Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Όχι στα λεξικά’ Category

45 λέξεις από τη Γορτυνία (μια συνεργασία του Λάμπα)

Posted by sarant στο 28 Νοεμβρίου, 2022

Στις αρχές του μήνα είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο με λέξεις από τον Κάλαμο (το νησί του Ιονίου), και σας είχα προτρέψει να γράψετε κι εσείς άρθρα λεξιλογικής περιήγησης για την ιδιαίτερη πατρίδα σας. Πρώτος ανταποκρίθηκε ο φίλος μας ο Spiridione, με άρθρο για κερκυραϊκές λέξεις στο έργο του Ιωαν. Καρτάνου, και σήμερα με πολλή χαρά παρουσιάζω μια συνεργασία του φίλου μας του Λάμπα, ο οποίος μας φέρνει σε στεριανό περιβάλλον, αφού διάλεξε 45 λέξεις από τη Γορτυνία. 

Η Γορτυνία ήταν επαρχία του νομού Αρκαδίας, όταν υπήρχαν επαρχίες. Ταυτίζεται περίπου με τον σημερινό καλλικρατικό δήμο Γορτυνίας, που έχει πρωτεύουσα τη Δημητσάνα. Είναι η πιο δυτική από τις τέσσερις επαρχίες του νομού. 

Λένε ότι το μοραΐτικο ιδίωμα αποτέλεσε τη βάση για την τυποποιημένη ελληνική μετά τη συγκρότηση του κράτους, αλλά αυτό δεν αποκλείει την ύπαρξη τοπικών ιδιωματισμών που δεν ανήκουν στην κοινή.

Δεν χρειάζονται περισσότερα για εισαγωγή, παραθέτω όσα έγραψε ο φίλος μας ο Λάμπας και περιστασιακά σχολιάζω [μέσα σε αγκύλες]

45 λέξεις από τη Γορτυνία

Τις παρακάτω λέξεις τις έχω συναντήσει όλες στον καθημερινό λόγο. Επειδή όμως το ιδίωμα υποχωρεί και ορισμένες είχα χρόνια να τις ακούσω, χρειάστηκε να συμβουλευτώ, για να επιβεβαιώσω κάποιες σημασίες, το «Τοπικό λεξικό της Γορτυνίας» του Ηλία Καραμάνη και διάφορα τοπικά γλωσσάρια που υπάρχουν στο διαδίκτυο – βρίσκεις, ευτυχώς,  πολλά πλέον.

αναζουπάω = ξαναζωντανεύω, συνέρχομαι από λιποθυμία ή αρρώστια, ανακτώ τις δυνάμεις μου   

Εκεί που την είχαμε για θάνατο, η γριά αναζούπησε!

ανάκαρο (το) = δυνάμεις, αντοχή

Κάποτε τα έκανα όλα μόνος μου, αλλά τώρα πια δεν έχω ανάκαρο.

[Τη βρίσκουμε συχνά και ως νάκαρο, νάκαρα μάλιστα, στον πληθυντικό: δεν έχω νάκαρα]

 ανατσουτσουρώνομαι = αντιδρώ σε έναν κίνδυνο ή μια πρόκληση, παίρνοντας απειλητική στάση.

Έχεις δει τη γάτα πώς ανατσουτσουρώνεται, μόλις δει το φίδι;

Μη μου ανατσουτσουρώνεσαι εμένα!  Δε σε φοβάμαι! 

 βοϊδογλειψιά = η φράντζα. Ο Καραμάνης σημειώνει, εύστοχα νομίζω, ότι η λέξη προέρχεται από το σχήμα που παίρνει το τρίχωμα των νεογέννητων μοσχαριών, όταν τα γλείφει η μάνα τους.

─Ποιος υπουργός είναι ο Τσοβόλας; 

─Αυτός με τη  βοϊδογλειψιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Πελοπόννησος, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 86 Σχόλια »

Ο ανήφορος του Νίκου Καζαντζάκη

Posted by sarant στο 27 Νοεμβρίου, 2022

Στις 26 Οκτωβρίου, ακριβώς 65 χρόνια μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα (που επανεκδίδουν το σύνολο του έργου του) το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Ο ανήφορος».

Όποια γνώμη κι αν έχει κανείς για τον μεγάλο Έλληνα συγγραφέα, η έκδοση αυτή ασφαλώς αποτελεί σημαντικό εκδοτικό και φιλολογικό γεγονός.

Το μυθιστόρημα το έγραψε ο Καζαντζάκης το 1946, όταν έφυγε από την Ελλάδα για την Αγγλία, στον πρώτο σταθμό μιας αυτοεξορίας που έμελλε να κρατήσει ίσαμε τον θάνατό του, το 1957. Ένα κομμάτι («Ο θάνατος του παππού») το δημοσίευσε στη Νέα Εστία, τον Μάρτιο του 1947 (τχ 473) με αφιέρωση στην Τέα Ανεμογιάννη και με την υποσημείωση: Ένα κεφάλαιο από το τελευταίο βιβλίο που γράφτηκε στο Cambridje [sic], αλλά το υπόλοιπο έργο το άφησε ανέκδοτο.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά κάποιες σελίδες του τις χρησιμοποίησε στον Καπετάν Μιχάλη. Στο απόσπασμα που θα διαβάσετε πιο κάτω, ίσως θυμηθείτε τη σκηνή με τους τέσσερις τζουτζέδες του πατέρα του αφηγητή, που είμαι βέβαιος (αλλά δεν μπορώ να το ψάξω τώρα) πως υπάρχει  και στον Καπετάν Μιχάλη.

Ήρωες στο μυθιστόρημα είναι ο Κοσμάς, σαραντάχρονος συγγραφέας και προφανές  αλτερέγκο του Καζαντζάκη, και η Νοεμή, η Πολωνοεβραία γυναίκα του που έχει περάσει όλη τη φρίκη του πολέμου και του Ολοκαυτώματος. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην Κρήτη αρχικά και στη συνέχεια την Αγγλία.

Ο εκδοτικός οίκος Διόπτρα έδωσε στο γεγονός τη σημασία που του αξίζει. Η έκδοση είναι καλαίσθητη και το κείμενο του μυθιστορήματος (αλλά όχι των προλόγων κτλ) είναι τυπωμένο σε ιδιαίτερη γραμματοσειρά, πολύ ευχάριστη στο μάτι. Αρκετές λέξεις εξηγούνται σε υποσημείωση, με μια πρωτοτυπία: δεν υπάρχει αστερίσκος ή άλλη ένδειξη στη λέξη που εξηγείται, αλλά στο κάτω μέρος της σελίδας υπάρχουν οι εξηγήσεις με διαφορετική γραμματοσειρά. Οι εξηγήσεις βασίζονται στο «Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» του Β. Γεώργα, ένα πολύ αξιόλογο έργο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Πανεπ. Εκδόσεις Κρήτης και που φιλοδοξώ κάποτε να παρουσιάσω εδώ. Για να πάρετε μια ιδέα των λέξεων που εξηγούνται, στο τέλος του αποσπάσματος που θα παραθέσω βάζω όλες μαζί τις εξηγούμενες λέξεις -και σημειώνω και κάποιες παρατηρήσεις.

Αξιοδιάβαστο και χρήσιμο είναι και το Επίμετρο που το υπογράφουν, όπως και τον πρόλογο, ο Νίκος Μαθιουδάκης και η Παρασκευή Βασιλειάδη.

Γεννιέται το ερώτημα, αν προσθέτει κάτι ο Ανήφορος στο έργο του Καζαντζάκη που ξέρουμε (που ξέρουν, όσοι έχουν διαβάσει τα μεγάλα του έργα τουλάχιστον). Ενώ αναγνωρίζω πως είναι σημαντικό γεγονός φιλολογικά, δεν είμαι πεισμένος ότι στέκεται στο ύψος των γνωστών έργων του Καζαντζάκη σαν συνολικό εγχείρημα. Κι ο ίδιος άλλωστε το ίδιο φαίνεται να πίστευε, αφού πήρε σελίδες από το [αποτυχημένο; αποκηρυγμένο;] έργο του και τις ένταξε (σικ, ρε) στον Καπετάν Μιχάλη. Όμως η γνώμη μου αυτή είναι προσωρινή εντύπωση και μπορεί ν’ αλλάξει. Θα άξιζε επίσης να υπάρξει αντιπαραβολή με τον Καπετάν Μιχάλη, κάτι που δεν το κάνουν οι Μαθιουδάκης και Βασιλειάδη στο Επίμετρο, όπου πάντως αναφέρουν πολλά ενδιαφέροντα για την ιστορία του χειρογράφου και την αντιμετώπιση που είχε ως τώρα.

Θα παραθέσω λοιπόν εδώ τις πρώτες σελίδες από τον Ανήφορο (σελ. 29-43 του βιβλίου) και στο τέλος τις Λέξεις που εξηγούνται. Αν μου ξέφυγε κανένα λαθάκι από το Οσιάρ, διορθώστε με.

Πριν προχωρήσω, μια επισήμανση. Έχω βάλει με μαύρα τη λέξη «δυνάμες» (όλες του τις δυνάμες) διότι θεωρώ απίθανο να το έγραψε αυτό ο Καζαντζάκης, ή, ακόμα κι αν είναι έτσι στο χειρόγραφο που σώζεται, θα έπρεπε να το διορθώσουν οι επιμελητές. Ο Καζαντζάκης «δύναμες» και μόνο «δύναμες» έγραφε, όπως είναι ο παλιός δημοτικός-λαϊκός τύπος των δημοτικών τραγουδιών, του Σολωμού και του Βάρναλη, όχι «δυνάμεις» που είναι ο κανονικός τύπος της σημερινής κοινής νεοελληνικής, και οπωσδήποτε όχι το αλλόκοτο «δυνάμες». Οπότε, ένα μείον για την επιμέλεια της έκδοσης. Εχω  και μια μικρή επιφύλαξη για το απόσπασμα: Δεν είχε δική του καμιά στενοχώρια – ήταν γέρος, τιμημένος, πλούσιος, καλή η γυναίκα του, γερά τα παιδιά του, τίποτα δεν του ’λειπε, όπου λογικά θα περίμενα «ήταν γερός», αλλά και το «γέρος» στέκει. Όμως αυτά είναι παρωνυχίδες. Ο λόγος στο άγνωστο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη

Ο ανήφορος

Ι

Ξημέρωνε. Απόγειο αγεράκι φύσηξε κι η θάλασσα ανατρίχιασε ανάλαφρη μυρωδιά από θυμάρι κατέβαινε από τη στεριά κι ο Κοσμάς, όρθιος στην πλώρα, ανάσαινε βαθιά τον κόρφο της Πατρίδας. Βράχοι άγριοι σηκώνουνταν μπροστά του, κάπου κάπου δέντρα μαυρολογούσαν, μακριά οι βουνοκορφές ρόδιζαν. Πώς έφυγε, είκοσι τώρα χρόνια, νέος με χνουδάτα μάγουλα, με χνουδάτη ψυχή και πώς τώρα γύριζε! Στράφηκε’ μια κοπέλα δίπλα του, μικρή, χλωμή, κοίταζε κι αυτή, με μεγάλα μάτια γιομάτα τρομάρα.

— Η Κρήτη! της είπε, χαμογέλασε και της άγγιξε με τρυφε­ρότητα τον ώμο.

Η κοπέλα τινάχτηκε.

— Ναι, είπε’ και σώπασε.

— Εδώ θα ξεχάσεις, της είπε με σιγανή φωνή. Τούτη πια είναι η πατρίδα σου. Ξέχασε την άλλη…

Κι επειδή η κοπέλα σώπαινε:

–  Ξέχασε την άλλη… της ξανάπε με γλύκα.

– Ναι, Κοσμά… έκαμε η κοπέλα· και σώπασε πάλι.

Κι άξαφνα τον άρπαξε από το μπράτσο, τον έσφιξε ανήσυχη, σα να ‘θελε να βεβαιωθεί πως υπάρχει. Γαλήνεψε λίγο.

Η Κρήτη όλο και ζύγωνε με τα βουνά της, με τους ελαιώνες, με τ’ αμπέλια. Το Μεγάλο Κάστρο, πέρα, ασπρολογούσε μέσα στο πρωινό φως. Η μυρωδιά του θυμαριού πλήθαινε. Το φως είχε κατηφορίσει πια από τις κορυφές στις ποδιές του βουνού, έπιανε τώρα τις ρίζες του, χύνουνταν ήσυχα και πλημμύριζε τον κάμπο. Τα δέντρα άρχιζαν και ξεχώριζαν, κοκόρια ακούστηκαν, ο κόσμος ξυπνούσε.

Ο άντρας έσκυψε στην κοπέλα:

— Σε παρακαλώ, της είπε σιγά, τώρα που θα μπεις στο πατρικό μου σπίτι, βάστα την καρδιά σου, μην τρομάξεις. Σκέψου πως είμαι μαζί σου, πάντα. Η μητέρα μου είναι μια άγια γυναίκα, θα σε αγαπήσει· η αδερφή μου, πρέπει να ξέρεις…

Σώπασε· μάζεψε τα φρύδια με αγανάχτηση.

— Τι; είπε η κοπέλα και κοίταξε τον άντρα ανήσυχη.

—  Όταν έγινε δώδεκα χρονών, ο γέρος τη φώναξε: «Δε θα δρασκελίσεις πια το κατώφλι της εξώπορτας», της είπε· «δε θα παρουσιαστείς πια μπροστά μου. Φεύγα!» Κι από τότε πια κλειδομανταλώθηκε σπίτι· κάθουνταν όλη μέρα, ύφαινε, κεντούσε, έκανε τα προυκιά της· όταν γύριζε ο γέρος το βράδυ, άκουγε πρώτη από μακριά το βήμα του κι έτρεχε στη μέσα κάμαρα να κρυφτεί. Όταν έγινε είκοσι χρονών είδε ψηλά από το παράθυρο ένα νέο που την κοίταζε. Την άλλη μέρα, το ίδιο. Την άλλη το ίδιο. Τον αγάπησε… Ένα βράδυ, στα σκοτεινά, του έριξε ένα χαρτάκι: «Έλα, τα μεσάνυχτα’ θα ’μαι στην πόρτα».

Ο Κοσμάς σώπασε· η φλέβα ανάμεσα στα φρύδια του είχε φουσκώσει και χτυπούσε. Τινάχτηκε πάλι μέσα του, όλο αγριότητα, το μίσος, ο φόβος, η αγάπη για το γέρο. Χάθηκε η Κρήτη και διάνεψε μέσα στον αγέρα ο φοβερός ο ίσκιος.

— Σώπα, ψιθύρισε η κοπέλα· σώπα, δε θέλω να μου πεις.

—  Όχι, πρέπει. Τα μεσάνυχτα η αδερφή μου κατέβηκε, ξυπόλυτη, σιγά σιγά για να μην τρίξουν οι σκάλες… Μα ο γέρος αγρυπνούσε, την άκουσε, γλίστρησε ξοπίσω της, την ακολούθησε. Η κακόμοιρη η κοπέλα βγήκε στην αυλή και τη στιγμή που άπλωνε το χέρι ν’ ανοίξει την πόρτα, ο γέρος την άρπαξε από τα μαλλιά, κάρφωσε απάνω της τα νύχια του, την ανέβασε λιπόθυμη στην κάμαρά της, την πέταξε μέσα, την κλείδωσε κι έβαλε το κλειδί στη μέση του. Λέξη ο γέρος δεν ξεστόμισε· μα από τότε πια η αδερφή μου, δεκαπέντε χρόνια, δεν πρόβαλε το πρόσωπό της μήτε στην πόρτα μήτε στο παράθυρο· δεν μπορεί, μου λεν, να κοιμηθεί· κι όταν μονάχα ζυγώνουν τα μεσάνυχτα, ανοίγει το παραθύρι της, σκύβει, κι αν τύχει και περνάει κανένας στο δρόμο, του φωνάζει: «Κοντεύουν μεσά­νυχτα;» και κλείνει ευτύς, πάλι, το παράθυρο, με τρόμο.

Ο Κοσμάς σώπασε. Τα ξανθά μαλλιά, τα γαλάζια μάτια, η γλύκα της αδερφής, το γέλιο της, όταν ήταν μικρή… Σα να ’ταν ένα βαθύ μαύρο νερό κι έβλεπε μέσα.

—  Και τώρα; ρώτησε η κοπέλα. Τώρα που πέθανε ο γέρος…

Κάτι ήθελε να πει, μα η φωνή της κόπηκε.

—  Τώρα που πέθανε ο γέρος; Δεν ξέρω’ μα ναι πολύ αργά.

Έκαμε μερικά βήματα στο κατάστρωμα, επεστράτεψε πάλι,

όπως το συνήθιζε, όλες του τις δυνάμες, ησύχασε λίγο. Ξαναγύρισε στην κοπέλα.

— Σε παρακαλώ, της ξανάπε, μην τρομάξεις.

— Μα… έκαμε η κοπέλα.

Ο Κοσμάς άπλωσε το χέρι, σα να ’θελε να της φράξει το στόμα.

—  Όχι, όχι… είπε· δεν πέθανε. Θα δεις.

