Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Όχι στα λεξικά’ Category

Κείμενα του Εικοσιένα (19) – Ένα απειλητικό γράμμα

Posted by sarant στο 21 Σεπτεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο ένατο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Θα δούμε σήμερα ένα απειλητικό (και υβριστικό) γράμμα, που το στέλνει ένας από τους δευτεραγωνιστές της Επανάστασης, ο στρατηγός Γιαννάκης Ράγκος, στον τουρκαλβανό Νούρκα Σέβρανη, φρούραρχο της Άρτας, τον Αύγουστο του 1824.

Ο Ράγκος (1790-1870), αρματολός και γιος αρματολού, ήταν από τους εξέχοντες οπλαρχηγούς της Ρούμελης. Επειδή διεκδικούσε από τον Καραϊσκάκη το αρματολίκι των Αγράφων, προσχώρησε στον κύκλο του Μαυροκορδάτου και μάλιστα συμμετείχε στην καταδίωξη του Καραϊσκάκη τον καιρό που ο τελευταίος είχε πέσει σε δυσμένεια και εθεωρείτο (βάσιμα ή αβάσιμα) «τουρκολάτρης».

Το γράμμα που θα δούμε σήμερα είναι απάντηση σε προηγούμενο γράμμα του Νούρκα Σέβρανη, που δεν ξέρω αν έχει διασωθεί (δεν έχω πρόχειρο, δυστυχώς, το Αρχείο του Γιαννάκη Ράγκου, που έχει εκδοθεί) αλλά που υποθέτω ότι θα ζητούσε από τον Ράγκο να προσκυνήσει, ίσως σε ύφος αλαζονικό. Πάντως ο Ράγκος εξοργίστηκε από το ύφος του Σέβρανη και του απαντάει ανάλογα. Οι δυο άντρες πρέπει να γνωρίζονταν από παλιότερα, πριν από την επανάσταση.

Το γράμμα του Ράγκου βρίσκεται στο Αρχείο Μαυροκορδάτου, στον 4ο τόμο. Ο Ράγκος, που είχε πυκνή αλληλογραφία με τον Μαυροκορδάτο, σε επιστολή του σταλμένη την ίδια μέρα τον ενημερώνει για την επιστολή του Σέβρανη: «Λάβε και το γράμμα του Κερατονούρκα, οπού μου έστειλε, θεώρησε και την κόπιαν του γράμματος οπού του αποκρίθηκα».

Ο Ράγκος λοιπόν γράφει τα εξής:

Από τον γενναιότατον και ελεύθερον στρατηγόν Γιαννάκην Ράγκον εις λόγου σου Νούρκα Σέβρανη.

Έλαβα το βρώμιον γράμμα σου και είδα τες ξηρές φαντασίες σου και βρωμερά σου λόγια, όμως εσύ φυσικά μουρδάρης με μουρδαρόπιστη αναθρεμμένος, τέτοια μουρδάρικα λόγια εβγάνεις από το στόμα σου, τα οποία πρέπει να τα ακολουθείς και να τα κρατείς διά λογαριασμόν σου και διά εκείνους οπού σε ακολουθούν, και όχι να τα γράφεις εις το ελεύθερον μέρος και εις εκείνους οπού δεν έχεις χάζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , , | 127 Σχόλια »

Λοζετσινές λέξεις (μια συνεργασία του Λοζετσινού)

Posted by sarant στο 10 Σεπτεμβρίου, 2021

Λοζετσινές είναι οι λέξεις από το Λοζέτσι και το Λοζέτσι ήταν η παλιά ονομασία του χωριού Ελληνικό, του νομού Ιωαννίνων (ανήκει στον καλλικρατικό δήμο Βορείων Τζουμέρκων). Το χωριό έχει, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, 443 κατοίκους και ανήκει στα Κατσανοχώρια. Η ονομασία Λοζέτσι είναι σλάβικο δάνειο (λόζα, αμπέλι ή κληματσίδα).

Το χωριό αξίζει να το επισκεφτεί κανείς επειδή στεγάζει το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεόδωρος Παπαγιάννης, με πάρα πολλά έργα του γλύπτη και καθηγητή της ΑΣΚΤ Θ. Παπαγιάννη που είναι Λοζετσινός -ενώ πολλά έργα του βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα σημεία του χωριού. Λίγο έξω από το χωριό βρίσκεται και το μοναστήρι της Παναγίας, αξιόλογο βυζαντινό μνημείο με θέα στον Άραχθο.

Είχα πάει πρόπερσι το Πάσχα -η φωτογραφία είναι από τον κήπο του Μουσείου.

Ο φίλος μας ο Λοζετσινός μού έστειλε τις προάλλες μια συνεργασία με 32 λέξεις, που εντάσσεται στη σειρά άρθρων με λέξεις από διάφορες περιοχές της χώρας, που τέτοιες έχουμε δημοσιεύσει αρκετές στο ιστολόγιο. Με την ευκαιρία, ανανεώνω την πρόσκληση προς όποιον φίλο θέλει και μπορεί, να μας γράψει ένα άρθρο με λέξεις της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Λίγα δικά μου σχόλια, [μέσα σε αγκύλες]

32 λοζετσινές λέξεις

  1. αποχάκ(ι) –Έρχομαι σε κάποιον αποχάκι, το λέμε όταν κάποιος μού έκανε κακό αλλά τώρα που αυτός έπαθε μεγαλύτερο κακό κι εγώ χαίρομαι, η χαιρεκακία. [Αναρωτιέμαι αν έχει να κάνει με το τουρκικό και ηπειρώτικο χάκι, παίρνω χάκι = εκδικούμαι]
  2. γρουμπανιά η: ρίχνω γρουμπανιά, σφίγγω το χέρι μου σαν γροθιά αλλά τον αντίχειρα τον βάζω πάνω από τον δείκτη ίσια και χτυπώ με το μέρος της παλάμης και των 4 σφιγμένων δακτύλων γιατί δεν θέλω να κάνω ζημιά σ΄αυτόν που χτυπώ στην πλάτη ή στη μέση.
  3. ζγκαϊδός –ή -ό . Ο αλλήθωρος [Σε άλλα μέρη είναι «γκαϊδός», λέξη για την οποία έχουμε άρθρο]
  4. ζντόκος ο. Αφροξυλιά, λιλιτσιά. Η φλούδα του ζντόκου βρασμένη με λάδι θεραπεύει τα εγκαύματα.
  5. ζντρόχ(ι) το. Μας έβαλαν στο ζντρόχ, μέρος απ΄το οποίο δεν μπορείς να ξεφύγεις.
  6. κανταρέλα η: τον ψήφσαν μονοκούκ και κανταρέλα. Τον ψήφισαν μονοσταυρία ο ένας πίσω από τον άλλον. Δέσε τα μπλάρια κανταρέλα με την τριχιά [τα μουλάρια, το ένα πίσω από το άλλο]. Πριν λίγα χρόνια άκουσα στα Γιάννινα γνωστό να λέει πως κέρδισε στο ΚΙΝΟ γιατί βγήκαν κανταρέλα τα νούμερα που έπαιξε!
  7. καταφλετσί το. Η κορυφή: κόλλσε στο καταφλετσί να μαζέψ όλα τα κεράσια. Πάντα λέγαμε κολλάω στο δέντρο, όχι ανεβαίνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 167 Σχόλια »

Πολύ πίζουλο, καθόλου μαϊτζέβελο ξανά

Posted by sarant στο 2 Σεπτεμβρίου, 2021

Το σημερινό άρθρο είναι βελτιωμένη επανάληψη ενός παλιότερου, πολύ παλιότερου άρθρου μας, αφού εκείνη η πρώτη μορφή είχε δημοσιευτεί στο ιστολόγιο πριν από 11 χρόνια και 11 μήνες (και κάτι μέρες). Το θυμήθηκα τις προάλλες, που είχαμε κάνει λόγο για το μανίκι, τη μάνικα και άλλες λέξεις που προέρχονται από το λατινικό manus (που θα πει χέρι), μια και η μία από τις δύο αυτές λέξεις έχει την ίδια προέλευση. Όμως έχω ξαναδουλέψει το παλιό άρθρο του 2009, ενσωματώνοντας πολλά από τα σχόλια που είχαν γίνει τότε, ενώ παίρνω υπόψη και όσα είχα γράψει για τις δυο λέξεις του τίτλου στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται.

Αφορμή για το άρθρο, εννοώ στην πρώτη μορφή του, στάθηκε ένας διάλογος που είχε ο φίλος μου ο Θέμος με συνάδελφό του:

Έxω μία μνήμη USB κρεμασμένη στα κλειδιά μου που ανοίγει σα σουγιάς.Ένας συνάδελφος το είδε και με ρώτησε:

— Πως ανοίγει τούτο δω;
— Δύσκολα, του λέω. Είναι πολύ πίζουλο
Δηλαδή; ρωτάει,
— Να ρε παιδί μου, δεν είναι καθόλου μαϊτζέβελο

Τις δύο αυτές λέξεις τις έλεγε ο πατέρας μου. Πρέπει να είναι τεχνικοί όροι, «της μαστοράντζας».

Και με ρώτησε ο φίλος μου από πού βγαίνουν οι λέξεις αυτές και ποια είναι η ακριβής σημασία τους.

Τη δεύτερη την ήξερα από τότε, την έλεγε ο παππούς μου, αν και χρησιμοποιούσε έναν άλλο τύπο, «μαντζόβολο». Μαντζόβολο λοιπόν ή μαϊτζέβελο ή μανιτζέβελο ή σμαϊτζέβελο (και άλλες παραλλαγές) είναι το βολικό, εύχρηστο πράγμα, ιδίως το εργαλείο που είναι εύκολο στον χειρισμό του.

Η λέξη ετυμολογείται από το ιταλικό maneggievole, που θα πει το ίδιο, από το ρ. maneggiare που σημαίνει «κουμαντάρω, χειρίζομαι», ομόρριζο με το αγγλικό manage, με απώτερη αρχή το λατινικό manus (χέρι). Υποθέτω ότι στον σχηματισμό του τύπου «μαντζόβολος» υπάρχει επιρροή από λέξεις όπως βολικός ή καλόβολος.

Προκειμένου για ανθρώπους, ο μανιτζέβελος είναι ο συνεννοήσιμος άνθρωπος, αλλά η αρχική σημασία πρέπει να είναι από τα εργαλεία. Υποθέτω ότι τα επίθετα Ματζάβελος, Ματζέβελος, Μαντζεβελάκης (για όποιους θυμούνται τον θρυλικό παράγοντα του Παναθηναϊκού) θα προέρχονται από αυτή τη λέξη.

Η λέξη είναι πανελλήνια και αρκετά διαδεδομένη, πολύ περισσότερο από άλλες, οπότε κακώς δεν περιλαμβάνεται σε κανένα γενικό λεξικό μας, ούτε καν στον Δημητράκο· δυστυχώς, οι λεξικογράφοι μας δεν αγαπούν να μουτζουρώνουν τα χέρια τους κι έτσι οι λέξεις της μαστοράντζας υποαντιπροσωπεύονται. Στο Λεξικό της πιάτσας του Καπετανάκη βρίσκω: «Μαϊτζέβελος: ο κόμοδος, ο βολικών διαστάσεων, ο ευκόλως τακτοποιούμενος, βολευόμενος».

Ωστόσο, δεν πρόκειται για μάγκικη λέξη. Χρησιμοποιείται ιδίως για εργαλεία, σκάφη, και στην εποχή μας για κινητά τηλέφωνα και διάφορα γκατζετάκια. Στην Κεφαλονιά, όπως είχα βρει, υπάρχει και κατάστημα ειδών μοντελισμού με τίτλο Μαϊτζέβελο, ωστόσο η λέξη είναι, το ξαναλέω, πανελλήνια.

