Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Χρονογραφήματα’ Category

Ο Βάρναλης και η Αίγινα

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2018

Περίεργη μέρα σήμερα, του Αγίου Πνεύματος: είναι αργία για μερικούς, και μαλιστα σε τριήμερο, άλλοι όμως δουλεύουν -αυτά στην Ελλάδα, αφού στην Εσπερία η αντίστοιχη αργία ήταν την προηγούμενη βδομάδα. Τις Κυριακες και αργίες βάζουμε θέμα λογοτεχνικό, χτες είχαμε διήγημα, τη μέρα τη σημερινή επέλεξα να τη θεωρήσω αργία κι έτσι να βάλω θέμα φιλολογικό, αν και σε κάποιο βαθμό είναι επανάληψη παλιότερων άρθρων του ιστολογίου.

Την Παρασκευή που μας πέρασε, στις 25 Μαΐου, ο Μορφωτικός Σύλλογος Αίγινας πραγματοποιησε εκδήλωση με τίτλο «Ο Βάρναλης στην Αίγινα». Δεν μπορούσα να παρευρεθώ, οπότε έστειλα ένα σύντομο κείμενο που διαβάστηκε στην εκδήλωση.

Το ίδιο κείμενο θα δημοσιεύσω σήμερα, προσθέτοντας ένα-δυο λινκ, αφού κάποια από τα κείμενα του Βάρναλη που σταχυολογούνται στο κειμενο έχουν παρουσιαστεί παλιότερα στο ιστολόγιο.

Στο τέλος του άρθρου υπάρχει και το βίντεο της εκδήλωσης, όπου το δικό μου κείμενο διαβάζεται πρώτο και ακολουθεί η εισήγηση της φιλολόγου Τασούλας Μπέση.

Διανθίζω το κείμενο με μια-δυο από τις πολλές φωτογραφίες που παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση.

Ο Βάρναλης και η Αίγινα

Ευχαριστώ τον Μορφωτικό Σύλλογο για την τιμητική πρόσκληση που μου έκανε να γράψω αυτό το σύντομο κείμενο και λυπάμαι που δεν μπορώ να παρευρεθώ ο ίδιος στην εκδήλωσή σας· μια εκδήλωση που θέλει να αναδείξει τη σχέση του μεγάλου μας ποιητή Κώστα Βάρναλη με την Αίγινα, μια σχέση μακρόχρονη και δημιουργική, ωστόσο όχι ιδιαίτερα γνωστή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αίγινα, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 101 Σχόλια »

Για τον Βάρναλη στη Γεννάδειο

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2018

Χτες είχαμε την παρουσίαση των πιο πρόσφατων βιβλιων του εκδοτικού οίκου Αρχείο στην αίθουσα Cotsen Hall της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, ανάμεσά τους και του τόμου «Αστυνομικά» με χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχουν θέμα τους γεγονότα του αστυνομικού δελτίου, που τον έχω επιμεληθεί εγώ.

Ήταν πολύ πετυχημένη εκδήλωση, με μεγάλη προσέλευση. Με χαρά μου είδα φίλους από το ιστολόγιο, τόσο παλιούς γνωστούς όσο και τακτικούς αναγνώστες που δεν σχολιάζουν.

Όσες ομιλίες κάνω σε δημόσιες εκδηλώσεις τις δημοσιεύω και εδώ. Το ίδιο θα κάνω και σήμερα, θα δημοσιεύσω τη χτεσινή μου παρέμβαση στην εκδήλωση. Ή μαλλον, θα δημοσιεύσω το γραπτό κείμενο που είχα ετοιμάσει -στην πράξη, παρέλειψα μερικά πράγματα επειδή είχε αναφερθεί σε αυτά η κυρία Ναταλία Βογκέικωφ-Brogan, υπεύθυνη του Αρχείου της Γενναδείου Βιβλιοθήκης (όπου φυλάσσεται και το αρχείο Βάρναλη), η οποία με αιφνιδίασε ευχάριστα, μια και αναφέρθηκε εκτενώς στα προηγούμενα βαρναλικά βιβλία που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο -έτσι, στη δική μου ομιλία παρέλειψα τη σύντομη αναφορά που είχα σκοπό να κάνω.

Προσθήκη: Ολόκληρο το βίντεο της ομιλίας, εδώ. (Η δική μου παρέμβαση από 12.50 εως 25.)

Παραθέτω λοιπόν το γραπτό κείμενο της ομιλίας μου.

Καλησπέρα, θέλω να σας ευχαριστήσω που ήρθατε εδώ και να ευχαριστήσω και τις εκδόσεις Αρχείο για την υποδειγματική εκδοτική συνεργασία που έχουμε όλα αυτά τα χρόνια.

Νομίζω πως είναι πολύ ταιριαστό που η σημερινή παρουσίαση γίνεται εδώ, και που αρχίζει με ένα βιβλίο του Κώστα Βαρναλη, και αυτό διότι είναι πολλά εκείνα που συνδέουν τον ποιητή με τον χώρο.

Καταρχάς, το αρχείο Βάρναλη φυλάσσεται ακριβώς στη Γεννάδειο –και πρέπει να πούμε ότι και σε αυτό το βιβλίο όπως και στα προηγούμενα τρία βιβλία του Βάρναλη που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο, η συμβολή του αρχείου Βάρναλη και του αρχειονομικού προσωπικού της Γενναδείου υπήρξε καθοριστική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Στρατός, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

Η ευθύνη της (και ένα παράδοξα επίκαιρο χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 2 Μαΐου, 2018

Συζητήθηκε πολύ, στα καναλια και στα κοινωνικά μέσα, η υπόθεση της νεαρής στη Νέα Σμύρνη που έκρυψε την εγκυμοσύνη της απο την μητέρα της και τον περίγυρό της και, όταν τελικά γέννησε, μέσα στον πανικό της πέταξε το νεογέννητο στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας της.

Από τις συζητήσεις αυτές πρόσεξα ένα άρθρο του φίλου Άκη Γαβριηλίδη, στο ιστολόγιό του. Διερωτάται ο Α.Γ. «τι θα έπρεπε να είχε κάνει η κοινωνία» για να μη σκοτωθεί το βρέφος. Παρατηρεί, και σωστά, ότι «η πεποίθηση ότι κάθε φαινόμενο –ιδίως κάθε αρνητικό/ παθολογικό/ δυσάρεστο φαινόμενο- έχει «κοινωνικά αίτια» … είναι καταρχήν και κατά βάση υγιής και χρήσιμη» αλλά επισημαίνει ότι «Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις στις οποίες το αντανακλαστικό να αναζητάμε τις «ευρύτερες κοινωνικές αιτίες» βραχυκυκλώνει και απολήγει σε έναν αφελή κοινωνιολογισμό, αν όχι σε μία απολογητική ταυτολογία» -και αυτο θεωρει ότι συνέβη στην περίπτωση της παιδοκτονίας στη Νέα Σμύρνη.

Να κάνουμε μια παρένθεση ορολογίας επειδή είδα να υποστηρίζεται κάπου αλλού ότι έχουμε «βρεφοκτονία». Ο όρος «παιδοκτονία» ειναι ακριβώς αυτός που χρησιμοποιείται απο τον Ποινικό Κώδικα, ο οποίος στο άρθρο 303 αναφέρει: Παιδοκτονία. Μητέρα που με πρόθεση σκότωσε το παιδί της κατά τον τοκετό ή μετά τον τοκετό, αλλά ενώ εξακολουθούσε ακόμη η διατάραξη του οργανισμού της από τον τοκετό τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν συγκρίνετε με άλλα είδη ανθρωποκτονίας, φαίνεται ότι η αντιμετωπιση από πλευράς ποινών είναι, και σωστά πιστεύω, επιεικέστερη.

Επιστρέφω στο αρθρο του Γαβριηλίδη. Ο συγγραφέας συνεχίζει απαριθμώντας τρεις λόγους που επικαλέστηκαν όσοι υποστήριξαν ότι «φταίει η κοινωνία»:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Δύο φύλα, Επικαιρότητα, Εκδηλώσεις, Κοινωνία, Μεταμπλόγκειν, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 209 Σχόλια »

Εκδρομαί (χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2018

Οι δεύτερες μέρες των μεγάλων γιορτών, των Χριστουγέννων και του Πάσχα, ειναι βέβαια αργίες κι αυτές όπως και η ανήμερα γιορτή, αλλά έχουν χαρακτήρα ιδιότυπο. Χωνεύουμε το αρνάκι ή αντίστοιχα τη γαλοπούλα -όχι μόνο και όχι τόσο κυριολεκτικά αλλά πάντως τη γιορταστική εμπειρία. Συνηθως είμαστε πιο χαλαροί, το εορταστικό κλίμα έχει περάσει, ιδίως τη Δευτέρα του Πάσχα όπου δεν επίκειται η καινούργια γιορτή της Πρωτοχρονιάς.

Και για το ιστολόγιο τέτοιες μέρες είναι ιδιόμορφες: μέρες αργίας και σχετικά χαμηλής επισκεψιμότητας, όπως και όλη η εορταστική περίοδος άλλωστε, ταιριάζει κάποιο λογοτεχνικό ανάγνωσμα, που να είναι κάπως σχετικό με τη γιορτή που τελειώνει αλλά να μην ειναι ακραιφνώς εορταστικό.

Για σήμερα διάλεξα ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη από τον καιρό της Κατοχής, που το έχω συμπεριλάβει στη συλλογή χρονογραφημάτων Αττικά, που κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις εκδόσεις Αρχείο. Έχει τίτλο «Εκδρομαί» και περιγράφει, ειδικώς, μιαν εκδρομή στην Παλαιά Πεντέλη που έγινε τη Δευτέρα του Πάσχα, στις 17 Απριλίου 1944. Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 19.4.1944.

Όπως και με άλλα κατοχικά χρονογραφήματα του Βάρναλη, περιγράφεται μια σκηνή λαϊκής ευωχίας εντελώς ξενη με την ιδέα που έχουμε για την καθημερινότητα στα χρόνια της Κατοχής. Αυτό μπορεί να αποσκοπούσε και στην τόνωση του ηθικού.

