Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Όχι στα λεξικά’ Category

Ο Σηφαλιός πάει Μέγαρο

Posted by sarant στο 7 Αύγουστος, 2018

Το σημερινό θέμα το ξεσηκώνω φρέσκο φρέσκο από μια ανάρτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ. Κανονικά, θα το έβαζα στο συρτάρι μέχρι που να βρω την έντυπη πηγή (που αναφέρεται πιο κάτω) και να ελέγξω αν είναι ακριβής η αναπαραγωγή του κειμένου και αν υπάρχουν άλλες πληροφορίες, όμως φοβούμαι μην το ξεχάσω εντελώς -και θα’ναι κρίμα.

Πρόκειται για ένα γουστόζικο κρητικό ανέκδοτο, αφηγημένο σε ανόθευτη κρητική διάλεκτο -και προφανώς συνειδητά καμωμένο έτσι που ν’ αποφεύγονται οι τύποι της κοινής και να προτιμούνται οι διαλεκτικοί.

Στην ανάρτηση αναφέρεται ότι το ανέκδοτο είναι παρμένο από ανακοίνωση του Μιχάλη Κοπιδάκη με τίτλο «Kenning στην κρητική διάλεκτο», συνεισφορά στο Συνέδριο με θέμα «Ο λαϊκός αινιγματικός λόγος στην Κρήτη: Τα αινίγματα—(α)νιώματα», στη μνήμη της Μαρίας Λιουδάκη, Ιεράπετρα, 7, 8 και 9 Οκτωβρίου 2011 (τόμος με τα πρακτικά του Συνεδρίου εκδόθηκε το 2016 από το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας). Ο Κοπιδάκης αναφέρει: «Ο φίλος και πονετικός ασκληπιάδης Νίκος Μαρκάκης από τον Κρασούνα Μυλοποτάμου είχε την καλοσύνη να μου αναδιηγηθεί το ακόλουθο ανέκδοτο με ομοδιηγηματικό αφηγητή τον γκαλονόμο Σηφαλιό»

Ωστόσο, κατά τη συζήτηση, η φίλη γλωσσολόγος Μαριάννα Κατσογιάννου ανέφερε ότι το ίδιο ανέκδοτο (αν και με κάποιες διαφορές) το διηγιόταν η γλωσσολόγος Ειρήνη Φιλιππάκη, που είχε γίνει διάσημη στις παρέες των γλωσσολόγων γι’ αυτό το ανέκδοτο, που το διηγιόταν με την κρητική της προφορά.

Θα μου πείτε, στα ανέκδοτα δεν χωρεί πατρότητα. Ωστόσο, το συγκεκριμένο μού φαίνεται πως αποτελεί προσωπική δημιουργία. Θα το δείτε κι εσείς.

Προσθήκη: Ο φίλος μου ο Λεωνίδας από τα Χανιά με πληροφορεί ότι το ανέκδοτο υπάρχει από παλιά, το ξέρει από… τον προηγούμενον αιώνα και έχει κάπως διαφορετικά. Ο Σηφαλιός παρουσιάζεται στο καφενείο του χωριού φορώντας ένα ροζ γουνάκι. Τον ρωτάνε πώς και τι, και αρχίζει να τους εξιστορεί ότι πήγε στην Αθήνα, κόσμος και κακό, αυτοκίνητα, το ένα, το άλλο, και τελικά λέει ότι τον πήγε ο ξάδερφος στη Λυρική (το ανέκδοτο είναι παλιότερο από το Μέγαρο) και αφού περιγράψει πώς ήταν η παράσταση, λέει ότι στο τέλος ήταν ένα μέρος που ο καθένας έλεγε ένα νούμερο κι έπαιρνε άλλος ομπρέλα, άλλος παλτό, πήγε κι ο Σηφαλιός και πήρε αυτό το γουνάκι.

Άλλος φίλος, γλωσσολόγος, επιβεβαιώνει ότι η Ειρήνη Φιλιππάκη συνήθιζε να διηγείται αριστοτεχνικά το ανέκδοτο, που όλοι το ήξεραν ως «το γουνάκι» αλλά μου λέει ότι στη βερσιόν της Φιλιππάκη υπάρχουν ελάχιστα κρητικά ιδιωματικά στοιχεία, αυτά που είναι γνωστά σε όλους (ίντα, τση, απέ κτλ) και όχι άγνωστες λέξεις όπως της δικής μας βερσιόν. Οπότε, υποθέτω πως κάποιος πήρε το ήδη γνωστό ανέκδοτο και το μετάτρεψε σε ιδιωματικό.

Το ανέκδοτο αφηγείται πώς πήγε ο Σηφαλιός να παρακολουθήσει παράσταση όπερας στο Μέγαρο Μουσικής. Όπως είπα, η σύντομη αφήγηση είναι κατάφορτη με κρητικές διαλεκτικές λέξεις. Με τα βοηθήματα που έχω προσπάθησα να εξηγήσω όλες τις λέξεις του κειμένου, αλλά αν κάπου δεν τα κατάφερα θα ζητήσω τη βοήθεια τη δική σας, κυρίως των Κρητικών και των παρεπιδημούντων στη λεβεντογέννα.

Στο τέλος δίνω και μια μετάφραση στην κοινή.

«Στην Αθήνα ήμουνε και ανέλωσέ με μιαν αργατινή ο αξάδερφός μου ο Ζαχάρης να πάμε, λέει, στο Μέγαρο, που μαζώντουνε καθ’ αργά αθρώποι μπεγεντισμένοι να κάμουνε σεΐρι. Έ, επήγαμε. Μπαίνομε, κόσμος αρίφνητος, μια βαβουρανιά, ένα καλαμπαλίκι, κυράδες με τα βέλα και τα καπέλα, μεγαλουσάνοι, τσίμουροι, κοπελολόι, τση Σταυροπροσκύνησης εγίνουντονε. Ας είναι. Εκάτσαμε και μια κοπανιά σκοτίδι κι επόεις σηκώνεται ο μπερντές και φανερώνεται ένας μαυροφορεμένος κι εκράθειε ένα βιτσαλάκι. Εκαληνώρισέ μας ο άθρωπος, ήκαμε ένα τεμενά και ξεπροβαίνει μια πατουλιά (πού στο διάολο ήτανε χωσμένοι και επαρακατσεύανε;) και εντακάρανε να φωνιάζουνε. Ο μαυροφορεμένος, σηκώνει ο καϋμέχαρος το βιτσαλάκι, κάνει το νόημα «κεδιά!», μα όσο ανεβοκατέβαζε αυτός το βιτσαλάκι, τοσονά εφωνιάζανε σαν τσι Πανασιθιανούς γαυγιώτες όντε μονοπαντήζουνε. Εχοροπήδα ο μαυροκακομοίρης, αυτοί το χαβά ντως. Προβαίνει από τη ζερβή μπάντα κι ένα χοντρός, μωρέ, ανιχί ο Καράς απού ‘χε το κασαπιό στο Μεϊντάνι, κι ήκραζε κι αυτός σαν τον κούκλη. Έρχεται και μια θρομύλα ανεμαλιασμένη σαν τη Ζωνιανή, εφώνιαζε κι αυτή, διαόλους είχε στην κοιλιά δε γ-κατέχω, οικογενειακά είχανε, ποιος κατέχει, έ, ετρώγουντονε σαν τα λιμοπρόγονα. Επέρασε ώρα, ήπιασέ με μια κεφαλόκριση, εγύριζε ο κόσμος σαν το σφοντύλι, επακοιμήθηκα. Όντε εφεύγαμε, με ρωτά μια κοπελιά (από τα σουσούμια τση την ήβγαλα Χανιώτισσα) «τον αριθμό σας, κύριε» και τση κάνω «Δεκοχτώ». Δίδει μου ετουτονέ το γαμπαδάκι, που το φορώ εδά, κι ετσά δεν επήγε ολότελα στράφνι η βραδιά…».

Οι ιδιωματικές λέξεις του κειμένου με τη σειρά που εμφανίζονται:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Ευτράπελα, Κρήτη, Μεταμπλόγκειν, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , | 203 Σχόλια »

Το τζέπελι (διήγημα του Άρη Γαβριηλίδη)

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2018

Πριν από είκοσι περίπου μέρες είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για την αργκό, και από αυτό ορμώμενος ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης μού έστειλε ένα διήγημά του γραμμένο σε αργκό, που την έμαθε » εξ απαλών ονύχων έχοντας μεγαλώσει στο Κερατσίνι, στη δεκαετία του 50″, όπως μου γράφει.

Το διήγημα γράφτηκε το 2004 και διακρίθηκε σε διαγωνισμό διηγήματος με θέμα τους Ολυμπιακούς αγώνες. Είναι μια εύθυμη ιστορία όπως την αφηγείται ο πρωταγωνιστής της, μάγκας που όμως αδυνατεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη της πιάτσας -στιγμές στιγμές είναι σαν να ακούς να μιλάει ο Φέρμας σε κάποια παλιά κωμωδία.

Δεν θα σας αποκαλύψω τι είναι το τζέπελι, επειδή αν σκεφτείτε τους Ολυμπιακούς του 2004 θα το μαντέψετε εύκολα. Καλού-κακού όμως ζήτησα από τον φίλο μας τον Άρη και έφτιαξε ένα γλωσσάρι, που ίσως το βρείτε περιττό, με την έννοια ότι δεν έχει και πολύ δύσκολες λέξεις, αλλά όμως σε κάποιους μπορεί να φανεί χρήσιμο, αλλά και είναι καλό να έχουμε τις λέξεις συγκεντρωμένες.

Θυμίζω ότι είμαι εκτός έδρας και δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω από κοντά τη συζήτηση στο ιστολόγιο.

