρδεψα οπότε σταματάω με τα εορτολογικά, πάντως επειδή είναι δύο οι γνωστοί Θεόδωροι που άγιασαν γι’ αυτό και το αγιώνυμο, σε εκκλησίες και τοπωνύμια, φέρεται συνήθως στον πληθυντικό: Άγιοι Θεόδωροι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εορταστικά, Εορτολόγιο, Ονόματα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 202 Σχόλια »

Στη σωστή πλευρά της ιστορίας

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2022

Το κλισέ ακούγεται συνεχώς τις τελευταίες μέρες. Χτες, ας πούμε, στη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκίνησε την εισήγησή του λέγοντας ότι «η Ελλάδα βρίσκεται στη σωστή πλευρά της ιστορίας», ενώ προχτές, μιλώντας στη Βουλή, στη συζήτηση για τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας, τόνισε ότι «ήμασταν πάντα στη σωστή πλευρά της ιστορίας«.

Στον φιλοκυβερνητικό Τύπο βρίσκω δεκάδες άρθρα που επαναλαμβάνουν το κλισέ για τη «σωστή πλευρά» της ιστορίας.

Το κλισέ είναι όμως διεθνές. Πριν από 4 μέρες, ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς, στην ομιλία του στη Μπούντεσταγκ με την οποία εξάγγειλε το κολοσσιαίο εξοπλιστικό πρόγραμμα της χώρας του, τόνισε ότι «στεκόμαστε στη σωστή πλευρά της ιστορίας«. Aκριβέστερα, ο Γερμανός καγκελάριος είπε ότι «εμείς, ως δημοκράτισσες και δημοκράτες, ως Ευρωπαίες και Ευρωπαίοι, στεκόμαστε στο πλευρό τους [των Ουκρανών], στεκόμαστε στη σωστή πλευρά της ιστορίας» (Als Demokratinnen und Demokraten, als Europäerinnen und Europäer stehen wir an ihrer Seite – auf der richtigen Seite der Geschichte).

Αν όμως η φράση για τη σωστή πλευρά της ιστορίας χρησιμοποιείται κατά κόρον στον σημερινό πόλεμο, αυτό δεν σημαίνει ότι ακούστηκε τώρα πρώτη φορά. Ο πρωθυπουργός, ειδικά, την έχει χρησιμοποιήσει κι άλλες φορές στο παρελθόν -για παράδειγμα, σε συνέντευξή του πριν από ένα χρόνο σε ξένο περιοδικό, τόνισε ότι «Η ιστορία της Ελλάδας ήταν πάντα ιστορία θριάμβων τους οποίους ακολούθησαν καταστροφές. Αλλά η διαδρομή ήταν πάντα η σωστή. Ήμασταν πάντα στη σωστή πλευρά της Ιστορίας όταν κληθήκαμε να κάνουμε μεγάλες επιλογές».

Δεν είναι όμως μονοπώλιο του σημερινού πρωθυπουργού η φράση. Ο προκάτοχός του, ο Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας στην 55η διάσκεψη για την ασφάλεια, στο Μόναχο το 2019, είπε, αναφερόμενος στη Συμφωνία των Πρεσπών, ότι «Είμαι πολύ υπερήφανος και είμαι πεπεισμένος ότι εγώ και ο Ζόραν Ζάεφ βρισκόμαστε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας»

Από πότε εμφανίζεται η έκφραση; Για να είναι διεθνής, σημαίνει πως πρέπει να υπάρχει και στα αγγλικά. Και πράγματι ένα πολύ γνωστό πρόσφατο βιβλίο, του συντηρητικού Αμερικανού διανοούμενου Μπεν Σαπίρο έχει τίτλο The Right Side of History. Το βιβλίο του Σαπίρο, που είναι ύμνος προς τις «δυτικές αξίες» κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2019. Βέβαια, τη φράση δεν την επινόησε ο Σαπίρο, απλώς βοήθησε να γίνει περαιτέρω γνωστή. Όταν ο Τσίπρας χρησιμοποίησε τη φράση στο Μόναχο, το βιβλίο του Σαπίρο δεν είχε εκδοθεί, αλλά και μερικά χρόνια νωρίτερα είχε προηγηθεί άλλο βιβλίο, του Adrian Brooks, με τίτλο The Right Side of History: 100 Years of LGBTQ Activism. Έχω πάντως την εντύπωση ότι η σωστή πλευρά του κ. Μπρουκς δεν είναι ίδια με τη σωστή πλευρά του κ. Σαπίρο.

Συνεχιζοντας την έρευνα για τις απαρχές της φράσης, αν υπάρχει «σωστή» πλευρά θα υπάρχει και «λάθος» πλευρα. Και πράγματι, βρίσκω ότι το 2011 ο Μπάρακ Ομπάμα, σε συνάντηση με τον τότε πρόεδρο του Μεξικού, είχε επισημάνει ότι ο Καντάφι βρισκόταν «on the wrong side of history». Δεν αποκλείεται λοιπόν η «σωστή πλευρά της ιστορίας» να γεννήθηκε υποχωρητικά, από τη «λάθος πλευρά, αν βεβαια αυτή προϋπήρξε ως φράση.

Προσθήκη:  Όπως αναφέρει ο φίλος μας  ο Spiridione στο σχόλιο αρ. 4, η έκφραση on the right side of history ήταν αγαπημένη του Μπάρακ Ομπάμα αλλά και του Μπιλ Κλίντον πριν από αυτόν.

Αλλά έχει «πλευρές» η ιστορία; Θα μου πείτε, για να το λέει ο Μητσοτάκης και ο Ομπάμα (και ο Τσίπρας!) θα έχει. Αλλά και πάλι, εγω δεν το καταλαβαίνω. Δεν μπορώ να δω τις πλευρές της ιστορίας, ενώ βλέπω καλά τις πλευρές της μιας ή της άλλης αντιπαράθεσης.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, και πολύ θα χαρώ να με διορθώσετε, όποιος λέει «βρίσκομαι στη σωστή πλευρά της ιστορίας» εννοεί «βρίσκομαι στην πλευρά εκείνη [της αντιπαράθεσης] που έχει δικαιωθεί ή που πρόκειται να δικαιωθεί από την ιστορία». Η φράση έχει κάπως περισσότερο νόημα όταν, αυτός που το υποστηριζει αυτό, τάσσεται υπέρ μιας άποψης που δεν έχει γίνει ακόμα ομόθυμα αποδεκτή, που συναντά ενστάσεις και αντίθεση -όπως, ας πούμε, τη χρησιμοποίησε ο Τσίπρας το 2019 όταν υποστήριξε ότι βρίσκεται από την πλευρά που θα δικαιωνόταν από την ιστορία (και κατά τη γνώμη μου έχει ήδη δικαιωθεί).