Οι συγκοινωνίες ήταν βέβαια υποτυπώδεις, αλλά και πριν από την Κατοχή δεν θα ήταν πολύ καλύτερες. Το λεωφορείο από την πλατεία Κάνιγγος κάνει δυο ώρες (ίσως με μια δόση χρονογραφικής υπερβολής) για να φτάσει στη Φραγκόκλησα, και από εκεί οι εκδρομείς ανηφορίζουν με τα πόδια ως την Πεντέλη -ο τελικός προορισμός δεν δηλώνεται σαφώς αλλά τεκμαίρεται.

Φραγκόκλησα ή Φραγκοκλησιά; Σήμερα χρησιμοποιούμε πιο πολύ τον δεύτερο τύπο (και επειδή δεν μένω στα βόρεια δεν ξέρω καν αν ο ναός, που έδωσε το όνομά του στην περιοχή, βρίσκεται στο Χαλάνδρι ή στο Μαρούσι) αλλά ο Βάρναλης το έλεγε «Φραγκόκλησα», και έτσι το έχει και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στο τραγούδι από τον Δρόμο, αν και στο Γιουτούμπ το ανέβασαν «Φραγκοκλησιά»:

(Με ένα κ μάλλον η Φραγκόκλησα, αφού γράφουμε «ξωκλήσι»)

Σημειώνω ότι ο Βάρναλης χρησιμοποιεί τη λέξη «χαβούζα» με την παλιά σημασία της χτιστής δεξαμενής νερού, ιδίως σε σιντριβάνι, χωρίς τις σημασίες του βρόμικου και του μολυσμένου, που πήρε αργότερα η λέξη.

Και όπως θα δούμε, η εκδρομική Κόλαση δεν απέχει πολύ από τον Παράδεισο:

Εκδρομαί

            –Όποιος δεν πήγε εκδρομή τη Δευτέρα του Πάσχα δεν ξέρει τι είναι κόλαση, έλεγε την άλλη μέρα ο φίλος του υπαίθρου. Έπρεπε να έβλεπες στην πλατεία Κάνιγγος από τις 6 το πρωί την ανθρωποθάλασσα των νέων και τη φουρτούνα της! Ναι. Για τέτοιες ηρωικές εξορμήσεις μονάχα οι νέοι έχουνε… κότσια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Κατοχή, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 113 Σχόλια »

Το Πάσχα του 1967 (φουτουριστικόν διήγημα)

Posted by sarant στο 6 Απρίλιος, 2018

Παράξενος ακούγεται ο τίτλος του σημερινού άρθρου: το Πάσχα του 1967 συνέβη πριν από πολλά χρόνια, 51 για την ακρίβεια -άλλοι από εμάς ήμασταν παιδιά τότε, άλλοι αγέννητοι, άλλοι έφηβοι ή νέοι. Πώς μπορούμε να λέμε για φουτουριστικό διήγημα; Το κλειδί ίσως το δίνει η ίδια η λέξη, φουτουριστικόΝ: αυτό το τελικό Ν, αφού δεν είναι σε τίτλο μεζεδοπωλείου, μας υποβάλλει την ιδέα ότι το κείμενο που θα δουμε γράφτηκε πριν από ακόμα περισσότερα χρόνια, σε μια εποχή που το 1967 ήταν μακρινό μέλλον.

Και έτσι είναι -θα δούμε ένα χρονογράφημα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος στις 3 Απριλίου 1917. Ο συγγραφέας του, ο γνωστος δημοσιογράφος Τίμος Σταθόπουλος, φαντάζεται πώς θα είναι το Πάσχα σε πενήντα χρόνια από τότε, το 1967.

Δεν πρόκειται για εμπεριστατωμένη μελλοντολογική μελέτη, μάλλον για ένα χρονογράφημα γραμμένο για να περάσει η ώρα και να κλεισει η στήλη. Το πρόσεξα καθώς φυλλομετρούσα παλιές εφημερίδες για να βρω κάτι άλλο, επειδή πάντοτε μου τραβάνε την προσοχή οι προσπάθειες να προβλεφθεί το μέλλον, είτε σοβαρές είτε επιπόλαιες. Καλύτερα θα ηταν να το εχω βρει πέρυσι, που είχαμε στρογγυλή απόσταση 100 χρόνων από το 1917 και 50 χρόνων από το 1967, αλλά το βρήκα τώρα και δεν θέλω να το κρατήσω έως το Πάσχα του 2067 διοτι έχω προγραμματίσει κάτι άλλο για τότε.

Δυο λόγια για τον συγγραφέα. Ο Τίμος Σταθόπουλος γεννηθηκε στην Καλαμάτα το 1874 και κατά περιόδους διετέλεσε αρχισυντάκτης στην Πατρίδα και στην Ακρόπολι. Κρατούσε τη στήλη του χρονογραφήματος, κατά περιόδους, στο Νέον Άστυ και στο Έθνος. Συνήθως υπέγραφε ΤΙΜ.ΣΤΑΘ., όπως και σε αυτό το χρονογράφημα. Πέθανε το 1923.

Το κείμενο γράφεται Απριλιο του 1917, ενώ μαίνεται ο μεγαλος ευρωπαϊκός πόλεμος που αργότερα ονομάστηκε «1ος Παγκόσμιος» και που εδω ο Σταθόπουλος τον προβλέπει τριακονταετή. Η Ελλάδα είναι κομμένη στα δύο, το κράτος των Αθηνών με τον βασιλιά και της Θεσσαλονίκης με τον Βενιζέλο. Σε λίγους μήνες, οι γαλλικές λόγχες θα διώξουν τον Κωνσταντίνο και θα φέρουν την επανένωση.

Το πραγματικο Πάσχα του 1967, φυσικά, ήταν πένθιμο για τη χωρα μας, αφού έπεσε στις 30 Απριλίου, εννιά μέρες από την απριλιανή δικτατορία -Πάσχα χωρίς Ανάσταση.

Μονοτονίζω αλλά, κατ’ εξαίρεση ίσως, διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

ΤΟ ΠΑΣΧΑ TOY 1967

(Φουτουριστικόν διήγημα)

Το μεσημέρι της 2ας Απριλίου του έτους 1967, ημέρας του Πάσχα, η πατριαρχική οι­κογένεια του γέρο-Δημήτρη εκάθισε στο τραπέζι, σκεπασμένο από Πασχαλινά τρόφιμα της εποχής. Το τραπέζι ήτο σκεπασμένο με πιατέλες γεμάτες πορτοκάλια, ελιές, μαρούλια, ξεφλουδισμένα κουκιά, σύκα ξερά, καρύδια, μύγδαλα, φουντούκια, σταφίδες και άλλα διάφορα εκλεκτά προϊόντα της γης. Ο παππούς έκαμε το σταυρό του και είπε :

—     Εμπρός, παιδιά. Χριστός Ανέστη…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μελλοντολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 96 Σχόλια »

Αι εντυπώσεις του υιού ενός εκ των υπουργών μας (Χρονογράφημα του Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 11 Μαρτίου, 2018

Κυκλοφόρησε πριν απο μερικές μέρες το 43ο τεύχος (Άνοιξη 2018) του εξαμηνιαίου περιοδικού Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργάζομαι τακτικά εδω και μερικά χρόνια.

Όπως συνηθίζω, τις συνεργασίες μου στα Μικροφιλολογικά τις αναδημοσιεύω εδώ, στο ιστολόγιο, φυσικά αφού κυκλοφορήσει το τεύχος. Το ίδιο θα κάνω και σήμερα.

Παρόλο που αρκετά από τα θέματα του περιοδικού έχουν ειδικό κυπριακό ενδιαφέρον, η ύλη του ασχολείται με ολόκληρη την ελληνική λογοτεχνία και σας συνιστώ να το αναζητήσετε -ακόμα καλύτερα, να γραφτειτε συνδρομητές, προς 15 ευρώ τον χρόνο (πρέπει να στείλετε ηλεμήνυμα στον Λευτέρη Παπαλεοντίου, που τη διεύθυνσή του τη βρίσκετε εδώ).

Δεν αποκλείεται να παρουσιάσω στο μέλλον και κάποιο άλλο από τα άρθρα του τεύχους αυτού. Προς το παρόν αναδημοσιεύω το δικό μου άρθρο, το οποίο παρουσιάζει ένα χρονογράφημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη αλλά και ένα πεζό ποίημα του ποιητή για το οποίο γινεται λόγος στο χρονογράφημα.

 

Αι εντυπώσεις του υιού ενός εκ των υπουργών μας – Χρονογράφημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Στην αυτοβιογραφία του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ο ποιητής αναφέρεται στην περίοδο κατά την οποία ο πατέρας του, στρατιωτικός καριέρας, διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών μετά την επανάσταση (ορθότερα ίσως «προνουντσιαμέντο») του 1909. Η περίοδος αυτή ήταν σύντομη· διάρκεσε λίγο περισσότερο από 4 μήνες (Αύγουστος – Δεκέμβριος 1909), καθώς ο πατέρας Λαπαθιώτης ήταν χαρακτήρας ασυμβίβαστος και οξύθυμος κι έτσι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ύστερα από μια έντονη σύγκρουση που είχε στη Βουλή με την (εχθρική προς την επανάσταση) πλειοψηφία των βουλευτών.

Γράφει λοιπόν ο Λαπαθιώτης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Πεζό ποίημα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 44 Σχόλια »

Απόκριες πριν από 115 χρόνια

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2018

Δημοσιεύω σήμερα, μέρα που είναι, ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος την 1η Μαρτίου 1952, τελευταίο αποκριάτικο Σάββατο, στο οποίο ο ποιητής θυμάται την Αποκριά του 1903.

Ο τίτλος του χρονογραφήματος είναι «Πριν από πενήντα» (χωρίς το αναμενόμενο αλλά εννοούμενο «χρόνια») με μια μικρή ανακρίβεια, χρονογραφική αδεία, αφού στην πραγματικότητα τα χρόνια είναι 49. Ωστόσο δεν θα μπορούσαν να είναι πενήντα διότι η Αποκριά του 1903 ήταν η πρώτη του Βάρναλη στην Αθήνα και γενικότερα στην Ελλάδα, αφού ήρθε για να σπουδάσει στη Φιλοσοφική, υπότροφος από κάποιο κληροδότημα, τον Οκτώβριο του 1902, δεκαοχτάχρονος.

