Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Όχι στα λεξικά’ Category

Τα μάτια και το διασάκι

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2017

Διασταυρώθηκα τις προάλλες με μια νεανική παρέα στο δρόμο. Ήταν ένα αγόρι, πανύψηλο όπως τα περισσότερα της γενιάς του, και τρία κορίτσια. Συζητούσαν για ντυσίματα, αλλά δεν πρόσεξα τι έλεγαν. Μόλις έφυγαν από το οπτικό μου πεδίο, μία από τις κοπέλες φώναξε, διαμαρτυρόμενη:

– Τι κοιτάζεις, ρε, τι κοιτάζεις;

Δεν ήθελα να γυρίσω να κοιτάξω κι εγώ, πάντως το αγόρι απάντησε μάλλον ατάραχο

– Τα μάτια τα έχουμε για να κοιτάζουμε· αλλιώς θα αγγίζαμε με τα χέρια.

Δεν δόθηκε συνέχεια στη συζήτηση, τουλάχιστον ώσπου ν’ απομακρυνθούν.

Ήταν νέα παιδιά, κάτω από τα είκοσι, οπότε στις παρέες τους δεν θα συνηθιζόταν η στερεότυπη απάντηση που είχα ακούσει μικρός:

– Για τα πάντα υπάρχει νόμος, για τα μάτια όχι όμως.

Την παροιμιώδη αυτή φράση την είχα πρωτακούσει από τη γιαγιά μου, και πάνε πολλά χρόνια που δεν θυμάμαι να την έχω ακούσει, ωστόσο γκουγκλίζοντας τη βρίσκω να χρησιμοποιείται αρκετά, ιδίως ως εισαγωγή σε φωτογραφίες που δείχνουν άντρες να ρίχνουν αμήχανα, λάγνα ή έκπληκτα βλέμματα σε καλλίγραμμες και όχι βαριά ντυμένες γυναίκες, συχνά σε αθλητικές συναντήσεις.

Η φράση που μας απασχολεί σήμερα θα μπορούσε ίσως να μπει λεζάντα και στη διάσημη φωτογραφία αριστερά, όπου η Σοφία Λόρεν λοξοκοιτάζει επιτιμητικά το αποκαλυπτικό ντεκολτέ της Τζέιν Μάνσφιλντ.

Όμως εδώ λεξιλογούμε κι έτσι δεν θα επεκταθούμε στις καλλίγραμμες και στα κάλλη τους. Επιστρέφουμε στη φράση, που μου έδινε ανέκαθεν την εντύπωση πως έχει φτιαχτεί στο σχολείο ή σε αστικό περιβάλλον, δεν είναι δηλαδή αυθεντικά λαϊκή. Ίσως την εντύπωση αυτή να μου τη δημιουργεί η ρίμα, που είναι πρωτότυπη αλλά πεποιημένη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 132 Σχόλια »

Το Ουζερί Τσιτσάνης και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2017

Το Πάσχα που κατέβηκα στην Ελλάδα ένας φίλος μού ζήτησε να του φέρω το «Ουζερί Τσιτσάνης», οπότε πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο και το πήρα. Ύστερα συνειδητοποίησα πως δεν θυμόμουν αν μου είχε ζητήσει το βιβλίο ή την ταινία σε DVD, και του τηλεφώνησα για να επιβεβαιώσω. Για να χαρεί ο Μέρφι, ο φίλος ήθελε την ταινία, οπότε το βιβλίο το κράτησα εγώ, μια και δεν το είχα. Αναζήτησα το ντιβιντί και αφού σε καναδυό μεγάλα βιβλιοπωλεία δεν το είχαν τελικά έκανα τη θυσία να μπω στο Πάμπλικ του Συντάγματος και να το πάρω από εκεί. Έτσι, διάβασα το βιβλίο και μετά ο φίλος μού δάνεισε το ντιβιντί και είδα και την ταινία.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο συγγραφέας του βιβλίου, μου αρέσει αν και δεν έχω όλα του τα βιβλία. Νομίζω πως το φόρτε του είναι τα μικρά διηγήματα, είναι από τους μάστορες του είδους. Το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε εδώ είναι βέβαια και πρόκληση -να περιγράψει την κατοχική Θεσσαλονίκη και να πλάσει μια ιστορία στην οποία συνδυάζονται ιστορικά πρόσωπα (ο Τσιτσάνης, ο Μουσχουντής) με μυθιστορηματικά- ήταν όμως κι ένα θέμα πιασάρικο, όχι με την κακή έννοια, ένα θέμα στο οποίο ένας μάστορας έχει σχεδόν εξασφαλισμένη την επιτυχία.

Ο Σκαμπαρδώνης δηλώνει στο προοίμιο ότι δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα και παραδέχεται ότι έχει κάνει κάποιους αναχρονισμούς, που ένας είναι, θαρρώ, ότι τοποθετεί τη σύνθεση της Συννεφιασμένης Κυριακής μέσα στην Κατοχή. Ωστόσο, αναφέρει καταλεπτώς τις πηγές του -και είναι σαφές ότι έχει μελετήσει την εποχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη, Κατοχή, Κινηματογράφος, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 179 Σχόλια »

Η πρέκνα και τα λεξικά μας

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2017

Καθώς είμαι ακόμα σε ταξίδι, ανεβάζω σήμερα ένα παλιό άρθρο, ελπίζοντας πως οι περισσότεροι δεν θα το ξέρετε ή δεν θα το θυμάστε. Ελπίδα βάσιμη, διότι η πρώτη δημοσίευσή του  έγινε όταν το ιστολόγιο όχι απλώς δεν είχε σαραντίσει, αλλά μόλις έκλεινε 10 μέρες ζωής. Και για να μην παραπονιούντι οι παλιοί θαμώνες, σε τούτην την επανάληψη έχω προσθέσει μερικά πράγματα.

Για τα λεξικά μας, η λέξη πρέκνα δεν υπάρχει. Δεν θα τη βρείτε ούτε στον Μπαμπινιώτη, ούτε στου Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, ούτε στο Μέγα του Παπύρου, ούτε στον τρίτομο Σταματάκο, ούτε καν στον 15τομο Δημητράκο.  Αν είναι δικαιολογημένη αυτή η  παράλειψη ή όχι, θα το πούμε μετά.

Τι είναι όμως πρέκνα; Τη λέξη την ξαναβρήκα σε ένα διήγημα του Ιωάννου, Εν ταις ημέραις εκείναις, που ανέβασα τις προάλλες, που μιλάει για τον αφανισμό των Εβραίων:

Ένα κοκκινομάλλικο κορίτσι με πρέκνες στο πρόσωπο δεκατέσσερα με δεκαπέντε χρονώ,

Εδώ η οφθαλμοφανής σημασία είναι φακίδες, αλλά η λέξη περισσότερο χρησιμοποιείται για στίγματα, όπως αυτά της ηλικίας. Στη συζήτηση που έγινε στο φόρουμ Λεξιλογία, μια φίλη πρόσφερε το εξής άριστο παράδειγμα χρήσης, που το άκουσε από μια φίλη της Πολίτισσα:  «Άσε, μεγαλώνοντας γέμισα πρέκνες, εγώ που ποτέ δεν ήμουν πρεκνιάρα». Και συμπληρώνει, η φίλη, «Την πρώτη φορά που μας το είπε την κοιτάγαμε καλά-καλά, τώρα το λέμε κι εμείς».

