Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φρασεολογικά’ Category

Τα φρούτα της θάλασσας

Posted by sarant στο 12 Αύγουστος, 2019

Φρούτα της θάλασσας τα λένε οι Γάλλοι, fruits de mer δηλαδή. Εμείς τα λέμε θαλασσινά. Καλοκαίρι είναι, παραθαλάσσιες ταβέρνες ή ουζερί, μεζέδες, ας βάλουμε σήμερα ένα καλοκαιρινό πιάτ.. άρθρο, παρόλο που έχουμε μπει στην κεσατλίδικη βδομάδα κι έτσι δεν θα το δουν πολλοί -αλλά γι’ αυτό είναι οι επαναλήψεις.

Τα θαλασσινά μπορούμε να τα χωρίσουμε σε μερικές μεγάλες κατηγορίες: μαλάκια (οστρακα όπως στρείδια, μύδια και κυδώνια αλλά και κεφαλόποδα όπως χταπόδια και καλαμάρια), καρκινοειδή όπως γαρίδες, καραβίδες, καβούρια και αστακούς ή και εχινόδερμα όπως οι αχινοί.

Όμως εμείς εδώ δεν κάνουμε ζωολογική μελέτη, εμείς ως γνωστόν λεξιλογούμε, οπότε τα θαλασσινά θα τα εξετάσουμε από λεξιλογική, ετυμολογική και φρασεολογική άποψη. Κι επειδή η πιατέλα είναι μεγάλη και φορτωμένη, ξεκινάμε χωρίς άλλες εισαγωγές.

Ξεκιναμε, τυχαία, από τις γαρίδες. Η γαρίδα προέρχεται από το αρχαίο καρίς. Από τη συμπροφορά με το άρθρο στην αιτιατική, την καρίδα > τηνγκαρίδα, η καρίς έγινε γαρίδα.

Επειδή τα μάτια της γαρίδας φαινονται γουρλωμένα, όπως του πρωθυπουργού, λέμε «γαρίδα το μάτι του» για κάποιον που λαχταράει κάτι ή για έναν περίεργο που παρατηρεί αδιάκριτα αλλά και για κάποιον που δεν μπορεί να κοιμηθεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Κύπρος, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 148 Σχόλια »

Το φρούτο από την Περσία -και πάλι

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2019

Στα νιάτα μου, που πηγαινα πολύ στο σινεμά, το καλοκαίρι ήταν εποχή επαναλήψεων -μια ευκαιρία να δεις όχι μόνο (και όχι τόσο) τις ταινίες της χειμωνιάτικης σεζόν που είχες χάσει αλλά και πλήθος κλασικές παλιές ταινίες. Στο ιστολόγιο το καλοκαίρι επαναλαμβάνουμε άρθρα, πότε πότε. Αφήνω όμως να περνάνε κάμποσα χρόνια από την αρχική δημοσίευση ή την προηγούμενη αναδημοσίευση, ώστε να το έχουν μισοξεχάσει οι παλαιότεροι.

Κι έτσι σήμερα θα δούμε ένα από τα παλιά άρθρα μου για τα οπωρικά, που είναι και η εποχή τους.

Το αρχικό άρθρο είχε δημοσιευτεί πριν από οχτώ χρόνια κι ένα μήνα, τον Ιούνιο του 2011, και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις. Η πρώτη αναδημοσίευση έγινε το 2015, πριν από τέσσερα χρόνια δηλαδή. H σημερινή αναδημοσίευση είναι η δεύτερη, πάντα με ενσωμάτωση κάποιων σχολίων από την προηγούμενη.

Και θα ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Γιατί το είπα «φρούτο από την Περσία»;

Όπως έχουμε ξαναπεί, οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά και οι Ρωμαίοι, χρησιμοποιούσαν σε πολλές περιπτώσεις το μήλο (malum) σαν γενικό όρο για τα οπωρικά, προσθέτοντας ένα προσδιοριστικό επίθετο για να δηλώσουν άλλα φρούτα.

Έτσι, για παράδειγμα, το βερίκοκο το ονόμασαν αρμενιακόν μήλον, αν και η ονομασία δεν έπιασε. Το χρυσό ροδάκινο το είπαν περσικόν μήλον, και η ονομασία έπιασε στα λατινικά, όπως θα δούμε παρακάτω, όχι όμως στα ελληνικά. Η ροδακινιά είναι βέβαια ιθαγενής της Κίνας, στα μέρη μας όμως τα ροδάκινα ήρθαν από την Περσία, πιθανότατα με τις εκστρατείες του Αλέξανδρου.

Ο Θεόφραστος, στο σύγγραμμά του για την ιστορία των φυτών,  αναφέρει την περσική μηλέα, ενώ ο Αθήναιος παραθέτει άφθονες αναφορές που ασφαλώς ή πιθανώς εννοούν τα ροδάκινα, μεταξύ των οποίων και ένα απόσπασμα από έργο του Αντιφάνη, όπου ένας νέος προσφέρει σε μια κόρη να δοκιμάσει «χρυσά μήλα», και της λέει πως «νεωστί γαρ το σπέρμα τούτ’ αφιγμένον εις τας Αθήνας παρά του βασιλέως» (δηλαδή πρόσφατα ήρθε από την Περσία), και η κοπέλα τα παινεύει λέγοντας πως τα νόμισε μήλα των Εσπερίδων. Πρέπει βέβαια να πούμε πως ο Αθήναιος θεωρεί ότι ο διάλογος αφορά τα κίτρα, που και αυτά, όπως έχουμε πει  στο σχετικό άρθρο τα έλεγαν «μηδικά μήλα», αλλά είναι πολύ πιθανότερο να νοούνται τα ροδάκινα γιατί προσφέρονται ως εκλεκτό έδεσμα –κάτι που μάλλον αποκλείει τα (σχεδόν μη φαγώσιμα) κίτρα.

Περσικά μήλα λοιπόν τα ροδάκινα, και όπως πολύ συχνά συμβαίνει το ουσιαστικό έπεσε και ονομάστηκαν σκέτα περσικά. Αλλά και στα λατινικά, malum persicum το είπαν το ροδάκινο κι εκεί το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε και το φρούτο έμεινε να λέγεται persicum, στον πληθυντικό persica. Κι απ’ αυτόν τον πληθυντικό, που θεωρήθηκε ενικός θηλυκού γένους, ονομάστηκε, με τις ανάλογες αλλοιώσεις, το ροδάκινο σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες (αν και όχι στα ισπανικά, βλ. πιο κάτω): peach στα αγγλικά, pêche στα γαλλικά, Pfirsisch στα γερμανικά, pesca στα ιταλικά, pêssego στα πορτογαλικά· κι αν στις παραπάνω λέξεις μόνο ο ετυμολόγος μπορεί να αναγνωρίσει την περσική αρχή, τα ολλανδικά (Perzik) ή τα ρώσικα (πέρσικι) ή μερικές ιταλικές διάλεκτοι (persica) διατηρούν ολοζώντανη την ανάμνηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 130 Σχόλια »

Κορόιδα με περικεφαλαία

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2019

Με το που ανακοινώθηκαν οι νέοι Γενικοί Γραμματείς των υπουργείων παρατηρήθηκε και η πρώτη έντονη αντίδραση ενός τμήματος της βάσης του κυβερνώντος κόμματος, αντίδραση ιδιαίτερα έντονη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -να το διευκρινίσουμε αυτό, διότι δεν είναι πάντοτε ίδιος ο αντίκτυπος στο άλλο κοινό.

