Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φρασεολογικά’ Category

Πού κάμισο;

Posted by sarant στο 12 Νοεμβρίου, 2020

Τη λογοπαικτική ερώτηση του τίτλου μόλις τη σκέφτηκα, αν και δεν αποκλείω καθόλου να την έχουν σκεφτεί κι άλλοι στο παρελθόν -δεν υπάρχει γραφείο κατοχύρωσης ευρεσιτεχνιών για τα λογοπαίγνια.

Βέβαια, το «πουκάμισο» δεν αναλύεται σε πού + κάμισο, αυτό το λέμε για να γελάσουμε. Ξέρουμε άλλωστε ότι στην καθαρεύουσα ήταν «υποκάμισον».

Να το αναλύσουμε λίγο αυτό το «υποκάμισον». Θα μου πείτε, δεν θέλει ανάλυση: υπό + κάμισον. Αλλά τι είναι αυτο το κάμισον που από κάτω του μπαίνει το πουκάμισο;

Καμίσιον και κάμισον είναι τύποι της ύστερης αρχαιότητας, αφού πρώτη φορά τους βρίσκω σε κείμενα του 3ου-4ου αιώνα της χρονολογίας μας. Για να είμαι ακριβής, στο TLG βρίσκω μόνο το καμίσιον, το κάμισον υπάρχει σε παπύρους. Παίρνω ένα κάπως μεταγενέστερο παράδειγμα, από τον Ιωάννη Μόσχο (6-7 αι.):

Περὶ τούτου τοῦ ἀββᾶ Θεοδοσίου ἀκούσας Ἀβράμιος ὁ ἡγούμενος τῆς ἁγίας Θεοτόκου Μαρίας τῆς Νέας, ὅτι οὐκ εἶχεν ἱμάτιον ἐν τῷ χειμῶνι φορέσαι, ἠγόρασεν αὐτῷ καμίσιον.

Δεν είχε ρούχο να φορέσει τον χειμώνα και του αγόρασε καμίσιον -άρα το καμίσιον, τότε τουλάχιστον, θα ήταν κάπως χοντρό ρούχο, πανωφόρι, και το υποκάμισον πιο λεπτό, κάτω από το καμίσιον.

Αλλά στο ίδιο έργο του Μόσχου βρίσκουμε και την πρώτη εμφάνιση του τύπου υποκάμισον:  Εἶτα μετὰ χρόνον τινὰ λοιδορία κατ’ ἐμοῦ πρὸς τὸν βασιλέα γίνεται, ὅτι τὰ κομερκίου ἐσκόρπισα· καὶ πέμπει ὁ βασιλεὺς, καὶ διαρπάζει τὴν οἰκίαν μου, καὶ ἀπὸ ὑποκαμίσου ἀνασπᾷ με ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ δίδωσί με εἰς τὸ δεσμωτήριον, καὶ ποιῶ ἱκανὸν χρόνον μετὰ τοῦ παλαιοῦ καμισίου.

Και προχωρώντας μερικούς αιώνες πιο πέρα, βρίσκουμε και τους πρώτους τύπους με πουκάμισο, στον Σπανό, αυτό το βυζαντινό κρεσέντο κοπρολογίας:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Ομοιοκαταληξία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 255 Σχόλια »

Το άλλο χρυσάφι της γης, ξανά

Posted by sarant στο 4 Νοεμβρίου, 2020

Δεν πρόφταινα να γράψω φρέσκο άρθρο, είχα ετοιμασίες για ταξίδι. Οπότε, ξαναδημοσιεύω ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, που αρχικά είχε δημοσιευτεί πριν από εννιά χρόνια κι ένα μήνα, τότε που ήμασταν νεότεροι, ωραιότεροι και χωρίς κορόνα.

Παρόλο που πολλοί συμμετείχατε και στην τότε συζήτηση, ελπίζω να μη θυμάστε πολύ καλά το άρθρο -ενώ κάποιοι σίγουρα δεν θα το έχουν δει. Ενσωματώνω και μερικά από τα τότε σχόλια.

Οι πατατοφάγοι του Βαν Γκογκ (τμήμα)

Οι Ισπανοί κονκισταδόρες που έφτασαν στο Περού γύρω στο 1530 αναζητώντας χρυσάφι και ασήμι παρατήρησαν ότι οι Ίνκας έτρωγαν έναν περίεργο χυλό, που φτιαχνόταν από κάτι αποξηραμένους καρπούς –δοκίμασαν και άρχισαν να τρώνε και οι ίδιοι, και τελικά το έφεραν στην Ευρώπη, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι ήταν κάτι πολύ πολυτιμότερο από το χρυσάφι και το ασήμι. Ήταν η πατάτα.

Όταν σκεφτούμε πόσο δεμένη είναι η πατάτα σήμερα με το καθημερινό μας διαιτολόγιο, δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι πριν από λίγους αιώνες ήταν σχεδόν ή εντελώς άγνωστη (βέβαια το ίδιο ισχύει και με τη ντομάτα). Διότι, έστω κι αν έφτασε στην Ισπανία περί το 1550, η πατάτα άργησε πολύ να πάρει τη θέση που έχει σήμερα. Από την αρχή την αντιμετώπισαν με δυσπιστία, για διάφορους λόγους.

Καταρχάς, για κανα-δυο αιώνες κανείς δεν είχε σκεφτεί να την ξεφλουδίσει. Έπειτα, πολλοί δοκίμασαν να τη φάνε ωμή, με αποτέλεσμα να αρρωστήσουν –έτσι, διαδόθηκε ότι η πατάτα προκαλεί λέπρα. Απωθητικό ήταν και το γεγονός ότι φύτρωνε κάτω από τη γη, και έδωσε λαβή να αναπτυχθούν διάφορες δεισιδαιμονίες. Έπειτα, δεν έκανε καμιά εντύπωση έτσι όπως ήταν άοσμη και άγευστη. Την καλλιεργούσαν κυρίως για ζωοτροφή.

Το όνομα της πατάτας βγήκε από ένα μπέρδεμα. Οι Ισπανοί γνώρισαν δυο παρεμφερή φυτά στον Νέο Κόσμο: την πατάτα, στο Περού, που την είπαν papa, όπως είναι στην γλώσσα Κέτσουα, και τη γλυκοπατάτα, που την είπαν batata, λέξη των Ινδιάνων της Ισπανιόλας (το μεγάλο νησί που σήμερα είναι χωρισμένο στην Αϊτή και τη Δομινικανή Δημοκρατία). Από τη διασταύρωση των λέξεων papa και batata προέκυψε ο όρος patata, που αρχικά τον χρησιμοποιούσαν αδιακρίτως και για γλυκοπατάτες και για πατάτες, και που διαδόθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στα ελληνικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 186 Σχόλια »

Ο σταυρός του Σταύρου

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2020

Του Σταυρού είναι σήμερα, μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας για όσους πιστεύουν. Του Σταυρού, αλλά και του Σταύρου, όπως και της Σταυρούλας, που γιορτάζουν σήμερα. Στο ιστολόγιο συνηθίζουμε να δημοσιεύουμε άρθρα, αφιερωμένα σε ονόματα, τη μέρα της γιορτής τους, και με τον καιρό έχουμε καλύψει τα περισσότερα διαδεδομένα αντρικά και γυναικεία ονόματα -τη Μαρία και την Άννα, τον Δημήτρη και τη Δήμητρα, τον Γιάννη, τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Κώστα και την Ελένη, τον Στέλιο και τη Στέλλα, τον Χρίστο (ή Χρήστο) και την Κατερίνα. Από τα λιγότερο συχνά έχουμε αφιερώσει άρθρο στον Σπύρο και στον Θανάση και παλιότερα στον Θωμά και στον Στέφανο. Τελευταίο τέτοιο άρθρο ήταν, πριν από 6-7 μήνες, για τον Χαράλαμπο, εκτός αν έχω ξεχάσει κανένα.

