Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Όχι στα λεξικά’ Category

Μας κάνουν χάζι οι σκυλο-Μοραΐται (ένα γράμμα του 1823)

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2020

Μας ενδιαφέρουν πάντοτε τα δείγματα παλιότερων κειμένων, ιδίως όταν είναι γραμμένα σε γλώσσα που πλησιάζει την εκάστοτε δημώδη. Δημοσιεύω λοιπόν σήμερα μια επιστολή οπλαρχηγών της Ρούμελης που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον αλλά και κάποιο ενδιαφέρον στο περιεχόμενό της.

Η κατάσταση στη Στερεά Ελλάδα διέφερε πολύ από τον Μοριά: η Στερεά ήταν πολύ περισσότερο εκτεθειμένη στις τουρκικές επιθέσεις από τον Βορρά, ενώ οι καπετάνιοι της ήθελαν να κρατήσουν τα αρματολίκια τους -παρόλο που από το 1822 είχε αποφασιστεί η διάλυσή τους. Ο Βλαχογιάννης στα σχόλια που κάνει στα Ενθυμήματα του Κασομούλη εξηγεί αρκετά τις αντιφάσεις και τα διλήμματα με τα οποία βρίσκονταν αντιμέτωποι οι οπλαρχηγοί της Ρούμελης.

Το καλοκαίρι του 1823 ο Μουσταή (Μουσταφά) πασάς της Σκόντρας, στρατιωτικός με μεγάλη αξία, κατεβαίνει για να υποτάξει τη Δυτική Στερεά και ν’ απειλήσει το Μεσολόγγι. Τελικά δεν θα τα καταφέρει, αλλά θα νικήσει τους Έλληνες στη μάχη της Καλιακούδας (28.8.1823). Ακόμα πιο σημαντική απώλεια ίσως είναι ότι στη -νικηφόρα για τους Έλληνες- αψιμαχία στο Κεφαλόβρυσο, μια βδομάδα νωρίτερα, σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης.

Η επιστολή που μας ενδιαφέρει έχει ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 1823 και γράφεται από τον Προυσό, υπογράφουν δε γνωστοί καπεταναίοι της Ρούμελης, ανάμεσά τους και ο Γ. Καραϊσκάκης. Ξέρουμε ότι ο Καραϊσκάκης ήταν πολύ άρρωστος την εποχή εκείνη και τελικά έφυγε για την Κεφαλονιά να αναρρώσει. Η επιστολή υπάρχει στον τόμο «Τα Σπετσιωτικά«, σελ. 403-4, που μπορείτε να τον βρείτε και ονλάιν, και έχει πλήθος έγγραφα του αγώνα που βρέθηκαν στο αρχείο του νησιού και εκδόθηκαν τον 19ο αιώνα.

Τολμώ να σκεφτώ πως ο Βλαχογιάννης δεν είχε υπόψη του την επιστολή, διότι στην επιμέλεια των Ενθυμημάτων του Κασομούλη (τόμ. 1, σελ. 346) γράφει ότι «τίποτε δεν ξέρουμε τι έκανε ο Καραϊσκάκης και πού έμενε από τέλη Αυγούστου [μάχη Καλιακούδας] ως τέλη Οχτώβρη [που εμφανίζεται στο Λαζαρέτο του Αργοστολιού]». Στην προηγούμενη σελίδα ο Κασομούλης αναφέρει πως ο Καραϊσκάκης ήταν ημιθανής και είχε προσκαλέσει τον Στορνάρη να συναντηθούν «εις την μονήν…» αφήνοντας κενό το όνομα. Ξέρουμε πως ήταν η μονή Προυσού, πληροφορία που υπάρχει πχ. στη βιογραφία του Καραϊσκάκη από τον Φωτιάδη.

Το γράμμα (μονοτονίζω αλλά, ετσι για αλλαγή, δεν αλλάζω την ορθογραφία)

Αδελφοί, Καπετάν Οδυσσέα και Καπ. Πανουργιά, σας χαιρετούμεν

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 114 Σχόλια »

Ένας απτάλης, πολλοί μπουνταλάδες

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2020

Το σημερινό μας σύντομο άρθρο αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, εξόφληση χρέους. Πριν από μερικές μέρες είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο για δέκα λέξεις του Κασομούλη, ανάμεσα στις οποίες ήταν και ο όρος «φακίρ φουκαράς», που σήμαινε «ο λαουτζίκος, η φτωχολογιά».

Είχα βάλει και λινκ σε ένα παλιότερο άρθρο μας, με τίτλο «Ένας φακίρης, πολλοί φουκαράδες» όπου επισήμαινα ένα γλωσσικό παράδοξο: ότι οι λέξεις φακίρης και φουκαράς από ετυμολογική άποψη «ουσιαστικά είναι η ίδια λέξη», αφού «τον φακίρη τον πήραμε από τα τούρκικα (fakir, φτωχός αλλά και ασκητής), δάνειο από τα αραβικά (faqir). Και τον φουκαρά από τα τούρκικα τον πήραμε, από το fukara, δάνειο και αυτό από τα αραβικά (fuqara), που όμως είναι ο πληθυντικός του faqir! Δηλαδή στα αραβικά, το ουσιαστικό faqir (φτωχός) έχει πληθυντικό fuqara (οι φτωχοί)».

Σε εκείνο το παλιό άρθρο του 2012 σημείωνα:

Υπάρχει κι άλλη μια τουρκική λέξη που την έχουμε δανειστεί διπλά, στον ενικό και στον πληθυντικό, σαν τον φακίρη και τον φουκαρά, αλλά την αφήνω για μελλοντικό άρθρο και παρακαλείται ο Δύτης και οι λοιποί αραβοτουρκομαθείς να μην τη μαρτυρήσουν.

Ο φίλος μας ο Spiridione, λοιπόν, το πρόσεξε αυτό και έγραψε τις προάλλες: Δύτη μαρτύρα την, γιατί περάσανε 8 χρόνια και ακόμα περιμένουμε. Και του απάντησα «Να μην το μαρτυρήσει ο Δύτης και να γράψω κάτι την άλλη βδομάδα».

Το πλήρωμα του χρόνου, δηλαδή η άλλη βδομάδα ήρθε -και γράφω το σημερινό άρθρο, που δεν είναι και πολύ μεγάλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά δάνεια, Λεξικογραφικά, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , | 146 Σχόλια »

Δέκα λέξεις του Κασομούλη

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος της επανάστασης του 2021, το ιστολόγιο δημοσιεύει, σποραδικά, άρθρα για τον μεγάλο ξεσηκωμό, συνήθως λεξιλογικά -αφού εδώ λεξιλογούμε.

Πέρυσι είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο με λέξεις από τον Μακρυγιάννη, σήμερα θα δούμε το αντίστοιχο άρθρο με λέξεις από τα Ενθυμήματα Στρατιωτικά του Νικ. Κασομούλη. Είχαμε πει δυο λόγια για το σημαντικό έργο σε ένα πρόσφατο άρθρο μας που ήταν εστιασμένο σε μια έκφραση που παραδίδει ο Κασομούλης.

Ο Κασομούλης, είχαμε πει, δεν γράφει τη γλώσσα που μιλούσε. Προσπαθεί να γράψει σε καθαρεύουσα, και φαίνεται να προσπαθεί, σε πολλά σημεία, να «εξελληνίσει» τουρκικά ή ιταλικά δάνεια, συχνά κατασκευάζοντας δικούς του, όχι πάντα πετυχημενους, όρους. Αλλά δεν είναι, ευτυχώς, συνεπής σε αυτή την καθαριστική προσπάθεια, ενώ επίσης μεταφέρει σχετικά πιστά τους διαλόγους ή τα γραπτά τεκμήρια (που βεβαια και αυτά είναι, τα περισσότερα, σε γλώσσα σιδερωμένη).

Στο σημερινό άρθρο διαλέγω 10 λέξεις από το βιβλίο του Κασομούλη -είχα ξεκινήσει για 15, όμως με έπιασε φλυαρία και το άρθρο παραμεγάλωσε κι έτσι σταμάτησα στις δέκα. Για κάθε λέξη παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, και γράφω δυο λόγια για την ετυμολογία και τη σημασία της καθεμιάς. Φυσικά διαλέγω λέξεις που δεν τις έχουν τα σύγχρονα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτης, Χρηστικό), δηλ. ακολουθώ την ίδια προσέγγιση που είχα όταν κατάρτισα το λημματολόγιο του βιβλίου Λέξεις που χάνονται. Η παραπομπή γίνεται στην πεντάτομη έκδοση του Κασομούλη (εκδ. Βεργίνα) που έχω πρόχειρη. Είναι παρόμοια με την τρίτομη που υπάρχει στην Ανέμη, αλλά φυσικά σε άλλη σελιδοποιηση.

1. ειδίσματα

Σε συζητήσεις με Τούρκους για να γίνει ειρήνη στα Άγραφα, ο οπλαρχηγός Νικ. Στορνάρης θέτει όρους (Β26):

όταν επιστρέψετε τους αιχμαλωτισμένους αθώους με τα ειδίσματά των έως εις το βελόνι….

Λέξη της Ηπείρου και της Δυτικής Στερεάς περισσότερο, τα ειδίσματα είναι τα αντικείμενα του σπιτιού, σκεύη, ρούχα. Ωστόσο, σε πολλές χρήσεις είναι ειδικώς κοσμήματα, τιμαλφή, ακόμα ειδικότερα, οι βέρες των αρραβώνων. Για παράδειγμα, στον σπαραχτικο «Πολιτισμό εις το χωρίον» του Παπαδιαμάντη, ο μπάρμπα – Στέργιος, για να βρει τα έξοδα της ταφής του παιδιού του, δίνει στον άτεγκτο ενεχυροδανειστή μερικά ειδίσματα: δύο ασημένια σκουλαρίκια κι ένα δαχτυλίδι. Στα Απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης αφηγείται ότι με δική του παρέμβαση αναγκάστηκε ο Παπαφλέσσας «να δώσει πίσου τα ειδίσματα ολουνών των ανθρώπων» που είχε λεηλατήσει.

Πάλι στον Κασομούλη (Γ226) γίνεται αναφορά στη γνωστή διαμάχη για την προίκα της κόρης της Μπουμπουλίνας (και χήρας του Πάνου Κολοκοτρώνη), όπου ο νέος της σύζυγος κατηγορούσε τον Γέρο ότι «κατακρατεί τα ειδίσματά της», εδώ με τη σημασία των κοσμημάτων.