Έντονες διαφωνίες εκφράστηκαν για τον διορισμό του Γ. Μαυρωτά ως Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού -όχι τόσο επειδή ο Γ.Μ. προέρχεται από άλλον πολιτικό χώρο, το Ποτάμι, (και μάλιστα δηλώνει πως εξακολουθεί να ανήκει στο Ποτάμι) αλλά διότι ηταν ένας από τους βουλευτές του Ποταμιού που με την ψήφο του συνέβαλε στην οριακή έγκριση της Συμφωνίας των Πρεσπών από τη Βουλή.

Κι έτσι, πολλοί μακεδονομάχοι, εννοώ συμπολίτες μας που έσπευσαν στα συλλαλητήρια εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών, κάποιοι απο αυτούς φορώντας χλαμύδες και περικεφαλαίες και κραδαίνοντας σάρισες, αισθάνθηκαν προδομένοι -πολύ περισσότερο όταν ο ίδιος ο Γ. Μαυρωτάς δηλώνει ότι τώρα στη ΝΔ το κλίμα έχει αλλάξει για τις Πρέσπες.

Ενδεικτικές αντιδράσεις σταχυολογημένες από το Τουίτερ:

.

.

.

Τόσο μεγάλη είναι η αγανάκτηση που ακόμα κι ένας απόλυτα στρατευμένος δημοσιογράφος αισθάνεται την ανάγκη να διαχωρίσει κάπως τη θέση του και να δηλώσει ότι εκπροσωπεί απλώς τον εαυτό του!

Προσωπικά, δεν επικρίνω τον διορισμό του Γ. Μαυρωτά στη θέση του Γ.Γ.Α. ούτε θεωρω πως είναι κατι το εξαιρετικά θετικό. Προτιμότερος είναι πάντως από κάποιον άλλον ακραιφνή νεοδημοκράτη, αλλά θα κριθεί από το έργο του σε αυτή τη θέση.

Κάποιοι είπαν ότι η στάση του υπέρ των Πρεσπών ήταν προσυμφωνημένη με τη ΝΔ, που μπορεί να ανέβηκε στα κάγκελα εναντίον της συμφωνίας αλλά κατά βάθος ήθελε να περάσει από τη Βουλή ώστε να απαλλαγεί από την καυτή πατάτα -ας θυμηθούμε και τις δηλώσεις του Σταύρου Θεοδωράκη ότι «τους παρακαλούσαν από τη ΝΔ να ψηφίσουν Ναι».

Το μόνο που έχω να προσάψω στον Μαυρωτά είναι ότι με την επιλογή του να αποδεχτεί τον διορισμό μάλλον επιταχύνει τη διάλυση του κόμματός του, στο οποίο εξακολουθεί να κατέχει τη θέση του αντιπροέδρου. Αλλά αυτό είναι κάτι που αφορά τον ίδιο τον κ. Μαυρωτά και το Ποτάμι.

Από την άλλη, ξέραμε ότι η ΝΔ δεν έχει καμιά διάθεση να μην εφαρμόσει τη συμφωνία των Πρεσπών. Και αυτό δεν το προοιωνιζει μόνο ο διορισμός του κ. Μαυρωτά. Για παράδειγμα, ο υπουργος Άμυνας κ. Παναγιωτόπουλος, που εκλέγεται στην Καβάλα και προεκλογικά είχε χαρακτηρίσει «άθλια» τη συμφωνία των Πρεσπών, τώρα υποστηρίζει πως «επιτεύχθηκε με καλό σκοπό» και πως αν εφαρμοστεί απαρέγκλιτα μπορεί να οδηγήσει σε ένα καλύτερο μέλλον! Τελικά, το μόνο άθλιο στην ιστορία αυτή είναι η σπέκουλα πάνω σε ένα εθνικό θέμα.

Από την άλλη, είδα με θυμηδία την αγανάκτηση των «προδομένων» μακεδονομάχων και έγραψα το εξής σχόλιο στο Φέισμπουκ και στο Τουίτερ, σχόλιο που μου έδωσε και τον τίτλο στο σημερινό άρθρο:

Βλέποντας τον εκνευρισμό που έχει προκαλέσει στους Μακεδονομάχους ο διορισμός του Μαυρωτά καταλαβαίνει κανείς πόσο εύστοχη είναι η έκφραση «κορόιδα με περικεφαλαία «.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Μακεδονικό, Μεταμπλόγκειν, Πολιτική, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 232 Σχόλια »

Αν ξέραμε τι τρώμε…

Posted by sarant στο 26 Ιουνίου, 2019

O τίτλος του σημερινού άρθρου θα θυμίσει ίσως στους παλιότερους μια σειρά άρθρων του Κώστα Μπαζαίου, πριν από καμιά τριανταριά χρόνια στην Ελευθεροτυπία, στην οποία ο δημοσιογράφος αποκάλυπτε και καλά τις βλαβερές ουσίες που περιέχονται στα τρόφιμα του εμπορίου. Νομίζω ότι η σειρά εκείνη άρθρων, που βάστηξε αρκετόν καιρό, είχε αυτόν ακριβώς τον τίτλο ή έστω πολύ παρόμοιο.

Ωστόσο, θ’ αναγνωρίσω πρόθυμα πως για το σημερινό μας άρθρο ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Δεν θα διαβάσετε ούτε για μυστικά της υγιεινής διατροφής ουτε για τα βλαβερά συντηρητικά και τ’ άλλα πρόσθετα των τροφίμων. Γλωσσικό ιστολόγιο ειμαστε, και το θέμα μας σήμερα είναι γλωσσικό: θα δούμε πολλούς τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιούμε το ρήμα «τρώω» στη φρασεολογία μας.

Την ιδέα για το σημερινό άρθρο την πήρα από τη συζήτηση που έγινε χτες για το προχτεσινό μας άρθρο, όπου ο παλιός βενιζελικός πολιτευτής Λεωνίδας Ιασωνίδης είχε συνδεθεί με τη φράση «να τα φάμε όλα» ή μάλλον «να τα φάωμεν ούλα». Αλλά από καιρό ήθελα να εγκαινιάσω μια σειρά άρθρων για τα βασικά ρήματα της ελληνικής γλώσσας, οπότε ας αρχίσουμε με αυτή την αφορμή από το «τρώω».

Τρώω λέμε, που είναι τύπος μεσαιωνικός. Ο αρχαίος τύπος είναι τρώγω, αλλά (και εδώ αντιγράφω από ένα παλιότερο άρθρο) οι αρχαίοι δεν… έτρωγαν και τόσο πολύ.

Θέλω να πω, το κατ’ εξοχήν ρήμα που χρησιμοποιούσαν δεν ήταν το τρώγω, αλλά το εσθίω, που από τον επικό του τύπο, έδω, έχουν επιβιώσει μερικές λέξεις που τις λέμε και σήμερα, όπως το έδεσμα, κανονικά το φαγητό, αλλά στη γλώσσα της γκλαμουράτης δημοσιογραφίας χρησιμοποιείται φυσικά μόνο για υποτίθεται εκλεκτά και ασφαλώς πανάκριβα φαγητά. Από εκεί και η ξεχασμένη εδωδή, δηλαδή η τροφή, και ο εδώδιμος, δηλαδή ο φαγώσιμος, που επίσης έχει επιβιώσει ως τα σήμερα –αν και κάποτε μερικοί τον μπερδεύουν με τον εγχώριο.