Πέρυσι η μέρα του Σταυρού έπεφτε Σάββατο και τα μεζεδάκια της ημέρας τα είχα πει «Σταυρομεζεδάκια» και αστόχαστα υποσχέθηκα του χρόνου να βάλω άρθρο για τον Σταύρο, οπότε φέτος ο φίλος μας ο Σταύρος το υπενθύμισε έγκαιρα και καίρια, την πρώτη του μήνα, και κατάφερα να το θυμηθώ, οπότε έρχομαι να εκπληρώσω την υπόσχεση με τούτο το άρθρο.

Ο Σταύρος είναι όνομα μέσης συχνότητας. Σύμφωνα με μια μελέτη, βρισκεται στην 22η θέση των αντρικών ονομάτων. Με αξιοσημείωτη αντιστοιχία, η Σταυρούλα βρίσκεται στην 23η των γυναικείων -αλλά στη γενική κατάταξη η Σταυρούλα βρίσκεται αρκετές θέσεις πιο πάνω από τον Σταύρο (33η έναντι 58ης). Δεν έχω υπόψη μου μελέτες που να δείχνουν τοπική κατανομή των ονομάτων κι έτσι δεν ξέρω να σας πω αν σε ποια περιοχή έχει το όνομα πολύ αυξημένη συχνότητα -ίσως στη Μακεδονία.

Ο Σταύρος και η Σταυρούλα βεβαίως, ετυμολογούνται από τον σταυρό -φυσικά τον σταυρό του Ιησού Χριστού, με ανέβασμα του τόνου, που ήταν καθιερωμένο τα χρονια εκείνα για να μη συμπίπτει το όνομα με την κοινή λέξη (λαμπρός-Λάμπρος, ξανθός-Ξάνθος, χρηστός-Χρήστος, φαιδρός-Φαίδρος κτλ.) Όσο για την ετυμολογία του σταυρού, όσο κι αν φαίνεται απίθανο τόσα χρόνια ΔΕΝ έχουμε γράψει άρθρο για το θέμα. Το 2015 είχα γράψει ότι το θέμα είναι τεράστιο και ακόμα δεν έχω βρει το θάρρος να καταπιαστώ -πέρασαν κι άλλα πέντε χρόνια και δεν το βρήκα.

Ο Σταύρος έχει δυο χαρακτηριστικά που μειώνουν την έκταση του άρθρου. Το ένα είναι πως δεν έχει αντίστοιχα σε άλλες γλώσσες. Όχι μόνο στις δυτικές, αλλά ούτε καν στις γλώσσες της ορθόδοξης ανατολικής Ευρώπης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εορταστικά, Ονόματα, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 229 Σχόλια »

Πίστευε και μη ερεύνα

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2020

Με ρώτησαν τις προάλλες κάποιοι αρκετα νεότεροι, ποια είναι η σωστή διατύπωση της φράσης, «Πίστευε και μη ερεύνα» ή «Πίστευε και μη, ερεύνα».

Το ερώτημα είναι παλιό αν και περιέργως δεν το έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο παρά μόνο σε σχόλια, δεν του έχουμε δηλαδή αφιερώσει άρθρο. Ωστόσο, αυτό που με παρακίνησε να γράψω το σημερινό άρθρο ήταν ένα επιχείρημα, που έφερε κάποιος από τους συνομιλητές μου, υπέρ της δεύτερης διατύπωσης, που δεν το είχα ξανακούσει. Κι επειδή το επιχείρημα έχει ενδιαφέρον, αν και δεν είναι σωστό, αποφάσισα να γράψω το σημερινό άρθρο.

Όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αρνητική προστακτική, είπε, χρησιμοποιούμε υποτακτική. Λέμε «πήγαινε» αλλά «μην πηγαίνεις», οπότε η άρνηση του «ερεύνα» έπρεπε να είναι «μη ερευνάς», όχι «μη ερεύνα». Άρα, αφού γραμματικά δεν στέκει το «πίστευε και μη ερεύνα» το σωστό είναι να γράψουμε «πίστευε και μη, ερεύνα».

Η σκέψη είναι ενδιαφέρουσα αλλά λαθεμένη διότι αναφέρεται σε άλλη γλώσσα, στα νέα ελληνικά και στη γραμματική της νεοελληνικής. Πράγματι, στη νέα ελληνική η άρνηση της προστακτικής εκφράζεται με το μη+υποτακτική.

Θυμάμαι μάλιστα ένα δημοσίευμα, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, που ειρωνευόταν κάποιον διεθνή ποδοσφαιριστή, πιθανώς του Ολυμπιακού, επειδή, λέει, άφησε μήνυμα σε συμπαίκτη του στο οποίο του έγραφε «Γιώργο, πάμε για καφέ. Αν θες, έλα. Αν δε θες, μην έλα«.

Πολύ αμφιβάλλω αν όντως γράφτηκε κάτι τέτοιο, γιατί μου φαίνεται δύσκολο ένας φυσικός ομιλητης της ελληνικής να πει ή να γράψει «μην έλα».

Ωστόσο, αυτό ισχύει για τα νέα ελληνικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αποφθέγματα, Θρησκεία, Το είπε/δεν το είπε, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 408 Σχόλια »

Τα έκανε θάλασσα: οι 50 αποχρώσεις της αποτυχίας

Posted by sarant στο 31 Αυγούστου, 2020

Πριν από μερικές μέρες γράψαμε εδώ για τη νίλα, που έχει φτάσει να σημαίνει την παταγώδη αποτυχία, σε άλλο άρθρο είδαμε την έκφραση «την πάθαμε χιώτικα» και κατά σύμπτωση στην ομάδα «Τα υπογλώσσια» άνοιξε ένα νήμα συζήτησης όπου καταγράφονταν εκφράσεις που να δηλώνουν την αποτυχία.

Παίρνοντας αφορμή από τα παραπάνω, σκέφτηκα σήμερα να παρουσιάσω όσο περισσότερες εκφράσεις μπόρεσα να βρω, που περιγράφουν την έννοια της αποτυχίας. Πρέπει να έχουμε πολλές, ίσως επειδή το να διαπιστώνουμε την αποτυχία του άλλου είναι κάτι που μας παρηγορεί και μας επιβεβαιώνει.

Στο ιστολόγιο έχουμε κάνει άλλα δυο τέτοια άρθρα καταλογογράφησης, για τις 50 αποχρώσεις του χρήματος και της μέθης.

