Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Χριστούγεννα’ Category

Χριστούγεννα του Είκοσι (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 27 Δεκεμβρίου, 2020

Ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος μού έστειλε τις προάλλες ένα φρέσκο διήγημά του, χριστουγεννιάτικο. Με χαρά το δημοσιεύω σήμερα, τελευταία Κυριακή της χρονιάς, και βρίσκω μάλιστα πως ταιριάζει πολύ με το παπαδιαμαντικό που βάλαμε προχτες, ανήμερα Χριστούγεννα -όχι μόνο επειδή κάποιες λέξεις είναι ίδιες, αλλά διότι ο Δημήτρης ενσωματώνει στοιχεία από διηγήματα του Παπαδιαμάντη στην πλοκή του δικού του. Όμως δεν θα πω περισσότερα, μόνο θα σας προτρέψω να το διαβάσετε και να το χαρείτε.

Όπως συνηθίζει, ο Μήτσος συνοδεύει το διήγημά του με Γλωσσάρι, οπότε με απαλλάσσει από όλη τη δουλειά. Καλή ανάγνωση λοιπόν και μην ξεχνάτε την ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς!

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙ

Ὁ «Ἀνεμπόδιστος», ἡ μπρατσέρα1 τοῦ καπετὰν Λευτέρη τοῦ Πιπεριᾶ, ἀρμένιζε μεσομπούγαζα2 ἐκείνη τὴ νύχτα. Κόντευαν Χριστούγεννα – προπαραμονὴ – κι ὁ καιρὸς ξύδι. Καραβοριάς. Χιονιὰς ντὲ ντίο3. Στὸ πέλαγο οὔτε πουλὶ πετάμενο. Ὅσοι δὲν πρόλαβαν νὰ φτάσουν στὸν προορισμό τους εἶχαν ποδίσει4 ὅπου μπόρεσαν.

Κι ὁ «Ἀνεμπόδιστος» εἶχε μείνει ποδισμένος δυὸ μερόνυχτα σ᾿ ἕναν κόρφον ἀνοιχτό, πού ᾿βλεπε νοτιοδυτικά. Ὁ κόρφος ἦταν προφυλαγμένος ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ Βοριᾶ, ὅμως ἡ στεριὰ ἔβγαζε πολὺν ἀέρα. Εἶχαν φουντάρει καὶ τὶς δυὸ ἄγκυρες μὲ ὅλη τους τὴν καδένα5  γιὰ νὰ κρατηθοῦν. Ὅταν ἐρχόταν ἡ κατεβασιά ἀπὸ τὸ βουνό, οἱ καδένες τεζάριζαν, τὸ καΐκι τριζοβολοῦσε καὶ νόμιζες πὼς θὰ ξεκολλήσει ἡ πλώρη ἀπὸ τὸ ζόρισμα.

Δίπλα, φουνταρισμένο μὲ τὶς δυό του ἄγκυρες κι αὐτό, τὸ μπρίκι τοῦ καπετὰν Φαράση. Ὁ Πιπεριᾶς τὸν ἤξερε ἀπὸ παλιά, ὅταν ἀκόμα ἦταν ναυτόπουλο ἀμούστακο. Κοντά του ἔμαθε τὰ πρῶτα μυστικὰ τῆς θάλασσας καὶ σήμερα ἤτανε κι ὁ ἴδιος καπετάνιος· καὶ μὲ μπρατσέρα  δικιά του. Τί κι ἂν δίπλα στὸ μπρίκι ἡ μπρατσέρα του ἔμοιαζε μὲ βάρκα· αὐτὸν δὲν τὸν ἔνοιαζε. Νέος ἦταν, στὰ μισὰ χρόνια τοῦ καπετὰν Φαράση, καὶ εἶχε πολὺν καιρὸ μπροστά του γιὰ νὰ φτιάξει κι αὐτὸς μπρίκι ἢ καὶ βαπόρι ἀκόμα.

Ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ ποδίσανε, μόλις σιγουράρισε τὸ καΐκι, ὁ Πιπεριᾶς πῆρε τὴ φελούκα μὲ δυὸ ναῦτες ἀπὸ τὸ πλήρωμα καὶ πῆγε νὰ χαιρετίσει τὸν καπετὰν Φαράση. Εἶδαν κι ἔπαθαν νὰ φτάσουν τραβῶντας τέσσερα κουπιά, ἀπὸ ἕνα οἱ δυὸ ναῦτες, καθισμένοι στὸν πάγκο μὲ πρόσωπο κατὰ τὴν πρύμη καὶ δυὸ ὁ Πιπεριᾶς, ὄρθιος μὲ πρόσωπο στὴν πλώρη.

Ὁ καπετὰν Φαράσης τοὺς καλοδέχτηκε καὶ τοὺς κέρασε οὖζο καὶ μεζὲ νηστίσιμο· ἐλιές, βρεχτοκούκια καὶ παξιμάδι. Ἦταν θρῆσκος καὶ τὶς κρατοῦσε τὶς νηστεῖες. Ὁ Πιπεριᾶς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ κόρφο του καὶ τοῦ ᾿δωσε μιὰ κούτα καπνὸ καὶ ἕνα πάκο τσιγαρόχαρτο. Λαθραῖα, ἀπὸ τὸ κοντραμπάντο6 ποὺ ἔκανε περιστασιακά, ὅποτε δὲν εἶχε ναῦλο. Ὁ καπετάνιος δέχτηκε τὸ δῶρο, ἀλλὰ βρῆκε εὐκαιρία νὰ τὸν ἀρχίσει στὶς ὁρμήνιες.

«Μὲ τὸ κοντραμπάντο κανένας δὲν πρόκοψε. Παίζεις κορώνα-γράμματα ὁλάκερη περιουσία. Γιατὶ μιὰ περιουσία ἀξίζει ἡ μπρατσέρα σου, δὲν εἶναι καμιὰ ψαρόβαρκα. Ἄσε τὴ φυλακή, ἢ καὶ τὴ ζωή σου τὴν ἴδια».

Μετὰ εἶπαν γιὰ τὸν καιρό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ναυτικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 119 Σχόλια »

Δευτεροχριστουγεννιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 26 Δεκεμβρίου, 2020

Που βέβαια τα λέω έτσι επειδή τα διαβάζετε τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων. Θα μπορούσα να τα πω και «κορονοχριστουγεννιάτικα», που θα ήταν ακριβέστατο για τα φετινα σημαδεμένα Χριστούγεννα, αλλά δεν ήθελα να το βλέπω στον τίτλο.

Έτσι κι αλλιώς η κορόνα σημάδεψε τη χρονιά που κλείνει, κι αυτό αναμένεται να αποτυπωθεί και στην παραδοσιακή μας ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς 2020, που συνεχίζεται έως το βραδάκι της Τετάρτης 30 Δεκεμβρίου -πρωί της παραμονής θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα.

Στην απίθανη περίπτωση που δεν εχετε ακόμα ψηφίσει, μπορείτε να το κάνετε στην ειδική μας σελίδα. Φέτος, ίσως λόγω λοκντάουν, η συμμετοχή είναι αυξημένη και δεν αποκλείεται να ξεπεράσουμε το ιστορικό ρεκόρ του θεσμού, που έγινε πρόπερσι (2367 συμμετοχές), Μια λέξη προηγείται προς το παρόν αλλά για τη δεύτερη θέση μαίνεται αμφίρροπη μάχη. Οπότε, ψηφίστε!

* Για ορντέβρ κάτι άσχετο και με την πανδημία και με τα Χριστούγεννα, μια ακλισιά που επισήμανε φίλος. Σε άρθρο για κάποιον ημιδιάσημο, διαβάζουμε:

Στο λιμάνι του Πειραιά όλοι ξέρουν τον πατήρ Λεβεντάκη ώς τον «νερουλά» της Αίγινας, στο λιμάνι της οποίας είναι μόνιμα μια υδροφόρα του, χειμώνα-καλοκαίρι.

Ο πατήρ Λεβεντάκης, αν θέλουμε να το πούμε έτσι στα επίσημα (εγώ προτιμώ «ο Λεβεντάκης πατήρ»), αλλά τα μεταξωτά κλίνονται! Κι έτσι βλέπουμε τη χρησιμότητα του άκλιτου προτακτικού «πατερ», αφού με το «ο πάτερ Νικόδημος» καταλαβαίνουμε αμέσως ότι πρόκειται για ιερωμένο και όχι για τον πατέρα κάποιου.

* Συνεχιζω με ένα δυσκλαίμηρον (disclaimer, που λέει ο Μπαμπινιωτης). Επειδή η βορειοανατολική πλευρα του πληκτρολογίου μου έχει πρόβλημα, το πληκτρο που βγαζει τους τόνους μία δουλευει και μία δεν δουλευει. Οπότε, αν λείπουν οι τόνοι σε πολλες λέξεις, μην θεωρείτε ότι έχω αρχισει να ρετάρω. Ή μάλλον, μπορεί να έχω αρχίσει να ρετάρω, αλλά μην το συμπεραίνετε από αυτο το ψεγαδι.

