Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Όχι στα λεξικά’ Category

Κείμενα του Εικοσιένα – 14: Το Μάγουλο της Παναγίας, του Παντελή Μπουκάλα (απόσπασμα)

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο τέταρτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Το σημερινό κείμενο διαφέρει από τα προηγούμενα της σειράς αυτής: δεν είναι κείμενο του Εικοσιένα αλλά για το Εικοσιένα, γραμμένο όμως στην εποχή μας. Τις προάλλες, που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο, αναφέρθηκα στο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα «Το μάγουλο της Παναγίας», μια «αυτοβιογραφική εικασία» σε θεατρική μορφή για τον Καραϊσκάκη.

Συμμετέχουν τέσσερα πρόσωπα, ο Καραϊσκάκης ή μάλλον το πνεύμα του από τον κάτω κόσμο, ο βιογράφος του Δ. Αινιάν, ένας Τυφλός Λυράρης και η Μαριώ (ή Ζαφείρης), η βαφτισμένη τουρκοπούλα που τον υπηρετούσε ντυμένη αντρικά. Συμμετέχει έμμεσα η Μαυρομάτα, μια εικόνα της Παναγίας που έχει για φυλαχτό ο Καραϊσκάκης.

Στο βιβλίο εξιστορείται, είτε από τον Καραϊσκάκη είτε από τους άλλους, όλη η ζωή του ήρωα, από τα παιδικά του χρόνια, όχι βέβαια με χρονολογική σειρά. Ο Μπουκάλας έχει διαβάσει όλα όσα γράφτηκαν για τον Καραϊσκάκη και χρησιμοποιεί το υλικό αυτό για να χτίσει τον λόγο των ηρώων του, συμπληρώνοντας και προσθέτοντας πινελιές.

Θα παρουσιάσω εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το έργο, προς το τέλος. Στο απόσπασμα που παραθέτω γίνεται λόγος αρχικά για το ντροπιαστικό επεισόδιο κατά την παράδοση των Τουρκαλβανών που ήταν οχυρωμένοι στο μοναστήρι του Αγ. Σπυρίδωνα, όταν ένας καβγάς είχε αποτέλεσμα να σφαγούν οι περισσότεροι από τους συνθηκολογημένους, παρά τη συνθήκη, και στη συνέχεια για την αψιμαχία που οδήγησε στον θάνατο του Καραϊσκάκη, το ψυχορράγημά του και τη διαθήκη του.

Να σημειώσω ότι σε επίμετρο στο βιβλίο ο Μπουκάλας εξετάζει την πρόσληψη του θανάτου του Καραϊσκάκη από τη δημοτική ποίηση και την απομνημονευματογραφία, καθώς και τις υποψίες μήπως χέρι ελληνικό πυροβόλησε τον καπετάνιο, αλλά και γενικότερα την υστεροφημία του Καραϊσκάκη.

Δυο-τρεις λέξεις σημειωμένες με αστερίσκο (από τον συγγραφέα) εξηγούνται στο τέλος.

Γ.Καραϊσκάκης. – Δίνεις ό,τι πιο βαρύ, που δεν χωράει σέ κανένα κεμέρι, δίνεις το λόγο σου, μπέσα για μπέσα, βάζεις στον όρκο πρώτος την υπογραφή σου, κι όλοι οι καπεταναίοι αποκάτω, να φύγουν οι κλεισμένοι του μονα­στηριού με τ’ άρματα και με το έχει τους. Με το ίρτζι* τους να πω, την τιμή τους. Ορκίστηκαν κι οι Τούρκοι, αυτό ήταν το συνήθειο τους: «Κακό βόλι να μάς πάρει το κεφάλι, αν ξαναρίξουμε ντουφέκι πάνω σε Έλληνες». Βγαίνουν. Μπροστά εγώ, ασπίδα τους. Κι ανάμεσα στους Τούρκους, αμανάτι τους, Τζαβέλας, Βάσος κι ό Γιαννάκης Λογοθέτης. Δίπλα απ’ την τούρκικη κολόνα, ζερβά και δεξιά, οι δικές μας. Πέ­φτει μια ντουφεκιά, κι όπως μετά την αστραπή ακούς μπουμπουνητό που σου τρυπάει τ’ αυτιά, αμέτρητες οι ντουφεκιές, μα κι οι φωνές, πιο δυνατές κι από βρον­τές, «κερατάδες Έλληνες, δεν έχετε μπέσα, άπιστοι, προδότες, θρασίμια». Κλαίγαμε, τ’ ακούς. Κλαίγαμε από τη λύσσα μας πού ντροπιαστήκαμε. Πατήσαμε τον όρκο μας σε θεούς κι ανθρώπους.

Δ.Αινιάν – Ήταν υπόσπονδη φρουρά οι Τούρκοι. Έπρεπε να περάσουν δίχως να πειραχτεί ούτε μια τρίχα τους. Όλοι το μολόγησαν.

Γ.Κ. – «Υπόσπονδη φρουρά»… δεν ξέρω τί πάει να πει «υπόσπονδη φρουρά». Πού να τα μάθω αυτά; Στ’ Αληπασα; Εγώ πήγα σχολείο στη φυλακή του και στους πολέμους του. Αλλά ξέρω τί πάει να πει μπέσα. και κούτελο. Άμα λερωθεί, πάει, λερώθηκε.

Δεν το ξεπλένεις όσο και να κλάψεις. Τα δάκρυα τρέ­χουν, φεύγουν προς τα κάτω. Δεν πάνε στα ψηλά, να σου ξεμαγαρίσουν το κούτελο. Και λέω, αν είναι, να το φκιάξουμ’ έτσι το Ρωμαίικο, μη σώσει και το φκιάξουμε. Τέτοια με δαιμόνιζαν, βλαστήμαγα κι έκλαιγα, γκρέμισα τη σκηνή μου, την κομμάτιασα σαν να κομμάτιαζα προδότες, τέλος, στέλνω τον τεσκερέ* μου, να μάθουν όλοι, φεύγω, τούς λέω, με στρατιώτες άπιστους κι επίορκους χωριό δεν κάνω και πατρίδα. Πέσαν απάνω μου όλοι, τον πιάσαμε τον φταίχτη, καπετάνιο, θα τιμωρηθεί βαριά. Ζήτησε την πιστόλα ενός Τούρκου, έτσι μου ιστορήσανε, αγρίεψαν, πιάστηκαν στα χέρια, τον πιστολίζει ο Τούρκος, άλλο δεν ήθελαν φαίνεται οι δικοί μας, τους μακέλεψαν. Απ’ τους τρακόσους, μόνο πενήντα δεν έκοψαν οι κερατάδες μας. Αλλά το κέρατο όλο δικό μου. Κείνη τη μέρα είπα πως πέθανα. Δεν πέρασε βδομάδα κι ο λόγος μου αλήθεψε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Θεατρικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 72 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 13: Σελίδες από το Γκιορνάλε του Αλέξανδρου Κριεζή

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο τρίτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Τα σημερινά κείμενα τα διάλεξε, τα πληκτρολόγησε και μου τα έστειλε η φίλη μας η Μαγδαληνή, που την ευχαριστώ θερμά και σας καλώ να μιμηθείτε το παράδειγμά της. Κατά κάποιο τρόπο αποτελεί συνέχεια των δύο προηγούμενων άρθρων, αφού παραμένουμε (κατά ένα μέρος) σε ναυτικά συμφραζόμενα: η βασική πηγή μας είναι το Γκιορνάλε διά την ανεξαρτησίαν του έθνους, δηλαδή το Ημερολόγιο που κρατούσε ο Υδραίος ναύαρχος Αλέξανδρος Κριεζής. Όμως, τα γεγονότα που θα δούμε εκτυλίσσονται όχι στην Ύδρα αλλά στην Εύβοια -με βασικό κείμενο μια επιστολή του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Δίνω τον λόγο στη Μαγδαληνή.

Μάιος του 1821 και στην Εύβοια μαθαίνοντας τις πρώτες επαναστατικές κινήσεις σε άλλα μέρη αρχίζουν   τις ετοιμασίες για τον αγώνα. Η Λίμνη φαίνεται να είναι ο πρώτος τόπος του ξεσηκωμού. Θέλοντας να βρουν κατάλληλο αρχηγό αποφασίζουν σε συμβούλιο να φέρουν τον πρωτοξάδερφο του Οδυσσέα Ανδρούτσου, Βερούση Μουτσανά, από τις Λιβανάτες της Λοκρίδας.

Ο ναύαρχος Αλέξανδρος Δ. Κριεζής αρχηγός του ελληνικού στόλου της Ευρίπου και συγγραφέας του «Γκιορνάλε δια  την ανεξαρτησία της Ελλάδος» διηγείται τα παρακάτω σχετικά με τη μεταφορά του καπετάν Βερούση στην Ιστιαία:

«… Ήρχισε να αλλάζει ο καιρός μπάτης και στις 3 Μαΐου εφθάσαμεν εις  Σκίαθον, εις τας  4 εις Τρίκερι·  αγκυροβόλησαμεν.  Εβγήκα έξω με τη μεγάλην λέμβον με 70 ναύτας μου.

Ήλθον οι προύχοντες του τόπου με τους εμποροπλοιάρχους με υποδέχθησαν∙ με συντρόφευσαν  εις την Κατζελαρίαν[1] τους∙  τους ωμίλησα πολλά δια την ανεξαρτησίαν  και δεν ηθέλησαν να με ακούσουν∙ εις το  ύστερον ήρχισα και με φοβέραις και άλλα. Ευθύς τους υποχρέωσα  και έρραψαν και σημαίας με σταυρούς και ύψωσαν  εις την Κατζελαρίαν τους και τα πλοία των∙  και με κανονιοβολισμούς∙ καθώς εγώ τους έρριψα 25. Τους ώρκισα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , , | 77 Σχόλια »

Αναρούσες, μυθιστόρημα του Κωστή Ανετάκη

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2021

Στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει τρία διηγήματα του φίλου μας Κωστή Ανετάκη (το τελευταίο εδώ, με λινκ προς τα προηγούμενα) σήμερα όμως έχω τη χαρά να παρουσιάσω το καινούργιο του βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ανάτυπο, ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο Αναρούσες.

Γράφω στις Λέξεις που χάνονται: Αναρούσα και ανερούσα είναι μια λέξη με δυο σημασίες· αφενός, η επιστροφή του  κύματος από την παραλία στη θάλασσα, αλλά και η δίνη μέσα στη θάλασσα, και αφετέρου η νεράιδα του γιαλού, το ξωτικό. Από τη μετοχή του αναρρέω, αναρρέουσα, με αποβολή του –ε υπό την επίδραση άλλων μετοχών όπως γλυκοφιλούσα. … στην Έρμη στα ξένα οι σκιαθίτισσες του Παπαδιαμάντη βάζουν λόγια στη νοικοκυρά, πως δεν έπρεπε να φέρει μαζί της την όμορφη και ψηλή υπηρέτριά της «κοτζάμ αναρρούσα παιδί μ’».

Όχι μόνο στον τίτλο του μυθιστορήματος, αλλά και σε όλο το κειμενο ο Ανετάκης χρησιμοποιεί λέξεις ιδιωματικές, από ντοπιολαλιές, που τις επεξηγεί συνήθως σε υποσημείωση, αλλά και βλάχικες στους διαλόγους, αφού το μυθιστόρημά του εκτυλίσσεται στην Πικρολίμνη, ένα (φανταστικό) κεφαλοχώρι ανάμεσα Μέτσοβο και Τρίκαλα, που κατοικείται από Βλάχους (στις «Ευχαριστίες» ο συγγραφέας ευχαριστεί τον φίλο μας τον Voulagx για τη βοήθειά του σε θέματα βλάχικης γλώσσας).

