Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Χρονογραφήματα’ Category

Αστυνομικά, 265 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη (1939-1957)

Posted by sarant στο 8 Δεκέμβριος, 2017

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρχείο, σε δική μου επιμέλεια, ένας τόμος με 265 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχει τον τίτλο «Αστυνομικά». Όπως αφήνει να εννοηθεί ο τίτλος, πρόκειται για χρονογραφήματα που έχουν ως αντικείμενο τις μεγάλες και (κυρίως) τις μικρές ειδήσεις του αστυνομικού δελτίου: από γεγονότα που συντάραξαν την κοινή γνώμη και έγιναν πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες έως ειδησάρια για μικροπεριστατικά που δεν αξιώθηκαν παραπάνω από ένα μικρό μονόστηλο σε μια γωνία της τελευταίας σελίδας.

Να θυμίσω ότι από τις ίδιες εκδόσεις έχω παρουσιάσει δύο άλλους τόμους με δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη: τα Γράμματα από το Παρίσι και το Τι είδα εις  την Ρωσσίαν των Σοβιέτ και στη συνέχεια έναν πρώτο τόμο με χρονογραφήματα για την Αθήνα και την Αττική, τα «Αττικά», που κυκλοφόρησε πέρυσι τέτοιον καιρό. Σκοπός μας είναι, όσο αντέχουμε, να βγάλουμε κι άλλους τόμους με χρονογραφήματα του Βάρναλη, όπως Ταβέρνα και καφενείο, Τα δυο φύλα, Γλωσσικά και φιλολογικά.

Τα χρονογραφήματα που περιλαμβάνονται στον τόμο δημοσιεύτηκαν σε τέσσερις εφημερίδες της Αθήνας από το 1939 έως το 1957, τις εξής:

Πρωία, 1939-1944
Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1950-1953
Προοδευτική Αλλαγή 1953
Αυγή 1953-1957

Η μερίδα του λέοντος των χρονογραφημάτων του τόμου (σχεδόν τα δύο τρίτα) ανήκουν στη μεσαία περίοδο, στα σχεδόν τριάμισι χρόνια 1950-1953. Δεν είναι παράλογο: στην Κατοχή η ειδησεογραφία είναι αποστειρωμένη και η γκάμα των επιτρεπτών θεμάτων στενή, ενώ τα χρονογραφήματα στην Αυγή έχουν πολιτικό κυρίως χαρακτήρα.

Αντίθετα, στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια της περιόδου 1950-53, τα χρονογραφήματα του Βάρναλη αντλούν συχνότατα το θέμα τους από την τελευταία σελίδα των εφημερίδων, τη σελίδα με τα κάθε λογής ειδησάρια, όπως άλλωστε το δηλώνει ρητά κι ο ίδιος:

Καθρέφτης της παντοτινής και καθημερινής «ευημερίας» της χώρας είναι η τελευταία σελίδα των εφημερίδων. Ομιλώ για την ευημερία του λαού―των «κάτω στρωμάτων», που λένε. (…) Ομιλώ για την ευημερία των ανέργων, των αστέγων, των ανοσηλεύτων, των «αγραμμάτων» και των «ορεσιβίων»!

Και ακόμα πιο απερίφραστα, χωρίς ειρωνεία: Η τελευταία σελίδα των εφημερίδων είναι ο ηθικός καθρέφτης του πολιτισμού μας. Εκεί αναγράφονται τα συνηθισμένα εγκλήματα της προηγούμενης ημέρας. Τα συνηθισμένα, τα χιλιοειπωμένα, τα χωρίς πρωτοτυπία, τα ίδια και τα ίδια! Τα βαρετά!

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Βάρναλης, Παρουσίαση βιβλίου, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 100 Σχόλια »

Ο μοναδικός φίλος του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 19 Νοέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο βασίζεται σε ένα σύντομο σημείωμά μου στο περιοδικό Μικροφιλολογικά (τχ. 42, φθινόπωρο 2017) το οποίο σχολιάζει ένα σημείο από προηγούμενο άρθρο του Λάμπρου Βαρελά. Εδώ έχω ξαναγράψει και επεκτείνει πολύ το κείμενο.

Σε άρθρο της εφημερίδας Εμπρός με τίτλο «Πού έμενε ο Παπαδιαμάντης», που δημοσιεύτηκε στις 14.7.1911, λίγους μήνες δηλαδή μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, γίνεται λόγος για το τελευταίο ενδιαίτημα του Παπαδιαμάντη στην Αθήνα, ένα ημιυπόγειο δωμάτιο στη Δεξαμενή.

Στο άρθρο δεν αναφέρεται οδός και αριθμός, αλλά υπάρχει μια φωτογραφία του δωματίου, αυτή που βλέπετε αριστερά.

Το σύντομο άρθρο διεκτραγωδεί τη φτώχεια του Παπαδιαμάντη:

– Δέκα λεπτά ψωμί και πέντε λεπτά τυρί, άλλη μέρα πάλι έπαιρνε μια πεντάρα ψωμί και μία δεκάρα σαρδέλες τηγανιτές. Αυτό ήταν το φαγί του…

Και προσθέτει: Την πληροφορίαν μάς την δίδει ένας αχώριστος φίλος του, ο ιδιόρρυθμος τύπος της Δεξαμενής που όλοι τον φωνάζουν ‘κύριε Πρόεδρε’. Ο κύριος Πρόεδρος μας πληροφορεί επίσης ότι κάποτε εκερνούσε τον Παπαδιαμάντην κρασί και ότι κάθε Πάσχα του έκανε σπίτι του τραπέζι. Αυτά διά την ιστορίαν.

Στο άρθρο του «Το δωμάτιο του Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή» (Μικροφιλολογικά, τεύχος 41, σελ. 18) ο Λάμπρος Βαρελάς αναφέρει και άλλες πηγές στις οποίες γίνεται λόγος γι’ αυτόν τον κυρ Στέφανο. Κατ’ αρχάς, ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, σε γράμμα του από τη Σκιάθο στις 25.3.1909 προς τον Βλαχογιάννη γράφει: «Παρακαλώ, ειπέ εγκαρδίους ασπασμούς μου εις τον κυρ Στέφανον, τον Πρόεδρον. Ενθυμούμαι την φιλοξενίαν του και την μεγαλοψυχίαν και καλόκαρδον ευθυμίαν του, αυτάς τας ημέρας. Δύο Πάσχα έκαμα σπίτι του». (Και σε επόμενη επιστολή προς Βλαχογιάννη, στις 3.6.1909 ο Παπαδιαμάντης γράφει: Χαιρετίσματα και εις τον κ. Πρόεδρον).

Ο Λ. Βαρελάς αναφέρει επίσης ένα άρθρο του Κ. Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε ανώνυμα στην Πρωία στις 2.5.1937 με τίτλο «Άλλοι καιροί. Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη εις την Δεξαμενήν», όπου επίσης γίνεται λόγος για τον κυρ Στέφανο, τον Πρόεδρο.

Προσθέτω ότι ο κυρ Στέφανος εμφανίζεται σε ένα από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα Τραγούδια του Θεού, όπου μαθαίνουμε και το αρχικό γράμμα του επωνύμου του, που ήταν Μ., αν τουλάχιστον πιστέψουμε τον Παπαδιαμάντη (και γιατί να μην τον πιστέψουμε). Το διήγημα αυτό το έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο με αφορμή τη δεύτερη αθηναϊκή οικογένεια με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις ο Παπαδιαμάντης, του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, που κατονομάζεται ολογράφως. Στο διήγημα δεν δίνονται πολλές πληροφορίες για τον κυρ Στέφανο, αλλά η περιγραφή της πασχαλινής ευωχίας είναι κλασική στη λογοτεχνία μας.

Έχουμε όμως την τύχη να γνωρίζουμε αρκετά γι’ αυτόν τον φίλο του Παπαδιαμάντη κυρίως μέσα από τα γραφτά του Κώστα Βάρναλη. Ειδικά στις αναμνήσεις που δημοσίευσε το 1935 στον Ανεξάρτητο, τις οποίες εξέδωσε ο Κώστας Παπαγεωργίου (Κέδρος 1981) με τον τίτλο Φιλολογικά απομνημονεύματα, ο Βάρναλης αφιερώνει πάνω από δύο σελίδες βιβλίου (σ. 78-80) στον κυρ Στέφανο, στο κεφάλαιο «Η φιλολογική μποέμ της Δεξαμενής». (Θα παραθέσω το πλήρες κείμενο πιο κάτω, εδώ δίνω μια περίληψη όπως τη δημοσίευσα στο περιοδικό, που είχε περιορισμένο χώρο).