Σημαδιακή λοιπόν εκείνη η πρώτη αθηναϊκή αποκριά για τον Βάρναλη, αν και κυρίως δεν περιγράφει τις δικές του αναμνήσεις, αλλά παραθέτει, στο μεγαλύτερο μέρος του χρονογραφήματος, αποσπάσματα από άρθρο της Ακροπόλεως εκείνων των ημερών -να είχε φυλάξει το παλιό εκείνο φύλλο στα χαρτιά του; Ή να το αναζήτησε στην Εθνική Βιβλιοθήκη;

Μια σύμπτωση που συνέβαλε στο να αποφασίσω να παρουσιάσω σήμερα το άρθρο αυτό είναι ότι o Βάρναλης γράφει πως η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς του 1903 έπεφτε στις 18 Φεβρουαρίου, όπως και σήμερα δηλαδή.

Ωστόσο, όταν έγραφα πια το άρθρο, άρχισε να με τσιγκλάει το καβουράκι της αμφισβήτησης, και θέλησα να το ελέγξω, αν όντως το 1903 η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς ήταν στις 18.2. Δεν είναι τόσο εύκολο να βρεις τις κινητές εορτές για τα χρόνια πριν από το 1923, που άλλαξε το ημερολόγιο. Για παράδειγμα, στη σελίδα αυτή είναι λάθος. Τελικά όμως, έψαξα και βρήκα την Ακρόπολι του 1903, βρήκα το φύλλο από το οποίο έχει αντλήσει υλικό ο Βάρναλης και είδα πως η χρονολόγηση που δίνει δεν ισχύει: είχε προφανώς μπροστά του το φύλλο της Ακροπόλεως της 18.2.1903, που περιγράφει τις αποκριάτικες σκηνές, το οποίο όμως κυκλοφόρησε την Τρίτη μετά την Καθαρά Δευτέρα. Η Κυριακή λοιπόν ήταν η 16η Φεβρουαρίου και μόλις έφαγα τέσσερις αράδες και κάμποση ώρα για μια τελείως άχρηστη εξακρίβωση.

Αλλά η μικρή απόκλιση των 2 ημερών δεν θα μας πτοήσει. Ας δουμε πώς γιορτάζονταν οι Απόκριες πριν από 49+66 = 115 χρόνια.

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΠΕΝΗΝΤΑ (Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1.3.1952)

Αποκριές του 1903! Πρωθυ­πουργός o υπερπελοποννήσιος Θ. Δηλιγιάννης, πρόεδρος τής Βουλής Δ. Ράλλης, μακεδονικόν ζήτημα, στρατιωτικόν ζήτημα, σταφιδικόν ζήτημα, το σκάνδαλον της πριγκίπισσας τής Σαξωνίας, εγκαίνια του Υπερσιβηρικού και ηλεκτροφωτισμός των οδών Σταδίου, Ερμού κι Αιόλου! Ο Σουρής εκδίδει ποι­ήματα, ο Οίκος Φέξη τους Μοϊκα­νούς των Παρισίων, η Ακρόπολις τον «Εγκληματίαν Άνθρωπον» κι ο Γεράσιμος Βώκος «εκ τών δημιουργικών, εμβριθών και μορφωμένων δημοσιογράφων της πρώτης γραμ­μής» ανέλαβε την υποδιεύθυνση της «Ακροπόλεως». Καζάζης, Χρηστοβασίλης, Ματσούκας, Καλλιρρόη Παρρέν κατέχουν τα σκήπτρα του εθνισμού και της προόδου —κι η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς είναι η 18η Φεβρουαρίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Επετειακά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 144 Σχόλια »

Ο Τζογές της Βραδυνής και οι λέξεις του (συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, αφιερωμένη σε μια ευθυμογραφική στήλη που έτερψε τους αναγνώστες επί δεκαετίες και που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον: τη στήλη του Τζογέ, που εμφανιζόταν προπολεμικά στην εφημερίδα Βραδυνή. Πρόκειται για εύθυμα κείμενα, περίπου σαν χρονογραφήματα, που τα έγραφε ο Σώτος Πετράς.

Η φιγούρα του Τζογέ στα χρονογραφήματα του 1925

Ο Κόρτο διερευνά το θέμα πολύ αναλυτικά, οπότε όσο λιγότερα πω εγώ τόσο καλύτερα. Να πω μόνο ότι ο Τζογές δεν είναι η πρώτη στήλη που υπογράφεται από κουτσαβάκη, μάγκα ή βλάμη, είναι όμως από τις μακρόβιες και πολύ πετυχημένες -μαλιστα επιλογή χρονογραφημάτων είχε βγει σε βιβλίο, που είδα να κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο.

Τζογές ήταν και τυπικό όνομα του μάγκα στις επιθεωρήσεις, ενώ έτσι ειναι και το παρατσούκλι του «καλού πολίτη» στο ποίημα του Βάρναλη:

Εγώ ’μαι ο Νικολός. Σταμάτα!
Το παρατσούκλι μου Τζογές.
Είχα συμπέθερο το Ρίζο
κι είχα το γάδαρο τον γκρίζο.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι ο Τζογές ονομάστηκε έτσι από το τζογέ πανταλόνι που ήταν το σήμα κατατεθέν των παλιών κουτσαβάκηδων. Τζογέ ή τρόμπα: φαρδύ επάνω, στενό κάτω, σωλήνας περίπου.

Ο Κόρτο έχει και γλωσσάρι του Τζογέ, στο οποίο προσθέτω μέσα σε αγκύλες κάποια δικά μου σχόλια. Αλλά πολλά ειπα εγώ.

Ο ΤΖΟΓΕΣ ΤΗΣ ΒΡΑΔΥΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ

Η στήλη του Τζογέ υπήρξε σειρά εύθυμων χρονογραφημάτων τα οποία γράφονταν από τον επιθεωρησιογράφο και θεατρικό κριτικό Σώτο Πετρά1 και δημοσιεύονταν στον αθηναϊκό τύπο κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου. Στην εφημερίδα Βραδυνή η στήλη εμφανίζεται ήδη από το φύλλο της 5ης Ιουνίου 1925, είναι σχεδόν καθημερινή κατά τα έτη 1926 έως 1930 και συνεχίζει να δημοσιεύεται σε άτακτα διαστήματα τουλάχιστον μέχρι και τον πρώτο χρόνο της Κατοχής.

Στα ευθυμογραφήματα αυτά, ο Πετράς ζωντανεύει και κατά κάποιον τρόπο υποδύεται τον Τζογέ, έναν κωμικό λογοτεχνικό χαρακτήρα, ο οποίος αφηγείται ευτράπελα περιστατικά, στηλιτεύει τις κοινωνικές στρεβλώσεις της εποχής του και σχολιάζει την επικαιρότητα, με έμφαση στο αστυνομικό δελτίο της εποχής, αλλά πάντα με σατιρικό πνεύμα.

Τόσο από τις αφηγήσεις, όσο και από τα σχόλιά του, προκύπτει ότι ο Τζογές είναι ο λαϊκός τύπος του μεσοπολέμου, αισθηματίας, γλεντζές, λάτρης της ξέγνοιαστης ζωής, του κρασιού και της ταβέρνας, της κιθάρας και της καντάδας. Είναι παθιασμένος υμνητής και συγχρόνως σφοδρός κατήγορος του έρωτα. Νοσταλγεί την παλιά Αθήνα και τις ομορφιές της, ενώ παραπονιέται συνεχώς για την κατάντια της εποχής του και την έκλυση των ηθών. Είναι παλαιών αρχών και γκρινιάζει για τους μοντερνισμούς, την μόδα και την τεχνολογία. Συχνά αναφέρεται σε μία σειρά συμπρωταγωνιστών: στην ερωμένη του την Κατινίτσα, στην οποία συνήθως απευθύνει τα γραφόμενά του, σε κάποια πρόσωπα της γειτονιάς, αλλά προπαντός σε μία παρέα από θαμώνες της ταβέρνας (τον Λάθουρα, τον Νίκουρδα, τον Μπρούτζο, τον Χαμπλεχούρα κλπ) μαζί με τους οποίους στις διάφορες κρασοκατανύξεις γράφουν στιχάκια, τραγουδούν, καλαμπουρίζουν ή πηγαίνουν για καντάδες. Ενίοτε όμως περιγράφει συναντήσεις και με επώνυμα πρόσωπα, κυρίως καλλιτέχνες της εποχής από τον χώρο της επιθεώρησης και του τραγουδιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 229 Σχόλια »

Καλή χρονιά σε όλες και όλους, με υγεία και αγάπη!

Posted by sarant στο 1 Ιανουαρίου, 2018

Εδώ και λίγες ώρες έχουμε μπει στο 2018, έχουμε αλλάξει χρόνο. Αν ξενυχτήσατε χτες, ίσως με φίλους και μουσική ή πάνω από την πράσινη τσόχα, μάλλον το σημερινό άρθρο θα το διαβάσετε προς το μεσημέρι, ίσως και αργότερα, αλλά δεν θα περιμένετε βέβαια να σας πω «καλησπέρα»! Το άρθρο βέβαια θα έχει δημοσιευτεί απ’ το πρωί, την ίδια όπως κάθε μέρα ώρα, αλλά μη νομίσετε ότι ξαγρύπνησα για να το ανεβάσω -φροντίζει η τεχνολογία να φαινόμαστε συνεπείς.

Το 2018 είναι χρονιά ζυγή αλλά όχι δίσεκτη -δίσεκτο ήταν το 2016 και θα είναι το 2020. Παλιότερα θα λέγαμε πως είναι χρονιά με Μουντιάλ και όχι με Ολυμπιάδα. Ο αριθμός 2018 είναι «σχεδόν πρώτος», δηλαδή (πέρα από τον εαυτό του και τη μονάδα) διαιρείται μόνο από το 2 και από το 1009, που ειναι πρώτος αριθμός. (Τον όρο «σχεδόν πρώτος» μόλις τον έβγαλα -αν υπάρχει ειδικός όρος γι’ αυτην την κατηγορία αριθμών, να μου πείτε.

