Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φρούτα εποχής’ Category

Το ελληνικό μαύρο χρυσάφι ξανά

Posted by sarant στο 13 Αύγουστος, 2019

Επειδή είχα μετακινήσεις χτες, αναδημοσιεύω σήμερα ένα παλιό άρθρο της σειράς με τα οπωρικά, ένα άρθρο μάλιστα που, περιέργως, δεν έχει αναδημοσιευτεί μετά την αρχική του δημοσίευση, το μακρινό 2011, παρά μόνο στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις». Σήμερα βάζω το αντίστοιχο κομμάτι από το βιβλίο, που είναι αρκετά διαφορετικό από την αρχική μορφή του άρθρου.

Πετρέλαιο ακόμα δεν έχουμε αξιωθεί να βρούμε σε μεγάλες ποσότητες κάτω από τη γη ή τη θάλασσά μας, και ίσως να μη βρούμε ποτέ, αλλά ελληνικός μαύρος χρυσός έχει υπάρξει στο παρελθόν, εξίσου προσοδοφόρος και πολύ πιο εύγευστος. Είναι η σταφίδα.

Η αποξήρανση των σταφυλιών για παρασκευή σταφίδας είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Ο Έρμιππος, κωμικός της κλασικής εποχής, σε ένα απόσπασμα κωμωδίας που διασώζεται από τον Αθήναιο, μας πληροφορεί ότι οι καλύτερες σταφίδες έρχονταν από τη Ρόδο. Η λέξη που χρησιμοποιεί είναι «ασταφίς», που ήταν παράλληλος τύπος με το «σταφίς» και αρχαιότερος. Φανερή είναι η σχέση με τη λέξη «σταφυλή». Υπάρχει και αρχαία παροιμία, «Ανθρώπου γέροντος ασταφίς η κεφαλή», η οποία μας θυμίζει το «σταφιδιασμένος» που λέμε εμείς σήμερα για κάποιον που έχει γεράσει και το δέρμα του είναι ζαρωμένο και  γεμάτο ρυτίδες.

Η κορινθιακή σταφίδα, δηλαδή η μαύρη, έγινε τόσο ονομαστή ώστε ταυτίστηκε σχεδόν με τη σταφίδα και γλωσσικά. Η λέξη «currant», που σημαίνει στα αγγλικά την κορινθιακή μαύρη σταφίδα, έχει την αρχή της στην Κόρινθο. Από τα γαλλικά, raisins de Corinthe, ή μάλλον raisins de Corauntz όπως ήταν στα γαλλικά της εποχής, πέρασε τον 14ο αιώνα και στα αγγλικά, όπου σιγά-σιγά το raisins παραλείφθηκε. Στα κείμενα της εποχής τη λέξη τη βρίσκει κανείς γραμμένη σε πάμπολλες παραλλαγές: corentes, corauntz, currents, currence, corans κτλ.

Μάλιστα, όταν τον 16ο αιώνα άρχισαν να καλλιεργούνται στην Αγγλία τα φραγκοστάφυλα, ο κόσμος νόμισε ότι αυτός ο καρπός είναι η νωπή μορφή της σταφίδας, και τα είπε κι αυτά currant· το λάθος επισημάνθηκε αμέσως, αλλά, όπως συχνά συμβαίνει, ρίζωσε, γι’ αυτό  σήμερα currants λέγονται και τα φραγκοστάφυλα και οι σταφίδες. Στην Αμερική, για να διαλυθεί η σύγχυση, τις σταφίδες τις λένε Zante currants, δηλαδή ζακυνθινές. Η Ζάκυνθος ήταν σημαντική πηγή για εξαγωγές σταφίδας προς τη Βρετανία. Μια λέξη σχεδόν ξεχασμένη για την κορινθιακή σταφίδα είναι το κουρεντί,  αντιδάνειο από το currant.

Όταν κέρδισε η Ελλάδα την ανεξαρτησία της, η σταφίδα ήταν το μοναδικό αξιόλογο εξαγωγικό προϊόν του νεαρού κράτους. Δεδομένου ότι έφτασε να αντιπροσωπεύει το 50%-75% της αξίας του συνόλου των ευρωπαϊκών εξαγωγών, δεν είναι υπερβολή αυτό που είχε πει ο Ξ. Ζολώτας, ότι η σταφίδα για την Ελλάδα ήταν «ό,τι και ο καφές για τη Βραζιλία». Τότε η σταφίδα χαρακτηρίστηκε «χρυσός της Κορινθίας», αν και καλλιεργήθηκε σε πολύ ευρύτερη ζώνη, σε όλη τη δυτική και βορειοδυτική Πελοπόννησο και στα Επτάνησα, όπου οι αγρότες επέκτειναν δυσανάλογα τις αμπελοφυτείες σε βάρος των ελαιώνων και των άλλων καλλιεργειών. Πολλές οικογένειες που έπαιξαν ηγετικό ρόλο στην ελληνική πολιτική σκηνή εδραιώθηκαν με άξονα τις ζώνες Κόρινθος-Πάτρα και Πύργος-Καλαμάτα και συνδέθηκαν με το εμπόριο της σταφίδας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 142 Σχόλια »

Από πού βγαίνει το καρπούζι; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων άρθρων.

Στο σημερινό άρθρο, ο Νίκος Νικολάου ασχολείται με ένα φρούτο της εποχής, το καρπούζι, αλλά από ετυμολογική άποψη -και συνομιλεί με παλιότερα άρθρα του ιστολογίου.

Αρχική μορφή εδώ.

Η συμβολή μου εδώ παίρνει τη μορφή κονσέρβας: αναδημοσιεύω άρθρα που είχα γράψει στην Κβόρα, το 2016 και 2017, εμπλουτισμένα και μεταφρασμένα.

Το συγκεκριμένο άρθρο συγγενεύει με άρθρο που έχει ήδη δυο φορές εμφανιστεί εδώ κονσέρβα από τον ίδιο το Νίκο το Σαραντάκο: Το ελληνικό πεπόνι με τα πολλά ονόματα (ύστατη μορφή: Ο βασιλιάς του καλοκαιριού;)

Το άρθρο του Νίκου για το καρπούζι αναφέρει:

Εμείς βέβαια το λέμε καρπούζι, το οποίο είναι τουρκικό δάνειο (karpuz), αν και δεν είναι σαφές από πού το πήραν οι Τούρκοι. Και οι Ρώσοι, που το λένε Αρμπούζ, από τα τούρκικα πρέπει να το έχουν πάρει.

[…]

Το ήξεραν οι αρχαίοι το καρπούζι; Οι γνώμες διίστανται. Είναι μάλλον βέβαιο πως η κοιτίδα του καρπουζιού είναι η τροπική Αφρική, οι δε Αιγύπτιοι σαφώς το γνώριζαν –το έβαζαν και στους τάφους των Φαραώ, βρίσκω κάπου· στου Τουταγχαμών τον τάφο έχουν βρεθεί σπόρια καρπουζιού. Ο Γεννάδιος υποστηρίζει λοιπόν ότι είναι αδύνατο οι αρχαίοι Έλληνες, που είχαν διαρκή επικοινωνία από πολύ παλιά με τους Αιγυπτίους, να μη γνώριζαν το καρπούζι.

