Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φρασεολογικά’ Category

Τι ήταν το «άγαλμα» στο τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου;

Posted by sarant στο 11 Οκτώβριος, 2018

Διάβασα κάπου ότι ο δίσκος «Ο δρόμος» του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, με βασικό ερμηνευτή τον Γιάννη Πουλόπουλο, που κυκλοφόρησε το 1969, έχει κάνει τις περισσότερες πωλήσεις από όλους τους ελληνικούς δίσκους μακράς διαρκείας, ξεπερνώντας το 1 εκατομμύριο ήδη από την εποχή του βινυλίου.

Τον δίσκο τον ξανάκουσα τώρα, πριν γράψω το άρθρο, και, πέρα από την απόλαυση και τη νοσταλγία, πρόσεξα λίγο περισσότερο τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που αγγίζουν κατά τη γνώμη μου τη στιχουργική τελειότητα. Μπορείτε να θυμηθείτε κι εσείς τη θαυμάσια αυτή δουλειά εδώ, αλλά στο σημερινό άρθρο δεν θ’ ασχοληθούμε με ολόκληρο τον δίσκο, αλλά μ’ ένα μονάχα τραγούδι του, το πασίγνωστο Άγαλμα. Ας το ακούσουμε:

Το μόνο κακό μ’ αυτά τα τραγούδια, αναπόφευκτο για εμάς τους κάπως μεγαλύτερους, είναι ότι τα έχουμε ακούσει χιλιάδες φορές κι έχουν, όσο και να το κάνεις, κάπως τριφτεί.

Όμως εδώ δεν θα μουσικολογήσουμε, αλλά ούτε και θα λεξιλογήσουμε -έτσι γι’ αλλαγή. Θα μυθολογήσουμε ή πιο σωστά θ’ ασχοληθούμε με κάτι που λέγεται για το τραγούδι αυτό, που το βρίσκω αβάσιμο -και με έναυσμα τη συγκεκριμένη περίπτωση, θα πούμε και μερικά γενικότερα πράγματα.

Λοιπόν, πριν από μερικές μέρες, ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης ανέβασε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ το γιουτουμπάκι με το Άγαλμα, συνοδεύοντάς το από το εξής σχόλιο:

Θα μαλλιάσει η γλώσσα μου να το επαναλαμβάνω.

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος δεν είναι παράφρων να βάζει τον ερωτοκαμμένο ήρωά του να πιάνει την κουβέντα με προτομές ή με αδριάντες ηρώων ή ευεργετών.

«Αγάλματα» έλεγαν στον καιρό του τις κοπέλες που έκαναν πεζοδρόμιο, που έστεκαν στο ίδιο πόστο με καύσωνα ή με αγιάζι. Από μια τέτοια παρηγορείται ο ήρωας του τραγουδιού. Ακούστε το έτσι και θα σάς φανεί ασυγκρίτως συγκινητικότερο.

Πριν προχωρήσω, και επειδή μας διαβάζουν και παιδιά, να παρατηρήσω ότι κανονικά ο «ερωτοκαμένος», όπως και ο σκέτος καμένος γράφονται με ένα μι. Ο υπουργός Πάνος μπορεί να γράφει όπως θέλει το επώνυμό του, όπως και ο πρώην πρωθυπουργός κ. Πικραμμένος, αλλά οι μετοχές αυτές γράφονται κανονικά με ένα μι, καμένος, πικραμένος. Αλλά πλατειάζω.

Λοιπόν, ο Χρ. Χωμενίδης προβάλλει τον εντυπωσιακό ισχυρισμό ότι λάθος ακούγαμε τόσα χρόνια το κοσμαγάπητο αυτό τραγούδι, ότι θα ήταν παράφρων ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αν έβαζε το άγαλμα να σκουπίζει τα μάτια του άτυχου ερωτευμένου, ότι στην καθομιλουμένη της εποχής έλεγαν «αγάλματα» τις κοπέλες που έκαναν πεζοδρόμιο και ότι μια τέτοια κοπέλα παρηγόρησε τον νεαρό. Η ανάρτηση είχε αρκετή απήχηση, αφού αναδημοσιεύτηκε 29 φορές.

Οι εντυπωσιακοί ισχυρισμοί χρειάζονται και εντυπωσιακά καλή τεκμηρίωση, και ο Χωμενίδης δεν παρουσιάζει κανένα τεκμήριο που να στηρίζει τα όσα λέει. Ομολογώ ότι, αν και μεγαλύτερος σε ηλικία, δεν έχω πουθενά συναντήσει να αποκαλούν «αγάλματα» τις κοπέλες που κάνουν πεζοδρόμιο. Τροτέζες, ναι. Καλντεριμιτζούδες, ναι. Αγάλματα, όχι.

Θα μου πείτε, μπορεί να το λέγανε και να μην το ξέρω. Ωστόσο, ανέτρεξα και σε λεξικά, γενικά και ειδικά, χωρίς αποτέλεσμα. Στο πληρέστατο λεξικό Γεωργακά, που συντάχθηκε ακριβώς στη δεκαετία του 1960, δεν υπάρχει καμία αναφορά τέτοιας σημασίας. Θα μου πείτε, ήταν όρος της αργκό. Μα, ούτε στο λεξικό της Λαϊκής, του Δαγκίτση, ούτε στο λεξικό της πιάτσας, του Καπετανάκη βρίσκω τίποτα. Ούτε στο slang.gr, αλλά ούτε και στο, εξαντλητικά πλήρες, Λεξικό της Λαϊκής και της Περιθωριακής Γλώσσας, του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει ονλάιν.

Αλλά ποιος ο λόγος να προσφεύγουμε σε λεξικά για ένα κείμενο που ο δημιουργός του ζει και βασιλεύει. Κάποτε που είχα αμφιβολία αν καταλαβαίνω σωστά έναν στίχο του Φώντα Λάδη, του έστειλα μέιλ και τον ρώτησα (και είχα καταλάβει λάθος). Επειδή όμως δεν έχω την τύχη να γνωρίζω τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, καταφεύγω σε μια συνέντευξή του στο Ποντίκι, όπου, για καλή μας τύχη, μιλάει για το τραγούδι αυτό.

Αυτά που γράφετε στους στίχους σας είναι πράγματα που έχετε ζήσει ή που θα θέλατε να έχετε ζήσει;
Κατά κανόνα, πράγματα που έχω ζήσει, αλλά, όταν γράφεις, δημιουργείς στην ψυχή σου συνθήκες που σου επιτρέπουν να γράψεις. Τα περισσότερα μπορεί να είναι επινοημένα. Αλλά ξέρεις, για παράδειγμα, πώς είναι να είσαι προδομένος, να πονάς. Το «Άγαλμα» μιλάει για απεριόριστη μοναξιά. Αυτός δεν έχει να πάει πουθενά, πού να μιλήσει, είναι όλες οι πόρτες σφαλιστές. Το άγαλμα τον ακούει, και φεύγει από το βάθρο του για να τον συντροφέψει στον δρόμο.

Κατόπιν τούτου, θαρρώ πως είμαστε αναγκασμένοι να συμπεράνουμε πως  η εκδοχή που πλασάρει ο Χ. Χωμενίδης δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Γράφω «που πλασάρει», διότι βλέπω στον ιστότοπο των στίχων να αναφέρεται η ίδια θεωρία από το 2006: Ίσως να χαλάω την εικόνα που μπορεί να έχει κάποιος όσον αφορά το υπέροχο αυτό άσμα, αλλά πρέπει να ξέρετε ότι τις δεκαετίες 60-70, αγάλματα αποκαλούσαν τις γυναίκες του πεζοδρομίου. Ίσως αυτό εννοούσε ο Παπαδόπουλος.

Θα μου πείτε, δεν ενισχύει αυτό τη θεωρία Χωμενίδη; Δεν θα το έλεγα. Το ότι υπάρχουν και άλλοι που διαδίδουν την ίδια θεωρία, σημαίνει απλώς ότι είναι κάτι που έχει ειπωθεί από παλιότερα και ότι δεν το σκέφτηκε τώρα ο Χ. Χωμενίδης. Για να φέρω ένα άλλο παράδειγμα, μόλις χτες είδαμε ότι, σύμφωνα με δεκάδες ιστότοπους, η παρετυμολογία της Αιγύπτου από τη φράση «υπτίως του Αιγαίου» οφείλεται στον αρχαίο γεωγράφο Στράβωνα. Κι όμως αυτό δεν ισχύει. Επειδή κάτι το επαναλαμβάνουν πολλοί δεν σημαίνει ότι ισχύει.

Και εδώ που τα λέμε, στα δικά μου τουλάχιστον τα μάτια είναι εξαιρετικά υποβλητική η εικόνα του άψυχου, χάλκινου ή μαρμάρινου, ψυχρού αντικειμένου που συγκινείται από τον καημό του νεαρού και βουρκώνει -και μετά κατεβαίνει από το βάθρο του για να τον παρηγορήσει. Με απογοητεύει ότι ένας συγγραφέας βρίσκει «παραφροσύνη» την ποιητικότατη αυτή εικόνα, που βέβαια αντλεί από ένα γνωστό μοτίβο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που το βρίσκουμε π.χ. στον Ντον Ζουάν του Μολιέρου (και στην όπερα Ντον Τζοβάνι του Μότσαρτ), και στο παλιότερο έργο του Τίρσο ντε Μολίνα και στον θρύλο του Δον Ζουάν, όπου το άγαλμα του Διοικητή κατεβαίνει από το βάθρο του, όχι από συγκίνηση πια αλλά για να τιμωρήσει τον αμαρτωλό κεντρικό ήρωα. Δεν θα έλεγε βέβαια κανείς… παράφρονα τον Μολιέρο ή τον Λορέντσο ντα Πόντε.

