Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Χριστούγεννα’ Category

Μαρία (αφορεσμένο διήγημα του Χρήστου Χωμενίδη)

Posted by sarant στο 16 Ιανουαρίου, 2022

Θα αναδημοσιεύσω σήμερα, αν και όχι πια επίκαιρο, ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα, που δημοσιεύτηκε στις 20 Δεκεμβρίου στον ιστότοπο in.gr. Από εκεί είναι και η εικόνα που κοσμεί το άρθρο.

Ποιος ο λόγος, θα αναρωτηθείτε, να βάζουμε κατόπιν εορτής ένα κείμενο που, κατά πάσα πιθανότητα, γράφτηκε για να διαβαστεί εκείνες τις μέρες. Πέρα από το ότι ακόμα κι επικαιρικό να είναι ένα διήγημα δεν χάνει την αξία του αν διαβαστεί άλλη στιγμή, υπάρχει λόγος για την αναδημοσίευση: το διήγημα του Χωμενίδη κέρδισε την αμφίβολη δόξα να αποτελέσει αιτία αφορισμού του συγγραφέα του, ο οποίος έτσι συναντάει τον Ανδρέα Λασκαράτο, που κι αυτός είχε αφοριστεί πριν από 166 χρόνια, αφορισμός ο οποίος άρθηκε πολλά χρόνια αργότερα, έναν χρονο πριν πεθάνει πλήρης ημερών ο μεγάλος σατιρικός.

(Για να προλάβω ενστάσεις: αν δεν κάνω λάθος, και διορθώστε με, ο Εμμανουήλ Ροΐδης δεν έχει αφοριστεί ο ίδιος, αλλά μόνο το έργο του Πάπισσα Ιωάννα, ενώ ο Νικ. Καζαντζάκης δέχτηκε μεν απειλές για αφορισμό, αλλά δεν αφορίστηκε απ’ όσο ξέρω).

Βέβαια, σε αντίθεση με τον Λασκαράτο, ο αφορισμός του Χωμενίδη μάλλον δεν είναι έγκυρος, αφού δεν έγινε από την Ιερά Σύνοδο, όπως επιβάλλουν οι κανόνες, αλλά από έναν ιερωμένο μόνο, από τον διαβόητο Αμβρόσιο, πρώην μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, που επανειλημμένα έχει απασχολήσει την κοινή γνώμη (και το ιστολόγιο) με τις ξενοφοβικές, ρατσιστικές, ομοφοβικές, ισλαμοφοβικές και ακροδεξιές απόψεις του.

Ο Αμβρόσιος λοιπόν την περασμένη Κυριακή αφόρισε τον Χρήστο Χωμενίδη, για το διήγημα που θα διαβάσετε, και τον Ηλία Μόσιαλο, για το πασίγνωστο πλέον μιμίδιο με τον κρίνο (για το οποίο γράψαμε στο ιστολόγιο). Όπως διαβάζω στην ηλεφημερίδα Πελοπόννησος, ο Αμβρόσιος είπε από άμβωνος:

Όθεν, οφειλετικώς προνοούμενοι του πνευματικού συμφέροντος σύμπαντος του Ορθοδόξου Πληρώματος,
έγνωμεν καταδικάσαι τον ασεβέστατον και βλάσφημον τούτον άνδρα, τον Χρήστον Χωμενίδην, αφορίσαι δε και εκκόψαι τούτον του Σώματος της Μητρός ημών Εκκλησίας.

Το κείμενο του αφορισμού, όσο μπορούμε να το καταλάβουμε στη γλώσσα που είναι γραμμένο, προκαλεί ανατριχίλα (διόρθωσα μερικά λαθάκια αλλά θα μου ξέφυγαν κάποια άλλα).

Αφωρισμένος είη παρά της Παναγίας, Ομοουσίου, Ζωοποιού και αδιαιρέτου Τριάδος, του ενός τη φύσει Θεού και Κυρίου Παντοκράτορος, ως και παρά της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, της και Τρυπητής επονομαζομένης. Κατηραμένος, ασυγχώρητος, και μετά θάνατον άλυτος και τυμπανιαίος έστω. Κληρονομήσαι την λέπραν του Γιεζή και την αγχόνην του προδότου Ιούδα. Σχισθείσα η γη και καταπίοι αυτόν ως τον Δαθάν και Αβειρών. Τα υπάρχοντα αυτού έστωσαν εις διαρπαγήν. Συνεκλειπέτωσαν εκ της οικίας αυτού, ως εκλείπει καπνός από προσώπου πυρός. Εν γενεά μιά εξαλειφθείη το όνομα αυτού. Άγγελος Σατάν προπορευέσθω έμπροσθεν αυτού. Γένοιτο κατάβρωμα των σκωλήκων, στένων και τρέμων επί της γης ως ο Κάιν. Πρόσωπον Θεού ου μη ίδη. Είη υπόδικος τω αιωνίω αναθέματι και υπέκκαυμα της ατελευτήτου κολάσεως, έχοιεν δε και τας αράς απάντων των Οικουμενικών Συνόδων και λοιπών αγίων Πατέρων.

Ει δε τις των Ορθοδόξων χριστιανών συγχρωτίζεται και συνεργεί αυτώ, και ούτος έσται κατάκριτος από της Εκκλησίας. Ο δε Θεός της υπομονής και της παρακλήσεως δώη ἡμίν το αυτό φρονείν, εν αλλήλοις, κατά Χριστόν Ιησούν, ίνα ομοθυμαδόν και εν ενί στόματι δοξάζωμεν τον Θεόν και Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού (Ρωμ. 1,5), Ου η χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών. Αμήν!

Ξαναλέω ότι ο αφορισμός δεν είναι έγκυρος, οπότε μπορείτε άφοβα να συγχρωτίζεστε με τον κ. Χωμενίδη, όσοι είστε γνωστοί ή φίλοι του, δεν θα φάτε αποκλεισμό από την εκκλησία (εκτός, ίσως, αν πάτε στα Καλάβρυτα). Άλλωστε ο κ. Αμβρόσιος πέρυσι είχε αφορίσει τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη και την υπουργό Παιδείας Νίκη Κεραμέως αλλά και τον τότε υφυπουργό Νίκο Χαρδαλιά, καταλαβαίνουμε δηλαδή ότι δεν πρόκειται για σοβαρό πρόσωπο -επικίνδυνος είναι, σοβαρός όχι. Όπως καταδικάζουμε τους φανατικούς μουφτηδες που βγάζουν φετφάδες για την εκτέλεση του ενός ή του άλλου βλάσφημου, πρέπει να καταδικάσουμε και τον αγιατολάχ των Καλαβρύτων και να εκφράσουμε αλληλεγγύη στον συγγραφέα. (Όπως ξέρετε, με τον κ. Χωμενίδη έχουμε επανειλημμένα συγκρουστεί για διάφορα θέματα -αλλά έτερον εκάτερον).

Με βάση τα παραπάνω, ο τίτλος που έβαλα, όπου χαρακτηρίζω το διήγημα «αφορεσμένο» ελέγχεται ως ανακριβής, αφού ο αφορισμός αφορούσε τον συγγραφέα. Ωστόσο, τον ίδιο όρο (εντάξει, «αφορισμένο» έγραψε) χρησιμοποίησε και ο ίδιος ο Χρ.Χωμ. σε ανάρτησή του, που τη βλέπετε εδώ, οπότε νομίζω πως μπορώ να τον μιμηθώ. Μπορείτε επίσης εδώ να δείτε μια σύντομη εμφάνιση του συγγραφέα σε δελτίο ειδησεων όπου σχολιάζει τον αφορισμό του.

Δημοσιεύω λοιπόν το επίμαχο διήγημα, όπως δημοσιεύτηκε στο in.gr, διορθώνω όμως δυο-τρία ορθογραφικά (πιλοφόρι, σισίτιο, θράσσος, Κεντηρίων κτλ.). Ένα πράγμα δεν ξέρω και θα ήθελα να το διευκρινίσει όποιος ξέρει: αν το διήγημα γράφτηκε τώρα, ειδικά για το in.gr, ή αν ήταν ήδη γραμμένο και δημοσιευμένο σε βιβλίο και από εκεί το αναδημοσίευσαν. Μάλλον το πρώτο, αλλά δεν είμαι βέβαιος.

ΜΑΡΙΑ

Η εντολή ήταν αυστηρή. Μας την έδωσαν στην πατρίδα, όταν πήραμε τη μετάθεση. Μας την επανέλαβε ο διοικητής των δυνάμεών μας μόλις φτάσαμε σε αυτή την πνιγηρή από τη ζέστη και τη σκόνη χώρα. «Δεν θα γαμπρίζετε με ντόπιες! Στην καλύτερη θα σας κολλήσουν αρρώστιες. Στη χειρότερη θα σας υποκλέψουν στρατιωτικά μυστικά και θα σας εκτελέσουμε για εσχάτη προδοσία, αν δεν σας σφάξουν εκείνες γυμνούς στο κρεβάτι. Εχιδνες είναι! Μας μισούν! Ηλίθιοι, ε ηλίθιοι!». Μαλάκωσε έπειτα ο στρατηγός, σκούπισε με ένα καρό μαντήλι το ιδρωμένο πρόσωπό του, σχεδόν χαμογέλασε. «Για τη δουλειά σας περιμένουν τα δικά μας κορίτσια. Πεντακάθαρα και τριπλοτσεκαρισμένα. Προοοο-σχή! Ανάπαυση!».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ελευθερία του λόγου, Θρησκεία, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 180 Σχόλια »

Χρονιάρες μέρες (διήγημα του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2022

Ο φίλος μας ο Antonislaw πληκτρολόγησε και μού έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα, ένα διήγημα πρωτοχρονιάτικο, που εξαιτίας της συρροής ειδικών άρθρων (μηνολόγιο, πρωτοχρονιάτικο άρθρο κτλ) δεν ήταν εφικτό να δημοσιευτεί την Κυριακή που μας πέρασε. Αφού σήμερα είναι αργία, η τελευταία του χριστουγεννιάτικου δωδεκάμερου, δεν ειναι αταίριαστο να το βάλουμε σήμερα το διήγημα -προτιμότερο παρά να το κρατήσω για του χρόνου και να το ξεχάσω.

