Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Όχι στα λεξικά’ Category

Ο κύριος Πρόεδρος και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 11 Ιανουαρίου, 2017

b75333Μέσα στις γιορτές διάβασα το μυθιστόρημα «Ο κύριος Πρόεδρος» του Γεράσιμου Βώκου. Εκδόθηκε το 1893, όταν ο συγγραφέας του ήταν εικοσπεντάχρονος, με υπότιτλο «Πρωτότυπον πολιτικο-κοινωνικόν μυθιστόρημα» από το τυπογραφείο της Ακροπόλεως του δαιμόνιου Βλάση Γαβριηλίδη. Εκδόθηκε ξανά το 2003 σε επιμέλεια του Παν. Μουλλά.

Ο Γαβριηλίδης, όπως επισημαίνει ο Μουλλάς στην πλούσια εισαγωγή του, είχε σωστά διαγνώσει ότι με την αύξηση του πληθυσμού της πρωτεύουσας υπήρχε πια αναγνωστικό κοινό που διψούσε για σύγχρονο λαϊκό αθηναιογραφικό μυθιστόρημα σε επιφυλλίδες, κατά τα γαλλικά πρότυπα, και ενθάρρυνε δημοσιογράφους και συγγραφείς να στραφούν στην αθηναιογραφία.

Ο Γεράσιμος Βώκος (1868-1927) ήταν πολυτάλαντος: ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος αλλά επίσης μουσικός και ζωγράφος, είναι γνωστότερος ως εκδότης του πρωτοποριακού περιοδικού Καλλιτέχνης γύρω στο 1910, ενώ τα τελευταία 10-15 χρόνια της ζωής του έζησε στο Παρίσι ως ζωγράφος και εκεί πέθανε.

Το βιβλίο του δεν είναι αριστούργημα, αλλά αν άξιζε να επανεκδοθεί το 2004 και αν αξίζει να διαβαστεί είναι κυρίως (αντιγράφω τον Μουλλά) για τη σατιρική του διάσταση, που το διαφοροποιεί από τα εμπορικά έργα του χάπι εντ, και για τη χωρίς αυταπάτες περιγραφή των ρουσφετολογικών μηχανισμών των πολιτικάντηδων. Ο Βώκος ρίχνει τα βέλη της σάτιράς του και στις δύο παρατάξεις, αλλά ίσως κρατάει τα πιο φαρμακερά για τους κόλακες του Τρικούπη.

Διότι βέβαια ο κύριος Πρόεδρος είναι ο Χαρίλαος Τρικούπης, μόνο που στο έργο λέγεται Χαρίδημος Μεγαλοϊδεάτης, ενώ ο αντίπαλός του, ο Θ. Δηλιγιάννης, έχει βαφτιστεί Φερεκίδης. Πρωταγωνιστεί στο έργο η οικογένεια του αρχειοφύλακα Μάνθου Αχτύπη, ο οποίος είναι φανατικός οπαδός του Μεγαλοϊδεάτη, που παύθηκε μόλις άλλαξε η κυβέρνηση και περιμένει τώρα, που ο Μεγαλοϊδεάτης επανήλθε στην εξουσία, να διοριστεί ξανά. Ύστερα από πολλές δοκιμασίες, ο Αχτύπης επιτέλους διορίζεται, όπως και ο μεγάλος γιος του σε άλλη δημόσια θέση. Η μεγάλη του κόρη έχει δεσμό με έναν ανθυπολοχαγό και απορρίπτει τα προξενειά ενός γείτονα σιδερά (που τον αποκαλούν γύφτο, επαγγελματικώς και όχι εθνογραφικώς). Ο ανθυπολοχαγός την παρατάει για μια μεγαλοπροικούσα φίλη της, αλλά εκείνη πλέκει ειδύλλιο με έναν μικρασιάτη (από τη Ρόδο).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 144 Comments »

Η Αγαπώ του Παντελή Μπουκάλα

Posted by sarant στο 4 Ιανουαρίου, 2017

«Περάστε τις γιορτές συντροφιά μ’ ένα βιβλίο» έλεγε κάποιο παλιό διαφημιστικό σύνθημα των εκδοτών ή βιβλιοπωλών. Εγώ τις φετινές γιορτές τις πέρασα, κατά μεγάλο μέρος, με απολαυστική συντροφιά, με το καινούργιο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα, που μου άρεσε πολύ και που θέλω να το παρουσιάσω στο σημερινό άρθρο.

mpoukalasagapwΟ τίτλος του βιβλίου είναι κάπως μακροσκελής: Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – Η «αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών.

Των δημοτικών τραγουδιών, βεβαίως. Ο φίλος Παντελής μελετάει εδώ και πολλά χρόνια το δημοτικό τραγούδι -αυτό το ήξερα και το είχαμε αναφέρει πριν από μερικούς μήνες που παρουσιάσαμε εδώ τη συλλογή δίστιχων του Λασκαράτου που την εξέδωσε πρόσφατα ο Μπουκάλας μαζί με τον καθηγητή Γιάννη Παπακώστα.

Αυτό που δεν ήξερα και που μου προκάλεσε δέος είναι το πλάτος και το βάθος, αλλά και η γνώση της ενασχόλησης. Ο Μπουκάλας μας δίνει έναν τόμο σχεδόν 600 σελίδων, από τις οποίες οι 200 είναι σημειώσεις, κάτι που δείχνει πόσο πολλή λεπτοδουλειά έχει κάνει. Στον τόμο αυτό αναλύει διάφορες πτυχές της γλώσσας όπως εκφράζονται μέσα από τα δημοτικά τραγούδια αλλά και από την επώνυμη ποίηση, έχοντας σαν κεντρικό θέμα του την ποιητική υπέρβαση των ορίων και των κανόνων της γλώσσας και σαν εμβληματικό παράδειγμα αυτής της υπέρβασης τη μετατροπή ενός ρήματος, του ρήματος αγαπώ σε ουσιαστικό: η αγαπώ, η αγαπημένη δηλαδή, αλλά και η πολυαγαπώ, ουσιαστικό που κλίνεται (της αγαπώς) και βεβαίως παρουσιάζεται και σε αρσενικό τύπο (ο αγαπός και άλλες παραλλαγές).

Ο Μπουκάλας εξετάζει αναλυτικά τον μετασχηματισμό του ρήματος σε όνομα που, όπως είπαμε, κλίνεται και, επειδή γράφει σε εκδοτικόν οίκο που κρατάει το πολυτονικό, αναφέρεται επιτροχάδην και σε ένα πρόβλημα που εμάς δεν θα μας απασχολούσε, δηλαδή τι τόνο πρέπει να πάρει το ουσιαστικό «η αγαπώ», και προκρίνει την οξεία (λέει και γιατί), αν και βέβαια στη γενική πτώση βάζει περισπωμένη. Παραδείγματα στίχων:

Ζωγράφε που ζωγράφιζες τον άγιο στην Αττάλεια
ζωγράφισε την αγαπώ μες στα δικά μου αγκάλια.

Ο νιος τον άρρωστο έκανε στης αγαπώς την πόρτα.

Άγρια περιστεράκια μου εις στο σκολειό να μπείτε,
και πέμπω χαιρετίσματα της ααπώς να πείτε (Καρπάθικο, όπου το γ πέφτει ανάμεσα σε δυο φωνήεντα).

Τον αγαπώ παντρεύουνε κι εμέ παρηγορούνε
κι όση παρηγοριά έχω γω τόσο καλό να δούνε.

Κάθε Σαββατοκύριακο που’ν’όμορφο το φόρος,
σκολάζουν οι γραμματικοί, σκολάζουν κι οι νοδάροι,
σκολάζει κι ο πολυαγαπώ ‘που το χρυσό κοντύλι,
κι απού την πόρτα μας περνά για να τ’ ανατρανίσω,
κι εγώ δεν αναντράνισα για να τον τυραννήσω
[Κρητικό -για τα λεξιλογικά αυτού του πεντάστιχου μπορεί να γραφτεί αρθράκι]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Δημοτικά τραγούδια, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 168 Comments »

Ο Χάρι Πότερ ταξιδεύει στον χρόνο

Posted by sarant στο 23 Νοεμβρίου, 2016

Με το σημερινό άρθρο πρώτος ταξιδεύω στον χρόνο εγώ, αφού θυμάμαι μιαν αγαπημένη μου συνήθεια των αρχών του αιώνα.

Η σειρά των βιβλίων του Χάρι Πότερ, δεν ντρέπομαι να το πω, μου άρεσε πολύ -και μπορεί το πρώτο ή το δεύτερο βιβλίο της σειράς να τα πήρα για τις κόρες μου, αλλά τα υπόλοιπα τα διάβασα πρώτος εγώ. Μάλιστα, για μερικές χρονιές υπήρχε το εξής τελετουργικό: αγόραζα τον καινούργιο τόμο της σειράς αμέσως μόλις κυκλοφορούσε στα αγγλικά, τον διάβαζα απνευστί και τον διηγιόμουν στις κόρες μου. Ήταν και μεγάλα βιβλία, με πολλές εκατοντάδες σελίδες, οπότε ξενυχτούσα -αλλά ήταν καλοκαίρι.

Αργότερα αγοράζαμε και την ελληνική μετάφραση, οπότε για μένα το ενδιαφέρον ήταν να δω πώς είχε αποδώσει η μεταφράστρια τα διάφορα λογοπαίγνια και πώς τα είχε καταφέρει με τα δύσκολα σημεία. Τότε δεν είχα ιστολόγιο, αλλά στον παλιό μου ιστότοπο είχα γράψει μερικά αρθράκια γύρω από τα μεταφραστικά του Χάρι Πότερ. Όταν βγήκε το έκτο βιβλίο, Harry Potter and the Half-blood Prince, ο ελληνικός εκδοτικός οίκος ανακοίνωσε ότι ο τίτλος θα ήταν «Ο Χ.Π. και ο πρίγκιπας του αίματος» -έγραψα τότε ένα άρθρο, αλλά και άλλοι πολλοί επέκριναν τον τίτλο, που ήταν εντελώς παραπλανητικός. Τελικά ο τίτλος άλλαξε στο πετυχημένο «.. και ο ημίαιμος Πρίγκιψ».

Εννοείται ότι είδαμε επίσης τις ταινίες της σειράς οικογενειακώς -εκτός από τις δυο τελευταίες, όπου τα κορίτσια είχαν πια μεγαλώσει και πήγαιναν σινεμά με την παρέα τους, κι έτσι τις είδα μόνος μου, χμ, κάπου στο Διαδίκτυο. Μέχρι εκεί -δεν ασχολήθηκα με βιντεοπαιχνίδια ή άλλα χαριποτερικά παραφερνάλια, αν και οι μικρές κάτι έπαιξαν.

Η σειρά των βιβλίων του Χάρι Πότερ ολοκληρώθηκε το 2007 με τον έβδομο τόμο -ένας τόμος για κάθε χρονιά του Χάρι στο Χόγκγουορτς.

