Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘όπερα’ Category

Ο Μποστ πριν από το μποστάνι του – 4

Posted by sarant στο 19 Απρίλιος, 2019

Εδώ και λίγο καιρό, το ιστολόγιο παρουσιάζει, τις Παρασκευές, μια μικρή σειρά πέντε άρθρων με γελοιογραφίες του Μποστ που δημοσιεύτηκαν τους πρώτους μήνες του 1959 στο περιοδικό Ταχυδρόμος, υποτίθεται ως εικονογράφηση του εύθυμου αφηγήματος «Σταυροφορίες» του Νικ. Τσιφόρου που δημοσιευόταν σε συνέχειες στο περιοδικό.

Λέω «υποτίθεται», επειδή, όπως είπα και στο πρώτο άρθρο, τα σκίτσα του Μποστ αυτονομούνται, στην αρχή δειλά και στη συνέχεια απροκάλυπτα. Κάποια από αυτά τα σκίτσα έχουν στόχο τους Άγγλους και με τα σημερινά κριτήρια μπορεί και να τα λέγαμε ομοφοβικά. Να θυμόμαστε ότι το 1959, με τη συμφωνία της Ζυρίχης στην επικαιρότητα, το αντιαγγλικό αίσθημα στην Ελλάδα ήταν έντονο.

Το πρώτο άρθρο της σειράς το είδαμε εδώ. Το δεύτερο άρθρο της σειράς αυτής δημοσιεύτηκε εδώ. Την περασμένη Παρασκευή είχαμε το τρίτο άρθρο. Σήμερα λοιπόν θα δούμε το τέταρτο, αν και η πέμπτη και τελευταία συνέχεια της σειράς δεν θα δημοσιευτεί την επόμενη Παρασκευή, που είναι Μεγάλη Παρασκευή, αλλά τη μεθεπόμενη.

Το πρώτο σημερινό σκίτσο δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο στις 21.3.1959 και εικονογραφούσε τη συνέχεια «Ο άγιος Πελάγιος που τα πελάγωσε».

Σε πρώτο πλάνο, ο σταυροφόρος φλερτάρει με κυρία ή δεσποινίδα -με το ωραίο λογοπαίγνιο «δισπανίδα», ενώ ο γάτος τον προειδοποιεί ότι «όταν μία Κάρμεν θυμώνει και κορώνει, Κορώνης τις τρώει και Λάππας πληρώνει».

Ολοφάνερα εδώ υπάρχει υπαινιγμός σε κάποια γεγονότα της εποχής. Εξήντα χρόνια μετά, ποιος να τα θυμάται; Από περιέργεια κάθισα και βρήκα τι είχε συμβεί. Η Λυρική σκηνή είχε μετακαλέσει τη Χιλιανή μετζοσοπράνο Λάουρα Ντιντιέ για να δώσει παραστάσεις τον Φεβρουάριο του 1959. Η Ντιντιέ ήταν διεθνώς γνωστή αλλά όχι της πρώτης γραμμής. Πάντως, εξαιτίας της μετάκλησης, τα εισιτήρια των σχετικά λίγων παραστάσεων όπου θα εμφανιζόταν η Ντιντιέ, είχαν αυξημένη τιμή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in όπερα, Γελοιογραφίες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 50 Σχόλια »

Η Λουκία του Λαμερμούρ, εδώ και 180 χρόνια…

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2019

Τις προάλλες πήγα και είδα στη Λυρική Σκηνή την παράσταση της όπερας Λουτσία ντι Λαμερμούρ του Γκαετάνο Ντονιτζέτι. Η όπερα θα παιχτεί σε μερικές ακόμα παραστάσεις, οπότε σας συστήνω να πάτε να τη δείτε αν υπάρχουν εισιτήρια.

Είναι βέβαια μια από τις πολυπαιγμένες όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου, όπως και η άλλη του Ντονιτζέτι, το Ελιξίριο του έρωτα. Ο Ιταλός συνθέτης είναι ενα από τα μεγάλα ονόματα του ιταλικού μπελκάντο, μαζί με τον Ροσίνι και τον Μπελίνι, και ενέπνευσε και τον Βέρντι με τον οποίο φτάνει το είδος της όπερας στο απόγειό της.

Αν δεν ξέρετε την υπόθεση, να την πούμε στα γρήγορα: στη Σκωτία του 17ου αιώνα, η Λουτσία είναι ερωτευμένη με τον Εντγκάρντο, παρόλο που τις οικογένειές τους τις χωρίζει άσβεστο μίσος. Ο αδερφός της ο Ενρίκο κανονίζει να την παντρέψει με τον Αρτούρο. Παρουσιάζει πλαστογραφημένες επιστολές που δείχνουν τον Εντγκάρντο να υπόσχεται γάμο σε άλλην κι έτσι καταφέρνει να πείσει τη Λουτσία να υπογράψει το συμβόλαιο του γάμου με τον Αρτούρο. Την ώρα της τελετής καταφθάνει ο Εντγκάρντο που πιστεύει πως η Λουτσία τον πρόδωσε και την καταριέται. Εκείνη σκοτώνει (εκτός σκηνής) τον Αρτούρο πάνω στο νυφικό κρεβάτι έχοντας πια χάσει τα λογικά της. Μόλις το μαθαίνει ο Εντγκάρντο αυτοκτονεί. Το λιμπρέτο του Σαλβατόρε Καμαράνο είναι βασισμένο πάνω στο ιστορικό μυθιστόρημα «Η νύφη των Λάμερμουρ» του σερ Ουόλτερ Σκοτ, που τα μυθιστορήματά του είχαν μεγάλη απήχηση τότε.

(Μια παρένθεση: πολλές από τις όπερες του 19ου αιώνα βασίζονταν σε πρόσφατα λογοτεχνικά έργα. Εδώ, η Λουτσία γράφτηκε το 1835 πάνω σε ένα μυθιστόρημα του 1819 -σαν να κάνει σήμερα κάποιος όπερα πάνω σε έργο του Μουρακάμι, του Παμούκ ή του Τέρι Πράτσετ. Η Εναλλακτική Σκηνή θα ανεβάσει προσεχώς καινούργια ελληνική όπερα βασισμένη πάνω στην Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου).

Η Λουτσία είναι από τις πολυπαιγμένες όπερες του διεθνούς ρεπερτορίου, αλλά όχι της πρώτης δεκάδας (κατά σειράν: Τραβιάτα, Κάρμεν, Λα Μποέμ), μάλλον της πρώτης εικοσάδας. Έχει έναν μόνο γυναικείο πρωταγωνιστικό ρολο (υπάρχει και η υπηρέτρια της Λουτσίας αλλά ελάχιστα ακούγεται). Το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της είναι η άρια της τρέλας («Il dolce suono/Ardon gli incensi/Spargi d’amaro pianto«) στην τρίτη σκηνή, που παραδοσιακά δίνει στις σοπράνες την ευκαιρία να επιδείξουν την τεχνική τους και τα φωνητικά τους προσόντα, επιδιδόμενες σε περίτεχνες καντέντσες. Όλη όμως η όπερα είναι μια πανδαισία του μπελκάντο, αν σας αρέσει βέβαια το είδος αυτό -εγω το λατρεύω.

Δεν είχα παρακολουθήσει άλλη Λουτσία ζωντανή, αν και έχω δει κάμποσες μαγνητοσκοπημένες. Η παράσταση της Λυρικής έχει μια πρωτοτυπία στη σκηνοθεσία: χωρίζει τη σκηνή σε δύο μέρη και συνήθως η όπερα παίζεται στο ένα μέρος ενώ στο άλλο παίζουν και κινούνται βουβοί. Για παράδειγμα, στην 1η σκηνή της 3ης πράξης, ενώ στο δεξιό μέρος της σκηνής βλέπουμε και ακούμε τον Ενρίκο που έχει επισκεφτεί τον Εντγκάρντο για να τον καλέσει σε μονομαχία, στο αριστερό μέρος βλέπουμε τη Λουτσία στο νυφικό κρεβάτι να σκοτώνει τον Αρτούρο. Φυσικά, το φονικό δεν δείχνεται επί σκηνής στο κανονικό ανέβασμα της όπερας, απλώς αναγγέλλεται στην επόμενη σκηνή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Πρόσφατη ιστορία, Σουρής, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 128 Σχόλια »

Ο χορός των μεταμφιεσμένων (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 27 Μαΐου, 2018

Ο φίλος μας ο Τζι ή Gpointofview, που πριν από 3-4 μήνες είχαμε δημοσιεύσει ένα άλλο διήγημά του, μου έστειλε τις προάλλες ένα «αλλιώτικο» διήγημά του όπως λέει.

Όπως θα καταλάβατε ίσως από τον τίτλο, το διήγημα είναι εμπνευσμένο από την ομώνυμη όπερα του Βέρντι -στο πρωτότυπο Un ballo in maschera. Ο Τζι είναι φανατικός βερντιστής και αν δεν κάνω λάθος αυτή είναι η αγαπημένη του βερντική όπερα -κοκκινίζοντας ομολογώ πως μια-δυο φορές την έχω ακούσει και όχι προσεχτικά.

Ο Τζι έχει μεταφερει τα βασικά πρόσωπα της όπερας και την υπόθεση στην εποχή μας και στο καρναβάλι της Πάτρας αλλά εχει αλλάξει την πλοκή εντελώς, δεν πρόκειται δηλαδή για απλή μεταφορά.