Και είναι και ζωντανή στη χρήση, όπως μας πείθει μια περιήγηση στα σώματα κειμένων -ας πούμε, στη Λεξιλογία είχε αποδελτιωθεί άρθρο της αείμνηστης Ρίκας Βαγιάννη, με το εξής απόσπασμα:

Αυξηθήκαμε, πληθύναμε και κατακυριεύσαμε τη Γή, όπως ακριβώς μας διέταξε η Βίβλος. Και τώρα; Τι θα φάμε; Τι αέρα θα ανασάνουμε; Πώς στο καλό θα συνεννοηθούμε; Θα τα καταφέρουμε ή θά φάμε ο ένας τον άλλον; Ή μήπως θα αναλάβει η φύση, να «κουρέψει» τα ανθρώπινα νούμερα, μειώνοντάς τα σε κάτι πιο μανιτζέβελο (μπρρρ…)
Από το Επτά δις, να τ’ αφήσω; της Ρίκας Βαγιάνη

Τη λέξη «πίζουλος» δεν την ήξερα -βέβαια, από τον αρχικό διάλογο εύκολα συμπεραίνουμε ότι θα είναι περίπου το αντίθετο του μαϊτζέβελου.

Πρόκειται όμως για λέξη πολυσήμαντη. Πράγματι, πίζουλος είναι ο δύσχρηστος, είναι όμως και ο επικίνδυνος (πίζουλο λάβωμα στη μετάφραση της Ιλιάδας από Καζαντζάκη-Κακριδή), αλλά και το λεπτεπίλεπτο αντικείμενο, που σπάει ή χαλάει εύκολα, που θέλει προσοχή στη μεταχείρισή του· για ανθρώπους, πίζουλος είναι ο ζόρικος ή ο ιδιότροπος.

Ένα ικαριώτικο παραδοσιακό δίστιχο λέει:
Στο σπίτι μου καθόμουνα φρόνιμα και με τάξη
κι ο έρωτας ο πίζουλος ήρθε να με πειράξει

Εδώ, η σημασία είναι «μπελαλίδικος». Βλέπουμε λοιπόν ότι ο πίζουλος καλύπτει ευρύτερο σημασιακό φάσμα από τον μαϊτζέβελο.

Και αυτή η λέξη έχει ευρεία διάδοση στις μέρες μας, αλλά περιέργως δεν υπάρχει σε κανένα μεγάλο γενικό λεξικό μας. Τη βρίσκω στα Άτακτα του Κοραή, ο οποίος δίνει και την ετυμολογία της, από το επίζηλος, δηλ. περιζήτητος. Εκ πρώτης όψεως, η σημασιολογική απόσταση ανάμεσα στο εκλεκτό και στο δύσχρηστο είναι μεγάλη, όχι όμως αγεφύρωτη: το εκλεκτό και περιζήτητο συχνά είναι και εύθραυστο, οπότε γίνεται δύσχρηστο – και από εκεί η σημασία συχνά φτάνει και στο ζόρικο, στο δυσεπίλυτο, τελικά στο μπελαλίδικο.

Στον Εξηνταβελόνη, όπως μετέφρασε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος τον μολιερικό Φιλάργυρο, διαβάζουμε ότι «ο γάμος είναι πράγμα πολλά ’πίζηλον και χρειάζεται προσοχή».

Αλλά και στην πιο πρόσφατη Μεγάλη χίμαιρα του Καραγάτση διαβάζουμε ότι «η στεριά είναι πιο πίζουλη απ’ τη θάλασσα».

Η λέξη χρησιμοποιείται ακόμα στην Αθήνα, στην Πελοπόννησο, στα νησιά, και ιδίως στην Κρήτη, όπου απαντά ο τύπος μπίζηλος με ηχηροποίηση του αρχικού π. Στο λεξικό του Πιτυκάκη βρίσκω τη φράση: «Μπίζηλα πράματα είναι τα φαρφουριά σερβίτσια, μόνο μην τα μεταπιάνεις και τα σπάσεις».

Περιμένω όμως και τα σχόλιά σας. Θα με ενδιέφερε να μάθω αν ξέρετε τις δυο λέξεις (και από ποιο μέρος της Ελλάδας) κι αν τις χρησιμοποιείτε, ώστε να δούμε και τη σημερινή διάδοση και χρήση του πίζουλου και του μαϊτζέβελου.

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 181 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (17) – Με το ίρτζι τους και ζωήν τους (παράδοση του Νιόκαστρου)

Posted by sarant στο 24 Αυγούστου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο έβδομο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Θα δούμε σήμερα ένα περιστατικό από τον πρώτο χρόνο της επανάστασης, την πολιορκία και την παράδοση, με συνθήκη, του Νιόκαστρου, δηλαδή της σημερινής Πύλου. Με το ξέσπασμα της επανάστασης, οι Τούρκοι της περιοχής κλείστηκαν στα κάστρα, Νιόκαστρο, Κορώνη και Μεθώνη. Ο αποκλεισμός του Νιόκαστρου ήταν πλήρης, από θάλασσα χάρη στους Σπετσιώτες και από ξηρά, κι έτσι οι πολιορκημένοι αναγκάστηκαν, τον Αύγουστο, να συνθηκολογήσουν.

Θα δημοσιεύσω σήμερα δυο έγγραφα σχετικά με αυτή τη συνθηκολόγηση, και την παράδοση του φρουρίου: αφενός, την αναφορά των ηγετών της πολιορκίας προς την Διοίκηση, και αφετέρου τη βεβαίωση των πλοιάρχων που ανέλαβαν να μεταφέρουν τους πολιορκημένους στην Τύνιδα.

Τα κείμενα αυτά βρίσκω πως έχουν και πραγματολογικό αλλά και λεξιλογικό ενδιαφέρον. Θυμίζω άλλωστε ότι στην επανάσταση τα περισσότερα κάστρα κυριεύτηκαν με συνθήκη και όχι «με το σπαθί».

Βέβαια, οι συνθήκες δεν τηρούνται πάντοτε. Και στο Νιόκαστρο, ενώ στις 7 Αυγούστου υπογράφτηκαν τα έγγραφα που θα δούμε, την επόμενη μέρα οι πολιορκημένοι επιχείρησαν έξοδο, με αποτέλεσμα πολλά θύματα και από τις δυο πλευρές, και ανάμεσά τους τον Κωνσταντίνο Πιερράκο Μαυρομιχάλη, οπότε ακολούθησε γενική σφαγή.

Κι έτσι, εικάζω ότι η μεταφορά των 734 πολιορκημένων στο Τούνεζι δεν θα έγινε -και δεν θα τηρήθηκαν οι λεπτομερείς προβλέψεις, ακόμα και για τη διατροφή τους κατά το ταξίδι.

Χωρίζω σε παραγράφους για να είναι πιο ευανάγνωστο. Εκσυγχρονίζω, καλώς ή κακώς, την ορθογραφία (δεφτέρι αντί δευτέρι, μπόμπες αντί μπόμπαις) και το τέλος βάζω και μερικά λεξιλογικά.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΝΕΟΚΑΣΤΡΟΥ

Φανερώνομεν οι κάτωθεν υπογεγραμμένοι αρχιστράτηγοι, οι καπεταναίοι ξηράς και θα­λάσσης, ότι από τας 25 Μαρτίου του παρόντος χρόνου, κατά την υψηλήν προσταγήν, ήλθομεν με τα στρατεύματά μας της ξηράς, καθώς και διά θαλάσσης με τα καράβια μας, και επολιορκήσαμεν τό κάστρον, λεγόμενον Νεόκαστρον, και αφού διάφορες φορές επολεμήσαμεν με τους εις το κάστρον πολιορκουμένους Τούρκους με κανόνια, μπόμπες και με ντουφέκια, τους εκαταστήσαμεν μουασερέ* σφικτά και τους εβαστήξαμεν έως την σήμερον, Αυγούστου 5, αποκλεισμένους ξηράς και θαλάσσης, χωρίς να ημπορέσουν ούτε να εμβούν ούτε να έβγουν.

Ετού­τον τον τρόπον τους εφέραμεν εις τέτοιον περεσέ*, όπου έφαγαν τ’ άλογά τους και κάθε άλλο είδος ζώων όπου ευρέθη μέσα, και με αυτόν τον τρόπον μάς επληροφόρησαν όχι μόνον οι καθη­μερινοί εξερχόμενοι Τούρκοι από το κάστρον, και επαραδίδοντο εκ της πείνης σχεδόν αποθαμένοι εις χείρας μας, αλλά και από τους εδικούς μας, ευρισκομένους μέσα, όλα αυτά επληροφορήθημεν.

Εκ τούτης της ανάγκης λοιπόν και κατά το ανθρώπινον χρέος σήμερις εσυμφωνήσαμεν με κατά μέρος αμοιβαία γράμματα, και μας επαράδωσαν το κάστρον και ημείς από το άλλο μέρος φιλανθρώπως τούς εσυμφωνήσαμεν ελεύθερον απέρασμα ξηράς και θαλάσσης με όλα τους τα πράγματα, εκτός των αρμάτων, να τούς υπάγωμεν όθεν ο καθείς ηθέλησεν. Διό εις ένδειξιν τούς δίδομεν το παρόν μας υπογεγραμμένον.

1821 Αυγούστου 7, Νεόκαστρον.

Μεθώνης Γρηγόριος,
Πρωτοπαπατσώρης,
Αναστάσιος Κατσαρός,
Αθανάσιος Γρηγοριάδης,
Νικόλαος Πονηρόπουλος,
Γιαννάκης Μέλιος,
Α. P. X. Γ. A. Ρ. Κ.
Καπετανάκης,
Νικόλας Μπόταση,
Αναστάσης Ανδρούτσου,
Αθανασούλης,
Γαλάνης Παναγιώτης,
Γ. Οικονομόπουλος,
Κωνσταντίνος Διαμαντής,
Τσάννες. Αναστάσης Περωτής,
Γιωργάκης Παναγιώταρος.

 

Και το έγγραφο των πλοιάρχων:

Την σήμερον φανερώνομεν ημείς οι κάτωθεν υπογεγραμμένοι τρεις καπιταναίοι, οι δύο Πετσώτες, ονομαζόμενοι ο καπετάν Νικόλας Μπότασης και καπετάν Αναστάσης Κολανρούτσος, και καπετάν Γεώργιος Δενδρολίβανος, Ζακύνθιος, με πανδιέρα ελληνική, εις τα οποία τρία καράβια εμπαρκάρονται οι Νεοκαστρίται Τούρκοι, κατά το δεφτέρι οπού βαστούν και τα δύο μέρη, καπεταναίοι και οι Τούρκοι, άνδρες και γυναίκες, οπού γίνονται ψυχές επτακόσιες τριάντα τέσσαρες μεγάλοι και μικροί, Ν. 734. Αυτοί οι άνθρωποι εμπαρκάρονται εις τα άνωθεν καράβια με όλον τους το πραγμα, ό,τι και αν περιποτάζουν*, κατά το δεφτέρι, και να έχουμε χρέος να τούς πηγαίνουμε εις την Αραπιά, εις Τούνεζι, εις το πόρτον Ακαλμπέντι με το ίρτζι* τους και ζωήν τους και βιος τους, και χωρίς ναύλον· και διά το φαΐ τους, παξιμάδι από οκά μίαν την κάθε ψυχήν, κρέας, λάδι και όλα ό,τι κάνουν χρείαν να ήμεθα εις χρέος να τους μαντινίρουμεν*, έως οπού να τούς εβγάλομεν εις την στερεά ως άνωθεν· και διά σιγουριτά* έγινε το παρόν και υπεγράφη από τους καπιταναίους.

