Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘1821’ Category

Μας κάνουν χάζι οι σκυλο-Μοραΐται (ένα γράμμα του 1823)

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2020

Μας ενδιαφέρουν πάντοτε τα δείγματα παλιότερων κειμένων, ιδίως όταν είναι γραμμένα σε γλώσσα που πλησιάζει την εκάστοτε δημώδη. Δημοσιεύω λοιπόν σήμερα μια επιστολή οπλαρχηγών της Ρούμελης που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον αλλά και κάποιο ενδιαφέρον στο περιεχόμενό της.

Η κατάσταση στη Στερεά Ελλάδα διέφερε πολύ από τον Μοριά: η Στερεά ήταν πολύ περισσότερο εκτεθειμένη στις τουρκικές επιθέσεις από τον Βορρά, ενώ οι καπετάνιοι της ήθελαν να κρατήσουν τα αρματολίκια τους -παρόλο που από το 1822 είχε αποφασιστεί η διάλυσή τους. Ο Βλαχογιάννης στα σχόλια που κάνει στα Ενθυμήματα του Κασομούλη εξηγεί αρκετά τις αντιφάσεις και τα διλήμματα με τα οποία βρίσκονταν αντιμέτωποι οι οπλαρχηγοί της Ρούμελης.

Το καλοκαίρι του 1823 ο Μουσταή (Μουσταφά) πασάς της Σκόντρας, στρατιωτικός με μεγάλη αξία, κατεβαίνει για να υποτάξει τη Δυτική Στερεά και ν’ απειλήσει το Μεσολόγγι. Τελικά δεν θα τα καταφέρει, αλλά θα νικήσει τους Έλληνες στη μάχη της Καλιακούδας (28.8.1823). Ακόμα πιο σημαντική απώλεια ίσως είναι ότι στη -νικηφόρα για τους Έλληνες- αψιμαχία στο Κεφαλόβρυσο, μια βδομάδα νωρίτερα, σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης.

Η επιστολή που μας ενδιαφέρει έχει ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 1823 και γράφεται από τον Προυσό, υπογράφουν δε γνωστοί καπεταναίοι της Ρούμελης, ανάμεσά τους και ο Γ. Καραϊσκάκης. Ξέρουμε ότι ο Καραϊσκάκης ήταν πολύ άρρωστος την εποχή εκείνη και τελικά έφυγε για την Κεφαλονιά να αναρρώσει. Η επιστολή υπάρχει στον τόμο «Τα Σπετσιωτικά«, σελ. 403-4, που μπορείτε να τον βρείτε και ονλάιν, και έχει πλήθος έγγραφα του αγώνα που βρέθηκαν στο αρχείο του νησιού και εκδόθηκαν τον 19ο αιώνα.

Τολμώ να σκεφτώ πως ο Βλαχογιάννης δεν είχε υπόψη του την επιστολή, διότι στην επιμέλεια των Ενθυμημάτων του Κασομούλη (τόμ. 1, σελ. 346) γράφει ότι «τίποτε δεν ξέρουμε τι έκανε ο Καραϊσκάκης και πού έμενε από τέλη Αυγούστου [μάχη Καλιακούδας] ως τέλη Οχτώβρη [που εμφανίζεται στο Λαζαρέτο του Αργοστολιού]». Στην προηγούμενη σελίδα ο Κασομούλης αναφέρει πως ο Καραϊσκάκης ήταν ημιθανής και είχε προσκαλέσει τον Στορνάρη να συναντηθούν «εις την μονήν…» αφήνοντας κενό το όνομα. Ξέρουμε πως ήταν η μονή Προυσού, πληροφορία που υπάρχει πχ. στη βιογραφία του Καραϊσκάκη από τον Φωτιάδη.

Το γράμμα (μονοτονίζω αλλά, ετσι για αλλαγή, δεν αλλάζω την ορθογραφία)

Αδελφοί, Καπετάν Οδυσσέα και Καπ. Πανουργιά, σας χαιρετούμεν

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 114 Σχόλια »

Πιλάφι

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2020

Πριν από μερικές μέρες (ανα)δημοσιεύσαμε και συζητήσαμε εκτενώς ένα άρθρο ξένου ιστοτόπου για το εθνικό φαγητό της κάθε χώρας, φυσικά δίνοντας περισσότερο έμφαση στο αν πράγματι είναι εθνικό μας φαγητό στην Ελλάδα αυτό που αναφερόταν στο άρθρο (ο μουσακάς).