 

Το τζέπελι

Κοίτα ρε μάγκα μου που όλοι οι βλάμηδες στο γκαφενέ του Γιακουμή, έχουνε, λέει, αρχαία ονόματα. Όλοι, εξόν από μένα, τον Μητσάρα, να πούμε. Έτσι μας τα ξηγούσε προχτές το βράδυ ο κυρ-Αντωνάκης, πού ’ναι άθρωπος γραμματιζούμενος, καθότι συνταξιούρχος δάσκαλος, δηλαδή. Ο Μένιος, ο σπανομαρίας, είναι, λέει, Αγαμέμνονας. Ο Δήμος ο τεμπέλης είναι, λέει, Δημοστένης. Ο Νώντας ο νταής, Παμεινώντας. Ο Φώντας ο τορπίλλας, Ξενοφώντας. Ο Μιστόκλης ο σελέμης, Θεμιστοκλής. Ο Μίλτος ο λοταρίας, Μιλτιάδης. Ο Αρίστος, το κοράκι του «Γραφείου Κοινωνικών Εκδηλώσεων», του πεθαμενατζήδικου, δηλαδή, Αριστείδης. Ακόμα κι ο Κλης ο παπατζής είναι, λέει, Ηρακλής. Όλη η αρχαία αφρόκρεμα, να πούμε. Άλλος, σου λέει, ήτανε στρατηγός, άλλος πολιτικός, άλλος ρήτορας. Κι ο Ηρακλής, λέει, έφτιαξε και τους Ολυμπιακούς αγώνες. Γι’ αυτό και μεις πήραμε, λέει, φέτος, τους Ολυμπιακούς. Και πρέπει νά ’μαστε, λέει, περήφανοι πού ’μαστε Έλληνες. Και να παγαίνουμε στα γήπεδα να βλέπουμε, λέει, κι εμείς τους αγώνες.  Όχι μόνο οι ξένοι και ξεφτιλιστούμε.

Ναι αλλά απ’ όλους αυτούς τους μόρτες μόνο εγώ, να πούμε,  παγαίνω απόψε στο γήπεδο. Οι άλλοι κάθουνται αραχτοί στο γκαφενέ και βλέπουν τους αγώνες από τη ντελεόραση. Κι εγώ, αύριο, στο γκαφενέ, θα τους πουλήσω μούρη, να πούμε. Κι ας μην έχω ’γώ αρχαίο όνομα σαν κι αυτούς.

Έχω πάρει μαζί μου, για παρέα, το Μαρικάκι. Ζωντοχήρα, με κόρη  παντρεμένη, δουλεύει καμαριέρα σε ξενοδοχείο για ζευγαράκια, Σκαραμαγκά μεριά. Ζουμπουρλούδικη και κοτσονάτη, κι ας έχει τα χρονάκια της. Αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω. Ξηντάρισα μα δεν το βάζω κάτω. Πριν δυο βδομάδες, ήρθε νοικάρισσα στο προσφυγικό, στο Κουτσουκάρι. Μου τ’ άφησε ο μπάρμπας μου, ο Θρασύβουλας, κληρονομιά, πριν από χρόνια. Για να νοικοκυρευτώ και να μην είμαι, λέει, αχαΐρευτος. Θιός σχωρέστον. Το Μαρικάκι το κλωθογυρίζω, για κάνα νταραβέρι, να πούμε. Τώρα καθόμαστε δίπλα-δίπλα στον ηλεχτρικό που μας παγαίνει στην Καλογρέζα. ’Σιτήρια δεν έχω αλλά ο Φανούρης μου είπε, δεν πειράζει, θα βρω εκεί από ’ξω να πουλάνε.

Δεν ξέρω τι αγώνες έχει απόψε αλλά, δε βαριέσαι. Ό,τι και νά ’χει, καλά θά ’ναι.  Εγώ, να πούμε, πιο πολύ γουστάριζα να έβλεπα πάλη. Έχω κάνει, βλέπεις παλαιστής, ένα φεγγάρι, στα νιάτα μου, στη μάντρα του Χρυσοστομίδη, στα Ταμπούρια. Εκεί έμαθα και το αροπλανικό κόλπο του Καρπόζηλου. Μια δόση, να πούμε, που πάω να  κάνω το αροπλανικό στο Μπουράνη, όπως είχα πεταχτεί στον αέρα για να του κάνω κορμοψαλίδα, τραβιέται αυτός και σκάω σαν καρπούζι με το κούτελο στο καναβάτσο. Με πήρανε τα αίματα  και με τρέχαν στο νοσοκομείο του Σαπόρτα για ράμματα. Ακόμα έχω τα σημάδια, εδώ στο δοξαπατρί. Η μάνα μου, η μακαρίτισσα,  σα με είδε με τα ζουμιά έβαλε τις φωνές. Κι από τότες, να πούμε, τα παράτησα. Ύστερα γύρναγα από ’δώ κι από ’κεί. Και τσιλιαδόρος στου Αλογάκου τη μπαρμπουτιέρα έκανα, και τον αβανταδόρο για τα λαθραία στη γκαρβουνόσκαλα έκανα, και τον παπατζή στο λιμάνι έκανα, και τον κράχτη στα καμπαρέ της Τρούμπας για τα ναυτάκια του έχτου στόλου έκανα, και το νταβατζή της Χαρίκλειας της εφταβυζούς έκανα. Τότες ήτανε που με κάρφωσε, να πούμε, πισώπλατα ένας Κουλουριώτης πού ’χε βάλει στο μάτι το Χαρικλάκι. Πρόκανα και τούδωσα κι εγώ μια ξώφαλτση με τη φαλτσέτα στη μάπα και τον σημάδεψα, έτσι για να με θυμάται.

Με κάτι τέτοια τσαμπουκαλίκια μπαινόβγαινα στις φυλακές, να πούμε. Κι απ’ Αλικαρνασσό πέρασα, και από Κέρκυρα πέρασα, και από Αίγινα πέρασα. Στον Κορυδαλλό με φώναξε στο γραφείο του για να με συβουλέψει και ο διευθεντής, ο κύριος Αθανασόπουλος, να πούμε. Περαιωτάκι κι αυτός. Πάγαινε στο ίδιο γυμνάσιο, στο Πέμπτο, μαζί με το  ξαδερφάκι μου τον Αρίστο, τον σπουδαγμένο της γειτονιάς, που του μίλησε για μένα.

Τώρα που μεγάλωσα, συμμαζεύτηκα, να πούμε. Τηνε βγάζω με το νοίκι του προσφυγικού και με κάτι ψιλοδουλίτσες, έτσι για το χαρτζηλίκι. Να, σαν κι αυτή,  που μου ζήτηξε ο Παντελής ο Χοντρός. Έτσ’ είναι τ’ όνομά του, δηλαδής, γιατί αυτός είναι τσίρος. Μού ’δωσε το λοιπό ο Παντελής ένα μπακέτο μαύρη για να το παραδώσω σε κάποιονα που θα με περιμένει λέει, κάτω από τον έβδομο στύλο στο ντοίχο των εθνώνε. Δεν ξέρω τι είναι αυτό, αλλά θα το βρω στα σίγουρα, γιατί, λέει, κάνει μπαμ από μακριά. Τον άνθρωπο που θα του παραδώσω το μπακέτο δεν τονε ξέρω αλλά με ξέρει, λέει, αυτός, να πούμε. Το σύνθημα που θα μου πει είναι, λέει,  «Χριστόδουλος».

Για να κάνω φιγούρα στη γκόμενα, στο Μαρικάκι, δηλαδής, είμαι ντυμένος σένιος.  Καινούρια πατούμενα, τριζάτα, ειδική παραγγελιά στον φίλο μου τον τσαγκάρη τον Νικολή. Συνταξιούρχος τώρα πια αλλά σάχνει που και που κάνα ζευγάρι για κάνα φίλο μερακλή. Καλοκαιριανή γκρίζα κουστουμιά, σταυρωτή, και παναμαδάκι για τον ήλιο που πήρα από Ακτή Μιαούλη. Πέρασα κι απ’ τον μπαρμπέρη τον Πίπη, τον πολυλογά, τον παρλαπίπη που τον λέω, για να του κάνω πλάκα. Μού ’κανε κόντρα ξούρες και περιποίηση στο ψιλό μουστάκι μου, την ποντικοουρά που το λέει, για να με τσιγκλήσει. Δίπλα μου το Μαρικάκι με άσπρη φούστα και βυσσινί πουκάμισο, τεζαριστό στο στήθος, μοσκοβολάει σα μπαξές.

Με το μπεγλέρι στο χέρι, να πούμε, χαζεύω έξω απ’ το παρεθύρι του ηλεχτρικού. Όποτε  περνάω απ’ το Καραϊσκάκη θυμάμαι το Θρύλο που κέρδισε τη Σάντο. Ήμουνα κι εγώ, πιτσιρικάς, σ’ αυτό το ματς και είδα και το Μπελέ, να πούμε. Σε κάθε στάση, πιο πολύς κόσμος μπαίνει στο τραίνο. Παλικαράκια και κοπελίτσες οι πιο πολλοί. Κάποια φοράνε κάτι ρούχα παρδαλά. «Εθελοντές είναι» μου σφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι ένα σωρό τουρίστες άσπροι, μαύροι, κίτρινοι. Είμαστε πολλοί νομάτοι και το βαγόνι φίσκα. Κάνει και ζέστη, να πούμε. Κοντεύουμε να βγάλουμε τη μπέμπελη. Πολλοί έχουνε στο λαιμό τους μια κορδέλα που κρέμεται ένα νάυλο φακελάκι μ’ ένα κίτρινο χαρτί μέσα. «Τα εισιτήριά τους είναι» μου ξανασφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι εμένα, να πούμε, μου θυμίζει το σπάγκο, στην πρώτη δημοτικού, που η μάνα μου, θιός σχωρέστηνα, μού ’δενε από το λαιμό τη γομολάστιχα, για να μη την χάνω. Σκολειό πήγα μέχρι την τρίτη. Ύστερα σκοτώθηκε ο πατέρας μου. Έπεσε από τη σκαλωσά που δούλευε στο γιαπί και τα παράτησα. Για να ζήσουμε, πούλαγα λαχεία στους δρόμους και τις ταβέρνες.

Κι αυτό το τσογλάνι ο Τρύφωνας με ρεζίλεψε χτες βράδυ στον γκαφενέ. Βλέπαμε στη ντελεόραση ’κείνη τη γυναικάρα, να πούμε, που ’ναι κουμανταδόρα στους Ολυμπιακούς. Αδερφάκι, σπαθί σου μιλάω, μεγάλο νταλκά έχω για πάρτι της. Όλο στη ντελεόραση τη βγάζω αυτές τις μέρες. Κυνηγάω αγώνες και ειδήσεις, για να τηνε κιαλάρω. Μη μου πεις, πολύ ζόρικια γκόμενα, να πούμε! Μελανούρι, σπαθάτη κι αεράτη. Κάθε που τη μπανίζω αδειάζει το μέσα μου, να πούμε. Με παίρνει πρέφα ο Τρύφωνας που τρέχουνε τα σάλια μου και μου πετάει: «Τη γκαψουρεύεσαι, ρε μάγκα, έτσι;» και οι άλλοι γελάσανε. Με ρεζίλεψε το κωλόπαιδο σ’ όλο τον γκαφενέ! Αλλά δεν μπειράζει, χαλάλι της. Να, μια γυναίκα σαν κι αυτή να μου λάχαινε και μένα στη ζωή και τη στεφάνωνα την ίδια ώρα, να πούμε. Αλλιώτικα, καλλίτερα μπεκιάρης. Που ξέρεις; Μπορεί νά ’ναι κι αυτή απόψε στο γήπεδο και να τη δω στα ζωντανά, να πούμε.