 

1821 Αυγούστου 7, Νεόκαστρον.

Μεθώνης Γρηγόριος,
Πρωτοπαπατσώρης,
Αναστάσιος Κατσαρός,
Αθανάσιος Γρηγοριάδης,
Νικόλαος Πονηρόπουλος,
Καπετανάκης,
Γιαννάκης Μέλιος,
Καπεταν Γεωργάκης Τράκος,
ΑP. X. Γ. A. Ρ. Κ.
Νικόλας Μπόταση,
Αναστάσης Ανδρούτσος,
Κωνσταντίνος Διαμαντής,
Γαλάνης Παναγιώτης,
Γεώργιος Οικονομόπουλος,
Τσάννες. Αναστάσης Περωτής,
Γεωργάκης Παναγιώταρος.

Λεξιλογικά

* μουασερέ και μουχασερέ είναι η πολιορκία, από τουρκ. muhasara.

* εις τέτοιον περεσέ: από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι σημαίνει «σε τέτοια κατάσταση, σε τέτοια δεινή θέση», αλλά δεν έχω βρει σε ποια τουρκική λέξη αντιστοιχεί. Ελπίζω στη συλλογική σας σοφία.

* ό,τι και αν περιποτάζουν: υποθέτω πως σημαίνει «έχω μαζί μου, στην ιδιοκτησία μου», μια και θυμάμαι το «αποτάζω» που σημαίνει «αποκτώ».

* το ίρτζι τους: την τιμή τους. Για τη βαριά αυτή λέξη έχω γράψει στις Λέξεις που χάνονται, ενώ την έχουμε συναντήσει και στο άρθρο με τις λέξεις από τον Κασομούλη.

* να τους μαντινίρουμε: να τους συντηρήσουμε, από τα ιταλικά ή ενετικά.

* διά σιγουριτά: για ασφάλεια, επίσης από ιταλικά. Η λέξη συχνή σε κείμενα της εποχής.

Και κλείνω με δυο πραγματολογικά.

Αφενός, ο Ζακύνθιος καπετάνιος σημειώνει ότι έχει «πανδιέραν ελληνικήν», διότι τον καιρό εκείνο υπήρχε η Ιόνιος Πολιτεία, που ήταν βρετανικό προτεκτοράτο και είχε δική της σημαία.

Αφετέρου, τους Οθωμανούς επρόκειτο να τους μεταφέρουν στο «πόρτον Ακαλμπέντι». Ποιο λιμάνι είναι αυτό, δεν το ξέρω. Το αφήνω σαν συλλογική άσκηση.

 

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , , , | 90 Σχόλια »

Μεζεδάκια με τη μάνικα στο χέρι

Posted by sarant στο 14 Αυγούστου, 2021

Ο τίτλος του σημερινού πολυσυλλεκτικού μας άρθρου θα ήταν κάτι σαν «δεκατετραυγουστιάτικα μεζεδάκια» αλλά τελικά είπα να τιμήσω την έμπνευση του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Μιχ. Χρυσοχοΐδη και τη μνημειώδη του απάντηση στις επικρίσεις της αντιπολίτευσης για τον τρόπο που διαχειρίστηκε τις καταστροφικές πυρκαγιές (που θεωρούμε ότι πέρασαν και πάνε, παρόλο που συνεχίζεται η μάχη με τις αναζωπυρώσεις στη Γορτυνία και παρόλο που έχουμε ακόμα καλοκαίρι μπροστά μας).

Απάντησε λοιπόν ο κ. Χρυσοχοΐδης με την εξής επικολυρική δήλωση:

«Προς ενημέρωση του ΣΥΡΙΖΑ

Αρχαία Ολυμπία την κρίσιμη νύχτα με τη μάνικα στο χέρι.

Πάρνηθα από κάτω χαμηλά έως το Πυροφυλάκιο στο Κατσιμίδι, όλες αυτές τις μέρες και νύχτες. Και στο ενδιάμεσο στο Συντονιστικό Κέντρο της Πυροσβεστικής στο Χαλάνδρι.

Και πυροσβέστης και επιτελικός.

Συνεχώς παρών»

Πολλοί δεν πίστεψαν ότι πρόκειται για αυθεντική δήλωση του υπουργού, θεώρησαν ότι είναι τρολιά.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα κάνω μια γλωσσική παρατήρηση. Όπως πρόσεξαν και άλλοι, η μνημειώδης δήλωση του (οΘντκ) υπουργού κ. Χρυσοχοΐδη, με τη μάνικα στο χέρι, είναι γραμμένη χωρίς *κανένα* ρήμα, κάτι που ασφαλώς πρώτη φορά θα συμβαίνει σε υπουργικές δηλώσεις.

(Αμυδρότατα θυμάμαι κάποιο μικρό διήγημα χωρίς κανένα ρήμα, ως άσκηση ύφους, αλλά μη με ρωτάτε περισσότερα).

Χωρίς ρήμα λοιπόν. Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει κι άλλα: χωρίς αιδώ, και χωρίς μυαλό, χωρίς έρμα, χωρίς αίσθηση του γελοίου· αλλά εδώ μας ενδιαφέρουν τα γλωσσικά, οπότε χωρίς ρήμα.

* Φυσικά η φράση με τη μάνικα σατιρίστηκε δεόντως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με μιμίδια σαν κι αυτό που βλέπετε, με παρωδίες όπως «Η μάνικα η μάνικα δεν σταματά, δουλεύει νύχτα μέρα» ή με ωραίες ρίμες (με αμάνικα, ρουμάνικα κτλ.).

Έφτιαξα κι εγώ ένα επικό, που τελικά με τη συμβολή και άλλων διαμορφώθηκε ως εξής:

Μάνικαν άειδε θεά Χρυσοχοΐδεω Μιχαλήος βουλωμένην ή μύρι’ Ευβοεύσιν άλγε’ έθηκε

* Αλλά, όπως είπαμε, μακάρι να μπορούμε να κάνουμε πλάκα με τις πυρκαγιές -δηλαδή, να μην ξανάρθουν.

* Καθώς έγραφα χτες το σημερινό άρθρο, είχαμε και την είδηση του ανασχηματισμού. Να αλλάξω τον τίτλο; Ανασχηματισμένα μεζεδάκια έχω ήδη δημοσιεύσει, ύστερα από άλλον ανασχηματισμό. Φλερτάρισα με την ιδέα να βάλω «μινιανασχηματισμένα» και να προσφέρω έτσι μιαν ακόμα λέξη στην ΥΤΧ μας, αλλά τελικά προτίμησα να μην αλλάξω τον τίτλο -και όλη την εισαγωγή.

* Κι ένα γλωσσικό σε σχέση με τις πυρκαγιές. Γράφτηκαν πολλά άρθρα για την εποχική πυροσβέστρια Κατερίνα Ιωαννίδου, που ο φακός την αποτύπωσε να παλεύει με αυταπάρνηση με τις φλόγες.

Σε πολλά από αυτά τα άρθρα, όπως εδώ, χρησιμοποιείται, κακώς κατά τη γνώμη μου, ο επίκοινος τύπος:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ραμόνια | Με ετικέτα: , , , , , , | 264 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 16: Το σπίτι της Τουρκοπούλας

Posted by sarant στο 10 Αυγούστου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο έκτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Θα δούμε σήμερα μια σελίδα από τα «μικρά» του Αγώνα, όπως φτάνει σε μας μέσα από δυο αναφορές προς την «Υπερτάτη Διοίκησιν», που σώζονται στα Αρχεία της Παλιγγενεσίας (τόμος 11). Θέμα τους, η διεκδίκηση ενός σπιτιού. Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, το σπίτι ενός Τούρκου θεωρήθηκε, όπως και όλη η ακίνητη περιουσία Οθωμανών, «εθνικό κτήμα» και δόθηκε σε κάποια οικογένεια που είχε μείνει άστεγη. Όμως, η κόρη του παλιού ιδιοκτήτη, έχοντας στο μεταξύ βαφτιστεί χριστιανή, το διεκδικεί ενόψει μάλιστα του γάμου της -ή μάλλον, το διεκδικεί ο μέλλων γαμπρός, που είναι και άνθρωπος του Νικηταρά.

Κατά σύμπτωση, και οι δυο αναφορές έχουν την ίδια ημερομηνία, 5 Ιουλίου 1823. Πρώτη έχει καταχωρηθεί η αναφορά της ενοίκου του σπιτιού και δεύτερη η αναφορά του μέλλοντος συζύγου της «Τουρκοπούλας».

Κοίταξα λίγο στα αρχεία, αλλά δεν βρήκα τι απόγινε -ποιο από τα δύο μέρη δικαιώθηκε. Κρατάω την ορθογραφία. Στο τέλος σημειώνω κάποια λεξιλογικά. Βέβαια, τα κείμενα πρέπει να έχουν γραφτεί από κάποιον δημόσιο γραφιά ή γραμματικό.

 

* Αναφορά Γεώργενας Τουρνικιώτισσας διά το εθνικόν οσπίτιον οπού ζητούν να της το πάρουν.

Υπερτάτη Διοίκησις της Ελλάδος

Προστρέχω εγώ ή δυστυχισμένη εις την αγίαν Διοίκησιν να κάμη ίλεως εις εμένα την πτωχήν, όπου έχω τόσα αχαμνόμερη και μετά να μου εχάλασαν παντελώς ένα σπίτιον οπού είχα οι Τούρκοι, εμβαίνοντας εις το ρεσάλτο της Τριπολιτζάς. Επίασα ένα οσπιτάκι εθνικόν και το μερεμέτισα με τόσους κόπους και κάθομουν τώρα δύο χρόνους. Και μετά να βρίσκεται μία τουρκοπούλα του οσπιτίου. Τις απερασμένες βάνει κάτι ανθρώπους του καπετάν Νικήτα διά να με βγάλουν και μετά να έχω δυο μου παιδιά οπού τρέχουν με τον καπετάν Γενναίον εις τον πόλεμον. Επήγα εις τον γενναιότατον Κολοκοτρώνη και έκαμεν ντεσκερέ του καπετάν Νικήτα και τους αποδίωξε. Σήμερον βλέπω και έρχονται δύο στρατιώτες από του κυρ-Ανδρέα, επάρχου της Τριπολιτζάς, και μου λένε να με διώ­ξουν, λέγοντας πως βαπτίστη η τουρκοπούλα, ναν την παντρέψουν, ναν της δώσουν το σπίτι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα | Με ετικέτα: , | 120 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 15: Ένα γράμμα του Οδυσσέα Ανδρούτσου

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο πέμπτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Θα παρουσιάσω σήμερα μια επιστολη του Οδυσσέα Ανδρούτσου προς τον Βεζίρη Μεχμέτ Πασά, σταλμένη τον Νοέμβριο του 1822 από τη μονή της Ιερουσαλήμ κοντά στο Δαδί (Αμφίκλεια). Το ιστορικό πλαίσιο ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Πράγματι, ο Ανδρούτσος ήταν φρούραρχος της Αθήνας, αλλά όταν ο Κιοσέ Μεχμέτ κατέβηκε στην Ανατολική Στερεά συγκέντρωσε δυνάμεις για να τον αντιμετωπίσει. Στη μάχη του Δαδιού, την 1η Νοεμβρίου 1822, οι Έλληνες ηττήθηκαν. Σε συνέχεια αυτής της ήττας, ο Ανδρούτσος ειδοποίησε την κυβέρνηση και τον Δημ. Υψηλάντη ειδικότερα ότι θα προχωρούσε σε διαπραγματεύσεις (ψευτοκάπακα) με τους Τούρκους για να κερδίσει χρόνο. Η επιστολή που θα διαβάσουμε σήμερα μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει σε αυτή την προσπάθεια χρονοτριβής και παραπλάνησης, αλλά έχει και ενδιαφέρον, όχι μόνο γλωσσικό αλλά και στο περιεχόμενό της, αφού θέλει να δικαιολογήσει τον ξεσηκωμό των Ελλήνων σαν αποτέλεσμα των αυθαιρεσιών τοπικών οθωμανών αξιωματούχων οι οποίοι έκαναν κατάχρηση εξουσίας.

