Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Όχι στα λεξικά’ Category

Ο πανδοχέας και ο Χάρος (μεσαιωνική διήγηση)

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2018

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα σύντομο μεσαιωνικό κείμενο, ένα πεζό κείμενο γραμμένο γύρω στα 1600 από ανώνυμο συγγραφέα, σε κάποια από τις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελληνόφωνου χώρου.  Ταυτόχρονα, θα σας ανακοινώσω, αν δεν την ξέρατε, μια πολύ ευχαριστη είδηση για μας τους κυβερνοπόντικες.

Και ξεκινάω από την ευχαριστη είδηση. Πριν από μερικές μέρες, το Κέντρο Ελληνικης Γλώσσας έθεσε σε λειτουργία τον ιστότοπο «Δημώδης Γραμματεία» στον οποίο περιλαμβανονται, σχολιασμένα, τα σημαντικότερα έργα της μεσαιωνικής ελληνικής γραμματείας (ή ίσως όλα) από τον Διγενή Ακρίτη ως την πτώση του Χάντακα το 1669.

(c) Salisbury & South Wiltshire Museum; Supplied by The Public Catalogue Foundation

Πρόκειται για έναν θησαυρό με έργα που είναι πολύ σημαντικά, αν όχι όλα για τη λογοτεχνική τους αξία πάντως για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τον Ιμπέριο και Μαργαρώνα και τον Λίβιστρο και Ροδάμνη έως τον Ερωτόκριτο και την Ερωφίλη, περνώντας από την Παιδιόφραστο διήγηση των τετραπόδων ζώων, τον Πωρικολόγο, τον Σπανό ή τον Πτωχοπρόδρομο.

Ομολογώ πως πολύ πρόσφατα το έμαθα το νέο κι έτσι δεν εχω προφτάσει να περιηγηθώ στον πλουσιότατο ιστότοπο (για να γκρινιάξω στα επουσιώδη, νομίζω πως το παραφόρτωμα με εικόνες κτλ. δυσκολευει την περιήγηση). Κι έτσι, δεν έχω ελέγξει αν τα εκτενή έργα σαν κι αυτά που προανέφερα περιλαμβανονται ολόκληρα (το πιθανότερο) ή σε αποσπάσματα.

Πάντως, για κάθε κείμενο έχει γίνει πολλή δουλειά, με εισαγωγές και γλωσσικές-πραγματολογικές σημειώσεις, αντλημένες απο τους θησαυρούς των έντυπων εκδόσεων του Κέντρου. Αξίζει να περιπλανηθείτε στον ιστότοπο.

Σαν πρόγευση θα παρουσιάσω ίσως το μικρότερο από τα κείμενα του ιστότοπου. Πράγματι, αν δείτε τον κατάλογο των κειμένων, στον τιτλο Λαϊκές αφηγήσεις αντιστοιχούν δύο πολύ σύντομες ιστορίες, από τις οποίες θα σας παρουσιάσω τη μεγαλύτερη, τη δεύτερη. (Την πρώτη που είναι και «άσεμνη» ίσως τη δούμε άλλη φορά γιατί θέλω να τη συσχετίσω με άλλα κείμενα).

Παραθέτω από την εισαγωγή:

Με τον τίτλο «Λαϊκές αφηγήσεις» αναφερόμαστε συμβατικά σε δύο σύντομα πεζά κείμενα που εντοπίστηκαν στον πολύ σημαντικό για τα έμμετρα έργα του (π.χ. Ερωτικόν ενύπνιον και Ιστορία και όνειρο του Φαλιέρου, Διήγησις Βελισαρίου κ.ά.) κώδικα Neap. gr. III B 27 (= Ν). Τα κείμενα παραδίδονται ανώνυμα και άτιτλα, και γλωσσικά παρουσιάζουν κάποια κρητικά ιδιωματικά στοιχεία, ωστόσο γενικά παραπέμπουν στον ευρύτερο βενετοκρατούμενο/δυτικοκρατούμενο χώρο (Κεχαγιόγλου 2001, 212), ενώ, σύμφωνα με μία άλλη –τοπικά περισσότερο εστιασμένη– άποψη, είναι γραμμένα στο ιδίωμα που μιλούσαν κατά τον 16ο-17ο αιώνα στην Πελοπόννησο, δηλαδή στη νότια Ελλάδα και στα γύρω νησιά (di Benedetto Zimbone 1988, 153-154), που πάλι τα τοποθετεί σε μια επικράτεια με ισχυρές βενετικές/φράγκικες επιρροές. Όπως υποστηρίζει η Anna di Benedetto Zimbone (1988, 152), η οποία τα μελέτησε και τα εξέδωσε, με βάση παλαιογραφικές ενδείξεις του κώδικα στον οποίο σώζονται, τα κείμενα πρέπει να χρονολογηθούν ανάμεσα στο δεύτερο μισό του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα (πρβλ. Κεχαγιόγλου 2001, 213, όπου πριμοδοτείται το τελευταίο τέταρτο του 16ου αι.). Η κατά προσέγγιση χρονολόγηση –χαρακτηριστικό των περισσότερων έργων της πρώιμης νεοελληνικής γραμματείας– οφείλεται στο γεγονός ότι οι «Λαϊκές αφηγήσεις» προστέθηκαν εκ των υστέρων στον ήδη καταρτισμένο σε ενιαίο σώμα σύμμεικτο κώδικα (di Benedetto Zimbone 1988, 152-153).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Ανώνυμη δημιουργία, Πρώιμα νέα ελληνικά | Με ετικέτα: , , | 117 Σχόλια »

Τσιφτέδες για τσίφτηδες ξανά

Posted by sarant στο 29 Δεκέμβριος, 2017

Δεν είχα έμπνευση για φρέσκο άρθρο χτες -με είχε κυριέψει η διάθεση της εορταστικής χαλάρωσης, ας πούμε. Κι έτσι καταφεύγω για μιαν ακόμα φορά στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης παλιότερου άρθρου και παρουσιάζω ξανά ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τέτοιες μέρες πριν από έξι χρόνια, για την ακρίβεια πριν από έξι χρόνια παρά μία μέρα.

Τέτοιες μέρες, αλλά όχι με θέμα εορταστικό. Λέξεις αναζητά και συσχετίζει το σημερινό μας άρθρο. Αλλά πριν προχωρήσω να σας θυμίσω ότι αν δεν έχετε ψηφίσει για τη Λέξη της χρονιάς 2017 πρέπει να βιαστείτε. Μιάμιση μέρα έμεινε, μετά θα είναι πολύ αργά.

Τις προάλλες είχα πάει σ’ έναν φίλο και του χάρισα το βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Ο φίλος μου, που είναι Κρητικός, άρχισε να το φυλλομετράει, και σε μια στιγμή μου λέει «ναι, αλλά εδώ για τον τσιφτέ έχεις λάθος».

Δαγκώθηκα, διότι ο τσιφτές (το κυνηγετικό όπλο) είναι λέξη (και) της κρητικής διαλέκτου και οι ντόπιοι μπορεί να ξέρουν κάτι που μου ξέφυγε, και τον ρώτησα πού είναι το λάθος -μου λέει «δεν γράφεις ότι προέρχεται από το αγγλικό Chieftain, το όνομα της εταιρείας που έφτιαχνε αυτά τα όπλα!» Ανάσανα ανακουφισμένος, αλλά ο φίλος μου συνέχισε, «όπως η μέγκλα που είναι από το made in England».

Πράγματι, ίδια περίπτωση είναι, αλλά όχι όπως το εννοούσε: ούτε η μέγκλα προέρχεται από το made in England, αν και θα έχετε ακούσει ότι έτσι είναι, ούτε ο τσιφτές από την Chieftain, παρόλο που υπάρχει πράγματι εταιρεία με το όνομα αυτό που φτιάχνει τανκς και άλλα σύνεργα σκοτωμού. Πάντως, όπως μου είπε, η θεωρία δεν ήταν δική του, αλλά ακούγεται ευρύτερα.

Εκ πρώτης όψεως δεν είναι παράλογη η θεωρία· άλλωστε, υπάρχουν ανάλογα προηγούμενα. Ο γκρας, το παλιό όπλο των προπαππούδων μας, ονομάστηκε έτσι από το όνομα του εφευρέτη του, του Γάλλου Gras, αν και για το θρυλικό καριοφίλι, που θεωρούσαμε για πολύν καιρό ότι ονομάστηκε έτσι από τη μανιφατούρα Carlo e figli, Κάρολος και υιοί, που έφτιαχνε τέτοια όπλα, η νεότερη έρευνα έδειξε ότι το όνομα δεν προέρχεται από τον κατασκευαστή του. Κάποια στιγμή θα γράψουμε άρθρο για τα ουσιαστικά που έχουν προκύψει από εμπορικές ονομασίες -από τη ρομβία και την πομόνα ως το σελοτέιπ και τα πάμπερς.

Όμως για τον τσιφτέ δεν ισχύει κάτι τέτοιο, δεν έχει προέλθει από εμπορική ονομασία. Αφενός, η λέξη είναι παλιά, τη βρίσκουμε σε τραγούδια του 19ου αιώνα, ίσως και παλιότερα, οπότε κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρχε η εταιρεία Chieftain τότε, ούτε ήταν τόσο εύκολος ο δανεισμός από τα αγγλικά. (Κατά εμπειρικό κανόνα: Λέξη που εμφανίζεται σε κείμενο του 19ου αιώνα και δεν είναι ναυτική δεν είναι δάνειο από τα αγγλικά).

Αφετέρου, και αυτό είναι το πιο βασικό, η ετυμολογία του τσιφτέ είναι γνωστή: προέρχεται από το τουρκικό çift, που σημαίνει «ζευγάρι» ή «διπλός», επειδή αρχικά ο τσιφτές ήταν όπλο δίκαννο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Παρετυμολογία | Με ετικέτα: , , , , | 133 Σχόλια »

Λέξεις από το ιδίωμα των Κυθήρων (και το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα)

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2017

Εδώ και λίγο καιρό το ιστολόγιο έχει καθιερώσει να δημοσιεύει άρθρα αφιερωμένα σε μια ντοπιολαλιά, γραμμένα από κάποιον φίλο που κατάγεται από το συγκεκριμένο μέρος ή ζει εκεί. Το πιο πρόσφατο άρθρο της σειράς αυτής, πριν από ένα μήνα περίπου, ήταν αφιερωμένο στη Ρόδο.