2. ιλτιζάμι

Στορνάρης και Λιακατάς από το Μεσολόγγι γράφουν στον Κασομούλη:

Είδαμεν καλά τα όσα μας γράφετε διά τους λοφέδες μας, οπού ακόμα δεν εκατορθώσεταν τίποτες, παρά σας προβάνουν να πάρετε ιλτιζάμια [προσόδους] εις την Γαστούνην. Ημείς διά ιλτιζαμτζήδες [έμποροι προσόδων] δεν είμασθον όταν έπρεπεν, όχι τώρα οπού δεν έχομεν τελείως κατάστασιν.

Ιλτιζάμι είναι η εκμίσθωση του δικαιώματος είσπραξης φόρων του κράτους σε ιδιώτες, που γινόταν συνήθως έπειτα από πλειστηριασμό. Ο δικαιούχος προκατέβαλλε στο κράτος το ποσό που υπολογιζόταν να εισπραχθεί από τη συγκεκριμένη περιοχή και στη συνέχεια εισέπραττε τους φόρους ο ίδιος ή υπενοικίαζε με τη σειρά του το δικαίωμα είσπραξής τους.

Ήταν καθιερωμένος θεσμός στο οθωμανικό κράτος, συνήθως με ετήσια διάρκεια. Από τουρκ. iltizam. Ο κάτοχος του ιλτιζαμιού λεγόταν mültezim, που πρέπει να είναι η ίδια λέξη με το μουλτεζίμι που έχουμε στο τάβλι.

Εδώ, οι καπεταναίοι διαμαρτύρονται διότι, αντί για μισθό (λοφέδες) τούς υποσχέθηκαν το ιλτιζάμι της Γαστούνης, που όμως θα έπρεπε να έχουν κεφάλαια για να το πάρουν.

3. ίρτζι

Τον Μάιο του 1827, μετά τη μάχη του Ανάλατου, ο Κασομούλης που βρίσκεται ακόμα στο στρατόπεδο στην Καστέλα έχει ζητήσει από τον Γαρδικιώτη Γρίβα, ο οποίος έχει φύγει στη Σαλαμίνα, να επιστρέψει. Ο Γρίβας απαντάει (Γ435):

Μου γράφετε, αδελφοί, διά να έλθω· αν θέλω το ίρτζι μου [την τιμήν] να σηκωθώ να έρθω.

Η επεξήγηση είναι από τον Κασομούλη.

Λίγο νωρίτερα, τον Απρίλιο, οι Τούρκοι που ήταν οχυρωμένοι στο Μοναστήρι, δέχονται να παραδοθούν, «πλην να φυλαχθεί το ίρτζι των [υπόληψίς των] και να έβγουν με τα άρματά των και με τις αποσκευάς των»

Οπως έγραφα στις Λέξεις που χάνονται, ίρτζι είναι η τιμή, η αξιοπρέπεια, η υπόληψη. Τουρκικό δάνειο, από το irz, που σημαίνει «τιμή». Δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό, παλιότερο ή νεότερο, εκτός από το Μείζον. Ωστόσο, χρησιμοποιείται πολύ σε κείμενα της εποχής του 1821, π.χ. «ή χάνομεν τα κεφάλια μας ή κάμνομεν το ίρτζι μας τεκμίλι» (την τιμή μας κλοτσοσκούφι), όπως διαβάζουμε σε επιστολή του Καραϊσκάκη στον Μαυροκορδάτο.

Όπως και στο παραπάνω απόσπασμα με τους πολιορκημένους, η λέξη χρησιμοποιείται αρκετά σε κείμενα συμφωνιών παράδοσης. Π.χ. ο Τρικούπης παραδίδει τη συνθήκη παράδοσης των Τούρκων του Νιόκαστρου το 1821 οπου οι Έλληνες καραβοκύρηδες δεσμεύονται «και να έχουμε χρέος να τους πηγαίνουμε εις την Αραπιά, εις Τούνεζι, εις το πόρτον Ακαλμπέντι με το ίρτζι τους και ζωήν τους και βιος τους, και χωρίς ναύλον».

Η φράση έχει γίνει διάσημη από την ταινία Ο ατσίδας, όπου ο Βέγγος ως σερβιτόρος θυμώνει όταν ο Ηλιόπουλος χτυπάει παλαμάκια, και δικαιολογείται λέγοντας: «Είναι το ίρτζι μου». Βέβαια, στη σημερινή χρήση, εξαιτίας του αποσπάσματος με τον Βέγγο, υπάρχει μετατόπιση της σημασίας: το ίρτζι έφτασε πια να σημαίνει την παραξενιά, την ιδιοτροπία, π.χ. «συγγνώμη που επιμένω πολύ στην καθαριότητα, αλλά είναι το ίρτζι μου»

Στο 0.50 του αποσπάσματος, το ίρτζι του Θρασύβουλα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά | Με ετικέτα: , , , , | 156 Σχόλια »

Ο Κοκοβιός (διήγημα του Κωστή Φραγκούλη για τη μάχη της Κρήτης)

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2020

Τις μέρες αυτές έχουμε την επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης. Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από τον Κωστή Φραγκούλη, λαϊκό λογοτέχνη που έγραφε στο κρητικό ιδίωμα, με θέμα παρμένο από τη Μάχη της Κρήτης. Πρόπερσι, ο ίδιος μάς είχε στείλει ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Ο Φραγκούλης, όπως είπα, γράφει στα κρητικά κι έτσι ο σημερινός (μη Κρητικός) αναγνώστης θα συναντήσει δυσκολίες σε κάποια σημεία. Ο φίλος μας ο Αντώνης όμως εξηγεί τις λέξεις αυτές στο γλωσσάρι που θα βρείτε στο τέλος.

Επίσης, ο Αντώνης έστειλε και μια εισαγωγή όπου δίνει πληροφορίες για τον συγγραφέα. Την παραθέτω χωρίς άλλα εισαγωγικά και στο τέλος προσθέτω ένα βίντεο αφιερωμένο στον συγγραφέα.

Εισαγωγή

Με αφορμή την επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης (20 Μάη με 1 Ιούνη 1941), που είναι κάτι σαν γιορτή των απανταχού Κρητικών και όπως σας είχα ξαναστείλει στο παρελθόν ένα διήγημα που είχα πληκτρολογήσει του ζεύγους Νίκου και Αργυρώς Κοκοβλή, πήρα πάλι το θάρρος να σας αποστείλω ένα διήγημα που βρήκα σχετικό με τη Μάχη της Κρήτης και το πληκτρολόγησα για το ιστολόγιο. Αυτή τη φορά το διήγημα λέγεται «ο Κοκοβιός» και είναι του κρητικού λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη ή Ανταίου, από το βιβλίο του: «Η κατσιφάρα- Χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την κατοχή», εκδόσεις Κνωσός Αθήναι, 1974. Το διήγημα ανήκει μάλλον στο είδος της επαρχιώτικης ηθογραφίας και χρησιμοποιεί ως φόντο τη μάχη της Κρήτης. Στην ηθογραφία του αυτή ο συγγραφέας προσπαθεί να αναδείξει τη συμβολή του άμαχου πληθυσμού στη μάχη της Κρήτης, καθώς ο κύριος όγκος των Κρητών στρατιωτών δεν κατέστη δυνατόν να διαπεραιωθεί εγκαίρως και να ενισχύσει στρατιωτικά το νησί κατά τη μάχη. Έτσι πέρα από τις δυνάμεις των Άγγλων, των Αυστραλών, των Νεοζηλανδών, κάποιων μικρών τμημάτων ελληνικού στρατού και ελληνικής χωροφυλακής, έντονη παρουσία κατά τη μάχη της Κρήτης υπήρξε από Κρήτες αμάχους, ηλικιωμένους, γυναίκες, ανήλικους αλλά και νέους άντρες, που όμως είχαν κριθεί «ανίκανοι» να φέρουν όπλα, όπως και ο ήρωας του διηγήματος αυτού, ο Κοκοβιός. Μάλιστα ο ανορθόδοξος και ασύνταχτος τρόπος που πολέμησαν οι άτακτοι και εν πολλοίς απέλπιδες αυτοί μαχητές εξερέθισε ιδιαίτερα και τον ιστορικό Heinz Richter ,  ο οποίος στο βιβλίο του « η μάχη της Κρήτης» εκδόσεις Γκοβόστη, 2011, μέμφθηκε τη δράση αυτή των ατάκτων, ότι δεν τηρούσαν τους κανόνες του πολέμου και ότι ευθύνονταν για βιαιοπραγίες κατά  Γερμανών στρατιωτικών, με επακόλουθο την πολύκροτη δίκη κατά του βιβλίου και του ιστορικού, με την οποία είχε ασχοληθεί και το παρόν ιστολόγιο.

Στο συγκεκριμένο διήγημα, ο ήρωας, τη στιγμή που καταφέρνει να καταβάλει με ένα αναπάντεχο τρόπο τον επιτιθέμενο Γερμανό, παρουσιάζεται από το συγγραφέα να πηγαίνει πάνω από τον πνέοντα τα λοίσθια στρατιώτη και να τον «χτυπά με μια πρωτοφανή λύσσα, μ’ένα μίσος άγριο, με μιαν απίθανη σκληρότητα» αλλά όχι από τυφλό μίσος παρά για να κερδίσει μια θέση στην κοινωνία του χωριού του ως άντρας ισότιμος με όσους πολέμησαν στο Αλβανικό. Το διήγημα παρουσιάζει με τρόπο γλαφυρό και ευτράπελο τα παθήματα του Κοκοβιού από τους συγχωριανούς και τις γυναίκες λόγω της δυσμορφίας και της ακαταλληλότητας για να υπηρετήσει στο στρατό καθώς και τη δικαίωσή του και την αναβάπτισή του μέσα από τη συμμετοχή του στη μάχη της Κρήτης χωρίς να αποφεύγονται ίσως συναισθηματισμοί και πλατειασμοί.