Κοίταζε ο Κοσμάς πίσω από το Μεγάλο Κάστρο, κατά νότου, το ξακουστό βουνό, το Γιούχτα – τεράστιο θεϊκό κεφάλι, ξαπλω­μένο ψηλά απάνω από τις ελιές και τ’ αμπέλια, με το τραχύ όλο ανήφορο μέτωπο, με την όρθια μύτη, με το φαρδύ κλεισμένο στόμα και τα γένια από βράχους και γκρεμούς που χιμούσαν και κατέβαιναν στον κάμπο. Κείτονταν ανάσκελα, σαν πεθα­μένος, μαρμαρωμένος θεός, γαλαζόμαυρος, κακοτράχαλος, αλαφριά ανασηκωμένος, σα να κοίταζε ακόμα και ν’ αφέντευε την Κρήτη.

«Δεν πέθανε ο γέρος», συλλογίστηκε ξαφνικά ο Κοσμάς, με

τα μάτια καρφωμένα στο ανησυχαστικό μπροστά του βουνό. «Όσο ζει και σαλεύει μέσα μου, δεν πέθανε, όσο ζω και τον συλλογιέμαι δε θα πεθάνει. Οι άλλοι θα τον ξεχάσουν, από μένα κρέμεται η ζωή του. Με κρατάει μα κι εγώ τον κρατώ…»

Ένιωθε τον κύρη στα σωθικά του να πιάνει, ν’ απλώνει ρίζες, να μη θέλει να ξεκολλήσει. Έτσι ήταν πάντα του. Άγριος, αμίλητος κι έκανε κατοχή. Τον θυμάται, μικρός, με τα μαύρα καραμπογιά γένια, με το μαύρο μαντίλι στο κεφάλι, βαρύς, λιγομίλητος κι είχε κάμει όρκο να μη γελάσει αν δε λευτε­ρωθεί η Κρήτη. Κι ένα βράδυ, θυμάται ο Κοσμάς, είχε έρθει βεγγέρα σπίτι τους ο θείος ο Δημητρός, ο αδερφός της μητέρας, πρόσχαρος, αγαθός, από άλλο χώμα καμωμένος. Είπε κάτι στην κουβέντα απάνω και γέλασε’ ο κύρης μάζεψε τα χοντρά του φρύδια και πια δε μίλησε. Κι όταν ο θειος έφυγε, στράφηκε κι είδε τον Κοσμά: «Δεν ντρέπεται», είπε, «γέλασε».

Δε μιλούσε, δε γελούσε, κοίταζε τους ανθρώπους και δεν τους ήθελε. Δεν είχε δική του καμιά στενοχώρια – ήταν γέρος, τιμημένος, πλούσιος, καλή η γυναίκα του, γερά τα παιδιά του, τίποτα δεν του ’λειπε· μα μέσα του ένιωθε βαριά κατασκέπαση, ακατανόητη πίκρα, ένα αχ! ανέβαινε στο λαιμό του και τον έπνιγε. Στέρνιαζε, στέρνιαζε τον πόνο ένα μήνα, δυο μήνες, έξι μήνες, μα πια ξεχείλιζε μέσα του, δεν μπορούσε πια να χωρέσει, πήγαινε να σπάσει η καρδιά του. Και τότε, κάθε έξι μήνες, μεθούσε. Τα μεθύσια αυτά τα θυμάται ακόμα ο Κοσμάς με τρόμο. Είχε τέσσερεις τζουτζέδες, φτωχούς ανθρώπους, που τους έδινε δανεικά όλο το χρόνο, για να τους έχει στην υποταγή του όταν τους ήθελε’ όταν, κάθε έξι μήνες, μεθούσε και του χρειάζουνταν. Καθένας τους είχε και μια χάρη – ο ένας χόρευε καλά, ο άλλος τραγουδούσε, ο άλλος έπαιζε λύρα κι ο τέταρτος έκανε χωρατάδες. Σαν έρχουνταν ο γραμμένος καιρός, ο κύρης έστελνε τον παραγιό στον καθένα και τους μηνούσε: «Χαιρετίσματα», λέει, «από τον καπετάν Μιχάλη, και να κλείσετε το μαγαζί και να κοπιάσετε σπίτι».

Τρόμος τους έπιανε. Έστελναν ανθρώπους, παρακαλούσαν τον κύρη αν ήταν μπορετό ν’ αναβάλει δυο τρεις μέρες, να ετοιμαστούν. Είχαν δουλειά, δεν την τέλειωσαν, η γυναίκα τους ήταν άρρωστη, είχαν να παν στο χωριό να τρυγήσουν. Τίποτα! Έστελνε ο γέρος πάλι τον παραγιό: «Να κοπιάστε, λέει, ευτύς!» Κλειούσαν λοιπόν τα μαγαζάκια τους οι κακόμοιροι κι έγραφαν σ’ ένα κομμάτι χαρτί και το κολνούσαν απόξω: «Θα λείψω οχτώ μέρες», γιατί τόσο βαστούσαν τα μεθύσια του γέρου. Ψώνιζαν μιας βδομάδας πράματα, πήγαιναν σπίτι τους, αποχαιρετούσαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, έκαναν το σταυρό τους και κατάφταναν ένας ένας στο σπίτι. Η δούλα τούς κατέβαζε στο υπόγειο· εκεί ταν τα βαρέλια το κρασί, ένα πιθάρι λάδι, ένα πιθάρι ελιές και δυο πιθάρια αλεύρι και στάρι. Είχε σύντοιχα ένα μακρύ πατάρι με μαξιλάρες και μεντέρια και μπροστά ένα μακρύ τραπέζι. 0 γέρος κάθουνταν στη μέση, έβανε δεξά του τους δυο, ζερβά τους άλλους δυο, κατέβαζε η δούλα τους μεζέδες, κινούσαν να σφάζουνται οι όρνιθες στη μέσα αυλή κι άρχιζε το φαγοπότι. Έτρωγαν, έπιναν, δε μιλούσαν. Κανένας από τους τέσσερεις δεν είχε κέφι· καθένας συλλογίζουνταν τις δουλειές του και το σπίτι του κι αγαναχτούσε μα σώπαινε. Σιγά σιγά, με το κρασί, με το φαΐ ζωντάνευαν, θόλωνε το μυαλό, ξεχνούσαν, έκανε νόημα ο γέρος, έπιανε τη λύρα ο λυράρης, ρουφούσε ο τραγουδιστής ένα αυγό να καθαρίσει η φωνή του κι άρχιζε το ξεφάντωμα. Πετιούνταν ο χορευτής, κινούσε τα χωρατά ο χωρατατζής, όλο το υπόγειο βροντούσε κι έτρεμε. Περνούσε η μέρα, έφτανε η νύχτα, ξημέρωνε. Ο γέρος, αγέλα­στος, ακίνητος, έπινε και θωρούσε· δεν τραγουδούσε, δε χόρευε ποτέ του. Ακουμπούσαν στον τοίχο οι καλεσμένοι, ή στον ώμο ο ένας του άλλου, έπαιρναν κλεφτάτα έναν ύπνο και πάλι, με μια σκουντιά του γέρου, τινάζουνταν και ξαναρχινούσε το φαγοπότι. Μέρες τρεις, τέσσερεις, οχτώ. Απάνω στις οχτώ, ο γέρος σηκώνουνταν, άνοιγε την πόρτα, άπλωνε το χέρι: «Φευγάτε!» έλεγε ήσυχα. Ποτέ δε θα τους ξεχάσει ο Κοσμάς τους κακόμοιρους πώς έφευγαν τοίχο τοίχο κι οι τέσσερεις, ο ένας πίσω από τον άλλον, κιτρινοπράσινοι από τους εμετούς και τις αγρυπνίες, άπλυτοι, αξούριστοί, τρεκλίζοντας… Κι ο γέρος καβαλίκευε τη φοράδα του, περνούσε από τους τούρκικους μαχαλάδες, έβγαινε από την πολιτεία και πήγαινε στο μετόχι του να πάρει αγέρα.

Τίναξε ο Κοσμάς θυμωμένος το κεφάλι, σα να ’θελε να πετάξει αποπάνω του τον κύρη, στράφηκε να δει την κοπέλα, να γλυκάνει ο νους του. Την είδε να κάθεται απάνω στην κουλούρα τα σκοινιά, στην πλώρα, και να κοιτάζει με τα μεγάλα μαύρα μάτια της την πολιτεία που όλο και ζύγωνε… Τα βενετσάνικα τείχη, τα χαλασμένα σπίτια, δυο τρεις μιναρέδες κουτσου­ρεμένοι, χωρίς πια μισοφέγγαρο, κι απάνω απ’ όλα μια μεγάλη εκκλησιά με γαλαζόμαυρο τρούλο.

— Είναι η μητρόπολη, ο Άγιος Μηνάς, είπε ο Κοσμάς και κάθισε δίπλα της. Είναι ο προστάτης του Μεγάλου Κάστρου όταν χιμούσαν οι Τούρκοι να πατήσουν την εκκλησιά, αυτός πηδούσε από το κόνισμά του κι όπως ήταν, καβαλάρης, με τα σγουρά κοντά γένια, με την ασημένια αρμάτα, με το μακρύ κοντάρι, πρόβαινε στην πόρτα της εκκλησιάς και χύνουνταν στους Τούρκους…

Έζωσε το χέρι του στη μέση της, ένιωσε τη ζεστασιά του κορμιού της, την παράξενη μυρωδιά της ανάσας της -σα να μύριζε μοσχοκάρυδο και κανέλα- κι άγρια του γεννήθηκε η λαχτάρα ν’ αναποδογυρίσει το αγαπημένο κεφάλι, απάνω στα καραβόσκοινα, να το φιλήσει. Δυο χρόνια τώρα το χαίρεται, κι ακόμα δεν μπορεί να χορτάσει το ζεστό λιανοκόκαλο αυτό κορμί, από χώρα μακρινή, από ξένη ράτσα, από θλιμμένους, κατατρομαγμένους προγόνους.

– Νοεμή, της είπε σιγά, σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις.

Η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι, μαζεύτηκε στο στήθος του αντρός

σα να ‘θελε να μπει, να χαθεί μέσα του, να μην υπάρχει.

Το φως τράνεψε, από χλωμό πρωινό τριαντάφυλλο έγινε άγριο ρόδο κάτασπρο κι η θάλασσα γέμισε μαστούς, χοροπηδούσε και δέχουνταν τον ήλιο. Ο Γιούχτας άρχισε ν’ αραιώνει και να χάνεται μέσα στους αχνούς της ζέστας που ανέβαιναν κιόλας από τη γης. Ο ουρανός αποπάνω είχε χάσει τη γλύκα του την πρωινή κι είχε γίνει γαλάζιο ατσάλι.

Κάθε πρωί, είπε η κοπέλα κι αναστέναξε, άνοιγε ο πατέρας μου  το παράθυρο και τον έπαιρναν τα κλάματα. «Τι ομορφιά είναι τούτη», έλεγε, «τι θάμα!» Και τι έβλεπε; Μαύρες καμι­νάδες κι ένα κομμάτι μολυβένιο ουρανό κι ανθρώπους άσκη­μους και κουρελήδες που τουρτούριζαν. Τι θα ’λεγε, Θε μου, αν έβλεπε την Κρήτη!

— Παντέρμη Κρήτη! είπε αναστενάζοντας ένας γέρος βρακάς, που πρόβαλε το κεφάλι του από το αμπάρι, αναμαλλιασμένο, μαχμουρλίδικο και κοίταξε. Παντέρμη Κρήτη!

Έσκυψε στο αμπάρι.

— Ελάτε, μωρέ παιδιά, να δείτε’ όλο χαλάσματα!

Ένας ναύτης περνούσε:

— Σώπα, γέρο, του φώναξε, σώπα και καλά τα πλερώνουν τώρα οι Φρίτσοι κι οι Φριτσομάνες!

Μα ο γέρος κούνησε το κεφάλι:

— Μωρέ, κι όλη η Γερμανία να ξεπατωθεί, το αχ! της Κρήτης δε σβήνει! Παντέρμη Κρήτη! αναστέναξε πάλι κι έκαμε το σταυρό του’ να ’σουν γυναίκα, θα ’χες πάει στην Παράδεισο· μα ’σαι νησί, κακομοίρα!

— Παντέρμη Κρήτη! είπε κι ο Κοσμάς, μαρτύρησε πάλι. Εγώ ’μουν τότε ακόμα στην Αθήνα, δε με είχε ακόμα πιάσει η ντροπή, δεν είχα ακόμα πάρει την απόφαση να τα παρατήσω όλα και να φύγω, να κιντυνέψω κι εγώ, σαν άντρας. Ήταν οι τελευταίες μέρες του Μάη του ’41. Ο ουρανός σκοτείνιασε, γέμισε αεροπλάνα, χύθηκαν όλα, γραμμή, σα γερανοί, κατά την Κρήτη. Οι γυναίκες και τα παιδιά πήραν σκληρίζοντας τα βουνά, οι άντρες, ξαρμάτωτοι, χιμούσαν και φώναζαν: «Ελευ­θερία ή θάνατος!» Ένας Εγγλέζος αξιωματικός μου δηγόταν, ύστερα από καιρό, στην Αφρική, για την πατρίδα που καίγουνταν. «Κι οι άντρες;» ρώτησα. Ο Εγγλέζος γέλασε: «Κρατούσαν μεγάλες σκουριασμένες μαχαίρες και φώναζαν: ‘Ελευθερία ή θάνατος!” κι έπεφταν απάνω στους αλεξιπτωτιστές». «Και γιατί γελάς;» «Για να μην κλαίω· εμείς φεύγαμε. Σ’ ένα χωριό, στο Λιβυκό πέλαγο, την ώρα που πηδούσα στο καράβι, ένας γέρος καπετάνιος με ρώτησε: “Γιατί φεύγετε;” “Μα δε βλέπεις, καπε­τάνιο; Θα μας σκοτώσουν”. “Ε, κι ύστερα;” έκαμε ο καπετάνιος. “Κι αν φύγεις, δε θα πεθάνεις θαρρείς μια μέρα; Πέθανε τώρα!” “Όσο αργότερα, τόσο καλύτερα”, του αποκρίθηκα. “Τον κακό σου τον καιρό!” μου φώναξε ο γερο-Κρητικός και μου γύρισε τις πλάτες». Ύστερα από καιρό έμαθα πως ο γερο-καπετάνιος αυτός ήταν ο παππούς μου.

— Βαριές ψυχές είναι τούτες, ζόρικοι άντρες οι Κρητικοί, σα να μπαίνω σε ζούγκλα, ψιθύρισε η κοπέλα, κοίταξε τον άντρα και του χαμογέλασε για να γλυκάνει λίγο τα λόγια της.

«Έχει δίκιο», συλλογίστηκε ο Κοσμάς, «έχει δίκιο. Βαριά πολύ η ψυχή του Κρητικού, μονόχνοτη, άγρια, σα ρινόκερος».

Θυμήθηκε στην Αφρική, όταν πήγε να πολεμήσει κι αυτός, πώς ξάφνου ανοίχτηκαν τα σπλάχνα του και πετάχτηκαν οι παμπάλαιοι δαιμόνοι. Στην αρχή δεν μπορούσε να δει χωριό να καίγεται, αίμα να χύνεται. Την πρώτη φορά που είδε άνθρωπο σκοτωμένο παραλίγο να λιποθυμήσει. Μα, σιγά σιγά, περιπλέ­χτηκε στο αιματερό παιχνίδι, το πάθος τον κυρίεψε, η προαιώνια σκοτεινή λαχτάρα του ανθρώπου να σκοτώνει ανθρώπους… Άνοιξαν μέσα του οι καταπαχτές και ξεπετάχτηκαν οι παμπά­λαιοι πρόγονοι – ο τίγρης, ο λύκος, το αγριογούρουνο.

—Έχει δίκιο, μουρμούρισε πάλι και κοίταξε τη γυναίκα με συμπόνια.

— Θαρρώ δε θα βγω από δω ζωντανή, είπε η κοπέλα τόσο σιγά που δεν ακούστηκε.

Οι επιβάτες ξεπρόβαλαν όλοι από τ’ αμπάρια, από τις καμπίνες, μαζώχτηκαν στην πλώρα, κοίταζαν. Έμπαιναν πια στο λιμάνι έλαμψε δεξιά, σφηνωμένο στους βράχους, το πέτρινο λιοντάρι της Βενετιάς με το ανοιχτό Βαγγέλιο στα νύχια. Βούιζε το λιμάνι, μύριζε σάπια λεμόνια, λάδι, κίτρα, χαρούπι… Πίσω η θάλασσα η λουλακιά χόχλαζε. Ο ήλιος πια είχε ανέβει, κι έκαιγε. 0 Κοσμάς πήδηξε στο μόλο, άπλωσε το χέρι, πήρε το χέρι της κοπέλας:

— Πρωτοπάτησε με το δεξό σου πόδι, της είπε σιγά· ευτυ­χισμένη να ’ναι τούτη η στιγμή.

Πρωτοπάτησε με το δεξό της πόδι η κοπέλα, κρεμάστηκε από το μπράτσο του αντρός, εξαντλημένη.