Στην Ειρήνη το τραίνο αδειάζει. Μερμηγκιά ο κόσμος παγαίνει στο γήπεδο. Τς, τς, τς. Τι έχει γίνει εδώ, ρε μάγκα μου! Πράματα και θάματα! Κοσμοχαλασά, να πούμε! Και τι δε σάξανε. Είναι, σαν τότες, παιδί, που πήγα στο λούνα παρκ, στις Τζιτζιφιές. Να και το γήπεδο με τη σκεπή που τού  ’κανε ο Καλαντράβας. Στην άκρη, το φουγάρο βγάζει φωτιά σαν τη τζιμινιέρα της χαλυβουργικής στην Ελευσίνα, να πούμε. Κι από ψηλά, να σου και το μακρουλό μπαλόνι, το τζέπελι, να σεργιανάει με το πάσο του, πέρα δώθε.

Παγαίνω στα κουβούκλια να κόψω ’σιτήρια αλλά τζίφος! Τελέψανε, μου λένε. Έχουνε μείνει κάτι πανάκριβα. Ας τα πάρουνε οι εφοπλιστάδες, τους λέω. Κατά πως μ’ έχει ορμηνέψει ο Φανούρης, τη στήνω εκεί για ν’ αγοράσω από κάνα περαστικό.

Σε λίγο μου την πέφτει ένας ψηλέας, μαυριδερός, καμιά τριανταριά, να πούμε. «Τίκετς;» μου κάνει. «Γιές. Χάου ματς;» του κάνω με τα ψωροεγγλέζικα πού ’μαθα στο λιμάνι. «Νάϊντυ» λέει και μου δείχνει μέσα στη χούφτα του δυο ’σιτήρια. Επειδή μυρίστηκα λαδιά, τα μπανίζω από κοντά για να δω την τιμή. Εννιά και μηδέν. Είναι ’ντάξει. Ενενήντα ευρώ, δηλαδής μια τριαντάρα το κομμάτι. Παναπεί πως πρέπει να ξηλωθώ εξήντα χήνες για δυο ’σιτήρια. Δε σφάξανε. Αλλά για να μη με περάσει για καρμίρη το Μαρικάκι, είχα να παραδώσω και το πράμα, το ξανασκέφτηκα. «’Ντάξει, ρε φιλάρα, θα στα σκάσω» του κάνω. «Νόου, όχι τώρα. Μόλις  περάσουμε τον έλεγχο, ο κέϊ;». Δε σου λέω ’γώ; Βρωμάει κομπίνα η δουλειά, να πούμε. Γιατί να μη γίνει η τράμπα εδώ απ’ όξω; Τι φοβάται ο ψηλέας αφού δε γκαπελώνει τη ντιμή; Άσε που κι ο ίδιος δε μου γιομίζει το μάτι. Η φάτσα του και το εγγλέζικό του είναι, να πούμε, σα ρωμιός που το παίζει ξένος. Κάτι θέλει να μου σκαρώσει ο ποντικομούρης. Άσε να δούμε που το πάει. Γιατί όταν αυτός πάγαινε εγώ ερχόμουνα, να πούμε.

Μπροστά ο ψηλέας, πίσω ’γώ με το Μαρικάκι, δείχνει τρία ’σιτήρια στον έλεγχο και περνάμε μέσα από ένα μηχάνημα σαν άδεια πόρτα, να πούμε. Στο Μαρικάκι ψάξανε και την τζάντα. Ο ψηλέας που ’χε σπατσάρει πιο μπροστά, μας περιμένει πιο πέρα.

– Τώρα, σκάσε το παραδάκι, μου λέει στα Εγγλέζικα.

– Ρίξε φως πρώτα. Να ξαναδώ τα ’σιτήρια, του κάνω εγώ ψυλλιασμένος.

Μου τα μοστράρει πάλι. Μόνο που αυτά που μού δείχνει τώρα γράφουν’ απάνω σαράντα ευρώ! Βρε, το μούργο! Άλλαξε τα ’σιτήρια και πήγε να μου τη σκάσει. Ρε, αγοράκι, για  αμερικανάκια μας πέρασες; Ρε, σε μένα, το Μητσάρα; Ρε, δε ξέρεις πως κάτι παιδάκια σαν κι εσένα εγώ θέλω δέκα; Ρε, στη μπουτάνα πουτανιές σηκώνουνε; Μάγκα μου, δώσε βάση πως θα καθαρίσω τώρα:

– Αστυνομία, του σφυρίζω ρωμαίικα και του χώνω στη μούρη την ψεύτικια  ταυτότητα που μού ’φτιαξε, για ώρ’ ανάγκης, ο Τζίμης, τζιμάνι σε κάτι τέτοια,.

Ο ψηλέας τα χάνει. Αυτό περίμενα κι εγώ και τ’ αρπάζω τα ’σιτήρια μέσ’ απ’ τα χέρια.

– Στα χαρίζω μου ψιθυρίζει κι αυτός ρωμαίικα και πά να φύγει

– Χάσου, του κάνω, και μη σε ματαδώ.

Έτσι ’κονόμισα, να πούμε, τα δύο ’σιτήρια στο τζάμπα. Χα!

Παίρνω το Μαρικάκι αγκαζέ και ντογρού για το ντοίχο των εθνώνε. Να παραδώσω το πράμα πού ’χω στη γκωλότσεπη και να ξενοιάσω. Πριν μπούμε στο γήπεδο, έχουμε μπόλικια ώρα για να χαζέψουμε στα πέριξ.

– Ακολούθησέ μας ήσυχα-ήσυχα, σαν καλό παιδί, ακούω μια μπάσα φωνή στ’ αφτί ενώ κάποιος μου βάζει κάτω απ’ τη μύτη μια αστυνομικιά ταυτότητα. Αληθινή αυτή τη φορά.

Γυρίζω και πέφτω σ’ ένα μπασκίνα μασκαρεμένο εθελοντή. Με πιάνει σφιχτά αγκαζέ, μη και του ξεφύγω. Μου την πέφτουν από δίπλα άλλοι τρεις γιαλαντζί εθελοντήδες, πολιτσμανέοι, δηλαδής, που με κυκλώνουν. «Μάγκα μου, τώρα, την έβαψες, σκέφτηκα. Δεν μπορεί, καρφωτή πήγε. Ο ψηλέας μου την σκάρωσε τη δουλειά».

Με μπαγλαρώνουν σ’ ένα άσπρο αντίσκηνο, στα μουλωχτά, για να μη γίνει τζερτζελές και μας πάρει χαμπάρι ο άλλος κόσμος. Εκεί με κάνουν φύλλο και φτερό. Βρίσκουν απάνω μου την ψεύτικια αστυνομικιά ταυτότητα και, το χειρότερο, το μπακέτο με την μαύρη, να πούμε. Κλαύτα Χαράλαμπε. Καλά που δεν κουβάλαγα μαζί μου και το σιδερικό νά ’χουμε κι άλλα ντράβαλα. Από ’κει, με μπουζουριάζουνε σ’ ένα αμάξι και βουρ για το τμήμα Μαρουσιού. Ανακρίσεις, πέφτουν και κάτι ψιλές, να πούμε, να κι ο ’σαγγελέας. Έγινε το έλα να δεις. Στη βαβούρα, μαθαίνω πως τη ζημιά την είχε κάνει εκείνος ο πετούμενος ρουφιάνος, το ξεφτιλισμένο το τζέπελι. Από κει πάνω, λέει, μας μπάνισαν, εμένανε  και τον ψηλέα, ακούσανε κι αυτά πού ’παμε, σου λένε κάτι τρέχει, και το καρφώσανε χαρτί και καλαμάρι κάτω, στους μπάτσους, για να το ψάξουνε.

Τώρα, να πούμε, είμαι προφυλακισμένος στον Κορυδαλλό και περιμένω δίκη. Μ’ έχουν τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί. «Αντιποίηση αρχής», λέει, «πλαστογραφία», λέει, «πλαστοπροσωπία», λέει, «διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών», λέει, «εκβίαση μετά ληστείας», λέει, της μάνας τους το κέρατο, λέει. Σύνολο δέκα χρονάκια και «κατά συγχώνευση» τα πέντε τά ’χω στο νερό, ο δικηγόρος λέει.

Κάθε πρωί που ξουρίζουμαι και βλέπω τη φάτσα μου στον καθρέφτη, της ρίχνω και δέκα φάσκελα, να πούμε.

– Όρσε, μη στα χρωστάω, ρε μάπα, που μου κάνεις και τον μάγκα, τον ξύπνιο, και τον περπατημένο. Και πήγες και την πάτησες, σα σκολιαρόπαιδο από ’να αποκριάτικο μπαλόνι.

– Τι να σου κάνω, ρε μάγκα μου, μας έφαγε η τεγνολογία, βλέπεις. Δε φτουράμε πια ’μείς οι παλιομοδάτοι, να πούμε, μ’ αποκρίνεται η μουτρωμένη φάτσα μου μέσ’ απ’ τον καθρέφτη.

Κι η πλάκα είναι πως μέσ’ απ’ το φεγγίτη του κελιού μου, βλέπω μακριά, στο βάθος,  το τζέπελι, να πούμε, να κόβει βόλτες στον ουρανό. Θες να με ρουφιανεύει ακόμα; Κολλάω κι εγώ στο τζάμι μια ’φημερίδα για να μη με βλέπει.

Ρε, δε με μέλει τόσο που θα κάτσω στη στενή. Κάτι τέτοια τα μασάω, να πούμε. Ούτε για το Μαρικάκι, πού ’χασα μέσ’ απ’ τα χέρια μου πάνω στο ψηστήρι. Ούτε που δεν έκανα το κομμάτι μου στο γκαφενέ, πως πήγα εγώ στους Ολυμπιακούς κι αυτοί ούτε από ’ξω δε μπεράσανε. Ούτε πού ’χασα τη μίζα από το πράμα, να πούμε. Αυτό που με κόφτει είναι που δεν πρόλαβα να δω στο γήπεδο τη μανταμίτσα. Την κουμανταδόρισσα, που λέγαμε, ντε… Αλλά θα βάλω στο κελί μια ντελεόραση, θα τηνε βλέπω απ’ εκεί, και θα ξεχαρμανιάζω, να πούμε. Θα κάτσω και στ’ αυγά μου, όσο θά ’μαι φυλακή, και θα βγω με καλή διαγωγή στα τρία χρόνια.