Λοιπόν, το ρήμα τρώγω σήμαινε «μασουλάω, τραγανίζω, ροκανίζω» και τραγήματα ή τρωγάλια ήταν οι διάφοροι ξηροί καρποί που πολύ τους αγαπούσαν οι αρχαίοι σαν επιδόρπιο ή σαν συνοδεία του κρασιού. Τα τραγήματα τα έπαιρναν μαζί τους στο θέατρο, και όταν το έργο ήταν βαρετό, λέει κάπου ο Αριστοτέλης, οι θεατές άρχιζαν να τα μασουλάνε (και, φαντάζομαι, θα τα εκσφενδόνιζαν κιόλας εναντίον των ατζαμήδων ηθοποιών). Ο αόριστος του τρώγω ήταν έφαγον και αυτό το θέμα αποδείχτηκε πανίσχυρο, διότι αποτέλεσε τον αόριστο του εσθίω, με αποτέλεσμα τελικά να υποκαταστήσει  ολόκληρο το ρήμα. Το απαρέμφατο είναι φαγείν και από εκεί στα μεσαιωνικά χρόνια έχουμε και το φαγί (όπως και από το φιλείν βγήκε το φιλί, και άλλο ένα που δεν το γράφω) και μετά το φαΐ. Από εκεί και το ρηματικό επίθετο, φαγητόν.

Κάτι ανάλογο με τα νέα ελληνικά έγινε και στα γαλλικά και τα ιταλικά, όπου το manger/mangiare προέρχεται από το λατινικό manducare, που σήμαινε αρχικώς «μασουλάω, καταβροχθίζω» και το χρησιμοποιούσαν ή για τα ζώα ή στη σάτιρα, αλλά τελικά επικράτησε και εκτόπισε το κλασικό edere (που όμως επιβιώνει στις ιβηρικές γλώσσες μέσω του συνθέτου comedere > comer).

Βασικότατο ρήμα το «τρώω» οπότε πολύ λογικά έχει αποκτήσει και πολλές σημασίες μεταφορικές αλλά και χρησιμοποιείται σε πάμπολλες παροιμίες και εκφράσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Τα μεγάλα ρήματα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 208 Σχόλια »

Πολιτικός μεγάλου διαμετρήματος

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2019

Ένα αναπάντεχο (για τους πολλούς τουλάχιστον) γεγονός έκλεψε την προσοχή και άφησε σε δευτερη μοίρα τα αποτελέσματα του δεύτερου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών (ο οποίος θεωρήθηκε έτσι κι αλλιώς χωρίς μεγάλη σημασία αφού ήδη από τον πρώτο γύρο είχαν εκλεγεί τα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια -αλλά αυτό θα το συζητήσουμε πιθανότατα σε άλλο άρθρο).

Εννοώ βέβαια την αποχώρηση του Ευάγγελου Βενιζέλου από το ΚΙΝΑΛ ύστερα από τη συνάντησή του το Σάββατο με την πρόεδρο του κόμματος, τη Φώφη Γεννηματά, η οποία του ανακοίνωσε ότι, λόγω κάποιων διαφωνιών, δεν μπορεί να του δώσει την πρώτη θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του κόμματος, που άλλωστε την είχε ήδη υποσχεθεί στον Γ. Καμίνη.

Δεν είναι η πρώτη φορά που πολιτικός εξοστρακίζεται από το κόμμα στο οποίο έχει παλαιότερα ηγηθεί -για να μείνουμε στον χώρο του ΠΑΣΟΚ (διότι τι άλλο είναι το ΚΙΝΑΛ;), να θυμίσω ότι τον Ιούνιο του 2008 ο Κώστας Σημίτης, που όχι μόνο είχε ηγηθεί του ΠΑΣΟΚ αλλά και είχε διατελέσει πρωθυπουργός επί επταετία, τέθηκε εκτός κόμματος από τον διάδοχό του, τον Γιώργο Α. Παπανδρέου. (Δεν θα αναφέρω την περίπτωση Θεοχάρη, ο οποίος κατάφερε να διαγραφεί από το κόμμα που είχε… ιδρύσει, ούτε τους γραμματείς του ΚΚΕ σε ιδιαίτερες συνθήκες παρανομίας ή οιονεί παρανομίας, αν και στην περίπτωση του Γρηγόρη Φαράκου είχαμε συνθήκες νομιμότητας και ομαλότητας).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εκλογές, Πολιτική, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 272 Σχόλια »

Λεξιλογικά της ήττας

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2019

Tο κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» στα Ενθέματα της Αυγής. Ήταν φυσικά γραμμένο αρκετές μέρες νωρίτερα, και ασφαλώς πριν από τη χτεσινή μέρα οπότε δεν παίρνει υπόψη τα αποτελέσματα του δεύτερου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών.

Λεξιλογικά της ήττας

Οι ευρωπαϊκές εκλογές της προηγούμενης εβδομάδας δεν ανέδειξαν μόνο τους 21 Έλληνες βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά έβαλαν επίσης ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στις πολιτικές εξελίξεις -αυτά όμως τα ξέρετε από άλλες στήλες της Αυγής· εμείς εδώ λεξιλογούμε, ως γνωστόν, κι έτσι σήμερα θα λεξιλογήσουμε· και θα μιλήσουμε, δυστυχώς αλλά ανθρώπινα, για την ήττα, αφού στις εκλογές της περασμένης Κυριακής ο ΣΥΡΙΖΑ γνώρισε ήττα· μάλιστα, όπως έγραψε ο Νίκος Ξυδάκης, “πρώτη φορά από το 2009, ο ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάζει τη γεύση της εκλογικής ήττας”.

Η ήττα είναι λέξη αρχαία· το ουσιαστικό, με δασεία τότε, ήττα και ήσσα (π.χ. στον Θουκυδίδη), καταγράφεται από την κλασική εποχή, όπως και το ρήμα, ηττώμαι, με τον παράλληλο τύπο ησσώμαι, είναι παλιότερο. Ανάγονται όλα αυτά στο επίθετο ήσσων/ήττων (μικρότερος, λιγότερος), όπου οι τύποι με -ττ- είναι οι αττικοί τύποι.

Σύμφωνα με το λογοπαίγνιο, η ήττα γράφεται με ήτα· όμως το όνομα του γράμματος Η δεν έχει καμιά ετυμολογική σχέση με την ήττα, αφού είναι λέξη σημιτικής αρχής (heth).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 252 Σχόλια »

Το τάβλι του Βάρναλη

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2019

Ετοιμάζω αυτόν τον καιρό τον τρίτο τόμο από τα χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, για να κυκλοφορήσει προς το τέλος του χρόνου. Μετά τα Αττικά και τα Αστυνομικά, ο προσωρινός τίτλος του τόμου αυτού είναι Συμποσιακά -και θα έχει χρονογραφήματα που μιλάνε για την ταβέρνα και το καφενείο, τα φαγητά, το κρασί και το τσιγάρο.

Λάτρης του παλιού αθηναϊκού καφενείου ο Βάρναλης, έχει γράψει μερικά εξαιρετικά κομμάτια γι’ αυτόν τον θεσμό. Το χρονογράφημα που θα παρουσιάσω σήμερα μιλάει ειδικά για το τάβλι. Από διηγήσεις άλλων ξέρουμε ότι ο Βάρναλης απολάμβανε όχι τόσο να παίζει ο ίδιος όσο να παρακολουθεί παρτίδες ταβλιού.

Μετά το χρονογράφημα έχω ορισμένα δικά μου λεξιλογικά σχόλια -και μια λεξικογραφική ταβλιστική πρόταση.