Ο αφηγητής, ο μπεστσελερίστας συγγραφέας Δάμος Σαρμάκος, έπειτα από ένα δύσκολο διαζύγιο και καθώς η έμπνευση τον έχει εγκαταλείψει, δέχεται την πρόσκληση ενός γκαρδιακού φίλου από τον στρατό, που του παραχωρεί δωρεάν κατάλυμα στο σπίτι του, στη μικρή λουτρόπολη Πικρολίμνη, πλάι στην ομώνυμη λίμνη. Η ιστορία του χωριού είναι μακραίωνη, γεμάτη θρύλους, αρχαία έθιμα και καλοκρυμμένα μυστικά, αλλά σταδιακά ο αφηγητής ανακαλύπτει πως δεν είναι όλα ξεχασμένα και περασμένα. Αυτός, ο ξενομερίτης, θα βρεθεί άθελά του στο κέντρο της δίνης -με πολλές σημασίες της λέξης.

Δεν θέλω να σποϊλάρω οπότε δεν θα περιγράψω την υπόθεση. Πάντως, η φαντασία του Ανετάκη αποδεικνύεται γόνιμη και συναρπαστική, χωρίς να πέφτει στην ευκολία του αχαλίνωτου υπερφυσικού. Το μυθιστόρημα, είδος βαλκανικού θρίλερ, το διάβασα μονοκοπανιά και το χάρηκα και δεν είναι υπερβολή να πω ότι δίνει υλικό για καλή ταινία -μέχρι και κυνηγητά με Μάζντα σε χωματόδρομους έχει.

Θα παρουσιάσω φυσικά ένα κομμάτι από το βιβλίο. Αν είχαμε συλλογή διηγημάτων, θα αναδημοσίευα ένα από τα διηγήματα. Με το μυθιστόρημα η λύση δεν είναι τόσο απλή. Διάλεξα λοιπόν ένα εισαγωγικό κεφάλαιο, το δεύτερο, όπου ο αφηγητής μαθαίνει από έναν γέροντα την ιστορία του χωριού. Μια και εδώ λεξιλογούμε, το συγκεκριμένο κεφάλαιο προσφέρεται αφού βρίθει από ιδιωματικούς όρους.

Ο αφηγητής, μόλις έχει φτάσει στην Πικρολίμνη. Από μια παρέα στο καφενείο άκουσε κάτι για τους θρύλους του χωριού, που του κίνησε την περιέργεια, και σκέφτεται να μάθει περισσότερα, μήπως μπορέσει να τα εντάξει στο μυθιστόρημα που προσπαθεί να γράψει. Ο φίλος του ο Ηλίας, όμως, δεν μπορεί να του χρησιμέψει ως πηγή διότι δεν πιστεύει στα παραμύθια αυτά και τα περιφρονεί.

(…)

Λίγες μέρες αργότερα, μόλις γυρίσαμε από τα χωράφια, που είχαμε πάει να ποτίσουμε, καθίσαμε στο τραπέζι για φαγητό. Είδα το ζεύγος ν’ ανταλλάζουν πλάγιες ματιές κι έπιασα τον φίλο μου να χαϊδεύει το γόνατο της συμβίας του στα κλεφτά, κάτω από το τραπέζι. Ο παππούς του Ηλία, ο συνονόματος, πλατάγιζε αμέριμνος τη μασέλα του, καθώς καταβρόχθιζε το κοκκινιστό με τα μακαρόνια, δίχως να παραλείψει να παινέψει τη νύφη του, τι χρυσοχέρα που ήταν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 72 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 9: Το αίμα έτρεχεν εις τον δρόμον ως ποταμός (Ο Κολοκοτρώνης περιγράφει τη μάχη του Βαλτετσίου)

Posted by sarant στο 4 Μαΐου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το ένατο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Σε δέκα περίπου μέρες έχουμε τα 200 χρόνια από μια σημαντική μάχη του πρώτου χρόνου της επανάστασης, τη μάχη του Βαλτετσίου (12-13 Μαΐου 1821) που ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των επαναστατημένων Ελλήνων, προανάκρουσμα της Τριπολιτσάς.

Με την ευκαιρία αυτή θα δημοσιεύσω μια επιστολή του Κολοκοτρώνη προς τους Σπετσιώτες, γραμμένη αμέσως μετά τη μάχη, στην οποία περιγράφει τα όσα συνέβησαν. Βέβαια, το κείμενο το έχει γράψει γραμματικός κι έτσι δεν διασώζει τον αυθεντικό λαϊκό λόγο της εποχής, ωστόσο σε πολλά σημεία η σύνταξη είναι λαϊκή «μεταμφιεσμένη» ενώ ο συντάκτης δεν αποφεύγει τη χρήση δάνειων όρων. Στο τέλος βάζω γλωσσάρι εξηγώντας όσα έχουν αστερίσκο. Χωρίζω σε παραγράφους για να διαβάζεται καλύτερα.

Η επιστολή υπάρχει και σε άλλα σημεία στο Διαδίκτυο, όχι όμως ολόκληρη ούτε ακριβώς μεταγραμμένη. Εγώ την πήρα από τη συλλογή τεκμηρίων «Τα σπετσιωτικά», τόμ. 1ος, σελ. 192. Η Καπ. Δημητράκαινα Μπούμπουλη είναι βεβαίως η Μπουμπουλίνα. Ο πρίγκιψ Αλέξανδρος, που αναφέρεται στην αρχή, είναι ο Αλέξ. Κατακουζηνός, που έπαιξε ρόλο στη συνθηκολόγηση της Μονεμβασιάς.

Τοις ευγενεστάτοις Καπ. Γεωργάκη Ν. Λάμπρου και λοιποίς, και τη Καπ. Δημητράκαινα Μπούμπουλη.

«Την 9 τρέχοντος σημειουμένην σας ευχαρίστως έλαβον και είδον την εκστρατείαν του Πρίγκιπος Αλεξάνδρου και την έκδοσιν των διαταγών του βρωμοΜαχμούτη καθώς και το πιάσιμόν τους και σας έμεινα ευχάριστος.

Σας λέγω με ευχαρίστησίν μου άκραν τον ακόλουθον χθεσινόν και σημερινόν πόλεμον των στρατευμάτων μας μετά των τυράννων. Χθες, εις τας 3 η ώρα της ημέρας (*) εξεστράτευσαν 4.100 τύραννοι και επήγαν κατά των εις Βαλτέτσι στρατευμάτων μας, μοιρασμένοι εις 4 κολλώνας, εξ ων ήτον αι 2 χιλιάδες της καβαλλαρίας· μου εδόθη η είδησις και αμέσως επήρα 1.300 στρατιώτας και επήγα εις βοήθειάν τους.

Οι εν Βαλτέτσι εσφαλίσθησαν εις τα ταμπούρια τους και άνοιξαν το τουφέκι· έφθασα και εγώ με τους ανωτέρω, τους οποίους και ετοποθέτησα καλώς, η ώρα εις τας 6 της ημέρας, και τόσον οι έγκλειστοι στρατιώται, καθώς και οι έξωθεν εστάθησαν με τόσην γενναιότητα και ανδρείαν, ώστε αδυνατώ να σας γράψω, ούτε εντρέπομαι να τους ονομάσω Έλληνας τω όντι, ούτε ήλπιζα ποτέ μίαν τοιαύτην γενναιότητα.

Η αυτή μάχη εστάθη πεισματική από το μέρος των εδικών μας στρατιωτών, και απηλπισμένη από τους τυράννους και εβάστηξεν έως σήμερον, η ώρα εις τας 4 της ημέρας. Έφθασαν όμως και από Βέρβαινα σήμερον εις βοήθειάν μας 250 στρατιώται, ώστε πανταχόθεν τους κατεσφαλίσαμεν, και βλέποντες την απελπισίαν και χαμόν τους, έκαμαν γιουρούσι κατά τον δρόμον Τριπόλεως, και τους εβάλαμεν εμπρός συν Θεώ και τη δυνάμει του τιμίου Σταυρού ως πρόβατα κυνηγώντας τους και σκοτώνοντας μέχρι Τριπόλεως.

Ευρήκαμεν λέσια (*) έως 100, εκτός των όσων αυτοί επρόφθασαν και εσήκωσαν διά νυκτός, και των λαβωμένων, των οποίων το αίμα έτρεχεν εις τον δρόμον ως ποταμός· επήραμε 4 πρεζονιέρηδες (*), το μπαϊράκι του Βρωμοκεχαγιά, οπού απέρασεν απ’ Άργος, εκτός των άλλων μπαϊρακιών, οπού συμποσούνται υπέρ τα 25· τα τσαντίρια του με το να είχε σκοπόν να κατέβη έως το Σινάνον (*) και να στήση τον βρωμισμένον θρόνον του δια να υπάγη ο κόσμος να προσκυνήση· ένα τόπι (*) εις είδος πυργέλας οπού είχε μαζί του, τον τσεπχανέ (*) του, λάφυρα οι στρατιώται μας ανάγραπτα(*) και άλογα πάμπολλα.

Εις την σημερινήν μάχην και εν ταυτώ νίκην χρεωστεί η Πατρίς εορτήν και όλοι μας, ωσάν οπού ήτον ή να σώση τους εγκατοίκους Γραικούς Πελοποννησίους, ή να τους αφανίση και να τους αφήση αιωνίως κατησχυμένους. Δοξάσατε τον Θεόν άπαντες όπου δυνάμει του τιμίου Σταυρού ανέδειξε το δυστυχές Γένος μας νικητικόν. Τώρα δοξάζω αναμφιβόλως, ότι η Πελοπόννησος εντός ολίγου ελευθερούται από τους τυράννους, και κατά τούτο πληροφορώ κάθε φιλογενή και φιλοπάτριδα. Ήλθον έως Χρυσοβίτσι και Πιάναν με τους στρατιώτας μου να αναπαυθώσιν οπωσούν, να διορθώσωσι τα άρματά τους, να οικονομήσωμεν τσεπχανέ· και επειδή ηκούσθην μετά των αδελφών Καλαβρυτινών, οι οποίοι και ήλθον απόψε εδώ εις Πιάναν με 1500 στρατιώτας διά να συνομιλήσωμεν, το σχέδιον είναι μετά μίαν ή δύω ημέρας να γίνη ο πλόκος (*) Τριπόλεως, και πέπεισμαι μετ’ ολίγας ημέρας να γίνη και η κυρίευσίς της, με το να έχουν μεγίστην την χρείαν φαγητού και ποτού.

Και εις όλα αυτά είναι έλεος θείον, επειδή από τους στρατιώτας μας εσκοτώθη ένας, ελαβώθησαν δε και άλλοι τρεις, και ελπίζω να ήναι αβλαβείς· από τους εις Βαλτέτσι μόνο δύω.

Η σημερινή χαρά μου και ευχαρίστησις της ψυχής μου είναι ανάγραπτος, και δεν ηξεύρω με ποίους λόγους και λέξεις να σας παραστήσω τον αυτόν ηρωικόν πόλεμον, και άλλο δεν λέγω ειμή ότι βέβαια χειρ Θεού υπάρχει.