Σήμερα συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας στα ελληνικά ιδιώματα με ένα ταξίδι στα Κύθηρα. Κατ’ εξαίρεση όμως, δεν θα έχουμε ξεναγό ή μάλλον η ξενάγηση θα είναι έμμεση. Εννοώ ότι το σημερινό άρθρο δεν είναι γραμμένο από κάποιον φίλο του ιστολογίου αλλά το έγραψα εγώ, αντλώντας όλο το υλικό μου από το βιβλίο «Το ιδίωμα των Κυθήρων. Περιγραφή και ανάλυση» της φίλης Γεωργίας Κατσούδα.

Η Γεωργία Κατσούδα ειναι γλωσσολόγος, ερευνήτρια στο Κέντρο Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών. Έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο άλλες δύο εργασίες στις οποίες έχει πάρει μέρος, τον 6ο τόμο του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής και το Πιπέρι στο στόμα, μια μελέτη για τις λέξεις της ελληνικής αθυροστομίας. Έχω στα υπόψη άλλο ένα βιβλίο της που θέλω κάποτε να παρουσιάσω. Επιπλέον, είναι από τους σχετικά λίγους γλωσσολόγους μας που ασχολείται (και) με την ετυμολογία, τομέας που οι μοντέρνοι γλωσσολόγοι τον αποφεύγουν διότι θέλει πολλή, πολλή μελέτη και δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα με σαπουνόφουσκες.

Το βιβλίο της για τα Κύθηρα (απ’ οπου κατάγεται) είναι μια πλήρης περιγραφή του ιδιώματος -όχι μόνο και όχι κυρίως λεξιλόγιο, αλλά επίσης -και κυρίως- φωνητική, μορφολογία και σύνταξη. Μάλιστα, συνοδεύεται από σιντί με δείγματα προφορικού λόγου. Συνολικά είναι μια απολύτως άρτια εργασία, στην οποία κάποιος που ενδιαφέρεται για τη γλώσσα θα βρει πολλά αξιοσχολίαστα σημεία, ενώ φυσικά αποτελεί σημαντικό έργο αναφοράς για τη μελέτη του συγκεκριμένου ιδιώματος.

Εργασίες του είδους αυτού, όπου ένας γλωσσολόγος μελετάει (συνήθως με επίσκεψη στον τόπο) διεξοδικά ένα ιδίωμα είναι πολύτιμες. Δεν εκδίδονται όλες σε βιβλίο, πολλές μένουν στα αρχεία του Ιστορικού Λεξικού. Πάντως τέτοιες επισκέψεις πρέπει να γίνονται σε τακτά διαστήματα για να καταγράφεται και η εξέλιξη του ιδιώματος, που βέβαια είναι σχεδόν πάντοτε φθίνουσα.

Εγώ επέλεξα να σταθώ στο λεξιλόγιο, αλλά θα προτάξω ορισμένα στοιχεία από την εισαγωγή του βιβλίου που έχουν να κανουν με την ιστορία του νησιού και εξηγούν γιατί το κυθηραϊκό ιδίωμα έχει ομοιότητες και με τα επτανησιακά ιδιώματα αλλά και με το κρητικό ή το μανιάτικο.

Στα Κύθηρα δεν φαίνεται να εγκαταστάθηκαν Σλάβοι, όπως μαρτυρείται από την απουσία σλάβικων τοπωνυμίων. Για το λόγο αυτό, δεν ισχύει η άποψη που παλιότερα ακουγόταν, ότι η ονομασία Τσιρίγο, που εμφανίζεται περί το 1260, είναι σλαβικής προέλευσης. Φαίνεται ότι το Cirigo, Cerigo ανάγεται στη λ. Κύθηρα, μέσω ενός αμάρτυρου *Cythericum > Citerigo > Cirigo.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 329 Σχόλια »

40 λέξεις από τη Ρόδο (συνεργασία του Αλέξανδρου Κατσαρά)

Posted by sarant στο 31 Οκτώβριος, 2017

Το ταξίδι μας στις ιδιωματικές λέξεις και τις ντοπιολαλιές της Ελλάδας συνεχίζεται με το σημερινό άρθρο -ταξίδι που μάλλον σε κρουαζιέρα έχει μετατραπεί, αφού και πάλι σήμερα έχουμε άρθρο για τις ιδιωματικές λέξεις ενός νησιού, της Ρόδου.

Έτσι η Ρόδος παίρνει τη σκυτάλη από την Ικαρία, που την είχαμε επισκεφτεί πριν από δυο βδομάδες χάρη στον φίλο μας τον Ροβυθέ, ενώ η προηγούμενη στάση μας ήταν η Μυτιλήνη, και ειδικότερα το Πλωμάρι, με τα Πλωμαρίτικα, του Γιάννη Μαλλιαρού (στο άρθρο υπάρχουν σύνδεσμοι προς τα παλιότερα σχετικά άρθρα).

Ο Αλέξανδρος Κατσαράς που θα μας ξεναγήσει στη ντοπιολαλιά της Ρόδου είναι φιλόλογος, και, σε αντίθεση με τους προηγούμενους συντάκτες ανάλογων άρθρων, δεν είναι συχνός ή περιστασιακός σχολιαστής του ιστολογίου. Με την ευκαιρία, ανανεώνω την πρόσκληση σε όποιον φίλο ενδιαφέρεται να γράψει παρόμοιο άρθρο για το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Δίνω τον λόγο στον Αλ. Κατσαρά -όπως πάντα, οι δικές μου παρατηρήσεις είναι μέσα σε αγκύλες και με πλάγια. Για κάποιες ετυμολογίες έχω επιφυλάξεις αλλά δεν προλαβαίνω να τις διερευνήσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , | 135 Σχόλια »

Η υπ’ αριθ. 095 ημίονος (διήγημα του Κίμωνα Λώλου)

Posted by sarant στο 22 Οκτώβριος, 2017

Μια και το άλλο σαββατοκύριακο έχουμε την 28η Οκτωβρίου, δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα που έχει θέμα τον πόλεμο της Αλβανίας, ένα διήγημα που το είχα ανεβάσει πριν από οχτώ χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο, σε εκείνη τη σύντομη περίοδο που πρόσθετα ταυτόχρονα ύλη και στον ιστότοπο και στο ιστολόγιο (τελικά, όπως το’χα προβλέψει, ετούτο έφαγε εκείνο).

Το διήγημα το έγραψε ο Κίμων Λώλος. Γεννήθηκε το 1916 στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε στην Έδεσσα, πρέπει να πολέμησε στην Αλβανία, τελείωσε Νομική και το 1950 έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε και πέθανε το 1998. Έγραψε και στα αγγλικά και στα ελληνικά. Τον είχα ανακαλύψει μέσα από περιοδικά της δεκαετίας του 1940 και έχω βάλει κάμποσα διηγήματά του στον παλιό μου ιστότοπο. Κοκκινίζοντας, ομολογώ πως δεν έχω κρατήσει σημείωση από πού πήρα το συγκεκριμένο διήγημα -υπάρχει πιθανότητα να το είχε σε βιβλίο ο συνεργάτης που το πληκτρολόγησε, ο Γιάννης Π. από τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν θυμάμαι τώρα και δεν έχει και μεγάλη σημασία, μόνο που δεν μπορώ να ξανακάνω αντιπαραβολή μήπως έχει ξεφύγει κανένα λαθάκι στην πληκτρολόγηση.

Στο τέλος τέλος του διηγήματος, υπάρχουν δυο λέξεις που μπορεί να σας δυσκολέψουν, μάλιστα στην ίδια φράση: το ζαρίφικο κεφάλι της με τα νοητικά αυτιά. Ζαρίφικος (τούρκικο δάνειο, αραβικής υποθέτω αρχής) είναι ο κομψός. Τα νοητικά αυτιά είναι αυτά που νογάνε, που καταλαβαίνουν. Να θυμίσω την παλιά λαϊκή λέξη «νοητάκι», που λέγεται για το έξυπνο εξημερωμένο ζώο (και ιδίως για το άλογο, και στα παραμύθια για το άλογο με υπερφυσικές δυνάμεις).

Για να τελειώσω, εντύπωση κάνει η φράση «για νιοστή φορά», που εγώ τουλάχιστον την έχω συνδέσει με νεότερες εποχές. Κρίμα που δεν ξέρουμε πότε γράφτηκε το διήγημα (βρείτε κάτι κι εσείς!) να δούμε αν είναι η παλαιότερη λογοτεχνική ανεύρεση του όρου. Προσθήκη: Το διήγημα δημοσιευτηκε πρώτα στα αγγλικά το 1963 και μετά στα ελληνικά -σε μετάφραση του συγγραφέα- το 1967 στη Νέα Εστία. Οπότε, δεν ξενιζει και τόσο πολύ η έκφραση «για νιοστή φορά».

 

Η ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 095 ΗΜΙΟΝΟΣ

Οι Ιταλοί σπάσαν τα σύνορα στις πέντε το πρωί. Οι Έλληνες κινητοποίησαν όποιον και οτιδήποτε μπορούσε να πολεμήσει, να βαδίσει, να κουβαλήσει, να εφοδιάσει. Κι οι Ιταλοί σπρώχτηκαν πίσω στην Αλβανία. Κι ο πόλεμος κατακάθισε. Κι ήταν τρεις βδομάδες πριν από τις βροχές.

Η «υπ’ αριθ. Ε.Σ. 095 ημίονος» στρατολογήθηκε καθώς βοσκούσε κοντά στο λιοτρίβι του Κορωπιού. Ο πεταλωτής του συντάγματος ετοίμασε τους σιδερένιους μαρκαδόρους. Ο υποψήφιος ημιονηγός κουβάριασε το καπίστρι της γύρω στο χέρι του. Ο δεκανέας σήκωσε και κουλούριασε το μπροστινό δεξί της πόδι. Μα όταν ο μαρκαδόρος — Ε.Σ.— απόθεσε το καυτερό του φίλημα στο αριστερό νύχι της κι ένα λιγνό κορδόνι καπνού ανέβηκε, εκείνη έδωσε γενναίο ταρακούνημα στους δυο που την κρατούσαν, τόσο, που ο δεκανέας αναγκάστηκε ν’ αμολήσει το ποδάρι της. Κι ο πεταλωτής πισωτραβήχτηκε.

Ο μουλαράς έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το καπίστρι. Μα κείνη κλωτσούσε του ψήλου, πηδούσε και σβουριζόταν σα μαινάδα. Κι ο μουλαράς ξαμόλησε το καπίστρι και φύσηξε να δροσίσει τη σκοινογδαρμένη παλάμη του καθώς την έβλεπε να ποδοβολεί πέρα, λεύτερη κι όμορφη στην αγριάδα της. Εκείνη σταμάτησε μόνο σαν έφτασε στο ασημοσταχτί δασάκι με τα λιόδενδρα.