* Η ευχετήρια κάρτα του Άδωνι Γεωργιάδη συζητήθηκε στα σόσιαλ για λόγους, ας πούμε, γλωσσικούς:

Το πολυτονικό δεν εξέπληξε όσους θυμούνται ότι πρώτο μέλημα του Άδωνη, όταν ανέλαβε πρώτη γφορά υπουργός στην κυβέρνηση Παπαδήμου, ήταν να βάλει αυτοσχέδιες πινακίδες με πολυτονικό στις αίθουσες του υπουργείου του.

Εδώ όμως προχωράει, αφού εύχεται (πολυτονιστί, είπαμε) «Καλά Χριστούγεννα με υγίεια». Και βέβαια, ο τύπος «υγίεια» είναι υπαρκτός στην αρχαία ελληνική -όχι απλως υπαρκτος, αλλά αυτός ηταν ο βασικός τύπος στην κλασική αρχαιότητα, υγίεια και υγιεία (ο τόνος έπαιζε), ενώ ο σημερινός τύπος υγεία είναι ελληνιστικός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Παρουσίαση βιβλίου, Πανδημικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , , , | 311 Σχόλια »

Στο Χριστό στο κάστρο (χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2020

Χριστούγεννα σήμερα και το ιστολόγιο συνηθίζει τις χρονιάρες αυτές μέρες να δημοσιεύει διηγήματα του Παπαδιαμάντη ή έστω παπαδιαμαντικού ύφους και κλίματος -κάτι που το έμαθα από τα παιδικά μου χρόνια όταν ο παππούς έπαιρνε έναν από τους τόμους της έκδοσης του Βαλέτα και μάς διάβαζε κάτι.

Σήμερα θα τηρήσουμε την παράδοση με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Ο λόγος που δεν το είχα δημοσιεύσει ως τώρα είναι το μέγεθός του, αλλά φέτος που ο γιορτασμός γίνεται με περιορισμούς ίσως περισσεύει χρόνος για ανάγνωση. Εννοώ το διήγημα Στο Χριστό στο Κάστρο, που γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1891 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εστία της α’ εξαμηνίας του 1892 (το οποίο υποθέτω πως θα κυκλοφορούσε ήδη τις τελευταίες μέρες του 1891).

Θυμίζω ότι «το Κάστρο» είναι η παλιά ερειπωμένη χώρα της Σκιάθου, στην οποία αναφερθήκαμε πρόσφατα με την ευκαιρία του διηγήματος «Τα κρούσματα«.

Στο διήγημα αυτό έχουμε αναφερθεί κάποιες φορές με αφορμή τις παρανοήσεις της εκκλησιαστικής γλώσσας από τον ψάλτη, τον κυρ Αλεξανδρή, και τα πειράγματα του παπά Φραγκούλη.

Παίρνω το κείμενο από τον παπαδιαμαντικό ιστότοπο papadiamantis.net, δηλαδή από τον δεύτερο τόμο της κριτικής έκδοσης του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου. Στο τελος εξηγώ κάποιες λέξεις.

(Μια έκτακτη είδηση για τους σκακιστες: Σήμερα, από τις 4 έως τις 5 το απόγευμα, από τον Ρ/Σ/ «105,5 Στο Κόκκινο», έκτακτη σκακιστική εκπομπή με προσκεκλημένο τον Χρήστο Κόκκορη, τρεις φορές πρωταθλητή Ελλάδας, ο οποίος θα αναφερθεί στις αναμετρήσεις με τους μεγάλους μετρ εκείνης της εποχής, ανάμεσά τους και τον Σοβιετικό παγκόσμιο πρωταθλητή Μποτβίνικ και θα μιλήσει για την τιμωρία του με ισόβιο αποκλεισμό από τη Χούντα).

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

― Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς, τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾽ στὸ Κάστρο, τ᾽μ πέρα πάντα, στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο· τ᾽ ἀκούσατε;

Οὕτως ὡμίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων κ᾽ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τὴν ἑσπέραν τῆς 23 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186… Παρόντες ἦσαν, πλὴν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δύο ἀγάμων θυγατέρων καὶ τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέραν καὶ νὰ πίῃ μίαν ρακιά, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς τὸ παπαδόσπιτο· κ᾽ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἡ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ἐλθοῦσα διὰ νὰ φέρῃ τὴν προσφοράν της, χήρα ἑξηκοντοῦτις, εὐλαβής, πρόθυμος νὰ τρέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας καὶ νὰ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἐξωκκλήσια.

― Τ᾽ ἀκούσαμε κ᾽ ἡμεῖς, παπά, ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος· ἔτσ᾽ εἴπανε.

― Τί, εἴπανε; Εἶναι σίγουρο, σᾶς λέω, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Φραγκούλης. Οἱ βλοημένοι, δὲ θὰ βάλουν ποτὲ γνώση. Ἐπῆγαν μὲ τέτοιον καιρὸ νὰ κατεβάσουν ξύλα, ἀπάν᾽ ἀπ᾽ τοῦ Κουρούπη τὰ κατσάβραχα, στὸ Στοιβωτό, ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ γίδι νὰ πατήσῃ. Καλὰ νὰ τὰ παθαίνουν!

― Μυαλὸ δὲν ἔχουν, αὐτὸς οὑ κόσμους, θὰ πῶ*, εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ. Τώρα οἱ ἀθρῶποι γινῆκαν ἀπόκοτοι.

― Νὰ εἴχανε τάχα τίποτα κ᾽μπάνια μαζί τς; εἶπεν ἡ παπαδιά.

― Ποιὸς τοὺ ξέρ᾽; εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ.

― Θὰ εἴχανε, θὰ εἴχανε κουμπάνια*, ὑπέλαβεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀλλιῶς δὲ γένεται. Πήγανε μὲ τὰ ζεμπίλια τους γεμᾶτα. Καὶ τουφέκι θὰ εἶχαν, καὶ θηλειὲς σταίνουν γιὰ τὰ κοτσύφια. Εἶχαν πάρει κι ἁλάτι μπόλικο μαζί τους, γιὰ νὰ τ᾽ ἁλατίσουν γιὰ τὰ Χριστούγεννα.

― Τώρα Χριστούγεννα θὰ κάμουν ἀπάν᾽ στὸ Στοιβωτὸ τάχα; εἶπε μετ᾽ οἴκτου ἡ παπαδιά.

― Νὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς ἔφερνε βοήθεια; ἐψιθύρισεν ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐφαίνετο κάτι μελετῶν μέσα του.

Ἦτον ἕως πενηνταπέντε ἐτῶν ὁ ἱερεύς, μεσαιπόλιος*, ὑψηλός, ἀκμαῖος καὶ μὲ ἀγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εἰς τὴν νεότητά του ὑπῆρξε ναυτικός, κ᾽ ἐφαίνετο διατηρῶν ἀκόμη λανθανούσας δυνάμεις, ἦτο δὲ τολμηρὸς καὶ ἀκάματος.

― Τί βοήθεια νὰ τοὺς κάμουνε; εἶπεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀπ᾽ τὴ στεριὰ ὁ τόπος δὲν πατιέται. Ἔρριξε, ἔρριξε χιόνι κι ἀκόμα ρίχνει. Χρόνια εἶχε νὰ κάμῃ τέτοια βαρυχειμωνιά. Ὁ Ἅις Θανάσης ἔγιν᾽ ἕνα μὲ τὰ Καμπιά. Ἡ Μυγδαλιὰ δὲν ξεχωρίζει ἀπ᾽ τοῦ Κουρούπη.

Ὁ Πανάγος ὠνόμαζε τέσσαρας ἀπεχούσας ἀλλήλων κορυφὰς τῆς νήσου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐπανέλαβεν ἐρωτηματικῶς:

― Κι ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, μαστρο-Πανάγο;

― Ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, παπά, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ*. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσῃς ὄξ᾽ ἀπ᾽ τὸ λιμάνι, κατὰ τ᾽ Ἀσπρόνησο!

― Ἀπὸ Σοφρὰν τὸ ξέρω, Πανάγο, μὰ ἀπὸ Σταβέτ;

Ὁ ἱερεὺς ἐπρόφερεν οὕτω τοὺς ὅρους Sopra vento καὶ Sotto vento, ἤτοι τὸ ὑπερήνεμον καὶ ὑπήνεμον, ἐννοῶν εἰδικώτερον τὸ βορειανατολικὸν καὶ τὸ μεσημβρινοδυτικόν.

― Ἀπὸ Σταβέτ, παπὰ… μὰ εἶναι φόβος μήν τονε γυρίσῃ στὸ μαΐστρο.

― Μὰ… τότε πρέπει νὰ πέσουμε νὰ πεθάνουμε, εἶπεν ὡς ἐν συμπεράσματι ὁ ἱερεύς. Δὲν εἶναι λόγια αὐτά, Πανάγο.

―Ἔ! παπά μ᾽, ὁ καθένας τώρα ἔχει τὸ λογαριασμό τ᾽. Δὲν πάει ἄλλος νὰ βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβά, κατάλαβες, γιὰ νὰ γλυτώσ᾽ ἐσένα.

Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐστέναξεν, ὡς νὰ ᾤκτειρε τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ μικροψυχίαν, ἧς ζῶσα ἠχὼ ἐγίνετο ὁ Πανάγος.