— Κουράστηκα, είπε.

— Κοντά ’ναι το σπίτι, είπε ο Κοσμάς, κάνε κουράγιο. Φτάσαμε.

Προχώρεσαν. Ο Κοσμάς κοίταζε με απληστία τα σπίτια, τους ανθρώπους, τους δρόμους. Όλα είχαν γεράσει· οι μαύρες τρίχες άσπρισαν, τα μάγουλα βούλιαξαν, οι μπογιές ξέβαφαν, ξέφτισαν οι τοίχοι, πολλοί γκρεμίστηκαν. Πολλά κατώφλια είχαν χορταριάσει. Πήρε το χέρι της κοπέλας, το ’σφίξε.

— Τούτη είναι η πατρίδα μου, είπε· να, είμαι από τούτο το χώμα που πατούμε.

Η κοπέλα έσκυψε, πήρε από χάμω λίγο χώμα, το ’θρύψε στα δάχτυλά της:

— Είναι ζεστό, είπε· μου αρέσει.

Και θυμήθηκε τη μακρινή δική της πατρίδα, την παγωμένη.

Μπήκαν στα στενά σοκάκια. Ο Κοσμάς είχε αφήσει το μπράτσο της κοπέλας, πήγαινε τώρα λίγο μπροστά· βιάζουνταν. Η καρδιά του χτυπούσε. Πήρε δεξά, έστριψε το δρομάκι· από μακριά ξέκρινε την πατρική πόρτα· κλειστή. Αποπάνω το παράθυρο, κλειστό. Κανένας στο δρόμο. Καμιά φωνή· σα να ονειρεύουνταν. Ζύγωσε στην παλιά δοξαρωτή πόρτα, με το χοντρό σιδερένιο κρικέλι. Τα γόνατά του λύγισαν λίγο. Έκαμε κουράγιο.

Χτύπησε. Βήματα ακούστηκαν στην αυλή, κάποιος στέναξε. Τα βήματα σταμάτησαν, ξαναχτύπησε. Η πόρτα άνοιξε, μια γριούλα πρόβαλε, κάτασπρη, εξαντλημένη, λιωμένη, ντυμένη κατάμαυρα. Μόλις είδε τον άντρα, έσυρε φωνή:

— Παιδί μου! κι άνοιξε την αγκάλη.

Η αδερφή πρόβαλε, λιγνή, λιωμένη κι αυτή, με άσπρες τρίχες τα μάτια της ολάνοιχτα, γεμάτα κακία και πίκρα. Τα στήθια της του κάκου περίμεναν όρθια, χρόνια· έπεσαν.

Χαρές, κλάματα, τα χέρια άδραχναν με λαχτάρα το αγαπη­μένο σώμα.

Μπήκαν μέσα· ένα καντήλι άναβε στην πέρα γωνιά του καναπέ, όπου κάθουνταν πάντα ο γέρος.

Ο Κοσμάς τρόμαξε μια στιγμή, έκαμε το σταυρό του.

— Είπε τίποτα πεθαίνοντας; ρώτησε.

— Όχι, αποκρίθηκε η μάνα· μούγκριζε σα θεριό. Του δώκαμε το κόνισμα της Παναγιάς, το πέταξε.

— Πονούσε;

—  Όχι· από θυμό που πέθαινε.

— Σιγά! είπε η αδερφή, δείχνοντας το καντήλι. Ακούει!

Μα η μάνα είχε τώρα το γιο της, δε φοβόταν εξακολούθησε

δυνατά:

—Έκρυψε το χρυσάφι του όλο μέσα στη γης, να μη χαρούμε. Σούρθηκε όξω στο μετόχι ετοιμοθάνατος, μας έδιωξε όλους, έσκαψε τη γης και το ‘κρύψε. Το βράδυ γύρισε· έπεσε ευχαριστημένος κι άρχισε το ρουχαλητό του θανάτου. Ήρθε ο παπάς να τον μεταλάβει. Άνοιξε τα μάτια, τον είδε· αγρίεψε: «Φύγε!» του φώναξε. «Την κατάρα σου να ’χω!» «Δε φοβάσαι το Θεό;» του κάνει ο παπάς και του ’δείξε το άγιο δισκοπότηρο. «Δικός μου λογαριασμός!» αποκρίθηκε ο γέρος· «ξεκουμπίσου πό δω!»

Τα μεσάνυχτα άρχισε να χλιμιντράει σαν άλογο· η αδερφή σου κι εγώ μι οι γειτόνισσες μαζευτήκαμε σε μια γωνιά του σπιτιού και τρέμαμε. Αυτός χλιμίντριζε και λέγαμε τώρα θα πέσει το σπίτι να μας πλακώσει. Κι άξαφνα σιωπή. «Πέθανε!» είπε η κυρα-Κατίγκω η γειτόνισσα· «ποια θα πάει να δει;» Μα καμιά δεν τολμούσε. «Πήγαινε εσύ να του κλείσεις τα μάτια», μου κάνει η κυρα-Κατίγκω, «πήγαινε κι είναι αμαρτία». Έκαμα το σταυρό μου, πήγα. Κρατούσε ακόμα τα σίδερα του κρεβατιού και τα ’χε λυγίσει…

Άξαφνα, ως μιλούσε, είδε την κοπέλα να στέκει ακόμα στην αυλή, στον παραστάτη της οξώπορτας.

— Είναι…; ρώτησε η μάνα σιγά.

— Ναι, η γυναίκα μου…

Η αδερφή έστρεφε το πρόσωπο πέρα, με αναγούλα· η μάνα ζύγωσε το γιο:

— Γιατί την πήρες; ρώτησε σιγά. Θα μολέψει το αίμα. Οβραία.

— Είναι μεγάλη ψυχή. Σε αυτή χρωστώ τη ζωή μου· αν έλειπε, θα ’χα πεθάνει. Άλλη χαρά δεν έχω. Αγάπα τη, μητέρα. Και συ, Μαρία… είπε και στράφηκε στην αδερφή του.

Μα αυτή είχε γλιστρήσει μέσα να ετοιμάσει τον καφέ.

— Είναι Οβραία… ξανάπε η μάνα. Μα αφού τη θέλεις… Ένα μονάχα φοβούμαι…

-Τι;

— Μην την πνίξει.

— Ποιος;

Η μάνα δεν αποκρίθηκε· στράφηκε, κοίταξε κατά το αναμ­μένο καντήλι. Ο Κοσμάς κατάλαβε, ακούμπησε στον τοίχο. Σιγή. Ήξεραν κι οι δυο πως σαράντα μέρες η ψυχή δε φεύγει από το σπίτι, τρογυρίζει στην αυλή, ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες, μανταλώνει τη νύχτα την πόρτα, κάθεται δίπλα στο καντήλι και κοιτάζει κι ακούει τα πάντα. Ο γέρος του μήνυσε ως έμαθε πως παντρεύτηκε Οβραία: «Όσο ζω να μην πατήσεις στην Κρήτη!» Και τώρα είναι μονάχα δέκα μέρες που πέθανε.

Έσκυψε ένα βήμα προς την πόρτα.

— Χρυσούλα, είπε, έλα!

Την πήρε από το χέρι, την πήγε στη μάνα του.

— Μητέρα, η κόρη σου, είπε.

Η κοπέλα έσκυψε, φίλησε το χέρι της γριάς και στάθηκε πάλι και περίμενε.

Η μάνα την κοίταζε, αμίλητη. Τη γρυπή μύτη, τα χοντρά χείλια, τα μεγάλα τρομαγμένα μάτια. Τη χρυσή αλυσιδίτσα που της έζωνε το λαιμό.

— Βαφτίστηκες; ρώτησε η γριά, χωρίς ν’ απλώσει το χέρι.

— Βαφτίστηκε, αποκρίθηκε ο Κοσμάς. Να ο σταυρός. Πήρε και τ’ όνομά σου, μητέρα. Χρυσούλα.

Τράβηξε την αλυσιδίτσα κι ανέβηκε από το στήθος, ζεστό, ένα χρυσό σταυρουλάκι.

— Καλώς όρισες! είπε η μάνα και της άγγιξε με κάποιο δισταγμό το κεφάλι.

Ο Κοσμάς άρχισε να τρογυρίζει στο σπίτι κι ήταν η καρδιά του βαριά· ανέβαινε, κατέβαινε, χάδευε αμίλητος τις πόρτες, τα παλιά έπιπλα, το τεράστιο ρολόι του τοίχου, τις ασημένιες πιστόλες τις προγονικές δίπλα στα κονίσματα.

— Κι ο παππούς; ρώτησε.

— Πέρα, στο χωριό· κείτεται του θανατά.

Οι δυο γυναίκες κάθισαν στο μακρύ παμπάλαιο καναπέ. Η μάνα κοίταζε έξω από το κλειστό παράθυρο, τη χαλικοστρω­μένη αυλή, τις γλάστρες το βασιλικό και πάνω από το πηγάδι την κληματαριά φορτωμένη αγουρίδες. Κάποτε έριχνε και μια λοξή ματιά στην κοπέλα. «Τι να της πω;» συλλογίζουνταν. «Άλλη ράτσα, άλλος θεός την έπλασε αυτή, δεν τη θέλω!» Κι η κοπέλα έβλεπε πέρα από την αυλή, πάνω από την κληματαριά, απέρα­ντους κάμπους χιονισμένους, μαύρες έρημες φάμπρικες και δάση κρουσταλλεμένα και καβαλάρηδες με γυμνά σπαθιά που έσπαζαν τις πόρτες των σπιτιών και μάζωναν τους Οβραίους… Και τα χιόνια έλιωναν από το ζεστό αίμα, γίνουνταν λάσπη, και τα κοπάδια, άντρες και γυναικόπαιδα, έσερναν φωνές, μάζωναν τους μπόγους και τα παιδιά τους κι έτρεχαν…

Στράφηκε· είδε τη γριά που την κοίταζε. Έκαμε να της χαμογελάσει, δεν μπόρεσε· τα μάτια της ξαφνικά είχαν βουρ­κώσει. Η γριά τη λυπήθηκε.

— Τι συλλογιέσαι; τη ρώτησε, την πατρίδα σου; Πού γεννήθηκες;

— Μακριά, μακριά, στην Πολωνία. Σε μια μαύρη πολιτεία, με φάμπρικες.

— Τι κάνουν;

— Κανόνια, αεροπλάνα, μηχανές… Μα ο πατέρας μου…

Ήθελε να πει: «Δε μόλευε τα χέρια του φτιάνοντας μηχανές

να σκοτώνουν ανθρώπους, ήταν ραβίνος…» μα πρόλαβε και κρατήθηκε.

— Ο πατέρας σου, τι; ρώτησε η γριά.

— Ήταν καλός άνθρωπος, αποκρίθηκε η κοπέλα στενά­ζοντας.

Η γριά σηκώθηκε, βγήκε στην αυλή, έκοψε ένα κλωνί βασιλικό, το ’δωκε στην κοπέλα.

—Έχετε σεις βασιλικό; ρώτησε.

-Όχι.

— Φύτρωσε στον τάφο του Χριστού, είπε η γριά και σώπασε.

Ωστόσο κατάφταναν οι θείοι, οι θείες, οι γειτόνισσες. Γέμισε

το σπίτι. Είχαν ξεχάσει το γέρο, όλοι χαίρουνταν για τον ερχομό του γιου. Και κοίταζαν τη γυναίκα του από την κορυφή ως στα νύχια, σαν ένα όμορφο ζώο περίεργο κι ανησυχαστικό.

Η κυρα-Κατίγκω έσκυψε στο αυτί της γειτόνισσάς της:

— Είδες τι μυρωδιά που βγάνει; είπε. Για ζύγωσε κοντά της.

— Οβραΐλα, μουρμούρισε η γειτόνισσα και σούφρωσε τα χείλια. Έτσι μυρίζουν αυτές.

Ο Κοσμάς, μια στιγμή περνώντας, είδε τη γυναίκα του και την πόνεσε. Σαν πληγωμένος κύκνος του φάνηκε ανάμεσα σ’ ένα κοπάδι χήνες, πάπιες και καρακάξες. Όλες άπλωναν το λαιμό και την κοίταζαν, έβγαναν μερικές φωνές και τραβούσαν πάλι το λαιμό τους πίσω· και σώπαιναν.

— Άκου πώς τσίρισε το καντήλι! είπε άξαφνα μια γριά και σταυροκοπήθηκε. Κύριε ελέησον!

Όλες στράφηκαν κατά τη γωνιά του καναπέ, όπου άγριο, ασάλευτο μέσα στο μεσόφωτο, έλαμπε το κόκκινο μάτι του καντηλιού.

— Ο γέρος! μουρμούρισε μια παχουλή γυναικούλα και χλώμιασε.

— Πού;

— Να, εκεί, στη γωνιά του καναπέ, διπλοπόδι.

— Άνοιξε το παράθυρο να φύγει! ακούστηκαν τρομαγμένες φωνές.

Μια γριά γαντζώθηκε από το παράθυρο της αυλής, το άνοιξε’ μπήκε ο ήλιος.

— Βλέπεις τώρα τίποτα, κυρα-Πηνελόπη;

Η στρουμπουλή γειτονοπούλα έκαμε το σταυρό της:

— Δόξα σοι ο Θεός, είπε· έφυγε!

Η Μαρία έφερε τους καφέδες. Μαραμένη, στριμμένη, με μια μαύρη κορδέλα στο λαιμό, για να κρύβει τις ζάρες. Κοίταξε τη Χρυσούλα με μίσος· ήταν πιο νέα, πιο όμορφη και της είχε πάρει τον αδερφό της.

Ο Κοσμάς πλαντούσε. Σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, πήρε τους δρόμους. Ήλιος βαρύς, αποσυνθέτουνταν οι άνθρωποι, τα ζώα, τα φρούτα βρομούσαν και μύριζαν οι δρόμοι. Χαλάσματα, μαγαζιά ετοιμόρροπα, τριμμένα σακάκια, μπαλωμένα παντα­λόνια, φάτσες ρημαγμένες από την πείνα. Μέσα από ψαρά γένια και βουλιαγμένα μάγουλα αναγνώριζε με τρόμο παλιούς συμμαθητές κι άλλαζε δρόμο. «Δε με νοιάζει ο θάνατος», συλλογίζουνταν, «με νοιάζει η φθορά· αυτή εξευτελίζει τον άνθρωπο. Αυτήν πρέπει να νικήσω…» Είχε γεράσει η πολιτεία της παιδικής του ηλικίας και της νιότης, θρύβουνταν κι αυτή, άρχιζε να γίνεται κουρνιαχτός και να σκορπίζεται στον άνεμο.

Μπορούσε άλλη πολιτεία να χτιστεί αποπάνω της μα δε θα ’ταν η δική του· θα ξαναγέμιζαν πάλι οι δρόμοι με νέους μα δε θα ’ταν η δική του νιότη…

Αγαπημένο Κάστρο, μουρμούριζε κοιτάζοντάς το με τρυφερότητα, γεράσαμε…

……..

Γλωσσάρι

απόγειος: για άνεμο που πνέει από τη στεριά, από την ξηρά, που είναι στεριανός

μαυρολογώ: αποκτώ μελανή απόχρωση, γίνομαι σκοτεινός, σκούρος

ασπρολογώ: φαίνομαι άσπρος, ξεχωρίζω για τη λευκότητά μου

διανεύω: κινούμαι ελαφρά, σαλεύω

ανησυχαστικός: που προκαλεί ανησυχία, ανησυχητικός· επίφοβος

βεγγέρα: εσπερινή συγκέντρωση για συζήτηση και διασκέδαση

κατασκέπαση: η δυσκολία στην αναπνοή, αίσθημα έντονης δυσφορίας

στερνιάζω: αποθηκεύω, συσσωρεύω κάτι σε αποθηκευτικό χώρο, συγκεντρώνομαι σε ποσότητα

κλειώ: κλείνω κάτι, ενώνω κάτι με κάτι άλλο

μεντέρι: είδος χαμηλού ανατολίτικου καναπέ ή κρεβατιού, ντιβάνι

μετόχι: κτήμα με σπίτι

αρμάτα: οπλισμός, πανοπλία, πολυτελής ενδυμασία

τρανεύω: ολοκληρώνω τη σωματική ανάπτυξη· αυξάνω, μεγαλώνω’ γίνομαι τρανός

παντέρμος: που είναι εντελώς έρημος, εγκαταλειμμένος

μαχμουρλίδικος: που χαρακτηρίζεται από νωχέλεια, νωθρότητα, βαρυθυμία

θρύβω: διαλύω σε πολύ μικρά κομμάτια, θρυμματίζω, συντρίβω κάτι

ξεκρίνω: διακρίνω, ξεχωρίζω με το βλέμμα μου κάτι, βλέπω

δοξαρωτός: που έχει σχήμα τόξου, τοξωτός, καμαρωτός

μολεύω: μολύνω κάποιον ή κάτι· μιαίνω

γρυπός: που είναι γαμψός, κυρτός, καμπύλος

μεσόφωτο: το αμυδρό φως της ατμόσφαιρας κατά το σούρουπο ή την αυγή· ημίφως

διπλοπόδι: καθιστά, με τις κνήμες διασταυρωμένες, οκλαδόν

πλαντώ: κρύβω, εξασθενίζω κάτι, δυσφορώ, δημιουργώ κλίμα δυσφορίας

κουρνιαχτός: σύννεφο σκόνης που σηκώνεται από το έδαφος

Μια δική μου παρατήρηση στο Γλωσσάρι. Δεν είναι κακό να εξηγούνται τύποι και λέξεις όπως ανησυχαστικός, βεγγέρα, διπλοπόδι, κουρνιαχτός, που τις βρίσκει κανείς σε κάθε λεξικό. Κάποιοι αναγνώστες, ίσως νεότεροι, μπορεί να αγνοούν τη σημασία τους ή να μην είναι βέβαιοι. Ωστόσο, είναι περίεργο, ενώ εξηγείται ο «ανησυχαστικός» και η «βεγγέρα» να μένουν χωρίς εξήγηση οι τζουτζέδες ή η λέξη «σύντοιχα».