Το τάβλι

Ντάκα-ντούκα! ηχούν από μακρινή απόσταση όλοι οι δρόμοι κι οι πλατείες, όπου υπάρχουν καφενεία, αυτά τα δήθεν ησυχαστήρια, που είναι στην πραγματικότητα κέντρα παραγωγής θορύβου. Φαντασθείτε τι τραβάνε όσοι κάθονται μέσα! Αλλά δεν τραβάνε τίποτα. Έχουνε συνηθίσει, όπως ο μυλωνάς συνηθίζει τον κρότο του μύλου και μπορεί να κοιμάται βαθιά δίπλα στα τεράστια σαγόνια των πετρών, που αλέθουν και χαλάνε τον κόσμο, μαζί με όλα τ’ άλλα σύνεργα. Πολλοί από τους θαμώνες των θορυβητηρίων μοναχά τότε μπορούν να συγκεντρωθούνε στον εαυτό τους και να σκεφτούν ή να διαβάσουν με την ησυχία τους, όταν γύρω τους όλα τα τραπέζια βροντάνε σα δαιμονισμένα. Οι περισσότεροι μαζεύονται γύρω στους ταβλιτζήδες (αν μάλιστα τύχει να ’ναι μαστόροι) για να χαζεύουν.

Έτσι, αντί να θεωρείται πληγή αυτό το φοβερό κι εκνευριστικό παιχνίδι, διασκεδάζει και τους παίχτες και τους θεατές, αν και με τις απότομες και δραματικές του φάσεις δημιουργεί μιαν ατμόσφαιρα πάθους και αντεγκλήσεων.

Όλοι οι παίχτες, χωρίς εξαίρεση, πιστεύουν πως είναι μαστόροι. Γι’ αυτό άμα χάνουνε, θυμώνουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Λαογραφία, Παιχνίδια, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 204 Σχόλια »

Χαλαρά στις κάλπες

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2019

Χτες ταξίδευα, οπότε δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, καταφεύγω συνήθως στη λύση της αναδημοσίευσης κάποιου παλιότερου άρθρου -και αυτό θα κάνω και σήμερα. Κι επειδή μεθαύριο έχουμε εκλογές, αναδημοσιεύω ένα άρθρο εκλογικό ή μάλλον λεξιλοεκλογικό, που αρχικά είχε δημοσιευτεί μερικές μέρες πριν από τις εκλογές του 2014. Το έχω επικαιροποιήσει βέβαια σε σχέση με τις αναφορές στα πολιτικά πράγματα.

Μεθαύριο ψηφίζουμε, και όχι σε μία αλλά σε τρεις ή τέσσερις κάλπες: ψηφίζουμε για τις ευρωπαϊκές εκλογές και για τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών. Και οι μεν αυτοδιοικητικές εκλογές έχουν τοπικό χαρακτήρα, αν εξαιρέσουμε τους μεγάλους δήμους και τις περιφέρειες, αλλά στις ευρωεκλογές συμμετέχουν τα πολιτικά κόμματα, που πρόκειται να αναμετρηθούν και στις βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου.

Λένε για τις ευρωπαϊκές εκλογές, σε αντιδιαστολή με τις βουλευτικές, ότι χαρακτηρίζονται από τη λεγόμενη «χαλαρή ψήφο». Εφόσον δεν θα αναδείξουν δηλαδή κυβερνηση της χώρας, θεωρείται ότι ο ψηφοφόρος ψηφίζει σε αυτές πιο ελεύθερα, χωρίς να σκέφτεται διλήμματα. Κι αυτό ίσως επιβεβαιώνεται αν πάμε με το λεξικό, αφού η βασική μεταφορική σημασία της λέξης χαλαρός είναι «αυτός που αφήνει περιθώρια ανεξαρτησίας, ελευθερίας ή ελευθεριότητας».

Πρόσφατα ο Κ. Μητσοτάκης διαφώνησε με την ιδέα της χαλαρής ψήφου και υποστήριξε ότι «σε αυτή την κάλπη δεν έχει θέση η χαλαρή ψήφος» ενώ αλλού γράφτηκε ότι «χαλαρή ψήφος σημαίνει ψήφος στον Τσίπρα». Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, δηλαδή.

Επειδή όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, θα πούμε λίγο περισσότερα για τη λέξη ‘χαλαρός’. Είναι αρχαία λέξη και διατηρήθηκε μέσα στα χρόνια απαράλλαχτη τόσο στη μορφή της όσο και στην κυριολεκτική σημασία της, κάτι που δεν συμβαίνει με πάρα πολλές νεοελληνικές λέξεις που υπάρχουν και στα αρχαία (περισσότερες είναι εκείνες που έχουν αλλάξει σημασία λίγο ή πολύ). Η λέξη χαλαρός στα αρχαία παράγεται από το ρήμα «χαλάω, χαλώ», το οποίο επίσης υπάρχει στα νέα ελληνικά αλλά είναι παράδειγμα λέξης που άλλαξε σημασία, διότι αρχικά σήμαινε ‘χαλαρώνω, λύνω’.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκλογές, Στρατός, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Ζωή χαρισάμενη και άλλες εκφράσεις από τη Μεγαλοβδομάδα, ξανά

Posted by sarant στο 26 Απρίλιος, 2019

Tελειώνει η Μεγαλοβδομάδα και λεξιλογικό πασχαλινό άρθρο δεν έχουμε βάλει. Επανορθώνουμε με το σημερινό -βέβαια, επειδή οι λέξεις και οι φράσεις της Μεγάλης Εβδομάδας είναι περιορισμένες, τις έχουμε ήδη καλύψει σχεδόν όλες, οπότε το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη, και μάλιστα πολυεπανάληψη: τελευταία φορά, το είχαμε δημοσιεύσει το 2016. Έβαλα πάντως και μερικά πράγματα ακόμη, ενσωματώνοντας σχόλιά΄σας.

Μια και βρισκόμαστε στη Μεγάλη Εβδομάδα, ταιριάζει να ασχοληθούμε με την επίδραση της εκκλησιαστικής γλώσσας στη φρασεολογία μας. Αν κοιτάξετε μια συλλογή ιδιωματικών ή παγιωμένων εκφράσεων (π.χ. το βιβλίο μου Λόγια του αέρα, για να κάνω και ρεκλάμα), θα δείτε ότι είναι πάρα πολλές οι λαϊκές εκφράσεις που προέρχονται από την εκκλησιαστική γλώσσα, πράγμα που οφείλεται στο ότι επί αιώνες όλος ο πληθυσμός εκκλησιαζόταν ταχτικά και οπωσδήποτε μέσα στη Μεγαλοβδομάδα. Όπως γράφει ο μεγάλος λαογράφος Δημ. Λουκάτος, στο άρθρο του «Οι ακολουθίες της Μεγ. Εβδομάδας και η επίδρασή τους στη νεοελληνική γλώσσα», από το οποίο αντλώ αρκετά στοιχεία του άρθρου μου:

Τα δώδεκα Ευαγγέλια και τα τροπάρια που ψάλλονται τη Μ. Εβδομάδα στην εκκλησία, έδωκαν στο λαό μας πολύ υλικό να πλουτίσει το λεξικό του. Είναι γνωστό πως ο κόσμος θέλει συχνά να λογιωτατίζει με αρχαϊκότερα ρητά, είτε για να στολίσει τις κουβέντες του, είτε για να τούς δώσει μεγαλύτερο κύρος. Και δανείζεται τότε λέξεις ή φράσεις ολόκληρες από κείμενα γνωστά, που έχουν πάρει κάποια επίσημη θέση στη συνείδησή του και που τα θεωρεί, χωρίς αμφιβολία, σοφά.

