Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Χρονογραφήματα’ Category

Υπάρχουν ειδήσεις τον Αύγουστο;

Posted by sarant στο 11 Αυγούστου, 2020

Ξεκινώντας να γράψω το σημερινό άρθρο είχα κατά νου να μιλήσω για τις μέρες κοντά στον Δεκαπενταύγουστο, που υποτίθεται πως είναι μέρες δημοσιογραφικής αδράνειας και για τη silly season που λένε οι αγγλοσάξονες, και πώς το στερεότυπο αυτό μάλλον δεν επαληθεύεται.

Οπότε, αναπόφευκτο ήταν, μιλώντας για την αυγουστιάτικη ραστώνη, ειδικότερα στη δημοσιογραφία, να αναφερθώ και σε αυτό που ακούμε συχνά πως είχε πει ο Ουμπέρτο Έκο, κι έγινε παροιμιώδες, πως τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις.

Σίγουρα θα το έχετε ακούσει, άλλωστε κάθε 1η Αυγούστου, στο Μηνολόγιο που δημοσιεύουμε, γράφουμε κάτι σαν: Αυγουστιανά γεγονότα (σαν τα Ιουλιανά δηλαδή ή σαν τα Σεπτεμβριανά) δεν έχουμε, διότι σύμφωνα με τον Ουμπέρτο Έκο “Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις” -ή έχουν πάρει άδεια οι δημοσιογράφοι. Βέβαια, αυτό το ευφυολόγημα δεν εμπόδισε τόσα και τόσα βαρυσήμαντα γεγονότα -όπως τον Αττίλα στην Κύπρο το 1974.

Και ενώ θα έγραφα αυτό το άρθρο, για τη «σεζόν της σαχλαμάρας», είδα στο Τουίτερ κάτι που με έκανε να μεταστρέψω ελαφρά τη ρότα μου και να αφιερώσω το σημερινό άρθρο αποκλειστικά στο ρητό του Έκο. Τα άλλα, για τη νεκρή δημοσιογραφική περίοδο και αν ισχύει το στερεότυπο, θα τα πούμε άλλη μέρα, ίσως αύριο.

Είδα λοιπόν στο Τουίτερ ένα τιτίβισμα του φίλου μας του Ακίνδυνου (στο Τουίτερ γράφει με άλλο όνομα), ο οποίος έλεγε τα εξής:

Περιοδική υπενθύμιση, ο Έκο δεν έχει πει, γράψει η υπονοήσει πως τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις (το αντίθετο). Πρόκειται για τίτλο, πολύ πετυχημένο όσο και παραπλανητικό, που έβαλε ο Έλληνας εκδότης.

Οσμίστηκα πως βρισκόμαστε μπροστά σε περίπτωση αποφεύγματος -ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων- και ζήτησα περισσότερες λεπτομέρειες από τον φίλο μας.

Μέχρι να μου απαντήσει, το έψαξα λίγο. Αναζήτησα στο γκουγκλ τη φράση που αποδίδεται στον Έκο. Βρήκα πράγματι σε ένα αγγλικό αποφθεγματολόγιο το ρητό: There is no news in August, αποδιδόμενο στον Ουμπέρτο Έκο.

Όμως, συμβαίνει κάτι περίεργο. Αν αναζητήσετε στο Γκουγκλ τη φράση αυτή και μαζί το όνομα Eco, θα πάρετε μόνο μια ντουζίνα αποτελέσματα, που είναι πολύ πολύ λίγα για ρητό ενός παγκοσμίως γνωστού συγγραφέα. Το ακόμα πιο περίεργο είναι πως, με εξαίρεση το αποφθεγματολόγιο που προανάφερα όλες οι άλλες ανευρέσεις φαίνεται να προέρχονται από ελληνικά χέρια ή να συνδέονται με κάποιο τρόπο με την Ελλάδα.

Αναζήτησα επιπλέον τη φράση του Έκο όπως θα μπορούσε να είναι γραμμένη στα ιταλικά -non ci sono notizie, ας πούμε αλλά δεν ήξερα με ποια πρόθεση να το συντάξω, nell’ Agosto ή in Agosto ή ad Agosto, οπότε το Agosto το άφησα απέξω, αλλά δεν βρήκα τίποτα. Όμως μπορεί ο Έκο να το είπε αλλιώς, κι έτσι δεν συνέχισα την αναζήτηση.

Στο μεταξύ απάντησε κι ο φίλος μας ο Ακίνδυνος και μου έδωσε λινκ προς ένα άρθρο που είχε γράψει ένας άλλος φίλος μας στο ιστολόγιό του, πολύ παλιά, πριν ανοίξω εγώ το δικό μου. Ήταν ο φίλος μας ο Jago και είχε γράψει το εξής άρθρο: Κατά τα άλλα, τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις, γραμμένο το 2008 και μάλιστα ως επικαιροποιημένη αναδημοσίευση άλλου άρθρου που είχε γραφτεί το 2006! (Νιώθετε λιγάκι σαν να βλέπετε επιγραφές χαραγμένες πάνω σε πέτρα; Με σφηνοειδή ίσως γραφή;)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφημεριδογραφικά, Μεταμπλόγκειν, Το είπε/δεν το είπε, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 131 Σχόλια »

Όταν ο Βάρναλης συνάντησε τον Ζακ Πρεβέρ… και ένα ρακούν

Posted by sarant στο 5 Ιουλίου, 2020

Πριν από μερικούς μήνες είχαμε συζητήσει την αρκετά γνωστή συνάντηση του Γάλλου ποιητή Ζακ Πρεβέρ με τον Διονύση Σαββόπουλο -ή μάλλον του Σαββόπουλου με τον Πρεβέρ. Σήμερα θα δούμε μιαν άλλη συνάντηση, παλιότερη και πολύ λιγότερο γνωστή.

Το 1951, ο ποιητής Κώστας Βάρναλης γράφει το καθημερινό χρονογράφημα στην κεντροαριστερή εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος. Και εκεί δημοσιεύει, στις 25 Αυγούστου, το εξής χρονογράφημα, που ξεκινάει με ένα ποίημα -ή μάλλον με στίχους από ένα ποίημα, του Ζακ Πρεβέρ.

Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ

Γυρνάτε, γυρνάτε,
κοριτσόπουλα,
γυρνάτε γύρω από τις φάμπρικες.
Σε λίγο θα’σαστε μέσα,
θα ζήσετε δυστυχισμένες
και θα κάνετε πολλά παιδιά,
που θα ζήσουνε δυστυχισμένα
και θα κάνουνε πολλά παιδιά.

Πού βρίσκεται η γοητεία αυτού του ποιήματος του νέου Γάλλου ποιητή, του Ζακ Πρεβέρ; Στην ανθρωπιά του. Έχει ανθρωπιά, για­τί λέει μιαν από τις πρώτες αλήθειες του κόσμου αυτού της Αδικίας· κι επειδή λέει αλήθεια, είναι απλό· κι επειδής είναι απλό μπαίνει άμεσα στην καρδιά και συγκινεί.

* *

Ο ποιητής δεν αναζητάει τις εμπνεύσεις του στα μεγάλα περασμένα· μήτε σκαλίζει τα βιβλία της σιβυλλικής φιλοσοφίας για να βρει τις πρώτες αίτιες του κόσμου. Κοιτάει τ’ ασήμαντα γεγονότα της καθημερινής ζωής, που δεν τα προσέχει κανένας κι όμως μέσα σ’ αυτά υπάρχουν οι πρώτες κι οι έσχατες αιτίες. Είναι οι δυστυχίες μας, που γεννάνε τη δυστυχία και διαιωνίζουνε τη δυστυχία!

Ένας αληθινός και διάφανος κι απλός ποιητής στον αιώνα της ψευτιάς, της σκοτεινάγρας και της σκουληκομυρμηγκότρυπας· ένας ποιητής, που πονάει τον πόνο του αλλουνού αντί να βοηθάει τους Λύκους ή να τους αφήνει να τρώ­νε τον άλλον, είναι ξανάσαμα κι ελπίδα, πως δε χάθηκε ολότελα η ανθρωπιά από τον κόσμο.

* *

Αλλά γιατί τα λέω αυτά; Eίναι χρόνια τώρα, που η Τέχνη φεύγει. Φεύγει από τη ζωή, φεύγει από τους ανθρώπους, φεύγει από την πραγματικότητα, φεύγει από τη λογική και τη γνώση — φεύγει από τις ευθύνες, δηλ. από τον Ε­αυτό της. Ζητάει να γίνεται όσο το δυνατό περισσότερο αριστοκρατική, περισσότερο ακαταλαβίστικη, περισσότερο κενή — επομένως λιγότερο «παρακατιανή». Είναι ποίηση που εξαρθρώνει και τις Μορφές και τις Ουσίες — και τη γλώσσα· ποίηση που φεύγει από την Αγορά και κλείνεται στον Νυμφώνα με τρεις μονάχα ανθρώ­πους!

Και κολακεύεται γι’ αυτήν την προδοσία της μεγάλης της αποστολής. Γιατί ο Εαυτός τής Τέ­χνης (που είπαμε παραπάνου) εί­ναι το χρέος της να βλέπει μέ­σα στο Χάος καλύτερα κι από τους πολλούς κι από τους «τρεις ανθρώπους»· να μπαίνει στο νόη­μα· να φωτίζει το πλήθος και να το οδηγεί στο δρόμο της λύτρω­σης «τα βέλτιστα διδάσκων», ό­πως καυχιέται για τον εαυτό του ο μεγάλος Αριστοφάνης. Και τα «βέλτιστα» στην αρχαία ελληνική γλώσσα είναι τα «συμφερότατα». Και τα συμφερότατα για το Κο­πάδι είναι να μην το φάει ο Λύ­κος!

* *

Γυρίζουμε γυρίζουμε, λοιπόν τό μάγκανο γύρω από το πηγάδι· γυ­ρίζουμε γυρίζουμε γύρω από τις φάμπρικες όσο να μας αρπάξουνε μέσα· γυρίζουμε γυρίζουμε γύρω από το πυρωμένο στόμα του Μολώχ, όσο να μας καταπιεί. Είμα­στε δυστυχισμένοι, κάνουμε παι­διά δυστυχισμένα κι είναι κι αυτά δυστυχισμένα και κάνουν κι άλλα παιδιά πιο δυστυχισμένα…

Κι όμως δε μας φτάνει το χάλι μας· έρχεται κι η Ποίηση του Απόλυτου να μας φτύσει κιόλας!

