Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Όχι στα λεξικά’ Category

Τριάντα και μία πολίτικες λέξεις (από αναρτήσεις της Νεκταρίας Αναστασιάδου)

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2022

Στο ιστολόγιο δημοσιεύουμε κατά καιρούς άρθρα με λέξεις από κάποια περιοχή του ελληνόφωνου χώρου. Συνήθως τα άρθρα αυτά είναι συνεργασία φίλων του ιστολογίου, που ο καθένας παρουσιάζει λέξεις της ιδιαίτερης πατρίδας του -σε αρκετές περιπτώσεις από νησιά, αφού τα νησιά έχουν το καθένα το δικό του γλωσσικό οικοσύστημα. Το τελευταίο από τα άρθρα αυτά ήταν οι λοζετσινές λέξεις, συνεργασία (φυσικά) του φίλου μας του Λοζετσινού.

Ένας λογαριασμός που παρακολουθώ στο Τουίτερ είναι της Νεκταρίας Αναστασιάδου. Η Νεκταρία Αναστασιάδου είναι Κωνσταντινοπολίτισσα συγγραφέας -γράφει τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά. Στο Τουίτερ δημοσιεύει τακτικά ιδιωματισμούς της μητρικής της γλωσσικής ποικιλίας, των ελληνικών της Πόλης, όπως τα μιλούν οι δυστυχώς λιγοστοί πια Ρωμιοί που έχουν απομείνει (αν και τα τελευταία χρόνια νομίζω πως υπήρξε μια ανάσχεση της πληθυσμιακής πτωτικής τάσης). Ως τώρα έχει δημοσιεύσει σχεδόν 300 τέτοιους ιδιωματισμούς, και από αυτή τη συλλογή εγώ στο σημερινό άρθρο διαλέγω να παρουσιάσω τριάντα και μία λέξεις. Γιατί αυτός ο αριθμός; Θα το καταλάβετε όταν φτάσετε στο τέλος.

Παρουσιάζω λοιπόν τις 30 και μία πολίτικες λέξεις και την αντιστοιχία τους με την κοινή νέα ελληνική, με αλφαβητική σειρά εκτός της τελευταίας. Επειδή τα τουίτ έχουν ασφυκτικό όριο χαρακτήρων, οι δημοσιεύσεις αυτές της Νεκτ. Αναστασιάδου είναι αναγκαστικά λακωνικές. Εδώ προσθέτω διάφορα φλύαρα δικά μου, έχοντας κοιτάξει και το «Λεξικό του κωνσταντινουπολίτικου γλωσσικού ιδιώματος» του Νίκου Ζαχαριάδη (εκδ. Γαβριηλίδη).

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

1. ακιντές: σκληρή καραμέλα χωρίς περιτύλιγμα, που πουλιέται από βάζα, με διάφορες γεύσεις και χρώματα.  Από τουρκ. akide.

2. αμπούλα: η λάμπα της κοινής ελληνικής, δάνειο από το γαλλ. ampoule. Όπως έχουμε γράψει κι αλλη φορά, η αμπούλα είναι αντιδάνειο, αφού η γαλλική λέξη ανάγεται στον αμφορέα. Στα ελληνικά της κοινής, η αμπούλα έχει άλλη σημασία, σημαίνει φιαλίδιο. Κατά σύμπτωση, και η λέξη λάμπα είναι αντιδάνειο (από lampe, που ανάγεται στο αρχαίο λαμπάς).

3. απαρτμάν: η πολυκατοικία της κοινής ελληνικής. Δάνειο από το τουρκ. apartman, που είναι με τη σειρά του δάνειο από το γαλλ. appartement, που όμως θα πει «διαμέρισμα». Η αλλαγή της σημασίας δηλαδή έγινε στα τουρκικά. Να σημειωθεί ότι στον μεσοπόλεμο βρίσκουμε σε ελλαδικά κείμενα τη λέξη απαρτμάν ως γαλλισμό, δηλ με τη σημασία «διαμέρισμα».

4. βουρβουτσουλιό: οχλαγωγία, βαβούρα. Ονοματοποιία. Τη λέξη τη βρίσκω (σπάνια) και σε ελλαδικά κείμενα, π.χ. στον Ξενόπουλο.

5. γιουφκάς: Το φύλλο για πίτα ή μπακλαβά. Η λέξη τελευταία έχει περάσει και στην Ελλάδα από τα πολίτικα ζαχαροπλαστεία. Από τουρκ. yufka. Μεταφορικά, ο ευαίσθητος άνθρωπος. Αλλά γιουφκά γιουρεκλής, κατά λέξη «με καρδιά από ζυμάρι» (τουρκ. yufka yürekli) είναι ο δειλός, ο λιπόψυχος.

6. γκεβρέκικος: τραγανός, πχ για κουλούρια, από τουρ. gevrek. Kι αυτός που θρυμματίζεται εύκολα, εύθρυπτος.

7. καζίνο, καζινάκι: Όχι μόνο και όχι κυρίως το καζίνο, όπως είναι στην Ελλάδα, αλλά το υπαίθριο καφενείο, ιδίως παραθαλάσσιο, ουζερί, αναψυκτήριο. Όχι κατευθείαν από τα ιταλικά, λέει ο Ζαχαριάδης, αλλά από το τουρκ. gazino, που έχει τις ίδιες σημασίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Κωνσταντινούπολη | Με ετικέτα: , , , , | 146 Σχόλια »

Έρως-ήρως (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2022

Βάζουμε ταχτικά Παπαδιαμάντη στο ιστολόγιο, είτε χριστουγεννιάτικα διηγήματα ή πασχαλινά, είτε με άλλην αφορμή. Η αφορμή για το σημερινό διήγημα είναι ότι παρακολούθησα, το περασμένο Σάββατο, ένα θεατρικό ανέβασμά του, στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής Σκηνής, σε σκηνοθεσία Γιώργου Ματζιάρη και μουσική Σιμέλας Εμμανουηλίδου, από το γυναικειο φωνητικό σύνολο Chóres. Επρόκειτο για μια πολυφωνική αφήγηση του κειμένου του Παπαδιαμάντη από δέκα κοπέλες, που απάγγελναν το κείμενο της αφήγησης και τους διαλόγους και υποδύονταν τα πρόσωπα του διηγήματος. Δεν πήγα μόνο επειδή μ’ αρέσει ο Παπαδιαμάντης, πρέπει να πω, αλλά και επειδή στην παράσταση συμμετείχε η μεγάλη κόρη μου, που έπαιξε και το ρόλο της Αρχόντως. Εδώ το σύνολο:

Κάθε άλλο παρά αμερόληπτος είμαι, αλλ’ η παράσταση μού άρεσε πολύ και βρήκα ότι ο σκηνοθέτης και οι αφηγήτριες κατάφεραν να κρατήσουν το ενδιαφέρον των θεατών παρόλο που ολοφάνερα υπήρχαν πολλές λέξεις και φράσεις που δεν γίνονταν κατανοητές. Κάποιες χαρακτηριστικές φράσεις χρησιμοποιήθηκαν και σαν επωδοί, ενώ υπήρχε και μια παρένθεση, σε σημερινή γλώσσα, για τον έρωτα, καθώς και εμβόλιμα τραγούδια. Τα τεχνικά στοιχεία του εγχειρήματος, που παρουσιάστηκε ως το δεύτερο μέρος μιας διπλής παράστασης (στο πρώτο μέρος Αντιγόνη του Σοφοκλή και Μήδεια του Μποστ) τα βρίσκετε εδώ.

Το διήγημα του Παπαδιαμάντη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην Ακρόπολι την 1η Ιανουαρίου του 1897, αλλά δεν έχει αναφορές στο δωδεκάμερο των Χριστουγέννων. Πήρα το κείμενο από το papadiamantis.net, και με αστερίσκο σημειώνονται οι λέξεις που επεξηγούνται στο γλωσσάρι των Απάντων (το οποίο βέβαια εξηγεί λαϊκές και ιδιωματικές λέξεις μόνο, διότι όλος ο κόσμος ξέρει π.χ. το «κατενύγη» στην τελευταία παράγραφο του διηγήματος). Στο τέλος αναπαράγω τις εξηγήσεις αυτές.

Έρως – Ήρως

Ἡ βάρκα ἀραγμένη στὴν ἀκρογιαλιάν, ἡ μπαρούμα* δεμένη ἔξω εἰς ἕνα βράχον, δίπλα εἰς τὴν ἄμμον τοῦ Χειμαδιοῦ, παραπέρα ἀπὸ τὸ Μικρὸ Μουράγιο τῆς Πιάτσας, κάτω ἀπὸ τὸν βραχώδη κρημνὸν τοῦ Πανωμαχαλᾶ.

Καὶ ὁ μικρὸς ναύτης, ὁ Γιωργὴς τῆς Μπούρμπαινας, ἐξαπλωμένος ἐπάνω εἰς τὴν πρύμνην, μὲ μίαν βελέντζαν τυλιγμένος, βωβός, ἀκίνητος, μὲ ἀνοικτὰ τὰ ὄμματα, σπινθηρίζοντα εἰς τὸ σκότος, ὡμοίαζε μὲ τὸν δράκον τοῦ παραμυθιοῦ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐκοιμᾶτο μὲ ἀνοικτὸν τὸ ὄμμα.

Δὲν ἐξήρχετο στεναγμὸς οὔτε πνοὴ ἀπὸ τὸ στόμα του. Τὸ στῆθός του δὲν ἐκολποῦτο. Θὰ ἔλεγες ὅτι ἀνέπνεε πρὸς τὰ ἔσω, ὅτι ἔζη μόνον ζωὴν ἐνδόμυχον.

Εἶχαν περάσει τὰ μεσάνυκτα πρὸ πολλοῦ. Ὀλίγα φῶτα ἐφαίνοντο ἀκόμη λάμποντα ἀμυδρῶς εἰς τοὺς φεγγίτας τῶν οἰκιῶν, ὁλόγυρα, σιμὰ εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν. Γαλήνιος ἡ θάλασσα ἐκοιμᾶτο, καὶ μόνον εἰς τὴν ἀκροπελαγιὰν ὡς ρογχάλισμά της ἐρρόχθει, ἐφλοίσβιζε μελαγχολικῶς φωσφορίζον τὸ κῦμα. Καὶ ἡ βάρκα ἐλικνίζετο ἐλαφρά, ὡς διὰ τῆς ἁπαλωτέρας μητρικῆς θωπείας. Καὶ ὁ φωσφορισμὸς τοῦ κύματος ἀπήντα εἰς τὸν σπινθηρισμὸν τοῦ ὄμματος τοῦ ναύτου. Ἦτο καρφωμένον, ἐμπηγμένον ἀτενῶς τὸ ὄμμα του εἰς ἓν σημεῖον, εἰς μίαν οἰκίαν, ὑψηλά, ὄχι μακράν, ἐπάνω ἀπὸ τοὺς βράχους. Ἀνοικτὰ ἦσαν τὰ παράθυρα, αἱ ὕαλοι κλεισμέναι, φῶς μέγα ἔφεγγεν εἰς τὰς ὑάλους. Καὶ ἔβλεπες συχνὰ εἰς τὸ φῶς ἐκεῖνο σκιὰς κινουμένας, φευγούσας εἰκόνας, πρόσωπα καὶ ἰνδάλματα. Ὁ μικρὸς ναύτης ἐκοίταζεν ἀπλήστως, καὶ δὲν ἀνέπνεεν οὔτε ἐμορμύριζεν.

Ἤκουε μετὰ πολλοὺς ἄλλους κρότους καὶ ἤχους καὶ μετὰ ὕπνους καὶ ὄνειρα καὶ νευρικοὺς τιναγμούς, ἤκουε πότε-πότε σιγῶντα καὶ πάλιν θορυβοῦντα διὰ μακρῶν βιολιά, λαγοῦτα, λαλούμενα. Καὶ ἐνωτίζετο ρυθμικὸν κρότον χοροῦ, καὶ ἐνηχεῖτο ᾄσματα καὶ ἐκδηλώσεις χαρᾶς καὶ εὐθυμίας. Καὶ ὅλα τοῦ ἐφαίνοντο ἀσυνάρτητα, ἀκατάληπτα καὶ βόμβος ἄναρθρος ἤχει εἰς τὰ ὦτά του. Δι᾽ αὐτὸν δὲν ὑπῆρχε πλέον ᾆσμα οὔτε φθόγγος οὔτε ἦχος, ἱκανὸς νὰ ἐκφράσῃ τὸ τί ὑπέφερε.

*
* *

Τοῦ εἶχεν εἰπεῖ ἀποβραδὺς ὁ κυβερνήτης τῆς βάρκας, ὁ καπετὰν Κωνσταντὴς ὁ Σιγουράντσας:

― Αὔριο, πρωὶ-πρωί, μὲ τὸ καλό, ἔχουμε ναῦλο. Θὰ τοὺς κουβαλήσουμε πέρα· (ἔδειξε τὴν συνοικίαν ἐπάνω εἰς τὸν βράχον, καὶ εἶτα ἔκαμε κυματοειδῆ κίνησιν τῆς χειρὸς πρὸς δυσμάς). Νά ᾽χῃς τὸ νοῦ σου.

― Ποιανοὺς θὰ κουβαλήσουμε; ἠρώτησεν ὁ μικρὸς ναύτης.

― Δὲν ξέρω τί ὥρα θὰ ξεμπερδέψουνε, ἐπανέλαβεν ὁ κυβερνήτης, δεικνύων ἐπιμόνως τὴν συνοικίαν. Μπορεῖ νὰ μᾶς σηκώσουν τὸ ταχὺ-ταχύ, πρὶν φέξῃ. Νά ᾽χῃς τὸ νοῦ σου.

― Ποιοὶ εἶναι ποὺ θὰ μᾶς σηκώσουν; ἠρώτησε πάλιν ὁ Γιωργής.

― Καλὰ εἶναι νὰ πλαγιάσῃς μὲς στὴ βάρκα. Θέλεις πάλι νὰ πᾷς στὴ γριά σου νὰ κοιμηθῇς, πρὶν χαράξῃ, νά ᾽σαι στὸ πόδι, ἅμα βγῇ ὁ ἀστέρας. Τάχατες πὼς ντρέπεται ἡ νύφη, κατάλαβες, νὰ τὴν καραβώσουνε, νὰ κινήσῃ ἀπ᾽ τὸ χωριὸ μέρα μεσημέρι. Νά ᾽χῃς τὸ νοῦ σου.

― Ποιὰ νύφη; ἠρώτησε μὲ χάσκον τὸ στόμα ὁ Γιωργής.

Ἀλλ᾽ ὁ Σιγουράντσας ἀπῆλθε, χωρὶς ν᾽ ἀπαντήσῃ.

Ὁ μικρὸς ναύτης δὲν ἦτο ἐνήμερος εἰς ὅλας τὰς εἰδήσεις καὶ εἰς ὅλα τὰ συμβάντα τοῦ χωρίου. Ἐταξίδευε δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα, μικρὰ ταξιδάκια, πότε κατὰ διμηνίαν ἓν μακρότερον, τὰ ὁποῖα ὅλα ὁ καραβοκύρης του, ὁ καπετὰν Κωνσταντής, περιέγραφε δι᾽ ἐπιρρημάτων ὡς ἑξῆς: Πότε πέρα, πότε ἀντίκρυ, πίσω, μέσα, πάνω, πότε κάτω. Μίαν φοράν, χαριζόμενος εἰς ἕνα χερσαῖον, εὐηρεστήθη νὰ ἐπεξηγήσῃ τί ἐσήμαινον ταῦτα. Ἢ πέρα, στὰ χωριά, ἢ ἀντίκρυ, στὸ Γριπονήσι, ἢ πίσω, στὴν Κεχρεά, ἢ μέσα, στὴ Στυλίδα, ἢ πάνω, στὴ Σαλονίκη, ἢ κάτω, στὸν Πειραιᾶ.

Ὁ Σιγουράντσας εἶχε κάμει πολλὰ ταξίδια, καὶ πρὶν περάσῃ στὰ χαρτιὰ κυβερνήτης μὲ τὴν φελούκαν αὐτήν. Εἶχε φάγει τὴν θάλασσαν μὲ τὴν φούχταν. Ἀπέκτησε δύο ἢ τρεῖς βρατσέρας ἰδικάς του, ἔπεσεν ἔξω ἢ ἐβούλιαξε καὶ μὲ τὰς τρεῖς, καὶ τώρα ἦτο μόνον διὰ τὰ «χαρτιὰ» καραβοκύρης. Ἡ βάρκα αὐτή, ἡ Ἐλεοῦσα, ὅπως τὴν ὠνόμαζαν, ἦτο κτῆμα τοῦ Γιωργῆ τοῦ Μπούρμπα. Τὴν εἶχεν ἀποκτήσει μὲ τοὺς κόπους του, ὄχι ἀπὸ κληρονομίαν, οὔτε ἀπὸ στραβοῦ διαβόλου, οὔτε ἀπὸ κελεπούρι. Μικρὸς-μικρός, ἀπὸ τότε ποὺ ἐγύριζε ξυπόλυτος, μ᾽ ἕνα βρακὶ αἰωνίως ἀνασηκωμένον ὣς τὰ γόνατα, μ᾽ ἕνα ὑποκάμισον ἕως τοὺς ἀγκῶνας ἀνασκουμπωμένον, κρατῶν μικρὸν γάντζον μὲ καλαμιάν, τὸν ὁποῖον παρ᾽ ὀλίγον θὰ ἐχρειάζετο νὰ μάθῃ ὁ ἴδιος τὴν γύφτικην τέχνην διὰ νὰ τὸν κατασκευάσῃ, ἀφοῦ ἐπὶ ἑβδομάδας καὶ μῆνας ἐπαρακαλοῦσε τὸν Γιαλαδρίτσαν, τὸν Γύφτον τοῦ ναυπηγείου, νὰ τοῦ τὸν φτιάσῃ, προσφέρων αὐτὸς τὸ σίδερον, τὸ ὁποῖον εἶχε κλέψει ἀπὸ τὸν πεσμένον ἔξω σκελετὸν μιᾶς σκούνας, καὶ δὲν τὸν ἔπειθε· τέλος, μετὰ πολλά, μίαν Κυριακὴν πρωί, ἐπέτυχε νὰ τὸν εὑρῇ ξεμέθυστον, καὶ τὸν ἐκατάφερε νὰ σφυρηλατήσῃ τὸ σίδερον, ἀναλαβὼν αὐτὸς νὰ δουλεύῃ τὰς φύσας, καὶ οὕτω ἠξιώθη ν᾽ ἀποκτήσῃ γάντζον· ἀπὸ τότε, λέγω, ποὺ ἐγύριζε μὲ τὸν γάντζον του ἀπὸ ἀκρογιαλιὰν εἰς ἀκρογιαλιάν, θαλασσωμένος μέχρι μηρῶν καὶ βουβώνων, κυνηγῶν τὰ ὀχταπόδια, ἐβγάζων κοχύλια καὶ σκουλήκια διὰ δολώματα, πηγαίνων ὡς μοῦτσος μὲ ὅλες τὲς βάρκες καὶ τὲς ψαροποῦλες, ἀπὸ τότε εἶχεν ἀρχίσει νὰ πιάνῃ λεπτά. Καὶ εἰκοσαετὴς ἤδη εἶχεν ἀποκτήσει τὴν βάρκαν αὐτὴν μὲ τὸν ἱδρῶτά του.