Δεν ξέρω αν η οπερα του Βέρντι έχει ανεβεί εκσυγχρονισμένη, κάτι που είναι πάντως πολύ συχνό. Πριν από μερικά χρόνια είχαμε δει στη Λυρική Σκηνή τον Ριγολέτο μεταφερμένο στη φασιστική Ιταλία του μεσοπολέμου, ενώ υπάρχει και ενα γνωστό ανέβασμά του με μεταφορά στον κόσμο της νιουγιορκέζικης Μαφίας.

Η ίδια η όπερα του Βερντι πέρασε απο σαράντα κύματα. Το λιμπρέτο του Antonio Somma, που μελοποίησε ο Βέρντι, ήταν διασκευή  από λιμπρέτο του Eugène Scribe, που είχε γραφτεί για την όπερα Γουσταύος ο 3ος του Daniel Auber, εμπνευσμένο από πραγματικό περιστατικό, τη δολοφονία του βασιλιά της Σουηδίας Γουσταύου του 3ου το 1792 σε χορό μεταμφιεσμένων στη Στοκχόλμη. Για να μπορέσει να περάσει τους σκοπέλους της λογοκρισίας, που δεν ήθελε να βλέπει βασιλιάδες να δολοφονουνται επί σκηνής, ο Βέρντι μετέφερε την υπόθεση στην αποικιακή Βοστώνη και αλλαξε το όνομα του Γουσταύου σε Ρικάρντο.

Αλλά αυτά είναι απλώς εγκυκλοπαιδικά, ας δούμε τώρα το διήγημα του Τζι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , | 98 Σχόλια »

Τα τελευταία μεζεδάκια του 2017

Posted by sarant στο 30 Δεκέμβριος, 2017

Ο τίτλος του σημερινού μας πολυσυλλεκτικού βδομαδιάτικου σημειώματος είναι θαρρώ αυτονόητος και τον έχουμε επαναλάβει κάμποσες φορές (συνήθως χωρίς να προσδιορίζουμε τη χρονιά). Τελευταίο Σάββατο του 2017 σήμερα, μαζί και τα τελευταία μεζεδάκια.

Όσοι διαβάζετε το άρθρο το πρωί, να ξέρετε ότι σας μένουν λίγες μόνο ώρες, ούτε οχτώ, για να πάρετε μέρος στην ψηφοφορία μας για τη Λέξη της χρονιάς 2017. Οι κάλπες θα κλείσουν στις 18.00 ώρα Ελλάδος και τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν το πρωί της Κυριακής, 31 Δεκεμβρίου. Οπότε, σπεύσατε!

* Εκατό φορές έχουμε γράψει για τη μετατροπή επιρρημάτων σε λογιόκλιτα επίθετα, ένα φαινόμενο που εμβληματικά εμφανίζεται σε φράσεις όπως «ανεξαρτήτου ηλικίας» αλλά που το βρίσκουμε με μικρότερη συχνότητα και σε άλλα επιρρήματα. Δεν ξέρω αν έχει μελετηθεί θεωρητικά, πάντως είναι μια τάση που την έχω αντιληφθεί εδώ και όχι πάρα πολλά χρόνια και που συνίσταται στο να αντικαθιστανται λόγια επιρρήματα σε -ως όχι από τα αντίστοιχα δημοτικότροπα επιρρήματα αλλά από τα αντίστοιχα επίθετα.

Το πιο συχνό παράδειγμα είναι το περίφημο «ανεξαρτήτου», όπου το «ανεξαρτήτως ηλικίας» (λογιότροπο και σωστό) γίνεται όχι «ανεξάρτητα από ηλικία» (δημοτικό και σωστό) αλλά «*ανεξαρτήτου ηλικίας» (λογιότροπο και λάθος, αφού δεν τίθεται θέμα να είναι ανεξάρτητη από κάτι η ηλικία).

Τελευταίο κρούσμα σε ιστότοπο έκδοσης εισιτηρίων για εκδήλωση του ΚΠΙΣΝ, απ’ όπου θα περίμενε κανείς περισσότερη επιμέλεια. Ο Σιδερόγιαννος, διαβάζουμε, είναι παραμύθι «Για «παιδιά» ανεξαρτήτου ηλικίας».

* Ένας από τα παρακλάδια του Δαίμονα του τυπογραφείου, που έχει εμφανιστεί με τη νέα τεχνολογία, είναι και ο Δαίμονας της κοπιπάστης. Στο τεύχος Δεκεμβρίου 2017 του The Books Journal διάβασα κείμενο για τη συναντηση που είχε ο αρθρογράφος το 1985 με τη Μάτση Χατζηλαζάρου και έσπαγα το κεφάλι μου να καταλάβω πού κολλούσε η πρώτη-πρώτη πρόταση, που έλεγε: «Οι ουρές για τα εισιτήρια του μετρό δεν οφείλονται στη γελοιότητα του Σπίρτζη και των άλλων». και συνέχιζε: «Χτύπησα το κουδούνι της στην Πατριάρχου Ιωακείμ εκείνο το πρωί για να της κάνω ένα πορτρέτο, για το περιοδικό Αντί της εποχής». Ποιος Σπίρτζης και ποιο μετρό το 1985;

Τελικά χτες ειδα στη Λεξιλογία ότι, όπως σχολίασε ο συντάκτης του άρθρου μάλλον στο Φέισμπουκ, επρόκειτο για κατόρθωμα του Δαίμονα της Κοπιπάστης!

* Σύμφωνα με το ανέκδοτο, ένας σγουρομάλλης αναρωτιέται αν το σωστό ειναι «Ιράν ή Ιράκ». Στα Νέα δεν έχουν τέτοιες απορίες, κι έτσι διαβάσαμε προσφατα σε άρθρο ότι «έχω συνεργαστεί και με τα ακροδεξιά κόμματα στη Βουλγαρία και τη Σλοβενία».

Δεν ξέρω αν υπάρχουν ακροδεξιά κόμματα στη Σλοβενία, αλλά πάντως δεν είναι στην κυβέρνηση. Ο Γιούνκερ για τη Σλοβακία μίλησε, και άλλωστε πιο κάτω στο άρθρο γίνεται λεπτομερής αναφορά στους ακροδεξιούς της Σλοβακίας. Παρεμπιπτόντως, ο Robert Fico, που είναι ο πρωθυπουργος της Σλοβακίας, προφέρεται Φίτσο και όχι Φίκο.

* Γενική ειδοποίηση που ισχύει και για προηγούμενα άρθρα και για επόμενα: το πληκτρολογιο του λάπτοπ μου είναι ελαττωματικο κι έτσι συχνά όταν πατάω το πλήκτρο του τόνου δεν υπακούει. Οπότε, όταν βλέπετε πολλές άτονες λέξεις να μη σκέφτεστε ότι εφαρμόζω κάποιο ιδιαιτέρως περίπλοκο σύστημα επιλεκτικού τονισμού. Πρόκειται για μηχανική βλάβη!

* Ο φίλος μας ο Μιχάλης στέλνει αυτή την ιντερνετική διαφήμιση, που αποτελεί σπάνιο δείγμα κλίσης του ρήματος «ζαντολάζομαι» και με ρωταει τι σημαίνει.

* Πέθανε πριν από λίγες μέρες ο εκδότης Θανάσης Χαρμάνης των εκδόσεων Ύψιλον.

Στη νεκρολογία του στην ΕφΣυν διαβάζουμε ότι, ανάμεσα σε πολλά άλλα βιβλία (συνολικά πάνω από 700 τίτλους), εξέδωσε:

βιβλία κλασικών συγγραφέων του 20ού αιώνα (Τ.Σ.Έλιοτ, Μπέκετ, Μποντλέρ, Όργουελ, Πόπα, Μπονφουά, Λοτρεαμόν, Περέκ, Φλομπέρ, Σουίφτ, Βιρτζίνια Γουλφ, Ρόμπερτ Γκρέιβς, Τζόις, Κορτάσαρ, Πίντσον, Ἀραγκόν,Μπρετόν, Μαν, Μούζιλ, και πολλά βιβλία του Μπόρχες).

Όμως, ο Μποντλέρ, ο Λοτρεαμόν και ο Φλομπέρ έδρασαν κατά τον 19ο αιώνα και έκλεισαν τα μάτια τους πολύ πριν ανατείλει ο εικοστός, ενώ ο Τζόναθαν Σουίφτ έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο το μακρινό 1745 -εντάξει, υπάρχει το σλόγκαν για τον «μακρύ εικοστό αιώνα» αλλά και τόσο μακρύ δεν τον φανταζόμουν!

* Ανάλογη (αλλά όχι ίδια) πινακίδα με τη… δύσοσμη σύντμηση των κουραμπιέδων σε «κουρα/δες» είχαμε βάλει και πέρυσι. Μπορεί και να είναι αυθεντική. Εκεί μας κατάντησε ο ΣΥΡΙΖΑ, κυρίες και κύριοι!

* Σε σοβαρό καλλιτεχνικό ιστότοπο έξι καλεσμένοι ξεχώρισαν μια ανάμνηση από τον χώρο του πολιτισμού για τη χρονιά που φεύγει.