Σε ανύποπτο χρόνο, ανέφερα στην Κβόρα την πρόταση του Νικόλαου του Κονεμένου να αντικαταστήσει το τουρκικό καρπούζι με το χειμωνικό. (Αγγλόγλωσσος ιστότοπος γενικού ενδιαφέροντος είναι η Κβόρα, αλλά έλεγα και γω τα δικά μου.)

Οπότε ο τούρκος Κβορανός Ali Berat απόρησε, και με ρώτησε.

Μα δεν είναι ελληνικό το karpuz; Κοίταξα στο ετυμολογικό λεξικό, και μου είπε πως βγαίνει από το καρπόω

(Όπως είπε ο Νίκος: «δεν είναι σαφές από πού το πήραν οι Τούρκοι».)

Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως, το να παράγεται το καρπούζι από το καρπός αποτελεί μια ιδέα τόσο κουφή, που μόνο στην πλάκα αναφέρεται. Όπως μάλιστα είχα αναφέρει, προκύπτει στον ελληνόγλωσσο ιστό μόνο στο σατιρικό Καινούργιες λέξεις III («Πρόκειται για γνησία αρχαία ελληνική οπώρα, η οποία έθελξε και τους τουρκεστανούς εισβολείς, εξού και το τουρκοπρεπές γλωσσικό ένδυμα.» Το παράγει μάλιστα από το σκοπίμως ασυνάρτητο υποκοριστικό καρπός-διον.) Α, προκύπτει και σε διστακτικό σχόλιο που έχει γίνει εδώ το 2010, στην πρώτη ανάρτηση: «Αποκλείεται η λέξη καρπουζ να είναι αντιδάνειο; Από τους «καρπούς»; Λέμε τώρα.»

Οπότε η απορία του Αλί Μπεράτ, και το ενδεχόμενο να αποτελεί αντιδάνειο το καρπούζι, με ξαπόστειλε σε πέντε ετυμολογικά άρθρα, και κίνησε και μένα και τη φίλη μου τη Δήμητρα Τριανταφυλλίδου να ψάξουμε την προϊστορία του καρπουζιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Συνεργασίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 158 Σχόλια »

Το φρούτο από την Περσία -και πάλι

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2019

Στα νιάτα μου, που πηγαινα πολύ στο σινεμά, το καλοκαίρι ήταν εποχή επαναλήψεων -μια ευκαιρία να δεις όχι μόνο (και όχι τόσο) τις ταινίες της χειμωνιάτικης σεζόν που είχες χάσει αλλά και πλήθος κλασικές παλιές ταινίες. Στο ιστολόγιο το καλοκαίρι επαναλαμβάνουμε άρθρα, πότε πότε. Αφήνω όμως να περνάνε κάμποσα χρόνια από την αρχική δημοσίευση ή την προηγούμενη αναδημοσίευση, ώστε να το έχουν μισοξεχάσει οι παλαιότεροι.

Κι έτσι σήμερα θα δούμε ένα από τα παλιά άρθρα μου για τα οπωρικά, που είναι και η εποχή τους.

Το αρχικό άρθρο είχε δημοσιευτεί πριν από οχτώ χρόνια κι ένα μήνα, τον Ιούνιο του 2011, και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις. Η πρώτη αναδημοσίευση έγινε το 2015, πριν από τέσσερα χρόνια δηλαδή. H σημερινή αναδημοσίευση είναι η δεύτερη, πάντα με ενσωμάτωση κάποιων σχολίων από την προηγούμενη.

Και θα ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Γιατί το είπα «φρούτο από την Περσία»;

Όπως έχουμε ξαναπεί, οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά και οι Ρωμαίοι, χρησιμοποιούσαν σε πολλές περιπτώσεις το μήλο (malum) σαν γενικό όρο για τα οπωρικά, προσθέτοντας ένα προσδιοριστικό επίθετο για να δηλώσουν άλλα φρούτα.

Έτσι, για παράδειγμα, το βερίκοκο το ονόμασαν αρμενιακόν μήλον, αν και η ονομασία δεν έπιασε. Το χρυσό ροδάκινο το είπαν περσικόν μήλον, και η ονομασία έπιασε στα λατινικά, όπως θα δούμε παρακάτω, όχι όμως στα ελληνικά. Η ροδακινιά είναι βέβαια ιθαγενής της Κίνας, στα μέρη μας όμως τα ροδάκινα ήρθαν από την Περσία, πιθανότατα με τις εκστρατείες του Αλέξανδρου.

Ο Θεόφραστος, στο σύγγραμμά του για την ιστορία των φυτών,  αναφέρει την περσική μηλέα, ενώ ο Αθήναιος παραθέτει άφθονες αναφορές που ασφαλώς ή πιθανώς εννοούν τα ροδάκινα, μεταξύ των οποίων και ένα απόσπασμα από έργο του Αντιφάνη, όπου ένας νέος προσφέρει σε μια κόρη να δοκιμάσει «χρυσά μήλα», και της λέει πως «νεωστί γαρ το σπέρμα τούτ’ αφιγμένον εις τας Αθήνας παρά του βασιλέως» (δηλαδή πρόσφατα ήρθε από την Περσία), και η κοπέλα τα παινεύει λέγοντας πως τα νόμισε μήλα των Εσπερίδων. Πρέπει βέβαια να πούμε πως ο Αθήναιος θεωρεί ότι ο διάλογος αφορά τα κίτρα, που και αυτά, όπως έχουμε πει  στο σχετικό άρθρο τα έλεγαν «μηδικά μήλα», αλλά είναι πολύ πιθανότερο να νοούνται τα ροδάκινα γιατί προσφέρονται ως εκλεκτό έδεσμα –κάτι που μάλλον αποκλείει τα (σχεδόν μη φαγώσιμα) κίτρα.

Περσικά μήλα λοιπόν τα ροδάκινα, και όπως πολύ συχνά συμβαίνει το ουσιαστικό έπεσε και ονομάστηκαν σκέτα περσικά. Αλλά και στα λατινικά, malum persicum το είπαν το ροδάκινο κι εκεί το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε και το φρούτο έμεινε να λέγεται persicum, στον πληθυντικό persica. Κι απ’ αυτόν τον πληθυντικό, που θεωρήθηκε ενικός θηλυκού γένους, ονομάστηκε, με τις ανάλογες αλλοιώσεις, το ροδάκινο σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες (αν και όχι στα ισπανικά, βλ. πιο κάτω): peach στα αγγλικά, pêche στα γαλλικά, Pfirsisch στα γερμανικά, pesca στα ιταλικά, pêssego στα πορτογαλικά· κι αν στις παραπάνω λέξεις μόνο ο ετυμολόγος μπορεί να αναγνωρίσει την περσική αρχή, τα ολλανδικά (Perzik) ή τα ρώσικα (πέρσικι) ή μερικές ιταλικές διάλεκτοι (persica) διατηρούν ολοζώντανη την ανάμνηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 130 Σχόλια »

Να κεράσει άλλο ένα κεράσι;

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2019

Όταν δεν προλαβαίνω να γράψω καινούργιο άρθρο, επαναλαμβάνω κάποιο παλιότερο -αυτό συμβαίνει και με το σημερινό μας άρθρο, που δημοσιεύεται για τρίτη φορά σήμερα. Ta άρθρα μου για τα οπωρικά συνηθίζω να τα επαναλαμβάνω κάθε 4-5 χρόνια, και αφού η προηγούμενη δημοσίευση του σημερινού έγινε το 2015 νομίζω ότι δεν θα γκρινιάξετε πολύ, ειδικά αφού τα κεράσια είναι στην εποχή τους. Προσθέτω και μερικά πράγματα, άλλωστε.