Βέβαια, η έννοια της αποτυχίας μπορεί να συνδέεται και να επικαλύπτεται και με άλλες, ας πούμε την έννοια της ματαιοπονίας -η έκφραση «έκανε μια τρύπα στο νερό» μπορεί να εκφράζει και αποτυχία και ματαιοπονία- ή πολύ περισσότερο με την έννοια της ήττας, του παθήματος, της συμφοράς -και πιο πέρα, της εξαπάτησης. Επίσης, υπάρχουν διαβαθμίσεις στην αποτυχία όπως επίσης υπάρχουν και είδη αποτυχίας -αποτυχία είναι και το να μην καταφέρεις να κερδίσεις κάτι, αλλά διαφέρει απο τη συντριβή.

Υπάρχουν επίσης τομεακές αποτυχίες δηλ. εκφράσεις για την αποτυχία στον έρωτα ή για την αποτυχία σε εξετάσεις κτλ.

Ξεκινάμε λοιπόν τον κατάλογό μας, τιμής ένεκεν από την έκφραση του τίτλου:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , | 169 Σχόλια »

Η σεζόν της σαχλαμάρας αναβάλλεται

Posted by sarant στο 12 Αυγούστου, 2020

Βρισκόμαστε στη μέση της εβδομάδας και η βδομάδα που διανύουμε έχει κάτι το ιδιαίτερο. Είναι ή τέλος πάντων θα έπρεπε να είναι η πιο χαλαρή του καλοκαιριού, όπως είναι κάθε χρόνο οι μέρες γύρω από τον Δεκαπενταύγουστο. Μπορεί φέτος να πέφτει Σάββατο και να χάνεται μια μέρα αργίας, αλλά από την άλλη έτσι οριοθετείται ακόμα πιο καθαρά, ανάμεσα σε δυο σαββατοκύριακα, η χαλαρή περίοδος.

Τη χαλαρότητα αυτή πολλοί τη λένε και ραστώνη -στη λέξη αυτή αφιερώσαμε άρθρο την Παρασκευή που μας πέρασε. Για την αυγουστιάτικη ραστώνη, ειδικότερα στη δημοσιογραφία, ακούμε συχνά ότι ο Ουμπέρτο Έκο είχε πει, κι έγινε παροιμιώδες, πως τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις, αλλά στο θέμα αυτό αφιερώσαμε το χτεσινό μας άρθρο -και πράγματι, το σημερινό άρθρο είναι, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια του χτεσινού.

Αν κάποιοι φίλοι αισθάνονται ότι αυτό που έκανα ήταν να σπάσω ένα άρθρο σε δύο κι έτσι να σας σερβίρω ελλιπή μερίδα, ας σκεφτούν ότι η χαλαρή περίοδος μας έχει επηρεάσει όλους.

Θα αναρωτηθείτε τι σχέση έχει η τσούχτρα που φαίνεται στη φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό άρθρο. Την πήρα από ένα χτεσινό άρθρο της βρετανικής Γκάρντιαν, που συμπτωματικά έχει ίδιο θέμα.

Διότι, βλέπετε, πολύ πριν πει ο Έκο τη φράση του (που, όπως είπαμε χτες, δεν την εννοούσε έτσι που συνήθως προβάλλεται), οι αγγλοσάξονες είχαν βαφτίσει αυτή την περίοδο της δημοσιογραφικής αδράνειας «the silly season». Για το πώς μπορεί να αποδοθεί το όνομα (σεζόν της σαχλαμάρας, ίσως είναι το προτιμότερο ή «νεκρή δημοσιογραφική περίοδος» στο πιο επίσημο) αλλά και για πολλές άλλες σχετικές πληροφορίες, σας παραπέμπω σε παλιό άρθρο της Λεξιλογίας, από το οποίο έχω αντλήσει κάποιο υλικό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Πανδημικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 181 Σχόλια »

Φειδωλοί και τσιγκούνηδες

Posted by sarant στο 22 Ιουλίου, 2020

Oλοκληρώθηκε τελικά υστερα από μαραθώνιες διαπραγματεύσεις η πολυήμερη σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης με θέμα το Ταμείο Ανάκαμψης και τα μέτρα στήριξης των οικονομιών των κρατών μελών.

Ο συμβιβασμός που τελικά επιτεύχθηκε αναπροσαρμόζει τα ποσά που είχε αρχικά προτείνει η Επιτροπή, μετατρέποντας αρκετές επιχορηγήσεις σε δάνεια. Και ήταν αναγκαίος ο συμβιβασμός διότι ένα μέτωπο τεσσάρων πλούσιων χωρών της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης (Oλλανδία, Αυστρια, Δανία, Σουηδία) διαφώνησε έντονα με την αρχική πρόταση, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις κατευθύνονταν κυρίως στις χώρες της νότιας Ευρώπης, που είχαν πληγεί περισσότερο από την πανδημία (αλλά και από τις συνέπειές της στον τουρισμό).

Οι τέσσερις αυτές χώρες ονομάστηκαν, ή αυτο-ονομάστηκαν ίσως, «The Frugals», που αποδόθηκε στα ελληνικά «οι φειδωλοί», αλλά και «οι τσιγκούνηδες».

Βέβαια, η επικαιρότητα είναι καμιά φορά άστατη, κι ενώ τα δελτία ειδήσεων ξεκίνησαν προβάλλοντας τη μεγάλη επιτυχία, απο το απομεσήμερο και μετά άρχισε η ανησυχία (ή οι πολεμόχαρες κορόνες) για τη Navtex που ανακοινωσε η Τουρκία.

Εμείς όμως στο ιστολόγιο ένα θέμα πρέπει να διαλέξουμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε σήμερα για τους frugals.

Η αγγλική λέξη ανάγεται, μέσω γαλλικών, στο λατινικό frugalis, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το frux (πληθυντικός fruges) που θα πει «καρπός», με τη μεταφορική και την κυριολεκτική σημασία. Aπό την ίδια ρίζα έρχεται και το δικό μας «φρούτο». Ηδη στα λατινικά, η σημασία εξελίχθηκε από χρήσιμος σε κερδοφόρος και μετά σε οικονόμος.

Και αυτή είναι η σημασία της λέξης στα αγγλικά. Έχει χροιά θετική: sparing or economical as regards money or food.

Οι χώρες που διάλεξαν να ονομαστούν έτσι το έκαναν για να προβάλουν μια θετική εικόνα, της συνετής διαχείρισης. Αν η λέξη είχε αρνητική χροιά, δεν θα το χρησιμοποιούσαν και οι ίδιοι, όπως το χρησιμοποιεί εδώ ο καγκελάριος της Αυστρίας, σε τουίτ του μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της Συνόδου: Thank you to all colleagues, especially to the frugals!

Επομένως, αν θέλουμε να αποδώσουμε ελληνικά το frugals, είναι σωστό το «φειδωλοί», άσχετα αν συμφωνούμε με τη στάση των χωρών αυτών. Σε άρθρο του tvxs, βλέπω τον τίτλο «H νίκη των τσιγκούνηδων» αλλά εδώ εκφράζεται πολιτική θέση, δεν επιδιώκεται να μεταφραστεί με ακρίβεια το frugals.