Μόλις αποφυλακιστώ, θα πάω να τη βρω και θα της ξηγηθώ στα ίσα. Πως τη γουστάρω και θέλω να νταραβεριστούμε. Και πως, για πάρτι της, θα τηνε στεφανώσω, να πούμε, μη την εκθέσω κιόλας! Κορώνα στο κεφάλι θα την έχω. Ζωή και κότα θα περνάει στο τσαρδί μου. Γιατί έτσι σπαθί ξηγιέται πάντα ο Μητσάρας, να πούμε. Ντόμπρα, παστρικά κι αντρίκεια. Νομίζω;

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
(Με τη σειρά που εμφανίζονται οι λέξεις στο κείμενο)

τζέπελι= Ζέπελιν

βλάμηδες= φίλοι

μόρτες= μάγκες

Κουτσουκάρι= Παλιά ονομασία του Κορυδαλλού, στη Νίκαια του Πειραιά

νταραβέρι= ερωτική σχέση

αροπλανικό= αεροπλανικό

μια δόση= μια φορά

κορμοψαλίδα= όρος της πάλης. Ο παλαιστής με άλμα στον αέρα αιχμαλώτιζε το κεφάλι του αντιπάλου ανάμεσα στα πόδια του.

καναβάτσο= το καραβόπανο που καλύπτει τα σανίδια του ρινγκ

νοσοκομείο του Σαπόρτα= παλιά ονομασία του νοσοκομείου Νικαίας Πειραιά

δοξαπατρί= μέτωπο

μπαρμπουτιέρα= χώρος που παίζουν μπαρμπούτι, δηλαδή ζάρια

αβανταδόρος= φίλος του παπατζή που προσποιείται τον πελάτη που «κερδίζει» για να παρασύρει θύματα.

εφταβυζού= βυζαρού

πρόκανα= πρόλαβα

τσαμπουκαλίκια= παλικαριές

σένιος= περιποιημένος

πατούμενα= παπούτσια

σάχνει= φτιάχνει

παναμαδάκι=είδος καπέλου

μπεγλέρι= κομπολόι

βγάζουμε τη μπέμπελη= σκάμε από τη ζέστη (μπέμπελη=ιλαρά)

κουμανταδόρα= αυτή που κάνει κουμάντο, που διευθύνει

σπαθί σου μιλάω= σου μιλώ εντίμως

νταλκάς=καημός

κιαλάρω= βλέπω

ζόρικια γκόμενα= ωραία γκόμενα

μπανίζω=βλέπω

παίρνει πρέφα=αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω

μπεκιάρης= γεροντοπαλίκαρο

σάξανε=φτιάξανε

τελέψανε= τελειώσανε

μυρίστηκα (και ανθίστηκα) λαδιά= κατάλαβα απάτη

χήνες= τα χαρτονομίσματα των χιλίων δραχμών

καρμίρης= τσιγγούνης

τράμπα= ανταλλαγή

σπατσάρει= τελειώσει

ρίξε φως= δείξε

ψυλλιασμένος= υποψιασμένος

μοστράρει= δείχνει

μούργος= (κυρ. είδος τσοπανόσκυλου) ειρωνική βρισιά

δώσε βάση= πρόσεξε

τζιμάνι= έξυπνος και ικανός (από το g-man)

ντογρού= ολόισια

μπαγλαρώνουν= πάνε σηκωτό

τζερτζελές= φασαρία

σιδερικό=πιστόλι

ντράβαλα=φασαρίες

μπουζουριάζουνε= συλλαμβάνουν και κλείνουν στη φυλακή (μπουζού=κρυψώνα, φυλακή)

βουρ= μπρος

περπατημένο= πεπειραμένο στη ζωή

τσαρδί= σπίτι

νομίζω;= έχω άδικο; (συνηθισμένη μάγκικη έκφραση)

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Διηγήματα, Πειραϊκά | Με ετικέτα: , , | 76 Σχόλια »

Η ζωή του Μήτσου Μυράτ

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2018

Χτες που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο αναφέρθηκα και στην αυτοβιογραφία του Μήτσου Μυράτ και είπα ότι κάποια μέρα θα την παρουσιάσω κι εδώ. Αμ’ έπος αμ’ έργον, λοιπόν.

Το βιβλίο «Η ζωή μου» του Μήτσου Μυράτ κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις θαυμάσιες Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης στη σειρά «Παλαιά κείμενα νέες αναγνώσεις» όπου παρουσιάζονται σε καινούργιες και κατά κάποιο τρόπο οριστικές εκδόσεις κλασικά νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα όπως η Πρώτη αγάπη του Κονδυλάκη ή η Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου, με εκτενές επίμετρο και εκδοτικό σημείωμα.

Το βιβλίο του Μυράτ όμως διαφέρει από τα άλλα της σειράς διότι δεν είναι λογοτεχνικό αλλ’ αυτοβιογραφικό. Ίσως γι’ αυτό και ίσως επειδή ο όγκος του δεν είναι ευκαταφρόνητος, ενώ το είχα πάρει εδώ και καιρό, το άφηνα να σκονίζεται πάνω πάνω στη στοίβα με τ’ αδιάβαστα και να μ’ ατενίζει επιτιμητικά.

Πρόσφατα ξεπέρασα τους δισταγμούς και το διάβασα, και δεν το μετάνιωσα αν και δεν το συστήνω ανεπιφύλακτα αν δεν έχετε ειδικό ενδιαφέρον για την εποχή ή για το θέατρο.

Ο Μήτσος Μυράτ (1878-1964) ήταν από τις μεγάλες μορφές του ελληνικού θεάτρου στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όσοι είναι της γενιάς μου ή παλαιότεροι θα ξέρουν τον γιο του, τον Δημήτρη Μυράτ, που μεσουράνησε στο θέατρο στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα ή την κόρη του, τη Μιράντα.

Ο Μυράτ γεννήθηκε στη Σμύρνη, από οικογένεια μάλλον λεβαντίνικη, αλλά με ελληνική συνείδηση. Το επώνυμό του ήταν Μουράτ αλλά το εξευρωπάισε σε Murat, Μυράτ, αν και στα γαλλικά συχνά το έγραφε και Myrat. Έμαθε καλά γαλλικά αλλά δεν σπούδασε κι αφού περιπλανήθηκε μερικούς μήνες στην Αίγυπτο ως επιστάτης σε δημόσια έργα, χάρη σε γνωριμίες συγγενών, και επειδή από παιδί είχε λατρεία με το θέατρο, έφυγε για το Παρίσι για να το μάθει από κοντά.

Γύρισε στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη θνησιγενή σχολή του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά ήταν τυχερός που τότε ακριβώς, στο γύρισμα του αιώνα, ο Χρηστομάνος αποφάσισε να ιδρύσει τη Νέα Σκηνή, φέρνοντας έτσι την επανάσταση στο ελληνικό θέατρο.

Ουσιαστικά όλο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην περίοδο της Νέας Σκηνής, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Παρόλο που το βιβλίο αρχικά δημοσιεύτηκε το 1928, η αυτοβιογραφική εξιστόρηση σταματάει στα 1906 -αργότερα ο Μυράτ έγραψε κι άλλο βιβλίο για τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Θεατρικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 50 Σχόλια »

Κολοκυθομέλτεμο (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2018

Δημοσιεύω με χαρά σήμερα ένα καινούργιο διήγημα του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου, που ταιριάζει και με την εποχή, αφού είναι θαλασσινό, αν και δεν περιγράφει τη ναυτική ή τη νησιώτικη ζωή. Θα ταίριαζε περισσότερο αν το είχα βάλει πριν από δεκαπέντε μέρες που μου το έστειλε ο Δημήτρης, είχα όμως δεσμεύσει τις επόμενες Κυριακές. Το λέω αυτό επειδή «κολοκυθομέλτεμο», παναπεί ξεθυμασμένο, είναι το μελτέμι του Ιούνη. Τον Ιούλιο δυναμώνουν.

Όπως συνήθως, ο Δημήτρης μου έστειλε και γλωσσάρι μαζί, οπότε εγώ λίγα πράγματα έχω να κάνω. Του δίνω λοιπόν το λόγο για την εισαγωγή:

Ἄρχισα νὰ γράφω τὸ διήγημα στὶς ἕντεκα τοῦ Ἰούνη, ἀγναντεύοντας τὸ κολοκυθομέλτεμο ἀπὸ τὸ μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ μου στὰ Θερμιά. Ὅταν τὸ τέλειωσα, μετὰ ἀπὸ δυό μέρες, τὸ μελτέμι εἶχε ξεψυχίσει.Ἔτσι εἶναι τὸ μελτέμι τῆς ἐποχῆς τοῦ κολοκυθιοῦ· χωρὶς ἔνταση, σὰν τὰ κολοκύθια· καὶ σὰν τὰ κολοκυθόγατα ποὺ γεννιοῦνται κι αὐτὰ τὸν Ἰούνη, ἀδύνατα καὶ λιγοζωισμένα.

Τὰ πρόσωπα, οἱ ἑταιρεῖες καὶ τὰ γεγονότα τῆς ἱστορίας εἶναι προϊόντα τῆς φαντασίας μου.

 

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ

κύριος Νῖκος: τὸ ἀφεντικό· διευθύνων σύμβουλος τῆς Alex Medical Greece.

Λεονάρδος: διευθυντὴς τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς  Alex Medical Greece.

Χρῆστος Ἀδαμαντιάδης: διευθυντὴς μάρκετινγκ τῆς  Alex Medical Greece.

Παῦλος Γεωργίου: διευθυντὴς στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ τῆς  Alex Medical Greece.

Ἴνγκε: Σουηδέζα φίλη τοῦ Λεονάρδου.

Γεράσιμος: παπποῦς τοῦ Νίκου, αἰγυπτιώτης μὲ κεφαλονίτικες ρίζες.

Γιάννης: πατέρας τοῦ Νίκου, ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ· πέθανε τὸ ᾿45 στὴν Αἴγυπτο.

Ἄννα: μητέρα τοῦ Νίκου, κόρη τοῦ Γεράσιμου.

Μποῦτρος: μπατζανάκης τοῦ Γεράσιμου, Αἰγύπτιος.