Ἀλλ᾽ ὁ γραμματεὺς τοῦ λιμεναρχείου τοῦ γ´ παραλίου τμήματος δὲν ἠθέλησε νὰ τοῦ δώσῃ πασσάγιο* οὔτε δίπλωμα κυβερνήτου, λέγων ὅτι ἦτο παραπολὺ νέος διὰ νὰ κυβερνᾷ πλοῖον, καὶ φρονῶν ἴσως ὅτι θὰ εἶχεν ἐξοδεύσει ὅλα ὅσα εἶχεν εἰς τὸ ναυπηγεῖον, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμῃ ὀλίγα ταξίδια, ὑπὸ ἄλλον κυβερνήτην, διὰ νὰ τοῦ μείνουν τίποτε λεπτά.

Ἐν τοσούτῳ ὁ Σιγουράντσας εἶχε τὴν ἕξιν τοῦ προστάσσειν, καὶ ἐφέρετο πρὸς τὸν Γιωργὴν ὡς πρὸς μοῦτσον, ἤ, ἂν θέλετε, μοῦστον, δηλαδὴ νέον ἀνάγκην ἔχοντα προστασίας καὶ συμβουλῶν. Ὁ νέος τὸν ἠνείχετο πρὸς καιρόν, ἐλπίζων ὅτι τάχιστα θ᾽ ἀπέκτα «τὰς ἀπαιτουμένας ναυτικὰς γνώσεις» διὰ νὰ λάβῃ δίπλωμα.

Χθὲς ἀκόμη, τὸ Σάββατον, εἶχαν ἐπαναπλεύσει ἀπὸ τὸ τελευταῖον ταξίδι, καὶ σήμερον Κυριακήν, τὸ βράδυ, ὁ κυβερνήτης ἔδιδεν εἰς τὸν Γιωργὴν τὰς ἀτελεῖς ἐκείνας πληροφορίας καὶ τὰς ἀσαφεῖς ὁδηγίας, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ διανυκτερεύσῃ ἐπὶ τῆς λέμβου, διότι εἶχαν ναῦλον, καὶ πιθανὸν ἦτο ν᾽ ἀπέπλεον λίαν-λίαν πρωί, καθόσον «ἡ νύφη ἐντρέπετο νὰ μπαρκάρῃ μέρα μεσημέρι». Ποία νύφη;

*
* *

Δὲν ἦτο ἐνήμερος εἰς τὰς εἰδήσεις τοῦ χωρίου. Ἦτο ἄνθρωπος τῆς θαλάσσης καὶ ὄχι τῆς ξηρᾶς. Ἀλλ᾽ ἦτο πιστὸς εἰς τὸ καθῆκόν του.

Ἅμα ἐνύκτωσεν, ἐδείπνησε λιτῶς μὲ τὴν μητέρα του, τὴν γραῖαν χήραν Μπούρμπαιναν, καὶ μὲ τὰ δύο μικρὰ παιδία τῆς ὑπάνδρου ἀδελφῆς του, εἶτα ἐσηκώθη, ἐφόρεσε τὰ ναυτικά του, ἤναψε τὸ φαναράκι, ἐκαληνύκτισε τὴν γραῖαν μητέρα του, ἐπῆρε τὴν εὐχήν της, λέγων ὅτι θὰ κοιμηθῇ εἰς τὴν βάρκαν, διότι θὰ ἔχουν ταξίδι αὔριον τὸ πρωί.

Ἡ γραῖα ἠθέλησε νὰ τοῦ κάμῃ μερικὰς παρατηρήσεις, διατί νὰ κοιμηθῇ εἰς τὴν βάρκαν καὶ ὄχι εἰς τὸ σπίτι, ἀλλ᾽ αὐτός, μὴ γνωρίζων ποίας ἀφορμὰς εἶχεν ἐκείνη, δὲν ἔδωκε προσοχήν, οὐδὲ ὑπώπτευσε τίποτε. Ἐπέμεινεν ὅτι ἦτο καλύτερον νὰ πλαγιάσῃ εἰς τὴν βάρκαν, καὶ ἀπῆλθε.

Διευθύνθη εἰς τὸν βράχον τοῦ Πανωμαχαλᾶ, κατέβη μὲ ἀσφαλὲς βῆμα, ἔφθασεν εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν, ἔσυρε τὴν μπαρούμαν, τὸ σχοινὶ τῆς βάρκας, κ᾽ ἐπήδησε μέσα. Ἐκρέμασε τὸ φανάρι ἀπὸ ἕνα σκαλμόν, πρὸς τὰ ἔσω τῆς λέμβου, ἔψαξε κάτωθεν τῆς πλώρης, ἔβγαλε μίαν καπόταν, μίαν βελέντζαν κ᾽ ἓν προσκέφαλον, ἐξεδύθη τὴν καμιζόλαν* του, ἔστρωσεν ἐπάνω τῆς πρύμνης, ἔκαμε τρεῖς σταυροὺς πρὸς ἀνατολάς, κ᾽ ἐξηπλώθη ἐπὶ τοῦ προχείρου στρώματος.

Ἀπεκοιμήθη σκεπτόμενος τοὺς αἰνιγματώδεις λόγους τοῦ καπετὰν Κωνσταντῆ, τοῦ καραβοκύρη. Μετὰ πολλὴν ὥραν ἀνετινάχθη ὑπὸ σφοδροῦ κλονισμοῦ κ᾽ ἐξύπνησε. Τί ἦτο;

Τουφεκιές, τρομπονιές. Φῶτα καὶ χαρὲς ἀντικρύ. Ἔπειτα πάλιν ὕπνος, ὄνειρον, ἐγρήγορσις, πνίκτης, κακὸς ἐφιάλτης. Ἔπειτα φθόγγοι μελῳδικοὶ καὶ βιολιὰ καὶ λαγοῦτα. Ποῦ; Ἀπέναντί του, ἄνωθεν τοῦ κρημνοῦ, ὕπερθεν τοῦ κατωφεροῦς βράχου, εἰς μίαν μικρὰν οἰκίαν. Τὰ παράθυρα κατάφωτα, καὶ ζωὴ καὶ κίνησις ἐκεῖ διακόπτουσα τὴν ὁμαλὴν ἠρεμίαν καὶ κρατοῦσα τῶν μονοτόνων ψιθύρων τῆς νυκτός. Τί συνέβαινεν;

Ἐφαίνετο νὰ εἶναι οἰκογενειακή τις χαρὰ κ᾽ ἑορτή. Κάτι ὡς γάμος.

Ὅταν εἶδε τὴν οἰκίαν καὶ τὴν ἀνεγνώρισεν, ὁ νέος ᾐσθάνθη μέσα, βαθιὰ εἰς τὰ σωθικά του, σπαραγμὸν ἀπερίγραπτον.

Ὑπανδρεύετο λοιπὸν τὸ Ἀρχοντώ; Αὐτὴ τάχα ἦτο ἐκείνη, περὶ ἧς ὡμίλει ὁ Σιγουράντσας; Αὐτή, ἡ νύφη;

*
* *

Εἶχε μάθει πρὸ ἡμερῶν ὅτι ἡ μάννα της τὴν ἐπανδρολογοῦσε μ᾽ ἕνα νοικοκύρην στεργιώτην, ἀπὸ κεῖ πέραν ἀπ᾽ τὰ Εἰκοσιτέσσερα Χωριά. Ποῦ τὸν ηὗρε;

Τάχα δὲν ὑπῆρχαν γαμβροὶ εἰς τὴν πατρίδα, εἰς τὸ ὡραῖον χωρίον, τὸ παραθαλάσσιον; Καὶ δὲν ἦτο αὐτός, εἷς μεταξὺ ὅλων, καλὸς γαμβρός; Διατί ἐβιάζετο ἡ μάννα της; Ἀλλὰ διατί νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι ἐκείνη, περὶ ἧς εἶχεν εἰπεῖ ὁ Σιγουράντσας, ἦτο αὐτή, ἡ εὔμορφη κόρη; Ἀπὸ ποῦ κι ὣς ποῦ; Τάχα δὲν ὑπῆρχον ἄλλαι νύμφαι; Καὶ διατί αὐτή;

Διατί; Διότι ἰδού, γάμος ἐγίνετο, καθ᾽ ὅλα τὰ φαινόμενα, ἐκεῖ.

Δυνατὸν νὰ ἐγίνετο γάμος. Καμμία πτωχὴ ἐξαδέλφη της θὰ ὑπανδρεύετο εἰς δανεικὸν σπίτι, εἰς τὸ σπίτι τῆς μητρὸς τῆς Ἀρχόντως. Ὄχι, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πιστεύσῃ ὅτι ἦτον αὐτή.

Τὸ Ἀρχοντὼ εἶχε καιρόν. Ἦτο σχεδὸν ὁμῆλιξ μὲ αὐτόν, ἕνα χρόνον μικροτέρα. Δεκαεννέα ἐτῶν. Αὐτὸς τὴν εἶχε γνωρίσει ἀπὸ μικρήν. Μαζὶ ἔπαιζαν. Ἐκείνη μὲ τὲς κοῦκλές της, μὲ τὰ νινιὰ καὶ μὲ τὰ προικιά της. Αὐτὸς μὲ τὰ καραβάκια του, τ᾽ ἀρμίθια* καὶ τὶς ἀπετουνιές του.

Ἐκείνη ἔπαιζε «τὰ συμπεθερικὰ» μὲ δύο ἢ τρεῖς ἄλλας κορασίδας, ὁποὺ ὑπάνδρευαν τὲς κοῦκλές των κ᾽ ἐψέλλιζαν χελιδονιστὶ ἡ μία μὲ τὴν ἄλλην:

― Ἄχ, σ᾽μπεθερίτσα μ᾽ πλιό, νὰ φέρουμε πλιὸ τὸν μπακλαβά, πῶς καμαρών᾽ ἡ νύφη, σ᾽μπεθερίτσα μ᾽ πλιό. Νά κ᾽ ἡ τέμπλα* μὲ τὰ προικιά, νύφη, νύφη κὶ γαμπρός, σ᾽μπεθερίτσα μ᾽ πλιό.

Κι αὐτὸς ἀπ᾽ ἔξω ἀπὸ τὸν μικρὸν αὐλόγυρον ἤκουε τοὺς ψιθυρισμοὺς καὶ τὰ κορασιώδη καμώματα, κ᾽ ἐκολλοῦσε τὸ μάτι του στὴν χαρασμίδα τῆς πόρτας, διὰ νὰ ἰδῇ, ὁποὺ τὴν εἶχαν μανδαλωμένην ἀπὸ μέσα, κλείσασαι αὐτὸν ἔξω, αἱ σκληραὶ καὶ τρυφεραὶ καὶ φίλαυτοι. Καὶ ἄλλοτε ἡ Ἀρχόντω ἔπαιζεν ἐνώπιόν του τὸ «ἀνέβα μῆλο – κατέβα κίτρο», καὶ αὐτὸς ἔχασκε βλέπων, καὶ ἐφλέγετο ν᾽ ἁρπάξῃ μὲ τὰ δόντια τὸ πορτοκάλι, καθὼς ἀνέβαινεν εἰς τὸ ὕψος καὶ κατέβαινεν εἰς τὸ λευκὸν χεράκι τῆς φιλοπαίγμονος μικρᾶς.

Καὶ ἄλλοτε πάλιν ἔπαιζαν οἱ δύο τους «τὸν δείχτην», ὁποὺ ἦτον μία ἁπλῆ κόκκινη κλωστή, μεταβαλλομένη τεχνηέντως εἰς τὴν χεῖρα τῆς μικρᾶς πότε εἰς πριόνι, πότε εἰς καράβι, πότε εἰς τραπέζι, πότε εἰς τυλιγάδι* καὶ εἰς ἀργαλειόν. Καὶ πάλιν ἄλλοτε ἔπαιζαν, ἐκείνη μὲ τὰ δύο χέρια της, αὐτὸς μὲ τὸ ἓν δάκτυλόν του, τὸ «Δῶ‘ μ᾽ φωτίτσα – ἔλα παραπανίτσα»*, ὁπότε, καθὼς ἀνέβαινε μὲ τὸ δάκτυλόν του εἰς τὸ τελευταῖον σκαλοπάτι, τὸ σκυλί, τὸ ὁποῖον ἐνήδρευεν ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰς δύο παλάμας της, ὁποὺ παρίστων οἰκίαν, καὶ τὰ συνημμένα δάκτυλά της σκάλαν, τὸν ἔπιανε καὶ τὸν ἐδάγκανε καὶ τὸν ἐκυνηγοῦσε, γαῦ! γαῦ! Ὢ τῆς ἀθώας παιδιᾶς, ὁποὺ εἶναι κρῖμα νὰ μὴν εἶναί τις ἀκόμη παιδὶ διὰ νὰ τὴν παίξῃ!

*
* *

Καὶ τώρα ἡ μάννα της τὴν ἐπροξένευε, καὶ τὴν ἐπανδρολογοῦσε, καὶ ἤθελε νὰ τὴν κάμῃ νοικοκυράν. Τὸ εἶχεν ἀκούσει αὐτὸς πρὸ ἡμερῶν νὰ ψιθυρίζεται εἰς τὴν γειτονιάν, πλὴν ἡ μάννα της ἦτον πολὺ κρυφοδάκωτη γυναίκα, καὶ ὅσον καὶ ἂν τὴν ἐψάρευαν οἱ γειτόνισσες, δὲν θὰ ἐπρόδιδε ποτὲ τὸ μυστικόν της.

― Λόγια τοῦ κόσμου, γειτόνισσα. Ποῦ ἔχω ᾽γὼ καιρὸ ἀκόμα! Ἐμένα τὸ κορίτσι μ᾽ δὲν τὸ πῆραν τὰ χρόνια μπροστά, ἂς παντρευτοῦν οἱ μεγάλες δά! Τοὺ Κατερνιὼ τ᾽ Μπαρμπαγιάννη, κὶ τοὺ Μαριὼ τς Κάλληνας, κὶ τοὺ Βασὼ τς Χατζηγιώργινας, τί σ᾽νέριο* τς ἔχει; Ἐμένα τ᾽ Ἀρχοντώ μ᾽ τώρα ἀκόμα ἄρχισε νὰ κεντᾷ τὰ προικιά τς.

Πολλοὶ ὁποὺ τὴν ἤκουαν νὰ διαμαρτύρεται οὕτω τὴν ἐπίστευαν, καὶ αἱ γειτόνισσαι ἔμενον ἐν ὑποψίᾳ καὶ δυσπιστίᾳ, ἀλλὰ χωρὶς τεκμήριον ἢ βεβαιότητα, καὶ μόνον ὁ Νταλντογιάννης, κατὰ τὸ φαινόμενον ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος, ὁποὺ ἐγύριζεν εἰς ὅλες τὶς γειτονιὲς κ᾽ ἐκουβαλοῦσε εἰς τὰ σπίτια στάμνες μὲ νερὸ πρὸς μίαν δεκάραν τὴν μίαν, εὗρε φράσεις διὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰς ὑποψίας ὅλων:

― Μὴν τὴν ἀκοῦτε, ἔτσι τὰ λέει. Ἀπ᾽ τὴν περηφάνια τς, γιατὶ θὰ κάμῃ καλὸν γαμπρό, νοικοκύρη ἀπ᾽ τὸ Μπρομύρ᾽. Κὶ τὰ λέει τάχα γιὰ νὰ ρίξ᾽ ὄξου τς ἄλλες ἁπού ᾽ναι ἀνύπαντρες. Δὲν τ᾽νε βλέπετε ποὺ δὲν μαζώνει τὰ χείλια τς ἀπ᾽ τὴ χαρά τς;

Πλὴν ὁ Γιωργὴς δὲν ἔτυχε ν᾽ ἀκούσῃ τοὺς συμπερασμοὺς τοῦ Νταλντογιάννη, καὶ ἦτον παιδὶ τῆς θάλασσας, ὄχι ἀπὸ ἐκείνους ὁποὺ ἀγαποῦν νὰ κάθωνται εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγορὰν καὶ ν᾽ ἀργολογοῦν. Καὶ πάλιν ἕνας ἀπὸ ἐκείνους εἶχε σπεύσει πρὸ ἡμερῶν νὰ τοῦ πάρῃ τὰ συχαρίκια, ὅτι ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ, ἄλλως θὰ ἦτο ἐν μακαρίᾳ ἀγνοίᾳ. Καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ἡ μάννα του ἦτον, καὶ αὐτή, κρυφὴ γυναίκα, κατ᾽ ἄλλον τρόπον, καὶ δὲν ἐπεθύμει μὲν νὰ νυμφευθῇ ὁ υἱός της τόσον γρήγορα, ἔχαιρε δὲ ἐνδομύχως ἂν ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ.

Τὴν Πέμπτην εἶχεν ἀποπλεύσει ὁ νέος εἰς τὸ τελευταῖον ταξίδι. Τὴν Παρασκευὴν ἡ γραῖα ἐπληροφορήθη θετικῶς ὅτι ὁ ἀρραβὼν εἶχε γίνει πολὺ κρυφά, καὶ ὅτι ὁ γάμος θὰ ἐτελεῖτο πάλιν κρυφά, κατὰ τὸ δυνατόν, τὴν ἐρχομένην Κυριακήν. Ἡ Μπούρμπαινα εὐχαριστήθη, ἐλπίσασα ὅτι, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὁ υἱός της δὲν θὰ ἐπανήρχετο πρὸ τῆς Δευτέρας, καὶ δὲν θὰ ἦτο ἐδῶ εἰς τὸν γάμον. Διότι ὑπώπτευεν, ἤξευρε καὶ ᾐσθάνετο ὅτι ὁ Γιωργὴς ἔτρεφε παιδικὸν αἴσθημα πρὸς τὴν Ἀρχόντω.

Ἀλλὰ παρ᾽ ἐλπίδα, ἡ ὑπόθεσις τοῦ ταξιδίου ἐτελείωσε γρήγορα, ἢ ὁ καιρὸς ἦτο πολὺ εὐνοϊκός, καὶ ἡ βάρκα ἐπέστρεψε τὸ Σάββατον, ἀργὰ τὴν νύκτα. Τότε συνεκινήθη ἡ γραῖα καὶ ἐφοβήθη. Ὁ Γιωργὴς δὲν εἶχε μάθει τίποτε εἰμὴ περὶ ἐπικειμένου ἀρραβῶνος. Τὴν ἄδειαν τοῦ γάμου εἶχαν ἀναβάλει νὰ τὴν λάβουν τὴν Κυριακήν, ἅμα θὰ ἐνύκτωνε. Τὸ μυστήριον θὰ ἐτελεῖτο παράωρα, μεσάνυχτα. Ὁ Γιωργὴς δὲν ἤξευρε τίποτε ἀπ᾽ ὅλα αὐτά.