Ωστόσο, η Τζ.Κ.Ρόουλινγκ συνέχισε να γράφει -το πρώτο της βιβλίο για μεγάλους, το A Casual Vacancy ήταν το πρώτο και μοναδικό ως τώρα λογοτεχνικό βιβλίο που το διάβασα από την αρχή ως το τέλος σε ηλεκτρονική μορφή, σε έναν ηλαναγνώστη που είχα τότε. Θέμα της μια μικρή αγγλική επαρχιακή πόλη, όπου ο ξαφνικός θάνατος ενός δημοτικού συμβούλου από εγκεφαλικό αφήνει τη θέση του στο συμβούλιο κενή (αυτή είναι η vacancy του τίτλου -στα ελληνικά αποδόθηκε ‘Ένας ξαφνικός θάνατος»). Κι αυτό μού άρεσε πολύ, η Ρόουλινγκ ξέρει να γράφει.

unnamed_614Φέτος κυκλοφόρησε ένα βιβλίο που μπορεί να θεωρηθεί το όγδοο βιβλίο της σειράς του Χάρι Πότερ, αν και δεν θα συμφωνούσαν όλοι. Καταρχάς, δεν είναι γραμμένο από την Ρόουλινγκ ή μόνο από την Ρόουλινγκ -στο εξώφυλλο συν-συγγραφείς δηλώνονται οι Τζον Τίφανι και Τζακ Θορν. Κι έπειτα, δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά θεατρικό έργο -το «σενάριο της πρόβας» γράφει το εξώφυλλο. Πρόκειται μάλιστα για ένα θεατρικό έργο σε δύο μέρη, το οποίο, όπως διαβάζω, παίζεται τώρα στο Λονδίνο, αλλά όλα τα εισιτήρια έχουν πουληθεί ως του χρόνου τον Μάιο (διάβασα μάλιστα ότι η Ρόουλινγκ επέμενε να είναι οι τιμές των εισιτηρίων χαμηλές -10 λίρες, που είναι αδιανόητο για θέατρο του Λονδίνου).

Το αγόρασα πάντως και το διάβασα -και δεν το μετάνιωσα. Βέβαια, σενάριο είναι -αλλά ομολογώ ότι σε ορισμένα σημεία με συνάρπασε. Η δράση τοποθετείται 19 χρόνια μετά το τέλος του προηγούμενου, έβδομου τόμου, όταν ο Χάρι Πότερ πλησιάζει τα σαράντα, είναι ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Μαγείας και έχει τρία παιδιά -ο δεύτερος γιος του, ο Άλμπους, ετοιμάζεται να πάει στο Χόγκγουορτς, όπου θα είναι συμμαθητής με τον γιο του Ντράκο Μαλφόι και με την κόρη του Ρον και της Ερμιόνης. Ωστόσο, δεν ακολουθεί τα βήματα του πατέρα του: πιάνει φίλο τον Σκόρπιους Μαλφόι και το Καπέλο της Επιλογής τον κατατάσσει στο Σλίθεριν, πράγμα που κι ο ίδιος φοβόταν.

Όπως κι άλλοι γιοι διάσημων πατεράδων, ο Άλμπους νιώθει να τον βαραίνει το όνομα του πατέρα του και εξεγείρεται -κι ο Χάρι δεν μπορεί να χειριστεί σωστά την απείθεια του γιου του. Αυτά έχουν συμβεί σε εκατομμύρια οικογένειες, αλλά στον κόσμο των μάγων τα πράγματα περιπλέκονται, ιδίως όταν διαρρέει η πληροφορία ότι στο Υπουργείο Μαγείας υπάρχει κάπου μια χρονομηχανή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επιστημονική φαντασία, Θεατρικά, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 181 Comments »

Από μικρός στα γράμματα (Γιώργος Κοτζιούλας)

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2016

Καθώς αύριο ανοίγουν τα σχολεία, ταιριάζει θαρρώ το σημερινό μας λογοτέχνημα να αναφέρεται στα σχολικά χρόνια -και νομίζω πως επίσης ταιριάζει να βάλω ένα εκτενές απόσπασμα από την αρχή ενός παραγνωρισμένου έργου που το θεωρώ εξαιρετικά ενδιαφέρον αλλά και το αγαπώ πολύ: εννοώ το αυτοβιογραφικό αφήγημα «Από μικρός στα γράμματα», του αγαπημένου μου Γιώργου Κοτζιούλα, κι ας είναι η σημερινή δημοσίευση φόρος τιμής και για τα 60 χρόνια από τον πρόωρο θάνατό του, που είχαμε την επέτειό τους πριν από δώδεκα περίπου μέρες.

Ο Κοτζιούλας δεν ευτύχησε να δει τυπωμένο σε βιβλίο το «Από μικρός στα γράμματα». Το έγραψε το 1948 και ήθελε να το εκδώσει, αλλά τα τυπογραφικά ήταν πολλά για τα χρονίως στενεμένα οικονομικά του. Έτσι, τελικά, αφού οι προσπάθειες δεν ευδοκίμησαν, κατέληξε να το δημοσιεύσει σε 16 συνέχειες, στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία το 1953-54. Στη συνέχεια, το έργο συμπεριλήφθηκε στον Β’ τόμο των Απάντων του ποιητή (Δίφρος, 1957) που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Επίσης εκδόθηκε αυτοτελώς σε έκδοση Βαρσοβίας από και για τους πολιτικούς πρόσφυγες -έτσι εκπληρώθηκε η επιθυμία του ποιητή.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα αποσπάσματα από τις δύο πρώτες ενότητες του βιβλίου (που συνολικά αριθμεί εννέα ενότητες). Στο τέλος εξηγώ κάποιες λέξεις. Σας παροτρύνω να διαβάσετε ολόκληρο το αφήγημα, που υπάρχει στον παλιό μου ιστότοπο, σε πληκτρολόγηση και επιμέλεια της φίλης μας της Μαρίας.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟ

Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ’ τα πιο εύκολα, και μ’ έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πώς να γράφω. Καθώς ο ίδιος, παρ’ όλη τη λιγοστή μόρφωσή του, έγραφε προσεχτικά και κανονικά, μ’ έναν τύπο δικό του, ευανάγνωστο κι ελκυστικό, πήρα απ’ αυτόν τη συνήθεια του λεπτού και ωραίου γραψίματος, έτσι που με τον καιρό να γίνω σχεδόν καλλιγράφος και ν’ ακούσω γι’ αυτό όχι λίγους επαίνους στη ζωή μου. Μα για την καλλιγραφία του πολυσπουδαγμένου γιου ευθυνόταν ο λιγογράμματος πατέρας, με τις δυο ή τρεις τάξεις του δημοτικού.

Δε μάθαιναν πολλά γράμματα στον καιρό του∙ πολλοί μάλιστα, της ίδιας ηλικίας μ’ αυτόν, δεν ήξεραν ούτε να βάλουν την υπογραφή τους. Κι όταν τους πήραν αργότερα στο στρατιωτικό ή όποτε παρουσιάζονταν στο δικαστήριο, δήλωναν σαν το φυσικότερο πράμα: αγράμματος. Το καταλάβαιναν και μόνοι τους πως αυτό δεν ήταν σωστό, ίσως να ντρέπονταν κιόλας κατά βάθος, μα δε μπορούσαν πια να το διορθώσουν. Κι αν η αμορφωσιά τους έμοιαζε μ’ ένα είδος αναπηρία, ήταν πολλοί γύρω τους που έπασχαν από το ίδιο σακατλίκι. Στο κάτω κάτω παρηγοριόνταν μονάχοι τους λέγοντας: «Δε βαριέσαι! Σάματι θα γίνω γω παπάς ή γραμματικός;» Σ’ αυτές τις δύο κατηγορίες ήταν απαραίτητα τα γράμματα, οι άλλοι μπορούσαν να κάμουν και χωρίς αυτά.

Το ’ριχναν όξω λοιπόν επαναλαμβάνοντας διασκεδαστικά το εύθυμο στιχάκι, που το ξέραν ακόμα κι οι γυναίκες και το ’λεγαν σαν παροιμία ή σαν ξόρκι:

Άλφα βήτα
κόψι πίτα,
φάι κι ισύ,
δο μ΄κι μένα!

Ως εκεί έφταναν οι πνευματικές γνώσεις των περισσότερων, αντρών και γυναικών. Σε μερικούς είχε μείνει, σα μακρινή ανάμνηση παλιάς διδαχτικής μεθόδου, από τότε που τα μάθαιναν απόξω κι ανακατωτά, και το εξής μνημοτεχνικό, ένα είδος κινέζικα:

Άλφα – ω
βήτα – ψι
γάμα – χι…

Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα ’ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ’ εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαια γεωλογική καθίζηση, για να τυραννιούνται από γεννητάτη φτώχεια οι κάτοικοί του. Τα πρώτα γράμματα τα δίδασκαν οι παπάδες, σαν οικογενειακό τους προνόμιο, σα μυστικό του σιναφιού τους, στους γιους τους που θα κληρονομούσαν το επάγγελμα, στοιχεία απ’ το Χτωήχι και το Ψαλτήρι που τα ’χαν μάθει με κόπο κι οι ίδιοι, υπηρετώντας κανέναν καλόγερο κοντινού μοναστηριού. Ο πρώτος κοινοτικός δάσκαλος που ξέπεσε στα μέρη μας (τα χωριά μας δεν είχαν ξαγοραστεί ακόμα απ’ τον Αφέντη) ήταν κάποιος Τσαπαδόντης, που αξίζει να πούμε γι’ αυτόν μερικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , , | 214 Comments »

Πώς τραβιούνται τα σαντεκλέρια λοιπόν;

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2016

Τον καιρό της νιότης μου, τα καλοκαιρινά σινεμά παίζανε επαναλήψεις, πρόβαλλαν δηλαδή παλιότερες ταινίες, οπότε ήταν μια ευκαιρία να συμπληρώσει κανείς τα κενά του ή να θυμηθεί παλιότερα έξοχα έργα. Σήμερα, αν δεν κάνω λάθος, τα περισσότερα θερινά παίζουν ταινίες πρώτης προβολής -αλλά σε αυτή την παλιά συνήθεια θα καταφύγει το ιστολόγιο, αφού το έχει βάλει αμέτι μουχαμέτι να δημοσιεύει καλοκαιριάτικα ένα άρθρο κάθε μέρα σε αδιάλειπτο σερί.

Το σημερινό άρθρο είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από πέντε χρόνια -παρά μία μέρα. Στη συνέχεια, τη λέξη «σαντεκλέρι» τη συμπεριέλαβα και στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Εδώ αναδημοσιεύω το παλιό άρθρο με αρκετές επικαιροποιήσεις παίρνοντας επίσης υπόψη τα σχόλια που είχαν γίνει κατά την πρώτη δημοσίευση. 