Για να γενικεύσουμε λίγο, και να μη μου πείτε ότι σπατάλησα ολόκληρο άρθρο για να διορθώσω τον καημένο τον Χωμενίδη, τέτοιες «ανασκευές» είναι συχνές τον καιρό του Διαδικτύου. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα με τη φράση «πράσινα άλογα» που τη λέμε για κάτι το παράλογο. Βγήκε κάποτε κάποιος εξυπνάκιας και είπε «Μα, τρελοί είσαστε; Υπάρχουν πράσινα άλογα; Δεν ξέρετε την αρχαία φράση «πράσσειν άλογα», που θα πει ‘φέρομαι παράλογα’;» Βέβαια, όπως έχουμε πει αναλυτικά στο ειδικό άρθρο που έχουμε αφιερώσει στην έκφραση αυτή, τέτοια «αρχαία φράση» δεν παραδίδεται πουθενά στη γραμματεία, ενώ για μια σειρά λόγους είναι μάλλον εύλογο να θεωρείται το πράσινο (ανύπαρκτο) άλογο ως σύμβολο μιας παράλογης κατάστασης -άλλωστε ανάλογες εκφράσεις, με πράσινα άλογα, υπάρχουν και σε άλλες γλώσσες.

Ο άνθρωπος είναι πλάσμα φιλέρευνο, αναζητά εξηγήσεις των φυσικών φαινομένων, θέλει να βρίσκει την αιτία των πραγμάτων και την προέλευσή τους -μαζί και των λέξεων ή των εκφράσεων. Το να δίνεις μιαν εξήγηση διαφορετική από αυτήν που φαίνεται πεζή και εύλογη, είναι ένας τρόπος να ξεχωρίσεις, να τέρψεις το κοινό σου, να τραβήξεις την προσοχή. Το ίδιο ισχύει και όταν προσφέρεις μιαν εξήγηση για μια έκφραση για την προέλευση της οποίας καμιά πειστική θεωρία δεν έχει διατυπωθεί.

Αυτό άλλωστε έκανε κατά κόρον ο μακαρίτης ο Τάκης Νατσούλης, που τις ευφάνταστες εξηγήσεις του τις έχουμε κατ’ επανάληψη ανασκευάσει σε διάφορα άρθρα -έχουμε, μάλιστα, πλάσει και τον όρο «νατσουλισμός» για όποιον πλάθει ανάλογες εξηγήσεις.

Θα κλείσω εξετάζοντας μια τέτοια θεωρία, που υποψιάζομαι, χωρίς να μπορώ να το αποδείξω, ότι είναι νατσουλισμός πρώτης γραμμής.

Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στη Μηχανή του Χρόνου, αλλά μάλλον είναι αναδημοσίευση από το Πειραιόραμα του Στέφανου Μίλεση, υποστηρίζεται ότι η πασίγνωστη έκφραση «έγινε της Πόπης» γεννήθηκε από το πολύνεκρο ναυάγιο του ατμοπλοίου Πόπη, το 1934, πολύ κοντά στον Πειραιά. Όπως γράφει ο κ. Μίλεσης:

Ο πανικός που επικράτησε κατά την εγκατάλειψη του πλοίου, καθώς η πρόσκρουση έγινε νύχτα, βοήθεια από το πλήρωμα δεν υπήρξε, τηλέγραφο το πλοίο δεν διέθετε, έμεινε βαθιά χαραγμένη για πάντα στη μνήμη του ναυτικού κόσμου και των νησιωτών ώστε η έκφραση «έγινε της «Πόπης»», έγινε ταυτόσημη με τον πανικό και την αταξία της νύχτας του ναυαγίου….

Στο άρθρο παρατίθενται εκτενή αποσπάσματα από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων της εποχής (ένα από τα καλά -αλλά και τα κακά του Διαδικτύου), όμως δεν τεκμηριώνεται πουθενά ότι το ναυάγιο της Πόπης γέννησε την έκφραση. Δικαιούμαστε να πούμε ότι ο συγγραφέας κάνει απλώς αυτή την εικασία, αλλά δεν μας λέει ότι είναι απλώς η εικασία του.

Αυτό το φαινόμενο, της «παράπλευρης τεκμηρίωσης» (ή να την πούμε «παρατεκμηρίωση»;) το βλέπουμε συχνά σε γραπτά ελληνοκεντρικών παραγλωσσολόγων. Για παράδειγμα, εκείνος ο ανεκδιήγητος καθηγητής Θεοφανίδης, ετυμολογούσε το αγγλικό hello από το ομηρικό «ούλε» και για να το τεκμηριώσει παρέθετε φωτογραφίες της σελίδας του Λίντελ Σκοτ με το λήμμα «ούλε», κι όταν του έλεγες ότι λέει ανοησίες σου απαντούσε «ώστε αποκαλείς ανόητο το Λίντελ Σκοτ;». Αλλά κανείς δεν αμφισβήτησε ότι υπήρχε λέξη «ούλε». Τη σχέση μεταξύ ούλε και hello αμφισβητούμε, και αυτήν δεν την τεκμηριώνει το Λίντελ Σκοτ.

Αλλά ας γυρίσουμε στην Πόπη. Όπως είπα και στην αρχή, δεν έχω τη δυνατότητα να αποδείξω ότι είναι σφαλερή η άποψη για προέλευση της έκφρασης «έγινε της Πόπης» από το ναυάγιο της Πόπης. Το ένστικτό μου, με βάση τα τόσα χρόνια που μελετάω τη φρασεολογία μας, με κάνει να θεωρώ σχεδόν απίθανη την εξήγηση, αλλά για να το αποδείξω πέρα από κάθε αμφιβολία θα έπρεπε να βρω χρήση της έκφρασης πριν από το 1934, και δεν έχω βρει τίποτα τέτοιο.

Νομίζω ότι το ναυάγιο αυτό, ένα μόνο από τα πολλά πολύνεκρα που έγιναν στον εικοστόν αιώνα, δεν είναι τόσο βαρυσήμαντο γεγονός ώστε να γέννησε την έκφραση. Υπάρχουν εκφράσεις που έχουν γεννηθεί από ιστορικά γεγονότα, αλλά δεν είναι τόσο πολλές και κυρίως τα γεγονότα είναι πολύ πιο βαρυσήμαντα, πχ «έγινε της Κορέας» από τον πόλεμο της Κορέας, «έγινε Λούης» από τη νίκη του Σπύρου Λούη στους αγώνες του 1896 ή «η σφαγή των Αρμεναίων» από τη γενοκτονία των Αρμενίων. Όλα αυτά τα γεγονότα είναι και σήμερα ζωντανά στη μνήμη μας, σε αντίθεση με το ξεχασμένο ναυάγιο της Πόπης.

Εικάζω ότι αυτό που έγινε, απλώς, είναι ότι ο κ. Μίλεσης, διαβάζοντας για το ναυάγιο της Πόπης, σκέφτηκε, νατσουλικώς, ότι θα μπορούσε να έχει γεννηθεί από εκεί η έκφραση και την υπόθεσή του την παρουσίασε ως βεβαιότητα. (Ο φίλος μας το Σπαθόλουρο, που δυστυχώς δεν γράφει πια εδώ, είχε χαρακτηρίσει «ατάσθαλο» το ιστολόγιο του κ. Μίλεση).

Θα μου πείτε, αφού δυσπιστείς για την παραγωγή του «έγινε της Πόπης» από το ναυάγιο του ατμοπλοίου «Πόπη» έχεις να προτείνεις κάποια πιο πειστική εξήγηση;

Καταρχάς, μπορεί κανείς να έχει επιφυλάξεις για μια θεωρία χωρίς να έχει να προτείνει μια πιο πειστική. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση τυχαίνει να μπορώ να προτείνω μιαν άλλη εξήγηση, που τη βρίσκω πολύ πιο πειστική από το ναυάγιο του 1934.

Η έκφραση «έγινε της Πόπης» είναι συνώνυμη της «έγινε της πουτάνας». Δεν θέλει και πολύ φιλοσοφία για να σκεφτούμε ότι, όπως όταν θέλουμε να κατεβάσουμε κανένα καντήλι με την Παναγία, για να μη μας πούνε βλάσφημους το γυρίζουμε στην Παναχαϊκή Πατρών ή στην… πανακόλα, έτσι και, αντί να πουν κάποιοι το «έγινε της πουτάνας» που θα ενοχλούσε αρκετούς, το έστριψαν αντικαθιστώντας την «πουτάνα» από την «Πόπη», που κάνει και παρήχηση και που είναι ένα όνομα λαϊκό, άρα ευτελές. Τη συσχέτιση των δύο εκφράσεων την κάνει και ο Κάτος, που θεωρεί το «έγινε της Πόπης» παραλλαγή του συνηθέστερου «έγινε της πουτάνας».

Νομίζω ότι αυτή είναι πιθανότερη εξηγηση -αλλά έχει το…. μειονέκτημα ότι δεν σχετίζεται με κάποιο ιστορικό γεγονός που θα μου έδινε τη δυνατότητα να μπαζώσω δυο σελίδες περιγράφοντάς το: εξαντλείται σε μισή παράγραφο και δεν είναι καθόλου συναρπαστική.

‘Ομως πρέπει να μάθουμε να δυσπιστούμε στα συναρπαστικά παραμύθια.

Advertisements

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Λεξικογραφικά, Μύθοι, Μεταμπλόγκειν, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 352 Σχόλια »

Από τον μπαμπακόσπορο στα γκαφρά: οι 50 αποχρώσεις των χρημάτων

Posted by sarant στο 5 Οκτώβριος, 2018

Το σημερινό άρθρο ξεπήδησε από μια συζήτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποία έγινε λόγος για τους πάμπολλούς τρόπους που έχουμε στη γλώσσα μας για να αναφερθούμε στα χρήματα.