Νέο ποιητή αποκαλεί ο Βάρναλης τον Πρεβέρ, που βέβαια το 1951 είχε περάσει τα πενήντα. Ήταν όμως σχετικά άγνωστος στο ελληνικό κοινό και πάντως αρκετά νεότερος από τον Βάρναλη. Και με αφορμή την απλότητα και την ανθρωπιά του ποιήματος του Πρεβέρ, ο Βάρναλης δεν παραλείπει να επιτεθεί στην ποίηση της εποχής του, που θεωρούσε ότι έχει ξεκοπεί από τη ζωή, την πραγματικότητα, τις πρώτες αιτίες. (Μια παρόμοια επίθεση είχε κάνει την ίδια εποχή και ο Γιώργος Κοτζιούλας, στο Πού τραβάει η ποίηση;, με τη διαφορά πως ο Κοτζιούλας κατηγορούσε γενικώς και τον ελεύθερο στίχο, ενώ η κριτική του Βάρναλη αφορά το περιεχόμενο μάλλον παρά τη μορφή).

Υποθέτω πως οι στίχοι του Πρεβέρ έχουν μεταφραστεί από τον Βάρναλη -αλλά δεν έχει μεταφραστεί όλο το ποίημα, κατά κάποιο τρόπο ο Βάρναλης δίνει μια περίληψή του. Όλο το ποίημα, εδώ:

Chanson des sardinieres

Tournez tournez
petites filles
tournez autour des fabriques
bientôt vous serez dedans
tournez tournez
filles des pêcheurs
filles des paysans

Les fées qui sont venues
autour de vos berceaux
les fées étaient payées
par les gens du château
elles vous ont dit l’avenir
et il n’était pas beau

Vous vivrez malheureuses
et vous aurez beaucoup d’enfants
beaucoup d’enfants
qui vivront malheureux
et qui auront beaucoup d’enfants
qui vivront malheureux
et qui auront beaucoup d’enfants
beaucoup d’enfants
qui vivront malheureux
et qui auront beaucoup d’enfants
beaucoup d’enfants
beaucoup d’enfants…

Tournez tournez
petites filles
tournez autour des fabriques
bientôt vous serez dedans
tournez tournez
filles des pêcheurs
filles des paysans.

Πρόκειται λοιπόν για το Τραγούδι για τις σαρδελεργάτριες, τις εργάτριες της κονσερβοποιίας, που επειδή δεν είχαμε τέτοια μεγάλα εργοστάσια στη χώρα μας δεν έχουμε και καθιερωμένη λέξη για να τις πούμε. Στη Γαλλία όμως υπήρχαν μεγάλα κονσερβάδικα ή σαρδελάδικα που απασχολούσαν κυρίως γυναίκες και είχαν γίνει και περίφημες απεργίες των εργατριών των σαρδελάδικων.

Αφού το ποίημα του Πρεβέρ βρίσκεται στη συλλογή του 1946 θα το έχει μεταφράσει ο Μιχάλης Μεϊμάρης, ενώ μπορεί να έχουν γίνει και άλλες μεταφράσεις, που όμως δεν τις έχω υπόψη μου. Αν βρει και στείλει κάποιος μετάφραση, θα τη βάλω εδώ.

Προς το παρόν ας ακούσουμε τον Πρεβέρ να το απαγγέλλει:

Και εδώ κλείνει η πρώτη συνάντηση και πάμε στη δεύτερη.

Τις προάλλες, ο παλιός μας φίλος «Να διαβάζετε τον Ζακ Πρεβερ», που δεν γράφει πια εδώ, ανέβασε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ ένα ακόμα ποίημα του Πρεβέρ, το περίφημο Inventaire – Kατάλογος ή, όπως προτιμάει να το πει, απογραφή. Κάνει την εξής εισαγωγή:

Για να απαριθμήσουν ανόμοια πράγματα, χωρίς φαινομενική σχέση μεταξύ τους, οι Γάλλοι χρησιμοποιούν συχνά την έκφραση «είναι ένας κατάλογος αλα Πρεβέρ», εξ αιτίας ορισμένων ποιημάτων του, με σημαντικότερο αυτό εδώ. Ακόμη και απρόβλεπτος ή χαριτολόγος όταν είναι, ο Πρεβέρ πάντα έχει πράγματα να αναφέρει, να φανερώσει, μας προσκαλεί με τον εντελώς δικό του τρόπο να τα ανακαλύψουμε. Η Απογραφή, που γράφτηκε όταν ο ποιητής ήταν ακόμη μέλος της ομάδας των υπερρεαλιστών (από την οποία αποχώρησε το 1928, έπειτα από ρήξη στην οποία ήρθε με τον ηγέτη της Αντρέ Μπρετόν), είναι ενδεικτική της δυσφορίας και της ανησυχίας που χαρακτήριζαν εκείνη την εποχή και η οποία, από πολλές απόψεις, μοιάζει με τη σημερινή δική μας. Σαν να παρατηρούμε από κάποιο υψωματάκι τα απομεινάρια της πορείας ενός κόσμου…
——————————————————————————–

Ζακ Πρεβέρ
ΑΠΟΓΡΑΦΗ

Μία πέτρα
δύο σπίτια
τρία ερείπια
τέσσερις νεκροθάφτες
ένας κήπος
λουλούδια

ένα ρακούν

μια ντουζίνα στρείδια ένα λεμόνι ένα ψωμί
μια ηλιαχτίδα
σαράντα κύματα
έξι μουσικοί
μια πόρτα με την ψάθα της
ένας κύριος παρασημοφορημένος με το Τάγμα του Σωτήρος

άλλο ένα ρακούν

ένας γλύπτης που σμιλεύει ναπολέοντες
το λουλούδι που λέγεται νάρκισσος
δυο ερωτευμένοι σ’ ένα μεγάλο κρεβάτι
ένας φοροεισπράκτορας μια καρέκλα τρία γαλόπουλα
ένας κληρικός μία φουσκάλα
μια σφήγκα
μια πέτρα στα νεφρά
ένα αχούρι
ένας ανάξιος γιος δύο Αγιορείτες αδελφοί τρεις ακρίδες
ένα εκτινασσόμενο κάθισμα
δύο κορίτσια της ηδονής ένας μπάρμπας στην Κορώνη
μια Mater Dolorosa τρεις χαζομπαμπάδες δύο κατσίκες του κυρίου Σεγκέν
ένα ψηλοτάκουνο Λουδοβίκου ΙΕ’
μια πολυθρόνα Λουδοβίκου ΙΣΤ’
ένας μπουφές Ερρίκου Β’ δύο μπουφέδες Ερρίκου Γ’ τρεις μπουφέδες Ερρίκου Δ’
ένα παράταιρο συρτάρι
ένα κουβάρι σπάγγος μια παραμάνα ασφαλείας ένας ηλικιωμένος κύριος
μία Νίκη της Σαμοθράκης ένας λογιστής δύο βοηθοί λογιστού ένας άνθρωπος της υψηλής κοινωνίας δύο χειρουργοί τρεις χορτοφάγοι
ένας κανίβαλος
μια αποικιακή εκστρατεία ένα ολόκληρο άλογο μισό κιλό γαμώτο
μια μύγα τσε τσε
ένας αστακός αλα αμερικάνικα ένας κήπος αλα γαλλικά
δυο μήλα αλα αγγλικά
ένα φασαμέν ένας υπηρέτης ένα ορφανό ένας πνεύμονας σιδήρου
μια ημέρα δόξας
μια εβδομάδα καλοσύνης
ένας μήνας λουλουδιών
ένας χρόνος φρίκης
ένα λεπτό σιγής
ένα δευτερόλεπτο απροσεξίας
και…

πέντε ή έξι ρακούν

ένα αγοράκι που μπαίνει στο σχολείο κλαίγοντας
ένα αγοράκι που βγαίνει απ’ το σχολείο γελώντας
ένα μυρμήγκι
δυο τσακμακόπετρες
δεκαεφτά ελέφαντες ένας δικαστής σε διακοπές πάνω σε μια ξαπλώστρα
ένα τοπίο με πολύ πράσινο χορτάρι μέσα
μια αγελάδα
ένας ταύρος
δυο αγνοί έρωτες τρία μεγάλα εκκλησιαστικά όργανα ένα κοτόπουλο Μαρένγκο
ένας ήλιος του Αούστερλιτς
ένα λίτρο ανθρακούχο νερό Σουρωτή
ένα λευκό λεμονάτο κρασί
ένας Κοντορεβιθούλης μια Ημέρα εξιλασμού ένας πέτρινος Γολγοθάς
μια ανεμόσκαλα
δυο αδελφές Λατίνες τρεις διαστάσεις δώδεκα απόστολοι χίλιες και μία νύχτες τριάντα δύο στάσεις έξι μέρη του κόσμου πέντε σημεία του ορίζοντα δέκα χρόνια καλών και πιστών υπηρεσιών εφτά θανάσιμα αμαρτήματα δύο δάχτυλα κόντεμα δέκα σταγόνες πριν από κάθε γεύμα τριάντα μέρες φυλακή εκ των οποίων δεκαπέντε στην απομόνωση πέντε λεπτά διάλειμμα

και…

κάμποσα ρακούν.
—————————————————————————-
[Jacques Prévert, Inventaire, στη συλλογή Paroles, 1946]

Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή του 1945, αλλά ο φίλος μας ο Πρεβέρ (έτσι τον φωνάζαμε τότε) μάς λέει ότι ο ποιητής το έγραψε στη δεκαετία του 1920. Αν κάποιος έχει ακριβή χρονολογία, καλοδεχούμενος. Η μετάφραση υποθέτω πως είναι του φίλου μας. Και το πρωτότυπο:

Une pierre
deux maisons
trois ruines
quatres fossoyeurs
un jardin
des fleurs

un raton laveur

une douzaine d’huîtres un citron un pain
un rayon de soleil
une lame de fond
six musiciens
une porte avec son paillasson
un monsieur décoré de la légion d’honneur

un autre raton laveur

un sculpteur qui sculpte des napoléon
la fleur qu’on appelle souci
deux amoureux sur un grand lit
un receveur des contributions une chaise trois dindons
un ecclésiastique un furoncle
une guêpe
un rein flottant
une écurie de courses
un fils indigne deux frères dominicains trois sauterelles
un strapontin
deux filles de joie un oncle cyprien
une Mater dolorosa trois papas gâteau deux chèvres de
Monsieur Seguin
un talon Louis XV
un fauteuil Louis XVI
un buffet Henri II deux buffets Henri III trois buffets
Henri IV
un tiroir dépareillé
une pelote de ficelle deux épingles de sûreté un monsieur
âgé
une Victoire de samothrace un comptable deux aides-
comptables un homme du monde deux chirurgiens
trois végétariens
un cannibale
une expédition coloniale un cheval entier une demi-
pinte de bon sang une mouche tsé-tsé
un homard à l’américaine un jardin à la française
deux pommes à l’anglaise
un face-à-main un valet de pied un orphelin un poumon
d’acier
un jour de gloire
une semaine de bonté
un mois de marie
une année terrible
une minute de silence
une seconde d’inattention
et…

cinq ou six ratons laveurs

un petit garçon qui entre à l’école en pleurant
un petit garçon qui sort de l’école en riant
une fourmi
deux pierres à briquet
dix-sept éléphants un juge d’instruction en vacances
assis sur un pliant
un paysage avec beaucoup d’herbe verte dedans
une vache
un taureau
deux belles amours trois grandes orgues un veau
marengo
un soleil d’austerlitz
un siphon d’eau de Seltz
un vin blanc citron
un Petit Poucet un grand pardon un calvaire de pierre
une échelle de corde
deux sœurs latines trois dimensions douze apôtres mille
et une nuits trente-deux positions six parties du
monde cinq points cardinaux dix ans de bons et
loyaux services sept péchés capitaux deux doigts de
la main dix gouttes avant chaque repas trente jours
de prison dont quinze de cellule cinq minutes
d’entracte

et…

plusieurs ratons laveurs.

(Jacques Prévert, Paroles, 1946)

Θα προσέξατε το ρακούν, raton laveur στα γαλλικά, Προκύων ο πλύντης, τρωκτικό της Βόρειας Αμερικής που μπορεί να ζήσει και στην Ευρώπη.

Γιατί άραγε ξεφυτρώνει κάθε τόσο το ρακούν στο ποίημα του Πρεβέρ, σαν ρεφρέν, ανάμεσα στα διάφορα ετερόκλητα του καταλόγου του; Δεν μπορώ να δώσω απάντηση στο ερώτημα αυτό. Γιατί όχι, όμως;

Έχω όμως να αναδείξω μιαν ακόμα συνάντηση, διότι το ρακούν είναι ζώο διάσημο στα ελληνικά σόσιαλ. Κάθε φορά που γίνεται κάποια ύποπτη δουλειά, λαμογιά, ζημιά, σκάνδαλο, που κάποιος προβάλλει μια δικαιολογία εντελώς έωλη, που έγινε ένα κακό και ξέρουμε ποιος φταίει αλλά δεν το λέμε, τότε στα σόσιαλ λέμε ειρωνικά πως «το έκανε ένα ρακούν», πως στα καλά καθούμενα «ήρθε ένα ρακούν και έφαγε την απόρρητη έκθεση» ή κάτι τέτοιο.

Μεταφέρω τρία πρόσφατα παραδείγματα από το Τουίτερ:

Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες από ανταποκριτές μας στο εξωτερικό τα λεφτά απ τη Novartis τα τσεπωσε ένα ρακουν

Δεν τα γράφω εγώ. Σορυ. Ήρθε ένα ρακουν κ πάταγε πλήκτρα

Τι να σας πω κυρ εισαγγελέα μου. Δεν έχω ιδέα. Ένα ρακουν έγραφε τις συνταγές

Πώς ξεφύτρωσε το ρακούν; Δεν ξέρω. Ίσως από αμερικάνικα κινούμενα σχέδια.

Αλλά δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να σκεφτώ πως το ρακούν που κάνει τόσες ζημιές στα ελληνικά σόσιαλ του 2020 είναι μετενσάρκωση ή δισεγγονάκι εκείνων των ρακούν που εξέθρεψε και ξαμόλυσε στον κόσμο ο Ζακ Πρεβέρ το 1925!

Posted in Γαλλία, Ποίηση, Χρονογραφήματα, κοινωνικά μέσα, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | 106 Σχόλια »

Υποθήκες για το κρασί (δυο χρονογραφήματα του Βάρναλη)

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2020

Καθώς έχουμε χαλαρώσει τους περιορισμούς έχουν πια ανοίξει εστιατόρια και ταβέρνες, που τα τιμήσαμε στο ιστολόγιο με το άρθρο της περασμένης Δευτέρας. Συνεχίζουμε λοιπόν σήμερα στο ίδιο κλίμα. Για κυριακάτικο λογοτεχνικό ανάγνωσμα σάς προτείνω δυο χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, δημοσιευμένα στην περίοδο της Κατοχής, που τώρα τα συμπεριέλαβα στον τόμο «Συμποσιακά», και είναι κατεξοχήν συμποσιακά, αφού ο Βάρναλης παρουσιάζει δυο αντικρουόμενες απόψεις για το πώς πρέπει να πίνει κανείς κρασί.

Παραξενεύεται κανείς λίγο όταν διαπιστώνει ότι στην πιο βαθιά στιγμή της Κατοχής, τον Σεπτέμβρη του 1942, θα μπορούσαν οι υπόδουλοι να προβληματίζονται για την καλύτερη οργάνωση των κρασοκατανύξεων -αλλά ο πεινασμένος παρηγοριέται καρβέλια ονειρεύοντας (σικ, ρε).

Το πρώτο χρονογράφημα (Πρωία, 17 Σεπτεμβρίου 1942)

Υποθήκαι

—Το να πιεις ένα καλό κρασί δεν είναι απλή δουλειά. Πρέπει πρώτα να «ανακαλύψεις» το κρασί. Και για να το ανακαλύψεις δεν αρκεί να είσαι μονάχα μερακλής, που δεν μπορείς να υποφέρεις τα «δεύτερα» πράματα παρά και να μη λυπάσαι τους κόπους. Ρωτώντας πας στην Πόλη, κρασί όμως δεν βρίσκεις. Οι περισσότεροι δεν το μολογάνε, για να μην τελειώσει ή γιατί ο κάπελας δε θέλει πελατεία. Θα βάλεις αυτί στην διπλανή παρέα των κρασοπατέρων στο καφενείο και είναι αδύνατο κάποιος απ’ αυτούς σε μια στιγμή να μη φέρει τη κουβέντα στο ενδιαφέρο θέμα. Απ’ αυτούς θ’ ακούσεις πού πηγαίνουν τα βράδια ή αν δεν τ’ ακούσεις, θα τους παρακολουθήσεις μόλις σηκωθούν. Ή θα ιδείς πρωί πρωί τον μπάρμπα-Σκουρά να κατεβαίνει τρεκλίζοντας τα σκαλιά της οδού Πλουτάρχου (από τα ύψη του Λυκαβηττού): «πού τα έπινε»; Απάνω στο μεθύσι του θα σου πει την αλήθεια (από τρελό κι από μεθυσμένο μαθαίνεις την αλήθεια).

Αλλ’ άμα το βρεις, δεν τελείωσε η υπόθεσις. Πρέπει να ξέρεις και πώς θα το πιεις. Πολλά προβλήματα υπάρχουν προς λύσιν, που οι ατζαμήδες του ποτηριού δεν τα υποψιαστήκανε ποτές. Μακάριοι άνθρωποι! Είναι τα προβλήματα του μεζέ, της ώρας και της παρέας.

Πολλές πλάνες επικρατούν και σ’ αυτόν τον τομέα της ανθρώπινης γνώσης. Οι πλάνες είναι γενικά αμέτρητες—και τις πιστεύουν όλοι από γενιά σε γενιά. Οι αλήθειες είναι λίγες —και λίγοι τις ξέρουν. Η επιστήμη λέει, πως καμιά τροφή κατ’ αρχήν δε βλάπτει. Βλάπτει ο συνδυασμός των τροφών. Με ποια λοιπόν τροφή θα συνδυάσεις το κρασί; Πολλοί νομίζουν πως ο μεζές πρέπει να είναι αρμυρός, για να προκαλεί δίψα: σαρδέλες, ρέγγες! Μα τη δίψα πρέπει να την έχεις από πριν. Και δεν είσαι ποτέ διψασμένος για κρασί, αν δεν πεινάς αβάσταγα. Η πρώτη λοιπόν προπαρασκευή για τον αγώνα του ποτηριού είναι να δημιουργήσεις πείνα. Είτε να δουλέψεις πολύ στο ύπαιθρο είτε ν’ ανεβείς στο βουνό, είτε να κολυμπήσεις πρωί στη θάλασσα. Και να μη βάλεις τίποτα στο στόμα σου. Όποιος από την παρέα σου τρώγει σταφύλια ή παξιμάδι ή πασατέμπο πριν κάτσει στο τραπέζι, είναι απόβλητος. Αυτός δε θα έχει όρεξη και θα σκοτώσει με την ακεφιά του το ζήλο των αλλωνών. Λοιπόν ο καλύτερος μεζές είναι η σούπα. Σούπα ρωμαλέα είτε μοσκαριού είτε γαλοπούλας είτε ψαριού, πηχτή πηχτή με μπόλικη ντομάτα και μανέστρα ή πατσάς. «Μετά τη σούπα κούπου»(*) λέει ο λαός. Ύστερα από τη σούπα έρχονται στην πρώτη γραμμή οι σκάρες, ύστερα οι γκιουβετσάδες και τελευταία τα τηγάνια —όχι συκωτάκια ή σουπιές. Δεν τα έχεις όλα αυτά; Θα αρκεσθείς στα κριθαρένια παξιμάδια, στα στραγάλια και στο τυρί. Όχι ωμές σαλάτες ή μαγιονέζες ή σκορδαλιές —δεν συνδυάζονται με το κρασί και με την μπίρα. Χαλούνε το στομάχι.