Στο τραγούδι «Ναύτης βγήκε στη στεριά», ο Μάνος Ελευθερίου, που έγραψε τους στίχους, βάζει τον ναύτη να θέλει να κεράσει «μια βανίλια παγωτό και γλυκό κεράσι». Κεράσι θα σας κεράσω στο κεφάλαιο αυτό, επισημαίνοντας πρώτα-πρώτα ότι η ομοιότητα του κερασιού με το ρήμα «κερνάω» είναι εντελώς συμπτωματική.

(Yπάρχει βέβαια και το ανέκδοτο, με τον αλλοδαπό που πηγαίνει στο περίπτερο και ρωτάει «έχει παγκωτό κεράσι;» κι όταν ο περιπτεράς του πει να πάρει από ψυγείο εκείνος λέει: «ευκαριστώ, εγκώ κεράσει άλλη φορά»).

Η λέξη κεράσι έχει αρχαία ελληνική προέλευση, από το ελληνιστικό κεράσιον, υποκοριστικό του κέρασος, που σήμαινε την κερασιά. Το δέντρο φαίνεται πως ήρθε από τη Μικρασία, αν σκεφτούμε και το τοπωνύμιο Κερασούς, οπότε η ελληνική λέξη θα είναι δάνειο από κάποια μικρασιατική γλώσσα, πανάρχαιο μάλιστα.

Στη Ρώμη, την καλλιεργούμενη κερασιά την έφερε από τον Πόντο ο Λούκουλλος  και ονομάστηκε cerasus. Ο καρπός της κερασιάς, το κεράσι, ονομάστηκε cerasium, στα μεταγενέστερα λατινικά ceresium, και στα λαϊκά λατινικά ο τύπος του πληθυντικού ceresia θεωρήθηκε εσφαλμένα ως ενικός θηλυκού γένους. Από αυτόν παράγεται το γαλλικό cerise και το αγγλονορμανδικό cherise, και επειδή η κατάληξη θεωρήθηκε κατά λάθος ότι δηλώνει πληθυντικό, στα αγγλικά το τελικό –s εξέπεσε κι έχουμε το μεσαιωνικό αγγλικό chery, σημερινό cherry,  που σημαίνει κεράσι. Μέσω των λατινικών πέρασε η λέξη στις πιο πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες (ή και όχι μέσω των λατινικών, π.χ. κιράζ στα τούρκικα,) και από τα αγγλικά επανήλθε ως αντιδάνειο το τσέρι, που είναι σύντμηση του cherry brandy.

Στα ιταλικά το κεράσι είναι ciliegia, που και αυτό στο λαϊκό λατινικό ανάγεται, απλώς έχει αλλάξει λίγο περσσότερο. Πάντως στη νότια Ιταλία το λένε cerase, που δείχνει πιο καθαρά την προέλευσή του.

Να σημειωθεί ότι το σέρι (sherry) είναι και αυτό αγγλικής προελεύσεως και ηδύποτο, αλλά ετυμολογικά δεν έχει καμιά σχέση με το τσέρι, αφού πήρε την ονομασία του από την ισπανική πόλη Xeres απ’ όπου το προμηθεύονταν οι Άγγλοι. Αντιδάνειο και από κεράσια, αλλά λιγότερο διαδομένο είναι το γερμανικό κιρς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 171 Σχόλια »

Να λείπει το βύσσινο; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2019

Μια μεγάλη χαρά που πήρα τώρα στις γιορτές ήταν που μπόρεσα επιτέλους να συναντηθώ από κοντά με τον Νίκο Νικολάου, ή Nick Nicholas, τον δαιμόνιο Ηλληνιστεύκοντα γλωσσολόγο που μας κάνει συχνά την τιμή να σχολιάζει στο ιστολόγιο. Αλληλογραφία έχουμε εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, αλλά ως τώρα, επειδή εκείνος κυκλοφορούσε μεταξύ ΗΠΑ και Αυστραλίας κι εγώ συνήθως ήμουν εκτός Ελλάδος όποτε την επισκεπτόταν, δεν είχαμε μπορέσει να συναντηθούμε.

Ανάμεσα στα πολλά και τα διάφορα που συζητήσαμε, ο Νικολάου μού είπε ότι είχε γράψει, στα αγγλικά, αρκετά γλωσσικά άρθρα ελληνικού ενδιαφέροντος για άλλους ιστοτόπους. Του είπα λοιπόν, ότι θα ήταν πολύ καλή ιδέα αν μπορούσε να μεταφράσει/ξαναγράψει μερικά από τα άρθρα αυτά για το ιστολόγιό μας.

Σήμερα δημοσιεύω με πολλή χαρά το πρώτο άρθρο του Νίκου Νικολάου. Αν και όταν βρει καιρό, θα μας στείλει και άλλο, αλλά μην περιμένετε συχνότερα από ένα άρθρο το μήνα.

Μη σας ξεγελάει ο τίτλος. Το άρθρο δεν ασχολείται με την πασίγνωστη έκφραση «Να λείπει το βύσσινο», ή «να μένει το βύσσινο», που τη λέει κάποιος όταν αρνείται πρόταση ή προσφορά που του έγινε, επειδή συνοδεύεται από υποχρεώσεις που δεν θέλει να δεχθεί ή επειδή τη βρίσκει ασύμφορη ή επικίνδυνη. Με την έκφραση αυτή είχαμε ασχοληθεί σε παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, όπου εξετάζουμε και την κοινώς παραδεκτή ετυμολογία της λέξης «βύσσινο». Μόνο που ο Νίκος Νικολάου έρχεται εδώ να προτείνει μια διαφορετική ετυμολογία για το βύσσινο. Ας τον ακούσουμε. [Η αρχική δημοσίευση του άρθρου στα αγγλικά, είναι εδώ].

Να λείπει το βύσσινο;

Δύσκολο πράγμα η ετυμολογία, κατά γενική ομολογία. Για να κάνεις ετυμολογία σωστά, πρέπει να ξέρεις γερά και γλώσσες, και γλωσσικές διαδικασίες, και ιστορία, και να βάλεις κάτω και μπόλικη λογική. Και να τα βάλεις αυτά κάτω, πάλι θα καταντήσεις συχνά να ξεδιαλέγεις ανάμεσα σε περισσότερο και λιγότερο πιθανές εικασίες. Γιατί καταπώς είπε κι ο Τσιφόρος κάποτε, οι σοφοί διαφωνούν όταν δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Όταν ξέρουν, λένε «ένα κι ένα κάνουν δύο», και τελειώσανε.