Διότι βέβαια η ιστορία επιδέχεται ερμηνείες. Η «σωστή» πλευρά, αν θέλετε «η πλευρά που δικαιώθηκε από την ιστορία» δεν είναι πάντοτε εύκολο να προσδιοριστεί. Μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως ας πούμε στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, να συμφωνούμε σχεδόν όλοι ποια ήταν η σωστή πλευρά, αλλά τι θα λέγατε για τον Α’ Παγκόσμιο; Ποια ήταν τότε η σωστή πλευρά; Των νικητών; Των ηττημένων; Των ουδέτερων; Όσων αντιτάχθηκαν στον πόλεμο; Και ο Σαλβατόρ Αλιέντε με ποια πλευρά ήταν; Τη σωστή ή τη λαθεμένη;

Ή θα πούμε ότι η «σωστή πλευρά» είναι η πλευρά των νικητών; Αυτό θα ήταν χυδαία ερμηνεία, χώρια που θα σήμαινε οτι αν, ας πούμε, οι ρωσικές δυνάμεις έμπαιναν από την πρώτη μέρα στο Κίεβο θα έπρεπε να δεχτούμε ότι ο Πούτιν στεκόταν στη σωστή μεριά της ιστορίας.

Νομίζω λοιπόν ότι κάποιες φορές το κλισέ χαρίζει κύρος και «αντικειμενικότητα» σε μια άποψη που είναι υποκειμενική. Ταυτόχρονα, από τους δεξιούς διανοούμενους η φράση για τη σωστή πλευρά της ιστορίας χρησιμοποιείται για να αναχθούν οι δυτικές αξίες σε απόλυτες, που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.

Παρόλο που, για πολλούς από αυτούς, η σωστή πλευρά της ιστορίας είναι, απλώς, αυτή που βρίσκεται πιο κοντά στην κουτάλα.

Posted in Επικαιρότητα, Κλισέ, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 266 Σχόλια »

Κοψίδια για τσίκνισμα

Posted by sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2022

Σημερα είναι η Πέμπτη η Κρεατινή, η Τσικνοπέμπτη. Το έθιμο επιβάλλει να τσικνίσουμε, να φάμε δηλαδή κρέας ψητό, και μάλιστα να αναδίδει την τσίκνα του ψησίματος, όπως στη φωτογραφία.

Tο ιστολόγιο προσφέρει βέβαια κάθε Σάββατο μεζεδάκια, σήμερα όμως, για να τιμήσει τη μέρα, θα σας κεράσει κοψίδια μόνο, αλλά λεξιλογικά. Θα λεξιλογήσουμε δηλαδή για μερικά από τα εδέσματα που ταιριάζουν την Τσικνοπέμπτη.

Το περίεργο είναι ότι τόσα χρόνια (διότι, κακά τα ψέματα, τούτη είναι η δέκατη τρίτη ιστολογημένη Τσικνοπέμπτη μας!) δεν έχουμε γράψει ανάλογο άρθρο -εκτός αν και ξεχνάω και δεν ψάχνω καλά στα περιεχόμενα του ιστολογίου. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, όμως.

Και ξεκινάμε από την ίδια τη λέξη, την Τσικνοπέμπτη, που βλέπουμε αμέσως ότι είναι σύνθετη από την τσίκνα και την Πέμπτη. Η τσίκνα, πάλι, εμφανίζεται στην ελληνική γλώσσα στα βυζαντινά χρόνια, πρώτα μάλλον στον Πτωχοπρόδρομο, που ο καημένος παραπονιέται στον αυτοκράτορα (τον Μανουήλ Κομνηνό, αν δεν σφάλλω) ότι ο γείτονάς του, αν και αμόρφωτος, κοσκινάς στο επάγγελμα, καλοτρώει ενώ ο ίδιος στερείται και το ψωμί:

καὶ βλέπω τὴν ἰστίαν του πῶς συχνοφλακαρίζει,
καὶ πῶς πολλάκις τῶν κρεῶν ἀπολυόντων τσίκναν,
ποτὲ δὲ τὴν ἀνθρακιὰν τὴν φοβερὰν ἐκείνην
κειμένην βλέπω, βασιλεῦ, μετὰ τῶν ὀψαρίων
καὶ τσίκναν φέρουσαν πολλὴν μετὰ καὶ τῶν βρωμάτων,
καὶ ἐγὼ τσικνώνω διὰ ψωμὶν καὶ οὐκ ἔχω το νὰ φάγω,

Το «τσικνώνω», σύμφωνα τουλάχιστον με τον Χανς Αϊντενάιερ στα Πτωχοπροδρομικά, είναι φτιαχτή λέξη από την τσίκνα. Λιγουρεύομαι, από τα συμφραζόμενα;

(Να πούμε εδώ ότι η λέξη τσίκνα πέρα από την τρέχουσα σημασία, της μυρωδιάς από το κρέας που ψήνεται, έχει και την πολύ λιγότερο ευχάριστη σημασία της μυρωδιάς από κάτουρα, ιδίως σε ρούχα ή στρώματα -αψιά η μία μυρωδιά, αψιά κι η άλλη, βέβαια. Τη σημασία αυτή δεν τη βρίσκω στα σημερινά λεξικά, τουλάχιστον του Μπαμπινιώτη και το ΛΚΝ, αλλά την έχει π.χ. η Πρωία, λεξικό προπολεμικό, όπου έχει επίσης τη σημασία «οσμή καιομένων τριχών», ιδίως στο κεφάλι του σφαχτού που ψήνεται).

Για την ετυμολογία της τσίκνας η πιο διαδεδομένη θεωρία είναι ότι προέρχεται από το αρχαίο κνίσα, το οποίο, εδώ που τα λέμε, σήμαινε το ίδιο πράγμα, μια λέξη ήδη ομηρική (με τον τύπο κνίση), που έπαιζε άλλωστε σημαντικό ρόλο αφού οι θεοί του Δωδεκαθέου ακριβώς απολάμβαναν την κνίσα από τις θυσίες –κνίση δ’ οὐρανὸν ἷκεν ἑλισσομένη περὶ καπνῷ στο Α της Ιλιάδας, ή «κι η κνίσα ανέβαινε στρουφίζοντας με τον καπνό στα ουράνια» στη μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 90 Σχόλια »

Της καρδιάς

Posted by sarant στο 14 Φεβρουαρίου, 2022

Του Αγίου Βαλεντίνου σήμερα, γιορτή των ερωτευμένων, ίσως ξενόφερτη αλλά εξίσου ξενόφερτα, μόνο παλιότερα, είναι κι άλλα έθιμα και πράγματα που τα θεωρούμε απολύτως φυσιολογικά και συνυφασμένα με την ιδιοσυστασια μας, σαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τα κλαρίνα, η γαλοπούλα των Χριστουγέννων ή η ντοματοσαλάτα.