Θα μπορούσε να διαλέξει κανείς και κάποιο άλλο επίθετο, διατηρώντας πάντοτε τη θετική χροιά: λιτός, οικονόμος, ολιγαρκής. Όλα αυτά είναι καταρχήν θετικά, με την έννοια ότι μπορεί κάποιος να τα χρησιμοποιήσει για να περιγράψει τον εαυτό του με καμάρι. Ίσως κάπως λιγότερο θετικό να είναι το «λιτός», ανάμεσα στο θετικό και στο ουδέτερο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ευρωπαϊκή Ένωση, Πανδημικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 275 Σχόλια »

Γιατί τα κάνουμε θάλασσα;

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2020

Έχουμε μπει για τα καλά στο καλοκαίρι, έστω και στο φετινό περίεργο πανδημικό, και ακόμα δεν έχουμε δημοσιεύσει καλοκαιρινό άρθρο. Σήμερα κάνουμε την αρχή. Και αφού το καλοκαίρι πολύς κόσμος πηγαίνει στη θάλασσα, το σημερινό μας άρθρο είναι θαλασσολογικό ή θαλασσογραφικό.

Όμως, η θάλασσα είναι απέραντη. Η Μεσόγειος δεν μπορεί να δεθεί με σκοινιά, κι ούτε μπορεί η θάλασσα να καλυφθεί με ένα άρθρο -θέλει βιβλίο και βάλε. Οπότε, δεν θα το επιχειρήσω καν.

Θα εστιαστώ σε δύο πράγματα, την ετυμολογία της λέξης «θάλασσα» και την έκφραση «τα κάνω θάλασσα».

Στο πρώτο σκέλος, αντλώ υλικό από ένα καλό σημείωμα που υπάρχει στο ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη. Στο δεύτερο, από διάφορες πηγές και τα δικά μου κιτάπια.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η αρχαία λέξη θάλασσα δεν συνδέεται ετυμολογικά με τις ελληνικές συνώνυμες λέξεις πόντος, πέλαγος ούτε με τη λέξη ἅλς (θηλυκό, η αλς, ενώ ο αλς ήταν το αλάτι) σήμαινε τη θάλασσα, πβ. ομηρικό ἁλὸς πελάγη, και από το αλς παρήχθησαν πολλές λέξεις τής Ελληνικής, που συνδέονται με τη θάλασσα: π.χ. παράλιος, παραλία , ενάλιος, αλιεύς, αλιεύω, αλιεία και γιαλός < αρχ. αιγιαλός < εν αιγί αλός «στο κύμα τής θάλασσας»). Στην πραγματικότητα η λέξη θάλασσα ανήκει στις προελληνικές λέξεις, οι οποίες δεν ετυμολογούνται από τα Ελληνικά, μολονότι παραδίδονται πολλές παρετυμολογικές ερμηνείες («λαϊκές ετυμολογήσεις») της λέξης, π.χ. από το «θοώς αλλασσαμένη καί σαλευαμένη» ή «ἐκ τοῦ θῶ, τοῦ σημαίνοντος τὸ τρέχω, καὶ τοῦ λα τὸ ἁλμυρὸν ἤγουν τὸ ἅλας» και άλλες.

Αντίθετα, η λ. θάλασσα φαίνεται να συνδέεται μορφικά με τη λέξη δαλάγχα που παραδίδει ο Ησύχιος ως λέξη τής αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου. Επίσης, η λέξη θάλασσα δεν συνδέεται ετυμολογικά ούτε με τις αντίστοιχες Ι.Ε. λέξεις που έχουν ως αφετηρία τη ρίζα *mar– (πβ. λατ. mare > γαλλ. mer, αρχ. γερμ. *marja– > γερμ. Meer, παλ. σλοβ. marje > πολ. morze). Ας σημειωθεί ότι π ρίζα αυτή φαίνεται να συνδέεται με το αρχ. μαρμαίρω «λάμπω, ακτινοβολώ» (από όπου και οι λ. μάρμαρα, αρχική σημασία «στιλπνή επιφάνεια που ακτινοβολεί», και μαρμαρυγή («λαμπύρισμα») και αρχικώς αναφερόταν στην επιφάνεια τής θάλασσας που ακτινοβολεί, όταν πέφτουν επάνω της οι ακτίνες τού ηλίου.

Λόγω τής ιδιαίτερης σχέσης τού ελληνικού λαού με τη θάλασσα, το ομόρριζά της είναι πάρα πολλά στη Νέα Ελληνική. Εκτός από όσα αναφέρονται στον φυσικό κόσμο (π.χ. θαλασσο-πούλι, θαλασσ-αετός, θαλασσο-κόρακας, θαλασσοκράμβη, θαλασσόπρασο, θαλασσόχορτο, θαλασσόβραχος, λιμνοθάλασσα, ακροθαλασσιά κ.ο.κ.) ή σε πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα σχετικά με τη θάλασσα (π.χ. θαλασσο-πλόος/-πλοΐα, θαλασσο-πόρος/-ία, θαλασσογραφ-ία/-ος/-ώ, θαλασσοταραχή, θαλασσοφοβία, θαλασσαιμία «μεσογειακή αναιμία», θαλασσοδάνειο «δηλ. δάνειο που θα πληρωνόταν αν έφτανε το πλοίο στο λιμάνι» κ.ο.κ.), χρησιμοποιούνται πάρα πολλά ομόρριζα τής λέξης θάλασσα με εκφραστικό περιεχόμενο, ανάγοντάς την σε πηγή βιωμάτων: πικροθάλασσα, θαλασσοδέρνομαι, -δαρμένος, θαλασσομαχώ, θαλασσοπνίγομαι, θαλασσοπνίχτης, θαλασσοπαλεύω, θαλασσοκοπώ, ανθρωποθάλασσα, λαοθάλασσα κ.λπ.

Ακόμη, οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν το ρήμα θαλασσώ (-ώνω) είτε με τη σημασία «πλένομαι στη θάλασσα» είτε με τη σημασία «διαπλέω τη θάλασσα», αλλά και με τη σύγχρονη σημασία «τα κάνω θάλασσα». Οι αρχαίοι μάλιστα είχαν επίσης ρήμα θαλασσεύω «ταξιδεύω στη θάλασσα» και θαλασσίζω «έχω γεύση θαλασσινού νερού». Μάλιστα, έπιναν θαλασσίτη (οίνο) «(κρασί) που πάγωναν στη θάλασσα») και ακόμη θαλασσομέλι «μέλι ανάμικτο με θαλασσινό νερό».

Τέλος, είναι χαρακτηριστικό ότι οι αρχαίοι Έλληνες λέγοντας θάλασσα εννοούσαν κατ’ εξοχήν (ήδη στον Όμηρο) τη Μεσόγειο Θάλασσα. Ο Ηρόδοτος την αποκαλεί απλώς ήδε η θάλασσα «αυτή εδώ η θάλασσα», ο Πλάτων γράφει η παρ’ ημίν θάλασσα («η θάλασσά μας») και ο Πολύβιος  η θάλασσα η καθ’ ημάς. Ο Αριστοτέλης την ονομάζει «η έσω θάλασσα» ενώ «η έξω θάλασσα» είναι ο Ωκεανός, που λέγεται επίσης «Ατλαντική θάλασσα» ή και «μεγάλη θάλασσα». Οι Έλληνες ακόμη θα καυτηριάσουν κάποιον που προσποιείται ότι αγνοεί κάτι με την παροιμιώδη φράση «ο Κρης την θάλασσαν αγνοεί». Τέλος, ο Αισχύλος (Επτά επί Θήβας) θα πει την περίφημη έκτοτε ποιητική φράση «θάλασσα κακών» (δηλ. πέλαγος δυστυχιών).