Άλλο πρόβλημα είναι της ώρας. Κι εδώ κυριαρχεί η πλάνη, πως οι καλύτερες ώρες για κρασί είναι οι βραδινές. Όχι. Είναι οι μεσημεριανές. Ο οργανισμός πρέπει να είναι ξεκούραστος, να μην έχει προηγηθεί άλλο γεύμα εντός της ημέρας. Έτσι η όρεξη για φαγί είναι μεγαλύτερη, άρα και η όρεξη για κρασί μεγαλύτερη. Καλύτερα να πίνεις από το μεσημέρι ως το βράδυ παρά από το βράδυ ως το πρωί. Στην πρώτη περίπτωση η ζωτικότητα του ανθρώπου όλο και μεγαλώνει, στη δεύτερη όλο κι ελαττώνεται.

Το τρίτο πρόβλημα είναι της παρέας. Κρασί χωρίς παρέα δεν έχει γούστο. Και γι’ αυτό δεν έχει διάρκεια. Αλλά ποια είναι η καλύτερη παρέα; Οι φίλοι —λέει η πλάνη. Μα φίλοι δεν υπάρχουν. Κι απάνου στο κρασί δείχνουν όλοι τα κρυμμένα τους πάθη ο ένας εναντίον του άλλου. Οι λεγόμενες «παρεξηγήσεις» είναι απλώς απότομες εκδηλώσεις παλιών μυχίων αντιπαθειών. Ούτε οι φιλενάδες κάνουνε για παρέα. Δεν ξέρουν να πίνουν, κουράζονται γρήγορα και σε απασχολούν από το κύριο θέμα. Την καλύτερη παρέα την κάνουν οι άγνωστοι άνθρωποι του λαού που τους βρίσκεις στην ταβέρνα, κάθεσαι στο διπλανό τραπέζι κι από κουβέντα σε κουβέντα σε καλούνε να κάτσεις στο τραπέζι τους. Δεν τους ξέρεις, δε σε ξέρουν—αυτό είναι το μέγα «άλλοθι». Κι αυτό ζητάς, όταν πηγαίνεις να πιεις: να λησμονήσεις και να λησμονηθείς!

Σημείωσέ τα αυτά γιατί δε θέλω άμα πεθάνω, να περπατάει η ανθρωπότητα στο σκότος!

(*) Έτσι είναι τυπωμένο. Πιθανώς τυπογραφικό λάθος αντί για “κούπα”.

Πέντε μέρες αργότερα, στις 22 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύτηκε το δεύτερο χρονογράφημα, που είναι βασισμένο κυρίως στην επιστολή αναγνώστη, ο οποίος διαφωνεί με τον «υποθηκοφύλακα» του πρώτου χρονογραφήματος.

«Ένας που πίνει»

Η ένωση κάνει τη δύναμη, μα η διαίρεση αποδεικνύει τη ζωτικότητα της δυνάμεως. Όσο περισσότερες «αιρέσεις» παρουσιάζονται σ’ ένα κίνημα (δογματικό, επιστημονικό, κοινωνικό), τόσο σπουδαιότερη και γενικότερη η σημασία του και τόσο πιο επίκαιρη η γέννησή του.

Ένα τέτοιο ζήτημα είναι και του κρασιού. Όχι γιατί τώρα είναι η εποχή, που πατιούνται τα σταφύλια και βαρελιάζονται οι μούστοι. Αυτό είναι απλό επεισόδιο στην όλην υπόθεση. Το κρασί είναι επίκαιρο και ζωτικότατο εδώ κι αμέτρητους αιώνες, από τότε που ο άνθρωπος εστάθηκε κάπου κι οργάνωσε την πρώτη αγροτική κοινωνία.

Λοιπόν. Αμέτρητους αιώνες πίνει ο άνθρωπος το αίμα του αμπελιού, για να «ευφρανθεί η καρδία του» —όπως εντέλλεται η Γραφή. Αλλά ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να ευφρανθεί; Δεν πρέπει να ξεχνούμε και την κοινωνική πλευρά του ζητήματος. Κάθε εποχή «ευφραίνεται» με το δικό της τρόπο. Θα μπορούσε κανείς να γράψει την ιστορία των λαών γράφοντας την ιστορία της κρασοποσίας των. Αλλά και κάθε άτομο «ευφραίνεται» με το δικό του τρόπο. Αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια της ομαδικής «συνήθειας».

Λοιπόν. Ένας που πιστεύει πως ξέρει να πίνει, ή μάλλον που χαριτολογεί απάνου σ’ αυτό το θέμα, μας έδωσε τις «υποθήκες» του πριν από λίγες μέρες σ’ αυτήν τη στήλη για το ποιος είναι ο καλύτερος μεζές, η καλύτερη ώρα κι η καλύτερη παρέα για το κρασί. Και μας είπε πως ο καλύτερος μεζές είναι η σούπα· οι καλύτερες ώρες το μεσημέρι (ως το βράδυ) κι η καλύτερη παρέα οι απλοί άνθρωποι του λαού, που κατά τύχην σε προσκαλούν να καθίσεις στο τραπέζι τους, άγνωστος μεταξύ αγνώστων.

Αλλά κάποιος αναγνώστης, που υπογράφεται «ένας που πίνει», δεν συμφωνεί μ’ αυτές τις «υποθήκες» του χαριτολόγου φίλου μας. Είναι οπαδός της κλασικής παράδοσης και δε φαίνεται να έχει αντιρρήσεις απλώς «για να γίνεται κουβέντα», παρά γιατί έχει και πείρα και γνώση του ζητήματος. Είμαστε υποχρεωμένοι να φιλοξενήσουμε τις γνώμες του —κι ας κάνει καλά μαζί του ο «υποθηκοφύλαξ» των νέων ιδεών.

«Ούτε με σαρδέλες, ούτε με ρέγγες πίνεται το κρασί. Ούτε και με σούπα και νερά. Η σούπα τρώγεται μετά το γλέντι και μάλιστα τα ξημερώματα της άλλης μέρας, όταν σφάζεται ο κόκορας και μπαίνει στο τέντζερη. Και τότε τρώγεται με λίγο κρασάκι μονάχα.

Βέβαια στην πρώτη γραμμή έρχονται οι σκάρες —όχι ψάρι, γιατί το κρασί δεν πίνεται με ψάρι— παρά με κρέας: παϊδάκια, μπριζόλα χοιρινή με μπόλικο λεμόνι ή βραστό χωρίς ζουμί.

Το γκιουβέτσι δεν είναι μεζές, αλλά φαγί. Το γκιουβέτσι είναι καλό για μεγάλη παρέα. Αλλ’ η μεγάλη παρέα είναι εχθρός του κρασιού. Ένας, που θέλει να πιει σε ταβέρνα, ποτές δεν πάει με περισσότερους από τρεις.

Επίσης έχετε λάθος, πως οι ωμές σαλάτες κι η σκορδαλιά δεν συνδυάζονται με το κρασί. Γιατί ειδικά το σκόρδο, είναι ωραίος μεζές.

Όσον αφορά για την ώρα, νομίζω πως οι καλύτερες ώρες είναι οι βραδινές. Γιατί το βράδυ ο άνθρωπος είναι κουρασμένος από τις δουλειές της ημέρας και ζητάει ξεκούραση στην ταβέρνα.

Έχω επίσης τη γνώμη, πως το κρασί πρέπει να το πίνεις μόνος όταν ξέρεις να κάνεις παρέα  με τον εαυτό σου. Τότε όλες οι ώρες είναι καλές κι όλοι οι μεζέδες περίφημοι…»

Δεν πιστεύω να έχει σπουδαίες αντιρρήσεις σ’ όλα αυτά ο «υποθηκοφύλαξ των νέων ιδεών». Για έναν που έχει κέφι και σεκλέτια, όλες οι ώρες κι όλοι οι μεζέδες είναι καλοί —και μάλιστα όταν δεν βρίσκει κι εκείνο κι αυτούς όποτε και όπως τα θέλει. Ο «υποθηκοφύλαξ» μίλησε για τους καλύτερους όρους να πίνουν κρασί οι «αριστοθήραι», οι μερακλήδες κι όχι απλώς να το πίνουν, παρά να το γλεντάνε.

Απ’ όλες τις γνώμες του επιστολογράφου μας η τελευταία του είναι η πιο αξιοσημείωτη: πως την καλύτερη παρέα την κάνει ο εαυτός μας. «Ο ένας που πίνει» είναι άνθρωπος «που πίνει ένας» δηλαδή μοναχός του. Κι ο ένας είναι ο «δυνατός», που λέει ο Ίψεν ο ατομικιστής. Είναι δυνατός όμως όχι γιατί είναι ένας, παρά γιατί μπορεί να τα έχει καλά με τον εαυτό του. Ένας τέτοιος άνθρωπος δε φοβάται τίποτε και δεν πελαγώνει ποτέ. Αλλά πόσοι είναι οι τέτοιοι; Οι περισσότεροι πίνουν για να ξεχάσουν και να ξεχαστούν. Είναι άρα οι άνθρωποι που δεν τα έχουν καλά με τον εαυτό τους. Αυτοί ξεχνούνε και ξεχνιούνται μονάχα με παρέα αγνώστων· και κάθε φορά σε άλλη ταβέρνα, με άλλους αγνώστους.

Δεν ξέρουμε αν ο πρώτος βαρελόφρων εκφράζει την άποψη του Βάρναλη ή αν ο Βάρναλης είναι απλός διαιτητής ανάμεσα στους δύο, όπως φαίνεται στο δεύτερο χρονογράφημα. Πάντως ο Βάρναλης το τιμούσε δεόντως το κρασί!

 

Posted in Βάρναλης, Ποτά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 230 Σχόλια »

Όταν μας επιτέθηκαν οι Γερμανοί (ένα χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 7 Απριλίου, 2020

Σαν εχτές, στις 6 Απριλίου 1941, η ναζιστική Γερμανία επιτέθηκε στην Ελλάδα, που ήδη έδινε, από τις 28 Οκτωβρίου άνισο αλλά πετυχημένο αγώνα κατά της φασιστικής Ιταλίας. Στις 27 Απριλίου, ο αγκυλωτός σταυρός κυμάτιζε πάνω στην Ακρόπολη.

