Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φρασεολογικά’ Category

Η ουρά της ουράς του γαϊδάρου

Posted by sarant στο 23 Οκτώβριος, 2017

Το άρθρο της Παρασκευής είχε για θέμα την ουρά του γαϊδάρου και της καμήλας, στο σημερινό θα ασχοληθούμε με την ουρά που άφησε το άρθρο εκείνο, με την ουρά της ουράς δηλαδή.

Πιο σωστά, με μία από τις δύο ουρές, δηλαδή με ένα από τα δύο ζητήματα που αναδείχτηκαν κατά τη συζήτηση του άρθρου τόσο εδώ όσο και στο Φέισμπουκ.

Η άλλη ουρά, που θα την αναφέρω μόνο επιγραμματικά, είναι η κοπτοραπτική διαστρέβλωση που έκανε κάποιος, απομονώνοντας ένα κομμάτι του άρθρου, για να υποστηρίξει ότι το άρθρο δικαιολογούσε το λάθος του Αλ. Τσίπρα με το queue και το tail. Χαρακτηριστικό ειναι πως ακριβώς από κάτω από το απόκομμα που παρουσίασε ο κοπτοράπτης υπήρχε η ρητή δήλωση ότι πρόκειται για μαργαριτάρι! Τέλος πάντων, το παρήγορο ήταν πως βρέθηκαν αρκετοί φίλοι (που δεν σχολιάζουν εδώ) να επισημάνουν την κατάφωρη διαστρέβλωση. Διασκεδαστικό ήταν επίσης ότι κάποιοι θεώρησαν ότι η εραλδική είναι… γλώσσα!

Αλλά με την κακοπιστία και τη βλακεία δεν έχει νόημα να ασχολείται κανείς, το άρθρο σήμερα θα αφιερωθεί στην άλλη ουρά της ουράς, στο άλλο ζήτημα που αναδείχτηκε -και εδώ και στο Φέισμπουκ- δηλαδή «αν μεταφράζονται οι παροιμίες». Αυτό μπορούμε να το συζητήσουμε εποικοδομητικά και να βγουν ίσως και κάποια συμπεράσματα.

Είναι ένα θέμα που με απασχολεί αρκετόν καιρό, οπότε κάποια πράγματα θα τα έχω ξαναγράψει εδώ ή θα τα έχω ξαναπεί π.χ. στην παρουσίαση του βιβλίου μου «Λόγια του αέρα», που ήταν αφιερωμένο ακριβώς στις «παγιωμένες εκφράσεις» -ο όρος αυτός εννοεί τις εκφράσεις που επίσης λέγονται παροιμιακές ή ιδιωματικές.

Υπάρχει έτσι κι αλλιώς στη βιβλιογραφία αρκετό μπέρδεμα ανάμεσα σε παροιμίες και σε παροιμιακές εκφράσεις, πρόκειται για συγγενικά φρασεολογικά στοιχεία, και στο προχτεσινό άρθρο είχα γράψει πως η μεταξύ τους διαχωριστική γραμμή δεν είναι καθόλου καθαρή.

Ένας τρόπος για να διακρίνουμε την παροιμία από την παροιμιακή έκφραση είναι η κλιτότητα, παναπεί αν κλίνονται. Η παροιμια χρησιμοποιείται ως έχει, στερεότυπη, διότι αποτελεί αυτοτελή φράση: Κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει. Κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό. Οπού κοπελομάθει δεν γερονταφήνει. Η παροιμιακή έκφραση εντάσσεται σε ευρύτερες φράσεις και, πάντως, κλίνεται: Μου έβαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι. Θα σου βάλω τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι αν δεν κάνεις αυτό που σου λέω. Πρόσεξέ την, θα σου βάλει τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι.

Αυτό το αναφέρω παρεμπιπτόντως, για να πάμε στη δεύτερη διαφορά μεταξύ παροιμιών και παροιμιακών εκφράσεων, που θα είναι και το αντικείμενο του άρθρου μας: το αν και κατά πόσο μεταφράζονται, ή αλλιώς «η μεταφρασιμότητά» τους.

Ως προς τη μεταφρασιμότητα, μπορούμε να διακρίνουμε τρία επίπεδα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Λεξικογραφικά, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 122 Σχόλια »

Η ουρά του γαϊδάρου (και της καμήλας)

Posted by sarant στο 20 Οκτώβριος, 2017

Πολύς θόρυβος έγινε στη μπλογκόσφαιρα με την παροιμία που χρησιμοποίησε ο πρωθυπουργός στο τέλος της ομιλίας του στο Ινστιτούτο Μπρούκινγκς, στην Ουάσινγκτον, της τελευταία μέρα της πενθήμερης επίσκεψής του στις ΗΠΑ. Αρχικά είχα σκεφτεί να το αφήσω για τ’ αυριανά μεζεδάκια, μετά όμως είδα ότι έχει αρκετό ψαχνό για κανονικό άρθρο, οπότε και το παρουσιάζω.

Λοιπόν, στο τέλος της συζήτησής του με τους δημοσιογράφους στο Μπρούκινγκς, και απαντώντας στην τελευταία ερώτηση, που είχε να κάνει με τη θέση του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, ο Αλέξης Τσίπρας, αφού είπε ότι η Ελλάδα έχει εκπληρώσει το 80% των υποχρεώσεών της, οπότε δεν έχει τίποτα να φοβάται, συνέχισε:

There is an expression in Greece, “We have already eaten the camel, now we have the queue».

Μπορείτε να το ακούσετε κι εσείς, στο βίντεο αυτής της σελίδας, στο 1.12.00.

Προφανώς, κάτι δεν πάει καλά: η φράση του πρωθυπουργού έχει πρόβλημα, και μάλιστα διπλό, ένα μεταφραστικό κι ένα περιεχομένου.

Όπως όλοι ξέρουμε, η έκφραση (ή παροιμία, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους δεν είναι καθόλου καθαρή και ειδικά τούτη εδώ στέκεται ιππαστί πάνω στη διαχωριστική γραμμή) είναι: Φάγαμε τον γάιδαρο και μας απόμεινε η ουρά.

Όπως σωστά λέει ο φίλος μου ο Νίκος Λίγγρης στη Λεξιλογία (συμπέσαμε στο θέμα, οπότε σε μεγάλο βαθμό λέμε τα ίδια) υπάρχουν κάμποσες παραλλαγές στην έκφραση. Μπορεί ας πούμε να διατυπωθεί ως ερώτηση, που εμπεριέχει και προτροπή: Εδώ φάγαμε τον γάιδαρο, στην ουρά θα κολλήσουμε; Υπάρχουν επίσης παραλλαγές όπου αντί για τον γάιδαρο εμφανίζεται το βόδι: Φάγαμε το βόδι και μας έμεινε η ουρά.

Να προσθέσω ότι στα κιτάπια μου βρίσκω και παραλλαγές όπου το μικρό εμπόδιο (η ουρά) ματαιώνει το συνολικό εγχείρημα: «όλο το γομάρι τόφαγε και στην ουρά απόστασε» ή «έφαγε το γάιδαρο και κόμπωσε στην ουρά του». Ωστόσο, δεν βρίσκω πουθενά παραλλαγή με καμήλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ευτράπελα, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 293 Σχόλια »

Φεϊσμπουκικό κλισεδολόγιο

Posted by sarant στο 19 Οκτώβριος, 2017

Πριν από ενάμιση μήνα είχαμε συζητήσει στο ιστολόγιο για τους «χιονοκλώνους«, όπως είχα αποδώσει τον αγγλικό όρο snowclone, δηλαδή φραστικά μοτίβα που έχουν έναν σταθερό πυρήνα και ενα μεταβλητό κομμάτι που διαμορφώνεται κατά τις ανάγκες της στιγμής, όπως π.χ. τις φράσεις του τύπου «από το Χ στο Υ ένα Ζ δρόμος» (π.χ. από τον Λοβέρδο στον Κατρούγκαλο ένα μνημόνιο δρόμος).

Σε εκείνο το άρθρο προτάθηκαν και μερικές φράσεις που κατά τη γνώμη μου δεν είναι χιονόκλωνοι, είναι σκέτα κλισέ, παγιωμένες φράσεις, παροιμιακές θα μπορούσαμε να τις πούμε, που θα μπορούσαν και να λεξικογραφηθούν. Μερικές τέτοιες φράσεις, που χρησιμοποιούνται κυρίως στο Φέισμπουκ, στο Τουίτερ και στα άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είχα μαζέψει κι εγώ παλιότερα, αν και καθόλου συστηματικά.