Ὅταν ὁ νέος ἀνήγγειλεν ὅτι θὰ εἶχαν ναῦλον διὰ τὴν Δευτέραν τὸ πρωί, ἡ γραῖα τὸν ἠρώτησε διὰ ποῦ, καὶ ποίους θὰ μετέφεραν. Ὁ Γιωργὴς εἶπεν ὅτι ὁ κυβερνήτης του ἤξευρεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἐξηγηθῆ, καὶ τὸ κάτω-κάτω ὀλίγον τὸν ἔμελεν. Ἡ γραῖα δὲν εἶχεν ἀφορμὰς νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι τὸ ταξίδι αὐτὸ εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν γάμον.

Ἐλέχθη μὲν ὅτι ἡ νύμφη θὰ ἐπήγαινε νὰ κατοικήσῃ εἰς τὸ χωρίον τοῦ γαμβροῦ, εἰς τὰ σπίτια του, εἰς τὰ νοικοκυριά του, ἀλλ᾽ ἐπιστεύετο ὅτι θὰ παρήρχοντο ἡμέραι πρὸ τῆς μετοικεσίας. Ἀλλ᾽ ἡ γρια-Μαρουδίτσα, ἡ μήτηρ τῆς Ἀρχόντως, φαίνεται ὅτι ἐβιάζετο νὰ κουβαλήσῃ τὴν κόρην της πέραν, καθὼς εἶχε βιασθῆ καὶ νὰ τὴν «κουκουλώσῃ» μίαν ὥραν ἀρχύτερα.

Ἄλλως, ποίαν τάχα ἐνόει ὁ Σιγουράντσας, ὁ καραβοκύρης, λέγων ὅτι «ἐντρέπετο νὰ καραβωθῇ ἡ νύφη μέρα-μεσημέρι»; Ποία νύφη;

*
* *

Ἡ γραῖα τὸν παρεκίνησε νὰ μείνῃ στὸ σπίτι νὰ κοιμηθῇ. Ἀνελογίζετο ὅτι, ἂν καὶ ἦσαν γείτονες μὲ τὴν οἰκίαν τῆς μητρὸς τῆς Ἀρχόντως, καὶ ἂν ἤκουε θορύβους καὶ ἐκρήξεις χαρᾶς εἰς τὸν ὕπνον του ὁ Γιωργής, αὐτὴ θὰ τὸν ἐπαρηγόρει καὶ θὰ ἐπροσπάθει νὰ τὸν ἀποπλανήσῃ· καὶ ἔπειτα θὰ τὸν εἶχε σιμά της, ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια της.

Ὁ Γιωργὴς ὅμως ἤθελε νὰ ὑπάγῃ στὴν βάρκαν, ὄχι διότι τοῦ εἶχε παραγγείλει οὕτω ὁ κυβερνήτης του, ἀλλὰ διότι πάντοτε ἠρέσκετο κ᾽ ἐπροτίμα νὰ κοιμᾶται εἰς τὴν βάρκαν. Ἡ μάννα του ἦτο πλέον γραῖα καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν νανουρίσῃ εἰς τὴν κούνιαν του οὔτε εἰς τὴν ἀγκαλιάν της. Ἡ ἄλλη μάννα του, ἡ θάλασσα, ἀκόμη τὸν ἐλίκνιζε μὲ τὰ κύματά της. Κ᾽ ἐκείνη εἶχε κούνιαν, κ᾽ ἐκείνη εἶχεν ἀγκάλην καὶ ἀγκάλας πολλάς. Διὰ τὴν πρώτην μητέρα ἦτο πλέον μεγάλος καὶ ἡλικιωμένος υἱός. Διὰ τὴν δευτέραν μεγάλην μητέρα, τὴν προσφιλῆ καὶ ὑγρὰν καὶ ἄπιστον, ἦτο ἀκόμη μικρόν, πολὺ μικρὸν τέκνον της.

Ἡ γραῖα δὲν ἐπέμεινε περισσότερον νὰ τὸν ἀποτρέψῃ. Ἐπροσποιήθη μόνον ὅτι γνωρίζει καὶ αὐτὴ ἀπὸ θάλασσαν (καὶ δὲν ἐγνώριζεν ἄλλο παρὰ τοὺς καημοὺς τῆς θάλασσας), καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἀγκυροβόλιον τοῦ βράχου δὲν ἦτο πολὺ ἀσφαλές, καὶ τοῦ ἐσύστησε νὰ πάγῃ ν᾽ ἀράξῃ τὴν βάρκαν ἐκεῖθεν τῶν βράχων, μεσημβρινώτερα, πρὸς τὴν Σπηλιὰν ἢ τὲς Πλάκες. Τοῦτο τὸ ἔκαμε διὰ νὰ εἶναι ὁ υἱός της μακρὰν ἀπὸ τὴν συνοικίαν καὶ εἰς ἄποπτον ἀπὸ τῆς οἰκίας, ὅπου θὰ ἐτελεῖτο ὁ γάμος. Πλὴν αὐτὸς τῆς εἶπε νὰ ἡσυχάσῃ καὶ ἀπῆλθεν.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐσκέπτετο ἡ ἀνήσυχος μητρικὴ στοργή, ἀλλ᾽ ἡ γραῖα Μαρουδίτσα, ἡ μήτηρ τῆς Ἀρχόντως, οὔτε ἰδέαν εἶχεν οὔτε ὑποψίαν οὔτε ἔννοιαν ἂν ὁ Γιωργής, ὁ υἱὸς τῆς Μπούρμπαινας, ἦτο ἐρωτευμένος μὲ τὴν κόρην της τὴν Ἀρχόντω. Καὶ ἂν εἶχεν ἰδέαν, πάλιν δὲν θὰ τὴν ἔμελε τίποτε. Καὶ ἂν ἐγνώριζεν ὅτι ἡ κόρη της ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸ αἴσθημα, πάλιν ὀλίγον θὰ ἀνησύχει. Τὰ κορίτσια δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἔρωτα, τί θὰ πῇ; Τὸ μόνον χρέος των εἶναι νὰ ὑπακούουν εἰς τοὺς γονεῖς των. «Νυμφευμάτων μὲν τῶν ἐμῶν πατὴρ ἐμὸς μέριμναν ἕξει». Καθὼς ὅλαι αἱ γραῖαι, ἡ Μαρουδίτσα ἦτο συμφωνοτάτη μὲ τὸν Εὐριπίδην, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζῃ.

Τὰ κορίτσια δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἔρωτα. Δὲν πρέπει, ἀλλ᾽ ὅταν ὁ Γιωργὴς ἤκουσε μέσα εἰς τὸν ὕπνον του τοὺς δύο πυροβολισμούς ― διότι ἀφοῦ ἡ «κουλούρα» ἐμβῆκεν εἰς τὸ κεφάλι, δὲν ἦτο πλέον ἀνάγκη μυστικότητος, καὶ αὐτὸς ὁ κίνδυνος μήπως «ρίξουν τὰ κορίτσια* τῆς νύφης» παρῆλθε πλέον· διότι τὰ κορίτσια, καθὼς εἶναι γνωστὸν εἰς πολλούς, τὰ ρίχνουν αἱ ἐχθραὶ τῆς νύμφης, ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀρραβῶνος, ἥτις καὶ δι᾽ αὐτὸ τελεῖται πολὺ μυστικά, κατ᾽ ἀπαίτησιν τῶν πονηρῶν γραϊδίων, χωρὶς νὰ πάρῃ εἴδησιν κανεὶς ἀπ᾽ ἔξω· κ᾽ ἔπειτα ἡ Μαρουδίτσα εἶχε λάβει πρόνοιαν νὰ ὀχυρώσῃ τοὺς κόλπους τῆς κόρης της, καθὼς καὶ τοῦ γαμβροῦ, μὲ δύο μικρὰ ὡραῖα χρυσοδεμένα τετραβάγγελα· οἱ δὲ πυροβολισμοὶ ρίπτονται κατ᾽ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοῦ Στεφανώματος, εὐθὺς μετὰ τὴν τελετὴν τοῦ Ἀρραβῶνος ― ὅταν, λέγω, ὁ Γιωργὴς ἤκουσε μέσα εἰς τὸν ὕπνον του δύο τουφεκιὲς ἢ μᾶλλον τρομπονιές, ἐξύπνησεν ἔντρομος μὲ ἀνασκίρτημα, καὶ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἦτο κακὸς ἐφιάλτης. Ἀλλὰ δὲν ἦτο σωστὸν ξύπνημα.

Ὁ νέος εὑρίσκετο ἐν ἡμιασυνειδησίᾳ καὶ δὲν ἐνόει τίποτε. Τοῦ ἐφάνη ὅτι ἔβλεπεν ὡς ἐν ὀνείρῳ ἐκεῖ, ἐπάνω ἀπὸ τὸν βράχον, σύρριζα εἰς τὸν κρημνόν, μίαν οἰκίαν ἐκτάκτως φωτισμένην. Ἔπειτα ἐκοιμήθη πάλιν, κ᾽ ἐκοιμήθη ἐπὶ πολύ. Ἀλλὰ μέσα εἰς τὸν ὕπνον του εἶχε συνείδησιν ὀνείρου μελῳδικοῦ, οὕτως εἰπεῖν, ἐφέρετο ἐπὶ πτερύγων μουσικῶν φθόγγων, ἐπὶ πτίλων αὔρας ἐναρμονίου, λιγυρᾶς. Μετὰ πολλὴν ὥραν ἐξύπνησεν.

Ἤκουσεν εὐκρινῶς βιολιά, λαγοῦτα, λαλούμενα. Τί ἦτο; Ἐκοίταξε κατὰ τὸν βράχον. Ἦτο πράγματι οἰκία λαμπρῶς φωτισμένη, παμφαής, καὶ ἡ οἰκία αὕτη ἦτο τῆς Μαρουδίτσας. Ὑπανδρεύετο λοιπὸν τὸ Ἀρχοντώ; Δι᾽ αὐτὸ ὁ Σιγουράντσας τοῦ εἶχεν εἰπεῖ «ντρέπεται ἡ νύφη»; Ποιὰ νύφη;

Εἶχεν ἀκούσει περί μνηστείας. Ἴσως νὰ ἔκαμαν μνηστείαν, καὶ αὐτὰ ἦσαν τὰ «μβασίδια»* τοῦ γαμβροῦ. Διότι συνήθως, εὐθὺς μετὰ τὴν ἁπλῆν ἀνεπίσημον μνηστείαν, «μβάζουν» τὸν γαμβρόν, δηλαδὴ τὸν εἰσάγουν ἐπισήμως εἰς τὴν οἰκίαν τῆς νύμφης. Κ᾽ ἐπειδὴ ὁ γαμβρὸς ἦτο πέραν ἀπὸ τὰ Εἰκοσιτέσσερα Χωριά, νοικοκύρης ἄνθρωπος, ἠθέλησαν νὰ τὸν ἐμβάσουν ἐν πομπῇ εἰς τὴν οἰκίαν, διότι αὔριον θ᾽ ἀπήρχετο πάλιν εἰς τὴν πατρίδα του, καὶ ὁ γάμος θ᾽ ἀνεβάλλετο μετὰ μῆνας. Αὐτὸ θὰ ἦτον.

Ἐζήτει νὰ εὕρῃ μικρὰν παρηγορίαν, ἐπροσπάθει νὰ πιασθῇ ἀπὸ ὀλίγην σφαλερὰν ἐλπίδα. Ἐπεθύμει νὰ πιστεύσῃ ὅτι αὐτὸ μόνον ἦτον. Ὁ γάμος θὰ ἐβράδυνεν. Εἶχε καιρὸν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ βάλῃ μέσα εἰς ἐνέργειαν, διὰ νὰ χαλάσῃ τοὺς ἀρραβῶνας. Ἦτο ἱκανός, αὐτός, νὰ τὸ κλέψῃ, τὸ Ἀρχοντώ. Καὶ μὲ ὅλα τὰ δίκια του. Διότι ἐπίστευεν ὅτι διὰ τῆς βίας ἤθελαν νὰ τῆς δώσουν ἄνδρα ξένον ἄνθρωπον, οἰκοκύρην.

Ἀλλὰ τόσα φῶτα, τόση χαρά, τόσος θόρυβος, ἦτο μόνον διὰ τὰ μβασίδια; Ἠμποροῦσε νὰ τὸ πιστεύσῃ;

Ἔπειτα ἐκεῖναι αἱ φράσεις τοῦ Σιγουράντσα ἤρχοντο πάλιν εἰς τὸν νοῦν του. «Μπορεῖ νὰ τοὺς σηκώσουν πρωί. Θὰ μβαρκάρουν τὴ νύφη. Νά ᾽χῃ τὸν νοῦν του».

Νὰ ἦτο λοιπὸν ἀληθές; Ἐτελεῖτο γάμος ἐκεῖ ἐπάνω; Ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ;

Ὤ, Τύχη καὶ Πρόνοια! Ὤ, βουλαὶ ἀνθρώπων ὑποβολιμαῖαι, τοῦ Ἀχιτόφελ βουλαί!

*
* *

Τί νὰ σκεφθῇ; Τί νὰ εἴπῃ; Πῶς ν᾽ ἀρθρώσῃ λόγον; Ἤθελε, κατὰ τὸ ᾆσμα, «ν᾽ ἀρχίσῃ νὰ πῇ τὰ πάθη του τραγούδια». Σῦρε νὰ πῇς τῆς μάννας σου νὰ κάμῃ κι ἄλλη γέννα. Ὄχι! Ἀνάθεμα τὴ μάννα σου!…

Διατί κοιμᾶται; Πῶς ἀγρυπνεῖ; Πῶς μένει ἐξαπλωμένος; Καὶ δὲν ἐξέρχεται πνοὴ καὶ στεναγμὸς ἀπὸ τὸ στόμα του, καὶ τὸ ὄμμα του ἐκαρφώθη ἐκεῖ ἀπλανές, καὶ ζῇ, καὶ δὲν ζῇ, ἐνδόμυχον ζωήν; Τί σκέπτεται; Σκέψις χρειάζεται; Ὄχι, δρᾶσις. Νὰ σηκωθῇ… Νὰ πηδήσῃ… Νὰ τρέξῃ… νὰ πετάξῃ… Ν᾽ ἀναβῇ τὸν βράχον, σκαλοπάτια-σκαλοπάτια, στενοὺς δρομίσκους, λιθόστρωτα… Νὰ φθάσῃ ἐκεῖ ἐπάνω… Νὰ χυθῇ, νὰ ὁρμήσῃ… Νὰ τοὺς ταράξῃ. Νὰ τοὺς θαλασσώσῃ… Νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα εἰς τὴν νύφην, ὁποὺ στέκει στολισμένη καὶ καμαρώνει. «Ἔλα ἐδῶ, σύ!»… Νὰ τὴν ἁρπάξῃ… Νὰ τὴν σηκώσῃ ψηλά… Νὰ τὴν κατεβάσῃ, κάτω ἀπὸ τὴν σκάλαν… Θὰ ἐξαφνισθοῦν… Θὰ μείνουν ἀπολιθωμένοι… Θὰ τὸν νομίσουν διὰ τρελόν… Θὰ συνέλθουν… Θὰ τρέξουν κατόπιν του… Ἡ γριὰ θὰ τραβήξῃ τὰ μαλλιά της, θὰ χυθῇ ἐπάνω του, καὶ θὰ τὸν σχίσῃ μὲ τὰ νύχια της τὰ μαῦρα… Οἱ ἄλλοι, καλεσμένοι, κουμπάρος, συγγενεῖς, θὰ τοῦ ριχθοῦν μὲ τοὺς γρόνθους, μὲ ράβδους, μὲ τὰς φιάλας τὰς κενὰς καὶ μὲ τὰς φιάλας τὰς μισογεμάτας… μὲ τὴν σκούπαν… μὲ ὅ,τι τύχῃ. Αὐτὸς μὲ τὴν μίαν χεῖρα θὰ σπρώχνῃ τὴν νύφην ἐμπρός, μὲ τὴν ἄλλην θὰ προσπαθῇ νὰ τοὺς φέρῃ γῦρο ὅλους!… Καὶ ὁ γαμβρός, ὁ νοικοκύρης, μὲ τὸ πανωβράκι του τὸ τσόχινον, μὲ τὸ φέσι του τὸ στιλπνόν, μὲ τὴν τσάκαν* του τὴν βελουδένιαν, μὲ τὸ ζωνάρι του τὸ μεταξωτόν, θὰ τρέξῃ ἀπ᾽ ὀπίσω του, καὶ θὰ γυρεύῃ νὰ τοὺς χωρίσῃ… Ὄχι, θὰ τοῦ ἔλθῃ λιγοθυμιά, καὶ θὰ πέσῃ ἀπ᾽ ὀπίσω ἀπὸ τὴν πόρταν… καὶ τότε αἱ γυναῖκες θὰ βάλουν τὲς φωνές, καὶ θὰ πασχίζουν νὰ ξελιγοθυμήσουν τὸν γαμβρόν… καὶ θὰ ἐπέλθῃ μικρὸς ἀντιπερισπασμός… κι αὐτὸς θὰ σπρώχνῃ τὴν νύφην κατὰ τὸν βράχον, σιμὰ εἰς τὴν βάρκαν, κάτω, καὶ μὲ τοὺς γρόνθους καὶ μὲ τοὺς ἀγκῶνάς του, καταπληγωμένος, ἀφρίζων, αἱματωμένος, ἄγριος, θ᾽ ἀπαντᾷ εἰς τὰ κτυπήματα τῶν λυσσασμένων.

Ἐμπρός! θάρρος, ἀπόφασις. Σηκώσου! θὰ κουνηθῇς ἐπὶ τέλους;

*
* *

Εἶχε κοιμηθῇ ἀποβραδὺς ὁ Σιγουράντσας, ὁ καραβοκύρης. Εἰς τὰς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα ἐξύπνησεν. Εἶχε χορτάσει τὸν ὕπνον.

Ἔτριψε τὰ μάτια του, ἐχασμήθη, ἐγόγγυσεν, ἔρριψεν ὀλίγον νερὸν εἰς τὰ βλέφαρά του, ἐφόρεσε τὴν μικρὰν καπόταν του, καὶ κατέβη.

Διευθύνθη εἰς τὸ σπίτι τῆς χαρᾶς, ἐκεῖ ὅπου ἐγίνετο ὁ γάμος.