Λίγα λόγια για το συγγραφέα: Ο Κωστής Φραγκούλης (1905-2005) ήταν αξιόλογος ποιητής (ποιητάρης μάλιστα, καθώς έγραψε στο τοπικό κρητικό ιδίωμα) συγγραφέας και ραδιοφωνικός σχολιαστής γεννημένος στη Λάστρο της Σητείας, και επομένως συντοπίτης του Βιτσέντζου Κορνάρου, όπως έχει επισημανθεί. Βέβαια ο ίδιος ο Φραγκούλης για αυτή τη σύγκριση είχε γράψει σε μια μαντινάδα του (ή μαντινιάδα, κατά το ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης) : «Πολλοί μου λένε δεύτερος πως έγινα Κορνάρος, μα εκείνος ήταν στρατηγός κι εγώ απλός φαντάρος». (Από τη Λάστρο Σητείας είχε απώτερη καταγωγή και ο ποιητής Άρης Δικταίος.). Όσον αφορά την εγκύκλια εκπαίδευση, ο Κωστής Φραγκούλης είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο, αλλά ήταν βαθιά καλλιεργημένος και διαβασμένος. Άσκησε το επάγγελμα του τυπογράφου στην Αθήνα και στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ως χαρακτήρας καταγράφεται ότι ήταν πρόσχαρος και χωρατατζής, ευαίσθητος και ερωτικός, και διατηρούσε και τιμούσε τις φιλίες του σε όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής του.

Τα κυριότερα έργα ήταν τα δύο βιβλία του με ποιήματα -κρητικά τραγούδια τα ονόμαζε ο ίδιος- σε κρητικό δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο, «Τα δίφορα» το 1961, και «Τα δίφορα-βιβλίο δεύτερο» το 1988, για το οποίο τιμήθηκε το 1990 με το βραβείο Σωτηρίου Ματράγκα από την Ακαδημία Αθηνών ενώ νωρίτερα, το 1988, του είχε απονεμηθεί τιμητική σύνταξη από το Υπουργείο Πολιτισμού. Η εισηγήτρια του Υπουργείου Πολιτισμού για την απονομή της σύνταξης αυτής ήταν η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ που είχε χαρακτηριστικά επισημάνει: «Είναι τόση η γοητεία που αποπνέει ο ρυθμός, ο γλωσσικός πλούτος και οι ζωγραφιές, που ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι διαβάζει κάποιο απόσπασμα του Ερωτόκριτου.». Άλλα βιβλία που δημοσίευσε ο Κωστής Φραγκούλης είναι: Η ποιητική συλλογή «Μ’ανοιχτά φτερά», 1933, οι συλλογές διηγημάτων «Στον κύκλο του μαχαιριού», 1971, «Η Κατσιφάρα, χρονικά της μάχης της Κρήτης», 1974, «Οργισμένα στάχυα», 1980, «Η ρούσικη καμπάνα», 1982 και ένα μυθιστόρημα, «Το προξενιό του Πολυδώρου», 2000.Τα βιβλία του τα  στοιχειοθέτησε και τα εκτύπωσε ο ίδιος ενώ διαβάζουμε ότι διηγήματά του μεταφράστηκαν στα Γερμανικά και πολλά μετέδωσε το B.B.C.

Πηγές:

http://lexima.gr/lxm/read-521.html

http://www.ekevi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=RESOURCE&cresrc=3683&cnode=573

http://www.alkman.gr/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CF%87%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B7%CF%83-%CE%BF-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7/

https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/4/4/2/metadata-1511257532-977853-10553.tkl

 

Ο Κοκοβιός

Κωστή Φραγκούλη

Από το βιβλίο «Η κατσιφάρα» Χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την Κατοχή

Εκδόσεις Κνωσσός Αθήναι, 1974

Το Νικολιό του Τρεχαλογιώργη δεν τό ’βρισκες αλλοιώς, αν δεν τό ’λεγες Κοκοβιό. Κι αυτό,  γιατί ‘ταν ένα κοντακιανό και αχαμνό αντράκι, με λιανά σκεβρωμένα πόδια, πλατύ στόμα βατράχου, κρεμασμένα πλαδαρά μάγουλα κι αυτιά μεγάλα, σαν δυο χναρόφυλλα, κολλημένα στη χοντρή κεφάλα του. Ίδιος κοκοβιός, τον είπε κάποιος μια μέρα και τού ‘μεινε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , | 147 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 3

Posted by sarant στο 18 Μαΐου, 2020

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα έχετε δει, εκτός αν συμμετέχετε και στα Υπογλώσσια. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία.

Με αυτόν τον τυποποιημένο πρόλογο έχω ήδη δημοσιεύσει δυο άρθρα στο ιστολόγιο, ένα τον Φλεβάρη του 2019 και ένα τον Οκτώβριο. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε τρία τέρμινα, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Σημερα λοιπόν δημοσιεύω το τρίτο άρθρο της σειράς αυτής. ‘Εχω επικαιροποιήσει κάποια πράγματα και έχω προσθέσει και υλικό απο τα σχόλια που έγιναν.

* O ύποπτος σουμπεγιές

Τον Γενάρη του 1825, ο οπλαρχηγός Νικ. Στορνάρης γράφει στον Κασομούλη, που έχει αφήσει το Μεσολόγγι για να πάει στο Ανάπλι, συνοδεία του Μαυροκορδάτου:

καθώς απέρασες εις Μωρέαν δεν έλαβα κανένα σου γράμμα, και είμαι εις μεγάλον σιουμπεγέν, ότι δεν ηξεύρω τι τρέχει αυτού.

Ο Βλαχογιάννης εξηγεί: υποψία

Η λέξη υπάρχει σήμερα στη Λευκάδα, αν πιστέψουμε το Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος :

σουμπεγιές (ο): κάτι που μας προσθέτει σκοτούρες, έγνοιες, φροντίδες. “Εβάλαμε ένα σουμπεγιέ στο κεφάλι μας”.

Ως προς την ετυμολογία, το λευκαδίτικο λεξικό του Λάζαρη γράφει: από ιταλ. subbietto = ὑποκείμενον, ἄτομον, αἰτία, ὑπόθεσις.

Αμφιβάλλω αν υπάρχει τέτοια ιταλική λέξη (soggetto δεν είναι το υποκείμενο; ). Τα αρσενικά σε -ές είναι κατά κανόνα τούρκικα δάνεια και η Λευκάδα δεν είναι όπως τ’ άλλα Εφτάνησα λεξιλογικώς, έχει πιο πολλά κοινά με τη Δυτική Ελλάδα.

Και πράγματι, θυμάμαι ότι ο (τζουμερκιώτης) Κοτζιούλας κάπου γράφει:΅
Άιντε τώρα, να μην βάνουν σιουμπιέ (ανησυχούν) απ᾿ το σπίτι σου. Κι έχε το νου σου να μην πέσεις από κάναν όχτο αυτού που νυχτοπερπατάς. Κοτζιούλας, Η βάβω η Θόδω

Ολοφάνερα, σιουμπιές και σιουμπεγιές είναι ίδια λέξη και το σι- αποδίδει το παχύ σ.

Οπότε, η ετυμολογία είναι, είμαι βέβαιος, το τουρκικό şüphe = υποψία.

* Όχι χωρίς τη μάσκα μου

Το σύνθημα της παρούσας φάσης στο Λουξεμβούργο είναι «Όχι χωρίς τη μάσκα μου», που διατυπώνεται στα λουξεμβουργέζικα, Net ouni meng mask, ακόμα και όταν οι άλλες οδηγίες δίνονται στα γαλλικά, τα αγγλικά ή άλλες γλώσσες.

Oι γερμανομαθείς θα αναγνωρίσουν το nicht ohne meine Maske.

Τύποι όπως meng αντί για mein είναι συνηθισμένοι σε γερμανικές διαλέκτους. Φαντάζομαι πως ένας γνώστης των γερμανικών διαλέκτων θα βρει πολλά κοινά στοιχεία με τα λουξεμβουργιανά, που «πήραν προαγωγή» σε επίσημη γλώσσα κράτους σχετικά πρόσφατα.

* Στο ιστολόγιο μπορώ να βλέπω με ποιους όρους αναζήτησης στο γκουγκλ έφτασαν ως εμένα οι διάφοροι αναγνώστες. Δεν το κοιτάζω συχνά, αλλά σήμερα έπεσε το μάτι μου σε κάποιον που έβαλε στο γκουγκλ αναζήτηση για τη φράση:

ποιούν την ίσα αντί, προφανώς, ποιούν την νήσσα.

Δεν το είχα ξαναδεί αυτό το ραμόνι!

* προενταξιακή

γεωστρατηγικά

στοχευμένη

αναστρεψιμότητα

γυναικοκτονία

περιαγωγή

Τι κοινό έχουν αυτές οι λέξεις;

Θα μπορούσα να το αφήσω για κουίζ, αλλά ας το πάρει το ποτάμι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Λουξεμβούργο, Μεταφραστικά, Σφηνάκια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Το καταντήσαμε Τζορτζίνα το κριτήριο…

Posted by sarant στο 7 Μαΐου, 2020

Στοιχηματίζω πως, στη φράση του τίτλου αρκετοί θα έχετε μια-δυο άγνωστες λέξεις και θα δυσκολεύεστε να βγάλετε νόημα, εκτός αν ξέρετε τη φράση, που είναι αρκετά διάσημη. Γκουγκλίζεται άλλωστε και ούτε έχω σκοπό να βάλω κουίζ, κάθε άλλο.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Πριν από δυο περίπου εβδομάδες, που είχαμε τη γιορτή του αγίου Γεωργίου, είχα γράψει ότι υπάρχει μια φράση «με το όνομα Γεωργία ή παραλλαγή του, αλλά δεν την αναφέρω τώρα διότι θέλω να τη βάλω σε ξεχωριστό άρθρο». Ε, σήμερα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου γι’ αυτό το άρθρο. Πρέπει όμως να πω πως τα περισσότερα που θα διαβάσετε τα έχω αντλήσει από μια συζήτηση που έγινε στην ομάδα «Τα υπογλώσσια» του Φέισμπουκ.

Τα «Ενθυμήματα στρατιωτικά» του Νικ. Κασομούλη είναι από τα πιο σημαντικά έργα που γράφτηκαν από αγωνιστές του 1821. Ο Κασομούλης (1795-1872) ήταν Μακεδόνας και στην αρχή του ξεσηκωμού έδρασε στη Μακεδονία, αλλά μετά την ήττα της επανάστασης εκεί κατέβηκε νοτιότερα, πολέμησε μαζί με τον Καραϊσκάκη και ήταν στο πολιορκημένο Μεσολόγγι -μάλιστα αυτός συνέταξε την απόφαση για την Έξοδο και είχε τον γενικό συντονισμό της. Στο νεοελληνικό κράτος ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία και το 1832 έγραψε τα Ενθυμήματα.