Θυμίζω ότι ο Αντώνης είχε και πριν από καιρό στειλει ενα άλλο διήγημα των ίδιων συγγραφέων, από το οποίο μεταφέρω εδώ, δυστυχώς επικαιροποιημένη, τη σύντομη παρουσίασή τους.

Ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή ήταν από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της αντίστασης στην Κρήτη στη γερμανική Κατοχή. Στη συνέχεια πήραν μέρος στον εμφύλιο και έμειναν στην παρανομία καθοδηγώντας τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ και ζωντας κυρίως σε σπηλιές μέχρι το 1962, όταν με χίλιες αντιξοότητες κατόρθωσαν να διαφύγουν με την αποδεκατισμένη ομάδα τους μέσω Ιταλίας στην ΕΣΣΔ και στην Τασκένδη. (Δύο από τα οχτώ μέλη της ομάδας αρνήθηκαν να αφήσουν την Κρήτη. Ήταν οι θρυλικοί Μπλαζάκης και Τζομπανάκης, που τελικά κατέβηκαν από τα βουνά το 1975).

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, οπως την ειδαν από πρώτο χέρι στην Τασκένδη, δεν ήταν αυτό που προσδοκούσαν. Στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 τάχθηκαν με το ΚΚΕ Εσωτερικού οπότε πέρασαν από αρκετές δυσκολιες και τελικά επαναπατρίστηκαν το 1976. Συνέχισαν στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, στο ΚΚΕ εσωτ., στην ΑΚΟΑ και στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Νίκος Κοκοβλής (1920-2012) πέθανε το 2012, στα 92 του χρόνια (εδώ μια βιογραφία του). Η Αργυρώ Πολυχρονάκη-Κοκοβλή (1927-2019) έφυγε από τη ζωή στην ίδια ηλικία, τον Μάρτιο του 2019. Εδώ η είδηση του θανάτου της σε χανιώτικον ιστότοπο, μαζί με το προηγούμενο διήγημα που είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο, αν και χωρις αναφορά πηγής. Από εκεί παίρνω και τη φωτογραφία των συγγραφέων).

Για όλα αυτά μπορειτε να δείτε το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη, που βασίστηκε στο βιβλίο τους «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε», εκδόσεις Πολύτυπο, που σας το συνιστώ κι αυτο να το διαβάσετε, αν το βρείτε (αλλού φέρεται εξαντλημένο, αλλού ότι κυκλοφορεί). Οι ίδιοι έγραψαν και το «ΕΣΣΔ, προσδοκίες και πραγματικότητα προσφύγων», εκδόσεις Κουλτούρα.

Ο φίλος μας ο Αντώνης βρήκε σε διαδικτυακό παλαιοβλιοπωλείο ένα βιβλίο με διηγήματα του ζεύγους Κοκοβλή, που όμως το υπογράφουν με ψευδώνυμο, Νίκος και Αργυρώ Μαδαρίτη, με τίτλο «Βάσανα και Καημοί» που εκδόθηκε το 1965 από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις (τον εκδοτικό οίκο του ΚΚΕ στην προσφυγιά). Το βιβλίο αυτό δεν (πρεπει να) έχει επανεκδοθεί. Από το βιβλίο αυτό προέρχεται και το σημερινό διήγημα, το οποίο είναι βέβαια γραμμένο με στερεότυπα, αλλά με διαφορετικό ίσως τρόπο δεν είναι εκτός τόπου και χρόνου ούτε σήμερα.

(Το κείμενο μονοτονίστηκε και έγινε κάποιος ορθογραφικός εκσυγχρονισμός)

Νίκου και Αργυρώς Μαδαρίτη (Νίκος και Αργυρώ Κοκοβλή)

Από το βιβλίο «Βάσανα και καημοί (Διηγήματα)»

1965 Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, (Βουκουρέστι)

Τυπώθηκε το Δεκέμβρη του 1965 σε 2000 αντίτυπα/Τυπογ. Φύλλα 10 1/2/Σχήμα Βιβλίου 16/54 X 84

«Χρονιάρες μέρες»

Ήτανε πολύ πρωί. Έδεσε χαμηλά τη μαύρη παλιά μαντήλα της κι ετοιμάστηκε να βγει. Κείνη τη στιγμή το μικρό της κοριτσάκι πετάχτηκε απ’ το ξυλοκρέβατο πού’ταν στη γωνιά της μοναδικής, κρύας παλιοκάμαρας και την έπιασε απ’ το φουστάνι. Ύστερα σηκώθηκε και το δεύτερο και το τρίτο της παιδί. Όλα κορίτσια. Τα κοίταξε κι η καρδιά της ράγισε. Αχ πόσο θά΄θελε νά’ φευγε χωρίς να τη δουν!… Τα ρουφηγμένα μαγουλάκια τους ήταν σαν κέρινα και τα ματάκια τους απέραντα μεγάλα σε σχέση με τ΄ ασθενικά προσωπάκια τους. Είχανε κάτι ποδαράκια σαν ολόιδια καλαμάκια και τα κορμάκια τους λες και κρέας καθόλου πάνω τους δεν είχανε. Όσο κι αν ήθελες να σκεφτείς υπερβολικά δεν τά’ κανες πάνω από δυο ως πέντε χρονών. Κι όμως το πιο μεγάλο ξεπερνούσε τα οχτώ.

Ρουφούσαν ακατάπαυστα τις παχιές μυξίτσες τους και κοιτάζοντας σαν ένοχα τη μάνα τους μουρμούριζαν παραπονιάρικα τις «απαιτήσεις» τους. Είναι αλήθεια, ποτέ τους δεν ζητούσαν τίποτα. Καταλάβαιναν τις δυσκολίες. Μα τώρα, μέρες πού’ρχονταν η στέρηση γινόταν πιο χτυπητή. Και μέσα τους ξυπνούσε δυνατή η λαχτάρα για κάτι.

Το μεσαίο έσκυβε μια το κεφάλι και κοίταζε τα ξυπόλητα ποδαράκια του και μια το σήκωνε δειλά δειλά κατά τη μάνα του. Τέλος αποτόλμησε:

– Τα παπουτσάκια μαμά!…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Κρήτη, Κομμουνιστικό κίνημα, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , | 132 Σχόλια »

Το χριστόψωμο (διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2021

Μέρα που είναι, το ιστολόγιο σάς εύχεται καλά Χριστούγεννα, με υγεία και αγάπη και μακριά από κορόνες!

Έχει γίνει σχεδόν παράδοση του ιστολογίου να βάζουμε κάτι παπαδιαμαντικό τα Χριστούγεννα. Σήμερα επαναλαμβάνω μια δημοσίευση που αρχικά είχε γίνει πριν από δέκα χρόνια, μέσα στο πένθος για τον αναπάντεχο θάνατο του πατέρα μου. Αλλάζω λίγα από τον πρόλογο.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν ήμουν μικρός, ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οι αναμνήσεις οι παιδικές είναι βέβαια επηρεασμένες από μεταγενέστερες διηγήσεις, αλλά δυο-τρία πράγματα που θυμάμαι με θαλπωρή από τα παιδικά μου Χριστούγεννα είναι τον παππού να διαβάζει από τον μεγάλο μαυροντυμένο τόμο και τα μανταρίνια να χρυσίζουν πάνω στο τραπέζι καθώς κάναμε καντηλάκι τις φλούδες τους.

Διάλεξα να ανεβάσω σήμερα το Χριστόψωμο, ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα που υπάρχει μεν στο Διαδίκτυο, όπως και σχεδόν όλα τα χριστουγεννιάτικα, αλλά δεν παύει να είναι σημαδιακό: καταρχάς, είναι πικρό διήγημα, όχι χαρμόσυνο. Κι έπειτα, είναι και το πρώτο χρονολογικά διήγημα που δημοσίευσε ο Παπαδιαμάντης -ως τότε είχε δώσει μόνο εκτενή έργα, τα τρία μυθιστορήματα και τη νουβέλα Χρήστος Μηλιόνης.

Το Χριστόψωμο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εφημερίς» στις 26 Δεκεμβρίου 1887 με τον υπότιτλο «Διήγημα πρωτότυπον». Επειδή είναι πρώιμο σχετικά, έχει λιγάκι πιο βαριά καθαρεύουσα από πολλά μεταγενέστερα. Ίσως γι’ αυτό, σε τούτη την αναδημοσίευση επέλεξα να παραθέσω το πολυτονισμένο κείμενο, από τον ιστότοπο papadiamantis.net.