Φέτος είναι η ένατη πρωτοχρονιά του ιστολογίου. Ωστόσο, παρόλο που κατά βάθος είμαι λάτρης των παραδόσεων, αποφάσισα φέτος να μην τηρήσω, ή τουλάχιστον να μην τηρήσω πιστά, μια παράδοση που έχει καθιερωθεί στο ιστολόγιο τις πρωτοχρονιές, δηλαδή να παρουσιάζω πέντε πρωτοχρονιάτικες γελοιογραφίες από περασμένες χρονιές, συνήθως από την αντίστοιχη χρονιά προηγούμενων δεκαετιών.

Φέτος θα παρουσιάσω, έτσι για το καλό της χρονιάς, μία μόνο πρωτοχρονιάτικη γελοιογραφία, από τις τυπικές του είδους, στο μοτίβο που θέλει τον παλιό χρονο να παραδιδει τη σκυτάλη στον καινούργιο. Εδώ, σε γελοιογραφία που δημοσιεύτηκε στο Βήμα την πρωτοχρονιά του 1978, ο Κώστας Μητρόπουλος σχεδιάζει τον παλιό χρόνο σαν σαραβαλιασμένο φορτηγό που ξεφορτώνει μεγάλα βράχια-προβλήματα, ΝΑΤΟ, ΕΟΚ, Κυπριακό, Οικονομία και Αιγαίο, στην καρότσα του -ακόμα άφθαρτου- καινούργιου χρόνου, με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή στο τιμόνι.

Ο λόγος που αποφάσισα να σπάσω την παράδοση φέτος είναι ότι ο φίλος Αριστείδης Καλάργαλης ανακάλυψε -και δημοσίευσε προχτές στην Εποχή- ένα πρωτοχρονιάτικο χρονογράφημα του παππού μου, επίσης Νίκου Σαραντάκου, δημοσιευμένο το 1929 στον Δημοκράτη της Μυτιλήνης. Ο παππούς μου αφηγείται, σε ευτράπελη καθαρεύουσα, μια χαρτοπαικτική περιπέτεια που του συνέβη όταν ήταν φαντάρος, την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1925. Ταιριάζει θαρρώ να το βάλω σήμερα εδώ, παρά να περιμένω να ξανάρθει η πρωτοχρονιά με βέβαιο κινδυνο να το ξεχάσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αθησαύριστα, Σουρής, Χριστούγεννα, Χρονογραφήματα, Χαρτοπαίγνιο | Με ετικέτα: , , , | 127 Σχόλια »

Αστυνομικά, 265 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη (1939-1957)

Posted by sarant στο 8 Δεκέμβριος, 2017

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρχείο, σε δική μου επιμέλεια, ένας τόμος με 265 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχει τον τίτλο «Αστυνομικά». Όπως αφήνει να εννοηθεί ο τίτλος, πρόκειται για χρονογραφήματα που έχουν ως αντικείμενο τις μεγάλες και (κυρίως) τις μικρές ειδήσεις του αστυνομικού δελτίου: από γεγονότα που συντάραξαν την κοινή γνώμη και έγιναν πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες έως ειδησάρια για μικροπεριστατικά που δεν αξιώθηκαν παραπάνω από ένα μικρό μονόστηλο σε μια γωνία της τελευταίας σελίδας.

Να θυμίσω ότι από τις ίδιες εκδόσεις έχω παρουσιάσει δύο άλλους τόμους με δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη: τα Γράμματα από το Παρίσι και το Τι είδα εις  την Ρωσσίαν των Σοβιέτ και στη συνέχεια έναν πρώτο τόμο με χρονογραφήματα για την Αθήνα και την Αττική, τα «Αττικά», που κυκλοφόρησε πέρυσι τέτοιον καιρό. Σκοπός μας είναι, όσο αντέχουμε, να βγάλουμε κι άλλους τόμους με χρονογραφήματα του Βάρναλη, όπως Ταβέρνα και καφενείο, Τα δυο φύλα, Γλωσσικά και φιλολογικά.

Τα χρονογραφήματα που περιλαμβάνονται στον τόμο δημοσιεύτηκαν σε τέσσερις εφημερίδες της Αθήνας από το 1939 έως το 1957, τις εξής:

Πρωία, 1939-1944
Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1950-1953
Προοδευτική Αλλαγή 1953
Αυγή 1953-1957

Η μερίδα του λέοντος των χρονογραφημάτων του τόμου (σχεδόν τα δύο τρίτα) ανήκουν στη μεσαία περίοδο, στα σχεδόν τριάμισι χρόνια 1950-1953. Δεν είναι παράλογο: στην Κατοχή η ειδησεογραφία είναι αποστειρωμένη και η γκάμα των επιτρεπτών θεμάτων στενή, ενώ τα χρονογραφήματα στην Αυγή έχουν πολιτικό κυρίως χαρακτήρα.

Αντίθετα, στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια της περιόδου 1950-53, τα χρονογραφήματα του Βάρναλη αντλούν συχνότατα το θέμα τους από την τελευταία σελίδα των εφημερίδων, τη σελίδα με τα κάθε λογής ειδησάρια, όπως άλλωστε το δηλώνει ρητά κι ο ίδιος:

Καθρέφτης της παντοτινής και καθημερινής «ευημερίας» της χώρας είναι η τελευταία σελίδα των εφημερίδων. Ομιλώ για την ευημερία του λαού―των «κάτω στρωμάτων», που λένε. (…) Ομιλώ για την ευημερία των ανέργων, των αστέγων, των ανοσηλεύτων, των «αγραμμάτων» και των «ορεσιβίων»!

Και ακόμα πιο απερίφραστα, χωρίς ειρωνεία: Η τελευταία σελίδα των εφημερίδων είναι ο ηθικός καθρέφτης του πολιτισμού μας. Εκεί αναγράφονται τα συνηθισμένα εγκλήματα της προηγούμενης ημέρας. Τα συνηθισμένα, τα χιλιοειπωμένα, τα χωρίς πρωτοτυπία, τα ίδια και τα ίδια! Τα βαρετά!

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Παρουσίαση βιβλίου, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 101 Σχόλια »

Ο μοναδικός φίλος του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 19 Νοέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο βασίζεται σε ένα σύντομο σημείωμά μου στο περιοδικό Μικροφιλολογικά (τχ. 42, φθινόπωρο 2017) το οποίο σχολιάζει ένα σημείο από προηγούμενο άρθρο του Λάμπρου Βαρελά. Εδώ έχω ξαναγράψει και επεκτείνει πολύ το κείμενο.

Σε άρθρο της εφημερίδας Εμπρός με τίτλο «Πού έμενε ο Παπαδιαμάντης», που δημοσιεύτηκε στις 14.7.1911, λίγους μήνες δηλαδή μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, γίνεται λόγος για το τελευταίο ενδιαίτημα του Παπαδιαμάντη στην Αθήνα, ένα ημιυπόγειο δωμάτιο στη Δεξαμενή.

Στο άρθρο δεν αναφέρεται οδός και αριθμός, αλλά υπάρχει μια φωτογραφία του δωματίου, αυτή που βλέπετε αριστερά.

Το σύντομο άρθρο διεκτραγωδεί τη φτώχεια του Παπαδιαμάντη:

– Δέκα λεπτά ψωμί και πέντε λεπτά τυρί, άλλη μέρα πάλι έπαιρνε μια πεντάρα ψωμί και μία δεκάρα σαρδέλες τηγανιτές. Αυτό ήταν το φαγί του…

Και προσθέτει: Την πληροφορίαν μάς την δίδει ένας αχώριστος φίλος του, ο ιδιόρρυθμος τύπος της Δεξαμενής που όλοι τον φωνάζουν ‘κύριε Πρόεδρε’. Ο κύριος Πρόεδρος μας πληροφορεί επίσης ότι κάποτε εκερνούσε τον Παπαδιαμάντην κρασί και ότι κάθε Πάσχα του έκανε σπίτι του τραπέζι. Αυτά διά την ιστορίαν.

Στο άρθρο του «Το δωμάτιο του Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή» (Μικροφιλολογικά, τεύχος 41, σελ. 18) ο Λάμπρος Βαρελάς αναφέρει και άλλες πηγές στις οποίες γίνεται λόγος γι’ αυτόν τον κυρ Στέφανο. Κατ’ αρχάς, ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, σε γράμμα του από τη Σκιάθο στις 25.3.1909 προς τον Βλαχογιάννη γράφει: «Παρακαλώ, ειπέ εγκαρδίους ασπασμούς μου εις τον κυρ Στέφανον, τον Πρόεδρον. Ενθυμούμαι την φιλοξενίαν του και την μεγαλοψυχίαν και καλόκαρδον ευθυμίαν του, αυτάς τας ημέρας. Δύο Πάσχα έκαμα σπίτι του». (Και σε επόμενη επιστολή προς Βλαχογιάννη, στις 3.6.1909 ο Παπαδιαμάντης γράφει: Χαιρετίσματα και εις τον κ. Πρόεδρον).

Ο Λ. Βαρελάς αναφέρει επίσης ένα άρθρο του Κ. Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε ανώνυμα στην Πρωία στις 2.5.1937 με τίτλο «Άλλοι καιροί. Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη εις την Δεξαμενήν», όπου επίσης γίνεται λόγος για τον κυρ Στέφανο, τον Πρόεδρο.

Προσθέτω ότι ο κυρ Στέφανος εμφανίζεται σε ένα από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα Τραγούδια του Θεού, όπου μαθαίνουμε και το αρχικό γράμμα του επωνύμου του, που ήταν Μ., αν τουλάχιστον πιστέψουμε τον Παπαδιαμάντη (και γιατί να μην τον πιστέψουμε). Το διήγημα αυτό το έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο με αφορμή τη δεύτερη αθηναϊκή οικογένεια με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις ο Παπαδιαμάντης, του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, που κατονομάζεται ολογράφως. Στο διήγημα δεν δίνονται πολλές πληροφορίες για τον κυρ Στέφανο, αλλά η περιγραφή της πασχαλινής ευωχίας είναι κλασική στη λογοτεχνία μας.