Σε αντίθεση με τον Μακρυγιάννη, που ήταν σχεδόν αγράμματος (έχουμε γράψει για το θέμα) ο Κασομούλης, που ήταν νοικοκυρόπουλο, είχε πάει σχολείο και ήξερε γράμματα -μάλιστα, κατά καιρούς εκτελούσε εκτάκτως χρέη γραμματικού ή τον περνούσαν για γραμματικό, εξαιτίας και της νεαρής του ηλικίας. Δυστυχώς, αντί να γράψει στη γλώσσα που μιλούσε, στο βιβλίο του προσπαθεί να μιμηθεί την καθαρεύουσα που είχε ήδη υιοθετηθεί στο νεοπαγές κράτος, με αποτέλεσμα να σολοικίζει διαρκώς. Πέρα από τα πολλά ορθογραφικά λάθη, μπερδεύει τις σημασίες λέξεων (πχ χρησιμοποιεί το «παραχωρώ» σαν να σημαίνει «υποχωρώ» και αντίστροφα), κάνει παρανοήσεις, τις μετοχές τις χρησιμοποιεί αφειδώς αλλά δεν προσέχει πάντοτε τη συμφωνία γένους και αριθμού, υπερδιορθώνει και παρετυμολογεί (πχ φρούδα αντί φρούτα). Ο Βλαχογιάννης, που εξέδωσε και του Κασομουλη τα Ενθυμήματα, πλάι στου Μακρυγιάννη και τόσων άλλων αγωνιστών, συνεχώς στις υποσημειώσεις του επισημαίνει τα γλωσσικά αστοχήματα του κειμένου.

Όμως ο Κασομούλης διασώζει διαλόγους και φράσεις των αγωνιστών, που τις μεταφέρει στο κείμενό του χωρίς πολύ σιδέρωμα. Επίσης, η απλή καθαρεύουσά του δεν είναι ομοιόμορφη, αφού συνεχώς η ζωντανή γλώσσα σηκώνει κεφάλι και διεκδικεί τα δικαιώματά της. Πχ πολύ συχνά παραλείπει την εσωτερική αύξηση στα σύνθετα ρήματα (π.χ. επίμενε, αντίτεινα) -αλλά δεν θα γράψω τώρα άρθρο για τη γλώσσα του Κασομούλη, αν και θα άξιζε (υποθέτω πως θα έχει γραφτεί).

Λοιπόν, στον πρώτο τόμο των Ενθυμημάτων (αν έχετε την τρίτομη έκδοση), ο Κασομούλης αφηγείται τη δίκη του Καραϊσκάκη, που έγινε τέλη Μαρτίου του 1824 στο Ανατολικό (Αιτωλικό σήμερα) με την κατηγορία της συνεννόησης με τους Τούρκους -συγκεκριμένα, ότι ειδοποίησε τον φίλο του Ομέρ Βρυώνη πως οι Έλληνες έχουν σκοπό να επιτεθούν στην Άρτα.

Δικαστές ήταν, με απόφαση του Μαυροκορδάτου, άλλοι οπλαρχηγοί, χρέη προέδρου είχε ο γηραιός Γαλάνης Μεγαπάνου ή Πάνος και ρόλο εισαγγελέα, ας πούμε, είχε ο Πορφύριος Άρτης.

Οπότε διαμείφθηκε ο εξής διάλογος, όπως τον καταγράφει ο Κασομούλης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Παλιότερα ελληνικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 201 Σχόλια »

Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική (άρθρο του Παντελή Μπουκάλα)

Posted by sarant στο 25 Μαρτίου, 2020

Εθνική γιορτή σήμερα, 25η Μαρτίου, 199 χρόνια μετά, κι ενώ ο κορονοϊός όχι μόνο ματαίωσε γιορτές και παρελάσεις αλλά και μας έκανε να ξεχάσουμε τη σημαδιακή μέρα.

Είχα κατά νου να βάλω σήμερα κάτι σχετικό με την Επανάσταση, και είχα αρχίσει να το γράφω, είδα όμως προχτές την επιφυλλίδα του φίλου Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή, και σταμάτησα -διότι ο Μπουκάλας έγραψε ένα εξαιρετικό κείμενο που μάλιστα ανήκει κατά 100% στα ενδιαφέροντα του ιστολογίου.

Το αρθρο εξετάζει τη γλώσσα των αγωνιστών και, προχωρώντας σε ζολώτειο πνεύμα, συντάσσει ένα εξεγερτήριο μανιφέστο, όπου αν όχι όλες πάντως οι περισσότερες λέξεις είναι δάνειες.

Επειδή τον τελευταίο καιρό μελετάω κι εγώ ξανά τα κείμενα των αγωνιστών, σας διαβεβαιώνω πως ο Μπουκάλας δεν έψαξε στα πιο απίθανα γλωσσάρια για να αντλήσει λέξεις -τις λέξεις που χρησιμοποιεί θα τις βρείτε σε αρκετά κείμενα της εποχής.

Παραθέτω το άρθρο του (εδώ η αρχική δημοσίευση) και λέω μερικά πράγματα στο τέλος.

Μουντή η φετινή εθνική επέτειος, η τελευταία πριν από τα εμβληματικά διακόσια χρόνια της Επανάστασης. Μια 25η Μαρτίου απρόθυμη να ευαγγελιστεί οτιδήποτε. Τόσο κλειστή άνοιξη, με την κατάθλιψη να απειλεί να γίνει πάνδημη, δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Ας επιμείνουμε ωστόσο, προς παραμυθία, στο τότε, στο ’21. Που κι αυτό, άλλωστε, απείλησε να το ξαποστείλει στον οριστικό χειμώνα, προτού καρπίσει, η εμφυλιοπολεμική κατάθλιψη.

Το τελευταίο μου σεργιάνι στα παλαιοβιβλιοπωλεία, πριν κλείσουν κι αυτά, ξανάφερε στα χέρια μου ένα βιβλίο που το ’χα διαβάσει μια φορά κι έναν καιρό, είχα μάθει από αυτό, αλλά τα ίχνη εκείνης της πρώτης έκδοσής του, εν έτει 1971, τα είχα χάσει από χρόνια. Στον τίτλο του βιβλίου συστεγάζονται δύο από τα πάθη μου: «Η γλώσσα και το Εικοσιένα». Υπότιτλος: «Λογιώτατοι, φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες, τίτλοι, αξιώματα και προσαγορεύσεις». Συγγραφέας ο Κυριάκος Σιμόπουλος, το συνολικό έργο του οποίου (ανάμεσά τους και η πολύτομη προσφορά του για τους ξένους περιηγητές στη Ελλάδα και τη συγχρονική στάση των ξένων απέναντι στην Επανάσταση) ανατυπώθηκε από τις εκδόσεις «Στάχυ».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια | Με ετικέτα: , , | 152 Σχόλια »

Η χολεριασμένη (διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2020

Τις Κυριακές βάζουμε λογοτεχνικό θέμα, και σήμερα αποφάσισα να βάλω κάτι επίκαιρο, σχετικό με τους καιρούς πανδημίας που περνάμε. Μου το θύμισε μια ανάρτηση του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη, ο οποίος αναφέρθηκε σε λογοτεχνικά έργα που έχουν γραφτεί με αφορμή επιδημίες του παρελθόντος. Ο Κουτσουρέλης μάλιστα επισήμανε ότι μια επιδημία, η επιδημία πανούκλας του 1348 στάθηκε «η γενέθλια ώρα της ευρωπαϊκής πεζογραφίας» καθώς έδωσε στον Βοκκάκιο το σκηνικό για το Δεκαήμερο.

Τον Βοκκάκιο θα τον θυμηθούμε μιαν άλλη φορά. Σήμερα θα δημοσιεύσουμε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, που το είχα βάλει στον παλιό μου ιστότοπο, τη Χολεριασμένη και αφορά την επιδημία που έπληξε την Αθήνα το 1854, όπως τη διηγήθηκε στον Παπαδιαμάντη μια «σεβάσμια γερόντισσα Αθηναία».

Το διήγημα δημοσιευτηκε στο περιοδικό Παναθήναια τον Οκτώβριο του 1901. Στο ίδιο περιοδικό είχε προηγουμένως δημοσιευτεί και το συγγενικό διήγημα Το θαύμα της Καισαριανής.

Παραθέτω μονοτονισμένα (αν θέλετε πολυτονικό, εδώ).

Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ

Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και την άλλην, την επιγραφομένην «Το Θαύμα της Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είναι η κυρα-Ρήνη Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβάσμια γερόντισσα Αθηναία.

«Με είχαν παραιτήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι ο αδερφός μου… Είχα πανδρευθεί μικρή, μ’ αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που βλέπεις, που κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από μένα.

Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών χρονών. Εκείνος μ’ έπαιρνε στα γόνατα του, και μ’ εφίλευε καραμέλες. Θα ήτον τριαντάρης τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ’ αυτά τα πράγματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Νομίσματα, Παπαδιαμάντης, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »

Είναι ρομαντικοί αυτοί οι Ρωμαίοι

Posted by sarant στο 14 Φεβρουαρίου, 2020

Του Αγίου Βαλεντίνου σήμερα, γιορτή των ερωτευμένων. Κι επειδή πρέπει ήδη να μετράει καμιά σαρανταριά χρόνια που έχει έρθει στα μέρη μας η γιορτή αυτή, λέω να ενδώσουμε και φέτος στο έθιμο και να ερωτολεξιλογήσουμε πάνω σε μια από τις πολλές λέξεις, τις πάμπολλες λέξεις που συνδέονται με την αγάπη και τον έρωτα.

Η λέξη αυτή είναι το ρομάντζο ή ρομάντσο. Tο παλιό λαϊκό περιοδικό που είχε αυτόν τον τιτλο γραφόταν Ρομάντσο, αν και όλοι σχεδόν το πρόφεραν Ρομάντζο.