Δὲν ἦτο καλεσμένος, ὄχι, ἀλλ᾽ ἦτο καραβοκύρης τῆς βάρκας… τοῦ Γιωργῆ καὶ ἦτο ναυλωμένος νὰ μεταφέρῃ τὸ νέον ἀνδρόγυνον πέραν. Ἡ νύφη δὲν εἶχε σπίτι ὡς προῖκα. Ἡ γριὰ τῆς ἔδωκε δύο ἢ τρία μεταξωτὰ καὶ ὀλίγα βαμβακερὰ φορέματα, δύο χαλκώματα, μισὴν δουζίναν χουλιαράκια τοῦ γλυκοῦ, δύο προσκέφαλα, τρία σινδόνια, μίαν σκάφην καὶ μίαν ἀνεμοδούραν* κ᾽ ἔγραψεν εἰς τὸ προικοσύμφωνον πεντακοσίας δραχμὰς μέτρημα, τὰς ὁποίας εἶναι ἄδηλον ἂν εἶχε σκοπὸν ποτὲ νὰ δώσῃ, καὶ μὲ αὐτὰ τοὺς «ἐκουκούλωσε».

Τὸ νὰ μὴ λάβῃ σπίτι ὡς προῖκα ἡ νύφη ἐσήμαινεν ὅτι δὲν θὰ ἔμενεν ἐγκάτοικος εἰς τὴν πατρίδα της. Ὁ γαμβρός, πέρα, στὰ χωριὰ τὰ δικά του, ἔλεγαν ὅτι εἶχε σπίτι καὶ σπίτια πολλά. Καὶ χωράφια ὄχι ὀλίγα. Οἰκοκύρης ἄνθρωπος.

Εἶχεν ἀποφασισθῆ, εὐθὺς μετὰ τὸν γάμον, ἅμα ἐξημέρωνε νὰ μβαρκάρουν ὁ γαμβρός, ἡ νύφη, συνοδευόμενοι ἀπὸ τὴν γραῖαν, καὶ νὰ περάσουν πέρα εἰς τὸν Πλατανιᾶν, σιμὰ εἰς τὴν Σηπιάδα ἄκραν, εἰς τὰ χωρία τοῦ γαμβροῦ, εἰς τὰ σπίτια του κ᾽ εἰς τὰ νοικοκυριά του.

Εἶχαν συμφωνήσει μὲ πολλὴν μυστικότητα ἀπὸ τὸ δειλινὸν τῆς Κυριακῆς (τὴν μυστικότητα τὴν ἤθελεν ἡ γραῖα εἰς ὅλα, φυλαττομένη τὰς κακὰς γλώσσας τοῦ χωριοῦ· ἤθελε ν᾽ ἀποκοιμίσῃ τὴν κοινὴν περιέργειαν· δὲν τῆς ἤρεσκε ν᾽ ἀκούῃ σχόλια, διατί καὶ πῶς ἡ γραῖα Μαρουδίτσα ὑπάνδρευσε τὴν κόρην της καὶ τὴν ἔστειλεν εἰς ξένον μέρος, καὶ τὴν ἐξεπάτρισε, καὶ τὴν «ἐκαράβωσε» μέρα-μεσημέρι· καὶ προσέτι ἂν ἡ νύφη εἶχε καλὰ προικιά, καὶ ἂν «ἐκαμάρωνεν» ὅταν θὰ ἐπήγαινε νὰ μβαρκάρῃ κτλ.), εἶχαν συμφωνήσει, λέγω, μὲ τὸν Σιγουράντσαν, τὸν καραβοκύρην, πρωὶ-πρωὶ νὰ τοὺς περάσῃ πέρα μὲ τὴν βάρκαν, τὴν βάρκαν τοῦ Γιωργῆ. Μὲ αὐτὸ τὸ θάρρος ἐπήγαινεν ὁ καπετὰν Σιγουράντσας τὰς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα εἰς τῆς χαρᾶς τὸ σπίτι, χωρὶς νὰ εἶναι καλεσμένος. Εἶχε σκεφθῆ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ χορτάσῃ τὸν ὕπνον ἐνωρίς, ἀφοῦ ἦτον διὰ ταξίδι, καὶ βαθιὰ τὴν νύκτα, περὶ τὸ δεύτερον λάλημα τοῦ πετεινοῦ, νὰ σηκωθῇ νὰ ὑπάγῃ ἀπροσκάλεστος εἰς τῆς χαρᾶς τὸ σπίτι.

Ἤρκει ἅπαξ νὰ εἴπῃ:

―Ἔ! τί κάνουμε; Καλορρίζικα δά. Ἂς εἶναι στερεωμένα. Κοντεύει νὰ φέξῃ. Ὁ ἀστέρας θὰ βγῇ. Ἡ Πούλια πάγει μεσουρανίς. Νά, τώρα θὰ χαράξῃ. Ἐγὼ λέω νὰ τραβιόμαστε ἀγάλι᾽ ἀγάλια. Τώρα μὲ τὸ ἀπόγειο, τὸ πρωί, θὰ κολλήσουμε μιὰ χαρὰ πέρα, πρὶν ψηλώσῃ ἕνα κοντάρι ὁ ἥλιος… Ἂς εἶναι στερεωμένα, καλορρίζικα! Μὲ γυιούς! Ἐβίβα σας! Στερεωμένο τὸ ἀνδρόγυνο! Στὴν ὑγειά σας! Καλορρίζικα!

Καὶ ὕστερον ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ὥρας θὰ ἐκερνᾶτο καὶ θὰ ἔπινεν ἀνέτως, ὡς καλεσμένος μὲ τοὺς καλεσμένους, ὑπενθυμίζων μόνον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν:

― Κοντεύει νὰ φέξῃ… Νὰ τραβιόμαστε σιγὰ-σιγά. Ἐβίβα σας! Καλορρίζικοι! Στερεωμένοι!

― Ἂς φέξῃ! θὰ ἀπήντων ἑκάστοτε ὁ κουμπάρος καὶ οἱ καλεσμένοι.

Καὶ οὕτω συνέβη. Ἦτο ἤδη τετάρτη μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Γλυκοχαράματα, ἀπόπασχα, Ἀπρίλιος ὁ μήν. Τὰ πουλιὰ ἐκελαδοῦσαν εἰς τὰ δένδρα, γύρω εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν. Ἡ αὐγὴ ἔδειχνε τὰ ρόδινα δάκτυλά της ψηλὰ ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ ἀντικρύ, καὶ ὅλος ὁ ἀὴρ ἐμοσχοβολοῦσεν ἀπὸ τὰ ρόδα τῶν κήπων ὁλόγυρα, τὰ ρόδα τὰ ὁποῖα εἶχον πλασθῆ ἀπὸ τὸν Δημιουργὸν χωρὶς ἀκάνθας· καὶ τώρα, διὰ νὰ δρέψῃ τις ἓν ἀπὸ αὐτὰ ἀνάγκη νὰ ματώσῃ τὰ δάκτυλα… καὶ πάλιν, ὅταν τὸ ρόδον εἶναι ὑψηλὰ πολύ, δὲν τὸ φθάνει ὅσον καὶ ἂν τανυσθῇ τις, μόνον ἀδίκως ματώνει τὰ δάκτυλα… καὶ καμμίαν φορὰν πέφτει καὶ σπάζει τὰ πόδια.

Ἦτο τετάρτη ὥρα γλυκοχαράματα, καὶ κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχε κινηθῆ ἀπὸ τὴν οἰκίαν. Τέλος, ἡ γραῖα Μαρουδίτσα, ἥτις ἐπεθύμει νὰ γίνῃ τὸ μπαρκάρισμα ὅσον τὸ δυνατὸν ἐνωρίτερα, ἐπῆρε δύο ἀβασταγὲς μὲ ροῦχα, τὰς ὁποίας εἶχεν ἑτοιμάσει, καί, ἀφοῦ συνεννοήθη μὲ τὸν Σιγουράντσαν, τὰς ἔδωκεν εἰς δύο παιδία, ἀνεψιούς της, νὰ τὰς κουβαλήσουν κάτω εἰς τὸν αἰγιαλόν.

―Ἐκεῖ εἶν᾽ ἡ βάρκα, εἶπεν ὁ καραβοκύρης, δεικνύων διὰ τοῦ παραθύρου. Ὁ Γιωργὴς κοιμᾶται μέσα. Ἂς τὸν φωνάξουν νὰ σηκωθῇ, νὰ τοῦ παραδώσουν τὰ πράματα. Κι ὅ,τι ἄλλο ἔχετε, στείλετέ το. Δῶστέ μου κ᾽ ἐμένα νὰ κουβαλήσω τίποτα, τώρα ποὺ θὰ κατέβω. Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! Τέπερτε* ὅλοι! Τὸ ἀνδρόγυνο στερεωμένο!

*
* *

Νὰ σηκωθῇ… Νὰ τρέξῃ… Νὰ τὴν ἁρπάξῃ μέσ᾽ ἀπὸ τὰ χέρια τους… Ἡ γριὰ θὰ τὸν σχίσῃ μὲ τὰ νύχια της… Αὐτὸς θὰ τὴν ἁρπάξῃ ἀπὸ τὸν λαιμὸν νὰ τὴν πνίξῃ… Οἱ καλεσμένοι θὰ τοῦ ριχθοῦν μὲ τὶς μπουκάλες, μὲ τοὺς γρόνθους καὶ μὲ τὰ ρόπαλα… Αὐτὸς θὰ τοὺς κυνηγήσῃ μ᾽ ἕνα σκαρμόν, μ᾽ ἕνα μπάγκον, μὲ μίαν τροπωτήρα* ὁποὺ μπορεῖ νὰ πάρῃ μαζί του ἀπὸ τὴν φελούκαν… Αἱ γυναῖκες θὰ βάλουν τὲς φωνές… Ὁ γαμβρὸς θὰ τὰς καταπραΰνῃ. «Σιωπᾶτε! σιωπᾶτε!». Εἶναι εἰρηνικὸς ἄνθρωπος, φρόνιμος νοικοκύρης.

Δὲν ἐσηκώθη… Δὲν ἔτρεξε. Δὲν ἦτο πλέον καιρός. Ὁ μακρὸς ἐφιάλτης τὸν εἶχε προδώσει.

Τὰ δύο παιδία κατέβησαν κάτω εἰς τὴν ἄκρην τοῦ βράχου, φέροντα τὰς δύο δέσμας τῶν φορεμάτων. Δύο φανάρια ὑπῆρχον ἐξ ἀρχῆς κρεμασμένα εἰς τὸ μπαλκόνι τῆς οἰκίας. Τρίτον φανάριον προσετέθη τώρα ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς, διὰ νὰ φέγγῃ τὸν δρόμον εἰς αὐτοὺς ὁποὺ ἤρχισαν νὰ κουβαλοῦν τὴν ἀποσκευήν. Τὸ οὐράνιον δρέπανον, λευκόν, ἐστιλπνωμένον, εἶχεν ἀνατείλει πρὸ ὥρας, καὶ τώρα εἶχεν ὠχριάσει ἀπὸ τὰς ἐρυθρὰς καὶ κυανᾶς λάμψεις τοῦ λυκαυγοῦς. Καὶ τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς ἐκοκκίνιζαν ὑψηλά, πρωτογενῆ, ἄφθαστα ρόδα… φλογίνη ρομφαία εἰς τὴν πύλην τοῦ φωτός!

Τὰ δύο παιδία ἐφώναξαν τὸν Γιωργήν. Ἀλλ᾽ ὁ νέος εἶχε σηκωθῆ πρὶν τὸν φωνάξουν.

― Μπάρμπα, εἶπ᾽ οὑ καπιτάνιους, νὰ πάρ᾽ς, λέει, τὰ ροῦχα μέσ᾽ τ᾽ βάρκα.

― Εἶπε, λέει, ἡ θειά μ᾽ ἡ Μαρουδίτσα, νὰ τὰ βάνῃς, λέει, σὲ καλὴ μεριά, τὰ ροῦχα, νὰ μὴ βραχοῦνε.

― Νὰ τὰ βάνῃς, λέει, ἀπουκάτ᾽ ἀπ᾽ τὴν πλώρ᾽ τς βάρκας, ὄμορφα-ὄμορφα.

― Τὰ ροῦχα, λέει, κὶ τὰ μάτια σ᾽.

Καὶ συγχρόνως ἠκούσθη ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου κατερχομένη ἡ μεγάλη φωνὴ τοῦ Σιγουράντσα:

― Ἀλέστα*, Γιωργή! Τὰ πῆρες τὰ πράματα μέσα;

Εἶχεν ἐξέλθει ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς, κ᾽ ἐκεῖ προπεμπόμενος καὶ ξεκολλῶν ἀργὰ-ἀργά, ἐξηκολούθει νὰ κερνᾶται ἀκόμη.

― Γειά μας! Στερεωμένο τ᾽ ἀνδρόγυνο! Καλορρίζικοι! Καλό μας καταυόδιο!

Καὶ μετ᾽ ὀλίγα λεπτὰ κατήρχετο βραδὺς τὴν κλιτὺν τοῦ βράχου, ἐξακολουθῶν νὰ φωνάζῃ καθ᾽ ὁδόν:

― Ἀσένιο*, Γιωργή! Θά ᾽χουμε καλὸ ταξίδι.

*
* *

Δὲν ἦτο πλέον ψέμα, ἦτον ἀλήθεια. Ὁ Γιωργὴς ἔπλεε μὲ τὴν βάρκαν του καὶ μὲ τὸν Σιγουράντσαν. Ἔπλεε καὶ μετέφερε τὴν Ἀρχόντω, μὲ τὴν μητέρα της καὶ μὲ τὸν γαμβρόν, τὴν ὥραν τῆς αὐγῆς. Τοὺς μετέφερεν εἰς τὴν Σηπιάδα ἄκραν, εἰς τὰ χωριὰ τοῦ γαμβροῦ, εἰς τὰ σπίτια του, εἰς τὰ νοικοκυριά του.

Καὶ πάλιν ἠμπορεῖ νὰ ἦτον ψέμα, τίς δύναται νὰ εἶναι βέβαιος; Ἦτο ὄνειρον μαγικόν, ἀπαίσιον καὶ τρομερόν, ὄνειρον τὸ ὁποῖον ἔβλεπε μὲ ἀνοικτὰ τὰ μάτια. Κ᾽ ἐσφαλοῦσε τὰ μάτια, καὶ ἀκόμη τὸ ἔβλεπε.

Τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς ἐφυλλορροοῦσαν κ᾽ ἐκοκκίνιζαν αἱ παρειαὶ τῆς Ἀρχόντως, ἢ ἐκοκκίνιζαν μόναι των εἰς τὴν θέαν τοῦ Γιωργῆ; Αὐτὸς ἦτο χλωμός, μαραμμένος, ἀδρανής.

Τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς δὲν ἤρκουν διὰ νὰ τὸν κάμουν νὰ κοκκινίσῃ. Τὰ χέρια του μηχανικῶς, ὡς ξυλιασμένα, ἐτραβοῦσαν τὸ κουπί. Ξύλον κολλημένον ἐπάνω εἰς τὸ ξύλον.

Μίαν φορὰν μόνον ἐκοίταξε τὴν Ἀρχόντω. Τὸ βλέμμα ἐκεῖνο ἦτον ἡ τελευταία συγκεντρωμένη ἀκτὶς τῆς ψυχῆς του. Εἶτα ἐκείνη κατεβίβασε τὰ ὄμματα, καὶ τὸ ἰδικόν του ὄμμα κατέστη ἀπλανές.

― Καλὸ κατευόδιο σας!

― Παναγιὰ μπροστά σας!

― Δούλευέ τα*, καπετάνιο.

― Δούλευέ τα! δούλευέ τα!

Ἐμακρύνθησαν, ἐπελαγώθησαν, κ᾽ ἔφευγαν, ἔφευγαν.

Δὲν ἠμποροῦσε νὰ συνάψῃ ἰδέαν πλέον. Δὲν ἦτο τάχα πλέον καιρὸς παλληκαριᾶς; Παρῆλθεν ἡ εὐκαιρία διὰ νὰ ὁρμήσῃ ἐπάνω εἰς τὸ σπίτι, νὰ τὴν ἁρπάξῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας ὅλων, μὲ τοὺς γρόνθους καὶ μὲ τοὺς ὀδόντας καὶ μὲ τοὺς ὄνυχας.

Ἡ γραῖα δὲν θὰ τὸν ἔσχιζε πλέον μὲ τὰ νύχια της τὰ μαῦρα… Αὐτὸς ἠμποροῦσε ἀκόμη νὰ τὴν πνίξῃ… νὰ τὴν πνίξῃ… Ἔβλεπε τὸν γαμβρὸν καὶ τοῦ ἐφαίνετο ὡς ὄρνεον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἔλθει ἀπὸ ξένον τόπον διὰ ν᾽ ἁρπάξῃ τὴν περιστεράν, τὴν τρυγόνα.

Τοῦ ἤρχετο νὰ ξεστηθωθῇ, νὰ πτύσῃ εἰς τὰς χεῖρας, καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ:

― Παλεύουμε, μπάρμπα;

Τοῦ ἤρχετο νὰ συγχαρῇ τὴν γραῖαν διὰ τὸν γάμον της τάχα ― προσποιούμενος ὅτι ἐπίστευεν ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ νύμφη… διότι ἡ ἡλικία τοῦ γαμβροῦ ἐφαίνετο διὰ νὰ εἶναι σχεδὸν πατὴρ τῆς κόρης.

Καὶ νὰ συγχαρῇ τὴν νέαν διότι, μετὰ τόσα ἔτη ὀρφανίας, εἶχεν ἀποκτήσει τάχα δεύτερον πατέρα.

Ἔπειτα τοῦ ἦλθεν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν γαμβρόν, δεικνύων τὴν θάλασσαν:

― Παραβγαίνουμε στὸ κολύμπι;

*
* *

Ἐκεῖνος θὰ ἐκάγχαζε μὲ τὴν τρέλαν τοῦ νέου. Δὲν εἶχεν ὄρεξιν διὰ θαλάσσιον λουτρόν. Ἦτο χερσαῖος. Θὰ ἐπήγαινεν ὡς μολυβήθρα κάτω εἰς τὸν βυθόν. Οἰκοκύρης ἄνθρωπος, μὲ τὰ χωράφια του, μὲ τὰ σπίτια του, μὲ τὰ καλά του.

Τὸ ἀπόγειον ἐφύσα. Ὁ ἄνεμος ἐδυνάμωνε. Θὰ ἐδυνάμωνε πολύ. Ἦτο ἡμέρα πλέον, καὶ ὁ ἥλιος θ᾽ ἀνέτελλε πυριφλεγέθων ἐπάνω. Καὶ τὰ ρόδα τῶν παρειῶν τῆς νύμφης δὲν θὰ ἐξηλείφοντο. Καὶ ἡ χλωμάδα ἡ ἰδική του ἐνίκα τὴν ἡλιοκαΐαν τοῦ προσώπου του, τὴν παιδιόθεν κτηθεῖσαν.