― Καὶ τί θὰ πάθουνε, τὸ κάτω κάτω; ἐπανέλαβεν, ὡς διὰ ν᾽ ἀναπαύσῃ τὴν συνείδησίν του ὁ μαραγκός. Νά, θὰ εἶναι χωμένοι σὲ καμμιὰ σπηλιά, τσακμάκι θά ᾽χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι νὰ μοῦ ᾽χε κ᾽ ἐμὲ ἡ Πανάγαινα ἀπόψε στὴν παραστιά μου τὴ φωτιὰ ποὺ θέν᾽ ἔχουν αὐτοί. Γιὰ μιὰ βδομάδα, πάντα* θὰ εἴχανε κουμπάνια, καὶ δὲν εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ πέντε μέρες ποὺ ἀγρίεψε ὁ χειμώνας.

― Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήσῃ τὸ Χριστό, στὸ Κάστρο, ἐπανέλαβεν ὁ ἱερεύς, θὰ εἶχε διπλὸ μισθό, ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. Πέρσι ποὺ ἦταν ἐλαφρότερος ὁ χειμώνας, δὲν πήγαμε… Φέτος ποὺ εἶναι βαρὺς…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 116 Σχόλια »

Κουραμπιέδες ή μελομακάρονα λοιπόν;

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2020

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα, επαναλαμβάνω ένα εορταστικό άρθρο που το δημοσιεύω στο ιστολόγιο σε τακτά χρονικά διαστήματα τέτοιες μέρες (τελευταία χρονιά το 2017). Ομολογώ πως επειδη φέτος η χρονιά είναι ιδιαίτερη, σκέφτηκα να καινοτομήσω στον τίτλο και να γράψω «κορονοκουραμπιέδες ή κορονομελομακάρονα;» αλλά δεν μου άρεσε να βλέπω το στίγμα της κορόνας δυο φορές, οπότε το διόρθωσα -κι ας χάνει η ΥΤΧ μας (υπερτρισχιλιετής, να ξέρετε) δυο λέξεις έτσι.

Επίσης, να θυμίσω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της Χρονιάς. Αν δεν έχετε ψηφίσει, γιατί δεν το κάνετε τώρα και μετά να διαβάσετε απερίσπαστοι το άρθρο; Ψηφίζετε στην ειδική μας σελίδα.

Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Μπητλς ή Ρόλινγκ Στόουνς, Πελέ ή Μαραντόνα, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο, αλλά κι αυτό έχει πια παλιώσει) είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”

Μάλιστα, ενώ κάποια από τα διλήμματα αυτά έχουν πια ξεθωριάσει και έχουν πάψει να αφορούν τις νεότερες γενιές, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα διατηρούν αμείωτη την οξύτητα του διλήμματος. Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα -από την άλλη, σε αντίθεση με άλλα διλήμματα εδώ γίνονται δεκτές και συναινετικές λύσεις, το συναμφότερον, και τα δυο τα τρώμε εξίσου.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές και το μελομακάρονο είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Για να κάνω μια παρένθεση, καθώς σκάλιζα κάτι παλιές εφημερίδες βρήκα πρόσφατα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο μιας εφημερίδας του 1950 ένα άρθρο για το «ξένο έθιμο που απειλεί την Πάρνηθα», που «μεταφυτεύτηκε δυστυχώς και στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα» στις αρχές του αιώνα (του εικοστού) από τα μέλη των ξένων παροικιών που ζούσαν στην πρωτεύουσα.

Οι κουραμπιέδες μνημονεύονται πολύ συχνά σε χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μελομακάρονα κάπως σπανιότερα, αλλά η πρώτη ανεύρεση που βρήκα έχει αναφορά και στα δύο. Γράφοντας το 1885 για την Αθήνα, ο Καμπούρογλου αναφέρει: Η βασιλόπιττα, μετά των υπασπιστών της μελομακαρούνων και κουραμπιέδων… Να προσεχτεί ότι χρησιμοποιείται ο τύπος μελομακάρουνο, που ήταν ο επικρατέστερος ίσως και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά σήμερα έχει υποχωρήσει (όποιος τον χρησιμοποιεί και σήμερα, ας το δηλώσει).

Στο διήγημα του Εμμ. Ροΐδη “Ιστορία μιας γάτας”, ο συγγραφέας αναπολεί την παιδική του ηλικία και λέει ότι Όταν μ’ εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος. Αναφορά σε κουραμπιέδες υπάρχει και στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Η τύχη απ’ την Αμέρικα» (οι πεθεράδες που θα μας κουβαλούν ζαχαροχαμαλιά και κουραμπιέδες…)

Ένα χρονογράφημα που βρήκα παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο που θρηνεί την κατάργηση του κουραμπιέ, δήθεν επειδή λερώνει, αλλά στην πραγματικότητα επειδή οι (τότε) νεότερες γενιές δεν μπορούν να τον φτιάξουν. Και δεν μπορούν διότι “Το βούτυρο της εποχής σας είναι νοθευμένο όπως η πολιτική σας, οι έρωτές σας, οι ιδέες σας, η ζωή σας. Η ζάχαρή σας είναι αστεία. Και η γυναίκα σας, η γυναίκα της εποχής σας … δεν είναι μέσα στην κουζίνα της. Είναι στο πιάνο και στην οδόν Ερμού”. Επίτηδες εκσυγχρόνισα την απλή καθαρεύουσα του κειμένου, γιατί, αν εξαιρέσουμε την αναφορά στο πιάνο, τέτοιες γεροντογκρίνιες θα μπορούσαμε να τις ακούσουμε και σήμερα, ή, έστω, στη δεκαετία του 1950, αλλά το χρονογράφημα που σας λέω είναι δημοσιευμένο το 1904 στο Σκριπ (το υπογράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου) και ο γέρος που παρουσιάζει θυμάται τους κουραμπιέδες της νεότητάς του, επί Όθωνα, και ανακηρύσσει τον κουραμπιέ σε σύμβολο “σπιτισμού, ελληνισμού, χριστιανισμού”. Πάντως, παρ’ όλα όσα λέει ο νοσταλγός του Όθωνα, οι κουραμπιέδες άντεξαν στο χρόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , , | 251 Σχόλια »

Κορονορεβεγιόν

Posted by sarant στο 23 Δεκεμβρίου, 2020

Πλησίασαν τα Χριστούγεννα, αλλά δεν είναι και εύκολο να νιώσεις εορταστική ευωχία φέτος, με τη σκιά της κορόνας και του εγκλεισμού να πέφτει βαριά και να σκιάζει τα πάντα, στις πόλεις που ερημώνουν το βράδυ. Και το ιστολόγιο δεν έχει ακόμα μπει σε εορταστικό κλίμα.

Από σήμερα όμως αλλάζουμε, περνάμε σε χριστουγεννιάτικο ύφος. Και επειδή εδώ λεξιλογούμε, θα λεξιλογήσουμε με μια λέξη χριστουγεννιάτικη, που περιέργως δεν την έχουμε εξετάσει τόσον καιρό που γιορτάζουμε Χριστούγεννα στο ιστολόγιο -όχι να το παινευτώ, αλλά τα φετινά είναι τα δωδέκατα ιστολογικά μας Χριστούγεννα.

Δεν θέλει και ρώτημα ποια είναι αυτή η λέξη, την έβαλα στον τίτλο έστω και μασκαρεμένη. Είναι το ρεβεγιόν. Ρεβεγιόν λέμε το δείπνο και τη γιορτή που γίνεται το βράδυ της παραμονής των Xριστουγέννων και το βράδυ της παραμονής της πρωτοχρονιάς, είτε σε σπίτι είτε σε κέντρο διασκέδασης, ξενοδοχείο ή άλλο ανάλογο χώρο, και που διαρκεί έως τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης μέρας.

Από τη μορφή της, η λέξη δείχνει πως είναι δάνειο -παρόλο που λίγη καλή θέληση θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως το τελικό νι της οφείλεται σε καθαρευουσιάνικη τάση ή σε κυπρέικη προφορά (σαν το ζαμπόν και το μπέικον του ανεκδότου). Δάνειο είναι, και μάλιστα από το γαλλικό réveillon, από το ρήμα réveiller (ξυπνάω κάποιον, στα γαλλικά réveil είναι το ξυπνητήρι). Η γαλλική λέξη ανάγεται στο λατινικό ρήμα vigilare, αγρυπνώ, που έχει περάσει επίσης στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Πώς εξηγείται η σημασία της γαλλικής λέξης; Αρχικα, το réveillon ήταν το (συχνά ελαφρό) δείπνο που παίρνει κανείς σε πολύ προχωρημένη ώρα, τη νύχτα, κάποτε μετά τα μεσάνυχτα -αυτό που αργότερα καθιερώθηκε να λέγεται σουπέ, souper, ας πούμε μετά το θέατρο ή την όπερα. Οπότε, ονομάστηκε έτσι επειδή, την ώρα που οι περισσότεροι κοιμούνται, οι συνδαιτυμόνες έμεναν ξύπνιοι, επειδή η συντροφιά και το κρασί τούς κρατούσε άγρυπνους.