Από τα περίπου 200 φαγητά (ένα για κάθε χώρα) που έχει το άρθρο αυτό, αναφέραμε τα εθνικά πιάτα περίπου 20 χωρών. Σήμερα θα εστιάσω σε κάποια άλλα.

Το εθνικό φαγητό του Αζερμπαϊτζάν, σύμφωνα πάντοτε με το άρθρο, είναι το Plov. Eίναι ένα από τα (όχι πολλά) πιάτα που το ξέρω, εννοώ το έχω δοκιμάσει, μια και το έφτιαχνε ένας φίλος που είναι παιδί πολιτικών προσφύγων και γεννηθηκε και μεγάλωσε στην Τασκένδη. Η Τασκένδη βέβαια βρίσκεται στο Ουζμπεκιστάν, και στο άρθρο για εθνικό φαγητό του Ουζμπεκιστάν δίνεται μια σούπα με κρέας, shurpa, που πρέπει να είναι της ίδιας ρίζας με τον τσορβά, αλλά γειτονικές χώρες είναι όλες αυτές, δεν έχει σύνορα το φαγητό. Στη φωτογραφία, που είναι από τη Βικιπαίδεια, μαγειρεύουν πλοβ στο δρόμο, στην Τασκένδη.

Αν πάμε λίγο πιο πέρα, στο Αφγανιστάν, θα βρούμε ότι το εθνικό φαγητό είναι το Kabuli palaw, κι αυτό με βάση το ρύζι. Δεν κοίταξα ολες τις χώρες της περιοχής, ίσως να έβρισκα και άλλες παραλλαγές. Γενικά, στα εθνικά φαγητά του άρθρου τη σχετική, ίσως και την απόλυτη, πλειοψηφία την έχουν τα πιάτα με βάση το ρύζι, το οποίο το βρίσκει κανείς και στην Άπω αλλά και στην Εγγύς Ανατολή, και στην Ινδία, και στην Αφρική, αλλά και στην Κεντρική και Νότια Αμερική.

Τι κοινό έχουν το ουζμπέκικο ή αζέρικο πλοβ με το αφγανικό παλάου; Όχι μόνο μοιάζουν στα συστατικά τους αλλά και ετυμολογικώς συνδέονται, ανήκουν στην ίδια οικογένεια λέξεων, μιαν οικογένεια όπου βρίσκεται και το δικό μας το πιλάφι. Το πιλάφι είναι ρύζι «που έχει βράσει σε νερό ή ζωμό, έχει στραγγιστεί ή έχει αφυδατωθεί από τα υγρά του και έχει ζεματιστεί με βούτυρο ή λάδι» (ο ορισμός από το ΜΗΛΝΕΓ). Δεν είναι λοιπόν πιλάφι κάθε ρύζι, αλλά τους μαγειρικούς ορισμούς τους αφήνω σε εκείνους που μαγειρεύουν. Πάντως, η αγγλική Βικιπαίδεια επισημαίνει ότι στο πιλάφι το ρύζι είναι σπυρωτό, δηλ. οι κόκκοι διακρίνονται σαφώς ο ένας από τον άλλον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ισλάμ, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 248 Σχόλια »

Δέκα λέξεις του Κασομούλη

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος της επανάστασης του 2021, το ιστολόγιο δημοσιεύει, σποραδικά, άρθρα για τον μεγάλο ξεσηκωμό, συνήθως λεξιλογικά -αφού εδώ λεξιλογούμε.

Πέρυσι είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο με λέξεις από τον Μακρυγιάννη, σήμερα θα δούμε το αντίστοιχο άρθρο με λέξεις από τα Ενθυμήματα Στρατιωτικά του Νικ. Κασομούλη. Είχαμε πει δυο λόγια για το σημαντικό έργο σε ένα πρόσφατο άρθρο μας που ήταν εστιασμένο σε μια έκφραση που παραδίδει ο Κασομούλης.

Ο Κασομούλης, είχαμε πει, δεν γράφει τη γλώσσα που μιλούσε. Προσπαθεί να γράψει σε καθαρεύουσα, και φαίνεται να προσπαθεί, σε πολλά σημεία, να «εξελληνίσει» τουρκικά ή ιταλικά δάνεια, συχνά κατασκευάζοντας δικούς του, όχι πάντα πετυχημενους, όρους. Αλλά δεν είναι, ευτυχώς, συνεπής σε αυτή την καθαριστική προσπάθεια, ενώ επίσης μεταφέρει σχετικά πιστά τους διαλόγους ή τα γραπτά τεκμήρια (που βεβαια και αυτά είναι, τα περισσότερα, σε γλώσσα σιδερωμένη).