Ένας φίλος, που δεν σχολιάζει στο ιστολόγιο αλλά μάς παρακολουθεί σιωπηρά, με έπεισε να παρουσιάσω το υλικό που έχω μαζέψει, έστω και άψητο. «Θα το συμπληρώσει η συλλογική σοφία του ιστολογίου», είπε.

Οπότε, παρουσιάζω το (ημιτελές) φεϊσμπουκικό κλισεδολόγιο, με καμιά δεκαπενταριά λήμματα μόνο, περιμένοντας να το συμπληρώσετε και σε πλάτος (προσθέτοντας νέα λήμματα) αλλά και σε βάθος (συνεισφέροντας σε υπάρχοντα λήμματα, π.χ. με έναν καλύτερο ορισμό ή με παραδειγματικές φράσεις).

Στη συζήτηση με αυτόν τον φίλο μου είχα εκφράσει τον ενδοιασμό ότι ιδιαίτερη επίδοση στη χρήση τέτοιων κλισέ και παγιωμένων φράσεων έχουν οι κάπως νεότεροι χρήστες του Διαδικτύου. Ελπίζω να με διαψεύσετε.

Φεϊσμπουκικό κλισεδολόγιο

* έλεος κάπου. Αναφώνηση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει αγανάκτηση, ειλικρινή ή ειρωνική, για όσα εξωφρενικά προηγήθηκαν. Π.χ. Δηλαδή σοβαρά, ποσοι πιστεύεις ότι θα «πάνε να αλλάξουν το φύλο τους» για πλακα; Έλεος κάπου. Και ειρωνικά: Ναι, πες μας τώρα ότι το FBI ξέρει καλύτερα από τον Σκάι, έλεος κάπου.

Λέγεται και αντεστραμμένο: κάπου έλεος, ενώ γράφεται και με εξεζητημένα γκρίκλις: eleow kapoy.
Κατα το slang.gr, το «κάπου» λειτουργεί υπονομευτικά, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι έχουν δίκιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Κλισέ, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 198 Σχόλια »

Οι λέξεις της μουσικής ξανά

Posted by sarant στο 5 Οκτώβριος, 2017

Επαναλαμβάνω σήμερα ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει εδώ πριν από έξι χρόνια, ελπίζοντας να μην το θυμάστε πολύ καλά οι παλαιότεροι. Παρόλο που είχαν γίνει πολλά και καλά σχόλια στο αρχικό άρθρο, ελάχιστα ενσωματώνω στην αναδημοσίευση επειδή ήδη ήταν μεγάλο το αρχικό άρθρο και έκρινα πως θα παραφορτωνόταν.

Λένε πως η μουσική μπορεί να πει τα πάντα χωρίς να χρησιμοποιεί λέξεις, όταν όμως εμείς οι άνθρωποι μιλάμε για τη μουσική λέξεις βέβαια χρησιμοποιούμε, καθώς και μια ειδική ορολογία –και το σημερινό μας ταξίδι θα περιστραφεί γύρω από αυτή την ορολογία και τις λέξεις της μουσικής.

Η ίδια η μουσική πήρε τ’ όνομά της από τις μούσες· και αρχικά, μουσική τέχνη ήταν κάθε τέχνη που είχε προστάτιδα κάποια από τις εννιά Μούσες, σιγά-σιγά όμως το ουσιαστικό «τέχνη» μαράθηκε κι έπεσε, ενώ η σημασία στένεψε κι έμεινε στη μουσική και στη λυρική ποίηση. Από τα λατινικά, musica, πέρασε η λέξη στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και έγινε διεθνής.

Όπως διεθνής λέξη έγινε και το μουσείον, που ήταν στην αρχή ο χώρος ο αφιερωμένος στις Μούσες· και επειδή στη Δύση έφτιαχναν στα πάρκα τους σπήλαια αφιερωμένα στις Μούσες, που τα διακοσμούσαν με ένα ιδιαίτερο είδος ψηφιδογραφίας, αυτό ονομάστηκε musaicus, των Μουσών δηλαδή, και από εκεί το ιταλικό mosaico και αντιδάνειο το δικό μας μωσαϊκό, κάποτε ταπεινό και τώρα περιζήτητο· το μωσαϊκό, που μέσω των στίχων της Νικολακοπούλου ακόμα διατηρεί κάποια σχέση με τη μουσική, αφού τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει.

Η μουσική μιλάει μόνη της, λέγαμε πιο πάνω, αλλά ταυτόχρονα μιλάει τη γλώσσα στην οποία γράφονται τα πιο δημοφιλή μουσικά έργα της εκάστοτε εποχής. Κάποτε, μιλούσε ελληνικά· στην εποχή μας, μιλάει σαφώς αγγλικά· ίσως πριν από τον πόλεμο να μιλούσε γαλλικά, πάντως για πολλούς αιώνες νωρίτερα η μουσική μιλούσε ιταλικά. Και όχι μόνο η μουσική, αλλά και οι μουσικοί μιλούσαν ιταλικά, είτε ήταν Ιταλοί, πράγμα καθόλου σπάνιο καθώς πλήθη Iταλών μουσικών και τραγουδιστών είχαν κατακλύσει τις βασιλικές αυλές και τις λυρικές σκηνές της Ευρώπης, είτε ήταν ντόπιοι και αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν την ιταλική ορολογία, ή και την ιταλική γλώσσα. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν η όπερα του Μότσαρτ «Η μεγαλοψυχία του Τίτου» ανέβηκε στην Πράγα τον Σεπτέμβριο του 1791, λίγο πριν από τον θάνατό του, η αυτοκράτειρα Μαρία Λουίζα λέγεται ότι την απέρριψε περιφρονητικά, χαρακτηρίζοντάς την, εις επήκοον όλων, porcheria tedesca, γερμανική γουρουνιά. Η Γερμανίδα αυτοκράτειρα χρησιμοποιούσε την ιταλική γλώσσα για να βρίσει τον κορυφαίο Γερμανό συνθέτη! (και ας μην ανοίξουμε τώρα συζήτηση αν ο Μότσαρτ ήταν Αυστριακός ή Γερμανός). Την ίδια εποχή ο Μότσαρτ είχε αποφασίσει να ξεκόψει με την Αυλή και να στραφεί προς το λαϊκό θέαμα, στα φτηνά θεατράκια των προαστίων, και είχε ήδη κάνει την περισσότερη δουλειά πάνω σε ένα γερμανόφωνο λιμπρέτο του «αδελφού» του, του επίσης ελευθεροτέκτονα Σικανέντερ –κι έτσι γεννήθηκε αυτό το μπερδεμένο αριστούργημα, ο Μαγικός Αυλός, που είχαμε μια φορά την κουβέντα του και αποφανθήκαμε ότι κακώς ειπώθηκε Μαγεμένος σε μετάφραση από τα γαλλικά (La flute enchantée). Αλλά πλατειάζω. Το γεγονός είναι ότι η σοβαρή μουσική, επειδή στην περίοδο της άνδρωσης και της ακμής της ήταν ιταλόφωνη, έχει λεξιλόγιο σχεδόν αμιγώς ιταλικό -και ακόμα και σήμερα, επειδή οι περισσότερες όπερες έχουν λιμπρέτο ιταλικό, οι λυρικοί τραγουδιστές ξέρουν ιταλικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Μουσική, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 200 Σχόλια »

Σειρήνες και καταφύγια

Posted by sarant στο 4 Οκτώβριος, 2017

Χτες το πρωί ακούστηκαν σε όλη την Αθήνα οι σειρήνες της άσκησης, που όλοι ευχόμαστε να μην ακουστούν ποτέ στα σοβαρά, οπότε βρήκα αφορμή να λεξιλογήσω σήμερα γι’ αυτές, παίρνοντας κι έμπνευση από μιαν ανάρτηση του φίλου Φίλιππου Κοεράντ.

Ακούσαμε σειρήνες λοιπόν, μια λέξη  που φυσικά παραπέμπει στον Όμηρο και στην Οδύσσεια. Τις Σειρήνες της Οδύσσειας τις ξέρουμε όλοι: ήταν πλάσματα με κεφάλι ή και σώμα γυναικείο αλλά με φτερά πουλιού και με γοητευτική φωνή, που μάγευαν τα περαστικά πλοία με το γλυκό τραγούδι τους και τα παράσερναν στο χαμό (ἀλλά τε Σειρῆνες λιγυρῇ θέλγουσιν ἀοιδῇ, μ44: τον θέλγουν οι Σειρήνες με το οξύφωνο τραγούδι τους, στη μετάφραση του Μαρωνίτη).