Ο λαός μας, ιδίως στα χρόνια της σκλαβιάς του, έζησε πολύ μέσα στο περιβάλλον της εκκλησίας και του εντυπώθηκε βαθιά κάθε τι που του διηγήθηκαν τα βιβλία της, τα Ευαγγέλια κι οι Υμνωδίες. Η φρασεολογία τους, πλαισιωμένη από θρησκόληπτο μυστικισμό, έπαιρνε την αίγλη μιας ανώτερης γλώσσας, θεόπνευστης και σοφής. Έτσι, ο λαός μεταχειριζόταν στις συζητήσεις του φράσεις και λέξεις εκκλησιαστικές, που του έκαναν ρητορικότερη την ομιλία, έστω κι αν δεν καταλάβαινε πολλές φορές τη σημασία τους. Τις χρησιμοποίησε στην αρχή σα για να παίξει ή να δείξει κάποια εγκυκλοπαιδική κατάρτιση στους άλλους. Μα σιγά-σιγά, οι ξένες αυτές έννοιες αφομοιώθηκαν κι έγιναν μέλη οργανικά της νεοελληνικής γλώσσας.

Παράδειγμα τέτοιας έκφρασης που δημιουργήθηκε από παρανόηση είναι η έκφραση «ζει/περνάει ζωή χαρισάμενη». Γεννήθηκε από το δοξαστικό της Ανάστασης, ένα από τα γνωστότερα εκκλησιαστικά τροπάρια, που το ξέρω ακόμα κι εγώ: Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος. Χάρισε ζωή σ’ αυτούς που βρίσκονται στα μνήματα. Χαρισάμενος, μετοχή του χαρίζομαι, που τότε σήμαινε «χαρίζω», αλλά σήμερα επιβιώνει με τη σημασία «μεροληπτώ υπέρ κάποιου, δείχνω εύνοια, υποχωρώ», όπως όταν λέμε π.χ. ότι κάποιος πέρασε χαριστικά τις εξετάσεις.

Όπως εξηγεί ο Δ. Λουκάτος: Χαριτωμένες, όσο και αστείες, είναι μερικές παρεξηγήσεις που έκανε ο λαός σε ορισμένες φράσεις. Δεν κατάλαβε σε πολλές την έννοιά τους, και ή τις παραμόρφωσε ή τις μεταχειρίστηκε με άλλη έννοια. (…) Ανάλογη παρεξήγηση έγινε και στη φράση «ζωή χαρισάμενη», που είναι παρμένη από το Χριστός Ανέστη. Ο λαός πρόσεξε το «ζωή» και τις δυο πρώτες συλλαβές τού «χαρισάμενος» και βιάστηκε να δώσει την εξήγηση: ζωή γεμάτη χαρά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Εκκλησία, Πασχαλινά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 126 Σχόλια »

Έφτασε στο νυν και αεί

Posted by sarant στο 23 Απρίλιος, 2019

Καθώς μπήκε η Μεγαλοβδομάδα, ταιριάζει ένα άρθρο σαν το σημερινό, παρόλο που δεν συνδέεται άμεσα με την ειδικώς πασχαλινή φρασεολογία. Όπως όμως θα δείτε πιο κάτω, υπάρχει και κάποια σχέση με την επικαιρότητα.

Νυν και αεί θα πει «τώρα και πάντοτε», είναι φράση στερεότυπη που την ξέρουμε από την εκκλησία. Την ξέρουμε και για έναν ακόμα λόγο, τουλάχιστον οι της γενιάς μου, καθώς αποτελεί τον τίτλο ενός από τους πιο σημαντικούς δίσκους του έντεχνου τραγουδιού -εννοώ βέβαια το Νυν και αεί του Σταύρου Ξαρχάκου και του Νίκου Γκάτσου, με τη Βίκη Μοσχολιού και τον Νίκο Δημητράτο, έναν δίσκο του 1975 αν δεν κάνω λάθος, που τον είχαμε συζητήσει και παλιότερα στο ιστολόγιο, με αφορμή τη μυστηριώδη λιόστρα.

Το «νυν και αεί» υπάρχει και στη φρασεολογία μας. Λέμε λοιπόν «φτάνω στο νυν και αεί» εννοώντας, όπως λέει το λεξικό, εξαντλούμαι τελείως, φτάνω στο τέλος: H υπομονή μου έφτασε στο νυν και αεί. Δεν αντέχω άλλο, έφτασα στο νυν και αεί.

Τα ίδια περίπου βρίσκουμε και στα άλλα λεξικά, τόσο γενικά όσο και ειδικά, όπως το Λεξικό της λαϊκής και περιθωριακής γλώσσας του Γιώργου Κάτου, που γράφει (σε εικόνα διότι δεν επιτρέπει κοπυπάστη):

Στο βιβλίο μου «Λόγια του αέρα», όπου καταγράφω 1001 παγιωμένες ή στερεότυπες εκφράσεις, γράφω:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Τι μπρόκολα, τι κουνουπίδια

Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2019

Στα σαββατιάτικα μεζεδάκια μας είχαμε αναφερθεί κατά σύμπτωση στα μπρόκολα, οπότε θυμήθηκα πως για το λαχανικό αυτό δεν έχουμε γράψει άρθρο -κι έτσι προέκυψε η σημερινή μας δημοσίευση.

Αλλιώς είναι βέβαια η γνωστή παροιμιακή φράση, αλλά για τα λάχανα έχουμε ήδη γράψει άρθρο παλιότερα. Τα μπρόκολα και τα κουνουπίδια, από βοτανική άποψη ανήκουν στο ίδιο είδος με τα λάχανα, στο είδος της Κράμβης της Λαχανώδους (Brassica oleracea στα λατινικά της βοτανικής). Μάλιστα, ο Γεννάδιος τουλάχιστον κατατάσσει τα κουνουπίδια και τα λάχανα στο ίδιο βοτανικό υπο-είδος, της Κράμβης λαχανώδους ανθοκράμβης, ενώ τα λάχανα είναι στην κεφαλωτή. Αν είναι έτσι, τα μπρόκολα και τα κουνουπίδια είναι αδέρφια μεταξύ τους κι έχουν ξαδέρφι τα λάχανα, όπως και τα λαχανάκια Βρυξελλών που αποτελούν άλλο υποείδος της ιδιας οικογένειας (Κράμβη λαχανώδης σφαιριόμορφος).

Κι επειδή από φρασεολογική άποψη τα λάχανα έχουν αρκετό… ψαχνό, αξιώθηκαν δικό τους άρθρο, ενώ τα άλλα δύο συγγενικά φυτά συστεγάζονται στο σημερινό -και να δούμε αν έχουν αξιόλογο υλικό να γεμίσουν άρθρο.

Τα μπρόκολα φαίνεται πως εξελίχτηκαν σε αυτόνομο υποείδος στη νότια Ιταλία κι έτσι δεν είναι περίεργο που η διεθνής ονομασία τους είναι ιταλογενής. Εμείς λέμε μπρόκολο, δάνειο από το ιταλικό broccolo, που είναι υποκοριστικό του brocco («ξερόκλαδο, καρφάκι») το οποίο ανάγεται στο λατινικό broccus.