Ὁ ἄνεμος ἐδυνάμωνε. Σαβούραν δὲν ἐφρόντισαν νὰ βάλουν. Ποῖος νὰ τὸ ἐνθυμηθῇ; Αὐτὸν δὲν τὸν ἔμελεν. Ὁ Σιγουράντσας ἦτο «καπνισμένος»*. Ὁ γαμβρὸς δὲν ἤξευρεν ἀπὸ τέτοια. Ἦτο στεργιώτης ἄνθρωπος, μὲ τὰ χωράφια του, μὲ τὰ ὑπάρχοντά του.

Ὁ ἄνεμος ἐδυνάμωνε. Τάχα δὲν ἠμποροῦσε νὰ δυναμώσῃ ἀρκετά, ὥστε μ᾽ ἕνα σαγανίδι* ν᾽ ἀναποδογυρίσῃ τὴν ἀσαβούρωτην βάρκαν;

Μ᾽ ἕνα σαγανίδι μόνον. Μὲ μικρὰν ἀνεπιτηδειότητα τοῦ Σιγουράντσα εἰς τὸ τιμόνι, μ᾽ ἐλαφρὰν ἀπροσεξίαν τοῦ Γιωργῆ εἰς τὸ πανί.

Καὶ τότε ὅλα θὰ ἔπλεαν εἰς τὴν θάλασσαν… ὅλοι θὰ ἔπεφταν εἰς τὸ κῦμα. Ὁ γαμβρὸς θὰ ἐπήγαινε μολύβι εἰς τὸν πάτον, χερσαῖος, ἀθαλάσσωτος ἄνθρωπος. Τὴν γρια-Μαρουδίτσαν ἂς τὴν ἐγλύτωνεν, ἂν ἤθελεν, ὁ Σιγουράντσας. Ὁ Γιωργὴς θὰ ἐγλύτωνε τὴν Ἀρχόντω κολυμβῶν. «Κ᾽ ἐσένα νὰ γλυτώσω, κορμί μ᾽ ἀγγελικό».

Ἕνα σαγανίδι, ἕνα σαγανιδάκι μόνον. Καὶ τοῦτο τί ἐχρειάζετο; Μία παρατιμονιὰ τοῦ Σιγουράντσα δὲν ἤρκει; Καὶ αὐτὴ τί ἐχρειάζετο; Ἕνα καργάρισμα* τοῦ πανιοῦ δὲν ἦτο ἀρκετόν; Καὶ δὲν ἦτο αὐτὸ εἰς τὸ χέρι τοῦ Γιωργῆ καὶ μόνον;

Μὲ τὸ χέρι του ἠμποροῦσε νὰ βιάσῃ τὸ πανί, καὶ μὲ τὸ πόδι του ἠμποροῦσε νὰ βγάλῃ τὸν πίρον τῆς βάρκας. Ἡ βάρκα εἶχεν ὀπὴν φραγμένην διὰ πίρου, δίπλα εἰς τὴν καρίναν. Ἦτο τοῦτο σχέδιον τοῦ Γιωργῆ, ὅστις ἔσωζεν ἀκόμη παιδικάς τινας κλίσεις εἰς τὰ θαλασσινά του, καὶ ἐπεθύμει, καθὼς βουλιοῦν τὰ παιδιὰ τὲς μικρὲς φελοῦκες κολυμβῶντα, νὰ βουλιᾷ συχνὰ τὴν βάρκαν του, διὰ νὰ χορταίνῃ ἐκείνη θάλασσαν καὶ αὐτὸς κολύμβημα.

Μὲ ἓν λάκτισμα, ἀκόμη ὀλιγώτερον, μὲ ἓν κτύπημα τοῦ δακτύλου τοῦ ποδός, ἠμποροῦσε νὰ στείλῃ εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἄναυλα τρεῖς ψυχάς, τὸν γαμβρόν, τὴν πενθερὰν καὶ τὴν νύφην… ἐὰν δὲν ἤθελε νὰ γλυτώσῃ τὴν τελευταίαν.

Ὁ κυβερνήτης, ἂν καὶ βαρύς, θὰ ἐκολύμβα ὅπως-ὅπως καὶ θὰ ἐγλύτωνε. Δὲν ἀπεῖχον ἥμισυ μίλιον ἀπὸ τὴν ἀκτήν. Ὁ γαμβρὸς θὰ ἐπήγαινε βολὶς εἰς τὸν πάτον μὲ ὅλα τὰ σπίτια του… ἢ μᾶλλον χωρὶς τὰ σπίτια του, χωρὶς τὰ χωράφια του καὶ τὰ ὑπάρχοντά του. Ἡ γραῖα Μαρουδίτσα… αὐτὴ τὸ ψωμί της τὸ εἶχε φάγει. Τὴν κόρην της τὴν εἶχε «κουκουλώσει» καὶ τὴν εἶχε κάμει νοικοκυρά. Θὰ ἐφρόντιζεν αὐτὸς νὰ τῆς κάμῃ τὰ κόλλυβα… μαζὶ μὲ τὴν Ἀρχόντω.

Ἐμπρός! Καρδιά! Θάρρος!

Ὄχι, δὲν ἔπρεπε νὰ βουλιάξῃ τὴν βάρκαν διὰ τοῦ ἀνοίγματος τῆς ὀπῆς. Τὸ μέσον δὲν μετεῖχε παλληκαριᾶς, ἦτο δὲ καὶ ἀπαίσιον. Ἔπειτα δὲν θὰ ἦτο πολὺ ἀσφαλές, διὰ τὴν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον προπομπήν.

Μὲ βουλιαγμένην βάρκαν ἐσώθησαν πολλοὶ μὴ γνωρίζοντες νὰ κολυμβοῦν. Μὲ ἀναποδογυρισμένην βάρκαν πολλοὶ καὶ δεξιοὶ κολυμβηταὶ ἐχάθησαν.

Ὄχι, δὲν θὰ ἐβούλιαζε τὴν βάρκαν· θὰ τὴν ἀναποδογύριζε!

*
* *

Θὰ ἔβλεπεν τερπνὸν θέαμα, τὸν Σιγουράντσαν νὰ κολυμβᾷ ὡς φώκη μακράν του. Θὰ ἐξεπιάνετο ἀπὸ τὸν γαμβρόν, θὰ ἀπηλλάσσετο ἀπὸ τὴν πενθεράν, διὰ νὰ ριφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν. Ἡ γραῖα μόλις θὰ ἐπρόφθανε νὰ κάμῃ τὸν τελευταῖον σταυρόν της, καὶ ἡ φωνὴ τῆς ἀγωνίας της θὰ ἐπνίγετο βαθιὰ κάτω.

Τὴν ἐπαύριον εἰς τὸ χωρίον, οἱ ἱερεῖς θὰ τῆς ἔψαλλον τὸν «κανόνα» της, καὶ θὰ προέτρεπον τοὺς παρεστῶτας νὰ κάμουν μετανοίας διὰ τὴν ψυχήν της. Καὶ ἐπὶ σαράντα ἡμέρας, ὅλαι αἱ εὐλαβεῖς γραῖαι τοῦ χωρίου θὰ ἔπαυον νὰ τρώγουν ὀψάρια, μὲ τὴν ὑποψίαν ὅτι αὐτὰ εἶχον ἐγγίσει τὴν πνιγμένην.

Νὰ δράξῃ τὴν Ἀρχόντω ἀπὸ τὸν βραχίονα… ἀπὸ τὴν μασχάλην… ὄχι, ἀπὸ τὴν μέσην. Καὶ ἔπλεεν ἤδη, ἔπλεε κ᾽ ἐκολυμβοῦσε μαζί της. Διὰ μίαν φορὰν ἂς γίνῃ γλυκιὰ ἡ πικρὴ καὶ ἁλμυρὰ θάλασσα.

Ἔφευγεν, ἔφευγεν ὡς δελφίνι, ἐφύσα κ᾽ ἐξέρνα τὸ νερὸν ὡς φάλαινα, καὶ προέβαλλε κοπτερὸν τὸν βραχίονα ὡς ξιφίας. Ἔπλεε μὲ τὸν δεξιὸν βραχίονα, κ᾽ ἐσφιχταγκάλιαζε τὴν νέαν μὲ τὸν ἀριστερόν. Ἄνω τὴν κεφαλήν της, ἄνω. Ν᾽ ἀναπνέῃ τὸ δακτυλιδένιο στοματάκι της… «Μὴ φοβᾶσαι, ἀγάπη μου!» Καὶ μικρὸν κατὰ μικρὸν θὰ ἐξετοπίζετο ὀργυιὰς καὶ ὀργυιάς… Θὰ ἐζύγωνε, θὰ ἐπλησίαζεν εἰς τὴν ξηράν. «Τώρα, τώρα, ἐφτάσαμε, ψυχή μου». Κανὲν δυστύχημα δὲν ἔμελλε νὰ συμβῇ. Ὅλος ὁ κόσμος θὰ ἐσώζετο. «Ἐζαλίσθης, ψυχή μου; Ὅλα καλὰ τώρα. Ἐπνίγη κανείς; Ὄχι, ἀφοῦ ἐγλύτωσες σύ». Ὤ, πῶς θὰ ἔπεφταν ἀφανισμένοι, μισοπνιγμένοι, στάζοντες θάλασσαν, ἐπάνω εἰς τὴν ἄμμον. Ἀναπλασμένοι καὶ ἀναβαπτισμένοι. Νέος Ἀδὰμ καὶ νέα Εὔα, φέροντες τοὺς χιτῶνας θαλασσοβρεγμένους κολλητὰ εἰς τὴν ἐπιδερμίδα των, περισσότερον παρὰ γυμνοί.

«Ἐκεῖ εἰς τὸν βράχον εἶναι μία σπηλιά. Ὕπαγε ἐκεῖ μέσα, φιλτάτη μου, ν᾽ ἀλλάξῃς». Ἐκείνη, ἂν εἶχε δύναμιν νὰ τὸν ἀκούῃ, θὰ τὸν ἐκοίταζε κατάπληκτος. Ν᾽ ἀλλάξῃ μὲ τί; «Νὰ στεγνώσῃς. Θὰ σοῦ φέρω ἐγὼ φύλλα, ἀπ᾽ ὅλα τὰ δένδρα τοῦ δάσους, ἀγάπη μου, νὰ σκεπασθῇς».

*
* *

Τέλος, ἀναποδογύρισε τὴν βάρκαν; Ἔπνιξε τοὺς ἐπιβάτας; Τὴν ἔσωσεν ἐκείνην;

Δὲν ἰσχύει τηλαισθησία οὔτε τηλεπάθεια, διὰ νὰ ζητήσωμεν τὰς ψήφους τῶν ἀναγνωστῶν, νοερῶς, ἀκαριαίως, οὐδὲ Κοινοβουλίου τέμενος εἶναι παρ᾽ ἡμῖν ἱερόν, ἀλλὰ ναὸς Εὐβουλίας. Πᾶς συγγραφεὺς ὑποτίθεται ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὴν μέσην κρίσιν καὶ τὸ μέσον αἴσθημα τῶν ἀναγνωστῶν του.

Δὲν τὴν ἀναποδογύρισε, δὲν τοὺς ἔπνιξε. Ὀλίγον ἀκόμη ἤθελε διὰ νὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ τὸ ὀλίγον αὐτὸ ἔλειψεν.

Ἔξαφνα εἶδε νοερὰν ὀπτασίαν, τὴν μορφὴν τῆς μητρός του τῆς Μπούρμπαινας, ἐναέριον, παλλομένην. Ἐτράβα τὰ μαλλιά της κλαίουσα καὶ τοῦ ἔλεγε: «Ἄχ! γυιέ μου! γυιέ μου! Τ᾽ εἶν᾽ αὐτὸ ποὺ θὰ κάμῃς;»

Ἔκαμε κρυφὰ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἐπὶ τῆς καρδίας, ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ ὑποκάμισόν του. Ἐνθυμήθη καὶ εἶπε τρεῖς φορὲς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», ὁποὺ τοῦ τὸ εἶχε μάθει, ὅταν ἦτο μικρός, ἡ μήτηρ του, καὶ αὐτὸς ἔκτοτε τὸ εἶχε ξεχάσει. Εἶπεν: «Ἂς πάγῃ, ἡ φτωχή, νὰ ζήσῃ μὲ τὸν ἄνδρα της! Μὲ γειά της καὶ μὲ χαρά της!»

Κατέστειλε τὸ πάθος, ἐπραΰνθη, κατενύγη, ἔκλαυσε κ᾽ ἐφάνη ἥρως εἰς τὸν ἔρωτά του ― ἔρωτα χριστιανικόν, ἁγνόν, ἀνοχῆς καὶ φιλανθρωπίας.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

μπαρούμα: σκοινί της βάρκας, το «σχοινίον της πρώρας» κατά Ππδ.

πασσάγιο: άδεια ναυσιπλοΐας

καμιζόλα: μάλλινη αντρική μπλούζα

τα αρμίθια: η ορμιά, σκοινί από τρίχα αλόγου και αγκίστρι για το ψάρεμα

τέμπλα: ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο με ντανιασμένα σκεπάσματα, σεντόνια, κιλίμια κτλ. που υπήρχε στα σπίτια της Σκιάθου.

τυλιγάδι: ξύλινο ραβδί για το τύλιγμα του νήματος

παραπανίτσα: λίγο πιο πάνω

συνέριο: τι σ’νέριο τσ’ έχει; Ποια σύγκριση υπάρχει; (Λέγεται για πράγματα που δεν συγκρίνονται, δεν έχουν σχέση)

κορίτσια: να της ρίξουν τα κορίτσια. Να της κάνουν ξόρκι ώστε να γεννάει μόνο κορίτσια.

μβασίδια, μπασίδια: ο επίσημος ερχομός του γαμπρού στο σπίτι της νύφης

τσάκα, τζάκα: επενδύτης

ανεμοδούρα: εργαλείο με το οποίο αποχωρίζουν τους σπόρους από το βαμβάκι.

τέπερτε: ευχετικό επιφώνημα σε συμπόσια, από τα αλβανικά (τέι περ τέι, πέρα για πέρα).

τροπωτήρα: δακτύλιος από σκοινί ή δέρμα με τον οποίο συγκρατείται το κουπί στον σκαρμό

αλέστα: έτοιμος, γρήγορα, αμέσως!

ασένιο: έτοιμος

δούλευέ τα: ναυτικό κέλευσμα, για την ευθείαση των πανιών ώστε να δέχονται καλά τον άνεμο

καπνισμένος: μεθυσμένος

σαγανίδι: απότομο ρεύμα αέρα

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεατρικά, Παπαδιαμάντης, Παραστάσεις | Με ετικέτα: , , , , | 92 Σχόλια »

Δυο κηλίδες αίμα στο αλεξίπτωτο (διήγημα της Ειρήνης Ταχατάκη)

Posted by sarant στο 29 Μαΐου, 2022

Τις μέρες αυτές έχουμε την επέτειο της Μάχη της Κρήτης (20 Μαΐου με 1 Ιουνίου 1941). Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από την Ειρήνη Ταχατάκη, με θέμα τη Μάχη της Κρήτης. Ο Αντώνης τα τελευταία χρόνια έχει στείλει και άλλα σχετικά διηγήματα. Πέρυσι, στα 80 χρόνια, την Παντέρμη Κρήτη του Κωστή Φραγκούλη, πρόπερσι ένα άλλο διήγημα του Φραγκούλη για το ίδιο θέμα, τον Κοκοβιό, ενώ πριν από μερικά χρόνια ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Το σημερινό διήγημα πήρε δεύτερο βραβείο στον πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Νομαρχίας Χανίων το 1991 αφιερωμένο στα 50 χρόνια της Μάχης της Κρήτης (1941-1991) με πρόεδρο της κριτικής επιτροπής τον φίλο Χριστόφορο Χαραλαμπάκη. Τα βραβευμένα κείμενα δημοσιεύτηκαν σε ειδική έκδοση της Νομαρχίας Χανίων με τίτλο «Αφιέρωμα στη μάχη και την αντίσταση της Κρήτης (1941-45)», Χανιά 1992.

Η Ειρήνη Ταχατάκη (1935-) από τις Αρχάνες είναι δασκάλα, λαογράφος και συγγραφέας πολλών βιβλίων, με ενεργό και πολύχρονη συμμετοχή στα πολιτιστικά πράγματα της Κρήτης. Είναι επίσης ζωγράφος και κεντήστρα και τα σχέδια που συνοδεύουν το διήγημα είναι δικά της,

Το κείμενο, όπως θα δείτε, έχει αρκετές ιδιωματικές λέξεις και φράσεις. Όταν εκδόθηκε σε βιβλίο, οι επιμελητές επισήμαναν κάποιες λέξεις με αστερίσκο και πρόσθεσαν ένα γλωσσάρι στο τέλος, που το αναπαράγει εδώ ο Αντώνης. Όμως άφησαν χωρίς εξήγηση πολλές ακόμα και κάθε άλλο παρά ευνόητες ιδιωματικές λέξεις, και αυτές τις έχει εξηγήσει ο φίλος μας ο Αντώνης σε αγκύλες μέσα στο κείμενο. Kαι πάλι βεβαια απόμειναν χωρις εξήγηση μερικές λέξεις που εγώ, αν είχα να επιμεληθώ το κείμενο, θα τις εξηγούσα (π.χ. ταχυνή, μιγαδερά).

ΔΥΟ ΚΗΛΙΔΕΣ ΑΙΜΑ ΣΤΟ ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΟ

Η κατοχή των Γερμανών ήταν στο φόρτε της. Πολλές οι κακουχίες, οι στερήσεις, η πείνα! Περισσότερο βέβαια στα αστικά κέντρα και λιγότερο στην ύπαιθρο που όλο και κάτι χάριζε η Μάνα Γη στα πεινασμένα πλάσματά της: Τα κηπικά, τα φρούτα, τις βρούβες, τα σιτηρά… Και όσοι είχαν χωράφια και τα καλλιεργούσαν, όχι μόνο ζούσαν καλά μα βόλευαν κι αρκετούς άλλους που ζητούσαν με την εργασία τους στήριγμα για ζωή.