Έχομεν μεγίστην την χρείαν μολυβίου, και σας θερμοπαρακαλώ, διά την αγάπην της Πατρίδος και της αδελφότητός μας, να κάμετε τα αδύνατα δυνατά και να μας προφθάσετε προς το παρόν δύω χιλιάδας οκάδ. μολύβι, το οποίον ζητώ παρακλητικώς και χρεωστικώς, διά να ενδυναμώσω τον ενθουσιασμόν των στρατιωτών μας, και πεπεισμένοι εις την φιλογένειάν σας, δεν σας βαρύνω. Έρρωσθε εις τα προς βοήθειαν και ωφέλειαν του Γένους.

Τη 13 Μαΐου, Στρατόπεδον Πιάνας τω α’ έτει της ελευθερίας

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

Γλωσσάρι

  • 3 η ώρα της ημέρας, δηλ. 3 ώρες μετά την ανατολή, άρα κάπου στις 8.30 π.μ. αν δεχτούμε ότι ο ήλιος θα ανέτελλε γύρω στις 5.30 (δεν είχαν θερινή ώρα). Και πιο κάτω, 6 της ημέρας είναι γύρω στις 11.30 π.μ.
  • λέσια: τα πτώματα. Σημερα χρησιμοποιούμε τη λέξη για ψοφίμι και κατ’ επέκταση για κάτι που βρομάει πολύ (σαν το λέσι).
  • πρεζονιέρηδες: οι αιχμάλωτοι (από ιταλ. prigionero ή κάποιο ανάλογο ενετικό).
  • Σινάνο: Η Μεγαλόπολη
  • τόπι: Το κανόνι. Η πυργέλα (αλλού τη βρίσκω πριγέλα) ήταν είδος κανονιού, αλλά δεν ξέρω τι ακριβώς, κι αν είναι παρετυμολογική η συσχέτιση με τον πύργο.
  • τσεπχανές ή τζεπχανές: τα πολεμοφόδια.
  • ανάγραπτα: μάλλον σημαίνει «απερίγραπτα» (Η λ. δεν υπάρχει στο ΙΛΝΕ)
  • πλόκος: ο αποκλεισμός, από ιτ. blocco. Η λ. χρησιμοποιείται και για ναυτικό αποκλεισμό αλλά και για στεριανές πολιορκίες, όπως εδώ.

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Επιστολές, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , , , | 74 Σχόλια »

Ο επιτάφιος του καμπούρη (πασχαλινό διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 2 Μαΐου, 2021

Πολλές φορές έχουμε βάλει διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου στο ιστολόγιο. Το αμέσως προηγούμενο ήταν χριστουγεννιάτικο, οπότε -εύλογα, θα έλεγε κανείς, το σημερινό είναι πασχαλινό. Αξίζει να το διαβάσουμε όσο περιμένουμε τον οβελία.

Όπως συνήθως, ο Δημήτρης συνοδεύει το διήγημα (που το πολυτονίζει, τι να τον κάνω; να τον μαλώσω; φίλος είναι) με λεξιλογικά και πραγματολογικά σχόλια. Εδώ ενδιαφέρον έχει η ετυμολογία του ρ. μεσαρεύω και έμμεσα του τοπωνυμίου Μεσαρά. Περισσότερα δεν λέω, ο λόγος στον συγγραφέα:

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ

Ὁ ἀέρας μοσχομύριζε λουλούδια, μελισσοκέρι καὶ λιβάνι. Λουλούδια ἀπὸ τὸν ἀνθοστόλιστο Ἐπιτάφιο κι ἀπὸ τὶς γλάστρες στὶς αὐλὲς καὶ στὰ πεζούλια τῶν σπιτιῶν. Μελισσοκέρι ἀπὸ τὰ διπλέρια, τὰ διπλᾶ, στριφτὰ κεριὰ ποὺ εἶχαν πλάσει μὲ κερὶ ἀπὸ τὰ ψέλια, τὶς πήλινες κυλινδρικὲς κυψέλες, οἱ γυναῖκες τοῦ χωριοῦ. Καὶ λιβάνι ἀπὸ τὶς νοικοκυρές, ποὺ ἔστεκαν στολισμένες μπρός  στὰ ὁλόφωτα σπίτια τους καὶ θυμιάτιζαν μὲ τὰ λιβανιστήρια ἢ ἔραιναν μὲ μῦρο τὴν πομπή.

Τὸ ἀνθρώπινο ποτάμι προχωροῦσε ἀργά στὰ στενά, στριφογυριστὰ δρομάκια τοῦ χωριοῦ. Κι ἔμοιαζε, γιὰ ὅσους τό ᾿βλεπαν ἀπὸ τὴν ἀπέναντι πλαγιά, σὰν ἕνα φίδι φωτεινὸ μὲ λέπια ποὺ λαμπύριζαν, ἔτσι ὅπως τρεμόπαιζαν τὰ κεριὰ στὴν πνοὴ τῆς νυχτερινῆς αὔρας.

Ὁ Γιάννης ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπὸ τὸν παπᾶ, μαζὶ μὲ τοὺς ψαλτᾶδες καὶ τὴ χορωδία τῶν κοριτσιῶν. Εἶχε καλὴ φωνὴ καὶ ἦταν καλοδεχούμενος. Τοὺς ἔλειπαν οἱ ἀντρικὲς φωνές, μιᾶς καὶ  οἱ πιὸ πολλοὶ νέοι ἤθελαν νὰ σηκώσουν τὸν Ἐπιτάφιο.  Ὄχι τόσο ἀπὸ θρησκευτικὴν εὐλάβεια, ὅσο γιὰ τὶς μπουνιές. Γιατὶ ἔτσι συνηθιζόταν. Νὰ δίνουν μπουνιὲς στὴν πλάτη αὐτῶν ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ κάτω του. Τὰ παιδιά, τὶς γυναῖκες καὶ τοὺς πιὸ μεγάλους ἴσα ποὺ τοὺς ἀκουμποῦσαν. Μεταξύ τους, ὅμως, οἱ νέοι τὶς ἔδιναν δυνατές, ἰδιαίτερα ὅταν εἶχαν ἀντιζηλίες.

Γιὰ νὰ τὸν σηκώσει ὁ Γιάννης οὔτε λόγος, ἔτσι καχεκτικὸς ποὺ ἦταν. Τὴν προηγούμενη χρονιὰ ζήτησε νὰ σηκώσει κι αὐτὸς λιγάκι, ἀλλὰ ὁ Γιώργης ὁ ψηλὸς τὸν ἀποπῆρε:

«Τί λές, ρὲ σύ; Θὲς νὰ μπατάρει ὁ Ἐπιτάφιος;»

Ἄσε ποὺ φέτος ὁ Γιώργης εἶχε τὸ γενικὸ πρόσταγμα. Εἶχε πάει στρατιώτης πρὶν ἀπὸ κάτι μῆνες καὶ τὰ κατάφερε νὰ γίνει λοκατζῆς. Καὶ ὑπῆρχε ἄγραφος νόμος νὰ σηκώνουν πρῶτοι ὅσοι ὑπηρετοῦν. Ἔνστολοι. Πρίν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία μαζεύτηκαν ὅλοι οἱ νέοι στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησιᾶς κι ὁ Γιώργης ἔδειχνε στὸ στῆθος του τὰ διακριτικὰ τῶν ἐκπαιδεύσεων ποὺ εἶχε περάσει, περιγράφοντας τὶς ἀντίστοιχες ταλαιπωρίες. Μετὰ κανόνισε μὲ ποιὰ σειρὰ θὰ κρατήσουν τὸν Ἐπιτάφιο:

« Πρῶτα ὁ Στρατός, μετὰ οἱ μοδίστρες  καὶ οἱ κομμώτριες καὶ τελευταῖοι οἱ πολίτες!»

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Γιώργη κι ἄλλους δυὸ φαντάρους, στὴν παρέα ἦταν τρεῖς ναῦτες κι ἕνας σμηνίτης. Σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τέσσερις ἀναφερόταν ὅταν ἔλεγε γιὰ μοδίστρες καὶ κομμώτριες. Κανένας τους, ὅμως, δὲν τοῦ ζήτησε τὸ λόγο, ἄλλοι ἀπὸ φόβο κι ἄλλοι ἐπειδὴ σεβάστηκαν τὸν χῶρο καὶ τὴν περίσταση.

Ὁ Γιάννης δὲν τόλμησε νὰ μπεῖ – οὔτε κἂν τελευταῖος – στὴ σειρὰ μὲ τοὺς πολίτες. Μονάχα, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Γιώργης κοκορευόταν γιὰ τὰ λοκατζήδικα κατορθώματά του, εἶπε χαμηλόφωνα στὸ διπλανό του:

«Σὰν τὰ βατράχια, ὅμως, δὲν εἶναι».

Ὁ Γιώργης ἔκανε πὼς δὲν τ᾿ ἄκουσε. Ἦταν ἡ μοναδικὴ δοκιμασία ποὺ δὲν κατάφερε νὰ τὰ βγάλει πέρα κι αὐτὸ πλήγωνε τὸν ἐγωισμό του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Πασχαλινά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »

Το σπρεσόμπρικο (διήγημα του Αλεξαντρή Παπαδοδιαμαντάκη)

Posted by sarant στο 30 Απριλίου, 2021

Το φετινό Πάσχα το ιστολόγιο δεν τήρησε τις παραδόσεις -δεν βάλαμε κανένα λεξιλογικό/φρασεολογικό άρθρο σχετικό με την περίσταση. Όμως θα σας αποζημιώσω με ένα σπάνιο διήγημα, που το ανακάλυψε πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Πέπε σε ένα παλιό σεντούκι, στο σπίτι που νοίκιαζε στην Κρήτη.

Επειδή είναι γραμμένο μεν σε καθαρεύουσα αλλά και περιέχει στους διαλόγους πολλές ιδιωματικές λέξεις, στο τέλος υπάρχει γλωσσάρι, πάλι με φροντίδα του Πέπε, ο οποίος επίσης συμπλήρωσε ορισμένα σημεία όπου το χειρόγραφο ήταν φθαρμένο από την πολυκαιρία και την υγρασία.

Για τον συγγραφέα ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Εικάζεται ότι πρόκειται για ψευδώνυμο φανατικού λάτρη του Παπαδιαμάντη, φυσικά Κρητικού. Ίσως με τα σχόλιά σας βοηθήσετε να μάθουμε περισσότερα.

Ἀλεξαντρὴς Παπαδοδιαμαντάκης

ΤΟ ΣΠΡΕΣΟΜΠΡΙΚΟ

—Ὀφέτος, γρά, παράδες τὸ χάρισμα, μὰ καλά ντως εἶναι. Κι ὅσο γιὰ τσὶ καφέδες, νὰ πίνομε θέλει φραπέδες ἀποὺ τσί ‘χαμε και στὸ χωριό μας.

—Ἐδὰ* στὰ γεροντάματα, μάθε γέρο γράμματα, ἔσειε θυμοσόφως τὴν κεφαλὴν ἡ θειὰ τὸ Ἀριανθώ.

Ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἐνιαυτοῦ, ἀφοῦ δῆλα δὴ εἶχεν ἐνσκήψει ἡ διαβόητος πανδημία τοῦ ἔτους 202…, ἡ μαστίζουσα ὄχι μόνον τὴν Χώραν καὶ τὴν νῆσον ἅπασαν ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐπάνω Ἑλλάδα καὶ —καθὼς ἔλεγαν— σύμπασαν ἐν γένει τὴν ὑφήλιον, καὶ ἐκλείσθησαν ὅλοι προληπτικῶς εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ ἠρημώθησαν οἱ στράτες, καὶ ἀγριόχοιροι καὶ ἔλαφοι καὶ δελφῖνες καὶ παντοῖα ἄλλα θηρία ἐσεργάνιζαν ἀνενόχλητα εἰς τῆς πόλεως τὸ κέντρον, καὶ ἐκατέβασαν οἱ καταστηματάρχαι τὰ κεπέγκια, καὶ μόναι αἱ ἐκκλησίαι παρέμενον ἀσφαλεῖς καὶ ἀπυρόβλητοι, ἀλλὰ καὶ πιὸ στερνά, ἀνειμένων ἤδη ὁπωσοῦν τῶν μέτρων, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ τέηκ ἀγοαίη καὶ τοῦ κλὶκ ἰνσάιδ, οὐδεμίαν εἶχεν ἐπιχειρήσει ἐμπορικὴν συναλλαγὴν ὁ μπάρμπα Νικολῆς, εἰ μὴ μόνον ἅπαξ τὴν ἀγορὰν καινούργιου λουρακίου διὰ τὸ ῥωλόγι του τῆς χειρός, ἀπορρακωθέντος ἤδη πρὸ καιροῦ τοῦ παλαιοῦ καὶ εἰς κλωστὰς καταστάντος. Τὸ ποσὸν ἦτο εὐκαταφρόνητον, δέκα εὐρουλάκια ἐν ὅλῳ ἢ δεκαπέντε, ὅσα καὶ τὰ τετραγωνικὰ τοῦ συνοικιακοῦ καταστήματος ὅπου τὸ ἐψώνισεν· καὶ πάλιν ὁ ἔμπορος ἀρχικῶς ἠξίου νὰ τοῦ δείξῃ ὁ γέρων μουστερὴς τὸν ἐσεμέν, ἤ, ἐλλείψει τοιούτου, νὰ τὸν ἀποστείλει παραχρῆμα· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ γέροντος, καὶ ἀφοῦ, περιστρέψας τὸ βλέμμα πρῶτον εἰς τὴν πλατεῖαν τὴν σφύζουσαν ἀπὸ μασκοφόρους, ὕστερον εἰς τὸ σκοτεινὸν καὶ φτωχικὸν καὶ ἔρημον ἐσωτερικὸν τοῦ μαγαζιοῦ του, ἐννόησεν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ μάταιον καὶ τὸ γελοῖον τοῦ πράγματος, ἔστερξεν ἐπὶ τέλους νὰ δεχθῇ τὸν ἀνεσέμεστον μουστερήν, ὑποτονθορίζων «ἡ γι-ἐμισή ντροπὴ δικιά σου κι ἡ γι-ἐμισὴ δικιά μου».

Ἀλλ’ εἶχε φθάσει ὁ καιρὸς νἀ μυηθῇ πλέον ἑκὼν ἄκων ὁ ἀφιλεσέμεστος μπάρμπα Νικολῆς εἰς τὰς καινοφανεῖς μεθόδους τῶν ἐσεμεστῶν ἀγορῶν. Ἐπλησίαζαν τὰ Λαμπρόσκολα, καὶ ἤδη ἀπό τινων ἑβδομάδων ἐμελέτα εἰς τὸν νοῦ του τίνι τρόπῳ θὰ κατώρθωνε νὰ πάρῃ τὰ ὀφειλόμενα πασκαλινὰ χαρίσματα εἰς τὰ δύο φιλιοτσάκια του. Ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, πιστὸς εἴς τι ἔθιμον τὸ ὁποῖον ἄδηλον ἦτο ἂν ὄντως ὑφίστατο παλαιόθεν ἢ τὸ ἐφαντάσθη ἀπατός του, συνώδευε καὶ τὶς δύο λαμπριάτικες λαμπάδες στερεοτύπως μὲ ζεῦγος ὑποδημάτων, φροντίζων ἄλλοτε ἐγκαίρως καὶ ἄλλοτε παρακαίρως νὰ πληροφορηθῇ παρὰ τῶν δύο συντέκνων εἰς ποῖον ἑκάστοτε νούμερον εἶχον αἰσίως ἀνέλθει τῶν βαπτιστηριῶν του τὰ ποδάρια. Μόνον τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχεν ἀρχίσει νὰ βάζῃ ὀλίγον νερὸ ‘ς τὸ κρασί του, ἀντικαθιστῶν τὰ ὑποδήματα ἄλλοτε μὲ ροῦχα, ἐνίοτε δὲ μὲ βιβλία, μηδέποτε τολμήσας νὰ ἀνοιχθῇ εἰς τολμηροτέρας ἐπιλογάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Κρήτη, Παπαδιαμάντης, Παρωδίες, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , | 193 Σχόλια »

Η Λευκάδα και το Εικοσιένα μέσα από τις λέξεις (μια συνεργασία του Βασίλη Φίλιππα)

Posted by sarant στο 23 Απριλίου, 2021

Μια από τις μεγαλύτερες συγκινήσεις που αισθανόμαστε όλοι εμείς που γράφουμε, βιβλία ή άρθρα εννοώ, είναι όταν βλέπουμε άλλους να προσέχουν τη δουλειά μας, που τόσο μόχθο της έχουμε αφιερώσει, και μάλιστα να αφιερώνουν κι αυτοί με τη σειρά τους τον χρόνο τους στο έργο μας και να παρουσιάζουν κάτι δικό τους.

Αυτήν ακριβώς τη συγκίνηση την αισθάνθηκα πριν από μερικές μέρες, όταν ο φίλος μας Βασίλης Φίλιππας από τη Λευκάδα, δεινός μελετητής του λευκαδίτικου ιδιώματος, που σχολιάζει περιστασιακά και στο ιστολόγιο, μου έστειλε ένα εκτενές κείμενό του με τίτλο «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων: αναζητώντας τις κοινές λέξεις του βιβλίου του Ν. Σαραντάκου με αυτές του λευκαδίτικου ιδιώματος».

Με άλλα λόγια, ο φίλος μας ερεύνησε ποια από τις 300 λήμματα του βιβλίου Ζορμπαλίκι των ραγιάδων υπάρχουν και στο λευκαδίτικο ιδίωμα, και μάλιστα ποιες σημασίες έχουν πάρει στη συνέχεια. Σε αυτό άντλησε υλικό από το πλουσιότατο λεξικό που συντάσσει εδώ και χρόνια -με αποτέλεσμα να προκύψει μια πολυσέλιδη και πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη που περιλαμβάνει τις λέξεις από το Ζορμπαλίκι που εμφανίζονται και στο λευκαδίτικο ιδίωμα.

Δεν μπορώ να παρουσιάσω το σύνολο της μελέτης του Βασίλη Φίλιππα αφού ξεπερνάει τις 12.000 λέξεις. Από τα 139 «κοινά» λήμματα, διάλεξα μερικά, με κριτήριο το ενδιαφέρον για έναν τρίτο ή την αναπάντεχη σημασιακή εξέλιξη -όπως, ας πούμε, τη λέξη «κόνσολας», δηλαδή πρόξενος, που έχει φτάσει σήμερα στη Λευκάδα να χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο του παλιόπαιδου! Να θυμίσω ότι στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει πολλές ακόμα συνεργασίες φίλων για ντοπιολαλιές και λέξεις από διάφορα μέρη. Κάποτε θα παρουσιάσω ένα άρθρο-ευρετήριο, με χάρτη.

Θα (ανα)δημοσιεύσω επίσης εκτενή αποσπάσματα από την εισαγωγή του Β. Φίλιππα, διότι περιέχουν άγνωστες σχετικά πληροφορίες για τη Λευκάδα κατά την τουρκοκρατία και την επανάσταση. Όμως δεν λέω περισσότερα προς το παρόν. Δίνω τον λόγο στον Β. Φίλιππα -δικά μου σχόλια, αν βάλω, θα είναι μέσα σε [αγκύλες].

(…)

Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, όπως ανέφερα και στην αρχή του κειμένου, μού έδωσε το έναυσμα για μια σύγκριση των λέξεων του λημματολογίου του με αυτές του ιδιώματος της Λευκάδας —που επί πολλά χρόνια ερευνώ— τόσο για την αναζήτηση των κοινών τους λέξεων όσο και για τον εντοπισμό των διαφορών που αυτές συχνά έχουν τόσο στη μορφή τους όσο και στην ερμηνεία τους.

Ένας από τους λόγους που με οδήγησαν σε αυτήν τη συγκριτική μελέτη είναι το ότι η Λευκάδα είναι η μόνη από τα Επτάνησα που βρέθηκε επί μεγάλο χρονικό διάστημα στα χέρια των Οθωμανών (συγκεκριμένα, από το 1479 έως το 1684. Στην Κεφαλονιά 1479-1500, τη Ζάκυνθο 1479-1485 και στα Κύθηρα από το 1715 έως και το 1718), αλλά και λόγω της γειτνίασής της με την ηπειρωτική χώρα και τις αρπακτικές βλέψεις των Οθωμανών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και του Αλή Πασά, με κορύφωση την προσπάθεια του τελευταίου να την καταλάβει το 1807. Οι εμπορικές, οικονομικές κ.ά. άλλες σχέσεις, τα διασυνοριακά θέματα, η καταφυγή στη Λευκάδα αρματολών που είχαν πέσει σε δυσμένεια, φυγάδων, καταζητούμενων κ.ο.κ. διαμόρφωσαν και την ανάλογη γραπτή επικοινωνία των αξιωματούχων των δύο πλευρών.

Το λευκαδίτικο λεξιλόγιο περιλαμβάνει πολύ μεγαλύτερο αριθμό λέξεων τουρκικής ρίζας απ’ ότι τα υπόλοιπα Επτάνησα, στα οποία το ποσοστό των τουρκικών λέξεων είναι αμελητέο. Παρά τους δύο ολόκληρους αιώνες, όμως, που έμειναν στο νησί οι Οθωμανοί, οι τουρκικές λέξεις αυτούσιες, παρεφθαρμένες ή ως μέρος σύνθετων λέξεων, είναι κατά πολύ λιγότερες του αναμενόμενου, γύρω στο 5% του κατεγραμμένου γλωσσικού υλικού. Η οθωμανική περίοδος άφησε και λιγοστά τοπωνύμια, που αποτελούν δήλωση ιδιοκτησίας: «Πασά», «Mπέη», «Kουζούντελη». Οι αναγκαίοι περιορισμοί στην έκταση του παρόντος κειμένου καθιστούν αδύνατη περαιτέρω ανάλυση του φαινομένου, αλλά ας σημειωθεί ότι οι τουρκικές λέξεις παρέμειναν σε χρήση μετά το τέλος της τουρκοκρατίας λόγω και των έποικων από την απέναντι Στερεά και Ήπειρο, των αδιάκοπων εμπορικών συναλλαγών με τον απέναντι οθωμανοκρατούμενο χώρο αλλά και του ότι χιλιάδες φτωχοί Λευκαδίτες χωρικοί έφευγαν κάθε χρόνο από το νησί για να δουλέψουν στα εκεί χωράφια. Επίσης, και εξαιτίας του ότι κλειστοί κόσμοι, όπως αυτοί των χωριών, αποβάλλουν με μεγαλύτερη καθυστέρηση γλωσσικά στοιχεία. Το τελευταίο δικαιολογεί και τη διατήρηση περισσοτέρων τουρκικών λέξεων στα χωριά σε σχέση με την πόλη.