Εγώ ξεχώρισα την ανάμνηση του Κωνσταντίνου Ρήγου, όπου έχω να παρατηρήσω τα εξής μικρά:

α. Η όπερα La Bohème του Πουτσίνι, που παίζεται και στη Λυρική αυτές τις μέρες, στη χώρα μας έχει επικρατήσει να λέγεται «Η Μποέμ», σε θηλυκό γένος και έτσι αναφέρεται και στον ιστότοπο του ΚΠΙΣΝ. Με ξένισε η αναφορά στο ουδέτερο («του Μποέμ», «το Μποέμ»). [Θα μπορούσε να δικαιολογηθεί το αρσενικό πληθυντικό, Οι μποέμ, οπως στο βιβλίο του Μυρζέ όπου βασίζεται η όπερα, αλλ’ αυτό είναι άλλη συζήτηση].

β. Ο Κ. Ρήγος λέει για την «ιστορία της Μιμή». Αλλά το όνομα Μιμή, έτσι γραμμένο, κλίνεται στη γλώσσα μας, είτε πρόκειται για τη Μιμή Ντενίση είτε για τη Μιμή της όπερας Μποέμ. Προς τι η ακλισιά; Για να δείξουμε ότι είναι ξένη; Μα, παγώνει τέτοιες μέρες έξω από το κλιτικό μας συστημα -υπηκοότητες θα κοιταξουμε;

γ. Τέλος, τον ρόλο της Μιμής τον ερμηνεύει η Μυρτώ Παπαθανασίου, όχι Παπαθανασοπούλου όπως αναφέρεται.

* Πολλοί φίλοι μου σκακιστές είναι δίκαια εξοργισμένοι αυτές τις μέρες διότι η FIDE, η Διεθνής Σκακιστική Ομοσπονδία, ενέδωσε στη γοητεία των πετροδολαρίων, και διοργανώνει παγκόσμια πρωταθλήματα μπλιτς και γρήγορου σκακιού στο Ριάντ, όπου οι σκακίστριες είναι υποχρεωμένες να φορούν αμπάγια αν θελήσουν να βγουν έξω από το ξενοδοχείο όπου γίνονται οι αγώνες και όπου αποκλείστηκαν οι σκακιστές του Ισραήλ, του Ιράν και (θαρρώ) του Κατάρ καθώς και άλλοι σκακιστές που είχαν στο παρελθόν σχέση με την εθνική ομάδα του Ισραήλ π.χ. ως προπονητές. Οι περισσότεροι μεγάλοι πρωταθλητές υπέκυψαν στον εκβιασμό διότι το χρήμα έρευσε άφθονο τόσο σε έπαθλα όσο και σε φιλοξενία πριγκιπικού επιπέδου, όχι όμως όλοι. Η Ουκρανή πρωταθλήτρια Άννα Μούζιτσουκ, κάτοχος του παγκόσμιου τίτλου και στο γρήγορο σκάκι και στο μπλιτς, αρνήθηκε να μεταβεί στο Ριάντ.

Αλλά γιατί σας τα λέω όλα αυτά σήμερα; Διότι ο φίλος Φίλιππος Κοεράντ, που έχει και το περίφημο σκακιστικό ιστολόγιο skakistiko.com., μετέφρασε τη δήλωση της Άννας Μούζιτσουκ και την ανάρτησε στη σελίδα του στο Φέισμπουκ αλλά και στο ιστολόγιό του.

Οπότε, ένας από τους ιστότοπους που μπαζώνουν δέκα άρθρα την ώρα, αναδημοσίευσε τη φωτογραφία και τη δήλωση της Αννας Μούζιτσουκ, βάζοντας τον εξής τίτλο:

ΚΑΙ Μπράβο της!! “ΜΕΓΑΛΟ Χαστούκι” στη Σαουδική Αραβία από EΛΛΗΝΙΔΑ πρωταθλήτρια στο σκάκι! «αποφάσισα να μην ταξιδέψω στη Σαουδική Αραβία

Με το ζόρι την πολιτογράφησε Ελληνίδα την Άννα!

* Καραβίδα (ήγουν πολλαπλό λάθος) σε ισπανικόν ιστότοπο που διδάσκει ξένες γλώσσες, ανάμεσά τους και ελληνικά.

Ο παρατατικός παθαίνει επιρρημα και μετατρέπεται σε «παρατατικώς» ενώ διπλα δίνεται η κλίση του… αορίστου! (Ο παρατατικός είναι, θα θυμάστε, «εισήγα» αν και εγώ προτιμώ το ομαλό «είσαγα» με αόριστο το ομαλό «είσαξα»).

Στον παρακειμενο, υπερσυντέλικο και τετελεσμένο μέλλοντα τα πράγματα χειροτερεύουν. Όχι μόνο δίνονται λάθος οι ονομασίες χρόνων, αλλά και προτείνεται ο ανύπαρκτος τύπος «έχω/είχα/θα έχω εισάγει» -αντί για το σωστο «έχω εισαγάγει» ή, αν προτιμάτε τους αναλογικούς τύπους όπως στην Κύπρο, «έχω εισάξει».

Δεν διδάσκει και πολύ καλά ελληνικά ο ιστότοπος, φοβάμαι.

* Το διάβασα στο Φέισμπουκ και μου άρεσε.

Χάθηκε ψαράς στον Έβρο. Βρέθηκε το αυτοκίνητό του στο Δέλτα. Ο παρουσιαστής του Άλφα: «το αυτοκίνητό του βρέθηκε τελικά σήμερα στο Δέλτα του Φαλήρου». Καλά που δεν είπε στο Δ της Ιλιάδας.

* Η ακλισιά της εβδομάδας, από την έγκριτη Καθημερινή. Σε άρθρο για τον Ρουβίκωνα, διαβάζουμε:

Τη βούληση της κυβέρνησης να συλληφθούν και να λογοδοτήσουν τα μέλη του «Ρουβίκωνας», για την επίθεση με μπογιές στο κτίριο της ισραηλινής πρεσβείας στην Αθήνα, αλλά και για όλες τις ενέργειες στις οποίες παρανομούν, επανέλαβε ο αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη Νίκος Τόσκας.

Τα μέλη του «Ρουβίκωνας»; Τα εισαγωγικά δεν δικαιολογούν την ακλισιά, και άλλωστε στο ίδιο άρθρο παρακάτω διαβάζουμε, σωστά: Για τον «Ρουβίκωνα», ο κ. Τόσκας τόνισε….

* Πολύ συζητήθηκε στα κοινωνικά μέσα ένα ποστ που ανέβασε ο συγγραφέας Χ. Χωμενίδης -αυτή η εξαίσια μελωδία είναι η εισαγωγή από την Κλέφτρα κίσσα του Ροσσίνι, που ακολουθούσε σε γιουτουμπάκι από κάτω.

Μπορεί να είμαι ψείρας, αλλά για να γράψεις τέτοιο φιλότεχνο στάτο θα περίμενα να ξέρεις ότι ο Ροσσίνι λεγόταν Τζοακίνο και όχι Τζάκομο -ή αλλιώς, από τον Τζάκομο στον Τζοακίνο ένας Πουτσίνι δρόμος.

* Στο προχτεσινό φύλλο της ΕφΣυν δημοσιεύτηκε άρθρο δύο Επιτρόπων της ΕΕ. Ο ένας από αυτούς ήταν ο Ούγγρος Tibor Navracsics. Ο οποίος όμως δεν μεταγράφεται στα ελληνικά «Ναβρακσικς», όπως τον έβαλε η καλή εφημερίδα, διότι δεν είναι… Γαλάτης ο άνθρωπος (Ναβραξίξ!).

Είναι Ούγγρος και προφέρεται Νάβρατσιτς.

*Και στο χτεσινό φύλλο της ΕφΣυν και τη σελίδα 16 των Νησίδων, σε άρθρο για το μέλλον του Διαδικτύου διάβασα το παλιό μαργαριτάρι για τη «σιλικόνη» που χρησιμοποιείται τάχα στις σημερινές συσκευές πληροφορικής και θ’ αντικατασταθεί στο μέλλον με το γραφένιο.

Φυσικά silicon έγραφε το άρθρο που αντέγραψε ο συντάκτης, που είναι το πυρίτιο. Τα έχουμε πει πολλές φορές, αλλά από σελίδα «τεχνολογικού» περιεχομένου περιμένει κανείς τα στοιχειώδη.

* Και κλείνω με τη φωτογραφία αριστερά, που μου τη στέλνει φίλος από τη Θεσσαλονίκη -από την Άθωνος, θαρρώ.

Απορώ γιατί μου τη στέλνει. Ξέρουμε εμείς κανέναν πσαρά;

*Το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και σε όλους καλές υπόλοιπες γιορτές και ευτυχισμένον τον καινούργιο χρόνο που ανατέλλει μεθαύριο!

 

 

 

πσαράς άθωνος

 

 

 

 

 

Posted in όπερα, Δαίμων του τυπογραφείου, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Σκάκι, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , | 86 Σχόλια »

Ο Μικάδος στον Νιάρχο

Posted by sarant στο 26 Δεκέμβριος, 2017

Την Παρασκευή που μας πέρασε πήγα στο ΚΠΙΣΝ και παρακολούθησα την κωμική όπερα «Ο Μικάδος» των Γκίλμπερτ και Σάλιβαν, και είπα να γράψω κάτι σύντομο, που μάλιστα σκέφτηκα να το βάλω εμβόλιμο προχτές.