Πρέκνες έχει και η ρόγα του σταφυλιού και μάλιστα υπάρχει και ποικιλία σταφυλιού, της περιοχής της Νάουσας, που λέγεται πρεκνάδι, ή πρικνάδι ή πρεκνιάρικο ή πρέκνα. Λέγεται έτσι επειδή έχει «ρώγες χρώματος κιτρινόξανθου με μικρά μαύρα στίγματα». Φίλος οινόφιλος λέει πως το συγκεκριμένο κρασί είναι από τις πιο εύγευστες ελληνικές ποικιλίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 134 Σχόλια »

Ο δασονόμος και οι γιάπηδες

Posted by sarant στο 26 Μαΐου, 2017

Ποια σχέση έχει ο φάντης με το ρετσινόλαδο, ή τέλος πάντων ο δασονόμος με τους γιάπηδες, θα ρωτήσετε. Πρόκειται για δυο τραγούδια που μόλις έμαθα την ύπαρξή τους και θεώρησα ότι έχουν αρκετό ενδιαφέρον ώστε να τους αφιερωθεί το σημερινό άρθρο. Το ενδιαφέρον αυτό, όπως θα μαντέψατε ίσως, πέρα από το καθαρά μουσικό-καλλιτεχνικό είναι και γλωσσικό.

Θα παρουσιάσω λοιπόν, με γλωσσικό σχολιασμό, δυο τραγούδια από το κυπριακό συγκρότημα Monsieur Doumani, που το απαρτίζουν ο Αντώνης Αντωνίου (τζουράς), ο Άγγελος Ιωνάς (κιθάρα) και ο Δημήτρης Γιασεμίδης (πνευστά). Δεν ξέρω γιατί ονόμασαν έτσι το συγκρότημά τους, αλλά επειδή η ονομασία είναι γαλλοπρεπής θα την τόνιζα στη λήγουσα, Μεσιέ Ντουμανί δηλαδή, και όχι Ντουμάνι.

Τα τραγούδια μού τα σύστησε ο καλός φίλος Δαεμάνος, μέγας γνώστης του είδους. Προέρχονται και τα δυο από τον πρώτο δίσκο των Μεσιέ Ντουμανί (Grippy Grappa, 2013). Το πρώτο είναι παραδοσιακό, που το έχουν διασκευάσει, ενώ το δεύτερο είναι εντελώς δικό τους, σύγχρονο.

Και ξεκινάμε με το παραδοσιακό, που λέγεται Ο δασονόμος:

 

Παραθέτω τα λόγια:

Τζ΄ίντα τον θέλεις ρα πελλή εσού τον δασονόμο, να μπαίνει μες τον καβενέν με το βουρτζί στον ώμον
Τζ΄ίντα τον θέλεις ρα πελλή εσού τον δασονόμο, τζ΄εν παίρνεις ένα δάσκαλον για ένα δικηόρο

Του δικηόρου μάνα μου εν κομμένη η ποινή του, στην πίσσα τζαι στην χόγλαση μετρά την αμοιβή του
Τζαι του δασκάλου α μανα εν μαύρο το βλατζί του, απού τον σσυλλομπάσταρτον που ΄ν πας την τζεφαλή του.

Ο δασονόμος κόρη μου ήσυχος εν θα μείνει, εννα γυρίζει τα βουνά τες πυρκαγιές να σβήννει, να γίνεται ολόμουζος γι΄ανάμισι σελίνι
Οι δασονόμοι μάνα μου που το 35, επιάνναν τα πεντόλιρα τζαι ζούσαν σα λεβέντες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Κύπρος, Τραγούδια, κυπριακά | Με ετικέτα: , , , | 131 Σχόλια »

Το αυγό (διήγημα του Στάθη Κοψαχείλη)

Posted by sarant στο 21 Μαΐου, 2017

Αυγό ή αβγό; Θα ασχοληθούμε άλλη φορά με το… φλέγον αυτό ερώτημα, σήμερα είναι Κυριακή κι έτσι έχουμε ύλη λογοτεχνική -αν λεξιλογήσουμε, θα γίνει στο περιθώριο.

Θα δούμε σήμερα ένα διήγημα από μια σχετικά πρόσφατη συλλογή διηγημάτων, το βιβλίο του Στάθη Κοψαχείλη «Η δρακοντιά» (είναι φυτό, που έχει και αρκετό λεξιλογικό ενδιαφέρον), μια συλλογή του 2015 που σχολιάστηκε πολύ από την κριτική αλλά που, ομολογώ, δεν έχω αξιωθεί να διαβάσω. Η φίλη μας η Μαρία το διάλεξε και το πληκτρολόγησε.

Η Δρακοντιά είναι η δεύτερη συλλογή του Στάθη Κοψαχείλη, ο οποίος γεννήθηκε το 1957 στο Λιτόχωρο και ζει στη Θεσσαλονίκη. Περιλαμβάνει 12 διηγήματα. Είχε προηγηθεί η συλλογή «Παραμιλητά» το 2011.

Στο τέλος του κειμένου, βάζω ένα απόσπασμα κριτικής και κάποια λίγα λεξιλογικά.

Το αυγό
Στον Δημήτρη Παπαθανασίου

Το πρωί της Δευτέρας 8 Ιουνίου του 1942 ο Αποστόλης Βαρθαλαμής, που έχει πατήσει για καλά τα εξήντα, ξύπνησε άκεφος. Ένιωθε μεγάλη αδυναμία, εξαντλημένος από την παρατεταμένη ασιτία και, παρ’ ότι έκανε ζέστη, αυτός κρύωνε. Δυο μέρες τώρα δεν έβαλε τίποτα στο στόμα του, εκτός από μερικές κληματσίδες που μάζεψε απ’ το αμπέλι του. Τις τρώει αλλά μετά υποφέρει απ’ τους πόνους, γιατί είναι στομαχικός. Λίγες μέρες πριν με πολλές προφυλάξεις περπάτησε στο κομμάτι της σιδηροδρομικής γραμμής ανάμεσα στα δυο γερμανικά φυλάκια και βρήκε μια μουχλιασμένη κουραμάνα. Την καθάρισε και μ’ αυτή πορεύτηκε άλλες τρεις μέρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , | 130 Σχόλια »