Οι ιδιωματικές λέξεις της Λευκάδας έχουν, βέβαια, στη συντριπτική τους πλειοψηφία ελληνική (αρχαία, μεταγενέστερη ή μεσαιωνική) και ιταλική (κυρίως βενετική) ρίζα και συναντώνται συχνά σε όλον τον ιόνιο νησιωτικό χώρο.

Η σύγκριση των λημμάτων του βιβλίου του Ν. Σαραντάκου έγινε με αυτά του ανέκδοτου μέχρι στιγμής λεξικού του λευκαδίτικου ιδιώματος, το οποίο αποτελεί προϊόν της τριακονταετούς μου συστηματικής συλλογής γλωσσικού υλικού, τόσο του προφορικού λόγου —της καθημερινής ζωής και των ιδιαίτερων επαγγελματικών ιδιωμάτων— βάσει ερωτηματολογίων, όσο και του γραπτού με την αποδελτίωση του συνόλου της λευκαδίτικης εργογραφίας από το 1845 έως τις ημέρες μας (αποδελτιώθηκαν γύρω στα 1.300 βιβλία, λεξικά, γλωσσάρια, μελέτες, άρθρα περιοδικών και εφημερίδων, λογοτεχνικά έργα, διδακτορικά, μεταπτυχιακά, φοιτητικές εργασίες, χειρόγραφες συλλογές κατατεθειμένες σε βιβλιοθήκες, σε αρχεία πανεπιστημίων, στην Ακαδημία Αθηνών κ.α.). Αποδελτίωσα επίσης πάμπολλα συμβόλαια, προικοσύμφωνα κ.λπ. της περιόδου της βενετοκρατίας (1684-1797) που βρίσκονται στο Αρχείο (ΓΑΚ νομού Λευκάδας), ενώ πλούσιους καρπούς απέδωσε και η σύγκριση του τοπικού ιδιώματος με αυτά των υπόλοιπων Ιόνιων Νησιών, της Ακαρνανίας και της Ηπείρου, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό τον σκοπό 33 λεξικά των κατά τόπους ιδιωμάτων. Το ανέκδοτο Ιδιωματικό Λεξικό της Λευκάδας εκτείνεται σε 3.402 σελίδες (χωρίς τα προλογικά και χωρίς τα όσα αφορούν τις γλωσσικές ιδιαιτερότητές του (τα τελευταία θα εκδοθούν σε ξεχωριστό τόμο) και οι λέξεις που περιλαμβάνει ανέρχονται σε 28.132, με 26.936 λήμματα. Από αυτές, 11.386 εντοπίστηκαν μετά από την έρευνά μου, 3.291 από τις οποίες δεν παρουσιάζονται πουθενά αλλού καταγραμμένες. Σε πολλές χιλιάδες ανέρχονται, επίσης, οι αποδελτιωμένες λέξεις στις οποίες δόθηκε ερμηνεία μετά από έρευνα (τόσο βιβλιογραφική όσο και με τη βοήθεια ηλικιωμένων), καθώς και αυτές που είτε συμπληρώθηκαν με σημασίες άγνωστες στην ως τώρα βιβλιογραφία, είτε εμπλουτίστηκαν με φράσεις, παροιμίες, αινίγματα, κατάρες, απαγορεύσεις, ξόρκια, γλωσσοδέτες κ.λπ., και αποσπάσματα από συμβόλαια, κώδικες λαϊκής ιατρικής κ.ο.κ. Στο Λεξικό δεν συμπεριλήφθηκαν οι χιλιάδες κοινές ελληνικές λέξεις που καταγράφονται στα παλαιότερα λευκαδίτικα γλωσσάρια ως τοπικές.

Στο Λεξικό κατέγραψα τις πηγές κάθε λήμματος, δίνοντας έτσι δυνατότητα στους ερευνητές και τους φιλίστορες να το χρησιμοποιήσουν ως βιβλιογραφικό οδηγό. Σε αυτό κατέγραψα επίσης την ιστορική (πρώτη χρονική) αναφορά σε κάθε λέξη, όπου αυτό στάθηκε δυνατό. Επιχείρησα με χρήση επιστημονικής βιβλιογραφίας και εξειδικευμένων λεξικών την ετυμολόγηση των λημμάτων. Σημείωσα, τέλος, όπου στάθηκε δυνατό, την επιστημονική ονομασία σε φυτά, ζώα, πτηνά, ψάρια και οστρακοειδή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 106 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 8: Ο Μαυροκορδάτος γράφει στον Ομέρ Βρυώνη

Posted by sarant στο 20 Απριλίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το όγδοο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Θα δούμε σήμερα ένα κείμενο γραμμένο από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, μια επιστολή προς τον Ομέρ Βρυώνη. Σε αυτήν, ο Μαυροκορδάτος συνεχίζει έναν διάλογο που φαίνεται να τον άρχισε ο Αλβανός στρατηγός (μέσω του Καραϊσκάκη), για ενδεχόμενη συμμαχία ανάμεσα σε επαναστατημένους Έλληνες και σε μουσουλμάνους Αλβανούς.

Ο Μαυροκορδάτος ξεκινάει επαινώντας τον Ομέρ Βρυώνη -που τον συγκρίνει ευνοϊκά με τον Αλήπασα- και στη συνέχεια δηλώνει ότι οι Έλληνες δεν έχουν πόλεμο με τους Αρβανίτες (εννοεί Αλβανούς) ούτε έχει κάποια σημασία η διαφορά της θρησκείας. Προτείνει λοιπόν να συναντηθούν για να συνάψουν συνθήκη αμοιβαίας βοήθειας απέναντι στον κοινό εχθρό, τους Οθωμανούς.

Στο πρώτο άρθρο της σειράς αυτής είχαμε δει ένα κείμενο που αναφερόταν στη (θνησιγενή τελικά) ελληνοαλβανική συμμαχία, που διάρκεσε για λίγους μήνες το 1821. Η διαφορά με τούτο εδώ το κείμενο είναι ότι τούτο εδώ γράφεται αρκετά αργότερα, το 1823, από έναν ανώτατο πολιτικό παράγοντα και απευθύνεται επίσης προς έναν πολύ σημαντικό παράγοντα της άλλης πλευράς.

Το κείμενο το πήρα από το Ιστορικό Αρχείο Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, τόμ. 3 που έχει τα έγγραφα του 1823. Είναι αχρονολόγητο και είναι το σχέδιο της επιστολής, γραμμένο από το χέρι του Μαυροκορδάτου. Δεν ξέρουμε (ή μάλλον δεν ξέρω) αν η επιστολή όντως στάλθηκε ή όχι -πάντως η συμμαχία δεν προχώρησε. Άλλωστε μετά το 1823 ο Ομέρ Βρυώνης παύει να έχει άμεση ανάμιξη στα ελληνικά πράγματα -θυμίζω ότι του έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο.

Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου. Στο τέλος του κειμένου βάζω κάποια λεξιλογικά. Βλέπουμε και πάλι ότι ο Μαυροκορδάτος γράφει σε «επιφανειακή καθαρεύουσα», σαφώς απλούστερη από τη γλωσσική ποικιλία που επικράτησε στο νεοελληνικό κράτος, και ότι δεν αποφεύγει ξένες λέξεις.

Υψηλότατε,

Ο στρατηγός Καραϊσκάκης μ’ επληροφόρησεν όσα η υψηλότης σας τον εκάμετε χαμπέρι, και δεν στοχάζομαι άλλο, παρά πώς τω όντι δεν εγελάσθηκα όσες φορές έβαλα με τον νουν μου και είπα εις πολλούς ότι, αν από την αρχήν ο Ομέρ πασάς ήτον εις τον τόπον του Αλή πασά, τα πράγματα ήθελαν τρέξει διαφορετικά, και όχι μόνον το όνομά του ήθελε μείνει αθάνατον, αλλά και η Αρβανιτιά ήθελεν έχει και την δόξαν οπού της πρέπει, και την ελευθερίαν, και την ευτυχίαν της. Αν ο Αλή πασάς ήθελε να δεθή με τους Έλληνας όχι με τα ψεύματα και με ταξίματα, τα οποία ημπορούσεν ύστερον και να μη βαστάξη, αλλά με τα σωστά και με την αλήθειαν, χωρίζοντας τα σύνορά μας και τα σύνορά του, και δίδοντας κάθε σιγουριτά εις ημάς, καθώς και ημείς εις αυτόν, και αυτός ήθελε δοξασθή, και οι εδικοί μας τόποι δεν ήθελαν χαλασθούν, και οι εδικοί του ήθελαν βασταχθή ελεύθε­ροι και αχάλαστοι. Ωστόσο αυτό έτζι ήτον προωρισμένον από τον Θεόν να γένη, και εκείνο που δεν έκαμεν ο Αλή πασάς, μ’ όλον που εφαίνετο τόσον μεγάλος άνθρωπος, έμελλε να γενή εις τες ήμερες και εις το όνομα της υψηλότητός σας.

Ημείς, υψηλότατε, δεν έχομεν πόλεμον με τους Αρβανίτας, και αν δεν ήρχοντο να μας φορτωθούν, ποτέ δεν ηθέλαμε τους φορτωθή· δεν μας πειράζει τελείως αν ο ένας πιστεύη τον Μωάμεθ και ο άλλος τον Χριστόν· αυτό ας το εξετάση ο Θεός, εις τον οποίον όλοι μας θε να δώσωμεν την ψυχήν. Εις αυτόν τον κόσμον θέλομεν να είμεθα ελεύθεροι και να ζούμε από κάτω από τους νόμους μας, καθώς και όλα τα άλλα ελεύθερα έθνη ζουν από κάτω από τους εδικούς των, και όχι να είμεθα σκλάβοι, επειδή ούτε οι πρόγονοί μας ήτον σκλάβοι κανενός. Όταν έχωμεν αυτά, με όλους όσοι θέλουν την φιλίαν μας, είμεθα φίλοι, και φίλοι πιστοί και αχώριστοι, διότι κανενός κακόν δεν θέλομεν και μάλιστα, όταν ημπορούμεν, έχομεν ευχαρίστησιν να βοηθούμεν όσους κατατρέχονται άδικα.

Η υψηλότης σας προβάλλετε, αν σας κατατρέξη το δεβλέτι σας, να ευρήτε βοήθειαν από ημάς και, αν πάλιν ημπορέσετε να συμβιβαστητε, να χωρίσωμεν τα σύνορά μας, μέσα εις τα οποία να μην εμβήτε πλέον διά να μας πειράξετε. Όταν είστε κατατρεγμένος (καθώς εγώ δεν αμφιβάλλω και, αν αμφιβάλλετε η υψηλότης σας, με φαίνεται ότι απατάσθε), η εδική μας η βοήθεια είναι σίγουρη, επειδή και διά ξηράς με αρκετά στρατεύματα ημπορούμε να σας προφθάσωμε, και διά θαλάσσης τα καράβιά μας εις ολίγες ημέρες είναι εις την θάλασσαν της Πρέβεζας και Αρβανιτιάς, ώστε το όφελος διά την υψηλότητά σας είναι φανερόν· εκ του εναντίου, αν συμβιβασθητε (εις τον οποίον συμβιβασμόν δεν εννοώ ποίον θεμέλιον ημπορείτε να βάλετε), πρέπει και ημείς να έχωμε τα σύνορα εκείνα οπού καταλαμβάνομεν ότι μας ωφελούν· επειδή διαφορετικά αι συμφωνίαι μας θε να είναι προς όφελος του ενός μέρους μόνον, δηλαδή τής υψηλότητός σας, και όχι και των δύο μερών· και ποτέ αι συμφωνίαι δεν είναι στερεαί, όταν δεν είναι ωφέλιμοι και διά τα δύο μέρη.