Αυτή η αισιόδοξη και γεμάτη φιλότιμο κίνηση, υπήρξε συνήθως στα σιτοχώρια της ευλογημένης πεδιάδας της Μεσαράς, στο Νομό Ηρακλείου. Στη δική μας περιοχή Τεμένους, βγάζαμε ελάχιστα σιτηρά. Γιατί πάντα από τα αρχαία χρόνια, καλλιεργούσαν εδώ τ’ αμπέλια. Αλλά με την Κατοχή πώς να καλλιεργηθούν και αυτά όπως έπρεπε και πού να πουληθούν τα τυχόν εισοδήματα; Όσοι δεν είχαν αμπέλια, δούλευαν στα ξένα σαν εργάτες, όμως τι μεροκάματο να κερδίσουν, να φάνε, να στηρίξουν οικογένεια, ν’ αναθρέψουν παιδιά;

Πολλά τα προβλήματα κι η δική μας καταδιά* μικρή κι ασήμαντη. Οι ανάγκες μεγάλες και στην οικογένεια τα παιδιά ανήλικα. Νήπια σχεδόν εμείς τα κοριτσάκια. Και το πιο μικρό, το νεογέννητο, ούτε καλά καλά είχε σαραντίσει όταν έγινε η Μάχη της Κρήτης, τότε που έπεφταν από τα σιδερένια εχθρικά πουλιά μιλιούνια οι χρωματιστές ομπρέλες των αλεξιπτωτιστών, στην ήρεμη και φωτολουσμένη γη μας…

Μάης καιρός. Οι γονείς μας πήραν τις οικογένειές τους μαζί με άλλους χωριανούς και μας πήγαν σε μια όμορφη εξοχική τοποθεσία για να προστατευτούμε από τους βομβαρδισμούς. «Ψηλό Κουτούτο» λεγόταν ο τόπος που δέσποζε στην περιοχή πάνω σ’ ένα καταπράσινο γόνιμο λόφο κατάφυτο μ’ αμπέλια και κρεβατίνες. Εκεί νιώθαμε πιο ασφαλείς από τις βόμβες  που μπορούσαν να πέσουν μέσα στην κωμόπολη [σημ. στις Αρχάνες], κάτι που ευτυχώς δεν έγινε, χάριν στην προστασία της Θαυματουργού μας Παναγιάς.

Από τον τόπο αυτό φαινόταν προς βορρά φάτσα το Ηράκλειο, με τις φωτιές των βομβαρδισμών και την αντάρα. Στήσανε οι γονείς μας τις παράγκες που θα μέναμε, γεμάτοι έγνοια και μεράκι να μας σώσουν από τον όλεθρο. Πώς θα μας σώζανε όμως από το φάσμα της πείνας;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη, Πολεμικά | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »

Ο κουρνάζος δεν κουρνιάζει

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2022

Στοιχηματίζω πως τη λέξη του τίτλου πολλοί την ξέρουν αλλά ελάχιστοι τη χρησιμοποιούν ενεργητικά. Την ξέρουν, επειδή ακούγεται σε δυο πασίγνωστα τραγούδια, αλλά αυτό δεν αρκεί για να τη χρησιμοποιούν ενεργητικά (αν κάνω λάθος, διορθώστε με).

(Κατά σύμπτωση χτες ο Κουραφέλκυθρος ξεκίνησε στη σελίδα του στο Φέισμπουκ μια συζήτηση με λέξεις που τις ξέρουμε μόνο από τραγούδια ή από τίτλους βιβλίων, χωρίς ενεργητική χρήση. Θα δω μήπως τα πορίσματα της συζήτησης δίνουν υλικό για άρθρο).

Άλλωστε κανένα από τα μεγάλα γενικά λεξικά μας, αν δεν σφάλλω, δεν την λημματογραφεί -και δεν νομίζω ότι πρέπει να το θεωρήσουμε παράλειψη των λεξικών. Είναι λέξη που έχει παλιώσει, που ίσως θα είχε τη θέση της σε ένα λεξικό του μεσοπολέμου ή σε ένα λεξικό της αργκό -και πράγματι τη βρίσκουμε π.χ. στο Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση ή στο Λεξικό της Πιάτσας του Καπετανάκη. Τη βρίσκουμε και στο slang.gr.

Κουρνάζος είναι ο έξυπνος, ο ανοιχτομάτης, ο παμπόνηρος· από το τουρκικό kurnaz, που σημαίνει τον πονηρό· νομίζω πως υπάρχει μια μετατόπιση του νοήματος, αφού στα ελληνικά η λέξη έχει πιο θετική απόχρωση. Όπως λέει ο Καπετανάκης: Κουρνάζος είναι ο παμπόνηρος· ο έξυπνος επί καλώ· ο μπερμπάντης (άλλη μια λέξη για την οποία θα μπορούσαμε να γράψουμε άρθρο.

Στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται (2011) είχα χαρακτηρίσει τη λέξη κουρνάζος «ζωντανή και πασίγνωστη» -ίσως έπρεπε να μετριάσω κατά ένα κλικ την εκτίμησή μου αυτή, και στα δύο σκέλη. Αλλά αυτό θα μου το πείτε κι εσείς.

Όπως είπα πιο πριν, ο κουρνάζος περιλαμβάνεται σε δυο πολύ γνωστά τραγούδια. Πρώτο χρονολογικά είναι ο , «Αραμπατζής» του Μάρκου Βαμβακάρη, τραγούδι προπολεμικό, του 1934, που μου αρέσει πολύ.

Πάντα σε συλλογίζουμαι, ντερβίση αμαξά μου
είσαι κουρνάζος, μάγκα μου, σ’ έβαλα στην καρδιά μου.

Κι έπειτα, έχουμε το γνωστότερο και πολύ μεταγενέστερο Βαπόρι απ’ την Περσία του Τσιτσάνη, με τη ρητορική ερώτηση «Βρε κουρνάζε μου τελώνη, τη ζημιά ποιος την πληρώνει;».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Λεξικογραφικά, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , | 136 Σχόλια »

Ερωτήσεις και απαντήσεις, νούμερο πέντε

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2022

Νούμερο πέντε, επειδή δεν είναι το πρώτο άρθρο της κατηγορίας αυτής, αν και βέβαια πάει αρκετός καιρός από το προηγούμενο αντίστοιχο.

Στις στήλες των χρονογραφημάτων, αν υπάρχουν ακόμα χρονογραφήματα σε εφημερίδες, όσες εφημερίδες υπάρχουν ακόμα, συνέβαινε πότε πότε ο χρονογράφος να δημοσιεύει μία ή περισσότερες επιστολές αναγνωστών, άλλοτε σχολιάζοντας κι ο ίδιος κι άλλοτε παραχωρώντας ολόκληρο τον χώρο της στήλης στους αναγνώστες του. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στα Νέα έβαζε στα χρονογραφήματα αυτά τον τίτλο «Απ’ όσα μου γράφουν». Τέτοια άρθρα, πέρα από την επικοινωνία, έδιναν στον συντάκτη μιαν ανάπαυλα, διότι είναι μεγάλη καταδίκη να πρέπει να γράφεις κάθε μέρα τις εξακόσιες, οχτακόσιες ή χίλιες λέξεις για να γεμίσεις τη στήλη σου.

Εμείς εδώ δεν είμαστε εφημερίδα και δεν γράφουμε χρονογράφημα, όμως έχουμε κάθε μέρα καινούργιο άρθρο (εντάξει, κάποτε επαναλαμβάνουμε παλιά άρθρα, αλλά με μέτρο). Βέβαια, τη γνώμη σας την εκφράζετε στα σχόλια, δημόσια.

Συχνά συμβαίνει όμως να μου κάνουν ερωτήσεις, για γλωσσικά κυρίως θέματα, είτε γνωστοί είτε άγνωστοι, άλλοτε με ηλεμήνυμα (email που λέει ο κ. Μπαμπινιώτης) κι άλλοτε στο Φέισμπουκ. Όταν μπορώ απαντάω, όπως μπορώ, αν και μερικές φορές δεν προλαβαίνω να το κοιτάξω σε βάθος το θέμα. Μια φορά στο τόσο, κρατάω σε ένα αρχείο την ερώτηση και την απάντηση, μήπως και έχει ενδιαφέρον να ξαναδώ το θέμα ή να το αναπτύξω σε άρθρο στο ιστολόγιο, όπως έχω κάνει όχι λίγες φορές.

Πριν από χρόνια σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να βλέπουν κι άλλοι την απάντηση, όχι για να μάθουν αλλά κυρίως γιατί μπορεί να έχουν κάτι να προσθέσουν, κι έτσι βάλαμε τον Ιούνιο του 2015 ένα τέτοιο άρθρο, με ερωτήσεις που μου είχαν γίνει και με τις αντίστοιχες απαντήσεις, και μερικούς μήνες αργότερα ένα ακόμα. Το τρίτο άρθρο της σειράς αυτής το έβαλα το 2017, το τέταρτο το 2019 και σήμερα βάζω το πέμπτο άρθρο της κατηγορίας, διότι έχουν μαζευτεί αρκετές ερωτήσεις ίσως και για δύο άρθρα.

Παρουσιάζω λοιπόν 15 ερωτήσεις που μου έγιναν, μαζί με τις απαντήσεις, που εδώ τις έχω ενδεχομένως αναπτύξει κάπως περισσότερο.

Κάθε διαφωνία, συμπλήρωση ή άλλο σχόλιο είναι ευπρόσδεκτα.

* Καλησπέρα, κύριε Σαραντάκο! Συγνώμη που ενοχλώ καλοκαιριάτικα με γλωσσικές ερωτήσεις, αλλά θέλω τη βοήθειά σας! Πρώτη φορά χρειάστηκε να γράψω κάτι που λέω συχνά: τη φράση «ότι κι ότι» (θέλω να τη βάλω σε μια μετάφραση). Όπως έλεγε κείνη η διαφήμιση «δεν είναι ότι κι ότι, είναι φαρίνα γιώτη». Και κατάλαβα ότι δεν ξέρω πώς γράφεται. Δηλαδή πρέπει να γραφτεί «ότι κι ότι» ή «ό,τι κι ό,τι» ή «ότι κι ό,τι»; Έψαξα στο ίντερνετ, αλλά τζίφος! Ελπίζω να ξέρετε εσείς! Ευχαριστώ!

Καλησπέρα αγαπητέ.

Είναι «ό,τι κι ό,τι», αναφορικό και στις δυο περιπτώσεις. Το έχει το ΛΚΝ αλλά ίσως δεν βγαίνει στην αναζήτηση.

Και βέβαια η συχνή τελευταία έκφραση «ό,τι να’ναι» με το αναφορικό «ό,τι» γράφεται, άσχετο αν στο διαδίκτυο ελάχιστοι τηρούν τη διάκριση ανάμεσα σε «ό,τι» και «ότι».

* Καλησπέρα. Ένας Άγγλος που γνωρίσαμε μας εκανε 2 ερωτήσεις. Πώς μεταφράζεται η λέξη frustration στα ελληνικά και πώς μεταφράζεται η λέξη οιονεί στα αγγλικά.

Γεια σου, χαθήκαμε. Η frustration είναι από τις πιο δυσκολομετάφραστες λέξεις γι’ αυτό και πολλοί συνάδελφοί μου όταν περιγράφανε πώς νιώθουν στο Λουξεμβούργο έλεγαν ‘φρούστρα’. Κάποτε θα πεις ματαίωση, άλλοτε θα πεις διάψευση ή απογοήτευση, αλλά η πικρή αλήθεια ειναι πως δεν έχουμε μονολεκτική καλή απόδοση για όλα τα συμφραζόμενα.

Το οιονεί στα αγγλικά είναι quasi -λατινικό είναι βέβαια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Απορίες, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Μεζεδάκια της Eλπίδας

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2022

Πού τη βρήκαμε την ελπίδα, θα ρωτήσετε, με 100 νεκρούς τη μέρα, αφού η πανδημία δεν λέει να καταλαγιάσει, και την επέλαση της ακρίβειας να φέρνει σε απόγνωση όλο και περισσότερο κόσμο. Αυτό είναι το θέμα, ότι σαν να μην έφταναν αυτα τα δυο δεινά, ήρθε να τριτώσει το κακό, αφού από σήμερα, αλλά κυρίως στην αρχή της επόμενης εβδομάδας, αναμένεται να ενσκήψει η κακοκαιρία, που κάποιος ευφυής την ονόμασε «Ελπίδα», ίσως για να παίξει με τα νεύρα μας. Το μόνο παρήγορο είναι πως η κακοκαιρία γρηγορα θα περάσει, χωρίς θύματα και πολλές ζημιές ας ελπίσουμε, ενώ οι άλλες δυο μάστιγες θα συνεχίσουν να μας βασανίζουν.

Ωστόσο, εμείς εδώ σήμερα βάζουμε μεζεδάκια, και αφού τα τιτλοφορήσαμε και εξηγήσαμε τον τίτλο προχωράμε στο παρασύνθημα.

* Τον τελευταίο καιρό, ο (οΘντκ) υπουργός Ανάπτυξης Άδωνης Γεωργιάδης ασχολήθηκε πολύ με το ζήτημα της τιμής των τεστ PCR υποστηρίζοντας ότι σε μια σειρά χώρες είναι ακριβότερα από την Ελλάδα. Δεν θέλω να μπω στην ουσία του θέματος σήμερα, αλλά θα παρατηρήσω ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες προβλέπεται η δυνατότητα συνταγογράφησης των τεστ και τα τεστ PCR είναι δωρεάν όταν συνταγογραφούνται από γιατρό, ενώ σε πολλές χώρες όταν τα τεστ γίνονται για άλλους λόγους π.χ. πριν από ταξίδι, επιβαρύνουν τον πολίτη. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, δεν υπάρχει δυνατότητα συνταγογράφησης κι έτσι ο πολίτης που είναι αναγκασμένος να κάνει τεστ, π.χ. για να επισκεφτεί νοσοκομείο ή επειδή έχει κρούσμα στην οικογένειά του, υποβάλλεται σε δυσβάστακτα έξοδα.

Λοιπόν, ο Άδωνης σε μια στιχομυθία του με δημοσιογράφο του Bloomberg επέμενε ότι τα τεστ στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι δωρεάν. Η κουβέντα (εδώ υπάρχουν αποσπάσματα) είχε αρκετή πλάκα, π.χ. εκεί που ο (οΘντκ) υπουργός έγραψε «κυρία μου, μόλις μίλησα με ΗΒ», εδώ όμως θα εστιάσω σε αυτο το τουίτ που βλέπετε, που ο Άδωνης το έγραψε στα αγγλικά, αραδιάζοντας μια σειρά από σοβαρά και λιγότερο σοβαρά λάθη.

Δεν έχω κάνει εγώ τις επισημάνσεις των λαθών. Θα μπορούσα να σημειώσω και άλλα, όπως το «the best price he found» που θα έπρεπε να είναι he could find. Πάντως χτυπάει στο μάτι το payed, διότι παρόλο που σε προηγούμενο άρθρο είχαμε δει ότι οι αόριστοι εξομαλύνονται (με το teached αντί taught) στη συντριπτική πλειοψηφία (ή πλειονότητα) των περιπτώσεων οι τύποι όπως payed εξακολουθούν να θεωρούνται λαθεμένοι και να ξενίζουν. Χτυπάει επίσης στο μάτι το one friend που μεταφράζει το ελληνικό «ένας φίλος» μπλέκοντας το αόριστο άρθρο με το αριθμητικό. Σε εμάς συμπίπτει και δεν το προσέχουμε, στα αγγλικά όμως διαφέρει.

Λάθη βέβαια βρίσκουμε σε όλους τους πολιτικούς, ιδίως όταν εκφράζονται σε ξένη γλώσσα. Όμως, αφού ο Άδωνης είχε, από το βήμα της Βουλής μάλιστα, αγορεύσει για τα γλωσσικά αστοχήματα των πολιτικών του αντιπάλων, ερμηνεύοντάς τα μάλιστα ως λάθη αγραμματοσύνης (και όχι, ας πούμε, απροσεξίας), δεν νομίζω ότι θα διαφωνεί όταν η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται και στον ίδιο.

* Κατά σύμπτωση, για το θέμα της συνταγογράφησης των τεστ είχε τοποθετηθεί πριν από μερικές μέρες και ο πρωθυπουργός, στη συνέντευξή του με τον Νίκο Χατζηνικολάου, όπου υποστήριξε αρχικά ότι «σε καμιά χώρα της Ευρώπης δεν συνταγογραφούνται τα τεστ PCR». Προχτές, ο ισχυρισμός αυτός χαρακτηρίστηκε «Ψευδής» από τα Eλληνικά Hoaxes. (Το άρθρο των Hoaxes εξαφανιστηκε λίγη ώρα μετά τη δημοσίευσή του, κάτι που έδωσε σε πολλούς, ανάμεσά τους και σε μένα, λαβή να σκεφτούν ότι υπήρξε ίσως άνωθεν επέμβαση. Τελικά, μια ώρα μετά επανεμφανίστηκε με τροποποιήσεις).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αμφισημίες, Λαθολογία, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 407 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (24) – Το μολών λαβέ του Λάμπρου Βέικου

Posted by sarant στο 14 Δεκεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, έχω καθιερώσει μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη όπου παρουσιάζω κείμενα της εποχής του 1821, με προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα ενώ κάποια άλλα στείλατε εσείς.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό τέταρτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ και δεν αποκλείεται να είναι και το τελευταίο. Βέβαια, μας απομένει μια ακόμα Τρίτη, στις 28, αλλά ίσως μέσα στις γιορτές δώσουμε αλλού την προσοχή μας.

Σήμερα θα δημοσιεύσω ένα σύντομο κείμενο, που επιπλέον υπάρχει και στο Διαδίκτυο (αν και δεν είναι ευρέως διαδεδομένο και το βρίσκω γλωσσικά χτενισμένο). Όμως αξίζει πιστεύω, μια και είναι ένα είδος «Μολών λαβέ». Είναι η απάντηση που έστειλε ο στρατηγός Λάμπρος Βέικος, τον Ιούλιο του 1825, από το πολιορκημένο Μεσολόγγι, στον φίλο του Ταχίρ Αμπάζη, σε σχέση με προτάσεις συνθηκολόγησης που είχε κάνει ο Κιουταχής στους πολιορκημένους.

Η επίσημη απάντηση ήταν αρνητική, και δεν (νομίζω ότι) σώζεται, όμως ο Βέικος έστειλε επικουρικά την επιστολή που θα διαβάσουμε στον φίλο του. Ο Ταχίρ Αμπάζης, από το Τεπελένι, ήταν επί πολλά χρόνια καπιμπουλούμπασης (πολιτάρχης) του Αλήπασα στα Γιάννενα, και είχε πάρει μέρος στην ιδιότυπη και λιγόζωη ελληνοαλβανική συμμαχία τον πρώτο χρόνο της επανάστασης, αλλά μετά πέρασε υπό τις διαταγές του Κιουταχή.

Η επιστολή υπάρχει στα απομνημονεύματα του Αρτέμιου Μίχου, ενώ πιο πριν είχε δημοσιευτεί στα Ελληνικά Χρονικά, απ’ όπου παίρνω το κείμενο διατηρώντας την ορθογραφία του, μαζί με την εισαγωγή και τα επόμενα από την εφημερίδα (τεύχος 56-60, 29 Ιουλίου 1825):

….

Από το δείλι και έως το εσπέρας μάς επυροβόλησαν οι πολιορκηταί μας από ξηράς και θαλάσσης δραστηριώτατα· περί δε το μεσονύκτιον μας έστειλεν ο Κιουταχής επιστολήν ζητών να του παραδώσωμεν ως προς το παρόν δύω εκ των κανονοστασίων μας και μίαν θύραν, διά να βάλη ανά πεντακοσίους στρατιώτας του, έως ότου να τελειώσωσιν αι συνθήκαι και να υπογραφώσιν.