Lucien-Guitry-1860-1925-In-Chantecler-By-Edmond-Rostand-1868-1918Το άρθρο αυτό γεννήθηκε από ένα δικό μου σχόλιο σε  ένα λήμμα του εξαιρετικού ιστότοπου slang.gr. Εδώ, αναπτύσσω περισσότερο την άποψή μου.

Λοιπόν, στο slang.gr τέθηκε η απορία για την προέλευση της φράσης «θα τραβηχτούμε σαν τα σιντεκλέρια«, που είναι -κατά το εκεί άρθρο- μια παμπάλαιη μάγκικη έκφραση. Και βέβαια, ενώ η σημασία της έκφρασης είναι προφανής, σημαίνει «θα μαλώσουμε άσκημα», η λέξη «σιντεκλέρια» είναι εντελώς άγνωστη και μυστηριώδικη, πολύ περισσότερο που τη βρίσκουμε και με άλλες παραλλαγές: σαντεκλέρια, σεντεκλέρια, σιντεγκλέρια.

Ο φίλος Χότζας που έγραψε το αρχικό άρθρο στο slang.gr και οι υπόλοιποι στα σχόλια προσπάθησαν, με τα ελάχιστα δεδομένα που είχαν στη διάθεσή τους,  να βγάλουν νόημα, προτείνοντας με επιφυλάξεις την προέλευση από το ότι το «σαντικλέρι» είναι γυναικείο κοκαλάκι για τα μαλλιά, αλλά και φυλαχτό, διακοσμητικό -αλλά τελικά στα σχόλια νομίζω ότι συμφώνησαν με την εκδοχή που πρότεινα.

Πριν προχωρήσουμε, να πούμε ότι η έκφραση «θα τραβηχτούμε σαν τα σαντεκλέρια» (ή σαν τα σεντεκλέρια ή σιντεκλέρια) ακούγεται στην κλασική ελληνική κωμωδία «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός», που προβλήθηκε το 1961 σε σενάριο Νίκου Τσιφόρου και σκηνοθεσία Πολύβιου Βασιλειάδη. Την ταινία θα την έχετε πιθανώς δει, αλλά αν δεν θυμάστε τη συγκεκριμένη ατάκα μπορείτε να τη δείτε εδώ, είναι στο 8′.17 της ταινίας. Ο Ρίζος είναι ο κοντός του τίτλου, σώγαμπρος με πεθερά τη Βασιλειάδου η οποία του ψήνει το ψάρι στα χείλη. Αυτός υπομένει, αλλά λέει κατ’ ιδίαν στη γυναίκα του: «Κάποια στιγμή θα τραβηχτούμε σαν τα σιντεκλέρια».  Δεν ακούγεται ολοκάθαρα, άλλοι έγραψαν ότι ακούν «σιντεγκλέρια». Μπορεί βέβαια και ο ίδιος ο Ρίζος να μην είπε σωστά τη φράση, αν σκεφτούμε (βλ. πιο κάτω) ότι σε άλλο κείμενο του Τσιφόρου (του σεναριογράφου της ταινίας) υπάρχει η μορφή «σαντεκλέρια», που είναι και η αρχική κατά τη γνώμη μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 171 Comments »

Ο χουμάς και τα θρέμπελα του Π. Πολάκη

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι αφιερωμένα σε δυο ιδιωματικές λέξεις, από εκείνες που το ιστολόγιο αρέσκεται να σχολιάζει, και να ελέγχει, μέσα από τα σχόλιά σας, αν και κατά πόσο εξακολουθούν να ακούγονται. Εννοώ λέξεις που τα γενικά λεξικά δεν τις έχουν, είτε επειδή είναι μισοξεχασμένες είτε επειδή είναι ιδιωματικές, άλλοτε εντοπιζόμενες σε μία μόνο περιοχή του ελληνόφωνου χώρου και άλλοτε σε περισσότερες. Τέτοιες άλλωστε λέξεις έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, αρκετές από τις οποίες τις έχω παρουσιάσει εδώ.

Τις δυο σημερινές λέξεις δεν τις έχω βάλει στο βιβλίο, για τον απλό λόγο ότι το 2011 αγνοούσα την ύπαρξή τους. Ήρθαν και οι δυο φευγαλέα στην επικαιρότητα πρόσφατα, όταν τις χρησιμοποίησε ο υφυπουργός Υγείας Παύλος Πολάκης. Ο Πολάκης είναι Κρητικός (νομίζω Σφακιανός) και η μία από τις λέξεις είναι σίγουρα κρητική -για την άλλη δεν είμαι και τόσο βέβαιος αλλά θα περιμένω τα σχόλιά σας.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, δεν θα εστιάσω τη συζήτηση στον υφυπουργό, μόνο για να πω ότι ένα μόνο πράγμα με έχει ενοχλήσει πολύ στη δημόσια παρουσία του, ενώ άλλα, για τα οποία έχει δεχτεί κριτική, είτε με αφήνουν αδιάφορο είτε τα επιδοκιμάζω. Και αυτό το ένα είναι ότι, όπως γράφτηκε, άναψε τσιγάρο σε σύσκεψη του υπουργείου, σε κλειστό δημόσιο χώρο. Αλλά ούτε σε αυτό θέλω να σταθώ, διότι ξέρω (και ως πρώην καπνιστής) ότι το κάπνισμα εξάπτει τα πάθη και ότι όσοι καπνίζουν αδυνατούν, στην πλειοψηφία τους, να σκεφτούν λογικά για το θέμα αυτό -θα προτιμούσα λοιπόν σήμερα να εστιαστούμε στον χουμά και στα θρέμπελα.

Ο χουμάς είναι η λέξη που ακούστηκε πιο πρόσφατα, και που τη συζητήσαμε και στα σχόλια του άρθρου εκείνης της ημέρας.

Πράγματι, σε συζήτηση στη Βουλή και σε έντονη αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση, ο υφυπουργός είπε ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις «τα κάνανε χουμά» στον τομέα της υγείας, και αμέσως μετά εξήγησε πως «είναι αυτό που μένει όταν βγαίνει το τυρί, το άχρηστο».

(Στο βίντεο της συζήτησης η ατάκα με τον χουμά είναι περιπου στο 14′. Σπό το 9ο λεπτό και μετά ακούγονται και άλλες ενδιαφέρουσες λέξεις, όπως ο μπέτης = το στήθος, αν και μου φάνηκε πιο ενδιαφέρουσα η ανάλυση των πρώτων 9 λεπτών κι ας μην έχει αιχμές ή δύσκολες λέξεις).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Βουλή, Ντοπιολαλιές, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 270 Comments »

Ο Φούφουτος και πάλι

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2016

Έπεσε απερίγραπτα πολλή δουλειά κι έτυχαν και διάφορα άλλα από πάνω. Να γράψω άρθρο ήταν αδύνατον, οπότε κατέφυγα στη λύση της επανάληψης ενός παλιότερου. Το άρθρο που θα διαβάσετε το είχα δημοσιεύσει εδώ πριν από 6 χρόνια, τον Ιούλιο του 2010, οπότε υπάρχει ελπίδα να μην το είχατε διαβάσει τότε. Η αρχική αφορμή είχε δοθεί από μιαν ατάκα του Θ. Πάγκαλου, που τη μακρινή εκείνην εποχή ήταν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου. Εδώ δημοσιεύω το άρθρο ελαφρώς επικαιροποιημένο και ενσωματώνοντας κάποια δικά σας σχόλια. Πάντως, εξακολουθούμε να μην είμαστε βέβαιοι για την προέλευση της λέξης.

Την αφορμή λοιπόν για το άρθρο την είχε δώσει μια ατάκα του Θ. Πάγκαλου στο υπουργικό συμβούλιο, όπως διέρρευσε στα παραπολιτικά. Δυσανασχετώντας για τις πολλές απαιτήσεις και τη φορτικότητα των εκπροσώπων της τρόικας, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης λέγεται ότι είχε πει «δεν μπορεί να μας διατάζει ο κάθε φον Φούφουτος» ή κάτι τέτοιο.

Την ατάκα, πρέπει να το ομολογήσω, την είχα βρει έξυπνη, για την παρήχηση του φι και τον συνδυασμό του αριστοκρατικού φον με το ευτελές Φούφουτος. Θα την έβρισκα βέβαια πιο ταιριαστή στο Δελφινάριο παρά στο υπουργικό συμβούλιο, αλλά στην εποχή μας πρέπει να είναι κανείς πολυτάλαντος αν θέλει να προκόψει.

Δεν θα πολιτικολογήσω όμως, αλλά θα επιχειρήσω να ανιχνεύσω την ιστορία της λέξης «φούφουτος» -έργο δύσκολο για λέξη λαϊκή και μειωμένου κύρους, πολύ περισσότερο που είναι καλοκαίρι, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ.

Για τη σημασία της λέξης, τα λέει μισή χαρά το slang.gr:

Ο Φούφουτος είναι η εμφατικά προσωποποιημένη μορφή ενός ανύπαρκτου ή άγνωστου χαρακτήρα. Ο τάδε, ο δείνα, ο άγνωστος, ο οποιοσδήποτε, ο δενξερωγώ… Συνήθως ειρωνικά ή περιπαιχτικά.

Τα παραδείγματα φράσεων που δίνει το slang.gr είναι πολύ εύστοχα για αυτή τη χρήση.

– Και ποιος λες να τα έχει τώρα με την Τιτίκα;
– Ο Φούφουτος… Πού θες να ξέρω;

– Τοκ τοκ
– Ποιος είναι παρακαλώ;
– Ο Φούφουτος… Τι ποιος είναι ρε μαλάκα; Έφερα τα σουβλάκια…

– Αλήθεια σου λέω, δεν της το είπα εγώ!
– Ποιος τότε; Ο Φούφουτος;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Εφημεριδογραφικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 240 Comments »

Η λιόστρα και η γιόστρα

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2016

Ήμασταν τότε δεκαπέντε χρονών, μπορεί δεκάξι, το καλοκαίρι του 75, και τις δύσκολες ώρες με το λιοπύρι μαζευόμασταν στο σπίτι του Νίκου που είχε δροσιά, έβαζε ο Νίκος δίσκους στο πικάπ, ακούγαμε, παίζαμε τάβλι, συζητούσαμε.

Κι ένας από τους δίσκους που ακούγαμε συχνότερα ήταν και το Νυν και αεί του Ξαρχάκου, που είχε βγει πριν από μερικούς μήνες -το είχαμε λιώσει εκείνο το βινύλιο. Στίχοι του Γκάτσου, τραγουδούσε η Βίκυ Μοσχολιού και ο Νίκος Δημητράτος, που δεν είχε τη συνέχεια που του άξιζε. Τον πέτυχα πολλά χρόνια αργότερα, να τραγουδάει σε ένα παιδικό θέατρο που είχα πάει τις μικρές (όταν ήταν μικρές), ύστερα πάει κι αυτός.