Αυτή η λατινική λέξη έχει αποκτήσει πολλά παιδιά κι εγγόνια σε διάφορες γλώσσες, ανάμεσα στις οποίες και η δική μας μπροσούρα, που την είπαν έτσι στα γαλλικά (brochure) επειδή ήταν ένα φυλλάδιο από χαρτιά συρραμμένα: συρραμμένα με καρφάκια.

Σε αλλες ευρωπαϊκές γλώσσες πήραν τον ιταλικό πληθυντικό, broccoli και τον έκαναν ενικό, κάποτε με ορθογραφική απλοποίηση (brocoli στα γαλλικά). Τα μπρόκολα είναι από τα λιγοστά μη εξωτικά οπωρολαχανικά που έχουν ομόρριζη ονομασία σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες -ίσως μάλιστα να είναι και το μοναδικό, δεν μου έρχεται άλλο στο μυαλό.

Τα μπρόκολα πρέπει να παρουσιάζουν αξιόλογα οφέλη για την υγεία, αλλά πολύς κόσμος τα βρίσκει πικρά ή άγευστα κι έτσι σπάνια θα βρεις κάποιον που να τα εκθειάζει από γαστρονομική άποψη -το πολύ να ακούσεις για τα διατροφικά τους πλεονεκτήματα ή για το ότι έχουν «αρνητικές θερμίδες» (με την έννοια πως ο οργανισμός καταναλώνει για να τα πέψει περισσότερες θερμίδες απ’ όσες παίρνει, αλλά δεν ξέρω αν ισχύει ο ισχυρισμός).

Θυμάμαι πως κάποιος πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Μπους ο πρεσβύτερος ίσως, μόλις ανέλαβε καθήκοντα έβαλε βέτο και τροποποίησε το μενού του Λευκού Οίκου εξοβελίζοντας τα μπρόκολα, που τα είχε άχτι, λέει, επειδή όταν ήταν μικρός τον ανάγκαζαν να τα τρώει. Κάνουν κάτι τέτοιες χειρονομίες για να δείχνουν ανθρώπινοι και κοντά στον μέσο άνθρωπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Κύπρος, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 146 Σχόλια »

Λέξεις και φράσεις της καρδιάς

Posted by sarant στο 4 Απρίλιος, 2019

Πήγα προχτές να κάνω τσεκάπ και καθώς περίμενα στον καρδιολόγο σκέφτηκα πως για την καρδιά δεν έχουμε λεξιλογήσει στο ιστολόγιο.

Θα επανορθώσω σήμερα, τουλάχιστον εν μέρει. Διότι, βέβαια, δεν έχω σκοπό να εξαντλήσω τα γλωσσοφιλολογικά της καρδιάς σε ένα άρθρο: βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί για το θέμα και δεν θα απορήσω αν έχει ήδη γραφτεί, ίσως από κάποιον καρδιολόγο με φιλολογική φλέβα.

Σύμφωνα με το λεξικό, η καρδιά είναι «μυώδες κοίλο όργανο που λειτουργεί ως αντλία για την κυκλοφορία του αίματος», αλλά φυσικά είναι και πολύ περισσότερα, θεωρείται η έδρα των συναισθημάτων μας, το κέντρο των επιθυμιών μας και ιδίως της ερωτικής διάθεσης, και βέβαια είναι το κυριολεκτικά ζωτικό μας όργανο. Οπότε, δεν είναι διόλου περίεργο που έχουμε στη γλώσσα μας (αλλά και σε κάθε γλώσσα) αμέτρητες λέξεις και φράσεις στις οποίες πρωταγωνιστεί η καρδιά.

Η λέξη καρδιά υπάρχει από τ’ αρχαία ως καρδία, ενώ στον Όμηρο βρίσκουμε πολύ συχνά τον επικό (και ιωνικό) τύπο κραδίη. Στο Α της Ιλιάδας, εκεί που γίνεται ο μεγάλος καβγάς του Αχιλλέα και του Αγαμέμνονα για την καρδιά, ας πούμε, της Βρισηίδας, εξοργισμένος από την αρχηγική αυθαιρεσία ο Αχιλλέας περιλούζει τον Αγαμέμνονα με βρισιές:
οἰνοβαρές, κυνὸς ὄμματ’ ἔχων, κραδίην δ’ ἐλάφοιο,

Μεθύστακα, που έχεις μάτια σκύλου και καρδιά ελαφιού

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μεταμπλόγκειν, Το σώμα μας, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 236 Σχόλια »

Σκούφια, η παροιμιακή

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2019

Μπήκε πια η άνοιξη, αλλά στα βορειότερα κλίματα το κρύο ακόμα δαγκώνει τα πρωινά. Προχτές χρειάστηκε να βγω νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο και σκέφτηκα πως βιάστηκα ν’ αποστρατεύσω το σκουφί που κουβαλάω στο σακκίδιό μου τους χειμωνιάτικους μήνες. Αυτή όμως η παράλειψη μού θύμισε πως κάτι χρωστάω.

Βλέπετε, το σημερινό άρθρο το έχω υποσχεθεί εδώ και κάμποσο καιρό, ίσως από τότε που έγραψα το άρθρο για τις τραγιάσκες και την ετυμολογία τους. Τις τραγιάσκες τις πετούσαν στον αέρα ζητωκραυγάζοντας οι Ρουμάνοι φοιτητές, οπότε είχα τότε γράψει: Πράγματι, τον καιρό που ο κόσμος φορούσε καπέλα ήταν πολύ συνηθισμένο όταν ζητωκραύγαζαν ή πανηγύριζαν, να πετάνε και τα καπέλα τους στον αέρα. Αυτό το βλέπουμε και στην έκφραση «πετάει τη σκούφια του για…» όταν κάποιος δείχνει πολύ ενθουσιασμό για ενα θέμα. Φαίνεται πως και το καπέλο τύπου ρεπούμπλικα πήρε από ανάλογους πανηγυρισμούς το όνομά του (στην Ιταλία, και μας ήρθε μαζί με το όνομα). Στα σχόλια έγινε λόγος και για άλλες εκφράσεις με τη σκούφια, και είπα πως χρωστάω άρθρο για τη λέξη.

Στο λεξικό θα βρούμε τρεις βασικούς τύπους της λέξης: σκούφια, σκουφί και σκούφος. Φαίνεται πως η σκούφια είναι ο παλιότερος τύπος, και ίσως γι’ αυτό εμφανίζεται και στις διάφορες παροιμίες, αλλά στη σημερινή γλώσσα εντύπωσή μου είναι πως για να αναφερθούμε κυριολεκτικά στο κάλυμμα της κεφαλής μας θα πούμε «σκουφί» κυρίως ή «σκούφος» αν είναι κάπως μεγαλύτερος ή για ειδικές χρήσεις, και πιο σπάνια θα πούμε «σκούφια». Τη σκούφια την κρατάμε για τις παροιμίες.

Η λέξη φαίνεται να ετυμολογείται από το παλιό ιταλικό scuffia, ή το βενετικό scufia, που ανάγονται στο cuffia («κάλυμμα της κεφαλής») και στο υστερολατινικό cufia, ίσως παλαιογερμανικής ετυμολογίας. Ο Μπαμπινιώτης δεν αποκλείει την επίδραση του αρχαίου σκύφος = είδος κυπέλλου αλλά δεν βλέπω σε ποιο στάδιο μπορεί να ασκήθηκε αυτή η επίδραση.