Δασκαλεμένος από την Κίρκη, ο Οδυσσέας τις απέφυγε –η ιστορία υπάρχει στο μ της Οδύσσειας και οι μεταγενέστεροι πρόσθεσαν άφθονες λεπτομέρειες. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως siren και sirena στα λαϊκά λατινικά, και από εκεί στα γαλλικά, ως sirène, όπου παίρνει και τη μεταφορική σημασία του σαγηνευτικού τραγουδιού, ενώ χρησιμοποιείται και στη ζωολογία για διάφορα αμφίβια.

Πρώτα το 1819 ο Cagnard de la Tour δίνει την ονομασία syrène σε μια συσκευή που είχε κατασκευάσει, η οποία εξέπεμπε ήχους μεταβλητού ύψους· την ονόμασε έτσι επειδή εξέπεμπε ήχους μέσα στο νερό. Το 1888 καταγράφεται η λέξη για συσκευή που βγάζει δυνατά ηχητικά σήματα και αρχικά καταγράφεται σε χρήση στα πλοία στα λιμάνια και μετά για κάθε είδους ηχητικό σήμα συναγερμού ή ειδοποίησης. Έτσι, από το γοητευτικό (αλλά ολέθριο) τραγούδι φτάνουμε στην απαίσια (αλλά σωτήρια ενίοτε) στριγγλιά που αναγγέλλει βομβαρδισμούς ή καταστάσεις έκτακτες.

Να πούμε ακόμα ότι η ετυμολογία της λ. Σειρήν είναι αβέβαιη· έχει προταθεί η σύνδεση με τη λ. σειρά (σχοινί), άρα Σειρήνες θα ήταν μεταφορικά εκείνες που έδεναν. Αλλά αυτή είναι μία μόνο εξήγηση από τις πολλές. Και σχέση με τον Σείριο έχει προταθεί. Μπορεί να είναι και δάνειο. Βαθιά νερά δηλαδή.

Οι μυθολογικές Σειρήνες έχουν πλουτίσει τη φρασεολογία μας με τη χαλαρή (όχι εντελώς παγιωμένη) φράση «κλείστε τα αυτιά σας στις Σειρήνες», δηλαδή μην παρασύρεστε από οτιδήποτε παραπλανά με τρόπο γοητευτικό. Ο Οδυσσέας πράγματι έκλεισε τα αυτιά των συντρόφων του με κερί, για να κωπηλατούν απερίσπαστοι, ο ίδιος όμως δέθηκε στο κατάρτι και παράγγειλε στους συντρόφους να μην τον λύσουν όσο κι αν τους εκλιπαρούσε -κι έτσι απόλαυσε με προφύλαξη την επικίνδυνη απόλαυση. Είπαμε, τον είχε δασκαλέψει η Κίρκη. Καμιά φορά λέγεται μεταφορικά ότι «σαν τον Οδυσσέα κλείσαμε τα αυτιά μας στις Σειρήνες», θυσιάζοντας τη μυθολογικήν ακρίβεια στη σφιχτάδα της διατύπωσης. Αυτό, αν το πει ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένδειξη αμορφωσιάς, ενώ αν το πει π.χ. ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι φυσικά απολύτως αποδεκτό και δόκιμο.

Με τις χτεσινές σειρήνες, ο φίλος Φίλιππος Κοεράντ δημοσίευσε στο Φέισμπουκ το εξής σχόλιο:

Με τις σειρήνες που ακούγονται σήμερα σε όλη τη χώρα «στο πλαίσιο άσκησης» σκέφτηκα πως δεν θα είναι εντελώς αχρείαστη η αναφορά στον Κωνσταντίνο Κυρίμη.

Για κάθε εκκεντρική δραστηριότητα υπάρχει πάντα ένας αφοσιωμένος ερευνητής που την δραστηριότητα την κάνει σκοπό ζωής. O Κυρίμης χαρτογραφεί και καταγράφει όλα τα καταφύγια στις ελληνικές πόλεις και τη δουλειά του την έχει εκδώσει σε βιβλία με εντελώς μετρημένο τιράζ. Ό,τι καταφύγιο υπάρχει σε πολυκατοικίες στην Ελλάδα έγινε επί Μεταξά, με υποχρεωτική διάταξη στον κανονισμό ανέγερσης νέων οικιών/πολυκατοικιών. Ο δικτάτορας, που είχε στρατιωτική παιδεία με σπουδές στη Γερμανία πριν τον μεσοπόλεμο, γνώριζε ή διαισθανόταν πως η εξέλιξη των πολέμων θα είναι οι επιχειρήσεις από αέρος.

Στην Αττική κυρίως, υπάρχει και μια άγνωστη υπόγεια μυστική Αττική, αστική. Ο ανυποψίαστος περαστικός δεν θα αναγνωρίσει τα ίχνη, ο έμπειρος ναι, είναι η κατασκευή μιας τρύπας που δείχνει σαν υπόνομος αλλά δεν είναι, η διάταξη στα πλακάκια του πεζοδρομίου, τέτοια αόρατα σημάδια. Στις παραδοσιακές κεντρικές περιοχές της Αθήνας (Κυψέλη, Εξάρχεια, Κολωνάκι) οι παλιές πολυκατοικίες διαθέτουν καταφύγια. Πάντα οι ένοικοι και οι διαχειριστές αγνοούν πως έχουν από κάτω εγκαταλελειμένο καταφύγιο (που προφανώς έχει στοιχειώσει και είναι άχρηστο στην πράξη) αλλά εκείνος, πάει, ακούραστος και ψάχνει με μάσκες, στα σκοτάδια και καταγράφει και φωτογραφίζει. Ζητάει την άδεια από τους ενοίκους, πάντα τον αντιμετωπίζουν σαν διαρρήκτη (στην Κυψέλη σε μια περίπτωση νόμιζαν πως θα σκάψει τούνελ για την γειτονική τράπεζα και δεν του επέτρεψαν) ενώ σε πολλές περιπτώσεις σαν κυνηγό θησαυρού «ό,τι βρεις από χρυσές λίρες φίλε, μισά μισά». Ο μισός χρόνος που αφιερώνει είναι να πείσει να του δώσουν την άδεια να κατεβεί.

Δεν είναι χόμπι εύκολο, ούτε ακίνδυνο, ούτε για αναψυχή, ούτε για περιέργους χτεσινούς που βρήκαν νέα ασχολία και θέλουν να γίνουν Ιντιάνα Τζόουνς. Και για αυτό το λόγο ο Κυρίμης αποφεύγει να εκφράζεται δημόσια με λόγο συναρπαστικό για ό,τι βλέπει, για να μην παρασύρει νεοφώτιστους. Απαιτείται επίσης επιστημονική προεργασία, ειδική γνώση καθώς και εξαντλητικά μέτρα ασφαλείας. Μάσκες για τον ελλειπή αερισμό και τις δηλητηριώδεις οσμές σήψης, κράνη για προστασία από πιθανές καταρρεύσεις, βοηθός που επικοινωνεί από την επιφάνεια της γης για να καλέσει βοήθεια αν υπάρξει κάτι απρόοπτο, ακόμα και προστασία από τα τσιμπήματα μυστηριωδών εντόμων, αρουραίων και ερπετών που ζουν εκεί κρυπτικά.

Κάποια καταφύγια διατηρούνται σε εντυπωσιακά καλή κατάσταση, διαχέεται φως από την επιφάνεια και είναι σαν να κατασκευάστηκαν χτες, αλλά τα περισσότερα είναι πλέον σαν σπηλιές απροσπέλαστες μέσα σε ένα απόκοσμο περιβάλλον.

Όμως η γη μιλάει, και το αποτέλεσμα, αυτόν που το έχει αποφασίσει, τον αποζημιώνει.