Τελικά όμως έγραψα κάτι εκτενέστερο, το οποίο, αφού θα δοθούν παραστάσεις και τούτη την εβδομάδα (από αύριο) ταιριάζει να μπει και σήμερα, μέρα αργίας και ραστώνης έτσι κι αλλιώς, να κάνει και λίγη αντίστιξη, αφού χτες και προχτές είχαμε χριστουγεννιάτικη λογοτεχνική ύλη.

Είπα για κωμική όπερα, θα μπορούσα να πω και οπερέτα (όπως συνήθως χαρακτηρίζονται τα έργα του Όφενμπαχ ή του Στράους περίπου την ίδια εποχή). Πάντως είναι είδος διαφορετικό από την κλασική όπερα της χρυσής εποχής, αφού περιλαμβάνει εκτεταμένα διακριτά μέρη με διαλόγους, που εκφωνούνται θεατρικά και όχι τραγουδιστά όπως στα ρετσιτατίβα και που προωθούν σημαντικά την πλοκή -όχι όπως στο ζίνγκσπιλ όπου έχουν μάλλον συνδετικό ρόλο. Πρόδρομος του μιούζικαλ, ας πούμε. Βεβαια, ο Μικάδος και τα άλλα έργα της δυάδας είναι παιδιά της βικτοριανής εποχής, αφού όλα γράφτηκαν μεταξύ 1871 και 1896, στο απόγειο της δόξας και της δύναμης της αποικιακής αυτοκρατορίας. Ο Μικάδος είναι η πιο πολυπαιγμένη από τις κωμικές όπερες των Γκίλμπερτ και Σάλιβαν.

Ενδεικτικό της σημασίας που έχει ο λόγος στο είδος αυτό είναι ακριβώς ότι το δημιουργικό δίδυμο στο οποίο οφείλουμε τον Μικάδο έχει καθιερωθεί να ονομάζεται «Γκίλμπερτ και Σάλιβαν», δηλαδή το όνομα του λιμπρετίστα (Γκίλμπερτ) προτάσσεται, ενώ θα ήταν αδιανόητο να πούμε π.χ. ότι ο Κουρέας της Σεβίλλης είναι έργο των Στερμπίνι-Ροσίνι. Στην κλασική όπερα το όνομα του λιμπρετίστα σπανίως αναφέρεται και, όταν αναφέρεται, έρχεται πάντοτε δεύτερο.

Η παράσταση δόθηκε στην Εναλλακτική Σκηνή του ΚΠΙΣΝ, όπου είναι εύκολο να βρεις σχετικά καλή θέση ακόμα και την τελευταία στιγμή, ενώ για την Κεντρική Σκηνή τα πράγματα είναι σαφώς πιο δύσκολα. Έτσι, είχα βρει μια θέση στην πρώτη σειρά, αν και πλάγια (που όμως το προτιμώ). Η παράσταση ετσι κι αλλιώς έχει διασκευαστεί για μικρή ορχήστρα 6 μουσικών ενώ ο διευθυντής, ο Μιχάλης Παπαπέτρου, παίζει επίσης και ένα από τα πρόσωπα του έργου, τον Πις-Τας.

Η υπόθεση του έργου: Στη φανταστική πόλη Τιτιπού της Ιαπωνίας καταφθάνει ο Νάνκι-Που, γιος του Μικάδου (του αυτοκράτορα) μεταμφιεσμένος σε περιπλανώμενο τροβαδούρο, αναζητώντας την αγαπημένη του Γιαμ-Γιαμ. Ταξιδεύει με ψεύτικο όνομα επειδή ήταν υποχρεωμένος να παντρευτεί με την Κάτισα, μια ώριμη αριστοκράτισα που τον ερωτεύτηκε σφόδρα, και για να την αποφύγει το έσκασε.

Η Γιαμ-Γιαμ είναι λογοδοσμένη με τον κηδεμόνα της, τον ράφτη Κο-Κο. Ωστόσο, συνέβησαν ορισμένα γεγονότα που έχουν μπλέξει το κουβάρι. Πρώτα, ο Μικάδος θέσπισε νόμο που θεωρεί έγκλημα το φλερτ και το τιμωρεί με την ποινή του θανάτου. Μετά, ο Κο-Κο καταδικάστηκε σε θάνατο για φλερτ. Ταυτόχρονα όμως, με απόφαση του Μικαδου, ο θανατοποινίτης ορίστηκε Μέγας Εκτελεστής της πόλης -οπότε, βέβαια, είναι αδύνατον να αποκεφαλίσει τον εαυτό του.

Έτσι, δεν γίνεται καμιά εκτελεση και ετοιμάζεται ο γάμος του Κο-Κο με τη Γιαμ-Γιαμ προς μεγάλη απογοήτευση του Νανκι-Που. Ωστόσο, ο Μικάδος με γράμμα του εκφράζει τη δυσφορία του που δεν έχει γίνει καμιά εκτέλεση τόσον καιρό, και διατάζει να γίνει η επόμενη εκτέλεση μέσα σε ένα μήνα -και επισκέπτεται την πόλη μαζί με την ακολουθία του και με την Κάτισα.

Ύστερα από διάφορες παλινωδίες που τις αφήνω για έκπληξη, και επειδή ο Κο-Κο δεν είναι καλός στους αποκεφαλισμούς, παρουσιάζουν στον Μικάδο ένα πλαστό πιστοποιητικό εκτέλεσης του Νάνκι-Που -αλλά ο Μικάδος εξοργίζεται όταν συνειδητοποιεί ότι εκτέλεσαν τον μονάκριβο γιο του, οπότε τελικά του φανερώνουν ότι ο γιος του ζει. Ο Κο-Κο παντρεύεται την Κάτισα κι έτσι απαλλάσσει τον Νανκι-Που ο οποίος παίρνει τη Γιαμ-Γιαμ και ζουν αυτοί καλά κι εμεις καλύτερα.

Πρόκειται δηλαδή για μια εντελώς σουρεάλ υπόθεση, ένα παιχνίδι παραλόγου. Ο σκηνοθέτης, Ακύλλας Καραζήσης, επέλεξε μια πολιτική ματιά, κι έτσι αντί για μια άχρονη στιλιζαρισμένη Ιαπωνία όπως συνήθως στις παραστάσεις του Μικάδου, διανθίζει την παράστασή του με σύμβολα που παραπέμπουν ολοφάνερα στην Κίνα του Μάο, με κόκκινα αστέρια στο πηλήκιο και κομσομόλικα μαντίλια στο λαιμό, και για όποιον δεν το κατάλαβε το αναφέρει και στο πρόγραμμα: «οι συνειρμοί που γεννάει η παράλογη απαγόρευση … θα έλεγα ότι δεν είναι γιαπωνέζικης αλλά κινέζικης και μάλιστα μαοϊκής απόχρωσης». Προσωπικά, βρήκα εκβιασμένη την ερμηνεία του. Στο έργο γίνεται παράλογο χιούμορ, δεν καταγγέλλεται καμιά… φονική γραφειοκρατία -και πώς να είναι φονική αφού κατάφερε την απόλυτη συνθήκη ώστε να μην αποκεφαλιστεί ποτέ κανείς, διορίζοντας Αρχιεκτελεστή έναν θανατοποινίτη, που μάλιστα είναι αλλεργικός στα αίματα.

Μου άρεσαν πολύ οι τραγουδιστές, ιδίως ο μπασοβαρύτονος Μάριος Σαραντίδης στον ρόλο του Μικάδου, που με εντυπωσίασε καθώς με πολύ μεγάλη άνεση τραγουδούσε πάνω στην κίνηση. Όλοι έδειξαν πέρα από φωνητικά προσόντα και υποκριτικό ταλέντο όχι ευκαταφρόνητο, κάτι απαραίτητο για το είδος αυτό.

Επειδή, όπως είπα πιο πάνω, ο λόγος παίζει καίριο ρόλο, ο Μικάδος, όπως και όλες θαρρώ οι κωμικές όπερες των Γκίλμπερτ και Σάλιβαν, παιζεται μεταφρασμένος -κάτι που γίνεται σπάνια πλέον με τις κλασικές όπερες. Η μετάφραση των κειμένων της παράστασης έγινε από τον Γιωργο Τσακνιά, ενώ οι στίχοι των τραγουδιών ανατέθηκαν στην Κατερίνα Σχινά.

Μου άρεσε η δουλειά και των δυο. Η μετάφραση του πεζου ειναι σαφώς πιο απλή υπόθεση, αλλά έγινε με κέφι, με καλή αξιοποίηση των επιπέδων ύφους, χωρίς πολλές επικαιροποιήσεις, με λελογισμένες δόσεις καθαρεύουσας και με μερικές καλές ατάκες, από τις οποίες συγκράτησα μόνο μία -εκεί που συζητούν για διάφορους τρόπους θανάτωσης, «το να θάβεσαι ζωντανός είναι χάλια τρόπος να πεθάνεις -πιο χάλια πεθαίνεις».

Η Κατερίνα Σχινά είχε σαφώς πιο δύσκολο έργο, διότι έπρεπε να δώσει στίχους που να τραγουδιούνται κι αυτό δεν είναι απλό. Ξέρουμε ότι στη μετάφραση απο τ’ αγγλικά οι συλλαβές αυξάνονται πολύ (το sad γίνεται ‘λυπημένος’) αλλά από την άλλη δεν υπάρχει η υποχρέωση να είναι ακριβής η μετάφραση, αρκεί να είναι στρωτή και ευρηματική.