 

Στὸ τέλος ὑπάρχει γλωσσάρι.

 

ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ

Πῶς βρέθηκε στὸ φλάιμπριτζ νὰ τιμονεύει τὸ δεκαπεντάμετρο κρούιζερ ποὺ πάλευε μὲ τὸ κολοκυθομέλτεμο τοῦ Ἰούνη εἶναι μεγάλη ἱστορία. Ἂς ὄψεται, ὁ κύριος Νῖκος, τ᾿ ἀφεντικό· ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἀμερικάνικες σαπουνόπερες -ἔκαναν θραύση τὴ δεκαετία τοῦ ὀγδόντα – ἤθελε νὰ κάνει μίτινγκ μὲ τὰ στελέχη του ἐν πλῷ. Τὸ εἶχαν συζητήσει λίγες μέρες πρὶν στὸ γραφεῖο του.

«Θὰ πᾶς στὸ νησὶ γιὰ τὸ τριήμερο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;» τὸν ρώτησε κι ὅταν τοῦ ἀπάντησε καταφατικά, συνέχισε «θὰ περάσω νὰ σὲ πάρω γυρίζοντας ἀπὸ τὴ Μύκονο μὲ τὸ σκάφος· θὰ εἶναι κι ὁ Χρῆστος ὁ Ἀδαμαντιάδης μαζὶ μας καὶ θὰ κάνουμε μίτινγκ γιὰ τὴν καλύτερη ὀργάνωση τοῦ τμήματός σου.»

Ὁ Λεονάρδος, εἶχε ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς Alex Medical Greece πρὶν δεκαπέντε μῆνες, στὶς ἀρχὲς τοῦ ὀγδοντατρία καὶ ἦταν τὸ νεαρότερο στέλεχός της.

Γεννημένος στὴ Σύρα τὸ πενηνταπέντε, εἶχε τελειώσει τὸ Φυσικὸ τῆς Ἀθήνας καὶ εἶχε ἐξειδικευτεῖ στὰ Ἠλεκτρονικά. Τὸ καλοκαίρι τοῦ ἑβδομηνταοχτώ, λίγο πρίν τελειώσει τὴ σχολὴ –  χρώσταγε μερικὰ μαθήματα καὶ τὴν πτυχιακή του – γνώρισε στὸ νησὶ τὴν Ἴνγκε ἀπὸ τὴ Σουηδία. Ψηλή, ξανθιά, γαλανομάτα, μὲ κορμὶ ἀγαλματένιο, ἔγινε ἀμέσως ὁ στόχος τῶν ἀρσενικῶν τοῦ μπάρ· κι ὅλοι φάγανε τὰ μοῦτρα τους. Ὁ Λεονάρδος – στὸ σπίτι τὸν λέγανε Λινάρδο, στὸ Πανεπιστήμιο κάτι τροτσκιστές φίλοι του τὸν φώναζαν Λέον, ἐνῶ στὰ καλοκαιρινά του νταραβέρια μὲ τὶς τουρίστριες χρησιμοποιοῦσε τὸ Λεονάρντο γιὰ νὰ τονίσει τὴ δυτικὴ  καταγωγή του, ὑποδηλώνοντας ταυτόχρονα τὴν καλλιτεχνική του φύση καὶ τὴν ἀναμφισβήτητη εὐφυΐα του – ἔβαλε σὲ ἐνέργεια τὰ μεγάλα μέσα. Ἀργά, κατὰ τὶς δύο, ἔφυγε, χωρὶς νὰ τὴν πλησιάσει καθόλου, πῆγε στὸ σπίτι του, ἔβαλε στὸ σακβουαγιὰζ τὸ μπαγλαμά του κι ἕνα μπουκάλι οὖζο καὶ τράβηξε γιὰ τὴ Φραγκοσυριανή, μιὰ μερακλίδικη συριανή ψαρόβαρκα ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του γιὰ τὰ ψαρέματά του. Τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ ἀραξοβόλι της καὶ τὴν ἔδεσε στὸ μόλο, μπροστὰ στὸ μπάρ. Κάθησε στὴν πρύμη, πῆρε τὸ μπαγλαμαδάκι κι ἄρχισε νὰ τὸ κελαηδᾶ. Κατὰ τὶς τρεῖς, τὴν ὥρα ποὺ ἄδειαζε τὸ μπάρ, βγῆκε ἡ θεά. Πλησίασε στὴν ἄκρη τοῦ μόλου, κάθησε πάνω στὴ δέστρα καὶ τὸν ἄκουγε νὰ παίζει. Μόλις τέλειωσε τὸ σκοπό ποὺ ἔπαιζε ὁ Λεονάρδος, σηκώθηκε πῆγε στὴν πλώρη, τῆς ἅπλωσε τὸ χέρι, τὴν κοίταξε στὰ μάτια κι αὐτὴ πήδηξε στὴ βάρκα χωρίς δεύτερη κουβέντα· μόνο τὰ ὀνόματά τους εἶπαν:

«Λεονάρντο».

«Ἴνγκε».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θαλασσινά, Ναυτικά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 78 Σχόλια »

Η Κίνα όπως την είδα (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 17 Ιουνίου, 2018

Πριν από ένα χρόνο, τέτοια εποχή, είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο τις αναμνήσεις του φίλου μας του Dryhammer από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ναυτικός το 1994. Πρόσφατα, συζητήσαμε στο ιστολογιο για την Κίνα, κι αυτή η συζήτηση θύμισε στον Dryhammer το ταξιδι που είχε κάνει στην Κίνα αμέσως μετά το Μούρμανσκ, και του έδωσε το ερέθισμα να καταγράψει τις αναμνήσεις του -κι έτσι γεννήθηκε το σημερινό μας αφήγημα, που με πολλή χαρά το παρουσιάζω.

Ο Dryhammer ξέρει να αφηγείται, κάνει ευστοχες παρατηρησεις, αλλά και φροντίζει να εξηγήσει, στο τέλος του αφηγήματος, τις δύσκολες ναυτικές λέξεις. Καθώς μου έστειλε και τις συνοδευτικές εικόνες, ο δικός μου ρόλος στο σημερινό άρθρο είναι διακοσμητικός -καθολου δεν με πειράζει αυτό, αφού βρίσκομαι κι εγώ σε ένα μικρό ταξίδι, πολύ πιο κοντά όμως. Έβαλα δυο ετυμολογιες και θυμίζω πως τα γκρένια είναι οι γερανοί (cranes) που φορτώνουν τα καράβια.

 

Η ΚΙΝΑ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑ

To Μ/V ΝΙΚΟΛΑΣ, 45άρι bulk carrier, είχε αποπλεύσει από το Μούρμανσκ της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, πάνω από τον Αρκτικό κύκλο, φορτωμένο με 42000 τόνους σίδερα για την Κίνα. Ήτανε τέλη Ιούνη του ’94 και λογαριάζαμε πως σε 38 – 40 μέρες (μέσα Αυγούστου) θα μπαίναμε στα κινέζικα νερά. Λιμάνι κατάπλου η Huangpu (ή Whampoa).

Καβατζάραμε το Βόρειο Ακρωτήριο κι όλο Νότια ανοιχτά της Νορβηγίας, περάσαμε τη Μάγχη με την κίνησή της από εμπορικά και φέρι, περάσαμε και το Μπέι ήσυχα παρά την κακή του φήμη και μπήκαμε από τα στενά του Γιβραλτάρ στη Μεσόγειο. Άλλος ουρανός, άλλος ήλιος, άλλα νερά. Δικά μας. Από το Γιβραλτάρ ως έξω από την Κρήτη βρήκαμε θάλασσα (λόγω μελτεμιών κυρίως) αλλά όλα φαίνονταν οικεία και πιο εύκολα. Έξω από τον Αγ. Νικόλα αγκυροβολήσαμε για λίγο για φρέσκα(2), εξωτικά καρπούζια και ροδάκινα και ντουγρού για Πορτ Σάιντ να περάσουμε τη διώρυγα του Σουέζ. Περάσαμε  και το Σουέζ, ψηθήκαμε στην Ερυθρά Θάλασσα, καβατζάραμε και το Άντεν, περάσαμε νότια απ’ τη Σοκότρα (όπου, κατά τους παλιούς και τον Καββαδία, είχε πειρατές κανίβαλους που πριν φάνε τους αιχμάλωτους ναυτικούς, τους σφυρίζαν κι έναν για να μαλακώσει το κρέας τους) και βόρεια απ’ τις Μαλδίβες για να μπούμε στο Μαλάκκα Στρέιτ για Σιγκαπούρη. Άγκυρα στη ράδα της Σιγκαπούρης, μπόνκερ(1), στόρια(2), λεφτά για το βαπόρι και το πλήρωμα, μπομπότηδες(3), ζέστη και υγρασία του χαμού (μισή μοίρα πάνω απ’ τον Ισημερινό, τέλη Ιούλη) και μετά από 6 – 7 ώρες, φουλ αχέντ(4)  για Κίνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , | 100 Σχόλια »

Ο Ξερωγός (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2018

Ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος μού εστειλε ένα καινούργιο διήγημά του -το παρουσιάζω σημερα με χαρά, όχι μόνο επειδή το βρίσκω αξιόλογο αλλά και επειδή, όπως θα δείτε από τον πρόλογο, το έναυσμα για να γραφτεί το διήγημα δόθηκε από σχόλιο εδώ στο ιστολόγιο. Πολύ χαίρομαι.

Δεν θα πω πολλά, παραθέτω το διήγημα οπως ακριβώς μού το έστειλε ο Δημητρης. Αν ήταν άλλος θα το μονοτόνιζα, αλλά οι φίλοι έχουν προνόμια. Να πω μόνο δυο λόγια για την ορθογραφία του τίτλου. Πρόκειται βέβαια για παρατσούκλι για κάποιον που χρησιμοποιούσε συχνά τη φράση «Ξέρω γω» (κατάφαση, όχι ερώτηση). Βλέπω ότι στο slang.gr το γράφουν «Ξερωγώς«. Νομίζω πως η επιλογή του Δημήτρη είναι σωστή. Ναι μεν το παρατσούκλι προέρχεται «εκ συναρπαγής» από τη φράση «Ξέρω γω» αλλά υπερισχύει να αποτυπωθεί σωστά το «τέρμα» της λέξης και η νέα ελληνική δεν εχει τέρμα αρσενικών ουσιαστικών σε -ώς. Για τον ίδιο λόγο γράφουμε Βασίλης και όχι Βασίλεις (όπως ήθελε ο Γ. Χατζιδάκις με το επιχείρημα ότι παράγεται από το Βασίλειος).