Τον Κωνσταντίνο Κυρίμη δεν τον ήξερα, ούτε τα βιβλία του, αν και γκουγκλίζοντας μπορείτε να βρείτε πολλά για τις έρευνές του. Ωστόσο, ήξερα για τα καταφύγια στις παλιές αθηναϊκές πολυκατοικίες, εκείνες που χτίστηκαν τα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο. Φυσικά, όταν ήρθε η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν τα καταφύγια, στον πόλεμο εννοώ, επιστρατεύθηκαν όχι μόνο όσα είχαν κατασκευαστεί επί τούτου, αλλά και όσα υπόγεια υπήρχαν (και ήταν πάρα πολλά) στις μονοκατοικίες.

Όταν δούλευα τα Αττικά, τον τόμο με τα χρονογραφήματα του Βάρναλη, συνάντησα (και συμπεριέλαβα στον τόμο) και μερικές αναφορές στα αθηναϊκά καταφύγια. Όχι πολλές, διότι το πρώτο τρίμηνο του 1941 ο Βάρναλης αντί για χρονογραφήματα έγραφε ιστορικές επιφυλλίδες για τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, τους οποίους φρόντιζε, συμμετέχοντας στην πολεμική προσπάθεια, να ζωγραφίζει με μελανά χρώματα. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1941 αφιέρωσε χρονογράφημά του στα καταφύγια:

 

Καταφύγια
(Πρωία, 11 Απριλίου 1941)

Τα καταφύγια –όσο κι αν είναι υπόγεια σκοτεινά και πολλές φορές υγρά, γιατί δεν φτάνει έως εκεί ο ήλιος –αποτελούν «τόπον αναψυχής»! Είναι μια ποικιλία, ένα ξεμούδιασμα κι ένα κουράγιο. Μέσα εκεί θα βρει κανείς πολλούς αγνώστους, αλλά και μερικούς γνωστούς. Τύποι περίεργοι, αλλά και τύποι κοινοί μπαίνουν ήσυχα-ήσυχα σαν στο σπίτι τους· πιάνουν μια κάσα ή κανένα πάγκο, αν υπάρχουν τέτοιες πολυτέλειες, και κάθονται. Οι περισσότεροι όμως πιάνουν ένα κομμάτι τοίχο, ακουμπούν απάνω και στέκονται ασάλευτοι ή βγάζουν την εφημερίδα τους και βυθίζονται στο διάβασμά της, για να περνά η ώρα. Μερικές κυρίες ή κορίτσια βγάζουν από την σάκα τους μια φανέλα και πλέκουν ή κανένα μυθιστόρημα και δημιουργούν το ευχάριστο «άλλοθι» στη χώρα της Φαντασίας και των Οραμάτων.

Κανένας δεν καπνίζει, ούτε συζητεί. Απαγορεύεται. Μιλούνε σιγά αναμεταξύ τους, λες και προσέχουν μην ξυπνήσουν τις μπόμπες. Στους τοίχους και στα ανώφλια των εισόδων υπάρχουν πινακίδες: «Απαγορεύεται το κάπνισμα, ως και αι συζητήσεις».

–Τι συντακτικό λάθος έχει αυτή η επιγραφή; ρωτά χαμηλόφωνα ο δάσκαλος (δεν μπορεί να είναι τίποτες άλλο!) το φίλο του.

–«Απαγορεύεται… αι συζητήσεις». Έπρεπε να πει «απαγορεύεται το κάπνισμα και αι συζητήσεις».

–Αλλά τι… συζητάτε, λέγει ένας διπλανός, αφού απαγορεύεται;

Τα μικρά παιδάκια σ’ αυτές τις «κοσμικές συγκεντρώσεις» –και τις λέγω κοσμικές, γιατί όλοι στο μισοσκόταδο φέρνονται με τακτ αναμεταξύ τους –δίνουνε τον τρυφερό τόνο της αθωότητός τους. Φαίνονται πως δεν πολυκαταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται. Κρατιούνται από την ποδιά της μάνας τους. Αλλά η παιδική ευκινησία δεν τ’ αφήνει να μείνουνε πολλή ώρα καρφωμένα σ’ ένα μέρος. Ξεφεύγουνε και πάνε και στο γείτονα:

–Γιάννη με λένε!

Συσταίνεται μοναχός του ο μικρούλης, χωρίς να τον ρωτήσεις. Ένας άλλος έχει κατέβει με το… ποδηλατάκι του· και τα κοριτσάκια με την κούκλα τους ή με την αρκούδα τους. Όλη η ζωή του σύμπαντος, όλο το δράμα της σημερινής ανθρωπότητας, αλλά κι όλη η ελπίδα και η αμεριμνησία του μέλλοντος βρίσκονται εδώ σε μικρογραφία.

Κάθε πολίτης, αρσενικός ή θηλυκός, μικρός ή μεγάλος, έχει τα γνωστά του καταφύγια. Ξέρει κυρίως ποια είναι τα κοντινότερα καταφύγια στο σπίτι του, στο γραφείο του, στο καφενείο που πάει ή στο ρεστοράν που τρώγει. Αυτά τα καταφύγια τα θεωρεί ιδιοκτησία του. Όταν βαρέσει συναγερμός. «δεν καταλαμβάνεται εξ απροόπτου». Ξέρει πού θα πάει. Και πάει ήσυχα και καμαρωτός. Εκεί όχι μονάχα δεν θα πλήξει, γιατί θα συναντήσει τους γνωστούς του ή φίλους του του κάθε καταφυγίου, παρά και θα χαζέψει ή θα κουβεντιάσει και θ’ αλλάξει λιγάκι «αέρα», δηλ. τη μονοτονία της καθημερινής ρουτίνας. Κι όταν η σειρήνα βαρέσει διάλυση, κανένας δε βιάζεται να βγει έξω. Αργοκίνητο ποτάμι ο κόσμος όλων των ηλικιών προχωρούνε προς την έξοδο αργά κι επίσημα σαν άνθρωποι που βγαίνουν από το σπίτι τους. Γιατί όλοι οι «καταφυγιώτες» έχουνε το συναίσθημα πως το καταφύγιο είναι σπίτι τους.

Έξω όμως από τα γνωστά και τα άγνωστα μόνιμα καταφύγια, υπάρχουνε και μερικά της… ευκαιρίας. Χθες τη νύχτα π.χ. μια παρέα που βρέθηκε στην πλατεία των Πευκακίων και ζητούσε καταφύγιο, είδε ένα υπόγειο με μαρμαρένια σκαλιά και μερικά κοριτσόπουλα στην πόρτα, που κοιτάζανε τον ουρανό.

–Επιτρέπεται;

–Περάστε.

Κι η παρέα κατέβηκε τα σκαλιά. Δεν ήτανε καταφύγιο, αλλά μπορούσε να παίξει το ρόλο «ερζάτς» καταφυγίου: μια βιβλιοθήκη, καρέκλες, τραπέζι, λουλούδια κλπ. κι ένας αέρας νεανικής δροσιάς και νοικοκυροσύνης. Τα κοριτσόπουλα των διπλανών σπιτιών που είχανε κι αυτά καταφύγει στη γνωστή τους αυτήν οικογένεια, με τις μπούκλες τους και τα καλτσάκια τους, βγαίνανε στην πόρτα, κοιτάζανε τον ουρανό, ξαναγυρίζανε και μιλούσανε ψιθυριστά. Ο γέρος της παρέας, που, φαίνεται είχε πιει λιγάκι, ακούμπησε τον αγκώνα στο τραπέζι και στήριξε το άσπρο του κεφάλι στην παλάμη. Κι ενώ έξω ο απειλητικός βόμβος των αεροπλάνων αλώνιζε τον ουρανό κάτου από το φεγγάρι κι έφτανε ως το υπόγειο,  ακούστηκε ξαφνικά ένα μακάριο ρουχαλητό στα βάθη της γης. Ο γέρος τον είχε πάρει σαν στο σπίτι του.

Η πλατεία Πευκακίων του χρονογραφήματος πρέπει να είναι στην εκκλησία Άγιος Νικόλαος στην Ασκληπιού -εκείνη η περιοχή λέγεται Πευκάκια.

Αλλά ο Βάρναλης και σε επόμενο χρονογράφημά του, ένα από τα τελευταία πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα, αφού δημοσιεύτηκε στις 25 Απριλίου, κάνει πάλι αναφορά στα παιδιά και τις αντιδράσεις τους σε σχέση με σειρήνες και καταφύγια:

Αλλά ποιος θα το έλεγε πως και αυτά τα μικρά παιδάκια θα είχανε κι αυτά προσαρμοσθεί στην πραγματικότητα του πολέμου και θα είχανε πάρει τα σχετικά συνήθεια; Είπαμε, αγνοούνε τον πόλεμο και δεν θέλουνε να τον ξέρουν. Όμως άμα ακούσουνε τη σειρήνα, αφήνουνε τα παιγνίδια τους και τις φωνές τους στο δρόμο και τρέχουνε στα σπίτια τους ή στα γνωστά καταφύγια. Εκεί μέσα εξακολουθούνε να παίζουνε, αν είναι μέρα. Αν είναι νύχτα, κοιμούνται ύπνο-μολύβι. Τίποτα δεν μπορεί να τα ξυπνήσει.