Στα τραγούδια υπήρχε προβολή των (ελληνικών) στίχων με υπερτίτλους στο πάνω μέρος της σκηνής -αλλιώς δεν είναι εύκολο να διακρίνεις τα λόγια μόνο με το αυτί. Νομίζω ότι η Σχινά τα κατάφερε πολύ καλά με τη μετάφραση, ιδίως στα χιουμοριστικά κομμάτια (που είναι και τα περισσότερα) -στα αισθηματικά μέρη μού φάνηκε ότι αφέθηκε σε εύκολες λύσεις. Και για να τολμήσω μια γενική παρατήρηση, νομίζω πως όταν μεταφράζει κανείς κωμική όπερα πρέπει να προσπαθήσει να δώσει και μερικές απρόσμενες πλούσιες ρίμες (πλούσιες είναι οι ρίμες όπου ριμάρουν δύο ή περισσότερες συλλαβές, αλλά βέβαια όχι «χέρια-μαχαίρια») διότι έτσι ξαφνιάζεται ευχάριστα ο ακροατής. Επίσης χρειάζονται ρίμες με λέξεις που ανήκουν σε διαφορετικά μέρη του λόγου, κάτι που αυξάνει την πρωτοτυπία και το ξάφνιασμα -η Σχινά είχε μερικές πετυχημένες π.χ. «αν το πεις – απρεπής» αλλά θα ήθελα περισσότερες.

Βρήκα πολύ πετυχημένη τη μετάφραση των στίχων της Λίστας (I’ve got a little list) που ειναι και το «σουξέ» του έργου. Εδώ ο Κο-Κο διαβάζει έναν μακρύ κατάλογο ανθρώπων που με χαρά θα αποκεφάλιζε.

Μπορείτε να το ακούσετε εδώ στα αγγλικά, αλλά οι στίχοι διαφέρουν από τους αρχικούς του Γκίλμπερτ επειδή είναι έθιμο να επικαιροποιούνται με κάθε νέα παράσταση του Μικάδου:

Παρακάλεσα την Κατερίνα Σχινά να μου στείλει την ελληνική μετάφραση των στίχων της και την παρουσιάζω εδώ πλάι στο αγγλικό πρωτότυπο.

As some day it may happen that a victim must be found2

 

Βρίσκω ότι η μεταφράστρια έκανε εδώ καλή δουλειά, κράτησε κάποια σημεία του πρωτοτύπου κι έδωσε ένα κείμενο που τραγουδήθηκε πολύ καλά.

Σε άλλα κομμάτια, η Σχινά δεν απέφυγε στη μετάφρασή της τις υπαινικτικές ή ευθείες αναφορές στην τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα της Ελλάδας -και πολύ καλά έκανε, κατά τη γνώμη μου, με μια εξαίρεση που θα αναφέρω πιο κάτω.

Ετσι, γέλασα με την αναφορά στον πρωθυπουργό που περνάει Συμπληγάδες (ή κάτι τέτοιο) ή στον υπουργό που σηκώνει αεροπλάνα. Κάπου άκουσα ένα «πλεονέκτημα ηθικό» αλλά δεν συγκράτησα τα συμφραζόμενα, και υπήρχαν και αναφορές σε τροπολογίες. Όλα αυτά είναι αναμενόμενα -είπαμε ότι και οι ίδιοι οι Άγγλοι διασκευάζουν τα λόγια του Γκίλμπερτ όταν ανεβάζουν σήμερα τις οπερέτες αυτές- και άλλωστε η σάτιρα είναι για τις κυβερνήσεις.

Με ενόχλησε πολύ όμως η ταύτιση της αυστηρής, ηλικιωμένης και δυσκολοαγάπητης αριστοκράτισσας Κάτισα με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, ταύτιση που έγινε αφού στα λόγια της προστέθηκαν στη μετάφραση οι φράσεις «επονείδιστο και επαχθές» και «παράνομο και απεχθές». Αυτό και σεξιστικό το βρίσκω και όχι έντιμο πολιτικά, το θεωρώ στραβοπάτημα της παράστασης.

Κι ένα άλλο γλωσσικό, με το οποίο θα κλείσω. Αν είχα κάτι να προσάψω στη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά θα ήταν ότι χρησιμοποιούσε λόγιες λέξεις λιγάκι συχνότερα απ’ όσο συνηθίζω εγώ. Μη φανταστείτε όμως τρομερές υπερβολές -υπάρχουν πολύ χειρότερα, και τα είχαμε δει σε μερικές όπερες που παίχτηκαν πρόσφατα από το κανάλι της Βουλής όπου ο υποτιτλιστής μετέφραζε βυθισμένος στο Λίντελ Σκοτ και χρησιμοποιούσε λέξεις όπως… ριγεδανός.

Όχι, η Σχινά απέφυγε τέτοιες ακρότητες. Και δεν θα έγραφα τίποτα αν δεν συνέβαινε το περιστατικό που θα σας αφηγηθώ.

Ο διπλανός μου στο θέατρο, νεότερος από εμένα, με χαιρέτισε πριν αρχίσει η παράσταση και δήλωσε αναγνώστης του ιστολογίου. Στο πρώτο μέρος του έργου, λίγο μετά το τραγούδι που είδαμε πιο πάνω, υπάρχει το τρίο των μαθητριών, όπου σε ένα ρεφρέν τραγουδούν όλες μαζί:

Three, little maids who, all unwary,
Come from a ladies’ seminary,
Freed from its genius tutelary –
Three little maids from school!

Η ελληνική μετάφραση:

Τρεις κοπελιές κι οι τρεις αθώες
Απ’ το σχολειό βγήκαμε σώες
Απαλλαγμένες απ’ τους νόες
Απ’ το σχολειό κι οι τρεις!

Αυτό το ρεφρέν ακούστηκε δύο φορές και το είδαμε να προβάλλεται στους υπέρτιτλους. Μου έκανε εντύπωση ο πληθυντικός «νόες», τον βρήκα άκομψο, βεβιασμένη επιλογή για χατίρι της ρίμας -και σημείωσα στη μέσα σελίδα του προγράμματος: νόες! (Το έχω συνήθεια να κρατάω σημειώσεις όταν παρακολουθώ παραστάσεις).

Στο διάλειμμα, βγήκα έξω μαζί με τον διπλανό μου και, όπως είχε αναπτυχθεί οικειότητα, είπαμε δυο λόγια για την παράσταση. Οπότε, κάποια στιγμή με ρωτάει.

— Συγνώμη, τι θα πει «νόες»;

Ανοιξα το πρόγραμμα, τού έδειξα τη σημείωση που είχα κάνει, του είπα ότι είναι ο πληθυντικός του «νους», που βέβαια είναι δύσχρηστος και σπάνιος διότι σχεδόν πάντα λέμε «μυαλά» (πχ είναι λαμπρός νους – αλλά: είναι από τα πιο λαμπρά μυαλά της γενιάς του) και συμφωνήσαμε ότι ήταν λάθος αυτή η επιλογή της μεταφράστριας.

Ζητησα την άδεια από τον συνομιλητή μου να αναφέρω εδώ ότι είναι λίγο κάτω από 40 χρονών και με μεταπτυχιακές σπουδές, φίλος του μουσικού θεάτρου. Οπότε, αν η λέξη είναι άγνωστη στον συνομιλητή μου που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά σαφώς ήταν κακή επιλογή.

Αλλά δεν είναι πρέπον να κατακρίνεις μια επιλογή χωρίς να προτείνεις εναλλακτική. Μια λύση που θα μπορούσε να σταθεί χωρίς τους ασυμπάθιστους νόες θα ήταν:

Τρεις κοπελιές, κορίτσια αθώα
Απ’ το σχολειό βγήκαμε σώα
Γλιτώσαμε κι απ’ τα μητρώα
Απ’ το σχολειό κι οι τρεις!

Βέβαια, κάπως σκαμπανεβάζει στις εναλλαγες του γένους. Ισως υπάρχουν λύσεις με -όες, αλλά χωρίς νόες και πλόες.

Κάντε κάτι κι εσείς! (Μη μου φέρετε όμως τις Φερόες!)

 

Posted in όπερα, Θεατρικά, Κριτική μεταφράσεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 134 Σχόλια »

Πέντε επιστολές του Μότσαρτ

Posted by sarant στο 3 Δεκέμβριος, 2017

Την Τρίτη έχουμε την επέτειο του θανάτου του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, οπότε σήμερα θα παρουσιάσω μερικές επιστολές του παρμένες από το βιβλίο Β.Α.Μότσαρτ -Αλληλογραφία, που κυκλοφόρησε το 1991 σε δική μου επιλογή, μετάφραση και επιμέλεια από τις εκδόσεις Ερατώ (β’ έκδοση το 2001).

Μου αρέσει πολύ ο Μότσαρτ, ιδίως οι μεγάλες του όπερες, και στα νιάτα μου είχα ασχοληθεί αρκετά με τη ζωή και το έργο του. Το 1991 δημοσίευα στην εφημ. Τα Νέα καθημερινή στήλη με τίτλο «Η σημερινή μέρα στη ζωή του Μότσαρτ» (εδώ ένα δείγμα) και στο τέλος της χρονιάς έβγαλα και το βιβλίο με την αλληλογραφία (εδώ ένα μικρό δείγμα).