Δίνω τον λόγο στον Δημήτρη:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ διήγημα αὐτὸ ἦταν ἔνα σχόλιο τοῦ Ἄγγελου στὸ διήγημα τοῦ Κοτζιούλα «Ναυαγοὶ στὸν Πειραιά»:

«Τραγική όμως ήταν η κατάσταση στα μικρά νησιά…σε όλη την Κατοχή…Κάτι θα έχουν να μας πουν οι εδώ νησιώτες μας…»

(σχ.28)

Ἂν καὶ τὰ πρόσωπα εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας μου, οἱ συνθῆκες ποὺ περιγράφω εἶναι ὅπως τὶς ἔχω ἀκούσει ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἔζησαν τὴν Κατοχὴ μὲ ὄλες τὶς συνέπειές της.

 

 Ὁ Ξερωγὸς

«Μόλις βγεῖς ἀπὸ τὸν κάβο κρατήσου γιαλό1, δυὸ καϊκιὲς2 ἀπὸ τὰ βράχια. Μὴ φοβᾶσαι, τὰ νερὰ εἶναι καθαρά· δὲν ἔχουνε ξέρες. Τώρα ποὺ γρεγάρησε3 μὴ φοβᾶσαι τὸν ἀέρα, τὸν κατεβάζουν οἱ στεριές· ἡ θάλασσα ὅμως εἶναι στρωτή, ταξιδεύεται. Τράβα μὲ τὴ μηχανὴ στὶς μισὲς στροφές, ἴσαμε τρία μίλια κατά τὸ βοριὰ καὶ μετὰ σημάδεψε τὸ νοτινὸ κάβο τοῦ ἀπέναντι νησιοῦ· κάνε καὶ τὸ φλόκο4 γιὰ νὰ σὲ κρατάει ἀπὸ τὸ μπότζι5. Θὰ τὸ περάσεις τὸ μπουγάζι6 ἀχολομάνιστα.»

Μὲ ὕφος ποὺ δὲ σήκωνε ἀντίλογο ὁ Γιώργης ὁ Ξερωγὸς ἐξηγοῦσε στὸν καπετάνιο τοῦ ξένου καϊκιοῦ πῶς νὰ περάσει τὸ μπουγάζι μὲ τὸ φρέσκο μελτέμι. Ρούφηξε μιὰ γουλιὰ ἀπὸ τὸν καφέ του κι ἔκλεισε τὴν κουβέντα μὲ τήν ἀγαπημένη του ἐπωδό:

«Ἄκου ποὺ σοῦ λέω! Ξέρω ᾿γώ!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Κατοχή, Ναυτικά | Με ετικέτα: , | 173 Σχόλια »

21 πατινιώτικες λέξεις (μια συνεργασία του Raf)

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2018

Με το σημερινό άρθρο το ιστολόγιο ξαναπιάνει, ύστερα από ολιγόμηνη ανάπαυλα, τη διαλεκτολογική και λεξιλογική περιήγηση ανα την Ελλάδα (με μια προτίμηση, είναι αληθεια, στα νησιά).

Να θυμίσω τους σταθμούς αυτής της περιοδείας.

Πριν από μερικά χρονια είχαμε δημοσιεύσει δυο άρθρα για τις αμοργιανές λέξεις (εδώ το δεύτερο). Πέρυσι, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έστειλε ένα άρθρο για τα Θερμιά, δηλαδή την Κύθνο. Ακολούθησε η σιφνέικη ντοπιολαλιά, από το Κουτρούφι. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο Αλέξης με λέξεις από το Ξηρόμερο. Στεριανη αυτή η συνεργασία, όμως αμέσως μετά σαλπάραμε πάλι, πρώτα για το Πλωμάρι, όπου μας οδήγησε ο Γιάννης Μαλλιαρός, και μετά στη Νικαριά με ξεναγό τον Ροβυθέ. Μετά κατηφορίσαμε στη Ρόδο με μια συνεργασία του Αλέξ. Κατσαρά. Τέλος, πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία για ένα άρθρο για το κυθηραϊκό ιδίωμα, έχοντας ως βοήθημα το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα.

Μια και ξανάρχεται η θερινή περίοδος, αρχίζουμε και πάλι τις λεξιλογικές μας εκδρομές, ή μάλλον κρουαζιέρες, αφού και σήμερα νησί θα επισκεφτούμε. Ο φίλος μας ο Raf εστειλε μια συνεργασια με 21 πατινιώτικες λέξεις.

Πριν προχωρήσω, ανανεώνω την εκκληση για νέες συνεργασίες σχετικά με ντοπιολαλιες -ας μην τεμπελιαζουν και οι στεριανοί!

Είπαμε ότι θα πάμε σε νησί, αλλά ποιο νησί; Από πού είναι οι πατινιώτικες λέξεις;

Δεν ξέρω πόσοι νεότεροι το ξέρουν, αλλά Πάτινος είναι η λαϊκή ονομασία της Πάτμου και Πατινιώτης ο κάτοικος του νησιού, μια λέξη πολύ πιο ευκολοπρόφερτη από το λόγιο «Πάτμιος». Ίσως χρειάζεται ένα άρθρο με τις λαϊκές ονομασίες των νησιών, αλλά θα το αφήσουμε γι’ άλλη φορά. Patino είναι το όνομα της Πάτμου και στα ιταλικά.

Παρεμπιπτόντως το επώνυμο Πατινιώτης ευδοκιμεί ιδιαίτερα στην Αστυπάλαια, ενώ με τη γραφή Πατηνιώτης στην Ανάφη (όπως θα περιμέναμε, το επίθετο, που δηλώνει κάποιον που έχει έρθει από την Πάτμο, το βρίσκουμε σε άλλα μέρη).

Δίνω τον λόγο στον Raf και σχολιάζω κι εγώ μέσα σε αγκύλες.

21 πατινιώτικες λέξεις

«Πατινιώτικες» από την Πάτινο, ή αλλιώς την Πάτμο, νησί στα βόρεια Δωδεκάνησα, γνωστότερο μάλλον για την Αποκάλυψη του Ιωάννη, όπου και, κατά την παράδοση, γράφτηκε. Οι λέξεις που παρουσιάζονται ίσως να μη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σ’ αυτόν τον τόπο – αρκετές από αυτές συναντιούνται σε κοντινά ή και μακρινότερα νησιά. Παρ’ όλα αυτά είναι όλες χαρακτηριστικές του πατινιώτικου ιδιώματος έτσι όπως αναπαράγεται από ηλικιωμένους ή και νεότερους. Όπου αυτό είναι δυνατόν επιχειρείται μια ενδεικτική ετυμολόγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »

Το δερμόνι και ο 6ος τόμος του Ιστορικού Λεξικού

Posted by sarant στο 18 Απρίλιος, 2018

Τη Δευτέρα 23 Απριλίου, στην Ανατολική Αίθουσα του Μεγάρου της Ακαδημίας Αθηνών παρουσιάζεται πανηγυρικά ο 6ος τόμος του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής, που εκδίδεται απο την Ακαδημία Αθηνών, που θα το λέω στο εξής με το ακρώνυμο ΙΛΝΕ.

Πολύ στενοχωριέμαι που δεν θα βρίσκομαι στην Αθήνα κι έτσι δεν θα μπορέσω να παρευρεθώ, να δω και να ακούσω αξιόλογους ανθρώπους, που κάποιοι είναι και φίλοι. Αυτά ειναι τα στραβά της ξενιτειάς.

Το πλήρες πρόγραμμα της ημερίδας μπορείτε να το δείτε εδώ. Πρόκειται για πολύ αξιόλογη εκδήλωση, όπως ταιριάζει σε ένα λεξικογραφικό γεγονός όπως είναι η κυκλοφορία του 6ου τόμου, κι ας έρχεται με κάποια καθυστέρηση αφού ο 6ος τόμος του ΙΛΝΕ κυκλοφόρησε τα Χριστούγεννα του 2016. Μάλιστα, όπως πιθανώς θα θυμούνται οι τακτικοί αναγνώστες, τον είχαμε παρουσιάσει εδώ στο ιστολόγιο πέρσι τέτοιες μέρες (για την ακρίβεια στις 24.4.2017) και ακολούθησε και δεύτερο άρθρο με έναυσμα μια επιστολή που μας έστειλε μια συντάκτρια του λεξικού, η γλωσσολόγος Ιώ Μανωλέσσου.

Επειδή όμως με την ευκαιρία της παρουσίασης του 6ου τόμου αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον, όπως φάνηκε και από το πρόσφατο αξιόλογο εκτενές άρθρο του Τάσου Κωστόπουλου στην Εφημερίδα των Συντακτών (διαβάστε και την αποτίμηση που κάνει ο γλωσσολόγος Γιώργος Ξυδόπουλος), σκέφτηκα να αφιερώσω και το σημερινό άρθρο στον έκτο τόμο του ΙΛΝΕ -το αξίζει άλλωστε.

Τα λήμματα του 6ου τόμου ξεκινούν από το «δε» και καταλήγουν στο «διάλεκτος». Από τα λήμματα αυτά ξεχώρισα ένα, που το έβαλα και στον τίτλο του άρθρου, το δερμόνι.

Και θα ξεκινήσω με ένα κουίζ. Θα σας ζητήσω να βρείτε τι σημαίνει δερμονι, διαλέγοντας μία απο τέσσερις απαντήσεις που θα σας προτείνω. Θα σας παρακαλέσω να μην το γκουγκλίσετε, δεν έχει γούστο έτσι. Στα σχόλιά σας, αν θέλετε, μου λέτε αν το βρήκατε ή όχι και αν ξέρατε τη λέξη (μπορεί να μην την ξέρατε αλλά να μαντέψατε σωστά).

Λοιπόν, δερμόνι είναι….

Α. Κομμάτι δέρμα που χρησιμοποιείται στο παπούτσι.

Β. Γρήγορο πλοιάριο.

Γ. Μεγάλο κόσκινο.

Δ. Τύπος εκζέματος.

Ε. Μικρό κυνηγετικό σακίδιο.

Ποια απάντηση είναι σωστή;

.

.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εκδηλώσεις, Κουίζ, Λεξικογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 96 Σχόλια »

Θα μας ψήσουν οι Ανθρωποφάγοι

Posted by sarant στο 17 Απρίλιος, 2018

Ο τίτλος είναι βέβαια παρμένος από το σατιρικό τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου «Τούμπου τούμπου ζα», που το βλεπετε εδώ σε ζωντανή εκτέλεση με τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Προτιμώ πολύ περισσότερο την πρώτη εκτέλεση, με πρώτη φωνή τον Λάκη Χαλκιά, αλλά στο μοναδικό γιουτουμπάκι που βρηκα η βελόνα του πικάπ πήδαγε συνεχώς.