Έχουμε όμως την τύχη να γνωρίζουμε αρκετά γι’ αυτόν τον φίλο του Παπαδιαμάντη κυρίως μέσα από τα γραφτά του Κώστα Βάρναλη. Ειδικά στις αναμνήσεις που δημοσίευσε το 1935 στον Ανεξάρτητο, τις οποίες εξέδωσε ο Κώστας Παπαγεωργίου (Κέδρος 1981) με τον τίτλο Φιλολογικά απομνημονεύματα, ο Βάρναλης αφιερώνει πάνω από δύο σελίδες βιβλίου (σ. 78-80) στον κυρ Στέφανο, στο κεφάλαιο «Η φιλολογική μποέμ της Δεξαμενής». (Θα παραθέσω το πλήρες κείμενο πιο κάτω, εδώ δίνω μια περίληψη όπως τη δημοσίευσα στο περιοδικό, που είχε περιορισμένο χώρο).

Από εκεί μαθαίνουμε ότι ο κυρ Στέφανος ήταν παλαιότερα αμαξάς στο επάγγελμα, και μάλιστα πρόεδρος του σωματείου των αμαξηλατών. Όταν γέρασε άφησε το αμάξι στον γιο του αλλά κράτησε τον τίτλο του προέδρου και το καμάρι πως είχε μεταφέρει με το αμάξι του όλες τις διασημότητες της εποχής και πως είχε δει τον κόσμο «δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το κοινό πλήθος των πεζών». Έμενε στην οδό Σπευσίππου και από τότε που σταμάτησε να δουλεύει σπανιότατα κατέβαινε στο κέντρο της Αθήνας, αν και είχε ταξιδέψει στο Παρίσι όπου ζούσε ο άλλος γιος του. Ήταν «το στοιχειό της Δεξαμενής» ή αλλιώς ο «Πρόεδρος της Δεξαμενής». Είχε παιδιάστικα γαλανά μάτια, ήταν κουρεμένος σύρριζα,  υπέφερε από ρευματισμούς και γι’ αυτό φορούσε χειμώνα-καλοκαίρι γκέτες, και του άρεσε να μιλάει με ελληνικούρες, διαστρέφοντας τις λέξεις (π.χ. νάπτες). Όταν έμαθε τον θάνατο του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, ο κυρ Στέφανος θυμόσοφα αποφάνθηκε πως ο φίλος του «γλίτωσε από την κακοχυμία του κόσμου τούτου».

Ολοφάνερα ο Βάρναλης γνωριζόταν καλά με τον κυρ Στέφανο και όχι μόνο μέσω του Παπαδιαμάντη. Τον αναφέρει αρκετές φορές σε χρονογραφήματά του· ο κυρ Στέφανος συμπρωταγωνιστεί μαζί με τον Παπαδιαμάντη στο χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη» (Πρωία 23.5.1943) αλλά μνημονεύεται επίσης ανεξάρτητα από τον Σκιαθίτη τουλάχιστον σε άλλα τέσσερα χρονογραφήματα, δυο φορές όταν γίνεται λόγος για άμαξες και αμαξάδες («Περασμένα μεγαλεία», Πρωία 17.5.1941· «Ποδάρια και τροχοί», Προοδ. Φιλελεύθερος 27.5.1950), μια φορά («Καλώς όρισες!», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.5.1950) όταν ο Βάρναλης παρεμπιπτόντως αναφέρει πως ο κυρ Στέφανος συνήθιζε να λέει για «ραβδαία βροχή» (αντί ραγδαία) και άλλη μια φορά («Απησχόλει…», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.8.1950) όπου ο Βάρναλης γράφει:

Τι λέει η Γραφή, όπως την ερμήνευε ο κυρ Στέφανος της Δεξαμενής; «Μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα», γιατί θα σε καβαλικέψει. Και μια και θυμηθήκαμε τον κυρ Στέφανο ας αναφέρουμε κι έναν από τους πολλούς θυμοσοφικούς αφορισμούς του: «Αυτός ο κόσμος είναι Δούναβης και Λαβύρινθος» δηλ. δούναι και λαβείν. Με τη διαφορά, πως πάντοτε το λαβείν πρέπει να είναι περισσότερο από το δούναι.

Ο Βάρναλης τον αποκαλεί μοναδικό φίλο του Παπαδιαμάντη, τον μόνο άνθρωπο που είχε το προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει. Να σημειωθεί επίσης και μια άλλη μικροφιλολογική λεπτομέρεια: το άρθρο του Βάρναλη στην Πρωία, που αναφέρει ο Λάμπρος Βαρελάς, το οποίο αργότερα ο Βάρναλης το ενέταξε, με κάποιες αλλαγές, στο βιβλίο του «Άνθρωποι», είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο: είναι το πρώτο της πολύχρονης και γόνιμης συνεργασίας του ποιητή με την εφημερίδα αυτή. Ανυπόγραφο βέβαια, εξαιτίας της δικτατορίας του Μεταξά, όπως και ανυπόγραφη ή ψευδώνυμη ήταν όλη η συνεργασία του Βάρναλη στην Πρωία ως τον Οκτώβριο του 1940.

Για να θυμηθούμε λοιπόν τον Παπαδιαμάντη και να γνωρίσουμε τον μοναδικό του φίλο, τον κυρ-Στέφανο, τον Πρόεδρο της Δεξαμενής, παραθέτω όσα έγραψε ο Βάρναλης το 1935 (σήμερα στα Φιλολογικά απομνημονεύματα):

Παπαδιαμάντης και Κονδυλάκης

Στη Δεξαμενή κυριαρχούσανε τότες και μας προκαλούσανε το σεβασμό οι άριστοι του πεζού και του ποιητικού λόγου της Ελλάδος. Ό Βλαχογιάννης με το μαύρο του μουστάκι (τότες), τη συν­οφρυωμένη του σοβαρότητα και ολιγολογία· ο Μαλακάσης ωραίος κι ευγενικός και υπερόπτης και… ονειροπαρμένος· ο Κονδυλάκης (λιγάκι αργότερα) μάς ήρθε με τα γαλανά του μάτια, την ανημποριά του να… κυβερνήσει τα πόδια του όταν περπατούσε, το αστρα­φτερό του πνεύμα και την απέραντη καλοσύνη του και εντιμότητα, που προσπαθούσε να τις κρύψει και τις δυο του αυτές αρετές σα να ήτανε η άδύνατη πλευρά του, κάνοντας αδέξια τον άγριο, τον κακό και το… μάγκα. Και κει στην άκρη, απομονωμένος απάνου σε μια καρέκλα, προσπαθώντας να πιάνει όσο μπορούσε λιγότερο τόπο στη ζωή, ο Παπαδιαμάντης με την αγιογραφική του γενειάδα και με γυρμένο το  κεφάλι στον αριστερό του ώμο, δειλός και αποφεύγοντας τις γνωριμίες και τις παρέες και μη κοιτάζοντας ποτέ τούς άλλους στα μάτια, βυθιζότανε στη μυστική ενατένιση των αγγελικών του οραμάτων.

Όλοι σεβόντανε τη μόνωσή του, τη δυστυχία του και το  μεγάλο του ταλέντο. Και κανένας δεν τον ανησυχούσε. Ένας μονάχα άνθρωπος είχε το  προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει, οποτε ήθελε. ο πρόεδρος της Δεξαμενής, ο κυρ Στέφανος με τα παιδιάτικα γαλανά του μάτια, το  κουρεμένο σύρριζα κρανίο του, τα ποδήματα, που τα φορούσε μέσα από τα μπατζάκια του  πανταλονιού του χειμώνα – καλοκαίρι, με τη φιλοσοφική του απαισιοδοξία και το  ευγε­νικό κοίταγμα της ματαιότητας των άνθρώπων — και πιο πολύ με τη μανία του να διαστρέφει τη γραμματική της ελληνικής γλώσ­σας. Ο κυρ Στέφανος τον έπαιρνε τον Παπαδιαμάντη κάθε Πάσχα στο σπίτι του και του έκανε το τραπέζι. Κι ο Παπαδιαμάντης, ο κυρ Αλέξανδρος, όπως τον έλεγε ο πρόεδρος, για ν’ αρχίσει το  φαγί του, έπρεπε να πιει πρώτα μια κούπα κρασί. Την έπαιρνε με τις δυο του φούχτες, που τρέμανε σα να κρατούσε τα άγια των αγίων και την άδειαζε ολάκερη. «Ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και αφρός…», λέγει σε κάποιο του διήγημα. Και τώρα πείτε μου, αν άλλος ‘Έλληνας ποιητής αντίκρισε ποτές με τέτοιο βαθύ και λυρικό καημό το  κρασί, — «το άρωμα, την πτήσιν και τον αφρόν!». Η φήμη έλεγε πώς ήτανε αλκοολικός.

 

Οι νέοι ποιηταί και το σεληνόφως

Ο κυρ Στέφανος ήτανε αμαξάς στην εποχή των… γάμων του  διαδόχου. Και πρόεδρος του  σωματείου των αμαξηλατών. Είχε ένα ωραίο αμάξι με δυο άλογα και στάθμευε μπροστά στη «Μεγάλη Βρετανία». Είχε γνωρίσει και μεταφέρει με τ’ αμάξι του όλες τις επισημότητες του  παλιού καιρού κι είχε ιδεί τον κόσμο, όπως καυ­χιότανε μοναχός του, δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το  κοινό πλήθος των πεζών ανθρώπων. Έτσι έπισκοπώντας «αφ’ υψηλού» τη ζωή είχε γνωρίσει καλύτερα απ’ όλους το βαθύτερο νόημά της, τη ματαιότητα. Κι όταν γερασμένος πιά παραχώρησε το… θρόνο του  αμαξιού στο γιο του, ήρθε κι «εγκατέστησε» στη Δεξαμενή, κάτου από τα πεύκα του καφενείου του κυρ Γιάννη, τα εβδομήντα του χρόνια, τούς ρευματισμούς του (γι’ αυτό φορούσε ποδήματα χειμώνα καλοκαίρι), την απαισιοδοξία του, την αγαθότητά του και τον τίτλο του προέδρου.