Μια λαϊκή λέξη του διηγήματος, που ίσως να μην την ξέρετε, και δεν θα τη βρείτε σε κανένα λεξικό (αν δεν σφάλλω), είναι τα μαναφούκια. Όπως λέω στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται (για να κάνω και λίγη γκρίζα διαφήμιση), τα μαναφούκια είναι ραδιουργίες, συκοφαντίες, διαβολές. Η λέξη προέρχεται από το τουρκικό münafık, «υποκριτής, διπρόσωπος, συκοφάντης», που είναι αραβικής αρχής (ίσως επηρεάστηκε παρετυμολογικά από τη «μάνα»). Βάζω μαναφούκια σημαίνει «διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον». Ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί πολλές φορές τα μαναφούκια στα διηγήματά του. Ωστόσο, η λέξη δεν είναι αποκλειστική της σκιαθίτικης διαλέκτου, αλλά ακούγεται και στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Ακούγεται και στα πρωινάδικα της τηλεόρασης, που άλλωστε έχουν αναγάγει τα μαναφούκια σε επιστήμη.

Και για να συνεχίσω τη γκρίζα διαφήμιση, θυμίζω ότι έχετε ακόμα έξι μέρες για να ψηφίσετε τη Λέξη της χρονιάς. Αλλά πολλά είπα και δίνω τη σκυτάλη στον Παπαδιαμάντη.

Το χριστόψωμο

Διήγημα πρωτότυπον

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλοτε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινὰ πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.

Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπαρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στεῖρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίῃ διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δύο ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέσῃ περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰποῦσαι αὐτῇ ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.

Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ἦλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἑαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆράς της.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὗτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννα ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον δὲ ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.

Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια*, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη*, ἀπασσάλωτη*, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».

Ὁ καπετὰν Καντάκης, σφλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὥρισες, καλῶς σᾶς ηὗρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.

Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186… Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος, καὶ ἔκλεισεν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν.

Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.

Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούσῃ καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν.

Αὕτη ἐδέχθη μόνον περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μειδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθη τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο» καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰν τὸ στερεότυπον «μ᾽ ἕναν καλὸ γυιό».

Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.

―  Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θεια-Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾷς.

―  Θὰ τὸ φυλάξω ὣς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾽ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.

―Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾽ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ καθεμιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.

―  Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλύτερα.

Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακόν τι.

―  Πῶς τό ᾽παθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο, εἶπε μόνον καθ᾽ ἑαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετά τινος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκαμνε συντροφίαν ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ ἁγ. Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.

Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτῇ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρις οὗ σημάνῃ ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾽ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δύο οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.

Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἡμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς:

―  Δῶσέ μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.

―Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.

Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.

Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.

―  Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.

―  Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.

―Ὄχι, δὲν εἶναι, σοῦ λέγω, τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δύο ἄγκουρες ἀραγμένη, καὶ καθισμένη.

―  Θέλεις ν᾽ ἀνάψω φωτιά;

― Ἄναψε, καὶ δῶσέ μου ν᾽ ἀλλάξω.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.

―  Θέλεις κανένα ζεστό;

―  Δὲν μ᾽ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.

―  Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.

―  Δὲν σ᾽ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;

―  Βάλε στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κ᾽ ἐγὼ σὲ λίγο.

Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.

―Ἡ μάννα μου δὲν θὰ τό ᾽μαθε βέβαια ὅτι ἦλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.

―Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;

―  Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.

―  Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾷς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃς μόνον;

―  Νὰ μεταλάβω κ᾽ ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.

Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾽ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾽ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.

Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβῃ ἄρτον, ἀλλ᾽ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ χριστόψωμον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾽ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.

Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα.

Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμον, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.

Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου.

Σημειωτέον ὅτι ἡ γραῖα συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων. Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆράς της.

Posted in Διηγήματα, Επαναλήψεις, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 66 Σχόλια »

Κάλαντα, έστω και με μάσκα

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2021

Όπως ανακοινώθηκε πριν από λίγο, από σήμερα το πρωί επανέρχεται η υποχρέωση να φοράμε μάσκα και στους εξωτερικούς χώρους -οπότε, συμπεραίνω, και οι παρέες των παιδιών που θα μας πουν τα κάλαντα θα πρέπει επίσης να μασκοφορούν, αν και αυτό δεν το ανακοίνωσε ρητα ο υπουργός Υγείας.

Έστω και με μάσκα όμως, η σημερινή παραμονή των Χριστουγέννων είναι η μέρα που λένε τα Κάλαντα, οπότε θα επαναλάβω ένα παλιότερο άρθρο μας για τα λεξιλογικά και άλλα των καλάντων, που τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από πέντε χρόνια.

Πριν προχωρήσω στο άρθρο, να σας θυμίσω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς, οπότε αν δεν έχετε ήδη ψηφίσει σας προτρέπω να ρίξετε τον οβ… την ψήφο σας εδώ!

Λοιπόν, μια και η μέρα το θέλει, ταιριάζει να μιλήσουμε σήμερα λιγάκι για την ιστορία όχι του εθίμου (έχουν γράψει τόσοι και τόσοι γι’ αυτό) αλλά της λέξης, της λέξης «κάλαντα».

Στην αρχή της αλυσίδας βρίσκουμε τις ρωμαϊκές νουμηνίες ή νεομηνίες, που τις έλεγαν calendae, καλένδες (υπάρχει και γραφή με k, kalendae, παρόλο που το γράμμα k είχε εκπέσει τότε). Για την προέλευση της λατινικής λέξης, είχε γραφτεί παλιότερα ότι προέρχεται από τη λατινική φράση calo luna novella, δηλαδή «ανακηρύσσω τη νέα σελήνη», με την οποία ο αρχιερέας του Καπιτωλίου ανάγγελλε τη νεομηνία. Ωστόσο, η φράση αυτή φαίνεται πως είναι προϊόν διπλής παρανάγνωσης, αφού οι περισσότερες πηγές την παραδίδουν ως calo Juno Covella, όπου Juno ήταν το ρωμαϊκό ισοδύναμο της Ήρας.

Το Covella μάλλον προέρχεται από το covus, παλαιότερη μορφή του cavus (“κούφιο”). Το κρίσιμο χωρίο είναι του Βάρρωνα (De lingua latina 6.27): Primi dies mensium nominati kalendae, quod his diebus calantur eius mensis nonae a pontificibus, quintanae an septimanae sint futurae, in Capitolio in curia Calabra sic dicto quinquies ‘kalo Iuno Covella’, septies dicto ‘kalo Iuno Covella’ (Οι πρώτες ημέρες του μήνα ονομάζονται Kalendae, επειδή τις ημέρες αυτές ανακοινώνονται [calantur] από τους ιερείς στην Αίθουσα των Ανακοινώσεων του Καπιτωλίνου οι Νώννες, εάν δηλαδή θα πέσουν στις πέντε ή στις επτά του μηνός, με τον ακόλουθο τρόπο: Ήρα Λειψή, σε καλώ την πέμπτη ημέρα ή Ήρα Λειψή, σε καλώ την έβδομη ημέρα). Προσέξτε και πάλι τη γραφή με k.

Ούτως ή άλλως, στην αρχή έχουμε το ρήμα calo, που είναι συγγενικό με το δικό μας το «καλώ» (και όχι δάνειο από το δικό μας όπως αφελώς γράφεται), αν και δεν έχω πρόχειρο τον Ερνού-Μεγιέ (το ετυμολογικό της λατινικής) κι έτσι κρατάω μιαν επιφύλαξη. Πάντως, από το calo προέκυψαν οι calendae και από εκεί και τα σημερινά calendar, calendrier, το δικό μας καλεντάρι κτλ.

Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, στην πρώτη του έκδοση, έδινε σαν προέλευση της λ. καλένδες τη λαθεμένη λατινική φράση (calo Juno novella). Η δεύτερη έκδοση διόρθωσε το λάθος, αλλά βέβαια δεν έχουν όλοι την ευχέρεια να προμηθεύονται τις επανεκδόσεις οπότε η αρχική, λαθεμένη εκδοχή αναφέρεται συχνά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία, Λαογραφία, Φρασεολογικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , | 334 Σχόλια »

Βιβλία για τις γιορτές και φέτος

Posted by sarant στο 10 Δεκεμβρίου, 2021

Ο Δεκέμβρης είναι μήνας με πολλές γιορτές και συνδέεται με πολλές παραδόσεις. Έχει και το ιστολόγιο δημιουργήσει τις παραδόσεις του, που μερικές από αυτές είναι δεκεμβριάτικες -μόλις χτες, ας πούμε, ξεκίνησε η διαδικασία για την ανάδειξη της λέξης της χρονιάς -μπορείτε να προτείνετε υποψήφιες λέξεις αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Με το σημερινό άρθρο τηρούμε μιαν άλλη παράδοση του ιστολογίου: να δημοσιεύουμε  λίγο πριν από τις γιορτές ένα βιβλιοφιλικό άρθρο, ακριβώς για να ανταλλάσσουμε προτάσεις αγοράς βιβλίων, είτε για ιδία κατανάλωση είτε για δώρα. Το περυσινό αντίστοιχο άρθρο, με προτάσεις για βιβλία-δώρα υπάρχει εδώ, ενώ το προπέρσινο θα το βρείτε εδώ. Αν πάλι θέλετε να δείτε τις προτάσεις του 2018 πηγαίνετε εδώ, ενώ εδώ μπορείτε να βρείτε το άρθρο του 2017. Το άρθρο του 2016 βρίσκεται εδώ, ενώ το  αντίστοιχο άρθρο του 2015 θα το βρείτε εδώ. Υπάρχει βέβαια και το αντίστοιχο άρθρο του 2014. Τέλος, μπορείτε να βρείτε εδώ το αντίστοιχο άρθρο του 2013. (Να σημειώσω ότι βιβλιοπροτάσεις κάνουμε και το καλοκαίρι).