Αφού μας θύμισαν την Οδύσεια του Καζαντζάκη…

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2017

Άλλο φιλολογικό άρθρο είχα σκοπό να δημοσιεύσω σήμερα, αλλά με άρπαξε από το μανίκι η επικαιρότητα -δεν γίνεται κάθε μέρα (παρα)πολιτικός καβγάς για ένα λογοτεχνικό έργο! Εννοώ βέβαια την Οδύσεια του Καζαντζάκη, που πολυτελές ομοιότυπο της πρώτης έκδοσης του 1938 χάρισε ο Αλέξης Τσίπρας στους Κινέζους επισήμους στο Πεκίνο. Το όλο θέμα θα περνούσε απαρατήρητο (ποιος προσέχει τα δώρα των επισήμων και ποιος τα θυμάται; ) αν δεν ήταν η παχυλή αμάθεια και η αντιπολιτευτική εμμονή των ανάξιων εραστών της αριστείας, που με μπροστάρη τον Σκάι και διάφορα στελέχη της ΝΔ βγήκαν στα κεραμίδια για να κράξουν τον… ανορθόγραφο τίτλο του βιβλίου ή το κακέκτυπο αντίτυπο που χάρισε ο Τσίπρας, δείχνοντας έτσι ότι αγνοούσαν πως ο Καζαντζάκης, πέρα από τη μετάφραση που έκανε στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου μαζί με τον Κακριδή, που είναι πασίγνωστη επειδή πολλές γενιές μαθητών τη διδάχτηκαν στο Γυμνάσιο, είχε επίσης γράψει κι ένα δικό του ποίημα, την Οδύσεια, ένα μνημειώδες αν μη τι άλλο για το μέγεθός του έργο με 33.333 στίχους (δηλαδή εκτενέστερο από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου μαζί).

Αυτήν την Οδύσεια ο Καζαντζάκης την έγραφε πολλά πολλά χρόνια -αν διαβάσετε τα 400 γράμματά του στον Πρεβελάκη θα δείτε τον διαρκή αγώνα και την αγωνία του. Ακόμα κι όταν έγραφε άλλα έργα, δούλευε παράλληλα και την Οδύσεια -για παράδειγμα, στην επιστολή αρ. 55, σταλμένη τον Ιούνιο του 1928 από τη Μόσχα, «Δουλεύω καλά και κάποτε γράφω σκορπιστά μερικούς στίχους Οδύσεια«. Ή, τον Ιούνιο του 1931 από το Gottesgab (Μπόζι Νταρ στα τσέχικα, πόλη της τότε Τσεχοσλοβακίας στα σύνορα με τη Γερμανία): «Γαλήνη, ήλιος, έλατα, μυρωδιά νιοθέριστου χόρτου -και μπροστά μου πάλι το πέλαγο της Οδύσειας«. Εφτά φορές θαρρώ έγραψε όλο το έργο από την αρχή, ώσπου να εκδοθεί το 1938, σε 301 αντίτυπα, σε μονοτονικό σύστημα και με απλοποιημένη ορθογραφία -χωρίς διπλά σύμφωνα, χωρίς αυ και ευ. Γι’ αυτό, Οδύσεια.

Στην Β’ έκδοση του 1957, τηρήθηκε η ορθογραφία της εποχής, άρα πολυτονικό, διπλά σύμφωνα, αυ και ευ. Δεν είμαι ειδικός στον Καζαντζάκη και δεν ξέρω για ποιο λόγο έγινε αυτό. Την επιμέλεια την είχε ο Ε. Κάσδαγλης, πάντως, στον οποίο ο Καζαντζάκης έστελνε διαρκώς γράμματα από το εξωτερικό, δίνοντάς του εντολή να αλλάξει τον τάδε ή τον δείνα στίχο, ενώ του είχε δώσει και το ελεύθερο να κάνει μικροαλλαγές για λόγους μέτρου στο κείμενο. Από τότε, Οδύσσεια -στην τρέχουσα έκδοση που θα βρείτε στα βιβλιοπωλεία. Αλλά η πολυτελής επανεκτύπωση της πρωτης έκδοσης, που έγινε το 2006, κράτησε φυσικά τον αρχικό τίτλο -και αυτό το αντίτυπο δωρίστηκε στο Πεκίνο.

Δεν ξέρω αν έχει γίνει σύγκριση της πρώτης με τη δεύτερη έκδοση για να φανούν οι αλλαγές, ούτε αν έχουν σωθεί όλα τα προηγούμενα σχεδιάσματα του έργου. Κάποια αποσπάσματα έχουμε από τις προηγούμενες μορφές και για να πάρετε μια ιδέα, δίνω στο τέλος του άρθρου ένα μικρό κομμάτι. Οπωσδήποτε, το τεράστιο μέγεθος του έργου δυσχεραίνει τέτοιες μελέτες. Ούτε υπάρχει, θαρρώ, πλήρες γλωσσάρι της Οδύσειας, που θα ήταν ηράκλειο έργο. Ο Πρεβελάκης ξεκίνησε το 1932 να κάνει γλωσσάρι και τελείωσε το πρώτο μισό (ραψωδίες Α-Κ) βασισμένος όμως σε χειρόγραφο της Οδύσειας που τελικά υπέστη αρκετές τροποποιήσεις ώσπου να τυπωθεί. Έτσι το γλωσσάρι του, που μπορείτε να το βρείτε στο Διαδίκτυο ενταγμένο σε πανεπιστημιακή διατριβή, καταχωρεί και λέξεις που δεν συμπεριλήφθηκαν τελικά στην έκδοση του 1938.

Με την ευκαιρία, μια διευκρίνιση για τις λέξεις του Καζαντζάκη. Χτες, σε κάποια διαδικτυακή συζήτηση, είδα να διατυπώνεται η άποψη ότι «ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί χιλιάδες δικές του λέξεις». Δεν είναι ακριβές αυτό, παρά μόνο στις σύνθετες και παράγωγες λέξεις, όπου πράγματι ο Καζ. όπως και κάθε συγγραφέας φτιάχνει δικές του λέξεις -ας πούμε, δροσόκορμος (με δροσάτο κορμί) ή κυπαρισσοφραγή (φράχτης από κυπαρίσσια). Αλλά οι απλοί όροι είναι όλοι τους (όσους έχω τσεκάρει, τουλάχιστον) υπαρκτές λέξεις της νεοελληνικής και των διαλέκτων της. Σε κάποιο γράμμα προς τον Πρεβελάκη λέει ότι το πολύ να έχει πλάσει δέκα δικές του λέξεις στην Οδύσεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επικαιρότητα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 229 Σχόλια »