Η δε ετυμολογία της νεοελληνικής, δεν είναι κι από τις λιγότερο ζόρικες. Έχεις να κάνεις με το βάρος της τρισχιλιετούς, έχεις να κάνεις με τις τόσες γλώσσες που πέρασαν από το ρωμαίικο κατά καιρούς, διαβατάρικες ή μόνιμες, έχεις να κάνεις και με το πολυπληθές των διαλέκτων και των γλωσσικών διαδικασιών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Συνεργασίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 168 Σχόλια »

Το πανάρχαιο φρούτο (επανάληψη)

Posted by sarant στο 21 Σεπτεμβρίου, 2018

Μια και είναι στην εποχή τους αυτόν τον καιρό, σκέφτηκα σήμερα να επαναλάβω, επαυξημένο με τα δικά σας σχόλια, ένα άρθρο που είχε δημοσιευτεί εδώ πριν από πέντε χρόνια, και που επίσης έχει περιληφθεί στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

Μερικά φρούτα ήρθαν στα μέρη μας τους τελευταίους μόνο αιώνες, χάρη στην πρόοδο των συγκοινωνιών, άλλα τα έφεραν από τον Νέο Κόσμο μετά το ταξίδι του Κολόμβου, άλλα έφτασαν στους βυζαντινούς ή τους ελληνιστικούς καιρούς, μερικά όμως ήταν «πάντοτε» εδώ· το πάντοτε να μην το πάρουμε τοις μετρητοίς, αλλά πάντως από πολύ παλιά. Ένα τέτοιο πανάρχαιο φρούτο, που είχε περάσει στο περιθώριο, αν και τα τελευταία χρόνια έχει τραβήξει και πάλι το ενδιαφέρον, είναι το ρόδι.

Το ρόδι βγαίνει απ’ τη ροδιά (Punica granatum), αλλά και η ροδιά βγαίνει, ετυμολογικά εννοώ, από το ρόδι. Εξηγούμαι. Οι αρχαίοι, το δέντρο το έλεγαν ροιά, και το ρόδι ήταν ρόα. Από το υποκοριστικό, ροΐδιον, που είναι της ελληνιστικής εποχής, βγήκε αργότερα ο τύπος ρόιδι, και ρόιδο, και σήμερα ρόδι. Από το νεότερο ρόδι, ονομάστηκε ξανά ροδιά το δέντρο. Στην Κύπρο τη λένε και ροβιά, ενώ στην Κρήτη ρόγδι και ρογδιά.

Η ροδιά είναι από τα οπωροφόρα δέντρα που απαντούν στον Όμηρο: Όγχναι (αχλαδιές) και ροιαί και μηλέαι αγλαόκαρποι (Οδύσσεια, η 114). Πριν προχωρήσω, να διευκρινίσω ότι επιστημονικά η ροδιά θεωρείται θάμνος και όχι δέντρο –αλλά ασφαλώς αυτό ενδιαφέρει περισσότερο τους βοτανολόγους. Για την ετυμολογία της λέξης δεν υπάρχει ομοφωνία, αλλά τα λεξικά προκρίνουν την σύνδεση με το ρήμα ρέω, πιθανώς λόγω των καθαρτικών ιδιοτήτων του ροδιού.

Στην αρχαιότητα υπήρχε και μια άλλη ελληνική λέξη για τη ροδιά, σίδη ή σίδα, όπως την έλεγαν οι Βοιωτοί αλλά και οι Κρήτες. Υπάρχει κι ένα γουστόζικο ανέκδοτο στον Αθήναιο. Μια εποχή, Αθηναίοι και Θηβαίοι φιλονικούσαν σε ποιον ανήκει μια περιοχή, που λεγόταν Σίδαι. Ο Επαμεινώνδας λοιπόν έβγαλε από τον κόρφο του ένα ρόδι και ρώτησε τους Αθηναίους, πώς το λένε. Ρόαν, του απάντησαν. Αλλ’ ημείς σίδαν, απάντησε εκείνος και νίκησε.

Στην ελληνική μυθολογία το ρόδι παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, αν θυμηθούμε τον μύθο της Περσεφόνης, που την έκλεψε ο Πλούτωνας στον κάτω κόσμο, και εκεί την ξεγέλασε και της έδωσε να φάει έξι σπυριά ροδιού, και γι’ αυτό η κόρη της Δήμητρας αναγκάστηκε να μένει έξι μήνες το χρόνο στον Άδη (και αυτούς τους μήνες έχουμε χειμώνα· σε άλλες παραλλαγές του μύθου γίνεται λόγος για λιγότερα σπυριά και μήνες).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 190 Σχόλια »

Το αιγινήτικο, όπως είπαμε, είναι νοστιμότερο!

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2018

Το σημερινό άρθρο είναι μεν επίκαιρο, αφού τώρα βγαίνουν τα φιστίκια, αλλά είναι και επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από έξι χρόνια.

Το άρθρο είναι επίκαιρο και για έναν παραπάνω λόγο. Από αύριο ως και την Κυριακή, 13-16 Σεπτεμβρίου, γίνεται στην Αίγινα η 10η Γιορτή φιστικιού.

Τις προάλλες ρίξαμε τα φιστίκια, φιστίκια σαν κι αυτά της φωτογραφίας. Ρίξαμε, θα πει «μαζέψαμε», αλλά αυτό το ρήμα χρησιμοποιούν οι περισσότεροι για τη συγκομιδή των φιστικιών, η οποία γίνεται με ραβδισμό.

Το «ρίξαμε» που χρησιμοποιώ είναι καταχρηστικό -τα έριξαν οι εργάτες, η δική μου συμμετοχή ήταν να τους δίνω νερά και μπίρες από το ψυγείο. Παλιότερα, που τα φιστίκια τα είχαμε μόνοι μας, πάλι εργάτες έρχονταν αλλά δουλεύαμε κι εμείς κανονικά, όμως εδώ και κάμποσα χρόνια τα φιστίκια τα έχουμε «κολιγικά», που σημαίνει ότι κάποιος (που λέγεται κολίγας, επιβίωση της παλιάς λέξης με τροποποιημένη σημασία) τα φροντίζει όλο το χρόνο (κλάδεμα, πότισμα, λίπασμα κτλ.) βάσει συμφωνίας που προσδιορίζει ποιες δαπάνες ανήκουν στον ιδιοκτήτη και ποιες στον κολίγα, και παίρνει ένα ποσοστό της συγκομιδής. Το ποσοστό αυτό παλιά ήταν 50%, αλλά τώρα τελευταία έχει γίνει 60% «και δεν βρίσκεις» (εννούν κολίγα) όπως άκουσα να λένε.

Τα φιστίκια τα μαζεύουν, όπως είπα, με ραβδισμούς, περίπου όπως παραδοσιακά τις ελιές (αν και για τις ελιές έχουν βγει βραχύσωμες ποικιλίες που επιτρέπουν μάζεμα αυτοματοποιημένο, με μηχανήματα). Στρώνουν πανιά από κάτω απ’ τα δέντρα και 3-4 εργάτες μαζί ραβδίζουν τα κλαριά κοντά στους «κούνους», όπως λέγονται τα «τσαμπιά» με τους καρπούς -η λέξη «κούνος» προφανώς βγαίνει από το «κώνος». Το χτύπημα θέλει ρέγουλα και τέχνη, να ρίξεις κάτω τον ώριμο καρπό χωρίς να τραυματίσεις το δέντρο (και χωρίς να πέσουν τα φιστίκια πολύ μακριά, έξω από τα στρωμένα πανιά. Μετά σέρνουν με προσοχή τα πανιά κάτω από άλλο δέντρο, και κάθε τόσο, όταν γεμίζουν, τα αδειάζουν σε τσουβάλια. Φυσικά, το ράβδισμα δεν ρίχνει μόνο ώριμο καρπό, ρίχνει και άγουρα ή τζούφια φιστίκια, ρίχνει και φύλλα. Μετά από κάθε δέντρο, οι εργάτες ίσως κάνουν μια πρώτη διαλογή, πετάνε έξω φύλλα και τέτοια, αλλά αδρομερώς, δεν χασομεράνε σ’ αυτό. Αν το συνεργείο έχει και πιτσιρίκια, μαζεύουν τη χαμάδα, δηλ. τα φιστίκια που έχουν πέσει στο χώμα, έξω από τα πανιά. (Αυτή τη δουλειά την έχω κάνει κι εγώ μικρός -ράβδισμα όχι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Γλωσσικά συμπόσια, Δημήτρης Σαραντάκος, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 210 Σχόλια »

Ο Μεξικανός δικηγόρος

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2018

Παρά τον τίτλο του, το άρθρο δεν είναι αφιερωμένο σε κάποιον Μεξικάνο νομικό, έναν Χουάν Γκονζάλες Ρίος ας πούμε, αλλά στον καρπό της φωτογραφίας, το αβοκάντο. Γιατί το λέω Μεξικάνο και δικηγόρο, θα το δούμε παρακάτω.