Αν η υψηλότης σας λοιπόν καταλαμβάνετε οπού ημπορούν να γενούν μεταξύ μας τέτοιαι συμφωνίαι, οπού να μη γίνεται αδικία εις κανένα από τα δύο μέρη, και τες οποίες ημπορούμε να βεβαιώσωμε και με σιτάρτια και με ρεχέμια, τότε, ει μεν θέλετε και ημπορείτε, κάμνετε τον κόπον και ορίζετε έως εις τα σύνορα της Άρτας, έρχομαι και εγώ εις την Λαγκάδαν και ανταμωνόμεθα και κουβεντιάζομε· αν πάλιν δεν το ευρίσκετε έτζι εύλογον, στέλνετε δύο ανθρώπους, τους πλέον πιστούς σας, όποιους θέλετε, στέλνω και εγώ άλλους δύο, με όλην την πληρεξουσιότητα οπού χρειάζονται να έχουν και ανταμώνονται.

Στοχάζομαι ότι από το γράμμα μου γνωρίζετε πώς σας γράφω με όλην την αληθοσύνην και ειλικρίνειαν. Την ίδιαν αληθοσύνην ελπίζω να ευρώ και από το μέρος σας, και επειδή έφθασε να κινήσουν τα στρατεύματά μας εναντίον της Άρτας, διά τούτο στέλνω το παρόν μου με ατζελέν, και πάλιν με ατζελέν πρέπει να φθάση η απόκρισίς σας, διά  να έλθη με τον καιρόν.

Λέξεις του κειμένου

* δεβλέτι: Ή δοβλέτι, το κράτος. Στα κείμενα της εποχής ο όρος αναφέρεται πάντοτε στο οθωμανικό κράτος, στην κεντρική σουλτανική εξουσία. Από τουρκ. devlet. Η λέξη έχει επιβιώσει ως δοβλέτι, με ειρωνική συχνά χροιά.

* σιτάρτια: Εδώ πρέπει να υπάρχει λάθος στη μεταγραφή. Κατά πάσα πιθανότητα ο Μαυροκορδάτος γράφει «σιάρτια», όπου σιάρτι ή σάρτι είναι η συνθήκη (από τουρκ. sart).

* ρεχέμια: Οι όμηροι. Εννοείται εδώ η ανταλλαγή ομήρων που ήταν ένας συνηθισμένος τρόπος για να διασφαλίζεται η τήρηση των συνθηκών. Από το τουρκ. rehin, επίσης ρεέμι ή ρεχένι.

* ορίζετε: εννοεί έρχεστε

* με ατζελέν: γρήγορα, με βιασύνη. Από το τουρκ. acele.

 

 

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Επιστολές, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , | 105 Σχόλια »

Βάζουν ακόμα μαναφούκια;

Posted by sarant στο 8 Απριλίου, 2021

Στο προχτεσινό μας άρθρο είχαμε δει δυο γράμματα κλεφταρματολών προς τις αρχές της Λευκάδας. Σε ένα από αυτά, ο Γιάννης Παραβόλας γράφει: «σας περικαλώ να μην ακούετε τα μονοφίκικα ψέματα». Ο Σπ. Ασδραχάς που εξέδωσε την επιστολή διορθώνει σε «μονοφιλίκικα», λέξη που την εξηγεί ότι σημαίνει «μεροληπτικά».

Είχα γράψει ότι κατά τη γνώμη μου η διόρθωση είναι λάθος. Λέξη «μονοφιλίκικα» δεν νομίζω να υπάρχει. Όμως τύπος «μονοφίκικα» μπορεί να υπάρχει. Θα πρόκειται για παράλληλο τύπο του «μαναφούκικα» δηλ. συκοφαντικά. Μαναφούκι (από τουρκ. münafik) είναι η συκοφαντία, η διαβολή. Συνήθως στον πληθυντικό, «βάζω μαναφούκια» θα πει συκοφαντώ, διαβάλλω κάποιον.

Αυτά είχα γράψει προχτές. Μια φίλη του ιστολογίου μού έστειλε χτες μέιλ όπου μου λέει ότι τη λέξη μαναφούκια την έλεγε η γιαγιά της και μου ζητάει περισσότερες λεπτομέρειες διότι, όπως λέει, στο slang.gr δίνεται όχι τουρκική αλλά λατινική ετυμολογία. Της έγραψα μερικά πράγματα αλλά ύστερα σκέφτηκα, στο πνεύμα εξοικονόμησης πόρων που πρέπει να μας διακρίνει αυτή τη δύσκολη για την οικονομία μας περίοδο, να αναβαθμίσω την απάντηση προς τη φίλη μας σε άρθρο (ή έστω σε αρθράκι) ελπίζοντας οτι δεν θα το βρείτε (πολύ) βαρετό.

Λοιπόν, μαναφούκια είναι οι ραδιουργίες, οι συκοφαντίες, οι διαβολές. Η λέξη αυτή, που κανένα γενικό λεξικό δεν την έχει καταγράψει, συνηθως εμφανίζεται στον πληθυντικό και πολύ συχνά συντάσσεται με το ρήμα «βάζω». Βάζω μαναφούκια σημαίνει «διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον». Τη λέξη την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται» αλλά εδώ θα πω περισσότερα.

Το slang.gr καταγράφει τη λέξη αλλά την ετυμολογεί ευφάνταστα: από το λατινικό focus και manus, δηλαδή τη φωτιά που ανάβει με τα χέρια, με προσάναμμα, κατά λάθος εξεπίτηδες, από κάποιο καλόπαιδο, στο μυαλό του οποίου το αποτέλεσμα της ενέργειας επιφέρει ρίγη συγκινήσεων, είτε λόγω του αναμενόμενου οφέλους, είτε απλώς για πλάκα.

Ωραίο σαν ιστορία αλλά δεν ισχύει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 93 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 7: Βλάχος είμαι και ‘ληνικά δεν ηξέρω – Επιστολές κλεφτών το 1799

Posted by sarant στο 6 Απριλίου, 2021

Μια και μπήκαμε στη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, πριν από λίγο καιρό σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το έβδομο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Θα παρουσιάσω σήμερα τις επιστολές δυο κλεφταρματολών προς τους άρχοντες της Λευκάδας: του Γιάννη Παραβόλα και του Ραφτογιάννη. Και τα δυο γράμματα στάλθηκαν περί το 1799, σε μια περίοδο δηλαδή όπου η Λευκάδα (τότε Αγία Μαύρα) και τα άλλα Εφτάνησα βρίσκονταν υπό ρωσοτουρκική προστασία -μια παράδοξη συγκατοίκηση που δεν διάρκεσε πολύ και για την οποία το ευρύ κοινό δεν ξέρει πολλά, αλλά τον ναύαρχο Ουσακόφ που την υλοποίησε τον γιορτάζουν ως άγιο στην Κέρκυρα βοηθούντος και του ρωσικού τουριστικού συναλλάγματος.

Τα κείμενα εγώ τα πήρα από το βιβλίο του Σπύρου Ασδραχά «Πρωτόγονη επανάσταση: Αρματολοί και κλέφτες (18ος-19ος αιώνας)» (ΕΑΠ, 2019) αλλά τα είχε πρωτοδημοσιεύσει ο Ν.Γ.Σβορώνος (ΕΕΜΣ 1 (1939) σ. 111-113).

Ο Ασδραχάς τα θεωρεί «από τις καλύτερες περιπτώσεις δημοτικού λόγου» που «διατηρούν όλη την εκφραστική αμεσότητα ενώ σύγχρονα αποτελούν αυθεντικά τεκμήρια για τη διάγνωση της νοοτροπίας του κλέφτη (γράμμα Ραφτογιάννη)» ή για «τα κίνητρα που οδηγούν στην κλεφτουριά (γράμμα Παραβόλα)» ενώ δίνουν πληροφορίες για τις σχέσεις αρματολού και κλέφτη ή για τις σχέσεις του κλέφτη με τον λαό χωρίς εξιδανικεύσεις.

Ο Ασδραχάς έχει κάνει αυτοψία στο Ιστορικό Αρχείο της Λευκάδας οπου βρίσκονται τα δυο έγγραφα και τα παρουσιάζει δηλώνοντας πού χωρίζονται οι γραμμές και ποιες διορθώσεις έχει κάνει ο ίδιος, στοιχεία που όμως δυσκολεύουν την ανάγνωση γι’ αυτό και τα παραλείπω. Χωρίζω επίσης σε παραγράφους για να είναι πιο ευανάγνωστο.

Σημειώνω ότι ο Ασδραχάς έχει επιμεληθεί το κείμενο χωρίζοντας λέξεις κτλ. Για παράδειγμα, ο Ραφτογιάννης γράφει «οπουναηνεμερα κε η πηστηκη τροηρου αμμου βασταν τα ποδαρηα οχη τη νηχτα» αλλά εσείς διαβάζετε «οπού να είναι μέρα και οι πιστικοί τροΰρου, α μου βαστάν τα ποδάρια, όχι τη νύχτα«.

Και στις δυο επιστολές κάνει εντύπωση η αξιοπρέπεια των δυο κλεφτών -που ξέρουν τη θέση τους αλλά και τη δύναμη που τους δίνει το όπλο. Ορισμένα σημεία είναι δυσνόητα για τον σημερινό αναγνώστη -θα τα συζητήσουμε μαζί αν έχετε όρεξη. Ο Ασδραχάς δίνει τις εξής εξηγήσεις λέξεων:

κάνω ζάπι, ζαπίζω = κυριεύω (τουρκ. zapt etmek)
ζαράρι = ζημιά (τουρκ. zarar)
ισμέτι, χισμέτι = υπηρεσία, υποχρέωση (τουρκ. hizmet)
μονοφιλίκικα = μεροληπτικά
ντουρούσικος = ευθύς, ντόμπρος (τουρκ. dürüst)
τζεφτουλίκια = τσιφλίκια

Σε μία από αυτές τις περιπτώσεις διαφωνώ και θα το εξηγήσω στο τέλος. Σημειώνω επίσης ότι α = αν και ότι στο πρώτο γράμμα ο Παραβόλας γράφει το ευφωνικό γ μπροστά από φωνήεν (γή = ή, γείδος κτλ.)

Ο καπετάν Χρίστος που μνημονεύεται στο πρώτο γράμμα είναι ο Χρίστος Κατσικογιάννης, γιος του αρματολού Γιάννη Μπαμπάτσικου ή Κατσικογιάννη, που αργότερα εξοντώθηκε από ανθρώπους του Αλήπασα.

Τον καιρό εκείνο ο Ραφτογιάννης και ο Παραβόλας έχουν διωχθεί απο τη Λευκάδα ύστερα από παρέμβαση του Αλήπασα, που ζήτησε από τις αρχές των Εφτανήσων να εκκαθαρίσουν τα νησιά από τους παράνομους που άφηναν το οθωμανικό έδαφος για να βρουν καταφύγιο εκεί.