Στη συγκεκριμένη συναυλία νομίζω πως ήμουν μέσα στο θέατρο.

Αλλά ο λόγος που θυμήθηκα τους ανθρωποφάγους είναι άλλος -είναι, φυσικά, το χτεσινό επεισόδιο με τη βραχονησίδα Μικρός Ανθρωποφάς, όταν ο Τούρκος πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι τουρκικά κομάντα πήγαν και κατέβασαν την ελληνική σημαία, την οποία είχαν υψώσει πριν από μερικές μέρες και ανακοινώσει με καμάρι στο Διαδίκτυο τρεις νεαροί που πήγαν εκεί με φουσκωτό από τους Φούρνους. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά διέψευσε τον ισχυρισμό και επέμεινε ότι δεν προσέγγισαν τουρκικές δυνάμεις την ελληνική βραχονησίδα.

Τη βραχονησίδα, πάω στοίχημα, μέχρι χτες ελάχιστοι την ήξεραν εκτός Φούρνων. Εδώ που τα λέμε, και τους Φούρνους αμφιβαλλω αν τους ξέρουν οι περισσότεροι.

Οι Φούρνοι (ή Φούρνοι Κορσέων) είναι συστάδα νησιών ανατολικά της Ικαρίας και δυτικά-νοτιοδυτικά της Σάμου, που ανήκουν στο νομό Σάμου. Φούρνοι λέγεται και το μεγαλύτερο νησί, το κεντρικό, που έχει κάπου 1100 κατοίκους. Βλέπουμε στον χάρτη τη συσταδα των νησιών σε κυκλική διάταξη, βουνοκορφές πριν έρθουν τα νερά, και κάτω δεξιά ο Ανθρωποφάς ή Μεγάλος Ανθρωποφάς και από πάνω του, μια κουκιδίτσα, ο Μικρός Ανθρωποφάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διεθνή, Επικαιρότητα, Τραγούδια, Τουρκία, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 228 Σχόλια »

Άρατε πύλας (διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη)

Posted by sarant στο 8 Απρίλιος, 2018

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά. Φέτος, επιμένω με Σκιάθο αλλά διαλέγω τον άλλο Αλέξανδρο, τον εξάδελφο του Παπαδιαμάντη, τον Μωραϊτίδη.

Το διήγημα είναι και κατά κάποιο τρόπο (ιστολογικώς) επίκαιρο, αφού πριν από τέσσερις μέρες δημοσιεύσαμε άρθρο που αναφέρεται στο ίδιο θρησκευτικό δρώμενο που περιγράφει και ο Μωραϊτίδης στο διήγημα.

Το κείμενο υπάρχει στο Διαδίκτυο, εγώ το πήρα από το sansimera.gr όπου ήταν ήδη μονοτονισμένο. Έκανα αντιπαραβολή με την έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου και διόρθωσα κάμποσες αβλεψίες. Δεν εκσυγχρονίζω την ορθογραφία (που πάντως την έχει εκσυγχρονίσει κάπως ο Ν.Δ.Τ., π.χ. είνε σε είναι, έγεινε σε έγινε κτλ.) παρά μόνο το «κ'» σε «κι».

Η καθαρεύουσα του Μωραϊτίδη είναι πιο βαριά (και με πολυ λιγότερες ιδιωματικές ανάσες) από του Παπαδιαμάντη. Σημειώνω με αστερίσκο μερικές λέξεις που τις εξηγώ στο τέλος.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη!

«Άρατε πύλας…»

Ποτέ δεν θα το λησμονήσω! Και μόνον η ανάμνησίς του με γοητεύει και τώρα ακόμη. Τι εύμορφον Πάσχα! Νομίζω ότι έκτοτε δεν είδα πλέον τοιούτο φαιδρόν, τοιούτο μελωδικόν κι ευώδες Πάσχα. Όλα εγελούσαν ως μικρά αθώα παιδία, όλα εμοσχοβολούσαν εις την μικράν εκείνην νήσον, όλα ήσαν λαμπροφορεμένα· τα περισσότερα παιδία είχαν φορέσει καινουργή τριζοκοπούντα υποδήματα, κι έκαμνον κρότον και κρότον επάνω εις τις πλάκες της Εκκλησίας. Τι εύμορφον Πάσχα! Την ψαλμωδίαν του, μοι φαίνεται, δεν την ήκουσα πλέον. Ίσως συνετέλεσε και η έκτακτος δροσερά άνοιξις του έτους εκείνου του αλησμονήτου. Τα αηδόνια είχαν έλθει τόσον εγγύς εις την κωμόπολιν, ώστε μερικά αφόβως εισέδυσαν και εις το πυκνόν του ναΐσκου κηπάριον και συνώδευον και εκείνα με την μαγευτικήν μελωδίαν των το γλυκύλαλον «Χριστός Ανέστη». Το καέν θυμίαμα, υπάρχουν στιγμαί, που νομίζω πως το αισθάνομαι ακόμη κατά τινα μυστικήν όλως απάτην. Έλεγαν πως ήτο θυμίαμα από την Αγίαν Άνναν, Σκήτην του Άθωνος, γνωστήν διά την αρετήν των ερημιτών αυτής. Αλλ’ ίσως και τα πάμπολλα τριαντάφυλλα του κηπαρίου της Εκκλησίας προσέφερον και αυτά εν αναλογία το άρωμά των το μεθυστικόν. Και ήσαν τόσα πολλά το έτος εκείνο!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Λογοτεχνία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , | 143 Σχόλια »

Ποιος έγινε άρατος;

Posted by sarant στο 4 Απρίλιος, 2018

Από σήμερα το ιστολόγιο μπαίνει σε μεγαλοβδομαδιάτικο κλίμα, και ταυτόχρονα σε κλίμα επαναλήψεων. Θα πάω μια μικρή εκδρομή, οπότε το σημερινό και το αυριανό άρθρο θα είναι επαναλήψεις και μάλιστα από την ίδια χρονιά, από άρθρα που είχαν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο το 2012, πριν από έξι χρόνια, πάλι μέσα στη Μεγάλη Βδομάδα.

Μια και είναι μεγαλοβδόμαδο, λοιπόν, θα δούμε μια λαϊκή λέξη που έχει γεννηθεί από την εκκλησιαστική γλώσσα και ειδικότερα από τις πασχαλινές λειτουργίες, όσο κι αν η προέλευσή της δεν είναι καθόλου φανερή. Είναι μια λέξη που την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, αλλά που είχα να πω λίγο περισσότερα γι’ αυτήν (αφού στο βιβλίο έβαλα όριο τις 200 λέξεις για κάθε λήμμα του). Βέβαια, δεν είναι και τόσο γνωστή λέξη, και δεν ξέρω σε ποιο βαθμό χρησιμοποιείται ακόμα -και περιμένω να μου πείτε εσείς αν την ξέρετε κι αν τη χρησιμοποιείτε.

Πρόκειται για τη λέξη άρατος, που είναι εύχρηστη ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στη φράση «έγινε άρατος», που σημαίνει «εξαφανίστηκε, έγινε άφαντος, τράπηκε σε φυγή», και η οποία ακόμα ακούγεται στην Πελοπόννησο, την Αιτωλοακαρνανία, την Ήπειρο και τη Θάσο (αν ακούγεται κι αλλού θα μου το πείτε). Από τον άρατο έχει προκύψει και ρήμα αρατίζω = τρέπω σε φυγή, π.χ. «αράτισες τους άντρες μας, φοβερέ μ’ Αλή Πασιά», και αρατίζομαι = το βάζω στα πόδια, εξαφανίζομαι τρέχοντας, π.χ. Έφτασε ένα φοβέρισμα του Γεσίλα κι ο ψάλτης αρατίστηκε από το βελούχι (Χατζόπουλος, Ο πύργος του Ακροπόταμου).

Η φράση έχει γεννηθεί από ένα εκκλησιαστικό δρώμενο, που γίνεται μετά την Ανάσταση. Μεταφέρω περιγραφή από ένα ζακυθινό ιστολόγιο: Μετά το «Χριστός Ανέστη» όταν οι ιερείς γυρίσουν στην εκκλησία, γίνεται το εξής: πριν έμπει ο παπάς στην εκκλησία, γίνεται το έθιμο του «Άρατε πύλας». Η πόρτα της εκκλησίας είναι κλειστή κι ο παπάς κρατώντας υψωμένη τη λαμπάδα της Ανάστασης, λέει με δυνατή φωνή: «άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της Δόξης». Ο κρυμμένος από μέσα νεωκόρος, υποκρινόμενος τον Σατανά ρωτάει: «τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης»; Και ο παπάς απαντά: «Κύριος κραταιός και δυνατός, Κύριος δυνατός εν πολέμω, Κύριος των Δυνάμεων» κλπ Κι αμέσως δίνει μια κλωτσιά στην πόρτα, την ανοίγει και περνά με τους πιστούς, προβάλλοντας την Αναστάσιμη λαμπάδα. Ο νεωκόρος πρέπει αμέσως να εξαφανιστεί και να μην τον δει κανείς εκείνη τη στιγμή. Αν συμβεί το αντίθετο, νομίζουν ότι θα γίνει κάποιο κακό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Εκκλησία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 164 Σχόλια »

Η τάτσα στο ράσο τους (αναδημοσίευση)

Posted by sarant στο 3 Απρίλιος, 2018

Αναδημοσιεύω σήμερα ένα πρόσφατο άρθρο του Σταύρου Χριστοδούλου στον Φιλελεύθερο της Κύπρου με θέμα την αυτοκτονία της 29χρονης Ελένης Φραντζή ή μάλλον τον τρόπο που η εκκλησία της Κύπρου αντιμετώπισε τον ιερωμένο που καταδικάστηκε για τη σεξουαλική κακοποίησή της όταν ήταν μικρό παιδί.

Να θυμίσω τα γεγονότα. Επειδή η μητέρα της έκανε χρήση ναρκωτικών, οι κυπριακές αρμόδιες υπηρεσίες έδωσαν την τετράχρονη τότε Ελένη σε ανάδοχη οικογένεια. Ο θετός της πατέρας ήταν ιερέας σε χωριό. Όπως αποδείχτηκε αργότερα στο δικαστήριο, ο ιερέας άρχισε να κακοποιεί σεξουαλικά τη μικρή Ελένη, έχοντας μάλιστα ως συνεργό την πρεσβυτέρα, τη σύζυγό του.

