Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Φυσική’ Category

Μέσα στη μποτίλια

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2019

Καθώς γύριζα χτες το απόγευμα από τη δουλειά έπεσα σε μποτιλιάρισμα και έκανα πάνω από μισάωρο για μια διαδρομή δέκα λεπτών. Κάνουν έργα για το τραμ και σε κάποιο σημείο κοβόταν μισή λωρίδα, και αυτό ήταν η αιτία του κακού.

Μποτιλιάρισμα, λέμε στην καθομιλουμένη. Αν θέλουμε να το πούμε επίσημα, κυκλοφοριακή συμφόρηση. Η εικόνα του μποτιλιαρίσματος, πάντως, είναι πολύ παραστατική: το σώμα της μποτίλιας είναι πλατύ, ο λαιμός της στενός -στην εκροή σημειώνεται συμφόρηση. Πολύ σπάνια θα χρησιμοποιήσουμε τη λέξη με την κυριολεκτική της σημασία, της εμφιάλωσης.

Στα γαλλικά, η μεταφορική σημασία εμφανίζεται ήδη από τα χρόνια του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, αρχικά σε στρατιωτικά συμφραζόμενα και στη συνέχεια για αυτοκίνητα στο Παρίσι με πολλές αναφορές από τη δεκαετία του 1920. Πότε μπήκε στη γλώσσα μας η λέξη; Ιδέα δεν έχω, αλλά υποθέτω μεταπολεμικά. Τη θυμάμαι πάντως από μικρός.

Τη φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο τη βρήκα κάπου στο Διαδίκτυο, γκουγκλίζοντας -δεν θα είχε νόημα να σας βάλω κουίζ από πού είναι, αφού κάθε μεγαλούπολη μπορεί να παρουσιάσει παρόμοιες εικόνες. Για την ιστορία, πάντως, είναι από τη Τζακάρτα της Ινδονησίας. Παρόμοιες εικόνες σε μικρότερη κλίμακα συναντάμε και στις μικρότερες πόλεις, αλλά μποτιλιαρίσματα σημειώνονται και στους αυτοκινητοδρόμους, μακριά από τα αστικά κέντρα, στη μέση του πουθενά -συχνά ύστερα από δυστύχημα ή όταν γίνονται έργα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αυτοκίνηση, Αυτοκίνητα, Γλωσσικά δάνεια, Ιστορίες λέξεων, Συγκριτικά γλωσσικά, Φυσική | Με ετικέτα: , , , | 122 Σχόλια »

Φωρατής επ’ αυτοφώρω

Posted by sarant στο 26 Μαΐου, 2015

Το σημερινό σημείωμα είναι απόρροια μιας συζήτησης που έγινε στα σχόλια του πρόσφατου άρθρου που είχαμε δημοσιεύσει την περασμένη εβδομάδα, για τις πανελλήνιες εξετάσεις. Κι επειδή οι συζητήσεις που γίνονται στα σχόλια είναι καταδικασμένες να μένουν θαμμένες στην αφάνεια, ιδίως όταν δεν έχουν μεγάλη σχέση με το αντικείμενο του άρθρου, σκέφτηκα να αναβαθμίσω σε αυτοτελές άρθρο τη συζήτηση για τον φωρατή και τα λεξιλογικά του.

Την περασμένη βδομάδα λοιπόν, στις εξετάσεις Φυσικής Γενικής Παιδείας, δόθηκε η εξής ερώτηση πολλαπλής επιλογής:

Οι φωρατές είναι όργανα που ανιχνεύουν

α) την υπεριώδη ακτινοβολία
β) τις ακτίνες Χ
γ) την υπέρυθρη ακτινοβολία
δ) τις ακτίνες γ.

Ο φωρατής χρησιμοποιείται κυρίως στη ραδιοτεχνία. Είναι το στοιχείο εκείνο του ραδιοφωνικού δέκτη που ανιχνεύει τα ραδιοκύματα και στη συνέχεια τα αποδιαμορφώνει, ξεχωρίζει δηλαδή το ακουστικό σήμα από το φέρον κύμα, που είναι μια ηλεκτρομαγνητική ταλάντωση πολύ μεγαλύτερης συχνότητας που το κουβαλάει και του επιτρέπει να διασχίζει τους αιθέρες. Βασικά, πρόκειται για ανορθωτή, συσκευή δηλαδή που επιτρέπει στο ρεύμα να περνά μόνο προς μία κατεύθυνση. Αρχικά χρησιμοποιούσαν επαφές σύρματος-κρυστάλλου (γαληνίτη), αργότερα διόδους και άλλες ραδιολυχνίες, σήμερα πια συνήθως τρανζίστορ.

