Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φρασεολογικά’ Category

Μουστάκι

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2020

Μια από τις παρενέργειες του κορονοϊού ήταν και ότι μέσα στην καραντίνα άφησα μουστάκι. Το ίδιο είχα κάνει κι όταν είχα πάει φαντάρος, και ίσως το ψυχολογικό κίνητρο να είναι το ίδιο και στις δυο περιπτώσεις: να ξυπνάς το πρωί και να βλέπεις πάνω σου κάτι που να έχει αλλάξει, έστω και λίγο.

Είχα πει πως μόλις τελειώσει η καραντίνα θα το κόψω, αλλά τελικά το άφησα έως την παραμονή της αναχώρησής μου για την Ελλάδα, πριν από δέκα μέρες δηλαδή. Έβγαλα και μερικές φωτογραφίες μυστακοφόρος, μία από τις οποίες τη φανέρωσα ήδη στο Φέισμπουκ, οπότε λόγοι διαφάνειας και ισονομίας επιβάλλουν να τη δημοσιοποιήσω κι εδώ -επειδή όμως δεν ισχύει πλέον, προτίμησα να μην την βάλω φάτσα φόρα στο άρθρο αλλά να την ανεβάσω εδώ.

Παρόλο που τα γένια έχουν ξαναγυρίσει στη μόδα, σκέτο μουστάκι είναι μάλλον σπάνιο σε νεότερους. Εγώ είχα γένια (και μουστάκι) μετά τον στρατό, αλλά τώρα δεν αποπειράθηκα να αφήσω ξανά, διότι βγαίνουν άσπρα.

Την τελευταία φορά που είχα μουστάκι προηγουμένως ήταν το 1999, που το άφησα και πάλι μια περίοδο που ήμουν για ένα μήνα μακριά από την οικογένεια. Μόλις με είδε μυστακοφόρο η μικρή μου κόρη, που τότε ήταν κάπου 18 μηνών, δεν είπε τίποτα αλλά έφυγε από το δωμάτιο. Το ξύρισα αμέσως.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Οπότε, σκέφτομαι ν’ αφιερώσω το σημερινό άρθρο στο μουστάκι, με αφορμή την εφήμερη μυστακοτροφία μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 246 Σχόλια »

Όχι παραπέρα απ’ το σανδάλι, τσαγκάρη

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2020

Το σημερινό σημείωμα βασίζεται σε μια συζήτηση που έγινε πριν από μερικές μέρες στη Λεξιλογία, συζήτηση που με τη σειρά της βασιζόταν σε μιαν ανάρτηση του Απόστολου Δοξιάδη στο Φέισμπουκ, και που έκρινα ότι ενδιαφέρει το ιστολόγιο από ορισμένες απόψεις. Άλλωστε, είχαμε αναφερθεί στην ιστορία αυτή πριν από καμιά δεκαριά μήνες, αλλά αυτό ειχε γίνει στα σχόλια ενός εντελώς άσχετου άρθρου, οπότε καλό είναι να αφιερώσουμε και ειδικό άρθρο.

Στην αρχή βρίσκεται μια ιστορία για τον μεγάλο ζωγράφο της αρχαιότητας, τον Απελλή από την Κω. Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, στο 35ο βιβλίο της Φυσικής ιστορίας του, που είναι αφιερωμένο στη ζωγραφική, αφηγείται διάφορα ανέκδοτα από τη ζωή του Απελλή, ανάμεσά τους και το εξής:

Ο Απελλής είχε τη συνήθεια, όταν τελείωνε τους πίνακές του να τους εκθέτει έξω από το εργαστήριό του έτσι ώστε να τους βλέπουν οι διαβάτες. Ο ίδιος στεκόταν από πίσω, αθέατος, και άκουγε τις κρίσεις τους για ενδεχόμενα ψεγάδια των έργων του, επειδή θεωρούσε ότι οι περαστικοί θα εντόπιζαν λάθη που είχαν ξεφύγει από τον ίδιο.

Μια μέρα, είδε τον πίνακα ένας τσαγκάρης, ο οποίος πρόσεξε ότι το ένα σανδάλι είχε λιγότερες τρυπίτσες για κορδόνια από το άλλο και το επέκρινε φωναχτά στην παρέα του. Ο Απελλής πράγματι διόρθωσε το λάθος. Την άλλη μέρα ο τσαγκάρης ξαναπέρασε και ένιωσε πολύ περήφανος όταν είδε πως το ψεγάδι είχε διορθωθεί, οπότε συνέχισε επικρίνοντας και τον τρόπο που ήταν ζωγραφισμένο το πόδι, βρίσκοντας κι εκεί λάθη.

Οποτε, ο Απελλής θυμωμένος ξεπρόβαλε πίσω από τον πίνακα και του είπε: Όχι παραπέρα από το παπούτσι, τσαγκάρη!

Ή, αν το προτιμάτε στα λατινικά, sutor, ne ultra crepidam -η τελευταία λέξη είναι δάνειο από το ελλην. κρηπίς, κρηπίδος.

Στην αρχαία ελληνική γραμματεία δεν σώζεται τέτοιο επεισόδιο, εκτός αν δεν έψαξα καλά. Βέβαια, κάπου θα το βρήκε ο Πλίνιος, σε κάποια ελληνική πηγή, η οποία όμως θα έχει χαθεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Λατινικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 204 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 3

Posted by sarant στο 18 Μαΐου, 2020

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα έχετε δει, εκτός αν συμμετέχετε και στα Υπογλώσσια. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία.

Με αυτόν τον τυποποιημένο πρόλογο έχω ήδη δημοσιεύσει δυο άρθρα στο ιστολόγιο, ένα τον Φλεβάρη του 2019 και ένα τον Οκτώβριο. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε τρία τέρμινα, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Σημερα λοιπόν δημοσιεύω το τρίτο άρθρο της σειράς αυτής. ‘Εχω επικαιροποιήσει κάποια πράγματα και έχω προσθέσει και υλικό απο τα σχόλια που έγιναν.

* O ύποπτος σουμπεγιές

Τον Γενάρη του 1825, ο οπλαρχηγός Νικ. Στορνάρης γράφει στον Κασομούλη, που έχει αφήσει το Μεσολόγγι για να πάει στο Ανάπλι, συνοδεία του Μαυροκορδάτου:

καθώς απέρασες εις Μωρέαν δεν έλαβα κανένα σου γράμμα, και είμαι εις μεγάλον σιουμπεγέν, ότι δεν ηξεύρω τι τρέχει αυτού.