Οι λέξεις της Ορθοκωστάς

Posted by sarant στο 4 Μαΐου, 2017

Το μυθιστόρημα «Ορθοκωστά» του Θανάση Βαλτινού δεν το είχα διαβάσει, ήξερα όμως ότι έχει ως θέμα του την τρομοκρατία που υποτίθεται ότι άσκησε το ΕΑΜ στην Πελοπόννησο το 1943 και το 1944. Η Ορθοκωστά είναι ένα μοναστήρι στην Κυνουρία στο οποίο υποτίθεται ότι λειτουργούσε επί Κατοχής στρατόπεδο συγκέντρωσης «αντιδραστικών». Το βιβλίο αποτελείται από 47 κεφάλαια, τα περισσότερα πολυσέλιδα αλλά μερικά συντομότατα, λίγες αράδες μόνο, που το καθένα είναι και μια «μαρτυρία» για τα γεγονότα στην Κυνουρία. «Μιλάνε» χωριάτισσες, αξιωματικοί του στρατού, νοικοκυραίοι, ταγματασφαλίτες. Βάζω εισαγωγικά, επειδή το βιβλίο του Βαλτινού είναι μυθιστόρημα και όχι ιστορικό δοκίμιο και όλες αυτές οι «μαρτυρίες» είναι μυθοπλασία που αγνοώ σε ποιον βαθμό βασίζεται στην πραγματικότητα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Βαλτινός χρησιμοποιεί αυτή την τεχνική, να παραθέτει δηλαδή οιονεί μαρτυρίες, που όμως είναι γραμμένες από τόν ίδιο, δεν είναι δηλαδή μαρτυρίες. Το έχει ξανακάνει, αν δεν κάνω μεγάλη γκάφα, τόσο στο Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη, όσο και στα Στοιχεία για τη δεκαετία του 60. (Αντίθετα, στην εξαιρετική Κάθοδο των εννιά δεν χρησιμοποιείται η τεχνική αυτή, διότι δεν υπάρχει η επίφαση του ντοκουμέντου, της μαρτυρίας).

Το βιβλίο λοιπόν δεν το είχα διαβάσει, αν και είχα παρακολουθήσει, τότε που κυκλοφόρησε (το 1994), τη συζήτηση που έγινε, αφού από αρκετούς αριστερούς θεωρήθηκε ότι το έργο του Βαλτινού ξεπλένει τους ταγματασφαλίτες -μια και παρουσιάζει ότι εντάχθηκαν στα τάγματα εξωθημένοι από την εαμική τρομοκρατία.

Το αναζήτησα πριν από μερικούς μήνες σε κεντρικό βιβλιοπωλείο, όπου μου έδωσαν την ανακριβή απάντηση ότι έχει εξαντληθεί (στην πραγματικότητα, είχε αλλάξει ο εκδότης). Σε πρόσφατη διαδικτυακή συζήτηση έκανα λόγο για το βιβλίο και μια καλή φίλη, που παρακολουθούσε τη συζήτηση, το αγόρασε και μου το χάρισε. Ένιωσα έτσι υποχρεωμένος να το διαβάσω, πράγμα που έκανα, όχι χωρίς κόπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 179 Σχόλια »

Για το Μανώλη μας δεν ξέρω (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 30 Απρίλιος, 2017

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα που μου έστειλε πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος, που κι άλλες φορές έχει δημοσιεύσει το ιστολόγιο διηγήματά του που περιγράφουν τη ζωή στα Θερμιά -την Κύθνο δηλαδή.

Όπως λέει στις σημειώσεις στο τέλος του άρθρου, το διήγημα είναι καθαρή μυθοπλασία, σε αντίθεση με τα προηγούμενα δικά του.

Στο τέλος του άρθρου υπάρχει και γλωσσάρι, επίσης καταρτισμένο από τον Δημήτρη, που για χάρη του έκανα τα στραβά μάτια και άφησα και το πολυτονικό που προτιμάει.

Γιὰ τὸ Μανώλη μας δὲν ξέρω

«Ὁ ἔμπο’ααας, ὁ ἔμπο’ας!» ἡ φωνὴ τοῦ Μιχαλιοῦ τοῦ ἔμπορα ἀντήχησε στὰ στενὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ, ταράζοντας τὴν πρωινὴ γαλήνη. Τὸ ρὸ τό ‘λεγε κανονικὰ ὅταν μιλοῦσε, μόνο στὸ διαλάλημά του τό ‘τρωγε. Αὐτὸ ἤτανε τὸ σῆμα του. Ἀκούοντάς τον οἰ γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς ξέρανε πὼς ἔφτασε ὀ Μιχαλιὸς κι ὄχι ἄλλος πραματευτὴς. Ἔτρεχαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν κι ἅς μὴν ἤθελαν νὰ ψωνίσουν.  Γιατί, μαζὶ μὲ τὴν πραμάτεια πού ‘χε φορτωμένη στὸ γάιδαρο -βελόνες, κλωστές, πανιά, κορδόνια, λάστιχα, φακαρόλες, ρόμπες, νυχτικὰ καὶ μισοφόρια- κουβαλοῦσε καὶ τὰ νέα ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »

Ο νέος τόμος του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας

Posted by sarant στο 24 Απρίλιος, 2017

Χτες είχαμε τις γαλλικές προεδρικές εκλογές, αλλά το ιστολόγιο έχει τη δική του επικαιρότητα κι έτσι το σημερινό άρθρο είναι αφιερωμένο σε ένα σημαντικό γεγονός άλλης τάξεως.

Πριν από λίγο καιρό λοιπόν σημειώθηκε ένα γεγονός ιστορικό για τη λεξικογραφία μας, που όμως πέρασε απαρατήρητο: κυκλοφόρησε ο νέος, έκτος, τόμος του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, ενός λεξικού που πολλοί θα το έχουν ακούσει αλλά ελάχιστοι θα το έχουν δει και ακόμη λιγότεροι θα το έχουν χρησιμοποιήσει.

Για να μην μπερδευόμαστε, δεν εννοώ το Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας ,έκδοση επίσης της Ακαδημίας Αθηνών, που εκδόθηκε στα τέλη του 2014 και το είχαμε παρουσιάσει κι εδώ και συχνά πυκνά το αναφέρω και σε διάφορα άρθρα του ιστολογίου. Εννοώ το Ιστορικό Λεξικό, που ο πλήρης τίτλος του είναι «Ιστορικόν Λεξικόν της Νέας Ελληνικής» με υπότιτλο «της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων», ΙΛΝΕ συντομογραφικά.

Όπως μαρτυράει και η γλώσσα του τίτλου του, το ΙΛΝΕ ξεκίνησε ως εγχείρημα στη μακρινή δεκαετία του 1920, αμέσως με την ίδρυση της Ακαδημίας Αθηνών, με πρωτοβουλία του Γεωργίου Χατζιδάκι, οι δε πρώτοι τόμοι εκδόθηκαν στη δεκαετία του 1930. Ως το 1942 είχαν εκδοθεί τρεις τόμοι φτάνοντας μέχρι το λήμμα «βλέπω». Το1953 εκδόθηκε το πρώτο τεύχος του 4ου τόμου, βλεφαρίδα-γάργαρος, και ύστερα για δεκαετίες τίποτα, σε σημείο που να γίνει παροιμιώδες «το λεξικό της Ακαδημίας που άρχισε εδώ και πενήντα χρόνια και σταμάτησε στο Γάμμα»

Το 1980 όμως εκδόθηκε το δεύτερο τεύχος του 4ου τόμου, φτάνοντας ως το λ. γεροδέματος και στην ίδια δεκαετία εκδόθηκε, επίσης σε δύο τεύχη, το 1984 και το 1989, ο 5ος τόμος, φτάνοντας στο λημμα «δαχτυλωτός». Και ύστερα όλα σταμάτησαν ξανά, οπότε το παροιμιώδες λεγόμενο αναπροσαρμόστηκε στο «το λεξικό της Ακαδημίας που άρχισε εδώ και ογδόντα χρόνια και σταμάτησε στο Δέλτα».