Στη συνέχεια η λέξη εξειδικεύτηκε για το γιορταστικό δείπνο της παραμονής των Χριστουγέννων, και μετά για το αντίστοιχο της παραμονής της πρωτοχρονιάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Πανδημικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 309 Σχόλια »

Χριστούγεννα πριν από 40+76 χρόνια (του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 26 Δεκεμβρίου, 2019

Χρονιάρα μέρα κι η σημερινή και λέω να παρατείνω την εορταστική ραστωνη τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το ιστολόγιο -που σημαίνει να βάλω και σήμερα ένα λογοτεχνικό ανάγνωσμα, με θέμα εορταστικό και νοσταλγικό, μακριά από την τύρβη της επικαιρότητας.

Διάλεξα ένα κείμενο που θα μας πάει πίσω στο παρελθόν… δυο φορές. Πρόκειται για ένα χρονογράφημα του Βάρναλη που δημοσιεύτηκε στην Πρωία μέσα στην Κατοχή, τα Χριστούγεννα του 1943 -όπου όμως ο ποιητής, ίσως για να αποδράσει από τον ζόφο, επιλέγει να μεταφερθεί σαράντα χρόνια πίσω και να θυμηθεί πώς γιόρταζε τα Χριστούγεννα με την παρέα του, όταν ήταν νεαρός φοιτητής της Φιλοσοφικής, έχοντας μόλις έρθει από τον Πύργο της Βουλγαρίας, στην αυγή του εικοστού αιώνα. Καθώς τις αναμνήσεις του Βάρναλη εμείς σήμερα τις διαβάζουμε 76 χρόνια μετά, μεταφερόμαστε 40+76 δηλ. 116 χρόνια πίσω, έστω και με μια σύντομη στάση στο 1943.

Το κείμενο το πήρα από το βιβλίο Τα Αττικά (εκδόσεις Αρχείο, 2016) σε δική μου επιμέλεια, όμως το είχε συμπεριλάβει νωρίτερα ο φίλος Γιώργος Ζεβελάκης στη δική του ανθολογία κατοχικών χρονογραφημάτων του Βάρναλη «Φέιγ βολάν της Κατοχής», κι έτσι υπάρχει ήδη στο Διαδικτυο. Αλλά δεν πειράζει.

Στο χρονογράφημα ο Βάρναλης αναφέρεται και σε κάποιον ψιλικατζή ονόματι Κιουλάμπεη, που έπαιρνε μέρος στην παρέα τους. Αξίζει να πούμε ότι αργότερα ο Βάρναλης έγραψε και διήγημα για το ίδιο πρόσωπο. Ίσως το ανεβάσω κι αυτό κάποια φορά στο ιστολόγιο, αλλά προς το παρόν μπορείτε να το δείτε σε εικόνα, εδώ.

Στο τέλος του κειμένου έχω κάποιες υποσημειώσεις.

Πριν σαράντα χρόνια

–«Οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους» λένε οι μεν. «Δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης»(1), λένε οι δε. Αλλά τι μας χρειάζεται τώρα η φιλοσοφία; Εγώ προσπάθησα να μπω στο ποτάμι του χρόνου και δε βρήκα ούτε σταλιά από το ίδιο νερό. Είναι πολλοί που κάνουνε την ίδια βουτιά και φτάνουνε στη θάλασσα πριν απ’ το ποτάμι. Αυτοί είναι οι οραματιστές του μέλλοντος. Δύσκολη δουλειά! Όμως έκανα κάτι πιο εύκολο (ας το πούμε εύκολο). Πήγα κόντρα στο ρέμα. «Άνω ποταμών χωρούσι παγαί»(2). Κι οραματίστηκα τα περασμένα. Γι’ αυτήν τη δουλειά χρειάζεται μονάχα μνήμη και καημός· για την άλλη, την προφητική, χρειάζεται θείο χάρισμα. Κι εγώ δεν έχω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Χριστούγεννα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Το κρυφό Μανδράκι (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2019

Χριστούγεννα σήμερα και το ιστολόγιο συνηθίζει τις χρονιάρες αυτές μέρες να δημοσιεύει διηγήματα του Παπαδιαμάντη ή έστω παπαδιαμαντικού ύφους και κλίματος -κάτι που το έμαθα από τα παιδικά μου χρόνια όταν ο παππούς έπαιρνε έναν από τους τόμους της έκδοσης του Βαλέτα και μάς διάβαζε κάτι.

Σήμερα θα τηρήσουμε μεν την παράδοση αλλά θα βάλουμε κάποιο από τα λιγότερο γνωστά χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη -που θα μπορούσατε να πείτε πως είναι από τα ελάσσονα παπαδιαμαντικά. Πρόκειται για το Κρυφό Μανδράκι, που δημοσιεύτηκε ανήμερα Χριστούγεννα, 25 Δεκεμβρίου του 1906 στην αθηναϊκή εφημερίδα Αλήθεια -στην ίδια όπου αργότερα επρόκειτο να δημοσιευτεί το πασχαλινό διήγημα «Η νοσταλγία του Γιάννη», ένα κελεπούρι που είχα την τύχη και την τιμή ν’ ανακαλύψω και να προσθέσω τελευταίο πετράδι στο παπαδιαμαντικό στέμμα, και που αν ποτέ βρεθεί ολόκληρο σώμα της ίσως μάς επιφυλάσσει και άλλα ευρήματα.

Παίρνω το κείμενο από τον παπαδιαμαντικό ιστότοπο papadiamantis.org, δηλαδή από τον τέταρτο τόμο της κριτικής έκδοσης του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου.

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΑΝΔΡΑΚΙ

Χριστούγεννα ποὺ ἔμελλαν νὰ κάμουν τὴν χρονιὰν ἐκείνην οἱ χριστιανοί, οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ! Ἂν ἐπερίμεναν ἀπὸ τὸν μπαρμπα-Στάθην τὸν Γροῦτσον μὲ τὴν βάρκαν του, τὴν πολλάκις καλαφατισμένην* καὶ πισσωμένην, νὰ τοὺς φέρῃ ἀρνιὰ νὰ φᾶνε! Οἱ καιροὶ ἦσαν τόσον ἀκατάστατοι, μὲ ὅλα τὰ χιόνια ποὺ εἶχε ρίξει γύρω στὰ βουνὰ ― ἕως τὴν παραθαλασσίαν, στὴν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ εἶχαν καταβῆ τὰ χιόνια. Καὶ μέσα στὸ χωρίον εἶχε πιάσει τὸ χιόνι. Καὶ ὅλαι αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν, ἀπὸ πλάκες ἢ ἀπὸ κεραμίδια, εἶχον καλυφθῆ ἀπὸ παχὺ λευκὸν στρῶμα. Καὶ εἰς ὅλους τοὺς δρόμους καὶ τὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ εἶχε σωρευθῆ γόνα τὸ χιόνι πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Μιχαλιοῦ τῆς Μερεγκλίνας καὶ ὅλων τῶν ξυπολύτων παιδιῶν τῆς γειτονιᾶς, ὁποὺ δὲν ἄφησαν γριὰν ἢ νέαν, ἢ κορίτσι ἢ παιδὶ ποὺ νὰ φορῇ παπούτσια νὰ περάσῃ, χωρὶς νὰ τῆς σπάσουν τὴν στάμναν, ἢ νὰ τὴν στραβώσουν στὸ ἕνα μάτι, ἢ τὴν κουφάνουν ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ μὲ τοὺς τεραστίους καὶ πολὺ σφιχτοὺς βώλους χιόνος, ὁποὺ ἐξεσφενδόνιζον ἐναντίον των. Ἐκολλοῦσαν μεγάλες μπάλες ἀπὸ χιόνι, τὰς ἐξώγκωναν ἐπ᾿ ἄπειρον, καὶ τὰς ἐσώρευον μπροστὰ στὴν αὐλὴν τῆς Μερεγκλίνας· ὁ Μιχαλιός, ὅστις εἶχε παιδιόθεν μέγα δαιμόνιον πλαστικῆς, ἐσχεδίαζεν ἕνα πελώριον κολοσσὸν εἰς σχῆμα ἀνθρώπου ― Τούρκου ἢ λευκοῦ Ἀράπη, μὲ τὸ σαρίκι καὶ μὲ τὴν τσιμπούκα του. Ἀκολούθως ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ κατώγι τὴν «στάφνη», ναυπηγικὴν μπογιὰν ἀπὸ κοκκινόχωμα τοῦ πατρός του τοῦ μαστρο-Γιώργου τοῦ Μερεγκλῆ, κ᾿ ἐζωγράφιζε κόκκινον τὸν λευκὸν Ἀράπην ― κόκκινα μάτια, κόκκινα φρύδια, κόκκινα γένεια καὶ μαλλιά, κόκκινην καπόταν καὶ βράκαν, ὅλα κατακόκκινα. Ἦτο φοβερὸν τὴν θέαν τὸ τέρας ἐκεῖνο τῆς ἐκ χιόνος ἀνδριαντοποιΐας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 61 Σχόλια »

Τα κάλαντα (διήγημα του Στρατή Τσίρκα)

Posted by sarant στο 30 Δεκεμβρίου, 2018

Πριν  από 100-120 χρόνια το χριστουγεννιάτικο και το πρωτοχρονιάτικο διήγημα, όπως και το πασχαλινό, ήταν θεσμός των εφημερίδων μας, που καμάρωναν να κυκλοφορούν έχοντας στο πρωτοσέλιδό τους ένα καινούργιο διήγημα με την υπογραφή του Παπαδιαμάντη, του Μωραϊτίδη, του Νιρβάνα, του Ξενόπουλου ή του Βουτυρά. Ο θεσμός διατηρήθηκε έστω και σε φθίνουσα μορφή τα μεταπολεμικά χρόνια αλλά σταδιακά ατόνησε, ενώ ταυτόχρονα οι σελίδες των εφημερίδων μίκρυναν, αναγκάζοντας το διήγημα να κρυφτεί από την πρώτη στις μέσα σελίδες.