Ο Βλαχογιάννης εξηγεί: υποψία

Η λέξη υπάρχει σήμερα στη Λευκάδα, αν πιστέψουμε το Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος :

σουμπεγιές (ο): κάτι που μας προσθέτει σκοτούρες, έγνοιες, φροντίδες. “Εβάλαμε ένα σουμπεγιέ στο κεφάλι μας”.

Ως προς την ετυμολογία, το λευκαδίτικο λεξικό του Λάζαρη γράφει: από ιταλ. subbietto = ὑποκείμενον, ἄτομον, αἰτία, ὑπόθεσις.

Αμφιβάλλω αν υπάρχει τέτοια ιταλική λέξη (soggetto δεν είναι το υποκείμενο; ). Τα αρσενικά σε -ές είναι κατά κανόνα τούρκικα δάνεια και η Λευκάδα δεν είναι όπως τ’ άλλα Εφτάνησα λεξιλογικώς, έχει πιο πολλά κοινά με τη Δυτική Ελλάδα.

Και πράγματι, θυμάμαι ότι ο (τζουμερκιώτης) Κοτζιούλας κάπου γράφει:΅
Άιντε τώρα, να μην βάνουν σιουμπιέ (ανησυχούν) απ᾿ το σπίτι σου. Κι έχε το νου σου να μην πέσεις από κάναν όχτο αυτού που νυχτοπερπατάς. Κοτζιούλας, Η βάβω η Θόδω

Ολοφάνερα, σιουμπιές και σιουμπεγιές είναι ίδια λέξη και το σι- αποδίδει το παχύ σ.

Οπότε, η ετυμολογία είναι, είμαι βέβαιος, το τουρκικό şüphe = υποψία.

* Όχι χωρίς τη μάσκα μου

Το σύνθημα της παρούσας φάσης στο Λουξεμβούργο είναι «Όχι χωρίς τη μάσκα μου», που διατυπώνεται στα λουξεμβουργέζικα, Net ouni meng mask, ακόμα και όταν οι άλλες οδηγίες δίνονται στα γαλλικά, τα αγγλικά ή άλλες γλώσσες.

Oι γερμανομαθείς θα αναγνωρίσουν το nicht ohne meine Maske.

Τύποι όπως meng αντί για mein είναι συνηθισμένοι σε γερμανικές διαλέκτους. Φαντάζομαι πως ένας γνώστης των γερμανικών διαλέκτων θα βρει πολλά κοινά στοιχεία με τα λουξεμβουργιανά, που «πήραν προαγωγή» σε επίσημη γλώσσα κράτους σχετικά πρόσφατα.

* Στο ιστολόγιο μπορώ να βλέπω με ποιους όρους αναζήτησης στο γκουγκλ έφτασαν ως εμένα οι διάφοροι αναγνώστες. Δεν το κοιτάζω συχνά, αλλά σήμερα έπεσε το μάτι μου σε κάποιον που έβαλε στο γκουγκλ αναζήτηση για τη φράση:

ποιούν την ίσα αντί, προφανώς, ποιούν την νήσσα.

Δεν το είχα ξαναδεί αυτό το ραμόνι!

* προενταξιακή

γεωστρατηγικά

στοχευμένη

αναστρεψιμότητα

γυναικοκτονία

περιαγωγή

Τι κοινό έχουν αυτές οι λέξεις;

Θα μπορούσα να το αφήσω για κουίζ, αλλά ας το πάρει το ποτάμι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Λουξεμβούργο, Μεταφραστικά, Σφηνάκια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Το καταντήσαμε Τζορτζίνα το κριτήριο…

Posted by sarant στο 7 Μαΐου, 2020

Στοιχηματίζω πως, στη φράση του τίτλου αρκετοί θα έχετε μια-δυο άγνωστες λέξεις και θα δυσκολεύεστε να βγάλετε νόημα, εκτός αν ξέρετε τη φράση, που είναι αρκετά διάσημη. Γκουγκλίζεται άλλωστε και ούτε έχω σκοπό να βάλω κουίζ, κάθε άλλο.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Πριν από δυο περίπου εβδομάδες, που είχαμε τη γιορτή του αγίου Γεωργίου, είχα γράψει ότι υπάρχει μια φράση «με το όνομα Γεωργία ή παραλλαγή του, αλλά δεν την αναφέρω τώρα διότι θέλω να τη βάλω σε ξεχωριστό άρθρο». Ε, σήμερα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου γι’ αυτό το άρθρο. Πρέπει όμως να πω πως τα περισσότερα που θα διαβάσετε τα έχω αντλήσει από μια συζήτηση που έγινε στην ομάδα «Τα υπογλώσσια» του Φέισμπουκ.

Τα «Ενθυμήματα στρατιωτικά» του Νικ. Κασομούλη είναι από τα πιο σημαντικά έργα που γράφτηκαν από αγωνιστές του 1821. Ο Κασομούλης (1795-1872) ήταν Μακεδόνας και στην αρχή του ξεσηκωμού έδρασε στη Μακεδονία, αλλά μετά την ήττα της επανάστασης εκεί κατέβηκε νοτιότερα, πολέμησε μαζί με τον Καραϊσκάκη και ήταν στο πολιορκημένο Μεσολόγγι -μάλιστα αυτός συνέταξε την απόφαση για την Έξοδο και είχε τον γενικό συντονισμό της. Στο νεοελληνικό κράτος ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία και το 1832 έγραψε τα Ενθυμήματα.