Στο μεταξύ, έγινε η αναπροσαρμογή των στόχων του Κέντρου Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων, κατά καιρούς ανακοινωνόταν η οριστική διακοπή της έκδοσης του λεξικού, εκδόθηκαν έγκυρα και εκτενή λεξικά της νέας ελληνικής, μεταξύ άλλων και από την Ακαδημία το 2014, και σήμερα εκδίδεται ο έκτος τόμος: δε -διάλεκτος, 27 χρόνια μετά τον προηγούμενο.

Από το 1989 ως το 2016 ο κόσμος έχει αλλάξει άρδην -δεν υπάρχει πια η Σοβιετική Ένωση, η ελληνική λεξικογραφία έχει εμπλουτιστεί με πολλά έργα αναφοράς, στη ζωή μας (και στη λεξικογραφία) έχει εισβάλει ορμητική η πληροφορική. Έχει νόημα σήμερα η έκδοση του ΙΛΝΕ;

Εκ πρώτης όψεως, η απάντηση είναι ένα απερίφραστο «Όχι», ιδίως στη σημερινή τσακισμένη από την κρίση και τα μνημόνια Ελλάδα. Μάλιστα, νιώθει κανείς τον πειρασμό να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο των τριών. Πράγματι, για να φτάσουμε από το Α στο λήμμα «διάλεκτος», δηλαδή για να καλυφθεί περίπου το 22,7% του λημματολογίου της νέας ελληνικής, χρειάστηκαν 87 χρόνια -πράγμα που σημαίνει ότι για να ολοκληρωθεί το έργο θα χρειαστούν 380 χρόνια (με αρχή το 1930), δηλαδή θα φτάσουμε στο αίσιο έτος 2310. Είμαστε αιωνοφάγοι εμείς οι Έλληνες και είναι τρισχιλιετής η γλώσσα μας αλλά και πάλι τόσοι αιώνες προκαλούν δέος.

(Το 22,7% προέκυψε με μπακάλικο υπολογισμό, είναι το ποσοστό των σελίδων του Χρηστικού Λεξικού που αντιστοιχεί στο τμήμα από την αρχή έως το λ. διάλεκτος)

Επιπλέον, άλλο ήταν το λεξιλόγιο της νέας ελληνικής το 1930 και άλλο είναι σήμερα. Το ΙΛΝΕ ξεκίνησε στην προπολεμική, αγροτική Ελλάδα, αποτυπώνοντας το λεξιλόγιο των πρώτων δεκαετιών του αιώνα, με ισχυρότατη παρουσία τοπικών ιδιωμάτων. Από τότε η νέα ελληνική έχει εμπλουτιστεί ανυπολόγιστα από επιστημονικούς νεολογισμούς και λέξεις του αστικού χώρου, ενώ τα ιδιώματα έχουν περιθωριοποιηθεί. Ποιο είναι το πρωτεύον σήμερα -να αποτυπωθούν λέξεις που δεν ακούγονται πια ή να καταγραφεί η σημερινή νέα ελληνική;

Ο 6ος τόμος που μόλις κυκλοφόρησε αποτυπώνει αυτό το δίλημμα, μια και περιέχει όχι μόνο λέξεις που έχουν προ πολλού πάψει να χρησιμοποιούνται (θα δώσω δείγμα παρακάτω) αλλά και νεότατους νεολογισμούς, π.χ. διαδίκτυο, διαδικτυακός.

Για να κάνουμε μιαν ακόμα μπακάλικη σύγκριση, ο 6ος τόμος έχει 392 σελίδες «ψαχνό» (χωρίς να υπολογίζονται οι εκτενέστατες εισαγωγές), από το λήμμα «δε» ως το «διάλεκτος». Στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, το τμήμα που αντιστοιχεί στα λήμματα από «δε» ως το «διάλεκτος» είναι 26 σελίδες μόνο! Αυτό συμβαίνει επειδή το ΙΛΝΕ όχι μόνο έχει πλάτος (αφού εξετάζει όλα τα ιδιώματα της νεοελληνικής) αλλά και βάθος απαράμιλλο, αφού εξετάζει κάθε λήμμα σε πολύ μεγάλη ανάλυση -έτσι, το λήμμα «δερβίσης» (χωρίς τα παράγωγα και τα σύνθετά του) πιάνει σχεδόν δυο ολόκληρες μεγάλες σελίδες, ενώ στο Χρηστικό το αντίστοιχο λήμμα πιάνει μόλις εφτά αράδες, ενώ ανάλογος είναι και ο χειρισμός των άλλων σύγχρονων λεξικών.

Μια ακόμα σύγκριση λεξιλογίου. Το δερβένι είναι στενή ορεινή διάβαση (έτσι και τα θρυλικά Δερβενάκια της νίλας του Δράμαλη) και δερβέναγας ήταν επί τουρκοκρατίας ο επικεφαλής του στρατιωτικού αποσπάσματος που φρουρούσε το δερβένι -και μεταφορικά λέγεται έτσι κάποιος που συμπεριφέρεται με τρόπο αυταρχικό. Το ΛΚΝ έχει αυτά τα δύο λήμματα, δερβέναγας και δερβένι. Το λεξικό Μπαμπινιώτη έχει τα λήμματα: δερβέναγας, δερβένι (και το υποκοριστικό δερβενάκι) και δερβενοχώρι. Το Χρηστικό Λεξικό, που δεν καταγράφει λέξεις που δεν ακούγονται πολύ σήμερα, έχει μόνο το λήμμα δερβέναγας.

Αντίθετα, το ΙΛΝΕ στον 6ο τόμο έχει τα εξής λήμματα, 15 αν μέτρησα καλά:

δερβέναγας
δερβενάκι
δερβένι
δερβένιος
δερβενιώτικος
δερβένμπασης
δερβένμπεης
δερβενοπούλα
δερβενόπουλο
δερβενοχώρι
δερβενοχωρίτης
δερβεντζήμπασης
δερβεντζής
δερβεντζιλίκι
δερβένω   (η ζητιάνα, που περιφέρεται στα δερβένια)

-και για κάθε λήμμα καταγράφονται όλες οι παραλλαγές, π.χ. δερβένι, ντερβένι, ντερμπέντ’, τερβένι, ντιρβένι, διρβέν’, ντριβέν’, ντερμπένι. Το λήμμα «δερβένι» πιάνει μιάμιση σελίδα, με παραθέματα και φράσεις από δημοτικά τραγούδια, λογοτεχνικά έργα (Κόντογλου, Κοροβίνης), ιστορικά κείμενα, απομνημονεύματα π.χ. του Κολοκοτρώνη, φράσεις καταγραμμένες από συλλέκτες γλωσσικού υλικού, π.χ. Αράδ’σαν κουπάδια σήμερα απ’ του ντιρβέν’ για τα χ’μαδιά (= πέρασαν κοπάδια σήμερα από το ντερβένι για τα χειμαδιά), από την Πλατανούσα, το χωριό του Κοτζιούλα.