Ο ταγματάρχης, που ήταν υπεύθυνος για την επίταξη για λογαριασμό του συντάγματος, νεύριασε:

– Να… το κεφάλι σου, είπε με κλειδωμένα δόντια.

– Παρακαλώ, κύριε ταγματάρχα, μη με βρίζετε, διαμαρτυρήθηκε ο μουλαράς γιατροπορεύοντας την απαλάμη του.

– Α άμε… σου. Άντε να την πιάσεις.

– Κύριε ταγματάρχα, είπα μη…

Χαστούκι του ’ρθε του μουλαρά και για μια στιγμή θάρρεψαν πως θ’ αντιπλήρωνε. Μα κράτησε την ψυχραιμία του και μοναχά έφτυσε καταγής, λοξά, με σημασία. Και τώρα το ’ξεραν πως δε θα πήγαινε να πιάσει το ζώο ακόμη κι αν ο ταγματάρχης τραβούσε πιστόλι. Αποτραβήχτηκε μ’ αξιοπρέπεια. Κι ο ταγματάρχης μετάνιωσε, κι είχε θυμό για το που έδειχνε μετάνοια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 110 Σχόλια »

Λέξεις της Νικαριάς (μια συνεργασία του Ροβυθέ)

Posted by sarant στο 18 Οκτώβριος, 2017

Νικαριά είναι βεβαίως η Ικαρία. Στη λαϊκή γλώσσα, που μιλιέται και ακούγεται αντί να γράφεται και να διαβάζεται, οι χασμωδίες ενοχλούν κι έτσι η Ικαρία γίνεται Νικαριά (την Ικαρία – τη Νικαρία) αλλά και οι Ικαριώτες γίνονται και Καριώτες.

Ωστόσο, δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου, που άλλωστε δεν το γράφω εγώ. Σήμερα συνεχίζουμε τις δημοσιεύσεις άρθρων με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από περιοχές της Ελλάδας, που έχουν πυκνώσει τώρα τελευταία ακριβώς επειδή κι άλλοι φίλοι παρακινούνται να γράψουν άρθρα για την ιδιαίτερη πατρίδα τους ή κάποια περιοχή που τη γνωρίζουν καλά. Θυμίζω πως το προηγούμενο ανάλογο άρθρο ήταν τα Πλωμαρίτικα, του Γιάννη Μαλλιαρού (στο άρθρο υπάρχουν σύνδεσμοι προς τα παλιότερα σχετικά άρθρα). Ανανεώνω την πρόσκληση σε όποιον φίλο ενδιαφέρεται να γράψει παρόμοιο άρθρο για το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Το άρθρο είναι συνεργασία του φίλου που έχει το ιστολόγιο Ροβυθέ (ροβυθέ είναι η ρεβυθιά). Του δίνω αμέσως τον λόγο. Σχολιάζω με πλάγια και μέσα σε αγκύλες.

 

Λέξεις της Νικαριάς

Ειδικός στα γλωσσολογικά δεν είμαι, ωστόσο είμαι καριώτης και από τους δύο γονείς και άκουγα από παιδί τη ντοπιολαλιά. Παρά το ότι μεγάλωσα στην Αθήνα και μιλάω τα ελληνικά του σχολείου (και της τηλεόρασης…) χωρίς καθόλου την προφορά του νησιού,  όποτε βρίσκομαι σε καριώτικη παρέα (δηλαδή αρκετά συχνά) κάπως μου βγαίνουν αδιόρατα και κάποια στοιχεία της προφοράς και κάμποσες ιδιωματικές λέξεις, που βέβαια άργησα αρκετά να καταλάβω ότι δεν είναι πανελλήνιες. Για την καριώτικη προφορά, όσοι δεν την έχετε ακούσει, μπορείτε να διαβάσετε δυο λόγια από τον παλιό ιστότοπο του Νικοκύρη, στην παρουσίαση ενός βιβλίου με ποιήματα της συμπατριώτισσας Χρύσας Καζάλα.

Να πω ότι για την επιλογή των λέξεων συμβουλεύτηκα επιπλέον μερικούς φίλους που έχουν μεγαλώσει στη Νικαριά, καθώς και δύο βιβλία, το «Λαογραφικά Ικαρίας» του Αλέξη Πουλιανού (τρίτομη αυτοέκδοση από τα μέσα της δεκαετίας του ’70) και το «Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς» του Δημήτρη Λεσσέ (2η έκδοση, Εύδηλος, 2013). Προσπάθησα με τη βοήθεια και του διαδικτύου να επιλέξω λέξεις χαρακτηριστικά (και κατά προτίμηση αποκλειστικά) καριώτικες, πράγμα αρκετά δύσκολο βέβαια γιατί ανακάλυψα, συχνά με έκπληξη, ότι υπάρχουν (ή τέλος πάντων υπήρχαν) και αλλού οι ίδιες ή παρόμοιες λέξεις, ιδίως στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη, οπότε χάσαμε ας πούμε τη σκλούπα (κουκουβάγια) ή το φαούδι (μτφ. το γκρινιάρικο παιδί). Επέλεξα ακόμα λέξεις που τις έχω συναντήσει (έστω και κάπως σπάνια) στην καθημερινή ομιλία και όχι μόνο στα βιβλία, πράγμα που μας στέρησε ατυχώς την ωραιότατη λέξη Κυρασολένη (ουράνιο τόξο), που έδωσε τον τίτλο σε ένα πρόσφατο βιβλίο με ικαριακά παραμύθια, και το χαριτωμένο ρήμα σπαρουγγώνω (μαζεύομαι, ζαρώνω και μτφ. φοβάμαι). Κράτησα ωστόσο ορισμένες λέξεις που υπάρχουν και σε άλλα μέρη αλλά κατά κανόνα με διαφορετική σημασία. Φυσικά η συλλογική σοφία του σαραντάκειου ιστολογίου μπορεί να κάνει διορθώσεις ή προσθήκες.

 

ανάγκασμα: η αιφνίδια (μέχρι σκασμού) ανάγκη για αφόδευση. Αν και η λέξη είναι ενδεχομένως πανελλήνια, είναι συστατικό της πιο χαρακτηριστικής καιριώτικης κατάρας: «π’ ανάγκασμά σε» που θα πει «που να σε πιάσει ανάγκασμα». Αντίστοιχα χαρακτηριστική είναι η έκφραση «άμε θαλάσσωσε» που σημαίνει «φύγε από μπροστά μου, εξαφανίσου» και προέρχεται κατά μία εκδοχή από την καταδίκη σε «θαλάσσωμα» δηλαδή εξορία χωρίς δικαίωμα επιστροφής που υποτίθεται ότι επιβαλλόταν ως εσχάτη των ποινών σε όσους πρόδιδαν στους πειρατές την παρουσία κατοίκων στο νησί τον καιρό της αφάνειας (16ος αιώνας, μετά την αναχώρηση των Γενοβέζων και πριν την άφιξη των Τούρκων, όπου υποτίθεται ότι οι Καριώτες είχαν υιοθετήσει μια στρατηγική επιβίωσης που στηριζόταν στην αυτάρκεια και την απόκρυψη).

μπουγκέφαλα: μπρούμυτα. Κάποιος που πέφτει κωλοτουμπηδόν πάει «ανάσκελα-μπουγκέφαλα». Το ρήμα «μπουγκεφαλίζω» μπορεί να σημαίνει π.χ. αναποδογυρίζω, αδειάζω το περιεχόμενο μιας τσάντας.

παραματσιράω: καθυστερώ, κωλυσιεργώ ασχολούμενος με ένα σωρό άλλα πράγματα εκτός από το επείγον (αντίστοιχο του αγγλικού procrastinate). Δεν ξέρω αν τυχόν σχετίζεται με το μάτσι, ένα χειροποίητο ζυμαρικό κάπως σα λαζάνια που το ψιλοκόβουν, πάντως από τούτο βγαίνει η ματσόβεργα, δηλαδή ο πλάστης της κουζίνας.

ζάλλω: περιφέρομαι, κινούμαι (λογικά πρέπει να σχετίζεται με το «ζαλεύγω» δηλ. σαλεύω).

παρασυνείκασα: σάστισα, έχασα την αίσθηση του πού βρίσκομαι, και μτφ. νομίζω πράγματα που δεν υπάρχουν, τρελαίνομαι. (Υποθέτω σύνθετο από παρα+συν+εικάζω). Παρόμοια είναι η λέξη ηκουτούρδισα και φαντάζομαι το αντίστοιχο ρήμα (κουτουρδίζω) ενδεχομένως να σχετίζεται ετυμολογικά με το «κουτουρού» (προς τα εκεί που πάει αυτός που σάστισε).

[Σχόλιο Ν.Σ.: το κουτουρδίζω πρέπει να είναι το γνωστό σε άλλες περιοχές κουτουρντίζω ή κουντουρντίζω, που σημαίνει «τρελαίνομαι, λυσσάω, αφηνιάζω, ξεσαλώνω» και είναι δάνειο από το τκ. kudurdim, αόριστο του kudurmak «λυσσάω». «Αμάν, κουτουρντίσατε πια! έλεγαν παλιά οι μανάδες στα παιδιά που γύριζαν σπίτι καταϊδρωμένα από το παιχνίδι. Δεν έχει σχέση με το ‘κουτουρού’, που όμως είναι κι αυτό τούρκικο δάνειο]

παράχραντος ή αξελέστατος: ατημέλητος, άπλυτος μτφ. ανισόρροπος  (το αξελέστατος πρέπει να προέρχεται από το λόγιο «εξωλέστατος»).

καφαρτέ: πρόγευμα (αν και κάποιοι το λένε γενικότερα για οποιοδήποτε γεύμα). Νομίζω πρέπει να βγαίνει από καφέ+άρτο ή άρτηση.

[Σχόλιο Ν.Σ. Το καφαρτέ πρέπει να είναι το γνωστότερο από άλλες περιοχές ‘καφαλτί’ = το πρωινό ή το κολατσιό, με την καθιερωμένη τροπή του λ σε ρ. Είναι τουρκικό δάνειο, kahvaltι, που θα μπορούσε κατά λέξη να αποδοθεί «το πάρσιμο του καφέ». Έχει δηλαδή οντως σχέση με τον καφέ].