Σκέφτηκα λοιπόν να μαζέψω εδώ όσα ακούστηκαν σε εκείνη τη συζήτηση, σχολιασμένα, να εμπλουτίσω και τον κατάλογο (άντλησα πολύ υλικό από το slang.gr), και βέβαια να σας καλέσω να προσθέσετε κι εσείς τον… οβολό σας. Κάτι ανάλογο, θυμίζω, είχαμε κάνει σχετικά πρόσφατα με τις εκφράσεις για το μεθύσι, οπότε είχαμε δει τις 50 αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια, στο ιστολόγιο έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί στα συνώνυμα των χρημάτων. Ξεσηκώνω μια παράγραφο από παλιό μου άρθρο:

Διότι βέβαια, όταν ο Δημοσθένης φώναζε στην εκκλησία του δήμου: «δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων» δεν εννοούσε τα πράγματα, ούτε τα χρειώδη, αλλά ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια, τα στάμενα· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, τα λιανά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο, το παραδάκι, το αρζάν· τα δίφραγκα, τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, τα πετσετάκια, τα ευρώπουλα, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών -και ελπίζω να μη με θεωρήσετε ασεβή που κόλλησα πλάι στους αρχαίους μας προγόνους τις αργκοτικές ονομασίες της τρέχουσας επικαιρότητας, που ασφαλώς μερικές θα αποδειχτούν εφήμερες και θα ξεχαστούν σε μερικές δεκαετίες, όπως έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα ο «μπαμπακόσπορος» τον οποίο απαιτούσαν οι ήρωες των Χαλασοχώρηδων του Παπαδιαμάντη για να πουλήσουν την ψήφο τους.

Εδώ θα αναφέρουμε περισσότερες ακόμα ονομασίες, με κάποιον σχολιασμό σε ορισμένες περιπτώσεις. Καλείστε να συμπληρώσετε τον κατάλογο. Για να πάρουμε μπρος, βάζω ένα τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη (δικοί του και οι στίχοι) πολύ σχετικό με το θέμα μας, Τα λεφτά:

Λοιπόν, σε αλφαβητική σειρά:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά, Χρήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 224 Σχόλια »

Καρότο χωρίς μαστίγιο

Posted by sarant στο 4 Οκτώβριος, 2018

Έναυσμα για το σημερινό άρθρο, που βέβαια εντάσσεται στη σειρά των άρθρων που δημοσιεύουμε κατά καιρούς με θέμα τα φρούτα και τα λαχανικά, πήρα από ένα προχτεσινό άρθρο του Σπύρου Σεραφείμ στο Πρόταγκον, με ετυμολογικά και άλλα λεξιλογικά σχετικά με φαγώσιμα, που μεταξύ άλλων ανέφερε και μερικά πράγματα για το καρότο -κι έτσι θυμήθηκα ότι δεν έχουμε στο ιστολόγιο άρθρο ειδικά αφιερωμένο στο λαχανικό αυτό.

Η ελληνική Βικιπαίδεια γράφει ότι το καρότο «ήταν γνωστό φαρμακευτικό φυτό στην Αρχαία Ελλάδα με το όνομα Σταφλίνος» και αυτή η πληροφορία έχει αναπαραχθεί σε όλο το ελληνόφωνο Διαδίκτυο (και στο άρθρο του Σ. Σεραφείμ) ενώ είναι ολοφάνερο (στα δικά μου μάτια, έστω) πως τέτοια λέξη δεν μπορεί να υπάρξει στα αρχαία, και πως έχει γίνει κάποιο λάθος. Σταφυλίνος είναι το σωστό, αλλά το καρότο στα αρχαία ελληνικά λεγόταν κυρίως δαύκος. Δαύκος ήταν κι ένας παλιός τερματοφύλακας της Δόξας Δράμας και του Παναθηναϊκού, αλλά δεν νομίζω να οφείλει στα καρότα το όνομά του.

Οι αρχαίοι λοιπόν το ήξεραν το καρότο αλλά, λέει ο Brian Dalby που έχει μελετήσει το διαιτολόγιο των αρχαίων, μάλλον δεν έτρωγαν τη ρίζα του, όπως εμείς, αλλά τα φύλλα του και τους σπόρους του. Ο Διοσκουρίδης το αναφέρει ως σταφυλίνο και διακρίνει δύο είδη,  τον άγριο και τον κηπευτό (καλλιεργούμενο). Επίσης, μας δίνει και μια από τις σπάνιες πολυγλωσσικές αναφορές των αρχαίων: Ῥωμαῖοι καρώταμ, οἱ δὲ παστινάκα ῥούστικα, Αἰγύπτιοι βαβιβυρού, Ἄφροι σιχχάμ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά, Φυτά | Με ετικέτα: , , , , , | 216 Σχόλια »

Ισαποστάκιας, μια απλολογία εν τω γεννάσθαι

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2018

Ισαποστασάκιας ή ισαποστάκιας είναι χαρακτηρισμός για κάποιον που δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση σε ένα ζήτημα, που κρατάει αποστάσεις και από τις δύο αντιτιθέμενες απόψεις, ιδίως σε περιόδους έντονης πόλωσης. Είναι λέξη σχετικά πρόσφατη, σίγουρα τούτου του αιώνα, ίσως και της τρέχουσας δεκαετίας.

Η λέξη είχε προταθεί στην ψηφοφορία που κάναμε πέρυσι τον Δεκέμβρη για τη Λέξη του 2017, αλλά η εφορευτική επιτροπή (ο Στάζιμπος κι εγώ) δεν την επέλεξε στον τελικό κατάλογο που τέθηκε σε ψηφοφορία. Μάλλον λάθος κάναμε, λέω τώρα που το ξανασκέφτομαι. Ασφαλώς θα πρέπει να μπει στη φετινή ψηφοφορία, εμείς να’μαστε καλά να τη διοργανώσουμε.

Ο χαρακτηρισμός, και μόνο από την κατάληξη -άκιας, είναι μειωτικός. Ίσως θα άξιζε χωριστό άρθρο για να συγκεντρώσουμε τις λέξεις που έχουν αυτή την κατάληξη, που βέβαια πολλές αποτελούν εφήμερους σχηματισμούς, αλλά πάντως δύσκολα θα έβρισκε κανείς ανάμεσά τους κάποια που να μην έχει έστω και ελαφριάν απόχρωση υποτιμητική ή ειρωνική ή μειωτική -από τον γκομενάκια, τον γυαλάκια και τον τυχεράκια ίσαμε τον καλοπερασάκια, τον τηλεορασάκια και τον βολεψάκια, για να μην πάμε στον τσαντάκια και τον κοκάκια. Το Αντίστροφο λεξικό έχει κάτι λιγότερο από 40 λέξεις σε -άκιας, και πάω στοίχημα πως όταν και αν γράψουμε αυτό το χωριστό άρθρο θα βρούμε κι άλλες, αλλά σε τούτο το άρθρο ας μην απομακρυνθούμε από τον ισαποστάκια.

Κατά το slang.gr, ο χαρακτηρισμος «ισαποστάκιας» ή «ισαποστασάκιας» λέγεται για κάποιον «που όταν συμβαίνει κάτι κατάφωρα άδικο ή εξωφρενικό δεν εξοργίζεται με τον θύτη αλλά προσπαθεί να τηρήσει ίσες αποστάσεις μεταξύ του θύτη και του θύματος, ώστε να τα έχει καλά με όλους, ή να μη χρειαστεί να βγει από το μικροαστούλικό του βόλεμα». Όμως νομίζω πως είναι πολύ μερικός αυτός ο ορισμός.

Υπάρχει όμως και ο παράλληλος τύπος, ισαποστασίτης. Το slang.gr καταχωρεί και αυτόν τον τύπο και δίνει τον εξής ορισμό, που βρίσκω ότι είναι ακριβέστερος, πάντοτε γλαφυρά διατυπωμένος στο σλανγκρικό στιλ: Αυτός που σε συνθήκες πόλωσης δεν τάσσεται με τη μία από τις δύο πλευρές, αλλά επιμένει να έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να μείνει ουδέτερος ή με διάφορες αλχημείες και ναιμεναλλιές να προσπαθεί να μην πάρει σαφή θέση αλλά να παίζει τον κουλ τύπο, που είναι και καλά υπεράνω, είναι νηφάλιος, αντικειμενικός κ.τ.λ. Όπως είναι αναμενόμενο, και όπως του αξίζει άλλωστε, κατά κανόνα τα ακούει τελικά και από τις δύο πλευρές, ιδίως στη θερμόαιμη Ελλάδα μας. Κυκλοφορεί και ως ισαποστασάκιας, αλλά τις τελευταίες μέρες (Ιούνιος 2015) με την πόλωση μεταξύ μενουμευρώπηδων και συριζανέλ το βλέπω να κάνει μια καριέρα και ως ισαποστασίτης. Ορισμένες φορές οι ισαποστασίτες κατηγορούνται ότι δεν είναι απλά γενικά ισαποστασίτες, αλλά ότι είναι ισαποστασίτες για τακτικούς λόγους μόνο για ένα θέμα που δεν τους συμφέρει, ενώ λίγο μετά ξεσπαθώνουν και μιλάνε με πάθος για άλλο θέμα που τους συμφέρει.

Ωστόσο, ο ισαποστασίτης, παρόλο (ή επειδή;) έχει ουδέτερη κατάληξη, χρησιμοποιείται λιγότερο από τον ισαποστασάκια/ισαποστάκια.

Ο όρος, είπαμε, είναι μειωτικός, κρύβει μια μομφή. Όποιος τον χρησιμοποιεί, θεωρεί ότι ο ισαποστασάκιας κακώς τηρεί ίσες αποστάσεις, και αυτό το πιστεύει επειδή ο ίδιος θεωρεί πως η μία από τις αντιτιθέμενες πλευρές έχει συντριπτικά το δίκιο με το μέρος της, οπότε εξεγείρεται με τον ισαποστασάκια.

Λογιότερα, τον ισαποστασάκια μπορεί να τον λέγαμε Πόντιο Πιλάτο ή να τον επικρίναμε διότι ακολουθεί τακτική Πόντιου Πιλάτου δηλ. νίπτει τας χείρας του και αρνείται να αναμιχθεί περισσότερο. Για κάποιον που επαμφοτερίζει, λέμε πως είναι «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ» ή πως «πατάει σε δυο βάρκες». Τα θέματα αυτά τα έχουμε πιάσει σε παλιότερο άρθρο, όπου αναφερθήκαμε και σε άλλες εκφράσεις αυτού του φάσματος. Μου αρέσει μια όχι πολύ γνωστή έκφραση, «και στον κλέφτη ψωμί, και στον χωροφύλακα χαμπέρι», που μπορεί να χρησιμοποιηθεί επικριτικά  αλλά είναι βγαλμένη από τη ζωή, αφού αυτή ακριβώς η στάση ήταν ο κανόνας επιβίωσης των χωρικών την εποχή της «ληστοκρατίας».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορίες λέξεων, Μεταμπλόγκειν, Νεολογισμοί, Πολιτική, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 217 Σχόλια »

Το αιγινήτικο, όπως είπαμε, είναι νοστιμότερο!