Αν είναι σωστός ο παραπάνω ορισμός, η απάντηση στο ερώτημα των εξετάσεων μοιάζει να είναι «κανένα από τα παραπάνω».

Στο βιβλίο Φυσικής, δεν εξηγείται η έννοια του φωρατή, ούτε η λειτουργία του. Υπάρχει όμως, στη σελίδα 22, μια παρεμπίπτουσα αναφορά: Επειδή η υπέρυθρη ακτινοβολία είναι αόρατη, για την ανίχνευσή της υπάρχουν ειδικά όργανα, οι φωρατές υπερύθρου. Η αρχή λειτουργίας των φωρατών βασίζεται στην απορρόφηση ενέργειας των υπέρυθρων ακτινοβολιών και στη συνέχεια στη μετατροπή της σε άλλες μορφές.

Στο βιβλίο, ξαναλέω, δεν υπάρχει άλλη αναφορά στον φωρατή. Δεν αναφέρονται φωρατές άλλου είδους ακτίνων ή φωρατές ραδιοκυμάτων, που είναι με απόσταση η πιο γνωστή σημασία της λέξης. Και πάνω σε αυτή την παρεμπίπτουσα αναφορά, ο θεματοθέτης έκρινε σκόπιμο να βασίσει ερώτηση εισαγωγικών εξετάσεων! (Κι έτσι, η «σωστή» απάντηση πιο πάνω είναι το γ). Βρίσκω την επιλογή τουλάχιστον ατυχή -αλλά περιμένω και τη δική σας άποψη. Και επειδή στις φετινές εξετάσεις διαγωνίζεται και η κόρη μου, σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν έδινε αυτό το μάθημα.

Όμως, εδώ, ως γνωστόν, λεξιλογούμε. Και ο φωρατής, είτε ραδιοκυμάτων είτε υπερύθρου, έχει αρκετά ενδιαφέρουσα ετυμολογία. Το λεξικό μάς λέει, και σωστά, ότι πρόκειται για μεταφραστικό δάνειο, ως απόδοση του αγγλικού detector. Η ίδια η λέξη δεν είναι αρχαία, αλλά προέρχεται από πανάρχαιη οικογένεια.

Στην αρχή της οικογένειας είναι ο αρχαίος φωρ, που σημαίνει κλέφτης. Λέξη της κλασικής αρχαιότητας, αν και όχι ομηρική, που συνδέεται με το ρήμα «φέρω» και τη συνώνυμή της λατινική fur, η οποία μπορεί να είναι και δάνειο από τα ελληνικά μέσω ετρουσκικών. Ο φωρ του φωρός λοιπόν, και παραδίδεται και η παροιμία «ἔγνω δὲ φώρ τε φῶρα καὶ λύκος λύκον», ενώ δυτικά από τον Πειραιά υπήρχε ένα λιμανάκι που το χρησιμοποιούσαν οι λαθρέμποροι και λεγόταν «Φωρών λιμήν». Βρίσκω κι ένα είδος υπερθετικού, φώρτατος, σα να λέμε κλεφταράς.

Από εκεί και το ρήμα φωράω-φωρώ, που έχει επιβιώσει στην παθητική φωνή (φωρώμαι) ίσαμε σήμερα, αν και μόνο στον αόριστο (εφωράθη) και μόνο σε επίσημο ύφος, που σημαίνει ότι συνελήφθη να κάνει κάτι αξιόποινο ή κολάσιμο -ή, γενικότερα, έγινε αντιληπτός. Ωραία είναι η φτιαχτή παραδειγματική φράση που δίνει ο Μπαμπινιώτης, «ο κ. βουλευτής εφωράθη να αγνοεί τον κανονισμό της Βουλής», αλλά η λέξη είχε γνωρίσει μεγάλες πιένες πριν από τη μεταπολίτευση, στις καθαρευουσιάνικες αναφορές καθηγητών για παραπτωματίες μαθητές -ο Νίκος Λίγγρης στη Λεξιλογία θυμήθηκε τη φράση «1969. Εις την μαθήτριαν […] επεβλήθη η ποινή της διημέρου αποβολής, διότι την προηγουμένην ημέραν εφωράθη κυκλοφορούσα εις την πόλιν άνευ μαθητικής ποδιάς, κορδέλας και σήματος», ενώ σε κατοχικά πρακτικά συλλόγου καθηγητών βρίσκω το εξής αξιοσημείωτο απόσπασμα: Εν Αγρινίω σήμερον 19ην  Οκτωβρίου [1942] συνήλθεν ο σύλλογος των καθηγητών του Γυμνασίου αρρένων, ίνα κρίνη επί της διαγωγής μερικών μαθητών περιπεσόντων εις παραπτώματα. … Α΄. Καταγγέλλεται ο μαθητής της Δ΄ π.τ. τάξεως Καμπάς, ότι εφωράθη υπό καθηγητού χαρτοπαίζων εν καφενείω. Ο κ. Γυμν/ρχης ανακοινοί σχετικώς, ότι  ο μαθητής κληθείς εις το γραφείον εδήλωσε μεταμέλειαν και κλαίων υπεσχέθη, ότι εις το μέλλον θα επιδείξη ανεπίληπτον διαγωγήν.