Μια μέρα, καθώς ακούγαμε για εικοστή φορά τον δίσκο, ρωτάει ο Αντρέας:
– Ρε σείς, τι είναι η λιόστρα;

Κανείς δεν ήξερε, κι όμως ήταν στον τίτλο ενός από τα τραγούδια:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 133 Comments »

Τασία Βενέτη, Πέντε μικροδιηγήματα του χιονιού

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2016

touxioniouΤο άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο επειδή τούτο το σαββατοκύριακο έχω… αγωνιστικές υποχρεώσεις.

Σκέφτηκα να βάλω κάτι λογοτεχνικό να διαβάσουμε και η φίλη μας η Μαρία είχε την ιδέα να προτείνει και την καλή διάθεση να πληκτρολογήσει πέντε σύντομα διηγήματα από τη συλλογή «Του χιονιού» της Τασίας Βενέτη που εκδόθηκε το 2013 από τον φιλικό εκδοτικο οίκο «Το Ροδακιό».

Η συλλογή «Του χιονιού» έχει έντονο ηπειρώτικο χρώμα. Τα διηγήματα έχουν και λεξιλογικό ενδιαφέρον αφού βρίσκουμε αρκετές λέξεις της ηπειρώτικης ντοπιολαλιάς -γι’ αυτό στο τέλος εξηγώ όσες δεν θα βρείτε στα σύγχρονα λεξικά. Κάποιες από αυτές τις επισημαίνει και το Γλωσσάρι που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου.

Τα διηγήματα που διάλεξε η Μαρία να μας παρουσιάσει είναι σύντομα, αν και στο βιβλίο υπάρχουν και άλλα πιο εκτενή. Νομίζω ότι και τα πέντε ικανοποιούν τις προδιαγραφές για να χαρακτηριστούν «ιστορίες μπονζάι», όπως ονομάζει τα μικροδιηγήματα ο φίλος Γιάννης Πατίλης, που έχει ασχοληθεί πολύ με το είδος και έχει ιστολόγιο με τέτοιες ιστορίες. Αλλά δεν βλέπω να ανθολογεί ιστορίες της Τασίας Βενέτη.

Ας δούμε τα διηγήματα

Τασία Βενέτη, Του χιονιού, Το Ροδακιό 2013

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 110 Comments »

Το περίπτερο (Δημήτρης Μαρτίνος)

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2016

Ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος είχε δημοσιεύσει εδώ, σε συνεχόμενα σχόλια, πριν από μερικές μέρες, το αφήγημά του «Το γριπάκι», όπου περιγράφει ιστορίες από νεανικά καλοκαίρια στα Θερμιά. Του ζήτησα να μου το στείλει ολόκληρο να το βάλω κάποια στιγμή το καλοκαίρι, κι έτσι έγινε, και μαζί μού έστειλε κι ένα μικρότερο, το Περίπτερο, που το παρουσιάζω σήμερα.

Μια και ο Δημήτρης είναι παλιός συνάδελφος, και είναι και μεγαλύτερός μου, από σεβασμό δεν αλλάζω το πολυτονικό που διαλέγει να χρησιμοποιεί, παρόλο που η γλώσσα του είναι καθαρή, στρωτή νεοελληνική, δηλαδή δεν έχει ανάγκη τα αλεξαντριανά σκουληκάκια σε τίποτα. (Τελικά, ο φίλος μας ο Στάζιμπος μού έστειλε μονοτονισμένο το κείμενο και το βάζω στο τέλος για όσους διαβάζουν από κινητές συσκευές και έχουν πρόβλημα με τους τονισμένους χαρακτήρες).

Νησιώτικο το αφήγημα και ψαράδικο, έχει και την ανάλογη ορολογία. Εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε στο τέλος λέω δυο πράγματα.

 

ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Σεπτέμβρης τοῦ ᾿79, τελευταῖο Σαββατοκύριακο. Μὲ δυὸ φίλους ταξιδεύουμε, Σάββατο πρωί, γιὰ τὰ Θερμιὰ μὲ τὸ Ἅγιος Γεώργιος, τὸ πρῶτο, τὸ μικρὸ φερυμπὼτ τοῦ Βεντούρη. Δεύτερος μηχανικὸς στὸ βαπόρι ἕνας ᾿ξάδερφος καὶ μᾶς προσκαλεῖ γιὰ καφὲ στὸ σαλόνι τῆς πρώτης θέσης. Μετὰ τὰ γενικὰ ἡ κουβέντα γυρίζει στὸ ψάρεμα.

-«Τί γίνεται ρὲ ψηλέ, πιάνεις κανένα ψάρι;» μὲ ρωτάει.

-«Νὰ σοῦ πῶ», τοῦ ἀπαντῶ. «Ἔχω βρεῖ ἕνα περίπτερο κάτω ἀπ᾿ τὸ Φανάρι. Θὰ περάσω τ᾿ ἀπόγεμα νὰ πάρω δυὸ σαργούς, ἴσαμ᾿ ἑνάμισι κιλὸ κι οἱ δυὸ μαζί.»

-«Καλὰ, δεμένα τά ᾿χεις;» ξαναρωτάει ὁ ᾿ξάδερφος.

-«Αὔριο τ᾿ ἀπόγεμα ποὺ θὰ γυρίζουμε θὰ σοῦ πῶ», τοῦ ξαναλέω.

Δὲν συνήθιζα νὰ κάνω «δηλώσεις» τέτοιου εἴδους πρὶν ἀπὸ τὸ ψάρεμα, γιατὶ εἶχα ἀρκετὴ πεῖρα ὁ ἴδιος γιὰ νὰ ξέρω πὼς δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ ἀβέβαιο. Ἐκτὸς αὐτὰ ποὺ λέγαν οἱ παλιοί: «τὰ ψάρια στὸ γιαλό, τὸ τσουκάλι στὴ φωτιὰ» ἢ «τοῦ κυνηγοῦ καὶ τοῦ ψαρᾶ τὸ πιάτο δέκα φορὲς εἶν᾿ ἀδειανὸ καὶ μιὰ φορὰ γεμᾶτο» εἶχα καὶ ὁ ἴδιος «πικρὰν πεῖραν». Δὲν ξεχνοῦσα τὸ κάζο ποὺ εἴχαμε πάθει λίγα  χρόνια πρίν. Ἐκεῖ κατὰ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿70 εἴχαμε φτιάξει στὸ Μέριχα μιὰ παρέα νεανική, φοιτητὲς οἱ περισσότεροι, τὴν περίφημη «κουσέρβα». Τ᾿ ὄνομα τὸ «κλέψαμε» ἀπὸ τοὺς ψαράδες ποὺ ὀνόμαζαν ἔτσι τοὺς περιστασιακοὺς συνεταιρισμοὺς ποὺ ἔκαναν, ὅποτε μαζεύονταν γιὰ νὰ κάνουν ψαρέματα ποὺ ἤθελαν πολλὰ χέρια ἢ πολλὰ σκάφη.

Βασικές μας ἀσχολίες τὸ ψαροντούφεκο καὶ τὸ «καμάκι». Τὸ ψαροντούφεκο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διασκέδαση ποὺ μᾶς ἔδινε,  τροφοδοτοῦσε  τὶς βραδινές μας κρασοκατανύξεις μὲ λαχταριστοὺς θαλασσινοὺς μεζέδες.  Συνήθως ὅ,τι πιάναμε  τὰ πηγαίναμε στὶς ταβέρνες τῆς κυρα-Ρήνης ἤ τῆς Καλλιόπης ποὺ μᾶς τά ᾿φτιαχναν καὶ παίρναμε ἀπὸ τὸ μαγαζὶ τὶς σαλάτες καὶ τὸ κρασί. Ἔτσι τὴ βγάζαμε πολὺ φτηνά, γιατὶ τὰ λεφτά μας ἦταν λιγοστά. Τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς τὸ ρεφενὲ τὸν πλήρωναν κάποιοι φίλοι, μεγαλύτεροι στὴν ἡλικία, οἰκογενειάρχες, ἐργαζὸμενοι, πιὸ ἄνετοι οἰκονομικὰ ἀπὸ ἐμᾶς τὸ φοιτηταριό, ποὺ γουστάρανε τὴν παρέα μας καὶ συχνὰ μᾶς συντρόφευαν σ᾿ αὐτὲς τὶς κρασοκατανύξεις.

Συνήθως ἀκολουθοῦσε γλέντι, μὲ κασέτες  τὶς περισσότερες φορές, ἐνῶ, πιὸ σπάνια, σὲ  εἰδικὲς περιπτώσεις, παίρναμε  τὰ βιολιά. Τὰ γλέντια αὐτὰ κρατοῦσαν μέχρι τὸ πρωὶ συνήθως καὶ ξενυχτούσαμε ὅλο το Μέριχα μὲ τὶς φωνές, τοὺς χοροὺς καὶ τὰ τραγούδια μας. Κανένας ὅμως δὲ μᾶς γκρίνιαζε, γιατὶ χαιρόταν ποὺ ἐμεῖς οἱ «ἀξύριστοι μαλλιάδες» γλεντούσαμε Θερμιώτικα.

Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ πίναμε καφὲ στὸν καφενὲ τοῦ Μάρκου κοντὰ στὴ θάλασσα, πέρασε ὁ Μανώλας μὲ τὸ παραγάδι παραμάσχαλα. Παλιὸς ψαράς, παραγαδιάρης καὶ «φουσεκάς». Παρ᾿ ὅλο πού ᾿χε γιὸ πιὸ μεγάλον ἀπὸ μᾶς, γούσταρε τὴν παρέα μας καὶ πάντα εἶχε ἕτοιμο τὸ καλαμποῦρι γιὰ νὰ μᾶς πειράξει, συνήθως γιὰ τὶς τουρίστριες πού, ὅπως εἴπαμε, ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς βασικές μας ἀσχολίες. Αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως μᾶς ζύγωσε μὲ ὕφος συνωμοτικὸ καὶ μᾶς εἶπε μὲ χαμηλὴ φωνή:

«Ρὲ σεῖς, ἔχω σκοτώσει κάτι ψάρια ἐκειδὰ στὴν ξέρα τοῦ Μπιλίνου, ἀπὸ τὴ μέσα μεριά, στὸ μπουγαζάκι. Μάζεψα κάτι λίγα ποὺ βγήκανε στὸν ἀφρό, ὅμως τὰ πιὸ πολλὰ βουλιάξανε. Άντέτε νὰ τὰ μαζέψετε, δὲν εἶναι βαθιὰ, πεντέξι ὀργιές. Ὅμως τὸ νοῦ σας, τσιμουδιὰ σὲ κανέναν!»