Η σκούφια μπήκε στη γλώσσα μας στα βυζαντινά χρόνια. Στον Πόλεμο της Τρωάδος, χρησιμοποιείται αντί για την περικεφαλαία:

Κονταρέαν τὸν ἔδωκεν ἐπάνω εἰς τὸ σαγόνι·
τὸ λουρίκιν τῆς σκούφιας του ἐτρύπησεν ὀλίγον.

αλλά σε επόμενα κείμενα παίρνει τη σημασία τη σημερινή.

Είπαμε ήδη ότι «πετάω τη σκούφια μου για κάτι» σημαίνει ότι δείχνω μεγάλο ενθουσιασμό για ένα θέμα. Στους Χαλασοχώρηδες, ο Παπαδιαμάντης δίνει έναν πλατυσμό (που θέλει ο φίλος Πέπε) της έκφρασης, αν και στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα μπορούμε να σκεφτούμε και την κυριολεξία:

Ὁ Θόδωρος ὁ Μοστρόπουλος, πρὸ διετίας μόλις ἀποκατασταθεὶς εἰς τὸ χωρίον, εἶχε χωθῆ ὅλος εἰς τὰ πολιτικά, κ᾽ ἐπετηδεύετο μέγαν ζῆλον καὶ φανατισμὸν ὑπὲρ τοῦ κόμματος. Ἐπέτα τὴν σκούφιαν του κατὰ γῆς, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐποδοπατοῦσε, ἐπήδα καὶ ἐχόρευεν ἀπὸ τὴν κομματικὴν ζέσιν.

Πάντως, η έκφραση λέγεται και σήμερα, που οι περισσότεροι βγαίνουμε στον δρόμο ασκεπείς -ή ξεσκούφωτοι. Συχνά, με το «για…», π.χ. πετάει τη σκούφια του για εκδρομές. Τη βρίσκω επίσης συχνά σε τίτλους αθλητικών ειδήσεων: Πετάει τη σκούφια του για να γυρίσει στην τάδε ομάδα ο τάδε προπονητής. Τον Ιούλιο του 2015 ο Ν. Φίλης του ΣΥΡΙΖΑ είχε δηλώσει ότι «δεν πετάμε τη σκούφια μας» για τη συμφωνία με τους δανειστές -τον οδυνηρό συμβιβασμό: δεν είμαστε και ενθουσιασμένοι.

Ωστόσο, δεν είναι αυτή η γνωστότερη παροιμιακή έκφραση με τη σκούφια. Νομίζω πως σαφώς πιο διαδεδομένη είναι «από πού κρατάει / βαστάει η σκούφια του», που συνήθως εκφέρεται αρνητικά: δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια του: λέγεται, συνήθως με μια δόση καχυποψίας, για κάποιον του οποίου αγνοούμε πλήρως την καταγωγή και την προϊστορία. Πρέπει να είναι εξέλιξη της παλιότερης έκφρ. «από τι μαλλί βαστάει η σκούφια του» την οποία παραθέτει ο Βενιζέλος με το ερμήνευμα «επί των καθ’ όλα αγνώστων».

Γράφει, ας πούμε, ο Πικρός στα Χαμένα κορμιά: … το Τζούλιο Τζάκομο τον εραστή της, έναν Ιταλό που δεν ξέρει κανείς από πού βαστά η σκούφια του και που λέει πως είναι κόντες.  Ή, ο Καραγάτσης στον Γιούγκερμαν: Πρόβαλαν μέσα στην ξαφνιασμένη κοινωνία της Αθήνας άνθρωποι άγνωστοι, μυστήριοι, που κανείς δεν ήξερε πούθε βαστούσε η σκούφια τους, με τις τσέπες φίσκα στο χρήμα …           

Σπάνια θα δούμε να χρησιμοποιείται η έκφρ. στο πρώτο πρόσωπο και καταφατικά, δηλ. π.χ. «η σκούφια μου κρατάει από τη Μάνη». Είπαμε, είναι έκφραση που κρύβει καχυποψία για την προέλευση του λεγάμενου -όπως στα Σατιρικά Γυμνάσματα του Παλαμά:

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανένα δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια
κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·

Πάντως, η εφαρμογή που βρίσκει σε ποιες περιοχές της χώρας επιχωριάζει κάθε επώνυμο, που συχνά τη χρησιμοποιούμε εδώ, λέγεται «Από πού κρατάει η σκούφια σου»

Μια τρίτη έκφραση με τη σκούφια, που καταγράφεται στο ΛΚΝ, είναι «βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με». Σημαίνει: μη με κατηγορείς για κάτι που το κάνεις κι εσύ.

Νόμιζα ότι η έκφραση αυτή έχει παλιώσει, αλλά βλέπω ότι γκουγκλίζεται κάμποσο και καταγράφεται και στο slang.gr, όπου θα δείτε και τις ομοιότητες και τις διαφορές της από την παρεμφερή φράση «είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα».

Από το σλανγκρ ξεσηκώνω το παράδειγμα χρήσης: Όταν ο Επίτιμος είχε πει κάποτε – ως κακέκτυπο του Αριστοτέλους – «πολιτική δεν νοείται χωρίς ηθική», η μόνη απάντηση που ήρμοζε, αρμόζει και θα αρμόζει είναι, στεντορεία τη φωνή: βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με, καραγκιόζη. [Άραγε αν μας διαβάζει κανείς σε π.χ. 20 χρόνια θα καταλάβει ποιος είναι ο Επίτιμος;]

Το μόνο που δεν λέει το σλανγκρ είναι η προέλευση της φράσης. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εξήγηση, η έκφραση γεννήθηκε από έναν ευτράπελο μύθο. Σε κάποιο μοναστήρι, ο ηγούμενος είχε κλειστεί στο κελί του με μια γυναίκα. Ενώ όμως βγάζανε τα μάτια τους, ξέσπασε ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο καλόγερους, που πιάστηκαν στα χέρια. Οι άλλοι καλόγεροι χτύπησαν την πόρτα του κελιού του γούμενου για να τον ειδοποιήσουν, οπότε αυτός, πάνω στη βιασύνη του έκανε λάθος, και αντί για το καλογεροσκούφι φόρεσε το βρακί της λεγάμενης. Όταν βγήκε έξω, εξοργισμένος που τον είχαν διακόψει, άρχισε να μαλώνει τους πρωταίτιους της φασαρίας και να μοιράζει επιτίμια, οπότε ένας από αυτούς του λέει «βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με».

Μια τέταρτη έκφραση με τη σκούφια, πάντα στο ΛΚΝ, είναι: βάζω τη σκούφια μου στραβά, που λέγεται όταν αδιαφορούμε (επιδεικτικά) για κάτι, κυρίως επειδή έχουμε εξασφαλιστεί οικονομικά. Ωστόσο, πιο συχνά λέμε «φοράω στραβά το καπέλο μου».

Πάμε τώρα στις λιγότετρο συχνές εκφράσεις με τη σκούφια, που είναι μισοξεχασμένες.