Αυτά λεει το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, και με ένα μόνο σημείο απ’ όσα γράφει έχω μια ένσταση, εκεί που λέει ότι το αρχαίο ρήμα «θαλασσώ» είχε, ανάμεσα στις άλλες, και τη σύγχρονη σημασία «τα κάνω θάλασσα». Αν εννοεί τη σύγχρονη μεταφορική σημασία, κάνει λάθος, διότι στο Λίντελ Σκοτ βλέπουμε ότι το θαλασσώ σήμαινε «μετατρέπω σε θάλασσα», όπως ο Νείλος την Αίγυπτο.

Όμως εμάς θα μας απασχολήσει η μεταφορική σημασία. Τα κάνω θάλασσα, λέμε. Που σημαίνει, αποτυγχάνω εντελώς, παταγωδώς. Φέρομαι αδέξια, δεν καταφέρνω το έργο που μου έχει ανατεθεί, μπερδεύομαι κτλ. Συνώνυμο: τα κάνω μούσκεμα. Το λέμε και μονολεκτικά: τα θαλάσσωσα, τα μούσκεψα, τα έκανα μαντάρα. Μπορούμε να το πούμε και πιο αθυρόστομα: τα σκάτωσα, τα έκανα σκατά, τα έκανα μουνί. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια διαφορά, άλλη από τη διαβάθμιση. Αλλά ας περιοριστούμε στη θάλασσα.

Νομίζω πως δεν υπάρχει διαφωνία πως αυτή είναι η σημερινή σημασία της λέξης. Τη φράση τη βλέπω συχνά στη αθλητικογραφία, όχι μόνο για ομάδα που ηττάται (ενώ ήταν φαβορί) αλλά και για διαιτητή που χάνει τον έλεγχο του αγώνα και σφυρίζει άλλα αντ’ άλλων. Πρόσφατα, όταν ο Τραμπ κατηγόρησε τον ΠΟΥ για κακό χειρισμό της πανδημίας (αντί να κοιτάζει την τύφλα του), αρκετοί ιστότοποι έγραψαν ότι είπε πως «ο ΠΟΥ τα έκανε θάλασσα» -φυσικά κάποιαν άλλη ιδιωματική φράση θα χρησιμοποίησε.

Ωστόσο, αν κοιτάξει κανείς κείμενα του 19ου αιώνα ή και των αρχών του 20ού, θα δει ότι η σημασία της έκφρασης τότε ήταν αρκετά διαφορετική. Για παράδειγμα, στους Αθλίους των Αθηνών του Κονδυλάκη:

Από της συστάσεως του χαρτοπαικτείου, ο Τζερεμές είχεν αρχίσει να ζητή από τον Θεμιστοκλήν πόντους, ήτοι μερδικόν από τα κέρδη, επειδή δε ο Θεμιστοκλής δεν εδέχετο, ήρχισε ν’ απειλή ότι θα πήγαινε καμμιά βραδυά στην λέσχη και θα τά’ κανε θάλασσα.

ή, στον Κατήφορο του Ξενόπουλου:

Του ερχόταν να πάει τώρα ευθύς στη γκαρσονιέρα, να τα κάνει θάλασσα. Θα τους έσπαζε στο ξύλο όλους

ή, στον Αγαπητικό της βοσκοπούλας του Κορομηλά:

    Ξέρεις τι πράμα που είν’αυτός; σαν έρθη κι αγριέψη,
         θα σύρη την κουμπούρα του, τις δυο του τις κουμπούρες,
         και θα μας κάνη θάλασσα «εν στόματι ρομφαίας»

Βλέπουμε δηλαδή πως παλιότερα η φράση σήμαινε μεν «τα κάνω άνω κάτω» όπως και σήμερα σημαίνει, όχι όμως από αδεξιότητα, αλλά επειδή το θέλω. Ο Τζερεμές στο πρώτο παράθεμα απειλεί ότι θα τα κάνει θάλασσα στη λέσχη, δηλαδή θα πάει και θα τα σπάσει όλα. Όχι «αποτυγχάνοντας», όχι «από αδεξιότητα» αλλά επειδή αυτό σκοπεύει να κάνει. Το ίδιο και στα άλλα δύο παραθέματα.

Αυτό αποτυπώνεται και σε παλιότερα λεξικά. Στον Δημητράκο η σημασία της έκφρασης δίνεται ουδέτερα: επέφερεν αναστάτωσιν. Στον Σταματάκο καταγράφεται η απειλή «θα τα κάνω θάλασσα» με τη σημασία «θα τα κάνω άνω κάτω, θα τα κάνω γυαλιά καρφιά». Σήμερα δεν νομίζω να λέγεται η απειλή αυτή.

Η αλλαγή της σημασίας δεν είναι παράξενη, εύκολα μεταπίπτει η σημασία από την αναστάτωση που προκαλείται από σκόπιμη ενέργεια στην αναστάτωση που προκαλείται από αδεξιότητα. Μας ενδιαφέρει όμως η παλιότερη σημασία για να διερευνήσουμε την προέλευση της φράσης.

Γιατί λοιπόν «τα κάνουμε θάλασσα»; Δηλαδή, από πού προήλθε η παροιμιακή έκφραση; Ο Φαίδων Κουκουλές έχει προτείνει ως αρχή της φράσης την εικόνα του ποταμού που πλημμυρίζει και τα κάνει όλα γύρω του θάλασσα -άνω κάτω δηλαδή. Δεν ειναι απίθανο, και στο βιβλίο μου «Λόγια του αέρα» αυτή την πρόταση έχω υιοθετήσει.

Έχω όμως μια επιφύλαξη. Υπάρχει και μια δεύτερη πρόταση, του Άνθιμου Παπαδόπουλου. Αντιγράφω: Σε πολλά ιδιώματα της ελληνικής, η λ. θάλασσα λαμβάνεται ως μέτρο δηλωτικό του πολλού, του αφθόνου, π.χ. γάλα θάλασσα. Στην Ήπειρο, τα κάνω θάλασσα σημαίνει «ευθυμώ, θυσιάζω αφειδώς», ίσως από εκφράσεις όπως «φαγιά θάλασσα»  κτλ. Και επειδή στα μεγάλα συμπόσια η ευθυμία οδηγεί συχνά σε παρεκτροπές, φτάσαμε στη σημασία «τα κάνω άνω κάτω», εξ ου και η διαλεκτική φρ. «όλα θάλασσα» = τα πάντα ακατάστατα.