λίλλυρο (ή λίλιρο ή λίλυρο): κυριολεκτικά η οπτική διαταραχή που προκαλείται στον ορίζοντα από τη μεγάλη ζέστη, μεταφορικά η κάψα, η πολλή ζέστη. Παρόμοιες λέξεις υπάρχουν και αλλού, π.χ. ο λάλλαρος στην Κύπρο το λάλαρο στη Σύρο, η λίλιρη σε άλλα νησιά όπου σημαίνει (και) την ιλαρά. Ωστόσο σε αντίθεση με το Νικοκύρη δεν νομίζω ότι προέρχεται από την ιλαρά, που στα καριώτικα είναι μπέμπελη ή κατσίφερη. Καλού κακού πάντως να εμβολιάζεστε.

[Εδώ διαφωνούμε. Όπως είχαμε συζητήσει πρόσφατα, για μένα είναι βέβαιο ότι η αρχική σημασία είναι λίλιρη = η ιλαρά, που επεκτάθηκε σε κάμποσα μέρη στη σημασία ‘μεγάλη ζέστη’ και ειδικά στην Ικαρία πήρε και τη σημασία της οπτικής διαταραχής του ορίζοντα λόγω της μεγάλης ζέστης].

βαϊλίζω: νταντεύω παιδιά (όχι μόνο κάνω μπεϊμπι-σίτιγκ, μπορεί γενικότερα να σημαίνει είμαι σε φάση ζωής που ανατρέφω μικρά παιδιά).

[Κατά σύμπτωση το είχαμε συζητήσει το καλοκαίρι, στο άρθρο για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά]

σκαρτάρω: αναπηδώ από τον τρόμο (πιο συχνό στον αόριστο: ησκάρταρα). Να σημειωθεί ότι σε άλλα μέρη της Ελλάδας το ίδιο ρήμα σημαίνει «ξεσκαρτάρω», βγάζω τα σκάρτα (π.χ. τα χαρτιά που δεν χρειάζομαι στην τράπουλα).

γκρούβαλος: εντελώς πρόσφατη λέξη άγνωστης ετυμολογίας που δηλώνει τον καλοκαιρινό επισκέπτη-κατασκηνωτή με εμφάνιση «φρικιού» (συνήθως με αρνητική σημασιοδότηση: οι γκρούβαλοι κατηγορούνται – όχι πάντα άδικα – ότι εισβάλλουν μαζικά στα πανηγύρια, πίνουν μπάφους, ενίοτε κλέβουν το φαγητό των ντόπιων και χοροπηδάνε στην πίστα με αυτοσχέδια βήματα που δεν έχουν σχέση με τον παραδοσιακό καριώτικο χορό. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο το είδος είναι σε υποχώρηση καθώς αντικαθίστανται τάχιστα από χίπστερ που καταλαμβάνουν την πίστα τραβώντας σέλφι· παρόλα αυτά η λέξη γκρούβαλος έχει διαδοθεί ευρύτερα, έχει περάσει σε ιντερνετικά λεξικά, και τείνει να γίνει πανελλήνια).

ρασκό: άγριο κατσικάκι ελευθέρας βοσκής από τα ορεινά του νησιού. (Έχω ακούσει να χρησιμοποιείται μεταφορικά και για νεαρά κορίτσια ελευθέρας βοσκής, επίσης άγρια, αλλά αυτή η χρήση δεν έχει περάσει στα λεξικά.)

πηδαυλίζω: τρώω ή για την ακρίβεια ξεκοκκαλίζω (συνήθως το ρασκό) μέχρι να μην έχει πια καθόλου κρέας και να απομείνουν και τα κόκκαλα κενά σα να μπορείς με αυτά να παίξεις πηδαύλι (φλογέρα). Π.χ. «Ήρταν οι γκρούβαλοι την ώρα που χορεύαμε κι ίσαμε να γυρίσουμε στο τραπέζι είχανε πηδαυλίσει το ρασκό».

θεόσκαρος: τσίτσιδος, όπως τον γέννησε η μάνα του (π.χ. οι γκρούβαλοι στην παραλία του Να, προτού αυτή γίνει διάσημη από την Άθενς Βόις).

καθούρα: χαρακτηριστικό είδος λευκού κατσικίσιου τυριού. Δεν υπάρχει τυποποιημένο, μόνο από σπίτι (τα ρασκά δεν αρμέγονται).

σιφούνι: σκεύος άντλησης και σερβιρίσματος κρασιού που προέρχεται από αποξηραμένη κολοκύθα σαν φλάσκα με μακρύ περιστροφικό στόμιο (σα σιφώνιο) που χρησιμεύει για να γεμίσει το σκεύος με σιφωνισμό από τις βυτίνες που αποθηκεύεται το κρασί. Στο αρκετά γνωστό εσχάτως παραδοσιακό τραγούδι «Αμπελοκουτσούρα», επαινείται μαζί με το κρασί και το σιφούνι το «στραβόραδο», δηλαδή με το στραβό ράδι (ουρά, πίσω μέρος).

μωλόπι (ή μολόπι): υποθετικό ερπετό, ίσως νερόφιδο (δε νομίζω να αντιστοιχεί σε υπαρκτό ζώο) που χρησιμοποιείται ως απειλή προς τα παιδάκια που παίζουν κοντά σε ρέματα, λίμνες κλπ. ώστε να μην πέσουν μέσα.

 λουπάστρα: το μέρος όπου λουπάζει (=λουφάζει) κανείς, το καταφύγιο, και μεταφορικά το απάγκιο μέρος. Περίπου συνώνυμη (αφορά κυρίως ζώα) είναι και η λέξη λόψι (ή λώψι κατά τον Λεσσέ), δεν ξέρω αν είναι και ετυμολογικά συγγενική.

μπλάζω: πέφτω ή ρίχνω, μτφ. σκορπίζω, π.χ. «πήγαινε το πιάτο στο τραπέζι μα έχε το νου σου μη μπλάσει(ς) το φαΐ» Υποτίθεται προέρχεται από ένα αρχαίο ρήμα «πίμπλημι» που σημαίνει γεμίζω, αλλά δεν ξέρω από ποια διαδρομή.

ξένος: πας μη καριώτης. Γενικά όλοι οι Έλληνες είναι ξένοι, εκτός από τους Φουρνιώτες που λέγονται «νησιώτες». Ο καριώτης που δεν είναι από το δικό μας χωριό είναι «παραχωριού» (επίθετο, αν και σε όλες τις πτώσεις και τα γένη ίδιο).

ξορίζομαι: χάνω το δρόμο μου. Υπάρχει μια ωραία ιστορία με έναν καριώτη κι έναν ξένο που δε μιλιούνται γιατί όταν ο καριώτης βρίσκει τον άλλο να περιπλανιέται στα κατσάβραχα τον ρωτάει «ξορίστηκες;» αλλά ο ξένος καταλαβαίνει «ξυρίστηκες;» και παρεξηγείται…

περιπατίνα: η κληματαριά της αυλής που κάνει σκιά (σε άλλα μέρη λέγεται κρεβατίνα)

βαβάτσινο: το βατόμουρο

[βάτσινο σε πολλά άλλα μέρη]

 πνάζομαι: διαισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, μτφ. «μυρίζομαι». Σε πρόσφατη εκπομπή κυπριακού καναλιού για την Ικαρία, ο Δημήτρης Λεσσές ανέφερε ότι ομόηχο ρήμα υπάρχει και στην Κύπρο, αλλά με την έννοια του «αναπαύομαι». Το δικό μας πρέπει να έχει να κάνει με πνοή/πνεύμα, όχι με ύπνο. Η έκφραση «ηπήρεν τα πνα του Χ» σημαίνει ακολούθησε τα ίχνη του Χ.

ραός: σπήλαιο, άνοιγμα στο έδαφος. Το έχω ακούσει κυρίως ως αρσενικό (ο ραός) αλλά και ως ουδέτερο (το ραός).

σάωσε: σώπα, κάτσε ήσυχα. (προστακτική· δεν είμαι βέβαιος πώς ακριβώς είναι το ρήμα στην οριστική. Υπάρχει μια ομηρική λέξη σάωσε = έσωσε, οπότε μπορεί και να είναι από την ίδια ρίζα π.χ. «Σώνει, φτάνει»)

κορκόφυλλας (ή κορκόφιλας): η χαρακτηριστική της ικαριακής πανίδας σαύρα του είδους Stellagama stellio, ή παλιότερα Laudakia stellio ή όταν σπούδαζα Agama stellio (οι ερπετολόγοι έχουν αλλάξει τρεις ονομασίες σε είκοσι χρόνια, εμείς πάντα κορκόφυλλα το λέμε)

σκολλί ή σκολλύς: το τσουλούφι ή κοτσιδάκι π.χ. «‘α σε πιάσω απ’ το σκολλί και ‘α σου δώκω μια μεσ’ στα μούτρα να μάθεις». Υπάρχει και το ρήμα «ξεσκολλίζω», δηλ. τραβάω βίαια απ’ τα μαλλιά (θεωρητικά μέχρι να μου μείνουν στο χέρι).

κουρσούνι: από το τούρκικο kurşun (μολύβι), παλιά σήμαινε το βλήμα πυροβόλου όπλου, σήμερα μτφ. ταχύτατο, «σφαίρα». (π.χ. Ηπέτασε αφ’ τ’ αμπέλι και του ‘δωκεν κουρσούνιν στον καφενέ). Στο παράδειγμα το ρήμα «πετώ» εννοεί «το σκάω, την κοπανάω». Παρόμοια χρησιμοποιείται και το «φτερώνω».

[Συχνότερος ο τύπος «κουρσούμι», σε πολλές περιοχές της χώρας. Γενική έννοια, το μεταλλικό σφαιρίδιο. Δείτε και αφήγημα του Μάρκου Μέσκου.]

σουφικό: παραδοσιακό καλοκαιρινό ικαριακό φαγητό με ντομάτα, κρεμμύδι, πιπεριές κ.ά. ζαρζαβατικά που σύμφωνα με μια ανεκδοτολογική (αλλά ίσως νατσουλική) εκδοχή οφείλει το όνομά του στο διάλογο του πεινασμένου ζευγαριού που το εφηύρε, όπου η σύζυγος ενώ μαγειρεύει ό,τι έχει βρει στον κήπο τσιμπολογάει από το τηγάνι, κι ο πεινασμένος σύζυγος ρωτάει «μα ’α μου ‘φήκεις;» κι εκείνει απαντάει «ε, ’α σου ‘φήκω, σου ‘φήκω…» – και δε μάθαμε αν του ‘φηκε τελικά.