Ρομάντζο λοιπόν είναι ένα αφήγημα με ερωτική υπόθεση. Ειδικότερα έχουμε το μεσαιωνικό ή αναγεννησιακό ρομάντζο, δηλαδή «αφηγηματικό λογοτεχνικό έργο, γραμμένο σε ποιητική ή πεζή μορφή, με περιπετειώδες, ηρωικό και ερωτικό περιεχόμενο» (ορισμός από ΜΗΛΝΕΓ).

Στη νεότερη εποχή, το ρομάντζο είναι λογοτεχνικό ή παραλογοτεχνικό έργο με ερωτικό θέμα, με χαμηλή αισθητική και προβλέψιμη πλοκή (ΜΗΛΝΕΓ και πάλι, που δίνει και την παραδειγματική φράση «Γράφει ρομάντζα με το κιλό και τα υπογράφει με ψευδώνυμο»).

Όμως ρομάντζο είναι βέβαια και το ειδύλλιο, η ερωτική ιστορία δυο ανθρώπων. («Το σύντομο αλλά παθιασμένο τους ρομάντζο άφησε εποχή»). Η λέξη λέγεται κυρίως για μια ερωτική περιπέτεια που έχει πια τελειώσει.

Όλα τα σύγχρονα λεξικά μας καταγράφουν τη σημασία αυτή, εκτός από το ΛΚΝ -πράγμα περίεργο διότι δεν είναι καινούργια σημασία. Για παράδειγμα, στο τραγούδι του Μητσάκη, «μια φωτιά που άναψες τη σβήνεις κι έτσι το ρομάντζο μας το κλείνεις».

Εκτός από το ρομάντζο όμως έχουμε και τη ρομάντζα, που είναι αφενός μουσική σύνθεση με συναισθηματικό, λυρικό χαρακτήρα και αφετέρου είναι ο ρεμβασμός, η ονειροπόληση, αλλά και η βόλτα σε περιβάλλον που προκαλεί ονειροπόληση και ρεμβασμό («πάμε για ρομάντζα στην παραλία»). Από εκεί και το ρήμα «ρομαντζάρω» δηλ. ρεμβάζω απολαμβάνοντας το φυσικό περιβάλλον.

Και βέβαια, συγγενικές με όλες τις παραπάνω λέξεις είναι οι λέξεις ρομαντικός και ρομαντισμός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ερωτικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ρώμη | Με ετικέτα: , , , | 170 Σχόλια »

Κάστρον παλαιόθεν οικοδομημένον εις πέτραν υψηλήν δυσκολοδιάβατην…

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2020

Καθώς πλησιάζουν τα διακοσάχρονα από την επέτειο του ξεσηκωμού, θα πυκνώνουν στο ιστολόγιο τα (γλωσσικά, κυρίως) άρθρα για την περίοδο εκείνη ή με κείμενα της περιόδου εκείνης.

Σήμερα θα δημοσιεύσω μία πολύ ιδιότυπη επιστολή, σταλμένη τον Αύγουστο του 1826, τον καιρό της πολιορκίας της Ακρόπολης από τους Τούρκους. Και οι τρεις μεγάλες πολιορκίες του 1821 (Τριπολιτσά, Μεσολόγγι και Αθήνα) είναι πολύ καλά τεκμηριωμένες από διάφορες αφηγήσεις και λοιπό αρχειακό υλικό. Το υλικό του Μεσολογγιού έχει τον περισσότερο ίσως όγκο, όμως και η πολιορκία της Αθήνας, που την έχουμε και από τον Μακρυγιάννη και από διάφορα μικρά ημερολόγια που τα μάζεψε ο Βλαχογιάννης, δεν υστερεί πολύ.

Η επιστολή που θα δούμε σήμερα όμως έχει την ιδιομορφία πως δεν είναι σταλμένη (ή: στελμένη, έτσι το λέγανε τότε) από Έλληνα αποστολέα. Την έγραψε ο Κιουταχής και την έστελνε στην Πόλη, ζητώντας ενισχύσεις -και ειδικά λαγουμιτζήδες. Έστειλε και δεύτερη επιστολή. Όμως τον ταχυδρόμο τον έπιασαν οι Έλληνες, που μετέφρασαν τις επιστολές για να μάθουν τι σχεδιάζει ο πολιορκητής.

Το μεταφρασμένο κείμενο των επιστολών δημοσιεύτηκε αρχικά (αλλά όχι ολόκληρο) στην Ιστορία των Αθηνών του Σουρμελή. Το πλήρες μεταφρασμένο κείμενο υπάρχει στο Ιστορικό Αρχείο Αλέξ. Μαυροκορδάτου απ’ όπου τα πήρα κι εγώ. Αποσπάσματα βρίσκει κανείς στο Διαδίκτυο (τα εκτενέστερα σε αφιέρωμα της Αυγής το 2008) αλλά, αν δεν σφάλλω, δεν υπάρχει πλήρης διαδικτυακή δημοσίευση ως τώρα.

Μονοτονίζω αλλά διατηρώ την ορθογραφία.

Σχόλια και απορίες σε αγκύλες, μέσα στη ροή του κειμένου.

Έγγραφο 3442, Αύγουστος 1826

Προς τον Βεζύρην της Βούλας [όποιος μας πει τι ακριβώς είναι αυτό το αξίωμα, θα του χρωστάω χάρη]

Το κάστρον των Αθηνών, καθώς σας είναι γνωστόν, είναι παλαιόθεν οικοδομημένον εις μιαν πέτραν υψηλήν δυσκολοδιάβατην, ούτε λαγούμι επιδέχεται, ούτε εις έφοδον έρχεται· απέχει έξ ώρας από τα Δερβένια της Πελοποννήσου, και πλησιάζει εις τα νησία, ευρίσκεται εις την άκρην των λοιπών Βιλαετίων, και προ πάντων τούτο το φρούριον, με το να είναι ένας τόπος πολλά παλαιός και παλαιόθεν εβγήκαν από αυτόν τον τόπον πολλοί περιβόητοι φιλόσοφοι και τα έργα τα τεχνικά οπού έχει της αρχαιότητος προξενούν θαυμασμόν εις τους πεπαιδευμένους Ευρωπαίους, και διά τούτο όλοι οι Ευρωπαίοι και τα λοιπά έθνη των απίστων φρονούν τούτο το φρούριον ως το σπήτιον ιδικόν τους και επειδή το νομίζουν ως ένα προσκυνητήριον τόπον οι Ευρωπαίοι, καθώς και τα λοιπά έθνη των απίστων των ονομαζομένων Χριστιανών, το υπερασπίζονται και προσπαθούν να μην έβγη από τας χείρας των απίστων αποστατών και εσυμφώνησαν και υπεσχέθησαν γενικώς την βοήθειά τους και δια ξηράς και δια θαλάσσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Επιστολές | Με ετικέτα: , , | 243 Σχόλια »

Το κρυφό Μανδράκι (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2019

Χριστούγεννα σήμερα και το ιστολόγιο συνηθίζει τις χρονιάρες αυτές μέρες να δημοσιεύει διηγήματα του Παπαδιαμάντη ή έστω παπαδιαμαντικού ύφους και κλίματος -κάτι που το έμαθα από τα παιδικά μου χρόνια όταν ο παππούς έπαιρνε έναν από τους τόμους της έκδοσης του Βαλέτα και μάς διάβαζε κάτι.

Σήμερα θα τηρήσουμε μεν την παράδοση αλλά θα βάλουμε κάποιο από τα λιγότερο γνωστά χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη -που θα μπορούσατε να πείτε πως είναι από τα ελάσσονα παπαδιαμαντικά. Πρόκειται για το Κρυφό Μανδράκι, που δημοσιεύτηκε ανήμερα Χριστούγεννα, 25 Δεκεμβρίου του 1906 στην αθηναϊκή εφημερίδα Αλήθεια -στην ίδια όπου αργότερα επρόκειτο να δημοσιευτεί το πασχαλινό διήγημα «Η νοσταλγία του Γιάννη», ένα κελεπούρι που είχα την τύχη και την τιμή ν’ ανακαλύψω και να προσθέσω τελευταίο πετράδι στο παπαδιαμαντικό στέμμα, και που αν ποτέ βρεθεί ολόκληρο σώμα της ίσως μάς επιφυλάσσει και άλλα ευρήματα.

Παίρνω το κείμενο από τον παπαδιαμαντικό ιστότοπο papadiamantis.org, δηλαδή από τον τέταρτο τόμο της κριτικής έκδοσης του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου.

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΑΝΔΡΑΚΙ

Χριστούγεννα ποὺ ἔμελλαν νὰ κάμουν τὴν χρονιὰν ἐκείνην οἱ χριστιανοί, οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ! Ἂν ἐπερίμεναν ἀπὸ τὸν μπαρμπα-Στάθην τὸν Γροῦτσον μὲ τὴν βάρκαν του, τὴν πολλάκις καλαφατισμένην* καὶ πισσωμένην, νὰ τοὺς φέρῃ ἀρνιὰ νὰ φᾶνε! Οἱ καιροὶ ἦσαν τόσον ἀκατάστατοι, μὲ ὅλα τὰ χιόνια ποὺ εἶχε ρίξει γύρω στὰ βουνὰ ― ἕως τὴν παραθαλασσίαν, στὴν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ εἶχαν καταβῆ τὰ χιόνια. Καὶ μέσα στὸ χωρίον εἶχε πιάσει τὸ χιόνι. Καὶ ὅλαι αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν, ἀπὸ πλάκες ἢ ἀπὸ κεραμίδια, εἶχον καλυφθῆ ἀπὸ παχὺ λευκὸν στρῶμα. Καὶ εἰς ὅλους τοὺς δρόμους καὶ τὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ εἶχε σωρευθῆ γόνα τὸ χιόνι πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Μιχαλιοῦ τῆς Μερεγκλίνας καὶ ὅλων τῶν ξυπολύτων παιδιῶν τῆς γειτονιᾶς, ὁποὺ δὲν ἄφησαν γριὰν ἢ νέαν, ἢ κορίτσι ἢ παιδὶ ποὺ νὰ φορῇ παπούτσια νὰ περάσῃ, χωρὶς νὰ τῆς σπάσουν τὴν στάμναν, ἢ νὰ τὴν στραβώσουν στὸ ἕνα μάτι, ἢ τὴν κουφάνουν ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ μὲ τοὺς τεραστίους καὶ πολὺ σφιχτοὺς βώλους χιόνος, ὁποὺ ἐξεσφενδόνιζον ἐναντίον των. Ἐκολλοῦσαν μεγάλες μπάλες ἀπὸ χιόνι, τὰς ἐξώγκωναν ἐπ᾿ ἄπειρον, καὶ τὰς ἐσώρευον μπροστὰ στὴν αὐλὴν τῆς Μερεγκλίνας· ὁ Μιχαλιός, ὅστις εἶχε παιδιόθεν μέγα δαιμόνιον πλαστικῆς, ἐσχεδίαζεν ἕνα πελώριον κολοσσὸν εἰς σχῆμα ἀνθρώπου ― Τούρκου ἢ λευκοῦ Ἀράπη, μὲ τὸ σαρίκι καὶ μὲ τὴν τσιμπούκα του. Ἀκολούθως ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ κατώγι τὴν «στάφνη», ναυπηγικὴν μπογιὰν ἀπὸ κοκκινόχωμα τοῦ πατρός του τοῦ μαστρο-Γιώργου τοῦ Μερεγκλῆ, κ᾿ ἐζωγράφιζε κόκκινον τὸν λευκὸν Ἀράπην ― κόκκινα μάτια, κόκκινα φρύδια, κόκκινα γένεια καὶ μαλλιά, κόκκινην καπόταν καὶ βράκαν, ὅλα κατακόκκινα. Ἦτο φοβερὸν τὴν θέαν τὸ τέρας ἐκεῖνο τῆς ἐκ χιόνος ἀνδριαντοποιΐας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 61 Σχόλια »