Θα δημοσιεύσω σήμερα ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 8 Απριλίου 1941, το πρώτο που γράφτηκε μετά τη γερμανική επίθεση (το φύλλο της 7.4.41 ήταν όλο πιασμένο από ειδήσεις πολεμικές και δεν είχε χρονογράφημα).

Ο Βάρναλης δημοσίευε καθημερινά χρονογράφημα στην Πρωία το οποίο, φυσικά, μετά την 28η Οκτωβρίου 1940 ήταν μονοθεματικά αφιερωμένο στην πολεμική προσπάθεια. Κάτι που ξεχωρίζει τα χρονογραφήματα αυτά του Βάρναλη από τα κείμενα πολλών συναδέλφων του ήταν ότι δεν επέκρινε γενικώς τους Ιταλούς και τον Μουσολίνι, αλλά τον ιταλικό φασισμό. Κι άλλοι έκαναν αυτή τη διάκριση κι έτσι λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1940 πολλοί, αριστεροί κυρίως, επιφυλλιδογράφοι και δημοσιογράφοι κλήθηκαν στην Ασφάλεια για συστάσεις (έχουμε γράψει για το περιστατικό αυτό).

Δεν ξέρω αν ασκήθηκαν πιέσεις και στη διεύθυνση της Πρωίας, πάντως από τις 11 Ιανουαρίου 1941 ο Βάρναλης, αντί για χρονογράφημα, άρχισε να γράφει στην Πρωία μια σειρά από ιστορικές επιφυλλίδες με τίτλο «Από τις σκοτεινές σελίδες της Ρώμης» όπου περιέγραφε με μελανά χρώματα διάφορα περιστατικά της ρωμαϊκής ιστορίας.

Ωστόσο, μόλις άρχισε η γερμανική επίθεση, ο ποιητής διέκοψε τις επιφυλλίδες και ξανάρχισε το χρονογράφημα, με πρώτο αυτό που θα δούμε τώρα.

Η γελοιογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι από τη Daily Mirror. Τη δανείστηκα από τον τοίχο του συγγραφέα Γιώργου Αλεξάτου, όπου έγινε και μια ενδιαφέρουσα συζήτηση σχετικά με τον μύθο που κάποιοι προωθούν ότι, τάχα, οι Έλληνες κομμουνιστές και αριστεροί κράτησαν παθητική στάση στη γερμανική επίθεση λόγω του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Πρόχειρο τεκμήριο, που το εισέφερε στην ίδια συζήτηση ο ιστορικός Νίκος Χατζηδημητράκος, το άρθρο του Μιλτιάδη Πορφυρογένη, ανώτατου στελέχους του ΚΚΕ, που απέδρασε από τη Φολέγανδρο όπου ήταν εξόριστος, στην εφημερίδα «Κρητικά Νέα», με τίτλο «Ενωμένοι προς τη νίκη», τις μέρες που ετοιμαζόταν η γερμανική επίθεση στην Κρήτη.

Οπότε, ας δούμε πώς υποδέχτηκε χρονογραφικά ο Βάρναλης την εντελώς αναμενόμενη αλλά και πάλι φοβερή είδηση της επίθεσης της ναζιστικής Γερμανίας τον Απρίλιο του 1941:

Προσχήματα και αλήθειες του Άξονος

Κυριακή ξημερώματα, πέντε το πρωί, σε πολύ ακατάλληλη ώρα χτύπησε την πόρτα μας η… νέα τάξις. Χτύπησε την πόρτα μας, είναι τρόπος του λέγειν. Έπεσε απάνω στα στήθη μας με όλα του τα φονικά σίδερα, για να επιτύχει εκείνο που δεν το πέτυχε ο δίδυμος αδερφός του εθνικοσοσιαλισμού, ο φασισμός: να μας πάρει και τη γη και την ψυχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Βάρναλης, Επετειακά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 143 Σχόλια »

Χριστούγεννα πριν από 40+76 χρόνια (του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 26 Δεκεμβρίου, 2019

Χρονιάρα μέρα κι η σημερινή και λέω να παρατείνω την εορταστική ραστωνη τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το ιστολόγιο -που σημαίνει να βάλω και σήμερα ένα λογοτεχνικό ανάγνωσμα, με θέμα εορταστικό και νοσταλγικό, μακριά από την τύρβη της επικαιρότητας.

Διάλεξα ένα κείμενο που θα μας πάει πίσω στο παρελθόν… δυο φορές. Πρόκειται για ένα χρονογράφημα του Βάρναλη που δημοσιεύτηκε στην Πρωία μέσα στην Κατοχή, τα Χριστούγεννα του 1943 -όπου όμως ο ποιητής, ίσως για να αποδράσει από τον ζόφο, επιλέγει να μεταφερθεί σαράντα χρόνια πίσω και να θυμηθεί πώς γιόρταζε τα Χριστούγεννα με την παρέα του, όταν ήταν νεαρός φοιτητής της Φιλοσοφικής, έχοντας μόλις έρθει από τον Πύργο της Βουλγαρίας, στην αυγή του εικοστού αιώνα. Καθώς τις αναμνήσεις του Βάρναλη εμείς σήμερα τις διαβάζουμε 76 χρόνια μετά, μεταφερόμαστε 40+76 δηλ. 116 χρόνια πίσω, έστω και με μια σύντομη στάση στο 1943.

Το κείμενο το πήρα από το βιβλίο Τα Αττικά (εκδόσεις Αρχείο, 2016) σε δική μου επιμέλεια, όμως το είχε συμπεριλάβει νωρίτερα ο φίλος Γιώργος Ζεβελάκης στη δική του ανθολογία κατοχικών χρονογραφημάτων του Βάρναλη «Φέιγ βολάν της Κατοχής», κι έτσι υπάρχει ήδη στο Διαδικτυο. Αλλά δεν πειράζει.

Στο χρονογράφημα ο Βάρναλης αναφέρεται και σε κάποιον ψιλικατζή ονόματι Κιουλάμπεη, που έπαιρνε μέρος στην παρέα τους. Αξίζει να πούμε ότι αργότερα ο Βάρναλης έγραψε και διήγημα για το ίδιο πρόσωπο. Ίσως το ανεβάσω κι αυτό κάποια φορά στο ιστολόγιο, αλλά προς το παρόν μπορείτε να το δείτε σε εικόνα, εδώ.

Στο τέλος του κειμένου έχω κάποιες υποσημειώσεις.

Πριν σαράντα χρόνια

–«Οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους» λένε οι μεν. «Δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης»(1), λένε οι δε. Αλλά τι μας χρειάζεται τώρα η φιλοσοφία; Εγώ προσπάθησα να μπω στο ποτάμι του χρόνου και δε βρήκα ούτε σταλιά από το ίδιο νερό. Είναι πολλοί που κάνουνε την ίδια βουτιά και φτάνουνε στη θάλασσα πριν απ’ το ποτάμι. Αυτοί είναι οι οραματιστές του μέλλοντος. Δύσκολη δουλειά! Όμως έκανα κάτι πιο εύκολο (ας το πούμε εύκολο). Πήγα κόντρα στο ρέμα. «Άνω ποταμών χωρούσι παγαί»(2). Κι οραματίστηκα τα περασμένα. Γι’ αυτήν τη δουλειά χρειάζεται μονάχα μνήμη και καημός· για την άλλη, την προφητική, χρειάζεται θείο χάρισμα. Κι εγώ δεν έχω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Χριστούγεννα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Αυτός που το ξανάρχισε (χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 15 Δεκεμβρίου, 2019

Θα βάλω σήμερα ένα χρονογράφημα από τον τόμο Συμποσιακά, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον εκδοτικό οίκο Αρχείο σε δική μου επιμέλεια, και που περιέχει 154 χρονογραφήματα, της περιόδου 1939-1957, με θέμα το καφενείο και την ταβέρνα, τον καφέ και το τσιγάρο, το ποτό, το φαγητό και τα συμπόσια των φίλων.

Από τον τόμο αυτό διάλεξα σήμερα ένα χρονογράφημα που αναφέρεται σε ένα θέμα που βρίσκεται τον τελευταίο καιρό στην επικαιρότητα, και εννοώ το κάπνισμα. Στην εποχή που γράφτηκε το χρονογράφημα (το 1941) δεν υπήρχαν φυσικά αντικαπνιστικοί νόμοι και δεν απαγορευόταν το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους, αλλά υπήρχε και πάλι το αιώνιο δίλημμα που βασανίζει τους περισσότερους καπνιστές: να το κόψω ή όχι;

Μάλιστα, το βασικό κίνητρο για να κόψει κανείς το κάπνισμα μέσα στην Κατοχή δεν ήταν λόγοι υγείας, όπως σήμερα, αφού δεν είχε γίνει συνείδηση ότι το τσιγάρο βλάφτει αναπόδραστα, όσο οικονομικοί λόγοι.

Στο αιώνιο αυτό καπνιστικό δίλημμα, ο ήρωας του Βάρναλη επιλέγει μια πρωτότυπη μέση λύση, που παρουσιάζεται ιδανική. Ωστόσο, από την προσωπική μου πείρα ως καπνιστή, ευκολότερο είναι να το αναλύεις το διακοπτόμενο αυτό σύστημα παρά να το εφαρμόζεις στην πράξη.

Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 29 Ιουλίου 1941.