Πρακτικά, μπορείτε να προτείνετε όποιο βιβλίο θέλετε, αλλά θα σας συνιστούσα να αναφέρετε κυρίως βιβλία που εκδόθηκαν τα τελευταία 2-3 χρόνια και ακόμα καλύτερα μέσα στο 2021. Να διευκρινίσω ότι ζητάω η έκδοση να είναι πρόσφατη, όχι η συγγραφή του βιβλίου. Και φυσικά περιλαμβάνονται και επανεκδόσεις βιβλίων που ήταν εξαντλημένα.

Και η φετινή χρονιά είχε πάνω της το στίγμα της κορόνας, αν και με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι η περυσινή. Το 2020 θα μπορούσε να πει κανείς ότι το λοκντάουν λειτούργησε ευεργετικά στο διάβασμα βιβλίων, άρα [αν και αυτό δεν είναι αυτόματο] και στις πωλήσεις -βέβαια αυτό, αν ίσχυσε, αφορούσε κυρίως το πρώτο λοκντάουν. Το δεύτερο έπεσε την πιο ακατάλληλη περίοδο, και επηρέασε όχι μόνο τις αγορές αλλά και τις εκδόσεις. Το 2021 επηρεάστηκε στην αρχή του από τα περιοριστικά μέτρα. Κάτι άλλο ήταν ότι και φέτος όπως και πέρυσι είχαμε πολλά βιβλία για τα 200 χρόνια από το 1821.

Για να ξεκινήσω ευλογώντας τα γένια μου, πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρχείο, σε δική μου φιλολογική επιμέλεια ο τόμος Ερωτικά, ο πέμπτος τόμος με χρονογραφήματα του Βάρναλη. Πρόκειται για 181 χρονογραφήματα που δημοσιεύτηκαν από το 1939 έως το 1954 σε αθηναϊκές εφημερίδες και έχουν θέμα τον γάμο και τον έρωτα, τη γυναίκα και τις σχέσεις των δύο φύλων. Για περισσότερα, παραπέμπω στο σχετικό άρθρο του ιστολογίου.

Βέβαια, μια και έχουμε φέτος τα 200 χρόνια από το Εικοσιένα, πρέπει να αναφέρω κι ένα άλλο δικό μου βιβλίο, που κυκλοφόρησε άλλωστε πέρυσι μέσα στις γιορτές. Εννοώ βέβαια «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων», από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, μια ιχνηλάτηση του 1821 μέσα από τις λέξεις του, με 300 λέξεις που συναντάμε σε κείμενα της εποχής, γνωστές και άγνωστες -σας παραπέμπω στην ειδική σελίδα που έχω φτιάξει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Παρουσίαση βιβλίου, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , | 154 Σχόλια »

Χριστούγεννα του Είκοσι (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 27 Δεκεμβρίου, 2020

Ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος μού έστειλε τις προάλλες ένα φρέσκο διήγημά του, χριστουγεννιάτικο. Με χαρά το δημοσιεύω σήμερα, τελευταία Κυριακή της χρονιάς, και βρίσκω μάλιστα πως ταιριάζει πολύ με το παπαδιαμαντικό που βάλαμε προχτες, ανήμερα Χριστούγεννα -όχι μόνο επειδή κάποιες λέξεις είναι ίδιες, αλλά διότι ο Δημήτρης ενσωματώνει στοιχεία από διηγήματα του Παπαδιαμάντη στην πλοκή του δικού του. Όμως δεν θα πω περισσότερα, μόνο θα σας προτρέψω να το διαβάσετε και να το χαρείτε.

Όπως συνηθίζει, ο Μήτσος συνοδεύει το διήγημά του με Γλωσσάρι, οπότε με απαλλάσσει από όλη τη δουλειά. Καλή ανάγνωση λοιπόν και μην ξεχνάτε την ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς!

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙ

Ὁ «Ἀνεμπόδιστος», ἡ μπρατσέρα1 τοῦ καπετὰν Λευτέρη τοῦ Πιπεριᾶ, ἀρμένιζε μεσομπούγαζα2 ἐκείνη τὴ νύχτα. Κόντευαν Χριστούγεννα – προπαραμονὴ – κι ὁ καιρὸς ξύδι. Καραβοριάς. Χιονιὰς ντὲ ντίο3. Στὸ πέλαγο οὔτε πουλὶ πετάμενο. Ὅσοι δὲν πρόλαβαν νὰ φτάσουν στὸν προορισμό τους εἶχαν ποδίσει4 ὅπου μπόρεσαν.

Κι ὁ «Ἀνεμπόδιστος» εἶχε μείνει ποδισμένος δυὸ μερόνυχτα σ᾿ ἕναν κόρφον ἀνοιχτό, πού ᾿βλεπε νοτιοδυτικά. Ὁ κόρφος ἦταν προφυλαγμένος ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ Βοριᾶ, ὅμως ἡ στεριὰ ἔβγαζε πολὺν ἀέρα. Εἶχαν φουντάρει καὶ τὶς δυὸ ἄγκυρες μὲ ὅλη τους τὴν καδένα5  γιὰ νὰ κρατηθοῦν. Ὅταν ἐρχόταν ἡ κατεβασιά ἀπὸ τὸ βουνό, οἱ καδένες τεζάριζαν, τὸ καΐκι τριζοβολοῦσε καὶ νόμιζες πὼς θὰ ξεκολλήσει ἡ πλώρη ἀπὸ τὸ ζόρισμα.

Δίπλα, φουνταρισμένο μὲ τὶς δυό του ἄγκυρες κι αὐτό, τὸ μπρίκι τοῦ καπετὰν Φαράση. Ὁ Πιπεριᾶς τὸν ἤξερε ἀπὸ παλιά, ὅταν ἀκόμα ἦταν ναυτόπουλο ἀμούστακο. Κοντά του ἔμαθε τὰ πρῶτα μυστικὰ τῆς θάλασσας καὶ σήμερα ἤτανε κι ὁ ἴδιος καπετάνιος· καὶ μὲ μπρατσέρα  δικιά του. Τί κι ἂν δίπλα στὸ μπρίκι ἡ μπρατσέρα του ἔμοιαζε μὲ βάρκα· αὐτὸν δὲν τὸν ἔνοιαζε. Νέος ἦταν, στὰ μισὰ χρόνια τοῦ καπετὰν Φαράση, καὶ εἶχε πολὺν καιρὸ μπροστά του γιὰ νὰ φτιάξει κι αὐτὸς μπρίκι ἢ καὶ βαπόρι ἀκόμα.

Ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ ποδίσανε, μόλις σιγουράρισε τὸ καΐκι, ὁ Πιπεριᾶς πῆρε τὴ φελούκα μὲ δυὸ ναῦτες ἀπὸ τὸ πλήρωμα καὶ πῆγε νὰ χαιρετίσει τὸν καπετὰν Φαράση. Εἶδαν κι ἔπαθαν νὰ φτάσουν τραβῶντας τέσσερα κουπιά, ἀπὸ ἕνα οἱ δυὸ ναῦτες, καθισμένοι στὸν πάγκο μὲ πρόσωπο κατὰ τὴν πρύμη καὶ δυὸ ὁ Πιπεριᾶς, ὄρθιος μὲ πρόσωπο στὴν πλώρη.

Ὁ καπετὰν Φαράσης τοὺς καλοδέχτηκε καὶ τοὺς κέρασε οὖζο καὶ μεζὲ νηστίσιμο· ἐλιές, βρεχτοκούκια καὶ παξιμάδι. Ἦταν θρῆσκος καὶ τὶς κρατοῦσε τὶς νηστεῖες. Ὁ Πιπεριᾶς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ κόρφο του καὶ τοῦ ᾿δωσε μιὰ κούτα καπνὸ καὶ ἕνα πάκο τσιγαρόχαρτο. Λαθραῖα, ἀπὸ τὸ κοντραμπάντο6 ποὺ ἔκανε περιστασιακά, ὅποτε δὲν εἶχε ναῦλο. Ὁ καπετάνιος δέχτηκε τὸ δῶρο, ἀλλὰ βρῆκε εὐκαιρία νὰ τὸν ἀρχίσει στὶς ὁρμήνιες.

«Μὲ τὸ κοντραμπάντο κανένας δὲν πρόκοψε. Παίζεις κορώνα-γράμματα ὁλάκερη περιουσία. Γιατὶ μιὰ περιουσία ἀξίζει ἡ μπρατσέρα σου, δὲν εἶναι καμιὰ ψαρόβαρκα. Ἄσε τὴ φυλακή, ἢ καὶ τὴ ζωή σου τὴν ἴδια».

Μετὰ εἶπαν γιὰ τὸν καιρό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ναυτικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 119 Σχόλια »

Δευτεροχριστουγεννιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 26 Δεκεμβρίου, 2020

Που βέβαια τα λέω έτσι επειδή τα διαβάζετε τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων. Θα μπορούσα να τα πω και «κορονοχριστουγεννιάτικα», που θα ήταν ακριβέστατο για τα φετινα σημαδεμένα Χριστούγεννα, αλλά δεν ήθελα να το βλέπω στον τίτλο.

Έτσι κι αλλιώς η κορόνα σημάδεψε τη χρονιά που κλείνει, κι αυτό αναμένεται να αποτυπωθεί και στην παραδοσιακή μας ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς 2020, που συνεχίζεται έως το βραδάκι της Τετάρτης 30 Δεκεμβρίου -πρωί της παραμονής θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα.