Σε αντίθεση με τον Μακρυγιάννη, που ήταν σχεδόν αγράμματος (έχουμε γράψει για το θέμα) ο Κασομούλης, που ήταν νοικοκυρόπουλο, είχε πάει σχολείο και ήξερε γράμματα -μάλιστα, κατά καιρούς εκτελούσε εκτάκτως χρέη γραμματικού ή τον περνούσαν για γραμματικό, εξαιτίας και της νεαρής του ηλικίας. Δυστυχώς, αντί να γράψει στη γλώσσα που μιλούσε, στο βιβλίο του προσπαθεί να μιμηθεί την καθαρεύουσα που είχε ήδη υιοθετηθεί στο νεοπαγές κράτος, με αποτέλεσμα να σολοικίζει διαρκώς. Πέρα από τα πολλά ορθογραφικά λάθη, μπερδεύει τις σημασίες λέξεων (πχ χρησιμοποιεί το «παραχωρώ» σαν να σημαίνει «υποχωρώ» και αντίστροφα), κάνει παρανοήσεις, τις μετοχές τις χρησιμοποιεί αφειδώς αλλά δεν προσέχει πάντοτε τη συμφωνία γένους και αριθμού, υπερδιορθώνει και παρετυμολογεί (πχ φρούδα αντί φρούτα). Ο Βλαχογιάννης, που εξέδωσε και του Κασομουλη τα Ενθυμήματα, πλάι στου Μακρυγιάννη και τόσων άλλων αγωνιστών, συνεχώς στις υποσημειώσεις του επισημαίνει τα γλωσσικά αστοχήματα του κειμένου.

Όμως ο Κασομούλης διασώζει διαλόγους και φράσεις των αγωνιστών, που τις μεταφέρει στο κείμενό του χωρίς πολύ σιδέρωμα. Επίσης, η απλή καθαρεύουσά του δεν είναι ομοιόμορφη, αφού συνεχώς η ζωντανή γλώσσα σηκώνει κεφάλι και διεκδικεί τα δικαιώματά της. Πχ πολύ συχνά παραλείπει την εσωτερική αύξηση στα σύνθετα ρήματα (π.χ. επίμενε, αντίτεινα) -αλλά δεν θα γράψω τώρα άρθρο για τη γλώσσα του Κασομούλη, αν και θα άξιζε (υποθέτω πως θα έχει γραφτεί).

Λοιπόν, στον πρώτο τόμο των Ενθυμημάτων (αν έχετε την τρίτομη έκδοση), ο Κασομούλης αφηγείται τη δίκη του Καραϊσκάκη, που έγινε τέλη Μαρτίου του 1824 στο Ανατολικό (Αιτωλικό σήμερα) με την κατηγορία της συνεννόησης με τους Τούρκους -συγκεκριμένα, ότι ειδοποίησε τον φίλο του Ομέρ Βρυώνη πως οι Έλληνες έχουν σκοπό να επιτεθούν στην Άρτα.

Δικαστές ήταν, με απόφαση του Μαυροκορδάτου, άλλοι οπλαρχηγοί, χρέη προέδρου είχε ο γηραιός Γαλάνης Μεγαπάνου ή Πάνος και ρόλο εισαγγελέα, ας πούμε, είχε ο Πορφύριος Άρτης.

Οπότε διαμείφθηκε ο εξής διάλογος, όπως τον καταγράφει ο Κασομούλης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Παλιότερα ελληνικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 201 Σχόλια »

Υπάρχουν λεφτόδεντρα;

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2020

Συνήθως, η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου είναι κατηγορηματικά αρνητική. Θα έλεγα μάλιστα πως η λέξη «λεφτόδεντρο» έχει ακριβώς το χαρακτηριστικό πως, όσοι τη χρησιμοποιούν υποστηρίζουν πως τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει.

Στην πρόσφατη συζήτηση στην κορονοβουλή (τη λέω έτσι αφού λειτουργεί υποτυπωδώς και με σύνθεση ανάγκης) ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι το λεφτόδεντρο μαράθηκε το 2015, στα τέλη Μαρτίου ο κ. Πέτσας υπερασπίστηκε το μέτρο της εκ περιτροπής εργασίας με αμοιβή 50% ακριβώς με το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα».

Φυσικά ο όρος εμφανίζεται συχνά και σε άρθρα εφημερίδων ή σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, διαδικτυακές ή διά ζώσης.

Να του αφιερώσουμε λοιπόν το σημερινό σημείωμα.

Tα «λεφτόδεντρα» είναι όρος της παραπολιτικής αργκό και δεν υπάρχει σε γενικά λεξικά. Τον βρίσκουμε όμως στο slang.gr, σε λήμμα του 2013, με τον εξής ορισμό:

Φανταζόμαστε ένα παραδείσιο δέντρο που έχει λεφτά αντί για καρπούς και οι άνθρωποι το μόνο που χρειάζεται να κάνουν είναι να σηκώσουν το χέρι τους και να τα πάρουν. Δεν χρειάζεται ούτε να δουλέψουν, ούτε να σπάζουν το κεφάλι τους πώς θα ζήσουν.

Στην Ελλάδα της κρίσης ο όρος λεφτόδεντρο χρησιμοποιείται συχνά στο πλαίσιο ενός κυρίαρχου ντίσκουρς που ασκεί κριτική για έλλειψη υπευθυνότητας. Λ.χ. για τις δεκαετίες της μεταπολίτευσης που (υποτίθεται ότι) τρώγαμε δανεικά που δεν έβγαιναν από παραγωγικές διαδικασίες και όλοι ζούσαμε σε μια εδεμική αφέλεια. Ή μπορεί αντιστρόφως να καυτηριάζονται και οι πολιτικοί του σήμερα που νομίζουν ότι έχουν βρει λεφτόδεντρο φορολογώντας τους ίδιους πάντα μισθωτούς, συνταξιούχους, επιχειρήσεις, χωρίς να προωθείται αποτελεσματικά η ανάπτυξη. Επίσης, για λεφτόδεντρο μιλάμε σε περιπτώσεις τύπωσης πληθωριστικού χρήματος. Ή όταν περιμένουμε να βγάλουμε χρήμα από μία μοναδική πηγή την οποία υπερεκμεταλλευόμαστε, όπως λ.χ. ο τουρισμός, αδιαφορώντας να βρούμε άλλες. Γενικά, σε αυτές και άλλες περιπτώσεις ο σκοπός είναι να θιγεί η έλλειψη υπευθυνότητας και η παιδικότητα με την οποία κάποιος νομίζει ότι θα έχει λεφτά χωρίς να δουλεύει, παράγει κ.ο.κ. (Τα παραπάνω δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο συμπολίτες μας να ονειρεύονται ειλικρινώς και χωρίς διάθεση (αυτο)ειρωνείας την ύπαρξη λεφτόδεντρων).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αγγλικά, Επικαιρότητα, Νεολογισμοί, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 324 Σχόλια »

Όπου Γιώργος και μάλαμα

Posted by sarant στο 23 Απριλίου, 2020

Σήμερα γιορτάζει η μισή Ελλάδα, που λέει ο λόγος ή, τέλος πάντων, γιορτάζουν οι Γιώργηδες και οι Γεωργίες. Η γιορτή τους είναι ημικινητή, αφού συχνά πέφτει πριν από το Πάσχα, κι έτσι μετατίθεται, φέτος όμως τυχαίνει να γιορτάζεται στη μέρα της.