Οπότε, σήμερα το ιστολόγιο θα τιμήσει τη μέρα όπως μπορεί και ξέρει, δηλαδή λεξιλογικά -εσείς πάλι, αφού κάνετε τα σχόλιά σας, μπορείτε να την τιμήσετε και με άλλους τρόπους.

Κι αφού ο έρωτας συμβατικά από εκεί εκπορεύεται, σήμερα θα λεξιλογήσουμε ακριβώς για την καρδιά.

Ο σημερινός τύπος, καρδιά, είναι μεσαιωνικός. Ο αρχαίος τύπος, καρδία, είναι ήδη ομηρικός -πιο σωστά, στον Όμηρο εμφανίζεται ο ιωνικός τύπος, καρδίη: Ἀχαιοῖσιν δὲ μέγα σθένος ἔμβαλ’ ἑκάστῳ καρδίῃ ἄληκτον πολεμίζειν ἠδὲ μάχεσθαι (Ιλ. Λ11-12) [«κι εφύσησε στων Αχαιών τα στήθη την ανδρείαν, να πολεμούν, να μάχονται και παύσιν να μη θέλουν» στη μετάφραση του Πολυλά]. Ωστόσο, ο Όμηρος χρησιμοποιεί πολύ συχνότερα τον παράλληλο τύπο «κραδίη».

Ωστόσο, οι αρχαίοι είχαν και μιαν άλλη λέξη, που ο Όμηρος τη χρησιμοποιεί ακόμα πιο συχνά: το κηρ, με περισπωμένη, γενική του κηρός, δοτική κήρι, με περισπωμένη. Πχ τὸ δ᾽ ἐμὸν κῆρ ἄχνυται ἐν θυμῷ, ὅθ᾽ ὑπὲρ σέθεν αἴσχε᾽ ἀκούω πρός Τρώων (Ιλ. Ζ523-4: κι εμένα πονάει η καρδιά τους Τρώες ακούγοντας το τι για σένα σέρνουν, λέει ο Έκτορας στον Πάρη στη μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή). Στους τραγικούς χρησιμοποιείται ο τύπος «κέαρ», που τον είχε χρησιμοποιήσει και η τραγική κ. Μανωλίδου σε διάσημο τουίτ της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , | 195 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στον Αντώνη και στην Αντωνία!

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2022

Σήμερα έχουμε 17 Ιανουαρίου, του αγίου Αντωνίου -γιορτάζουν ο Αντώνης και η Αντωνία λοιπόν. Οπότε, ταιριάζει να τους αφιερώσουμε το σήμερινό άρθρο, υπό τύπον δώρου.

Θα το ξέρετε ότι στο ιστολόγιο συνηθίζουμε να δημοσιεύουμε άρθρα, αφιερωμένα σε ονόματα, τη μέρα της γιορτής τους, και με τον καιρό έχουμε καλύψει τα περισσότερα διαδεδομένα αντρικά και γυναικεία ονόματα -τη Μαρία και την Άννα, τον Δημήτρη και τη Δήμητρα, τον Γιάννη, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Κώστα και την Ελένη, τον Στέλιο και τη Στέλλα, τον Χρίστο (ή Χρήστο) και την Κατερίνα. Από τα λιγότερο συχνά έχουμε αφιερώσει άρθρο στον Σπύρο και στον Θανάση (που γιορτάζει αύριο) και στον Σταύρο, ενώ παλιότερα στον Θωμά, στον Στέφανο και στον Χαράλαμπο. Τελευταίο τέτοιο άρθρο ήταν, πέρυσι το καλοκαίρι, στην Παρασκευή και τον Παρασκευά.

Σύμφωνα με μια κατάταξη των ελληνικών ονομάτων, το ανδρικό όνομα Αντώνης είναι από τα ονόματα μεσαίας συχνότητας: έρχεται στην 16η θέση, ανάμεσα στον Σπύρο και στον Μανώλη. Το γυναικείο Αντωνία είναι κάπως λιγότερο συχνό, αφού βρίσκεται στην 38η θέση των γυναικείων, ανάμεσα στη Νίκη και στην Ουρανία.

Ετυμολογικά, το όνομα Αντώνιος (η επίσημη μορφή του) είναι λατινικής προέλευσης. Θα θυμάστε από την ιστορία τον Μάρκο Αντώνιο, που ήταν μέλος της τριανδρίας στη Ρώμη μετά τη δολοφονία του Καίσαρα και έγινε εραστής της Κλεοπάτρας -και βέβαια το καβαφικό «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον».

Στην αρχαία Ρώμη, το όνομα Antonius ήταν οικογενειακό όνομα (gens), αντίστοιχο ας πούμε του δικού μας επωνύμου, αν και οι Ρωμαίοι είχαν και τρίτο όνομα, το cognomen, που κι αυτό στο επώνυμο αντιστοιχεί. Το οικογενειακό όνομα δείχνει την καταγωγή από έναν κοινό πρόγονο και οι Αντώνιοι της Ρώμης ήθελαν να κατάγονται από τον Ηρακλή: «ἦν δὲ καὶ λόγος παλαιὸς Ἡρακλείδας εἶναι τοὺς Ἀντωνίους, ἀπ’ Ἄντωνος παιδὸς Ἡρακλέους γεγονότας», όπως λέει ο Πλούταρχος στον Βίο του Αντωνίου. Η ετυμολογία του ονόματος στα λατινικά είναι άγνωστη -πιθανώς ετρουσκικής αρχής, λένε τα λεξικά.

Στα ελληνικά ο Αντώνης είναι το δεύτερο συχνότερο όνομα λατινικής προέλευσης. Το πρώτο, αρκετά συχνότερο, σας το αφήνω για κουίζ.

Με τον χριστιανισμό, το όνομα έγινε δημοφιλές χάρη στον άγιο Αντώνιο (έζησε περίπου από το 250 ως το 356) που ήταν ο θεμελιωτής του μοναχισμού στην Ανατολή και που ασκήτεψε στην έρημο επί πολλές δεκαετίες, όπου έγινε στόχος του πονηρού πνεύματος, που του έστελνε λάγνες οπτασίες για να τον κάνει να αμαρτήσει ή εξαπέλυε εναντίον του σμήνος δαιμόνων.