Στην απίθανη περίπτωση που δεν εχετε ακόμα ψηφίσει, μπορείτε να το κάνετε στην ειδική μας σελίδα. Φέτος, ίσως λόγω λοκντάουν, η συμμετοχή είναι αυξημένη και δεν αποκλείεται να ξεπεράσουμε το ιστορικό ρεκόρ του θεσμού, που έγινε πρόπερσι (2367 συμμετοχές), Μια λέξη προηγείται προς το παρόν αλλά για τη δεύτερη θέση μαίνεται αμφίρροπη μάχη. Οπότε, ψηφίστε!

* Για ορντέβρ κάτι άσχετο και με την πανδημία και με τα Χριστούγεννα, μια ακλισιά που επισήμανε φίλος. Σε άρθρο για κάποιον ημιδιάσημο, διαβάζουμε:

Στο λιμάνι του Πειραιά όλοι ξέρουν τον πατήρ Λεβεντάκη ώς τον «νερουλά» της Αίγινας, στο λιμάνι της οποίας είναι μόνιμα μια υδροφόρα του, χειμώνα-καλοκαίρι.

Ο πατήρ Λεβεντάκης, αν θέλουμε να το πούμε έτσι στα επίσημα (εγώ προτιμώ «ο Λεβεντάκης πατήρ»), αλλά τα μεταξωτά κλίνονται! Κι έτσι βλέπουμε τη χρησιμότητα του άκλιτου προτακτικού «πατερ», αφού με το «ο πάτερ Νικόδημος» καταλαβαίνουμε αμέσως ότι πρόκειται για ιερωμένο και όχι για τον πατέρα κάποιου.

* Συνεχιζω με ένα δυσκλαίμηρον (disclaimer, που λέει ο Μπαμπινιωτης). Επειδή η βορειοανατολική πλευρα του πληκτρολογίου μου έχει πρόβλημα, το πληκτρο που βγαζει τους τόνους μία δουλευει και μία δεν δουλευει. Οπότε, αν λείπουν οι τόνοι σε πολλες λέξεις, μην θεωρείτε ότι έχω αρχισει να ρετάρω. Ή μάλλον, μπορεί να έχω αρχίσει να ρετάρω, αλλά μην το συμπεραίνετε από αυτο το ψεγαδι.

* Η ευχετήρια κάρτα του Άδωνι Γεωργιάδη συζητήθηκε στα σόσιαλ για λόγους, ας πούμε, γλωσσικούς:

Το πολυτονικό δεν εξέπληξε όσους θυμούνται ότι πρώτο μέλημα του Άδωνη, όταν ανέλαβε πρώτη γφορά υπουργός στην κυβέρνηση Παπαδήμου, ήταν να βάλει αυτοσχέδιες πινακίδες με πολυτονικό στις αίθουσες του υπουργείου του.

Εδώ όμως προχωράει, αφού εύχεται (πολυτονιστί, είπαμε) «Καλά Χριστούγεννα με υγίεια». Και βέβαια, ο τύπος «υγίεια» είναι υπαρκτός στην αρχαία ελληνική -όχι απλως υπαρκτος, αλλά αυτός ηταν ο βασικός τύπος στην κλασική αρχαιότητα, υγίεια και υγιεία (ο τόνος έπαιζε), ενώ ο σημερινός τύπος υγεία είναι ελληνιστικός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Παρουσίαση βιβλίου, Πανδημικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , , , | 311 Σχόλια »

Στο Χριστό στο κάστρο (χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2020

Χριστούγεννα σήμερα και το ιστολόγιο συνηθίζει τις χρονιάρες αυτές μέρες να δημοσιεύει διηγήματα του Παπαδιαμάντη ή έστω παπαδιαμαντικού ύφους και κλίματος -κάτι που το έμαθα από τα παιδικά μου χρόνια όταν ο παππούς έπαιρνε έναν από τους τόμους της έκδοσης του Βαλέτα και μάς διάβαζε κάτι.

Σήμερα θα τηρήσουμε την παράδοση με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Ο λόγος που δεν το είχα δημοσιεύσει ως τώρα είναι το μέγεθός του, αλλά φέτος που ο γιορτασμός γίνεται με περιορισμούς ίσως περισσεύει χρόνος για ανάγνωση. Εννοώ το διήγημα Στο Χριστό στο Κάστρο, που γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1891 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εστία της α’ εξαμηνίας του 1892 (το οποίο υποθέτω πως θα κυκλοφορούσε ήδη τις τελευταίες μέρες του 1891).

Θυμίζω ότι «το Κάστρο» είναι η παλιά ερειπωμένη χώρα της Σκιάθου, στην οποία αναφερθήκαμε πρόσφατα με την ευκαιρία του διηγήματος «Τα κρούσματα«.

Στο διήγημα αυτό έχουμε αναφερθεί κάποιες φορές με αφορμή τις παρανοήσεις της εκκλησιαστικής γλώσσας από τον ψάλτη, τον κυρ Αλεξανδρή, και τα πειράγματα του παπά Φραγκούλη.

Παίρνω το κείμενο από τον παπαδιαμαντικό ιστότοπο papadiamantis.net, δηλαδή από τον δεύτερο τόμο της κριτικής έκδοσης του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου. Στο τελος εξηγώ κάποιες λέξεις.

(Μια έκτακτη είδηση για τους σκακιστες: Σήμερα, από τις 4 έως τις 5 το απόγευμα, από τον Ρ/Σ/ «105,5 Στο Κόκκινο», έκτακτη σκακιστική εκπομπή με προσκεκλημένο τον Χρήστο Κόκκορη, τρεις φορές πρωταθλητή Ελλάδας, ο οποίος θα αναφερθεί στις αναμετρήσεις με τους μεγάλους μετρ εκείνης της εποχής, ανάμεσά τους και τον Σοβιετικό παγκόσμιο πρωταθλητή Μποτβίνικ και θα μιλήσει για την τιμωρία του με ισόβιο αποκλεισμό από τη Χούντα).

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

― Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς, τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾽ στὸ Κάστρο, τ᾽μ πέρα πάντα, στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο· τ᾽ ἀκούσατε;

Οὕτως ὡμίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων κ᾽ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τὴν ἑσπέραν τῆς 23 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186… Παρόντες ἦσαν, πλὴν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δύο ἀγάμων θυγατέρων καὶ τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέραν καὶ νὰ πίῃ μίαν ρακιά, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς τὸ παπαδόσπιτο· κ᾽ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἡ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ἐλθοῦσα διὰ νὰ φέρῃ τὴν προσφοράν της, χήρα ἑξηκοντοῦτις, εὐλαβής, πρόθυμος νὰ τρέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας καὶ νὰ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἐξωκκλήσια.

― Τ᾽ ἀκούσαμε κ᾽ ἡμεῖς, παπά, ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος· ἔτσ᾽ εἴπανε.

― Τί, εἴπανε; Εἶναι σίγουρο, σᾶς λέω, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Φραγκούλης. Οἱ βλοημένοι, δὲ θὰ βάλουν ποτὲ γνώση. Ἐπῆγαν μὲ τέτοιον καιρὸ νὰ κατεβάσουν ξύλα, ἀπάν᾽ ἀπ᾽ τοῦ Κουρούπη τὰ κατσάβραχα, στὸ Στοιβωτό, ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ γίδι νὰ πατήσῃ. Καλὰ νὰ τὰ παθαίνουν!

― Μυαλὸ δὲν ἔχουν, αὐτὸς οὑ κόσμους, θὰ πῶ*, εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ. Τώρα οἱ ἀθρῶποι γινῆκαν ἀπόκοτοι.

― Νὰ εἴχανε τάχα τίποτα κ᾽μπάνια μαζί τς; εἶπεν ἡ παπαδιά.

― Ποιὸς τοὺ ξέρ᾽; εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ.

― Θὰ εἴχανε, θὰ εἴχανε κουμπάνια*, ὑπέλαβεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀλλιῶς δὲ γένεται. Πήγανε μὲ τὰ ζεμπίλια τους γεμᾶτα. Καὶ τουφέκι θὰ εἶχαν, καὶ θηλειὲς σταίνουν γιὰ τὰ κοτσύφια. Εἶχαν πάρει κι ἁλάτι μπόλικο μαζί τους, γιὰ νὰ τ᾽ ἁλατίσουν γιὰ τὰ Χριστούγεννα.

― Τώρα Χριστούγεννα θὰ κάμουν ἀπάν᾽ στὸ Στοιβωτὸ τάχα; εἶπε μετ᾽ οἴκτου ἡ παπαδιά.

― Νὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς ἔφερνε βοήθεια; ἐψιθύρισεν ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐφαίνετο κάτι μελετῶν μέσα του.

Ἦτον ἕως πενηνταπέντε ἐτῶν ὁ ἱερεύς, μεσαιπόλιος*, ὑψηλός, ἀκμαῖος καὶ μὲ ἀγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εἰς τὴν νεότητά του ὑπῆρξε ναυτικός, κ᾽ ἐφαίνετο διατηρῶν ἀκόμη λανθανούσας δυνάμεις, ἦτο δὲ τολμηρὸς καὶ ἀκάματος.

― Τί βοήθεια νὰ τοὺς κάμουνε; εἶπεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀπ᾽ τὴ στεριὰ ὁ τόπος δὲν πατιέται. Ἔρριξε, ἔρριξε χιόνι κι ἀκόμα ρίχνει. Χρόνια εἶχε νὰ κάμῃ τέτοια βαρυχειμωνιά. Ὁ Ἅις Θανάσης ἔγιν᾽ ἕνα μὲ τὰ Καμπιά. Ἡ Μυγδαλιὰ δὲν ξεχωρίζει ἀπ᾽ τοῦ Κουρούπη.