Μαύρη γιορτή, θα πείτε, εν μέσω πανδημίας -πώς να δεχτείς φίλους στο σπίτι τον καιρό του εγκλεισμού και της κοινωνικής αποστασιοποίησης; Ναι, δεν είναι το ίδιο, αλλά το ιστολόγιο θα προσπαθήσει να δώσει ένα ελάχιστο εορταστικό χρώμα στη μέρα, αφιερώνοντας το σημερινό άρθρο σε όσους και όσες γιορτάζουν. Βέβαια, το άρθρο δεν είναι καινούργιο, αλλά έχουν περάσει έξι χρόνια από την πρώτη του δημοσίευση, οπότε υπάρχει ελπίδα να μην το έχετε διαβάσει ή να μην το καλοθυμάστε. Επιπλέον, προσθέτω και αλλάζω κάποια πράγματα.

Ο Γιώργος είναι το συχνότερο ελληνικό αντρικό όνομα, με σαφή διαφορά από τα επόμενα (Δημήτρης, Κώστας και Γιάννης, πολύ κοντά το ένα στο άλλο) ενώ η Γεωργία βρίσκεται στην 5η θέση των γυναικείων. Το όνομα Γεώργιος, όπως είναι στην επίσημη μορφή του, ετυμολογείται από τον γεωργό, πιθανώς από τον Δία Γεωργό, αφού ο «Ζευς Γεωργός» λατρευόταν στην αρχαία Αθήνα. Όπως μας είχε πληροφορήσει στα σχόλια της πρώτης δημοσίευσης ο φίλος μας ο Π2, το όνομα Γεώργιος δεν εμφανίζεται στην κλασική αρχαιότητα ούτε στις επιγραφές. Από τα κείμενα που έψαξα, νομίζω ότι πρώτη φορά βρίσκουμε το όνομα Γεώργιος στον Αίλιο Ηρωδιανό, τον 2ο αιώνα μΧ, όπου αναφέρει τα ονόματα Γεώργιος, Δημήτριος, Αμμώνιος σαν παραδείγματα της γραφής σε -ιος. Περίπου τότε εμφανίζεται και στις επιγραφές.

Πάντως, τη μεγάλη του διάδοση το όνομα τη γνώρισε επί χριστιανισμού, από τον άγιο Γεώργιο τον μεγαλομάρτυρα ή τροπαιοφόρο, που ήταν στρατιωτικός με μεγάλες διακρίσεις στον ρωμαϊκό στρατό, και που μαρτύρησε στον διωγμό του Διοκλητιανού το έτος 303. Ως στρατιωτικός άγιος, ο Άγιος Γεώργιος έγινε δημοφιλέστατος και τ’ όνομά του συνδέθηκε με πολλές παραδόσεις, από τις οποίες η γνωστότερη τον θέλει να φονεύει τον δράκο, άθλος που παριστάνεται σε πάρα πολλές εικόνες του (Δείτε κι εδώ μια γελοιογραφία του Μποστ, που την παρουσιάσαμε πριν από χρόνια, και η οποία εμπνέεται από αυτή την παράδοση). Ο δράκος αυτός, σύμφωνα με μια εκδοχή της παράδοσης, είχε κάνει τη φωλιά του σε μια πηγή και δεν άφηνε τους κατοίκους της πόλης να πάρουν νερό, παρά μόνο αν του έδιναν να φάει κάποιον κάτοικο της πόλης, που τον όριζαν με κληρο. Μια φορά ο κλήρος έπεσε στη βασιλοπούλα, αλλά κατά σύμπτωση έτυχε να περνάει από τα μέρη τους ο Άγιος Γεώργιος, που σκότωσε το θηρίο (αφού πρώτα του έδειξε το σήμα του σταυρού) και έσωσε τη βασιλοπούλα, και ζήσαν όλοι καλά κι εμείς καλύτερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Εθνικά, Ονόματα, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 298 Σχόλια »

Προτάσεις για τις πασχαλινές διακοπές σας

Posted by sarant στο 3 Απριλίου, 2020

Πολύς κόσμος είχε κανονίσει κάποια εκδρομή για το Πάσχα και τώρα με την πανδημία του κορονοϊού και με την καραντίνα αναγκάστηκε να ματαιώσει τα σχέδιά του.

Θέλοντας να συμβάλω στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, αναδημοσιεύω ένα παλιό άρθρο του ιστολογίου (προηγούμενη δημοσίευση πριν από έξι χρόνια) το οποίο ξαναδουλεμένο δημοσιεύτηκε και στο βιβλίο μου «Η γλώσσα έχει κέφια» -εδώ δημοσιεύω το κείμενο από το βιβλίο, αλλά προσθέτω/επικαιροποιώ διάφορα πράγματα.

Μια λύση λοιπόν για πασχαλινές διακοπές είναι το Μπουρντάκιοϊ. Ποιο Μπουρντάκιοϊ; Η απάντηση βρίσκεται στο παλιό εκείνο άρθρο:

Διακοπές στο Μπουρντάκιοϊ

Πριν από μερικά χρόνια, συζητώντας μ’ έναν συνάδελφο, τον ρώτησα αν πήγε πουθενά τα Χριστούγεννα.

«Πήγαμε στο Μπουρντάκιοϊ», μου απάντησε.