Στὸ λεπτὸ πάρθηκε ἡ ἀπόφαση καὶ κανονίστηκε ποιοὶ θὰ πήγαιναν. Ἐγὼ εἶχα κάποια δουλειὰ καὶ δὲ θὰ πήγαινα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς, ἐκτὸς ἀπ᾿  τὴ δουλειά, ψιλοφοβόμουνα κιόλας γιατὶ μοῦ ᾿χε πεῖ ὁ Δημήτρης, ὁ γιὸς τοῦ Μανώλα, πὼς μιὰ φορὰ ποὺ εἶχε βουτήξει γιὰ σκοτωμένα ψάρια, ἦρθε μούρη μὲ μούρη μ᾿ ἕνα σκυλόψαρο ποὺ εἶχε πάει νὰ τὰ φάει.  Ἔτσι ἀποφασίστηκε νὰ μὴν πάει ὁλόκληρη ἡ παρέα γιὰ νὰ μὴν ἁπλώσει πολὺ τὸ πράμα καὶ μαθευτεῖ. Ἐξ ἄλλου τὰ ψάρια περίμεναν ἐκεῖ, σκοτωμένα, κι οὔτε κυνῆγι ἤθελαν, οὔτε ντουφέκισμα.

Ὅπως κι ἔγινε. Ὅσοι πῆγαν μάζεψαν τὰ ψάρια στὸ ἅψε-σβῆσε καὶ μετὰ ἄρχισαν νὰ τὰ τρυποῦν μὲ τὸ καμάκι πάνω στὴ βάρκα. Σὲ λίγη σχετικὰ ὥρα  γύρισαν στὸ λιμάνι, ὅπου εἶχε μαζευτεῖ καὶ ἡ ὑπόλοιπη παρέα μαζὶ μὲ τοὺς συνηθισμένους περίεργους. Καθὼς  τοὺς εἶδαν νὰ γυρίζουν νωρὶς ἄρχισαν τὰ σχόλια τοῦ τύπου «νηστικοὶ θὰ μείνουμε ἀπόψε»  ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν ξέρανε τί ἔτρεχε ἀκριβῶς. Μόλις ὅμως εἴδανε τὰ ψάρια μείνανε μὲ τὸ στὸμα ἀνοιχτό. Ἕνας εἶπε μάλιστα: «Γιὰ δὲς ἀστεῖα-ἀστεῖα οἱ μαλάκες!», φράση ποὺ ἔμεινε παροιμιώδης γιὰ τὴν παρέα καὶ τὴ θυμόμαστε ἀκόμα, ὅποτε βρισκόμαστε ὅσοι ἔχουμε ἀπομείνει.

Τὸ βράδυ ἀκολούθησε ψαροφαγία καὶ οἰνοποσία, ὅπου καὶ ἀποφασίστηκε μεγάλη ἐξόρμηση γιὰ τὴν ἄλλη μέρα. Θὰ πήγαινε ὅλη ἡ ὁμάδα σὲ πλήρη σύνθεση καὶ μάλιστα μὲ δυὸ βάρκες,  ἐπειδὴ δὲ χωρούσαμε σὲ μιά. Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ Κώστας, ποὺ δὲν ἤξερε τὸ μυστικὸ τῆς τελευταίας ψαριᾶς, προσφέρθηκε νὰ κάνει τὸ μάγειρα: «Ρὲ σεῖς δὲν ἐρχόσαστε αὔριο στὸ σπίτι μου, στὴν Πισκοπή; Θὰ πάρω τὸ καζάνι τοῦ πανηγυριοῦ ὰπὸ τὸν Ἅι-Βλάση καὶ θὰ φτιάξουμε κακκαβιά!» Βλέποντας τὴν ποσότητα τῶν ψαριῶν ποὺ εἶχε πιάσει ἡ μισὴ ὁμάδα σὲ λίγη ὥρα, ἦταν σίγουρος πὼς τὴν ἑπομένη, ποὺ θά ᾿μαστε ὅλοι καὶ μάλιστα ἀπὸ νωρίς, θὰ σηκώναμε ὅλη τὴ θάλασσα. Γι᾿ αὐτὸ τὴν ἄλλη μέρα φορτώθηκε τὸ καζάνι (ποὺ μέσα του βράζανε ὁλάκερο ἀρνὶ ἢ κατσίκι στὰ πανηγύρια), καθάρισε καὶ μισὸ τσουβάλι πατάτες καὶ κρεμμύδια γιὰ την κακκαβιὰ καὶ μᾶς περίμενε νὰ φέρουμε τὰ ψάρια. Κι ὁ διάολος τά ᾿φερε ὅλα στραβὰ τὴ μέρα ἐκείνη.Ὄχι μόνο δὲν πιάσαμε τὰ ψάρια τῆς προηγούμενης μέρας, ἀλλὰ οὔτε αὐτὰ ποὺ πιάναμε τὶς πιὸ πολλὲς φορές. Ἔτσι τὸ βράδυ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καζούρα, φάγαμε μπριζόλες καὶ πατάτες τηγανητές. Ὅσο γιὰ τὰ κρεμμύδια, βάλαμε ὅσα μπορέσαμε στὴ σαλάτα καὶ τὰ ὑπόλοιπα μείνανε γιὰ κατάπλασμα!

Ὁ ξάδερφος, ἄν καὶ ἔλειπε ὅταν ἔγιναν αὐτὰ ποὺ γράφω παραπάνω, τὴν ἤξερε τὴν ἱστορία γιατὶ  ἄκουγε νὰ τὴ λέμε συχνὰ ὅποτε μαζευόμαστε. Ἄν καὶ μεγαλύτερός μας, ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τὸν περίγυρο τῆς παρέας κι  ὅποτε ξεμπαρκάριζε καὶ βρισκόταν  στὸ νησὶ  ἐρχόταν στὰ γλέντια μας. Δὲν εἶπε  τίποτα, μονάχα μὲ κοίταξε μ᾿ ἕνα αἰνιγματικὸ χαμόγελο σὰ νὰ μοῦ ᾿λεγε: «Καλά, αὐτὰ ποὺ λὲς μᾶς τά ᾿παν κι ἄλλοι»  καὶ φύλαξε τὸ δούλεμα γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς.

Ἐγὼ πάλι, δὲν ξέρω γιατί, εἶχα μιὰ σιγουριὰ ὅτι τὰ ψάρια θά ᾿ταν ἐκεῖ νὰ μὲ περιμένουν.Ὄχι χωρὶς λόγο βέβαια. Πρὶν ἀπὸ κανα μήνα εἶχα ἀνακαλύψει, κάτω ἀπὸ τὸ Φανάρι, στὴ μπούκα τοῦ λιμανιοῦ, μιὰ τρύπα γεμάτη σαργούς. Τὴν πρώτη φορὰ εἶχα χτυπήσει ἕναν γὺρω στὰ τρία τέταρτα. Ξαναπῆγα ἄλλα δυὸ Σάββατα (τότε πήγαινα κάθε Σαββατοκύριακο στὸ νησί). Τὴ μιὰ φορὰ πῆρα ἕναν καὶ τὴν ἄλλη δυό: ἕναν στὸν πηγαιμὸ (ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Μέριχα πρὸς τὴν Πισκοπὴ) κι ἕναν στὸ γυρισμὸ στὴ βάρκα (τὴ φουντάριζα λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Φανάρι). Ὅλα τὰ ψάρια ἦταν μεγάλα, πάνω ἀπὸ μισόκιλο. Τὸ Φανάρι ἦταν τότε φοβερὸς ψαρότοπος. Ὁ βυθὸς πανέμορφος, γεμᾶτος μεγάλες πέτρες σωριασμένες στὸ βυθὸ ἀπὸ τὴ μανία τῆς θάλασσας ποὺ σφυροκοπάει τὸν κάβο χιλιάδες, ἑκατομμύρια χρόνια. Κάποιες φορὲς εἶχα μείνει νὰ κοιτάζω ἔκπληκτος τὸν πλοῦτο τῶν ψαριῶν, χωρὶς τελικὰ νὰ πιάνω τίποτα. Σαργοί, ροφοί, στεῖρες, συναγρίδες ὅλα μαζὶ σ᾿ ἕνα μαγικὸ μπαλέτο τοῦ βυθοῦ καὶ νὰ μὴν ξέρεις ποῦ νὰ πρωτοβουτήξεις. Στὸ τέλος, ὅταν τ᾿ ἀποφάσιζες νὰ βουτήξεις, τά ᾿βλεπες νὰ σκορπίζουν σιγὰ σιγὰ καὶ νὰ κατηφορίζουν στὸ γαλάζιο χάος. Ἡ τρύπα ἐκείνη ὅμως ἦταν ἀλλιώτικη. Οἱ σαργοὶ τριγύριζαν ἀπ᾿ ἔξω καὶ μόλις βούταγα ἔμπαιναν μέσα καὶ τριγύρναγαν στὸ βάθος της. Φακὸ δὲν εἶχα (τότε τὰ ψάρια ἦταν πιὸ ἀπονήρευτα καὶ δὲν χρειαζόταν).  Ἔβαζα μέσα τὸ κεφάλι καὶ μόλις συνήθιζαν τὰ μάτια στὸ μισοσκόταδο ἔβλεπα τὶς ἀσημένιες σιλουέτες καὶ ντουφέκιζα. Τότε δὲν ἤξερα τί γίνεται. Σήμερα ὅμως, μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ψαροντούφεκο, εἶμαι σίγουρος πὼς κάπου ἐκεῖ στὸ βάθος τῆς τρύπας, στὰ σκοτεινά, θαλάμιαζε ἕνας μεγάλος ροφός. Γι᾿ αὐτὸ «κοπάδιαζαν» ἐκεῖ οἱ σαργοί, ἀναγκάζοντάς με νὰ τὴν ὀνοματίσω «περίπτερο».

Τὸ ἀπόγευμα συναντηθήκαμε μὲ τὴν παρέα στὸ μόλο, μπροστὰ στὴ βάρκα μου. Μπονάτσα, χαρὰ Θεοῦ, μὲ μιὰν ἀραιὴ συννεφιά. Ἡ γλύκα τῆς ἀρχῆς τοῦ φθινοπώρου. Μόλις φτάσαμε στὸν τόπο σταμάτησα τὴ βάρκα κι οὔτε ποὺ φουντάραμε τὸ σίδερο. Ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ ἄλλοι δυὸ εἶχαν ἔρθει γιὰ παρέα καὶ θά ᾿μεναν στὴ βάρκα.