Ήτανε το  στοιχειό της Δεξαμενής. Μέσα σε τριάντα χρόνια κι απάνου δεν κατέβηκε στην πόλη παρά μια-δυο φορές. Αφού το  πρωί έπλενε τ’ αμάξι στην αυλή του  σπιτιού του (οδός Σπευσίππου) ανέ­βαινε κατά τις δέκα στο καφενείο με το  χοντρό του μπαστούνι, έπαιρνε βόλτες και στεκότανε μπροστά στα τραπεζάκια των γνω­στών του πελατών του  καφενείου στηριγμένος στο μπαστούνι του και πάντα «είχε τον λόγον».

 

Η φιλοσοφία του κυρ Στέφανου

Το βράδυ, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει, ο κυρ Στέφανος χτυπώντας το μπαστούνι του στα χαλίκια κατηφόριζε για την πλατεία του Κολωνακιού. Πήγαινε στο φαρμακείο του  Γεωργιάδη κι εκεί, όπως ήτανε μαζεμένοι γιατροί και γειτόνοι «τούς τα έψελνε» ένα χεράκι:

— Είστε ψεύτες ούλοι σας. Παραδομανία και γυναικομανία — κι ύστερα τα σκουλήκια της γής. Κι οι παπάδες πρωί-βράδυ το  χαβά τους: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον και άφες» (δώσε μας, Θεέ, να φάμε κι άσε μας ήσυχους, μη μάς σκοτίζεις!).

Αγράμματος όπως ήτανε, άκουε κι εξηγούσε, όπως αυτός ήθελε, τα διάφορα εκκλησιαστικά ρητά. το  «νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα» το άκουε και το συμπλήρωνε έτσι: «μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, γιατί θα σε καβαλικέψει!».

Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα. Τους «ναύ­τες» τούς έκανε… «νάπτες», τη «Δευτέρα»… «Δεπτέρα», το  «βρέχει ραγδαία»… «βρέχει ραβδαία», το  «μηδέν» «μεδέν», την «πλατεία των Ανακτόρων» «πλατεία των Ανάχθορ» κ.τ.λ.

Καταλαβαίνει κανείς, πως γι’ αυτές του τις ιδιορρυθμίες όλοι τον κάνανε γούστο και τον προκαλούσανε να λέγει. Μα και κανένας δεν του  φερνότανε άσκημα. Γιατί έξω από την ηλικία του και την αγα­θότητά του, ήτανε πολύ αξιοπρεπής. Δεν δεχόταν από κανένανε το  παραμικρό κέρασμα.

Κάποτε είχε πάγει στο Παρίσι να ιδεί έναν από τους γιους του, που ήταν εγκατεστημένος εκεί. Από το Παρίσι έστειλε μια κάρτα στον κυρ Γιάννη. Στην κάρτα αυτήν είχε γράψει μια σειρά θαυμαστικά κι άλλη μια σειρά μηδενικά κι από κάτου: «μεδέν ο κόσμος». Αυτή ήτανε η εντύπωση του  κυρ Στέφανου (πού είχε ιδωμένο τον κόσμο από δυο μέτρα ψηλότερα παρ’ όλοι οι άλλοι θνητοί) από την κοσμούπολη του  φωτός, της ομορφιάς και του  γλεντιού.

Όταν ήρθε ή είδηση στο καφενείο, πώς πέθανε ο Παπαδιαμάντης στη Σκιάθο, ο πρόεδρος, σαν άνθρωπος που περιμένει πολύ χειρότερα πράγματα σ’ αυτήν την κοιλάδα του Κλαυθμώνος περιορίστηκε να πει:

— Γλίτωσε από την… κακοχυμία του κόσμου τούτου!

Σημείωση: Η φράση «Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα» είναι τυπωμένη στο βιβλίο χωρίς το ΧΧΧ, δηλαδή «Είχε τη μανία να μιλάει τις λέξεις και τα ονόματα». Με βάση και τα συμφραζόμενα, είναι σίγουρο πως λείπει τουλάχιστον μία λέξη (π.χ. «διαστρέφοντας» ή «παραμορφώνοντας») ενώ θα μπορούσε να λείπει και ολόκληρη αράδα (π.χ. «παραμορφώνοντας με πολύ πρωτότυπο τρόπο»). Δεν εχω πρόσβαση στη δημοσίευση στην εφημερίδα κι έτσι δεν ξέρω αν έτσι δημοσιεύτηκε εξαρχής.

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Μικροφιλολογικά, Παπαδιαμάντης, Φιλολογία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 79 Σχόλια »

Σειρήνες και καταφύγια

Posted by sarant στο 4 Οκτώβριος, 2017

Χτες το πρωί ακούστηκαν σε όλη την Αθήνα οι σειρήνες της άσκησης, που όλοι ευχόμαστε να μην ακουστούν ποτέ στα σοβαρά, οπότε βρήκα αφορμή να λεξιλογήσω σήμερα γι’ αυτές, παίρνοντας κι έμπνευση από μιαν ανάρτηση του φίλου Φίλιππου Κοεράντ.

Ακούσαμε σειρήνες λοιπόν, μια λέξη  που φυσικά παραπέμπει στον Όμηρο και στην Οδύσσεια. Τις Σειρήνες της Οδύσσειας τις ξέρουμε όλοι: ήταν πλάσματα με κεφάλι ή και σώμα γυναικείο αλλά με φτερά πουλιού και με γοητευτική φωνή, που μάγευαν τα περαστικά πλοία με το γλυκό τραγούδι τους και τα παράσερναν στο χαμό (ἀλλά τε Σειρῆνες λιγυρῇ θέλγουσιν ἀοιδῇ, μ44: τον θέλγουν οι Σειρήνες με το οξύφωνο τραγούδι τους, στη μετάφραση του Μαρωνίτη).

Δασκαλεμένος από την Κίρκη, ο Οδυσσέας τις απέφυγε –η ιστορία υπάρχει στο μ της Οδύσσειας και οι μεταγενέστεροι πρόσθεσαν άφθονες λεπτομέρειες. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως siren και sirena στα λαϊκά λατινικά, και από εκεί στα γαλλικά, ως sirène, όπου παίρνει και τη μεταφορική σημασία του σαγηνευτικού τραγουδιού, ενώ χρησιμοποιείται και στη ζωολογία για διάφορα αμφίβια.

Πρώτα το 1819 ο Cagnard de la Tour δίνει την ονομασία syrène σε μια συσκευή που είχε κατασκευάσει, η οποία εξέπεμπε ήχους μεταβλητού ύψους· την ονόμασε έτσι επειδή εξέπεμπε ήχους μέσα στο νερό. Το 1888 καταγράφεται η λέξη για συσκευή που βγάζει δυνατά ηχητικά σήματα και αρχικά καταγράφεται σε χρήση στα πλοία στα λιμάνια και μετά για κάθε είδους ηχητικό σήμα συναγερμού ή ειδοποίησης. Έτσι, από το γοητευτικό (αλλά ολέθριο) τραγούδι φτάνουμε στην απαίσια (αλλά σωτήρια ενίοτε) στριγγλιά που αναγγέλλει βομβαρδισμούς ή καταστάσεις έκτακτες.

Να πούμε ακόμα ότι η ετυμολογία της λ. Σειρήν είναι αβέβαιη· έχει προταθεί η σύνδεση με τη λ. σειρά (σχοινί), άρα Σειρήνες θα ήταν μεταφορικά εκείνες που έδεναν. Αλλά αυτή είναι μία μόνο εξήγηση από τις πολλές. Και σχέση με τον Σείριο έχει προταθεί. Μπορεί να είναι και δάνειο. Βαθιά νερά δηλαδή.

Οι μυθολογικές Σειρήνες έχουν πλουτίσει τη φρασεολογία μας με τη χαλαρή (όχι εντελώς παγιωμένη) φράση «κλείστε τα αυτιά σας στις Σειρήνες», δηλαδή μην παρασύρεστε από οτιδήποτε παραπλανά με τρόπο γοητευτικό. Ο Οδυσσέας πράγματι έκλεισε τα αυτιά των συντρόφων του με κερί, για να κωπηλατούν απερίσπαστοι, ο ίδιος όμως δέθηκε στο κατάρτι και παράγγειλε στους συντρόφους να μην τον λύσουν όσο κι αν τους εκλιπαρούσε -κι έτσι απόλαυσε με προφύλαξη την επικίνδυνη απόλαυση. Είπαμε, τον είχε δασκαλέψει η Κίρκη. Καμιά φορά λέγεται μεταφορικά ότι «σαν τον Οδυσσέα κλείσαμε τα αυτιά μας στις Σειρήνες», θυσιάζοντας τη μυθολογικήν ακρίβεια στη σφιχτάδα της διατύπωσης. Αυτό, αν το πει ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένδειξη αμορφωσιάς, ενώ αν το πει π.χ. ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι φυσικά απολύτως αποδεκτό και δόκιμο.

Με τις χτεσινές σειρήνες, ο φίλος Φίλιππος Κοεράντ δημοσίευσε στο Φέισμπουκ το εξής σχόλιο:

Με τις σειρήνες που ακούγονται σήμερα σε όλη τη χώρα «στο πλαίσιο άσκησης» σκέφτηκα πως δεν θα είναι εντελώς αχρείαστη η αναφορά στον Κωνσταντίνο Κυρίμη.

Για κάθε εκκεντρική δραστηριότητα υπάρχει πάντα ένας αφοσιωμένος ερευνητής που την δραστηριότητα την κάνει σκοπό ζωής. O Κυρίμης χαρτογραφεί και καταγράφει όλα τα καταφύγια στις ελληνικές πόλεις και τη δουλειά του την έχει εκδώσει σε βιβλία με εντελώς μετρημένο τιράζ. Ό,τι καταφύγιο υπάρχει σε πολυκατοικίες στην Ελλάδα έγινε επί Μεταξά, με υποχρεωτική διάταξη στον κανονισμό ανέγερσης νέων οικιών/πολυκατοικιών. Ο δικτάτορας, που είχε στρατιωτική παιδεία με σπουδές στη Γερμανία πριν τον μεσοπόλεμο, γνώριζε ή διαισθανόταν πως η εξέλιξη των πολέμων θα είναι οι επιχειρήσεις από αέρος.