Κάνει μερικά λογικά άλματα, αλλά αξίζει να προσεχτεί ο αρχικός πυρήνας, ότι η θάλασσα εκφράζει την αφθονία. Εδώ συναντάμε το αρχαίο «κακών θάλασσα» που είδαμε παραπάνω, ενώ την εικόνα της αφθονίας την βρίσκω και σε ένα διήγημα του Μωραϊτίδη: συνηθροίζοντο καθ’ εσπέραν την εβδομάδα του Πάσχα εις την γειτονικήν πλατείαν κ’ εχόρευον κι έλεγον «θάλασσα» τα τραγούδια εκείνα τα εύμορφα...

Οπότε, ενώ εξακολουθώ να βρίσκω πειστικότερη την εκδοχή του Κουκουλέ, κρατάω μιαν επιφύλαξη. Άλλωστε η θάλασσα δεν φανερώνει έτσι εύκολα τα μυστικά της….

 

 

Posted in Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 134 Σχόλια »

Για τα πανηγύρια

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2020

Tη φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό σημείωμα την πήρα απο ένα πρόσφατο άρθρο ειδησεογραφικού ιστοτόπου με τίτλο «Τρόμος για τα πανηγύρια». Δεν ξέρω αν είναι πρόσφατη, βγαλμένη από κάποιο μετακορονοϊκό πανηγύρι, σαν κι αυτά που έγιναν π.χ. στην Αλίαρτο ή αν είναι φωτογραφία αρχείου από το περσινό ή κάποιο άλλο προκορονοϊκό καλοκαίρι.

Διότι βέβαια, η εποχή των πανηγυριών είναι το καλοκαίρι -η σεζόν, θα λέγαμε, μόλις άρχισε. Και οι επιστήμονες άρχισαν να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, ζητώντας άλλοι αυστηρό έλεγχο στα πανηγύρια κι άλλοι την απαγόρευσή τους. Κανονικά τα πανηγύρια πρέπει να απαγορευτούν, υποστήριξε η πρόεδρος των νοσοκομειακών γιατρών, επισημαίνοντας το οφθαλμοφανές, ότι στα πανηγύρια δεν μπορεί να υπάρξει τήρηση αποστάσεων.

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε για το πανηγύρι. Η λεξη, λέει το ετυμολογικό λεξικό, ανάγεται στο ελληνιστικό πανηγύριον, υποκοριστικό του αρχαίου πανήγυρις, που το βρίσκουμε πρώτη φορά σε απόσπασμα του Αρχίλοχου, αρκετά παλιά δηλαδή: Δήμητρος ἁγνῆς καὶ Κόρης τὴν πανήγυριν σέβων.

Η λέξη αυτή είναι σύνθετη από το παν + άγυρις (με έκταση εν συνθέσει, Βακερνάγκελ γαρ) που συνδέεται με το ρήμα αγείρω (συναθροίζω δηλαδή). Από την ίδια ρίζα η αγορά και η ομήγυρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά, Πεζογραφία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 416 Σχόλια »

Μουστάκι

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2020

Μια από τις παρενέργειες του κορονοϊού ήταν και ότι μέσα στην καραντίνα άφησα μουστάκι. Το ίδιο είχα κάνει κι όταν είχα πάει φαντάρος, και ίσως το ψυχολογικό κίνητρο να είναι το ίδιο και στις δυο περιπτώσεις: να ξυπνάς το πρωί και να βλέπεις πάνω σου κάτι που να έχει αλλάξει, έστω και λίγο.

Είχα πει πως μόλις τελειώσει η καραντίνα θα το κόψω, αλλά τελικά το άφησα έως την παραμονή της αναχώρησής μου για την Ελλάδα, πριν από δέκα μέρες δηλαδή. Έβγαλα και μερικές φωτογραφίες μυστακοφόρος, μία από τις οποίες τη φανέρωσα ήδη στο Φέισμπουκ, οπότε λόγοι διαφάνειας και ισονομίας επιβάλλουν να τη δημοσιοποιήσω κι εδώ -επειδή όμως δεν ισχύει πλέον, προτίμησα να μην την βάλω φάτσα φόρα στο άρθρο αλλά να την ανεβάσω εδώ.

Παρόλο που τα γένια έχουν ξαναγυρίσει στη μόδα, σκέτο μουστάκι είναι μάλλον σπάνιο σε νεότερους. Εγώ είχα γένια (και μουστάκι) μετά τον στρατό, αλλά τώρα δεν αποπειράθηκα να αφήσω ξανά, διότι βγαίνουν άσπρα.

Την τελευταία φορά που είχα μουστάκι προηγουμένως ήταν το 1999, που το άφησα και πάλι μια περίοδο που ήμουν για ένα μήνα μακριά από την οικογένεια. Μόλις με είδε μυστακοφόρο η μικρή μου κόρη, που τότε ήταν κάπου 18 μηνών, δεν είπε τίποτα αλλά έφυγε από το δωμάτιο. Το ξύρισα αμέσως.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Οπότε, σκέφτομαι ν’ αφιερώσω το σημερινό άρθρο στο μουστάκι, με αφορμή την εφήμερη μυστακοτροφία μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 246 Σχόλια »

Όχι παραπέρα απ’ το σανδάλι, τσαγκάρη

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2020

Το σημερινό σημείωμα βασίζεται σε μια συζήτηση που έγινε πριν από μερικές μέρες στη Λεξιλογία, συζήτηση που με τη σειρά της βασιζόταν σε μιαν ανάρτηση του Απόστολου Δοξιάδη στο Φέισμπουκ, και που έκρινα ότι ενδιαφέρει το ιστολόγιο από ορισμένες απόψεις. Άλλωστε, είχαμε αναφερθεί στην ιστορία αυτή πριν από καμιά δεκαριά μήνες, αλλά αυτό ειχε γίνει στα σχόλια ενός εντελώς άσχετου άρθρου, οπότε καλό είναι να αφιερώσουμε και ειδικό άρθρο.

Στην αρχή βρίσκεται μια ιστορία για τον μεγάλο ζωγράφο της αρχαιότητας, τον Απελλή από την Κω. Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, στο 35ο βιβλίο της Φυσικής ιστορίας του, που είναι αφιερωμένο στη ζωγραφική, αφηγείται διάφορα ανέκδοτα από τη ζωή του Απελλή, ανάμεσά τους και το εξής:

Ο Απελλής είχε τη συνήθεια, όταν τελείωνε τους πίνακές του να τους εκθέτει έξω από το εργαστήριό του έτσι ώστε να τους βλέπουν οι διαβάτες. Ο ίδιος στεκόταν από πίσω, αθέατος, και άκουγε τις κρίσεις τους για ενδεχόμενα ψεγάδια των έργων του, επειδή θεωρούσε ότι οι περαστικοί θα εντόπιζαν λάθη που είχαν ξεφύγει από τον ίδιο.

Μια μέρα, είδε τον πίνακα ένας τσαγκάρης, ο οποίος πρόσεξε ότι το ένα σανδάλι είχε λιγότερες τρυπίτσες για κορδόνια από το άλλο και το επέκρινε φωναχτά στην παρέα του. Ο Απελλής πράγματι διόρθωσε το λάθος. Την άλλη μέρα ο τσαγκάρης ξαναπέρασε και ένιωσε πολύ περήφανος όταν είδε πως το ψεγάδι είχε διορθωθεί, οπότε συνέχισε επικρίνοντας και τον τρόπο που ήταν ζωγραφισμένο το πόδι, βρίσκοντας κι εκεί λάθη.