Τότε δὲν εἶχαν βγεῖ ἀκόμα τὰ καινούργια ψαροντούφεκα μὲ τὶς μακριὲς λεπτὲς βέργες ποὺ καταλήγουν σὲ αἰχμή, τὶς ταϊτιέν, καὶ ψάρευα μὲ τρίαινα. Δὲν ξέρω γιατί, ἴσως κάτι μέσα μου, αὐτὸ τὸ ἔνστικτο τοῦ κυνηγοῦ τὸ ἀρχέγονο, μ᾿ ἔκανε νὰ ξεβιδώσω τὴν τρίαινα καὶ νὰ βάλω τὴ δελφινιέρα. Μόλις ἔπεσα στὴ θάλασσα εἶδα ἀμέσως τὰ γνωστὰ σημάδια τῆς τρύπας. Τὴν εἶχα μάθει πιὰ τόσο καλὰ ποὺ σταμάτησα τὴ βάρκα σχεδὸν ἀπὸ πάνω. Πῆρα δυὸ-τρεῖς βαθειὲς ἀνάσες καὶ βούτησα. Μόλις ἔφτασα στὴν τρύπα καὶ κοίταξα μέσα ἦταν πιὸ σκοτεινὰ ἀπὸ τὶς ἄλλες φορές. Ὁ φθινοπωριάτικος ἥλιος μὲ τὴν ἀραιὴ συννεφιὰ δὲ φώτιζε καὶ τόσο καλά. Γρήγορα ὅμως τὰ μάτια μου συνήθισαν καὶ ξεχώρισαν μιὰ κίνηση στὸ βάθος. Χωρὶς ἀργοπορία σημάδεψα πρὸς τὰ ᾿κεῖ,  ντουφέκισα κι ἀμέσως τράβηξα τὸ κορδὸνι τῆς βέργας. Ἡ βέργα ὅμως δὲν ἐρχόταν. Γιὰ κάποια δευτερόλεπτα σκέφτηκα μὴπως τὸ ψάρι ποὺ χτύπησα  ἦταν ροφὸς κι εἶχε «βραχώσει». Χώθηκα λοιπὸν μέσα στὴν τρύπα, ὅσο πιὸ βαθιὰ χωροῦσα καὶ κατάφερα νὰ πιάσω τὴ βέργα. Μὲ δυὸ-τρία ἀπότομα κουνήματα κατάφερα νὰ τὴν ξεμπλέξω καὶ τὸτε τί νὰ δῶ: δυὸ μεγάλοι σαργοί, ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλον, περασμένοι «σουβλάκι» στὴ βέργα!

Ἀνέβαινα κρατώντας μὲ τὰ δυό μου χέρια τὴ βέργα ὰπὸ τὶς ἄκρες της καὶ τὰ ψάρια ἀνάμεσα. Ἔτσι ξεμπρόβαλα μέσα ἀπὸ τὸ νερὸ μὲ τὰ χέρια στὴν ἀνάταση καὶ μιὰ κραυγὴ θριάμβου ποὺ ἑνώθηκε μὲ τὶς φωνὲς τῶν δυὸ φίλων ἀπὸ τὴ βάρκα.

Δημήτρης  Στεφ. Μαρτῖνος

 

Λεξιλογικά-φρασεολογικά

Να πω δυο πράγματα λεξιλογικά, παρόλο που το ψάρεμα δεν είναι καθόλου το φόρτε μου -ουσιαστικά δεν έχω ψαρέψει ποτέ.

* Ο συγγραφέας παραθέτει τη γνωστή παροιμία για «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο». Να προσθέσω κι άλλες δύο που τις βρίσκω στα Κεφαλονίτικα γνωμικά του Λουκάτου, ο οποίος έχει και την παραπάνω.

«Του κυνηγού και του ψαρά, έρμο είναι το σπίτι του», αλλά και:

«Το ψάρι θέλει πομονή και το κυνήγι πείσμα», μια ακόμα από τις πολλές παραλλαγές στο ίδιο μοτίβο, που εδώ φαίνεται εξαιρετικά εύστοχη.

* φουσεκάς, ο ψαράς που δουλεύει με δυναμίτη (φουσέκι)

* κουσέρβα, μια πολύ ενδιαφέρουσα λέξη που είναι δάνειο από τα βενετικά -και βέβαια, από την ίδια ρίζα, αλλά από τα γαλλικά, έχουμε δανειστεί την πολύ πιο κοινή κονσέρβα.

Κουσέρβα στο αφήγημα του Δημήτρη είναι οι περιστασιακοί συνεταιρισμοί που έκαναν οι ψαράδες όταν μια αλιευτική εξόρμηση χρειαζόταν πολλά χέρια ή πολλά σκάφη. Η σημασία αυτή πράγματι υπάρχει, αλλά η λέξη έχει και μια δεύτερη σημασία, τα πλοία που πηγαίνουν μαζί ή το ένα πίσω απ’ το άλλο.

Ο όρος υπάρχει στους Χαλασοχώρηδες του Παπαδιαμάντη, όπου ο ναυτικός μπαρμπα-Στεφανής, αγανακτισμένος από το εκλογικό ψηστήρι που του κάνει ο κυρ Μανώλης, εξεγείρεται και αρχίζει να του τα ψέλνει, χρησιμοποιώντας αρμαθιά ναυτικούς όρους, και λέει, ανάμεσα στα άλλα: «Για καμιά τσομπανοφλοέρα με πήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να σου κατέβηκε να σε τραβήξω γιουντέκι ή ν’ αρμενίσουμε κουσέρβα;»

Αλλά και στο διήγημα «Για τα ονόματα», ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει δυο φιλους που παίρνουν γραμμή τα σπίτια όσων γιορτάζουν για να δεχτούν κεράσματα: συνήθιζον οι δύο να πηγαίνουν «κονσέρβα», ως έλεγαν, δηλ. ως δύο συμπλέοντα πλοία, να φέρουν γύραν εις όλας τας οικίας όσαι εώρταζον

Μονοτονική μορφή

ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Σεπτέμβρης του ’79, τελευταίο Σαββατοκύριακο. Με δυο φίλους ταξιδεύουμε, Σάββατο πρωί, για τα Θερμιά με το Άγιος Γεώργιος, το πρώτο, το μικρό φερυμπώτ του Βεντούρη. Δεύτερος μηχανικός στο βαπόρι ένας ’ξάδερφος και μας προσκαλεί για καφέ στο σαλόνι της πρώτης θέσης. Μετά τα γενικά η κουβέντα γυρίζει στο ψάρεμα.

 

-«Τι γίνεται ρε ψηλέ, πιάνεις κανένα ψάρι;» με ρωτάει.

-«Να σου πω» του απαντώ. «Έχω βρει ένα περίπτερο κάτω απ’ το Φανάρι. Θα περάσω τ’ απόγεμα να πάρω δυο σαργούς, ίσαμ’ ενάμισι κιλό κι οι δυο μαζί.»

-«Καλά δεμένα τα ’χεις;» ξαναρωτάει ο ’ξάδερφος.

-«Αύριο τ’ απόγεμα που θα γυρίζουμε θα σου πω» του ξαναλέω.

Δεν συνήθιζα να κάνω «δηλώσεις» τέτοιου είδους πριν από το ψάρεμα, γιατί είχα αρκετή πείρα ο ίδιος για να ξέρω πως δεν υπάρχει τίποτα πιο αβέβαιο. Εκτός αυτά που λέγαν οι παλιοί: «τα ψάρια στο γιαλό, το τσουκάλι στη φωτιά» ή «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο δέκα φορές είν’ αδειανό και μια φορά γεμάτο» είχα και ο ίδιος «πικράν πείραν». Δεν ξεχνούσα το κάζο που είχαμε πάθει λίγα χρόνια πριν. Εκεί κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχαμε φτιάξει στο Μέριχα μια παρέα νεανική, φοιτητές οι περισσότεροι, την περίφημη «κουσέρβα». Τ’ όνομα το «κλέψαμε» από τους ψαράδες που ονόμαζαν έτσι τους περιστασιακούς συνεταιρισμούς που έκαναν, όποτε μαζεύονταν για να κάνουν ψαρέματα που ήθελαν πολλά χέρια ή πολλά σκάφη.

Βασικές μας ασχολίες το ψαροντούφεκο και το «καμάκι». Το ψαροντούφεκο, εκτός από τη διασκέδαση που μας έδινε, τροφοδοτούσε τις βραδυνές μας κρασοκατανύξεις με λαχταριστούς θαλασσινούς μεζέδες. Συνήθως ό,τι πιάναμε τα πηγαίναμε στις ταβέρνες της κυρα-Ρήνης ή της Καλλιόπης που μας τα ’φτιαχναν και παίρναμε από το μαγαζί τις σαλάτες και το κρασί. Έτσι τη βγάζαμε πολύ φτηνά, γιατί τα λεφτά μας ήταν λιγοστά. Τις πιο πολλές φορές το ρεφενέ τον πλήρωναν κάποιοι φίλοι, μεγαλύτεροι στην ηλικία, οικογενειάρχες, εργαζόμενοι, πιο άνετοι οικονομικά από εμάς το φοιτηταριό, που γουστάρανε την παρέα μας και συχνά μας συντρόφευαν σ’ αυτές τις κρασοκατανύξεις.

Συνήθως ακολουθούσε γλέντι, με κασέτες τις περισσότερες φορές, ενώ πιο σπάνια, σε ειδικές περιπτώσεις, παίρναμε τα βιολιά. Τα γλέντια αυτά κρατούσαν μέχρι το πρωί συνήθως και ξενυχτούσαμε όλο το Μέριχα με τις φωνές, τους χορούς και τα τραγούδια μας. Κανένας όμως δε μας γκρίνιαζε, γιατί χαιρόταν που εμείς οι «αξύριστοι μαλλιάδες» γλεντούσαμε Θερμιώτικα.

Μια μέρα, εκεί που πίναμε καφέ στον καφενέ του Μάρκου κοντά στη θάλασσα, πέρασε ο Μανώλας με το παραγάδι παραμάσχαλα. Παλιός ψαράς, παραγαδιάρης και «φουσεκάς». Παρ’ όλο που ’χε γιό πιο μεγάλον από μας, γούσταρε την παρέα μας και πάντα είχε έτοιμο το καλαμπούρι για να μας πειράξει, συνήθως για τις τουρίστριες που, όπως είπαμε, ήταν μια από τις βασικές μας ασχολίες. Αυτή τη φορά όμως μας ζύγωσε με ύφος συνωμοτικό και μας είπε με χαμηλή φωνή:

«Ρε σεις, έχω σκοτώσει κάτι ψάρια εκειδά στη ξέρα του Μπιλίνου, από τη μέσα μεριά, στο μπουγαζάκι. Μάζεψα κάτι λίγα που βγήκανε στον αφρό, όμως τα πιο πολλά βουλιάξανε. Αντέτε να τα μαζέψετε, δεν είναι βαθειά, πεντέξι οργιές. Όμως το νου σας, τσιμουδιά σε κανέναν!»

Στο λεπτό πάρθηκε η απόφαση και κανονίστηκε ποιοι θα πήγαιναν. Εγώ είχα κάποια δουλειά και δε θα πήγαινα. Η αλήθεια είναι πως, εκτός απ’ τη δουλειά, ψιλοφοβόμουνα κι’ όλας γιατί μού ’χε πει ο Δημήτρης, ο γιός του Μανώλα, πως μια φορά που είχε βουτήξει για σκοτωμένα ψάρια, ήρθε μούρη με μούρη μ’ ένα σκυλόψαρο που είχε πάει να τα φάει. Έτσι αποφασίστηκε να μην πάει ολόκληρη η παρέα για να μην απλώσει πολύ το πράμα και μαθευτεί. Εξ άλλου τα ψάρια περίμεναν εκεί, σκοτωμένα κι ούτε κυνήγι ήθελαν, ούτε ντουφέκισμα.