συγκούδουνος: μαζί με το κουδούνι, μτφ. όλο μαζί . Η φράση προέρχεται από αληθινή ιστορία των αρχών της Τουρκοκρατίας (τέλος 16ου αιώνα στα καθ’ ημάς) όπου ο Τούρκος Αγάς είναι τόσο βάναυσος και μισητός που οι βαστάζοι που μεταφέρουν το φορείο του συνεννοούνται να τον πετάξουν στο γκρεμό αλλά συζητάνε αν πρέπει να τον πετάξουν με το φορείο ή χωρίς. Ο Αγάς τους έχει τάξει ένα αρνί ως αμοιβή για τη μεταφορά, και τον ρωτάνε αν θα τους το δώσει συγκούδουνο (με το κουδούνι). Ο Αγάς συναινεί, οπότε τον πετάνε μαζί με το φορείο, και έκτοτε έχει μείνει παροιμιακή η φράση «αυτός ηπή(γ)ε συγκούδουνος» π.χ. αν κάποιο αυτοκίνητο φύγει από το δρόμο και αρχίσει να κατηφορίζει τις πλαγιές (πράγμα που έχει συμβεί κάποιες φορές).

λούρος: μεγάλος γρανιτένιος λείος βράχος που εκτείνεται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους σχηματίζοντας μια φυσική κοιλότητα. Συχνά οι παλιοί Καριώτες τείχιζαν τις πλευρές και έφτιαχναν οικήματα που ονομάζονται θεοσκέπαστα.

συνεμπαίνω (ή μάλλον «μου συνεμπαίνει» π.χ. μια σκέψη): συνειδητοποιώ, με απασχολεί,  αντιλαμβάνομαι κάτι.

φυλάκι: αυτοσχέδιο σακκίδιο (προφανώς από το αρχαίο «θυλάκιον») από προβιά κατσίκας που περνιέται στην πλάτη. Από το ίδιο υλικό φτιάχνεται και ένα μουσικό όργανο, η τσαμπουνοφυλάκα, ένα είδος τσαμπούνας ή γκάϊντας (στην Κρήτη το αντίστοιχο λέγεται ασκομαντούρα).

τσούτα (ή τσουτέ): μικροποσότητα (π.χ. μια τσούτα αλάτι βάλε μονάχα)

χοροσταλίζω: χορεύω διαρκώς, ακατάπαυστα.

σουπέρδιος: δύστροπος, παράξενος

σέρφη: οποιοδήποτε μικρό ζωάκι, ερπετό, έντομο (βλ. και την έκφραση «μπα που να σε φάει (δηλ. να σε δαγκάσει) η σέρφη»). Μτφ. χρησιμοποιείται για σκανταλιάρικα πιτσιρίκια, π.χ. σουπέρδια σέρφη το αεικίνητο, άτακτο παιδάκι που αρνείται να κάτσει φρόνιμο.

φαηδόνα (ή φαϊδόνα): η κοινή σφήκα. Η λέξη σφήκα χρησιμοποιείται επίσης, αλλά χαρακτηρίζει ένα άλλο είδος σαρκοφάγου υμενοπτέρου, καφέ χρώματος με μια κίτρινη ρίγα στην κοιλιά.

Αν και κάτι λίγο η Γενοβέζικη παρουσία, κάτι λίγο περισσότερο η Τουρκοκρατία, κάτι ακόμα περισσότερο η αμφίδρομη επικοινωνία με τα απέναντι παράλια πριν το 1922, είχαν αφήσει τα ίχνη τους στη γλώσσα του νησιού πριν αναλάβουν δράση τα αναλυτικά προγράμματα του σχολείου και τα ΜΜΕ, σε πολλούς από εμας τους καριώτες αρέσει να καμαρώνουμε για τη αρχαιότητα της ντοπιολαλιάς μας, στην οποία επιβιώνουν αρκετές αρχαίες (ιωνικές) λέξεις και εκφράσεις όπως επιβεβαιώνει και ο Γ.Ν. Χατζηδάκης (Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 1907). Κάπου κάπου καταγράφονται (από τους γεροντότερους) εκφράσεις όπως «Έασον τις αίγες» ή «Πυροβόλησον την στιαν» που δεν περιμένεις να τις ακούσεις σε ζωντανή γλώσσα τον 20ο ή 21ο αιώνα. Ωστόσο δεν πρέπει να παραπλανηθεί κανένας επιρρεπής σε ιδεολογήματα και να νομίζει ότι συναντιούνται δυο καριώτες βοσκοί στο βουνό και ανταλλάσσουν απαρέμφατα, δυϊκούς αριθμούς και ευκτικές· κάθε άλλο.

Χαρακτηριστική είναι από αυτή την άποψη μια ιστορία που μου διηγήθηκε πρόσφατα η θεία μου η Ιωάννα, την οποία κατέγραψε ο προπάππους της που ήταν δικαστής της Δημογεροντίας στα τέλη του 19ου αιώνα (με βασική ευθύνη την αντιμετώπιση περιπτώσεων ζωωοκλοπής και καταπατήσεων). Σύμφωνα με αυτή τη διήγηση, κάποιος ονόματι Αναστάσης έκλεψε μια κατσίκα το Μεγάλο Σάββατο, και το βράδυ πήγε στην εκκλησία όπου ο παπάς απήγγειλε ένα τροπάριο που λέει «Ἀναστάσεως ἡμέρα και λαμπρυνθῶμεν Λαοί». Δεν ξέρω πώς ακριβώς το είπε ο παπάς, ο φουκαράς όμως άκουσε «Ο Αναστάσης ήκλεψε την αίγα και την ητάισε κλαδί» και έντρομος τρέχει στον παπά και του λέει «Σώπα παπά μου, θα την πάω πίσω την αίγα, αλλά μην το λες μπροστά σε όλους ότι εγώ την ήκλεψα».

Σήμερα βέβαια δεν θα κινδύνευε· οι αίγες έχουν εκλείψει, μόνο κατσίκες έχουμε άφθονες πλέον.

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , | 87 Σχόλια »

Πλωμαρίτικα – Μια συνεργασία του Γιάννη Μαλλιαρού

Posted by sarant στο 9 Οκτώβριος, 2017

Συνεχίζουμε ακάθεκτοι τις δημοσιεύσεις άρθρων με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από διάφορες περιοχές της χώρας, με μια συνεργασία του φιλου μας του Γιάννη Μαλλιαρού με λέξεις από τη διάλεκτο του Πλωμαριού -βλέπετε, η Μυτιλήνη είναι μεγάλο νησί, που μάλιστα ακόμα έχει δυσπρόσιτα μέρη και δύσκολες συγκοινωνίες, πόσο μάλλον πριν από δυο τρεις αιώνες. Όπως έλεγε κι ένας φίλος του πατέρα μου σε μια ουζοκατάνυξη, θυμωμένος που κοτζάμ νησί έγινε ένας μόνο δήμος σύμφωνα με την καλλικρατική ντιρεχτίβα, «ο Ραγκούσης θαρρούσε πως όλα τα νησιά είναι μια κουτσουλιά σαν την Πάρο» -αλλά πλατειάζω με άσχετα, ίσως επειδή ο φίλος μας ο Γιάννης παρέδωσε έτοιμη δουλειά, ακόμα και με εισαγωγή. Οπότε του δίνω το λόγο, θυμίζοντας πως παρόμοιες συνεργασίες είναι πάντοτε καλοδεχούμενενες. Σχολιάζω κι εγώ, σε αγκύλες, με πλάγια και καναδυό φορές παρασύρθηκα και φλυάρησα πολύ -ας μου συγχωρεθεί, ένεκα η εντοπιότητα.

Τα πλωμαρίτικα – Γιάννης Μαλλιαρός

Η αρχή έγινε με την ντοπιολαλιά των Θερμιών (Κύθνου) που ετοίμασε ο Δημήτρης Μαρτίνος. Ο Νικοκύρης εκεί έκανε πρόσκληση σε όποιον ήθελε να προσθέσει και τα δικά του, από την περιοχή του κι έτσι υπήρξε συνέχεια με τη Σιφνέικη από το σχολιαστή με το χρηστώνυμο Κουτρούφι. Μιας και την εποχή εκείνη ήμουνα στο χωριό σκεφτόμουνα διάφορες λέξεις που θα μπορούσαν να περιληφθούν σε μια παρόμοια δουλειά για τη διάλεκτο του Πλωμαριού και των χωριών του (όσο κι αν υπάρχουν διαφορές, σε γενικές γραμμές είναι κοινή). Βέβαια, ούτε γλωσσολόγος είμαι, ούτε φιλόλογος κι έτσι από ετυμολόγηση δεν έχουμε, αν και είναι σίγουρο πως πολλές έχουν τουρκική αρχή. Εν τω μεταξύ, με το που τα ετοιμάζω, να και διαλεκτικά του Ξηρόμερου από τον Αλέξη! Εκεί ο Νικοκύρης θυμήθηκε πως παλιότερα είχε βάλει κι Αμοργιανά.

Οι λέξεις που θα παρουσιάσω είναι λέξεις που είτε έχουν χαθεί (εγώ επειδή έχω φύγει αρκετά χρόνια – μου λένε ότι – έχω κρατήσει την παλιά μορφή της γλώσσας) είτε είναι κοινές με άλλες περιοχές αλλά έχουν ειδική σημασία. Τον τελευταίο καιρό βοήθησα να ετοιμαστεί ένα σχετικό βιβλίο (είναι σε διαδικασία εκτύπωσης) αλλά οι λέξεις που διάλεξα δεν είν’ από κει παρμένες (αν και σίγουρα θα υπάρχουν εκεί πολλές αν όχι και όλες). Τη σημασία τους την έχω από τα χρόνια που έζησα εκεί (μέχρι τα 18 μου, το 1977). Από τότε πάω τα καλοκαίρια, αλλά η γλώσσα έχει αρχίσει ν’ αλλάζει. Όμως η απουσία μου έχει το καλό να κρατάω τις παλιές λέξεις και εκφράσεις, πολλές φορές με κοιτάνε παραξενεμένοι που τις χρησιμοποιώ.