Αλλά ποιος θα το έλεγε, πως η μικρούλα Αριστεΐτσα, το χάρμα της γειτονιάς, με τα κατάμαυρα μαλλιά και την περήφανη κορμοστασιά, η Αριστεΐτσα των τεσσάρων χρονών, που ακόμα δεν μπορεί να πει το ρο, θα είχε τόσο συνηθίσει στον πόλεμο, ώστε να μηχανοποιήσει τις αντιδράσεις της, που φέρνει η σειρήνα του συναγερμού; Μόλις βαρέσει η σειρήνα, παίρνει στο ένα χέρι μια φέτα ψωμί, στο άλλο ένα κύπελλο νερό, και καμαρωτή και προσεχτική μη στάξει και μη βρέξει πάει στο καταφύγιό της. Η γειτονιά την ξέρει και γελά που την βλέπει να προβαίνει ιερατική και επίσημη. Γιατί ξέρει, πως το περίφημο καταφύγιό της είναι κάποιο υπόγειο σ’ ένα αντικρινό μονόπατο σπίτι.

Την εποχή εκείνη ο Βάρναλης κατοικούσε στη Δημοχάρους, πίσω από τα (τότε) Παραπήγματα. Η μικρούλα Αριστεΐτσα, τετράχρονη τότε, μπορεί να είναι σήμερα μια θαλερή ογδοντάχρονη. Δεν θα έχει πια κατάμαυρα τα μαλλιά, βέβαια. Είθε τα δικά της εγγόνια να ακούνε τις σειρήνες μόνο στις ασκήσεις!

 

 

Posted in Αθηναιογραφία, Αντιδάνεια, Βάρναλης, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Συνεργασίες, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 131 Σχόλια »

Δάμων και Φιντίας και άλλα διάσημα ζευγάρια

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2017

Τις προάλλες είχαμε άρθρο για την έκφραση «κρέας και νύχι» που τη λέμε για δυο πρόσωπα που έχουν πολύ στενή σχέση μεταξύ τους -έκφραση όχι πολύ γνωστή, αλλά κοσμιότερη απο την πολύ γνωστότερη «κώλος και βρακί» και πολύ γνωστότερη από την εξίσου κόσμια «φηλί-κλειδί».

Χτες, στα σχόλια του άρθρου εκείνου, ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος είχε την ιδέα να συγκεντρώσουμε ζευγάρια «που για τον έναν ή τον άλλον λόγο έχουν δεθεί μεταξύ τους και πάνε σετάκι· από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τὶς μέρες μας. Μπορεί να είναι φίλοι, εχθροί, εραστές, συμμαχητές, συναθλητές, καλλιτέχνες ή δημοσιογράφοι».

Και έκανε την αρχή αναφέροντας μερικά:

Κάστωρ και Πολυδεύκης,
Δάμων και Φιντίας,
Ετεοκλής και Πολυνείκης,
Αρμόδιος και Αριστογείτων,
Δάτις και Αρταφέρνης,
Ορφέας και Ευρυδίκη,
Δάφνις και Χλόη,
Ηρώ και Λέανδρος,
Βέλθανδρος και Χρυσάντζα,
Λίβιστρος και Ροδάμνη,
Ερωτόκριτος και Αρετούσα,
Ρωμαίος και Ιουλιέτα,
Χοντρός-Λιγνός,
Άμποτ και Κοστέλο,
Μουζάς-Λιγνός,
Κορώνης-Φίλανδρος,
Μαστέλος-Δημησιάνος,
Δομάζος-Αντωνιάδης,
Γκάλης-Γιαννάκης,
Τσουλφά-Μπεκατώρου,
Πανούτσος-Καρπετόπουλος,
Λυριτζής-Οικονόμου,
Καμπουράκης-Οικονομέας.
Επαμεινώνδας και Πελοπίδας,
Σάκο και Βαντσέτι,
Καραολής και Δημητρίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ευτράπελα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 831 Σχόλια »

Χενετικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 23 Σεπτεμβρίου, 2017

Όπως και την προηγούμενη βδομάδα, έτσι και σήμερα ο τίτλος του πολυσυλλεκτικού μας άρθρου είναι παρμένος από ένα μεζεδάκι της πιατέλας. Κι αυτό το είχα από την (προ)προηγούμενη εβδομάδα, αλλά δεν είναι από τα μεζεδάκια που μπαγιατεύουν.

Και πάλι, τη φωτογραφία μού την έστειλε φίλος από το Ηράκλειο Κρήτης.

Όπως μου λέει, η πινακίδα της φωτογραφίας βρίσκεται σε στάση του Αστικού ΚΤΕΛ και δείχνει τη διαδρομή ενός λεωφορείου που φέρνει τους τουρίστες κοντά στα αξιοθέατα της πόλης.

Κάτω δεξιά, είναι το Henetian Port και στην άκρη του δεσπόζει το Koule Fort. Το Koule Fort είναι πλεονασμός που θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, αλλά τι να πει κανείς για το Henetian Port;

Οι τουρίστες θα αναρωτιούνται ποιος είναι αυτός ο άγνωστος λαός, οι Henetians, εκτός αν σκεφτούν ότι η λέξη  αναφέρεται σε κάποια ιδιαίτερη τεχνική κατασκευής λιμανιών…

(Φυσικά στα αγγλικά είναι Venetian. Πάντως, ο ληξίαρχος της αγγλικής πτέρυγας της Νομανσλάνδης παρακαλείται να εγγράψει τους Henetians στα κιτάπια του -και εξ αντανακλάσεως εμείς τους Χενετούς).

* Ξεκινάμε με μια είδηση για ένα κορίτσι που το απήγαγε ο πατέρας του, που δεν έχει την επιμέλειά του. Στη σχετική ειδησεογραφία χρησιμοποιείται συνήθως ο όρος «αρπαγή» στον τίτλο της είδησης, αλλά στο κυρίως κείμενο χρησιμοποιείται το ρήμα «απομακρύνθηκε» και μάλιστα με τρόπο που κάθε άλλο παρά σαφής είναι:

Η Ειρήνη Ζ., έχει ύψος 1,30 μ., ζυγίζει 29 κιλά, έχει καστανά μαλλιά και καστανά μάτια. Την ημέρα που απομακρύνθηκε από τον πατέρα της φορούσε πολύχρωμο κολάν, λευκή μπλούζα με μαύρες καρδιές και μωβ σαγιονάρες.

Όταν διαβάζω «απομακρύνθηκε από τον πατέρα της» καταλαβαίνω πως το κορίτσι μόνο του πήγε πιο πέρα, χωρίς ο πατέρας να το πάρει είδηση, και τελικά χάθηκε -και νομίζω πως κι εσείς το ίδιο καταλαβαίνετε, και μόνο αυτό. Δεν καταλαβαίνω ότι ο πατέρας πήρε το παιδί και δεν το επέστρεψε όπως ήταν το συμφωνημένο. Για να το καταλάβω αυτό πρέπει ή να χρησιμοποιηθεί άλλο ρήμα (π.χ. απήχθη) ή να πούμε: την απομάκρυνε ο πατέρας της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη, Φρασεολογικά, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , | 223 Σχόλια »

Κρέας και νύχι

Posted by sarant στο 19 Σεπτεμβρίου, 2017

Σε ένα παλιό άρθρο, που είχε θέμα την Άννα Καρένινα του Τολστόι και την κλασική μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου, που τότε είχε επανεκδοθεί, έγραφα ανάμεσα στ’ αλλα:

Κάπου αλλού, θέλοντας [ο Αλεξάνδρου] να αποδώσει σε υποσημείωση τον γαλλικό ιδιωματισμό ami cochon, που ο Τολστόι το αφήνει γαλλικά στο κείμενο, και για να αποφύγει το κακέμφατο με το βρακί, διαλέγει το «φιλί-κλειδί» που ταιριάζει βέβαια μια χαρά αλλά είχε παλιώσει ήδη το 1960· εγώ θα έβαζα «κρέας και νύχι». Και κανονικά το γράφουμε «φηλί κλειδί» διότι δεν είναι φιλί που φιλάμε αλλά θηλιά. Οι εκφράσεις αυτές αξίζουν ιδιαίτερο σημείωμα.