Αυτά τα έγραψε ο μέγας Αθανάσιος στον βίο του Αντωνίου, που έγινε εξαιρετικά δημοφιλές ανάγνωσμα, ίσως λόγω των σκανδαλιστικών λεπτομερειών. Το θέμα του Πειρασμού του αγίου Αντωνίου ενέπνευσε πολλούς πίνακες από τον 15ο έως τον 17ο αιώνα, αλλά και αργότερα, μέχρι και τον Σαλβατόρ Νταλί. Διάλεξα, για να συνοδέψω το άρθρο μας, έναν νεανικό πίνακα του Μιχαήλ Άγγελου (αντιγραφή απο χαρακτικό του Σονγκάουερ).

Σε αυτόν τον πίνακα, Άγγελοι ξεκίνησαν να ανυψώσουν τον Άγιο Αντώνιο στους ουρανούς, αλλά έπεσαν σε ενέδρα δαιμόνων, οι οποίοι προσπαθούν να αρπάξουν τον άγιο. Φοβερά πράγματα.

Οπότε, το όνομα έγινε δημοφιλές σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως την Ιταλία και την Ισπανία (κάπου ειδα ότι το Antonio ειναι το δεύτερο συχνότερο αντρικό όνομα στην Ισπανία). Στην Αγγλία υπάρχει η παραλλαγή Anthony, αντί του Antony -αυτό το h προστέθηκε τον 17ο αιώνα όταν κάποιος λόγιος ετυμολόγησε το όνομα από το ελληνικό άνθος (anth-). Στην Αγγλία το 1944 το Anthony ήταν το 6ο δημοφιλέστερο ανδρικό όνομα, αλλά έκτοτε έχει υποχωρήσει σε δημοτικότητα. Πολύ κοινό και το χαϊδευτικό Tony (ο Αντώνης Αμπατιέλος ήταν γνωστός ως Tony στην Αγγλία). Το όνομα υπάρχει και στις σλαβικές χώρες -ο Τσέχοφ ας πούμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εορταστικά, Ημερολογιακά, Ονόματα, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 205 Σχόλια »

Δεν είχε πάει μακριά η βαλίτσα

Posted by sarant στο 12 Ιανουαρίου, 2022

Την Κυριακή το πρωί επέστρεψα στο Λουξεμβούργο, μετά τις γιορτές, με απευθείας πτήση της Ετζίαν. Είχα μαζί μου δυο βαλίτσες, η μία -η μεγάλη- είχε ρούχα και συναφή, η μικρή είχε βιβλία. Στο Ελ Βενιζέλος ο αρμόδιος υπάλληλος με κατεύθυνε στον αριστερό από τους δυο μαιάνδρους που οδηγούν τους επιβάτες στην παράδοση των αποσκευών, εκεί όπου πρέπει να σκανάρεις μόνος σου τις ετικέτες και να τις κολλήσεις στις βαλίτσες σου. Δεν είχα ξανακάνει τη διαδικασία, υπήρχε όμως υπάλληλος που μας καθοδηγούσε. Ζύγισα τις δυο βαλίτσες μου, που τις είχα φέρει και τις δύο πολύ κοντά στο όριο, μόλις κάτω από τα 23 κιλά, σκάναρα, τύπωσα τις ετικέτες και τις πέρασα στο χερούλι της κάθε βαλίτσας -αν και όχι πολύ καλά.

Φτάνοντας στο Λουξεμβούργο τρεις ώρες αργότερα, στήθηκα στον ιμάντα και περίμενα να βγουν οι βαλίτσες μου. Οι άλλες έβγαιναν, οι δικές μου όχι. Ένας ένας οι άλλοι επιβάτες έπαιρναν τα μπαγκάζια τους και αποχωρούσαν, εγώ έμενα. Καναδυό φορές γελάστηκα πως είδα την μεγάλη, αλλά είχα λαθέψει -ήταν κάποια που της έμοιαζε, είναι και γκρίζα, μάλλον συνηθισμένη απόχρωση και κοψιά. Ενώ είχαμε μείνει πεντέξι που περιμέναμε ακόμα, ξαφνικά βλέπω τη μικρή, την κόκκινη βαλιτσούλα να ξεπροβάλλει καμαρωτή από το στόμιο της χοάνης. Την άδραξα και την απόθεσα στο καροτσάκι με τις ελπίδες αναπτερωμένες. Αφού ήρθε η μία, λέω, δεν θα αργήσει και το ταίρι της.

Αλλά οι ελπίδες μου διαψεύστηκαν. Ο ιμάντας ξέβρασε άλλες πέντε αποσκευές, ισάριθμοι επιβάτες που περίμεναν τις πήραν κι έφυγαν, κι εγώ απόμεινα να κοιτάζω το στόμιο. Σε λίγο σταμάτησε κιόλας να γυρίζει ο ιμάντας, και ένας ηλεκτρονικός κρωγμός σήμανε το τέλος της διαδικασίας. Καταπτοημένος κατευθύνθηκα προς τη θυρίδα των χαμένων αποσκευών για να δηλώσω την απώλεια, ενώ σκεφτόμουν πώς να περιγράψω τη βαλίτσα μου.

Tόσα χρόνια που ζω έξω κάνω πολλά αεροπορικά ταξίδια τον χρόνο -οπότε δεν ήταν η πρώτη φορά που μου συνέβη το ατύχημα να μην φτάσει η βαλίτσα μου. Μου έχει ξανατύχει κάμποσες φορές. Μια περίοδο που έπαιρνα μια πτήση μέσω Ζυρίχης που είχε σύντομη ανταπόκριση (διότι απευθείας πτήσεις δεν είχαμε πάντοτε από το Λουξεμβούργο στην Αθήνα τα προηγούμενα χρόνια) ήταν αρκετά συνηθισμένο να προλάβουμε την πτήση εμείς αλλά όχι οι αποσκευές μας -έρχονταν όμως με το επόμενο αεροπλάνο, την άλλη μέρα το πρωί. Πρώτη φορά όμως μου έτυχε να φτάσει η μία αποσκευή και να χαθεί η άλλη.

Όμως, κάπου εδώ ακούγεται από το βάθος μια φωνούλα: Εμείς εδώ λεξιλογούμε. Της κείνης ρήμασι πειθόμενος, λοιπόν, θ’ αδράξω την ευκαιρία να λεξιλογήσω για τη βαλίτσα και τις αποσκευές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Ταξιδιωτικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 161 Σχόλια »

Κάλαντα, έστω και με μάσκα

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2021

Όπως ανακοινώθηκε πριν από λίγο, από σήμερα το πρωί επανέρχεται η υποχρέωση να φοράμε μάσκα και στους εξωτερικούς χώρους -οπότε, συμπεραίνω, και οι παρέες των παιδιών που θα μας πουν τα κάλαντα θα πρέπει επίσης να μασκοφορούν, αν και αυτό δεν το ανακοίνωσε ρητα ο υπουργός Υγείας.