Tο γλωσσικό ιδίωμα της Αίγινας (συνεργασία του Νίκου Παντελίδη)

Posted by sarant στο 18 Δεκεμβρίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα με χαρά και συγκίνηση ένα άρθρο του Νίκου Παντελίδη, αναπληρωτή καθηγητή Γλωσσολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, γραμμένο ειδικά για το ιστολόγιό μας με θέμα το γλωσσικό ιδίωμα της Αίγινας.

Οι τακτικοί αναγνώστες του ιστολογίου ίσως θυμούνται ότι στις αρχές του χρόνου είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο του Ν. Παντελίδη με θέμα το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα., δηλαδή το ιδίωμα που μιλιόταν στην προεπαναστατική Αθήνα, πριν ο ερχομός δεκάδων χιλιάδων κατοίκων από άλλες περιοχές του ελληνόφωνου χώρου το οδηγήσει στην υποχώρηση και τελικά στη σιγή.

Τότε, ο Ν. Παντελίδης μού είχε πει ότι ετοιμάζει ένα άρθρο για το αιγινήτικο ιδίωμα, αρκετά συγγενικό με το παλαιοαθηναϊκό. Τον παρακάλεσα, όταν δημοσιευτεί το άρθρο του, να ετοιμάσει μια εκλαϊκευμένη και συντομευμένη παραλλαγή για το ιστολόγιο. Πράγματι, το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε πρόσφατα στον τόμο «Λέξεις», τιμητικό τόμο για την πρώην διευθύντρια του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών (νυν: Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων) Χριστίνα Μπασέα-Μπεζαντάκου και ο Ν. Παντελίδης είχε την καλοσύνη να ετοιμάσει και ένα ακόμα άρθρο, πιο προσιτό στο ευρύ κοινό, ειδικά για το ιστολόγιό μας.

Όπως θα διαβάσετε, το ιδίωμα της Αιγινας δεν μιλιέται πια. Ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν το μελέτησε ο Τουμπ, είχε υποχωρήσει πολύ στην πρωτεύουσα του νησιού αλλά αντιστεκόταν στην ύπαιθρο, όμως στις επόμενες δεκαετίες υποχώρησε και εκεί και τελικά σίγησε, ακολουθώντας τη μοίρα του παλαιοαθηναϊκού ιδιώματος. Καθώς κατάγομαι, εκ μητρός, από την Αίγινα, εμπειρικά μπορώ να πω ότι μόνο ελάχιστες λέξεις και φράσεις ιδιωματικές θυμάμαι από τη γιαγιά μου.

Αλλά έγραψα πολλά, δίνω τη σκυτάλη στον Νίκο Παντελίδη.

Νίκος Παντελίδης

Το γλωσσικό ιδίωμα της Αίγινας

Εισαγωγικά

Όπως και στην περίπτωση της (παλαιάς, προεπαναστατικής) Αθήνας, έτσι και στην περίπτωση της Αίγινας διάχυτη είναι η εντύπωση περί ανυπαρξίας τοπικού γλωσσικού ιδιώματος. Αυτό εξηγείται εν μέρει και από το γεγονός ότι το νησί βρίσκεται μια ανάσα από την Αθήνα. Κατά συνέπεια, εξαιτίας και των φυσικών του καλλονών, υπήρξε από νωρίς προσφιλές θέρετρο για τους κατοίκους της πρωτεύουσας, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες εποικίστηκε και από πλήθος ανθρώπων που δεν έχουν καταγωγή από αυτό. Έτσι, το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα άρχισε να υποχωρεί ήδη από τον 19ο αι., διαδικασία, την οποία μαρτυρεί σαφώς γύρω στα 1890 ο πρώτος, ο οποίος το έκανε αντικείμενο μελέτης, ο γερμανός γλωσσολόγος και ελληνιστής Άλμπερτ Τουμπ (Albert Thumb). Ο Τουμπ μάς πληροφορεί ότι στην νέα παραθαλάσσια πρωτεύουσα του νησιού (η παλαιότερη, προεπαναστατική πρωτεύουσα, η Παλιαχώρα, βρισκόταν στο εσωτερικό του) το ιδίωμα βρισκόταν τότε ήδη σε ραγδαία υποχώρηση και μόνο υπολείμματά του μπορούσε κανείς να εντοπίσει στο λόγο των ντόπιων. Το εσωτερικό του νησιού όμως διατήρησε έως πολύ πρόσφατα (και εν μέρει διατηρεί ακόμα) τον έντονα αγροτοποιμενικό του χαρακτήρα, ενώ μέχρι πριν μερικές δεκαετίες μπορούσε κανείς να εντοπίσει θύλακες ομιλητών του τοπικού γλωσσικού ιδιώματος, έστω και με έντονη την επίδραση της Κοινής Νεοελληνικής στο λόγο τους. Σήμερα ελάχιστα ίσως στοιχεία του επιβιώνουν, κυρίως λεξιλογικά και φρασεολογικά, και μπορεί πλέον με σχετική ασφάλεια να υποτεθεί ότι έχει σιγήσει.

Το ιδίωμα ανήκει στην ίδια ομάδα με τα ιδιώματα της νότιας Εύβοιας, της παλαιάς Αθήνας και των Μεγάρων. Παλαιότερα πιστευόταν ότι το νησί είχε ερημωθεί εντελώς από τους κατοίκους του λόγω επιδρομών που υπέστη και ότι εποικίστηκε ξανά κυρίως από Αθηναίους, γεγονός που υποτίθεται πως εξηγεί τη συγγένεια των ιδιωμάτων. Όμως παρά τις καταστροφές και την πληθυσμιακή αποψίλωση το νησί δεν φαίνεται να ερημώθηκε εντελώς, ενώ το ιδίωμά του εμφανίζει και αρκετές διαφορές από το παλαιοαθηναϊκό. Και είναι μεν αληθές ότι κατά τον βενετοτουρκικό πόλεμο του 1686-1687 οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την πόλη τους και πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στην Αίγινα, επέστρεψαν όμως το 1690 στην Αθήνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αίγινα, Γλωσσικά ταξίδια, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 62 Σχόλια »

Οι βάρδιες των πουλιών του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2019

Ο Γιάννης Μακριδάκης είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, το έχω γράψει πάνω από μια φορά. Κάθε που κυκλοφορεί βιβλίο του σπεύδω να το προμηθευτώ και να το διαβάσω -και τρία από αυτά τα έχω παρουσιάσει εκτενώς στο ιστολόγιο, το «Όλα για καλό» πρόπερσι, το «Αντί Στεφάνου» το 2015 και το «Του Θεού το μάτι» το 2013. Πριν από ένα μήνα βγήκε, πάντοτε από την Εστία, το καινούργιο του μυθιστόρημα με τίτλο «Οι βάρδιες των πουλιών» που θα το παρουσιάσω σήμερα εδώ.

Γεννημένος στη Χίο το 1971, ο Μακριδάκης ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, ενώ ταυτόχρονα διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια και αγροτουρισμό. Στις παλιότερες νουβέλες του υπήρχαν αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της εκάστοτε πολιτικής επικαιρότητας: στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ο θάνατος του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, στο «Λαγού μαλλί» το διάγγελμα του Καστελλόριζου, στο «Ζουμί του πετεινού» οι επισκέψεις της τρόικας και στο «Στου Θεού το μάτι» οι εκλογές του 2012. Στη συνέχεια ο Μακριδάκης έδωσε δυο βιβλία χωρίς τέτοιες αναφορές («Αντί στεφάνου» και «Η πρώτη φλέβα») ενώ το «Όλα για καλό» εκτυλισσόταν μέσα στην προσφυγική κρίση του 2015.

Το καινούργιο βιβλίο, «Οι βάρδιες των πουλιών» δεν έχει τέτοιες αναφορές στην πολιτική επικαιρότητα, παρόλο που ο χρόνος της δράσης δηλώνεται σαφώς, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2018 -ωστόσο, ο αφηγητής στις αναδρομές του σκιαγραφεί την ιστορία μιας οικογένειας από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τα σήμερα. Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, έχουμε το πιο πολυπρόσωπο έργο του Μακριδάκη, αφού στις 180 σελίδες του σκιαγραφούνται σχεδόν τριάντα πρόσωπα, από τους προπαππούδες του αφηγητή, του Ανέστη Δεληγιώργη, που είναι περίπου συνομήλικός μου, γεννημένος στα 1960, ίσαμε τον εγγονό του -που δεν έχει ακόμα γεννηθεί αλλά επηρεάζει τα γεγονότα. Για να διευκολύνει μάλιστα τον αναγνώστη, ο Μακριδάκης έχει βάλει γενεαλογικό δέντρο στο τέλος του βιβλίου, που είναι πολύ χρήσιμο επειδή, καθώς είναι συγγενείς, οι διάφοροι ήρωες έχουν σε μεγάλο βαθμό ίδια επώνυμα.