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2018

Το σημερινό άρθρο είναι μεν επίκαιρο, αφού τώρα βγαίνουν τα φιστίκια, αλλά είναι και επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από έξι χρόνια.

Το άρθρο είναι επίκαιρο και για έναν παραπάνω λόγο. Από αύριο ως και την Κυριακή, 13-16 Σεπτεμβρίου, γίνεται στην Αίγινα η 10η Γιορτή φιστικιού.

Τις προάλλες ρίξαμε τα φιστίκια, φιστίκια σαν κι αυτά της φωτογραφίας. Ρίξαμε, θα πει «μαζέψαμε», αλλά αυτό το ρήμα χρησιμοποιούν οι περισσότεροι για τη συγκομιδή των φιστικιών, η οποία γίνεται με ραβδισμό.

Το «ρίξαμε» που χρησιμοποιώ είναι καταχρηστικό -τα έριξαν οι εργάτες, η δική μου συμμετοχή ήταν να τους δίνω νερά και μπίρες από το ψυγείο. Παλιότερα, που τα φιστίκια τα είχαμε μόνοι μας, πάλι εργάτες έρχονταν αλλά δουλεύαμε κι εμείς κανονικά, όμως εδώ και κάμποσα χρόνια τα φιστίκια τα έχουμε «κολιγικά», που σημαίνει ότι κάποιος (που λέγεται κολίγας, επιβίωση της παλιάς λέξης με τροποποιημένη σημασία) τα φροντίζει όλο το χρόνο (κλάδεμα, πότισμα, λίπασμα κτλ.) βάσει συμφωνίας που προσδιορίζει ποιες δαπάνες ανήκουν στον ιδιοκτήτη και ποιες στον κολίγα, και παίρνει ένα ποσοστό της συγκομιδής. Το ποσοστό αυτό παλιά ήταν 50%, αλλά τώρα τελευταία έχει γίνει 60% «και δεν βρίσκεις» (εννούν κολίγα) όπως άκουσα να λένε.

Τα φιστίκια τα μαζεύουν, όπως είπα, με ραβδισμούς, περίπου όπως παραδοσιακά τις ελιές (αν και για τις ελιές έχουν βγει βραχύσωμες ποικιλίες που επιτρέπουν μάζεμα αυτοματοποιημένο, με μηχανήματα). Στρώνουν πανιά από κάτω απ’ τα δέντρα και 3-4 εργάτες μαζί ραβδίζουν τα κλαριά κοντά στους «κούνους», όπως λέγονται τα «τσαμπιά» με τους καρπούς -η λέξη «κούνος» προφανώς βγαίνει από το «κώνος». Το χτύπημα θέλει ρέγουλα και τέχνη, να ρίξεις κάτω τον ώριμο καρπό χωρίς να τραυματίσεις το δέντρο (και χωρίς να πέσουν τα φιστίκια πολύ μακριά, έξω από τα στρωμένα πανιά. Μετά σέρνουν με προσοχή τα πανιά κάτω από άλλο δέντρο, και κάθε τόσο, όταν γεμίζουν, τα αδειάζουν σε τσουβάλια. Φυσικά, το ράβδισμα δεν ρίχνει μόνο ώριμο καρπό, ρίχνει και άγουρα ή τζούφια φιστίκια, ρίχνει και φύλλα. Μετά από κάθε δέντρο, οι εργάτες ίσως κάνουν μια πρώτη διαλογή, πετάνε έξω φύλλα και τέτοια, αλλά αδρομερώς, δεν χασομεράνε σ’ αυτό. Αν το συνεργείο έχει και πιτσιρίκια, μαζεύουν τη χαμάδα, δηλ. τα φιστίκια που έχουν πέσει στο χώμα, έξω από τα πανιά. (Αυτή τη δουλειά την έχω κάνει κι εγώ μικρός -ράβδισμα όχι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Γλωσσικά συμπόσια, Δημήτρης Σαραντάκος, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 209 Σχόλια »

Καλή απόλαυση και καλή επιτυχία

Posted by sarant στο 27 Αύγουστος, 2018

Τις προάλλες, ένας φίλος με παρακάλεσε να ρίξω μια ματιά σε έναν δημοφιλή «τοίχο» (δηλαδή, κάτι σαν προσωπική σελίδα) του Φέισμπουκ και να σχολιάσω τη συζήτηση που γινόταν εκεί σχετικά με τις εκφράσεις «καλή απόλαυση» και «καλή επιτυχία».

Απάντησα σύντομα στον φίλο μου, αλλά απερίσκεπτα πρόσθεσα στο τέλος «ίσως χρειάζεται χωριστό άρθρο». Οπότε, σήμερα έρχομαι να ξοφλήσω την έστω έμμεση υπόσχεση.

Η ανάρτηση που έδωσε την αφορμή στη συζήτηση, ήταν η εξής:

Όταν οι σερβιτόροι εύχονται «καλή απόλαυση» το κάνουν για να διαχωρίσουν αυτά που σερβίρουν από τις «κακές απολαύσεις» όπως τα ξίδια και τα ναρκωτικά ή απλώς θέλουν να εκνευρίσουν τους πελάτες τους που καταλαβαίνουν ελληνικά;

Ο κ. Μ.Β. θεωρεί πλεονασμό την ευχή «καλή απόλαυση» αφού η απόλαυση είναι εξ ορισμού κάτι καλό. Και, ίσως αναπόφευκτα, στη σχετική συζήτηση που ακολούθησε, τα σχόλια επεκτάθηκαν στην ευχή «καλή επιτυχία», την οποία κάποιοι επίσης θεωρούν πλεοναστική, με επιχειρήματα όπως:

Η απόλαυση είναι εκ φύσεως ευχάριστη,κατά συνέπεια και «καλή», είτε απολαμβάνεις φαγητό είτε οτιδήποτε άλλο. Το ίδιο ισχύει και για τη λέξη επιτυχία. Μπορείς λοιπόν να πεις ‘Καλό Σαββατοκύριακο, αφού μπορεί να βγει και κακό, δεν μπορείς όμως να λες ‘Καλή απόλαυση», ούτε «Καλή επιτυχία»!

Αυτά τα επιχειρήματα τα έχουμε ξανακούσει και μάλιστα στις φετινές πανελλήνιες εξετάσεις, στο φυλλάδιο οδηγιών που μοιράστηκε στους υποψήφιους υπήρχε η ευχή:

Tότε (δηλ. πριν από δυόμισι μήνες) είχα γράψει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Ευχές, Λαθολογία, Μεταμπλόγκειν, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 218 Σχόλια »

Στ’ αποκαΐδια

Posted by sarant στο 25 Ιουλίου, 2018

Κι ενώ ο αριθμός των θυμάτων από την πυρκαγιά στο Μάτι ανεβαίνει ολοένα, με τραγικότερην αποκορύφωση τους 26 αγκαλιασμένους στο οικόπεδο, σε απόσταση αναπνοής από τη θάλασσα -χώρια όσοι παραλοϊσμένοι ρίχτηκαν από το γκρεμό- το ιστολόγιο το δυσκολεύεται να γράψει για κάποιο άλλο θέμα, όμως δυσκολεύεται και να μη γράψει τίποτε.

Η φωτογραφία αριστερά είναι του Γιάννη Κέμμου από το Φέισμπουκ, παρμένη από το Πανόραμα της Κινέτας. «Σαν σκηνικό από ταινία του Αγγελόπουλου» σχολιάζει ο ίδιος. Κι η θάλασσα, που στάθηκε σωτήρια για εκατοντάδες κυνηγημένους από τις φλόγες, έστησε ωστόσο παγίδα σε μερικούς που, προσπαθώντας να φτάσουν στις σωτήριες βάρκες ή απλώς πανικοβλημένοι, ανοίχτηκαν πολύ και παρασύρθηκαν από τα δυνατά ρεύματα -θα ήταν ήδη και καταπονημένοι. Γιατί δεν έμεναν στα πατητά τους; Γιατί τα σωστικά σκάφη δεν μπορούσαν να πλησιάσουν στην ακτή -και επειδή απέξω απ’ το χορό, όλα είναι πολύ πιο εύκολα.

(Εδώ υπάρχει μια εξήγηση για την τραγωδία στο Μάτι).

Οπότε, με φόντο τ’ αποκαΐδια, θα λεξιλογήσουμε και σήμερα σκαλίζοντας τις στάχτες. Ή μάλλον τη στάχτη, αυτή η λέξη μόνο θα μας απασχολήσει σήμερα.

Η στάχτη δεν είναι αρχαία λέξη -οι αρχαίοι τη λέγανε τέφρα, λέξη άλλωστε που έχει επιβιώσει στη σημερινή γλώσσα και διατηρείται σε ειδικές χρήσεις, όπως ας πούμε στην ηφαιστειακή τέφρα ή στο χρώμα το τεφρό ή στην τεφροδόχο όπου φυλάσσεται η τέφρα όσων νεκρών αποτεφρώνονται σε κρεματόριο -ή στον φοίνικα που παροιμιωδώς ξαναγεννιέται από την τέφρα του.