Οποτε, ο Απελλής θυμωμένος ξεπρόβαλε πίσω από τον πίνακα και του είπε: Όχι παραπέρα από το παπούτσι, τσαγκάρη!

Ή, αν το προτιμάτε στα λατινικά, sutor, ne ultra crepidam -η τελευταία λέξη είναι δάνειο από το ελλην. κρηπίς, κρηπίδος.

Στην αρχαία ελληνική γραμματεία δεν σώζεται τέτοιο επεισόδιο, εκτός αν δεν έψαξα καλά. Βέβαια, κάπου θα το βρήκε ο Πλίνιος, σε κάποια ελληνική πηγή, η οποία όμως θα έχει χαθεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Λατινικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 204 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 3

Posted by sarant στο 18 Μαΐου, 2020

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα έχετε δει, εκτός αν συμμετέχετε και στα Υπογλώσσια. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία.

Με αυτόν τον τυποποιημένο πρόλογο έχω ήδη δημοσιεύσει δυο άρθρα στο ιστολόγιο, ένα τον Φλεβάρη του 2019 και ένα τον Οκτώβριο. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε τρία τέρμινα, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Σημερα λοιπόν δημοσιεύω το τρίτο άρθρο της σειράς αυτής. ‘Εχω επικαιροποιήσει κάποια πράγματα και έχω προσθέσει και υλικό απο τα σχόλια που έγιναν.

* O ύποπτος σουμπεγιές

Τον Γενάρη του 1825, ο οπλαρχηγός Νικ. Στορνάρης γράφει στον Κασομούλη, που έχει αφήσει το Μεσολόγγι για να πάει στο Ανάπλι, συνοδεία του Μαυροκορδάτου:

καθώς απέρασες εις Μωρέαν δεν έλαβα κανένα σου γράμμα, και είμαι εις μεγάλον σιουμπεγέν, ότι δεν ηξεύρω τι τρέχει αυτού.

Ο Βλαχογιάννης εξηγεί: υποψία

Η λέξη υπάρχει σήμερα στη Λευκάδα, αν πιστέψουμε το Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος :

σουμπεγιές (ο): κάτι που μας προσθέτει σκοτούρες, έγνοιες, φροντίδες. “Εβάλαμε ένα σουμπεγιέ στο κεφάλι μας”.

Ως προς την ετυμολογία, το λευκαδίτικο λεξικό του Λάζαρη γράφει: από ιταλ. subbietto = ὑποκείμενον, ἄτομον, αἰτία, ὑπόθεσις.

Αμφιβάλλω αν υπάρχει τέτοια ιταλική λέξη (soggetto δεν είναι το υποκείμενο; ). Τα αρσενικά σε -ές είναι κατά κανόνα τούρκικα δάνεια και η Λευκάδα δεν είναι όπως τ’ άλλα Εφτάνησα λεξιλογικώς, έχει πιο πολλά κοινά με τη Δυτική Ελλάδα.

Και πράγματι, θυμάμαι ότι ο (τζουμερκιώτης) Κοτζιούλας κάπου γράφει:΅
Άιντε τώρα, να μην βάνουν σιουμπιέ (ανησυχούν) απ᾿ το σπίτι σου. Κι έχε το νου σου να μην πέσεις από κάναν όχτο αυτού που νυχτοπερπατάς. Κοτζιούλας, Η βάβω η Θόδω

Ολοφάνερα, σιουμπιές και σιουμπεγιές είναι ίδια λέξη και το σι- αποδίδει το παχύ σ.

Οπότε, η ετυμολογία είναι, είμαι βέβαιος, το τουρκικό şüphe = υποψία.

* Όχι χωρίς τη μάσκα μου

Το σύνθημα της παρούσας φάσης στο Λουξεμβούργο είναι «Όχι χωρίς τη μάσκα μου», που διατυπώνεται στα λουξεμβουργέζικα, Net ouni meng mask, ακόμα και όταν οι άλλες οδηγίες δίνονται στα γαλλικά, τα αγγλικά ή άλλες γλώσσες.

Oι γερμανομαθείς θα αναγνωρίσουν το nicht ohne meine Maske.

Τύποι όπως meng αντί για mein είναι συνηθισμένοι σε γερμανικές διαλέκτους. Φαντάζομαι πως ένας γνώστης των γερμανικών διαλέκτων θα βρει πολλά κοινά στοιχεία με τα λουξεμβουργιανά, που «πήραν προαγωγή» σε επίσημη γλώσσα κράτους σχετικά πρόσφατα.

* Στο ιστολόγιο μπορώ να βλέπω με ποιους όρους αναζήτησης στο γκουγκλ έφτασαν ως εμένα οι διάφοροι αναγνώστες. Δεν το κοιτάζω συχνά, αλλά σήμερα έπεσε το μάτι μου σε κάποιον που έβαλε στο γκουγκλ αναζήτηση για τη φράση:

ποιούν την ίσα αντί, προφανώς, ποιούν την νήσσα.

Δεν το είχα ξαναδεί αυτό το ραμόνι!

* προενταξιακή

γεωστρατηγικά

στοχευμένη

αναστρεψιμότητα

γυναικοκτονία

περιαγωγή

Τι κοινό έχουν αυτές οι λέξεις;

Θα μπορούσα να το αφήσω για κουίζ, αλλά ας το πάρει το ποτάμι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Λουξεμβούργο, Μεταφραστικά, Σφηνάκια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Το καταντήσαμε Τζορτζίνα το κριτήριο…

Posted by sarant στο 7 Μαΐου, 2020

Στοιχηματίζω πως, στη φράση του τίτλου αρκετοί θα έχετε μια-δυο άγνωστες λέξεις και θα δυσκολεύεστε να βγάλετε νόημα, εκτός αν ξέρετε τη φράση, που είναι αρκετά διάσημη. Γκουγκλίζεται άλλωστε και ούτε έχω σκοπό να βάλω κουίζ, κάθε άλλο.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Πριν από δυο περίπου εβδομάδες, που είχαμε τη γιορτή του αγίου Γεωργίου, είχα γράψει ότι υπάρχει μια φράση «με το όνομα Γεωργία ή παραλλαγή του, αλλά δεν την αναφέρω τώρα διότι θέλω να τη βάλω σε ξεχωριστό άρθρο». Ε, σήμερα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου γι’ αυτό το άρθρο. Πρέπει όμως να πω πως τα περισσότερα που θα διαβάσετε τα έχω αντλήσει από μια συζήτηση που έγινε στην ομάδα «Τα υπογλώσσια» του Φέισμπουκ.

Τα «Ενθυμήματα στρατιωτικά» του Νικ. Κασομούλη είναι από τα πιο σημαντικά έργα που γράφτηκαν από αγωνιστές του 1821. Ο Κασομούλης (1795-1872) ήταν Μακεδόνας και στην αρχή του ξεσηκωμού έδρασε στη Μακεδονία, αλλά μετά την ήττα της επανάστασης εκεί κατέβηκε νοτιότερα, πολέμησε μαζί με τον Καραϊσκάκη και ήταν στο πολιορκημένο Μεσολόγγι -μάλιστα αυτός συνέταξε την απόφαση για την Έξοδο και είχε τον γενικό συντονισμό της. Στο νεοελληνικό κράτος ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία και το 1832 έγραψε τα Ενθυμήματα.