Ὁ Πανάγος ὠνόμαζε τέσσαρας ἀπεχούσας ἀλλήλων κορυφὰς τῆς νήσου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐπανέλαβεν ἐρωτηματικῶς:

― Κι ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, μαστρο-Πανάγο;

― Ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, παπά, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ*. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσῃς ὄξ᾽ ἀπ᾽ τὸ λιμάνι, κατὰ τ᾽ Ἀσπρόνησο!

― Ἀπὸ Σοφρὰν τὸ ξέρω, Πανάγο, μὰ ἀπὸ Σταβέτ;

Ὁ ἱερεὺς ἐπρόφερεν οὕτω τοὺς ὅρους Sopra vento καὶ Sotto vento, ἤτοι τὸ ὑπερήνεμον καὶ ὑπήνεμον, ἐννοῶν εἰδικώτερον τὸ βορειανατολικὸν καὶ τὸ μεσημβρινοδυτικόν.

― Ἀπὸ Σταβέτ, παπὰ… μὰ εἶναι φόβος μήν τονε γυρίσῃ στὸ μαΐστρο.

― Μὰ… τότε πρέπει νὰ πέσουμε νὰ πεθάνουμε, εἶπεν ὡς ἐν συμπεράσματι ὁ ἱερεύς. Δὲν εἶναι λόγια αὐτά, Πανάγο.

―Ἔ! παπά μ᾽, ὁ καθένας τώρα ἔχει τὸ λογαριασμό τ᾽. Δὲν πάει ἄλλος νὰ βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβά, κατάλαβες, γιὰ νὰ γλυτώσ᾽ ἐσένα.

Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐστέναξεν, ὡς νὰ ᾤκτειρε τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ μικροψυχίαν, ἧς ζῶσα ἠχὼ ἐγίνετο ὁ Πανάγος.

― Καὶ τί θὰ πάθουνε, τὸ κάτω κάτω; ἐπανέλαβεν, ὡς διὰ ν᾽ ἀναπαύσῃ τὴν συνείδησίν του ὁ μαραγκός. Νά, θὰ εἶναι χωμένοι σὲ καμμιὰ σπηλιά, τσακμάκι θά ᾽χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι νὰ μοῦ ᾽χε κ᾽ ἐμὲ ἡ Πανάγαινα ἀπόψε στὴν παραστιά μου τὴ φωτιὰ ποὺ θέν᾽ ἔχουν αὐτοί. Γιὰ μιὰ βδομάδα, πάντα* θὰ εἴχανε κουμπάνια, καὶ δὲν εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ πέντε μέρες ποὺ ἀγρίεψε ὁ χειμώνας.

― Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήσῃ τὸ Χριστό, στὸ Κάστρο, ἐπανέλαβεν ὁ ἱερεύς, θὰ εἶχε διπλὸ μισθό, ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. Πέρσι ποὺ ἦταν ἐλαφρότερος ὁ χειμώνας, δὲν πήγαμε… Φέτος ποὺ εἶναι βαρὺς…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 116 Σχόλια »

Κουραμπιέδες ή μελομακάρονα λοιπόν;

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2020

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα, επαναλαμβάνω ένα εορταστικό άρθρο που το δημοσιεύω στο ιστολόγιο σε τακτά χρονικά διαστήματα τέτοιες μέρες (τελευταία χρονιά το 2017). Ομολογώ πως επειδη φέτος η χρονιά είναι ιδιαίτερη, σκέφτηκα να καινοτομήσω στον τίτλο και να γράψω «κορονοκουραμπιέδες ή κορονομελομακάρονα;» αλλά δεν μου άρεσε να βλέπω το στίγμα της κορόνας δυο φορές, οπότε το διόρθωσα -κι ας χάνει η ΥΤΧ μας (υπερτρισχιλιετής, να ξέρετε) δυο λέξεις έτσι.

Επίσης, να θυμίσω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της Χρονιάς. Αν δεν έχετε ψηφίσει, γιατί δεν το κάνετε τώρα και μετά να διαβάσετε απερίσπαστοι το άρθρο; Ψηφίζετε στην ειδική μας σελίδα.

Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Μπητλς ή Ρόλινγκ Στόουνς, Πελέ ή Μαραντόνα, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο, αλλά κι αυτό έχει πια παλιώσει) είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”

Μάλιστα, ενώ κάποια από τα διλήμματα αυτά έχουν πια ξεθωριάσει και έχουν πάψει να αφορούν τις νεότερες γενιές, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα διατηρούν αμείωτη την οξύτητα του διλήμματος. Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα -από την άλλη, σε αντίθεση με άλλα διλήμματα εδώ γίνονται δεκτές και συναινετικές λύσεις, το συναμφότερον, και τα δυο τα τρώμε εξίσου.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές και το μελομακάρονο είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Για να κάνω μια παρένθεση, καθώς σκάλιζα κάτι παλιές εφημερίδες βρήκα πρόσφατα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο μιας εφημερίδας του 1950 ένα άρθρο για το «ξένο έθιμο που απειλεί την Πάρνηθα», που «μεταφυτεύτηκε δυστυχώς και στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα» στις αρχές του αιώνα (του εικοστού) από τα μέλη των ξένων παροικιών που ζούσαν στην πρωτεύουσα.

Οι κουραμπιέδες μνημονεύονται πολύ συχνά σε χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μελομακάρονα κάπως σπανιότερα, αλλά η πρώτη ανεύρεση που βρήκα έχει αναφορά και στα δύο. Γράφοντας το 1885 για την Αθήνα, ο Καμπούρογλου αναφέρει: Η βασιλόπιττα, μετά των υπασπιστών της μελομακαρούνων και κουραμπιέδων… Να προσεχτεί ότι χρησιμοποιείται ο τύπος μελομακάρουνο, που ήταν ο επικρατέστερος ίσως και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά σήμερα έχει υποχωρήσει (όποιος τον χρησιμοποιεί και σήμερα, ας το δηλώσει).

Στο διήγημα του Εμμ. Ροΐδη “Ιστορία μιας γάτας”, ο συγγραφέας αναπολεί την παιδική του ηλικία και λέει ότι Όταν μ’ εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος. Αναφορά σε κουραμπιέδες υπάρχει και στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Η τύχη απ’ την Αμέρικα» (οι πεθεράδες που θα μας κουβαλούν ζαχαροχαμαλιά και κουραμπιέδες…)

Ένα χρονογράφημα που βρήκα παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο που θρηνεί την κατάργηση του κουραμπιέ, δήθεν επειδή λερώνει, αλλά στην πραγματικότητα επειδή οι (τότε) νεότερες γενιές δεν μπορούν να τον φτιάξουν. Και δεν μπορούν διότι “Το βούτυρο της εποχής σας είναι νοθευμένο όπως η πολιτική σας, οι έρωτές σας, οι ιδέες σας, η ζωή σας. Η ζάχαρή σας είναι αστεία. Και η γυναίκα σας, η γυναίκα της εποχής σας … δεν είναι μέσα στην κουζίνα της. Είναι στο πιάνο και στην οδόν Ερμού”. Επίτηδες εκσυγχρόνισα την απλή καθαρεύουσα του κειμένου, γιατί, αν εξαιρέσουμε την αναφορά στο πιάνο, τέτοιες γεροντογκρίνιες θα μπορούσαμε να τις ακούσουμε και σήμερα, ή, έστω, στη δεκαετία του 1950, αλλά το χρονογράφημα που σας λέω είναι δημοσιευμένο το 1904 στο Σκριπ (το υπογράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου) και ο γέρος που παρουσιάζει θυμάται τους κουραμπιέδες της νεότητάς του, επί Όθωνα, και ανακηρύσσει τον κουραμπιέ σε σύμβολο “σπιτισμού, ελληνισμού, χριστιανισμού”. Πάντως, παρ’ όλα όσα λέει ο νοσταλγός του Όθωνα, οι κουραμπιέδες άντεξαν στο χρόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , , | 251 Σχόλια »

Κορονορεβεγιόν

Posted by sarant στο 23 Δεκεμβρίου, 2020

Πλησίασαν τα Χριστούγεννα, αλλά δεν είναι και εύκολο να νιώσεις εορταστική ευωχία φέτος, με τη σκιά της κορόνας και του εγκλεισμού να πέφτει βαριά και να σκιάζει τα πάντα, στις πόλεις που ερημώνουν το βράδυ. Και το ιστολόγιο δεν έχει ακόμα μπει σε εορταστικό κλίμα.

Από σήμερα όμως αλλάζουμε, περνάμε σε χριστουγεννιάτικο ύφος. Και επειδή εδώ λεξιλογούμε, θα λεξιλογήσουμε με μια λέξη χριστουγεννιάτικη, που περιέργως δεν την έχουμε εξετάσει τόσον καιρό που γιορτάζουμε Χριστούγεννα στο ιστολόγιο -όχι να το παινευτώ, αλλά τα φετινά είναι τα δωδέκατα ιστολογικά μας Χριστούγεννα.

Δεν θέλει και ρώτημα ποια είναι αυτή η λέξη, την έβαλα στον τίτλο έστω και μασκαρεμένη. Είναι το ρεβεγιόν. Ρεβεγιόν λέμε το δείπνο και τη γιορτή που γίνεται το βράδυ της παραμονής των Xριστουγέννων και το βράδυ της παραμονής της πρωτοχρονιάς, είτε σε σπίτι είτε σε κέντρο διασκέδασης, ξενοδοχείο ή άλλο ανάλογο χώρο, και που διαρκεί έως τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης μέρας.