Το κείμενο δεν είναι άγνωστο, αλλά δεν υπάρχει ολόκληρο στο Διαδίκτυο, με εξαίρεση μια διατριβή (που την αναφέραμε και σε προηγούμενο άρθρο της σειράς αυτής, συνεργασία της φίλης μας Μαγδαληνής, με αφορμή άλλην επιστολή του Ανδρούτσου). Ωστόσο, στο κείμενο της διατριβής υπάρχουν κάμποσα λαθάκια. Επίσης, υπάρχουν πολλά σημεία όπου χρειάζεται γλωσσικό υπομνηματισμό -και εδώ θα χρειαστώ τη βοήθειά σας.

Το πρωτότυπο κείμενο υπάρχει στα «Ελληνικά υπομνήματα», σελ. 85-86, συλλογή κειμένων του Αγώνα από τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Να σημειώσουμε ότι στην παραπάνω διατριβή, αλλά και σε άλλες πηγές, υπάρχει επίσης ένα δεύτερο σχεδίασμα ή παραλλαγή της ίδιας επιστολής, που κινείται στο ίδιο πνεύμα αλλά διαφέρει σε αρκετά σημεία.

Ο Παπαγιώργης στα Καπάκια θεωρεί ότι η επιστολή έχει εξόφθαλμα απολογητικό χαρακτήρα και θα μπορούσε να τη γράψει ένας μουσουλμάνος που τον έπνιγε το άδικο. Kαι πράγματι, δεν είναι αβάσιμη αυτή η εντύπωση, τη στιγμή που ο Ανδρούτσος συνεχώς αναφέρεται με μεγάλο σεβασμό στο κιτάπι του Μωάμεθ ενώ κατηγορεί τους άδικους αξιωματούχους ότι είχαν ο καθένας το δικό του κιτάπι.

Και ενώ ο Υψηλάντης λίγες μέρες αργότερα γράφει ότι «ο γέρο Πυργιόβολος [ο Ανδρούτσος] πάσχει με διαφόρους απάτας να αργοπορεί τους εχθρούς εκεί … ηξεύρεις το πνεύμα του και τες διαβολιές του και ίσως να τους καταπείσει», οι εχθροί του Ανδρούτσου, πρώτος ο Κωλέττης, χρησιμοποίησαν και την επιστολή αυτή ως τεκμήριο της προδοσίας του.

Προς τον Υψηλότατον και πολυχρόνιον δοβλετλή Βεζίρ εφέντη Μεχμέτ πασά

Όλοι οι κάτοικοι του σαντζακιού της Ευρίπου και εγώ μαζύ τους αποφασίζομεν και σου γράφομεν, επειδή και μας ερωτάς την αιτίαν όπου εσηκώσαμεν τα άρματα· τα μεγάλα ζουλούμια* οπού έκαμε χωρίς να έχει ριζάν* το κραταιόν δοβλέτι, καιιδού οπού σοι το φανερώνω· τα μεγάλα ζουλούμια των Βεζιράδων, Βοϊβοντάδων,Κατήδων και Μπουλουμπασήδων όπου έκλεισαν το χάτι κιτάπι σας του Μωάμεθ, και είχεν ο καθένας από ένα κιτάπι εις τον κόλπον του, και όποιο κορίτσι ή παιδί τους ήρεζεν, έστελναν και το έπερναν ζόρλαν* για μουσά, όποιος πραματευτής εκαζαντούσε γρόσια εις κανένα μέρος, του έκοφταν το κεφάλι και τα έπαιρναν, όποιος είχε κανέν χωράφι καλόν ή χωρίον τον εσκότωναν και του το έπαιρναν, όποιος μπιρμπάντης εμεθούσεν εις το παζάρι εσκότωνε τον καλύτερον χωρίς να του γίνει καμία μικρά παιδεία, όπου το κιτάπι του Μωάμεθ δεν το συγχωρεί, αλλά γράφει μέσα κανί κανινά*, ιρζί ιρζινά, μαλί μαλινά, και δι’ άλλα πράγματα τέτοια καλά όπου λέγει το κιτάπι του Μωάμεθ, αυτουνών όμως δεν τους ήρεσε και το πέταξαν πέρα και έφτιασε ο καθένας το εδικόν του κιτάπι και κάνει με αυτό και με το σπαθί του.

Εις αυτά όλα ηξεύρομεν πολλά όπου ο σεφκετλής Βασιλεύς δεν έχει ριζάν μήτε είδησιν εις αυτά τα πράγματα όπου γίνονται και του εγράψαμεν αρτζουάλια* πολλές φορές και εις τα χέρια του Βασιλέως κανένα δεν επήγε, επειδή και αυτοί οι ζουλουμκιάρηδες είχαν όλα τα καπιά* της πόλεως πιασμένα και κάθε αρτζουάλι, όπου από ημάς επήγαινε εις το κραταιόν δεβλέτι, το εκρατούσαν αυτοί και έφιαναν άλλα ιδικά τους κατά πώς ήθελαν, και μη εισακούοντας εις τον Βασιλέα· όλα αυτά τα κακά μας εστενοχώρησαν και εσηκώσαμεν τα άρματα, και ίνα σηκώσομεν όλα αυτά τα ζουλούμια ή ν’ αποθάνομεν όλοι· τώρα η υψηλότης σου, αν είναι ορισμός σου, γράψε ένα αρτζουάλι εις τον βασιλέα, όπου να σηκώσει από όλους τους Χριστιανούς όλα αυτά τα ζουλούμια με χάτι χουμαγιούν* και ν’ ανοίξει το κιτάπι του Μωάμεθ, και τότε ημείς θέλει ησυχάσει ο καθείς εις το σπίτι του και θα κοιτάξει τη δουλειά του, και θα είμεθα χίλιες φορές καλύτερα από τα πρώτα, δια δε το καπετανλίκι το ιδικόν μου ο πατέρας μου από τον πατέρα του το ηύρε, με κλεψιά και με ζορμπαλίκι, χωρίς καμιά απόδειξιν, και εγώ ελπίζω εις τον μεγαλοδύναμον Θεόν απ’ εδώ και εμπρός να το έχω χίλιες φορές καλύτερα από τον πατέρα μου, όπου να το έχω με απόδειξιν. Ταύτα και λαμβάνω την τιμήν να σε ξαναπροσκυνήσω.

Την 15 Νοεμβρίου 1822. Ρουσαλήμ, Οδυσσεύς Ανδρούτσου.

  • ζουλούμια: οι αδικίες
  • ριζά: γνώση, είδηση [από ποια λέξη όμως;]
  • ζόρλαν: με το ζόρι
  • για μούσα: ?
  • κανί κανινά: αίμα αντί αίματος [και στη συνέχεια, τιμή αντί τιμής, περιουσία αντί περιουσίας, παρακαλώ ας επιβεβαιώσει όποιος ξέρει]
  • καπιά: οι πύλες
  • αρτζουάλι ή αρτζουχάλι: η γραπτή αναφορά, έκκληση προς ανώτερο.
  • χάτι χουμαγιούν: αυτοκρατορικό διάταγμα

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Επιστολές, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , , | 91 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 14: Το Μάγουλο της Παναγίας, του Παντελή Μπουκάλα (απόσπασμα)

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο τέταρτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Το σημερινό κείμενο διαφέρει από τα προηγούμενα της σειράς αυτής: δεν είναι κείμενο του Εικοσιένα αλλά για το Εικοσιένα, γραμμένο όμως στην εποχή μας. Τις προάλλες, που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο, αναφέρθηκα στο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα «Το μάγουλο της Παναγίας», μια «αυτοβιογραφική εικασία» σε θεατρική μορφή για τον Καραϊσκάκη.

Συμμετέχουν τέσσερα πρόσωπα, ο Καραϊσκάκης ή μάλλον το πνεύμα του από τον κάτω κόσμο, ο βιογράφος του Δ. Αινιάν, ένας Τυφλός Λυράρης και η Μαριώ (ή Ζαφείρης), η βαφτισμένη τουρκοπούλα που τον υπηρετούσε ντυμένη αντρικά. Συμμετέχει έμμεσα η Μαυρομάτα, μια εικόνα της Παναγίας που έχει για φυλαχτό ο Καραϊσκάκης.

Στο βιβλίο εξιστορείται, είτε από τον Καραϊσκάκη είτε από τους άλλους, όλη η ζωή του ήρωα, από τα παιδικά του χρόνια, όχι βέβαια με χρονολογική σειρά. Ο Μπουκάλας έχει διαβάσει όλα όσα γράφτηκαν για τον Καραϊσκάκη και χρησιμοποιεί το υλικό αυτό για να χτίσει τον λόγο των ηρώων του, συμπληρώνοντας και προσθέτοντας πινελιές.

Θα παρουσιάσω εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το έργο, προς το τέλος. Στο απόσπασμα που παραθέτω γίνεται λόγος αρχικά για το ντροπιαστικό επεισόδιο κατά την παράδοση των Τουρκαλβανών που ήταν οχυρωμένοι στο μοναστήρι του Αγ. Σπυρίδωνα, όταν ένας καβγάς είχε αποτέλεσμα να σφαγούν οι περισσότεροι από τους συνθηκολογημένους, παρά τη συνθήκη, και στη συνέχεια για την αψιμαχία που οδήγησε στον θάνατο του Καραϊσκάκη, το ψυχορράγημά του και τη διαθήκη του.

Να σημειώσω ότι σε επίμετρο στο βιβλίο ο Μπουκάλας εξετάζει την πρόσληψη του θανάτου του Καραϊσκάκη από τη δημοτική ποίηση και την απομνημονευματογραφία, καθώς και τις υποψίες μήπως χέρι ελληνικό πυροβόλησε τον καπετάνιο, αλλά και γενικότερα την υστεροφημία του Καραϊσκάκη.

Δυο-τρεις λέξεις σημειωμένες με αστερίσκο (από τον συγγραφέα) εξηγούνται στο τέλος.

Γ.Καραϊσκάκης. – Δίνεις ό,τι πιο βαρύ, που δεν χωράει σέ κανένα κεμέρι, δίνεις το λόγο σου, μπέσα για μπέσα, βάζεις στον όρκο πρώτος την υπογραφή σου, κι όλοι οι καπεταναίοι αποκάτω, να φύγουν οι κλεισμένοι του μονα­στηριού με τ’ άρματα και με το έχει τους. Με το ίρτζι* τους να πω, την τιμή τους. Ορκίστηκαν κι οι Τούρκοι, αυτό ήταν το συνήθειο τους: «Κακό βόλι να μάς πάρει το κεφάλι, αν ξαναρίξουμε ντουφέκι πάνω σε Έλληνες». Βγαίνουν. Μπροστά εγώ, ασπίδα τους. Κι ανάμεσα στους Τούρκους, αμανάτι τους, Τζαβέλας, Βάσος κι ό Γιαννάκης Λογοθέτης. Δίπλα απ’ την τούρκικη κολόνα, ζερβά και δεξιά, οι δικές μας. Πέ­φτει μια ντουφεκιά, κι όπως μετά την αστραπή ακούς μπουμπουνητό που σου τρυπάει τ’ αυτιά, αμέτρητες οι ντουφεκιές, μα κι οι φωνές, πιο δυνατές κι από βρον­τές, «κερατάδες Έλληνες, δεν έχετε μπέσα, άπιστοι, προδότες, θρασίμια». Κλαίγαμε, τ’ ακούς. Κλαίγαμε από τη λύσσα μας πού ντροπιαστήκαμε. Πατήσαμε τον όρκο μας σε θεούς κι ανθρώπους.