Από εκεί μαθαίνουμε ότι ο κυρ Στέφανος ήταν παλαιότερα αμαξάς στο επάγγελμα, και μάλιστα πρόεδρος του σωματείου των αμαξηλατών. Όταν γέρασε άφησε το αμάξι στον γιο του αλλά κράτησε τον τίτλο του προέδρου και το καμάρι πως είχε μεταφέρει με το αμάξι του όλες τις διασημότητες της εποχής και πως είχε δει τον κόσμο «δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το κοινό πλήθος των πεζών». Έμενε στην οδό Σπευσίππου και από τότε που σταμάτησε να δουλεύει σπανιότατα κατέβαινε στο κέντρο της Αθήνας, αν και είχε ταξιδέψει στο Παρίσι όπου ζούσε ο άλλος γιος του. Ήταν «το στοιχειό της Δεξαμενής» ή αλλιώς ο «Πρόεδρος της Δεξαμενής». Είχε παιδιάστικα γαλανά μάτια, ήταν κουρεμένος σύρριζα,  υπέφερε από ρευματισμούς και γι’ αυτό φορούσε χειμώνα-καλοκαίρι γκέτες, και του άρεσε να μιλάει με ελληνικούρες, διαστρέφοντας τις λέξεις (π.χ. νάπτες). Όταν έμαθε τον θάνατο του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, ο κυρ Στέφανος θυμόσοφα αποφάνθηκε πως ο φίλος του «γλίτωσε από την κακοχυμία του κόσμου τούτου».

Ολοφάνερα ο Βάρναλης γνωριζόταν καλά με τον κυρ Στέφανο και όχι μόνο μέσω του Παπαδιαμάντη. Τον αναφέρει αρκετές φορές σε χρονογραφήματά του· ο κυρ Στέφανος συμπρωταγωνιστεί μαζί με τον Παπαδιαμάντη στο χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη» (Πρωία 23.5.1943) αλλά μνημονεύεται επίσης ανεξάρτητα από τον Σκιαθίτη τουλάχιστον σε άλλα τέσσερα χρονογραφήματα, δυο φορές όταν γίνεται λόγος για άμαξες και αμαξάδες («Περασμένα μεγαλεία», Πρωία 17.5.1941· «Ποδάρια και τροχοί», Προοδ. Φιλελεύθερος 27.5.1950), μια φορά («Καλώς όρισες!», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.5.1950) όταν ο Βάρναλης παρεμπιπτόντως αναφέρει πως ο κυρ Στέφανος συνήθιζε να λέει για «ραβδαία βροχή» (αντί ραγδαία) και άλλη μια φορά («Απησχόλει…», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.8.1950) όπου ο Βάρναλης γράφει:

Τι λέει η Γραφή, όπως την ερμήνευε ο κυρ Στέφανος της Δεξαμενής; «Μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα», γιατί θα σε καβαλικέψει. Και μια και θυμηθήκαμε τον κυρ Στέφανο ας αναφέρουμε κι έναν από τους πολλούς θυμοσοφικούς αφορισμούς του: «Αυτός ο κόσμος είναι Δούναβης και Λαβύρινθος» δηλ. δούναι και λαβείν. Με τη διαφορά, πως πάντοτε το λαβείν πρέπει να είναι περισσότερο από το δούναι.

Ο Βάρναλης τον αποκαλεί μοναδικό φίλο του Παπαδιαμάντη, τον μόνο άνθρωπο που είχε το προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει. Να σημειωθεί επίσης και μια άλλη μικροφιλολογική λεπτομέρεια: το άρθρο του Βάρναλη στην Πρωία, που αναφέρει ο Λάμπρος Βαρελάς, το οποίο αργότερα ο Βάρναλης το ενέταξε, με κάποιες αλλαγές, στο βιβλίο του «Άνθρωποι», είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο: είναι το πρώτο της πολύχρονης και γόνιμης συνεργασίας του ποιητή με την εφημερίδα αυτή. Ανυπόγραφο βέβαια, εξαιτίας της δικτατορίας του Μεταξά, όπως και ανυπόγραφη ή ψευδώνυμη ήταν όλη η συνεργασία του Βάρναλη στην Πρωία ως τον Οκτώβριο του 1940.

Για να θυμηθούμε λοιπόν τον Παπαδιαμάντη και να γνωρίσουμε τον μοναδικό του φίλο, τον κυρ-Στέφανο, τον Πρόεδρο της Δεξαμενής, παραθέτω όσα έγραψε ο Βάρναλης το 1935 (σήμερα στα Φιλολογικά απομνημονεύματα):

Παπαδιαμάντης και Κονδυλάκης

Στη Δεξαμενή κυριαρχούσανε τότες και μας προκαλούσανε το σεβασμό οι άριστοι του πεζού και του ποιητικού λόγου της Ελλάδος. Ό Βλαχογιάννης με το μαύρο του μουστάκι (τότες), τη συν­οφρυωμένη του σοβαρότητα και ολιγολογία· ο Μαλακάσης ωραίος κι ευγενικός και υπερόπτης και… ονειροπαρμένος· ο Κονδυλάκης (λιγάκι αργότερα) μάς ήρθε με τα γαλανά του μάτια, την ανημποριά του να… κυβερνήσει τα πόδια του όταν περπατούσε, το αστρα­φτερό του πνεύμα και την απέραντη καλοσύνη του και εντιμότητα, που προσπαθούσε να τις κρύψει και τις δυο του αυτές αρετές σα να ήτανε η άδύνατη πλευρά του, κάνοντας αδέξια τον άγριο, τον κακό και το… μάγκα. Και κει στην άκρη, απομονωμένος απάνου σε μια καρέκλα, προσπαθώντας να πιάνει όσο μπορούσε λιγότερο τόπο στη ζωή, ο Παπαδιαμάντης με την αγιογραφική του γενειάδα και με γυρμένο το  κεφάλι στον αριστερό του ώμο, δειλός και αποφεύγοντας τις γνωριμίες και τις παρέες και μη κοιτάζοντας ποτέ τούς άλλους στα μάτια, βυθιζότανε στη μυστική ενατένιση των αγγελικών του οραμάτων.

Όλοι σεβόντανε τη μόνωσή του, τη δυστυχία του και το  μεγάλο του ταλέντο. Και κανένας δεν τον ανησυχούσε. Ένας μονάχα άνθρωπος είχε το  προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει, οποτε ήθελε. ο πρόεδρος της Δεξαμενής, ο κυρ Στέφανος με τα παιδιάτικα γαλανά του μάτια, το  κουρεμένο σύρριζα κρανίο του, τα ποδήματα, που τα φορούσε μέσα από τα μπατζάκια του  πανταλονιού του χειμώνα – καλοκαίρι, με τη φιλοσοφική του απαισιοδοξία και το  ευγε­νικό κοίταγμα της ματαιότητας των άνθρώπων — και πιο πολύ με τη μανία του να διαστρέφει τη γραμματική της ελληνικής γλώσ­σας. Ο κυρ Στέφανος τον έπαιρνε τον Παπαδιαμάντη κάθε Πάσχα στο σπίτι του και του έκανε το τραπέζι. Κι ο Παπαδιαμάντης, ο κυρ Αλέξανδρος, όπως τον έλεγε ο πρόεδρος, για ν’ αρχίσει το  φαγί του, έπρεπε να πιει πρώτα μια κούπα κρασί. Την έπαιρνε με τις δυο του φούχτες, που τρέμανε σα να κρατούσε τα άγια των αγίων και την άδειαζε ολάκερη. «Ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και αφρός…», λέγει σε κάποιο του διήγημα. Και τώρα πείτε μου, αν άλλος ‘Έλληνας ποιητής αντίκρισε ποτές με τέτοιο βαθύ και λυρικό καημό το  κρασί, — «το άρωμα, την πτήσιν και τον αφρόν!». Η φήμη έλεγε πώς ήτανε αλκοολικός.

 

Οι νέοι ποιηταί και το σεληνόφως

Ο κυρ Στέφανος ήτανε αμαξάς στην εποχή των… γάμων του  διαδόχου. Και πρόεδρος του  σωματείου των αμαξηλατών. Είχε ένα ωραίο αμάξι με δυο άλογα και στάθμευε μπροστά στη «Μεγάλη Βρετανία». Είχε γνωρίσει και μεταφέρει με τ’ αμάξι του όλες τις επισημότητες του  παλιού καιρού κι είχε ιδεί τον κόσμο, όπως καυ­χιότανε μοναχός του, δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το  κοινό πλήθος των πεζών ανθρώπων. Έτσι έπισκοπώντας «αφ’ υψηλού» τη ζωή είχε γνωρίσει καλύτερα απ’ όλους το βαθύτερο νόημά της, τη ματαιότητα. Κι όταν γερασμένος πιά παραχώρησε το… θρόνο του  αμαξιού στο γιο του, ήρθε κι «εγκατέστησε» στη Δεξαμενή, κάτου από τα πεύκα του καφενείου του κυρ Γιάννη, τα εβδομήντα του χρόνια, τούς ρευματισμούς του (γι’ αυτό φορούσε ποδήματα χειμώνα καλοκαίρι), την απαισιοδοξία του, την αγαθότητά του και τον τίτλο του προέδρου.

Ήτανε το  στοιχειό της Δεξαμενής. Μέσα σε τριάντα χρόνια κι απάνου δεν κατέβηκε στην πόλη παρά μια-δυο φορές. Αφού το  πρωί έπλενε τ’ αμάξι στην αυλή του  σπιτιού του (οδός Σπευσίππου) ανέ­βαινε κατά τις δέκα στο καφενείο με το  χοντρό του μπαστούνι, έπαιρνε βόλτες και στεκότανε μπροστά στα τραπεζάκια των γνω­στών του πελατών του  καφενείου στηριγμένος στο μπαστούνι του και πάντα «είχε τον λόγον».