Αυτός που το ξανάρχισε

Κυρίως δεν είναι «αυτός που το ξανάρχισε», αλλ’ «αυτός που το ξαναρχίζει και πάλι». Γιατί ως τώρα το έχει κόψει δέκα φορές (εννοώ το κάπνισμα) κι άλλες δέκα το έχει ξαναρχίσει. Κι αυτού είναι το μεγαλείο. Οι επισημότερες στιγμές της ζωής του, οι γεμάτες το υψηλότερο νόημα, σαν τον τρίσβαθο ουρανό, είναι (τώρα που στερέψανε όλες οι πηγές της χαράς μέσα του) η μια όταν πατάει μαχαίρι στο «απαίσιο» συνήθειο και «πέρα πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησή του»*, κι η άλλη, όταν ξαναγυρίζει στο πάθος του, όχι σαν άσωτος υιός, που μετανιώνει, παρά σαν θριαμβευτής σταυροφόρος στη σιδεροζωσμένη «Κυρά» του, ύστερα από πολλά χρόνια, με το κλειδί στην τσέπη. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο τέρματα, που υψώνονται στον ορίζοντά του σαν δυο στήλες πυρός, η άλλη ζωή είναι γούβα από ατελείωτην άμμο, χωρίς αέρα κι ανάσα, ένας φοβερός εφιάλτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Κάπνισμα, Κατοχή, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 151 Σχόλια »

Συμποσιακά, ο τρίτος τόμος χρονογραφημάτων του Κώστα Βάρναλη!

Posted by sarant στο 4 Δεκεμβρίου, 2019

Μόλις κυκλοφόρησε, πάντοτε από τις εκδόσεις Αρχείο και σε δική μου επιμέλεια, ο τόμος Συμποσιακά, με 154 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, εμπνευσμένα από το καφενείο και την ταβέρνα, τον καφέ και το τσιγάρο, το πιοτό και το φαΐ, από τις παρέες και από τη συλλογική ευωχία.

Είναι ο τρίτος τόμος με χρονογραφήματα του Βάρναλη που εκδίδω, πάντοτε από τις εκδόσεις Αρχείο. Προηγήθηκαν, το 2016 τα «Αττικά», με χρονογραφήματα για την Αθήνα και την Αττική, και το 2017 τα «Αστυνομικά«, με χρονογραφήματα από γεγονότα του αστυνομικού δελτίου, ενώ από τις ίδιες εκδόσεις έχω παρουσιάσει παλιότερα δύο άλλους τόμους με δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη: τα Γράμματα από το Παρίσι και το Τι είδα εις  την Ρωσσίαν των Σοβιέτ.

Σκοπός μας είναι, όσο αντέχουμε, να βγάλουμε κι άλλους τόμους με χρονογραφήματα του Βάρναλη, πάντοτε σε θεματική κατάταξη. Αν όλα πάνε καλά, του χρόνου θα βγουν τα Πολεμικά, γραμμένα με την ευκαιρία του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Εδώ μπορείτε να δείτε τους τίτλους των 154 χρονογραφημάτων -και να παραγγείλετε το βιβλίο αν θέλετε 🙂

Τα χρονογραφήματα που περιλαμβάνονται στον τόμο Συμποσιακά δημοσιεύτηκαν σε πέντε εφημερίδες της Αθήνας από το 1939 έως το 1957, τις εξής:

Πρωία, 1939-1944

Ηνωμένος Τύπος, 1944
Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1950-1953
Προοδευτική Αλλαγή 1953
Αυγή 1953-1957

Χρειάζεται να πω δυο λόγια για τη δεύτερη από τις εφημερίδες αυτές. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1944, όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες αναγκάστηκαν να κλείσουν, λόγω έλλειψης στο δημοσιογραφικό χαρτί και στη θέση τους εκδόθηκαν δύο μόνο εφημερίδες, μία πρωινή και μία απογευματινή, ο Ηνωμένος Τύπος και τα Βραδυνά Νέα. Ο Βάρναλης ανέλαβε το χρονογράφημα στον Ηνωμένο Τύπο, ένδειξη του κύρους του. Δεν έχω βρει πουθενά πλήρες σώμα της βραχύβιας άλλωστε αυτής έκδοσης αλλά στο αρχείο Βάρναλη σώζονται 2-3 χρονογραφήματα, ένα από τα οποία περιλαμβάνονται στον ανά χείρας τόμο. Βέβαια, αυτή η λύση ανάγκης δεν κράτησε πάνω από 2-3 εβδομάδες.

Η μερίδα του λέοντος των χρονογραφημάτων του τόμου ανήκουν στη περίοδο της Κατοχής. Εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται περίεργο, αφού στην Κατοχή ο κόσμος πέθαινε από την πείνα. Ωστόσο, εξηγείται: Αφενός, εξαιτίας της λογοκρισίας μια σειρά από θέματα απαγορεύονταν, με αποτέλεσμα τα χρονογραφήματα να προτιμούν θέματα εκ πρώτης όψεως ανώδυνα όπως οι ταβέρνες  ή το κάπνισμα. Αφετέρου, λειτουργεί κάποιο αίσθημα αναπλήρωσης. Ακριβώς επειδή οι Αθηναίοι περνούσαν περίοδο ακραίων στερήσεων και δοκιμασιών, η τέχνη ανέλαβε να αναπληρώσει όσα δεν μπορούσε να δώσει η ζωή -κι έτσι, σε κάποια από τα χρονογραφήματα του Βάρναλη που θα διαβάσετε σε αυτόν τον τόμο θα βρείτε να περιγράφονται γενναία τραπεζώματα, ακόμα και λουκούλλεια γεύματα.

Δεν λείπουν πάντως οι αναφορές στις δυσκολίες της περιόδου: στη μαγειρική των περιστάσεων, στην έλλειψη γνήσιου καφέ (“ο βαρύς γλυκός έχει γίνει ελαφρός σκέτος”), στην επιβολή περιορισμών στην πώληση τσιγάρων, στη μετατροπή της παραδοσιακής ταβέρνας σε “κέντρο πολυτελείας” και βέβαια στη μαύρη αγορά, τόσο στα τσιγάρα όσο και στα τρόφιμα. Υπάρχει κι ένας “άφρων μαυραγορίτης” που σκάει από το πολύ φαΐ όταν γιορτάζει την απόκτηση της πρώτης του πολυκατοικίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Κατοχή, Παρουσίαση βιβλίου, Ποτά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 124 Σχόλια »

Όταν ο Βάρναλης συνάντησε τον Σαρλώ

Posted by sarant στο 28 Οκτωβρίου, 2019

Απ’ όσο ξέρω, δεν συναντήθηκαν ποτέ, μεταφορικά χρησιμοποιώ το ρήμα. Μέρα που είναι, διαλέγω ένα από τα «πολεμικά» χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, απ’ αυτά που δημοσίευσε στην Πρωία μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, στο οποίο αναφέρεται στον Τσάρλι Τσάπλιν.

Αφορμή στάθηκε μια εκδήλωση που είχε γίνει τον Δεκέμβριο του 1940 στη Νέα Υόρκη, στην οποία ο Τσάρλι Τσάπλιν πρόσφερε 1000 δολάρια υπέρ της πολεμικής προσπάθειας της Ελλάδας και μίλησε επαινετικά για τη γενναιότητα των Ελλήνων (αριστερά βλέπετε το απόκομμα από την Πρωία της 18.12.1940).

Μια βδομάδα μετά, στο χριστουγεννιάτικο -αλλά ελάχιστα εορταστικό, λόγω του πολέμου- φύλλο της Πρωίας δημοσιεύτηκε το χρονογράφημα του Βάρναλη που θα διαβάσουμε σήμερα.

Ο Βάρναλης δεν περιορίζεται στις ευχαριστίες στην υποστήριξη που πρόσφερε ο Τσάρλι Τσάπλιν αλλά κάνει και μιαν εγκωμιαστική ανάλυση για το έργο του Σαρλώ, που πιστεύω ότι έχει αρκετό ενδιαφέρον και σήμερα.

Για τη χειρονομία του Σαρλώ έγραψε και ο αγαπημένος μου Γ. Κοτζιούλας ένα επίσης ενδιαφέρον άρθρο στα Νεοελληνικά Γράμματα (4.1.1941) με τίτλο «Ο φίλος μας ο Σαρλώ».

Να σημειωθεί πως δυο μήνες νωριτερα είχε κυκλοφορήσει στις κινηματογραφικές αίθουσες των ΗΠΑ η ταινία του Τσάπλιν «Ο μεγάλος δικτάτωρ» με την εξαιρετική σάτιρα για τον Χίτλερ, αλλά φυσικά δεν ειχε προβληθεί στην Ελλάδα (και γενικά στην Ευρώπη) και έτσι ο Βάρναλης την αγνοεί. Η ταινία στην Ελλάδα προβλήθηκε το 1947 και ο Βάρναλης τότε έγραψε γι’ αυτήν, όπως και ο Κοτζιούλας -αλλά αυτό είναι ένα θέμα που θα το δούμε, ίσως, σε κάποιο μελλοντικό άρθρο. (Το οποίο θα αντλήσει υλικό από το δοκίμιο της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου «Η διαδρομή του Σαρλώ στη νεοελληνική ποίηση», που περιέχεται στο πρόσφατο βιβλίο της «Συνομιλίες ποιητών» -να το διαβάσετε).

Τέλος, η αναφορά που υπάρχει στο χρονογράφημα του Βάρναλη στον Τζαίκη Κούγκαν εννοεί τον ηθοποιό Jackie Coogan, που σε ηλικία εφτά χρονών έπαιξε στο Χαμίνι του Τσάρλι Τσάπλιν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αντιδάνεια, Βάρναλης, Κινηματογράφος, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 190 Σχόλια »

Ο καθρέφτης Βεϊζαδές (χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 18 Αυγούστου, 2019

Τις Κυριακές βάζουμε ύλη λογοτεχνική -αλλά και το χρονογράφημα ξαδερφάκι της λογοτεχνίας είναι. Άλλωστε διήγημα βάλαμε και προχτές που ήταν αργία.

Tο όνομα του τίτλου θα σας είναι άγνωστο, κι όμως σήμερα θα μιλήσουμε για μια υπόθεση που είχε συνταράξει το πανελλήνιο πριν από 64 χρόνια. Πρόκειται για τον βασανισμό της 12χρονης Σπυριδούλας Ράπτη, από χωριό του Μεσολογγίου, που δούλευε υπηρέτρια σε ένα σπίτι ευκατάστατων πολιτών στον Πειραιά. Δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο, τα χρόνια εκείνα, κορίτσια από την επαρχία να δουλεύουν σε τόσο μικρή ηλικία σε σπίτια Αθηναίων, μακριά από τους οικείους τους και με ελάχιστη επαφή μαζί τους.