Δ.Αινιάν – Ήταν υπόσπονδη φρουρά οι Τούρκοι. Έπρεπε να περάσουν δίχως να πειραχτεί ούτε μια τρίχα τους. Όλοι το μολόγησαν.

Γ.Κ. – «Υπόσπονδη φρουρά»… δεν ξέρω τί πάει να πει «υπόσπονδη φρουρά». Πού να τα μάθω αυτά; Στ’ Αληπασα; Εγώ πήγα σχολείο στη φυλακή του και στους πολέμους του. Αλλά ξέρω τί πάει να πει μπέσα. και κούτελο. Άμα λερωθεί, πάει, λερώθηκε.

Δεν το ξεπλένεις όσο και να κλάψεις. Τα δάκρυα τρέ­χουν, φεύγουν προς τα κάτω. Δεν πάνε στα ψηλά, να σου ξεμαγαρίσουν το κούτελο. Και λέω, αν είναι, να το φκιάξουμ’ έτσι το Ρωμαίικο, μη σώσει και το φκιάξουμε. Τέτοια με δαιμόνιζαν, βλαστήμαγα κι έκλαιγα, γκρέμισα τη σκηνή μου, την κομμάτιασα σαν να κομμάτιαζα προδότες, τέλος, στέλνω τον τεσκερέ* μου, να μάθουν όλοι, φεύγω, τούς λέω, με στρατιώτες άπιστους κι επίορκους χωριό δεν κάνω και πατρίδα. Πέσαν απάνω μου όλοι, τον πιάσαμε τον φταίχτη, καπετάνιο, θα τιμωρηθεί βαριά. Ζήτησε την πιστόλα ενός Τούρκου, έτσι μου ιστορήσανε, αγρίεψαν, πιάστηκαν στα χέρια, τον πιστολίζει ο Τούρκος, άλλο δεν ήθελαν φαίνεται οι δικοί μας, τους μακέλεψαν. Απ’ τους τρακόσους, μόνο πενήντα δεν έκοψαν οι κερατάδες μας. Αλλά το κέρατο όλο δικό μου. Κείνη τη μέρα είπα πως πέθανα. Δεν πέρασε βδομάδα κι ο λόγος μου αλήθεψε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Θεατρικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 73 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 13: Σελίδες από το Γκιορνάλε του Αλέξανδρου Κριεζή

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο τρίτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Τα σημερινά κείμενα τα διάλεξε, τα πληκτρολόγησε και μου τα έστειλε η φίλη μας η Μαγδαληνή, που την ευχαριστώ θερμά και σας καλώ να μιμηθείτε το παράδειγμά της. Κατά κάποιο τρόπο αποτελεί συνέχεια των δύο προηγούμενων άρθρων, αφού παραμένουμε (κατά ένα μέρος) σε ναυτικά συμφραζόμενα: η βασική πηγή μας είναι το Γκιορνάλε διά την ανεξαρτησίαν του έθνους, δηλαδή το Ημερολόγιο που κρατούσε ο Υδραίος ναύαρχος Αλέξανδρος Κριεζής. Όμως, τα γεγονότα που θα δούμε εκτυλίσσονται όχι στην Ύδρα αλλά στην Εύβοια -με βασικό κείμενο μια επιστολή του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Δίνω τον λόγο στη Μαγδαληνή.

Μάιος του 1821 και στην Εύβοια μαθαίνοντας τις πρώτες επαναστατικές κινήσεις σε άλλα μέρη αρχίζουν   τις ετοιμασίες για τον αγώνα. Η Λίμνη φαίνεται να είναι ο πρώτος τόπος του ξεσηκωμού. Θέλοντας να βρουν κατάλληλο αρχηγό αποφασίζουν σε συμβούλιο να φέρουν τον πρωτοξάδερφο του Οδυσσέα Ανδρούτσου, Βερούση Μουτσανά, από τις Λιβανάτες της Λοκρίδας.

Ο ναύαρχος Αλέξανδρος Δ. Κριεζής αρχηγός του ελληνικού στόλου της Ευρίπου και συγγραφέας του «Γκιορνάλε δια  την ανεξαρτησία της Ελλάδος» διηγείται τα παρακάτω σχετικά με τη μεταφορά του καπετάν Βερούση στην Ιστιαία:

«… Ήρχισε να αλλάζει ο καιρός μπάτης και στις 3 Μαΐου εφθάσαμεν εις  Σκίαθον, εις τας  4 εις Τρίκερι·  αγκυροβόλησαμεν.  Εβγήκα έξω με τη μεγάλην λέμβον με 70 ναύτας μου.

Ήλθον οι προύχοντες του τόπου με τους εμποροπλοιάρχους με υποδέχθησαν∙ με συντρόφευσαν  εις την Κατζελαρίαν[1] τους∙  τους ωμίλησα πολλά δια την ανεξαρτησίαν  και δεν ηθέλησαν να με ακούσουν∙ εις το  ύστερον ήρχισα και με φοβέραις και άλλα. Ευθύς τους υποχρέωσα  και έρραψαν και σημαίας με σταυρούς και ύψωσαν  εις την Κατζελαρίαν τους και τα πλοία των∙  και με κανονιοβολισμούς∙ καθώς εγώ τους έρριψα 25. Τους ώρκισα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , , | 78 Σχόλια »

Αναρούσες, μυθιστόρημα του Κωστή Ανετάκη

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2021

Στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει τρία διηγήματα του φίλου μας Κωστή Ανετάκη (το τελευταίο εδώ, με λινκ προς τα προηγούμενα) σήμερα όμως έχω τη χαρά να παρουσιάσω το καινούργιο του βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ανάτυπο, ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο Αναρούσες.

Γράφω στις Λέξεις που χάνονται: Αναρούσα και ανερούσα είναι μια λέξη με δυο σημασίες· αφενός, η επιστροφή του  κύματος από την παραλία στη θάλασσα, αλλά και η δίνη μέσα στη θάλασσα, και αφετέρου η νεράιδα του γιαλού, το ξωτικό. Από τη μετοχή του αναρρέω, αναρρέουσα, με αποβολή του –ε υπό την επίδραση άλλων μετοχών όπως γλυκοφιλούσα. … στην Έρμη στα ξένα οι σκιαθίτισσες του Παπαδιαμάντη βάζουν λόγια στη νοικοκυρά, πως δεν έπρεπε να φέρει μαζί της την όμορφη και ψηλή υπηρέτριά της «κοτζάμ αναρρούσα παιδί μ’».

Όχι μόνο στον τίτλο του μυθιστορήματος, αλλά και σε όλο το κειμενο ο Ανετάκης χρησιμοποιεί λέξεις ιδιωματικές, από ντοπιολαλιές, που τις επεξηγεί συνήθως σε υποσημείωση, αλλά και βλάχικες στους διαλόγους, αφού το μυθιστόρημά του εκτυλίσσεται στην Πικρολίμνη, ένα (φανταστικό) κεφαλοχώρι ανάμεσα Μέτσοβο και Τρίκαλα, που κατοικείται από Βλάχους (στις «Ευχαριστίες» ο συγγραφέας ευχαριστεί τον φίλο μας τον Voulagx για τη βοήθειά του σε θέματα βλάχικης γλώσσας).

Ο αφηγητής, ο μπεστσελερίστας συγγραφέας Δάμος Σαρμάκος, έπειτα από ένα δύσκολο διαζύγιο και καθώς η έμπνευση τον έχει εγκαταλείψει, δέχεται την πρόσκληση ενός γκαρδιακού φίλου από τον στρατό, που του παραχωρεί δωρεάν κατάλυμα στο σπίτι του, στη μικρή λουτρόπολη Πικρολίμνη, πλάι στην ομώνυμη λίμνη. Η ιστορία του χωριού είναι μακραίωνη, γεμάτη θρύλους, αρχαία έθιμα και καλοκρυμμένα μυστικά, αλλά σταδιακά ο αφηγητής ανακαλύπτει πως δεν είναι όλα ξεχασμένα και περασμένα. Αυτός, ο ξενομερίτης, θα βρεθεί άθελά του στο κέντρο της δίνης -με πολλές σημασίες της λέξης.

Δεν θέλω να σποϊλάρω οπότε δεν θα περιγράψω την υπόθεση. Πάντως, η φαντασία του Ανετάκη αποδεικνύεται γόνιμη και συναρπαστική, χωρίς να πέφτει στην ευκολία του αχαλίνωτου υπερφυσικού. Το μυθιστόρημα, είδος βαλκανικού θρίλερ, το διάβασα μονοκοπανιά και το χάρηκα και δεν είναι υπερβολή να πω ότι δίνει υλικό για καλή ταινία -μέχρι και κυνηγητά με Μάζντα σε χωματόδρομους έχει.

Θα παρουσιάσω φυσικά ένα κομμάτι από το βιβλίο. Αν είχαμε συλλογή διηγημάτων, θα αναδημοσίευα ένα από τα διηγήματα. Με το μυθιστόρημα η λύση δεν είναι τόσο απλή. Διάλεξα λοιπόν ένα εισαγωγικό κεφάλαιο, το δεύτερο, όπου ο αφηγητής μαθαίνει από έναν γέροντα την ιστορία του χωριού. Μια και εδώ λεξιλογούμε, το συγκεκριμένο κεφάλαιο προσφέρεται αφού βρίθει από ιδιωματικούς όρους.

Ο αφηγητής, μόλις έχει φτάσει στην Πικρολίμνη. Από μια παρέα στο καφενείο άκουσε κάτι για τους θρύλους του χωριού, που του κίνησε την περιέργεια, και σκέφτεται να μάθει περισσότερα, μήπως μπορέσει να τα εντάξει στο μυθιστόρημα που προσπαθεί να γράψει. Ο φίλος του ο Ηλίας, όμως, δεν μπορεί να του χρησιμέψει ως πηγή διότι δεν πιστεύει στα παραμύθια αυτά και τα περιφρονεί.

(…)

Λίγες μέρες αργότερα, μόλις γυρίσαμε από τα χωράφια, που είχαμε πάει να ποτίσουμε, καθίσαμε στο τραπέζι για φαγητό. Είδα το ζεύγος ν’ ανταλλάζουν πλάγιες ματιές κι έπιασα τον φίλο μου να χαϊδεύει το γόνατο της συμβίας του στα κλεφτά, κάτω από το τραπέζι. Ο παππούς του Ηλία, ο συνονόματος, πλατάγιζε αμέριμνος τη μασέλα του, καθώς καταβρόχθιζε το κοκκινιστό με τα μακαρόνια, δίχως να παραλείψει να παινέψει τη νύφη του, τι χρυσοχέρα που ήταν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 72 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 9: Το αίμα έτρεχεν εις τον δρόμον ως ποταμός (Ο Κολοκοτρώνης περιγράφει τη μάχη του Βαλτετσίου)

Posted by sarant στο 4 Μαΐου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το ένατο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Σε δέκα περίπου μέρες έχουμε τα 200 χρόνια από μια σημαντική μάχη του πρώτου χρόνου της επανάστασης, τη μάχη του Βαλτετσίου (12-13 Μαΐου 1821) που ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των επαναστατημένων Ελλήνων, προανάκρουσμα της Τριπολιτσάς.