Και μου εξήγησε πως αυτή τη φράση την έλεγε ο πατέρας του, πρόσφυγας στην καταγωγή, από τη Σινώπη, όταν ήθελε να πει, περιπαικτικά, ότι δεν πήγε ή δεν θα πάει πουθενά. Μπουρντά θα πει «εδώ» στα τούρκικα, θα το θυμάστε από το «γκελ μπουρντά» που έχει γίνει παροιμιώδες στα ελληνικά (αν και η σωστή τούρκικη φράση είναι «γκελ μπουραγιά», για να δηλωθεί κίνηση και όχι στάση, όπως το μπουρντά). Και «κιόι» (köy) είναι το χωριό, για παράδειγμα Γενίκιοϊ το Νεοχώρι ή Νιχώρι της Καλλίπολης, Κιούπκιοϊ (χωριό που φτιάχνουν κιούπια, πιθάρια) το χωριό του Καραμανλή που το είπαμε Πρώτη κτλ. Έτσι, Μπουρντάκιοϊ το «Εδωχώρι».

Το Μπουρντάκιοϊ παλιότερα το λέγαν αρκετά οι Ρωμιοί, τώρα λιγότερο. Υπάρχει και παραλλαγή, Μπουραντάκιοϊ (buradaköy), αφού το burada είναι παράλληλος τύπος του burda. Πανελλήνιο αντίστοιχο του Μπουρντάκιοϊ δεν ξέρω αν έχουμε, πάντως η γιαγιά ενός φίλου έλεγε «το Κατσεδό».

Στην Κοζάνη, από την άλλη, υπάρχει ο μαγευτικός Αρίνταγας, που είναι η φανταστική παραλία τής (απελπιστικά μεσόγειας στην πραγματικότητα) πόλης. Όταν κάποιος μας έχει εκνευρίσει με τα διάφορα μακρινά και δυσπρόσιτα χωριά που επισκέφτηκε στην τελευταία εκδρομή του, μπορούμε να τον ρωτήσουμε αν επισκέφτηκε τις Μέγλυφες ή τα Σέκλανα (Κορινθίας, μάλιστα). Ως επιτομή του μαγευτικού αιγαιοπελαγίτικου νησιού έχει μεγάλη πέραση η Ίφκινθος.

Κάτι ανάλογο με το Μπουρντάκιοϊ έχουν κι οι Γερμανοί. Μια απάντηση στην ερώτηση «πού θα κάνετε φέτος διακοπές» είναι «Auf Balkonien», που ακούγεται κάπως σαν το όνομα μιας εξωτικής χώρας, σαν να λέμε «Στην Μπαλκονία», ενώ ο φουκαράς απαντάει ότι θα μείνει στο σπίτι, στο μπαλκόνι του. Μπαλκονία έχουν και οι Ολλανδοί (Balkonia), άλλοι όμως προτιμούν την «Tuinaria» (στον κήπο τους δηλαδή, Κηπαρία). Κι αυτό θυμίζει την απάντηση που δίνουν πολλοί στην ερώτηση «πού θα πάμε;», συνήθως για βραδινή έξοδο, όπου απαντούν δίνοντας τη (γνωστή βέβαια στον συνομιλητή τους) διεύθυνσή τους, π.χ. Ελευθερίου Βενιζέλου 124…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Επαναλήψεις, Ευτράπελα, Λογοπαίγνια, Υγεία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 176 Σχόλια »

Γάντια

Posted by sarant στο 23 Μαρτίου, 2020

Μετά το χτεσινό ποιητικό διάλειμμα συνεχίζουμε σε ρυθμούς πανδημίας. Θ’ αφιερώσουμε το σημερινό σημείωμα στο άλλο απαραίτητο, ή τέλος πάντων πολύ διαδεδομένο, είδος της αμφίεσής μας σε αυτούς τους πανδημικούς καιρούς.

Πράγματι, όταν βγαίνουμε έξω (τώρα πια θα πρέπει να έχουμε μαζί μας συμπληρωμένο το Έντυπο δήλωσης μετακίνησης) βλέπουμε πολυ κόσμο να κυκλοφορεί φορώντας μάσκα ή/και γάντια -ιδίως όσοι εργάζονται σε σουπερμάρκετ, φούρνους κτλ.

Με τη μάσκα ασχοληθήκαμε τις προάλλες. Σειρά τώρα έχουν τα γάντια.

Όπως και με τις μάσκες, που δεν αναδείχτηκαν όλες σε είδος πρώτης αναγκης αλλά μόνο οι χειρουργικές και συναφείς, και όχι βεβαίως οι αποκριάτικες, έτσι και με τα γάντια η πανδημία έφερε στο προσκήνιο έναν ορισμένο τύπο γαντιών -ισως όχι απαραιτήτως σαν κι αυτά της φωτογραφίας, που είναι γάντια νιτριλίου, αλλά πάντως τα γάντια μιας χρήσης. Τα φοράτε βγαίνοντας έξω, επιστρέφοντας τα πετάτε.

Διότι βεβαίως γάντια φορούσαμε και πριν έρθει η πανδημία, αλλά κυρίως για να προστατευτούμε από το κρύο, μάλλινα ή δερμάτινα. Υπάρχουν και τα γάντια της κουζίνας ή για τις δουλειές του νοικοκυριού, από κάποιο πολυμερές, όπως και άλλα γάντια πιο ανθεκτικά για διάφορες εργασίες (κηπουρική, ας πούμε, αλλά και πολλές άλλες). Γάντια μακρυμάνικα έχουν οι μοτοσικλετιστές, γάντια χρησιμοποιούν και διάφοροι επαγγελματίες ή αθλητές, διαφόρων ειδών, με πολλές διαφορές μεταξύ τους -άλλα τα γάντια του μποξέρ και άλλα του χειρούργου.

Tα πιο πολλά γάντια έχουν δάχτυλα, αν και υπάρχουν και γάντια χωρίς δάχτυλα, με ενιαίο χώρο, πχ των μποξέρ. Υπάρχουν και γάντια με κομμένα δάχτυλα. Τώρα με τα σμάρτφον έχουν βγει και γάντια ειδικά για οθόνες αφής, διότι με τα παλιά μάλλινα γάντια δεν μπορείς να χειριστείς το σμαρτόφωνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ρεμπέτικα, Υγεία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 189 Σχόλια »

Έλα βρε Χαραλάμπη, να σε γιορτάσουμε!

Posted by sarant στο 10 Φεβρουαρίου, 2020

Σύμφωνα με το τραγούδι, προσκαλούμε τον Χαραλάμπη να τον παντρέψουμε, να φάμε και να πιούμε και να χορέψουμε, όμως ο Χαραλάμπης δεν θέλει με το ζόρι παντρειά. Σήμερα όμως, που είναι 10 Φεβρουαρίου, θα τον προσκαλέσουμε να τον γιορτάσουμε, να φάμε και να πιούμε μέχρι να σκάσουμε, αφού σήμερα γιορτάζει ο Χαράλαμπος.