Έστω και με μάσκα όμως, η σημερινή παραμονή των Χριστουγέννων είναι η μέρα που λένε τα Κάλαντα, οπότε θα επαναλάβω ένα παλιότερο άρθρο μας για τα λεξιλογικά και άλλα των καλάντων, που τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από πέντε χρόνια.

Πριν προχωρήσω στο άρθρο, να σας θυμίσω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς, οπότε αν δεν έχετε ήδη ψηφίσει σας προτρέπω να ρίξετε τον οβ… την ψήφο σας εδώ!

Λοιπόν, μια και η μέρα το θέλει, ταιριάζει να μιλήσουμε σήμερα λιγάκι για την ιστορία όχι του εθίμου (έχουν γράψει τόσοι και τόσοι γι’ αυτό) αλλά της λέξης, της λέξης «κάλαντα».

Στην αρχή της αλυσίδας βρίσκουμε τις ρωμαϊκές νουμηνίες ή νεομηνίες, που τις έλεγαν calendae, καλένδες (υπάρχει και γραφή με k, kalendae, παρόλο που το γράμμα k είχε εκπέσει τότε). Για την προέλευση της λατινικής λέξης, είχε γραφτεί παλιότερα ότι προέρχεται από τη λατινική φράση calo luna novella, δηλαδή «ανακηρύσσω τη νέα σελήνη», με την οποία ο αρχιερέας του Καπιτωλίου ανάγγελλε τη νεομηνία. Ωστόσο, η φράση αυτή φαίνεται πως είναι προϊόν διπλής παρανάγνωσης, αφού οι περισσότερες πηγές την παραδίδουν ως calo Juno Covella, όπου Juno ήταν το ρωμαϊκό ισοδύναμο της Ήρας.

Το Covella μάλλον προέρχεται από το covus, παλαιότερη μορφή του cavus (“κούφιο”). Το κρίσιμο χωρίο είναι του Βάρρωνα (De lingua latina 6.27): Primi dies mensium nominati kalendae, quod his diebus calantur eius mensis nonae a pontificibus, quintanae an septimanae sint futurae, in Capitolio in curia Calabra sic dicto quinquies ‘kalo Iuno Covella’, septies dicto ‘kalo Iuno Covella’ (Οι πρώτες ημέρες του μήνα ονομάζονται Kalendae, επειδή τις ημέρες αυτές ανακοινώνονται [calantur] από τους ιερείς στην Αίθουσα των Ανακοινώσεων του Καπιτωλίνου οι Νώννες, εάν δηλαδή θα πέσουν στις πέντε ή στις επτά του μηνός, με τον ακόλουθο τρόπο: Ήρα Λειψή, σε καλώ την πέμπτη ημέρα ή Ήρα Λειψή, σε καλώ την έβδομη ημέρα). Προσέξτε και πάλι τη γραφή με k.

Ούτως ή άλλως, στην αρχή έχουμε το ρήμα calo, που είναι συγγενικό με το δικό μας το «καλώ» (και όχι δάνειο από το δικό μας όπως αφελώς γράφεται), αν και δεν έχω πρόχειρο τον Ερνού-Μεγιέ (το ετυμολογικό της λατινικής) κι έτσι κρατάω μιαν επιφύλαξη. Πάντως, από το calo προέκυψαν οι calendae και από εκεί και τα σημερινά calendar, calendrier, το δικό μας καλεντάρι κτλ.

Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, στην πρώτη του έκδοση, έδινε σαν προέλευση της λ. καλένδες τη λαθεμένη λατινική φράση (calo Juno novella). Η δεύτερη έκδοση διόρθωσε το λάθος, αλλά βέβαια δεν έχουν όλοι την ευχέρεια να προμηθεύονται τις επανεκδόσεις οπότε η αρχική, λαθεμένη εκδοχή αναφέρεται συχνά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία, Λαογραφία, Φρασεολογικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , | 334 Σχόλια »

Μένω ενεός, άναυδος, άφωνος: οι 50 αποχρώσεις της κατάπληξης

Posted by sarant στο 13 Δεκεμβρίου, 2021

Καθώς τελειώνει η χρονιά, κοίταζα τις προάλλες ποια ήταν τα πιο διαβασμένα άρθρα των τελευταίων 12 μηνών -αρχές Ιανουαρίου θα κάνουμε τον απολογισμό και θα αναφέρουμε κι αυτό το στοιχείο. Λοιπόν, μου έκανε εντύπωση ότι ένα άρθρο του 2012 βρισκόταν στις πρώτες 15 θέσεις. Αυτό καθαυτό δεν είναι περίεργο -υπάρχουν πολλά παλιά άρθρα που έχουν σταθερά μια ικανοποιητική αναγνωσιμότητα, π.χ. εκείνα για τις δάνειες λέξεις από τα τουρκικά ή τα αλβανικά, ή το άλλο με τα στιχάκια του στρατού. Όμως το συγκεκριμένο άρθρο, που έχει τίτλο Ενεοί και κεχηνότες, γνώρισε μέσα στο 2021 μια εντυπωσιακή αύξηση επισκεψιμότητας, που δεν ξέρω πού να την αποδώσω.

Σε εκείνο το άρθρο, είχα εξετάσει αυτές τις δύο λέξεις που τις λέμε για κάποιον που μένει άφωνος (ενεός) και με ανοιχτό το στόμα (κεχηνώς). Ενεός στα αρχαία είναι ο άφωνος αλλά και ο κωφάλαλος κάποτε, και συχνά ο ηλίθιος, ενώ κεχηνώς είναι μετοχή παρακειμένου του χάσκω -ο παρακείμενος είναι «κέχηνα». Το κεχηνώς είναι αρσενικό, αν θέλετε το θηλυκό του πρέπει να πείτε «κεχηνυία», αλλά αν κάποια φίλη πει «Μένω κεχηνυία» είναι μάλλον βέβαιο ότι θα της απαντήσουν «Κι εγώ μένω Ηλιούπολη».

Αυτό βέβαια είναι γνωστό αστείο με τις λέξεις αυτές, πιο γνωστό σε παραλλαγές όπως «Μένω άναυδος – Εγώ μένω Κάνιγγος», ενώ θυμάμαι ότι το «Μένω ενεός» το συνήθιζε ο μακαρίτης ο Μάρκος Δραγούμης όταν τον είχαμε προϊστάμενο στο μεταφραστικό, οπότε ήταν συνηθισμένη η ατάκα «Μένω ενεός – Εγώ μένω Βαλφερντάνζ» (προάστιο του Λουξεμβούργου).