Στον αιώνα μας υπήρξαν προσπάθειες  αναβίωσης του εθίμου, έστω και σποραδικές. Στο χτεσινό φύλλο της Εφημερίδας των Συντακτών, που κυκλοφορεί για όλο το Σαββατοκύριακο, δημοσιεύεται ένα καινούργιο πρωτοχρονιάτικο διήγημα της Μάρως Δούκα -ή ίσως μεταδιήγημα αφού είναι ένα διήγημα για ένα διήγημα. Ταυτόχρονα, η εφημερίδα κυκλοφορεί με προσφορά (προαιρετική) ένα βιβλίο με τον τίτλο Γιορτινές ιστορίες, που περιέχει χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα διηγήματα.

Αν και τυπωμένη σε φτηνό χαρτί, η έκδοση δεν είναι ευτελής. Όχι μόνο η επιλογή είναι καλή, αν και με παλιότερους μόνο συγγραφείς, αλλά και η επιμέλεια, από τον φίλο Δημήτρη Ποσάντζη, είναι πολύ καλή: για παράδειγμα, υπάρχουν βιβλιογραφικά στοιχεία για τις πρώτες δημοσιεύσεις των διηγημάτων. Πιθανόν η έκδοση να στηρίζεται σε παλιότερο βιβλίο των εκδόσεων Καστανιώτη.

Από αυτό το τομίδιο, διαλέγω να παρουσιάσω σήμερα το διήγημα του Στρατή Τσίρκα «Τα κάλαντα». Όπως βλέπω, πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Κήρυξ του Καΐρου στις 31 Δεκεμβρίου 1938, με το ψευδώνυμο Π. Καράλης. Βέβαια, και το «Στρατής Τσίρκας» ψευδώνυμο είναι αφού ο λογοτέχνης γεννήθηκε το 1911 ως Γιάννης Χατζηαντρέας. Στις νεανικές του προσπάθειες υπέγραφε είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με σειρά από ψευδώνυμα, ενώ το ψευδώνυμο Στρατής Τσίρκας το χρησιμοποίησε πρώτη φορά το 1937 και λίγο αργότερα το υιοθέτησε αποκλειστικά για όλα του τα έργα.

Τον πινακα του Λύτρα τον έβαλα επειδή μου αρέσει πολύ και επειδή έχει και ταμπούρλο. Διότι το μεγάλο το ζήτημα ηταν το ταμπούρλο.

Τα κάλαντα (Στρατής Τσίρκας, 1938)

Το μεγάλο το ζήτημα, καταλαβαίνεις, ήταν το ταμπούρλο. Aν είχες ταμπούρλο, η δουλειά ήταν τελειωμένη. Σύντροφο έβρισκες αμέσως και το φανάρι δεν κόστιζε παραπάνω από ‘να γρόσι.

Eκείνη τη χρονιά ο πατέρας έκανε ένα μεγάλο έξοδο. Tο μεσημέρι της παραμονής της Πρωτοχρονιάς μου έφερε ένα ταμπούρλο! Mικρούτσικο, βέβαια, και τενεκεδένιο.

«Έτσι δεν θα το σπάσεις εύκολα», μου είπε.

Mα εγώ κατάλαβα πως ήταν από οικονομία. Tα πέτσινα ταμπούρλα, κείνα τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, κόστιζαν έναν κόσμο λεφτά.

Πήγα και βρήκα αμέσως το φίλο μου το Mιχάλη. Ήταν το παλικάρι της γειτονιάς κι ο καλύτερος σύντροφος για τα κάλαντα. Συχνά τύχαινε να μας ριχτούν τ’ αραπάκια στις γειτονιές και να μας σκίσουν το φανάρι ή να σπάσουν το ταμπούρλο. O Mιχάλης ήταν πολύτιμος.

«Tο ταμπούρλο το έχουμε!» του φώναξα. «Bγαίνουμε απόψε;»

O Mιχάλης δέχτηκε αμέσως. Eίπε, όμως, πως έπρεπε να πάρουμε μαζί μας και τον αδερφό του, τον Δημήτρη. Ήταν καλλίφωνος, λέει, και θα βοηθούσε πολύ στη δουλειά. H αλήθεια είναι πως ο Δημήτρης τραγουδούσε σαν άγγελος. Σου ‘φτανε να τον ακούσεις να ψάλλει μια φορά το «Tη Yπερμάχω» ή να διαβάζει τον «Aπόστολο» για να προτιμήσεις αμέσως τον Άγιο Kωνσταντίνο, όπου εκείνος έψαλλε, από τον Aϊ Nικόλα. Mα η πρόταση του Mιχάλη είχε κάποια υστεροβουλία: τα λεφτά που θα κερδίζαμε θα μοιράζονταν στα τρία. Eκείνοι θα έπαιρναν τα πιο πολλά κι εγώ, μ΄ όλο το ταμπούρλο μου, τα πιο λίγα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εφημεριδογραφικά, Εορταστικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 195 Σχόλια »

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη (διήγημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2018

Το σημερινό διήγημα είναι επανάληψη. Το είχαμε αρχικά δημοσιεύσει το 2009, έκρινα όμως ότι αξίζει μιαν αναδημοσίευση. Σε αυτή τη νέα δημοσίευση έκανα μερικές διορθώσεις στο κείμενο (έχοντας μπροστά μου και την πρώτη δημοσίευση σε εφημερίδα, απ’ όπου και το πορτρέτο του Παπαδιαμάντη), πρόσθεσα μερικά πράγματα στην εισαγωγή και έβαλα και ένα επίμετρο.

Όταν ήμουν μικρός, την παραμονή των Χριστουγέννων ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε.

Εδώ στο ιστολόγιο τηρούμε αυτή την παράδοση ανεβάζοντας χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Το σημερινό όμως διήγημα δεν είναι του Παπαδιαμάντη αλλά «εις υφος Παπαδιαμάντη» -του Κώστα Βάρναλη. Ο Βάρναλης σαν ήταν νέος είχε γνωρίσει τον Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή -την πρώτη μάλιστα φορά, πριν συστηθούν, ο Βάρναλης είχε φωναχτά διαμαρτυρηθεί στο καφενείο για τις αλλεπαλληλες γενικές ενός άρθρου της εφημερίδας («όλο γκέων, γκέων, γκέων»), με τρόπο που είχε εξοργίσει τον Παπαδιαμάντη. Το είχε βάρος αυτό στη συνείδησή του, επειδή τον εκτιμούσε βαθύτατα.

Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα «εις ύφος Παπαδιαμάντη», αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου «Πεζός Λόγος» και το μονοτόνισα. Αγνοώ αν το «Καλοκαιρής» (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη, πάντως υπάρχει έτσι στην εφημερίδα όπου έγινε η πρώτη δημοσίευση. Διορθώνω επίσης το «ορυγάς» σε «ωρυγάς».

Tο διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 23.12.1950 στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος, κεντροαριστερή εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν με καθημερινό χρονογράφημα ο Κώστας Βάρναλης από τον Απρίλιο του 1950 έως το καλοκαίρι του 1953 (μάλιστα, η πρώτη του συνεργασία ήταν ένα άλλο παπαδιαμαντικό, πασχαλινό, που ελπίζω να θυμηθώ να το παρουσιάσω το Πάσχα). Το περίεργο είναι ότι η δημοσίευση αυτή έχει τον υπότιτλο «Αναμνησεις του κ. Κώστα Βάρναλη» -ενώ πρόκειται σαφώς για διήγημα.

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Διηγήματα, Επαναλήψεις, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 149 Σχόλια »

Ένα χριστουγεννιάτικο δίδυμο του Μποστ (πριν από 54 χρόνια)

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2018

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα, ίσως να σας έχουν χτυπήσει ήδη την πόρτα οι πρώτες παρέες παιδιών που λένε τα κάλαντα, οπότε το θέμα μας θα είναι χριστουγεννιάτικο. Επειδή τα φετινά είναι τα δέκατα (!) Χριστούγεννα που γιορτάζουμε στο ιστολόγιο, τα χριστουγεννιάτικα θέματα τα έχουμε λίγο-πολύ εξαντλήσει -κι έτσι, το σημερινό παραμονιάτικο άρθρο μας είναι επανάληψη άρθρου που δημοσιεύτηκε σαν σήμερα πριν από έξι χρόνια, το 2012. Θα σας παρουσιάσω ένα δίδυμο, δυο σκίτσα του Μποστ με χριστουγεννιάτικο θέμα.