Από την άλλη, στο νεότερο, το λόγιο, το δημοσιογραφικό και το επιστημονικό λεξιλόγιο το ΙΛΝΕ δίνει πολύ λιγότερη προσοχή -αλλά αυτό δεν ενοχλεί, με την έννοια ότι υπάρχουν άλλα έγκυρα λεξικά που καταγράφουν τις νεότερες λέξεις, ενώ κανένα λεξικό δεν περιέχει τα λήμματα που καταγράφει το ΙΛΝΕ.

Θα δώσω ένα παράδειγμα. Στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται, το 2011, είχα εξετάσει 366 λέξεις που δεν συμπεριλαμβάνονταν στα νεότερα μεγάλα λεξικά μας. Μια από αυτές τις λέξεις ήταν και η λέξη «διακαμός», για την οποία έγραψα τα εξής:

Μια υπέροχη λέξη που δεν αξιώθηκε κανένα λεξικό να την καταγράψει. Διακαμός είναι ο φωσφορισμός της θάλασσας που οφείλεται στις αναλαμπές των ψαριών ή στη βιοφωταύγεια του πλαγκτού. Και μεταφορικά η σκιά, κάτι που διακρίνεται θαμπά, μια σιλουέτα, το περίγραμμα μιας φευγαλέας μορφής. Από το ρ. διακαίω. Η λέξη έχει περάσει και στα τουρκικά (yakamoz).

Λέξη παπαδιαμαντική. Στα Ρόδινα ακρογιάλια την εξηγεί: εφάνη μακρόθεν ένας «διακαμός», μια σκιά ανθρώπου. Στο ερωτικότατο Όνειρο στο κύμα η «λουομένη κόρη» βλέπει στο φεγγαρόφωτο «τον μαύρον ίσκιον μου, τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον» και βγάζει φωνή φόβου. Ο κυρ Αλέξαντρος χρησιμοποιεί άλλες δυο ή τρεις φορές τον διακαμό, και στη Φόνισσα δίνει και συνώνυμο, «το διάνεμα»

Μόνο και για χάρη του Παπαδιαμάντη, κάποιο λεξικό έπρεπε να αποθησαυρίσει τη λέξη, που μόνο σε τοπικά γλωσσάρια βρίσκεται. Εννοείται ότι χρησιμοποιείται και με την αρχική σημασία, του θαλάσσιου φωσφορισμού. Για παράδειγμα, διαβάζω κάπου ότι στο νυχτερινό ψάρεμα, ο ψαράς πρέπει να μαντέψει από τον διακαμό του κοπαδιού το είδος των ψαριών.

Έγραφα τότε ότι κανένα λεξικό δεν αξιώθηκε να καταγράψει τη λέξη «διακαμός». Το ΙΛΝΕ, όπως θα μαντέψατε, όχι μόνο την καταγράφει αλλά και της αφιερώνει πάνω από μισή σελίδα με άφθονα παραθέματα, μια εξέταση πολύ πληρεστερη από τη δική μου.

Από την άλλη, το Χρηστικό Λεξικό δεν έχει το λήμμα «διακαμός», ενώ έχει το λήμμα «διακαναλικός» (διακαναλική συνέντευξη) που βέβαια δεν το έχει το ΙΛΝΕ. Νομίζω πως στο πνεύμα αυτό μπορεί να γίνει για το μέλλον ένας καταμερισμός που να λύνει το δίλημμα του ΙΛΝΕ: Πλήρης κάλυψη του ιστορικού και του διαλεκτικού τμήματος και ακροθιγής μόνο κάλυψη των νεότερων λημμάτων, για τα οποία μπορεί να γίνεται απλώς αντιγραφή από το υλικό του Χρηστικού Λεξικού. Το πολύτιμο και το αναντικατάστατο που έχει να προσφέρει το ΙΛΝΕ είναι ο «διακαμός», όχι ο διακαναλικός ή το διαδίκτυο -αυτά τα βρίσκουμε και αλλού.

Έγραψα πιο πάνω ότι «κανένα λεξικό» δεν είχε καταγράψει το λήμμα «διακαμός», αλλά αυτό ήταν ακριβές μόνο για τα έντυπα λεξικά. Το ηλεκτρονικό λεξικό της Live-Pedia.gr περιέχει επίσης το λήμμα «διακαμός» -και αυτό μάς θυμίζει ότι τα ηλεκτρονικά λεξικά προσφέρουν τεράστια πλεονεκτήματα απέναντι στα έγχαρτα, οπότε αξίζει να μελετηθεί από την Ακαδημία Αθηνών η διάθεση του λεξικού σε ηλεκτρονική μορφή -τόσο του Ιστορικού όσο και του Χρηστικού. Ακόμα και στη σημερινή χρεοκοπημένη Ελλάδα της μνημονιακής λιτότητας, το υλικό του Ιστορικού Λεξικού πρέπει να γίνει κτήμα των Ελλήνων.

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 137 Σχόλια »

Όλα για καλό του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 19 Απρίλιος, 2017

Ο τίτλος εσκεμμένα δεν έχει σημεία στίξης κι έτσι ίσως διαβάζεται με περισσότερους από έναν τρόπους, αλλά η συνοδευτική εικόνα μάλλον ξεκαθαρίζει τον σκοπό του άρθρου: θα μιλήσω για το καινούργιο βιβλίο του αγαπημένου μου συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, το «Όλα για καλό», που κυκλοφόρησε πριν από δυο μήνες από τις εκδόσεις «Εστία».

Το ότι ο Μακριδάκης είναι αγαπημένος μου συγγραφέας φρόντισα να το επισημάνω αποξαρχής -άρα, δεν είναι «αμερόληπτη» και «αντικειμενική» η παρουσίαση που θα κάνω. Από τότε που τον ανακάλυψα, έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία και αδημονώ για κάθε καινούργιο -και δύο από αυτά τα έχω παρουσιάσει εκτενώς εδώ, το «Αντί Στεφάνου» πρόπερσι και το «Του Θεού το μάτι» το 2013.

Γεννημένος στη Χίο το 1971, ο Μακριδάκης ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, τις αρχές της οποίας παρουσίασε με λογοτεχνικό τρόπο στο Αντί Στεφάνου. Σε προηγούμενες νουβέλες του υπήρχαν αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της εκάστοτε πολιτικής επικαιρότητας: στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ο θάνατος του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, στο «Λαγού μαλλί» το διάγγελμα του Καστελλόριζου, στο «Ζουμί του πετεινού» οι επισκέψεις της τρόικας και στο «Στου Θεού το μάτι» οι εκλογές του 2012. Στη συνέχεια ο Μακριδάκης έδωσε δυο βιβλία χωρίς τέτοιες αναφορές («Αντί στεφάνου» και «Η πρώτη φλέβα») και τώρα επανέρχεται στο προηγούμενο σχήμα αλλά με ουσιαστικές διαφορές.