Όπως κι έγινε. Όσοι πήγαν μάζεψαν τα ψάρια στο άψε-σβύσε και μετά άρχισαν να τα τρυπούν με το καμάκι πάνω στη βάρκα. Σε λίγη σχετικά ώρα γύρισαν στο λιμάνι, όπου είχε μαζευτεί και η υπόλοιπη παρέα μαζί με τους συνηθισμένους περίεργους. Καθώς τους είδαν να γυρίζουν νωρίς άρχισαν τα σχόλια του τύπου «νηστικοί θα μείνουμε απόψε» από εκείνους που δεν ξέρανε τι έτρεχε ακριβώς. Μόλις όμως είδανε τα ψάρια μείνανε με το στόμα ανοιχτό. Ένας είπε μάλιστα: «Για δες αστεία-αστεία οι μαλάκες!», φράση που έμεινε παροιμιώδης για την παρέα και τη θυμόμαστε ακόμα, όποτε βρισκόμαστε όσοι έχουμε απομείνει.

Το βράδυ ακολούθησε ψαροφαγία και οινοποσία, όπου και αποφασίστηκε μεγάλη εξόρμηση για την άλλη μέρα. Θα πήγαινε όλη η ομάδα σε πλήρη σύνθεση και μάλιστα με δυο βάρκες, επειδή δε χωρούσαμε σε μια. Ακούγοντας αυτά ο Κώστας, που δεν ήξερε το μυστικό της τελευταίας ψαριάς, προσφέρθηκε να κάνει το μάγειρα: «Ρε σεις δεν ερχόσαστε αύριο στο σπίτι μου, στη Πισκοπή; Θα πάρω το καζάνι του πανηγυριού από τον Άι-Βλάση και θα φτιάξουμε κακκαβιά!» Βλέποντας την ποσότητα των ψαριών που είχε πιάσει η μισή ομάδα σε λίγη ώρα, ήταν σίγουρος πως την επομένη, που θα ’μαστε όλοι και μάλιστα από νωρίς, θα σηκώναμε όλη τη θάλασσα. Γι’ αυτό την άλλη μέρα φορτώθηκε το καζάνι (που μέσα του βράζανε ολάκερο αρνί ή κατσίκι στα πανηγύρια), καθάρισε και μισό τσουβάλι πατάτες και κρεμμύδια για την κακκαβιά και μας περίμενε να φέρουμε τα ψάρια. Κι ο διάολος τα ’φερε όλα στραβά τη μέρα εκείνη. Όχι μόνο δεν πιάσαμε τα ψάρια της προηγούμενης μέρας, αλλά ούτε αυτά που πιάναμε τις πιο πολλές φορές. Έτσι το βράδυ, εκτός από την καζούρα, φάγαμε μπριζόλες και πατάτες τηγανητές. Όσο για τα κρεμμύδια, βάλαμε όσα μπορέσαμε στη σαλάτα και τα υπόλοιπα μείνανε για κατάπλασμα!

Ο ξάδερφος, αν και έλειπε όταν έγιναν αυτά που γράφω παραπάνω, την ήξερε την ιστορία γιατί άκουγε να τη λέμε συχνά όποτε μαζευόμαστε. Αν και μεγαλύτερός μας, ήταν κι αυτός ένας από τον περίγυρο της παρέας κι όποτε ξεμπαρκάριζε και βρισκόταν στο νησί ερχόταν στα γλέντια μας. Δε είπε τίποτα, μονάχα με κοίταξε μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο σα να μού ’λεγε: «Καλά αυτά που λες μας τα ’παν κι άλλοι» και φύλαξε το δούλεμα για το ταξίδι της επιστροφής.

Εγώ πάλι, δεν ξέρω γιατί, είχα μια σιγουριά ότι τα ψάρια θα ’ταν εκεί να με περιμένουν. Όχι χωρίς λόγο βέβαια. Πριν από κανα μήνα είχα ανακαλύψει, κάτω από το Φανάρι στη μπούκα του λιμανιού, μια τρύπα γεμάτη σαργούς. Την πρώτη φορά είχα χτυπήσει έναν γύρω στα τρία τέταρτα. Ξαναπήγα άλλα δυο Σάββατα (τότε πήγαινα κάθε Σαββατοκύριακο στο νησί). Τη μια φορά πήρα έναν και την άλλη δυο: έναν στο πηγαιμό (από τη μεριά του Μέριχα προς τη Πισκοπή) κι έναν στο γυρισμό στη βάρκα (τη φουντάριζα λίγο πριν από το Φανάρι). Όλα τα ψάρια ήταν μεγάλα, πάνω από μισόκιλο. Το Φανάρι ήταν τότε φοβερός ψαρότοπος. Ο βυθός πανέμορφος, γεμάτος μεγάλες πέτρες σωριασμένες στο βυθό από τη μανία της θάλασσας που σφυροκοπάει τον κάβο χιλιάδες, εκατομμύρια χρόνια. Κάποιες φορές είχα μείνει να κοιτάζω έκπληκτος τον πλούτο των ψαριών, χωρίς τελικά να πιάνω τίποτα. Σαργοί, ροφοί, στήρες, συναγρίδες όλα μαζί σ’ ένα μαγικό μπαλέτο του βυθού και να μην ξέρεις πού να πρωτοβουτήξεις. Στο τέλος, όταν τ’ αποφάσιζες να βουτήξεις, τα ’βλεπες να σκορπίζουν σιγά-σιγά και να κατηφορίζουν στο γαλάζιο χάος. Η τρύπα εκείνη όμως ήταν αλλιώτικη. Οι σαργοί τριγύριζαν απ’ έξω και μόλις βούταγα έμπαιναν μέσα και τριγύρναγαν στο βάθος της. Φακό δεν είχα (τότε τα ψάρια ήταν πιο απονήρευτα και δεν χρειαζόταν). Έβαζα μέσα το κεφάλι και μόλις συνήθιζαν τα μάτια στο μισοσκόταδο έβλεπα τις ασημένιες σιλουέτες και ντουφέκιζα. Τότε δεν ήξερα τι γίνεται. Σήμερα όμως, μετά από τόσα χρόνια ψαροντούφεκο, είμαι σίγουρος πως κάπου εκεί στο βάθος της τρύπας, στα σκοτεινά, θαλάμιαζε ένας μεγάλος ροφός. Γι’ αυτό «κοπάδιαζαν» εκεί οι σαργοί, αναγκάζοντάς με να την ονοματίσω «περίπτερο».

Το απόγευμα συναντηθήκαμε με την παρέα στο μόλο, μπροστά στη βάρκα μου. Μπονάτσα, χαρά Θεού με μιαν αραιή συννεφιά. Η γλύκα της αρχής του φθινοπώρου. Μόλις φτάσαμε στον τόπο σταμάτησα τη βάρκα κι ούτε που φουντάραμε το σίδερο. Έτσι κι αλλιώς οι άλλοι δυο είχαν έρθει για παρέα και θα ’μεναν στη βάρκα.

Τότε δεν είχαν βγει ακόμα τα καινούργια ψαροντούφεκα με τις μακριές λεπτές βέργες που καταλήγουν σε αιχμή, τις ταϊτιέν και ψάρευα με τρίαινα. Δεν ξέρω γιατί, ίσως κάτι μέσα μου, αυτό το ένστικτο του κυνηγού το αρχέγονο, μ’ έκανε να ξεβιδώσω την τρίαινα και να βάλω τη δελφινιέρα. Μόλις έπεσα στη θάλασσα είδα αμέσως τα γνωστά σημάδια της τρύπας. Την είχα μάθει πια τόσο καλά που σταμάτησα τη βάρκα σχεδόν από πάνω. Πήρα δυο-τρεις βαθειές ανάσες και βούτησα. Μόλις έφτασα στην τρύπα και κοίταξα μέσα ήταν πιο σκοτεινά από τις άλλες φορές. Ο φθινοπωριάτικος ήλιος με την αραιή συννεφιά δε φώτιζε και τόσο καλά. Γρήγορα όμως τα μάτια μου συνήθισαν και ξεχώρισαν μια κίνηση στο βάθος. Χωρίς αργοπορία σημάδεψα προς τα ’κει, ντουφέκισα κι αμέσως τράβηξα το κορδόνι της βέργας. Η βέργα όμως δεν ερχόταν. Για κάποια δευτερόλεπτα σκέφτηκα μήπως το ψάρι που χτύπησα ήταν ροφός κι είχε «βραχώσει». Χώθηκα λοιπόν μέσα στην τρύπα, όσο πιο βαθειά χωρούσα και κατάφερα να πιάσω τη βέργα. Με δυο-τρία απότομα κουνήματα κατάφερα να την ξεμπλέξω και τότε τι να δω: δυο μεγάλοι σαργοί, ο ένας δίπλα στον άλλον, περασμένοι «σουβλάκι» στη βέργα!

Ανέβαινα κρατώντας με τα δυο μου χέρια τη βέργα από τις άκρες της και τα ψάρια ανάμεσα. Έτσι ξεμπρόβαλα μέσα από το νερό με τα χέρια στην ανάταση και μια κραυγή θριάμβου που ενώθηκε με τις φωνές των δυο φίλων από τη βάρκα.

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θαλασσινά, Παπαδιαμάντης, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , | 142 Comments »

Ο γρούπος του Γιούρογκρουπ

Posted by sarant στο 9 Μαΐου, 2016

Σήμερα συνεδριάζουν εκτάκτως στις Βρυξέλλες οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης, ύστερα από αίτημα της ελληνικής πλευράς, μια συνεδρίαση που μπορεί να είναι κρίσιμη για την πορεία της αξιολόγησης και την απαίτηση μερίδας των δανειστών να θεσπιστεί μηχανισμός αυτόματης διόρθωσης των αποκλίσεων.

Δεν ξέρω αν η συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ μάς επιφυλάσσει συγκινήσεις ή εκπλήξεις, εδώ θα είμαστε και θα τις συζητήσουμε στα σχόλια. Το άρθρο δεν θα προσπαθήσει να μαντέψει τις εξελίξεις όμως -θα λεξιλογήσουμε για το Γιούρογκρουπ λοιπόν.