Σήμερα που είναι Κυριακή και υπάρχει περιθώριο, παρουσιάζω τέσσερις ακόμα επιστολές του Μότσαρτ. Πρόσφατα επίσης έμαθα ότι από το ραδιόφωνο της ΕΡΤ έγιναν φέτος δύο εκπομπές αφιερωμένες στην αλληλογραφία του Μότσαρτ, στην εκπομπή Μικρές δεξαμενές μελάνης της Αφροδίτης Κοσμά, στις οποίες χρησιμοποιήθηκε υλικό από το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα και από άλλα βιβλία. Μπορείτε να τις ακούσετε εδώ (Πρώτη εκπομπή και Δεύτερη εκπομπή).

Ξεκινάμε λοιπόν τις επιστολές του Μότσαρτ.

Η πρώτη επιστολή γράφτηκε το 1777, από το Μανχάιμ. Ο Μότσαρτ έχει παραιτηθεί από την υπηρεσία του στην αυλή του Σάλτσμπουργκ και έχει φύγει με τη μητέρα του ταξίδι με τελικό προορισμό το Παρίσι. Στο Μανχάιμ θα περάσουν τον χειμώνα του 1777.

[Μανχάιμ, 8 Νοεμβρίου 1777]

Αγαπημένε μου μπαμπά!

Δεν μπορώ να γράψω ποιητικά, δεν είμαι ποιητής. Δεν ξέρω να χειρίζομαι τις φράσεις με τέτοια τέχνη που να τις κάνω να δίνουν σκιές και φως, δεν είμαι ζωγράφος. Ούτε μπορώ να εκφράσω τα αισθήματα και τις σκέψεις μου με χειρονομίες και παν­τομίμα, δεν είμαι χορευτής. Το μπορώ όμως με τους ήχους, είμαι μουσικός. Αύριο θα παίξω, στου Καννάμπιχ, προς τιμήν σας, τις ευχές μου για τη γιορτή σας στο πιάνο. Για σήμερα, αρκούμαι στο να σας ευχηθώ, απ’ όλη μου την καρδιά, πολυαγαπημενε μου πατέρα, όλα όσα σας εύχομαι κάθε μέρα, πρωί και βράδυ: υγεία, μακροζωία και καλή διάθεση. Ελπίζω επίσης ότι τώρα θα έχετε λιγότερες σκοτούρες απ’ όσες όταν ήμουν στο Σάλτσμπουργκ, διότι πρέπει να ομολογήσω ότι η μοναδική αιτία ήμουν εγώ. Με κακομεταχειρίζονταν και δεν το άξιζα — σεις φυσικά με συμπονούσατε, αλλά το παίρνατε πολύ κατάκαρδα. Βλέπετε, αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο άφησα τόσο γρήγορα το Σάλτσμπουργκ. Ελπίζω έτσι η ευχή μου να εκπλη­ρωθεί. Θα κλείσω τώρα με μια μουσική φιλοφρόνηση. Σας εύ­χομαι να ζήσετε τόσα πολλά χρόνια που να φτάσετε να μην μπο­ρείτε πλέον να συνθέσετε τίποτα καινούργιο. Να είστε καλα. Με όλο μου το σεβασμό σας παρακαλώ να συνεχίσετε να μ’ αγα­πάτε λίγο και να αρκεστείτε σ’ αυτή τη θλιβερή φιλοφρόνηση, ώσπου στη μικρούτσικη και στενή ντουλάπα του μυαλου μου να φτιάξω καινούργια συρτάρια για να βάλω μέσα τη σοφία που σκοπεύω στο μέλλον να αποκτήσω. Φιλώ χίλιες φορές τα χέρια του μπαμπά και παραμένω έως τον θάνατο,

πολυαγαπημένε μου πατέρα,
ο ευπειθέστατος γιος σας
Βόλφγκανγκ Αμαντέ Μοτσαρτ
Μανχάιμ, 8 Νοεμβρίου 1777

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Επιστολές, Μότσαρτ, Μουσική, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 95 Σχόλια »

Μια άρια από τον Τροβατόρε

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2017

Δίνεται σήμερα στο Ηρώδειο η πρεμιέρα του Τροβατόρε, της δημοφιλέστατης όπερας του Τζουζέπε Βέρντι, σκέφτηκα λοιπόν, μια που δεν μπορώ να πάω, να αφιερώσω το σημερινό άρθρο στην όπερα αυτή. Θα συζητήσουμε για τον τίτλο της όπερας και θα δούμε την υπόθεσή της και μια από τις πιο γνωστές της άριες.

Βέβαια, ο τσαγκάρης δεν έχει αρμοδιότητα παραπάνω απ’ τον αστράγαλο, οπότε τα δικά μου σχόλια δεν θα είναι μουσικολογικά, όσο λεξιλογικά. Δεν κρύβω πάντως ότι μου αρέσει πολύ η ιταλική όπερα μέχρι και τον Βέρντι. Στο ιστολόγιο δεν έχω φανερώσει τόσο πολύ αυτή την κλίση μου, αν και πριν από τρεις μήνες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για μιαν άρια από τον Κουρέα της Σεβίλλης.

Η όπερα του Βέρντι έχει καθιερωθεί να αναφέρεται στην πατρίδα μας με τον ιταλικό της τίτλο αμετάφραστο, Τροβατόρε (στα ιταλικά Il trovatore). Ο αντίστοιχος ελληνικός όρος είναι «τροβαδούρος», μεταφορά του γαλλ. troubadour.

Οι τροβαδούροι ήταν περιπλανώμενοι λυρικοί ποιητές και μουσικοί που έζησαν στην Προβηγκία και γενικά στη νότια Γαλλία από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα. Τραγουδούσαν κυρίως ερωτικά ιπποτικά θέματα στη λεγόμενη γλώσσα του οκ. Την ίδια εποχή στη Βόρεια Γαλλία άκμασαν οι τρουβέροι, που είχαν όμως πιο πολύ πολεμική θεματολογία.

Και οι δυο κατηγορίες τραγουδιστάδων έχουν παρεμφερή ετυμολογία και στην αρχή της αλυσίδας βρίσκεται η ελληνική λέξη τρόπος. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως tropus, με πολλές σημασίες μεταξύ των οποίων «ρητορικό σχήμα». Από εκεί παράγεται το υστερολατινικό ρήμα contropare που σημαίνει «μιλώ μεταφορικά», «κάνω συγκρίσεις», καθώς και μια αμάρτυρη παραλλαγή του, το *tropare με σημασία «συνθέτω, εφευρίσκω».

Αυτό το *tropare πήρε λοιπόν δύο σημασίες που σιγά-σιγά χωρίστηκαν, αφενός τη «συνθέτω ένα ποίημα» και αφετέρου τη σημασία «ανακαλύπτω, εφευρίσκω». Από το παλαιοπροβηγκιανό ρήμα trobar, που παραδίδεται και με τις δύο παραπάνω σημασίες, γεννήθηκε η λέξη trobador που δήλωνε τους περιπλανώμενους αυτούς συνθέτες και τραγουδιστές. Η λέξη διαδόθηκε στις άλλες γλώσσες της περιοχής, και στα γαλλικά ως troubadour. Εν τω μεταξύ στα γαλλικά παράγωγο του *tropare ήταν το ρήμα trouver που σιγά-σιγά πήρε αποκλειστικά τη σημασία «βρίσκω» και είναι σήμερα ένα από τα κοινότερα ρήματα της γαλλικής γλώσσας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Μεταφραστικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , | 83 Σχόλια »

Τρώνε σπετζοφάι οι Spice Girls;

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2017

Ομολογώ πως δεν μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση του τίτλου αν και φαντάζομαι πως η απάντηση θα είναι αρνητική: αφενός, για να μάθουν το σπετζοφάι πρέπει να βρεθούν από τα μέρη μας, αν και όχι αναγκαστικά στο Πήλιο, και αφετέρου πάω στοίχημα ότι το χωριάτικο λουκάνικο δεν ικανοποιεί τις υγιεινιστικές προδιαγραφές που με θρησκευτική ευλάβεια πρέπει να τηρούν οι αστέρες του θεάματος. Υπάρχει κι άλλο ένα προβληματάκι, ότι το πενταμελές συγκρότημα έχει διαλυθεί και οι περσινές προσπάθειες να ανασυσταθούν με τρία από τα αρχικά μέλη δεν ευοδώθηκαν.

Αρνητική όμως είναι η απάντηση αν εννοήσουμε κυριολεκτικά την ερώτηση. Ωστόσο, εμείς εδώ λεξιλογούμε, κι έτσι το σημερινό άρθρο δεν θα είναι αφιερωμενο στο διαιτολόγιο του γνωστού συγκροτήματος, αλλά στο κατά πόσον υπάρχει ετυμολογική σχέση ανάμεσα στο σπετζοφάι και στη λέξη spice.

Αυτήν ακριβώς την ερώτηση την έθεσε σε σχόλιο ένας φίλος του ιστολογίου πριν από μερικές μέρες, σκέφτηκα λοιπόν ότι προσφέρεται για ένα σύντομο αρθράκι, τέτοιο που ταιριάζει σε μια καλοκαιρινή Παρασκευή.

Το σπετζοφάι λοιπόν, σύμφωνα με την επικρατέστερη εξήγηση, πήρε την ονομασία του από τις πιπεριές, που αποτελούν βασικό του συστατικό -οι δε καυτερές πιπεριές λέγονται και σπέντζες στο Πήλιο και σε άλλα πολλά σημεία της χώρας, αλλά και στα αρβανίτικα.