Τη Σπυριδούλα τη μετέφερε στο Τζάννειο του Πειραιά, με σοβαρά εγκαύματα σε όλο της το σώμα, η αφεντικίνα της, η Αντιγόνη Βεϊζαδέ, στις αρχές Αυγούστου 1955. Είπε στους γιατρούς ότι το κορίτσι είχε τραυματιστεί όταν χύθηκε πάνω της ζεματιστό νερό, όμως γρήγορα έγινε φανερό ότι τα τραύματα της Σπυριδούλας δεν είχαν προκληθεί από ατύχημα.

Τελικά, η αλήθεια ήρθε στο φως: τη μικρή την είχε βασανίσει με ηλεκτρικό σίδερο ο αφεντικός της, Γιώργος Βεϊζαδές, ιδιοκτήτης καμπαρέ στην Τρούμπα, επειδή υποψιαζόταν ότι είχε κλέψει ένα πενηντοδόλαρο το οποίο είχε εξαφανιστεί από το σπίτι. Την είχε δέσει και την έκαιγε επί ώρες για να την κάνει να ομολογήσει. (Τελικά τα χρήματα δεν τα είχε πάρει η μικρή).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 135 Σχόλια »

Στο φεγγάρι, πριν από 50 χρόνια

Posted by sarant στο 22 Ιουλίου, 2019

Για την ακρίβεια, πριν από 50 χρόνια και μια ή δυο μέρες, αφού η σημαδιακή μέρα ήταν χτες ή προχτές, όταν ο Νιλ Άρμστρονγκ έκανε «ένα μικρό βήμα για έναν άνθρωπο, ένα τεράστιο άλμα για την ανθρωπότητα».

Η σεληνάκατος με τον Άρμστρονγκ και τον Μπαζ Όλντριν προσεδαφίστηκε στην επιφάνεια της Σελήνης στις 20.17 της 20ής Ιουλίου 1969 (ώρα Γκρίνουιτς) αλλά ο Άρμστρονγκ βγήκε από το οχημα και περπάτησε στις 2 το πρωί της 21/7. Ο δεύτερος αστροναύτης, ο Μπαζ Όλντριν, τον ακολούθησε 19 λεπτά αργότερα, αλλά η αμείλικτη λογική της διασημότητας θέλει να θυμόμαστε τον πρώτο και να έχουμε λησμονήσει τον δεύτερο -και ακόμα περισσότερο τον τρίτο, τον Μάικλ Κόλινς, που έμεινε σε σεληνιακή τροχιά περιμένοντας τους δύο.

Με το κατόρθωμα του Απόλλων 11 (μια και λεξιλογούμε, ίσως θα έπρεπε να το κλίνω, τι λέτε; ) κρίθηκε η κούρσα του διαστήματος ανάμεσα στις δυο μεγάλες χώρες της εποχής, τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ και ανάμεσα στα δυο παγκόσμια συστήματα, στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. Δεν είχε αρχίσει έτσι αυτή η κούρσα -στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι Σοβιετικοί είχαν το προβάδισμα -από τον Σπούτνικ και τη Λάικα ίσαμε τον Γιούρι Γκαγκάριν, τον πρώτο άνθρωπο που πέταξε στο διάστημα και που μένει στη μνήμη της ανθρωπότητας στην ίδια δοξασμένη θέση με τον Άρμστρονγκ, ίσως και λίγο πιο πάνω. Ωστόσο, μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1960 άνοιξε ο κρουνός των πιστώσεων για τη ΝΑΣΑ κι έτσι οι Αμερικανοί πήραν καθαρά την πρωτιά.

Το επίτευγμα που γιορτάσαμε έκλεισε την πρώτη φάση της διαστημικής περιπέτειας της ανθρωπότητας. Οι περισσότεροι αμύητοι, ο πολύς κόσμος δηλαδή, φανταζόμασταν πως η κατάκτηση της Σελήνης δεν ήταν παρά ένα σκαλοπάτι, αλλά τα διαστημικά ταξίδια προς τον Άρη κι ακόμα παραπέρα, που ονειρευόμασταν, δεν ήταν κάτι απλό και δεν ήρθαν ποτέ. Τα επόμενα πενήντα χρόνια έγιναν μεγάλα βήματα, αλλά πολύ λιγότερο συναρπαστικά από εκείνα της πρώτης περιόδου. Γι’ αυτό και ενώ έως την κατάκτηση της Σελήνης τα διαστημικά επιτεύγματα απορροφούσαν την αμέριστη προσοχή της κοινής γνώμης, οι μετέπειτα προσπάθειες έχουν περάσει κάπως σε δεύτερη μοίρα.

Η υποδοχή του κατορθώματος στην Ελλάδα το 1969, στις ιδιότυπες λόγω δικτατορίας συνθήκες, έγινε βέβαια κυρίως μέσα από τις εφημερίδες, αφού λιγοστά νοικοκυριά είχαν τηλεόραση.

Εδώ βλέπουμε ένα κομμάτι από το πρωτοσέλιδο των Νέων της Δευτέρας 21 Ιουλίου 1969. Ολόκληρο το πρωτοσέλιδο το βρίσκετε εδώ.

Ανέβασα εδώ και το χρονογράφημα του Παύλου Παλαιολόγου από το Βήμα της 22 Ιουλίου 1969.

Το καλοκαίρι του 1969 ήμουν δέκα χρονών. Ήμουν στο σπίτι, στο Φάληρο, μάλλον στο ενδιάμεσο από τον παραθερισμό με τους γονείς και τον παραθερισμό με τον παππού και τη γιαγιά. Τηλεόραση δεν είχαμε. Ο διπλανός μας γείτονας, στρατιωτικός, είχε, οπότε την Κυριακή το βράδυ τού χτύπησα το κουδούνι και πήγα να δω το πρωτοφανές θέαμα. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς είδα, αφού στο μεταξύ έχω δει πολλές φορές τις ίδιες σκηνές και έχουν επικαθήσει στη μνήμη μου οι μεταγενέστερες θεάσεις -πάντως δεν ένιωσα κάτι πολύ συναρπαστικό.

Εγώ δεν ένιωσα κάτι συναρπαστικό, αλλά εσείς μπορεί να θυμάστε με πιο ζωηρά χρώματα τη σημαδιακή μέρα. Αν δεν φοβάστε να δείξετε τα χρόνια σας, μπορείτε στα σχόλια να μας αφηγηθείτε τις αναμνήσεις σας από τη μέρα που πατήσαμε στο φεγγάρι. Ή, να σχολιάσουμε το κατόρθωμα, πενήντα χρόνια μετά.

 

 

 

Posted in Διάστημα, Επετειακά, Επιστημονική φαντασία, Πρόσφατη ιστορία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 170 Σχόλια »

Το τάβλι του Βάρναλη

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2019

Ετοιμάζω αυτόν τον καιρό τον τρίτο τόμο από τα χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, για να κυκλοφορήσει προς το τέλος του χρόνου. Μετά τα Αττικά και τα Αστυνομικά, ο προσωρινός τίτλος του τόμου αυτού είναι Συμποσιακά -και θα έχει χρονογραφήματα που μιλάνε για την ταβέρνα και το καφενείο, τα φαγητά, το κρασί και το τσιγάρο.

Λάτρης του παλιού αθηναϊκού καφενείου ο Βάρναλης, έχει γράψει μερικά εξαιρετικά κομμάτια γι’ αυτόν τον θεσμό. Το χρονογράφημα που θα παρουσιάσω σήμερα μιλάει ειδικά για το τάβλι. Από διηγήσεις άλλων ξέρουμε ότι ο Βάρναλης απολάμβανε όχι τόσο να παίζει ο ίδιος όσο να παρακολουθεί παρτίδες ταβλιού.

Μετά το χρονογράφημα έχω ορισμένα δικά μου λεξιλογικά σχόλια -και μια λεξικογραφική ταβλιστική πρόταση.

Το τάβλι

Ντάκα-ντούκα! ηχούν από μακρινή απόσταση όλοι οι δρόμοι κι οι πλατείες, όπου υπάρχουν καφενεία, αυτά τα δήθεν ησυχαστήρια, που είναι στην πραγματικότητα κέντρα παραγωγής θορύβου. Φαντασθείτε τι τραβάνε όσοι κάθονται μέσα! Αλλά δεν τραβάνε τίποτα. Έχουνε συνηθίσει, όπως ο μυλωνάς συνηθίζει τον κρότο του μύλου και μπορεί να κοιμάται βαθιά δίπλα στα τεράστια σαγόνια των πετρών, που αλέθουν και χαλάνε τον κόσμο, μαζί με όλα τ’ άλλα σύνεργα. Πολλοί από τους θαμώνες των θορυβητηρίων μοναχά τότε μπορούν να συγκεντρωθούνε στον εαυτό τους και να σκεφτούν ή να διαβάσουν με την ησυχία τους, όταν γύρω τους όλα τα τραπέζια βροντάνε σα δαιμονισμένα. Οι περισσότεροι μαζεύονται γύρω στους ταβλιτζήδες (αν μάλιστα τύχει να ’ναι μαστόροι) για να χαζεύουν.

Έτσι, αντί να θεωρείται πληγή αυτό το φοβερό κι εκνευριστικό παιχνίδι, διασκεδάζει και τους παίχτες και τους θεατές, αν και με τις απότομες και δραματικές του φάσεις δημιουργεί μιαν ατμόσφαιρα πάθους και αντεγκλήσεων.

Όλοι οι παίχτες, χωρίς εξαίρεση, πιστεύουν πως είναι μαστόροι. Γι’ αυτό άμα χάνουνε, θυμώνουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Λαογραφία, Παιχνίδια, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 205 Σχόλια »

Πάσχα με τον Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 28 Απριλίου, 2019

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά.

Φέτος θα κάνουμε, όχι για πρώτη φορά, μια τροποποίηση στο έθιμο. Δεν θα δημοσιεύσουμε διήγημα του Παπαδιαμάντη, αλλά ένα αφήγημα του Κώστα Βάρναλη για τον Παπαδιαμάντη, δηλαδή με ήρωα, ας πούμε, τον Παπαδιαμάντη.