Tο ιστολόγιο αγαπά τα φρούτα και κατά καιρούς δημοσιεύουμε και αναδημοσιεύουμε άρθρα για τα οπωρικά, που άλλωστε έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις» (2013).

Είναι φρούτο το αβοκάντο ή λαχανικό; Θα απαντήσουμε από τη σκοπιά του καταναλωτή, όχι του γεωπόνου. Εφόσον τρώγεται κυρίως σε σαλάτες και καρυκευμένο, θα το βάλουμε στην ίδια περίπου κατηγορία με τη ντομάτα, άρα στα λαχανικά θα το κατατάξουμε. Ωστόσο, στο βιβλίο μου που αναφέρω παραπάνω, έχω συμπεριλάβει ένα κεφάλαιο για τον ανανά και άλλα εξωτικά φρούτα, και σ’ αυτό χώρεσα και μια παραγραφούλα για το αβοκάντο. Στο σημερινό άρθρο, η παραγραφούλα μετατρέπεται σε αρθράκι.

Λοιπόν, το αβοκάντο είναι καρπός ιθαγενής του Μεξικού, και φυσικά υπάρχει σε πολλές ποικιλίες που δεν είναι όλες γνωστές στα δικά μας τα μέρη. Ακόμα και σήμερα, που η καλλιέργειά του έχει εξαπλωθεί σε όλες τις (κατάλληλες) περιοχές του κόσμου, το Μεξικό αντιπροσωπεύει το 34% της παραγωγής αβοκάντο, ενώ μεγάλη παραγωγή έχουν επίσης η Δομινικανή Δημοκρατία, το Περού, η Κολομβία αλλά και η Ινδονησία.

Στη γλώσσα Ναχουάτλ, δηλαδή τη γλώσσα των Αζτέκων, ο καρπός αυτός, που ήταν βασικός για τη διατροφή τους, ονομαζόταν ahuacatl, το οποίο, με το συμπάθιο, θα πει όρχις. Ονομάστηκε έτσι λόγω του σχήματος του καρπού και επειδή τα αβοκάντο φυτρώνουν σε ζευγάρια. Στα μεξικάνικα ισπανικά έγινε aguacate. Την αζτέκικη ονομασία τη βρίσκουμε και στη σάλτσα γουακαμόλε, που φτιάχνεται από αβοκάντο. Η αρχική της ονομασία ήταν ahuacamolli.

Το όνομα του καρπού στα καστιλιάνικα ισπανικά έγινε avocado και παρασυσχετίστηκε με τη λέξη abogado (δικηγόρος). Στα αγγλικά έγινε avocado, απ’ όπου το είπαμε κι εμείς αβοκάντο. Στα γαλλικά, ο καρπός λέγεται avocat, ακριβώς το ίδιο όπως και ο δικηγόρος! Όμως δεν τα μπερδεύουν οι Γάλλοι, κι έτσι στα σουπερμάρκετ, στα καφάσια με τα αβοκάντο, δεν θα βρείτε κανέναν δικηγόρο να πουλιέται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 190 Σχόλια »

Εικοσπενταυγουστιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 25 Αύγουστος, 2018

Δεν έβρισκα άλλον τίτλο για το καθιερωμένο σαββατιάτικο άρθρο μας, οπότε είπα να εκμεταλλευτώ την ημερομηνία -αφού υπάρχει δεκαπενταυγουστιάτικος γιατί να μην φτιάξουμε και τη λέξη «εικοσπενταυγουστιάτικος»; (Με την ίδια λογική, κάποια άλλη χρονιά είχα φτιάξει τα ‘πενταυγουστιάτικα μεζεδάκια’).

Θα μπορούσα βέβαια να τα πω και «επιληπτικά μεζεδάκια» για να σχολιάσω την αποφυλάκιση του Άρη Φλώρου της Energa, καταδικασμένου για κατάχρηση δημοσίου χρήματος αλλά και για ηθική αυτουργία σε απόπειρα δολοφονίας, ο οποίος προσκόμισε πιστοποιητικά ότι πάσχει από κρίσεις επιληψίας και ψυχολογικά προβλήματα κι έτσι αποφυλακίστηκε με αναπηρία 67% αφού εξέτισε ποινή μόλις 19 μηνών (που την πέρασε κυρίως σε ψυχιατρεία). Αν σκεφτούμε και άλλες υποθέσεις (Παπαγεωργόπουλος κτλ) προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι αν καταδικαστείς για κλοπή του δημοσίου αμέσως μετά αρρωσταίνεις βαριά και μένεις ανάπηρος. Οπότε καλύτερα που έχουμε την υγειά μας.

* Και ξεκινάμε με μια στραβοκλισιά, από το φιλελεύθερο Liberal.gr. Σε άρθρο για τον βανδαλισμό στο Βυζαντινό Μουσείο, διαβάζουμε για «ένα πρωτοφανή περιστατικό για τα ελληνικά δεδομένα».

Φαίνεται πως όσα χρόνια κι αν περάσουν, τα τριγενή και δικατάληκτα δεν θα ενταχθούν ποτέ αβίαστα στο κλιτικό της νέας ελληνικής…

* Και από τη στραβοκλισιά στην ακλισιά. Διαβάζουμε άρθρο για την πλουσιότερη γυναίκα του κόσμου, όπου μαθαίνουμε πως η εν λόγω ζάΜπλουτη κυρία «νυμφεύτηκε με ένα εξέχων τραπεζίτη από τη Λουιζιάνα». Αν ο τραπεζίτης δεν ήταν εξέχων αλλά, ας πούμε, μεγάλος, πλούσιος ή σημαντικός, θα κλινόταν κανονικά. Κακό δικό του λοιπόν.

* Κι ένα βγαλμένο όχι απλώς από τη ζωή αλλά από τα ψώνια μου.

Πεπόνια GADALUP.

Όχι, δεν έρχονται από τη Γουαδελούπη. Είναι της ποικιλίας cantaloupe, που ονομάζεται έτσι από την ιταλική πόλη Cantalupo, χωριό πιο σωστά, απ’ όπου υποτίθεται ότι προήλθε αυτή η ποικιλία πεπονιού.

Σε άλλα σουπερμάρκετ τα βλέπεις κανταλούπ και κανταλούπε, ελληνογραμμένα.

* Και μια αθλητική είδηση. Διαβάζω σε αθλητικόν ιστότοπο ότι ο μπασκετμπολίστας Μοραγιονινουολούγουα Τσουκουεμέκα Σολουάντε, που έπαιζε στην Ουνικάχα Μάλαγα, υπέγραψε στη Λέγκια Βαρσοβίας. Κάπου 17 συλλαβές, αν μέτρησα καλά, ή αλλιώς «Παπασταθόπουλε φάε τη σκόνη μου».