Στο σημερινό άρθρο διαλέγω 10 λέξεις από το βιβλίο του Κασομούλη -είχα ξεκινήσει για 15, όμως με έπιασε φλυαρία και το άρθρο παραμεγάλωσε κι έτσι σταμάτησα στις δέκα. Για κάθε λέξη παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, και γράφω δυο λόγια για την ετυμολογία και τη σημασία της καθεμιάς. Φυσικά διαλέγω λέξεις που δεν τις έχουν τα σύγχρονα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτης, Χρηστικό), δηλ. ακολουθώ την ίδια προσέγγιση που είχα όταν κατάρτισα το λημματολόγιο του βιβλίου Λέξεις που χάνονται. Η παραπομπή γίνεται στην πεντάτομη έκδοση του Κασομούλη (εκδ. Βεργίνα) που έχω πρόχειρη. Είναι παρόμοια με την τρίτομη που υπάρχει στην Ανέμη, αλλά φυσικά σε άλλη σελιδοποιηση.

1. ειδίσματα

Σε συζητήσεις με Τούρκους για να γίνει ειρήνη στα Άγραφα, ο οπλαρχηγός Νικ. Στορνάρης θέτει όρους (Β26):

όταν επιστρέψετε τους αιχμαλωτισμένους αθώους με τα ειδίσματά των έως εις το βελόνι….

Λέξη της Ηπείρου και της Δυτικής Στερεάς περισσότερο, τα ειδίσματα είναι τα αντικείμενα του σπιτιού, σκεύη, ρούχα. Ωστόσο, σε πολλές χρήσεις είναι ειδικώς κοσμήματα, τιμαλφή, ακόμα ειδικότερα, οι βέρες των αρραβώνων. Για παράδειγμα, στον σπαραχτικο «Πολιτισμό εις το χωρίον» του Παπαδιαμάντη, ο μπάρμπα – Στέργιος, για να βρει τα έξοδα της ταφής του παιδιού του, δίνει στον άτεγκτο ενεχυροδανειστή μερικά ειδίσματα: δύο ασημένια σκουλαρίκια κι ένα δαχτυλίδι. Στα Απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης αφηγείται ότι με δική του παρέμβαση αναγκάστηκε ο Παπαφλέσσας «να δώσει πίσου τα ειδίσματα ολουνών των ανθρώπων» που είχε λεηλατήσει.

Πάλι στον Κασομούλη (Γ226) γίνεται αναφορά στη γνωστή διαμάχη για την προίκα της κόρης της Μπουμπουλίνας (και χήρας του Πάνου Κολοκοτρώνη), όπου ο νέος της σύζυγος κατηγορούσε τον Γέρο ότι «κατακρατεί τα ειδίσματά της», εδώ με τη σημασία των κοσμημάτων.

2. ιλτιζάμι

Στορνάρης και Λιακατάς από το Μεσολόγγι γράφουν στον Κασομούλη:

Είδαμεν καλά τα όσα μας γράφετε διά τους λοφέδες μας, οπού ακόμα δεν εκατορθώσεταν τίποτες, παρά σας προβάνουν να πάρετε ιλτιζάμια [προσόδους] εις την Γαστούνην. Ημείς διά ιλτιζαμτζήδες [έμποροι προσόδων] δεν είμασθον όταν έπρεπεν, όχι τώρα οπού δεν έχομεν τελείως κατάστασιν.

Ιλτιζάμι είναι η εκμίσθωση του δικαιώματος είσπραξης φόρων του κράτους σε ιδιώτες, που γινόταν συνήθως έπειτα από πλειστηριασμό. Ο δικαιούχος προκατέβαλλε στο κράτος το ποσό που υπολογιζόταν να εισπραχθεί από τη συγκεκριμένη περιοχή και στη συνέχεια εισέπραττε τους φόρους ο ίδιος ή υπενοικίαζε με τη σειρά του το δικαίωμα είσπραξής τους.

Ήταν καθιερωμένος θεσμός στο οθωμανικό κράτος, συνήθως με ετήσια διάρκεια. Από τουρκ. iltizam. Ο κάτοχος του ιλτιζαμιού λεγόταν mültezim, που πρέπει να είναι η ίδια λέξη με το μουλτεζίμι που έχουμε στο τάβλι.

Εδώ, οι καπεταναίοι διαμαρτύρονται διότι, αντί για μισθό (λοφέδες) τούς υποσχέθηκαν το ιλτιζάμι της Γαστούνης, που όμως θα έπρεπε να έχουν κεφάλαια για να το πάρουν.