Στο ιστολόγιο, συνηθίζουμε να δημοσιεύουμε τέτοια άρθρα, αφιερωμένα σε ονόματα, τη μέρα της γιορτής τους, και με τον καιρό έχουμε καλύψει τα περισσότερα διαδεδομένα αντρικά και γυναικεία ονόματα -τη Μαρία και την Άννα, τον Δημήτρη και τη Δήμητρα, τον Γιάννη, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Κώστα και την Ελένη, τον Στέλιο και τη Στέλλα, τον Χρίστο (ή Χρήστο) και την Κατερίνα. Από τα λιγότερο συχνά έχουμε αφιερώσει άρθρο στον Σπύρο πρόσφατα και παλιότερα στον Θωμά και στον Στέφανο. Τελευταίο τέτοιο άρθρο ήταν, πέρυσι, για τον Θανάση, εκτός αν έχω ξεχάσει κανένα.

Πέρυσι λοιπόν ο φίλος μας ο Babis είχε ζητήσει να γράψουμε κι ένα άρθρο για το όνομά του -πέρυσι όμως η 10η Φεβρουαρίου έπεφτε Κυριακή, οπότε το αναβάλαμε για φέτος. Περιέργως το θυμήθηκα έγκαιρα, οπότε έρχομαι να εκπληρώσω την υπόσχεση με τούτο το άρθρο.

Αλλά, όπως βρίσκω, δεν γιορτάζει σήμερα μόνον ο Χαράλαμπος και η Χαραλαμπία. Γιορτάζει επίσης και ο Χαρίλαος, οπότε θα πούμε δυο λόγια και γι’ αυτόν, να μη μένει παραπονεμένος.

Διότι, παρόλο που συμπίπτουν στο χαϊδευτικό Χάρης, ο Χαράλαμπος και ο Χαρίλαος είναι διαφορετικά ονόματα. Ο Χαρίλαος είναι αρχαίο, ενώ Χαράλαμπο βρίσκω μόνο στη χριστιανική εποχή. Και τα δυο ονόματα έχουν προφανή ετυμολογία, χαρά και λαός το ένα, χαρά και λάμπω το άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Ονόματα, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 140 Σχόλια »

Τι παίζει;

Posted by sarant στο 28 Νοεμβρίου, 2019

Η ερώτηση του τίτλου είναι παραπλανητική -με την έννοια ότι δεν ρωτάω τι συμβαίνει, τι κρύβεται πίσω από κάτω, ποια είναι η βαθύτερη αιτία για κάποια παράξενη συμπεριφορά. Έβαλα την ερώτηση αυτή επειδή στο σημερινό άρθρο θα καταγράψουμε μερικές από τις πάμπολλες παγιωμένες φράσεις που υπάρχουν με το ρήμα «παίζω».

Θυμίζω ότι είχαμε πριν από μερικούς μήνες ένα ακόμα ανάλογο άρθρο, όπου είχαμε δει φρασεολογισμούς και ορισμένα λεξιλογικά για το ρήμα «τρώω».

Αλλά, όπως και στο άρθρο εκείνο, θα πούμε και δυο λόγια για την ετυμολογία. Το ρήμα «παίζω» είναι αρχαίο, ομηρικό κιόλας (στην Οδύσσεια, η Ναυσικά και οι φίλες της σφαίρηι έπαιζον) και ανήκει στην ίδια ετυμολογική οικογένεια με το ουσιαστικό «παις». Δεν αποκλείεται στην αρχή να σήμαινε «συμπεριφέρομαι σαν παιδί, παιδιαρίζω», αλλά ήδη από τον Όμηρο πήρε σημασίες όπως τις σημερινές: παίζω παιχνίδια (πεσσούς, κύβους), παίζω μουσικά όργανα, αστειεύομαι, πειράζω κάποιον (Πάντως, σήμαινε και «χορεύω», ήδη από παλιά). Βέβαια, η διασημότερη αρχαία φράση με το παίζω είναι «τα παιδία παίζει», που όλοι την ξέρουμε σαν δείγμα αττικής σύνταξης και που έχει γνωρίσει αμέτρητες ευτράπελες ή όχι τροποποιήσεις.

Σήμερα, το ρήμα «παίζω» είναι ένα από τα βασικά ρήματα της νεοελληνικής και έχει αποκτήσει πάμπολλες σημασίες. Εδώ, όπως είπα, θα σταθώ κυρίως στις παγιωμένες (εκ)φράσεις.

Λοιπόν, όταν κάποιος ριψοκινδυνεύει, όταν ενεργεί χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τον σοβαρό κίνδυνο που υπάρχει, λέμε ότι παίζει με τη φωτιά. Περίπου την ίδια εικόνα δίνει κι εκείνος που παίζει το κεφάλι του κορώνα γράμματα ή, ίδια εικόνα με άλλο τυχερό παιχνίδι, τα παίζει όλα μονά ζυγά. Μπορεί επίσης, και πάλι όταν διακινδυνεύει τα πάντα να τα παίζει όλα για όλα ή και να παίζει τα ρέστα του και όταν, ύστερα από αλλεπάλληλες αποτυχίες κάνει μια τελευταία προσπάθεια για να πετύχει κάτι λέμε ότι παίζει το τελευταίο του χαρτί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Ετυμολογικά, Τα μεγάλα ρήματα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , | 183 Σχόλια »

Άσπρα και μπλε κολάρα

Posted by sarant στο 21 Νοεμβρίου, 2019

Στην προχτεσινή του συνέντευξη ο Αλέξης Τσίπρας υποστήριξε ότι η κυβέρνηση αλλάζει τον ποινικό κώδικα για να αθωώνει τους «μπαχαλάκηδες» του λευκού κολάρου, ενώ παράλληλα σε ερώτηση στη Βουλή, ο Αλέξης Τσίπρας έκανε ΄λόγο για «εγκλήματα του λευκού κολάρου».