Με την ευκαιρία αυτή θα δημοσιεύσω μια επιστολή του Κολοκοτρώνη προς τους Σπετσιώτες, γραμμένη αμέσως μετά τη μάχη, στην οποία περιγράφει τα όσα συνέβησαν. Βέβαια, το κείμενο το έχει γράψει γραμματικός κι έτσι δεν διασώζει τον αυθεντικό λαϊκό λόγο της εποχής, ωστόσο σε πολλά σημεία η σύνταξη είναι λαϊκή «μεταμφιεσμένη» ενώ ο συντάκτης δεν αποφεύγει τη χρήση δάνειων όρων. Στο τέλος βάζω γλωσσάρι εξηγώντας όσα έχουν αστερίσκο. Χωρίζω σε παραγράφους για να διαβάζεται καλύτερα.

Η επιστολή υπάρχει και σε άλλα σημεία στο Διαδίκτυο, όχι όμως ολόκληρη ούτε ακριβώς μεταγραμμένη. Εγώ την πήρα από τη συλλογή τεκμηρίων «Τα σπετσιωτικά», τόμ. 1ος, σελ. 192. Η Καπ. Δημητράκαινα Μπούμπουλη είναι βεβαίως η Μπουμπουλίνα. Ο πρίγκιψ Αλέξανδρος, που αναφέρεται στην αρχή, είναι ο Αλέξ. Κατακουζηνός, που έπαιξε ρόλο στη συνθηκολόγηση της Μονεμβασιάς.

Τοις ευγενεστάτοις Καπ. Γεωργάκη Ν. Λάμπρου και λοιποίς, και τη Καπ. Δημητράκαινα Μπούμπουλη.

«Την 9 τρέχοντος σημειουμένην σας ευχαρίστως έλαβον και είδον την εκστρατείαν του Πρίγκιπος Αλεξάνδρου και την έκδοσιν των διαταγών του βρωμοΜαχμούτη καθώς και το πιάσιμόν τους και σας έμεινα ευχάριστος.

Σας λέγω με ευχαρίστησίν μου άκραν τον ακόλουθον χθεσινόν και σημερινόν πόλεμον των στρατευμάτων μας μετά των τυράννων. Χθες, εις τας 3 η ώρα της ημέρας (*) εξεστράτευσαν 4.100 τύραννοι και επήγαν κατά των εις Βαλτέτσι στρατευμάτων μας, μοιρασμένοι εις 4 κολλώνας, εξ ων ήτον αι 2 χιλιάδες της καβαλλαρίας· μου εδόθη η είδησις και αμέσως επήρα 1.300 στρατιώτας και επήγα εις βοήθειάν τους.

Οι εν Βαλτέτσι εσφαλίσθησαν εις τα ταμπούρια τους και άνοιξαν το τουφέκι· έφθασα και εγώ με τους ανωτέρω, τους οποίους και ετοποθέτησα καλώς, η ώρα εις τας 6 της ημέρας, και τόσον οι έγκλειστοι στρατιώται, καθώς και οι έξωθεν εστάθησαν με τόσην γενναιότητα και ανδρείαν, ώστε αδυνατώ να σας γράψω, ούτε εντρέπομαι να τους ονομάσω Έλληνας τω όντι, ούτε ήλπιζα ποτέ μίαν τοιαύτην γενναιότητα.

Η αυτή μάχη εστάθη πεισματική από το μέρος των εδικών μας στρατιωτών, και απηλπισμένη από τους τυράννους και εβάστηξεν έως σήμερον, η ώρα εις τας 4 της ημέρας. Έφθασαν όμως και από Βέρβαινα σήμερον εις βοήθειάν μας 250 στρατιώται, ώστε πανταχόθεν τους κατεσφαλίσαμεν, και βλέποντες την απελπισίαν και χαμόν τους, έκαμαν γιουρούσι κατά τον δρόμον Τριπόλεως, και τους εβάλαμεν εμπρός συν Θεώ και τη δυνάμει του τιμίου Σταυρού ως πρόβατα κυνηγώντας τους και σκοτώνοντας μέχρι Τριπόλεως.

Ευρήκαμεν λέσια (*) έως 100, εκτός των όσων αυτοί επρόφθασαν και εσήκωσαν διά νυκτός, και των λαβωμένων, των οποίων το αίμα έτρεχεν εις τον δρόμον ως ποταμός· επήραμε 4 πρεζονιέρηδες (*), το μπαϊράκι του Βρωμοκεχαγιά, οπού απέρασεν απ’ Άργος, εκτός των άλλων μπαϊρακιών, οπού συμποσούνται υπέρ τα 25· τα τσαντίρια του με το να είχε σκοπόν να κατέβη έως το Σινάνον (*) και να στήση τον βρωμισμένον θρόνον του δια να υπάγη ο κόσμος να προσκυνήση· ένα τόπι (*) εις είδος πυργέλας οπού είχε μαζί του, τον τσεπχανέ (*) του, λάφυρα οι στρατιώται μας ανάγραπτα(*) και άλογα πάμπολλα.

Εις την σημερινήν μάχην και εν ταυτώ νίκην χρεωστεί η Πατρίς εορτήν και όλοι μας, ωσάν οπού ήτον ή να σώση τους εγκατοίκους Γραικούς Πελοποννησίους, ή να τους αφανίση και να τους αφήση αιωνίως κατησχυμένους. Δοξάσατε τον Θεόν άπαντες όπου δυνάμει του τιμίου Σταυρού ανέδειξε το δυστυχές Γένος μας νικητικόν. Τώρα δοξάζω αναμφιβόλως, ότι η Πελοπόννησος εντός ολίγου ελευθερούται από τους τυράννους, και κατά τούτο πληροφορώ κάθε φιλογενή και φιλοπάτριδα. Ήλθον έως Χρυσοβίτσι και Πιάναν με τους στρατιώτας μου να αναπαυθώσιν οπωσούν, να διορθώσωσι τα άρματά τους, να οικονομήσωμεν τσεπχανέ· και επειδή ηκούσθην μετά των αδελφών Καλαβρυτινών, οι οποίοι και ήλθον απόψε εδώ εις Πιάναν με 1500 στρατιώτας διά να συνομιλήσωμεν, το σχέδιον είναι μετά μίαν ή δύω ημέρας να γίνη ο πλόκος (*) Τριπόλεως, και πέπεισμαι μετ’ ολίγας ημέρας να γίνη και η κυρίευσίς της, με το να έχουν μεγίστην την χρείαν φαγητού και ποτού.

Και εις όλα αυτά είναι έλεος θείον, επειδή από τους στρατιώτας μας εσκοτώθη ένας, ελαβώθησαν δε και άλλοι τρεις, και ελπίζω να ήναι αβλαβείς· από τους εις Βαλτέτσι μόνο δύω.

Η σημερινή χαρά μου και ευχαρίστησις της ψυχής μου είναι ανάγραπτος, και δεν ηξεύρω με ποίους λόγους και λέξεις να σας παραστήσω τον αυτόν ηρωικόν πόλεμον, και άλλο δεν λέγω ειμή ότι βέβαια χειρ Θεού υπάρχει.

Έχομεν μεγίστην την χρείαν μολυβίου, και σας θερμοπαρακαλώ, διά την αγάπην της Πατρίδος και της αδελφότητός μας, να κάμετε τα αδύνατα δυνατά και να μας προφθάσετε προς το παρόν δύω χιλιάδας οκάδ. μολύβι, το οποίον ζητώ παρακλητικώς και χρεωστικώς, διά να ενδυναμώσω τον ενθουσιασμόν των στρατιωτών μας, και πεπεισμένοι εις την φιλογένειάν σας, δεν σας βαρύνω. Έρρωσθε εις τα προς βοήθειαν και ωφέλειαν του Γένους.

Τη 13 Μαΐου, Στρατόπεδον Πιάνας τω α’ έτει της ελευθερίας

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

Γλωσσάρι

  • 3 η ώρα της ημέρας, δηλ. 3 ώρες μετά την ανατολή, άρα κάπου στις 8.30 π.μ. αν δεχτούμε ότι ο ήλιος θα ανέτελλε γύρω στις 5.30 (δεν είχαν θερινή ώρα). Και πιο κάτω, 6 της ημέρας είναι γύρω στις 11.30 π.μ.
  • λέσια: τα πτώματα. Σημερα χρησιμοποιούμε τη λέξη για ψοφίμι και κατ’ επέκταση για κάτι που βρομάει πολύ (σαν το λέσι).
  • πρεζονιέρηδες: οι αιχμάλωτοι (από ιταλ. prigionero ή κάποιο ανάλογο ενετικό).
  • Σινάνο: Η Μεγαλόπολη
  • τόπι: Το κανόνι. Η πυργέλα (αλλού τη βρίσκω πριγέλα) ήταν είδος κανονιού, αλλά δεν ξέρω τι ακριβώς, κι αν είναι παρετυμολογική η συσχέτιση με τον πύργο.
  • τσεπχανές ή τζεπχανές: τα πολεμοφόδια.
  • ανάγραπτα: μάλλον σημαίνει «απερίγραπτα» (Η λ. δεν υπάρχει στο ΙΛΝΕ)
  • πλόκος: ο αποκλεισμός, από ιτ. blocco. Η λ. χρησιμοποιείται και για ναυτικό αποκλεισμό αλλά και για στεριανές πολιορκίες, όπως εδώ.

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Επιστολές, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , , , | 74 Σχόλια »

Ο επιτάφιος του καμπούρη (πασχαλινό διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 2 Μαΐου, 2021

Πολλές φορές έχουμε βάλει διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου στο ιστολόγιο. Το αμέσως προηγούμενο ήταν χριστουγεννιάτικο, οπότε -εύλογα, θα έλεγε κανείς, το σημερινό είναι πασχαλινό. Αξίζει να το διαβάσουμε όσο περιμένουμε τον οβελία.

Όπως συνήθως, ο Δημήτρης συνοδεύει το διήγημα (που το πολυτονίζει, τι να τον κάνω; να τον μαλώσω; φίλος είναι) με λεξιλογικά και πραγματολογικά σχόλια. Εδώ ενδιαφέρον έχει η ετυμολογία του ρ. μεσαρεύω και έμμεσα του τοπωνυμίου Μεσαρά. Περισσότερα δεν λέω, ο λόγος στον συγγραφέα:

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ

Ὁ ἀέρας μοσχομύριζε λουλούδια, μελισσοκέρι καὶ λιβάνι. Λουλούδια ἀπὸ τὸν ἀνθοστόλιστο Ἐπιτάφιο κι ἀπὸ τὶς γλάστρες στὶς αὐλὲς καὶ στὰ πεζούλια τῶν σπιτιῶν. Μελισσοκέρι ἀπὸ τὰ διπλέρια, τὰ διπλᾶ, στριφτὰ κεριὰ ποὺ εἶχαν πλάσει μὲ κερὶ ἀπὸ τὰ ψέλια, τὶς πήλινες κυλινδρικὲς κυψέλες, οἱ γυναῖκες τοῦ χωριοῦ. Καὶ λιβάνι ἀπὸ τὶς νοικοκυρές, ποὺ ἔστεκαν στολισμένες μπρός  στὰ ὁλόφωτα σπίτια τους καὶ θυμιάτιζαν μὲ τὰ λιβανιστήρια ἢ ἔραιναν μὲ μῦρο τὴν πομπή.