Στην Αττική κυρίως, υπάρχει και μια άγνωστη υπόγεια μυστική Αττική, αστική. Ο ανυποψίαστος περαστικός δεν θα αναγνωρίσει τα ίχνη, ο έμπειρος ναι, είναι η κατασκευή μιας τρύπας που δείχνει σαν υπόνομος αλλά δεν είναι, η διάταξη στα πλακάκια του πεζοδρομίου, τέτοια αόρατα σημάδια. Στις παραδοσιακές κεντρικές περιοχές της Αθήνας (Κυψέλη, Εξάρχεια, Κολωνάκι) οι παλιές πολυκατοικίες διαθέτουν καταφύγια. Πάντα οι ένοικοι και οι διαχειριστές αγνοούν πως έχουν από κάτω εγκαταλελειμένο καταφύγιο (που προφανώς έχει στοιχειώσει και είναι άχρηστο στην πράξη) αλλά εκείνος, πάει, ακούραστος και ψάχνει με μάσκες, στα σκοτάδια και καταγράφει και φωτογραφίζει. Ζητάει την άδεια από τους ενοίκους, πάντα τον αντιμετωπίζουν σαν διαρρήκτη (στην Κυψέλη σε μια περίπτωση νόμιζαν πως θα σκάψει τούνελ για την γειτονική τράπεζα και δεν του επέτρεψαν) ενώ σε πολλές περιπτώσεις σαν κυνηγό θησαυρού «ό,τι βρεις από χρυσές λίρες φίλε, μισά μισά». Ο μισός χρόνος που αφιερώνει είναι να πείσει να του δώσουν την άδεια να κατεβεί.

Δεν είναι χόμπι εύκολο, ούτε ακίνδυνο, ούτε για αναψυχή, ούτε για περιέργους χτεσινούς που βρήκαν νέα ασχολία και θέλουν να γίνουν Ιντιάνα Τζόουνς. Και για αυτό το λόγο ο Κυρίμης αποφεύγει να εκφράζεται δημόσια με λόγο συναρπαστικό για ό,τι βλέπει, για να μην παρασύρει νεοφώτιστους. Απαιτείται επίσης επιστημονική προεργασία, ειδική γνώση καθώς και εξαντλητικά μέτρα ασφαλείας. Μάσκες για τον ελλειπή αερισμό και τις δηλητηριώδεις οσμές σήψης, κράνη για προστασία από πιθανές καταρρεύσεις, βοηθός που επικοινωνεί από την επιφάνεια της γης για να καλέσει βοήθεια αν υπάρξει κάτι απρόοπτο, ακόμα και προστασία από τα τσιμπήματα μυστηριωδών εντόμων, αρουραίων και ερπετών που ζουν εκεί κρυπτικά.

Κάποια καταφύγια διατηρούνται σε εντυπωσιακά καλή κατάσταση, διαχέεται φως από την επιφάνεια και είναι σαν να κατασκευάστηκαν χτες, αλλά τα περισσότερα είναι πλέον σαν σπηλιές απροσπέλαστες μέσα σε ένα απόκοσμο περιβάλλον.

Όμως η γη μιλάει, και το αποτέλεσμα, αυτόν που το έχει αποφασίσει, τον αποζημιώνει.

Τον Κωνσταντίνο Κυρίμη δεν τον ήξερα, ούτε τα βιβλία του, αν και γκουγκλίζοντας μπορείτε να βρείτε πολλά για τις έρευνές του. Ωστόσο, ήξερα για τα καταφύγια στις παλιές αθηναϊκές πολυκατοικίες, εκείνες που χτίστηκαν τα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο. Φυσικά, όταν ήρθε η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν τα καταφύγια, στον πόλεμο εννοώ, επιστρατεύθηκαν όχι μόνο όσα είχαν κατασκευαστεί επί τούτου, αλλά και όσα υπόγεια υπήρχαν (και ήταν πάρα πολλά) στις μονοκατοικίες.

Όταν δούλευα τα Αττικά, τον τόμο με τα χρονογραφήματα του Βάρναλη, συνάντησα (και συμπεριέλαβα στον τόμο) και μερικές αναφορές στα αθηναϊκά καταφύγια. Όχι πολλές, διότι το πρώτο τρίμηνο του 1941 ο Βάρναλης αντί για χρονογραφήματα έγραφε ιστορικές επιφυλλίδες για τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, τους οποίους φρόντιζε, συμμετέχοντας στην πολεμική προσπάθεια, να ζωγραφίζει με μελανά χρώματα. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1941 αφιέρωσε χρονογράφημά του στα καταφύγια:

 

Καταφύγια
(Πρωία, 11 Απριλίου 1941)

Τα καταφύγια –όσο κι αν είναι υπόγεια σκοτεινά και πολλές φορές υγρά, γιατί δεν φτάνει έως εκεί ο ήλιος –αποτελούν «τόπον αναψυχής»! Είναι μια ποικιλία, ένα ξεμούδιασμα κι ένα κουράγιο. Μέσα εκεί θα βρει κανείς πολλούς αγνώστους, αλλά και μερικούς γνωστούς. Τύποι περίεργοι, αλλά και τύποι κοινοί μπαίνουν ήσυχα-ήσυχα σαν στο σπίτι τους· πιάνουν μια κάσα ή κανένα πάγκο, αν υπάρχουν τέτοιες πολυτέλειες, και κάθονται. Οι περισσότεροι όμως πιάνουν ένα κομμάτι τοίχο, ακουμπούν απάνω και στέκονται ασάλευτοι ή βγάζουν την εφημερίδα τους και βυθίζονται στο διάβασμά της, για να περνά η ώρα. Μερικές κυρίες ή κορίτσια βγάζουν από την σάκα τους μια φανέλα και πλέκουν ή κανένα μυθιστόρημα και δημιουργούν το ευχάριστο «άλλοθι» στη χώρα της Φαντασίας και των Οραμάτων.

Κανένας δεν καπνίζει, ούτε συζητεί. Απαγορεύεται. Μιλούνε σιγά αναμεταξύ τους, λες και προσέχουν μην ξυπνήσουν τις μπόμπες. Στους τοίχους και στα ανώφλια των εισόδων υπάρχουν πινακίδες: «Απαγορεύεται το κάπνισμα, ως και αι συζητήσεις».

–Τι συντακτικό λάθος έχει αυτή η επιγραφή; ρωτά χαμηλόφωνα ο δάσκαλος (δεν μπορεί να είναι τίποτες άλλο!) το φίλο του.

–«Απαγορεύεται… αι συζητήσεις». Έπρεπε να πει «απαγορεύεται το κάπνισμα και αι συζητήσεις».

–Αλλά τι… συζητάτε, λέγει ένας διπλανός, αφού απαγορεύεται;

Τα μικρά παιδάκια σ’ αυτές τις «κοσμικές συγκεντρώσεις» –και τις λέγω κοσμικές, γιατί όλοι στο μισοσκόταδο φέρνονται με τακτ αναμεταξύ τους –δίνουνε τον τρυφερό τόνο της αθωότητός τους. Φαίνονται πως δεν πολυκαταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται. Κρατιούνται από την ποδιά της μάνας τους. Αλλά η παιδική ευκινησία δεν τ’ αφήνει να μείνουνε πολλή ώρα καρφωμένα σ’ ένα μέρος. Ξεφεύγουνε και πάνε και στο γείτονα:

–Γιάννη με λένε!

Συσταίνεται μοναχός του ο μικρούλης, χωρίς να τον ρωτήσεις. Ένας άλλος έχει κατέβει με το… ποδηλατάκι του· και τα κοριτσάκια με την κούκλα τους ή με την αρκούδα τους. Όλη η ζωή του σύμπαντος, όλο το δράμα της σημερινής ανθρωπότητας, αλλά κι όλη η ελπίδα και η αμεριμνησία του μέλλοντος βρίσκονται εδώ σε μικρογραφία.

Κάθε πολίτης, αρσενικός ή θηλυκός, μικρός ή μεγάλος, έχει τα γνωστά του καταφύγια. Ξέρει κυρίως ποια είναι τα κοντινότερα καταφύγια στο σπίτι του, στο γραφείο του, στο καφενείο που πάει ή στο ρεστοράν που τρώγει. Αυτά τα καταφύγια τα θεωρεί ιδιοκτησία του. Όταν βαρέσει συναγερμός. «δεν καταλαμβάνεται εξ απροόπτου». Ξέρει πού θα πάει. Και πάει ήσυχα και καμαρωτός. Εκεί όχι μονάχα δεν θα πλήξει, γιατί θα συναντήσει τους γνωστούς του ή φίλους του του κάθε καταφυγίου, παρά και θα χαζέψει ή θα κουβεντιάσει και θ’ αλλάξει λιγάκι «αέρα», δηλ. τη μονοτονία της καθημερινής ρουτίνας. Κι όταν η σειρήνα βαρέσει διάλυση, κανένας δε βιάζεται να βγει έξω. Αργοκίνητο ποτάμι ο κόσμος όλων των ηλικιών προχωρούνε προς την έξοδο αργά κι επίσημα σαν άνθρωποι που βγαίνουν από το σπίτι τους. Γιατί όλοι οι «καταφυγιώτες» έχουνε το συναίσθημα πως το καταφύγιο είναι σπίτι τους.

Έξω όμως από τα γνωστά και τα άγνωστα μόνιμα καταφύγια, υπάρχουνε και μερικά της… ευκαιρίας. Χθες τη νύχτα π.χ. μια παρέα που βρέθηκε στην πλατεία των Πευκακίων και ζητούσε καταφύγιο, είδε ένα υπόγειο με μαρμαρένια σκαλιά και μερικά κοριτσόπουλα στην πόρτα, που κοιτάζανε τον ουρανό.