Φτάνοντας σε ηλικία 10 ετών, η Ελένη βρήκε το θάρρος να καταγγείλει την κακοποίησή της στις κρατικές υπηρεσίες, αλλά δεν την πίστεψαν. Όταν ενηλικιώθηκε, κινησε και πάλι τις διαδικασίες και τελικά ο ιερέας καταδικάστηκε τελεσίδικα το 2013 σε διετή φυλάκιση για «άσεμνη επίθεση κατά ανηλίκου». Με την αποφυλάκισή του στάλθηκε σε μοναστήρι της περιοχής οπου πρόσφατα φωτογραφήθηκε περιτριγυρισμενος από δεκάδες ανήλικα παιδιά. Στην πρεσβυτέρα δεν ασκήθηκε αρχικά δίωξη.

Η Ελένη Φραντζή αυτοκτόνησε στα τέλη Μαρτίου.

Σε ένα επίπεδο έχουμε τις μικρές κοινωνίες που κουκουλώνουν τα σκάνδαλα και όπου κάλλιο είναι η μάνα του φονιά παρά του σκοτωμένου -κι έτσι σύσσωμο το χωριό συμπαρασταθηκε στον κατηγορούμενο (και καταδικασμένο) ιερέα. Φυσικά και η κυπριακή εκκλησία δεν θέλησε να τιμωρήσει παραδειγματικά τον ιερέα -ανάλογα παραδείγματα εχουμε δει και σε άλλες εκκλησίες, ας πούμε την καθολική. Δεν είναι αντιφατικό πάντως το γεγονός ότι ο επίσκοπος Ταμασού και τον ιερέα φαίνεται να προστάτεψε αλλά και το θύμα του να στήριξε.

Παραθέτω το άρθρο του Φιλελεύθερου και, επειδή εδώ λεξιλογούμε, στο τελος σχολιάζω δυο λέξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Εκκλησία, Κύπρος | Με ετικέτα: , , | 252 Σχόλια »

Τον καιρό του Χασεκή

Posted by sarant στο 25 Μαρτίου, 2018

Μια και σήμερα έχουμε 25 Μαρτίου, δημοσιεύω μια μαρτυρία από την τουρκοκρατούμενη Αθήνα, απ’ τον καιρό που διοικητής ήταν ο διαβόητος Χατζη – Αλής Χασεκής. Πρόκειται για την εξιστόρηση του Παναγή Σκουζέ (1777-1847), της μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας, που την έχω πάρει από το βιβλίο «Aπομνημονεύματα. H τυραννία του Xατζή-Aλή Xασεκή στην τουρκοκρατούμενη Aθήνα (1772-1796)», Kέδρος, 1975.

Το βιβλίο του Σκουζέ είναι πολύτιμη πηγή για τη ζωή της Αθήνας στα τέλη του 18ου αιώνα και ένα εκτενές αυτοβιογραφικό απόσπασμά του υπάρχει στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού. Εγώ διάλεξα ένα άλλο εκτενές απόσπασμα (από τις σελ. 70-78 του βιβλίου και με περικοπές ως τη σελ. 83) όπου περιγράφεται η τυραννική διακυβέρνηση του Χασεκή. Αρχικά είχα σκοπό να βάλω όλο το απόσπασμα (70-83) αλλά δεν προλάβαινα κι ετσι στο τέλος το συντόμεψα.

Το ενδιαφέρον στο βιβλίο του Σκουζέ είναι ότι τα δεινά των Αθηναίων επί Χασεκή παρουσιάζονται να μην οφείλονται γενικά στον τουρκικό ζυγό αλλά ειδικά στον Χασεκή, ο οποίος μαλιστα κυβερνάει έχοντας προσεταιριστεί μια μερίδα ντόπιων κοτζαμπάσηδων (οι οπαδοι του τυράννου) ενώ όταν επιστρέφει από την πρώτη εξορία του εκδικείται και θανατώνει αδιακρίτως Χριστιανούς και Οθωμανούς. Άλλωστε, η λύτρωση από τον Χασεκή έρχεται όταν πεθαινει η προστάτισσά του, η σουλτάνα, οπότε τα παράπονα των προκρίτων της Αθήνας εισακούονται και ο τζελάτης αποκεφαλίζει τον τύραννο και το κεφάλι του εκτίθεται προς παραδειγματισμό με ένα χαρτί που εξηγεί τα ανομήματά του. Φυσικά, τόσο επί τυραννίας Χασεκή όσο και πριν όσο και μετά, η Αθήνα έχει σχολεία -μάλιστα η συνέλευση των Αθηναίων γίνεται στο «σχολείο του Ντέκα», που χτίστηκε με έξοδα του Αθηναίου έμπορου Ιωάννη Ντέκα που ειχε πλουτίσει στη Βενετία. Βλέπετε, ο Σκουζές έγραψε τα απομνημονεύματά του όταν δεν είχε επινοηθεί ο μύθος του κρυφού σχολειου και γι’ αυτό δεν αναφέρει τίποτα.

Πολύτιμο είναι το βιβλίο του Σκουζέ κι από μιαν άλλη άποψη: διασώζει στοιχεία απο το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα, το οποίο χάθηκε λίγες δεκαετίες μετά που η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του νέου κράτους. Θέλω να γράψω κάποτε άρθρο για το ιδίωμα αυτό, οπότε ας έχουμε το σημερινό για πρώτη γεύση. Όπως θα δείτε, το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα χαρακτηριζόταν από τσιτακισμό, δηλ. μετέτρεπε το κι σε τσι, κι έτσι θα δείτε στον Σκουζέ λέξεις όπως ετσεί, γυναιτσεία, φυλατσή, ξυλιτσή. Ή μάλλον θα δειτε ετζεί, γυναιτζεία κτλ. διοτι τον καιρό εκείνο το τσ το έγραφαν τζ. (Κι έτσι εξηγείται το έτζι του Μακρυγιάννη και ο πούτζος του Καραϊσκάκη, έτσι και πούτσος είναι).

Είναι πάμπολλες οι άγνωστες/δύσκολες λέξεις, εξηγώ μερικές στο τέλος και οι αλλες ας εξηγηθούν με ερωτήσεις στα σχόλια. Μονοτονίζω, αλλά γενικώς διατηρώ την ορθογραφία.

Δεν ξεκινάω την εξιστόρηση από την αρχή. Στην αρχή ο Σκουζές λέει ότι ο Χασεκής ήταν εραστής της Εσμά Σουλτάνας και αυτή αγόρασε τον μαλικιανέ της Αθήνας και του τον έκανε δώρο, δηλαδή να έχει τη δεκάτη από όλα τα έσοδα και τους φόρους της Αθήνας. Ο Χασεκής εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ως ζαμπίτης (διοικητής) και προσεταιρίστηκε 12 κοτζαμπάσηδες αλλά οι Αθηναίοι έκαναν αναφορά στην Πόλη ζητώντας να ανακληθεί και το κατάφεραν. Ύστερα το μετάνιωσαν και τον κάλεσαν ξανά. Τον καιρό εκείνο έφτιαξε τα τειχη της Αθήνας για να την προφυλάξει από επιδρομές άτακτων Αρβανιτών, και κατάφερε να πλουτίσει από αυτό και από τότε άρχισε να φέρεται και τυραννικά. Έγιναν νέες αναφορές στην Πόλη, οπότε ο Σουλτάνος έβγαλε φιρμάνι να εξοριστεί ο Χασεκής.

Εδώ πιάνω την αφήγηση του Σκουζέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις | Με ετικέτα: , , | 296 Σχόλια »

Πράγμα, οπού δεν έγινε ποτέ εις τον κόσμον

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2018

Πλησιάζει η επέτειος της επανάστασης του 1821, και κάθε χρόνο συνηθίζω να δημοσιεύω ένα ή περισσότερα άρθρα που να έχουν σχέση με το ιδρυτικό γεγονός του νεοελληνικού κράτους.

Παρουσιάζω σήμερα ένα γράμμα που έστειλαν στις 12 Απριλίου 1826, δυο μέρες μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου, εννιά οπλαρχηγοί προς τη «Σεβαστήν Διοίκησιν». Είναι ασφαλώς η πρώτη χρονολογικά περιγραφή της Εξόδου. Το γράμμα στάλθηκε από το χωριό Δερβέκιστα, σήμερα Ανάληψη, οπου είχαν σταθμεύσει οι οπλαρχηγοί.

Ο τίτλος είναι δικός μου, αλλά είναι παρμένος από μια φράση της επιστολής.

Αποσπάσματα του κειμένου υπάρχουν στο Διαδίκτυο, όχι όμως ολόκληρο το κείμενο, ενώ έχουν και αρκετά λαθάκια. Το κείμενο που παραθέτω, το έχω πάρει από τον τόμο «Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου 1825-1826». Μονοτονίζω αλλά δεν αλλάζω την ορθογραφία. Σημειώνω με αστερίσκο κάποιες λέξεις που τις εξηγώ στο τέλος.

Σεβ. Διοίκησις!

Με την ελπίδα να μας καταφθάσουν τα καράβια και να μας μπάσουν ζαερέν*, εφθάσαμεν εις την αθλιωτάτην κατάστασιν. Εφάγαμεν όλα τα άλογα, μολάρια, γομάρια, σκύλους και γάτες, τα οποία ετελείωσαν και αυτά. Τα καράβια δε τα ελληνικά μίαν φοράν εφάνηκαν εις τον λιμένα μας και επειδή ήταν ολίγα, όχι δεν έβλαψαν τον εχθρόν, αλλά και εδιώχθησαν. Και επεριμέναμεν οκτώ ημέρας τρώγοντες θαλάσσια χόρτα και πλέον δεν τα μεταείδαμεν. Έφθασε να πεθαίνουν και από εκατόν και εκατόν πενήντα την ημέραν, ώσπου οπού έμειναν και ανάθαφτοι, διότι οι άλλοι δεν είχον δύναμιν να τους θάφτουν. Διά να μην χαθή όμως με την ολότητα το στρατιωτικόν, απεφασίσαμεν να εβγούμεν με έξοδον με τα σπαθιά εις τας χείρας, να εβγάλωμεν και όλον το αδύνατον μέρος και όποιος γλυτώση· πράγμα, οπού δεν έγινε ποτέ εις τον κόσμον!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Επιστολές, Ντοκουμέντα | Με ετικέτα: , , , | 178 Σχόλια »