Είχα την ευκαιρία, και τη χαρά, το Σάββατο που μας πέρασε, και αφού είχα μόλις διαβάσει το βιβλίο, να παρακολουθήσω μια εκδήλωση στην Εργατική Λέσχη Νέας Σμύρνης, στην οποία πήρε μέρος και ο Μακριδάκης, ο οποίος μίλησε βέβαια για όλα του τα βιβλία αλλά περισσότερο στάθηκε σε αυτό. Έτσι θα σας δώσω μερικές πληροφορίες που μας εκμυστηρεύτηκε, κατευθείαν από την «κουζίνα του συγγραφέα» -κι έτσι θα έχετε ινσάιντ ινφορμέσιο.

Λοιπόν, ο αφηγητής, ο Ανέστης Δεληγιώργης, γεννημένος το 1960 στον προσφυγικό συνοικισμό της Χίου, αναθυμιέται τον βίο και την πολιτεία των προγόνων του, που ζούσαν στην απέναντι μικρασιατική ακτή, στην Αγία Παρασκευή ή Κιόστε. Η προγιαγιά του η Μαριγώ είχε παντρευτεί τον Μικέ Γλαράκη, που ήταν γιγαντόσωμος σα βόδι και γι’ αυτό είχε το παρατσούκλι Σαβούς.

Ο Σαβούς ναυάγησε και πνίγηκε και εννιά μήνες μετά γεννήθηκε ο δεύτερος γιος του που κανείς δεν ξέρει αν ήταν παιδί του πνιγμένου ή του δεύτερου άντρα της, του Θανάση Δεληγιώργη, ο οποίος ανέτρεφε περιστέρια με αποτέλεσμα να του κολλήσει το παρατσούκλι «η Περιστερού» και εκτελούσε χρέη ταχυδρόμου και πήγε να αναγγείλει τα χαμπέρια για το ναυάγιο στη Μαριγώ αλλά έμεινε μέσα πάρα πολλή ώρα -και ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκαν.

Έτσι, η οικογένεια απόκτησε δυο κλάδους, τους μεγαλόσωμους που κατάγονταν από τον πρώτο γιο του Σαβού και τους ντελικάτους που βγήκαν από τον δεύτερο γιο, που κληρονόμησαν μαζί και το συνήθειο να ανατρέφουν να γυμνάζουν περιστέρια, που μεταδόθηκε μέχρι και τον αφηγητή. Μετά τον διωγμό του 1914 εγκαταστάθηκαν προσωρινά στη Χίο -και οριστικά μετά το 1922 και την Καταστροφή. Η οικογένεια όμως είχε και μια κατάρα, ας πούμε, που τη βάραινε: ένας αρσενικός κάθε γενιάς να χάνεται στη θάλασσα, καθώς οι περισσότεροι ή ήταν ναυτικοί επαγγελματίες ή είχαν στεριανό επάγγελμα αλλά και μια βάρκα ερασιτεχνικά.

Το καλοκαίρι του 2018 ο αφηγητής πηγαίνει μαζί με τον ξάδερφό του μια μικρή θαλάσσια εκδρομή με τη βάρκα του τελευταίου. Η βάρκα παίρνει νερά και βουλιάζει παρά τη μπουνάτσα. Ο αφηγητής μένει ώρες πολλές μέσα στο νερό μέχρι που τον μαζεύουν, αλλά ο ξάδερφος όπως και ο γιος του πνίγονται. Το ναυάγιο είναι ο καταλύτης που βάζει τον αφηγητή να αναστοχαστεί την ιστορία την οικογενειακή του:

Πάντοτε με έτρωγε περιέργεια μεγάλη για το μυστήριο αυτό της προγιαγιάς μας και μια αμφιβολία για τη φύτρα μου την είχα σε όλη μου τη ζωή· τελευταία όμως, μετά και από το μοιραίο ναυάγιο, τον περασμένο Αύγουστο, τότε που τα ‘φερε έτσι η ώρα η κακιά και μπατάραμε με κάλμα μπουνάτσα και έγινε ό, τι έγινε, μου μπήκανε ιδέες διάφορες μες στο κεφάλι μου και σιγά-σιγά, σαν άρχισα να συνέρχομαι κάπως από το σοκ, έπιασα, κρυφά από την Ελένη βεβαίως, για να μην καταλάβει ότι κάπως συνήλθα και πιάσει πάλι την γκρίνια της τη γνωστή για τα περιστέρια, να καταγράφω και να μελετώ τα μοιραία συμβάντα αλλά και την όλη πορεία μας την οικογενειακή μαζί με τα πουλιά, από τρεις γενιές πίσω ίσαμε σήμερα, μπας και βγάλω συμπέρασμα πιο ασφαλές από πού βαστά άραγε ακριβώς η δικιά μου η φύτρα.

Το απόσπασμα αυτό το βάζω για να πάρετε μια μικρή γεύση απο το αφηγηματικό ύφος που χρησιμοποιεί εδώ ο Μακριδάκης, το κουβεντιαστό ύφος ενός λαϊκού αλλά εγγράμματου μεσήλικα (είναι λογιστής ο Ανέστης), με πολύ μακριές προτάσεις, που εύκολα πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο, καθώς κάνει λόγο για κάποιον συγγενή ή συγχωριανό και αμέσως παίρνει αφορμή να μας πει την ιστορία της ζωής του, κι έπειτα ξαναπιάνει το νήμα της αφήγησης εκεί που το είχε αφήσει ή συνεχίζει με νέα παρέκβαση. Εμένα το στιλ αυτό με γοητεύει πολύ, το έχω χρησιμοποιήσει και σε δικά μου γραφτά άλλωστε. Ο Μακριδάκης είχε μεταχειριστεί κάπως παρόμοιο στιλ στο «Στου Θεού το μάτι».

Κι έτσι, ενώ από το πρώτο κεφάλαιο μαθαίνουμε τα βασικά, ότι δηλαδή ο αφηγητής έχει τους δυο προπαππούδες που είπαμε, ότι έχει πάθος με τα ταχυδρομικά περιστέρια και ότι ναυάγησε και πέρασε ώρες πολλές στη θάλασσα, στη συνέχεια κάθε κεφάλαιο προσθέτει μερικές ψηφίδες στην όλη εικόνα ενώ ταυτόχρονα επαναλαμβάνει και κάποια που έχουν ήδη ειπωθεί, σαν να είναι κάθε κεφάλαιο ένας ομόκεντρος κύκλος που όλο και στενεύει μέχρι στο τέλος να συμπληρωθούν όλα τα κενά, να σκιαγραφηθούν όλοι οι πρόγονοι του Ανέστη και να μάθουμε τη μεγάλη απόφαση που πήρε ύστερα από βασανιστική σκέψη -δεν θα σποϊλάρω.

Στην εκδήλωση της Νέας Σμύρνης ο Μακριδάκης μάς αποκάλυψε πως το περιστατικό του ναυαγίου είναι πραγματικό, συνέβη δηλαδή πέρυσι περίπου υπό τις ίδιες συνθήκες που περιγράφονται στο βιβλίο, και πήρε συνέντευξη από τον ναυαγό, που επίσης έμεινε ώρες πολλές στη θάλασσα και του περιέγραψε τι σκεφτόταν και τι έκανε για να μείνει ακμαίος ώσπου να έρθουν να τον περισυλλέξουν, πώς είχε αγωνία να μην του βγάλουν κανα μάτι οι γλάροι που πετούσαν όλη την ώρα από πάνω του, ώσπου έδωσε ο θεός και νύχτωσε, αλλά τότε άρχισε η αγωνία μήπως τον πνίξουν τα απόνερα από το καράβι της γραμμής, ενώ όλη την ώρα έπρεπε επίσης να προσέχει να μην περάσει τη μεσαριά των νερών και βγει στο τούρκικο, αλλά τα σημάδια αυτά που ορίζουν περίπου τη μεθοριακή γραμμή στη θάλασσα τα ξέρουν καλά οι περισσότεροι Χιώτες.

Σε πραγματικό γεγονός είναι βασισμένη και μια από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου: ένας παλαίμαχος ψαράς ρίχνει το παραγάδι σε έναν ψαρότοπο που βρίσκεται στα τούρκικα νερά αλλά πολύ κοντά στα σύνορα. Την άλλη μέρα πάει να το μαζέψει και δεν το βρισκει. Του το έχουν κατασχέσει οι Τούρκοι λιμενικοί, αλλά αυτός δεν το ξέρει αυτό και νομίζει ότι απλώς γέρασε και δεν θυμάται πού έχει ρίξει τα δίχτυα. Η αμφιβολία τον βασανίζει, μέχρι που μαθαίνει από έναν φίλο του Τούρκο ψαρά ότι τα σύνεργά του τα κατασχεμένα πρόκειται να βγουν σε πλειστηριασμό την άλλη Κυριακή στον Τσεσμέ -και ότι οι ψαράδες της απέναντι ακτής συνεννοήθηκαν να τα αγοράσει κάποιος στην τιμή εκκίνησης, χωρίς να χτυπήσει κανείς άλλος την τιμή, και να του τα δώσουν πίσω. Αυτό το περιστατικό είναι πραγματικό και έγινε πριν από μερικά χρόνια, αλλά ο Μακριδάκης το εμπλουτίζει αφενός με την πινελιά για τον παλαίμαχο ψαρά που νόμιζε πως έχει πια ξεκουτιάνει και αφετέρου με τη σκηνή της πανηγυρικής συνάντησης Ρωμιών και Τούρκων στα μισά της θάλασσας για να παραδώσουν τα δίχτυα στον δικαιωματικό τους κάτοχο.

Ο Μακριδάκης παλιότερα είχε αποδελτιώσει τις χιώτικες εφημερίδες της περιόδου 1912-1940 και κάποια από τα γεγονότα τα πέρασε και σε τούτο το μυθιστόρημα μεταπλασμένα -ας πούμε, παίρνει το πραγματικό γεγονός της ημερήσιας εκδρομής που έκαναν το 1932 οι κάτοικοι του προσφυγικού συνοικισμού της Χίου στο παλιό τους χωριό -και προσθέτει την έξοχη λεπτομέρεια πως η προγιαγιά του με την ευκαιρία αυτή έκοψε με το σουγιαδάκι ένα μάτι από την καλή λεμονιά τη δίφορη που είχε στον παλιό της κήπο, και το έβαλε κάτω από τη γλώσσα της για να έχει υγρασία και το μετάφερε στο καινούργιο της σπίτι και μπόλιασε το δέντρο της. Και κάποιες ιστορίες από την Κατοχή έχουν πραγματική βάση αλλά συνυφαίνονται με τη μυθοπλασία.