  • παρακαλώ εγώ κι η σκούφια μου: αστεία μορφή παράκλησης, που οφείλεται στο ότι όταν παρακαλούσαν έβγαζαν συνήθως, σε ένδειξη σεβασμού, και το κάλυμμα της κεφαλής
  • πάρε τη σκούφια μου συχαρίκια: όταν μας αναγγείλουν κάτι ασήμαντο -αλλά ήδη η σημασία της λέξης «συχαρίκια» έχει αλλάξει και σημαίνει «συγχαρητήρια» και όχι την αμοιβή που δίνουμε σε όποιον μας αναγγείλει ευχάριστο νέο
  • είναι με τρύπια σκούφια: πάμπτωχος. Την έκφρ. την έχει ο Μακρυγιάννης.
  • γύρισε η σκούφια του ανάποδα: όταν κάποιος μένει εμβρόντητος από δυσάρεστη είδηση
  • τάφερε ο διάβολος και του Μανόλη η σκούφια ή: … κι η σκούφια του Μιχάλη. Ευτράπελος πλατειασμός. Υπάρχει και τραγούδι του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου, Η σκούφια του Μιχάλη, όπου: Ο διάβολος την έβαλε κι η σκούφια του Μιχάλη, προτού να κλείσει μια πληγή να μου ανοίξει άλλη.
  • αγέννητο το παιδί, αγορασμένη η σκούφια -παραλλαγή του «ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τονε βγάλαμε»
  • μέτρα κεφάλια και κόψε σκούφιες, φράση που λεγόταν παλιά σε καφενεία όταν παράγγελνε κανείς καφέδες ή ρακές ή ποτό για όλη την παρέα. Ο καφετζής ρωτούσε «πόσους;» και ο παραγγέλνων και πλερώνων απαντούσε έτσι, εννοώντας «όσοι είμαστε». Η φράση δεν λέγεται πια, αφού για να παραγγείλεις σήμερα καφέ πρέπει να δώσεις λεπτομερέστατες προδιαγραφές, οπότε οι παραγγελίες εξατομικεύονται.
  • και τέλος, μια παροιμία που την έλεγε η συχωρεμένη η πεθερά μου, «Τι του λείπει του ψωριάρη; Σκούφια με μαργαριτάρι». Μάλλον την έχω εξευγενίσει, διότι η πεθερά μου την έλεγε: τι του λείπ’ του κασιδιάρη; Σκούφια με το μαργαριτάρι, έτσι με το άρθρο, όπως συνήθιζαν παλιά οι λαϊκοί άνθρωποι σε ορισμένα μέρη, π.χ. έφτιαξα αρνί με το σπανάκι. Βέβαια, του Κασιδιάρη του λείπει κι ένα ευρύχωρο, η δημοκρατία δεν εκδικείται, κελί.

Όλες αυτές οι παροιμίες για τη σκούφια, και σχεδόν καμία για το σκουφί ή τον σκούφο, αν εξαιρέσουμε το «ούφο με σκούφο», που τη θυμάμαι από τα νιάτα μου, αλλά την έχει και το slang.gr, ως επιτατικό του απλού ούφο.

Υπάρχει βέβαια και η σκουφίτσα ή το σκουφάκι που είναι στην αργκό το προφυλακτικό, κοινώς η καπότα, εξού και ο ξεσκούφωτος με αυτή τη σημασία, ενώ υπάρχει και το κλοτσοσκούφι, που λέγεται για κάποιον που όλοι τον περιφρονούν και κανείς δεν τον υπολογίζει, όπως στο τραγούδι που λέει η Βουγιουκλάκη, από την παλιά συνήθεια των παιδιών να παίζουν μπάλα με μια παλιά σκούφια που την είχαν γεμίσει με κουρέλια. Βέβαια, κλοτσοσκούφι είναι και περιφρονητική ονομασία για το ποδόσφαιρο, είτε γενικά ως άθλημα («πάλι κλοτσοσκούφι θα δούμε;») είτε ειδικά για το κακό ποδόσφαιρο («από τότε που ήρθε ο καινούργιος προπονητής, δεν παίζουμε ποδόσφαιρο, παίζουμε κλοτσοσκούφι».

Πρασινοσκούφηδες είναι οι στρατιώτες των Ειδικών Δυνάμεων, αλλά ο όρος «μαυροσκούφηδες» μπορεί να αναφέρεται είτε στους φαντάρους των τεθωρακισμένων (και «τέθωρες») από τον μαύρο μπερέ τους, είτε στους θρυλικούς έφιππους σωματοφύλακες του Άρη Βελουχιώτη στον ΕΛΑΣ, που φορούσαν ένα χαρακτηριστικό μαύρο καλπάκι. Δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά το καλπάκι αυτό αρχικά το φορούσαν οι Λεγεωνάριοι του Διαμάντη, οι βλαχόφωνοι αυτονομιστές του Πριγκιπάτου της Πίνδου -όταν τους εξόντωσε ο ελασίτης καπετάνιος Νάκος Μπελλής πήρε λάφυρο μερικά καλπάκια που τα χάρισε στον Άρη.

Από παρατσούκλι θα προήλθε και το επώνυμο Αλογοσκούφης, όπως λεγόταν ο σήμερα σχεδόν ξεχασμένος «τσάρος της οικονομίας» επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή.

Αλλά αυτά είναι αλλουνού σκούφια. Η δική μας επισκόπηση τελειώνει εδώ!

 

 

 

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Παπαδιαμάντης, Παροιμίες, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 211 Σχόλια »

Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2019

Με ρώτησαν γιατί το λέμε έτσι και τι ρόλο παίζουν τα κουκιά. Έχω μια θεωρία, που δεν είναι πλήρης -οπότε με το σημερινό άρθρο ρίχνω μισοάδεια ελπίζοντας να πιάσω (πιο) γεμάτα.

Ο λόγος, για τον μάγκικο χαιρετισμό «Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν». Ας τον ακούσουμε:

Πρόκειται, σύμφωνα με το slang.gr, για «κλασικό μάγκικο χαιρετισμό». Το slang.gr προχωράει στην εξής ανάλυση:

Κλασικός μάγκικος χαιρετισμός, ο οποίος αναλύεται ως εξής:

1) Γειαχαραντάν (= γεια + χαρά + νταν): Το πολύ δημοφιλές «γεια χαρά» στην καθομιλουμένη, ευχή για υγεία και χαρά δηλαδή. Το «νταν» κατά 99,9 % αποτελεί μάγκικη προσθήκη άνευ ιδιαίτερης σημασίας, ούτως ώστε να κάνει ρίμα με το ακόλουθο «και τα κουκιά μπαγλάν». Εκτός εάν υπήρξε όντως κάποιος Μέγας Φιλέλλην μαγκίτης ονόματι Dan, στον οποίο απευθύνονται οι χρήστες της φράσης από σεβασμό στο όνομά του.

2) και τα κουκιά μπαγλάν: αναφέρεται στο παίξιμο του κομπολογιού, στη χαρακτηριστική κίνηση δηλαδή, τινάγματος των χαντρών (=κουκιά) προς τα πίσω και τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγεται.

Σημείωση: το (2) (και τα κουκιά μπαγλάν) δύναται να ακολουθεί και άλλη φράση πέρα του «γειαχαραντάν» αρκεί να παράγεται ρίμα.

Σε σχόλιο προστίθεται ότι το μπαγλάν πρέπει να προέρχεται από το τούρκικο bağlanmak = δεμένος.

Είναι μια θεωρία συνεκτική, γι’ αυτό και πειστική. Οι χάντρες του κομπολογιού όντως λέγονται και κουκιά ενώ από το ρήμα bağlamak προέρχεται και το δικό μας «μπαγλαρώνω».

Ωστόσο, έχω πολλές επιφυλάξεις για τη θεωρία αυτή, που νομίζω πως είναι χτισμένη πάνω στην εικόνα που έπλασε ο Χάρρυ Κλυνν στο απόσπασμα που είδαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αργκό, Κωνσταντινούπολη, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 205 Σχόλια »