Για ξεκίνημα να πω πως στην περιοχή συνηθίζεται η μετατροπή του τ σε κ και του κ σε τσ. Έτσι θυμάμαι να γράφει κάποιος παλιά στο «Δημοκράτη» (εφημερίδα της Μυτιλήνης): Θα γίνου σαν τ’ς Πλουμαρίτις. Θε λέγ’ του στήλου – σκήλου τσι του σκύλου – στσύλου. Θα λεγ’ του τυρί – κυρί τσι του κηρί – τσηρί. (ναι, ξέρω πως για ν’ ακουστούν οι ήχοι έτσι όπως βγαίνουν από μας δεν είν’ εύκολο. Το τσ ας πούμε στα παραπάνω είναι παχύ. Υπάρχουν δυο τριών λογιών λ ή ν και πάει λέγοντας). Ο φίλος μου ο Γιάννης απ’ τα Τρίκαλα (αλλά και άλλοι Θεσσαλοί) μου λέει πολλές φορές πόσο όμοια του φαίνεται η διάλεκτος η δικιά μας με τη δικιά τους! Το λέει ο Γιάννης γιατί συνηθίζουμε να κόβουμε τα φωνήεντα; Εμ τα κ τσ κλπ πώς τα ακούει; π.χ. «πικ’νό φικ’νό τσι φκ’νό» (=πετεινό φετινό και φτηνό) ή «ακή μ’ τσ’ απακή μ’, πάκ’σα του κακί μ’» (= απ’ εαυτού μου και μόνο πάτησα το γατί μου).

Η πλάκα είναι πως παλιότερα υπήρχαν αρχαιοελληνικές λέξεις που είχαν επιβιώσει στη γλώσσα μας αλλά χάθηκαν και άλλαξαν με σύγχρονες της κοινής ελληνικής. Η θεια μου η Αμερσούδα (όχι αυτή του τραγουδιού αλλά όντως θεία μου, αδερφή της γιαγιάς μου) συχνά έλεγε «πιασ’ μουρί του χλιάρ από τ’ αρμάρ» (=πιάσε το κουτάλι απ’ το ντουλάπι). Σήμερα δεν ακούγεται ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυτιλήνη, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 128 Σχόλια »

30 λέξεις που τις λένε στο Ξηρόμερο (μια συνεργασία του Αλέξη)

Posted by sarant στο 3 Οκτώβριος, 2017

Συνεχίζουμε σήμερα τις αναρτήσεις με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από διάφορες περιοχές της χώρας, με συνεργασίες φίλων του ιστολογίου που γεννήθηκαν, ζουν ή έχουν δεσμούς με τις περιοχές αυτές. Ως τώρα είχαμε συνεργασίες από νησιά (Αμοργός, Θερμιά, Σίφνος) αλλά σήμερα, ίσως επειδή πέρασε το καλοκαίρι, θα επισκεφτούμε, λεξιλογικά εννοώ, μια στεριανή περιοχή, το Ξηρόμερο.

Το Ξηρόμερο είναι η βορειοδυτική πλευρά της Αιτωλοακαρνανίας. Η παλιά επαρχία Ξηρομέρου είχε πρωτεύουσα τη Βόνιτσα, αλλά ο σημερινός (καλλικρατικός) δήμος Ξηρομέρου δεν περιλαμβάνει τη Βόνιτσα και έχει έδρα τον Αστακό. Ο Αλέξης, που είναι ο σημερινός μας ξεναγός, μάς έχει δώσει και άλλες συνεργασίες παλιότερα στο ιστολόγιο, όπως για το λεξιλόγιο της μεταπολίτευσης.

Όμως, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, δίνω τον λόγο στον Αλέξη να μας πει για τις λέξεις που λένε στο Ξηρόμερο. Δικά μου σχόλια, σε αγκύλες.

30 λέξεις που λένε στο Ξηρόμερο

Το Ξηρόμερο δεν είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου, αλλά τυχαίνει να έχω μία ιδιαίτερη σχέση μ’ αυτή την περιοχή, αφού από εκεί κατάγεται η γυναίκα μου, και επιπλέον κι εγώ ο ίδιος δούλεψα εκεί ως γεωπόνος, επί μία οκταετία. Η μελέτη της ντοπιολαλιάς του Ξηρομέρου θεωρώ ότι παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς είναι ένα περίεργο κράμα που έχει σαν βάση τα τυπικά ρουμελιώτικα, αλλά έχει ενσωματώσει πολλές λέξεις από το επτανησιακό γλωσσικό ιδίωμα ενώ παρουσιάζει κοινά στοιχεία και με τα ηπειρώτικα ιδιώματα. Η προφορά είναι λιγότερο βαριά και με λιγότερες περικοπές φωνηέντων από τα κλασικά ρουμελιώτικα των ορεσίβιων (του Μπαρμπα- Γιώργου στον Καραγκιόζη ας πούμε) ενώ απουσιάζει και το χαρακτηριστικό νι και λι (gni και gli) που συναντάμε νοτιότερα, στις περιοχές από το Αγρίνιο μέχρι και την Πάτρα.

Παρακάτω έχω σταχυολογήσει 30 λέξεις που λένε στο Ξηρόμερο, με ορισμούς και σύντομα παραδείγματα, ενώ σε ορισμένες από αυτές κάνω και μία απόπειρα ετυμολόγησης, με τη βοήθεια κυρίως των λεξικών και του διαδικτύου.

Να σημειώσω ότι τόσο οι 30 αυτές λέξεις όσο και οι περίπου 280 από ένα πολύ πιο εκτεταμένο γλωσσάρι που έχω καταρτίσει, προέρχονται όλες από προσωπικά βιώματα, δηλαδή τις έχω ακούσει όλες να λέγονται από πρώτο χέρι. Δεν πρόκειται δηλαδή για αντιγραφή από διάφορα  γλωσσάρια που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, αλλά κατά κάποιον τρόπο για πρωτογενή έρευνα.

Σίγουρα πολλές από αυτές λέγονται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας και θα με ενδιέφεραν ιδιαίτερα τα σχόλια των αναγνωστών του ιστολογίου πάνω σε αυτό, καθώς επίσης και για την προέλευση κάποιων λέξεων, όπου πιθανότατα κάποιοι μπορεί να γνωρίζουν κάτι παραπάνω από αυτά που εγώ μπόρεσα να βρω.

 

αγωνιέμαι: ρημ., ασχολούμαι με κάτι, καταπιάνομαι. Από το αγωνίζομαι.

Χρησιμοποιείται κυρίως στην στερεότυπη έκφραση «τι αγωνιέσαι;» που σημαίνει «με τι ασχολείσαι, με τι καταπιάνεσαι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 195 Σχόλια »

Το σαλτανάτι του σουλτάνου ξανά

Posted by sarant στο 28 Αύγουστος, 2017

Επειδή χτες είχα αλλότρια, καταφεύγω και σήμερα στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης παλιότερου άρθρου. Θα ξαναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχα ανεβάσει πριν από εξίμισι χρόνια. Στη σημερινή αναδημοσίευση έχω ενσωματώσει κάποια από τα παλιά σχόλια ενώ έκανα και αρκετές ακόμα προσθήκες.

Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, ένας φίλος, Σαλονικιός, βλέποντας ότι είχα γράψει στον παλιό μου ιστότοπο μερικά άρθρα για το λεξικό Μπαμπινιώτη (δείτε εδώ), μου έδωσε έναν κατάλογο λημμάτων που έλειπαν από το λεξικό, κακώς κατά τη γνώμη του. Δυστυχώς αυτόν τον κατάλογο τον έχασα, και το χειρότερο είναι πως και ο φίλος μου δεν τον βρίσκει στα χαρτιά του, αλλιώς θα σας τον παρέθετα διότι είχε ενδιαφέρον. Βέβαια, ο φίλος μου είχε στηριχτεί στην πρώτη έκδοση του λεξικού, κι έτσι κάποιες ελλείψεις –όπως θυμάμαι– είχαν διορθωθεί σε μεταγενέστερες εκδόσεις, ενώ πρέπει να πω ότι δεν συμφωνούσα με όλες τις επισημάνσεις του φίλου μου: μερικές λέξεις καλώς έλειπαν από ένα λεξικό με τις προδιαγραφές του λεξικού Μπαμπινιώτη.

Μια λέξη από τον κατάλογο του φίλου μου ήταν το σαλτανάτι. Βέβαια, πρέπει να πω ότι και το ΛΚΝ, το λεγόμενο λεξικό Τριανταφυλλίδη, το οποίο έχει πιο αντιπροσωπευτικό λημματολόγιο (δηλαδή δεν αποφεύγει τις τουρκογενείς βορειοελλαδίτικες λέξεις), δεν λημματογραφεί το σαλτανάτι, ενώ, ας πούμε, έχει τον ρεντέ, το τσιμένι ή τον μπουγά, που βέβαια απουσιάζουν από τον Μπαμπινιώτη, οπότε δεν θεωρώ κατακριτέα την έλλειψή του λήμματος «σαλτανάτι» από το λεξικό Μπαμπινιώτη. (Περισσότερα για το λημματολόγιο του ΛΚΝ σε πρόσφατο άρθρο μας),

Γενικότερα, το σαλτανάτι δεν φαίνεται να υπάρχει σε κανένα λεξικό, παλιότερο και νεότερο, και ίσως άδικα, διότι στη Βόρεια Ελλάδα ακούγεται αρκετά, απείρως περισσότερο από τα σαρίδια του Ησυχίου που αποθησαυρίζει ο Δημητράκος και αναπαράγει ο Πάπυρος, τα δυο υποτιθέμενα λεξικά της «όλης» ελληνικής που διαθέτουμε. Για μία ακόμη φορά, το slang.gr βάζει τα γυαλιά στα έντυπα λεξικά, αφού καταγράφει και τον όρο, και την ετυμολογία του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 129 Σχόλια »

Πίσω απ’ τον κόσμο – αθησαύριστο ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα

Posted by sarant στο 20 Αύγουστος, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα αθησαύριστο ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα (1909-1956), που έχει και λεξιλογικό ενδιαφέρον μια και περιέχει αρκετούς ιδιωματικούς τύπους και λέξεις.

Είναι αθησαύριστο με την έννοια ότι δεν περιλαμβάνεται στα Άπαντα του ποιητή που εκδόθηκαν με τη φροντίδα της γυναίκας του της Εμορφίας και φίλων του μετά τον πρόωρο θάνατό του.

Εγώ το βρήκα στο περιοδικό Διανοούμενος, τχ. 3, Δεκέμβριος 1962. Το περιοδικό αυτό το εξέδιδε ο Στέφανος Χατζημιχελάκης, αριστερός διανοούμενος (τροτσκιστής μάλιστα) και στενός φίλος του Κοτζιούλα, με τον οποίο είχε συνεργαστει μεταπολεμικά σε διάφορα περιοδικά που εξέδιδε.

Στο συγκεκριμένο τεύχος, ο Χατζημιχελάκης δημοσιεύει το ποίημα που θα παρουσιάσω, συνοδευόμενο από σκίτσο του Κοτζιούλα (που το βλέπετε εδώ αριστερά) και από μια σειρά σχόλια που είχε γράψει ο Κοτζιούλας το 1952 για τη λογοτεχνική επικαιρότητα και τα προόριζε για το περιοδικό Νέος Νουμάς (που έβγαζε τότε ο Χατζημιχελάκης) αλλά που δεν δημοσιεύτηκαν τότε διότι διακόπηκε η έκδοση του περιοδικού.