Βέβαια, αφού πρόκειται για Μποστ, τα σκίτσα δεν είναι αμιγώς εορταστικά, αλλά έχουν σαφέστατο πολιτικό χαρακτήρα· ωστόσο, σχολιάζουν όχι ένα γεγονός που έγινε αλλά κάτι που δεν έγινε ή τέλος πάντων συνέβη μόνο στην αχαλίνωτη φαντασία του Μέντη Μποσταντζόγλου, φυσικά με αφορμή κάποιο υπαρκτό γεγονός. Αλλά καλύτερα να εξηγηθώ.

Πριν από 54 χρόνια, ενώ πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1964, ένα παράξενο γεγονός τάραξε την επικαιρότητα, ένα γεγονός σχετικό με την υπόθεση Λαμπράκη, δηλαδή τη δολοφονία του ανεξάρτητου αριστερού βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη από παρακρατικούς στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 1963: ο συνταγματάρχης της Χωροφυλακής Ευθύμιος Καμουτσής πιάστηκε επ’ αυτοφώρω από τον υποστράτηγο Βουτυράκη, υπαρχηγό της Χωροφυλακής, μέσα στο γραφείο του, στο Σύνταγμα Χωροφυλακής Μακρυγιάννη, σε μυστική συνάντηση με τον Μανώλη Χατζηαποστόλου, τον «Τίγρη» που τη νύχτα της δολοφονίας του Λαμπράκη είχε πηδήξει στο τρίκυκλο των φονιάδων, και τον Γ. Σωτηρχόπουλο, τον επιπλοποιό που αποκάλυψε ότι ο Γκοτζαμάνης (ο δολοφόνος) είχε προμελετήσει το έγκλημα.

Ο Καμουτσής, υποσχόμενος αμοιβή 1,5 ή 2 εκατ. δραχμές, πίεζε τους δυο μάρτυρες να αναιρέσουν στη δίκη που θα γινόταν τις καταθέσεις τους, και να υποστηρίξουν ότι τον Λαμπράκη τον σκότωσαν στελέχη της ΕΔΑ, ότι άλλα στελέχη της ΕΚ και της ΕΔΑ τους προέτρεψαν να καταθέσουν ψέματα και ότι ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου τους είχε πει ότι την υπόθεση Λαμπράκη την είχαν σχεδιάσει για να ρίξουν τον Καραμανλή! Μάλιστα, σε μια αποστροφή του, ο Καμουτσής είχε πει προς τους δυο μάρτυρες: «Όπως διώξατε τον Καραμανλή, έτσι θα πάτε στο Παρίσι να τον φέρετε πίσω!».

Θυμίζω ότι όλα αυτά γίνονταν ενώ κυβέρνηση ήταν η Ένωση Κέντρου και πρωθυπουργός ο Γεώργιος Παπανδρέου, έχοντας εκλεγεί τον Φεβρουάριο του 1964 με το εντυπωσιακό ποσοστό 53% και με φαινομενικά γρανιτένια κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Ο Καμουτσής εννοούσε ότι ο Χατζηαποστόλου και ο Σωτηρχόπουλος, ως βασικοί μάρτυρες της υπόθεσης Λαμπράκη, στάθηκαν η αιτία για την ήττα του Καραμανλή και την αποχώρησή του από την πολιτική, και ήλπιζε ότι αν αναιρούσαν τις καταθέσεις τους και παρουσίαζαν το όλο θέμα ως σκευωρία θα γινόταν δυνατό να επανέλθει στην πολιτική ο ηττημένος πρώην πρωθυπουργός.

Αλλά ο Μποστ πιάστηκε από αυτή τη φρασούλα και την ερμήνευσε κυριολεκτικά, κι έτσι κατασκεύασε ολόκληρο σενάριο, με τους Χατζηαποστόλου και Σωτηρχόπουλο να ξεκινούν για το Παρίσι να φέρουν πίσω τον Καραμανλή:

To σκίτσο δείχνει τον Καραμανλή να ετοιμάζεται για αναχώρηση και να ζητάει από την Αμαλία, τη γυναίκα του, να ακυρώσει κοινωνικές του υποχρεώσεις. Η αναφορά στο «παγωτό του φούρνου» οφείλεται στο ότι ο Σωτηρχόπουλος, που δούλευε εκείνη την εποχή λουστραδόρος στην Αθήνα, στο επιπλοποιείο ενός γνωστού του Καμουτσή, κατέθεσε ότι ο Καμουτσής σε παλαιότερο ραντεβού τον είχε κεράσει παγωτό φούρνου.

Πέρα από την πετυχημένη ελληνικούρα «της θυρός», προσέξτε πάνω στη βαλίτσα δυο άφθαστα λογοπαίγνια: τα «ιπποδήματα» και, ακόμα καλύτερο, το «Φοντέν εν πλω» (αντί Φοντενεμπλώ). Σε άλλο του κείμενο, ο Μποστ είχε γράψει ότι ο Καραμανλής πήγε «στο Φοντέν εν πλω αεροπορικώς»!

Το σκίτσο αυτό δημοσιεύτηκε στην Αυγή την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 1964. Ωστόσο, ένας υπεύθυνος γελοιογράφος όπως ο Μποστ δεν μπορούσε να αφήσει τους αναγνώστες για πολύ σε αβεβαιότητα. Στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της εφημερίδας παρουσίασε το δίδυμο αδερφάκι του, με τον αντίθετο τίτλο: Δεν έρχεται ο Κόστας…, συνεχίζοντας την ιστορία που είχε πλάσει η φαντασία του.

Εδώ ο Μποστ παρουσιάζει τον Καραμανλή και την Αμαλία, με τις βαλίτσες έτοιμες, να αδημονούν μη βλέποντας να έρχονται οι δυο συνεταίροι. Ο Καμουτσής είχε υποσχεθεί να δωροδοκήσει τους δυο βασικούς μάρτυρες της υπόθεσης Λαμπράκη για να αναιρέσουν τις καταθέσεις τους· εκείνοι για να διερευνήσουν τις προθέσεις του είχαν ζητήσει 2 εκατομμύρια, κι αυτός τους πρόσφερε ενάμισι. Πάνω σ’ αυτή τη διαφορά παίζει ο Μποστ, που φαντάζεται ότι εξαιτίας της αιφνίδιας αύξησης που είχε αναγγελθεί εκείνες τις μέρες στην τιμή της βενζίνης (κατά 3 δρχ. το γαλόνι) οι δυο συνεταίροι ξέμειναν «στα πρόθυρα του Ρήνος»!

Οι «δυο χαρακτήρες» είναι υπαινιγμός για την περίφημη φράση «Δεν υπάρχουν χαρακτήρες» που (φέρεται ότι) είχε πει παλαιότερα ο Καραμανλής σε ένδειξη απογοήτευσης από τα ελληνικά πράγματα, ενώ «σκευωρία» είχε χαρακτηρίσει ο Καμουτσής την όλη υπόθεση. Για τα παγωτά, είπαμε στο προηγούμενο σκίτσο.

Το ζευγάρι είναι ντυμένο με μπαλωμένα ρούχα επειδή λεγόταν ότι ο Καραμανλής ζούσε φτωχική ζωή στο Παρίσι. Η Αμαλία Καραμανλή ήταν ανιψιά του Παν. Κανελλόπουλου, που διαδέχτηκε τον Καραμανλή στην ηγεσία της ΕΡΕ, γι’ αυτό και συχνά οι γελοιογράφοι της εποχής αποκαλούσαν τον Κανελλόπουλο «θείο» του Καραμανλή -το έχουμε σίγουρα δει και στο ιστολόγιο σε κάποια γελοιογραφία της εποχής. Το ζευγάρι πήρε διαζύγιο το 1972 και η Αμαλία, που ασχολήθηκε με το γράψιμο, κυρίως παιδικών βιβλίων, σήμερα είναι γνωστή ως Αμαλία Μεγαπάνου, μετά τον δεύτερο γάμο της.

Το ιστολόγιο σας εύχεται να περάσετε γαλήνια και ειρηνικά τις γιορτές -κι αν δεν ψηφίσατε για τη Λέξη της χρονιάς, έχετε ακόμα καιρό, εδώ!

Posted in Γελοιογραφίες, Επαναλήψεις, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 133 Σχόλια »

Χριστούγεννα στον ύπνον μου (διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη)

Posted by sarant στο 23 Δεκεμβρίου, 2018

Προπαραμονή σήμερα, οπότε το διήγημα που θα βάλουμε θα είναι χριστουγεννιάτικο. Συνηθίζουμε στο ιστολόγιο αυτές τις μέρες τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, όμως ένας φίλος μού ζήτησε, αν γίνεται, να βάλουμε ένα διήγημα του άλλου Αλέξανδρου της Σκιάθου και των γραμμάτων μας, του Μωραϊτίδη, που είναι άλλωστε ξάδερφος του Παπαδιαμάντη. Διάλεξα λοιπόν ένα διήγημα του Μωραϊτίδη, που έχει μιαν ιδιομορφία: ότι ανάμεσα στα πρόσωπα εμφανίζεται και ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης. Το διήγημα υπάρχει στο Project Gutenberg αλλά έκανα αντιβολή με την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου (εκδόσεις Στιγμή) και εντόπισα αρκετές διαφορές.