Τὸ ἀνθρώπινο ποτάμι προχωροῦσε ἀργά στὰ στενά, στριφογυριστὰ δρομάκια τοῦ χωριοῦ. Κι ἔμοιαζε, γιὰ ὅσους τό ᾿βλεπαν ἀπὸ τὴν ἀπέναντι πλαγιά, σὰν ἕνα φίδι φωτεινὸ μὲ λέπια ποὺ λαμπύριζαν, ἔτσι ὅπως τρεμόπαιζαν τὰ κεριὰ στὴν πνοὴ τῆς νυχτερινῆς αὔρας.

Ὁ Γιάννης ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπὸ τὸν παπᾶ, μαζὶ μὲ τοὺς ψαλτᾶδες καὶ τὴ χορωδία τῶν κοριτσιῶν. Εἶχε καλὴ φωνὴ καὶ ἦταν καλοδεχούμενος. Τοὺς ἔλειπαν οἱ ἀντρικὲς φωνές, μιᾶς καὶ  οἱ πιὸ πολλοὶ νέοι ἤθελαν νὰ σηκώσουν τὸν Ἐπιτάφιο.  Ὄχι τόσο ἀπὸ θρησκευτικὴν εὐλάβεια, ὅσο γιὰ τὶς μπουνιές. Γιατὶ ἔτσι συνηθιζόταν. Νὰ δίνουν μπουνιὲς στὴν πλάτη αὐτῶν ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ κάτω του. Τὰ παιδιά, τὶς γυναῖκες καὶ τοὺς πιὸ μεγάλους ἴσα ποὺ τοὺς ἀκουμποῦσαν. Μεταξύ τους, ὅμως, οἱ νέοι τὶς ἔδιναν δυνατές, ἰδιαίτερα ὅταν εἶχαν ἀντιζηλίες.

Γιὰ νὰ τὸν σηκώσει ὁ Γιάννης οὔτε λόγος, ἔτσι καχεκτικὸς ποὺ ἦταν. Τὴν προηγούμενη χρονιὰ ζήτησε νὰ σηκώσει κι αὐτὸς λιγάκι, ἀλλὰ ὁ Γιώργης ὁ ψηλὸς τὸν ἀποπῆρε:

«Τί λές, ρὲ σύ; Θὲς νὰ μπατάρει ὁ Ἐπιτάφιος;»

Ἄσε ποὺ φέτος ὁ Γιώργης εἶχε τὸ γενικὸ πρόσταγμα. Εἶχε πάει στρατιώτης πρὶν ἀπὸ κάτι μῆνες καὶ τὰ κατάφερε νὰ γίνει λοκατζῆς. Καὶ ὑπῆρχε ἄγραφος νόμος νὰ σηκώνουν πρῶτοι ὅσοι ὑπηρετοῦν. Ἔνστολοι. Πρίν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία μαζεύτηκαν ὅλοι οἱ νέοι στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησιᾶς κι ὁ Γιώργης ἔδειχνε στὸ στῆθος του τὰ διακριτικὰ τῶν ἐκπαιδεύσεων ποὺ εἶχε περάσει, περιγράφοντας τὶς ἀντίστοιχες ταλαιπωρίες. Μετὰ κανόνισε μὲ ποιὰ σειρὰ θὰ κρατήσουν τὸν Ἐπιτάφιο:

« Πρῶτα ὁ Στρατός, μετὰ οἱ μοδίστρες  καὶ οἱ κομμώτριες καὶ τελευταῖοι οἱ πολίτες!»

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Γιώργη κι ἄλλους δυὸ φαντάρους, στὴν παρέα ἦταν τρεῖς ναῦτες κι ἕνας σμηνίτης. Σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τέσσερις ἀναφερόταν ὅταν ἔλεγε γιὰ μοδίστρες καὶ κομμώτριες. Κανένας τους, ὅμως, δὲν τοῦ ζήτησε τὸ λόγο, ἄλλοι ἀπὸ φόβο κι ἄλλοι ἐπειδὴ σεβάστηκαν τὸν χῶρο καὶ τὴν περίσταση.

Ὁ Γιάννης δὲν τόλμησε νὰ μπεῖ – οὔτε κἂν τελευταῖος – στὴ σειρὰ μὲ τοὺς πολίτες. Μονάχα, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Γιώργης κοκορευόταν γιὰ τὰ λοκατζήδικα κατορθώματά του, εἶπε χαμηλόφωνα στὸ διπλανό του:

«Σὰν τὰ βατράχια, ὅμως, δὲν εἶναι».

Ὁ Γιώργης ἔκανε πὼς δὲν τ᾿ ἄκουσε. Ἦταν ἡ μοναδικὴ δοκιμασία ποὺ δὲν κατάφερε νὰ τὰ βγάλει πέρα κι αὐτὸ πλήγωνε τὸν ἐγωισμό του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Πασχαλινά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »

Το σπρεσόμπρικο (διήγημα του Αλεξαντρή Παπαδοδιαμαντάκη)

Posted by sarant στο 30 Απριλίου, 2021

Το φετινό Πάσχα το ιστολόγιο δεν τήρησε τις παραδόσεις -δεν βάλαμε κανένα λεξιλογικό/φρασεολογικό άρθρο σχετικό με την περίσταση. Όμως θα σας αποζημιώσω με ένα σπάνιο διήγημα, που το ανακάλυψε πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Πέπε σε ένα παλιό σεντούκι, στο σπίτι που νοίκιαζε στην Κρήτη.

Επειδή είναι γραμμένο μεν σε καθαρεύουσα αλλά και περιέχει στους διαλόγους πολλές ιδιωματικές λέξεις, στο τέλος υπάρχει γλωσσάρι, πάλι με φροντίδα του Πέπε, ο οποίος επίσης συμπλήρωσε ορισμένα σημεία όπου το χειρόγραφο ήταν φθαρμένο από την πολυκαιρία και την υγρασία.

Για τον συγγραφέα ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Εικάζεται ότι πρόκειται για ψευδώνυμο φανατικού λάτρη του Παπαδιαμάντη, φυσικά Κρητικού. Ίσως με τα σχόλιά σας βοηθήσετε να μάθουμε περισσότερα.

Ἀλεξαντρὴς Παπαδοδιαμαντάκης

ΤΟ ΣΠΡΕΣΟΜΠΡΙΚΟ

—Ὀφέτος, γρά, παράδες τὸ χάρισμα, μὰ καλά ντως εἶναι. Κι ὅσο γιὰ τσὶ καφέδες, νὰ πίνομε θέλει φραπέδες ἀποὺ τσί ‘χαμε και στὸ χωριό μας.

—Ἐδὰ* στὰ γεροντάματα, μάθε γέρο γράμματα, ἔσειε θυμοσόφως τὴν κεφαλὴν ἡ θειὰ τὸ Ἀριανθώ.

Ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἐνιαυτοῦ, ἀφοῦ δῆλα δὴ εἶχεν ἐνσκήψει ἡ διαβόητος πανδημία τοῦ ἔτους 202…, ἡ μαστίζουσα ὄχι μόνον τὴν Χώραν καὶ τὴν νῆσον ἅπασαν ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐπάνω Ἑλλάδα καὶ —καθὼς ἔλεγαν— σύμπασαν ἐν γένει τὴν ὑφήλιον, καὶ ἐκλείσθησαν ὅλοι προληπτικῶς εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ ἠρημώθησαν οἱ στράτες, καὶ ἀγριόχοιροι καὶ ἔλαφοι καὶ δελφῖνες καὶ παντοῖα ἄλλα θηρία ἐσεργάνιζαν ἀνενόχλητα εἰς τῆς πόλεως τὸ κέντρον, καὶ ἐκατέβασαν οἱ καταστηματάρχαι τὰ κεπέγκια, καὶ μόναι αἱ ἐκκλησίαι παρέμενον ἀσφαλεῖς καὶ ἀπυρόβλητοι, ἀλλὰ καὶ πιὸ στερνά, ἀνειμένων ἤδη ὁπωσοῦν τῶν μέτρων, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ τέηκ ἀγοαίη καὶ τοῦ κλὶκ ἰνσάιδ, οὐδεμίαν εἶχεν ἐπιχειρήσει ἐμπορικὴν συναλλαγὴν ὁ μπάρμπα Νικολῆς, εἰ μὴ μόνον ἅπαξ τὴν ἀγορὰν καινούργιου λουρακίου διὰ τὸ ῥωλόγι του τῆς χειρός, ἀπορρακωθέντος ἤδη πρὸ καιροῦ τοῦ παλαιοῦ καὶ εἰς κλωστὰς καταστάντος. Τὸ ποσὸν ἦτο εὐκαταφρόνητον, δέκα εὐρουλάκια ἐν ὅλῳ ἢ δεκαπέντε, ὅσα καὶ τὰ τετραγωνικὰ τοῦ συνοικιακοῦ καταστήματος ὅπου τὸ ἐψώνισεν· καὶ πάλιν ὁ ἔμπορος ἀρχικῶς ἠξίου νὰ τοῦ δείξῃ ὁ γέρων μουστερὴς τὸν ἐσεμέν, ἤ, ἐλλείψει τοιούτου, νὰ τὸν ἀποστείλει παραχρῆμα· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ γέροντος, καὶ ἀφοῦ, περιστρέψας τὸ βλέμμα πρῶτον εἰς τὴν πλατεῖαν τὴν σφύζουσαν ἀπὸ μασκοφόρους, ὕστερον εἰς τὸ σκοτεινὸν καὶ φτωχικὸν καὶ ἔρημον ἐσωτερικὸν τοῦ μαγαζιοῦ του, ἐννόησεν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ μάταιον καὶ τὸ γελοῖον τοῦ πράγματος, ἔστερξεν ἐπὶ τέλους νὰ δεχθῇ τὸν ἀνεσέμεστον μουστερήν, ὑποτονθορίζων «ἡ γι-ἐμισή ντροπὴ δικιά σου κι ἡ γι-ἐμισὴ δικιά μου».

Ἀλλ’ εἶχε φθάσει ὁ καιρὸς νἀ μυηθῇ πλέον ἑκὼν ἄκων ὁ ἀφιλεσέμεστος μπάρμπα Νικολῆς εἰς τὰς καινοφανεῖς μεθόδους τῶν ἐσεμεστῶν ἀγορῶν. Ἐπλησίαζαν τὰ Λαμπρόσκολα, καὶ ἤδη ἀπό τινων ἑβδομάδων ἐμελέτα εἰς τὸν νοῦ του τίνι τρόπῳ θὰ κατώρθωνε νὰ πάρῃ τὰ ὀφειλόμενα πασκαλινὰ χαρίσματα εἰς τὰ δύο φιλιοτσάκια του. Ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, πιστὸς εἴς τι ἔθιμον τὸ ὁποῖον ἄδηλον ἦτο ἂν ὄντως ὑφίστατο παλαιόθεν ἢ τὸ ἐφαντάσθη ἀπατός του, συνώδευε καὶ τὶς δύο λαμπριάτικες λαμπάδες στερεοτύπως μὲ ζεῦγος ὑποδημάτων, φροντίζων ἄλλοτε ἐγκαίρως καὶ ἄλλοτε παρακαίρως νὰ πληροφορηθῇ παρὰ τῶν δύο συντέκνων εἰς ποῖον ἑκάστοτε νούμερον εἶχον αἰσίως ἀνέλθει τῶν βαπτιστηριῶν του τὰ ποδάρια. Μόνον τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχεν ἀρχίσει νὰ βάζῃ ὀλίγον νερὸ ‘ς τὸ κρασί του, ἀντικαθιστῶν τὰ ὑποδήματα ἄλλοτε μὲ ροῦχα, ἐνίοτε δὲ μὲ βιβλία, μηδέποτε τολμήσας νὰ ἀνοιχθῇ εἰς τολμηροτέρας ἐπιλογάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Κρήτη, Παπαδιαμάντης, Παρωδίες, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , | 193 Σχόλια »

Η Λευκάδα και το Εικοσιένα μέσα από τις λέξεις (μια συνεργασία του Βασίλη Φίλιππα)

Posted by sarant στο 23 Απριλίου, 2021

Μια από τις μεγαλύτερες συγκινήσεις που αισθανόμαστε όλοι εμείς που γράφουμε, βιβλία ή άρθρα εννοώ, είναι όταν βλέπουμε άλλους να προσέχουν τη δουλειά μας, που τόσο μόχθο της έχουμε αφιερώσει, και μάλιστα να αφιερώνουν κι αυτοί με τη σειρά τους τον χρόνο τους στο έργο μας και να παρουσιάζουν κάτι δικό τους.