Πάντως, το ποίημα που θα δούμε δεν είναι άγνωστο, με την έννοια ότι το χειρόγραφό του υπάρχει στο Αρχείο του ποιητή, όπως με ενημέρωσε ο γιος του, ο Κώστας Κοτζιούλας.

Το ποίημα φέρει χρονολογική σήμανση 2.5.1944, είναι δηλαδή γραμμένο μέσα στην Κατοχή. Το 1944 ο Κοτζιούλας βρίσκεται στην 8η Μεραρχία του ΕΛΑΣ. Κάνει τις προετοιμασίες για να συγκροτήσει τον θίασο των ανταρτών, τη Λαϊκή Σκηνή, που από τα τέλη Ιουνίου ως το φθινόπωρο περιόδευσε τα χωριά της Ηπείρου παίζοντας κυρίως έργα που έγραψε επί τούτου ο Κοτζιούλας.

Ο Κοτζιούλας στο ποίημά του περιγράφει τον αποκλεισμό του από την πρωτομαγιάτικη κακοκαιρία στο Ραντοβίζι, χωριό ή ομάδα χωριών του ν. Ιωαννίνων (Ραδοβίζι σήμερα). Από το ποίημα μού δημιουργείται η εντύπωση ότι είχε πάει εκεί με κάποια αποστολή, και θα διακινδυνεύσω την εικασία ότι ίσως η επίσκεψή του σε εκείνα τα μέρη να είχε να κάνει με τη συγκρότηση του αντάρτικου «Αποσπάσματος Καραϊσκάκη», ενός σώματος του ΕΛΑΣ που συγκροτήθηκε με ιδιότυπο τρόπο -το απάρτισαν νεαροί που υποδείχτηκαν από τις Επιτροπές Γερόντων των χωριών, με αποτέλεσμα να μην περιλαμβάνει μόνο εθελοντές. Την ιδέα αυτής της ιδιότυπης στρατολόγησης την είχε ο καπετάν Κόζιακας (Θωμάς Πάλλας, 1917-1949). Η συγκρότηση του σώματος αυτού έγινε τον Μάιο-Ιούνιο του 1944. Ωστόσο, είναι απλή εικασία μου ότι ο Κοτζιούλας βρέθηκε γι’ αυτή τη δουλειά στο Ραντοβίζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθησαύριστα, Εθνική αντίσταση, Περιοδικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 96 Σχόλια »

Και πάλι για τις δύσκολες ναυτικές λέξεις του Κ. Ράδου

Posted by sarant στο 16 Αύγουστος, 2017

Γυρίζω από ταξίδι, άρθρο αδύνατον να γράψω, οπότε αρκούμαι σε επανάληψη παλιότερου, που ταιριάζει με την εποχή αφού έχει θέμα θαλασσινό. Είχε δημοσιευτεί πριν από εξίμισι χρόνια, κι αν το θυμάστε χαρά στο μνημονικό σας (βέβαια μάς το θύμισε πρόσφατα ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος). Το κακό βέβαια είναι ότι στο άρθρο που διάλεξα να επαναλάβω είχαν γίνει λίγα μεν σχόλια αλλά πολύ ουσιαστικά, οπότε θα χρειαστεί να τα ενσωματώσω στο άρθρο κι έτσι δεν θα είναι εντελώς άκοπη η αναδημοσίευση -αλλά ουδέν κακόν αμιγές καλού, διότι τώρα το άρθρο είναι πληρέστερο.

Οπότε, η βελτιωμένη έκδοση του παλιού άρθρου έχει ως εξής:

Οι δύσκολες λέξεις του Κ. Ράδου

Την τελευταία φορά που πέταξα με το αεροπλάνο, πριν φύγω, καθώς έψαχνα με το μάτι να δω ποιο βιβλίο θα πάρω για να διαβάζω, πρόσεξα ένα βιβλιαράκι μικρού σχήματος, από τη σειρά «Η πεζογραφική μας παράδοση» της Νεφέλης, που το είχα αγοράσει πριν από καμιά εικοσαριά (και βάλε) χρόνια, του Κωνσταντίνου Ράδου, Ο πειρατής της Γραμβούσης, αλλά δεν το είχα ανοίξει, έμενε με τα φύλλα άκοπα. Μου φάνηκε σαν να με κοιτάζει παραπονεμένο, οπότε το πήρα και το έβαλα στην τσάντα μου.

Ο Κωνσταντίνος Ράδος (1862-1931) ήταν ηπειρώτης, καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, ερευνητής, έφτιαξε μουσεία, έγραψε για διάφορα θέματα, κυρίως όμως για τη ναυτική ιστορία –και έγραψε και ναυτικά διηγήματα, από τα οποία εξέδωσε δύο τόμους, τα Ναυτικά διηγήματα το 1910 σε καθαρεύουσα και τον Πειρατή της Γραμβούσης το 1930 σε δημοτική. Στην έκδοση της Νεφέλης, ο επιμελητής λέει ότι έχει πάρει τρία μεγάλα διηγήματα από τη δεύτερη συλλογή και τέσσερα κάπως μικρότερα από την πρώτη. Πρόκειται για ναυτικά διηγήματα, με θέματα παρμένα από το παρελθόν: Βυζάντιο, Μεσαίωνας, 1821. Πείτε με προκατειλημμένο, αλλά τα καθαρευουσιάνικα διηγήματα τα βρήκα να έχουν κακογεράσει. Αντίθετα, τα τρία που είναι γραμμένα σε δημοτική λάμπουνε σαν διαμάντια. Μπορεί όμως να είναι και σύμπτωση.

Τέλος πάντων, στην Ανέμη υπάρχει ονλάιν και τζάμπα ο Πειρατής της Γραμβούσης και περιέχει τα περισσότερα από τα διηγήματα της έκδοσης της Νεφέλης, καθώς και μερικά άλλα που δεν τα συμπεριέλαβε ο ανθολόγος, μεταξύ των οποίων και ένα με μανιάτικο θέμα, που θα έπρεπε να κάτσω να το διαβάσω.

Από τον Πειρατή της Γραμβούσης, πιο πολύ μού άρεσε το ομότιτλο διήγημα, όπου η δράση εκτυλίσσεται γύρω στο 1828 σε ένα μη κατονομαζόμενο νησί του Αιγαίου (Σπέτσες; Μήλο; Αστροπαλιά;) και στη Γραμβούσα, το οχυρό νησάκι έξω από τον Κίσσαμο που είχε γίνει ορμητήριο των πειρατών και που εκείνη την εποχή ο αγγλικός στόλος, με άδεια της ελληνικής κυβέρνησης, το πάτησε. Ξεσηκώνω ένα απόσπασμα, που έχει και διάλογο ανάμεσα στους πολιορκητές και τους πολιορκημένους πειρατές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ντοπιολαλιές, Ναυτικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 102 Σχόλια »

Η σιφνέικη ντοπιολαλιά (συνεργασία από το Κουτρούφι)

Posted by sarant στο 7 Αύγουστος, 2017

Πριν από δυο περίπου εβδομάδες είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο μια συνεργασία του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου με θέμα τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά (δηλαδή της Κύθνου). Στο άρθρο εκείνο, αφού είχα γράψει ότι «κάθε νησί αποτελεί, από μια άποψη, ένα ιδιαίτερο γλωσσικό οικοσύστημα κι έτσι, παρόλο που ασφαλώς υπάρχουν πολύ μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στις ντοπιολαλιές των κυκλαδονησιών, ωστόσο θα υπάρχουν και πολλές ιδιομορφίες» σημείωνα, στο τέλος της εισαγωγής μου, ότι «Αν άλλοι φίλοι παρακινηθούν να γράψουν ανάλογα άρθρα για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας τους, είναι καλοδεχούμενα!»

Ο φίλος μας το Κουτρούφι παρακινήθηκε όντως και μου έστειλε ένα άρθρο με 20 λέξεις από τη σιφναϊκή ντοπιολαλιά, λέξεις δηλαδή της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Σίφνου, άρθρο που το δημοσιεύω με πολλή χαρά σήμερα.

Θεωρώ πολύ ενδιαφέρον ότι το άρθρο δίνει έμφαση στο λεξιλόγιο του παιχνιδιού «τσούνια», κι έτσι έχουμε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, αφού μαθαίνουμε τη σιφνέικη παραλλαγή του παιχνιδιού αυτού, που με άλλη ονομασία και ίσως όχι εντελώς ίδιο θα υπάρχει και σε άλλες περιοχές.

Αφού θυμίσω ότι έχουμε παλιότερα δημοσιεύσει δυο λεξιλογικά άρθρα για την Αμοργό (πρώτο και δεύτερο), δίνω τον λόγο στο Κουτρούφι. Τα δικά μου σχόλια είναι μέσα σε αγκύλες.

Και βέβαια, να παροτρύνω όποιον φίλο θέλει, είτε από νησί είτε στεριανόν, να ακολουθήσει το παράδειγμα που μας έδωσαν ο Δημήτρης Μαρτινος και το Κουτρούφι και να γράψει ένα σύντομο αρθράκι για τη ντοπιολαλιά ή το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του!

 

Η ΣΙΦΝΕΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

Το Σιφνέικο λεξιλόγιο έχει τις επιρροές που βρίσκονται και στις άλλες Κυκλάδες (Κρήτη, Φραγκοκρατία, Τούρκικα). Σχετικά με τα Τούρκικα, οι όποιες επιρροές προέρχονται από το πάρε-δώσε με την Οθωμανική διοίκηση (17ο αιώνας μέχρι και την επανάσταση του 21) και από την πολυπληθή Σιφνέικη παροικία στην Πόλη μέχρι και λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά την Οθωμανική περίοδο δεν υπάρχει στη Σίφνο Τούρκικη εγκατάσταση. Αρκετές λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στη Σίφνο βρίσκονται και σε άλλα νησιά και έχουν καταγραφεί στο παρόν ιστολόγιο (Αμοργός, Κύθνος, Χίος, Κρήτη) αλλά και αλλού. Στο παρόν επέλεξα λέξεις και εκφράσεις που δεν βρίσκονται εύκολα (ή καθόλου) στα ψαχτήρια ή εντοπίζονται μόνο σε ιστότοπους ενδιαφέροντος Σίφνου. Για τα περισσότερα δεν γνωρίζω καλά την ετυμολόγηση και δεν είμαι βέβαιος για την ορθογραφία.