Κι άλλη φορά έχουμε στο ιστολόγιο δημοσιεύσει παπαδιαμαντικά κείμενα του Βάρναλη και ανάμεσά τους, πριν από τέσσερα χρόνια, «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη«. Όπως θα δείτε, το σημερινό κείμενο είναι διαφορετικό, συνδυάζει χρονογράφημα με προσωπικές αναμνήσεις, όταν ο νεαρός Βάρναλης (δεκαοχτάχρονος) είχε γνωρίσει στη Δεξαμενή τον γηραιό (πενηντάχρονο!) Παπαδιαμάντη.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος στις 8 Απριλίου 1950, Μεγάλο Σάββατο τότε. Λίγες μέρες αργότερα, ο Βάρναλης θα άρχιζε να δημοσιεύει καθημερινά χρονογράφημα σε αυτή την απογευματινή κεντροαριστερή εφημερίδα, μια συνεργασία που διάρκεσε ως το καλοκαίρι του 1953 -τότε ο Φιλελεύθερος έκλεισε και ο Βάρναλης άρχισε τη συνεργασία του με την Αυγή.

Πολλές ευχαριστίες οφείλω στον φίλο μας τον Νεοκίντ που πληκτρολόγησε το κείμενο. Έγινε εκσυγχρονισμός της ορθογραφίας.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Αλ. Μωραϊτίδης, Άρατε πύλας

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη!

Πάσχα με τον Παπαδιαμάντη

Του κ. ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ

Το Πάσχα του καλού καιρού, το Πάσχα της Αγάπης, δε θα το βρούμε πουθενά στον αιώνα του Μίσους. Μονάχα στον Παπαδιαμάντη. Αυτές τις μέρες κάθε απελπισμένος, κάθε νοσταλγός των περασμένων, πρέπει να διαβάζει τα «Πασχαλινά διηγήματα» του μεγάλου Σκιαθίτη. Θα τον πάρουν οι άνεμοι της Άνοιξης γεμάτοι καλοσύνη και θα τον μεταφέρουν στο ειρηνικό νησί των Βορείων Σποράδων, αντίκρα στο χιονισμένο Πήλιο με τα γαλανά τ’ ακρογιάλια ,τις πράσινες πλαγιές, τους ανθισμένους κάμπους, στο μεθυσμένο από τ’ αρώματα και τα λιβανωτά. Ουτοπία – δεν υπάρχουνε πια τέτοιοι τόποι! – ανάμεσα στους ξαφνισμένους … Σεληναίους – δεν υπάρχουν πια στη γη μας τέτοιοι άνθρωποι! – και θα ζήσει για λίγες, αξέχαστες ώρες το μέγα «Άλλοθι» της Αγάπης, που χάθηκε από τον πλανήτη μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Πασχαλινά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 60 Σχόλια »

Οι τρεις αρτοποιοί, ο Χαριτόπουλος κι ο Βάρναλης

Posted by sarant στο 7 Απριλίου, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου «Πειραιάς βαθύς» που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες. Το βιβλίο αυτό είναι το τρίτο της «πειραιώτικης τριλογίας» του Χαριτόπουλου και έχει ως υπότιτλο «Εγκλήματα και φόνοι», που είναι ακριβής περιγραφή του περιεχομένου του, αφού το βιβλίο είναι μια συλλογή εγκλημάτων και υποθέσεων του αστυνομικού δελτίου που συνέβησαν πραγματικά και που τα διηγείται ο Χαριτόπουλος.

Τα δύο προηγούμενα βιβλία της τριλογίας δεν τα έχω διαβάσει, ίσως επειδή με ενοχλεί ο στόμφος με τον οποίο προβάλλεται ο συγγραφέας, στόμφος έκδηλος και στο οπισθόφυλλο τούτου του βιβλίου: Όλα αυτά έγιναν. Έγιναν κι άλλα που δεν θα μάθουμε ποτέ. Είναι κόσμος υπόγειος. Όσοι ξέρουν δεν μιλάνε. Κι όσοι μιλάνε δεν ξέρουν.

Όμως η δημοσίευση ενός φίλου στο Φέισμπουκ, που το γούστο του στη λογοτεχνία το εμπιστεύομαι, με παρακίνησε να αναζητήσω το βιβλίο -και δεν το μετάνιωσα.

Όπως είπα και πιο πάνω, τα εγκλήματα, οι φόνοι, τα συμβάντα του αστυνομικού δελτίου που αφηγείται ο Χαριτόπουλος στο βιβλίο αυτό δεν είναι μυθοπλασία. Είναι πραγματικά γεγονότα, αν και δεν αποκλείω ο συγγραφέας να πήρε κάποιες ελευθερίες  στην αφήγησή του. Ανατρεπτικά βέβαια λειτουργεί και η καθαρεύουσα την οποία διάλεξε ο συγγραφέας ειδικά για τους τίτλους των πεζογραφημάτων (τους βλέπετε εδώ) και που μένει μόνο στους τίτλους, αφού τα κείμενα είναι γραμμένα σε στρωτή δημοτική, με κάποιες αργκοτικές λέξεις, όχι πολλές (καμιά εξηνταριά), που τις συγκεντρώνει στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας σε γλωσσάρι και τις επεξηγεί.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το βιβλίο του Χαριτόπουλου. Δεν διάλεξα το καλύτερο, ούτε το πιο συναρπαστικό -το διάλεξα επειδή μου δίνει την ευκαιρία να σκηνοθετήσω μια συνάντηση του Διονύση Χαριτόπουλου με τον Κώστα Βάρναλη, μια και ο Βάρναλης έχει κι αυτός αναφερθεί, σε χρονογραφήματά του, στην «ανεπίλυτον τριπλή σφαγήν εις το Χατζηκυριάκειον», στη δολοφονία των τριών αρτοποιών που μας διηγείται εδώ ο Χαριτόπουλος:

Η ανεπίλυτος τριπλή σφαγή εις το Χατζηκυριάκειον

Οι φουρναραίοι κάνουν αγαθή δουλειά.

Κάθε απόγεμα πιάνουν μαγιές και τη νύχτα όσο εμείς κοιμόμαστε αυτοί ιδρώνουν και τσιγαρίζονται· ζυμώνουν, πλάθουν, ψήνουν ψωμιά, κουλούρια, τυρόπιτες. Πάμε εμείς το πρωί και τα βρίσκουμε όλα έτοιμα, ζεστά και μοσχομυριστά σαν να τα ετοίμασε η μάνα μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 137 Σχόλια »

Τα ντουρσέκια της Σμύρνης

Posted by sarant στο 19 Σεπτεμβρίου, 2018

Διαβάζω αυτές τις μέρες την αυτοβιογραφία της Ροζίτας Σώκου, ο Αιώνας της; Ροζίτας, σε δύο τόμους παρακαλώ των 500 σελίδων έκαστος -αλλά μ’αρέσουν οι αυτοβιογραφίες κι από μερικά αποσπάσματα του βιβλίου, που τα δημοσίευσε ένας φίλος στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ είδα πως θα με ενδιαφέρει το βιβλίο κι έτσι το ξεκίνησα.

Όμως δεν θα παρουσιάσω το βιβλίο σήμερα -άλλωστε ακόμα βρίσκομαι στην αρχή του πρώτου τόμου (πάντως δεν έχει διαψεύσει ως τώρα τις προσδοκίες μου). Απλώς, θα πάρω την αφορμή από μια φράση του, να γράψω ένα σύντομο αρθράκι για μια λέξη ξεχασμένη σήμερα.

Σε κάποιο σημείο, λοιπόν, η Ροζίτα Σώκου περιγράφει μιαν υπέρπλουτη Σμυρνιά θεία της, από τη μεριά της μητέρας της, η οποία, πριν από το 1922 βέβαια, είχε πει στους ελλαδίτες συγγενείς της:

«Εσείς εδώ», είπε με άπειρη περιφρόνηση, «προικίζετε τα κορίτσια με σπίτια; Εμείς στη Σμύρνη, στην Στάσα μας δώσαμε δυο ντουρσέκια και τρεις μαχαλάδες. …»

Βέβαια η Στάσα έπαιρνε απόγονο του θρόνου του Παλαιολόγου (ποιος ξέρει τι απατεώνας θα ήταν) οπότε θ’ άξιζε το πανωπροίκι. Τι ήταν όμως τα ντουρσέκια; Στο βιβλίο δεν δίνεται εξήγηση, αλλά νομίζω πως η λέξη θα προβληματίσει τους περισσότερους σημερινούς αναγνώστες (όσοι την ξέρουν, ας το δηλώσουν στα σχόλια).

Τη λέξη την ήξερα επειδή την είχα συμπεριλάβει παλιότερα στις «Λέξεις που χάνονται«, απ’ όπου θα πάρω πολλά από αυτά που ακολουθούν.

ντερσέκι

Μια λέξη με πάμπολλους εναλλακτικούς τύπους, το ντερσέκι θα το βρείτε και ως ντιρσέκι, ντουρσέκι, ντρισέκι, τρισέκι, τερσέκι! Είναι η γωνία του δρόμου, το σταυροδρόμι, και συνεκδοχικά έχει πάρει τη σημασία «σοκάκι». Ντερσέκι λεγόταν επίσης ο γωνιωτός σωλήνας στις θερμάστρες. Δάνειο από το τουρκικό dirsek, που θα πει «αγκώνας, καμπή (π.χ. ποταμού)».

Στον θρυλικό Μπαταριά του Μαλακάση, τα ντερσέκια σημαίνουν σαφώς ‘σοκάκια’: «παίρναν το δρόμο του γιαλού, οι απανωπαζαρίτες, κι οι κάτω τα ντερσέκια τα στενά». Επομένως σφάλλει ο επιμελητής του σχολικού βιβλίου, που υποσημειώνει τη λέξη και την εξηγεί «γωνιά του δρόμου». Πρέπει να διορθωθεί η υποσημείωση σε «σοκάκι».

Τη λέξη τη βρίσκουμε και στο τραγούδι «Η κόρη του Πασά» (Ξαρχάκος-Γκάτσος) με τον Ξυλούρη: «Κάτω στα ντερσέκια τα παλιά / βλέπει να περνάει μια κοπελιά».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μικρά Ασία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 138 Σχόλια »