 

Η φιλοσοφία του κυρ Στέφανου

Το βράδυ, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει, ο κυρ Στέφανος χτυπώντας το μπαστούνι του στα χαλίκια κατηφόριζε για την πλατεία του Κολωνακιού. Πήγαινε στο φαρμακείο του  Γεωργιάδη κι εκεί, όπως ήτανε μαζεμένοι γιατροί και γειτόνοι «τούς τα έψελνε» ένα χεράκι:

— Είστε ψεύτες ούλοι σας. Παραδομανία και γυναικομανία — κι ύστερα τα σκουλήκια της γής. Κι οι παπάδες πρωί-βράδυ το  χαβά τους: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον και άφες» (δώσε μας, Θεέ, να φάμε κι άσε μας ήσυχους, μη μάς σκοτίζεις!).

Αγράμματος όπως ήτανε, άκουε κι εξηγούσε, όπως αυτός ήθελε, τα διάφορα εκκλησιαστικά ρητά. το  «νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα» το άκουε και το συμπλήρωνε έτσι: «μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, γιατί θα σε καβαλικέψει!».

Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα. Τους «ναύ­τες» τούς έκανε… «νάπτες», τη «Δευτέρα»… «Δεπτέρα», το  «βρέχει ραγδαία»… «βρέχει ραβδαία», το  «μηδέν» «μεδέν», την «πλατεία των Ανακτόρων» «πλατεία των Ανάχθορ» κ.τ.λ.

Καταλαβαίνει κανείς, πως γι’ αυτές του τις ιδιορρυθμίες όλοι τον κάνανε γούστο και τον προκαλούσανε να λέγει. Μα και κανένας δεν του  φερνότανε άσκημα. Γιατί έξω από την ηλικία του και την αγα­θότητά του, ήτανε πολύ αξιοπρεπής. Δεν δεχόταν από κανένανε το  παραμικρό κέρασμα.

Κάποτε είχε πάγει στο Παρίσι να ιδεί έναν από τους γιους του, που ήταν εγκατεστημένος εκεί. Από το Παρίσι έστειλε μια κάρτα στον κυρ Γιάννη. Στην κάρτα αυτήν είχε γράψει μια σειρά θαυμαστικά κι άλλη μια σειρά μηδενικά κι από κάτου: «μεδέν ο κόσμος». Αυτή ήτανε η εντύπωση του  κυρ Στέφανου (πού είχε ιδωμένο τον κόσμο από δυο μέτρα ψηλότερα παρ’ όλοι οι άλλοι θνητοί) από την κοσμούπολη του  φωτός, της ομορφιάς και του  γλεντιού.

Όταν ήρθε ή είδηση στο καφενείο, πώς πέθανε ο Παπαδιαμάντης στη Σκιάθο, ο πρόεδρος, σαν άνθρωπος που περιμένει πολύ χειρότερα πράγματα σ’ αυτήν την κοιλάδα του Κλαυθμώνος περιορίστηκε να πει:

— Γλίτωσε από την… κακοχυμία του κόσμου τούτου!

Σημείωση: Η φράση «Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα» είναι τυπωμένη στο βιβλίο χωρίς το ΧΧΧ, δηλαδή «Είχε τη μανία να μιλάει τις λέξεις και τα ονόματα». Με βάση και τα συμφραζόμενα, είναι σίγουρο πως λείπει τουλάχιστον μία λέξη (π.χ. «διαστρέφοντας» ή «παραμορφώνοντας») ενώ θα μπορούσε να λείπει και ολόκληρη αράδα (π.χ. «παραμορφώνοντας με πολύ πρωτότυπο τρόπο»). Δεν εχω πρόσβαση στη δημοσίευση στην εφημερίδα κι έτσι δεν ξέρω αν έτσι δημοσιεύτηκε εξαρχής.

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Μικροφιλολογικά, Παπαδιαμάντης, Φιλολογία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 79 Σχόλια »

Σειρήνες και καταφύγια

Posted by sarant στο 4 Οκτώβριος, 2017

Χτες το πρωί ακούστηκαν σε όλη την Αθήνα οι σειρήνες της άσκησης, που όλοι ευχόμαστε να μην ακουστούν ποτέ στα σοβαρά, οπότε βρήκα αφορμή να λεξιλογήσω σήμερα γι’ αυτές, παίρνοντας κι έμπνευση από μιαν ανάρτηση του φίλου Φίλιππου Κοεράντ.

Ακούσαμε σειρήνες λοιπόν, μια λέξη  που φυσικά παραπέμπει στον Όμηρο και στην Οδύσσεια. Τις Σειρήνες της Οδύσσειας τις ξέρουμε όλοι: ήταν πλάσματα με κεφάλι ή και σώμα γυναικείο αλλά με φτερά πουλιού και με γοητευτική φωνή, που μάγευαν τα περαστικά πλοία με το γλυκό τραγούδι τους και τα παράσερναν στο χαμό (ἀλλά τε Σειρῆνες λιγυρῇ θέλγουσιν ἀοιδῇ, μ44: τον θέλγουν οι Σειρήνες με το οξύφωνο τραγούδι τους, στη μετάφραση του Μαρωνίτη).

Δασκαλεμένος από την Κίρκη, ο Οδυσσέας τις απέφυγε –η ιστορία υπάρχει στο μ της Οδύσσειας και οι μεταγενέστεροι πρόσθεσαν άφθονες λεπτομέρειες. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως siren και sirena στα λαϊκά λατινικά, και από εκεί στα γαλλικά, ως sirène, όπου παίρνει και τη μεταφορική σημασία του σαγηνευτικού τραγουδιού, ενώ χρησιμοποιείται και στη ζωολογία για διάφορα αμφίβια.

Πρώτα το 1819 ο Cagnard de la Tour δίνει την ονομασία syrène σε μια συσκευή που είχε κατασκευάσει, η οποία εξέπεμπε ήχους μεταβλητού ύψους· την ονόμασε έτσι επειδή εξέπεμπε ήχους μέσα στο νερό. Το 1888 καταγράφεται η λέξη για συσκευή που βγάζει δυνατά ηχητικά σήματα και αρχικά καταγράφεται σε χρήση στα πλοία στα λιμάνια και μετά για κάθε είδους ηχητικό σήμα συναγερμού ή ειδοποίησης. Έτσι, από το γοητευτικό (αλλά ολέθριο) τραγούδι φτάνουμε στην απαίσια (αλλά σωτήρια ενίοτε) στριγγλιά που αναγγέλλει βομβαρδισμούς ή καταστάσεις έκτακτες.

Να πούμε ακόμα ότι η ετυμολογία της λ. Σειρήν είναι αβέβαιη· έχει προταθεί η σύνδεση με τη λ. σειρά (σχοινί), άρα Σειρήνες θα ήταν μεταφορικά εκείνες που έδεναν. Αλλά αυτή είναι μία μόνο εξήγηση από τις πολλές. Και σχέση με τον Σείριο έχει προταθεί. Μπορεί να είναι και δάνειο. Βαθιά νερά δηλαδή.

Οι μυθολογικές Σειρήνες έχουν πλουτίσει τη φρασεολογία μας με τη χαλαρή (όχι εντελώς παγιωμένη) φράση «κλείστε τα αυτιά σας στις Σειρήνες», δηλαδή μην παρασύρεστε από οτιδήποτε παραπλανά με τρόπο γοητευτικό. Ο Οδυσσέας πράγματι έκλεισε τα αυτιά των συντρόφων του με κερί, για να κωπηλατούν απερίσπαστοι, ο ίδιος όμως δέθηκε στο κατάρτι και παράγγειλε στους συντρόφους να μην τον λύσουν όσο κι αν τους εκλιπαρούσε -κι έτσι απόλαυσε με προφύλαξη την επικίνδυνη απόλαυση. Είπαμε, τον είχε δασκαλέψει η Κίρκη. Καμιά φορά λέγεται μεταφορικά ότι «σαν τον Οδυσσέα κλείσαμε τα αυτιά μας στις Σειρήνες», θυσιάζοντας τη μυθολογικήν ακρίβεια στη σφιχτάδα της διατύπωσης. Αυτό, αν το πει ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένδειξη αμορφωσιάς, ενώ αν το πει π.χ. ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι φυσικά απολύτως αποδεκτό και δόκιμο.

Με τις χτεσινές σειρήνες, ο φίλος Φίλιππος Κοεράντ δημοσίευσε στο Φέισμπουκ το εξής σχόλιο:

Με τις σειρήνες που ακούγονται σήμερα σε όλη τη χώρα «στο πλαίσιο άσκησης» σκέφτηκα πως δεν θα είναι εντελώς αχρείαστη η αναφορά στον Κωνσταντίνο Κυρίμη.

Για κάθε εκκεντρική δραστηριότητα υπάρχει πάντα ένας αφοσιωμένος ερευνητής που την δραστηριότητα την κάνει σκοπό ζωής. O Κυρίμης χαρτογραφεί και καταγράφει όλα τα καταφύγια στις ελληνικές πόλεις και τη δουλειά του την έχει εκδώσει σε βιβλία με εντελώς μετρημένο τιράζ. Ό,τι καταφύγιο υπάρχει σε πολυκατοικίες στην Ελλάδα έγινε επί Μεταξά, με υποχρεωτική διάταξη στον κανονισμό ανέγερσης νέων οικιών/πολυκατοικιών. Ο δικτάτορας, που είχε στρατιωτική παιδεία με σπουδές στη Γερμανία πριν τον μεσοπόλεμο, γνώριζε ή διαισθανόταν πως η εξέλιξη των πολέμων θα είναι οι επιχειρήσεις από αέρος.