Αυτή την τέφρα οι παλαιοι, και δεν εννοώ μόνο τους αρχαίους αλλά και τους ανθρώπους μέχρι και τον περασμένο αιώνα, ιδίως μακριά από τα αστικά κέντρα και τις ευκολίες τους, αυτή την στάχτη την ανακάτευαν με νερό και φτιάχνανε αλισίβα ή σταχτόνερο, που το χρησιμοποιούσαν για το πλύσιμο των ρούχων -φαντάζει παράξενο, αλλά η στάχτη, που μουτζουρώνει τα ρούχα, αν ανακατευτεί με νερό τα καθαρίζει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , | 239 Σχόλια »

Ο ευτυχής ανόητος

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2018

Μπορεί ένας ανόητος να είναι ευτυχισμένος; Όχι απλώς μπορεί, αλλά σύμφωνα με τον Γουσταύο Φλομπέρ η βλακεία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ζει κανείς ευτυχισμένα. Σύμφωνα με μια διάσημη ρήση του, “Οι τρεις προϋποθέσεις για να είσαι ευτυχισμένος είναι να είσαι βλάκας, εγωιστής και με καλή υγεία. Αν όμως λείπει η πρώτη, δεν γίνεται τίποτα.» (Στο πρωτότυπο: Etre bête, égoïste et avoir une bonne santé, voilà les trois conditions voulues pour être heureux. Mais si la première vous manque, tout est perdu).

Ωστόσο, σήμερα δεν θα φιλοσοφήσουμε αλλά θα λεξιλογήσουμε. Μόνο που δεν θα λεξιλογήσουμε στα ελληνικά αλλά στ’ αγγλικά. Μια φίλη μου έκανε δώρο τις προάλλες το γνωστό εκλαϊκευτικό βιβλίο του David Crystal, A little book of language, που το είχα δανειστεί και διαβάσει πριν από μερικά χρόνια αλλά δεν το είχα -τα δανεικά βιβλία τα επιστρέφω. Ξαναδιαβάζοντας λοιπόν τον Κρύσταλ, στο κεφάλαιο περί ετυμολογίας θυμήθηκα την ιστορία μιας αγγλικής λέξης, που μας δίνει το σημερινό μας θέμα. Συνήθως εξετάζουμε ελληνικών λέξεων την ιστορία, αλλ’ ας κάνουμε σήμερα μιαν εξαίρεση.

Πρόκειται για τη λέξη silly, που όπως ξέρετε θα πει «ανόητος, κουτός, χαζός». Δεν είναι πολύ βαριά κουβέντα, αλλά δεν είναι καλό να σε πούνε silly. Για τους δημοσιογράφους, ο Αύγουστος είναι ή ήταν η χαζή εποχή, η silly season, όταν λείπουν οι ειδήσεις και για να γεμίσεις σελίδες βάζεις διάφορες ανόητες ιστορίες.

Ωστόσο, πριν από πολλούς αιώνες, στα αρχαία αγγλικά, ήταν καλό να σε λένε silly -αν και το γράφανε sely ή seely. Η λέξη τότε σήμαινε «ευτυχισμένος, τυχερός, ευοίωνος» και συνδεόταν με την παλαιογερμανική ρίζα από την οποία παράγεται και το σημερινό γερμανικό selig, ευτυχής, ευλογημένος. Σε κάποιο γλωσσάρι της εποχής, το sely αποδίδει το λατινικό felix. Με την πάροδο των χρόνων οι σημασίες εξελίσσονται: ευλογημένος, ευσεβής, καλός, και, τελικά, αθώος.

Ο αθώος είναι και άκακος και η λέξη seely/sely χρησιμοποιήθηκε ιδίως για κάποιον που υποφέρει χωρίς να έχει φταίξει. Sely innocent Daniell was caste into the lyons, Τον έριξαν στα λιοντάρια τον αθώο, τον άκακο Δανιήλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αποφθέγματα, Αγγλικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 134 Σχόλια »

Η ζωή του Μήτσου Μυράτ

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2018

Χτες που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο αναφέρθηκα και στην αυτοβιογραφία του Μήτσου Μυράτ και είπα ότι κάποια μέρα θα την παρουσιάσω κι εδώ. Αμ’ έπος αμ’ έργον, λοιπόν.

Το βιβλίο «Η ζωή μου» του Μήτσου Μυράτ κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις θαυμάσιες Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης στη σειρά «Παλαιά κείμενα νέες αναγνώσεις» όπου παρουσιάζονται σε καινούργιες και κατά κάποιο τρόπο οριστικές εκδόσεις κλασικά νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα όπως η Πρώτη αγάπη του Κονδυλάκη ή η Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου, με εκτενές επίμετρο και εκδοτικό σημείωμα.

Το βιβλίο του Μυράτ όμως διαφέρει από τα άλλα της σειράς διότι δεν είναι λογοτεχνικό αλλ’ αυτοβιογραφικό. Ίσως γι’ αυτό και ίσως επειδή ο όγκος του δεν είναι ευκαταφρόνητος, ενώ το είχα πάρει εδώ και καιρό, το άφηνα να σκονίζεται πάνω πάνω στη στοίβα με τ’ αδιάβαστα και να μ’ ατενίζει επιτιμητικά.

Πρόσφατα ξεπέρασα τους δισταγμούς και το διάβασα, και δεν το μετάνιωσα αν και δεν το συστήνω ανεπιφύλακτα αν δεν έχετε ειδικό ενδιαφέρον για την εποχή ή για το θέατρο.

Ο Μήτσος Μυράτ (1878-1964) ήταν από τις μεγάλες μορφές του ελληνικού θεάτρου στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όσοι είναι της γενιάς μου ή παλαιότεροι θα ξέρουν τον γιο του, τον Δημήτρη Μυράτ, που μεσουράνησε στο θέατρο στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα ή την κόρη του, τη Μιράντα.

Ο Μυράτ γεννήθηκε στη Σμύρνη, από οικογένεια μάλλον λεβαντίνικη, αλλά με ελληνική συνείδηση. Το επώνυμό του ήταν Μουράτ αλλά το εξευρωπάισε σε Murat, Μυράτ, αν και στα γαλλικά συχνά το έγραφε και Myrat. Έμαθε καλά γαλλικά αλλά δεν σπούδασε κι αφού περιπλανήθηκε μερικούς μήνες στην Αίγυπτο ως επιστάτης σε δημόσια έργα, χάρη σε γνωριμίες συγγενών, και επειδή από παιδί είχε λατρεία με το θέατρο, έφυγε για το Παρίσι για να το μάθει από κοντά.

Γύρισε στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη θνησιγενή σχολή του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά ήταν τυχερός που τότε ακριβώς, στο γύρισμα του αιώνα, ο Χρηστομάνος αποφάσισε να ιδρύσει τη Νέα Σκηνή, φέρνοντας έτσι την επανάσταση στο ελληνικό θέατρο.

Ουσιαστικά όλο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην περίοδο της Νέας Σκηνής, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Παρόλο που το βιβλίο αρχικά δημοσιεύτηκε το 1928, η αυτοβιογραφική εξιστόρηση σταματάει στα 1906 -αργότερα ο Μυράτ έγραψε κι άλλο βιβλίο για τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Θεατρικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 50 Σχόλια »

Το ώριμο φρούτο ξανά

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2018

Μπήκε για τα καλά το καλοκαίρι, κι ας μας εκνεύρισε ο Ιούμβριος, κι ακόμα δεν έχουμε κεράσει ένα φρουτάκι. Ο λόγος είναι ότι τα άρθρα για τα οπωρικά, που πρώτα παρουσιάστηκαν στο ιστολόγιο και στη συνέχεια αποτέλεσαν το βιβλίο Οπωροφόρες λέξεις το 2013, έχουν όλα σχεδόν αναδημοσιευτεί στο ιστολόγιο σχετικά πρόσφατα, πριν από 2 ή 3 χρόνια δηλαδή και φροντίζω ν’ αποφεύγω τις τόσο κοντινές επαναλήψεις. Όλα σχεδόν όμως, όχι όλα. Έτσι σήμερα αναδημοσιεύω ένα άρθρο που πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από τέσσερα χρόνια, πάλι Ιούλιο μήνα, όπως αρμόζει σε φρούτο της εποχής. Πάντως, για να μην παραπονιούνται και οι ισχυρομνήμονες, έχω προσθέσει κάμποσο υλικό που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση, κυρίως ενσωματώνοντας δικά σας σχόλια αλλά όχι μόνο.

Ποιο είναι το ώριμο φρούτο; Μη σας παραπλανά ο τίτλος, όταν λέω για ώριμο φρούτο δεν υπαινίσσομαι την οποιαδήποτε κυβέρνηση και δεν έχω στο νου μου τη λεγόμενη «θεωρία του ώριμου φρούτου», σύμφωνα με την οποία αυτό που πρέπει να κάνει η οποιαδήποτε αντιπολίτευση είναι να κρατήσει χαμηλό προφίλ και να περιμένει την κυβέρνηση να καταρρεύσει μόνη της, από τις δικές της αδυναμίες, όπως μόνος του πέφτει από το κλαδί του δέντρου ο καρπός σαν έρθει η ώρα του. Το σημερινό άρθρο δεν ασχολείται με την πολιτική.

Φρούτα υπάρχουν άγουρα, ώριμα και υπερώριμα –φυσικά, ανάλογα με την εποχή στην οποία βρίσκονται– αλλά υπάρχει κι ένα φρούτο που είναι πάντοτε ώριμο! Με το δίκιο σας θα μου πείτε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο· αδύνατο στη φύση, όχι όμως στη γλώσσα. Εννοώ ότι υπάρχει ένα φρούτο που το ίδιο του το όνομα δηλώνει απλώς ότι είναι ώριμο. Είναι το πεπόνι.

Στα νέα ελληνικά το λέμε πεπόνι, στην ελληνιστική εποχή ήταν πεπόνιον, υποκοριστικό του αρχαίου πέπων· η αρχική σημασία της λέξης πέπων είναι ακριβώς «ώριμος καρπός». Προέρχεται από το ρήμα πέσσω που σημαίνει ψήνω, ωριμάζω, αλλά και χωνεύω – και η πέψη από εκεί προέρχεται. Αρχικά το πέπων έπαιζε ρόλο επιθέτου στα αρχαία, μια και η πλήρης ονομασία ήταν «σίκυος πέπων» (στον Ιπποκράτη). Πρέπει να πούμε ότι καθόλου βέβαιοι δεν είμαστε τι είδους ώριμος καρπός ήταν αυτός ο «σίκυος» της κλασικής εποχής,  ωστόσο από τα αρχαιολογικά ευρήματα προκύπτει ότι τα πεπόνια ήταν γνωστά κατά την αρχαιότητα στην Ελλάδα.