Υπάρχει και τηλεοπτική σειρά με τίτλο White Collar

Έτσι ο όρος ήρθε στην επικαιρότητα και συζητήθηκε. Με ρώτησε μάλιστα κάποιος στο Τουίτερ αν είναι σωστή η έκφραση ή αν αποτελεί μετάφραση με google translate. Προφανώς ο συνομιλητής μου δεν είχε συναντήσει ποτέ την ελληνική έκφραση, ενώ ήξερε το αμερικάνικο white-collar crime ή έστω το σκέτο white collar (και το αντίστοιχό του, το blue collar) και, με την έπαρση που δίνει η ημιμάθεια, σκέφτηκε ότι δεν υπάρχει τέτοια έκφραση στα ελληνικά.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έκφραση ασφαλώς καινούργια, της τελευταίας δεκαετίας, αλλά καθιερωμένη πλέον και λεξικογραφημένη. Όμως πρέπει να πάρω τα πράγματα με τη σειρά.

Στην αρχή έχουμε τις αγγλικές/αμερικανικές εκφράσεις blue collar, μπλε γιακάς ας πούμε, και blue-collar worker, που είναι ο εργάτης, ιδίως ο βιομηχανικός εργάτης, που κάνει δουλειά σε μεγάλο βαθμό χειρωνακτική. Μπορεί να είναι ανειδίκευτος, μπορεί να είναι ειδικευμένος και να βγάζει καλά λεφτά, πάντως είναι μουτζούρης και χειρώνακτας. Πρόκειται για έκφραση που εμφανίστηκε πρώτη φορά στις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1920, από τα τζιν πουκάμισα που φορούσαν οι εργάτες.

Λίγα χρόνια αργότερα, εμφανίστηκε ο άλλος όρος, σε αντιδιαστολή: white-collar worker είναι ο εργαζόμενος του γραφείου, που κάνει δουλειά «πνευματική» με την ευρεία έννοια του όρου, δουλειά γραφείου πάντως· ακόμα κι αν δουλεύει σε βιομηχανία βρίσκεται μακριά από τη μουτζούρα της γραμμής παραγωγής, και φοράει κουστούμι: σακάκι, πουκάμισο, γραβάτα.

Βλέπετε, οι όροι είναι ανδροκεντρικοί, αγνοούν τις γυναίκες εργάτριες ή εργαζόμενες γραφείου. Σε ανδροκρατούμενο κόσμο ζούμε.

Λίγο αργότερα, έχουμε τον όρο white-collar crime, που όμως δεν είναι κάθε έγκλημα που διαπράττεται από εργαζόμενο γραφείου. Είναι, σύμφωνα με τον ορισμό του κοινωνιολόγου Edwin Sutherland, που εισηγήθηκε τον όρο το 1939 (και έγραψε και βιβλίο το 1949), «έγκλημα που διαπράττεται από ευυπόληπτο άτομο υψηλής κοινωνικής θέσης μέσα στο πλαίσιο της εργασίας του». Υπόψη ότι πρόκειται για μη βιαιο έγκλημα, συνήθως οικονομικής υφής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 201 Σχόλια »

Ποιος έφερε την κουκουβάγια;

Posted by sarant στο 5 Νοεμβρίου, 2019

Ένα μικρό άρθρο σήμερα, όχι για τις κουκουβάγιες γενικώς αλλά για μια παροιμιακή φράση με κουκουβάγιες -ή έστω με γλαύκα, όπως λεγόταν στα αρχαία.

Εννοώ βέβαια την παροιμιακή φράση «γλαύκα ες Αθήνας» ή τις διάφορες νεότερες παραλλαγές της που συμμορφώνονται περισσότερο με τη σημερινή γλώσσα.

Συμφωνα με το ΛΚΝ, «κομίζω γλαύκα εις Αθήνας» σημαίνει «παρουσιάζω ως καινούργιο κάτι πασίγνωστο». Παρόμοιον ορισμό δίνουν και τα άλλα λεξικά.

Στο λεξικό Μπαμπινιώτη διαβάζω ότι η φράση, που είναι ήδη αρχαία, «οφείλεται στο γεγονός ότι τα νομίσματα της αρχαίας Αθήνας ονομάζονταν γλαύκες, επειδή έφεραν παραστάσεις γλαύκας, συμβόλου της θεάς Αθηνάς, και επομένως το να τα φέρνει κανείς στην Αθήνα ήταν εντελώς άσκοπο».

Δεν είμαι βέβαιος ότι είναι σωστή αυτή η εξήγηση -τα νομίσματα ποτέ δεν είναι άσκοπο να τα φέρνει κανείς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η παροιμιακή φράση εμφανίζεται πρώτη φορά στους Όρνιθες του Αριστοφάνη, στον στίχο 301. Όρνιθες είναι τα πουλιά, όχι οι σημερινές όρνιθες, και στην κωμωδία του Αριστοφάνη εμφανίζονται πολλά και διάφορα είδη πουλιών και σχολιάζονται αναλόγως.

Και «χαὐτηί γε γλαῦξ», λέει ο Έποπας, «τούτη εδώ είναι κουκουβάγια», κι ο Ευελπίδης του λέει: τί φῄς; τίς γλαῦκ᾽ Ἀθήναζ᾽ ἤγαγεν; -αναφερει απλώς, χαριτολογώντας, την παροιμιακή φράση που ήταν ήδη γνωστή και σε χρήση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Αθηναιογραφία, Λεξικογραφικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 127 Σχόλια »

Τουρκολεξιλογικά

Posted by sarant στο 4 Νοεμβρίου, 2019

Tο άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στην κυριακάτικη Αυγή στη μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Για ένα τόσο εκτενές θέμα θα μπορούσε να γραφτεί άρθρο δεκαπλάσιας έκτασης, η εφημερίδα όμως έχει περιορισμούς χώρου. Στην εδώ αναδημοσίευση αντιστάθηκα στον πειρασμό να προσθέσω υλικό, επειδή μου φάνηκε πως θα κατάστρεφα την ισορροπία του κειμένου. Πρόσθεσα πάντως την εικόνα κι ένα λεξιλογικό λινκ -αλλά είμαι βέβαιος ότι στα σχόλιά σας θα αναφέρετε πολλά αξιόλογα προσθετέα.