Στην Αττική κυρίως, υπάρχει και μια άγνωστη υπόγεια μυστική Αττική, αστική. Ο ανυποψίαστος περαστικός δεν θα αναγνωρίσει τα ίχνη, ο έμπειρος ναι, είναι η κατασκευή μιας τρύπας που δείχνει σαν υπόνομος αλλά δεν είναι, η διάταξη στα πλακάκια του πεζοδρομίου, τέτοια αόρατα σημάδια. Στις παραδοσιακές κεντρικές περιοχές της Αθήνας (Κυψέλη, Εξάρχεια, Κολωνάκι) οι παλιές πολυκατοικίες διαθέτουν καταφύγια. Πάντα οι ένοικοι και οι διαχειριστές αγνοούν πως έχουν από κάτω εγκαταλελειμένο καταφύγιο (που προφανώς έχει στοιχειώσει και είναι άχρηστο στην πράξη) αλλά εκείνος, πάει, ακούραστος και ψάχνει με μάσκες, στα σκοτάδια και καταγράφει και φωτογραφίζει. Ζητάει την άδεια από τους ενοίκους, πάντα τον αντιμετωπίζουν σαν διαρρήκτη (στην Κυψέλη σε μια περίπτωση νόμιζαν πως θα σκάψει τούνελ για την γειτονική τράπεζα και δεν του επέτρεψαν) ενώ σε πολλές περιπτώσεις σαν κυνηγό θησαυρού «ό,τι βρεις από χρυσές λίρες φίλε, μισά μισά». Ο μισός χρόνος που αφιερώνει είναι να πείσει να του δώσουν την άδεια να κατεβεί.

Δεν είναι χόμπι εύκολο, ούτε ακίνδυνο, ούτε για αναψυχή, ούτε για περιέργους χτεσινούς που βρήκαν νέα ασχολία και θέλουν να γίνουν Ιντιάνα Τζόουνς. Και για αυτό το λόγο ο Κυρίμης αποφεύγει να εκφράζεται δημόσια με λόγο συναρπαστικό για ό,τι βλέπει, για να μην παρασύρει νεοφώτιστους. Απαιτείται επίσης επιστημονική προεργασία, ειδική γνώση καθώς και εξαντλητικά μέτρα ασφαλείας. Μάσκες για τον ελλειπή αερισμό και τις δηλητηριώδεις οσμές σήψης, κράνη για προστασία από πιθανές καταρρεύσεις, βοηθός που επικοινωνεί από την επιφάνεια της γης για να καλέσει βοήθεια αν υπάρξει κάτι απρόοπτο, ακόμα και προστασία από τα τσιμπήματα μυστηριωδών εντόμων, αρουραίων και ερπετών που ζουν εκεί κρυπτικά.

Κάποια καταφύγια διατηρούνται σε εντυπωσιακά καλή κατάσταση, διαχέεται φως από την επιφάνεια και είναι σαν να κατασκευάστηκαν χτες, αλλά τα περισσότερα είναι πλέον σαν σπηλιές απροσπέλαστες μέσα σε ένα απόκοσμο περιβάλλον.

Όμως η γη μιλάει, και το αποτέλεσμα, αυτόν που το έχει αποφασίσει, τον αποζημιώνει.

Τον Κωνσταντίνο Κυρίμη δεν τον ήξερα, ούτε τα βιβλία του, αν και γκουγκλίζοντας μπορείτε να βρείτε πολλά για τις έρευνές του. Ωστόσο, ήξερα για τα καταφύγια στις παλιές αθηναϊκές πολυκατοικίες, εκείνες που χτίστηκαν τα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο. Φυσικά, όταν ήρθε η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν τα καταφύγια, στον πόλεμο εννοώ, επιστρατεύθηκαν όχι μόνο όσα είχαν κατασκευαστεί επί τούτου, αλλά και όσα υπόγεια υπήρχαν (και ήταν πάρα πολλά) στις μονοκατοικίες.

Όταν δούλευα τα Αττικά, τον τόμο με τα χρονογραφήματα του Βάρναλη, συνάντησα (και συμπεριέλαβα στον τόμο) και μερικές αναφορές στα αθηναϊκά καταφύγια. Όχι πολλές, διότι το πρώτο τρίμηνο του 1941 ο Βάρναλης αντί για χρονογραφήματα έγραφε ιστορικές επιφυλλίδες για τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, τους οποίους φρόντιζε, συμμετέχοντας στην πολεμική προσπάθεια, να ζωγραφίζει με μελανά χρώματα. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1941 αφιέρωσε χρονογράφημά του στα καταφύγια:

 

Καταφύγια
(Πρωία, 11 Απριλίου 1941)

Τα καταφύγια –όσο κι αν είναι υπόγεια σκοτεινά και πολλές φορές υγρά, γιατί δεν φτάνει έως εκεί ο ήλιος –αποτελούν «τόπον αναψυχής»! Είναι μια ποικιλία, ένα ξεμούδιασμα κι ένα κουράγιο. Μέσα εκεί θα βρει κανείς πολλούς αγνώστους, αλλά και μερικούς γνωστούς. Τύποι περίεργοι, αλλά και τύποι κοινοί μπαίνουν ήσυχα-ήσυχα σαν στο σπίτι τους· πιάνουν μια κάσα ή κανένα πάγκο, αν υπάρχουν τέτοιες πολυτέλειες, και κάθονται. Οι περισσότεροι όμως πιάνουν ένα κομμάτι τοίχο, ακουμπούν απάνω και στέκονται ασάλευτοι ή βγάζουν την εφημερίδα τους και βυθίζονται στο διάβασμά της, για να περνά η ώρα. Μερικές κυρίες ή κορίτσια βγάζουν από την σάκα τους μια φανέλα και πλέκουν ή κανένα μυθιστόρημα και δημιουργούν το ευχάριστο «άλλοθι» στη χώρα της Φαντασίας και των Οραμάτων.

Κανένας δεν καπνίζει, ούτε συζητεί. Απαγορεύεται. Μιλούνε σιγά αναμεταξύ τους, λες και προσέχουν μην ξυπνήσουν τις μπόμπες. Στους τοίχους και στα ανώφλια των εισόδων υπάρχουν πινακίδες: «Απαγορεύεται το κάπνισμα, ως και αι συζητήσεις».

–Τι συντακτικό λάθος έχει αυτή η επιγραφή; ρωτά χαμηλόφωνα ο δάσκαλος (δεν μπορεί να είναι τίποτες άλλο!) το φίλο του.

–«Απαγορεύεται… αι συζητήσεις». Έπρεπε να πει «απαγορεύεται το κάπνισμα και αι συζητήσεις».

–Αλλά τι… συζητάτε, λέγει ένας διπλανός, αφού απαγορεύεται;

Τα μικρά παιδάκια σ’ αυτές τις «κοσμικές συγκεντρώσεις» –και τις λέγω κοσμικές, γιατί όλοι στο μισοσκόταδο φέρνονται με τακτ αναμεταξύ τους –δίνουνε τον τρυφερό τόνο της αθωότητός τους. Φαίνονται πως δεν πολυκαταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται. Κρατιούνται από την ποδιά της μάνας τους. Αλλά η παιδική ευκινησία δεν τ’ αφήνει να μείνουνε πολλή ώρα καρφωμένα σ’ ένα μέρος. Ξεφεύγουνε και πάνε και στο γείτονα:

–Γιάννη με λένε!

Συσταίνεται μοναχός του ο μικρούλης, χωρίς να τον ρωτήσεις. Ένας άλλος έχει κατέβει με το… ποδηλατάκι του· και τα κοριτσάκια με την κούκλα τους ή με την αρκούδα τους. Όλη η ζωή του σύμπαντος, όλο το δράμα της σημερινής ανθρωπότητας, αλλά κι όλη η ελπίδα και η αμεριμνησία του μέλλοντος βρίσκονται εδώ σε μικρογραφία.

Κάθε πολίτης, αρσενικός ή θηλυκός, μικρός ή μεγάλος, έχει τα γνωστά του καταφύγια. Ξέρει κυρίως ποια είναι τα κοντινότερα καταφύγια στο σπίτι του, στο γραφείο του, στο καφενείο που πάει ή στο ρεστοράν που τρώγει. Αυτά τα καταφύγια τα θεωρεί ιδιοκτησία του. Όταν βαρέσει συναγερμός. «δεν καταλαμβάνεται εξ απροόπτου». Ξέρει πού θα πάει. Και πάει ήσυχα και καμαρωτός. Εκεί όχι μονάχα δεν θα πλήξει, γιατί θα συναντήσει τους γνωστούς του ή φίλους του του κάθε καταφυγίου, παρά και θα χαζέψει ή θα κουβεντιάσει και θ’ αλλάξει λιγάκι «αέρα», δηλ. τη μονοτονία της καθημερινής ρουτίνας. Κι όταν η σειρήνα βαρέσει διάλυση, κανένας δε βιάζεται να βγει έξω. Αργοκίνητο ποτάμι ο κόσμος όλων των ηλικιών προχωρούνε προς την έξοδο αργά κι επίσημα σαν άνθρωποι που βγαίνουν από το σπίτι τους. Γιατί όλοι οι «καταφυγιώτες» έχουνε το συναίσθημα πως το καταφύγιο είναι σπίτι τους.