Η πρώτη δημοσίευση έγινε στην Ακρόπολι στις 25 Δεκεμβρίου 1898 -πριν από 120 χρόνια! Το διήγημα ξεκινάει ως αθηναϊκό, αφού οι δυο εξάδελφοι, ο Μωραϊτίδης που αφηγείται και ο Παπαδιαμάντης, γιορτάζουν τα Χριστούγεννα παρέα με τον φίλο τους τον ιεροψάλτη του Νεκροταφείου, αλλά στο τέλος μετατρέπεται σε σκιαθίτικο, αφού ο αφηγητής περιγράφει ένα όνειρο που είδε.

Ορισμένα σημεία του διηγήματος, όπως η αντίθεση μεταξυ παραδοσιακών και νεωτεριστών σχετικά με τον εορτασμό των Χριστουγέννων, μού είναι εντελώς ξένα κι έτσι δεν θα επιχειρήσω να τα εξιχνιάσω. Υπάρχει και κάποιο αθηναιογραφικό ενδιαφέρον στις περιγραφές -ας πούμε, η «εκκλησία του αγίου Δανιήλ» με τους εργάτες των ελαιοτριβείων είναι σχεδόν σίγουρα στον Βοτανικό.

Στο τέλος σχολιάζω πεντέξι λέξεις -αφήνοντας και μιαν απορία. Πάντως, αν και δεν θέλω να σας επηρεάσω, εμένα ο Παπαδιαμάντης με συγκινεί περισσότερο.

Χριστούγεννα στον ύπνον μου

Μου εφάνη πως δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος. Ήμουν όλην την ημέραν κατηφής και λυπημένος. — Ακούς εκεί; Με τον ήλιον να σημάνουν αι εκκλησίαι; ημέρα πλέον;

Κατά το έθος, εκοιμήθην ενωρίς, την παραμονήν, και περί την δευτέραν ώραν, μετά τα μεσάνυκτα, εγερθείς, ανέμενα ν’ ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού των Ταξιαρχών εις τους Αέρηδες —ένα γλυκύτατον, αργυρόηχον κώδωνα. Ενεδύθην, ητοιμάσθην, και ανέμενα. Και ήμουν όλος χαρά, αναλογιζόμενος την ιεράν, την θείαν, την ανεκλάλητον απόλαυσιν: «Όρθρου βαθέος». Οι πολυέλαιοι κατάφωτοι. — Το φως αναδίδει ιδιαιτέραν λάμψιν καιόμενον την νύκτα. Ο ναός απαστράπτων. Οι πιστοί συνηγμένοι πανηγυρικώς  — Χριστός Γεννάται! — Οι ψάλται υπό ιδιαιτέρου ενθουσιασμού κατεχόμενοι. — Δεύτε ίδωμεν πιστοί. — Ο αχώρητος παντί — Ήχοι καθ’ εκάστην αδόμενοι εν ταις μοναίς, και σπανιώτατα ακουόμενοι εν τω κόσμω. — Παν σπάνιον επιθυμητόν. — Και να συρίζη ίσως ο βορράς. — Και να είνε σκοτία έξω. Και να πίπτη χιών. — Δόξα εν υψίστοις θεώ. — Ανατολή Ανατολών. — Επί γης ειρήνη. — Οποία ουράνιος απόλαυσις!

Και όμως η ώρα παρήρχετο χωρίς ν’ ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού, ένα γλυκύλαλον, ένα αργυρόηχον κώδωνα. Είδον από του παραθύρου. Το άστρον της Ανατολής, έκλαμπρον, μέγα, ο Αστέρας, έφεγγε, καταυγάζων τον ουρανόν. Εχάραζε πλέον — μου εφάνη. — Εγεννήθη ο Χριστός! Ηκροαζόμην. Ούτε κώδων, ούτε ήχος. Η πόλις εκοιμάτο ως να μη εξημέρωνε χαράς ημέρα. Είχε χιονίσει προ δύο ημερών και ήδη προμηνύεται ημέρα ευήλιος. Αίθρία εν ουρανώ. Πώς λάμπει ο Αστέρας, το άστρον της Ανατολής! Προς στιγμήν μου εφάνη ότι είδον και τους τρεις μάγους, τρεις εφίππους Χαλδαίους με τα βασιλικά στέμματα, με τα σκήπτρα και τα δώρα, ελαύνοντας δρόμω εξ Ανατολών. Από την Ακρόπολιν τάχα. Είποντο του αστέρος. Ήσαν τρία μεγάλα νέφη, άτινα κατεδίωκεν ο απηλιώτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 80 Σχόλια »

Τι αντιπροσωπεύουν οι καλικάντζαροι; (συνεργασία του Χρίστου Δάλκου)

Posted by sarant στο 5 Ιανουαρίου, 2018

Αύριο έχουμε την εορτή των Φώτων, όπου σύμφωνα με τις παραδόσεις εκδιώκονται οι Καλικάντζαροι. Τα πονηρά αυτά ξωτικά έχουν προκαλέσει πολλούς πονοκεφάλους στους ασχολούμενους με την ετυμολογία, αφού για την προέλευση της λέξης «καλικάντζαρος» έχουν διατυπωθεί πολλές υποθέσεις χωρίς καμιά τους να έχει γνωρίσει γενική αποδοχή.

Με την ευκαιρία αυτή, φιλοξενώ με χαρά μια συνεργασία του φίλου Χρίστου Δάλκου, στην οποία διατυπώνει μια εικασία, οχι απίθανη απ’ οσο μπορώ να κρίνω, για την πραγματική φύση και καταγωγή των Καλικαντζάρων. Μια και ο φίλος Χρίστος αρέσκεται να βάζει πάνω σε ορισμένα φωνήεντα κάτι περίεργα σημαδάκια, δεν θέλησα να του χαλάσω το χατίρι χρονιάρες μέρες και δεν κάνω καμιά επέμβαση στο κείμενό του. Να σημειώσω μόνο ότι τα «μειλίγματα» (προς το τέλος του κειμένου) είναι οι μικρές προσφορές, δωράκια.

 

Χρίστου Δάλκου: Τί ἀντιπροσωπεύουν, τέλος πάντων, οἱ καλικάντζαροι;

Πολλές εἶναι οἱ προσπάθειες πού ἔχουν ὥς τώρα γίνει γιά τήν διευκρίνηση τῆς φύσης καί τῆς καταγωγῆς τῶν Καλικαντζάρων, μόνο πού κατά κανόνα ξεκινοῦν ἀπό τήν ἐτυμολογική διερεύνηση τῆς ὀνομασίας τους: Ἀπό τό τουρκικό καρακόντζολος (B. Schmidt), ἀλβανικό καλλικάτσ᾿ (= ἱππαστί, C. Wachsmuth), καλός + κάνθαρος (Ἀ. Κοραῆς, Φ. Κουκουλές), λύκος + κάνθαρος (παλαιότερη γνώμη τοῦ Ν. Πολίτη), λύκος + ἄντζαρος (κυπρ. ἄντζαροι = ἄνδρες, Γ. Λουκᾶς), καλός + τσαγγίον καλίκι + τσαγγίον (= ὁ ἔχων καλά τσαγγία ἤ καλίκια ἀντί τσαγγίων, Ν. Πολίτης), καλός + γάντζος (= ὁ καλλιγάντζαρος Ποσειδῶν, γάντζον, ἤτοι τρίαιναν κρατῶν, Ἰ. Σβορῶνος), καλός + κένταυρος (J. Lawson), κᾶλον + κάνθαρος (Ἀ. Βάλληνδας), καλιγᾶτος (Κ. Οἰκονόμου), καρκάντζι + -αρος (καρκάντζι: κεκαυμένον, ξηρόν, τ.ἔ. καρκάντζαρος = «ὁ κεκαυμένος, ὁ ξηρός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἰσχνός, διότι εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ξηροῦ ἀκολουθεῖ ἡ τοῦ ἰσχνοῦ», Στ. Δεινάκις).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λαογραφία, Συνεργασίες, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 230 Σχόλια »

Καλή χρονιά σε όλες και όλους, με υγεία και αγάπη!

Posted by sarant στο 1 Ιανουαρίου, 2018

Εδώ και λίγες ώρες έχουμε μπει στο 2018, έχουμε αλλάξει χρόνο. Αν ξενυχτήσατε χτες, ίσως με φίλους και μουσική ή πάνω από την πράσινη τσόχα, μάλλον το σημερινό άρθρο θα το διαβάσετε προς το μεσημέρι, ίσως και αργότερα, αλλά δεν θα περιμένετε βέβαια να σας πω «καλησπέρα»! Το άρθρο βέβαια θα έχει δημοσιευτεί απ’ το πρωί, την ίδια όπως κάθε μέρα ώρα, αλλά μη νομίσετε ότι ξαγρύπνησα για να το ανεβάσω -φροντίζει η τεχνολογία να φαινόμαστε συνεπείς.

Το 2018 είναι χρονιά ζυγή αλλά όχι δίσεκτη -δίσεκτο ήταν το 2016 και θα είναι το 2020. Παλιότερα θα λέγαμε πως είναι χρονιά με Μουντιάλ και όχι με Ολυμπιάδα. Ο αριθμός 2018 είναι «σχεδόν πρώτος», δηλαδή (πέρα από τον εαυτό του και τη μονάδα) διαιρείται μόνο από το 2 και από το 1009, που ειναι πρώτος αριθμός. (Τον όρο «σχεδόν πρώτος» μόλις τον έβγαλα -αν υπάρχει ειδικός όρος γι’ αυτην την κατηγορία αριθμών, να μου πείτε.