Στο παλιό εκείνο άρθρο είχαμε δώσει πολλά συνώνυμα των εκφράσεων «μένω ενεός» και «μένω κεχηνώς», οπότε προχτές που το ξανακοιτούσα σκέφτηκα πως θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε σε ένα άρθρο όλες τις εκφράσεις που δηλώνουν κατάπληξη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έτσι που να φτιάξουμε ένα «άρθρο καταλογογράφησης».

Θυμίζω ότι στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει άλλα τέσσερα τέτοια άρθρα καταλογογράφησης, για τις 50 αποχρώσεις του χρήματοςτης μέθης, της αποτυχίας και του θανάτου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Κατάλογοι, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 239 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στον Νικο(κύρη) και πάλι!

Posted by sarant στο 6 Δεκεμβρίου, 2021

Ή αλλιώς, Νίκος κερνάει και Νίκος πίνει ή μάλλον Νίκος ξανακερνάει και Νίκος ξαναπίνει, αφού το σημερινό άρθρο, όπως δηλώνει και το «και πάλι» του τίτλου, είναι επανάληψη ενός παλιότερου που είχε δημοσιευτεί πριν από 4 χρόνια. Λουφάρω άρθρα, θα πείτε. Ίσως, αλλά το δικαιούμαι τη μέρα της γιορτής μου, δεν βρίσκετε;

Πάντως, στο σημερινό άρθρο έχω ενσωματώσει κάμποσα από τα σχόλιά σας προ τετραετίας, ανάμεσά τους κι ένα εκτενές του φίλου μας του π2 για το όνομα Νικόλαος στην αρχαιότητα.

Οπότε, μαζί με τα χρόνια πολλά σε όσους και όσες συνεορτάζουμε σήμερα, ας δούμε τα λεξιλογικά και άλλα του Νίκου.

Σύμφωνα με μια έρευνα για τα ελληνικά ονόματα, στην ιεραρχία των αντρικών ονομάτων ο Νίκος βρίσκεται σταθερά στην πέμπτη θέση, πίσω από τους «τέσσερις μεγάλους» (πρώτο τον Γιώργο και μετά την τριάδα Δημήτρη-Κώστα-Γιάννη) και πολύ μπροστά από τους υπόλοιπους (Χρήστο, Παναγιώτη, Βασίλη και λοιπές ονομαστικές δυνάμεις).

Με τη γυναικεία εκδοχή του ονόματος τα πράγματα μπλέκουν. Η Νίκη είναι στην 37η θέση, αλλά είναι τάχα όλες οι ανευρέσεις αυθεντικές ή υποκρύπτουν κάποιαν Ανδρονίκη; Υπάρχει όμως και η Νικολέτα που είναι στην 55η θέση, ενώ πολύ πιο πίσω έρχονται η Νικολίνα και η Νικόλ. Πάντως η γυναικεία εκδοχή του ονόματος είναι αισθητά σπανιότερη απο την ανδρική, που όπως είπαμε βρίσκεται στην πέμπτη θέση.

Βρίσκεται στην πέμπτη θέση πανελλαδικά αλλά στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη έχει σαφώς μεγαλύτερη συχνότητα και πρέπει να βρίσκεται πολύ κοντά στην τοπική πρώτη θέση (το λέω εμπειρικά, δεν ξέρω αν έχει δημοσιευτεί σχετική μελέτη). Ο λόγος για την αυξημένη δημοτικότητα του ονόματος στα νησιά είναι φυσικά ότι ο Άγιος Νικόλαος είναι θαλασσινός άγιος, ο προστάτης των ναυτικών και διάδοχος του Ποσειδώνα.

Να πούμε όμως ότι το όνομα Νικόλαος, παρόλο που έγινε δημοφιλές χάρη στον άγιο των ναυτικών, είναι προχριστιανικό, αρχαίο ελληνικό. Νίκη του λαού, άλλωστε, η ετυμολογία του είναι διάφανη. Ο αρχαιότερος Νικόλαος που έχει καταγραφεί στην αρχαία γραμματεία είναι ένας γιος του Περιάνδρου, του τυράννου της Κορίνθου, στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Το όνομα φαίνεται πως συνηθιζόταν στη Σπάρτη -ανάμεσα σε άλλους, Νικόλαος λεγόταν ένα μέλος της αντιπροσωπείας που πήγε στα Σούσα επί πελοποννησιακού πολέμου για να ζητήσει ελληνοπρεπώς τη βοήθεια του Μεγάλου Βασιλέα κατά των Αθηναίων -πήγαν οι Ανήριστος, Νικόλαος και Πρατόδαμος. Από συγγραφείς, ο Νικόλαος ο Δαμασκηνός, περιπατητικός φιλόσοφος του 1ου αι. μ.Χ. που έγραψε πολλά από τα οποία σώθηκαν ελάχιστα. Για να τον τιμήσει όμως ο βασιλιάς της Περσίας (υποθέτω), που πολύ τον αγαπούσε, ονόμασε Νικολάους τους πιο νόστιμους χουρμάδες, τουλάχιστον έτσι μας λέει ο Πλούταρχος: «ὁ γοῦν βασιλεύς, ὥς φασιν, ἀγαπήσας διαφερόντως τὸν Περιπατητικὸν φιλόσοφον Νικόλαον, γλυκὺν ὄντα τῷ ἤθει ῥαδινὸν δὲ τῷ μήκει τοῦ σώματος διάπλεων δὲ τὸ πρόσωπον ἐπιφοινίσσοντος ἐρυθήματος, τὰς μεγίστας καὶ καλλίστας τῶν φοινικοβαλάνων Νικολάους ὠνόμαζεν, καὶ μέχρι νῦν οὕτως ὀνομάζονται.»

Να πούμε ότι Νικόλεως (για την ακρίβεια Νιϙόλεως) είναι η αρχαιότερη επιγραφικά μαρτυρούμενη μνεία του ονόματος, στην Πάρο γύρω στα τέλη του 6ου αι. π.Χ.

Το υποκοριστικό Νικόλας είναι συχνό και στην αρχαιότητα, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. (Αθήνα), ενώ παλαιότατο είναι και το θηλυκό Νίκολα ή Νικόλα (μεταξύ άλλων στον Σελινούντα του 6ου και στη Μήλο του 5ου αι. π.Χ.), ενώ το Νικολαΐς μαρτυρείται μόνο στα αυτοκρατορικά χρόνια.