Έξω όμως από τα γνωστά και τα άγνωστα μόνιμα καταφύγια, υπάρχουνε και μερικά της… ευκαιρίας. Χθες τη νύχτα π.χ. μια παρέα που βρέθηκε στην πλατεία των Πευκακίων και ζητούσε καταφύγιο, είδε ένα υπόγειο με μαρμαρένια σκαλιά και μερικά κοριτσόπουλα στην πόρτα, που κοιτάζανε τον ουρανό.

–Επιτρέπεται;

–Περάστε.

Κι η παρέα κατέβηκε τα σκαλιά. Δεν ήτανε καταφύγιο, αλλά μπορούσε να παίξει το ρόλο «ερζάτς» καταφυγίου: μια βιβλιοθήκη, καρέκλες, τραπέζι, λουλούδια κλπ. κι ένας αέρας νεανικής δροσιάς και νοικοκυροσύνης. Τα κοριτσόπουλα των διπλανών σπιτιών που είχανε κι αυτά καταφύγει στη γνωστή τους αυτήν οικογένεια, με τις μπούκλες τους και τα καλτσάκια τους, βγαίνανε στην πόρτα, κοιτάζανε τον ουρανό, ξαναγυρίζανε και μιλούσανε ψιθυριστά. Ο γέρος της παρέας, που, φαίνεται είχε πιει λιγάκι, ακούμπησε τον αγκώνα στο τραπέζι και στήριξε το άσπρο του κεφάλι στην παλάμη. Κι ενώ έξω ο απειλητικός βόμβος των αεροπλάνων αλώνιζε τον ουρανό κάτου από το φεγγάρι κι έφτανε ως το υπόγειο,  ακούστηκε ξαφνικά ένα μακάριο ρουχαλητό στα βάθη της γης. Ο γέρος τον είχε πάρει σαν στο σπίτι του.

Η πλατεία Πευκακίων του χρονογραφήματος πρέπει να είναι στην εκκλησία Άγιος Νικόλαος στην Ασκληπιού -εκείνη η περιοχή λέγεται Πευκάκια.

Αλλά ο Βάρναλης και σε επόμενο χρονογράφημά του, ένα από τα τελευταία πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα, αφού δημοσιεύτηκε στις 25 Απριλίου, κάνει πάλι αναφορά στα παιδιά και τις αντιδράσεις τους σε σχέση με σειρήνες και καταφύγια:

Αλλά ποιος θα το έλεγε πως και αυτά τα μικρά παιδάκια θα είχανε κι αυτά προσαρμοσθεί στην πραγματικότητα του πολέμου και θα είχανε πάρει τα σχετικά συνήθεια; Είπαμε, αγνοούνε τον πόλεμο και δεν θέλουνε να τον ξέρουν. Όμως άμα ακούσουνε τη σειρήνα, αφήνουνε τα παιγνίδια τους και τις φωνές τους στο δρόμο και τρέχουνε στα σπίτια τους ή στα γνωστά καταφύγια. Εκεί μέσα εξακολουθούνε να παίζουνε, αν είναι μέρα. Αν είναι νύχτα, κοιμούνται ύπνο-μολύβι. Τίποτα δεν μπορεί να τα ξυπνήσει.

Αλλά ποιος θα το έλεγε, πως η μικρούλα Αριστεΐτσα, το χάρμα της γειτονιάς, με τα κατάμαυρα μαλλιά και την περήφανη κορμοστασιά, η Αριστεΐτσα των τεσσάρων χρονών, που ακόμα δεν μπορεί να πει το ρο, θα είχε τόσο συνηθίσει στον πόλεμο, ώστε να μηχανοποιήσει τις αντιδράσεις της, που φέρνει η σειρήνα του συναγερμού; Μόλις βαρέσει η σειρήνα, παίρνει στο ένα χέρι μια φέτα ψωμί, στο άλλο ένα κύπελλο νερό, και καμαρωτή και προσεχτική μη στάξει και μη βρέξει πάει στο καταφύγιό της. Η γειτονιά την ξέρει και γελά που την βλέπει να προβαίνει ιερατική και επίσημη. Γιατί ξέρει, πως το περίφημο καταφύγιό της είναι κάποιο υπόγειο σ’ ένα αντικρινό μονόπατο σπίτι.

Την εποχή εκείνη ο Βάρναλης κατοικούσε στη Δημοχάρους, πίσω από τα (τότε) Παραπήγματα. Η μικρούλα Αριστεΐτσα, τετράχρονη τότε, μπορεί να είναι σήμερα μια θαλερή ογδοντάχρονη. Δεν θα έχει πια κατάμαυρα τα μαλλιά, βέβαια. Είθε τα δικά της εγγόνια να ακούνε τις σειρήνες μόνο στις ασκήσεις!

 

 

Posted in Αθηναιογραφία, Αντιδάνεια, Βάρναλης, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Συνεργασίες, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 131 Σχόλια »

Η αθώα περιστερά (χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2017

Το σημερινό χρονογράφημα το θυμήθηκα τις προάλλες, που είχε γίνει στα σχόλια μια συζήτηση για το πώς μπορεί κανείς να μαγειρέψει περιστέρια -αφού, όπως θα δείτε, περιστρέφεται γύρω από αυτό ακριβώς το θέμα.

Όμως, μαγείρεμα περιστεριών υπό ειδικές συνθήκες -μέσα στην Κατοχή και μάλιστα μέσα στον εφιαλτικό χειμώνα του 1941-42. Το χρονογράφημα που θα παραθέσω σήμερα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 11 Ιανουαρίου του 1942.

Δεν περιλαμβάνεται στον τόμο με τα Αττικά χρονογραφήματα που εξέδωσα πέρυσι, διότι το έχω κρατήσει για άλλον τόμο, που θα ακολουθήσει, το 2018 ή το 2019 αν είμαστε γεροί, με (προσωρινό) τίτλο «Του καφενείου και της ταβέρνας». Ωστόσο δεν είναι και άγνωστο στους νεότερους αναγνώστες, αφού συμπεριλαμβάνεται στον τόμο «Φέιγ βολάν της Κατοχής» με 80 κατοχικά χρονογραφήματα του Βάρναλη που τα διάλεξε ο φίλος Γιώργος Ζεβελάκης.

Το χρονογράφημα όπως θα δείτε δεν αφήνει να φανεί η φονική πείνα του χειμώνα εκείνου -προφανώς η λογοκρισία δεν θα το επέτρεπε. Από την άλλη, μην ξεχνάμε πως για να τονωθεί το ηθικό του αναγνώστη ώστε να αντέξει τη μαυρίλα, χρειάζονταν εύθυμα κι αισιόδοξα κείμενα.

Στο ιστολόγιο δεν έχουμε δημοσιεύσει άρθρο για το περιστέρι, δηλαδή για τα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά του. Να πούμε απλώς ότι υπάρχει η έκφραση «κάνει την αθώα περιστερά» για κάποιον που παριστάνει ότι δεν έχει καμιά συμμετοχή σε κάποια επιλήψιμη πράξη, ακριβώς επειδή το περιστέρι είναι σύμβολο όχι μόνο της ειρήνης αλλά και της αθωότητας.

Η αθώα περιστερά
(Πρωία, 11.01.1942)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Ζωολογία, Κατοχή, Χρονογραφήματα, ζώα, μαγειρική | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Το νησί των μακάρων (χρονογράφημα του Βάρναλη)

Posted by sarant στο 2 Ιουλίου, 2017

Προχτές πήρα το πρωί το δελφίνι από την Αίγινα και πήγα στο Αγκίστρι. Τα δελφίνια πιάνουν στο Μεγαλοχώρι, την πρωτεύουσα του νησιού, ας πούμε. Περπάτησα τα περίπου 3 χιλιόμετρα ίσαμε τη Σκάλα, που είναι το κανονικό λιμάνι, όπου πιάνουν τα μεγάλα πλοία, τα φεριμπότ. Συνέχισα πιο πέρα και μπήκα στο πευκοδάσος, γεμάτο σκηνίτες ήδη από τα τέλη Ιουνίου· έφτασα ίσαμε την παραλία Χαλικιάδα, όπου συνήθιζα να πηγαίνω στα νιάτα μου.

Παρόλο που είναι νησί μικρό, το Αγκίστρι έχει περισσότερες ενδιαφέρουσες παραλίες από την Αίγινα. Θυμήθηκα λοιπόν ένα χρονογράφημα του Βάρναλη, που υμνεί το νησί και το χαρακτηρίζει «νησί των μακάρων» και «παράδεισο του Σαρωνικού» -ευκαιρία να το παρουσιάσω σήμερα, να δροσιστούμε από τον καύσωνα. Το έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο «Αττικά» που περιέχει 400 χρονογραφήματα του Βάρναλη με θέμα την Αθήνα και την Αττική -και, κατ’επέκταση, τα νησιά του Αργοσαρωνικού, ιδίως την Αίγινα όπου ο Βάρναλης είχε περάσει πολλά δημιουργικά καλοκαίρια.

Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στις 15 Αυγούστου 1941 στην εφημερίδα Πρωία, μέσα στην Κατοχή δηλαδή, αλλά ο Βάρναλης αναθυμιέται ευχάριστες στιγμές από παλιότερες εποχές, μάλλον από τη δεκαετία του 1920. Όπως και σε όλα τα χρονογραφήματα του τόμου, έχω μονοτονίσει το κείμενο και έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

Η φωτογραφία που διάλεξα αδικεί το καταπράσινο νησί, είναι όμως η μόνη απ’ όσες έβγαλα που δείχνει στο ίδιο πλάνο και τη Μετώπη, το νησάκι που βρίσκεται ανάμεσα Αίγινα και Αγκίστρι -αλλά πιο κοντά στο Αγκίστρι, γι’ αυτό και ο Βάρναλης το χαρακτηρίζει «προπύλαια» του Αγκιστριού.

Το νησί των μακάρων

Το Αγκίστρι είναι ο παράδεισος των νησιών του Σαρωνικού. «Πλέει» αντίκρυ στην Αίγινα, γεμάτο πεύκα από καταβολής κόσμου (γι’ αυτό οι αρχαίοι το ονομάζανε Πιτυόεσσα) και μαζί με τα βουνά της Πελοποννήσου και με την αλυσίδα ενός σωρού από ξερόνησα κλείνει τη θάλασσα ολόγυρα και τη μεταβάλλει σε λίμνη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Αίγινα, Βάρναλης, Ταξιδιωτικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 175 Σχόλια »

Μιλώντας στον Παρνασσό για τον Βάρναλη

Posted by sarant στο 22 Δεκέμβριος, 2016

Τη Δευτέρα που μας πέρασε παρουσιάστηκαν στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» τα φετινά βιβλία των εκδόσεων Αρχείο, και ανάμεσά τους τα «Αττικά», χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη σε δική μου επιμέλεια, που τα έχω ήδη παρουσιάσει εδώ.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι σας έχω μιλήσει ξανά και ξανά γι’ αυτόν τον τόμο, σε σημείο που κινδυνεύω να γίνω βαρετός. Από την άλλη, όμως, συνηθίζω τις παρεμβάσεις μου σε εκδηλώσεις, εκπομπές κτλ. να τις ανεβάζω στο ιστολόγιο, κι έπειτα στην ομιλία μου παρεθεσα αρκετά αποσπάσματα από χρονογραφήματα του Βάρναλη, οπότε μπορείτε να πάρετε ακόμα μια γεύση από το βιβλίο. Στο τέλος του άρθρου έχω και ένα λινκ σχετικό με τα Αττικά.

Η εκδήλωση στην ιστορική αίθουσα του Παρνασσού σημείωσε επιτυχία. Είχα τη χαρά να δω από κοντά κάμποσους φίλους του ιστολογίου, που με τίμησαν με την παρουσία τους, και τα είπαμε έστω και σύντομα πριν αρχίσει η εκδήλωση ή με μεγαλύτερη άνεση στον μπουφέ μετά την εκδήλωση -και με μερικούς και ακόμα πιο μετά.

parnassos

Φωτογραφία από την εκδήλωση -μπορώ να διακρίνω τουλάχιστον πέντε φίλους του ιστολογίου ενώ μερικοί ακόμα κάθονταν στις άκρες και δεν τους πήρε ο φακός

Καλησπέρα από εμένα, σας ευχαριστώ πολύ που ήρθατε σε τούτη την ιστορική για τα ελληνικά γράμματα αίθουσα για αυτή την παρουσίαση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 102 Σχόλια »

Ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας (κατά τον Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 11 Δεκέμβριος, 2016

Ποιος είναι ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας; Θα άξιζε να γίνει μια τέτοια σφυγμομέτρηση, αν και τόσο πολύ που έχει απλωθεί ο οικιστικός ιστός στο Λεκανοπέδιο είναι δύσκολο να έχει κανείς εποπτεία όλων των δρόμων -ούτε ταξιτζής τους ξέρει, κι ούτε χρειάζεται πια εδώ που τα λέμε στην εποχή του gps.

Ας το περιορίσουμε τότε, δηλαδή ας κυριολεκτήσουμε κι ας εννοήσουμε την Αθήνα με τη σημασία του δήμου Αθηναίων -ποιος λοιπόν είναι, κατά τη γνώμη σας, ο ωραιότερος δρόμος του δήμου Αθηναίων;

Δεν θα απαντήσω εγώ στο ερώτημα αυτό -θα ζητήσω τη γνώμη κάποιου άλλου, του μεγάλου μας ποιητή Κώστα Βάρναλη, ο οποίος έζησε όλη του τη ζωή, από τα 18 του χρόνια και μετά, στο κέντρο της Αθήνας -κι επειδή είχε έρθει από τη Βουλγαρία (στην οποία δεν ξαναπήγε ποτέ) και δεν είχε ούτε γενέθλιο χωριό ούτε συγγενείς στην επαρχία, έζησε συνεχώς στην Αθήνα και την Αττική -ας συμπεριλάβουμε και τα νησιά του Αργοσαρωνικού, την Αίγινα όπου παραθέριζε.

Ο Βάρναλης λοιπόν, σε ένα χρονογράφημα που έγραψε το 1941, παίνεψε κάμποσους δρόμους της Αθήνας, αλλά έναν ξεχώρισε. Την εποχή εκείνη έμενε στο Κολωνάκι, στην οδό Δημοχάρους, αλλά ο πιο αγαπημένος δρόμος του βρισκόταν αλλού, μακριά από τη γειτονιά του.

Θα μπορούσα να σας το βάλω σε κουίζ: Ποιον δρόμο της Αθήνας αγαπούσε περισσότερο ο Βάρναλης; Μπορείτε να προσπαθήσετε να μαντέψετε την απάντηση, κι ύστερα, διαβάζοντας το χρονογράφημα που θα παραθέσω πιο κάτω, να δείτε αν μαντέψατε σωστά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 188 Σχόλια »

Αττικά, 400 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη (1939-1958)

Posted by sarant στο 7 Δεκέμβριος, 2016

attikaΜόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρχείο, σε δική μου επιμέλεια, ένας τόμος με 400 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχει τον τίτλο «Αττικά». Όπως αφήνει να εννοηθεί ο τίτλος, πρόκειται για χρονογραφήματα που έχουν ως αντικείμενο την Αθήνα και την Αττική, τα τοπία και τους ανθρώπους της πόλης και την καθημερινή ζωή τους.

Να θυμίσω ότι από τις ίδιες εκδόσεις έχω παρουσιάσει δύο άλλους τόμους με δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη: τα Γράμματα από το Παρίσι και το Τι είδα εις  την Ρωσσίαν των Σοβιέτ.

Τα χρονογραφηματα που περιλαμβάνονται στα «Αττικά» δημοσιεύτηκαν σε τέσσερις εφημερίδες της Αθήνας από το 1939 έως το 1958, τις εξής:

Πρωία, 1939-1944
Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1950-1953
Προοδευτική Αλλαγή 1953
Αυγή 1953-1958

Βέβαια, ο Βάρναλης πρωταρχικά ποιητής ήταν και δίκαια καταλαμβάνει μια από τις πρώτες θέσεις στο λογοτεχνικό μας στερέωμα· ωστόσο, η συνεργασία του με τις εφημερίδες και μακρόχρονη αλλά και πολύ δημιουργική· ήταν άλλωστε και βιοποριστικά απαραίτητη: μετά την απόλυσή του για πολιτικούς λόγους από τη Μέση Εκπαίδευση, ο ποιητής βρέθηκε στην ανάγκη να κερδίζει το ψωμί του με την πένα του, δουλεύοντας πρώτα ως συνεργάτης σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες κι έπειτα με τακτική, και αργότερα καθημερινή, συνεργασία με εφημερίδες.

Οπότε, η ενασχόληση του Βάρναλη με το χρονογράφημα είναι απόρροια της ενασχόλησής του με τη δημοσιογραφία, και ο χρονογράφος Βάρναλης είναι συνέχεια του δημοσιογράφου Βάρναλη, που είναι άλλωστε και το επάγγελμα από το οποίο συνταξιοδοτήθηκε, από την Αυγή το 1958, αφού, εκτός λάθους, δεν του αναγνωρίστηκε συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την προηγούμενη δημοσιοϋπαλληλική θητεία του στην εκπαίδευση (1908-1926).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Παρουσίαση βιβλίου, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 182 Σχόλια »

Ο Κώστας Μπέζος για τον Μάρκο Βαμβακάρη

Posted by sarant στο 20 Νοέμβριος, 2016

Πριν από δυο Κυριακές είχα ανεβάσει εδώ ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, γραμμένο το 1943, που ήταν νεκρολογία του Κώστα Μπέζου, του ιδιοφυούς και πολυτάλαντου συνθέτη, σκιτσογράφου, δημοσιογράφου, τραγουδιστή και μποέμ, που πέθανε στα 38 του χρόνια μέσα στην Κατοχή.