Αρχαία είναι και η φώρασις, που επιβιώνει ως φώραση στην επιστημονική ορολογία, πλάι στον φωρατή, ο οποίος, όπως είπαμε, δεν απαντά στην αρχαία γραμματεία, αλλά τον βρίσκω στο λεξικό του Ανθίμου Γαζή, αρχές 19ου αιώνα, φυσικά όχι με τη ραδιοτεχνική σημασία, αλλά με τη σημασία «όστις πιάνει τον κλέπτην ενώ κλέπτει».

Αλλά οι πιο τρανταχτές επιβιώσεις του αρχαίου φωρός είναι δυο λέξεις που τις χρησιμοποιούμε πολύ περισσότερο. Καταρχάς, το επίθετο αυτόφωρος, που σημαίνει την (αξιόποινη ή αξιόμεμπτη) πράξη που ο δράστης της γίνεται αντιληπτός τη στιγμή που τη διαπράττει ή αμέσως μετά (αν και στα νομικά αυτόφωρη θεωρείται η πράξη ώσπου να περάσει και ολόκληρη η επόμενη μέρα από την τέλεσή της) και η στερεότυπη φράση «επ’ αυτοφώρω», τη στιγμή που γίνεται μια αξιόποινη πράξη, συνελήφθη επ’ αυτοφώρω, έκφραση που υπάρχει ήδη από τα αρχαία (επ’ αυτοφώρω λαμβάνειν). Και από εκεί και το ουσιαστικό «το αυτόφωρο», δηλ. το δικαστήριο που δικάζει αυτόφωρα πλημμελήματα ή πταίσματα -και, στην αργκό της πιάτσας, «ο αυτοφωράκιας», δηλαδή ο υπάλληλος επιχείρησης (π.χ. νυχτερινού κέντρου) η οποία παραβαίνει συχνά τον νόμο, που ο ρόλος του είναι να πηγαίνει στο αυτόφωρο αντί για τον ιδιοκτήτη ή διευθυντή της επιχείρησης.

Η άλλη λέξη της οικογένειας που έχει επιβιώσει στη σημερινή γλώσσα είναι το επίθετο «κατάφωρος», από το αρχαίο ρήμα «καταφωρώ» (πιάνω κάποιον επ’ αυτοφώρω), που λέγεται για πράξη ολοφάνερη, για την οποία δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία -να προσεχτεί ότι λέγεται πάντοτε για αξιόποινη ή κατακριτέα πράξη. Λέμε για κατάφωρη αδικία, κατάφωρη παραβίαση (π.χ. των νόμων ή του Συντάγματος), κατάφωρη λαθροχειρία, δεν λέμε για κατάφωρη ευεργεσία. Στα αρχαία υπήρχε και λέξη «κατάφορος», που δεν επιβίωσε στη σημερινή γλώσσα (έχουμε όμως την καταφορά) κι έτσι γλιτώσαμε ένα ομόηχο (αλλά έχουμε αμέτρητα άλλα).

Έχουμε βέβαια και τον φωριαμό, λέξη που οι περισσότεροι τη μάθαμε στο στρατό (αν πήγαμε) ή στις δημόσιες υπηρεσίες, και που είναι αρχαία, και μάλιστα ομηρική -αν και τότε δεν ήταν μεταλλική ντουλάπα βεβαίως, όπως είναι σήμερα. Τον φωριαμό ο Ερατοσθένης τον συνέδεε με την οικογένεια της λ. φωρ, ότι είναι η κρυψώνα για τα κλεμμένα ας πούμε, αλλά οι σύγχρονοι μελετητές δεν είναι τόσο βέβαιοι -αν και την ανάγουν κι αυτήν στο ρήμα φέρω.

Κι έτσι, αφού είδαμε όλη την οικογένεια του φωρατή, με τα βεβαιωμένα και τα αβέβαια παρακλάδια της, μπορούμε θαρρώ να κλείσουμε το άρθρο με τη διαπίστωση ότι στην ερώτηση για τον φωρατή ο θεματοθέτης πιάστηκε απ’ αυτοφώρω, εφωράθη αν θέλετε, να κάνει μια άστοχη ερώτηση!

 

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκπαίδευση, Ιστορίες λέξεων, Φυσική | Με ετικέτα: , , | 248 Σχόλια »