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθησαύριστα, Κρήτη, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 81 Σχόλια »

Οι Οσκέδες, οι Μπεσκέδες και άλλα μικροδιορθωτικά

Posted by sarant στο 23 Νοεμβρίου, 2022

Στο σημερινό άρθρο θα ασχοληθούμε με τρεις παρωνυχίδες, τρεις διορθώσεις που έχω να κάνω σε σημαντικά έργα, δύο από τα οποία κυκλοφόρησαν πρόσφατα. (Πρόπερσι, που είχα ένα παρεμφερές άρθρο, είχα βάλει τον τίτλο Παρωνυχίδες).

Το πρώτο, που μας δίνει και την εικονογράφηση του άρθρου, αλλά και τον τίτλο του με τους μυστηριώδεις Οσκέδες και Μπεσκέδες, είναι το τεύχος 34 των Μικροφιλολογικών Τετραδίων, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη Λευκωσία ως παράρτημα του 52ου τεύχους του περιοδικού Μικροφιλολογικά.

Δυστυχώς, θα είναι το τελευταίο τεύχος των Μικροφιλολογικών, ενός περιοδικού που είχα την τιμή να είμαι συνεργάτης του, τουλάχιστον σε υλική, χάρτινη μορφή. Να ελπίσουμε ότι ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου θα έχει το κουράγιο να το συνεχίσει ηλεκτρονικά, που έτσι θα μπορεί να φτάσει και σε άλλους αναγνώστες.

Το τελευταίο τεύχος των Τετραδίων είναι αφιερωμένο στις Παρωδίες στη νεοελληνική ποίηση (από τον μεσοπόλεμο και μετά) -οι προηγούμενες περίοδοι καλύφθηκαν σε προηγούμενα τεύχη. Το επιμελήθηκαν ο Λευτέρης Παπαλεοντίου, ο Τραϊανός Μάνος και ο Γιώργος Κεχαγιόγλου. Είναι μια εξαιρετική δουλειά, που υπόσχομαι πως θα την παρουσιάσω στο ιστολόγιο, μια και η λεπτή τέχνη της παρωδίας μού αρέσει ιδιαίτερα.

Μου άρεσε επίσης ότι οι ανθολόγοι ανθολόγησαν όχι μόνο ποιήματα-παρωδίες αλλά π.χ. και σκίτσα του Μποστ που παρωδούν ποιήματα. Έχω μια επιφύλαξη αν το γνωστό ποίημα του Σεφέρη με τα μονοκοτυλήδονα και τη Μαλάμω είναι παρωδία (του Σουρή, διαβάζω) αλλά μπορεί να λαθεύω.

Ανάμεσα στις παρωδίες του τόμου είναι και τέσσερις του παππού μου, ανάμεσά τους και μια καβαφική, Άλλωστε, το έχουμε ξαναπεί πως ο Καβάφης είναι ο πιο πολυπαρωδημένος ποιητής μας. Και ανάμεσα στις καβαφικές παρωδίες είναι και η ακόλουθη, του Κώστα Βούλγαρη (γενν. 1958):

Η «Σοφοκλέους»

Σαν βγεις στον πηγαιμό στη «Σοφοκλέους»

να εύχεσαι να ’ναι μικρός ο δρόμος,

χωρίς περιπέτειες, γεμάτος κέρδη.

«Μπεσκέδες» και «Οσκέδες» μη φοβάσαι・

τέτοια στον δρόμο σου ποτέ δεν θα βρεις,

αν μέν’ η σκέψη σου υψηλή

αν το μυαλό σου μελετά

των αριθμών και των «δεικτών» το πνεύμα.

Του «καγκελίτη» τις φωνές μην τις ακούς

και μην τρομάζεις όταν σφίγγουν τα χαρτιά,

είναι πολλοί αυτοί που τα «πιέζουν».

Πάντα στον νου σου να ’χεις τα «γερά χαρτιά»,

μην θαρρευτείς ποτέ με τα «σαπάκια».

Μην ξεχαστείς κι αφαιρεθείς ελπίζοντας στο μέλλον.

Σε λίγους μήνες, πολλά να περιμένεις

και νέος πια γρήγορα ν’ απολαύσεις

τα πλούτη που εκέρδισες στον δρόμο

μην προσδοκώντας «τα πολλά» όταν γεράσεις.

Και αν φτωχός βρεθείς, η «Σοφοκλέους» δεν σε γέλασε.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες η «Σοφοκλέους» τί σημαίνει!…

Το ποίημα δημοσιεύτηκε το 1990 στην Καθημερινή, τις εποχές της άνθισης του χρηματιστηρίου, και προφανώς παρωδεί την Ιθάκη του Καβάφη. Αλλά ποιοι είναι οι Μπεσκέδες και οι Οσκέδες (αντί για τους καβαφικούς Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες) που μας καλεί ο παρωδός να μη φοβηθούμε;

Στο (πολύ καλό) Γλωσσάρι που συνοδεύει το τεύχος, εξηγούνται και οι δυο όροι:

μπεσκέδες (πληθ.): ίσως «μπες και δες», παρωνύμιο για κατηγορία παικτών του χρηματιστηρίου που συμμετέχουν επιφυλακτικά, αλλά θετικά σε συγκεκριμένη αγοραπωλησία

οσκέδες (πληθ.): ίσως αρνητές (< όσκε = όχι), παρωνύμιο για κατηγορία παικτών του χρηματιστηρίου που αρνούνται να μπουν σε συγκεκριμένη αγοραπωλησία

H επιφύλαξη του συντάκτη είναι δικαιολογημένη, διότι οι εικασίες που κάνει για την εξήγηση των δύο όρων είναι λαθεμένες. Εσείς ξέρετε περί τίνος πρόκειται;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Διορθωτικά, Καβαφικά, Μικροφιλολογικά, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | 80 Σχόλια »

Ο Σεφέρης και ο «Μπέης της Αίγινας»

Posted by sarant στο 20 Νοεμβρίου, 2022

Έναυσμα για το σημερινό άρθρο στάθηκε μια ηλεσυζήτηση που είχα με τον φίλο Δημήτρη Ραπτάκη, που τον ευχαριστώ.

Στις Μέρες, το πολύτομο ημερολόγιο του Γιώργου Σεφέρη, στον Β’ τόμο, υπάρχει μια αξιοπρόσεκτη εγγραφή, που ξεχωρίζει όχι μόνο για το περιεχόμενό της ή τη μεγάλη της έκταση (κάπου τέσσερις σελίδες βιβλίου) αλλά και επειδή ο ποιητής δηλώνει πως την καθαρόγραψε και τη συμπλήρωσε το 1967, ενώ αρχικά την είχε γράψει στις 25 Μαΐου 1932, 35 χρόνια νωρίτερα, από το Λονδίνο, όπου υπηρετούσε στην ελληνική πρεσβεία. Την παραθέτω και μετά θα τη σχολιάσω.

25 Μάη (Καθαρογραμμένο και συμπληρωμένο, 1967.)

Έκλεισε χρόνο που ο Σεφέρης είδε το φως της Αττικής: πάλι καλά. Συλλογίστηκα το Χάνι τής Γραβιάς:

Διαβαίνων και σφάζων λαμβάνει
ο Σεφέρης βαρείαν πληγήν
και βαρύγδουπος πίπτει εις την γην
αλλά πριν αποθάνει

τον φονέα με σφαίραν ευρίσκει
εις το στήθος. «Θεέ των πιστών,
εις τους κόλπους σου δεξου κι αυτόν,
υπέρ σού αποθνήσκει».

Δεν είμαι ολωσδιόλου σίγουρος για τη μνήμη μου. Το «βαρύγδουπος» με κάνει να σκέπτομαι ότι πρέπει να ήταν κι αυτός σωματώδης, ο θετός προπάππος μου. Κι αυτά μού φέρνουν στο νου οικογενειακές κουβέντες για τους άλλους, τους φυσικούς, προγόνους.

Τον πρώτο που θυμούνταν η φαμίλια ήταν ο Σεφέρης Αί(γ)ιναμπέογλου, γεννημένος γύρω στην επανάσταση του Ορλώφ· παντρεύτηκε στην Καισάρεια τη Μαγλή, την κόρη του Μιλλέτμπαση· ο θείος μου ο Σωκράτης τον θυμούνταν στη Σμύρνη, τριγυρισμένον από καναρίνια σέ κλουβιά· πρέ­πει να τον διασκέδαζαν τα πουλιά, στα γερατειά του τουλά­χιστο. (Δε θυμάμαι πού, σέ κάποια εγκυκλοπαίδεια υπο­θέτω, είδα ότι στα περίχωρα τής Καισάρειας υπήρχε παροι­κία από Αιγινήτες.) Ο γερο-Σεφέρης έκαμε εφτά παιδιά· το πρώτο ήταν ο Πρόδρομος, ο πατέρας του πατέρα μου, γεννημένος στα 1820 ή 1821, και το δεύτερο ο Αναστάσης, ο πατέρας του θείου μου του Σωκράτη· (η μάνα μου θυμούν­ταν το πρόσωπό του με κάποιο δέος· ήταν όλο μαχαιριές από ληστές που τον έπιασαν κάποτε). Ο Πρόδρομος παντρεύ­τηκε στη Σμύρνη τη Χαρίκλεια Αγγελίδη που πέθανε πολύ νέα από κακοήθη πυρετό (30 Ιουνίου 1880). Το πρώτο από τα δυο αγόρια της, ο πατέρας μου Στέλιος, είχε γεννηθεί 1η Αυγούστου 1873. Είχαμε, θυμούμαι, τη φωτογραφία της στο οικογενειακό λεύκωμα — την αντέγραψε αργότερα σέ λάδι ο ζωγράφος Ευάγγελος Ιωαννίδης —, καθώς και του πατέρα της, του «παππουλάκου του Αγγελή». Ήταν ευγενικότατες φυσιογνωμίες και οι δυο· τα φορέματά τους τούς έδειχναν αρχοντάνθρωπους. Ο πατέρας μου έλεγε πως κατάγουνταν από τη Δημητσάνα και είχαν συγγένεια με τον Οι­κουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αίγινα, Ημερολόγια, Μικρά Ασία, Ονόματα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | 119 Σχόλια »

Λέξεις του κερκυραϊκού ιδιώματος από τον Ιω. Καρτάνο (Μια συνεργασία του Spiridione)

Posted by sarant στο 18 Νοεμβρίου, 2022

Στο τέλος του πρόσφατου άρθρου «λεξιλογικής περιήγησης» με λέξεις από τον Κάλαμο, το νησί του Ιονίου, είχα απαριθμήσει τα ανάλογα άρθρα του ιστολογίου και είχα προσθέσει ότι μας λείπουν άρθρα από την Κέρκυρα, τη Χίο, τη Μακεδονία ή τη Θράκη και άλλες περιοχές, ελπίζοντας ότι έτσι θα παρακινούσα κάποιον αναγνώστη να μας στείλει άρθρο για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας του. 

Ο φιλος μας ο Spiridione έσπευσε να ανταποκριθεί στο έμμεσο κάλεσμα, και μάλιστα με πρωτότυπο τρόπο. Μας στέλνει μια εκτενή εργασία στην οποία αποδελτιώνει λέξεις του κερκυραϊκού ιδιώματος από το έργο του Ιωαννίκιου Καρτάνου. Ο Καρτάνος ήταν μοναχός του 16ου αιώνα, ο οποίος περί το 1530 μετέφρασε αποσπάσματα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης στη δημώδη γλώσσα της εποχής, προσφέροντάς μας ένα πολύτιμο δείγμα του δημώδους εκκλησιαστικού λόγου της εποχής του. Χρωστάω άρθρο για τον Καρτάνο, αλλά μια γεύση μπορείτε να πάρετε εδώ.

Όπως λέει και ο ίδιος στην εισαγωγή του, διάλεξε 70 λέξεις από το Γλωσσάριο του έργου του Καρτάνου οι οποίες όμως υπάρχουν αυτούσιες ή σε παραπλήσια μορφή στο (σύγχρονο) κερκυραϊκό γλωσσάρι του Χυτήρη -κι έτσι αφενός γεφυρώνει τον 16ο αιώνα με τον 20ό, αφετέρου δε δεν εμποδίζει άλλους Κερκυραίους να παρουσιάσουν στο μέλλον κάποιο άρθρο με άλλες κερκυραϊκές λέξεις, νεότερες ας πούμε.

Αλλά δεν χρειάζεται να γράψω εγώ περισσότερα, δίνω τον λόγο στον Σπύρο. Ελάχιστα δικά μου σχόλια, κυρίως ετυμολογικά, είναι σε [αγκύλες].

Λέξεις του κερκυραϊκού ιδιώματος από τον Ιω. Καρτάνο

Στον παρακάτω κατάλογο υπάρχουν ορισμένες λέξεις, 70 επιλεγμένες λέξεις για την ακρίβεια, από το γλωσσάρι της Παλαιάς τε και Νέας Διαθήκης του Ιωαννίκιου Καρτάνου (εκδ. ΚΕΓ, 2000, επιμέλεια Ελένη Κακουλίδη – Πάνου, γλωσσικό επίμετρο Ελένη Καραντζόλα), οι οποίες υπάρχουν, με την ίδια ή παραπλήσια μορφή ή σημασία, και στο Κερκυραϊκό Γλωσσάρι του Γεράσιμου Χυτήρη (1987). Ο Καρτάνος έγραψε το έργο του αυτό, που εκδόθηκε στη Βενετία το 1536, στη ζωντανή δημώδη γλώσσα της εποχής του, με πολλά στοιχεία απ’ το μητρικό του κερκυραϊκό ιδίωμα. Στον κατάλογο, από πάνω είναι τα λήμματα απ’ το γλωσσάρι του Καρτάνου, με κάποια παραθέματα που έχω προσθέσει, και από κάτω του Χυτήρη, χωρίς τις ετυμολογήσεις του (που δεν είναι και πάντα εύστοχες).

  1. αγκωνή, η: γωνιά, «είχε τες πόρτες χάλκινες εις πάσα αγκωνή της χώρας» (Καρ).

αγκωνή, η: γωνία, και αγκωνιάζω σπρώχνω κάποιον στη γωνία με εχθρικές διαθέσεις και τον ακινητώ «τον αγκώνιασε και του ‘δωκε τση χρονιάς του» (Χυτ.).

  1. αλατρεύω: καλλιεργώ «δεν είχεν βρέξει τότες εις την γην και άνθρωπος δεν ήτονε ότι να την αλατρέψει» (Καρ.).

‒ αλατρεύω: αροτριώ (Χυτ.).

  1. αμαχεύομαι: φιλονικώ, γίνομαι εχθρός «διατί να αμαχευομέστεν εγώ και εσύ και οι βοσκοί μας, οπού είμεσθεν αδελφοί;», και αμάχη, η έχθρα, μίσος (Καρ.).

‒ αμαχεύομαι: εχθρεύομαι, «αδρέφια π’ αμαχεύονται, γονιό δε λογαριάζουν» (παροιμ.), και αμαχεμός, ο έχθρα, ψυχρότητα, διακοπή σχέσεων «τι σου ‘καμα, τι σου ’πραξα, αμαχεμό να μου ‘χεις» (δημ. στίχος), και αμάχη, η φρ. «βάνω σ’ αμάχη» (Χυτ.).

  1. αμπλάθρι, το: έμπλαστρο «ώσπερ κάνουν οι καλοί και οι έμπειροι ιατροί εις τες λαβωματίες των ανθρώπων, όπου βάνουν τ’ αμπλάθρι και τα ιατρικά φάρμακα» (Καρ.).

‒ μπλάθρης, ο: έμπλαστρο και μπλαθρώνω τοποθετώ έμπλαστρο σε κάποιον, περιαλοίφω «τον εμπλάθρωσε με σκ…». (Χυτ.).

  1. αμπώνω: σπρώχνω, πιέζω «και ηβλέποντας ο Σαούλ ότι οι εχθροί εσίμωναν να τον πιάσουν, … και το ξίφος το βάνει εις την κοιλίαν του και αμπώνει το και απέρασέ τον έως την ράχην» (Καρ.).