–Επιτρέπεται;

–Περάστε.

Κι η παρέα κατέβηκε τα σκαλιά. Δεν ήτανε καταφύγιο, αλλά μπορούσε να παίξει το ρόλο «ερζάτς» καταφυγίου: μια βιβλιοθήκη, καρέκλες, τραπέζι, λουλούδια κλπ. κι ένας αέρας νεανικής δροσιάς και νοικοκυροσύνης. Τα κοριτσόπουλα των διπλανών σπιτιών που είχανε κι αυτά καταφύγει στη γνωστή τους αυτήν οικογένεια, με τις μπούκλες τους και τα καλτσάκια τους, βγαίνανε στην πόρτα, κοιτάζανε τον ουρανό, ξαναγυρίζανε και μιλούσανε ψιθυριστά. Ο γέρος της παρέας, που, φαίνεται είχε πιει λιγάκι, ακούμπησε τον αγκώνα στο τραπέζι και στήριξε το άσπρο του κεφάλι στην παλάμη. Κι ενώ έξω ο απειλητικός βόμβος των αεροπλάνων αλώνιζε τον ουρανό κάτου από το φεγγάρι κι έφτανε ως το υπόγειο,  ακούστηκε ξαφνικά ένα μακάριο ρουχαλητό στα βάθη της γης. Ο γέρος τον είχε πάρει σαν στο σπίτι του.

Η πλατεία Πευκακίων του χρονογραφήματος πρέπει να είναι στην εκκλησία Άγιος Νικόλαος στην Ασκληπιού -εκείνη η περιοχή λέγεται Πευκάκια.

Αλλά ο Βάρναλης και σε επόμενο χρονογράφημά του, ένα από τα τελευταία πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα, αφού δημοσιεύτηκε στις 25 Απριλίου, κάνει πάλι αναφορά στα παιδιά και τις αντιδράσεις τους σε σχέση με σειρήνες και καταφύγια:

Αλλά ποιος θα το έλεγε πως και αυτά τα μικρά παιδάκια θα είχανε κι αυτά προσαρμοσθεί στην πραγματικότητα του πολέμου και θα είχανε πάρει τα σχετικά συνήθεια; Είπαμε, αγνοούνε τον πόλεμο και δεν θέλουνε να τον ξέρουν. Όμως άμα ακούσουνε τη σειρήνα, αφήνουνε τα παιγνίδια τους και τις φωνές τους στο δρόμο και τρέχουνε στα σπίτια τους ή στα γνωστά καταφύγια. Εκεί μέσα εξακολουθούνε να παίζουνε, αν είναι μέρα. Αν είναι νύχτα, κοιμούνται ύπνο-μολύβι. Τίποτα δεν μπορεί να τα ξυπνήσει.

Αλλά ποιος θα το έλεγε, πως η μικρούλα Αριστεΐτσα, το χάρμα της γειτονιάς, με τα κατάμαυρα μαλλιά και την περήφανη κορμοστασιά, η Αριστεΐτσα των τεσσάρων χρονών, που ακόμα δεν μπορεί να πει το ρο, θα είχε τόσο συνηθίσει στον πόλεμο, ώστε να μηχανοποιήσει τις αντιδράσεις της, που φέρνει η σειρήνα του συναγερμού; Μόλις βαρέσει η σειρήνα, παίρνει στο ένα χέρι μια φέτα ψωμί, στο άλλο ένα κύπελλο νερό, και καμαρωτή και προσεχτική μη στάξει και μη βρέξει πάει στο καταφύγιό της. Η γειτονιά την ξέρει και γελά που την βλέπει να προβαίνει ιερατική και επίσημη. Γιατί ξέρει, πως το περίφημο καταφύγιό της είναι κάποιο υπόγειο σ’ ένα αντικρινό μονόπατο σπίτι.

Την εποχή εκείνη ο Βάρναλης κατοικούσε στη Δημοχάρους, πίσω από τα (τότε) Παραπήγματα. Η μικρούλα Αριστεΐτσα, τετράχρονη τότε, μπορεί να είναι σήμερα μια θαλερή ογδοντάχρονη. Δεν θα έχει πια κατάμαυρα τα μαλλιά, βέβαια. Είθε τα δικά της εγγόνια να ακούνε τις σειρήνες μόνο στις ασκήσεις!

 

 

Posted in Αθηναιογραφία, Αντιδάνεια, Βάρναλης, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Συνεργασίες, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 131 Σχόλια »

Η αθώα περιστερά (χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2017

Το σημερινό χρονογράφημα το θυμήθηκα τις προάλλες, που είχε γίνει στα σχόλια μια συζήτηση για το πώς μπορεί κανείς να μαγειρέψει περιστέρια -αφού, όπως θα δείτε, περιστρέφεται γύρω από αυτό ακριβώς το θέμα.

Όμως, μαγείρεμα περιστεριών υπό ειδικές συνθήκες -μέσα στην Κατοχή και μάλιστα μέσα στον εφιαλτικό χειμώνα του 1941-42. Το χρονογράφημα που θα παραθέσω σήμερα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 11 Ιανουαρίου του 1942.

Δεν περιλαμβάνεται στον τόμο με τα Αττικά χρονογραφήματα που εξέδωσα πέρυσι, διότι το έχω κρατήσει για άλλον τόμο, που θα ακολουθήσει, το 2018 ή το 2019 αν είμαστε γεροί, με (προσωρινό) τίτλο «Του καφενείου και της ταβέρνας». Ωστόσο δεν είναι και άγνωστο στους νεότερους αναγνώστες, αφού συμπεριλαμβάνεται στον τόμο «Φέιγ βολάν της Κατοχής» με 80 κατοχικά χρονογραφήματα του Βάρναλη που τα διάλεξε ο φίλος Γιώργος Ζεβελάκης.

Το χρονογράφημα όπως θα δείτε δεν αφήνει να φανεί η φονική πείνα του χειμώνα εκείνου -προφανώς η λογοκρισία δεν θα το επέτρεπε. Από την άλλη, μην ξεχνάμε πως για να τονωθεί το ηθικό του αναγνώστη ώστε να αντέξει τη μαυρίλα, χρειάζονταν εύθυμα κι αισιόδοξα κείμενα.

Στο ιστολόγιο δεν έχουμε δημοσιεύσει άρθρο για το περιστέρι, δηλαδή για τα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά του. Να πούμε απλώς ότι υπάρχει η έκφραση «κάνει την αθώα περιστερά» για κάποιον που παριστάνει ότι δεν έχει καμιά συμμετοχή σε κάποια επιλήψιμη πράξη, ακριβώς επειδή το περιστέρι είναι σύμβολο όχι μόνο της ειρήνης αλλά και της αθωότητας.

Η αθώα περιστερά
(Πρωία, 11.01.1942)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Ζωολογία, Κατοχή, Χρονογραφήματα, ζώα, μαγειρική | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Το νησί των μακάρων (χρονογράφημα του Βάρναλη)

Posted by sarant στο 2 Ιουλίου, 2017

Προχτές πήρα το πρωί το δελφίνι από την Αίγινα και πήγα στο Αγκίστρι. Τα δελφίνια πιάνουν στο Μεγαλοχώρι, την πρωτεύουσα του νησιού, ας πούμε. Περπάτησα τα περίπου 3 χιλιόμετρα ίσαμε τη Σκάλα, που είναι το κανονικό λιμάνι, όπου πιάνουν τα μεγάλα πλοία, τα φεριμπότ. Συνέχισα πιο πέρα και μπήκα στο πευκοδάσος, γεμάτο σκηνίτες ήδη από τα τέλη Ιουνίου· έφτασα ίσαμε την παραλία Χαλικιάδα, όπου συνήθιζα να πηγαίνω στα νιάτα μου.

Παρόλο που είναι νησί μικρό, το Αγκίστρι έχει περισσότερες ενδιαφέρουσες παραλίες από την Αίγινα. Θυμήθηκα λοιπόν ένα χρονογράφημα του Βάρναλη, που υμνεί το νησί και το χαρακτηρίζει «νησί των μακάρων» και «παράδεισο του Σαρωνικού» -ευκαιρία να το παρουσιάσω σήμερα, να δροσιστούμε από τον καύσωνα. Το έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο «Αττικά» που περιέχει 400 χρονογραφήματα του Βάρναλη με θέμα την Αθήνα και την Αττική -και, κατ’επέκταση, τα νησιά του Αργοσαρωνικού, ιδίως την Αίγινα όπου ο Βάρναλης είχε περάσει πολλά δημιουργικά καλοκαίρια.

Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στις 15 Αυγούστου 1941 στην εφημερίδα Πρωία, μέσα στην Κατοχή δηλαδή, αλλά ο Βάρναλης αναθυμιέται ευχάριστες στιγμές από παλιότερες εποχές, μάλλον από τη δεκαετία του 1920. Όπως και σε όλα τα χρονογραφήματα του τόμου, έχω μονοτονίσει το κείμενο και έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

Η φωτογραφία που διάλεξα αδικεί το καταπράσινο νησί, είναι όμως η μόνη απ’ όσες έβγαλα που δείχνει στο ίδιο πλάνο και τη Μετώπη, το νησάκι που βρίσκεται ανάμεσα Αίγινα και Αγκίστρι -αλλά πιο κοντά στο Αγκίστρι, γι’ αυτό και ο Βάρναλης το χαρακτηρίζει «προπύλαια» του Αγκιστριού.

Το νησί των μακάρων

Το Αγκίστρι είναι ο παράδεισος των νησιών του Σαρωνικού. «Πλέει» αντίκρυ στην Αίγινα, γεμάτο πεύκα από καταβολής κόσμου (γι’ αυτό οι αρχαίοι το ονομάζανε Πιτυόεσσα) και μαζί με τα βουνά της Πελοποννήσου και με την αλυσίδα ενός σωρού από ξερόνησα κλείνει τη θάλασσα ολόγυρα και τη μεταβάλλει σε λίμνη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Αίγινα, Βάρναλης, Ταξιδιωτικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 175 Σχόλια »