Τις προάλλες, έπεσα από σπόντα πάνω σε εκείνο το παλιό άρθρο και είδα την υπόρρητη υπόσχεση για τις εκφράσεις που αξίζουν ιδιαίτερο σημείωμα. Κι έτσι προέκυψε το σημερινό άρθρο.

Οι «εκφράσεις αυτές» είναι τρεις, αν και η μία αναφέρεται μόνο υπαινικτικά: είναι κρέας και νύχι, είναι κώλος και βρακί, είναι φηλί-κλειδί. Όλες σημαίνουν το ίδιο πράγμα.

Λέγονται για ανθρώπους που έχουν πολύ στενή σχέση, που είναι αχώριστοι φίλοι, που έχουν ισχυρούς και στενούς δεσμούς. Πόσο στενούς; Όσο έχουν το κρέας και το νύχι, που ελάχιστη απόσταση υπάρχει μεταξύ τους -το λέει και η παροιμία, που συνήθως λέγεται γι’ αντρόγυνα: «Ανάμεσα στο νύχι και στο κρέας τίποτε δεν χωρεί».

Σε ίδια στενή και συνεχή σχέση βρίσκεται βέβαια ο πισινός μας με το βρακί, αλλά το φηλί θέλει λίγη εξήγηση. Φηλί είναι η κλειδαρότρυπα, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Συγκριτικά γλωσσικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 192 Σχόλια »

Το ελληνικό κέρατο

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2017

Ελπίζω να μην πήγε ο νους σας στο πονηρό. Ο τίτλος δεν υπαινίσσεται τίποτα για τα ελληνικά αντρόγυνα. Αντίθετα, έχει σχέση με λαχανικά.

Θα μπορούσα μάλιστα να το βάλω κουίζ, και μάλλον θα είχε και γούστο, να σας ζητήσω δηλαδή να μαντέψετε ποιο λαχανικό λέγεται «ελληνικό κέρατο» σε κάποια ευρωπαϊκή γλώσσα, αλλά υπερίσχυσε η επιθυμία μου να βάλω και φωτογραφία στο άρθρο, οπότε το κουίζ δεν έχει νόημα.

Οπότε, σήμερα θα μιλήσουμε για τις μπάμιες. Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι του συγγραφέα Θάνου Κάππα, ο οποίος έγραψε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ ένα πολύ ωραίο κείμενο για τη σχέση του με τις μπάμιες, που θα το αναδημοσιεύσω πιο κάτω, αφού πήρα την άδεια. Το κείμενο του Θ.Κ. ήταν και αυτό που μ’ έσπρωξε να γράψω το σημερινό άρθρο, συν το γεγονός ότι έχω πολύν καιρό να προσθέσω άρθρο στο «Μποστάνι των λέξεων», όπως λέω την κατηγορία άρθρων που έχουν να κάνουν με τα λεξιλογικά των λαχανικών και των οσπρίων.

Πριν σας λύσω την απορία ποιοι λένε «ελληνικό κέρατο» την μπάμια, να δούμε γιατί τη λέμε μπάμια εμείς.

Τη λέμε μπάμια, λοιπόν, επειδή δανειστήκαμε τη λέξη από τα τουρκικά, bamya. Η τουρκική λέξη είναι αραβικής αρχής.

Η επίσημη ονομασία του φυτού είναι Ιβίσκος ο εδώδιμος, διότι υπάρχουν και άλλοι ιβίσκοι που χρησιμεύουν σαν καλλωπιστικά φυτά. Δεν νομίζω πάντως ότι η λέξη «ιβίσκος» χρησιμοποιήθηκε ποτέ ευρύτερα. Άλλωστε, αν πεις «έλα να φάμε, έχω μαγειρέψει ιβίσκους» κινδυνεύεις να σε καταγγείλουν στη Φιλοζωική Εταιρεία ότι σκότωσες και τρως κάποιο σπάνιο είδος εξωτικών πουλιών.

Παρεμπιπτόντως, η λέξη ιβίσκος δεν είναι ελληνικής αρχής, είναι δάνειο από το λατινικό hibiscus, το οποίο είναι, λέει, κελτικής αρχής. Και ενώ ο hibiscus έχει h, ο ιβίσκος περιέργως δεν έπαιρνε δασεία, αλλ’ αφού ο άγιος Κριαράς μάς απάλλαξε από τ’ αλεξανδρινά σκουληκάκια δεν μας νοιάζει. Αλλά φλυαρώ.

Ο Σταματάκος λέει ότι το αρχαίο αντίστοιχο της μπάμιας είναι λαθυρίς, αλλά στα κιτάπια μου βρίσκω πως η λαθυρίς αντιστοιχεί σε άλλα φυτά -υπάρχει άλλωστε στη νεότερη γλώσσα το λαθούρι. Φαίνεται ότι ο Σταματάκος έπεσε θύμα παλαιότερων λεξικογράφων, και δεν διάβασε τον πρωτοπόρο Γρ. Παλαιολόγο, ο οποίος από το 1833 το έλεγε ότι την πάμια «κατά λάθος λεξικογράφοι τινές λαθυρίδα ονόμασαν, διότι λαθυρίς είναι το άνθος κινατζιτζεή τουρκιστί λεγόμενον». Και την λέει «πάμια» υποθέτω από κυπριακή επιρροή.

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι μάλλον δεν πρέπει να γνώριζαν τη μπάμια. Στη Βικιπαίδεια βρίσκω ότι ήρθε στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα μέσω Αιγύπτου, αλλά ότι η απώτερη προέλευσή της είναι μάλλον η Δυτική Αφρική. Στα αγγλικά, η μπάμια λέγεται okra, που δεν έχει σχέση με την «ωχρά» λίρα ή σπειροχαίτη, αλλά είναι δάνειο από τη γλώσσα Igbo της Δυτικής Αφρικής.

Στα γαλλικά, η μπάμια λέγεται καταρχάς gοmbo, που επίσης είναι αφρικανικό δάνειο -και από εκεί λέγεται gumbo σε διάφορες περιοχές των ΗΠΑ. Ωστόσο, πάλι στα γαλλικά, οι μπάμιες λέγονται και cornes grecques, ελληνικά κέρατα κατά λέξη, κι έτσι λύθηκε το αίνιγμα του τίτλου.

Η ομοιότητα της μπάμιας με το κέρατο είναι οφθαλμοφανής, αλλά γιατί ελληνικά; Ίσως επειδή οι μπάμιες τρώγονται κυρίως στα μέρη τα δικά μας, στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι και φαγητό που ταιριάζει στα δικά μας τα γούστα. Όπως λέει ο προαναφερθείς Παλαιολόγος, «Ολίγοι Ευρωπαίοι εκ των ζώντων εις την Ελλάδα ημπορούν να τας συνηθίσουν, αν και ημείς τας ευρίσκομεν νοστίμους».

Ίσως πάλι οι μπάμιες να έγιναν γνωστές από Έλληνες εμπόρους ή ίσως να τις προτιμούσαν οι Ρωμιοί. Πάντως μού έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο όρος corne grecque συνηθιζόταν κυρίως στα γαλλικά της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, η ονομασία είναι και σήμερα ζωντανή -και εδώ μπορείτε να δείτε μια συνταγή για ελληνικά κέρατα ραγού (όχι, δεν υπάρχει κερασφόρο ζώο ονόματι «ραγός»!)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Κινηματογράφος, Μποστάνι των λέξεων, Συνεργασίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Τι είναι ο χιονοκλώνος;

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2017

Δεν είναι πολύ εύκολο να απαντήσει κάποιος στην ερώτηση του τίτλου, μεταξύ άλλων επειδή η λέξη «χιονοκλώνος» δεν νομίζω να υπήρχε χτες -το βέβαιο είναι ότι δεν γκουγκλιζόταν, αν και βέβαια σε λίγη ώρα από τη δημοσίευση του άρθρου θα αρχίσει να γκουγκλίζεται.