‒ αμπώνω: απωθώ, συνωθώ, και αμπωσιά, η σπρωξιά «τον εβγάλανε τσι αμπωσιές» (Χυτ.).

  1. αναισχυντώ, ανασχυντώ: προσβάλλω, ντροπιάζω, επιτιμώ, επιπλήττω «έπειτα (ο Βολουσιανός) γυρίζει προς τους Εβραίους και ανασχυντά και υβρίζει τους» (Καρ.).

‒ ανασκυντάω: επιπλήττω, εξελέγχω, και ανασκύντια, η επίπληξη. (Χυτ.).

  1. αναπίασμα, το: ζύμη, προζύμι «και υπήραν ο λαός το αναπίασμα οπού είχαν πριν να το ζυμώσουν να το κάμουν ψωμί, μόνον ζυμάρι ήτονε» (Καρ.).

‒ αναπιαίνω: ρίχνω το προζύμι στο αλεύρι, ζυμώνω και σκεπάζω τη σκάφη, περιμένοντας να φουσκώσει, και αναπίασμα, το η ενέργεια, αλλά και η φύραση (Χυτ.).

  1. αναχαράζω: μηρυκάζω, μασώ «και ήξευρεν και τούτο, ότι τα ψάρια δεν αναχαράζουν, μόνον ο σπάρος λέγουν ότι αναχαράζει» (Καρ.).

‒ αναχαράζω: μηρυκάζω (Χυτ.).

  1. απανωθίο: επιρ. πάνω από, αποπάνω «έπειτα απετάγει απανωθίο την φωλίαν του» (Καρ.).

‒ αποπανουθιό: επιρ. άνωθεν, από το επάνω μέρος, Και αντίστοιχα αποκατουθειό. (Χυτ.).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , | 74 Σχόλια »

Λέξεις από τον Κάλαμο

Posted by sarant στο 4 Νοεμβρίου, 2022

Στο σημερινό άρθρο λεξιλογικής περιήγησης θα δούμε λέξεις από τον Κάλαμο -ποιον Κάλαμο όμως; Οι περισσότεροι ξέρουμε το χωριό της βορειοανατολικής Αττικής με τις πολλές εξοχικές κατοικίες, πλάι στον Ωρωπό, ενώ βέβαια υπάρχουν σ’ ολη την Ελλάδα πολλά ακόμα χωριά με το όνομα αυτό, αλλά σήμερα θα μιλήσουμε για το νησί Κάλαμος. Αλλωστε, τα νησιά είναι τα κατ’ εξοχήν γλωσσικά οικοσυστήματα στη χώρα μας, και δεν είναι τυχαίο που τα περισσότερα άρθρα λεξιλογικής περιήγησης στο ιστολόγιο από νησιά προέρχονται.

Ο Κάλαμος λοιπόν είναι ένα από τα μικρά νησιά των Επτανήσων, πέρα από τα εφτά που έδωσαν το όνομα στο νησιωτικό σύμπλεγμα. Βρίσκεται πολύ κοντά στην ηπειρωτική Ελλάδα, στον Μύτικα της Αιτωλοακαρνανίας, ανάμεσα στο γνωστότερο Μεγανήσι και στον μικρότερο Καστό. Στην απογραφή του 2011 είχε 529 κατοίκους αλλά τον χειμώνα δεν μένουν περισσότεροι από 100. Γυμνάσιο δεν υπάρχει στο νησί κι έτσι οι λιγοστοί μαθητές πηγαινόρχονται με το καΐκι, που δεν είναι βεβαίως πια καΐκι, αλλά οι Καλαμισάνοι επιμένουν να το λένε έτσι. Ο Κάλαμος ξεχωρίζει από μακριά επειδή έχει τρεις ψηλές, για το μέγεθός του, κορυφές -η πιο ψηλή πλησιάζει τα 750 μέτρα.

Τα στοιχεία αυτά τα παίρνω από την εισαγωγή του Γιώργου Καραγιάννη στο βιβλίο Κάλαμος. Αναμνηστικό λέξεων, της Γιώτας Καραγιάννη και του Γιώργου Καραγιάννη (είναι αδέλφια) που κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις εκδόσεις Άπαρσις. Σημειώνω επίσης ότι, καθώς ανήκε στα Επτάνησα αλλά ήταν πολύ κοντά στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, ο Κάλαμος ήταν κατά το Εικοσιένα καταφύγιο αμάχων -ξέρουμε ότι ο Καραϊσκάκης είχε στείλει εκεί την οικογένειά του.

Όπως λέει στον δικό της πρόλογο η Γιώτα Καραγιάννη, που είναι φιλόλογος, η ιδέα για το βιβλιαράκι αυτό ξεκίνησε όταν ρώτησε μια φίλη της αν ξέχασε «το τακουίνο της», και βέβαια προκάλεσε θυμηδία στην παρέα της. Κι έτσι άρχισε να συγκεντρώνει καλαμισάνικες λέξεις που, όταν μαζεύτηκαν πολλές, έδωσαν το βιβλιαράκι από το οποίο αντλώ υλικό σήμερα. Μια προσπάθεια ομολογημένα ερασιτεχνική, αλλά αξιέπαινη. Το βιβλίο έχει κάπου 400 λέξεις, όπως προσεγγιστικά εκτίμησα, καθώς και καμιά εικοσαριά εκφράσεις. Οι λέξεις δίνονται χωρίς ετυμολογία, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις τα λήμματα περιέχουν επίσης παραδειγματικές φράσεις ή άλλες επεξηγήσεις πέρα από τον ορισμό. Σε ενδεχόμενη επανέκδοση θα συνιστούσα να υπάρχουν περισσότερες παραδειγματικές φράσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 115 Σχόλια »

Η πυρκαγιά της Σμύρνης (απόσπασμα από το Στου Χατζηφράγκου, του Κοσμά Πολίτη)

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2022

Συνεχίζω και τούτη την Κυριακή με λογοτεχνήματα σχετικά με τη Σμύρνη και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Κοσμάς Πολίτης, κατά κόσμον Πάρις Ταβελούδης (1888-1974), αφού είχε δώσει σημαντικό και πρωτοποριακό λογοτεχνικό έργο ήδη από τη δεκαετία του 30, όπως και πολύ αξιόλογο μεταφραστικό έργο στη συνέχεια (έχουμε δημοσιεύσει δείγμα δικής του μετάφρασης στον Δρόμο με τις φάμπρικες του Στάινμπεκ), μας χάρισε σε προχωρημένη πια ηλικία, το 1962, το μυθιστόρημα «Στου Χατζηφράγκου», ένα αριστούργημα με αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία στη χαμένη πια Σμύρνη πριν από την Καταστροφή. Εύγλωττος είναι άλλωστε ο υπότιτλος, Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας.

Αξίζει να διαβάσετε αλλά και να ξαναδιαβάσετε το μυθιστόρημα αυτό του Πολίτη (απορώ που δεν έχει γίνει ταινία). Στη μέση του, υπάρχει ένα κεφάλαιο είκοσι σελίδων με τον τίτλο Πάροδος, όπως στις αρχαίες τραγωδίες, που δεν ακολουθεί την πλοκή αλλά είναι ο μονόλογος ενός γέρου Σμυρνιού πρόσφυγα, περιβολάρη, του Γιακουμή, ο οποίος ύστερα από τις έντονες παρακλήσεις του συγγραφέα, του αφηγείται τις αναμνήσεις του από τη χαμένη πριν από σαράντα χρόνια πολιτεία. (Ο Γιακουμής εμφανίζεται στο μυθιστόρημα και πρωτύτερα, ως έφηβος).

Ένα σχετικά μικρό απόσπασμα από την Πάροδο δημοσιέψαμε πέρυσι, εκεί που ο αφηγητής περιγράφει τα τσερκένια, τους χαρταετούς της Σμύρνης -τώρα θα βάλω το υπόλοιπο, από το σημείο όπου αρχίζει η αφηγηση για την καταστροφή ως το τέλος του κεφαλαίου.

Μια σύμπτωση περίεργη είναι ότι και σε τούτη την αφήγηση, όπως και στα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, που είδαμε την περασμένη Κυριακή, ο αφηγητής μέσα στον χαμό πηγαίνει να ξυριστεί σ’ ένα μπαρμπέρικο. Και τα δυο βιβλία άλλωστε κυκλοφόρησαν την ίδια εποχή. (Το μυθιστόρημα του Πολίτη δημοσιεύτηκε πρώτα στον Ταχυδρόμο σε συνέχειες, το 1962, κι έπειτα το 1963 σε βιβλίο). 

Στο τέλος εξηγώ μερικές λέξεις. Η έκδοση που έχω στα χέρια μου (εκδόσεις Α. Καραβία, 1963) δεν έχει γλωσσάρι, αλλά η εκδοση της Εστίας, σε επιμέλεια του Πίτερ Μάκριτζ, σίγουρα θα έχει. Όμως δεν την έχω, οπότε όσες εξηγήσεις δώσω είναι δικές μου -και ίσως λαθεύουν κάπου.

Λοιπόν, αν θυμάμαι καλά, ήτανε η τρίτη καν η τέ­ταρτη μέρα πού είχε μπει ο τούρκικος στρατός. Η πολι­τεία λούφαζε. Είχανε γίνει κάμποσα παρατράγουδα στο αναμεταξύ, σκοτωμοί, ξεπαρθενέματα και πλιάτσικο, πολλοί χάσανε τη ζωή τους, πολλοί θα τη χάνανε ακόμα, πλιά­τσικο, τσέτες, κακάριζε το πολυβόλο, πόλεμος ήτανε, έχθρητα και άχτι —κι οι δικοί μας είχανε κάψει τούρκικα χωριά στην υποχώρηση, πόλεμος ήτανε, ο άνθρωπος γίνεται ανήμερο θερίο. Γινήκανε κι άλλοι σκοτωμοί, κι εδώ και στους ντερέδες της ’Ανατολής, χαθήκανε χιλιάδες δικοί μας, δεκαριές, κατοσταριές χιλιάδες, και πλάκωσε μεγάλη ορφάνια. Βλέπεις, ο Τούρκος μάς λογάριαζε προδότες, εί­χαμε σηκώσει τ’ άρματα ενάντια στην πατρίδα —ενάντια στην Τουρκία, δηλαδή. Μιλάω δίχως πάθος, σα να μην υπάρχει πια οργή και αμάχη στο ντουνιά… και τώρα, τρίτη καν τέταρτη μέρα που είχε μπει ο τούρκικος στρα­τός, η πολιτεία λούφαζε μες στο κακό της όνειρο, μέσα στη θλίψη και την απαντοχή. Μα οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Λες κι είχε γίνει κάποια ρέγουλα. Πού και πού μια τουφεκιά. Φαινότανε απείραχτη κι αθώα, υστερ’ από το μεγάλο πατιρντί. Δεν την έκανες κάζο. Δε μπορούσε να ’τανε για σένα. Και πέρα, πολύ μακριά, ένα πνιχτό μπουμπουνητό, κάτι σα μπασαβιόλα —α[ν] με καταλαβαίνεις. Οι δικοί μας είχανε πιάσει μετερίζι στον Τσεσμέ, και με τα κανόνια κρατάγανε μα­κριά το τούρκικο ασκέρι, ώσπου να μπαρκάρει στα βαπόρια ο στρατός.

Εκείνο το πρωί, λοιπόν, πρωτοβγήκε ξανά και μια δί­κιά μας εφημερίδα. Πρώτη και τελευταία φορά. Έγραφε πως μας πλανέψανε οι Έλληνοι, πως οι Τούρκοι είναι κα­λοί άνθρωποι, πως πρέπει ν’ ανανήψομε, τη θυμάμαι αυτή τη λέξη αν και δεν ξέρω τί θα πει —άκου, άκου! αυτές πού τρία χρόνια μάς πιπιλίζανε το μυαλό για λευτεριά και δόξα, για περιούσιο λαό, για Πόλη και Άγια Σοφιά, και στέλ­νανε τον Τούρκο στην Κόκκινη Μηλιά — να καταγίνομε στα ειρηνικά μας έργα, γράφανε, κάτω από την προστασία και τη δικαιοσύνη τής τούρκικιας πατρίδας —άκου, άκου! τα διάβαζε ο κοσμάκης, ανοίγανε παράθυρα, χαμογελού­σανε γυναίκες —φαρμακωμένα, βέβαια, μα ωστόσο χαμογε­λούσανε— ξεπορτίζανε παιδιά. Κάποια ονείρατα είχανε χα­θεί, μα ονείρατα είν’ εύκολο να ξαναφτιάξεις. Κι ακόμα τότε ξαναφτιάχναμε δειλά δειλά, μπορεί και δίχως να το μολογάμε στον εαυτό μας. Δεν πέθανε ο βασιλιάς Αλέξαντρος, λέω της γυναίκας μου κάποια στιγμή. Μα η Κατερίνα κούνησε μονάχα το κεφάλι της. Πάω μια βόλτα, της λέω σέ λιγάκι, φοβάσαι να μείνεις μονάχη ; Να πας μου λέει. Γυναίκα με κουράγιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Μικρασιατική καταστροφή | Με ετικέτα: , , , , | 89 Σχόλια »

Στη Σμύρνη στην Καταστροφή (απόσπασμα από τα Ματωμένα χώματα)

Posted by sarant στο 28 Αυγούστου, 2022

Καθώς συμπληρώνονται αυτές τις μέρες τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, παρουσιάζω σήμερα ένα απόσπασμα από το πολύ γνωστό μυθιστόρημα «Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου.

Πρόκειται για το 16ο κεφάλαιο, στο οποίο ο αφηγητής, ο Μανώλης Αξιώτης, μικρασιάτης που είχε πάει εθελοντής στον ελληνικό στρατό, επιστρέφει κακήν κακώς μόνος του στη Σμύρνη μετά το σπάσιμο του μετώπου και τον πανικό που ακολούθησε.

Το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου είναι πολυδιαβασμένο, μάλιστα πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια (επί υπουργίας Μαριέτας Γιαννάκου) είχε διανεμηθεί και στα σχολεία. Έχω διαβάσει ότι ο κεντρικός ήρωας είναι υπαρκτό πρόσωπο ή τέλος πάντων ότι η συγγραφέας βασίστηκε στις αναμνήσεις και τις διηγήσεις ενός υπαρκτού προσώπου -αλλά ομολογώ πως δεν ξέρω σε βάθος αυτή την ιστορία, όποιος ξέρει μας διαφωτίζει στα σχόλια.

Παραθέτω το κείμενο και στο τέλος εξηγώ κάποια λεξιλογικά (και έχω και μια απορία, που σας την υποβάλλω). Η  έκδοση που έχω εγώ δεν έχει γλωσσάρι, πράγμα που ασφαλώς χρειάζεται στις μέρες μας, που κάποιες λέξεις έχουν αρχίσει να ξεχνιούνται ή έχουν ξεχαστεί -βλέπω όμως οτι σε νεότερες εκδόσεις υπάρχει γλωσσάρι.

Μόλις πάτησα το ποδάρι μου στη Σμύρ­νη, στάθηκα να πάρω ανάσα. Σταυροκοπήθηκα, μ’ έπιασε μια ξαφνική χαρά. Πάντα εδώ στη Σμύρνη έβρισκε σιγουριά κι αποκούμπι η ρωμιοσύνη. Οι Τούρκοι τη λέγανε «Γκιαούρ Ισμίρ» κι ήτανε πραγματικά η Άπιστη γι’ αυτούς· για μας όμως ήτα­νε η χαρούμενη και φιλόξενη πρωτεύουσα τού ελλη­νισμού. Μοσχοβολούσε γιασεμί και λαχταρούσε για λευτεριά. Μόνο να σεργιανάς στο Και, στα μπουλβάρια, στους βερχανέδες, να νταραβερίζεσαι στα μπεζεστένια, να πίνεις ρακί στο Κόρσο, να βλέπεις παντού κέφι, χαρά, σου μαλάκωνε η καρδιά, γέμιζε φως, πό­θους, θάρρητα. Να ζήσω, έλεγες, να ζήσω, να δουλέ­ψω απεξαρχής, να φτιάσω τούτο και τ’ άλλο, να χαρώ, ν’ αγαπήσω, να χτίσω.

Τώρα τί ’τανε αυτό π’ αντίκριζα; Μια νεκρή πολι­τεία. Τα μαγαζιά και τα κέντρα κλειδωμένα με διπλό λουκέτο. Τα σπίτια βουβά, σαν ακατοίκητα. Γέλιο δεν άκουγες, παιδί δεν έβλεπες να παίζει στο δρόμο. Καραβάνια θλιβερά σερνόντανε στα σοκάκια σαν μια σειρά κάμπιες. Κορμιά κυρτωμένα, πρόσωπα χολιασμένα, χαλκοπράσινα, χείλη ξερά, ασπρισμένα. Ήτανε οι πρόσφυγες που φτάνανε απ’ το εσωτερικό. Σέρνανε μαζί τους μπόγους, τσομπλέκια, μπαούλα, κονίσματα, φορεία μ’ άρρωστους, κατσίκες, κότες, σκύλους. Οι εκκλησιές, οι στρατώνες, τα σκολειά, οι αποθήκες, οι φάμπρικες, όλα γέμισαν πρόσφυγες· βε­λόνι να ’ριχνες δε θα ’πεφτε.