Καταρχάς, το «Όλα για καλό» δεν είναι νουβέλα αλλά μυθιστόρημα -όχι μόνο εξαιτίας της έκτασης (230 σελίδες αντί για 100-110) αλλά και με βάση την πλοκή. Έπειτα, ενώ στις προηγούμενες νουβέλες η εξωτερική πολιτική επικαιρότητα αποτελούσε απλώς το κάδρο, εδώ παίρνει κεντρική θέση και καθορίζει την πλοκή. Και η επικαιρότητα αυτή, όπως υποδηλώνει και το εξώφυλλο, δεν είναι άλλη από την προσφυγική κρίση, τις μαζικές αφίξεις προσφύγων σε κάποιο νησί του Αιγαίου πάνω σε καρυδότσουφλα της συμφοράς. Ο τόπος δεν δηλώνεται με σαφήνεια, αλλά είναι η Χίος. Ο χρόνος δηλώνεται, 11 με 15 του Δεκέμβρη -του 2015 συμπεραίνουμε. Υπάρχουν βέβαια και οι αφηγήσεις των ηρώων, που μας πηγαίνουν μερικούς μήνες ή και πολλά χρόνια πίσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in πρόσφυγες, Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 166 Σχόλια »

Τι κάνει ο ναμικιόρης;

Posted by sarant στο 6 Απρίλιος, 2017

Εννοώ, τι σημαίνει η λέξη; Θα μου πείτε, γιατί δεν ανοίγεις ένα λεξικό να δεις τη σημασία της; Θα σας απαντήσω ότι ασφαλώς αυτή είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος, αλλά υπάρχει ένα προβληματάκι.

Βλέπετε, κανένα από τα μεγάλα λεξικά μας δεν καταγράφει τη λέξη, ούτε τα νεότερα ούτε τα παλιά -εκείνος ο Δημητράκος που διαφήμιζε πως είναι λεξικό «όλης» της ελληνικής και καταγράφει ευλαβικά όλα τα σαρίδια του Ησυχίου, ακόμα και τις λάθος γραφές, απαξιεί (σικ) να καταχωρήσει λαϊκές λέξεις πολύ κοινότερες από τον ναμικιόρη.

Ότι ο ναμικιόρης δεν βρίσκεται στα λεξικά μας το ήξερα, και όταν έφτιαχνα το βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται συμπεριέλαβα μέσα και αυτή τη λέξη -αναφέροντας τη σημασία που ήξερα, και που την είχα διασταυρώσει με διάφορα γλωσσάρια, ότι ναμικιόρης είναι ο αχάριστος. Οπότε, προς τι το σημερινό άρθρο;

Τις προάλλες, μια φίλη σχολίασε στο Φέισμπουκ: Σαν δεν ντρέπεται, ο αναμικιόρης!

Αναμικιόρης είναι παραλλαγή του ναμικιόρη. Η ανάπτυξη τέτοιου προτακτικού α-, όχι στερητικού βέβαια, είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο, συνήθως σε θηλυκά ουσιαστικά (αλησμονιά, αμασχάλη, απαλάμη, αλυγαριά) αλλά όχι μόνο (αράθυμος). Στα αρσενικά, το α- προκύπτει από συνεκφορά με το αόριστο άρθρο (είδα ένα ναμικιόρη, έναναμικιόρη, έν’ αναμικιόρη).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , , , , | 167 Σχόλια »

Το βάρβαρο φυτό

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2017

Προχτές που είχα πάει στο μανάβικο (δηλαδή, στο τμήμα οπωρολαχανικών του σουπερμάρκετ) τα είδα πρώτη φορά για φέτος, κι είπα να τα φωτογραφίσω, έτσι όπως στέκονταν ανάμεσα στις φράουλες και στα φραμπουάζ, όχι φρούτα όμως αλλά κοτσάνια, σαν ροζ σέλινο να πεις.

Το φυτό αυτό που βλέπετε στη φωτογραφία δεν το ήξερα πριν έρθω στην Εσπερία -εδώ το έμαθα, στην Ελλάδα δεν ξέρω να το καλλιεργούμε. Εδώ, αντίθετα, το συνηθίζουν. Το κάνουν σαλάτες, μαρμελάδες και τάρτες, ενώ πιθανώς να το μαγειρεύουν και με άλλους τρόπους που δεν τους ξέρω.

Εγώ για να το τιμήσω παίρνω κάθε χρόνο μια τάρτα, κι ένα βαζάκι μαρμελάδα που συνήθως το βαριέμαι πριν φτάσει στη μέση -η γεύση είναι ευχάριστη, γλυκόξινη, αλλά δεν με τρελαίνει. Το συνδυάζουν πάντως και με φράουλα, είτε σε τάρτες είτε σε μαρμελάδες.

Όμως γράφω τόσην ώρα και δεν έχω ακόμα αναφέρει το όνομα του φυτού και θα παρεξηγηθεί κι εκείνος ο αρχαίος ημών πρόγονος που επέμενε ότι αρχή σοφίας είναι η επίσκεψη των ονομάτων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Μποστάνι των λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 106 Σχόλια »

Ποιήματα για τη μέρα της ποίησης -και πάλι

Posted by sarant στο 21 Μαρτίου, 2017

Η άνοιξη ξεκίνησε από χτες, διάβασα, αλλά η σημερινή μέρα, κι αν δεν είναι η πρώτη μέρα της άνοιξης είναι όμως η Παγκόσμια μέρα της ποίησης. Το ιστολόγιο, καθώς έχει προγραμματικό αντικείμενο «τη γλώσσα, τη λογοτεχνία» και μετά όλα τα άλλα, έχει κι άλλες χρονιές τιμήσει τη μέρα τούτη, άλλοτε με ποιητικό κουίζ και άλλοτε  με αθησαύριστα ποιηματα.

Για φέτος λέω να επαναλάβω κάτι που έκανα πριν από τρία χρόνια: θα βάλω εγώ τρία ποιήματα, που είναι (σχεδόν) αγκούγκλιστα, δηλαδή δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο ή τουλάχιστον δεν βγαίνουν αν κάνεις αναζήτηση στο Γκουγκλ -δεν βγαίνουν, να διευκρινίσω, τώρα που γράφω το άρθρο, αφού σε λίγες ώρες από τώρα τα ποιήματα αυτά θα γκουγκλίζονται, καθώς θα τα έχει καταγράψει το αδηφάγο και παντεποπτικό μάτι του γκουγκλ· αλλά αυτός είναι ο σκοπός μου, να αυξηθεί έστω και λίγο η παρουσία της ποίησης στο Διαδίκτυο.