Σε μεταγενέστερες εποχές το όνομα γράφεται συχνότατα Νεικόλαος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ονόματα, Παροιμίες, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 197 Σχόλια »

Φράσεις με δόντια

Posted by sarant στο 21 Οκτωβρίου, 2021

Ήλιος με δόντια υπάρχει, αλλά φράσεις με δόντια; Θα θυμάστε ίσως ότι πριν από μερικές μέρες δημοσίευσα ένα άρθρο που είχα αρχίσει να το σκέφτομαι ενώ βρισκόμουν καθηλωμένος στην καρέκλα του οδοντογιατρού.

Μια και αυτή η περιπέτεια τελείωσε, ας πούμε για να ξορκίσω το ενδεχόμενο σύντομης επανάληψής της, γράφω το σημερινό άρθρο κάνοντας μια ανασκόπηση των παροιμιακών εκφράσεων στις οποίες χρησιμοποιούνται τα δόντια.

Είναι πολλές αυτές οι φράσεις, γι’ αυτό και δεν θα επεκταθώ στα ετυμολογικά και στα άλλα λεξιλογικά του δοντιού, θα περιοριστώ στα φρασεολογικά. Βέβαια, εσείς στα σχόλιά σας είστε ελεύθεροι να προσθέσετε οποιαδήποτε οδοντική πτυχή κρίνετε σκόπιμο. Κι εγώ με την εικονογράφηση του άρθρου δείχνω μια τέτοια πτυχή. Το κτίσμα που βλέπετε σε πρώτο πλάνο στη φωτογραφία, ερείπιο, βρίσκεται στην πόλη του Λουξεμβούργου και λέγεται Κούφιο δόντι, Huelen Zant στα λουξεμβουργιανά ή Dent creuse στα γαλλικά. Είναι ένα απομεινάρι από τα περίφημα τείχη του Λουξεμβούργου που είχαν χαρίσει στην πόλη το προσωνύμιο Γιβραλτάρ του Βορρά, και που γκρεμίστηκαν όταν οι μεγάλες δυνάμεις εγγυήθηκαν την μόνιμη ανεξαρτησία και ουδετερότητα του Μεγάλου Δουκάτου.

Πάμε λοιπόν στα φρασεολογικά μας.

Όπως είπα, με τα δόντια έχουμε πολλές και ποικίλες εκφράσεις. Μερικές εκφράσεις χρησιμοποιούν τον προφανή ρόλο των δοντιών ως επιθετικού ή αμυντικού όπλου. Λέμε, ας πούμε, δείχνω σε κάποιον τα δόντια μου, που σημαίνει ότι του δείχνω τις κακές μου διαθέσεις με απειλητικό τρόπο, ενώ για κάποιον που παλεύει απελπισμένα να καταφέρει κάτι λέμε ότι παλεύει με νύχια και με δόντια -εδώ η εικόνα παραπέμπει σε περικυκλωμένο ζώο. Η εικόνα υπάρχει από την αρχαιότητα, αν σκεφτούμε ότι ο Λουκιανός στους Νεκρικούς Διαλόγους γράφει «τὸ δὲ χρυσίον ὀδοῦσι καὶ ὄνυξι καὶ πάσῃ μηχανῇ ἐφύλαττον».

Όταν φοβερίσουμε κάποιον, όταν του μιλήσουμε αυστηρά ή τον απειλήσουμε με στόχο να τον συνετίσουμε ή να τον αναγκάσουμε να κάνει κάτι, λέμε του έτριξα τα δόντια. Ο θυμωμένος άνθρωπος τρίζει αθέλητα τα δόντια του, έτσι το τρίξιμο είναι ένδειξη οργής. Στις Πράξεις Αποστόλων (7.54), τα μέλη του ιουδαϊκού συμβουλίου, ακούγοντας τον Στέφα-
νο να τους κατηγορεί, «ἔβρυχον τοὺς ὀδόντας ἐπ’ αὐτόν». Αλλά και τον 12ο αι. ο Ευστάθιος, σχολιάζοντας το ομηρικό «καναχήν οδόντων έχει», σημειώνει «ἄλλος δ’ ἂν εἴποι τις κοινότερον τρίζων. καὶ παρέπεται ἀληθῶς καὶ τοῦτο τοῖς ἄγαν θυμουμένοις, ὡς καὶ ἐνταῦθα ὁ Ἀχιλλεύς» (Παρεκβολαί εις Ιλιάδα, 4.344).

Όταν λέμε ότι κρατάω κάτι με τα δόντια εννοούμε ότι με μεγάλη δυσκολία ελέγχω ακόμα μια κατάσταση, μόλις και μετά βίας καταφέρνω να συγκρατήσω κάτι για να μην το χάσω. Η συγκράτηση με τα δόντια θεωρείται το έσχατο μέσο, αφού, εννοείται, τα χέρια έχουν αχρηστευθεί, κάτι που μπορεί να παραπέμπει ακόμα και στην ιστορία του Κυναίγειρου
(που επιχείρησε να συγκρατήσει πρώτα με τα χέρια και μετά με τα δόντια το περσικό πλοίο στη μάχη του Μαραθώνα). Με την κρίση της τελευταίας δεκαετίας, εχω ακούσει κάμποσες φορές να λένε «με τα δόντια κρατάω ανοιχτό το μαγαζί».

Από την άλλη, όταν κάποιος σφίγγει τα δόντια, σημαίνει ότι κάνει υπομονή, δεν αφήνει την αγανάκτησή του να ξεσπάσει, δείχνει εγκαρτέρηση, ενδεχομένως ανέχεται κακό φέρσιμο ή προσβολές. Σε μια τέτοια κατάσταση το σφίξιμο των δοντιών είναι αυτόματη φυσική αντίδραση, το ίδιο κι όταν ετοιμαζόμαστε να πονέσουμε, π.χ. στον γιατρό. Οι Βρετανοί λένε σε ανάλογες περιπτώσεις, νομίζω, Stiff upper lip.

Αλλά τα δόντια είναι και ο φράχτης του στόματος. Ξέρουμε το ομηρικό «ποίον σε έπος φύγεν έρκος οδόντων» (από το Δ της Ιλιάδας), δηλαδή «ποιος λόγος ξέφυγε από το φράχτη του στόματός σου», μια φράση που και σήμερα τη χρησιμοποιούμε.

Την ίδια εικόνα τη βρίσκουμε και στη νεότερη φράση έξω απ’ τα δόντια, π.χ. του μίλησα έξω απ’ τα δόντια, του τα είπα έξω από τα δόντια, δηλ. του μίλησα χωρίς περιστροφές, χωρίς αναστολή από ευγένεια ή φόβο, του είπα σκληρές αλήθειες. Και για κάποιον που συνηθίζει να μιλάει με παρρησία λέμε «μιλάει έξω απ’ τα δόντια» -οι Γάλλοι έχουν αντίστοιχη έκφραση il n’a pas la langue dans sa poche, δεν έχει τη γλώσσα του στην τσέπη.