Γύριζα σαν χαμένος ανάμεσα σ’ αυτό τον κόσμο κι έψαχνα να βρω τούς δικούς μου. Ο Γιάκαβος, ένας κουμπάρος μας, μου ’πε πώς τους είχε ανταμώσει και μάλιστα η μάνα μου χόλιαζε, λέει, για μένα και για τον αδερφό μου το Σταμάτη. Καταλάβαινα πώς έπρεπε να βιαστώ ν’ ανταμώσω τη φαμελιά, να δούμε πώς θα τα ξεκεφαλιώσουμε, μα τα ποδάρια μου δε με ση­κώνανε, ήμουνα πεθαμένος, δεν είχα πια μέσα μου παρά μια πεθυμιά, να γείρω κάπου να κοιμηθώ για μήνες.

Στο Παραλλέλι κοντοστάθηκα στον καθρέπτη ενός μπαρμπέρη κι είδα τα χάλια μου. Το χιτώνιό μου ήτανε ξεσχισμένο, όλο αίματα. Το δίκοχό μου ξεχα­σμένο στο πίσω μέρος τού κεφαλιού. Τα γένια μου άγρια.

Το κουρείο ήταν ανοιχτό. Δεν πάω, σκέφτηκα, να λουστώ, να κουρευτώ, ν’ αλλάξω το σουλούπι μου; Έτσι που είμαι, κι η μάνα μου η ίδια θα τρομάξει σα μ’ αντικρίσει. Το μάτι μου έπεσε, με το πρώτο, στη γυριστή πολυθρόνα που θα δεχότανε το αποκαμωμένο κορμί μου.

Ο μπαρμπέρης, ένα λιγνό συμπαθητικό γεροντάκι, σάλταρε στην πόρτα, μόλις μ’ είδε να κοντοστέκουμαι, μ’ άρπαξε απ’ το μπράτσο και μ’ έσυρε σαν υπνωτισμένο στην πολυθρόνα.

–     Έλα, μου ’πε, λες και γνωριζόμασταν από χρό­νια. Κάτσε να σου συγυρίσω τη φάτσα. Πώς κατάντησες σέ τέτοιο χάλι; Εσένα όχι άνθρωπος, μα και Χάρος να σε δει θα σκιαχτεί.

Γέλασε μόνος με το χωρατό του κι υστέρα έπιασε να βρίζει τούς Τούρκους.

–     Σεϊτάνηδες, ντεληφισέκηδες! Σάς ηπέρασε από την άδεια σας κούτρα, πως θα φάτε τον ελληνικό στρατό! Χαερσίζηδες, μπαμπέσηδες…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Μικρασιατική καταστροφή | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »

Χάθηκε βελόνι (αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου)

Posted by sarant στο 21 Αυγούστου, 2022

Θα παρουσιάσω σήμερα αποσπάσματα από το μυθιστόρημα «Χάθηκε βελόνι» του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου. Ο Γκέζος γεννήθηκε το 1988 στη Χιμάρα της Αλβανίας και πολύ νέος ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα. Μεγάλωσε στη Σκάλα Λακωνίας, σπούδασε τοπογράφος στο ΕΜΠ και πολύ νέος εμφανίστηκε στα γράμματα, αποσπώντας μάλιστα το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για την ποιητική του συλλογή «Ανεκπλήρωτοι φόβοι» το 2013.

Το μυθιστόρημα «Χάθηκε βελόνι» (Μεταίχμιο 2021) είναι ένα σπονδυλωτό έργο που διαρθρώνεται σε πέντε μέρη, σε πολλούς τόπους και μέσα στον χρόνο. Παρακολουθούμε την οικογένεια των Ζεφάδων, μεγάλη αρχοντοοικογένεια του Δρεπενιού, από το 1932 και μετά, πρώτα στην Αλβανία, μετά το 1991 στην Ελλάδα και, στο τέλος, το ταξίδι του Αλέξανδρου, του εξαφανισμένου αδελφού, στην Αμερική. (Ο Αλέξανδρος εμφανίζεται και σε προηγούμενο μυθιστόρημα του Γκέζου, που δεν το έχω διαβάσει. Όπως θα δείτε, το κανονικό του όνομα είναι Σάντο, κάτι που ίσως είναι βιωματικό του συγγραφέα, ο οποίος, κάπου διάβασα, έμαθε ότι τον λένε (και) Αρμάντο όταν πήγε να δώσει πανελλήνιες, ενώ ως τότε μόνο Χρήστος ήξερε πως λέγεται).

Το Δρεπένι βεβαίως δεν είναι υπαρκτό μέρος, είναι μυθιστορηματικά μεταπλασμένη η Χιμάρα. Πάντως ο συγγραφέας φρόντισε να βρει και ετυμολογία στο φανταστικό τοπωνύμιο («από έναν δευτερεύοντα ημίθεο της ελληνικής μυθολογίας, τον Δρέπανο, που υποτίθεται ότι είχε εξοριστεί από τον Δία για να ζήσει ολομόναχος κι αποκλεισμένος βαθιά μέσα στις αφιλόξενες κοιλότητες των βουνών της περιοχής») ενώ, για ακόμα μεγαλύτερη αποστασιοποίηση, κάπου αναφέρει, μία φορά νομίζω, και τη Χιμάρα ανάμεσα στα χωριά της περιοχής. Ανύπαρκτο είναι και το μέρος στο οποίο εγκαθίσταται η οικογένεια του Παύλου Ζέφου στην Πελοπόννησο -η Μεθενιά.

Μου άρεσε πολύ το τρίτο μέρος του βιβλίου, το Τσιμπιτόνι (έχει αρίθμηση 2 διότι ξεκινάει από το 0). Σε αυτό μιλάει η Τέτα (Ηλέκτρα), η γυναίκα του Παύλου και μητέρα του Αλέξανδρου -και μιλάει στο χιμαριώτικο ιδίωμα («με κάποιες απλοποιήσεις στην προφορά για να γίνεται πιο εύκολη η ανάγνωση», μου είπε ο συγγραφέας).

Υπάρχει και γλωσσάρι στο βιβλίο, από το οποίο θα βάλω στο τέλος τις άγνωστες λέξεις του αποσπάσματος που θα παρουσιάσω. Επίσης, περίπου όπως και στα ποντιακά, τα χιμαριώτικα απλοποιούν το στ σε σ, ενώ προφέρουν ασυνίζητους τύπους σαν τα ζακυθινά (χωρία, παιδία). Για να μην έχετε απορία, η μίσα είναι ο ύπνος, ενώ ο Μενέλαος/Νέλος ειναι ένα παιδί της οικογένειας, το στερνοπαίδι μετά τον Αλέξανδρο, που το έχασαν κατά τρόπο ανεξήγητο ενώ περνούσαν τα σύνορα προς Ελλάδα το 1991.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 151 Σχόλια »

Μαντώ Μαυρογένη, όχι Μαυρογένους (για το βιβλίο του Παν. Κουσαθανά)

Posted by sarant στο 14 Αυγούστου, 2022

Πέρασαν τα 200 χρόνια, συνεχίζουν όμως να εκδίδονται βιβλία σχετικά με το Εικοσιένα, κι ένα τέτοιο θα σας παρουσιάσω εδώ, το «Δεν έκαμα άλλο ειμή το χρέος μου. Μαντώ Μαυρογένη 1821-2021» του έξοχου Μυκονιάτη συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά, που ένα διήγημά του είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από πέντε χρόνια.

Μυκονιάτης ο Κουσαθανάς, για τη Μυκονιάτισσα κυρά γράφει, τη «μοσκαναθρεμμένη θυατέρα του Μεγάλου Σπαθάρη της Μολδοβλαχίας Νικολάου Μαυρογένη και της αρχοντοπούλας Ζαχαράτης Χατζη-Μπατή». Όπως θα δείτε, ο Κουσαθανάς χρησιμοποιεί και μυκονιάτικες λέξεις -κι έτσι «θυατέρα» ή «λιάκι» (λιγάκι) αφού ανάμεσα σε φωνήεντα το γ πέφτει στο μυκονιάτικο ιδίωμα.

Δείγμα γραφής από τον πρόλογο (μονοτονίζω):

Στην Τρίτη Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων στην Τροιζήνα στους 1827 χρόνους, η κοκόνα Μαντώ, έξαλλη για το άδικο που την έπνιγε, χειρονομούσε, διαμαρτυρόταν με νεύματα και ανέμιζε μπροστά στα μάτια ολωνών ένα χάρτινο τεκμήριο του μαραζωμένου έρωντά της, το μόνο, μαζί με την τσουρουφλισμένη και ποδοπατημένη της καρδιά, που ‘χε ‘πομείνει από τον άπιστο και επίορκο Δημήτριο Υψηλάντη,

οπού μ’ εφίλειε κι ήλεε ποτές δεν μ’ απαρνιέται.

Μα σαν χαθεί ο έρωντας, που δεν είναι μόνο του σώματος μα και της ψυχής παιχνίδι και βάσανο σαν τον εδικό της, τι να το κάνεις το δίκαιο, που δίκαιο πια δεν είναι, ιδιαίτερα αν τύχαινε να ‘σαι γυναίκα εκείνη την εποχή -«μία μόνον γυνή», μια «μαντινούτα», ας ήταν κι «αντιστράτηγος». Μερικοί μάλιστα, ακόμα και συγγενείς, το σέρναν και πιο μακριά, τη λέγανε «μισότριβη» και «παστρικιά». Όλοι βέβαια συμφωνούν πως όποιος πονά από αγάπη φωνάζει γαϊδουρινά, ο αναμάρτητος λοιπόν ας λιθοβολήσει πρώτος την Ηρωίδα.

Η άσκεφτη αγάπη, η άνευ όρων παραδομένη, όλα τ’ αναποδογυρίζει, όλα τ’ αλλάζει κι άμα αρχίσεις να σκέφτεσαι ότι αγαπάς ή πώς πρέπει ν’ αγαπάς, η αγάπη πέφτει κάτω και ψοφά. Η Μαντώ δεν την άφησε την αγάπη της σαν τον Υψηλάντη να πέσει κάτω, να ψοφήσει. «Χαμάλη κόσμε, σε αγνίζουν οι γυναίκες σου», αναφώνησε ένας εδικός μας στρατιωτικός γιατρός και συγγραφέας. Να περ’μένεις από άνθρωπο αυτό που δεν μπορεί να σου δώσει δεν είναι ξεπεσμός, είν’ ελπίδα χωρίς ελπίδα, πίκρα άσωτη. Τ’ απάνω χέρι στις τέτοιες περίστασες το’χει εκείνος οπού αγαπιέται, οπού αγαπά είναι αδύναμος κι απροστάτευτος, γι’ αυτό το στόμα του γεμίζει μ’ αψιά πικράδα, το μυαλό του σαλεύει, δεν ξέρει τι λέει, τι πράττει…

Λίγες σελίδες πιο κάτω, ένα δισέλιδο σαν αυτοτελές διήγημα, για τη δάφνη του στεφανιού που έβαζαν, κάθε χρόνο, στο άγαλμα της Μαντώς Μαυρογένη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Βιογραφίες, Παρουσίαση βιβλίου, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 94 Σχόλια »

Ένα άλλο κάτι

Posted by sarant στο 4 Αυγούστου, 2022

Προσοχή, ο τίτλος δεν λέει για «κάτι άλλο», αλλά για «άλλο κάτι». Δεν θα μιλήσουμε λοιπόν για την αόριστη αντωνυμία «κάτι» που τόσο έντονη παρουσία έχει στη γλώσσα μας (π.χ. είναι κάτι στιγμές, έχεις κάτι που σε άλλη δεν το βρήκα, κάτι τρέχει στα γύφτικα, δυο δάχτυλα και κάτι, ξέρει κάτι λίγα αγγλικά, και κάτι παραπάνω).

Θα πούμε μόνο, έτσι παρεμπιπτόντως, πως αυτό το «κάτι», το πανταχού παρόν, εμφανίστηκε στη γλώσσα μας τη μεααιωνική εποχή και προέρχεται από το αρχαίο μόριο καν (με «ψιλή» και οξεία) και την αντωνυμία τι.

Ωστόσο, το σημερινό σημείωμα θα αφιερωθεί σε μιαν άλλη λέξη, ομόηχη και ομόγραφη, σε ένα άλλο κάτι λοιπόν. Η άλλη λέξη «κάτι» δεν υπάρχει στα σημερινά λεξικά, αλλά είναι ακόμα ζωντανή στη βόρεια ιδίως Ελλάδα. Στα σχόλια του σημερινού άρθρου θα μου πείτε αν την ξέρετε κι αν τη χρησιμοποιείτε.

Το κάτι είναι η πτυχή, η δίπλα, το πόσες φορές διπλώνουμε π.χ. ένα σεντόνι. «Κάνε τρία κάτια την πετσέτα για να χωρέσει». Είναι δάνειο από το τουρκικό kat (πτυχή).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ορολογία, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , | 92 Σχόλια »

Τα εκατόλογα της αγάπης

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2022

Tα Εκατόλογα της αγάπης ανήκουν στην ευρύτερη συλλογή ερωτικών ποιημάτων που είναι γνωστή με το γενικό όνομα Ερωτοπαίγνια. Όπως λέει ο επιμελητής του σχετικού ιστότοπου του ΚΕΓ, τα ποιήματα αυτά «πιθανότατα προέρχονται από τον ευρύτερο νησιωτικό, ενδεχομένως τον δωδεκανησιακό, χώρο. Είναι έργο άγνωστων ποιητών και αποτελεί εξαίρετο δείγμα της πρώιμης λαϊκής και λαϊκότροπης νεοελληνικής ποίησης»

Υπάρχουν πολλές παραλλαγές από Εκατόλογα, που όλα έχουν το μοτίβο ότι περιέχουν ένα δίστιχο για κάθε αριθμό από το 1 έως το 10 και μετά, δέκα δέκα, ως το 100. Σε κάποιες παραλλαγές παραδίδεται μόνο το σκέλος με τα δίστιχα της αρίθμησης, ενώ σε άλλες υπάρχει λίγο-πολύ τυποποιημένη εισαγωγή, που επιδέχεται πλατειασμούς κι έτσι μπορεί να γίνει πολύ εκτενέστερη από το σκέλος των καθαυτό Εκατόλογων.

Τα Εκατόλογα τα θυμήθηκα από ένα άρθρο που είχαμε τις προάλλες για τον κάβουρα, όπου υπήρχε και το δίστιχο Οχτώ ποδιά ‘χει ο κάβουρας και πάει μπρος και πίσω / τη νιότη μου στα χέρια σου θα την απαρατήσω. Κι έτσι είπα να τους αφιερώσω το σημερινό άρθρο.

Μια εισαγωγή, από μια  αθηναϊκή παραλλαγή, που την έχει καταγράψει ο Καμπούρογλου, δίνει:

Όντας εστάθη ο Διγενής και θεμελιώθ’ η χώρα,
και συστεριώθη η θάλασσα τριγιούρου της την άμμο,
άγουρος κόρην αγαπά κι η κόρη δεν το ξέρει.
Κι εξόδεψε στην πόρτα της οχτώ πύργους λογάρι
και δεκαπέντε μάλαμα κι επτά μαργαριτάρι
και λόγο από τα χείλη της δεν ημπορεί να πάρει.
Και μιαν αυγή, μια Κυριακή, μια ‘πίσημην ημέρα,
εβγήκ’ η νια απ’ το λουτρό κι ο νιος απ’ το μπαρμπέρη
και συναπαντηθήκανε σ’ ένα στενό σοκάκι
και ξεδιαντράπηκεν ο νιος κι είπε «κόρη, αγαπώ σε».

Έξοχο δείγμα λαϊκής ποίησης, κατά τη γνώμη μου. Λογάρι είναι ο θησαυρός. Ο Κ.Χ.Μύρης έχει δανειστεί το «και μιαν αυγή, μια Κυριακή, μια πίσημην ημέρα», που άλλωστε το βρίσκουμε και σε άλλα δημοτικά.

Και αφού ο νιος εξομολογηθεί τον έρωτά του, η κόρη θυμωμένη του βάζει διάφορες προκλήσεις, στις οποίες αυτός δηλώνει ότι μπορεί να αντεπεξέλθει, για να φτάσουμε στα καθιαυτού εκατόλογα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Δημοτικά τραγούδια, Ερωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 80 Σχόλια »

Το βουνί, της Λουίζας Παπαλοΐζου (δυο αποσπάσματα)

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2022

Μια από τις φιλολογικές εκπλήξεις της χρονιάς που μας πέρασε ήταν το μυθιστόρημα «Το βουνί» της Λουίζας Παπαλοΐζου. Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (εξ ημισείας) αλλά και με το κυπριακό Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας. Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1972 στην κατεχόμενη σήμερα Μόρφου, ανήκει δηλαδή στη γενιά που δεν έχει μνήμες από την Κύπρο πριν από το πραξικόπημα, τον Αττίλα και τον χωρισμό του νησιού, αλλά είχε την αίσθηση του ξεριζωμού και της απώλειας.