Αυτήν ακριβώς τη συγκίνηση την αισθάνθηκα πριν από μερικές μέρες, όταν ο φίλος μας Βασίλης Φίλιππας από τη Λευκάδα, δεινός μελετητής του λευκαδίτικου ιδιώματος, που σχολιάζει περιστασιακά και στο ιστολόγιο, μου έστειλε ένα εκτενές κείμενό του με τίτλο «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων: αναζητώντας τις κοινές λέξεις του βιβλίου του Ν. Σαραντάκου με αυτές του λευκαδίτικου ιδιώματος».

Με άλλα λόγια, ο φίλος μας ερεύνησε ποια από τις 300 λήμματα του βιβλίου Ζορμπαλίκι των ραγιάδων υπάρχουν και στο λευκαδίτικο ιδίωμα, και μάλιστα ποιες σημασίες έχουν πάρει στη συνέχεια. Σε αυτό άντλησε υλικό από το πλουσιότατο λεξικό που συντάσσει εδώ και χρόνια -με αποτέλεσμα να προκύψει μια πολυσέλιδη και πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη που περιλαμβάνει τις λέξεις από το Ζορμπαλίκι που εμφανίζονται και στο λευκαδίτικο ιδίωμα.

Δεν μπορώ να παρουσιάσω το σύνολο της μελέτης του Βασίλη Φίλιππα αφού ξεπερνάει τις 12.000 λέξεις. Από τα 139 «κοινά» λήμματα, διάλεξα μερικά, με κριτήριο το ενδιαφέρον για έναν τρίτο ή την αναπάντεχη σημασιακή εξέλιξη -όπως, ας πούμε, τη λέξη «κόνσολας», δηλαδή πρόξενος, που έχει φτάσει σήμερα στη Λευκάδα να χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο του παλιόπαιδου! Να θυμίσω ότι στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει πολλές ακόμα συνεργασίες φίλων για ντοπιολαλιές και λέξεις από διάφορα μέρη. Κάποτε θα παρουσιάσω ένα άρθρο-ευρετήριο, με χάρτη.

Θα (ανα)δημοσιεύσω επίσης εκτενή αποσπάσματα από την εισαγωγή του Β. Φίλιππα, διότι περιέχουν άγνωστες σχετικά πληροφορίες για τη Λευκάδα κατά την τουρκοκρατία και την επανάσταση. Όμως δεν λέω περισσότερα προς το παρόν. Δίνω τον λόγο στον Β. Φίλιππα -δικά μου σχόλια, αν βάλω, θα είναι μέσα σε [αγκύλες].

(…)

Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, όπως ανέφερα και στην αρχή του κειμένου, μού έδωσε το έναυσμα για μια σύγκριση των λέξεων του λημματολογίου του με αυτές του ιδιώματος της Λευκάδας —που επί πολλά χρόνια ερευνώ— τόσο για την αναζήτηση των κοινών τους λέξεων όσο και για τον εντοπισμό των διαφορών που αυτές συχνά έχουν τόσο στη μορφή τους όσο και στην ερμηνεία τους.

Ένας από τους λόγους που με οδήγησαν σε αυτήν τη συγκριτική μελέτη είναι το ότι η Λευκάδα είναι η μόνη από τα Επτάνησα που βρέθηκε επί μεγάλο χρονικό διάστημα στα χέρια των Οθωμανών (συγκεκριμένα, από το 1479 έως το 1684. Στην Κεφαλονιά 1479-1500, τη Ζάκυνθο 1479-1485 και στα Κύθηρα από το 1715 έως και το 1718), αλλά και λόγω της γειτνίασής της με την ηπειρωτική χώρα και τις αρπακτικές βλέψεις των Οθωμανών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και του Αλή Πασά, με κορύφωση την προσπάθεια του τελευταίου να την καταλάβει το 1807. Οι εμπορικές, οικονομικές κ.ά. άλλες σχέσεις, τα διασυνοριακά θέματα, η καταφυγή στη Λευκάδα αρματολών που είχαν πέσει σε δυσμένεια, φυγάδων, καταζητούμενων κ.ο.κ. διαμόρφωσαν και την ανάλογη γραπτή επικοινωνία των αξιωματούχων των δύο πλευρών.

Το λευκαδίτικο λεξιλόγιο περιλαμβάνει πολύ μεγαλύτερο αριθμό λέξεων τουρκικής ρίζας απ’ ότι τα υπόλοιπα Επτάνησα, στα οποία το ποσοστό των τουρκικών λέξεων είναι αμελητέο. Παρά τους δύο ολόκληρους αιώνες, όμως, που έμειναν στο νησί οι Οθωμανοί, οι τουρκικές λέξεις αυτούσιες, παρεφθαρμένες ή ως μέρος σύνθετων λέξεων, είναι κατά πολύ λιγότερες του αναμενόμενου, γύρω στο 5% του κατεγραμμένου γλωσσικού υλικού. Η οθωμανική περίοδος άφησε και λιγοστά τοπωνύμια, που αποτελούν δήλωση ιδιοκτησίας: «Πασά», «Mπέη», «Kουζούντελη». Οι αναγκαίοι περιορισμοί στην έκταση του παρόντος κειμένου καθιστούν αδύνατη περαιτέρω ανάλυση του φαινομένου, αλλά ας σημειωθεί ότι οι τουρκικές λέξεις παρέμειναν σε χρήση μετά το τέλος της τουρκοκρατίας λόγω και των έποικων από την απέναντι Στερεά και Ήπειρο, των αδιάκοπων εμπορικών συναλλαγών με τον απέναντι οθωμανοκρατούμενο χώρο αλλά και του ότι χιλιάδες φτωχοί Λευκαδίτες χωρικοί έφευγαν κάθε χρόνο από το νησί για να δουλέψουν στα εκεί χωράφια. Επίσης, και εξαιτίας του ότι κλειστοί κόσμοι, όπως αυτοί των χωριών, αποβάλλουν με μεγαλύτερη καθυστέρηση γλωσσικά στοιχεία. Το τελευταίο δικαιολογεί και τη διατήρηση περισσοτέρων τουρκικών λέξεων στα χωριά σε σχέση με την πόλη.

Οι ιδιωματικές λέξεις της Λευκάδας έχουν, βέβαια, στη συντριπτική τους πλειοψηφία ελληνική (αρχαία, μεταγενέστερη ή μεσαιωνική) και ιταλική (κυρίως βενετική) ρίζα και συναντώνται συχνά σε όλον τον ιόνιο νησιωτικό χώρο.

Η σύγκριση των λημμάτων του βιβλίου του Ν. Σαραντάκου έγινε με αυτά του ανέκδοτου μέχρι στιγμής λεξικού του λευκαδίτικου ιδιώματος, το οποίο αποτελεί προϊόν της τριακονταετούς μου συστηματικής συλλογής γλωσσικού υλικού, τόσο του προφορικού λόγου —της καθημερινής ζωής και των ιδιαίτερων επαγγελματικών ιδιωμάτων— βάσει ερωτηματολογίων, όσο και του γραπτού με την αποδελτίωση του συνόλου της λευκαδίτικης εργογραφίας από το 1845 έως τις ημέρες μας (αποδελτιώθηκαν γύρω στα 1.300 βιβλία, λεξικά, γλωσσάρια, μελέτες, άρθρα περιοδικών και εφημερίδων, λογοτεχνικά έργα, διδακτορικά, μεταπτυχιακά, φοιτητικές εργασίες, χειρόγραφες συλλογές κατατεθειμένες σε βιβλιοθήκες, σε αρχεία πανεπιστημίων, στην Ακαδημία Αθηνών κ.α.). Αποδελτίωσα επίσης πάμπολλα συμβόλαια, προικοσύμφωνα κ.λπ. της περιόδου της βενετοκρατίας (1684-1797) που βρίσκονται στο Αρχείο (ΓΑΚ νομού Λευκάδας), ενώ πλούσιους καρπούς απέδωσε και η σύγκριση του τοπικού ιδιώματος με αυτά των υπόλοιπων Ιόνιων Νησιών, της Ακαρνανίας και της Ηπείρου, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό τον σκοπό 33 λεξικά των κατά τόπους ιδιωμάτων. Το ανέκδοτο Ιδιωματικό Λεξικό της Λευκάδας εκτείνεται σε 3.402 σελίδες (χωρίς τα προλογικά και χωρίς τα όσα αφορούν τις γλωσσικές ιδιαιτερότητές του (τα τελευταία θα εκδοθούν σε ξεχωριστό τόμο) και οι λέξεις που περιλαμβάνει ανέρχονται σε 28.132, με 26.936 λήμματα. Από αυτές, 11.386 εντοπίστηκαν μετά από την έρευνά μου, 3.291 από τις οποίες δεν παρουσιάζονται πουθενά αλλού καταγραμμένες. Σε πολλές χιλιάδες ανέρχονται, επίσης, οι αποδελτιωμένες λέξεις στις οποίες δόθηκε ερμηνεία μετά από έρευνα (τόσο βιβλιογραφική όσο και με τη βοήθεια ηλικιωμένων), καθώς και αυτές που είτε συμπληρώθηκαν με σημασίες άγνωστες στην ως τώρα βιβλιογραφία, είτε εμπλουτίστηκαν με φράσεις, παροιμίες, αινίγματα, κατάρες, απαγορεύσεις, ξόρκια, γλωσσοδέτες κ.λπ., και αποσπάσματα από συμβόλαια, κώδικες λαϊκής ιατρικής κ.ο.κ. Στο Λεξικό δεν συμπεριλήφθηκαν οι χιλιάδες κοινές ελληνικές λέξεις που καταγράφονται στα παλαιότερα λευκαδίτικα γλωσσάρια ως τοπικές.

Στο Λεξικό κατέγραψα τις πηγές κάθε λήμματος, δίνοντας έτσι δυνατότητα στους ερευνητές και τους φιλίστορες να το χρησιμοποιήσουν ως βιβλιογραφικό οδηγό. Σε αυτό κατέγραψα επίσης την ιστορική (πρώτη χρονική) αναφορά σε κάθε λέξη, όπου αυτό στάθηκε δυνατό. Επιχείρησα με χρήση επιστημονικής βιβλιογραφίας και εξειδικευμένων λεξικών την ετυμολόγηση των λημμάτων. Σημείωσα, τέλος, όπου στάθηκε δυνατό, την επιστημονική ονομασία σε φυτά, ζώα, πτηνά, ψάρια και οστρακοειδή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 106 Σχόλια »