Αντίθετα, εντελώς μυθοπλασία είναι όλα όσα έχουν σχέση με τα περιστέρια, αν και πολύ πειστικά περιγράφει το πάθος των περιστεράδων ο Μακριδάκης, το πώς χαϊδεύαν τους πρωταθλητές τους όταν επέστρεφαν από κάποιο μακρινό μέρος, την αγωνια μήπως τα κυνηγήσει κανένα αρπακτικό κτλ. Δικό του εύρημα είναι και το ότι οι ψαράδες συνήθιζαν να παίρνουν ένα ζευγάρι περιστέρια όταν έφευγαν για μακρινό ψάρεμα ώστε, σε περίπτωση που κάτι συμβεί να μπορούν να ειδοποιήσουν.

Ο αφηγητής τού Μακριδάκη χρησιμοποιεί, όπως είναι αναμενόμενο από άνθρωπο της επαρχίας, πολλές παροιμιακές εκφράσεις ενώ παρεμβάλλει και κάμποσα ιδιωματικά στοιχεία λόγου. Επειδή εδώ λεξιλογούμε, παραθέτω μερικές από τις λέξεις/εκφράσεις του βιβλίου που δεν υπάρχουν στα λεξικά. Σε κάποιες περιπτώσεις ρώτησα τον συγγραφέα.

* τραβάκα (σελ. 26) «….σπιτάκια παρόμοια· μεσοτοιχία, με στέγη κοινή και με μια τραβάκα μεγάλη μπροστά το καθένα τους για να βαζουνε από κάτω τα εργαλεία των καϊκιών τους». Τραβάκα στη Χίο είναι η πυραμιδοειδής στέγη με τα κεραμίδια, ειδικότερα όμως εδώ είναι το γείσο της στέγης, η αστρέχα που λένε σε άλλα μέρη. (Ο Κοραής στα Άτακτα αναφερει τη λέξη, όπως έχουμε αναφέρει σε σχόλιο).

* κατσίρδισε (σελ. 41) «δεν θέλανε και πολύ οι ειδικοί στο συνοικισμό να διαγνώσουνε πως του κατσίρδισε ολωσδιόλου και να τον στείλουνε σε κανένα ίδρυμα».

Εδώ σημαίνει «του έστριψε». Το ρήμα «κατσιρντίζω», τουρκικής αρχής (από τον αόριστο κατσιρντίμ του ρήματος κατσιρμάκ) σημαίνει, στο λεξικό του Κουκκίδη, «φυγαδεύω, αφήνω κάτι να φύγει». Από την ίδια ρίζα και άλλα δάνεια πχ. κατσάκης ο φυγάς.

* κουμάσι (σελ. 42) Η λέξη επανέρχεται πολύ συχνά στο κείμενο διότι «κουμάσι» είναι ο περιστερώνας. Έχουμε γράψει άρθρο για αυτές τις δύο ομόηχες λέξεις -όλοι ξέρουν το κουμάσι που είναι ο φαύλος άνθρωπος (καλό κουμάσι και του λόγου του!) αλλά όχι πολλοί το κουμάσι τον ορνιθώνα (ή περιστερώνα ή και σπιτάκι για σκύλο).

* περχαριάζω (σελ. 49) «το περχάριαζε … το ανιψάκι του». Περχαριάζω σημαίνει κανακεύω, ταχταρίζω παιδί. Η λέξη δεν γκουγκλίζεται αλλά η σημασία της είναι φανερή από τα συμφραζόμενα -ρώτησα προς επιβεβαίωση και τον συγγραφέα.

* μοιασίδι (σελ. 54) «το δικό μου το μοιασίδι, ιδίως στα χούγια τα κρυφά, με … τον προπάππου μου». Μοιασίδι είναι εδώ η ομοιότητα. Σημαίνει όμως και το χαρακτηριστικό του προσώπου, που λέγεται και μοισίδι, και έτσι το έχουμε συναντήσει στον Μυριβήλη.

* πακιαρίζομαι (σελ. 55) «τότε … που δεν τα πακιαριζότανε τα περιστέρια μέσα στο καΐκι ο Σταμάτης» Δεν τα χρησιμοποιούσε, δεν τα συνήθιζε. Πακιάρομαι σημαίνει ασχολούμαι με κάτι, επιδίδομαι σε κάτι. To είχαμε συζητησει και παλιότερα. Φαίνεται να προέρχεται από τα ιταλικά, αλλά το ιταλ. pacchiare σημαίνει ντερλικώνω -δείτε το σχόλιο το παλιό.

* αναμικιόρης (σελ. 58) «ήτανε και αναμικιόρης μέγιστος και δεν ήθελε να αλλάζει τα πληρώματα μέσα στη μέση της χρονιάς». Ναμικιόρης ή αναμικιόρης είναι λέξη με πολλές σημασίες, που την έχουμε συζητήσει πολλές φορές. Αρχική σημασία «αχάριστος» όπως στο τουρκικό nankör απ’ όπου προέρχεται (το οποίο ανάγεται στα περσικά nan και kör, κατά λέξη ‘τυφλός στο ψωμί’ -έχουν… πρωτογένεια τα περσικά!)

Όμως η λέξη έχει επίσης πάρει τις σημασίες α) δύστροπος, παράξενος β) πλεονέκτης, άπληστος. Ο Μακριδάκης έδωσε την εξήγηση «στραβόξυλο, πολύ παράξενος, ιδιότροπος».

* κατσελάρω (σελ. 60) «το καΐκι θα κατσελάρει λίγες μέρες την επιστροφή του». Καθυστερώ. Από τα ιταλικά φαίνεται να προέρχεται μάλλον παρά από τα αγγλικά, αλλά το cancel και το cancellare δεν ξέρω αν έχουν αυτή την έννοια.

* μπαζάρω (σελ. 67) «μέχρι και τη Βολισσό την ίδια είχανε μπαζάρει μια φορά το ’36» Φτάνω σε μέρος μακρινό.

* λιλάδι (σελ. 71) «με ξαπλώσανε μετά στης παραλιας τα λιλάδια με τη μούρη». Τα βότσαλα· λιτρίδια στη Μυτιλήνη, λαλάρια στη Σκιάθο.

* στον καιρό τα λάχανα (σελ. 73) Παροιμιώδης φράση που σημαίνει «κάθε πράμα στον καιρό του»

* αχλαδόχερος (σελ. 89) Ο ατζαμής. Προσδιορίζει ο Μακριδάκης: «με την έννοια ότι τα χέρια του μέσα έχουνε αγκάθια σαν την αγριαπιδιά και δε μπορεί να πιάσει τίποτα»

Έχει κι άλλες λέξεις στη συνέχεια, αλλά σταμάτησα να σημειώνω επειδή μ’ απορρόφησε το διάβασμα. Να το διαβάσετε κι εσείς το βιβλίο, αξίζει τον κόπο!

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 110 Σχόλια »

Ποιοι είναι αργυραγχωμένοι;

Posted by sarant στο 24 Οκτωβρίου, 2019

Μην ψάχνετε στο γκουγκλ, η δύσκολη λέξη του τίτλου δεν γκουγκλίζεται -«τώρα γκουγκλίζεται», λέει μια σπηλαιωδης φωνή από ψηλά.

Τις προάλλες, στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, ο καθηγητής Αριστείδης Χατζής, που αυτόν τον καιρό μελετάει τις πρωτογενείς πηγές για το 1821 διότι ετοιμάζει ένα (σημαντικό, πιστεύω) βιβλίο για το θέμα, ρώτησε την ομήγυρη τι σημαίνει αυτή η λέξη, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από την Εφημερίδα των Αθηνών, του 1825.

Όπως βλέπετε, το επίμαχο απόσπασμα είναι:

Διά όλα αυτά λοιπόν, τα μικρότατα πράγματα, οπού υψώνετε ώς τους Ουρανούς, και δια τα μεγάλα οπού σιωπαίνετε, ή πρέπει να είσθε αργυραγχωμένοι, ή πρέπει να [συμπληρώνω από την πίσω σελίδα] είσθε πολλά μικρόψυχοι και δειλοί. [Γράφει ‘δηλοί’ αλλά είναι τυπογραφικό λάθος]

Πρόκειται για απόσπασμα από επιστολή που δημοσιεύτηκε στο φ. 80 της Εφημερίδος Αθηνών (31.7.1825). Ο επιστολογράφος, που υπογράφει Σ.Φ.Ε. και στέλνει το γράμμα του από τα Μέγαρα με ημερομηνία 28 Ιουλίου 1825, κατηγορεί την εφημερίδα ότι δεν τσιγκουνεύεται επαίνους για «τα μικρότατα και τιποτένια σχεδόν έργα, καθώς το σκότωμα ενός Τούρκου και το πάρσιμον ενός αλόγου και τα τοιαύτα, χωρίς να αναφέρη μήτε γρυ δι’ όσας μεγάλας αταξίας βλέπεις να γίνωνται». Και αναφέρει στη συνέχεια της επιστολής ατασθαλίες που δεν στηλιτεύτηκαν από την εφημερίδα όπως το «να μαχαιρώνουν οι στρατιώτες τους πολίτας και να μην παιδεύονται διά τούτο».

Θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε όλη την επιστολή, ίσως και την απάντηση του συντάκτη -που δεν δίνεται στο ίδιο φύλλο αλλά υπάρχει υπόσχεση οτι θα δινόταν σε επόμενο- μια και είναι γραμμένη από ολοφάνερα μορφωμένο συντάκτη, που όμως χρησιμοποιεί απλούστερη καθαρεύουσα από αυτήν που επιβλήθηκε από το σχολείο μετά την ίδρυση του κράτους, με σαφείς παραχωρήσεις στη δημοτική: το πάρσιμο ενός αλόγου και όχι η σύλληψις ενός ίππου, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας σήμερα.

Ας ειναι όμως, βάζω ακομα καναδυό προτάσεις για να δούμε πόσο οπισθοχωρήσαμε με την επιβολή της αρχαΐζουσας:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Αρχαία γραμματεία, Αρχαία ελληνικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | 137 Σχόλια »