Σε αντίθεση με τον Μακρυγιάννη, που ήταν σχεδόν αγράμματος (έχουμε γράψει για το θέμα) ο Κασομούλης, που ήταν νοικοκυρόπουλο, είχε πάει σχολείο και ήξερε γράμματα -μάλιστα, κατά καιρούς εκτελούσε εκτάκτως χρέη γραμματικού ή τον περνούσαν για γραμματικό, εξαιτίας και της νεαρής του ηλικίας. Δυστυχώς, αντί να γράψει στη γλώσσα που μιλούσε, στο βιβλίο του προσπαθεί να μιμηθεί την καθαρεύουσα που είχε ήδη υιοθετηθεί στο νεοπαγές κράτος, με αποτέλεσμα να σολοικίζει διαρκώς. Πέρα από τα πολλά ορθογραφικά λάθη, μπερδεύει τις σημασίες λέξεων (πχ χρησιμοποιεί το «παραχωρώ» σαν να σημαίνει «υποχωρώ» και αντίστροφα), κάνει παρανοήσεις, τις μετοχές τις χρησιμοποιεί αφειδώς αλλά δεν προσέχει πάντοτε τη συμφωνία γένους και αριθμού, υπερδιορθώνει και παρετυμολογεί (πχ φρούδα αντί φρούτα). Ο Βλαχογιάννης, που εξέδωσε και του Κασομουλη τα Ενθυμήματα, πλάι στου Μακρυγιάννη και τόσων άλλων αγωνιστών, συνεχώς στις υποσημειώσεις του επισημαίνει τα γλωσσικά αστοχήματα του κειμένου.

Όμως ο Κασομούλης διασώζει διαλόγους και φράσεις των αγωνιστών, που τις μεταφέρει στο κείμενό του χωρίς πολύ σιδέρωμα. Επίσης, η απλή καθαρεύουσά του δεν είναι ομοιόμορφη, αφού συνεχώς η ζωντανή γλώσσα σηκώνει κεφάλι και διεκδικεί τα δικαιώματά της. Πχ πολύ συχνά παραλείπει την εσωτερική αύξηση στα σύνθετα ρήματα (π.χ. επίμενε, αντίτεινα) -αλλά δεν θα γράψω τώρα άρθρο για τη γλώσσα του Κασομούλη, αν και θα άξιζε (υποθέτω πως θα έχει γραφτεί).

Λοιπόν, στον πρώτο τόμο των Ενθυμημάτων (αν έχετε την τρίτομη έκδοση), ο Κασομούλης αφηγείται τη δίκη του Καραϊσκάκη, που έγινε τέλη Μαρτίου του 1824 στο Ανατολικό (Αιτωλικό σήμερα) με την κατηγορία της συνεννόησης με τους Τούρκους -συγκεκριμένα, ότι ειδοποίησε τον φίλο του Ομέρ Βρυώνη πως οι Έλληνες έχουν σκοπό να επιτεθούν στην Άρτα.

Δικαστές ήταν, με απόφαση του Μαυροκορδάτου, άλλοι οπλαρχηγοί, χρέη προέδρου είχε ο γηραιός Γαλάνης Μεγαπάνου ή Πάνος και ρόλο εισαγγελέα, ας πούμε, είχε ο Πορφύριος Άρτης.

Οπότε διαμείφθηκε ο εξής διάλογος, όπως τον καταγράφει ο Κασομούλης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Παλιότερα ελληνικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 201 Σχόλια »

Υπάρχουν λεφτόδεντρα;

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2020

Συνήθως, η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου είναι κατηγορηματικά αρνητική. Θα έλεγα μάλιστα πως η λέξη «λεφτόδεντρο» έχει ακριβώς το χαρακτηριστικό πως, όσοι τη χρησιμοποιούν υποστηρίζουν πως τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει.

Στην πρόσφατη συζήτηση στην κορονοβουλή (τη λέω έτσι αφού λειτουργεί υποτυπωδώς και με σύνθεση ανάγκης) ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι το λεφτόδεντρο μαράθηκε το 2015, στα τέλη Μαρτίου ο κ. Πέτσας υπερασπίστηκε το μέτρο της εκ περιτροπής εργασίας με αμοιβή 50% ακριβώς με το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα».

Φυσικά ο όρος εμφανίζεται συχνά και σε άρθρα εφημερίδων ή σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, διαδικτυακές ή διά ζώσης.

Να του αφιερώσουμε λοιπόν το σημερινό σημείωμα.

Tα «λεφτόδεντρα» είναι όρος της παραπολιτικής αργκό και δεν υπάρχει σε γενικά λεξικά. Τον βρίσκουμε όμως στο slang.gr, σε λήμμα του 2013, με τον εξής ορισμό:

Φανταζόμαστε ένα παραδείσιο δέντρο που έχει λεφτά αντί για καρπούς και οι άνθρωποι το μόνο που χρειάζεται να κάνουν είναι να σηκώσουν το χέρι τους και να τα πάρουν. Δεν χρειάζεται ούτε να δουλέψουν, ούτε να σπάζουν το κεφάλι τους πώς θα ζήσουν.

Στην Ελλάδα της κρίσης ο όρος λεφτόδεντρο χρησιμοποιείται συχνά στο πλαίσιο ενός κυρίαρχου ντίσκουρς που ασκεί κριτική για έλλειψη υπευθυνότητας. Λ.χ. για τις δεκαετίες της μεταπολίτευσης που (υποτίθεται ότι) τρώγαμε δανεικά που δεν έβγαιναν από παραγωγικές διαδικασίες και όλοι ζούσαμε σε μια εδεμική αφέλεια. Ή μπορεί αντιστρόφως να καυτηριάζονται και οι πολιτικοί του σήμερα που νομίζουν ότι έχουν βρει λεφτόδεντρο φορολογώντας τους ίδιους πάντα μισθωτούς, συνταξιούχους, επιχειρήσεις, χωρίς να προωθείται αποτελεσματικά η ανάπτυξη. Επίσης, για λεφτόδεντρο μιλάμε σε περιπτώσεις τύπωσης πληθωριστικού χρήματος. Ή όταν περιμένουμε να βγάλουμε χρήμα από μία μοναδική πηγή την οποία υπερεκμεταλλευόμαστε, όπως λ.χ. ο τουρισμός, αδιαφορώντας να βρούμε άλλες. Γενικά, σε αυτές και άλλες περιπτώσεις ο σκοπός είναι να θιγεί η έλλειψη υπευθυνότητας και η παιδικότητα με την οποία κάποιος νομίζει ότι θα έχει λεφτά χωρίς να δουλεύει, παράγει κ.ο.κ. (Τα παραπάνω δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο συμπολίτες μας να ονειρεύονται ειλικρινώς και χωρίς διάθεση (αυτο)ειρωνείας την ύπαρξη λεφτόδεντρων).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αγγλικά, Επικαιρότητα, Νεολογισμοί, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 324 Σχόλια »