Είναι αυτό που λένε «ο Πρόεδρος έφερε μεγάλο όνομα στην ομάδα»!

Ο παίκτης έχει πάντως συντομέψει το όνομά του σε Μο Σολουάντε, διότι αλλιώς οι σπορτκάστερ που μεταδίδουν αγώνα του θα ζητούσαν ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά.

(Από πού κατάγεται ο παίκτης, δεν ξέρω. Είναι γεννημένος στη Μεγάλη Βρετανία και είναι Βρετανός πολίτης και δεν είναι τόσο διάσημος ώστε να μας πληροφορεί η Βικιπαίδεια για τις ρίζες του. Νοτιοαφρικανικές, υποθέτω).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, Επιγραφές, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 167 Σχόλια »

Ο βασιλιάς του καλοκαιριού;

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2018

Καθώς αυτές τις μέρες ταξιδεύω, το ιστολόγιο αναδημοσιεύει παλιότερα άρθρα. Καλοκαίρι έχουμε άλλωστε, εποχή επαναλήψεω, αλλά και κατάλληλη εποχή για τον καρπό που θα δούμε σήμερα, που αρκετοί τον θεωρούν «βασιλιά του καλοκαιριού». Η αμέσως προηγούμενη αναδημοσίευση βρίσκεται εδώ.

Φαίνεται πως για τους περισσότερους το καρπούζι είναι ο βασιλιάς των φρούτων του καλοκαιριού –όμως εγώ έχω κηρύξει δημοκρατία· θέλω να πω, δεν συμμερίζομαι τη γενική λατρεία για το καρπούζι –ευχαρίστως θα το γευτώ στο εστιατόριο, στο τέλος του γεύματος, αλλά με κανένα τρόπο δεν θα το θεωρούσα το αγαπημένο μου φρούτο. Αν όμως γευστικά το καρπούζι βρίσκεται χαμηλά στην κλίμακα των προτιμήσεών μου, γλωσσικά έχει μεγάλο ενδιαφέρον, και μεγάλη ποικιλία από ονόματα σε διάφορες γλώσσες.

Εμείς βέβαια το λέμε καρπούζι, το οποίο είναι τουρκικό δάνειο (karpuz), αν και δεν είναι σαφές από πού το πήραν οι Τούρκοι. Και οι Ρώσοι, που το λένε Αρμπούζ, από τα τούρκικα πρέπει να το έχουν πάρει. Βρίσκω ότι καρπούζ το λένε (μεταξύ άλλων ονομάτων) και οι Βούλγαροι. Βέβαια, επειδή λέξη όπως το καρπούζι δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτή στην επίσημη ονοματολογία, πλάστηκε η «ελληνική» ονομασία υδροπέπων, που τη βάζω σε εισαγωγικά διότι είναι καραμπινάτο μεταφραστικό δάνειο, από το γαλλικό melon d’eau και άλλες ανάλογες ονομασίες στα αγγλικά (watermelon), στα γερμανικά (Wassermelone) και σε άλλες γλώσσες.

Είναι δηλαδή το καρπούζι, κατά την ονομασία αυτή, ένα πεπόνι με μπόλικο νερό· άλλωστε, από φυτολογική άποψη καρπούζια και πεπόνια είναι συγγενικά είδη. Να πούμε εδώ ότι η λέξη melon της αγγλικής (και οι ανάλογες των άλλων γλωσσών) ανάγεται στο λατινικό melo, σύντμηση του melopepo, που είναι δάνειο από το ελλ. μηλοπέπων. Ποιος ακριβώς καρπός ήταν το melopepo δεν ξέρουμε, ίσως κάποιο κολοκυθοειδές. Σύμφωνα με τα περισσότερα λεξικά, το μηλοπέπων των αρχαίων ήταν το πεπόνι, αλλά ο Γεννάδιος στο Φυτολογικό λεξικό του λέει ότι οι μηλοπέπονες του Διοσκουρίδη και του Γαληνού πιθανότατα ήταν καρπούζια. Δεν αποκλείεται η ίδια λέξη να χρησιμοποιήθηκε και για τα δυο φρούτα, λέω εγώ.

Το ήξεραν οι αρχαίοι το καρπούζι; Οι γνώμες διίστανται. Είναι μάλλον βέβαιο πως η κοιτίδα του καρπουζιού είναι η τροπική Αφρική, οι δε Αιγύπτιοι σαφώς το γνώριζαν –το έβαζαν και στους τάφους των Φαραώ, βρίσκω κάπου· στου Τουταγχαμών τον τάφο έχουν βρεθεί σπόρια καρπουζιού. Ο Γεννάδιος υποστηρίζει λοιπόν ότι είναι αδύνατο οι αρχαίοι Έλληνες, που είχαν διαρκή επικοινωνία από πολύ παλιά με τους Αιγυπτίους, να μη γνώριζαν το καρπούζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παροιμίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 205 Σχόλια »

Το ώριμο φρούτο ξανά

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2018

Μπήκε για τα καλά το καλοκαίρι, κι ας μας εκνεύρισε ο Ιούμβριος, κι ακόμα δεν έχουμε κεράσει ένα φρουτάκι. Ο λόγος είναι ότι τα άρθρα για τα οπωρικά, που πρώτα παρουσιάστηκαν στο ιστολόγιο και στη συνέχεια αποτέλεσαν το βιβλίο Οπωροφόρες λέξεις το 2013, έχουν όλα σχεδόν αναδημοσιευτεί στο ιστολόγιο σχετικά πρόσφατα, πριν από 2 ή 3 χρόνια δηλαδή και φροντίζω ν’ αποφεύγω τις τόσο κοντινές επαναλήψεις. Όλα σχεδόν όμως, όχι όλα. Έτσι σήμερα αναδημοσιεύω ένα άρθρο που πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από τέσσερα χρόνια, πάλι Ιούλιο μήνα, όπως αρμόζει σε φρούτο της εποχής. Πάντως, για να μην παραπονιούνται και οι ισχυρομνήμονες, έχω προσθέσει κάμποσο υλικό που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση, κυρίως ενσωματώνοντας δικά σας σχόλια αλλά όχι μόνο.

Ποιο είναι το ώριμο φρούτο; Μη σας παραπλανά ο τίτλος, όταν λέω για ώριμο φρούτο δεν υπαινίσσομαι την οποιαδήποτε κυβέρνηση και δεν έχω στο νου μου τη λεγόμενη «θεωρία του ώριμου φρούτου», σύμφωνα με την οποία αυτό που πρέπει να κάνει η οποιαδήποτε αντιπολίτευση είναι να κρατήσει χαμηλό προφίλ και να περιμένει την κυβέρνηση να καταρρεύσει μόνη της, από τις δικές της αδυναμίες, όπως μόνος του πέφτει από το κλαδί του δέντρου ο καρπός σαν έρθει η ώρα του. Το σημερινό άρθρο δεν ασχολείται με την πολιτική.

Φρούτα υπάρχουν άγουρα, ώριμα και υπερώριμα –φυσικά, ανάλογα με την εποχή στην οποία βρίσκονται– αλλά υπάρχει κι ένα φρούτο που είναι πάντοτε ώριμο! Με το δίκιο σας θα μου πείτε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο· αδύνατο στη φύση, όχι όμως στη γλώσσα. Εννοώ ότι υπάρχει ένα φρούτο που το ίδιο του το όνομα δηλώνει απλώς ότι είναι ώριμο. Είναι το πεπόνι.