Τουρκολεξιλογικά

Τον μήνα που μας πέρασε “η γείτων”, όπως συχνά αποκαλείται στον Τύπο η Τουρκία, βρέθηκε στο προσκήνιο της διεθνούς επικαιρότητας, οπότε δεν είναι περίεργο που θα της αφιερώσουμε το σημερινό μας άρθρο. Για τις κινήσεις όμως του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο πολύπλοκο παιχνίδι, άλλοτε σκάκι κι άλλοτε πόκερ, που παίζεται στη Συρία θα έχετε διαβάσει σε άλλες στήλες της Αυγής. Εμείς εδώ, ως γνωστόν, λεξιλογούμε.

Το εθνωνύμιο Τούρκοι είναι άγνωστης ετυμολογίας αν και φυσικά υπάρχουν πολλές εκδοχές για την προέλευσή του. Πιθανές αναφορές υπάρχουν σε ρωμαϊκές πηγές και πιο σίγουρες σε κινεζικές πηγές από τον 5ο αιώνα μ.Χ. Στα ελληνικά, ο αστρολόγος Πάλχος που έζησε μάλλον τον 5ο-6ο αιώνα είναι ο πρώτος που μνημονεύει τους Τούρκους στο έργο του, ενώ τον 6ο αι. υπάρχουν αρκετές αναφορές σε βυζαντινούς συγγραφείς και κυρίως στον ιστορικό Μένανδρο Προτέκτορα, που διηγείται αναλυτικά την πρώτη πρεσβεία Τούρκων (ήταν οι λεγόμενοι Γαλάζιοι Τούρκοι) προς τον Ιουστίνο Β’ και την επίσκεψη του Ζημάρχου στον χαγάνο των Τούρκων, που λεγόταν Σιζάβουλος. Χάρη στις επαφές αυτές εδραιώθηκε ο δρόμος του μεταξιού από την Κίνα στην Πόλη.

Στους επόμενους αιώνες οι Τούρκοι ήρθαν πιο κοντά στα μέρη μας και σιγά-σιγά άρχισαν να αποσπούν εδάφη από τη βυζαντινή αυτοκρατορία. Αν και το 1453 η πάλαι ποτέ βασιλεύουσα ελάχιστα εδάφη έλεγχε πλέον, αυτή η χρονολογία έχει μείνει ως ορόσημο παρόλο που άλλα γεγονότα (όπως η μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 ή η άλωση του 1204) ίσως βάρυναν περισσότερο στην πλάστιγγα. Πάντως, η περίοδος που επικράτησε να λέγεται Τουρκοκρατία και που διάρκεσε, συμβολικά, τετρακόσια χρόνια (αμφιβάλλω αν υπήρξε κάποια περιοχή της σημερινής Ελλάδας που να έμεινε ακριβώς ή περίπου 400 χρόνια υπό τουρκικό έλεγχο) θεωρούμε ότι άφησε ανεξίτηλη σφραγίδα -και συνήθως όλα τα στραβά κι ανάποδα της σημερινής Ελλάδας τα χρεώνουμε σ’ αυτήν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γλωσσικά δάνεια, Μικρά Ασία, Τουρκία, Φρασεολογικά, Χρώματα | Με ετικέτα: , , , , | 171 Σχόλια »

Ποιοι είναι αργυραγχωμένοι;

Posted by sarant στο 24 Οκτωβρίου, 2019

Μην ψάχνετε στο γκουγκλ, η δύσκολη λέξη του τίτλου δεν γκουγκλίζεται -«τώρα γκουγκλίζεται», λέει μια σπηλαιωδης φωνή από ψηλά.

Τις προάλλες, στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, ο καθηγητής Αριστείδης Χατζής, που αυτόν τον καιρό μελετάει τις πρωτογενείς πηγές για το 1821 διότι ετοιμάζει ένα (σημαντικό, πιστεύω) βιβλίο για το θέμα, ρώτησε την ομήγυρη τι σημαίνει αυτή η λέξη, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από την Εφημερίδα των Αθηνών, του 1825.

Όπως βλέπετε, το επίμαχο απόσπασμα είναι:

Διά όλα αυτά λοιπόν, τα μικρότατα πράγματα, οπού υψώνετε ώς τους Ουρανούς, και δια τα μεγάλα οπού σιωπαίνετε, ή πρέπει να είσθε αργυραγχωμένοι, ή πρέπει να [συμπληρώνω από την πίσω σελίδα] είσθε πολλά μικρόψυχοι και δειλοί. [Γράφει ‘δηλοί’ αλλά είναι τυπογραφικό λάθος]

Πρόκειται για απόσπασμα από επιστολή που δημοσιεύτηκε στο φ. 80 της Εφημερίδος Αθηνών (31.7.1825). Ο επιστολογράφος, που υπογράφει Σ.Φ.Ε. και στέλνει το γράμμα του από τα Μέγαρα με ημερομηνία 28 Ιουλίου 1825, κατηγορεί την εφημερίδα ότι δεν τσιγκουνεύεται επαίνους για «τα μικρότατα και τιποτένια σχεδόν έργα, καθώς το σκότωμα ενός Τούρκου και το πάρσιμον ενός αλόγου και τα τοιαύτα, χωρίς να αναφέρη μήτε γρυ δι’ όσας μεγάλας αταξίας βλέπεις να γίνωνται». Και αναφέρει στη συνέχεια της επιστολής ατασθαλίες που δεν στηλιτεύτηκαν από την εφημερίδα όπως το «να μαχαιρώνουν οι στρατιώτες τους πολίτας και να μην παιδεύονται διά τούτο».

Θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε όλη την επιστολή, ίσως και την απάντηση του συντάκτη -που δεν δίνεται στο ίδιο φύλλο αλλά υπάρχει υπόσχεση οτι θα δινόταν σε επόμενο- μια και είναι γραμμένη από ολοφάνερα μορφωμένο συντάκτη, που όμως χρησιμοποιεί απλούστερη καθαρεύουσα από αυτήν που επιβλήθηκε από το σχολείο μετά την ίδρυση του κράτους, με σαφείς παραχωρήσεις στη δημοτική: το πάρσιμο ενός αλόγου και όχι η σύλληψις ενός ίππου, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας σήμερα.

Ας ειναι όμως, βάζω ακομα καναδυό προτάσεις για να δούμε πόσο οπισθοχωρήσαμε με την επιβολή της αρχαΐζουσας:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Αρχαία γραμματεία, Αρχαία ελληνικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | 137 Σχόλια »