Επιστολή Γιάννη Παραβόλα:

Εκλαμπρότατοι αφεντάδες της Αγιομαύρας την εκλαμπρότη σας δουλικώς προσκυνώ και με το ταπεινό μου γράμμα σάς φανερώνω: τί μεγάλα κάζα έκαμα εις τους τόπους σας και με κυνηγάτε;

Εγώ δεν επήρα κανενός μίγια κότα στανικώς, όξου α με φίλεψε κανένας. Με την Τουρκιά οπού έχω να κάμω, μου επήρανε δυο-τρεις φορές το γείδος μου και με κυνηγάνε και μένανε και τους πειράζω και γω. Τώρα εγώ με τους τόπους σας δεν έχω να κάμω, μούνε μου έρχεται παράπονο, οπού δίχως να σας πειράζω να με κυνηγάτε, οπού μ’ έχετε πατριώτη και θενά με κάμετε να την αφήκω την πατρίδα μου.

Και λέτε οπώς σας στενεύει ο καπετάν Χρίστος και σας λέγει να του δώκετε θέλημα να με κυνηγήσει με Τούρκους μέσα στους τόπους σας. Δότε του να φέρει και Τούρκους μέσα ευτού, να σας προδώκει τη χώρα ωσάν και πρώτα. Και σας λέγει οπώς με φυλάτε ευτού μέσα και δεν του λέτε οπώς με φυλάγει ο γίδιος, ωσάν και πέρσι, οπού μ’ έβανε να χαλάσω τα τζεφτουλίκια του πασά. Και τώρα αυτήνοι με φυλάνε, διατί ανί με κυνηγήσουνε, τους σκοτώνω τα βόδια τους και τους ανθρώπους τους και τα γεννήματά τους τα καίγω και ό,τι μπορέσω θενά τους κάμω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 108 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 6: «Και τους εβάρεσα καλά». Ο Κολοκοτρώνης περιγράφει τη νίκη στα Δερβενάκια

Posted by sarant στο 23 Μαρτίου, 2021

Μια και μπήκαμε στη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, πριν από λίγο καιρό σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Σκοπεύω να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις τουλάχιστον έως τα τέλη Μαρτίου αλλά και πιθανώς ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το έκτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Μια και βρισκόμαστε πολύ κοντά στην 25η Μαρτίου, την ημέρα που συμβατικά θεωρείται η εναρκτήρια του ξεσηκωμού, διάλεξα για σήμερα ένα κείμενο που θα μας θυμίσει μιαν από τις μεγαλύτερες αλλά και τις κρισιμότερες νίκες του Εικοσιένα: τη μάχη στα Δερβενάκια, που απάλλαξε για τρία χρόνια τον Μοριά από τον βραχνά μιας τουρκικης επίθεσης.

Όπως έχω γράψει σε παλιότερο άρθρο ειδικά αφιερωμενο στη «νίλα του Δράμαλη»:

Μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές του Εικοσιένα ήταν η εκστρατεία του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη στο Μοριά το καλοκαίρι του 1822. Ο Δράμαλης είχε πολύ στρατό και είχε σκοπό να συντρίψει την επανάσταση -και σημείωσε μια πρώτη απρόσμενη επιτυχία όταν ο φρούραρχος του Ακροκόρινθου, που μάταια είχε πάρει το παρατσούκλι Αχιλλέας, πανικοβλήθηκε βλέποντας το ασκέρι και εγκατέλειψε το φρούριο «αντουφέκηγο» που έγραψε κι ο Μακρυγιάννης.

Αν ο Δράμαλης έστεκε στην Κόρινθο και εγκαθιστούσε εκεί το στρατηγείο του, τα πράγματα μπορεί να είχαν εξελιχτεί πολύ δυσάρεστα για τους επαναστάτες, αλλά μεθυσμένος από τις πρώτες επιτυχίες θέλησε να τελειώνει γρήγορα. Ο Κολοκοτρώνης εφάρμοσε πολιτική καμένης γης, γνωρίζοντας από αναφορές ανιχνευτών ότι το ασκέρι του Δράμαλη έχει «χασνέδες [χρήματα] και εφόδια πολεμικά αρκετά, πλην από ζαερέδες [προμήθειες σε τρόφιμα] υστερούνται». Στον αργολικό κάμπο άρχισε να τους βασανίζει η ζέστη και η δυσεντερία, καθώς οι Έλληνες μόλυναν και τις πηγές, και θελησαν να αναδιπλωθούν -αλλά στα στενά των Δερβενακιών (ντερβένι είναι το στενό) στα τέλη Ιουλίου ο Κολοκοτρώνης τους πετσόκοψε. Λίγοι σώθηκαν από το μεγαλο ασκέρι κι ο ίδιος ο Μαχμούτ Πασάς πέθανε ειτε από τη λύπη του είτε απο τύφο στην Κόρινθο στις 26 Οκτωβρίου 1822.

Το περιστατικό επιβεβαιώνει μια παρατήρηση που έχουν κάνει ίσως αρκετοί αλλά σίγουρα ο Κ. Παπαγιώργης, ότι οι μεγάλες νίκες του Εικοσιένα οφείλονται όλες σε ενέδρα ή αιφνιδιασμό ή εκμετάλλευση του πεδίου της μάχης ή φθορά του αντιπάλου με κλεφτοπόλεμο και όχι σε κατά μέτωπο σύγκρουση. Όποτε οι Έλληνες θέλησαν να αντιπαρατεθούν στους Τούρκους «ευρωπαϊκά», σε ανοιχτό πεδίο, υπέστησαν επώδυνες ήττες: Πέτα, Κρεμμύδι, Ανάλατος.

Θα παρουσιάσω σήμερα μια επιστολή του Κολοκοτρώνη προς τον Βαρνακιώτη και άλλους οπλαρχηγούς σταλμένη στις 6 Αυγούστου 1822, περίπου 15 μέρες μετά τη μάχη, από τους Μύλους Ναυπλίου. Ο Γέρος του Μοριά περιγράφει τη μάχη, όπως και τα όσα προηγήθηκαν και ακολούθησαν. Φυσικά, το γράφει ο γραμματικός του, οπότε η γλώσσα είναι επιμελημένη -όμως ουσιαστικά είναι δημώδης. Κρατάω την ορθογραφία (αλλά αρχίζω με κεφαλαίο μετά από τελεία ενώ στο πρωτότυπο αρχίζει με πεζό και χωρίζω σε παραγράφους).

Το κείμενο το πήρα από το βιβλίο του Νεκτ. Φυσεντζίδη «Ανέκδοτοι αυτόγραφοι επιστολαί των επισημοτέρων Ελλήνων οπλαρχηγών», που βασικά περιέχει κείμενα από το αρχείο Βαρνακιώτη. Το έχει επίσης παραθέσει ο Βακαλόπουλος στις Επίλεκτες βασικές ιστορικές πηγές της ελληνικής επαναστάσεως, τόμ. Β’.

Τοις γενναιοτάτοις αδελφοίς Κ. Γεωργάκη Βαρνακιότη, Κ. Ζόγκα και λοιποίς αδελφοίς Καπεταναίοις

Εις την δυτικήν Ελλάδα

Αδελφέ μου Καπ. Γεωργάκη Βαρνακιότη, Καπ. ζόγκα, και λοιποί αδελφοί μου Καπεταναίοι της δυτικής Ελλάδος πέρα και πέρα σάς ασπάζομαι ειλικρινώς μ’ όλην την αδελφικήν αγάπην.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα, Παλιότερα ελληνικά, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , , , , | 101 Σχόλια »

Τα τσερκένια (αφήγημα του Κοσμά Πολίτη)

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2021

Χρονιάρα μέρα σήμερα κι ας ήρθε μέσα στον μουντό καιρό και στο λοκντάουν. Κούλουμα είναι αυτά ή κορονοκούλουμα; Αλλά ίσως δεν έχει νόημα να εντείνουμε τη δυσθυμία, που βέβαια δεν είναι υποχρεωτικό να την αισθάνονται όλοι. Οπότε αποφάσισα να μη βάλω κάτι το καθημερινό, αλλά να τιμήσω την περίσταση με ένα ανάγνωσμα ταιριαστό. Και αφού υπάρχουν περιορισμοί και στις μετακινήσεις αλλά και στο πέταγμα του χαρταετού, λέω να πάμε μια μακρινή εκδρομή και να πετάξουμε ανεμπόδιστοι χίλιω λογιώ χαρταετούς -με τη δύναμη της αφήγησης.

Θα παραθέσω λοιπόν ένα (γνωστό βέβαια και πολυδιαβασμένο) απόσπασμα από το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη «Στου Χατζηφράγκου». Ο Κοσμάς Πολίτης (Πάρις Ταβελούδης. 1888-1974), αφού είχε δώσει σημαντικό και πρωτοποριακό λογοτεχνικό έργο ήδη από τη δεκαετία του 30, όπως και πολύ αξιόλογο μεταφραστικό έργο στη συνέχεια (πρόσφατα δημοσιεύσαμε δείγμα δικής του μετάφρασης στον Δρόμο με τις φάμπρικες του Στάινμπεκ), μας χάρισε σε προχωρημένη πια ηλικία ένα αριστούργημα με αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία στη χαμένη πια Σμύρνη πριν από την Καταστροφή.

Αξίζει να διαβάσετε αλλά και να ξαναδιαβάσετε το μυθιστόρημα αυτό του Πολίτη. Σήμερα θα δημοσιεύσω ένα απόσπασμα που επιβάλλεται λόγω της ημέρας, εκεί όπου ο Πολίτης αφηγείται πώς πετούσαν τους χαρταετούς στη Σμύρνη -ή μάλλον τα τσερκένια, διότι έτσι τα έλεγαν. Το απόσπασμα έχει αυτοτέλεια, οπότε ταιριάζει να παρατεθεί.

Με την ευκαιρία, πρόσφατα με ρώτησαν αν έχω στοιχεία για το πότε ήρθε στην Ελλάδα το έθιμο του χαρταετού. Ο φίλος που με ρώτησε είχε ερευνήσει λιγάκι το θέμα και μου είπε ότι πριν το 1922 δεν βρήκε αναφορές στη λογοτεχνία (ας πούμε, ο Παπαδιαμάντης δεν γράφει για χαρταετούς). Για τη Σμύρνη ξέρουμε από πολλές πηγές ότι οι χαρταετοί -ή μάλλον τα τσερκένια- ήταν πολύ αγαπημένη ασχολία μικρών και μεγάλων: το τσερκένι, το ψάρεμα και το κυνήγι, θυμόταν καποιος, ήταν οι τρεις αγάπες των Σμυρνιών. Όποιος ξέρει κάτι για τον ελλαδικό χώρο ας μας πει στα σχόλια.

Μιαν άλλη φορά θα βάλουμε ένα δοκιμιακό άρθρο για τα τσερκένια στη Σμύρνη που έχω βρει -δεν πρόφταινα να το πληκτρολογήσω φέτος. Οπότε προς το παρόν ας χαρούμε την αφήγηση του Πολίτη. Στο τέλος εξηγούνται κάποιες λέξεις.

(Τα τσερκένια)

Θα σου μιλήσω για τα τσερκένια.

Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε. Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.