Το χρονογράφημα εκείνο το είχε πληκτρολογήσει ο φίλος μας ο Corto, και μου το είχε στείλει μαζί με ένα άλλο κείμενο, αυτή τη φορά του ίδιου του Μπέζου, γραμμένο για τον Μάρκο Βαμβακάρη. Το κείμενο αυτό είχα πει πως θα το έβαζα κάποια άλλη φορά, οπότε σκέφτηκα να το βάλουμε σήμερα.

Το χρονογράφημα το πήρε ο Κόρτο από το περιοδικό Λαϊκό Τραγούδι όπου αναδημοσιεύτηκε το 2005 (τεύχος 11 – Απρίλιος 2005). Η πρώτη του δημοσίευση δεν ξέρουμε σε ποιο έντυπο έγινε, διότι δεν αναφερόταν στο περιοδικό. Ωστόσο, σε ένα ιστολόγιο που πρέπει να το έχει κάποιος συντελεστής του περιοδικού δημοσιεύτηκε πρόπερσι ένα σχόλιο για το άρθρο του Μπέζου μαζί με φωτογραφία του αποκόμματος της πρώτης δημοσίευσης -δείτε την. Υποψιάζομαι πως είναι από την Πρωία, όπου ήταν συνεργάτης ο Μπέζος και η οποία κατά καιρούς δημοσίευε στη δεύτερη σελίδα της (ή και στην πρώτη) τέτοια άρθρα, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος.

Προσθήκη: Όπως επισημαίνεται σε σχόλιο του Σπαθόλουρο, η δημοσίευση του άρθρου του Μπέζου έγινε στην εφημ. Ελευθερία στις 25 Φεβρουαρίου 1945 (άλλος φίλος μού έστειλε με μέιλ το απόκομμα). Βέβαια, το 1945 ο Μπέζος είχε αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο -και επειδή, παρά τα σπάνια ταλέντα του, μάλλον δεν μπορούσε να στέλνει ανταποκρίσεις από το Υπερπέραν, ή η Ελευθερία είχε στα χέρια της ανέκδοτα κείμενά του ή το κείμενο είχε δημοσιευτεί πριν από τον θάνατο του Μπέζου σε άλλο έντυπο που λανθάνει.

Χλευάζει ο Μπέζος τον Μάρκο Βαμβακάρη όπως γράφτηκε -ή απλώς παρουσιάζει με ελαφρό χιούμορ ένα θέμα που θα ήταν εξωτικό για μια μερίδα του αναγνωστικού του κοινού, πειράζοντας ταυτόχρονα έναν εκλεκτό ομότεχνο; Διαβάστε και πείτε τη γνώμη σας.

Αναπαράγω τα σκίτσα του αρχικού άρθρου, που είναι βεβαίως φτιαγμένα και αυτά από τον Μπέζο, εκσυγχρονίζω την ορθογραφία και ευχαριστώ πολύ τον Κόρτο για τη σημερινή προσφορά.

ΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΣΚΙΤΣΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

ΕΓΧΩΡΙΕΣ ΑΤΡΑΞΙΟΝ

Από τους κλασικούς συνθέτας και την υψηλή μουσική στον «Μεμέτη» και στον «Μποχώρη»

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΣΕ ΜΙΑ ΤΑΒΕΡΝΑ

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ρεμπέτικα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 200 Σχόλια »

Ο Κώστας Βάρναλης για τον Κώστα Μπέζο (1943)

Posted by sarant στο 6 Νοέμβριος, 2016

85140Θα θυμηθούμε με το σημερινό άρθρο έναν ξεχασμένο πια, αλλά σημαντικό στην εποχή του, καλλιτέχνη, τον Κώστα Μπέζο (1905-1943), έναν πολυτάλαντο δημιουργό: ήταν σκιτσογράφος, δημοσιογράφος, συνθέτης, κιθαρίστας, τραγουδιστής. Είχε δικό του συγκρότημα με χαβάγιες, τα Άσπρα πουλιά.

.

Αρκετά από τα τραγούδια του, που ισορροπούσαν ανάμεσα στο ρεμπέτικο, στο επιθεωρησιακό και στο ελαφρό, είναι γνωστά και σήμερα, αν και δεν είναι πάντοτε γνωστό πως είναι δικά του. Έγραψε επίσης και καθαρόαιμα ρεμπέτικα, με το ψευδώνυμο Α. Κωστής.

.

Είχαμε κάνει λόγο για τον Μπέζο πριν από αρκετόν καιρό, και ο φίλος μας ο Corto προθυμοποιήθηκε να πληκτρολογήσει δυο κείμενα, ένα του Μπέζου για τον Μάρκο Βαμβακάρη κι ένα του Κώστα Βάρναλη, χρονογράφημα στην Πρωία γραμμένο για τον θάνατο του Κώστα Μπέζου, ενώ επίσης βρήκε και αρκετό συνοδευτικό υλικό.

mpezos080241

Γελοιογραφία του Μπέζου στην Πρωία, 8.2.1941

Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσω τη νεκρολογία αυτή του Μπέζου που έγραψε ο Βάρναλης και το κείμενο του Μπέζου για τον Βαμβακάρη θα το δούμε κάποιαν άλλη φορά. Ο Βάρναλης ήταν συνάδελφος του Μπέζου στην Πρωία, της οποίας ο Μπέζος ήταν ο βασικός σκιτσογράφος. Παρουσιάζω επίσης γελοιογραφίες του Μπέζου, που μου έστειλε ο Corto ή από το αρχείο μου.

Επίτηδες δεν αναφέρομαι στα τραγούδια του Μπέζου, το αφήνω σε σας να παραθέσετε γιουτουμπάκια στα σχόλια. Κάτι άλλο που αφήνω στη συλλογική σοφία του ιστολογίου, επειδή δεν ξέρω την απάντηση, είναι να εξακριβωθεί ποια συγγένεια υπάρχει (αν υπάρχει) με τον σημερινό καλλιτέχνη Γιάννη Μπέζο.

Το χρονογράφημα του Βάρναλη δημοσιεύτηκε στην Πρωία το Σάββατο 16 Ιανουαρίου 1943. Εκσυγχρονίζω την ορθογραφία.

Κώστας Μπέζος

Μιαν εξαιρετική φυσιογνωμία έχασε ο καλλιτεχνικός κόσμος της Αθήνας κ’ έναν πολύτιμο συνεργάτη η «Πρωία», τον Κώστα Μπέζο. Νέος ακόμα νικήθηκε από την ύπουλη αρρώστεια, που τον έφθειρε χρόνια και τώρα τελευταία τον έρριξε χάμου, για να μη σηκωθεί πια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Εις μνήμην, Ρεμπέτικα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 132 Σχόλια »

Αναπολώ… (χρονογράφημα του Ναπ. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 30 Οκτώβριος, 2016

Μια από τις παραδόσεις του ιστολογίου που τηρείται, αν δεν σφάλλω, απαρέγκλιτα, είναι να τιμάμε την επέτειο της γέννησης (31 Οκτωβρίου) και της αυτοκτονίας (8 Ιανουαρίου) του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Η δημοσίευση δεν γίνεται απαραίτητα τη μέρα της επετείου αλλά ίσως την πιο κοντινή Κυριακή, αφού η Κυριακή είναι η μέρα που συνηθίζουμε να βάζουμε φιλολογικά άρθρα.

Συχνά τέτοιες μέρες παρουσιάζω κάποιο αθησαύριστο ποίημα ή άλλο κείμενο του Λαπαθιώτη, και τη συνήθεια αυτή θα συνεχίσω και σήμερα. Όχι με ποίημα αθησαύριστο, διότι δεν είναι και τόσα πολλά, αλλά με ένα χρονογράφημα αφιερωμένο σε μιαν αγαπημένη πόλη του Λαπαθιώτη, το Ναύπλιο.

Ο Λαπαθιώτης όταν ήταν παιδί, στα οχτώ του χρόνια, πέρασε μερικούς μήνες στο Ναύπλιο, όπου εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς το 1896 όταν ο πατέρας του, ο στρατιωτικός καριέρας Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ορίστηκε διοικητής του εκεί Οπλοστασίου (που πρέπει να ήταν επίσης στρατιωτικό οπλουργείο). Παρά τη σχετικά σύντομη διάρκεια της διαμονής στο Ναύπλιο, ο Λαπαθιώτης αγάπησε την πόλη και κράτησε τις καλύτερες αναμνήσεις -και στην αυτοβιογραφία του αφιερώνει αρκετές σελίδες στη διαμονή του στο Ναύπλιο. Η ειδυλλιακή διαμονή διακόπηκε την άνοιξη του 1897, όταν, με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο πατέρας Λαπαθιώτης έφυγε για το μέτωπο της Ηπείρου και η υπόλοιπη οικογένεια επέστρεψε στην Αθήνα.

Το 1915, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, ο 27χρονος πια ποιητής επιστρέφει στο Ναύπλιο: μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό και τον Κλέωνα Παράσχο έκαναν μια εκδρομή στην Πελοπόννησο και πέρασαν μερικές μέρες στο Ναύπλιο. Κάποιες εντυπώσεις του από την εκδρομή αυτή τις κατέγραψε σε χρονογραφήματα που δημοσίευσε στην Ακρόπολι, με την οποία συνεργάστηκε αρκετές φορές στο πρώτο μισό του 1915, κυρίως αλλά όχι μόνο με χρονογραφήματα.