Κάποια στιγμή το επίθετο «πέπων» ουσιαστικοποιήθηκε και έμεινε μόνο του. Ο Φρύνιχος, ο συντηρητικός αττικιστής δάσκαλος του 2ου αιώνα μ.Χ., συμβούλευε τους μαθητές του να μην χρησιμοποιούν τη λέξη «πέπων» προκειμένου να αναφερθούν στον συγκεκριμένο καρπό, τον σίκυο, διότι πέπων είναι ο οποιοσδήποτε ώριμος καρπός, αλλά ήδη η γλώσσα είχε προχωρήσει αφήνοντας τον Φρύνιχο έξι αιώνες πίσω – το έχουν πάθει αυτό πολλοί δάσκαλοι ανά τους αιώνες…

Τα πεπόνια στα αγγλικά και στα γαλλικά λέγονται melon, λέξη που ανάγεται στο λατινικό melo, σύντμηση του melopepo, το οποίο είναι δάνειο από το ελληνικό μηλοπέπων. Ποιος ακριβώς καρπός ήταν το melopepo και πάλι δεν ξέρουμε, ίσως κάποιο κολοκυθοειδές. Σύμφωνα με τα περισσότερα λεξικά, ο μηλοπέπων των δικών μας αρχαίων ήταν το πεπόνι, αλλά ο Γεννάδιος στο Φυτολογικό λεξικό του λέει ότι οι μηλοπέπονες του Διοσκουρίδη και του Γαληνού πιθανόν ήταν καρπούζια. Δεν αποκλείεται η ίδια λέξη να χρησιμοποιήθηκε και για τα δυο φρούτα, θα έλεγα. Κατά τον Dalby, ο μηλοπέπων ήταν το πεπόνι, ή κάποια ποικιλία του, αν και ορισμένες περιγραφές ταιριάζουν και στα καρπούζια. Γενικά, να παρατηρήσω ότι με την κακή συνήθεια που είχαν οι αρχαίοι να χρησιμοποιούν ίδιες λέξεις για διαφορετικούς καρπούς, δεν ξέρουμε ποιες αναφορές στα κείμενα αφορούν αγγούρια, ποιες κολοκύθια, ποιες καρπούζια και ποιες πεπόνια.

Για να κάνουμε μια φυτολογική παρένθεση, πεπόνια, καρπούζια, αγγούρια και κολοκύθια ανήκουν όλα στην ίδια βοτανική οικογένεια, Cucurbitaceae, ενώ μέσα στην οικογένεια τα πεπόνια πιο πολύ συγγενεύουν με τα αγγούρια, αφού ανήκουν στο ίδιο γένος, Cucumis, ενώ το κολοκύθι είναι άλλο γένος (Cucurbita) και το καρπούζι επίσης άλλο (Citrullus).

Πάντως, στα βυζαντινά κείμενα υπάρχουν πολλές αναφορές σε πεπόνια, στον δε Πωρικολόγο, το σατιρικό κείμενο του 13ου-14ου αιώνα, διαβάζουμε ότι ο πέπων εχλεμπονίασεν. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, η «μάγκικη» λέξη «χλεμπονιάζω» (απ’ όπου και ο χαρακτηρισμός «χλεμπονιάρης», που τον χρησιμοποιούσε συχνά ο Τσιφόρος) είναι στην πραγματικότητα βυζαντινή, άλλωστε χλεμπόνα είναι το υπερώριμο αγγούρι ή πεπόνι ή κολοκύθι που έχει πάρει αρρωστημένο, χλωμό χρώμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 144 Σχόλια »

Έγινε φέσι: οι 50 αποχρώσεις της μέθης

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2018

Σε μια συζήτηση τις προάλλες στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια στο Φέισμπουκ, ένας φίλος διηγήθηκε ότι ενώ βρισκόταν σε μια πολυεθνική παρέα, οι Έλληνες της παρέας έλεγαν για κάποιον που μέθυσε πολύ, που έγινε τύφλα στο μεθύσι, που έγινε φέσι, που έγινε ντίρλα, και χρησιμοποίησαν την έκφραση «έγινε κομοδίνο». Τότε ένας Τούρκος συνάδελφός τους γελώντας τούς εξήγησε ότι στα τούρκικα χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό komodin για κάποιον άχρηστο, αυτόν που δεν έχει άλλη αξία παρά να στέκεται διακοσμητικός σε μια άκρη. «Γιατί πολεμάμε με αυτούς τους ανθρώπους;» αναρωτήθηκε ο συνάδελφος.

Ομως το σημερινό άρθρο δεν έχει σκοπό να προβληματιστεί για τα κοινά στοιχεία Ελλήνων και Τούρκων ούτε να κάνει κήρυγμα για τη φιλία των λαών, αλλά να διερευνήσει το κομοδίνο και τις άλλες 50 (να είναι τόσες; ή περισσότερες;) αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια στον τίτλο δεν έβαλα την έκφραση «έγινε κομοδίνο» επειδή δεν είναι τόσο κοινή, προτίμησα να βάλω γνωστότερες. Για να πω μάλιστα την αλήθεια, την έκφραση αυτή, το λέω χωρίς να κοκκινίζω, δεν την ήξερα -ο φίλος που τη χρησιμοποίησε είναι αρκετά νεότερος, και κάθε γενιά έχει (και) δικές της λέξεις για να περιγράψει το μεθύσι. Μεθάμε κι εμείς οι γεροντότεροι αλλά το περιγράφουμε αλλιώς.

Γιατί κομοδίνο ο μεθυσμένος; Δεν είναι πάντα εύκολο να εξηγήσεις πώς γεννήθηκε μια έκφραση, αλλά ο φίλος θεωρεί ότι βγήκε επειδή περιγράφει κάποιον «που έχει πιει τόσο, που οι διανοητικές του λειτουργίες είναι σε κατάσταση επίπλου». Πιθανώς την ίδια προέλευση να έχει και μια άλλη έκφραση που αναφέρθηκε στην ίδια συζήτηση, το «έγινε μπαούλο».

Σκέφτηκα να συγκεντρώσω λοιπόν σε αυτό το άρθρο όλες τις εκφράσεις που βρήκα και που θυμήθηκα για την περιγραφή των μεθυσμένων, πάντοτε της μορφής «έγινε Χ» ή «είναι Χ» ή «Χ στο μεθύσι». Σημειώνω και μερικές παλιότερες, ως και αρκετά παλιότερες. Η αργκό, το είπαμε και χτες, γερνάει γρήγορα και ανανεώνει γρήγορα το λεξιλόγιό της, οπότε οι νεότεροι δεν θα ξέρουν πολλές από τις εκφράσεις του καταλόγου. Ρώτησα και τις κόρες μου, τι λένε όταν μεθάνε, και μου είπαν κάποιες μάλλον κοινές εκφράσεις όπως έγινε ντίρλα, σκνίπα, φέσι, κώλος, χώμα, τάπα.

Από την άλλη, στο Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση βρήκα τις εξής εκφράσεις: έγινε βαποράκι, γκον, κουρούνα, κουτούκι, μούσκεμα, σκνίπα, σκρου, στουπί, στύφα, τάβλα, τύφλα, φέσι. Στο λεξικό των συνωνύμων του, ο Δαγκίτσης προσθέτει και το παπόρι. Περίπου τα ίδια έχει και ο Βλαστός στα Συνώνυμα και συγγενικά: κουτουκι, τύφλα, τάβλα, στουπί, τάπα, σκρου, φέσι, σκνίπα· κουρούνα, μούσκεμα. Βαποράκι.

Η σκνίπα, το στουπί, η τύφλα και το φέσι είναι σε χρήση και σήμερα, καναδυό ακόμα μπορεί να είναι γνωστές, κάποιες δεν θα τις ξέρετε.

Στο λεξικό συνωνύμων του Μπαμπινιώτη δίνονται: σκνίπα, τύφλα, πίτα, στουπί, τάβλα, κουδούνι, σταφίδα, χώμα, φέσι.

Περισσότερες εκφράσεις καταγράφονται στο Λεξικό της περιθωριακής γλώσσας του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει και ονλάιν αλλά δεν βρήκα τρόπο να λινκάρω στη σελίδα των αποτελεσμάτων της αναζήτησης, ενώ αρκετές υπάρχουν στο Πιπέρι στο στόμα, τη μελέτη για τις λέξεις-ταμπού που έχουμε παρουσιάσει κι εδώ. Από διαδικτυακές πηγές, το slang.gr έχει φυσικά πολλές εκφράσεις, που επίσης τις έχω συμπεριλάβει στον κατάλογο.

Πρέπει να πούμε ότι πολλές από τις εκφράσεις αυτές ισχύουν όχι μόνο για το μεθύσι αλλά και για την κατανάλωση ουσιών ή ακόμα και για τη σωματική εξάντληση π.χ. η «είμαι χώμα». Κάποιες βέβαια είναι μόνο για το μεθύσι, όπως εκείνες που δηλώνουν διαβροχή (έγινε στουπί). Σε πολλές από τις εκφράσεις ο μεθυσμένος παρομοιάζεται με αλοιφή ή συναφές υλικό, σε άλλες με ζώο ή έντομο, σε άλλες με έπιπλο.

Τον κατάλογο τον έφτιαξα συνενώνοντας όσα υπάρχουν στις πηγές που ανέφερα παραπάνω, χωρίς να σημειώνω ολες τις παραπομπές. Πρόσθεσα μερικά που έχω αποδελτιώσει απο τη λογοτεχνία.