Στα Ρόδινα ακρογιάλια του, ο Παπαδιαμάντης, αντικρινός στο Πήλιο, παρουσιάζει έναν διάλογο με τον Κώστα, επιστάτη ενός κτήματος, που του αρέσει να ανακατεύει στην κουβέντα του τούρκικες λέξεις. Του λέει ο Κώστας, και μεταφράζει αμέσως ο αφηγητής:

― Σπέντζες ἰστέρσιν; μοῦ ἐφώναξε μακρόθεν ὁ Κώστας. Βὰρ τσόκ. (Πιπεριὲς θέλεις; Ἔχω πολλές.)

Επειδή η λέξη σπέντζα = πιπεριά δεν είναι πανελλήνια και επειδή σήμερα δεν είναι πια τόσο γνωστή, πολύς κόσμος το σπετζοφάι το παρετυμολογεί με τις Σπέτσες και το λέει σπετσοφάι -αλλά για τις Σπέτσες θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Τοπωνύμια, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , | 173 Σχόλια »

Η άρια της συκοφαντίας

Posted by sarant στο 4 Απρίλιος, 2017

Ο τίτλος κυριολεκτεί. Δεν έχει μεταφορική σημασία, το σημερινό άρθρο δεν είναι αφιερωμένο στη συκοφαντία γενικώς αλλά, πολύ ειδικά, σε μια άρια -μια πολύ γνωστή άρια από μια πολύ γνωστή όπερα, από τον Κουρέα της Σεβίλλης του Τζοακίνο Ροσίνι. Οι άριες συνήθως αναφέρονται με τον πρώτο στίχο τους, οπότε κι αυτή λέγεται La calunnia è un venticello, αλλά συχνά θα τη δείτε να αναφέρεται και ως «άρια της συκοφαντίας». Calunnia είναι η συκοφαντία, calumny στα αγγλικά, λατινικής αρχής. Venticello είναι υποκοριστικό του vento, ο άνεμος, άρα «η συκοφαντία είναι ένα αεράκι».

Άλλες φορές έχουμε γράψει στο ιστολόγιο άρθρα για τραγούδια, οπότε γιατί όχι και για άριες; Τραγούδι είναι και η άρια και λαϊκό είδος ήταν η όπερα στην Ιταλία στη χρυσή εποχή της -μην κοιτάτε τώρα που πηγαίνουν με φράκο, τότε οι θεατές έτρωγαν, έπιναν και συζητούσαν, κι ο κάθε συνθέτης κανόνιζε να έχει και καναδυό άριες κάπως πιο δεύτερες και τότε ήταν η ώρα που θα περνούσε ο μικρός που πουλούσε τα παγωτά -αυτές τις λέγαν aria di sorbetto.

Στην αρχή είχα σκεφτεί να παρουσιάσω μιαν ολόκληρη όπερα αλλά μου έβγαινε πολύ μεγάλο το άρθρο, οπότε περιορίζομαι προς το παρόν σε μιαν άρια. Εννοείται ότι θα λεξιλογήσουμε κιόλας.

Στον Κουρέα της Σεβίλλης, το λιμπρέτο είναι του Στερμπίνι. Τα περισσότερα λιμπρέτα θεωρούνται παρακατιανά, όμως πολλά πατάνε πάνω σε αριστουργήματα του θεάτρου κι έτσι έχουν μια στέρεη βάση. Τούτο εδώ στηρίζεται στο θεατρικό έργο του Μπομαρσέ Le barbier de Séville, που ήδη το είχε κάνει όπερα ο βετεράνος Παϊζιέλο, και όταν ο Ροσίνι ανέβασε τη δική του όπερα, το 1816, στην πρεμιέρα είχαν έρθει κλακαδόροι του πρώτου διδάξαντος και έκραζαν με αποτέλεσμα να καταλήξει η παράσταση σε παταγώδες φιάσκο. Αλλά πλατειάζω.

Στο έργο λοιπόν, ο αυστηρός ντον Μπάρτολο είναι κηδεμόνας της όμορφης ορφανής Ροζίνας που την πολιορκεί ο κόμης Αλμαβίβα μεταμφιεσμένος σε φτωχό νεαρό με το όνομα Λιντόρο. Ο Φίγκαρο, κουρέας και άνθρωπος για όλες τις δουλειές, βοηθάει τον κόμη να μπει στο σπίτι της Ροζίνας. Ο Μπάρτολο, από τη μεριά του, θέλει να παντρευτεί την όμορφη προστατευόμενή του (και να τσεπώσει την παχυλή περιουσία της) και ζητάει τη βοήθεια του Ντον Μπαζίλιο, που διδάσκει μουσική στη μικρή. Ο Μπαζίλιο τον προειδοποιεί ότι φάνηκε στην πόλη ο κόμης Αλμαβίβα και του συνιστά να τον εξουδετερώσουν με τη μέθοδο της συκοφαντίας. Ο Μπάρτολο δεν καταλαβαίνει και τότε ο Μπαζίλιο του εξηγεί τι είναι η συκοφαντία, τραγουδώντας την περίφημη άρια.

Η άρια είναι γραμμένη για μπάσο, που είναι η πιο βαριά από τις αντρικές φωνές. Οι στίχοι θεωρούνται πολύ καλογραμμένοι, επειδή κάνουν ωραίες παρηχήσεις και δείχνουν πώς η συκοφαντία ξεκινάει απαλά απαλά και όλο και δυναμώνει, μέχρι που τελικά βροντάει σαν κανονιά.

Ακούμε τον Ρουτζέρο Ραϊμόντι, να τραγουδάει την άρια σε κοντσέρτο, όχι δηλαδή μέσα σε όπερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Γλωσσικά δάνεια, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , | 148 Σχόλια »

Ο Μποστ και η Νόρμα της Μαρίας Κάλλας

Posted by sarant στο 2 Σεπτεμβρίου, 2016

Κάθε Παρασκευή του αποκαλόκαιρου έχουμε πει να βάζουμε Μποστ, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα Σεπτέμβρη δηλαδή, μπορεί και ως τα τέλη του μήνα. Την περασμένη Παρασκευή είχαμε δει ένα σκίτσο του Μποστ για ένα επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου, την κατάρριψη του αμερικανικού κατασκοπευτικού αεροσκάφους U-2 τον Μάιο του 1960. Σήμερα θα δούμε τον Μποστ να σχολιάζει όχι ένα πολιτικό παρά ένα καλλιτεχνικό γεγονός: την εμφάνιση της Μαρίας Κάλλας στην Επίδαυρο.

mpost-norma

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Γελοιογραφίες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 57 Σχόλια »

Η μέρα του πι

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2016

piΣήμερα είναι 14 Μαρτίου, 14/3 δηλαδή, κι άμα το γράψουμε αμερικανοπρεπώς είναι 3/14, οπότε δεν είναι ανεξήγητο που διάλεξα αυτή την ημερομηνία για να παρουσιάσω ένα άρθρο αφιερωμένο στο π -μάλιστα το περίεργο είναι που δεν το σκέφτηκα νωρίτερα, κάποιαν από τις προηγούμενες χρονιές και το άφησα για φέτος, χρονιάρα μέρα.

Βέβαια, δεν θα αναφερθώ μόνο στο μαθηματικό π, αλλά με αυτή την ευκαιρία θα παρουσιάσω και ό,τι έχω να πω για το γράμμα π, κι έτσι θα έχουμε (και) ένα από τα αλφαβητικά άρθρα που βάζω πότε πότε.

Αλλά θα ξεκινήσουμε από τα μαθηματικά, όπου το π είναι πασίγνωστο επειδή συμβολίζει τον λόγο της περιφέρειας ενος κύκλου προς τη διάμετρό του, ένα μέγεθος που είναι πανταχού παρόν σε όλες τις θετικές επιστήμες. Είναι δηλαδή μια μαθηματική σταθερά, που συνήθως την προσεγγίζουμε με δύο ψηφία (3,14, που μας έδωσε και την αφορμή για το σημερινό άρθρο). Συχνά την προσεγγίζουμε επίσης με πέντε ψηφία, 3,14159, που όταν ήμουν μαθητής το θυμόμασταν με τη βοήθεια του ρητού «Αεί ο Θεός ο μέγας γεωμετρεί» (ρήση που αποδίδεται από τον Πλούταρχο στον Πλάτωνα).

Ωστόσο, πρέπει να πούμε ότι η σταθερά π είναι άρρητος αριθμός, έχει δηλαδή άπειρα δεκαδικά ψηφία και μια από τις εφαρμογές των υπερυπολογιστών είναι να βρίσκουν εκατομμύρια και άλλα εκατομμύρια ψηφία του π, όρεξη να έχει κανείς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Αθυροστομίες, Αλφάβητο, Λεξικογραφικά, Μαθηματικά | Με ετικέτα: , , , , | 202 Σχόλια »

Μία μέρα κάθε τέσσερα χρόνια, και πάλι

Posted by sarant στο 29 Φεβρουαρίου, 2016

Για ευνόητους λόγους, σήμερα επαναλαμβάνω το άρθρο που είχα δημοσιέψει τέτοια μέρα πριν από τέσσερα χρόνια. Αλλά για να μην παραπονιέστε ότι τεμπελιάζω, έχω αλλάξει και προσθέσει πολλά, ιδίως λαογραφικά.