Το βιβλίο είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα σε τρία μέρη, με τρεις κεντρικούς ήρωες, στην ορεινή Τηλλυρία, στους αρχαίους Σόλους, όπου έχουν βρεθεί σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα -το Βουνί, όπως το λένε οι ντόπιοι, είναι ένα ύψωμα όπου υπήρχε αρχαίο ανάκτορο. Έχει εκδοθεί από τις φιλικές εκδόσεις Το Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη. 

Πέρα από την εξαιρετική λογοτεχνική του αξία, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την παρουσίαση της ζωής στην Κύπτο την εποχή της αποικιοκρατίας, που ήταν για μένα άγνωστη. Αλλά το βιβλίο έχει και ιδιαίτερο γλωσσικό ενδιαφέρον καθώς τα τρία μέρη του διαφοροποιούνται γλωσσικά. Στο πρώτο μέρος, η ιστορία του Ξενή, του ναυτικού που επιστρέφει στη δεκαετία του 60 στο χωριό του όταν μια σοβαρή αρρώστια τον αφήνει μισερό, παρουσιάζεται στην κοινή ελληνική με τους διαλόγους στα κυπριακά. Το τρίτο μέρος, τα ημερολόγια του Σουηδού αρχαιολόγου που συμμετέχει σε ανασκαφές στη δεκαετία του 1920, είναι γραμμένο στην κοινή ελληνική, αλλά το δεύτερο μέρος, η ιστορία της Κόρης και του σημαδιακού αδερφού της, είναι γραμμένο ολόκληρο στα κυπριακά, και, όπως θα διαπιστώσετε, δεν διαβάζεται εύκολα από καλαμαράδες. Υπάρχει άλλωστε και εκτενές γλωσσάρι, ενώ τη φιλολογική επιμέλεια της κυπριακής διαλέκτου την είχε ο φίλος Σπύρος Αρμοστής.

Θα παρουσιάσω σήμερα δυο αποσπάσματα, δυο ξεχωριστά κεφάλαια από το Βουνί. Από το πρώτο μέρος, το κεφάλαιο «Η Ελένη», και από το δεύτερο μέρος το κεφάλαιο «Δεκατρία». Στο τέλος παραθέτω τις εξηγήσεις λέξεων από το γλωσσάρι, αλλά όχι τις λέξεις της κυπριακής που έχουν φωνητικές αλλαγές από την ελληνική, δηλαδή δεν εξηγώ τον τζαιρό (καιρός) ή τη θκιαλεχτίνα (διαλεχτίνα, εργάτρια της διαλογής) ή το χωρκόν (χωριό) ή τον τζύρη (κύρης, πατέρας) ή τα ττενεκούθκια (διπλό τ στην αρχή, ντενεκάκια).

Στην εδώ παρουσίαση κάνω μια αναγκαστική έκπτωση. Στο βιβλίο χρησιμοποιούνται δυο χαρακτήρες που δεν ανήκουν στο αλφάβητο της κοινής ελληνικής, το ζ με καπελάκι και το σ με καπελάκι, για το παχύ ζ και το παχύ σ, δυο φθόγγους που δεν τους έχουμε στην κοινή ελληνική αλλά που υπάρχουν στην κυπριακή. Για να τους περιγράφω έτσι μπακάλικα, ζ με καπελάκι κτλ., θα καταλαβαίνετε ότι δεν μπορώ να τους παρουσιάσω εδώ, αφού δεν υπάρχουν στο Unicode. Με τον φίλο Αχιλλέα Τζάλλα, που είχε την τυπογραφική επιμέλεια του βιβλίου (υποδειγματική, να πω) εξετάσαμε διάφορες λύσεις αλλά τελικά καταλήξαμε στο να παραλείψουμε απλώς το σύμβολο, το καπελάκι, όπου υπήρχε. Έκπτωση, αλλά αναπόφευκτη, που θα ξενίσει ίσως τους ομιλητές της κυπριακής.

Πριν προχωρήσουμε στα κείμενα, μια συνέντευξη της συγγραφέας στον Θοδωρή Αντωνόπουλο.

Το πρώτο απόσπασμα:

Η Ελένη

Η Ροδού δεν είπε λέξη, όταν της είπα να ξεχάσει το εστιατόριο. Καθάριζε φλούδες καρπουζιού μέσα στην ποδιά της, καθισμένη στην αυλή, για να φτιάξει γλυκό. Δεν χρειάστηκε να πω κάτι παραπάνω. Κατάλαβε.

Με τον Γιαννή είμαστε δεύτερα ξαδέρφια, οι πατεράδες μας πρώτα, οι παππούδες μας ήταν αδέρφια. Παιδιά κάναμε πολλή παρέα. Γεννημένοι με τρεις μήνες διαφορά, περνούσαμε για δίδυμοι. «Καλώς τους δίπλαρους!» παντού έτσι μας προσφωνούσαν. Ώσπου οι πατεράδες μας έκοψαν την καλημέρα. Στη μεγάλη απεργία της CMC, το ’48. Εκατόν είκοσι δύο μέρες έμειναν κλειστά τα μεταλλεία μέχρι να καμφθούν οι Αμερικάνοι, γιατί μέχρι τότε ούτε οι υπερωρίες είχαν κατοχυρωθεί ούτε οι άδειες ανάπαυσης ούτε οι αργίες. Είχαν πρωτοστατήσει οι πατεράδες μας στα γεγονότα, ώσπου ο ένας τάχθηκε υπέρ της συνέχισης του απεργιακού αγώνα, ο άλλος κατά. Μοιράστηκε ο κόσμος. Όπλισαν οι Εγγλέζοι για να φοβερίσουν τους απεργούς. Ξυλοδαρμοί, πυροβολισμοί, συλλήψεις. Τα ξαδέρφια αντάλλαξαν βαριές κουβέντες, πιάστηκαν στα χέρια. Με τα μάτια μου είδα τον πατέρα και τον θείο μου πάνω στην αποβάθρα. Φώναζαν οι μανάδες μας, κλαίγαμε όλοι μαζί, μπήκαν στη μέση να τους χωρίσουν.

δεξιοί τζαι αριστεροί έλεγε ο κόσμος

Όση παρέα κάναμε έκτοτε με τον Γιαννή γινόταν στα κρυφά. Μόνο οι μανάδες μας ήξεραν, μα έκαναν τις ανήξερες. Η ιστορία του τσακωμού βέβαια είχε κοστίσει πολύ στη Ροδού, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι άφησε ποτέ να φανεί, γιατί με τη θεία μου ήταν φίλες αχώριστες. Μια πόρτα χώριζε τα σπίτια μας. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου τα πράγματα άλλαξαν. Η Ροδού δεν ήθελε να βλέπει κανέναν. Κλείσαμε πόρτες και παράθυρα, στο σπίτι μας δεν ήταν ευπρόσδεκτος κανένας, ούτε ο θείος μου ούτε η θεία μου ούτε τα παιδιά τους.

Με ένα μαχαιράκι αφαιρούσε την πράσινη φλούδα, έπειτα έκοβε την ψίχα σε μικρά τετραγωνισμένα κομμάτια και τα έριχνε σε έναν κουβά με νερό και ασβεστόσκονη· η φλούδα έπεφτε ολόκληρη μέσα στην ποδιά της. Όταν το καθάρισμα τελείωσε, έπιασε με το ένα χέρι την ποδιά, με το άλλο τον κουβά και μπήκε στην κουζίνα. Στο λεπτό επέστρεψε —η ποδιά ακόμα γεμάτη—, πέρασε από μπροστά μου, διέσχισε την αυλή, το περβόλι, έφτασε ώς το κοτέτσι και έριξε τις φλούδες στα πουλιά.

άκουγα τους γάλους και τις όρνιθες να κακαρίζουν ολόχαροι

Η αδερφή μου ήταν ανένδοτη. Για την Ελένη ο πατέρας του Γιαννή ήταν ο κύριος υπαίτιος για τον θάνατο του πατέρα μας, γιατί είτε από τραγική σύμπτωση είτε γιατί έτσι ήταν γραφτό του, ο κύρης μας αρρώστησε και πέθανε έναν χρόνο μετά από τα επεισόδια στα μεταλλεία. Στα καλά καθούμενα. Δεν αρρωστούσε ποτέ, ήταν αεικίνητος, ακάματος, εργάτης. Στα καλά καθούμενα, ο πατέρας μας πέθανε. Στην αρχή νομίσαμε πως ήταν ένα αθώο κρυολόγημα, μα ο πυρετός και ο βήχας δεν υποχωρούσαν. Το κρυολόγημα είχε εξελιχθεί σε βρογχίτιδα. Μια λοίμωξη των πνευμόνων, μας ενημέρωσε ο γιατρός στο νοσοκομείο· θα του περάσει, μας έλεγαν όλοι. Μα οι πνεύμονές του δεν ήταν δυνατοί· τους είχαν σκάψει τα μεταλλεία.

Τον έφαγε το μαράζι, έλεγε η Ελένη, που τότε ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών. Από το μαράζι πέθανε ο κύρης μας, η κακία και η αχαριστία του κόσμου τον σκότωσαν, τίποτε άλλο. Βγήκε από το σχολείο για να μας μεγαλώσει. Η Μάρω ήταν δυο χρονών, η Ευθυμία πέντε, εγώ δέκα. Δεκαπέντε χρονών η Ελένη λογιζόταν για γυναίκα. Αυτή μας πότιζε, μας τάιζε, μας κοίμιζε. Η Ροδού άργησε να σταθεί στα πόδια της, μας κοιτούσε με τα μάτια να κολυμπούν στο αίμα. Πλάνταζαν οι μικρές στο κλάμα, ήθελαν να τις πάρει αγκαλιά, μα εκείνη μας κοίταζε ανήμπορη. «Επρόφτασεν την το πένθος», έλεγαν οι χωριανοί. «Εστοιβαχτήκαν πολλοί στην σειράν. Έσει πολλούς να θρηνήσει η Ροδού, έντζε εν’ έναν τζαι θκυο αθρώπους δικούς της που έθαψεν. Με τον τζαιρόν εννά συνέλθει.»

Είχαν δίκαιο, γιατί στον έναν χρόνο η Ροδού σηκώθηκε. Βρήκε και η Ελένη δουλειά στα συσκευαστήρια, άρχισε να φέρνει χρήματα στο σπίτι. Ανασάναμε. Κοντεύαμε να εξαϋλωθούμε από την πείνα. Θκιαλεχτίνα. Διάλεγε τα πιο μεγάλα και μοσχοαναθρεμμένα πορτοκάλια, τα τύλιγε ανά τεμάχιο σε ρυζόχαρτο και τα στοίβαζε σε ξύλινα κασόνια για το λιμάνι της Αμμοχώστου. Αυτή έφερνε χρήματα στο σπίτι. Ώσπου έγινα δεκαπέντε χρονών και ξενιτεύτηκα.

Προσπάθησαν οι συγχωριανοί να μας βοηθήσουν, κακά τα ψέματα, ούτε η θεία και ο θείος μου έκατσαν με σταυρωμένα χέρια, μα η Ροδού ήταν περήφανη· δεν ήθελε βοήθεια από κανέναν. Ο θείος μου θυμούμαι όπου με έβρισκε μου άνοιγε το χέρι και μου έβαζε μέσα ένα πεντοσέλινο, δεκασέλινο, ό,τι κρατούσε μου το έδινε. Σσσσσς, μου ένευε, να μην το πω σε κανέναν. Μια φορά μάθαμε πως είχε ξοφλήσει το χρέος μας στον κύριο Αντώνη. «Σσσσσς», του είπε, «μεν το πεις σε κανέναν.» Το είπε η κυρία Πέρσα στη μάνα μου. Αν είχαμε χρήματα, θα τους τα επέστρεφε όλα, ώς το τελευταίο γρόσι.

Μόλις η Ελένη κατάλαβε πως τράβηξα πίσω εξαιτίας του Γιαννή, επαναστάτησε. Ξύπνησε η πίκρα και το μίσος μέσα της.

«Ελυπήθηκες τον Γιαννήν! Τον γιον του φονιά που εσκότωσεν τον τζύρην μας; Τον Γιαννήν τον ψευτοπαλλικαράν, που φουμίζεται πως εφκήκεν αντάρτης στα βουνά, μα ούλλον το χωρκόν ξέρει πως εδούλευκεν πλασιέ στην Χώραν. Επούλαν καλλυντικά!»

Η Ροδού βγήκε τρεχτή από την κουζίνα να συνετίσει την κόρη της, να της νέψει να σιωπήσει.

«Έν φοούμαι κανέναν εγώ», την έκοψε η Ελένη, «έχω την αλήθκειαν με το μέρος μου! Άλλοι να φοούνται μες στο χωρκόν, άλλοι έχουν την φωλιάν τους λερωμένην. Εμέναν το στόμαν μου έν θα μου το κρατήσει κλειστόν κανένας!»

Σηκώθηκα. Είχα ξεμάθει τόσα χρόνια. Μπορεί και να μην ήμουν έτοιμος να ακούσω. Περπάτησα ώς την καγκελόπορτα, ώσπου μια δεύτερη φωνή μού ψιθύρισε: αλήθειαν ανέχου. Άλλαξα γνώμη. Επέστρεψα. Έβαλα το ένα πόδι πάνω στο άλλο και άναψα τσιγάρο να ακούσω την Ελένη.

«Αντρέπεσαι τον Γιαννήν, που όπου εστέκετουν τζαι όπου εκάθετουν εκακολογούσεν τον γιον της Ροδούς τζαι του Χριστάκη! Οι Εγγλέζοι πυροβολούν μας, κρεμμάζουν μας, τζαι ο Ξενής τρώει τζαι πίννει μιτά τους!»

δεν ήταν η πρώτη φορά

Ήταν γνωστό πως ο Γιαννής ήταν μεγάλος φουμισιάρης. Του άρεσε να καυχιέται πως είχε βγει αντάρτης στα βουνά, πως είχε πολεμήσει τους Εγγλέζους, μα το χωριό βούιζε. Ν’ ακούεις πολλά, να πιστεύεις τα μισά. Στην καλύτερη περίπτωση ο Γιαννής είχε εκτελέσει μια-δυο παρακινδυνευμένες αποστολές, αυτό ήταν όλο. «Θκυο ττενεκκούθκια δυναμίτην», έλεγαν όσοι ήταν εκ των έσω, «που τα μεταλλεία.» Τον είχαν κλέψει ουγγιά-ουγγιά οι εργάτες, μήπως και τους υποψιαστούν οι Αμερικάνοι. Μια μυστική αλυσίδα είχε στηθεί από τα μεταλλεία ώς τα βουνά, γιατί έπρεπε πάση θυσία ο δυναμίτης να φτάσει στον παραλήπτη στην ώρα του. Στο χωριό μας όμως ο κρίκος άνοιξε. Παντρεμένος με δυο παιδιά λύγισε. Έπρεπε πάση θυσία να βρεθεί άλλος συγχωριανός να τον αντικαταστήσει. Βρέθηκε ο Γιαννής.

Μα οι άλλοι μισοί, αυτοί που έλεγαν πως κατείχαν την υπέρτατη αλήθεια, ισχυρίζονταν πως η ιστορία του δυναμίτη ήταν ένα μεγάλο ψέμα, αποκυήματα της φαντασίας του Γιαννή και του πατέρα του. Φυλλάδια είχε ρίξει ο Γιαννής, ανακοινώσεις και προκηρύξεις της Αλκίμου Νεολαίας, όπως όλοι οι νέοι στο χωριό. «Νύχταν-νύχταν μάλιστα», έλεγαν οι πιο δύσπιστοι, «κρυφτός πουκάτω που το γιοφύριν.» Τον υπόλοιπο καιρό δούλευε πλασιέ στη Χώρα.

Πάντως αντάρτης στα βουνά δεν βγήκε ποτέ. Σ’ αυτό όλοι συμφωνούσαν, μα ο Γιαννής δεν έλεγε να συνετιστεί. Και σαν να μην έφταναν τα ψέματα, τα έλεγε μάλιστα μπροστά στον Κωστή, που του είχαν σακατέψει τα χέρια οι Εγγλέζοι, και ο Κωστής, θέλεις πιστός στη φιλία των παιδικών μας χρόνων, θέλεις γιατί είχε ευεργετηθεί ουκ ολίγες φορές από τις γνωριμίες του Γιαννή με την πελατεία στο συνεργείο, δεν τον διέψευσε ποτέ.

«Έννεν’ μιαν τζαι θκυο φορές που σε εκατηγόρησεν ο Γιαννής. Ούτε ήταν ο μόνος! Άννοιξε τα μμάθκια σου, Ξενή. Νομίζεις ότι οι φίλοι σου εν’ όπως τους άφηκες; Πως εν’ τα κοπελλούθκια που ήξερες; Τούτοι εδρατζιάσαν, εννά φαν τον τόπον!»