Από τη μορφή της, η λέξη δείχνει πως είναι δάνειο -παρόλο που λίγη καλή θέληση θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως το τελικό νι της οφείλεται σε καθαρευουσιάνικη τάση ή σε κυπρέικη προφορά (σαν το ζαμπόν και το μπέικον του ανεκδότου). Δάνειο είναι, και μάλιστα από το γαλλικό réveillon, από το ρήμα réveiller (ξυπνάω κάποιον, στα γαλλικά réveil είναι το ξυπνητήρι). Η γαλλική λέξη ανάγεται στο λατινικό ρήμα vigilare, αγρυπνώ, που έχει περάσει επίσης στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Πώς εξηγείται η σημασία της γαλλικής λέξης; Αρχικα, το réveillon ήταν το (συχνά ελαφρό) δείπνο που παίρνει κανείς σε πολύ προχωρημένη ώρα, τη νύχτα, κάποτε μετά τα μεσάνυχτα -αυτό που αργότερα καθιερώθηκε να λέγεται σουπέ, souper, ας πούμε μετά το θέατρο ή την όπερα. Οπότε, ονομάστηκε έτσι επειδή, την ώρα που οι περισσότεροι κοιμούνται, οι συνδαιτυμόνες έμεναν ξύπνιοι, επειδή η συντροφιά και το κρασί τούς κρατούσε άγρυπνους.

Στη συνέχεια η λέξη εξειδικεύτηκε για το γιορταστικό δείπνο της παραμονής των Χριστουγέννων, και μετά για το αντίστοιχο της παραμονής της πρωτοχρονιάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Πανδημικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 309 Σχόλια »

Χριστούγεννα πριν από 40+76 χρόνια (του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 26 Δεκεμβρίου, 2019

Χρονιάρα μέρα κι η σημερινή και λέω να παρατείνω την εορταστική ραστωνη τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το ιστολόγιο -που σημαίνει να βάλω και σήμερα ένα λογοτεχνικό ανάγνωσμα, με θέμα εορταστικό και νοσταλγικό, μακριά από την τύρβη της επικαιρότητας.

Διάλεξα ένα κείμενο που θα μας πάει πίσω στο παρελθόν… δυο φορές. Πρόκειται για ένα χρονογράφημα του Βάρναλη που δημοσιεύτηκε στην Πρωία μέσα στην Κατοχή, τα Χριστούγεννα του 1943 -όπου όμως ο ποιητής, ίσως για να αποδράσει από τον ζόφο, επιλέγει να μεταφερθεί σαράντα χρόνια πίσω και να θυμηθεί πώς γιόρταζε τα Χριστούγεννα με την παρέα του, όταν ήταν νεαρός φοιτητής της Φιλοσοφικής, έχοντας μόλις έρθει από τον Πύργο της Βουλγαρίας, στην αυγή του εικοστού αιώνα. Καθώς τις αναμνήσεις του Βάρναλη εμείς σήμερα τις διαβάζουμε 76 χρόνια μετά, μεταφερόμαστε 40+76 δηλ. 116 χρόνια πίσω, έστω και με μια σύντομη στάση στο 1943.

Το κείμενο το πήρα από το βιβλίο Τα Αττικά (εκδόσεις Αρχείο, 2016) σε δική μου επιμέλεια, όμως το είχε συμπεριλάβει νωρίτερα ο φίλος Γιώργος Ζεβελάκης στη δική του ανθολογία κατοχικών χρονογραφημάτων του Βάρναλη «Φέιγ βολάν της Κατοχής», κι έτσι υπάρχει ήδη στο Διαδικτυο. Αλλά δεν πειράζει.

Στο χρονογράφημα ο Βάρναλης αναφέρεται και σε κάποιον ψιλικατζή ονόματι Κιουλάμπεη, που έπαιρνε μέρος στην παρέα τους. Αξίζει να πούμε ότι αργότερα ο Βάρναλης έγραψε και διήγημα για το ίδιο πρόσωπο. Ίσως το ανεβάσω κι αυτό κάποια φορά στο ιστολόγιο, αλλά προς το παρόν μπορείτε να το δείτε σε εικόνα, εδώ.

Στο τέλος του κειμένου έχω κάποιες υποσημειώσεις.

Πριν σαράντα χρόνια

–«Οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους» λένε οι μεν. «Δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης»(1), λένε οι δε. Αλλά τι μας χρειάζεται τώρα η φιλοσοφία; Εγώ προσπάθησα να μπω στο ποτάμι του χρόνου και δε βρήκα ούτε σταλιά από το ίδιο νερό. Είναι πολλοί που κάνουνε την ίδια βουτιά και φτάνουνε στη θάλασσα πριν απ’ το ποτάμι. Αυτοί είναι οι οραματιστές του μέλλοντος. Δύσκολη δουλειά! Όμως έκανα κάτι πιο εύκολο (ας το πούμε εύκολο). Πήγα κόντρα στο ρέμα. «Άνω ποταμών χωρούσι παγαί»(2). Κι οραματίστηκα τα περασμένα. Γι’ αυτήν τη δουλειά χρειάζεται μονάχα μνήμη και καημός· για την άλλη, την προφητική, χρειάζεται θείο χάρισμα. Κι εγώ δεν έχω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Χριστούγεννα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Το κρυφό Μανδράκι (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2019

Χριστούγεννα σήμερα και το ιστολόγιο συνηθίζει τις χρονιάρες αυτές μέρες να δημοσιεύει διηγήματα του Παπαδιαμάντη ή έστω παπαδιαμαντικού ύφους και κλίματος -κάτι που το έμαθα από τα παιδικά μου χρόνια όταν ο παππούς έπαιρνε έναν από τους τόμους της έκδοσης του Βαλέτα και μάς διάβαζε κάτι.

Σήμερα θα τηρήσουμε μεν την παράδοση αλλά θα βάλουμε κάποιο από τα λιγότερο γνωστά χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη -που θα μπορούσατε να πείτε πως είναι από τα ελάσσονα παπαδιαμαντικά. Πρόκειται για το Κρυφό Μανδράκι, που δημοσιεύτηκε ανήμερα Χριστούγεννα, 25 Δεκεμβρίου του 1906 στην αθηναϊκή εφημερίδα Αλήθεια -στην ίδια όπου αργότερα επρόκειτο να δημοσιευτεί το πασχαλινό διήγημα «Η νοσταλγία του Γιάννη», ένα κελεπούρι που είχα την τύχη και την τιμή ν’ ανακαλύψω και να προσθέσω τελευταίο πετράδι στο παπαδιαμαντικό στέμμα, και που αν ποτέ βρεθεί ολόκληρο σώμα της ίσως μάς επιφυλάσσει και άλλα ευρήματα.

Παίρνω το κείμενο από τον παπαδιαμαντικό ιστότοπο papadiamantis.org, δηλαδή από τον τέταρτο τόμο της κριτικής έκδοσης του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου.

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΑΝΔΡΑΚΙ

Χριστούγεννα ποὺ ἔμελλαν νὰ κάμουν τὴν χρονιὰν ἐκείνην οἱ χριστιανοί, οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ! Ἂν ἐπερίμεναν ἀπὸ τὸν μπαρμπα-Στάθην τὸν Γροῦτσον μὲ τὴν βάρκαν του, τὴν πολλάκις καλαφατισμένην* καὶ πισσωμένην, νὰ τοὺς φέρῃ ἀρνιὰ νὰ φᾶνε! Οἱ καιροὶ ἦσαν τόσον ἀκατάστατοι, μὲ ὅλα τὰ χιόνια ποὺ εἶχε ρίξει γύρω στὰ βουνὰ ― ἕως τὴν παραθαλασσίαν, στὴν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ εἶχαν καταβῆ τὰ χιόνια. Καὶ μέσα στὸ χωρίον εἶχε πιάσει τὸ χιόνι. Καὶ ὅλαι αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν, ἀπὸ πλάκες ἢ ἀπὸ κεραμίδια, εἶχον καλυφθῆ ἀπὸ παχὺ λευκὸν στρῶμα. Καὶ εἰς ὅλους τοὺς δρόμους καὶ τὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ εἶχε σωρευθῆ γόνα τὸ χιόνι πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Μιχαλιοῦ τῆς Μερεγκλίνας καὶ ὅλων τῶν ξυπολύτων παιδιῶν τῆς γειτονιᾶς, ὁποὺ δὲν ἄφησαν γριὰν ἢ νέαν, ἢ κορίτσι ἢ παιδὶ ποὺ νὰ φορῇ παπούτσια νὰ περάσῃ, χωρὶς νὰ τῆς σπάσουν τὴν στάμναν, ἢ νὰ τὴν στραβώσουν στὸ ἕνα μάτι, ἢ τὴν κουφάνουν ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ μὲ τοὺς τεραστίους καὶ πολὺ σφιχτοὺς βώλους χιόνος, ὁποὺ ἐξεσφενδόνιζον ἐναντίον των. Ἐκολλοῦσαν μεγάλες μπάλες ἀπὸ χιόνι, τὰς ἐξώγκωναν ἐπ᾿ ἄπειρον, καὶ τὰς ἐσώρευον μπροστὰ στὴν αὐλὴν τῆς Μερεγκλίνας· ὁ Μιχαλιός, ὅστις εἶχε παιδιόθεν μέγα δαιμόνιον πλαστικῆς, ἐσχεδίαζεν ἕνα πελώριον κολοσσὸν εἰς σχῆμα ἀνθρώπου ― Τούρκου ἢ λευκοῦ Ἀράπη, μὲ τὸ σαρίκι καὶ μὲ τὴν τσιμπούκα του. Ἀκολούθως ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ κατώγι τὴν «στάφνη», ναυπηγικὴν μπογιὰν ἀπὸ κοκκινόχωμα τοῦ πατρός του τοῦ μαστρο-Γιώργου τοῦ Μερεγκλῆ, κ᾿ ἐζωγράφιζε κόκκινον τὸν λευκὸν Ἀράπην ― κόκκινα μάτια, κόκκινα φρύδια, κόκκινα γένεια καὶ μαλλιά, κόκκινην καπόταν καὶ βράκαν, ὅλα κατακόκκινα. Ἦτο φοβερὸν τὴν θέαν τὸ τέρας ἐκεῖνο τῆς ἐκ χιόνος ἀνδριαντοποιΐας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 61 Σχόλια »