«αντάλοα». Επίρρημα που δηλώνει τον γνωστό τρόπο καθίσματος σε ένα υποζύγιο όπου τα δύο πόδια είναι δεξιά κι αριστερά στη σέλα όπως σε ένα δίκυκλο. Ο πιο συνηθισμένος τρόπος καθίσματος στη Σίφνο είναι ο πλευρικός. Μια δική μου αδιασταύρωτη ετυμολόγηση βασιζόταν στο «σαν τα άλογα», επηρεασμένος περισσότερο από τα καουμπόικα που διάβαζα. [Τη λέξη δεν τη βρήκα στο Ιστορικό Λεξικό, το ΙΛΝΕ]

«γκλας (ο)». Βλάκας, ανόητος. «Αυτός είναι ολωσδιόλου γκλας». Αγνοώ την προέλευση. [Ούτε αυτή βρέθηκε στο ΙΛΝΕ]

«δει (το)». Φυσιογνωμία, φάτσα. «Το δει του (δ)ε μου ‘ρέσει». Η ετυμολογία του είναι σε μένα άγνωστη και η ορθογραφία που χρησιμοποιώ είναι αυθαίρετη.

[Κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το απαρέμφατο «ιδείν». Από ανάλογα απαρέμφατα προέκυψαν ουσιαστικά όπως το φαγί (φαγείν), το φιλί (φιλείν) και το γαμήσι (γαμήσειν). Πώς θα το γράψουμε; Το φαγί το γράφουμε με γιώτα, διότι δεν συμμορφωνομαστε με την ετυμολογική προέλευση στα τέρματα των λέξεων (ούτε ο Μπαμπινιώτης). Άρα, το δι; Πολύ αδύνατο μου φαίνεται]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Κυκλάδες, Ντοπιολαλιές, Παιχνίδια, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 165 Σχόλια »

Ώστε υπάρχουν ακόμα κουσελιάρηδες;

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2017

Είχα πει ότι το καλοκαίρι θα έχουμε και αρκετές επαναλήψεις παλιότερων άρθρων, αλλά ίσαμε τώρα αυτές μετριούνται στα δάχτυλα. Καθώς λοιπον μου έτυχε κάτι έκτακτο χτες, ανεβάζω σε επανάληψη ένα άρθρο του 2011, ελπίζοντας ότι οι παλιότεροι αναγνώστες θα το έχουν μισοξεχάσει στα έξι (και βάλε) χρόνια που έχουν περάσει.

Φυσικά, το άρθρο περιστρέφεται γύρω από τη λέξη του τίτλου, που ίσως να σας είναι άγνωστη.

Εγώ τη λέξη τη θυμάμαι από τον Καραγάτση· όταν την είχα διαβάσει, έφηβος τότε, είχα υποθέσει το νόημά της από τα συμφραζόμενα· πρέπει να υπάρχει στον Γιούγκερμαν, αλλά δεν παίρνω όρκο, πάντως γίνεται συζήτηση ανάμεσα σε δυο άντρες, κι ο ένας κατηγορεί τον άλλον ότι δεν έπρεπε να συμπεριφερθεί σαν «κουσελιάρικο γραΐδιο». Νομίζω μάλιστα ότι κι άλλη φορά έχει χρησιμοποιήσει τη λέξη ο Καραγάτσης –αλλά δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, διότι τα βιβλία του δεν φαίνεται να γκουγκλίζονται.

Θα ρωτήσετε, ποια μύγα με τσίμπησε και αποφάσισα σήμερα να αφιερώσω κοτζάμ άρθρο σ’ αυτή τη μάλλον σπάνια λέξη, που δεν υπάρχει στα σημερινά μεγάλα λεξικά μας; Απλώς, μια μέρα που ετοίμαζα το άρθρο με τα πολλά ου, σκέφτηκα τη λέξη κουσκουσούρης και κοιτάζοντας στον Πάπυρο, θυμήθηκα και τον κουσελιάρη, που είναι πολύ κοντά στο λεξικό, και που σημαίνει το ίδιο ακριβώς. Αλλά ακόμα δεν σας είπα τι είναι ο κουσελιάρης (και ο κουσκουσούρης), αν και βέβαια πολλοί θα το ξέρετε.

Κουσελιάρης λοιπόν είναι ο κουτσομπόλης, ο κακολόγος, ο συκοφάντης. Κουσέλι, το κουτσομπολιό, η κακολογία. Το ίδιο σημαίνει και ο κουσκουσούρης. Ο κουσελιάρης υπάρχει στα παλιότερα λεξικά, όχι όμως στο ΛΚΝ, ούτε στον Μπαμπινιώτη, ενώ στο Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη υπάρχει μόνο το κουσέλι. Ο κουσκουσούρης υπάρχει και στον Μπαμπινιώτη, όχι όμως στο ΛΚΝ.

Φυσικά, ο κουσελιάρης και το θηλυκό του, η κουσελιάρα, και το ουδέτερό του, το κουσελιάρικο, ολοφάνερα παράγονται από το κουσέλι, οπότε θα επικεντρωθούμε στη λέξη αυτή. Το κουσέλι, δηλαδή, όπως είπαμε, το κουτσομπολιό, πέρα από τα παραπάνω λεξικά, το βρίσκω και σε μερικά διαδικτυακά γλωσσάρια με τοπικές λέξεις –αλλά στην πραγματικότητα η λέξη, απ’ όσο ξέρω, αν και δεν είναι πανελλήνια, ακούγεται σε αρκετά μέρη: στα νησιά του Αιγαίου εξόν από την Κρήτη, στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια, καθώς και παλιότερα στη Σμύρνη, δηλαδή σε μέρη που υπήρχε ιταλική επιρροή. Ίσως από τους Κασιώτες, ακουγόταν και στην Αίγυπτο. Στη Βόρεια Ελλάδα δεν την έχω συναντήσει, αν τη λέτε και εκεί πάνω να μου το πείτε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 120 Σχόλια »

Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2017

Ενδιαφέρων ακούγεται ο τίτλος, θα μου πείτε, αλλά κομμάτι στεγνός δεν είναι για κυριακάτικο πρωινό και δη καλοκαιρινό; Ποιος έχει όρεξη να διαβάζει δοκίμια περί λαογραφίας μέσα στη ζέστη;

Δίκιο θα είχατε, μόνο που ο τίτλος του βιβλίου που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Αντίποδες, και που θα σας παρουσιάσω σήμερα, είναι παραπλανητικός. Δεν πρόκειται για δοκίμιο, ο συγγραφέας δεν καταγράφει δοξασίες που όντως έχουν επιβιώσει στη θεσσαλική επαρχία: πρόκειται για μυθοπλασία, για σύντομα διηγήματα, που αν θέλαμε να τα κατατάξουμε σε κάποιο είδος θα τα ταξινομούσαμε στη λογοτεχνία τρόμου. Διηγήματα με υπερφυσικό στοιχείο, που όλα τους εκτυλίσσονται στη Θεσσαλία, κυρίως στην ύπαιθρο, και προσφέρουν με τον τρόπο αυτό μια μυθοπλαστική γεωγραφία της περιοχής.

Ο συγγραφέας, ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, είναι νέος, γεννημένος το 1984 στη Λάρισα (αλλά μεγάλωσε στην Καρδίτσα). Είναι το πρώτο του βιβλίο. Αν συχνάζετε στο Φέισμπουκ ίσως τον είχατε ακούσει, διότι διατηρούσε τη δημοφιλή σελίδα «Παγανιστικές δοξασίες στη θεσσαλική επαρχία», όπου δημοσιεύτηκαν, σε πρώτη μορφή, τα κείμενα του βιβλίου -η σελίδα συνεχίζει άλλωστε να εμπλουτίζεται με καινούργια διηγήματα. Κάποια από τα διηγήματα πρέπει να δημοσιεύτηκαν και στον ιστότοπο Σκρα-Πανκ. Έχουμε δηλαδή πάντρεμα πανάρχαιων πραγμάτων όπως είναι οι δοξασίες για ξωτικά και βρικόλακες με υπερσύγχρονα όπως το Διαδίκτυο και τα κοινωνικά μέσα.

Ίσως επειδή πρωτοδημοσιεύτηκαν στο Διαδίκτυο, που υποτίθεται ότι δεν ευνοεί τα πολλά λόγια, τα διηγήματα είναι πολύ μικρά, ανάμεσα 400 και 700 λέξεις θα έλεγα. Θαρρώ πως κανένα δεν ξεπερνάει τις 3 σελίδες, αν εξαιρέσουμε το προοίμιο και το διήγημα Αργιθέα, που μπαίνει τελευταίο, ως είδος επίμετρο, και που είναι μεγαλούτσικο, καμιά εικοσαριά σελίδες (δεν το έχω διαβάσει ακόμα). Όλα τα άλλα κείμενα του τόμου ικανοποιούν τις προδιαγραφές έκτασης για να θεωρηθούν «μπονζάι» κατά την ορολογία του Γιάννη Πατίλη, μικροδιηγήματα δηλαδή.

Τα διηγήματα είναι οργανωμένα σε τέσσερις ενότητες: 1. Βλαχοχώρια, 2. Καραγκουνοχώρια, 3. Δρακοχώρια, 4. Οι πόλεις του κάμπου. Συνολικά τα διηγήματα είναι 47 συν το επίμετρο. Παρολο που το θέμα είναι παλιακό, αρκετές διηγήσεις εκτυλίσσονται στα χρόνια μας ή στο πολύ πρόσφατο παρελθόν. Ο συγγραφέας ελάχιστους ιδιωματισμούς χρησιμοποιεί -και τους περισσότερους τους επεξηγεί με υποσημείωση.

Μερικά διηγήματα μού άρεσαν πολύ, άλλα όχι τόσο. Είναι όμως ένα βιβλίο που, κατά τη γνώμη μου, δεν σηκώνει να το διαβάσεις μονορούφι, παρόλο που είναι λιγνό, 150 σελίδες. Επειδή είναι πολύ ζοφερό, μετά τις τρεις-τέσσερις ιστορίες γκώνεις και πρέπει να το αφήσεις -και αύριο πάλι. Και οι ιστορίες, αρχικά, μία-μία δημοσιεύτηκαν άλλωστε.

Για να πάρετε μιαν ιδέα, θα παρουσιάσω δύο από τα σύντομα διηγήματα, και πρώτα ένα που, κατ’ εξαίρεση, δεν είναι μαύρο και σκότεινο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 96 Σχόλια »