Ωστόσο, για να το κάνω αυτό χρειάστηκε να ψάξω κάμποσην ώρα, ν’ ανοίξω κιτάπια -δεν έχουν όλοι τη δική μου την πετριά. Οπότε, ενώ σας προσκαλώ να βάλετε στα σχόλια ένα ή περισσότερα ποιήματα που αγαπάτε, δεν βάζω σαν όρο να μην γκουγκλίζονται. Αν τα ποιήματα που διαλέξατε δεν είναι και πολύ γνωστά, αυτό αρκεί. Και γνωστά να είναι, δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας, άλλωστε είναι και υποκειμενικό το τι είναι γνωστό -ε, δεν θα βάλετε και την Ιθάκη, φαντάζομαι 🙂

Εγώ θα ξεκινήσω με ένα ποίημα του Λαπαθιώτη, βέβαια. Ο Λαπαθιώτης έχει πολύ έντονη παρουσία στο Διαδίκτυο -είναι άλλωστε από τους περισσότερο μελοποιημένους ποιητές μας- κι έτσι δυσκολεύτηκα αρκετά να βρω κάποιο δικό του που να μ’ αρέσει και να μην υπάρχει ήδη στον κυβερνοχώρο. Βρήκα ένα από τα πολύ πρώτα του ποιήματα, που «γκουγκλίζεται εν μέρει», με την έννοια ότι υπάρχουν αποσπάσματά του στο διαδίκτυο. Μάλιστα, το είχαμε αναφέρει στη Λεξιλογία διότι περιέχει τον πληθυντικό τύπο «οδύνες», που συγχέεται με τον τύπο «ωδίνες».

Πρόκειται για το ποίημα «Στα περασμένα», που δημοσιεύτηκε στον Νουμά το 1906, όταν ο Λαπαθιώτης ήταν 18 χρονών:

ΣΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ

Μας ξεπλανάτε σε όνειρα σαν τις Σειρήνες,
στο εξωτικό τρεμόσβημα θλιμμένης δύσης,
και μας μεθάτε με γλυκύτατες οδύνες!
Ανάθεμά σας, κολασμένες αναμνήσεις!

Ο δρόμος σας δε χάνεται βαθιά στη λήθη,
και το φως σας την τυφλή σκέψη ξαναπάγει
στα μαγικά και στα φαρμακερά σας βύθη…
Πνιγείτε πια στης νύχτας τα βουβά πελάγη!…

Μας γκρεμίζει μια δύναμη, τρομερή που ’ναι,
στους ροδινούς σας κόσμους, που δε γυρνούν πίσω.
Γύρω θωρώ τόσες ψυχές που λησμονούνε:
γιατί κι εγώ να μη μπορώ να λησμονήσω;

Ω μνήμη! Τη φτωχή την ύπαρξή μου, αχ, άσε!
Σε λήθης μαύρα κύματα καταποντίσου!
Καρδιά τρελή, πολύπαθη, γιατί θυμάσαι;
Στου χρόνου τους χειμάρρους πνίξε την ορμή σου!

Ένα φιλί σας στέλνω, αγάπες μου! Είστε οι ξένοι,
που βιάζονται η ώρα της φυγής τους να σημάνει.
Η λάμψη σας θαμπώθηκε, σιγά πεθαίνει…
Ας ήταν κι η καρδιά μου να σιγοπεθάνει!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επετειακά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 126 Σχόλια »

Το σκουλήκι (διηγημα του Βασίλη Τσιαμπούση)

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2017

Την περασμένη Κυριακή είχαμε δει ένα διήγημα του μυκονιάτη συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά, ενώ πριν από έναν μήνα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη από τη Σπάρτη. Συνεχίζω σήμερα στο ίδιο πνεύμα με έναν άλλο πεζογράφο που κατά κάποιο τρόπο είναι ταυτισμένος με μια πόλη, τον δραμινό Βασίλη Τσιαμπούση. Γεννημένος το 1953, έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο ΑΠΘ. Ζει και δουλεύει στη Δράμα.

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα περιλαμβάνεται στην πρώτη του συλλογή, Η βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα, που κυκλοφόρησε το 1990. Από τη συλλογή αυτή έχω δημοσιεύσει το ομότιτλο διήγημα στον παλιό μου ιστότοπο.

Στο διήγημα που θα δούμε σήμερα η δράση δεν εκτυλίσσεται σε επαρχιακή πόλη αλλά στη Θεσσαλονίκη των φοιτητών, και όσοι σπούδασαν εκεί μπορεί να θυμηθούν δικά τους βιώματα. Πάντως, η Πρίγκιπος Νικολάου έχει μετονομαστεί σε Σβώλου («κι οι πρίγκιπές σου τώρα γίναν σβώλοι…» έγραψε κάποιος φίλος που σπούδασε εκεί στη δεκαετία του 80).

Από γλωσσική άποψη, δεν έχουμε πολλές ιδιωματικές λέξεις. Δυο φορές γίνεται λόγος για «οικοδομή», που όταν το λέμε εμείς οι χαμουτζήδες εννοούμε κτίριο που χτίζεται, αλλά στη Θεσσαλονίκη σημαίνει και την (τελειωμένη και κατοικούμενη) πολυκατοικία. Η χαρχάλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για γυναίκα, πηδιόλα ας πούμε. Νόμιζα ότι είναι βορειοελλαδίτικος ιδιωματισμός αλλά βλέπω στο σλανγκρ ότι λέγεται και στην Κρήτη και αλλού και ότι έχει ποικίλες σημασίες. Τέλος πάντων.

Το κείμενο ήταν εξαρχής σε μονοτονικό οπότε έκανα ελάχιστες επεμβάσεις στην ορθογραφία και τη στίξη.

Το σκουλήκι

Μας συντάραξε η καρτούλα. Η μπορντούρα της σύνορο χρυσό, αυτός μέσα, εμείς απ’ έξω και το αγέρωχο της ηρεμίας μας κομμάτια. «Γεωλόγος του Πανεπιστημίου της Στουτγάρδης», έγραφε. «Θα περάσω αύριο στις ε­φτά. Σας πεθύμησα».

Παρτίδες μαζί του δεν πολυγουστάραμε, από πα­λιά τον είχαμε κατατάξει στους «κατώτερους». Στο γυ­μνάσιο για να περνάει τις τάξεις «έγλειφε» τους καθη­γητές κι όλοι τον κοροϊδεύαμε «Σαλιάρα». Είχαμε μια φιλόλογο, που της κουβαλούσε απ’ το χωριό του φρέσκα αυγά, με τ’ αζημίωτο βέβαια, αφού στα Νέα και τ’ Αρχαία πάντα προβιβαζόταν απ’ τον Ιούνιο. Ως και τον οδηγό του πούλμαν στη μεγάλη εκδρομή της τελευταίας τάξης κατάντησε να τον καλοπιάνει κι ενώ όλοι τη βγά­ζαμε στρωματσάδα στα σχολεία, όπου διανυκτερεύαμε, αυτός κοιμόταν μέσα στ’ αυτοκίνητο. Εκείνη τη χρονιά όμως, προς τέρψιν πολλών, έμεινε ανεξεταστέος σε πεντέξι μαθήματα κι από τότε τον ξεχάσαμε εντελώς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , | 192 Σχόλια »