Τα κάλαντα (διήγημα του Στρατή Τσίρκα)

Posted by sarant στο 30 Δεκεμβρίου, 2018

Πριν  από 100-120 χρόνια το χριστουγεννιάτικο και το πρωτοχρονιάτικο διήγημα, όπως και το πασχαλινό, ήταν θεσμός των εφημερίδων μας, που καμάρωναν να κυκλοφορούν έχοντας στο πρωτοσέλιδό τους ένα καινούργιο διήγημα με την υπογραφή του Παπαδιαμάντη, του Μωραϊτίδη, του Νιρβάνα, του Ξενόπουλου ή του Βουτυρά. Ο θεσμός διατηρήθηκε έστω και σε φθίνουσα μορφή τα μεταπολεμικά χρόνια αλλά σταδιακά ατόνησε, ενώ ταυτόχρονα οι σελίδες των εφημερίδων μίκρυναν, αναγκάζοντας το διήγημα να κρυφτεί από την πρώτη στις μέσα σελίδες.

Στον αιώνα μας υπήρξαν προσπάθειες  αναβίωσης του εθίμου, έστω και σποραδικές. Στο χτεσινό φύλλο της Εφημερίδας των Συντακτών, που κυκλοφορεί για όλο το Σαββατοκύριακο, δημοσιεύεται ένα καινούργιο πρωτοχρονιάτικο διήγημα της Μάρως Δούκα -ή ίσως μεταδιήγημα αφού είναι ένα διήγημα για ένα διήγημα. Ταυτόχρονα, η εφημερίδα κυκλοφορεί με προσφορά (προαιρετική) ένα βιβλίο με τον τίτλο Γιορτινές ιστορίες, που περιέχει χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα διηγήματα.

Αν και τυπωμένη σε φτηνό χαρτί, η έκδοση δεν είναι ευτελής. Όχι μόνο η επιλογή είναι καλή, αν και με παλιότερους μόνο συγγραφείς, αλλά και η επιμέλεια, από τον φίλο Δημήτρη Ποσάντζη, είναι πολύ καλή: για παράδειγμα, υπάρχουν βιβλιογραφικά στοιχεία για τις πρώτες δημοσιεύσεις των διηγημάτων. Πιθανόν η έκδοση να στηρίζεται σε παλιότερο βιβλίο των εκδόσεων Καστανιώτη.

Από αυτό το τομίδιο, διαλέγω να παρουσιάσω σήμερα το διήγημα του Στρατή Τσίρκα «Τα κάλαντα». Όπως βλέπω, πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Κήρυξ του Καΐρου στις 31 Δεκεμβρίου 1938, με το ψευδώνυμο Π. Καράλης. Βέβαια, και το «Στρατής Τσίρκας» ψευδώνυμο είναι αφού ο λογοτέχνης γεννήθηκε το 1911 ως Γιάννης Χατζηαντρέας. Στις νεανικές του προσπάθειες υπέγραφε είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με σειρά από ψευδώνυμα, ενώ το ψευδώνυμο Στρατής Τσίρκας το χρησιμοποίησε πρώτη φορά το 1937 και λίγο αργότερα το υιοθέτησε αποκλειστικά για όλα του τα έργα.

Τον πινακα του Λύτρα τον έβαλα επειδή μου αρέσει πολύ και επειδή έχει και ταμπούρλο. Διότι το μεγάλο το ζήτημα ηταν το ταμπούρλο.

Τα κάλαντα (Στρατής Τσίρκας, 1938)

Το μεγάλο το ζήτημα, καταλαβαίνεις, ήταν το ταμπούρλο. Aν είχες ταμπούρλο, η δουλειά ήταν τελειωμένη. Σύντροφο έβρισκες αμέσως και το φανάρι δεν κόστιζε παραπάνω από ‘να γρόσι.

Eκείνη τη χρονιά ο πατέρας έκανε ένα μεγάλο έξοδο. Tο μεσημέρι της παραμονής της Πρωτοχρονιάς μου έφερε ένα ταμπούρλο! Mικρούτσικο, βέβαια, και τενεκεδένιο.

«Έτσι δεν θα το σπάσεις εύκολα», μου είπε.

Mα εγώ κατάλαβα πως ήταν από οικονομία. Tα πέτσινα ταμπούρλα, κείνα τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, κόστιζαν έναν κόσμο λεφτά.

Πήγα και βρήκα αμέσως το φίλο μου το Mιχάλη. Ήταν το παλικάρι της γειτονιάς κι ο καλύτερος σύντροφος για τα κάλαντα. Συχνά τύχαινε να μας ριχτούν τ’ αραπάκια στις γειτονιές και να μας σκίσουν το φανάρι ή να σπάσουν το ταμπούρλο. O Mιχάλης ήταν πολύτιμος.

«Tο ταμπούρλο το έχουμε!» του φώναξα. «Bγαίνουμε απόψε;»

O Mιχάλης δέχτηκε αμέσως. Eίπε, όμως, πως έπρεπε να πάρουμε μαζί μας και τον αδερφό του, τον Δημήτρη. Ήταν καλλίφωνος, λέει, και θα βοηθούσε πολύ στη δουλειά. H αλήθεια είναι πως ο Δημήτρης τραγουδούσε σαν άγγελος. Σου ‘φτανε να τον ακούσεις να ψάλλει μια φορά το «Tη Yπερμάχω» ή να διαβάζει τον «Aπόστολο» για να προτιμήσεις αμέσως τον Άγιο Kωνσταντίνο, όπου εκείνος έψαλλε, από τον Aϊ Nικόλα. Mα η πρόταση του Mιχάλη είχε κάποια υστεροβουλία: τα λεφτά που θα κερδίζαμε θα μοιράζονταν στα τρία. Eκείνοι θα έπαιρναν τα πιο πολλά κι εγώ, μ΄ όλο το ταμπούρλο μου, τα πιο λίγα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εφημεριδογραφικά, Εορταστικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 195 Σχόλια »

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη (διήγημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2018

Το σημερινό διήγημα είναι επανάληψη. Το είχαμε αρχικά δημοσιεύσει το 2009, έκρινα όμως ότι αξίζει μιαν αναδημοσίευση. Σε αυτή τη νέα δημοσίευση έκανα μερικές διορθώσεις στο κείμενο (έχοντας μπροστά μου και την πρώτη δημοσίευση σε εφημερίδα, απ’ όπου και το πορτρέτο του Παπαδιαμάντη), πρόσθεσα μερικά πράγματα στην εισαγωγή και έβαλα και ένα επίμετρο.

Όταν ήμουν μικρός, την παραμονή των Χριστουγέννων ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε.

Εδώ στο ιστολόγιο τηρούμε αυτή την παράδοση ανεβάζοντας χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Το σημερινό όμως διήγημα δεν είναι του Παπαδιαμάντη αλλά «εις υφος Παπαδιαμάντη» -του Κώστα Βάρναλη. Ο Βάρναλης σαν ήταν νέος είχε γνωρίσει τον Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή -την πρώτη μάλιστα φορά, πριν συστηθούν, ο Βάρναλης είχε φωναχτά διαμαρτυρηθεί στο καφενείο για τις αλλεπαλληλες γενικές ενός άρθρου της εφημερίδας («όλο γκέων, γκέων, γκέων»), με τρόπο που είχε εξοργίσει τον Παπαδιαμάντη. Το είχε βάρος αυτό στη συνείδησή του, επειδή τον εκτιμούσε βαθύτατα.

Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα «εις ύφος Παπαδιαμάντη», αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου «Πεζός Λόγος» και το μονοτόνισα. Αγνοώ αν το «Καλοκαιρής» (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη, πάντως υπάρχει έτσι στην εφημερίδα όπου έγινε η πρώτη δημοσίευση. Διορθώνω επίσης το «ορυγάς» σε «ωρυγάς».

Tο διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 23.12.1950 στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος, κεντροαριστερή εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν με καθημερινό χρονογράφημα ο Κώστας Βάρναλης από τον Απρίλιο του 1950 έως το καλοκαίρι του 1953 (μάλιστα, η πρώτη του συνεργασία ήταν ένα άλλο παπαδιαμαντικό, πασχαλινό, που ελπίζω να θυμηθώ να το παρουσιάσω το Πάσχα). Το περίεργο είναι ότι η δημοσίευση αυτή έχει τον υπότιτλο «Αναμνησεις του κ. Κώστα Βάρναλη» -ενώ πρόκειται σαφώς για διήγημα.

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Διηγήματα, Επαναλήψεις, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 149 Σχόλια »