Την 20 του αυτού. Το πρωί έγινεν ομοφώνως η προς τον Κιουταχήν απόκρισις των χθεσινών επιστολών του, εν ή του ανεφέρθη, ότι το Μεσολόγγι αναιμωτί δεν παραδίδεται εις τας χείρας του· διό αν θέλη κανονοστάσια και θύρας, ας έλθη να τα λάβη με τα όπλα του. Ομού με ταύτην την απόκρισιν έγραψεν και ο στρατηγός Λάμπρος Βέικος την εφεξής επιστολήν ιδιαιτέρως προς τον Ταΐρ Αμπάζην με την συγκατάθεσιν και όλων των άλλων οπλαρχηγών.

Ενδοξότατε Ταΐραγα

Ημείς είμασθε φίλοι, και η περίστασις της θρησκείας το έφερε να πολεμήσωμεν, όμως πάντοτες η φιλία μας ας τρέχη. Φίλε μου, βλέπω οπού έχεις δύο φοραίς οπού ήλθες εις αντάμωσιν διά να μεσιτεύσης να παραδοθή το Μεσολόγγι, ακόμη βλέπω οπού ο Ρούμελης μάς ζητεί δύο Tάμπιαις διά να βάλη ανθρώπους του· ηξεύρετε πολλά καλά ότι τον Θεόν τον έχομεν μαζή, και η ελπίδα μας κρέμαται από εκεί, όθεν ως φίλον, σε αφίνω να στοχασθής ότι ένα Κάστρον με τζεμπιχανέδες, με ζαϊρέν, με νερό και καθεξής όλα τα χρειαζούμενα, εις αυτόν τον καιρόν και ημείς εδώ μέσα, να το παραδώσωμεν, θα έχωμεν πρώτον την συνείδησιν του Θεού, και δεύτερον την κατηγορίαν όλου του κόσμου, και ξεχωριστά εσένα του φίλου μας, που εις αυτό είμεθα βέβαιοι ότι όχι μόνον δεν θα εύρωμεν εις το εξής τόπον να ζήσωμεν, παρά ούτε διά το όνομά μας θα ερωτήση κανένας, τόσον μισητοί θα είμεσθεν, όσον από τον Θεόν, τόσον και από την ανθρωπότητα, μπιλέμ, και από τους ιδίους εδικούς μας και φίλους μας·
όθεν του Ρούμελη χώρησέ του τω παστρικά καθώς μας γνωρίζεις, ότι να ηξεύρη καλά, χωρίς να κάμη γιουρούσι να εμβή με το σπαθί του, Μεσολόγγι δεν πέρνει.

Ταύτα και μένω

1825 Ιουλίου 20 Μεσολόγγιον ο φίλος σου Λάμπρος Βέικος

Προς τούτοις λάβε και τέσσαρες μποτίλιαις ρούμι να ταις δώσης τους μπαϊρακτάριδες όταν θα κάμνουν το γιουρούσι.

Αφ’ ου εστάλησαν τα ανωτέρω γράμματα, και ανεγνώσθησαν από τον υπερήφανον Σατράπην της Ρούμελης, ήρχισε τότε ο εναντίον μας πυροβολισμός διά ξηράς και θαλάσσης, με τόσον πείσμα, όσον ουδεμίαν άλλην ημέραν είχεν δείξει ο εχθρός· αλλεπάλληλαι έπιπτον αι βόμβαι εις την πόλιν, εν ω αι γρανάται και σφαίραι των κανονίων εσφύριζον διευθυνόμεναι ως επί το πλείστον εις τας πέριξ του τείχους στρατιωτικάς καλύβας. Όλα δε ταύτα υπέμενεν με γενναιοκαρδίαν η φρουρά του τείχους μας, και με αμετάθετον απόφασιν εστέκετο να αποθάνη μάλλον, παρά να απολαύση ο εχθρός το μέγα τούτο της Ελλάδος προπύργιον.

….

Λεξιλόγιο

τζεμπιχανές: τα πολεμοφόδια

ζαϊρές: τα τρόφιμα

μπιλέμ: ακόμα και

γρανάται: χειροβομβίδες

Υστερόγραφο: Ο Σουλιώτης οπλαρχηγός Λάμπρος Βέικος επέζησε από την Έξοδο αλλα του έμελλε να βρει τον θάνατο στη μάχη του Ανάλατου. Το ελληνικό κράτος χάρισε στους απογόνους του κτήματα στην περιοχή του άλσους Βεΐκου στο Γαλάτσι.

 

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Επιστολές | Με ετικέτα: , , , , , | 100 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (23) – Οι Σφακιανοί γράφουν στον βεζίρη των Χανίων [Συνεργασία του ΜΙΚ_ΙΟΥ]

Posted by sarant στο 30 Νοεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό τρίτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ. Πρόκειται για μια συνεργασία που μου έστειλε ο φίλος μας ο ΜΙΚ_ΙΟΣ, από τον αγώνα στην Κρήτη -κι έτσι συνδυάζεται με το αμέσως προηγούμενο. Εδώ βλέπουμε ένα γράμμα των Σφακιανών προς τον Πασά, που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Οι σημειώσεις είναι επίσης του ΜΙΚ_ΙΟΥ.

Βλέπουμε ότι οι υπογράφοντες προσπαθούν να καθησυχάσουν τον Οθωμανό αξιωματούχο ώστε να αποφευχθούν συνέπειες για τους αμάχους.

Eγώ απλώς χώρισα το κείμενο σε παραγράφους για να διαβάζεται πιο εύκολα και επίσης άλλαξα τη σειρά παρουσίασης δηλαδή προτάσσω την επιστολή, ακολουθεί η πηγή και τα εισαγωγικά σχόλια του εκδότη και τέλος τα λεξιλογικά σχόλια από τον ΜΙΚ_ΙΟ.

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ:

Υψηλότατε και υπέρτατε μέγα βεζύρη των Χανίων

Ημείς οι πιστοί ραγιάδες και σκλάβοι της κραταιάς βασιλείας οι κατοικούντες το Καστέλλι των Σφακίων δουλικώς προσκυνούμεν το υψηλόν προσκυνητόν πουγιουρτού Σας ελάβομεν και ως πιστοί ραγιάδες το προσκυνήσαμεν και ευθύς κατά την προσταγήν του υψηλοτάτου βεζύρη μας εμαζώξαμεν όλους τους ραγιάδες σας Σφακιανούς από όλο το καστέλλι και τους το διαβάσαμε και των είπαμε και εμείς οι προεστοί να ανοίξουνε τα μάθια τωνε μικροί μεγάλοι οπού να φανούμε εις ετούτο το καιρό και να δείξωμε ταετλήδες και πιστοί ραγιάδες της κραταιάς βασιλείας ως καθώς ήμεστανε και επερνούσαμε ήσυχα·

αποκριθήκασι όλοι ότι και το πουγιουρτού του αφέτη μας προσκυνούμεν και εις την προσταγήν του ήμεστανε πρόθυμοι και χιανέτηδες και ασίδες δεν ήμεθα μήτε δεν γινόμαστε καθώς ίσως μας στοχάζονται μερικοί, το ψωμί της βασιλείας οπού τρώγομε δεν το καταπατούμε·

όθεν και ημείς οι γέροντες και καπεταναίοι παρακαλούμεν και προσκυνούμεν τον ύψιστον οπού εις ταις σημεριναίς ημέραις της ακαταστασίας να κάμετε το μεριχαμέτι σας και εις εμάς τους πτωχούς ραγιάδες και να προστάξετε να μην μας πειράζουν από το σαντζάκι του Ρεθέμνου επειδή και από μέρες εκατέβηκε ένα παϊράκι εις τα σύνορα τα δικά μας έχοντας για κεφάλι κάποιον ισμαΐλαγα Κουτουράκη, ο οποίος δεν έλειπε πάντα και εις τον καλό καιρό να μας πειράζη τώρα μάλιστα ως καθώς θωρούμε γυρεύγει με τινά τρόπον να μας καταστήση καπαετλήδες·

αυτός επάτησε μερικά χωριά από τα χάσικα οπού εκάθουντα φαμελιές εδικιές μας και επήραν δύο γυναίκες εδικές μας και τσι σέρνανε μαζύ τωνε και τσι ρεστάρανε· επήγανε εις ένα μιτάτο και εζήτησαν να δέσουσι τους Σφακιανούς και να γδύσουσι ίσως το μιτάτο και όμως εσταθήκαν εις τα άρματα και εβαρήκανε και η μια πάτα και η άλλη και εσκοτώθησαν από τσι βοσκούς ένας και από τσι τούρκους δεν εμάθαμε ακόμα αν εβαρεστήκανε γιατί εφύγανε οι βοσκοί και επιάσι τα βουνά φοβούμενοι από εμάς τσι προεστούς, γιατί εκατέχανε το ταμπίχι οπού είχαμε καμωμένο και αν ημπορέσωμε και τους πιάσωμε θενά έρθωμε από το δίκιον τωνε·

έτζι παρακαλούμε το ύψος του αφέντη μας να τσι καταλαγιάζη αυτούς τους ανθρώπους γιατί έχομε και εμείς πολλούς κουζουλούς και δεν μπορούμε να τσι απαλεύωμε, γιατί το γυναικώ το κάμωμα επήραξε πολλά το καστέλλι μας και φοβούμεθα και εμείς να μη γενή καμιά κακή δουλιά και αφανιστούμε, γιατί το ίρτζι είναι του βασιλέως και εμείς ήμεστενε ραγιάδες πιστοί και δεν θέλομε να γενούμε ωσάν εκείνους τους σκύλους τσι χιανέτηδες τους νησιώτες, τους οποίους ελπίζομεν να παιδεύση η κραταιά βασιλεία  γλήγορα για να ησυχάση και ο κόσμος και εμείς και προσκυνητώς μένομεν εν ταις προσταγαίς του υψηλοτάτου κράτους σου και τοαζλήδες εις το χουζούρι σου.

====-====

Πηγή: ‘‘Συλλογή εγγράφων Ζαχαρία Πρακτικίδη (ή Τσιριγιώτη) : Έγγραφα ετών 1810-1834’’, υπό Μοτάκης, Στυλιανός, Ιστορικόν Αρχείον Κρήτης (1953), σ. 37-38.

Επιστολή Σφακιανών προς βεζύρην Χανίων δι’ ης υπόσχονται υποταγήν και πειθαρχίαν, ενώ ταυτοχρόνως παραπονούνται δια τουρκικάς υπερβασίας.

Διπλούν φύλ. χάρτου χονδρού διαστ. 22 . 31. Επί της πρώτης σελίδος το κείμενον της επιστολής των Σφακιανών, η οποία συνεχίζεται και επί της δευτέρας, όπου κάτω δεξιά και καθέτως τα εξής δι’ άλλης χειρός:

«Παϊπά ρούσιο χαιρετόσε και καθός με προστάζουν οι γέροντες σπεύδο με τον λόογοντος σε γράφω όντη να κάμις τον κόπον να πας νάβρης τον διδάσκαλον να κάμι ένα αγουστουχάλι παρόμιο και να το στείλουν του χανιότι βαλίσι, ακόμαλοένα οσάν αυτό του καστρουβαλίσι έτζι καθός μας γράφουν και τα πουγιουθιά τος ότι θέλου λάβουν τιν απόκρισίν μας και ότης λογίς τόβρισκεν μονοτίπι δια να γένουν διό τέθια παρόμια και να τα περικλίσετε εις το γράμα του Στουρούνογλου(1) και να του γράψομε παρακαλεστικώς δια να τα δόσι τον βεζιράδο.

ταύτα Χ’αναγνώστις παναγιώτου* σε γράφο».

Επί της τρίτης σελίδος το κείμενον της εκ Σπετσών επιστολής. Επί δε της τελευταίας: «το υψιλόν και προσκηνητόν μπουγιουρτί», κάτω δε αριστερά επί του τετάρτου του εις τέσσαρα διπλωμένου χειρογράφου τα εξής δια τρίτης χειρός: «αναγκαία αμφότερα τα περιεχόμενα. Τη 26 Μαρτίου 1821. Επιστολή Σφακιανών προς βεζύρην Χανίων δι’ ης ομολογούν υποταγήν των εις αυτόν κλπ (αρκετά περίεργος). Δια του τρόπου τούτου ηπάτουν συχνότατα τους Μουσουλμάνους εχθρούς των έως ότου ενεδυναμόνοντο και κατεφέροντο τρομερώς, θηριωδώς σπαράττοντες αυτούς εις τας μεταξύ των μάχας.**

Διατήρησις χειρογράφου όχι καλή.

(1)Τουρκοκρής εκ Σελίνου, απαγχονισθείς αργότερον υπό των Τούρκων.</i>

====-====

Λεξιλόγιο (για τα γράμματα στις αγκύλες, βλ. πηγές στο τέλος)

* πουγιου(ρ)τί και πουγιουρτού = μπουγιουρντί. Έγγραφη διαταγή αξιωματούχου· από τουρκ. buyuruldu. [Z]

* ταετλής = ιταετλής (και ιταατλής): αυτός που κάνει ιταέτι (ή ιταάτι), δηλ. που δηλώνει υποταγή και πειθαρχεί· από τουρκ. itaatli < itaat.

{η ερμηνεία –με υπόδειξη του Νικοκύρη- από άρθρο του ιστολογίου.}

* χϊανέτης (και χιγιανέτης): δόλιος, δύστροπος, ανυπάκουος· 2. ατημέλητος· 3. τεμπέλης· από τουρκ. hiyanet [O]

 * ασής : αντάρτης, επαναστάτης· από τουρκ. asi [O]

 * μεριχαμέτι = μερχαμέτι (και μεραχμέτι, μερεχμέτι). Ευσπλαχνία, οίκτος, φιλανθρωπία· από τουρκ. merhamet. [Z]

* σαντζάκι: Δευτεροβάθμια διοικητική διαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υποδιαίρεση του εγιαλετιού· από τουρκ. sancak [Ζ]

 * κα(μ)παετλής: φταίχτης, ένοχος, υπεύθυνος· από τουρκ. kabahatli [O].

* χάσικος : 1. καθαρός, λευκός· 2. χαρακτηρισμός για ανθρώπους, ιδίως γυναίκες, με λευκό και αφράτο δέρμα· 3. εκλεκτός· από τουρκ. has [O].

{- εδώ, χάσικα χωριά, εννοούνται τα μη επαναστατούντα πεδινά χωριά της περιοχής (Εμμ. Βαρβίδης). Αλλά ίσως να ήταν και τα μη βακουφικά, «μη ησφαλισμένα εν τω εφκαφίω» (Βασ. Ψιλάκης).}

* ρεστάρω = αρεστάρω: συλλαμβάνω, κρατώ, φυλακίζω· από ιταλ. arrestare [Π]

* ταμπίχι = τεμπίχι: Διαταγή, έντονη σύσταση, προειδοποίηση ή απαγόρευση· αλλά και παραγγελία, ειδοποίηση· και νουθεσία· από τουρκ. tembih, tenbih. [Z]

* ίρτζι : Η τιμή, η αξιοπρέπεια, η υπόληψη. Δάνειο από το τουρκ. irz. [Z]

* τοαζλήδες: Άλλη εκφορά για τους ‘ντοαζλήδες’ = ευχέτες, Από το τουρκ. dua και διαλεκτ. doa, δέηση, παράκληση, προσευχή. [Ο]

* αγουστουχάλι = αρτζουχάλι (και αρζουχάλι, αρζιχάλι, χαρτζουχάλι και άλλες παραλλαγές είναι γραπτή αναφορά, έκκληση προς ανώτερο· από τουρκ. arzuhal. [Z]

* βαλίσι = βαλής. Διοικητικός τίτλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, διοικητής βιλαετιού ή εγιαλετιού… Συνήθως ήταν πασάδες τριών ιππουρίδων, άρα έφεραν τον τίτλο του βεζίρη. Από το τουρκ. vali που ανάγεται στο αραβικό wally. [Z]

* μονοτίπι. Μάλλον πρόκειται για λάθος γραφή (ή μεταγραφή) της λ.  ‘μονασίπι’. Η σύνταξη με το ρήμα βρίσκω ήταν συνηθισμένη :  «…όπου το ευρήτε μονασίπι…», «…και αν βρεθή μονασίπι…»}.

μονασίπι (και μουνασίπι, μινασίπι): Κατάλληλο, εύλογο, ο κατάλληλος τρόπος· από τουρκ. münasip. [Z]

* Χ’Αναγνώστης Παναγιώτου: Σφακιανός οπλαρχηγός/πλοίαρχος. Εκλεγμένος στην Καγκελαρία των Σφακίων, υπεύθυνος των ναυτικών επιχειρήσεων. Ένας από τους πληρεξουσίους της Κρήτης στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους.

** Δια του τρόπου τούτου… μεταξύ των μάχας: Δεν είναι ξεκάθαρο αν η διατύπωση αυτή είναι εκτίμηση του Ζ. Πρακτικίδη ή του επιμελητή της έκδοσης. Μάλλον είναι του ίδιου του Ζ. Πρ., δεδομένου ότι στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ, που έγραψε ο ίδιος και εξιστορεί τα συμβάντα κατά το 1821,υπάρχει το παρακάτω απόσπασμα (αναφέρεται στην 14-6-1821):

 Πάντως, και άλλοι ιστορικοί αναφέρουν τέτοιες παραπλανητικές ενέργειες που χρησιμοποιούσαν, όχι μόνο οι Κρητικοί αλλά και οι Τούρκοι αντίστοιχα. Ιδιαίτερα οι Σφακιανοί, που είχαν πάντα στο μυαλό τους την τραγική γι’ αυτούς κατάληξη της επανάστασης του Δασκαλογιάννη στα 1770-71, μετέρχονταν κάθε μέσο και τρόπο ώστε να είναι, κατά το δυνατόν, εξασφαλισμένοι.

 

 

Πηγές για το λεξιλόγιο:

[Z]: Νικ. Σαραντάκος, ‘Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων’, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2020.

[O]: Βασ. Ορφανός, ‘Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα’, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2014.

[Π]: Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 11., Βουλή των Ελλήνων (διαδικτυακή έκδοση).

 

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κρήτη, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 166 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (22) – Αύτη η αποστασία δεν αρέσει του Θεού

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό δεύτερο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ (στις 2 Νοεμβρίου δεν είχαμε άρθρο της σειράς λόγω των γενεθλίων ενός φίλου του ιστολογίου).

Θα διαβάσουμε σήμερα μιαν επισκοπική εγκύκλιο, την εγκύκλιο που έστειλε στις αρχές Ιουλίου του 1822 ο Καλλίνικος, επίσκοπος Κυδωνίας, προς τους Χριστιανούς της μητρόπολής του, που είχαν εξεγερθεί, με την οποία τους καλεί να καταθέσουν τα όπλα και να προσκυνήσουν τον βεζίρη.

Βέβαια, ο Καλλίνικος δεν τα γράφει αυτά με ελεύθερη βούληση -όπως βρίσκω στις πηγές, από τον Ιούνιο του 1821 βρισκόταν φυλακισμένος. Μάλιστα, πέθανε στη φυλακή, από τις κακουχίες και τις στερήσεις, λίγες μόνο μέρες μετά την επιστολή αυτή.