Φέτος είναι η ένατη πρωτοχρονιά του ιστολογίου. Ωστόσο, παρόλο που κατά βάθος είμαι λάτρης των παραδόσεων, αποφάσισα φέτος να μην τηρήσω, ή τουλάχιστον να μην τηρήσω πιστά, μια παράδοση που έχει καθιερωθεί στο ιστολόγιο τις πρωτοχρονιές, δηλαδή να παρουσιάζω πέντε πρωτοχρονιάτικες γελοιογραφίες από περασμένες χρονιές, συνήθως από την αντίστοιχη χρονιά προηγούμενων δεκαετιών.

Φέτος θα παρουσιάσω, έτσι για το καλό της χρονιάς, μία μόνο πρωτοχρονιάτικη γελοιογραφία, από τις τυπικές του είδους, στο μοτίβο που θέλει τον παλιό χρονο να παραδιδει τη σκυτάλη στον καινούργιο. Εδώ, σε γελοιογραφία που δημοσιεύτηκε στο Βήμα την πρωτοχρονιά του 1978, ο Κώστας Μητρόπουλος σχεδιάζει τον παλιό χρόνο σαν σαραβαλιασμένο φορτηγό που ξεφορτώνει μεγάλα βράχια-προβλήματα, ΝΑΤΟ, ΕΟΚ, Κυπριακό, Οικονομία και Αιγαίο, στην καρότσα του -ακόμα άφθαρτου- καινούργιου χρόνου, με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή στο τιμόνι.

Ο λόγος που αποφάσισα να σπάσω την παράδοση φέτος είναι ότι ο φίλος Αριστείδης Καλάργαλης ανακάλυψε -και δημοσίευσε προχτές στην Εποχή- ένα πρωτοχρονιάτικο χρονογράφημα του παππού μου, επίσης Νίκου Σαραντάκου, δημοσιευμένο το 1929 στον Δημοκράτη της Μυτιλήνης. Ο παππούς μου αφηγείται, σε ευτράπελη καθαρεύουσα, μια χαρτοπαικτική περιπέτεια που του συνέβη όταν ήταν φαντάρος, την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1925. Ταιριάζει θαρρώ να το βάλω σήμερα εδώ, παρά να περιμένω να ξανάρθει η πρωτοχρονιά με βέβαιο κινδυνο να το ξεχάσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αθησαύριστα, Σουρής, Χριστούγεννα, Χρονογραφήματα, Χαρτοπαίγνιο | Με ετικέτα: , , , | 127 Σχόλια »

Χριστούγεννα διαρκείας (διήγημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2017

Χριστούγεννα σήμερα, η μέρα επιβάλλει διήγημα χριστουγεννιάτικο. Και επειδή Παπαδιαμάντη βάλαμε χτες, σήμερα θα βάλουμε έναν άλλον αγαπημένο του ιστολογίου -ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Κώστα Βάρναλη, ουσιαστικά αθησαύριστο.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή τέτοια μέρα πριν από 64 χρόνια, στις 25.12.1953. Ο Βάρναλης διηγείται ένα επεισόδιο από τους βαλκανικούς πολέμους, από τα μετόπισθεν όμως, από ένα φυλάκιο στη Λήμνο.

Το διήγημα θα μπορούσε να είναι αυτοβιογραφικό. Πράγματι, ο Βάρναλης είχε υπηρετήσει στη Λήμνο στους βαλκανικούς πολέμους, όπου επιστρατεύτηκε αργά, το καλοκαίρι του 1913 μέχρι να απολυθεί τον Μάρτιο του 1914 οπότε ξαναγύρισε στη θέση του σχολάρχη στα Μέγαρα. Επιστρατεύτηκε ξανά τον Σεπτέμβριο του 1915 έως τον Ιούνιο του 1916, νομίζω και πάλι στη Λήμνο -αλλά τα περιστατικά του διηγήματος μάς οδηγουν να τοποθετήσουμε το γεγονός στα Χριστούγεννα του 1913, όταν η απελευθέρωση του νησιού ήταν νωπή και οι εκκλήσεις του λοχία προς τους κτηνοτρόφους του χωριού θα είχαν περισσότερη ισχύ.

Στα Φιλολογικά του Απομνημονεύματα (δημοσιεύτηκαν αρχικά σε εφημερίδα το 1935) ο Βάρναλης αφιερώνει πολλές σελίδες στο κεφ. Πώς ενθυμούμαι τους πολέμους 1912-1913, και αναφέρεται στην προσφορά τροφίμων από τους ντόπιους χωρίς όμως να τη συνδέει με τα Χριστούγεννα. Περισσότερα δεν μπορώ να πω διοτι το βιβλίο δεν το έχω προχειρο (Η φίλη μας η Μαρία προθυμοποιήθηκε να πληκτρολογήσει αποσπάσματα από τις σχετικές σελιδες (170-192 του βιβλίου) αλλά δεν θέλησα να την κουράσω χρονιάρες μέρες.

Το διήγημα δεν έχει εκδοθεί απ’ όσο ξέρω σε βιβλίο. Το χαρακτήρισα «ουσιαστικά αθησαύριστο» διότι ναι μεν δημοσιεύτηκε πρόπερσι σε κάποιον ιστότοπο, αλλά με άφθονα λάθη, άλλα εσκεμμένα και άλλα όχι. Πράγματι, ο συντάκτης προειδοποιεί ότι «(Στο διήγημα υπάρχουν κάποιες σκόπιμες αλλαγές λέξεων και λάθη για την αποτροπή των αντιδεοντολογικών αναδημοσιεύσεων και αναπαραγωγής)» και όντως έχει πχ αλλάξει τους 30 άνδρες σε 35 και τον Πρέκα σε Γκέκα, αλλά το κείμενό του περιέχει επίσης δεκάδες αβλεψίες σε σύγκριση με το δημοσιευμένο πρωτότυπο. Όλα σχεδόν τα «ήτανε» του Βάρναλη έχουν γίνει «ήταν», το «έχετε δίκιο» το έκανε «έχετε δίκαιο», το «ανάλαβε» το έκανε «ανέλαβε», το «διάταξε» –> «διέταξε» και το «ν’ αρτυθούνε» –> «ν’ αμπωθούνε» (!) Τέτοιο γλωσσικό σιδέρωμα με κάνει να χαρακτηρίζω «ουσιαστικά αθησαύριστο» το διήγημα.

Σημειώνω πως το σκίτσο που συνοδεύει το άρθρο (και την πρώτη δημοσίευση) είναι του γνωστού ζωγράφου Μίνου Αργυράκη (1920-1998) ο οποίος επί πολλά χρόνια συνεργαζόταν με την εφημερίδα.

Μονοτονίζω φυσικά και εκσυγχρονίζω (ελάχιστα) την ορθογραφία.

Μαλιχέρια είναι το όπλο Μάνλιχερ, πολύ διαδεδομένο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ο Βάρναλης χρησιμοποιεί τη λέξη και στο ποίημα του «Στην εξορία«.

Τα χάβαρα είναι είδος φαγώσιμου στρειδιού. Ο ζάβαλης είναι ο κακομοίρης, ο καημένος.

Ο κεχαγιάς ήταν αξιωματούχος του οθωμανικού κράτους, είδος διαχειριστή, και έχει διατηρηθεί στη νέα ελληνική με τη μεταφορική σημασία του ανθρώπου που θέλει να ελέγχει τα πάντα -λέμε, ας πούμε, «δεν σ’ εβαλα κεχαγιά στο κεφάλιι μου». Ωστόσο, στη Λήμνο κεχαγιάδες λέγονταν οι παλιοί παραδοσιακοί κτηνοτρόφοι με τα μεγάλα κοπάδια, και ο Βάρναλης εξηγεί την πρώτη φορά που αναφέρει τη λέξη αυτήν την ειδική σημασία της.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ

– Γρήγορα Λιβάνιε, φώναξε ο λοχίας του αποσπάσματος με τη βαριά του φωνή και με ύφος Ναπολέοντος.

Ο λοχίας μας ήτανε καλή καρδιά μα το ‘χε φυσικό του να μιλάει πάντα θυμωμένα και να τρελαίνεται για ελληνικούρες.

Λιβάνιος ήτανε ο υποδεκανέας του αποσπάσματος – ενός φυλακίου δηλαδή από 30 άνδρες, που είχε σταλεί να φυλάει την είσοδο του κόρφου του Μούδρου στον πόλεμο του 1912-13.

– Και συ δάσκαλε!

Δάσκαλος ήταν η άλλη προσωπικότητα του αποσπάσματος, γενικός γραμματεύς του λοχία.

– Και συ, Ψαλτίδη, και συ, Πρέκα, και συ, Βλάχο – και συ Βαγγέλη… Όλοι… Πάρτε και τα όπλα σας.

– Και τις ψείρες μας; μουρμούρισε ο Βαγγέλης.

– Σιωπή! Βρυχήθηκε ο λοχίας… Εμπρός, μαρς.

***

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Βαλκανικοί πόλεμοι, Διηγήματα, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 91 Σχόλια »