Διάλεξα λοιπόν να  παρουσιάσω σήμερα το χρονογράφημα «Αναπολώ…» που δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολι στις 14 Μαρτίου 1915 και είναι αφιερωμένο στο Ναύπλιο, τόσο στην πρόσφατη διαμονή του όσο και στις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία.

Και από μια άποψη, έχει γούστο, να διαβάζουμε 101 χρόνια μετά, ένα κείμενο που γράφτηκε χωρίς καμιά απαίτηση για υστεροφημία -τι πιο εφήμερο από ένα χρονογράφημα; Από την άλλη, πάντοτε έχουν ενδιαφέρον τα κείμενα που είναι αφιερωμένα σε μια πόλη, όπως εδώ στο Ναύπλιο -μια πόλη που πολλοί συγκαταλέγουν στις αγαπημένες τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Ταξιδιωτικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 152 Σχόλια »

Ένα φεγγάρι τον Αύγουστο

Posted by sarant στο 18 Αύγουστος, 2016

full-moon-1920x1440_pixabayΑπόψε είναι πανσέληνος, ή τουλάχιστον έτσι διαβάζω εδώ, αν και οι εκδηλώσεις σε αρχαιολογικούς και άλλους σημαδιακούς χώρους ξεκίνησαν από χτες, μια και η αυγουστιάτικη πανσέληνος είναι κάτι το ξεχωριστό.

Φέτος η αυγουστιάτικη πανσέληνος πέφτει σχεδόν στη μέση του μήνα, ενώ πέρυσι παραλίγο να είχαμε δυο φεγγάρια τον Αύγουστο, όπως είναι ο τίτλος εκείνης της παλιάς ταινίας του Φέρρη, αλλά τελικά είχαμε δυο φεγγάρια τον Ιούλιο, στις 2 και στις 31 του μήνα. Αφού πανσέληνος από πανσέληνο απέχουν 29 μέρες και κάτι, μερικές χρονιές έχουμε μήνα με δυο φεγγάρια, ενώ άλλες, όπως φέτος, όχι.

Οι παλιοί πολιτισμοί μετρούσαν τον χρόνο με τις φάσεις του φεγγαριού και είχαν σεληνιακούς μήνες και σεληνιακό ημερολόγιο -εβραίοι και μουσουλμάνοι το έχουν άλλωστε κρατήσει, είναι μία από τις πολλές ομοιότητες των δύο θρησκειών.

Αλλά και σε ετυμολογικό επίπεδο φαίνεται η αδιάρρηκτη σχέση σελήνης και ημερολογίου, αφού η αρχαϊκή λέξη για τη σελήνη ήταν «μήνη», λέξη συγγενική με τη λέξη «μην», που αρχικά σήμαινε τον σεληνιακό μήνα. Από τη μήνη και ο μηνίσκος, ο χόνδρος που έχουμε στο γόνατο και ταλαιπωρεί τους αθλητές, ιδίως τους ποδοσφαιριστές, που ονομάστηκε έτσι επειδή έχει σχήμα ημισελήνου.

Όσο για το φεγγάρι, το βρίσκουμε ως ‘φεγγάριν’ και ‘φεγγάριον’ σε διάφορα μεσαιωνικά δημώδη κείμενα. Το ‘φεγγάριον’ είναι υποκοριστικό της λέξης «φέγγος», που ήταν αρχικά το φως, η λάμψη αλλά σταδιακά η σημασία του ειδικεύτηκε να σημαίνει το σεληνόφως. «Φως ημέρας, φέγγος σελήνης» εξηγεί ο λεξικογράφος Ησύχιος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Βάρναλης, Ετυμολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 134 Σχόλια »

Χασικλίδικη λογοτεχνία – Τοξικομανείς (Κώστας Βάρναλης)

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2016

Δημοσιεύω σήμερα ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Κώστα Βάρναλη «Άνθρωποι», και συγκεκριμένα από την ενότητα «Αληθινοί άνθρωποι», που περιλαμβάνει το υλικό από ένα εκτενές ρεπορτάζ στο Δημόσιο Ψυχιατρείο, στο Δαφνί, που είχε κάνει το 1938 ο Βάρναλης για λογαριασμό της εφημερίδας «Πρωία». Οι τοξικομανείς κλείνονταν κι αυτοί στο Ψυχιατρείο, τότε. 

Ο φίλος μας ο Corto είχε την πρωτοβουλία να προτείνει τη δημοσίευση και να πληκτρολογήσει το κείμενο, και τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Το μεταφέρω όπως μου το έστειλε διότι δυστυχώς αυτή τη στιγμή δεν έχω πρόσβαση στο πρωτότυπο για να ελέγξω κάποιες γραφές που μου φαίνονται αμφίβολες.

Να σημειωθεί ότι το 1942 ο Βάρναλης χρησιμοποίησε υλικό από το ρεπορτάζ του σε ένα του χρονογράφημα («Τοξικομανείς», Πρωία, 5 Αυγούστου 1942) Παραθέτω λοιπόν και αυτό το χρονογράφημα, το οποίο θα συμπεριληφθεί στον τόμο «Αττικά χρονογραφήματα» που λογαριάζω να κυκλοφορήσει στο τέλος του χρόνου από τις εκδόσεις Αρχείο με 400 χρονογραφήματα του Κ. Βάρναλη σε δική μου επιμέλεια.

ΧΑΣΙΚΛΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Από τους ψυχοπαθείς δε μιλούνε καθόλου ή μιλούνε πολύ λίγο οι ηλίθιοι, οι μελαγχολικοί και οι υστερικοί. Οι ηλίθιοι έχουν άδειο το κεφάλι τους, οι μελαγχολικοί είναι βυθισμένοι στη λύπη τους κι οι υστερικοί, όταν δε βρίσκονται στην περίοδο της κρίσης τους, είναι αφηρημένοι.

Μιλούν όμως πολύ οι μανιακοί κάθε λογής, όταν μάλιστα βρίσκονται σε κατάσταση παροξυσμού. Τότε παθαίνουν «ιδεόρροια», δηλαδή πλήθος ιδέες έρχονται όλες μαζί στο κεφάλι τους κι ο άρρωστος μεταπηδάει από τη μια στην άλλη.

Όμως έξω από τους ηλίθιους, όλοι τους είναι γραφομανείς. Γράφουν κι όσοι ξέρουνε γράμματα κι όσοι… δεν ξέρουν. Αυτοί οι τελευταίοι πιάνουν τους άλλους αρρώστους ή τους γιατρούς ή τους επισκέφτες και τους λένε: «Γράφε»! Κι αρχίζουν να υπαγορεύουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Πεζογραφία, Ρεμπέτικα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 114 Σχόλια »

Από πότε υπάρχουν μαλάκες;

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2016

Απανέκαθεν, θα πείτε, ή έστω «ανέκαθεν» ή από τότε που βγήκαν οι λάσπες, αλλά η ερώτηση του τίτλου είναι καθαρά γλωσσική, ενδιαφέρεται παναπεί για τη λέξη και όχι για το σημαινόμενό της. Αλλά ούτε και τη λέξη καθαυτή θα εξαντλήσουμε, κι ας είναι (λένε κάποιοι) η γνωστότερη στο εξωτερικό ελληνική λέξη ή η συχνότερη ελληνική προσφώνηση.

Το άρθρο γράφεται κυρίως για να φιλοξενήσει δυο λεξιλογικά ευρήματα που μου έστειλε ο φίλος μας ο Spiridione, που τα κρατούσα στο ηλεσυρτάρι ελπίζοντας να βρω καιρό να εξετάσω σφαιρικά κι ολόπλευρα το ζήτημα, αλλά επειδή κάτι τέτοιο είναι αμφίβολο αν θα το μπορέσω στο κοντινό μέλλον λέω να τα παρουσιάσω τώρα, κι ας μην καλύπτουν πλήρως το θέμα -που έτσι κι αλλιώς δεν καλύπτεται εύκολα. Οπότε, προσθέτω κι εγώ τα ετυμολογικά μου κι έγινε το αρθράκι.

Αλλά να δούμε πρώτα την ετυμολογία της λέξης. Ο μαλάκας προέρχεται από το μεσαιωνικό «η μαλάκα» = η μαλάκυνση.

Η αρχή βρίσκεται στο αρχαίο επίθετο «μαλακός», που δεν σήμαινε μόνο τα μαλακά αντικείμενα, ή τον μειλίχιο άνθρωπο, αλλά και  τον δειλό, τον ηθικά αδύναμο, τον θηλυπρεπή, τον παθητικό ομοφυλόφιλο.  Η μαλακία είναι λέξη διάσημη από τον Επιτάφιο του Περικλή, όπως τον παραδίδει ο Θουκυδίδης, και τη διάσημη φράση «φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας», στην οποία, προς δόξαν της αδιατάραχτης συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, ούτε η ευτέλεια σημαίνει τη σημερινήν ευτέλεια, ούτε η μαλακία τη σημερινή μαλακία. Δίνω τη μετάφραση της Έλλης Λαμπρίδη: Αγαπούμε δηλαδή και δουλεύομε την ομορφιά χωρίς να τη συγχέομε με την πολυτέλεια, και κυνηγούμε τη γνώση και τη σοφία χωρίς για τούτο να χάνομε τον αντρισμό μας·

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Συνεργασίες, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 297 Σχόλια »