Ο Καλλίνικος Σαρπάκης, με καταγωγή από τη Σαντορίνη, έχει αγιοκαταταχθεί. Πολλοί άλλοι ανώτεροι κληρικοί της Εκκλησίας της Κρήτης μαρτύρησαν στα πρώτα χρόνια του ξεσηκωμού.

Πήρα το κείμενο από τα Αρχεία της Παλιγγενεσίας (τόμος 15αβ, σελ. 116). Η επιστολή του Καλλίνικου έχει ενδιαφέρον και στο περιεχόμενο, αλλά και στη γλωσσική μορφή, καθώς είναι γραμμένη σε μικτή γλώσσα, κατά βάση δημοτική με καθαρευουσιάνικα ποικίλματα, και με αρκετά διαλεκτικά στοιχεία. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου. Στο τέλος εξηγώ μερικές λέξεις και στη συνέχεια θέτω μια άσχετη ερώτηση, επί της διαδικασίας, ας πούμε.

+ Όλους σας ευλογημένοι χριστιανοί, τόσον τους Αποκωρονιότας, όσον και τούς Χά­νια νααγεσλίδες, παπάδες και λαϊκούς, μικρούς και μεγάλους, ευχόμεθα πατρικώς από ψυχής και καρδίας και ευλογούμεν εν Αγίω Πνεύματι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Εκκλησία, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , | 160 Σχόλια »

Η διάλεξη του δόγη

Posted by sarant στο 8 Νοεμβρίου, 2021

Κάπως περίεργος είναι ο σημερινός μας τίτλος -ποια διάλεξη, και κυρίως ποιος δόγης.

Τη λέξη «δόγης» την έχουμε συσχετίσει με τη Δημοκρατία της Βενετίας, αν και το αξίωμα υπήρχε και σε άλλες ιταλικές πόλεις-κράτη του Μεσαίωνα, και κυρίως στη Δημοκρατία της Γένοβας. Αλλά η Δημοκρατία της Βενετίας έχει πάψει να υφίσταται από το 1797, το δε αξίωμα δεν ήταν κληρονομικό ώστε να συνεχίζεται η διαδοχή, όπως συμβαίνει με κάτι μονάρχες που συνεχίζουν να αυτοχαρακτηρίζονται πρίγκιπες και βασιλιάδες παρόλο που ο θρόνος τους έχει πάψει να υπάρχει. Οπότε, ποιος δόγης εμφανίστηκε να δώσει διάλεξη;

Ομολογώ ότι ο τίτλος μου είναι παραπλανητικός -ήθελα όμως να χρησιμοποιήσω αυτές τις δύο λέξεις, «διάλεξη» και «δόγης».

Γιατί αυτές τις δύο λέξεις; Διότι θέλω να σας μιλήσω σήμερα για τον νέο τόμο του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας, ακριβέστερα για το 1ο τεύχος του 7ου τόμου, που εκδόθηκε πριν από λίγο καιρό, και που ξεκινάει από το λήμμα «διάλεξη» και τελειώνει στο λήμμα «δόγης».

Για να μην μπερδευόμαστε, δεν εννοώ το Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, έκδοση επίσης της Ακαδημίας Αθηνών, που εκδόθηκε στα τέλη του 2014 και το είχαμε παρουσιάσει κι εδώ και συχνά πυκνά το αναφέρω και σε διάφορα άρθρα του ιστολογίου. Εννοώ το Ιστορικό Λεξικό, που ο πλήρης τίτλος του είναι «Ιστορικόν Λεξικόν της Νέας Ελληνικής» με υπότιτλο «της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων», ΙΛΝΕ συντομογραφικά.

Όπως μαρτυράει και η γλώσσα του τίτλου του, το ΙΛΝΕ ξεκίνησε ως εγχείρημα στη μακρινή δεκαετία του 1920, αμέσως με την ίδρυση της Ακαδημίας Αθηνών, με πρωτοβουλία του Γεωργίου Χατζιδάκι, οι δε πρώτοι τόμοι εκδόθηκαν στη δεκαετία του 1930. Ως το 1942 είχαν εκδοθεί τρεις τόμοι φτάνοντας μέχρι το λήμμα «βλέπω». Το1953 εκδόθηκε το πρώτο τεύχος του 4ου τόμου, βλεφαρίδα-γάργαρος, και ύστερα για δεκαετίες τίποτα, σε σημείο που να γίνει παροιμιώδες «το λεξικό της Ακαδημίας που άρχισε εδώ και πενήντα χρόνια και σταμάτησε στο Γάμμα»

Το 1980 όμως εκδόθηκε το δεύτερο τεύχος του 4ου τόμου, φτάνοντας ως το λ. γεροδέματος και στην ίδια δεκαετία εκδόθηκε, επίσης σε δύο τεύχη, το 1984 και το 1989, ο 5ος τόμος, φτάνοντας στο λημμα «δαχτυλωτός». Και ύστερα όλα σταμάτησαν ξανά, οπότε το παροιμιώδες λεγόμενο αναπροσαρμόστηκε στο «το λεξικό της Ακαδημίας που άρχισε εδώ και ογδόντα χρόνια και σταμάτησε στο Δέλτα».

Από το 1989 κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι:  έγινε η αναπροσαρμογή των στόχων του Κέντρου Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων, κατά καιρούς ανακοινωνόταν η οριστική διακοπή της έκδοσης του λεξικού, εκδόθηκαν έγκυρα και εκτενή λεξικά της νέας ελληνικής, μεταξύ άλλων και από την Ακαδημία το 2014, αλλά το 2017 εκδόθηκε επιτέλους ο έκτος τόμος: δε -διάλεκτος27 χρόνια μετά τον προηγούμενο. Τον τόμο αυτόν τον είχαμε παρουσιάσει και στο ιστολόγιο.

Και σήμερα, (μόλις) τέσσερα χρόνια μετά, εκδίδεται άλλος ένας τόμος (ή έστω ημίτομος), ενώ μαθαίνω ότι έχει προχωρήσει πολύ και ο επόμενος ημίτομος, με τον οποίο θα ολοκληρωθεί ο 7ος τομος και θα φτάνει εως το τέλος του γράμματος Δ.

Ο νέος ημίτομος έχει 538 σελίδες. Από αυτές οι 106 (με ελληνική αρίθμηση) είναι η, αναγκαστικά εκτενής, εισαγωγή (με απαρίθμηση όλων των πηγών που χρησιμοποιήθηκαν) και οι 432 είναι το «ψαχνό», τα λήμματα του λεξικού, από τη διάλεξη έως τον δόγη, συνολικά 2411 λήμματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 202 Σχόλια »

Γήσμπα (αφήγημα του Νώντα Τσίγκα)

Posted by sarant στο 7 Νοεμβρίου, 2021

Στο κυριακάτικο λογοτεχνικό μας άρθρο θα αναδημοσιεύσω ένα σύντομο αφήγημα του Νώντα Τσίγκα, που το πήρα από το 2ο τεύχος του περιοδικού Αντίθετα ρεύματα. Θυμίζω ότι από το πρώτο τεύχος του ίδιου περιοδικού είχα παρουσιάσει εδώ, πριν από 3-4 μήνες, ένα πεζογράφημα του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου.

Το περιοδικό εκδίδεται στη Χαλκίδα, αλλά ο συγγραφέας ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου ασκεί την ιατρική και έχει αξιόλογη λογοτεχνική παρουσία. Καιρό ήθελα να βάλω κάτι δικό του.

Διάλεξα τη Γήσμπα επειδή έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Θα το υποψιαστήκατε ίσως ότι η Γήσμπα του Τσίγκα έχει κάποια σχέση με τη ρωσική ίσμπα, την καλύβα των χωρικών.

Την ίσμπα την ξέρουμε κυρίως από τα ρωσικά μυθιστορήματα, αλλά η λέξη έχει περάσει και σε βορειοελλαδίτικα ιδιώματα, όπου σημαίνει υπόγειο, υπόγεια κρύπτη, αλλά και ειδικότερα, στους καπνοπαραγωγικούς τόπους, το υπόγειο όπου κρεμούσαν τον καπνό για να μαλακώσει. Την είχαμε αναφέρει άλλωστε σε ένα κείμενο του Πίτερ Μάκριτζ που είχε φιλοξενήσει πριν από εφτά χρόνια το ιστολόγιο, όπου ένα τυπογραφικό λάθος στον Μοσκώβ Σελήμ του Βιζυηνού είχε δώσει τον ανύπαρκτο τύπο «ιόμπα».

Στα σχόλια εκείνου του παλιού άρθρου, ο φίλος μας ο Σπιριντιόνε είχε αναφέρει και τον τύπο «γίσμπα», που καταγράφεται στην Κοζάνη και στη Χαλκιδική, πάντοτε με τη σημασία «υπόγειο, χαμοκέλα». Είναι εύκολο να αναπτυχθεί το αρχικό γ-, για να αποφευχθεί η χασμωδία της εκφοράς «η ίσμπα».

Ο Τσίγκας επίσης χρησιμοποιεί τον τύπο «γίσμπα», με γιώτα, στο άρθρο του -το ήτα του τίτλου, γήσμπα, εξηγείται στο τέλος του σύντομου αφηγήματός του. Αλλά βέβαια, το ότι είναι σύντομο (κάτω από 500 λέξεις, μπονζάι που θα το έλεγε ο Γιάννης Πατίλης) δεν το κάνει λιγότερο αξιοδιάβαστο. 

Καθώς ο Τσίγκας πέρασε παιδικά χρόνια στο Βογατσικό της Καστοριάς, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η γίσμπα/ γήσμπα λεγόταν και σε εκείνα τα μέρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ετυμολογικά, Θεσσαλονίκη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 212 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (21) – Πώς είναι οι τουρκολάτρες (ένα γράμμα του Καραϊσκάκη)

Posted by sarant στο 19 Οκτωβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό πρώτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Σήμερα θα δούμε ένα γράμμα του Καραϊσκάκη, γραμμένο σε μια περίπλοκη και όχι πολύ γνωστή περίοδο της ζωής του και της Επανάστασης του Εικοσιένα, τον Μάιο του 1824. Ο Καραϊσκάκης έχει περάσει από δίκη στο Μεσολόγγι, έχει στερηθεί τα αξιώματά του, ανεβαίνει με το προσωπικό του ασκέρι προς τα Άγραφα, που τα θεωρεί δικαιωματικό του αρματολίκι ενώ με εντολή της Διοίκησης τον κυνηγούν Στορνάρης και Ράγκος, οι οποίοι συνεννοούνται με τον τουρκαλβανό Σούλτζα Κόρτζια. Από εκείνη τη μπερδεμένη περίοδο υπάρχει άφθονο (και αθυρόστομο) γραπτό υλικό στο 11ο κεφάλαιο του Κασομούλη, που όμως είναι αρκετά γνωστό και δημοσιευμένο στο διαδίκτυο, αν και τώρα που το σκέφτομαι θα άξιζε μια αναδημοσίευση.

Στις 15 Μαΐου 1824 ο Καραϊσκάκης έχει φτάσει στη μονη Βράχας στην Ευρυτανία και απο εκεί στέλνει γράμμα προς τους καπεταναίους που τον καταδιώκουν, αντίγραφο του οποίου υπάρχει στον 4ο τόμο του αρχείου Μαυροκορδάτου, σ. 397-8. Απόσπασμα από το γράμμα αυτό έβαλα στο βιβλίο μου «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων» και τις προάλλες ο φίλος Αντώνης Παπαβασιλείου από τα Γρεβενά μου ζήτησε ολόκληρο το κείμενο, επειδή έχει αναφορά στα Γρεβενά, οπότε σκέφτηκα να γράψω το σημερινό άρθρο. Δεν αλλάζω ορθογραφία, πλην μονοτονικού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 68 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (19) – Ένα απειλητικό γράμμα

Posted by sarant στο 21 Σεπτεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο ένατο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Θα δούμε σήμερα ένα απειλητικό (και υβριστικό) γράμμα, που το στέλνει ένας από τους δευτεραγωνιστές της Επανάστασης, ο στρατηγός Γιαννάκης Ράγκος, στον τουρκαλβανό Νούρκα Σέβρανη, φρούραρχο της Άρτας, τον Αύγουστο του 1824.

Ο Ράγκος (1790-1870), αρματολός και γιος αρματολού, ήταν από τους εξέχοντες οπλαρχηγούς της Ρούμελης. Επειδή διεκδικούσε από τον Καραϊσκάκη το αρματολίκι των Αγράφων, προσχώρησε στον κύκλο του Μαυροκορδάτου και μάλιστα συμμετείχε στην καταδίωξη του Καραϊσκάκη τον καιρό που ο τελευταίος είχε πέσει σε δυσμένεια και εθεωρείτο (βάσιμα ή αβάσιμα) «τουρκολάτρης».

Το γράμμα που θα δούμε σήμερα είναι απάντηση σε προηγούμενο γράμμα του Νούρκα Σέβρανη, που δεν ξέρω αν έχει διασωθεί (δεν έχω πρόχειρο, δυστυχώς, το Αρχείο του Γιαννάκη Ράγκου, που έχει εκδοθεί) αλλά που υποθέτω ότι θα ζητούσε από τον Ράγκο να προσκυνήσει, ίσως σε ύφος αλαζονικό. Πάντως ο Ράγκος εξοργίστηκε από το ύφος του Σέβρανη και του απαντάει ανάλογα. Οι δυο άντρες πρέπει να γνωρίζονταν από παλιότερα, πριν από την επανάσταση.

Το γράμμα του Ράγκου βρίσκεται στο Αρχείο Μαυροκορδάτου, στον 4ο τόμο. Ο Ράγκος, που είχε πυκνή αλληλογραφία με τον Μαυροκορδάτο, σε επιστολή του σταλμένη την ίδια μέρα τον ενημερώνει για την επιστολή του Σέβρανη: «Λάβε και το γράμμα του Κερατονούρκα, οπού μου έστειλε, θεώρησε και την κόπιαν του γράμματος οπού του αποκρίθηκα».

Ο Ράγκος λοιπόν γράφει τα εξής:

Από τον γενναιότατον και ελεύθερον στρατηγόν Γιαννάκην Ράγκον εις λόγου σου Νούρκα Σέβρανη.

Έλαβα το βρώμιον γράμμα σου και είδα τες ξηρές φαντασίες σου και βρωμερά σου λόγια, όμως εσύ φυσικά μουρδάρης με μουρδαρόπιστη αναθρεμμένος, τέτοια μουρδάρικα λόγια εβγάνεις από το στόμα σου, τα οποία πρέπει να τα ακολουθείς και να τα κρατείς διά λογαριασμόν σου και διά εκείνους οπού σε ακολουθούν, και όχι να τα γράφεις εις το ελεύθερον μέρος και εις εκείνους οπού δεν έχεις χάζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , , | 127 Σχόλια »

Λοζετσινές λέξεις (μια συνεργασία του Λοζετσινού)

Posted by sarant στο 10 Σεπτεμβρίου, 2021

Λοζετσινές είναι οι λέξεις από το Λοζέτσι και το Λοζέτσι ήταν η παλιά ονομασία του χωριού Ελληνικό, του νομού Ιωαννίνων (ανήκει στον καλλικρατικό δήμο Βορείων Τζουμέρκων). Το χωριό έχει, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, 443 κατοίκους και ανήκει στα Κατσανοχώρια. Η ονομασία Λοζέτσι είναι σλάβικο δάνειο (λόζα, αμπέλι ή κληματσίδα).

Το χωριό αξίζει να το επισκεφτεί κανείς επειδή στεγάζει το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεόδωρος Παπαγιάννης, με πάρα πολλά έργα του γλύπτη και καθηγητή της ΑΣΚΤ Θ. Παπαγιάννη που είναι Λοζετσινός -ενώ πολλά έργα του βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα σημεία του χωριού. Λίγο έξω από το χωριό βρίσκεται και το μοναστήρι της Παναγίας, αξιόλογο βυζαντινό μνημείο με θέα στον Άραχθο.

Είχα πάει πρόπερσι το Πάσχα -η φωτογραφία είναι από τον κήπο του Μουσείου.

Ο φίλος μας ο Λοζετσινός μού έστειλε τις προάλλες μια συνεργασία με 32 λέξεις, που εντάσσεται στη σειρά άρθρων με λέξεις από διάφορες περιοχές της χώρας, που τέτοιες έχουμε δημοσιεύσει αρκετές στο ιστολόγιο. Με την ευκαιρία, ανανεώνω την πρόσκληση προς όποιον φίλο θέλει και μπορεί, να μας γράψει ένα άρθρο με λέξεις της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Λίγα δικά μου σχόλια, [μέσα σε αγκύλες]

32 λοζετσινές λέξεις

  1. αποχάκ(ι) –Έρχομαι σε κάποιον αποχάκι, το λέμε όταν κάποιος μού έκανε κακό αλλά τώρα που αυτός έπαθε μεγαλύτερο κακό κι εγώ χαίρομαι, η χαιρεκακία. [Αναρωτιέμαι αν έχει να κάνει με το τουρκικό και ηπειρώτικο χάκι, παίρνω χάκι = εκδικούμαι]
  2. γρουμπανιά η: ρίχνω γρουμπανιά, σφίγγω το χέρι μου σαν γροθιά αλλά τον αντίχειρα τον βάζω πάνω από τον δείκτη ίσια και χτυπώ με το μέρος της παλάμης και των 4 σφιγμένων δακτύλων γιατί δεν θέλω να κάνω ζημιά σ΄αυτόν που χτυπώ στην πλάτη ή στη μέση.
  3. ζγκαϊδός –ή -ό . Ο αλλήθωρος [Σε άλλα μέρη είναι «γκαϊδός», λέξη για την οποία έχουμε άρθρο]
  4. ζντόκος ο. Αφροξυλιά, λιλιτσιά. Η φλούδα του ζντόκου βρασμένη με λάδι θεραπεύει τα εγκαύματα.
  5. ζντρόχ(ι) το. Μας έβαλαν στο ζντρόχ, μέρος απ΄το οποίο δεν μπορείς να ξεφύγεις.
  6. κανταρέλα η: τον ψήφσαν μονοκούκ και κανταρέλα. Τον ψήφισαν μονοσταυρία ο ένας πίσω από τον άλλον. Δέσε τα μπλάρια κανταρέλα με την τριχιά [τα μουλάρια, το ένα πίσω από το άλλο]. Πριν λίγα χρόνια άκουσα στα Γιάννινα γνωστό να λέει πως κέρδισε στο ΚΙΝΟ γιατί βγήκαν κανταρέλα τα νούμερα που έπαιξε!
  7. καταφλετσί το. Η κορυφή: κόλλσε στο καταφλετσί να μαζέψ όλα τα κεράσια. Πάντα λέγαμε κολλάω στο δέντρο, όχι ανεβαίνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 168 Σχόλια »