Η σημερινή μέρα, 29 Φεβρουαρίου, δεν είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες, είναι ξεχωριστή, αφού έρχεται μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια, όταν έχουμε δίσεχτη χρονιά όπως φέτος, κι έτσι ο Φλεβάρης έχει 29 μέρες αντί για 28 που είναι το συνηθισμένο του.

Ο λόγος που γίνεται αυτή η αναστάτωση είναι πως το ηλιακό έτος δεν διαρκεί ακριβώς 365 μέρες, όσο και το ημερολογιακό, αλλά λίγο περισσότερο, 365 μέρες και 6 ώρες περίπου. Έτσι, κάθε τέσσερα χρόνια προσθέτουμε μία μέρα, την 29η Φεβρουαρίου, για να μαζέψει τα μπόσικα και να εναρμονίσει το ημερολόγιο, πράγμα πολύ πραχτικό αφού 6 ώρες επί 4= 24 ώρες. Αυτή η πρόσθετη μέρα είναι η σημερινή, αφού το 2016 είναι κι αυτό δίσεκτο έτος.

Στα αγγλικά το δίσεκτο έτος λέγεται leap year και η πρόσθετη μέρα λέγεται leap day. Στα ελληνικά θα την πούμε εμβόλιμη μέρα.

Τα παιδιά που γεννήθηκαν στις 29 Φεβρουαρίου λέγονται στα αγγλικά leapers, ή τουλάχιστον έτσι βρήκα κάπου -στα ελληνικά δεν ξέρω αν υπάρχει όρος. Τα παιδιά αυτά έχουν γενέθλια μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια και για μια φίλη μου, που γιορτάζει σήμερα τα γενέθλιά της, λέμε στα αστεία ότι έχει μόλις γίνει 15 χρονών.

Πιο διάσημοι «δισεκτογεννημένοι» (ας το πω έτσι) είναι ο Τζοακίνο Ροσίνι (γενν. 1792), που με το μέτρο της φίλης μου θα ήταν ένας ευσταλής μεσήλικας 56 χρονών, ο νεαρός Γιώργος Σεφέρης (γενν. 1900, δείτε και παρακάτω) και ο έφηβος πατριάρχης Βαρθολομαίος (γενν. 1940).

Η εκκλησία γιορτάζει σήμερα τον άγιο Κασσιανό, αλλά όχι την Κασσιανή, που έχει δική της μέρα, κανονική μέσα στη χρονιά -πονηρές οι γυναίκες. Αλλά το θέμα δεν είναι και τόσο απλό, το είχαμε συζητήσει πριν από τέσσερα χρόνια αυτό (δείτε τα σχόλια) και φαίνεται πως οι γνώμες διίστανται. Για ποιο λόγο ο Κασσιανός έπεσε σε δυσμένεια και του δώσανε τσουρούτικη γιορτή, δεν το ξέρω, αν ξέρει κανείς θετικά ας πει. (Σύμφωνα με ένα εύθυμο άρθρο του Χρ. Χρηστοβασίλη, στον Άγιο Κασσιανό, προστάτη των τεμπέληδων, δόθηκε τσουρούτικη μέρα, επειδή έμπασε έναν δικηγόρο στον Παράδεισο!)

Λέγαμε πιο πάνω ότι η πρόσθετη μέρα θεσπίστηκε για να αντισταθμίσει την εξάωρη διαφορά που έχει το ηλιακό έτος από το ημερολογιακό έτος, αλλά βέβαια στη ζωή τα μεγέθη δεν είναι αλφαδιασμένα: η διαφορά που λέγαμε δεν είναι ακριβώς 6 ώρες, αλλά 5 ώρες και 49 λεπτά περίπου, οπότε με την προσθήκη μιας μέρας κάθε τέσσερα χρόνια υπεραντισταθμίζουμε, και για να εξουδετερωθεί αυτό το σφαλματάκι οι χρονιές που διαιρούνται διά του 100 δεν είναι δίσεκτες ΕΚΤΟΣ αν διαιρούνται διά του 400: το 2000 ήταν δίσεκτο, αλλά το 2100 δεν θα είναι. Με άλλα λόγια, όπως λέγαμε χαριτολογώντας παλιότερα, αν κάποιος σας δανειστεί λεφτά και σας υποσχεθεί πως θα σας πληρώσει στις 29.2.2100 μην το δεχτείτε.

Όπως επίσης είπαμε στην προηγούμενη συζήτησή μας, το 1900 δεν ήταν δίσεκτο έτος, αλλά αυτό ίσχυε για το Γρηγοριανό ημερολόγιο, το «νέο» ημερολόγιο. Όμως στα μέρη τα δικά μας είχαμε ως το 1923 το παλιό ημερολόγιο, το Ιουλιανό, στο οποίο το 1900 ήταν δίσεκτο. Άρα ο Σεφέρης (και δεκάδες άλλα όχι τόσο διάσημα ρωμιόπουλα) γεννήθηκε σε μιαν ανύπαρκτη για τους δυτικούς ημερομηνία.

Ενώ εμείς εδώ λεξιλογούμε, δεν έχουμε πει τίποτα για τη λέξη «δίσεκτος». Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι η λέξη είναι σύνθετη, δις+έκτος, αλλά τι να σημαίνει αυτό τάχα; Η λέξη είναι μεταφραστικό δάνειο από το λατινικό bisextus, που θα πει «[αυτός που έχει] δυο φορές την έκτη ημέρα». Οι Ρωμαίοι στα δίσεκτα χρόνια τους επαναλάμβαναν την έκτη μέρα πριν από τις καλένδες του Μαρτίου, που ήταν η «δις έκτη» και έτσι ονομάστηκαν τα αντίστοιχα έτη, και από εκεί και το ελληνικό ως μεταφραστικό δάνειο.

Υπάρχει στα ελληνικά και τύπος «βίσεχτος» (π.χ. στα κρητικά), που όμως δεν είναι ανάγκη να σκεφτούμε πως προέρχεται κατευθείαν από τα λατινικά αφού η εναλλαγή αρκτικού δ-β είναι συχνή (π.χ. βιβάρι-διβάρι, διχάλη-βιχάλη).

Ο δίσεχτος χρόνος θεωρείται γρουσούζικος και αυτή η δεισιδαιμονία είναι πολύ παλιά. Στις Παροιμίες του Ν. Πολίτη βρίσκω ότι ήδη στον Αμμιανό Μαρκελίνο αναφέρεται πως θεωρούσαν απαίσια μέρα την εμβόλιμη του Φεβρουαρίου αλλά και όλο το δίσεκτο έτος και η δεισιδαιμονία έχει περάσει και στους Ιταλούς -ο Πολίτης δίνει αρκετές παροιμίες από ιταλικές διαλέκτους, π.χ. τη βερονέζικη Quando l’ano vien bisesto, non por bachi e non far nesto (= όταν έρχεται δίσεχτος ο χρόνος, μη θρέφεις κουκούλι και μη βάλεις καταβολάδα).

Αντίστοιχη και η κρητική παροιμία, «Σαν είν’ ο χρόνος βίσσεχτος γάμοι να μη γενούνε, κι αμπέλια μη φυτεύγουνται γιατί ατσιποδιούνε», και πράγματι πολλά ζευγάρια αποφεύγουν να παντρευτούν σε χρόνο δίσεχτο, κάτι που θα πρέπει να επιβεβαιώνεται και από τις στατιστικές (εγώ πάντως σε δίσεχτο χρόνο παντρεύτηκα και παράπονο δεν έχω).

Μεταφορικά, δίσεχτος χρόνος λέγεται κάθε χρονιά, και γενικότερα κάθε χρονική περίοδος γεμάτη συμφορές -λέμε, ας πούμε, τα δίσεκτα χρόνια του πολέμου. Η μεταφορική χρήση υπάρχει ήδη στη δημοτική ποίηση. Θυμόμαστε στο τραγούδι «του νεκρού αδερφού», ότι «Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα / κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι». Σε άλλο τραγούδι, «ήρθανε χρόνοι δίσεχτοι, μήνες φαρμακωμένοι» (με τον υπέροχο τρόπο της δημοτικής ποίησης να επιτείνει μιαν εικόνα μνημονεύοντας το όλο και τα μέρη του).

Αλλά και στη λόγια ποίηση βρίσκουμε το μοτίβο -ένας δισεχτογεννημένος, που τον αναφέραμε πιο πάνω, ο Γιώργος Σεφέρης, γράφει στην Κίχλη:

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.
Έτυχε
να ’ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.

Με την έννοια αυτή, δίσεχτα χρόνια έχουμε πολλά συναπτά στη χώρα μας και στον κόσμο μας. Αλλά για να μην κλείσουμε το άρθρο δυσοίωνα, ας αλλάξουμε κλίμα με ένα απόσπασμα από μια κωμική όπερα του επίσης δισεκτογεννημένου Τζοακίνο Ροσίνι, το «Siete Turchi…» από την όπερα Ο Τούρκος στην Ιταλία, σε ένα εύθυμο ντουέτο που γίνεται τρίο που γίνεται κουαρτέτο, με τη Μαρία Κάλλας μοναδική στον ρόλο της Φιορίλας.

(κι επειδή κόβεται κάπως απότομα, ακούστε και τα υπόλοιπα).

 

 

 

Posted in όπερα, Επαναλήψεις, Επετειακά, Ημερολογιακά, Λαογραφία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 118 Σχόλια »