Πισώπλατα ο κόσμος έλεγε πολλά. Μπροστά στον Γιαννή όμως κανένας, γιατί με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο ο Γιαννής είχε καταφέρει να έχει γνωριμίες στα πιο ψηλά δώματα. Έβλεπαν οι συγχωριανοί τις Mercedes, τα bmw, τα Land Rover σταθμευμένα έξω από το κέντρο. Και ό,τι βοήθεια ήθελε ο κάθε συγχωριανός στον Γιαννή πήγαινε, και ο Γιαννής, κακά τα ψέματα, δεν αρνιόταν χέρι βοήθειας ποτέ σε κανέναν. Και το χέρι βαθιά στην τσέπη το έβαζε και τη ράχη του κόντρα να μεσολαβήσει για τα πάντα. «Εν’ μισή κυβέρνησις ο Γιαννής», έλεγε ο κόσμος. Δύσκολα έβρισκες άνθρωπο στο χωριό μας που δεν είχε ευεργετηθεί από τις γνωριμίες του. Ποιος να τον αντικρούσει;

Ήθελα να πω στην Ελένη να μιλήσει ξεκάθαρα, να μου πει ονόματα και διευθύνσεις, μα από εγωισμό ίσως και από ατολμία δεν το έκανα. Έβαζα το χέρι μου στη φωτιά όμως πως ούτε ο Κωστής ούτε ο Ττόμης ούτε ο Λεύκιος ήταν ικανοί να με συκοφαντήσουν. Ακόμα και για τον Γιαννή έπαιρνα όρκο. Μπορεί να ήταν φουμισιάρης, αππωμένος, μπορεί να μην το έλεγε η καρδιά του να βγει αντάρτης στα βουνά —ποιος ήμουν εγώ στο κάτω-κάτω να κρίνω και να κατακρίνω—, τον Ξενή όμως δεν θα τον πρόδιδε ποτέ.

«Προδότη πάνω, προδότη κάτω είχαν σε οι φίλοι σου!»

σηκώθηκα να φύγω

Η Ροδού έσκυψε ολόκληρη πάνω από την Ελένη. Πίστεψα πως θα άπλωνε το χέρι και θα της έβγαζε το μαλλί τρίχα-τρίχα.

«Δίκασ’ με μάνα, δέρ’ με, ό,τι θέλεις κάμε μου. Το στόμαν μου πάντως έν θα μου το κλείσεις!»

Και το δεύτερο κείμενο, σε αμιγή κυπριακή:

ΔΕΚΑΤΡΙΑ

Κάποτε η μάνα μου στέκεται τζαι θωρεί τον. Βάλλει με τον νουν της διάφορα. Καταλυέται. Εν’ τζείνη που φταίει, λαλεί, που έκαμεν γιον παραθκιάνταλον, επειδή που ήτουν έγκυος ετζοιμάτουν μπρούμουττα. Η μάνα της τζαι η αρφή της επαραντζέλλαν της: «Κόρη, μεν τζοιμάσαι μπρούμουττα, εννά τσιλλήσεις το μωρόν, να το καταϊσέψεις.» Μα ώσπου έππεφτεν ανάσσελλα, το μωρόν έκαμνεν κουρτουμπέλλες μέσα στην τζοιλιάν της, ετάρασσεν όπως το καλικαντζαρούιν, παμόν έν έβρισκεν κανένας που τους θκυο τους. Στον πολλύν τζαιρόν έν άντεξεν. Μιαν νύχταν που τα μμάθκια της εχογλούσαν, εγύρισεν μπρούμουττα, εψήλωσεν το πόδιν της όπως ξεβαίννεις την σκάλαν τζαι μονομιάς το μωρόν εβούλιαξεν, εποτζοιμήθην. Το πρόβλημαν ελύθηκεν. Κάθε νύχταν εγύριζεν μπρούμουττα, εξέβαιννεν το σκαλίν, εποτζοιμάτουν. Αντάν τζαι εγέννησεν τον Ττιμήν τζαι εβάλεν τον η μαμμού πάνω της πομαυρισμένον τζαι είδεν την δεξιάν του πάνταν τσιλλημένην, εσυντρομάχτηκεν. Ερούφησεν την το σκοτάδιν. Εσηκώστηκεν μεμιάς που το κρεβάτιν, τα σσέλια της κόμα γαιματωμένα, να πλύννει πρώτη το μωρόν μες στην βούρναν, να γυρέψει το αυτίν του. Επασπάτευκεν του κάκου. Μια τρυπούα σαν το αρφάλιν τζαι η τζεφαλή του που την μιαν πάνταν τσιλλημένη. Αντάκωσεν το κλάμαν. Τόσον εσυντρομάχτηκεν, που έν εκατέβηκεν το γάλαν της. Εβάλλαν της το μωρόν πομαυρισμένον που το κλάμαν πάνω στο βυζίν της, το μωρόν άκκαννεν λυσσάρικα τες θηλές της, εγαιματώνναν τα βυζιά της, εγαιματώνναν τα σείλη του μωρού, μα το γάλαν έν έτρεσεν. Εστέκουμουν πουπάνω που τον τζισβέν, ενεκάτωννα λλίον αλεύριν τζαι ζάχαρην να το ταΐσω.

Ώς την Παρασκευήν, μια γυναίκα έφερεν της λάδιν θαυματουργόν που την Παναγίαν την Γαλόκτιστην. Έτριψεν το λάδιν πάνω στα βυζιά της, επασάλειψεν την παντού. Η γυναίκα τούτη έν ήτουν που το χωρκόν μας, ήτουν ξένη, κανένας έν ήξερεν το όνομαν της, μα πριχού φύει έδωκεν της μάνας μου μιαν εικονούδαν μιτσιάν τζαι επαράντζειλεν της:

«Πρωίν νύχταν έσε τούτην την Παναγίαν μες στην τρασηλιάν σου, ώσπου να τρέξει άφθονον το γάλαν.»

Μόνον τούτον. Τίποτε άλλον έν της είπεν.

Τόσον πομαυρισμένη ήτουν η εικονούδα, που τίποτε έν εφαίνετουν πάνω στο ξύλον. Τρεις φορές έβαλα την μέσα στο φως της καντήλας να την παρατηρήσω, γιατί άκουσα τες χωρκανές να λαλούν πως η Παναγία η Γαλόκτιστη εν’ η μόνη Παναγία που ταΐζει τον Χριστόν με το βυζίν της πόξω, μα τίποτε έν είδα. Στες είκοσι τέσσερις ώρες τα βυζιά της μάνας μου εξεκινήσαν να στάσσουν, στες σαράντα οχτώ το γάλαν έτρεσεν όπως το νερόν στες βρύσες. Έπιννεν το μωρόν καπάλιν τζαι όσον γάλαν επερίσσευκεν έβαλλεν το η μάνα μου μες στην φίζαν για να πιούσιν τζαι τα μωρά τα ξένα.

Αναθάρρησεν.

Επαράντζειλεν μου στα κρυφά να ‘βρω τον καντηλανάφτην του χωρκού, που ήτουν καλός τεχνίτης του τζερκού, να μου κάμει μιαν τζεφαλήν μωρού για τάμαν, με θκυο αυτιά στητά, καλοκαμωμένα. Στες θκυο εφτομάδες που ήταν έτοιμη η μάνα μου να καβαλλιτζέψει την γαούραν, εκούρτισεν πέντ’-έξι γεναίτζες του χωρκού να πάμεν. Μάνα τζαι κόρη καβαλλαρκές, ο Ττιμής τουλουππιασμένος μες στον κόρφον μας, η τζεφαλή με τα θκυο αυτιά μες στο καλάθιν. Λλίον η μάνα μου, λλίον εγώ, εκρατούσαμεν τον Ττιμήν ούλλες οι γεναίτζες που γυρόν.

Τρεις ημέρες δρόμον ώς την Παναγίαν την Γαλόκτιστην. Τον ίδιον δρόμον ηθέλαμεν τζαι για την Παναγίαν του Τζύκκου που εν’ περίτου θαματουργή, άκουσα μιαν κοτζάκαρην σε έναν χωρκόν να λαλεί, μα έν ετόλμουν να συντύχω της μάνας μου. Άμαν η Γαλόκτιστη εγέμωσεν τα βυζιά της μάνας μου με τρεχούμενον γάλαν, έν ήτουν να γεμώσει το αυτίν του Ττιμή;

Ώσπου να φτάσουμεν, ήμαστουν καραβάνιν ολόκληρον, γιατί που όποιον χωρκόν επερνούσαμεν οι γεναίτζες επαίρναν θάρρος, ηθέλαν να έρτουν μιτά μας. «Οι προσκυνήτρες της Γαλόκτιστης», ελαλούσαν όποθθεν μας εθωρούσαν. Εδείχναν τα βυζιά της μάνας μου, εφέρναν τα βρέφη τους να τα ταΐσει. Το μεσημέριν εκαθούμαστεν ποκάτω που τες τερατσιές να φάμεν. Απλώθαμεν σεντόνια, πεύτζια, οι γεναίτζες εφκάλλαν φαΐν που τα καλάθκια, ετρώαν καπάλιν. Χαλλούμια, ελιές, οπωρικά. Εμείς μόνον νερόν. «Αν πάμεν χορτασμένες, κόρη, στην Παναγίαν, με ίντα μούτρα εννά της ζητήσουμεν δεύτερην χάρην; Ίνταλος εννά μας ακρωστεί; Αν μεν πάμεν νηστιτζές, ίνταλος εννά μας πιστέψει;»

Την τέταρτην ημέραν, την ώραν που ο ήλιος εκατέβαιννεν που τα ψηλά τζαι εχρυσαφίζαν τα βουνά τζαι τα αλμυρά νερά, εμπήκαμεν στην εκκλησιάν. Γονατιστές. Με το βρέφος στην αγκαλιάν. Εσσύψαμεν μπροστά που την εικόναν της Παναγίας, εκρεμμάσαμεν την τζέρινην την τζεφαλήν με τα στητά αυτιά πάνω στο ξύλον τζαι εμείναμεν χαμαί ασάλευτες. Στην πολλήν ώραν, εκαύκουμουν, ήθελα να ξαναδώ την εικόναν, να γυρέψω το βυζίν της Παναγίας, μα όποτε εσήκωννα την τζεφαλήν μου η μάνα μου εδίαν μου πουπάνω:

«Μείνε σσυφτή τζαι κάμε την προσευχήν σου. Ό,τι λαλώ να λαλείς τζαι εσύ. Αντίς του γιου μου, εσύ να λαλείς του αρφού μου.»

Παναγία μου Γαλόκτιστη, Μεγαλόχαρη, Θαυματουργή,
ώσπου μου στέλλεις γάλαν, ξέρε το, εννά θηλάζω
τα μωρά τα ξένα όπως θηλάζω το δικόν μου
Γάλαν έν θα αρνηθώ ποττέ σε κανέναν μωρόν
γιά χρισκιανής γιά Τούρτζισσας γιά ξένης
Παναγία Γαλόκτιστη, Μεγαλόχαρη, Θαυματουργή,
θέλω ακόμα μιαν χάρην να σου πω, έναν τάμαν να σου μολοήσω:
ώσπου μιαλινίσκουν τα μωρά που το δικόν μου γάλαν
παρακαλώ σε που τα βάθη της καρκιάς μου
να μεγαλώννει τζαι τ’ αυτίν του γιου μου

Λέξεις από το γλωσσάρι:

  • δίπλαροι: δίδυμοι
  • φουμίζεται: καυχιέται
  • φουμισιάρης: καυχησιάρης
  • εδρατζιάσαν: φούντωσαν, θέριεψαν
  • καταλυέται: διαλύεται, φθείρεται
  • παραθκιάνταλος: με σωματικό ελάττωμα
  • τσιλλώ: πιέζω
  • παμός: ησυχία, ανάπαυση
  • χογλώ, χογλάζω: κοχλάζω, βράζω.
  • αντακώννω: αρχίζω
  • τζισβές: μπρίκι
  • καπάλιν: συνέχεια
  • φίζα: γυάλινο δοχείο
  • περίτου: περισσότερο
  • κοτζάκαρη: γριά

Posted in Όχι στα λεξικά, Κύπρος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 60 Σχόλια »

Τριάντα και μία πολίτικες λέξεις (από αναρτήσεις της Νεκταρίας Αναστασιάδου)

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2022

Στο ιστολόγιο δημοσιεύουμε κατά καιρούς άρθρα με λέξεις από κάποια περιοχή του ελληνόφωνου χώρου. Συνήθως τα άρθρα αυτά είναι συνεργασία φίλων του ιστολογίου, που ο καθένας παρουσιάζει λέξεις της ιδιαίτερης πατρίδας του -σε αρκετές περιπτώσεις από νησιά, αφού τα νησιά έχουν το καθένα το δικό του γλωσσικό οικοσύστημα. Το τελευταίο από τα άρθρα αυτά ήταν οι λοζετσινές λέξεις, συνεργασία (φυσικά) του φίλου μας του Λοζετσινού.

Ένας λογαριασμός που παρακολουθώ στο Τουίτερ είναι της Νεκταρίας Αναστασιάδου. Η Νεκταρία Αναστασιάδου είναι Κωνσταντινοπολίτισσα συγγραφέας -γράφει τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά. Στο Τουίτερ δημοσιεύει τακτικά ιδιωματισμούς της μητρικής της γλωσσικής ποικιλίας, των ελληνικών της Πόλης, όπως τα μιλούν οι δυστυχώς λιγοστοί πια Ρωμιοί που έχουν απομείνει (αν και τα τελευταία χρόνια νομίζω πως υπήρξε μια ανάσχεση της πληθυσμιακής πτωτικής τάσης). Ως τώρα έχει δημοσιεύσει σχεδόν 300 τέτοιους ιδιωματισμούς, και από αυτή τη συλλογή εγώ στο σημερινό άρθρο διαλέγω να παρουσιάσω τριάντα και μία λέξεις. Γιατί αυτός ο αριθμός; Θα το καταλάβετε όταν φτάσετε στο τέλος.

Παρουσιάζω λοιπόν τις 30 και μία πολίτικες λέξεις και την αντιστοιχία τους με την κοινή νέα ελληνική, με αλφαβητική σειρά εκτός της τελευταίας. Επειδή τα τουίτ έχουν ασφυκτικό όριο χαρακτήρων, οι δημοσιεύσεις αυτές της Νεκτ. Αναστασιάδου είναι αναγκαστικά λακωνικές. Εδώ προσθέτω διάφορα φλύαρα δικά μου, έχοντας κοιτάξει και το «Λεξικό του κωνσταντινουπολίτικου γλωσσικού ιδιώματος» του Νίκου Ζαχαριάδη (εκδ. Γαβριηλίδη).

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

1. ακιντές: σκληρή καραμέλα χωρίς περιτύλιγμα, που πουλιέται από βάζα, με διάφορες γεύσεις και χρώματα.  Από τουρκ. akide.

2. αμπούλα: η λάμπα της κοινής ελληνικής, δάνειο από το γαλλ. ampoule. Όπως έχουμε γράψει κι αλλη φορά, η αμπούλα είναι αντιδάνειο, αφού η γαλλική λέξη ανάγεται στον αμφορέα. Στα ελληνικά της κοινής, η αμπούλα έχει άλλη σημασία, σημαίνει φιαλίδιο. Κατά σύμπτωση, και η λέξη λάμπα είναι αντιδάνειο (από lampe, που ανάγεται στο αρχαίο λαμπάς).

3. απαρτμάν: η πολυκατοικία της κοινής ελληνικής. Δάνειο από το τουρκ. apartman, που είναι με τη σειρά του δάνειο από το γαλλ. appartement, που όμως θα πει «διαμέρισμα». Η αλλαγή της σημασίας δηλαδή έγινε στα τουρκικά. Να σημειωθεί ότι στον μεσοπόλεμο βρίσκουμε σε ελλαδικά κείμενα τη λέξη απαρτμάν ως γαλλισμό, δηλ με τη σημασία «διαμέρισμα».

4. βουρβουτσουλιό: οχλαγωγία, βαβούρα. Ονοματοποιία. Τη λέξη τη βρίσκω (σπάνια) και σε ελλαδικά κείμενα, π.χ. στον Ξενόπουλο.

5. γιουφκάς: Το φύλλο για πίτα ή μπακλαβά. Η λέξη τελευταία έχει περάσει και στην Ελλάδα από τα πολίτικα ζαχαροπλαστεία. Από τουρκ. yufka. Μεταφορικά, ο ευαίσθητος άνθρωπος. Αλλά γιουφκά γιουρεκλής, κατά λέξη «με καρδιά από ζυμάρι» (τουρκ. yufka yürekli) είναι ο δειλός, ο λιπόψυχος.

6. γκεβρέκικος: τραγανός, πχ για κουλούρια, από τουρ. gevrek. Kι αυτός που θρυμματίζεται εύκολα, εύθρυπτος.

7. καζίνο, καζινάκι: Όχι μόνο και όχι κυρίως το καζίνο, όπως είναι στην Ελλάδα, αλλά το υπαίθριο καφενείο, ιδίως παραθαλάσσιο, ουζερί, αναψυκτήριο. Όχι κατευθείαν από τα ιταλικά, λέει ο Ζαχαριάδης, αλλά από το τουρκ. gazino, που έχει τις ίδιες σημασίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Κωνσταντινούπολη | Με ετικέτα: , , , , | 146 Σχόλια »