Και παρόλο που τη λέξη την έπλασα εγώ, δεν θεωρώ τον όρο ιδιαίτερα πετυχημένο, όπως δεν ήταν και πολύ πετυχημένο, κατά τη γνώμη μου, το υπόδειγμα πάνω στο οποίο βασίστηκα για να πλάσω αυτόν τον νεολογισμό.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ένα χρονογράφημα του Βάρναλη, όπου γίνεται λόγος για απατεώνες, τελειώνει με τη φράση:

«Zωή, το όνομά σου είναι απάτη», θα έλεγε ο Σέξπιρ.

Θέλησα να βρω το αγγλικό αντίστοιχο, που το ήξερα αλλά δεν το θυμόμουν ολόκληρο -θυμόμουν ότι τελείωνε σε thy name is woman (αυτό το thy είναι ο παλιός αγγλικός τύπος της αντωνυμίας στο β’ πρόσωπο ενικό), αλλά δεν θυμόμουν την πρώτη λέξη, οπότε γκούγκλισα και βρήκα πως είναι Frailty, thy name is woman. Ο στίχος είναι από τον Άμλετ, από τον μονόλογο της αρχής (πριν τον περίφημο με το «Να ζει κανείς ή να μη ζει», είναι εκεί όπου ο Άμλετ μαθαίνει πως η μητέρα του πρόκειται να παντρευτεί τον θείο του τον Κλαύδιο αμέσως μετά τον θάνατο του βασιλιά συζύγου της και πατέρα του. «Αδυναμία, τ’ όνομά σου είναι γυναίκα», το έχει μεταφράσει ο Ρώτας. «Αδυναμία, το κανονικό σου όνομα είναι Γυναίκα», ο Μπελιές.

Ήξερα πως ο σεξπιρικός στίχος έχει παραφραστεί αρκετές φορές στα αγγλικά, αλλά δεν ήξερα ότι υπήρχε και σχετικό λήμμα η Βικιπαίδεια. Από τον αρχικό στίχο, σταθερό διατηρείται το κεντρικό μέρος: Α thy name is Β. Το φραστικό αυτό μοτίβο (Α, το όνομά σου είναι Β) σημαίνει ότι ο/η/το Β ενσαρκώνει απόλυτα την ιδιότητα Α, που συνήθως είναι κάτι το αρνητικό. Παράδειγμα, σε ένα επεισόδιο του CSI ένας ντετέκτιβ βλέπει έναν άλλον να καλλωπίζεται και λέει «Vanity, thy name is Hodges», Φιλαρέσκεια, το όνομά σου είναι Χότζες, επικρίνει δηλαδή τον Χ. για φιλαρέσκεια.

Θα τελειώναμε εδώ, αλλά αυτό που μου κίνησε την περιέργεια είναι ότι η Βικιπαίδεια χαρακτηρίζει αυτό το φραστικό μοτίβο snowclone. Σύμφωνα με τον ορισμό στο σχετικό λήμμα, snowclone είναι μια άμεσα αναγνωρίσιμη πολυχρησιμοποιημένη φράση που επιδέχεται παράφραση κατά θεωρητικά απεριόριστους τρόπους.

Δεν θέλει και πολλή φιλοσοφία να αποδώσεις, χαλκομανικώς, το snowclone ως χιονοκλώνο. Το μεταφραστικό δάνειο (calque, γι’ αυτό και χαλκομανία) είναι ενδεδειγμένη λύση σε παρόμοιες περιπτώσεις. Από τις άλλες γλώσσες που έχουν ανάλογο βικιπαιδικό λήμμα, τα βουλγάρικα και τα ολλανδικά χρησιμοποιούν επίσης μεταφραστικό δάνειο ενώ 2-3 άλλες γλώσσες υιοθετούν αυτούσιο τον αγγλικό όρο. Αλλά επειδή το clone είναι ελληνογενές, θεώρησα καλύτερο να πλάσω ελληνικόν όρο, μήπως και φτάσουμε κάποτε τα 5 εκατομμύρια λέξεις που είναι δα και στόχος του έθνους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ευτράπελα, Διαδίκτυο, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 236 Σχόλια »

Και πάλι για τον άμπακο, τον αγλέουρα, τον περίδρομο και το καταπέτασμα

Posted by sarant στο 22 Αύγουστος, 2017

Όπως έχω πει, το καλοκαίρι τούτο θα βάζουμε αρκετές επαναλήψεις παλιότερων άρθρων. Έχω ξεχωρίσει μερικά άρθρα υποψήφια προς επανάληψη (από τα 3000+ που έχει δημοσιεύσει το ιστολόγιο στα 8+ χρόνια που εκπέμπει) αλλά το σημερινό δεν είναι ένα από αυτά. Μου το θύμισε όμως η μητέρα μου, που μου έγραψε πως η φίλη της η Λούλη μου ζήτησε να γράψω από πού προέρχεται η λέξη «αγλέορας». Φυσικά, έχουμε παρουσιάσει σχετικό άρθρο, και καθώς το βρήκα διαπίστωσα ότι είναι αρκετά παλιό (κοντεύει να κλείσει επταετία από την πρωτη δημοσίευσή του) και δεν είχε σχολιαστεί και πολύ όταν πρωτομπήκε, άρα προσφέρεται για αναδημοσίευση.

Για να μην παραπονιούνται όσοι ισχυρομνήμονες θυμούνται το παλιότερο άρθρο, έχω συμπεριλάβει σε τούτη την αναδημοσίευση στοιχεία από άλλο ένα παλιό άρθρο, ενώ στην αρχή της σημερινής αναδημοσίευσης προτάσσω έναν καταλογο με εκφράσεις που τις λέμε όταν κάποιος τρώει πολύ και που καλείστε να τον συμπληρώσετε. Δηλαδή τούτη η αναδημοσίευση περιέχει υλικό από τρία παλιά άρθρα -ε, συμφέρει!

Το αρχικό άρθρο είχε γραφτεί το 2010, ως συνέχεια ενός άλλου άρθρου που είχε αφορμή τη διάσημη πλέον φράση του Θ. Πάγκαλου «Μαζί τα φάγαμε».

Εκείνο το άρθρο κατέληγε με τη διαπίστωση ότι κάποιοι όχι μόνο τρώνε αλλά και ξεπερνούν τη χόρταση, κυριολεκτικά ή μεταφορικά:

καταβροχθίζουν, χλαπακιάζουν, γουρουνιάζουν, σαβουρώνουν, γκουμουλώνουν, ντερλικώνουν, περιδρομιάζουν, τρώνε τον αγλέουρα, τον αβλέμονα, τον άμπακο, τον περίδρομο, το καταπέτασμα, την κάνουν ταράτσα, την τυλώνουν, τρώνε μέχρι σκασμού, μέχρι κορεσμού, μέχρι να γκώσουν, μέχρι να πρηστούν, μέχρι να σμπλουνιάσουν.

Θα συμπληρώσετε ίσως τον κατάλογο στα σχόλια, πάντως πολλές από τις παραπάνω λέξεις και εκφράσεις έχουν λεξιλογικό ενδιαφέρον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 115 Σχόλια »

Τον τύλιξαν σε μια κόλλα χαρτί -με γενετικό υλικό

Posted by sarant στο 5 Ιουλίου, 2017

Η παροιμιακή έκφραση «τον τύλιξαν σε μια κόλλα χαρτί», που τη χρησιμοποιώ στον τίτλο, σημαίνει ότι του έκαναν αναφορά ή μήνυση και επίκειται η καταδίκη ή η τιμωρία του.

Ο κατηγορούμενος εμφανίζεται τυλιγμένος μέσα στο διπλωμένο χαρτί του εγγράφου, άρα σε δεινή θέση -αδύνατο ή πολύ δύσκολο είναι να ξεφύγει.

Οι περισσότερες παροιμιακές εκφράσεις μας έχουν αγροτική αρχή, τούτη όμως πρέπει να ξεκίνησε από τις πειθαρχικές αναφορές της στρατιωτικής ή υπαλληλικής ζωής στα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους. Δείχνει και την αμηχανία του αμύητου πολίτη απέναντι στις δαιδαλώδεις δικαστικές διαδικασίες.

Πέρα από τον δικαστικό/πειθαρχικό τομέα, η έκφραση χρησιμοποιείται επίσης όταν κάποιος, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, βρίσκεται δεσμευμένος με τους όρους ενός συμβολαίου που έχει υπογράψει ή μιας σύμβασης που έχει συνάψει. Ίσως από αυτή την αρχή, το ΛΚΝ δίνει για την έκφραση «τυλίγω κάποιον σε μια κόλα χαρτί» τη δεύτερη σημασία «ξεγελώ κπ., τον πείθω εύκολα να κάνει κτ. που εγώ θέλω», μια σημασία που προσωπικά δεν την έχω βρει σε χρήση.