Ας δούμε λοιπόν τον κατάλογο με κάποιο σχολιασμό για κάποιες εκφράσεις. Σε αλφαβητική σειρά:

  1. έγινε/είναι αλιάδα (Κάτος)
  2. έγινε/είναι άλογο (slang.gr)
  3. έγινε/είναι αλοιφή (Κάτος)
  4. είναι αποκαής. Παπαδιαμαντικό. Το βάζω τιμής ένεκεν, αν και διαφέρει λίγο αφού περιγράφει την ειδική κατάσταση του μεθύστακα που με ελάχιστη ποσότητα μεθάει πάλι, όπως ο φούρνος που μόλις έχει αρχίσει να κρυώνει.
  5. έγινε/είναι βαποράκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) Ανεξάρτητα από τη χρήση βαποράκι = αυτός που μεταφέρει λαθραία, ιδίως ναρκωτικά, για λογαριασμό άλλου.
  6. έγινε/είναι γκάιντα (Κάτος)
  7. έγινε/είναι Γκόγκολ (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «γκολ»
  8. έγινε/είναι γκολ (slang.gr, Κάτος) Εικάζω ότι είναι εξέλιξη του «έγινε γκον», όταν χάθηκε η διαφάνειά του
  9. έγινε/είναι γκον (Κάτος, Δαγκίτσης) Ο Κ. Καραποτόσογλου, «Δυσετυμολόγητα της νέας Ελληνικής» ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 15 (1989), το ετυμολογεί από το gone=drunk, dead drunk, υποστηρίζοντας ότι «πέρασε στην ελληνική είτε από τους μετανάστες που γύριζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, είτε από τους διαλόγους των κινηματογραφικών ταινιών». Το βρίσκω πειστικό. Ενδιαφέρουσα είναι και η ετυμολόγηση του Ζάχου από το γκογκ, που ο Καραποτόσογλου τη βρίσκει «πληρέστερη αλλά όχι και απόλυτα πειστική».
  10. είναι «εν τη δόξη του». Παπαδιαμαντικό, τιμής ένεκεν.
  11. έγινε/είναι ένα με τη γη (Κάτος)
  12. έγινε/είναι ένα με το χώμα (Κάτος)
  13. έγινε/είναι ζάντα (slang.gr)
  14. έγινε/είναι ζάντα φε (slang.gr)
  15. έγινε/είναι ζούνα. Παπαδιαμαντικό. Ήτο αγγλικόν ρούμι, και με ολίγας δόσεις εγένετο κανείς «ζούνα». (Βαρδιάνος στα σπόρκα).
  16. έγινε/είναι κόκαλο (slang.gr)
  17. έγινε/είναι κομμάτια (slang.gr) Βέβαια η έκφρ. «κομμάτια να γινει» έχει άλλη σημασία.
  18. έγινε/είναι κομοδίνο (Υπογλώσσια)
  19. έγινε/είναι κουδούνι (Κάτος)
  20. έγινε/είναι κουνουπίδι (slang.gr, Κάτος). Περί τη μία μεταμεσονύχτιο διαλύθηκαν -κουνουπίδι απαξάπαντες- για να μεταβούν έκαστος εις τα ίδια (Καραγάτσης, Το 10).
  21. έγινε/είναι κουρούνα (Δαγκίτσης, Βλαστός) κι οι σκαπανείς μαζευονται απ το κρασί κουρούνα, στίχος του Σουρή περί το 1880
  22. έγινε/είναι Κουστώ (slang.gr) Διότι έχει πιει πολύ και την έχει ακούσει.
  23. έγινε/είναι κουτούκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) …είμαι κουτούκι, σε στίχο του Σουρή, 1882
  24. έγινε/είναι κωλίδι (slang.gr)
  25. έγινε/είναι κώλος (slang.gr)
  26. έγινε/είναι λάσπη (slang.gr, Κάτος)
  27. έγινε/είναι λέσι (Κάτος)
  28. έγινε/είναι λιάδα (Κάτος)
  29. έγινε/είναι λιάρδα (slang.gr) Κατά το σλανγκρ, από το αρβανίτικο λιάρδα που σημαίνει λιώμα. Ωστόσο, πρέπει να είναι από το «λιάδα» δηλαδή αλιάδα, δηλαδή σκορδαλιά.
  30. έγινε/είναι λιώμα (slang.gr, Κάτος)
  31. έγινε/είναι μανουάλι (slang.gr)
  32. έγινε/είναι μούσκεμα (Δαγκίτσης,, Βλαστός)
  33. έγινε/είναι μπαούλο (Υπογλώσσια)
  34. έγινε/είναι Μπομπ Ντίρλαν (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «έγινε ντίρλα»
  35. έγινε/είναι ντέφι (Κάτος)
  36. έγινε/είναι ντίρλα (slang.gr, Κάτος). Εικάζω ότι προέρχεται από το Ντιρλαντά-ντιρλανταντά.
  37. έγινε/είναι ντούρλα. Ίσως παραλλαγή της ντίρλας. Κι ένα βράδυ, που ήταν υπηρεσία στη μονάδα, αφού πρώτα έγινε ντούρλα στο μεθύσι, βγήκε «εφόδου», και δεν ήξερε πού πάν’ τα τέσσερα. (Τόλης Καζαντζής, Ματαιότης ματαιοτήτων).
  38. έγινε/είναι παϊτόνι (Κάτος)
  39. έγινε/είναι παπόρι (Δαγκίτσης)
  40. έγινε/είναι πατάτα (Κάτος)
  41. έγινε/είναι πίτα (slang.gr, Κάτος) Και πίτας (Κάτος)
  42. έγινε/είναι σκατά (Κάτος)
  43. έγινε/είναι σκνίπα (slang.gr, Κάτος, Δαγκίτσης) Και σκνίπας (Κάτος) Ίσως επειδή οι σκνίπες διαγράφουν τροχιές που θυμίζουν το περπάτημα του μεθυσμένου με οχτάρια. Οι ξυλένιοι φαφλατάδες από το μεθύσι σκνίπες, στίχος του Σουρή.
  44. έγινε/είναι σκρου (Δαγκίτσης, Βλαστός)
  45. έγινε/είναι σούπα (Κάτος)
  46. έγινε/είναι σούρα (Κάτος)
  47. έγινε/είναι σπανακόπιτα (Κάτος)
  48. είναι στα πράματα. Παπαδιαμαντικό.
  49. έγινε/είναι σταφίδα (Κάτος, Μπαμπινιώτης)
  50. έγινε/είναι στειλιάρι. Κι εγώ στηλιάρι έγινα με κόκκινο κρασί στίχος του Σουρή στον Ρωμηό, 1889,
  51. έγινε/είναι στουπί (Κάτος, Δαγκίτσης)
  52. έγινε/είναι στύφα (Δαγκίτσης) Υπάρχει και η παραλλαγή: στούφα στο μεθύσι.
  53. έγινε/είναι τάβλα (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός)
  54. έγινε/είναι τάπα (Κάτος, Βλαστός) «ένας μόρταρος … από το μεθύσι τάπα» σε στιχούργημα του Λαπαθιώτη, 1933.
  55. έγινε/είναι τέζα (Κάτος)
  56. έγινε/είναι τούνγκα (Κάτος)
  57. έγινε/είναι τούντζι. Του Καραγάτση, π.χ. Σύντομα γίνηκαν τούντζι απαξάπαντες («Γιούγκερμαν»)
  58. έγινε/είναι τούρνα (Κάτος)
  59. έγινε/είναι τύφλα (Κάτος, Δαγκίτσης). Και τύφλας (Κάτος) Τύφλα στο μεθύσι της η Πλάση, δεν πρόσεξε καθόλου το σβήσιμο τ’ ακριβού της. Καρκαβίτσας, Αρχαιολόγος
  60. έγινε/είναι φέσι (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός).
  61. έγινε/είναι φέτα (Κάτος)
  62. έγινε/είναι χάλια (Κάτος)
  63. έγινε/είναι χημείο (slang.gr)
  64. έγινε/είναι χέσμα (slang.gr)
  65. έγινε/είναι χότζας (Κάτος)
  66. έγινε/είναι χύμα (Κάτος)
  67. έγινε/είναι χώμα (slang.gr)
  68. έγινε/είναι ψάθα (Πιπέρι στο στόμα) Είναι η παλαιότερα καταγραμμένη από τις εκφράσεις, αφού τη βρίσκουμε σε ποίημα του Σούτσου, 1835: Κι εγώ τρέχω ζαλισμένος κι από το μεθύσι ψάθα

Είχα πει για 50 αποχρώσεις αλλά πλησιάζουμε τις εβδομήντα και δεν αποκλείεται, μαζί με τα σχόλια, να ξεπεράσουμε και τις εκατό.

Περιμένω λοιπόν να πλουτίσετε τον κατάλογο στα σχολια!

 

 

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης, Ποτά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 194 Σχόλια »

Ζωώδεις καταστάσεις

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο το εχω δανειστεί από μια συζήτηση που έγινε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποια συμμετεχω (και σας προτρέπω να γίνετε μέλη, αν χασομεράτε και στο Φέισμπουκ). Οπότε, τα περισσότερα λήμματα του καταλόγου που ακολουθεί τα  έχουν βρει οι φίλοι που συμμετείχαν στη συζήτηση. Εγώ εμπλούτισα τον κατάλογο, τον έβαλα σε αλφαβητική σειρά και έγραψα και μερικά πράγματα για το κάθε λήμμα. Μερικά σπανιότερα λήμματα τα έχω με αστερίσκο.

Το ζητούμενο είναι να βρουμε ρήματα που περιγράφουν ανθρώπινες συμπεριφορές ή καταστασεις παραπέμποντας μεταφορικά σε χαρακτηριστικά ή σε ιδιότητες ζώων, όπως σκυλιάζω, κορακιάζω ή μουλαρώνω.

Να διευκρινίσω ότι δεν μας ενδιαφέρουν ρήματα που δηλώνουν την ενέργεια που κάνουμε στο/με το ζώο, όπως ψαρεύω ή ιππεύω, έστω κι αν το ψαρευω μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μεταφορικά.