Καταρχάς, να πούμε για την ίδια τη λέξη, αλλά και για το ίδιο το πράγμα. Το Γιούρογκρουπ ή Eurogroup είναι άτυπο όργανο, που γεννήθηκε μετά τη δημιουργία του ευρώ και της ευρωζώνης, αφού το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών της ΕΕ, το λεγόμενο Εκοφίν, περιλάμβανε όλα τα κράτη μέλη, τόσο εκείνα που είχαν υιοθετήσει το κοινό νόμισμα όσο και τα άλλα. Η άτυπη αυτή συνεδρίαση για αρκετά χρόνια λειτουργούσε χωρίς νομική βάση. Αναγνωρίστηκε εκ των υστέρων με το Πρωτόκολλο αριθ. 14 στη Συνθήκη της Λισαβόνας, στο ελληνικό κείμενο του οποίου υπάρχει η απόδοση «Ευρωομάδα», ένας όρος ο οποίος δεν χρησιμοποιείται και πολύ από τα μέσα ενημέρωσης.

Παρόλο που έχει αναγνωριστεί εκ των υστέρων, η Ευρωομάδα δεν είναι θεσμικό όργανο της Ένωσης και όμως συζητάει καίρια θέματα και παίρνει δεσμευτικές αποφάσεις, όπως έγινε με την Κύπρο και με την Ελλάδα. Το παράδοξο είναι ότι το άτυπο αυτό όργανο λειτουργεί σε καθεστώς απόλυτης αδιαφάνειας και πλήρους έλλειψης λογοδοσίας, αφού δεν είναι υπόλογο ούτε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ούτε στα εθνικά. Διαιωνίζεται έτσι και μεγεθύνεται η θεσμική ανωμαλία που προκλήθηκε με την υιοθέτηση κοινού νομίσματος από ορισμένα μόνο κράτη μέλη της Ένωσης και όχι από το σύνολό της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επικαιρότητα, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 296 Comments »

Καβο-Μαλιάς, διήγημα του Κωστή Μπαστιά

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2016

Tο σημερινό λογοτεχνικό μας θέμα δεν το είχα προγραμματίσει, προέκυψε ξαφνικά μέσα από τη συζήτηση σε προηγούμενο άρθρο, τη συζήτηση που ξεστράτισε όπως τόσο συχνά συμβαίνει, ιδίως ύστερα από κάποιαν ώρα -και πολλές φορές τα ξεστρατίσματα αυτά βγάζουν σε τοποθεσίες καινούργιες, κάτι που άλλωστε έγινε και τούτη τη φορά.

Ήρθε λοιπόν η συζήτηση στους Μανιάτες -τα «κακαβούλια»- και την πειρατεία την οποία μετέρχονταν, σπρωγμένοι από την ανέχεια. Πειρατεία θαλασσινή, αλλά και στεριανή, με τη λεηλάτηση των ναυαγίων στον καβο-Μαλιά. Και είναι ο καβο-Μαλιάς έτσι κι αλλιώς ζόρικο πέρασμα, αλλά έχει γραφτεί ότι οι Μανιάτες υποβοηθούσαν την τύχη τους με παραπλανητικά σημάδια, στέλνοντας ουσιαστικά τα περαστικά πλοία γραμμή πάνω στα βράχια.

Αυτό είναι το θέμα του σημερινού διηγήματος, του Κωστή Μπαστιά, που το πρότεινε ο φίλος μας ο Corto, και που τόσο πρόθυμα προσφέρθηκε να το πληκτρολογήσει. Τον ευχαριστώ πολύ!

Στο τέλος του διηγήματος, βάζω καναδυό λεξιλογικά.

Κ. Μπαστιάς

ΚΑΒΟ – ΜΑΛΙΑΣ

Άνθρωπος δεν έμαθε ποτές πούθε κρατούσε η σκούφια του. Κι ούτε και για τ’ όνομά του μπορούσε να μαρτυρήσει κανείς με σιγουριά. Στη Μονεμπασιά είχε φουντάρει ένα πρωινό, μέσα σε μια κόκκινη βάρκα, με το λατίνι κουρελιασμένο. Είπε πως τ’ όνομά του είναι Μιχάλαρος. Ίσαμε δω και μη παρέκει. Μιχάλαρος νέτα σκέτα. Έτσι, ο καθένας μπορούσε λέφτερα να φτιάξει με το μυαλό του μιαν ιστορία, απλή ή παράξενη. Για τούτο όμως δεν νοιαζόταν ο Μιχάλαρος. Φορούσε την υδραίικια βράκα του και πορπατούσε ξιπόλυτος. Εξόν από τούτη τη βράκα και μια μπλου φανέλα, κανένα άλλο ρούχο δε σκέπαζε το κορμί του. Τη βάρκα του την είχε δεμένη πίσω από μια ξέρα, και στη Μονεμπασιά δεν απερνούσε παρά μονάχα για ψώνιο. Δυο καρβέλια, ελιά και ρέγγα.

Ήταν ψηλός, με γένι μαυριδερό, δασιά φρύδια και κομμένο το ζερβί τ’ αφτί του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Μάνη | Με ετικέτα: , , | 182 Comments »

Η Μπετζέχρω και ο Χάρι Πότερ

Posted by sarant στο 25 Απριλίου, 2016

porcupine-bezoar-270x300Το έναυσμα για το σημερινό άρθρο το χρωστάω σε μια καινούργια φίλη του ιστολογίου, που με ρώτησε για το όνομα της γιαγιάς της, η οποία γιαγιά της, που πέθανε στη δεκαετία του 70, είχε το περιεργότατο και σπανιότατο όνομα Μπετζέχρω.

Σπανιότατο αλλά όχι ανύπαρκτο ή πρωτοφανές. Γκουγκλίζοντας το όνομα με τις παραλλαγές του, δηλαδή: Μπεντζέχρω, Πε(ν)τζέχρω και Πα(ν)τζέχρω θα βρείτε μερικές, μετρημένες στα δάχτυλα, εμφανίσεις του, κυρίως στο νομό Μεσσηνίας (απ’ όπου και η γιαγιά της φίλης μου). Πιθανόν κάποιοι σχολιαστές να ξέρουν γυναίκες με το όνομα αυτό, θα το πείτε στα σχόλια.

Η φίλη, που έχει διαβάσει το βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, πρότεινε σαν πιθανή αρχή του ονόματος Μπετζέχρω το παντζέχρι, μια εικασία που είναι σωστή, αν πάρουμε υπόψη μας τους άλλους τύπους του ονόματος (Παντζέχρω, Πεντζέχρω) αλλά και το ότι η λέξη παντζέχρι έχει παράλληλο τύπο «πεντζέχρι».

Το παράδοξο είναι πώς ένα αντικείμενο σαν το παντζέχρι έφτασε να δώσει ανθρώπινο, και μάλιστα γυναικείο όνομα. Υπάρχει απάντηση και σ’ αυτό, αν και ίσως προσθέσετε κάποια στοιχεία με τη συζήτηση. Όμως, προτρέχω.

Και προτρέχω επειδή δεν έχουμε πει τι είναι το παντζέχρι, που δεν είναι δα και λέξη πασίγνωστη -τα σύγχρονα λεξικά δεν την έχουν.

Το παντζέχρι λοιπόν είναι ένας σβώλος που σχηματίζεται στα εντόσθια των φυτοφάγων ζώων, από τις τρίχες που τυχαίνει να καταπιεί το ζώο, συγκολλημένες μεταξύ τους υπό την επίδραση των υγρών του πεπτικού σωλήνα. Με τον καιρό, αυτό το συσσωμάτωμα σκληραίνει σαν την πέτρα.

Γιατί να μας ενδιαφέρει αυτό το μάλλον αηδιαστικό πράγμα; Επειδή από παλιά πιστευόταν πως έχει ιαματικές ιδιότητες, ιδίως ως αντίδοτο στο δηλητήριο των φιδιών αλλά και στα δηλητήρια γενικώς. Η αντίληψη αυτή πρέπει να είναι ευρύτατα διαδεδομένη, δηλαδή και στην Ευρώπη, και στην καθ’ημάς Ανατολή, αλλά και στην Άπω Ανατολή -οι σβώλοι που βλέπετε στη φωτογραφία είναι κινέζικο παντζέχρι, και μάλιστα παντζέχρι σκατζοχοιρένιο, που θεωρείται υψηλής ποιότητας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λαογραφία, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , | 223 Comments »

Γέμελοι και μπινιάρηδες

Posted by sarant στο 15 Φεβρουαρίου, 2016

Χτες πήγα στην Κόρινθο.  Είχα πάρα πολλά χρόνια να πάω, από τότε που ο Λέων Σγουρός ήταν ακόμα δόκιμος. Βλέπεις, η Κόρινθος έχει το καλό (ή το κακό) ότι βρίσκεται πολύ κοντά’ κάθε φορά που περνούσαμε απέξω, καθώς πηγαίναμε στο Ναύπλιο ή πιο πέρα, ή στην Πάτρα, λέγαμε «να ρθούμε καμιά φορά και στην Κόρινθο» -αλλά μέναμε στα λόγια. Οπότε, χτες πήρα τον προαστιακό και σε μια ώρα είχα φτάσει.

Από τον σταθμό του τρένου, που είναι έξω από την πόλη, πήρα ταξί για να ανέβω στον Ακροκόρινθο. (πληρώνοντας περισσότερα από το εισιτήριο του τρένου πηγαινέλα). Καθώς περνούσαμε από την Αρχαία Κόρινθο, το χωριό, ο ταξιτζής μού σύστησε την ταβέρνα του Γέμελου «για μαγειρευτά».

Συνήθως δεν δίνω μεγάλη σημασία σε τέτοιες συστάσεις, αλλά τούτη τη φορά έκανα την εξαίρεση, επειδή είχα τον λόγο μου.

Κι έτσι, όταν κατηφόρισα από τον Ακροκόρινθο κάτω, πέρασα πρώτα από τα αρχαία (αν θέλετε να πάτε, να περιμένετε καλύτερα ως την 1η Μαρτίου, διότι το Μουσείο είναι κλειστό για ανακαίνιση έως τότε) κι ύστερα, βγαίνοντας από τον αρχαιολογικό χώρο πήγα στην ταβέρνα του Γέμελου. Ή ίσως του Γιέμελου, διότι στο μεν εστιατόριο η πινακίδα γράφει Gemelos, αλλά προηγουμένως, μέσα στο χωριό, είχα δει ένα κηδειόχαρτο για κάποιον «Γιέμελο». Εναλλακτική γραφή, βεβαια, αν και κατά τη γνώμη μου, αφού το «γε» προφέρεται το ίδιο με το «γιε», προτιμότερη είναι η απλούστερη γραφή, Γέμελος.

Το εστιατόριο είχε λαχανοντολμάδες και γουάι-φάι. Οι ντολμάδες δεν ήταν πολύ καλοί, αλλά το γουάι φάι ήταν γρήγορο. Στο τέλος, με τον λογαριασμό, για κέρασμα (μια συνήθεια που έχει πια καθιερωθεί, θαρρώ) φέρανε πορτοκάλια -πολύ λογικό. Αλλά εδώ δεν γαστρονομολογούμε, λεξιλογούμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επώνυμα, Ετυμολογικά, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , | 170 Comments »