(Παρένθεση: μια και εδώ λεξιλογούμε, θα προσέξατε ότι το ΛΚΝ γράφει την κόλα χαρτί με ένα λ, ενώ την κόλλα που κολλάμε με δύο λ. Ο Μπαμπινιώτης, αντίθετα, και για τις δύο περιπτώσεις χρησιμοποιεί διπλό σύμφωνο. Το σημειώνω απλώς. Ίσως άλλη φορά ασχοληθώ περισσότερο -προς το παρόν, κρατάω τη γραφή «κόλλα» που έχω χρησιμοποιήσει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται», όπου περιλαμβάνεται και η προκείμενη παροιμιακή έκφραση).

Η έκφραση χρησιμοποιείται επίσης και σαν απειλή: θα σε τυλίξω σε μια κόλλα χαρτί: θα σε μπλέξω σε μια δίκη ή σε μια πειθαρχική διαδικασία, απ’ όπου δεν θα ξεμπλέξεις εύκολα.

Η απειλή αυτή κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας και τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ακόμα πιο επίφοβη, αν βέβαια η κόλλα χαρτί έχει πασαλειφτεί με γενετικό υλικό.

Αναφέρομαι βέβαια στα τεστ DNA, που χρησιμοποιούνται από τις διωκτικές αρχές ως αποδεικτικό στοιχείο για την καταδίκη υπόπτων ακόμα και όταν λείπει κάθε άλλο πειστήριο, όπως φαίνεται να έχει γίνει στην υπόθεση της Ηριάννας Β.Λ. για την οποία γράψαμε πρόσφατα: η μεταπτυχιακή ερευνήτρια φαίνεται πως καταδικάστηκε σε 13 χρόνια φυλάκιση με μόνο στοιχείο ένα ελαττωματικό δείγμα DNA που βρέθηκε πάνω σε κινητό αντικείμενο -τη γεμιστήρα ενός όπλου-, ένα δείγμα που πολύ βολικά «εξαντλήθηκε» κι έτσι δεν έγινε εφικτό να υποβληθεί σε πραγματογνωμοσύνη από την πλευρά της υπεράσπισης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικαστικά, Επικαιρότητα, Νομικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 137 Σχόλια »

Τα μάτια και το διασάκι

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2017

Διασταυρώθηκα τις προάλλες με μια νεανική παρέα στο δρόμο. Ήταν ένα αγόρι, πανύψηλο όπως τα περισσότερα της γενιάς του, και τρία κορίτσια. Συζητούσαν για ντυσίματα, αλλά δεν πρόσεξα τι έλεγαν. Μόλις έφυγαν από το οπτικό μου πεδίο, μία από τις κοπέλες φώναξε, διαμαρτυρόμενη:

– Τι κοιτάζεις, ρε, τι κοιτάζεις;

Δεν ήθελα να γυρίσω να κοιτάξω κι εγώ, πάντως το αγόρι απάντησε μάλλον ατάραχο

– Τα μάτια τα έχουμε για να κοιτάζουμε· αλλιώς θα αγγίζαμε με τα χέρια.

Δεν δόθηκε συνέχεια στη συζήτηση, τουλάχιστον ώσπου ν’ απομακρυνθούν.

Ήταν νέα παιδιά, κάτω από τα είκοσι, οπότε στις παρέες τους δεν θα συνηθιζόταν η στερεότυπη απάντηση που είχα ακούσει μικρός:

– Για τα πάντα υπάρχει νόμος, για τα μάτια όχι όμως.

Την παροιμιώδη αυτή φράση την είχα πρωτακούσει από τη γιαγιά μου, και πάνε πολλά χρόνια που δεν θυμάμαι να την έχω ακούσει, ωστόσο γκουγκλίζοντας τη βρίσκω να χρησιμοποιείται αρκετά, ιδίως ως εισαγωγή σε φωτογραφίες που δείχνουν άντρες να ρίχνουν αμήχανα, λάγνα ή έκπληκτα βλέμματα σε καλλίγραμμες και όχι βαριά ντυμένες γυναίκες, συχνά σε αθλητικές συναντήσεις.

Η φράση που μας απασχολεί σήμερα θα μπορούσε ίσως να μπει λεζάντα και στη διάσημη φωτογραφία αριστερά, όπου η Σοφία Λόρεν λοξοκοιτάζει επιτιμητικά το αποκαλυπτικό ντεκολτέ της Τζέιν Μάνσφιλντ.

Όμως εδώ λεξιλογούμε κι έτσι δεν θα επεκταθούμε στις καλλίγραμμες και στα κάλλη τους. Επιστρέφουμε στη φράση, που μου έδινε ανέκαθεν την εντύπωση πως έχει φτιαχτεί στο σχολείο ή σε αστικό περιβάλλον, δεν είναι δηλαδή αυθεντικά λαϊκή. Ίσως την εντύπωση αυτή να μου τη δημιουργεί η ρίμα, που είναι πρωτότυπη αλλά πεποιημένη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 133 Σχόλια »

Καλό καίρι!

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2017

Σύμφωνα με πληροφορίες από το Αστεροσκοπείο, στις 07.24 σήμερα το πρωί είχαμε το θερινό ηλιοστάσιο κι έτσι μπήκαμε επισήμως στο καλοκαίρι, ένα ορόσημο που σημαδεύεται από τις μεγαλύτερες σε διάρκεια μέρες της χρονιάς. Το ιστολόγιο θα σας ευχηθεί αναδημοσιεύοντας ένα προπέρσινο άρθρο με τα λεξιλογικά του καλοκαιριού, μια και είπαμε ότι φέτος έχουμε μπει σε τροχιά επαναλήψεων.

Όμως, ενώ αναδημοσιεύω χωρίς πολλές αλλαγές το προπέρσινο άρθρο, αλλάζω τον τίτλο, για να ειρωνευτώ αυτήν τη γλωσσοδιορθωτική ανοησία που ακούστηκε πρόσφατα με τις πανελλήνιες εξετάσεις, ότι τάχαμ είναι λάθος, διότι πλεονασμός, να ευχόμαστε «καλή επιτυχία» αφού η επιτυχία είναι ούτως ή άλλως κάτι θετικό. Αν τραβήξουμε αυτή τη λογική λίγο πιο πέρα, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως είναι πλεονασμός να ευχόμαστε «καλό καλοκαίρι» διότι το καλοκαίρι έχει μέσα του το «καλό».

Πράγματι, το καλοκαίρι είναι λέξη μεσαιωνική και προέκυψε «εκ συναρπαγής» που λένε οι φιλόλογοι, δηλαδή από συγχώνευση σε μια λέξη της φράσης «καλός καιρός». Ήδη σε κάποιο ελληνολατινικό γλωσσάρι της ύστερης αρχαιότητας παραδίδεται ο τύπος «καλόκαιρος» με την επεξήγηση bonum tempus, ενώ σε κείμενο του 9ου αιώνα απαντά ο τύπος «καλοκαίριον» -από εκεί είναι εύκολο, καλοκαίριν, καλοκαίρι. Το πιάσαμε το υπονοούμενο, το καλοκαίρι κάνει καλό καιρό!

Η αρχαία λέξη έχει διατηρηθεί κι αυτή, θέρος. Είναι ήδη ομηρική (ουτ’ εν θέρει, ουδ’ εν οπώρη στην Οδύσσεια, όπου οπώρα το φθινόπωρο) και προέρχεται από ινδοευρωπαϊκή ρίζα που δηλώνει τη ζέστη και τη θερμότητα -από την οποία άλλωστε προέρχεται και η λέξη «θερμός». Θέρος όμως είναι και ο θερισμός: θέρος-τρύγος-πόλεμος λέει η παροιμία για τις τρεις μεγάλες αναστατώσεις της παλιάς εποχής. Άραγε να ονομάστηκε το καλοκαίρι από τον θερισμό, να σημαίνει «εποχή του θερισμού»; Όχι, το αντίστροφο συνέβη, η αρχική σημασία του ρήματος «θερίζω» ήταν «περνώ το καλοκαίρι» και μετά πήρε τη σημασία «δρέπω».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 174 Σχόλια »