Στα νέα ελληνικά το λέμε πεπόνι, στην ελληνιστική εποχή ήταν πεπόνιον, υποκοριστικό του αρχαίου πέπων· η αρχική σημασία της λέξης πέπων είναι ακριβώς «ώριμος καρπός». Προέρχεται από το ρήμα πέσσω που σημαίνει ψήνω, ωριμάζω, αλλά και χωνεύω – και η πέψη από εκεί προέρχεται. Αρχικά το πέπων έπαιζε ρόλο επιθέτου στα αρχαία, μια και η πλήρης ονομασία ήταν «σίκυος πέπων» (στον Ιπποκράτη). Πρέπει να πούμε ότι καθόλου βέβαιοι δεν είμαστε τι είδους ώριμος καρπός ήταν αυτός ο «σίκυος» της κλασικής εποχής,  ωστόσο από τα αρχαιολογικά ευρήματα προκύπτει ότι τα πεπόνια ήταν γνωστά κατά την αρχαιότητα στην Ελλάδα.

Κάποια στιγμή το επίθετο «πέπων» ουσιαστικοποιήθηκε και έμεινε μόνο του. Ο Φρύνιχος, ο συντηρητικός αττικιστής δάσκαλος του 2ου αιώνα μ.Χ., συμβούλευε τους μαθητές του να μην χρησιμοποιούν τη λέξη «πέπων» προκειμένου να αναφερθούν στον συγκεκριμένο καρπό, τον σίκυο, διότι πέπων είναι ο οποιοσδήποτε ώριμος καρπός, αλλά ήδη η γλώσσα είχε προχωρήσει αφήνοντας τον Φρύνιχο έξι αιώνες πίσω – το έχουν πάθει αυτό πολλοί δάσκαλοι ανά τους αιώνες…

Τα πεπόνια στα αγγλικά και στα γαλλικά λέγονται melon, λέξη που ανάγεται στο λατινικό melo, σύντμηση του melopepo, το οποίο είναι δάνειο από το ελληνικό μηλοπέπων. Ποιος ακριβώς καρπός ήταν το melopepo και πάλι δεν ξέρουμε, ίσως κάποιο κολοκυθοειδές. Σύμφωνα με τα περισσότερα λεξικά, ο μηλοπέπων των δικών μας αρχαίων ήταν το πεπόνι, αλλά ο Γεννάδιος στο Φυτολογικό λεξικό του λέει ότι οι μηλοπέπονες του Διοσκουρίδη και του Γαληνού πιθανόν ήταν καρπούζια. Δεν αποκλείεται η ίδια λέξη να χρησιμοποιήθηκε και για τα δυο φρούτα, θα έλεγα. Κατά τον Dalby, ο μηλοπέπων ήταν το πεπόνι, ή κάποια ποικιλία του, αν και ορισμένες περιγραφές ταιριάζουν και στα καρπούζια. Γενικά, να παρατηρήσω ότι με την κακή συνήθεια που είχαν οι αρχαίοι να χρησιμοποιούν ίδιες λέξεις για διαφορετικούς καρπούς, δεν ξέρουμε ποιες αναφορές στα κείμενα αφορούν αγγούρια, ποιες κολοκύθια, ποιες καρπούζια και ποιες πεπόνια.

Για να κάνουμε μια φυτολογική παρένθεση, πεπόνια, καρπούζια, αγγούρια και κολοκύθια ανήκουν όλα στην ίδια βοτανική οικογένεια, Cucurbitaceae, ενώ μέσα στην οικογένεια τα πεπόνια πιο πολύ συγγενεύουν με τα αγγούρια, αφού ανήκουν στο ίδιο γένος, Cucumis, ενώ το κολοκύθι είναι άλλο γένος (Cucurbita) και το καρπούζι επίσης άλλο (Citrullus).

Πάντως, στα βυζαντινά κείμενα υπάρχουν πολλές αναφορές σε πεπόνια, στον δε Πωρικολόγο, το σατιρικό κείμενο του 13ου-14ου αιώνα, διαβάζουμε ότι ο πέπων εχλεμπονίασεν. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, η «μάγκικη» λέξη «χλεμπονιάζω» (απ’ όπου και ο χαρακτηρισμός «χλεμπονιάρης», που τον χρησιμοποιούσε συχνά ο Τσιφόρος) είναι στην πραγματικότητα βυζαντινή, άλλωστε χλεμπόνα είναι το υπερώριμο αγγούρι ή πεπόνι ή κολοκύθι που έχει πάρει αρρωστημένο, χλωμό χρώμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 144 Σχόλια »

Γλυκά πορτοκάλια, πικρά νεράντζια ξανά

Posted by sarant στο 3 Νοέμβριος, 2017

Μέρα γιορτής εχτές, πού καιρός και μυαλό για άρθρο. Μοιραία, ξανασερβίρω παλιότερο άρθρο, αρκετά παλιό (εξίμισι χρόνια) ώστε κάποιοι να μην το έχουν διαβάσει. Και επειδή πριν από καμιά εικοσαριά μέρες είχαμε αναδημοσίευση του άρθρου για τα λεμόνια, τώρα αναδημοσιεύω το άρθρο για τα πορτοκάλια -αλλά όχι από την αρχική του δημοσίευση στο ιστολόγιο, παρά από το αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου μου Οπωροφόρες λέξεις, που είναι αρκετά διαφορετικό.

Από τα εσπεριδοειδή, ξεχωρίζει ένα –το πορτοκάλι– που όμως θα το εξετάσουμε όχι μόνο του, παρά μαζί με έναν φτωχό του συγγενή· και τούτο επειδή οι ιστορίες τους και τα γλωσσικά τους έχουν μπλέξει τόσο που να μην είναι εύκολο να διηγηθείς το ένα χωρίς να πεις για το άλλο.

Και τα δυο πάντως είναι φρούτα γηγενή της Ασίας, από την Ινδία το νεράντζι και από την Κίνα το πορτοκάλι. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν τα ήξεραν· απ’ όλα τα εσπεριδοειδή, μόνο το κίτρο έμαθαν, κι αυτό μόνο στην ελληνιστική εποχή.

Ο φτωχός συγγενής, το νεράντζι, ήρθε πρώτος. Στα ινδικά λεγόταν κάτι σαν ναράνγκα, nāraṅga, στα περσικά ναράνγκ (نارنگ, nārang), στα αραβικά ναράντζ (نارنج, nāranj). Γύρω στον ένατο-δέκατο αιώνα έχει φτάσει στην Μέση Ανατολή και στο Βυζάντιο, οι Σταυροφόροι το βρίσκουν στην Παλαιστίνη, ενώ οι Άραβες το μεταφέρουν στη Σικελία. Στα ελληνικά της εποχής, το ναράντζ αυτό περνάει ως «νεράντζι», ίσως με παρετυμολογική επίδραση του νερού. Στα ισπανικά, περνάει ως naranja, στα ιταλικά narancia και στην Τοσκάνη narancio. Από τη συνεκφορά un narancio το αρχικό n- χάνεται (αυτό το φαινόμενο δεν είναι καθόλου σπάνιο) κι έτσι γίνεται arancio και arancia, και το βρίσκει κανείς και mela arancia (το μήλο είπαμε πως συχνά είναι γενική ονομασία για κάθε οπωρικό) και περνάει και δάνειο στα γαλλικά, orenge (σήμερα orange) και pome orenge, απ’ όπου το παίρνουν και οι Άγγλοι, orange. Αυτά, το νεράντζι, που βέβαια ούτε τότε το τρώγαν, μόνο το χρησιμοποιούσαν ως είδος φαρμακευτικό ή για διακόσμηση ή για γλυκά.