Αντίθετα βέβαια μέσα απ’ τα δόντια του μιλάει κάποιος που μιλάει χαμηλόφωνα, που δεν ακούγεται καθαρά (και ίσως αυτό το κάνει σκόπιμα) και κατ’ επέκταση που μιλάει με υπονοούμενα, με περιστροφές -που, όπως λέμε, «μασάει τα λόγια του».

Για να θυμηθούμε τον τίτλο του άρθρου, λέμε ήλιος με δόντια για τις παγερές μέρες του χειμώνα, με ηλιοφάνεια αλλά και με τσουχτερό κρύο. Βέβαια, Ήλιος με δόντια είναι και ο τίτλος ενός πολύ καλού μυθιστορήματος του Γιάννη Μακριδάκη -ίσως είναι το καλύτερό του.

Όταν λέμε ότι κάτι δεν είναι για τα δόντια του εννοούμε ότι δεν είναι άξιος ή ικανός να αποκτήσει ή να απολαύσει κάτι που ποθεί. Εδώ έχουμε προφανή μεταφορά από τις σκληρές τροφές που δεν είναι κατάλληλες για ασθενικά δόντια. Η φρ. λέγεται ιδίως σαν περιφρονητική απάντηση σε κάποιον που επιδιώκει γάμο με πρόσωπο κοινωνικά ανώτερο ή σε ηλικιωμένο που προσπαθεί να συνδεθεί με πολύ νεότερή του.

Από την άλλη, έχει δόντι ή έχει γερό δόντι (ή μεγάλο δόντι) κάποιος που έχει ισχυρά μέσα, δυνατούς προστάτες. Συχνά ακούγεται π.χ. ότι για να διοριστεί κάποιος στην τάδε θέση πρέπει να έχει «μεγάλο δόντι». Κάποτε, χαριτολογώντας, το επεκτείνουμε: — Είχε δόντι ο τάδε; — Μόνο δόντι; Χαυλιόδοντα.

Σχετίζεται η παραπάνω έκφραση με μια παλιότερη που δεν ακούγεται τόσο πολύ στις μέρες μας, κόβουν τα δόντια του, δηλ. έχει μεγάλη δύναμη, μεγάλη επιρροή.

Όταν όμως μας πονάει το δόντι για κάποιον σημαίνει ότι είμαστε ερωτευμένοι με αυτό το πρόσωπο. Κι αυτή η έκφραση νομίζω πως έχει παλιώσει. Ίσως προέρχεται από το ότι ο πονόδοντος είναι πρόχειρη και καλή δικαιολογία για την κακοκεφιά και τους αναστεναγμούς του ερωτευμένου που τον ρωτούν τι έχει. Η έκφραση λέγεται (ή λεγόταν) και με το υποκοριστικό, δηλ. του πονάει το δοντάκι.

Υπάρχει και η έκφραση πονάει δόντι, κόβει κεφάλι, που αποτελεί μετεξέλιξη της έκφρ. πονάει κεφάλι κόβει κεφάλι. Αυτή τη λέμε όταν αντί να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα, καταργούμε το πράγμα που έχει το πρόβλημα, και λέγεται ιδίως όταν οι αρχές παίρνουν απόφαση να καταργηθεί ένας φορέας αντί να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά του.

Η αρχή βρίσκεται σε ευτράπελο μύθο (και ιστορία του Καραγκιόζη) για κομπογιανίτη ή πρωτόπειρο γιατρό που ήθελε
να εφαρμόσει στον πονοκέφαλο τη συνταγή που είχε για τον πονόδοντο («πονάει δόντι βγάζει δόντι»). Η προέλευση εξηγεί και την παραλλαγή, όπου βέβαια δείχνει ακόμα πιο παράλογη. Και σε κάποιο τραγούδι ένας κομπογιανίτης εφαρμόζει την τακτική πονάει δόντι βγάζει μάτι.

Δόντια έχει και ο χάρος, και για κάποιον που διέφυγε από βέβαιο κίνδυνο λέμε ότι γλίτωσε από του χάρου τα δόντια. Αντίστοιχη η αρχαία: «ἐφείλκυσάν με ἐξ αὐτῶν τῶν τοῦ θανάτου πυλῶν» (Αχιλ. Τάτιος, Λευκίππη και Κλειτοφών, 5.9.3).

Από την άλλη πλευρά, τη φράση με την ψυχή στα δόντια, παραλλαγή της κάπως συχνότερης «με την ψυχή στο στόμα», τη λέμε για κάποιον που αγωνιά στον έσχατο βαθμό ή που κάνει κάτι με μεγάλο άγχος και πολύ βιαστικά. Επίσης, για κάποιον εξαντλημένο, λιπόθυμο από τη μεγάλη κούραση. Κατά τη δοξασία, η ψυχή του ανθρώπου βγαίνει από το στόμα.
εδώ παριστάνεται να έχει κιόλας φτάσει στο στόμα, έτοιμη να βγει. Η φρ. σπάνια λέγεται για πράγματι ετοιμοθάνατους.

Για κάποιον πάνοπλο λέμε ότι είναι οπλισμένος μέχρι τα δόντια ενώ όταν κάποιος απαιτητικός ή μεμψίμοιρος δεν εκτιμά μια ανέλπιστη τύχη ή μια προσφορά που του κάνουμε, αλλά της βρίσκει μικροψεγάδια, λέμε ότι του χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάζει στα δόντια -όταν πρόκειται κάποιος να αγοράσει γάιδαρο, έχει δικαίωμα βέβαια να τον εξετάσει εξονυχιστικά, αλλά όχι όταν του γίνεται δώρο.

Μια πιο παλιά έκφραση είναι δεν έχει να ξύσει το δόντι του, που λέγεται για τους πάμπτωχους. Μια άλλη, επίσης παλιά, λέει αν ξύσει το δόντι του, δικό μου ψωμί θα βρει, που λέγεται για τους αχάριστους, που έχουν «φάει ψωμί» από εμάς.

Κοντεύουμε την εικοσάδα με τις οδοντικές εκφράσεις. Ας βάλουμε κάπου και το οδόντα αντί οδόντος της εκδίκησης, αν και πολύ συχνότερα λέγεται το οφθαλμόν αντί οφθαλμού.

Που μου θυμίζει πως οι εκφράσεις που χρησιμοποιούν το μάτι είναι πολύ περισσότερες. Όταν κλείσω ραντεβού με τον οφθαλμίατρο ίσως βάλω σχετικό άρθρο.

 

Posted in Λουξεμβούργο, Παροιμίες, Το σώμα μας, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 192 Σχόλια »