O Σταυράκης, ο Σταυράκης του Aμανατζή, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Mα χαραμίστηκε η ζωή του. Aς είναι… Που λες, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Παιδί ακόμα, ήτανε μάνα στις μυρωδιές. Nα σου εξηγηθώ. Συμφωνούσες μ’ έναν άλλον που αμόλαρε τσερκένι —όλα γίνονταν με συμφωνία, τίμια, δίχως χιανετιά — συμφωνούσες μαζί του να παίρνετε μυρωδιές. Δηλαδή ποιος θα ξούριζε την οριά του αλλουνού. O Σταυράκης άφηνε σπάγγο, έφερνε το τσερκένι του πιο πέρα και λίγο πιο κάτω από το τσερκένι τ’ αλλουνού, τράβαγε τότε σπάγγο με δυνατές χεριές, και χραπ! του ξούριζε την οριά. Ήξερε κι άλλα κόλπα ο Σταυράκης. Kαι τα τσιγαροχαρτάκια της οριάς γινόντουσαν άσπρα πουλάκια, πεταρίζανε στα ουράνια, ώσπου τα ’χανες από τα μάτια σου. Tο κολοβό τσερκένι αρχίναγε να παίρνει τάκλες —να, όπως γράφουνε τώρα κάποιες φορές οι εφημερίδες για τ’ αεροπλάνα— και σαν ήπεφτε με το κεφάλι, δεν είχε γλιτωμό: χτύπαγε κάπου, ήσπαζε ο γιαρμάς στη μέση, και το τσερκένι σωριαζότανε ίδιο κορμί με τσακισμένη ραχοκοκαλιά. Ήτανε μάνα ο Σταυράκης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εορταστικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία | Με ετικέτα: , , , , | 139 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 4: Το ράι μπουγιουρντί του Ανδρίτσου Σαφάκα

Posted by sarant στο 23 Φεβρουαρίου, 2021

Μια και μπήκαμε στη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, πριν από λίγο καιρό σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Σκοπεύω να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις τουλάχιστον έως τα τέλη Μαρτίου αλλά και πιθανώς ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το τέταρτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Και ξεκινάμε από τον τίτλο. Μπουργιουρντί, στα χρόνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ήταν η έγγραφη διαταγή αξιωματούχου. Τη λέξη αυτή την έχουμε κρατήσει, και μάλιστα της έχουμε δώσει και αλλες σημασίες. Όμως έχουμε γράψει ειδικό άρθρο για το θέμα. Ράι ήταν η υποταγή, από τη μεριά αυτού που το δηλώνει, αλλά και συγχώρηση, από τη μεριά αυτού που το αποδέχεται. Τουρκικό δάνειο, ίδιας ρίζας με τον ραγιά. Όποιος προσκυνούσε και δήλωνε υποταγή, έκανε ράι. Ο ισχυρός που την αποδεχόταν, έδινε το ράι.

Στα δύσκολα χρόνια της επανάστασης, όταν άρχισαν οι ήττες, οι Οθωμανοί καλούσαν τους εξεγερμένους καπετάνιους να δηλώσουν υποταγή, προσφέροντας ταυτόχρονα και άφεση αμαρτιών. Το έγγραφο αυτό ονομαζόταν ράι μπουγιουρντί, και ο Βακαλόπουλος αυτά τα χαρτιά τα χαρακτηρίζει «προτρεπτικές εγκύκλιες προς υποταγή» (προσέξτε τον δημοτικό τύπο, που θα ήταν πιο δύσκολο να γραφτεί σήμερα -αλλά ο Βακ. γράφει το 1970). Πιο απλά, τα λέμε προσκυνοχάρτια. Ξέρουμε για τα προσκυνοχάρτια στον Μοριά και πώς τα αντιμετώπισε ο Κολοκοτρώνης -εκεί αφορούσαν οχι μόνο μεμονωμένους καπετάνιους αλλά και ολόκληρα χωριά. Στη Ρούμελη, μετά την πτώση του Μεσολογγιού, ο Κιουταχής παρουσιάστηκε μεγαλόψυχος και διαλλακτικός, και με τη μεσολάβηση Αλβανών οπλαρχηγών, κάλεσε τους Ρουμελιώτες να προσκυνήσουν, μοιράζοντας προσκυνοχάρτια.

Θα δούμε σήμερα ένα τέτοιο προσκυνοχάρτι ή ράι μπουγιουρντί, που το εκδίδει ο Κιουταχής, καθώς και άλλα σχετικά έγγραφα. Το ράι μπουγιουρντί αφορά τον οπλαρχηγό Ανδρίτσο Σαφάκα, έναν σημαντικό -αλλά όχι της εντελώς πρώτης γραμμής- αρματολό της Ρούμελης. Τρία από αυτά τα έγγραφα τα είχα βρει στο βιβλίο του Τάκη Σταματόπουλου «Οι τουρκοπροσκυνημένοι και ο Κολοκοτρώνης», αλλά η αρχική τους δημοσίευση έγινε στο βιβλίο του Δημήτρη Λουκόπουλου «Ο Ρουμελιώτης καπετάνιος του 1821 Ανδρίτσος Σαφάκας και το αρχείο του», το οποίο υπάρχει στην Ανέμη ελεύθερο για να το κατεβάσετε.

Ο Σαφάκας γεννήθηκε περί το 1770 στην Αρτοτίνα της Φωκίδας, ήταν δηλαδή σχετικά περασμένος στα χρόνια όταν ξέσπασε η επανάσταση -συνομήλικος του Κολοκοτρώνη. Ο Λουκόπουλος, που κατά σύμπτωση γεννήθηκε επίσης στην Αρτοτίνα, είναι επιεικής απέναντι στον συντοπίτη του και κάνει λόγο για «ψευτοπροσκυνήματα». Μπορεί να έχει δίκιο. Ξέρουμε άλλωστε τη δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκαν οι αρματολοί της Ρούμελης, που δέχονταν συνεχώς και ανεμπόδιστα τις επιθέσεις των Τούρκων από τη Θεσσαλία και την Ήπειρο, σε αντίθεση με τον προφυλαγμένο (ως το 1825) Μοριά.

Στα έγγραφα που παραθέτω δεν αλλάζω την ορθογραφία. Επισημαίνω ότι όλα έχουν γραφτεί από τους γραμματικούς του Κιουταχή, στα ελληνικά, αν και με αρκετούς τουρκισμούς που εξηγούνται ύστερα από κάθε έγγραφο. Η γλώσσα είναι καθαρεύουσα, ιδίως στα τυποποιημένα μέρη, αλλά αφήνει περιθώριο και για λαϊκότερο λόγο. Δεν ξέρω αν οι γραμματικοί του Κιουταχή ήταν ελληνομαθείς απλώς ή Έλληνες.

Στο τέλος, γράφω για το τραγικό τέλος του καπετάν Σαφάκα.

Πρώτο τεκμήριο, το έγγραφο αριθ. 79 από το αρχείο Σαφάκα

Βεζύρ Ρεσίτ Μεχμέτ πασσάς Ρούμελης, Ιωαννίνων, Δελβίνου, Αυλώνος ντερβεντάζ και νεζιρί (1) και σερασκέρ (2) πληρεξούσιος διά της δοθείσης ημίν πληρεξουσιότητος παρά του αηττήτου ημών βασιλέως και ντερπεντάζ νεζιρετιού (3) μας, διορίζομεν εις τον καζά Λιδωρικίου καπετάνο τον καπετάν Σαφάκα· πρώτα να μας δώση το μουτεπέρικο ριγένι (4) του και έπειτα τω δίδεται η άδεια να περιφέρεται όλον τον Καζά μαζί με τον ντερβέν αγά να κάμη καλά μοχαρτζά (;) τον βασιλικόν ραγιά και να τον φλάγη από κακούς ανθρώπους και απ’ τον γερλησταίος και κάμνοντας ούτω θενά είναι καπετάνος διά πάντα και εδόθη το παρόν καπετανλίκι μπουγιουρντισέ (5) διά ασφάλεια του ειρημένου καπετάν Σαφάκα.

1826 Ιουνίου 1, Σάλωνα

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Δημοτικά τραγούδια, Κείμενα, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , | 105 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 3: Μπασκίνια να μη γίνωνται…

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2021

Μια και μπήκαμε στη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, πριν από λίγο καιρό σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Σκοπεύω να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις τουλάχιστον έως τα τέλη Μαρτίου αλλά και πιθανώς ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το τρίτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Σήμερα θα παρουσιάσουμε ένα στιγμιότυπο από την Αθήνα, στο διάστημα που ήταν ελεύθερη και πριν πολιορκηθεί.

Το κάστρο της Αθήνας, η Ακρόπολη, έπεσε στα χέρια των επαναστατημένων Ελλήνων το καλοκαίρι του 1822. Όπως γράφει ο Μακρυγιάννης «Και σώθη το νερό τους και ο ζαϊρές τους, των Τούρκων, και παραδόθηκαν με συνθήκη. Κι η συνθήκη έμεινε εις το χαρτί μοναχά. Ρίχτηκαν στους παραδομένους κι έσφαξαν πλήθος γυναικόπαιδα κι άντρες πολλούς. Γλίτωσαν και καμπόσοι δια την συνθήκη κι άλλοι εις τα προξενεία». Όμως αμέσως παρουσιάστηκαν διαφωνίες και οι νικητές χωρίστηκαν σε δυο μερίδες και παραλίγο να συγκρουστούν μεταξύ τους. Όταν τον Αύγουστο του 1822 εμφανίστηκε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με 150 άντρες, το κοινό των Αθηνών του πρότεινε να αναλάβει φρούραρχος. «Αφού του ξηγηθήκανε τα αίτια και του είπαν πως τον θέλουν αφέντη, αυτός γύρευε κάστρο εις τον ουρανό κι’ όταν το ’βρε εις την γης, έτρεξε σαν το όρνιον εις το ψοφίμι». Τότε ήρθε και ο Μακρυγιάννης στην Αθήνα και διορίστηκε πολιτάρχης. Στα Απομνημονεύματά του περιγράφει πολλές αυθαιρεσίες του Ανδρούτσου και των ανθρώπων του, ιδίως του Μαμούρη (ο οποίος αργότερα έμελλε να τον δολοφονήσει), κατά των Αθηναίων.

Θα δημοσιεύσω ένα κείμενο που υπάρχει στο Αθηναϊκόν Αρχείον του Βλαχογιάννη, με το οποίο διορίζονται «επιστάται», αστυνόμοι θα λέγαμε, ο Μακρυγιάννης και ο Σπυρ. Πατούσας. Φέρει χρονολογία 1 Ιανουαρίου 1823. Στη συνέχεια σχολιάζω λεξιλογικά και άλλα. Σημειώνω ότι ο Μακρυγιάννης στο 5ο κεφάλαιο του 1ου βιβλίου των Απομνημονευμάτων του αναφέρει αρκετά επεισόδια από τη θητεία του αυτή.

Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου πλην μονοτονικού. Να σημειωθεί ότι οι δυο πρώτες λέξεις είναι σε δοτική.

Κοινήι γνώμηι διορίζονται οι Κύριοι Σπυρίδων Πατούσας και Μακρηγιάννης με εξήντα ανθρώπους αχωρίστως να καθίσωσιν εις την κοινήν πόρταν επιστάται κατά την συνήθειαν και να επαγρυπνώσιν εις την φύλαξιν των νόμων και ευταξίαν της πόλεως, εκτελούντες ακριβώς τα χρέη των και φυλάττοντες απαραβάτως τα εξής νομικά κεφάλαια:

1ον. Να υπακούωσι με το προσήκον σέβας και να εκτελώσι τας διαταγάς του Καπιτάνου και της Εφορίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Κείμενα, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 95 Σχόλια »