Ο άρχοντας, το πορτοκάλι, ήρθε δεύτερος, κάμποσους αιώνες αργότερα, και όχι από την Ανατολή παρά από τη Δύση. Έμποροι Πορτογάλοι, την εποχή της θαλασσοκρατορίας, αφού παρέκαμψαν το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και πιάσαν εμπορικές σχέσεις με την Ινδία και την Κίνα, έφεραν το πορτοκάλι στην Ευρώπη. Αυτό το καινούργιο φρούτο, το τόσο όμοιο εξωτερικά με το νεράντζι, το είπαν οι Ιταλοί arancio de Portogallo, πορτογαλέζικο νεράντζι σαν να λέμε, και μετά σκέτο portogallo, πληθυντικός portogalli, απ’ όπου έγινε το ελληνικό πορτοκάλι, μέσα στην Τουρκοκρατία, το βουλγάρικο πορτοκάλ, το αλβανικό παρόμοιο, το τούρκικο portakal, ακόμα και το αραβικό al-burtuqal. Αναμενόμενο, αλλά ειρωνικό, είναι ότι στην ίδια την Πορτογαλία το πορτοκάλι λέγεται αλλιώς, laranja.

Όπως είδαμε, στις νότιες χώρες, όπου το νεράντζι υπήρχε και καλλιεργιόταν, τα δυο φρούτα ακολούθησαν το καθένα τον δικό του γλωσσικό δρόμο. Ωστόσο, στις μεγάλες γλώσσες της Ευρώπης, ο πλούσιος νεοφερμένος έδιωξε τον ταπεινό προκάτοχό του. Στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα ισπανικά το πορτοκάλι σφετερίστηκε την ονομασία του νεραντζιού, δηλαδή το υποκατέστησε· πράγματι, το νεράντζι σήμερα στα αγγλικά λέγεται bitter orange, πικρό πορτοκάλι, ενώ στα γαλλικά bigarade.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 164 Σχόλια »

Κίτρινα κίτρα, ζουμερά λεμόνια ξανά

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2017

Πάλι έπεσαν διάφορα και δεν πρόλαβα να ετοιμάσω άρθρο, πάλι ανεβάζω αναδημοσίευση -ένα άρθρο που είχε αρχικά δημοσιευτεί εδώ πριν από εξίμισι χρόνια, την άνοιξη του 2011 και ανήκε στη σειρά άρθρων με τα «φρούτα εποχής» που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις». Η σημερινή αναδημοσίευση διαφέρει αρχικά απο την αρχική, διότι έχω ενσωματώσει αρκετό υλικό από το αντίστοιχο άρθρο του βιβλίου, που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση.

Τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια και τα υπόλοιπα κιτρινόχρυσα φρούτα που φαιδρύνουν τους χειμώνες, τα λέμε με μια λέξη εσπεριδοειδή. Η λέξη δεν είναι αρχαία, είναι δημιουργία του 19ου αιώνα, μεταφραστικό δάνειο από το ελληνογενές γαλλικό hespéridées, αν και στην τρέχουσα χρήση στα γαλλικά τα εσπεριδοειδή λέγονται agrumes. Στην καθομιλουμένη τα λέγαν ξινά ή λεμονοπορτόκαλα.

Προφανώς, η ονομασία «εσπεριδοειδή» ανάγεται στον μύθο με τα μήλα των Εσπερίδων, τον ενδέκατο άθλο του Ηρακλή. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα μήλα των Εσπερίδων ήταν εσπεριδοειδή –τουλάχιστον αν υποθέσουμε ότι έχουμε πιάσει σωστά τη γεωγραφία του μύθου και ο κήπος των Εσπερίδων ήταν προς τα δυτικά, κάπου στο σημερινό Μαρόκο, διότι όπως φαίνεται τα εσπεριδοειδή ήρθαν στην Αφρική πολύ αργότερα.

Τα φρούτα αυτά είναι ιθαγενή της Ινδίας και της Κίνας. Το πρώτο που ήρθε προς τα δικά μας μέρη είναι το λιγότερο διαδεδομένο ίσως, το κίτρο, που έφτασε στους ελληνιστικούς χρόνους –και το είπαν, στην αρχή, μηδικόν μήλον, σύμφωνα με τη συνήθεια που είχαν να χρησιμοποιούν το μήλο σαν γενικό όρο για τα οπωρικά.

Τον όρο μηδικόν μήλον τον χρησιμοποιεί ο Θεόφραστος, τον 4ο αιώνα π.Χ., που το ήξερε το κίτρο, έστω κι αν δεν είχε αρχίσει ακόμα να καλλιεργείται στα μέρη τα δικά μας. Αντίθετα, τον πρώτο αιώνα μ.Χ., η καλλιέργειά του έχει πλέον διαδοθεί, κι έτσι ο Διοσκουρίδης γράφει «τα δε μηδικά λεγόμενα ή περσικά ή κεδρόμηλα, ρωμαϊστί δε κίτρια, πάσι γνώριμα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 134 Σχόλια »

Τι εστί βερίκοκο τελικά;

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2017

Τις προάλλες η φίλη μας η Λ. μας είπε ότι πεθύμησε κανένα φρουτάκι, εννοώντας τα άρθρα που βάζω κατά καιρούς για τα οπωρικά, που τα έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις» (2013). Ήρθε στα λόγια μου, αφού το έχω πει πως αυτή την περίοδο, δηλαδή ίσαμε τον Σεπτέμβρη, το μενού του ιστολογίου θα περιλαμβάνει αρκετές επαναλήψεις και γενικά ελαφρότερο πρόγραμμα. Οπότε, αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο του 2009 για ένα φρούτο που είναι η εποχή του, ξαναδουλεμένο όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο.

Άλλα φρούτα βρίσκονται σχεδόν ολοχρονίς στην αγορά, άλλα επί μήνες, άλλα όμως μόνο για λίγες εβδομάδες. Ένα απ’ αυτά τα τελευταία είναι τα βερίκοκα· ακόμα και σήμερα που με την εκμηδένιση των αποστάσεων ο πάγκος του μανάβη γεμίζει καρπούς από μακρινά μέρη, η εποχή του βερίκοκου είναι μάλλον σύντομη, κάτι εβδομάδες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Αλλά, ας δούμε τι εστί βερίκοκο. Και ξεκινάω μ’ ένα πρόχειρο κουίζ. Ποια είναι η απώτερη καταγωγή της λέξης βερίκοκο; Ελληνική, λατινική, αραβική, ινδική ή άλλη; Αν υποθέσατε καταγωγή από την Ανατολή, λυπάμαι αλλά πέσατε έξω. Το φρούτο από την Ανατολή μάς ήρθε, η λέξη που το περιγράφει όχι, τουλάχιστον όχι η λέξη «βερίκοκο». Το βερίκοκο είναι λέξη που έχει περάσει από σαράντα κύματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 119 Σχόλια »