    • αλαφιάζω: τρομάζω καποιον· αλαφιάζομαι: τινάζομαι τρομαγμένος, ξαφνιασμένος, όπως το αλάφι (ελάφι).
    • *αλεπογανίζω: Χρονοτριβώ με άσκοπες μετακινήσεις εδώ κι εκει, όπως η αλεπού, η οποία, κατά την κοινή αντίληψη, κάνει ελιγμούς για να χαθούν τα ίχνη της.
    • *αλεποτινάζω: Αρπάζω κάποιον με δύναμη και τον τινάζω, όπως τα σκυλιά την αλεπού.
    • *αλεπουδεύω, ιδίως στα ποντιακά με τη μορφή λαπουδεύω. Αναλαμβάνω σωματικές δυνάμεις μετά από αρρώστια. Και αναλαμβάνω οικονομικά.
    • *αλεπουδίζω: Κάνω πονηριές και τσαλιμάκια, αν πιστέψω κάποιες αναφορές στο Διαδίκτυο. Και το αρχαίο αλωπεκίζω.
    • αλωπεκίζω. Βλ. παραπάνω.
    • αποκτηνώνομαι: Με τον γενικό όρο, φερομαι σαν ζώο, κυριαρχούμαι από κατώτερα ένστικτα.
    • αραχνιάζω: βρίσκομαι σε κατάσταση εγκατάλειψης, ερήμωσης. Είμαι παρατημενος. (Μπορεί να νοηθεί και κυριολεκτικά, για μέρος που έχει γεμίσει με ιστούς αράχνης).
    • αρκουδίζω: περπατάω με τα τέσσερα, μπουσουλάω.
    • *βοϊδοδουλεύω: εργάζομαι σκληρά και επίμονα, σαν το βόδι. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοκοιμάμαι: κοιμάμαι βαθιά. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοπεικάζω (ή *βοϊδονιώθω): είμαι αργόστροφος σαν το βόδι.
    • γαϊδουρεύω και γαϊδουροφέρνω: φέρνομαι με τρόπο αγροίκο, βάναυσο.
    • γαϊδουρίζω: όπως παραπάνω. Και με τη σημασία «πεισμώνω» (βλ. μουλαρώνω)
    • *γαϊδουρογυρίζω και *γαϊδουροκαθίζω: εξευτελίζω, διαπομπεύω κάποιον (και κυριολεκτικά, τα παλιά χρόνια)
    • *γουρουνεύω ή γουρουνίζω: συμπεριφέρομαι άπρεπα, με τρόπο αγροίκο.
    • γουρουνιάζω: νεότερη αργκό παραλλαγή, πολύ κοινή, που λέγεται ιδίως όταν κάποιος τρώει πολύ και χωρίς τακτ, αλλά λέγεται και για άλλες μορφές κραιπάλης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Ζωολογία, Λογολογία, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 232 Σχόλια »

Με το βελόνι και με το σακί

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2018

Ποιο σακί και ποιο βελόνι, θα ρωτήσετε.

Στο αστυνομικό μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη «Περαίωση», ο αστυνόμος Χαρίτος, έχει έναν φόνο να εξιχνιάσει και έχει μόλις πληροφορηθεί ένα στοιχείο που βοηθάει στη διαλεύκανση της υπόθεσης. Όμως, αμέσως μετά το ευχάριστο αυτό νέο, χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει και μαθαίνει πως βρέθηκε και δεύτερο πτώμα. Οπότε λέει:

Ο συχωρεμένος ο πατέρας μου έλεγε πως τα καλά νέα έρχονται με το σταγονόμετρο, τα κακά με τον κουβά. Εγώ τρώω τώρα το δεύτερο μπουγέλο.

Η ρήση του πατρός Χαρίτου αποτελεί παραλλαγή μιας λαϊκής παροιμίας, ίσως μιας ομάδας παροιμιών, που σαν κεντρική ιδέα έχουν τη διαπίστωση ότι το κακό έρχεται εύκολα και γρήγορα αλλά φεύγει δύσκολα και βασανιστικά. Εδώ η εικόνα μεταδίδεται με τη βοηθεια του σταγονόμετρου και του κουβά, αλλά στις συλλογές παροιμιών βρίσκω να χρησιμοποιούνται άλλα αντικείμενα πολύ πιο κοντινά στην αγροτική, προβιομηχανική κοινωνία που διαμόρφωσε τη φρασεολογία μας.

Για παράδειγμα, στις (ημιτελείς) Παροιμίες του Ν. Πολίτη βρίσκουμε ότι «η αρρώστια με το σακί μπαίνει και με το βελόνι βγαίνει». Είναι εύκολη και γρήγορη η εισβολή της νόσου, γενικότερα του κακού, αλλά αργή και επίπονη η θεραπεία, η απαλλαγή από την αρρώστια.

Κι άλλες παραλλαγές χρησιμοποιούν παρεμφερείς εικόνες:

Η αρρώστια έρχεται με το τσουβάλι και φεύγει με την τρίχα

Η αρρώστια και η φτώχεια μπαίνουνε με το σακί και βγαίνουνε με το βελόνι

Η αρρώστια και η δυστυχιά με το σακκίν εμπαίνει με το βελόν’ εβγαίνει

Η αρρώστια με το μόδι μπαίνει και με την τρίχα βγαίνει -το μόδι είναι μέτρο χωρητικότητας, είδος κουβά να πούμε.

Η ευκολία με την οποία επέρχεται το κακό δίνεται με τον όγκο: σακί, τσουβάλι, μόδι, κουβάς, σε αντιδιαστολή με την απειροελάχιστη ποσότητα που μπορούν να αλαφρώσουν το βελόνι ή η τρίχα.

Ο Πολίτης παραθέτει αρκετά ανάλογα από άλλες γλώσσες, όπου η ίδια εικόνα εκφράζεται όχι με τον όγκο αλλά με την ταχύτητα:

Οι αρρώστιες έρχονται καβάλα και φεύγουν με τα πόδια (πχ στα γαλλικά: Les maladies viennent à cheval et s’ en retournent à pied). Το ίδιο και στα γερμανικά Krankheiten kommen zu Pferd und gehen zu Fuss.

Στα αγγλικα το ιδιο λέγεται για τις θέρμες: Agues come on horseback, but go away on foot

Υπάρχουν πάντως και εικόνες παρομοιες με τις ελληνικές, όπως στα γερμανικά Krankheit kommt libratim und geht weg unciatim, παναπεί: η αρρώστια έρχεται με τη λίτρα και φεύγει με την ουγκιά.

Και μια αραβική: Η αρρώστια έρχεται με το καντάρι και φεύγει με το δράμι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Παροιμίες, Συγκριτικά γλωσσικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 167 Σχόλια »

Μαρξ από τους Κινέζους

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2018

Κινέζικο λέμε ή ίσως λέγαμε, ένα προϊόν, ιδίως συσκευή, χαμηλής τιμής αλλά και ευτελούς ποιότητας,  που γρήγορα χαλάει και την πετάμε. Ο όρος έχει καταγραφεί εδώ και 9-10 χρόνια στο slang.gr και σε περσινό άρθρο είχα παρατηρήσει ότι έχει αρχίσει να παλιώνει αφού μέσα σε δυο δεκαετίες η ποιότητα των κινέζικων προϊόντων αυξήθηκε κατακόρυφα. Οι εκφράσεις της αργκό έτσι κι αλλιώς ανανεώνονται με μεγάλη ταχύτητα και αυτή τη στιγμή για την ευτελή ποιότητα πολύ περισσότερο ακούγεται η έκφραση «από τα Λιντλ», αν και αυτή λέγεται συνήθως μεταφορικά, π.χ. «καθηγητής από τα Λιντλ».

Στις 5 Μαΐου, που συμπληρώθηκαν τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ, έγιναν στη γενέτειρά του, την πόλη Τριρ (Trier) της δυτικής Γερμανίας, τα αποκαλυπτήρια του αγάλματός του.

Το χάλκινο άγαλμα, με ύψος 4 μ και 40 (πεντέμισι με τη βάση), είναι έργο του γλύπτη Wu Weishan και προσφέρθηκε δώρο στον δήμο του Τριρ από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.

Τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος ήταν μία μόνο από τις πολλές εκδηλώσεις που έγιναν στην πόλη για τα 200 χρόνια του Μαρξ. Στην εναρκτήρια εκδήλωση παρευρέθηκε και ο πρόεδρος της Κομισιον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, γείτονας άλλωστε αφού το Τριρ απέχει σαράντα λεπτά από την πολη του Λουξεμβούργου. Στην ομιλία του θέλησε να απαλλάξει τον Μαρξ από όσα γίνανε στο όνομά του, αφού, τάχα, «πολλα από αυτά που έγραψε αναδιατυπώθηκαν στο αντίθετό τους».

Να πούμε εδώ ότι το επώνυμο Μαρξ είναι συχνό σε όλη την περιοχή. Μάλιστα, στο Λουξεμβούργο υπάρχει οδός, και μάλιστα βουλεβάρτο, Σαρλ Μαρξ, που όμως δεν ονομαστηκε έτσι προς τιμήν του Γερμανού φιλόσοφου αλλά από έναν ομοϊδεάτη του, τον κομμουνιστή γιατρό Σαρλ Μαρξ που πολεμησε με τους μακί στη Γαλλία, εγινε υπουργός στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας μετά τον πόλεμο αλλά σκοτώθηκε λίγο αργότερα σε τροχαίο.

Το άγαλμα του Καρλ Μαρξ έχει τοποθετηθεί πολύ κοντά στον εμπορικό πεζόδρομο της πόλης και στο σημαντικότερο αξιοθέατό της, τη ρωμαϊκή Πόρτα Νίγκρα (μαύρη). Τη φωτογραφία πιο πάνω την έβγαλα το περασμενο Σάββατο που πήγα να δω το άγαλμα. Είχε λαμπρό ήλιο, αρκετό κόσμο, ανάμεσά τους και Κινέζους τουρίστες που έβγαζαν σέλφες με καμάρι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Διηγήματα, Εβραϊσμός, Κομμουνιστικό κίνημα, Λουξεμβούργο, Ταξιδιωτικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 172 Σχόλια »