3. ίρτζι

Τον Μάιο του 1827, μετά τη μάχη του Ανάλατου, ο Κασομούλης που βρίσκεται ακόμα στο στρατόπεδο στην Καστέλα έχει ζητήσει από τον Γαρδικιώτη Γρίβα, ο οποίος έχει φύγει στη Σαλαμίνα, να επιστρέψει. Ο Γρίβας απαντάει (Γ435):

Μου γράφετε, αδελφοί, διά να έλθω· αν θέλω το ίρτζι μου [την τιμήν] να σηκωθώ να έρθω.

Η επεξήγηση είναι από τον Κασομούλη.

Λίγο νωρίτερα, τον Απρίλιο, οι Τούρκοι που ήταν οχυρωμένοι στο Μοναστήρι, δέχονται να παραδοθούν, «πλην να φυλαχθεί το ίρτζι των [υπόληψίς των] και να έβγουν με τα άρματά των και με τις αποσκευάς των»

Οπως έγραφα στις Λέξεις που χάνονται, ίρτζι είναι η τιμή, η αξιοπρέπεια, η υπόληψη. Τουρκικό δάνειο, από το irz, που σημαίνει «τιμή». Δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό, παλιότερο ή νεότερο, εκτός από το Μείζον. Ωστόσο, χρησιμοποιείται πολύ σε κείμενα της εποχής του 1821, π.χ. «ή χάνομεν τα κεφάλια μας ή κάμνομεν το ίρτζι μας τεκμίλι» (την τιμή μας κλοτσοσκούφι), όπως διαβάζουμε σε επιστολή του Καραϊσκάκη στον Μαυροκορδάτο.

Όπως και στο παραπάνω απόσπασμα με τους πολιορκημένους, η λέξη χρησιμοποιείται αρκετά σε κείμενα συμφωνιών παράδοσης. Π.χ. ο Τρικούπης παραδίδει τη συνθήκη παράδοσης των Τούρκων του Νιόκαστρου το 1821 οπου οι Έλληνες καραβοκύρηδες δεσμεύονται «και να έχουμε χρέος να τους πηγαίνουμε εις την Αραπιά, εις Τούνεζι, εις το πόρτον Ακαλμπέντι με το ίρτζι τους και ζωήν τους και βιος τους, και χωρίς ναύλον».

Η φράση έχει γίνει διάσημη από την ταινία Ο ατσίδας, όπου ο Βέγγος ως σερβιτόρος θυμώνει όταν ο Ηλιόπουλος χτυπάει παλαμάκια, και δικαιολογείται λέγοντας: «Είναι το ίρτζι μου». Βέβαια, στη σημερινή χρήση, εξαιτίας του αποσπάσματος με τον Βέγγο, υπάρχει μετατόπιση της σημασίας: το ίρτζι έφτασε πια να σημαίνει την παραξενιά, την ιδιοτροπία, π.χ. «συγγνώμη που επιμένω πολύ στην καθαριότητα, αλλά είναι το ίρτζι μου»

Στο 0.50 του αποσπάσματος, το ίρτζι του Θρασύβουλα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά | Με ετικέτα: , , , , | 156 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 3

Posted by sarant στο 18 Μαΐου, 2020

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα έχετε δει, εκτός αν συμμετέχετε και στα Υπογλώσσια. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία.

Με αυτόν τον τυποποιημένο πρόλογο έχω ήδη δημοσιεύσει δυο άρθρα στο ιστολόγιο, ένα τον Φλεβάρη του 2019 και ένα τον Οκτώβριο. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε τρία τέρμινα, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Σημερα λοιπόν δημοσιεύω το τρίτο άρθρο της σειράς αυτής. ‘Εχω επικαιροποιήσει κάποια πράγματα και έχω προσθέσει και υλικό απο τα σχόλια που έγιναν.

* O ύποπτος σουμπεγιές

Τον Γενάρη του 1825, ο οπλαρχηγός Νικ. Στορνάρης γράφει στον Κασομούλη, που έχει αφήσει το Μεσολόγγι για να πάει στο Ανάπλι, συνοδεία του Μαυροκορδάτου:

καθώς απέρασες εις Μωρέαν δεν έλαβα κανένα σου γράμμα, και είμαι εις μεγάλον σιουμπεγέν, ότι δεν ηξεύρω τι τρέχει αυτού.

Ο Βλαχογιάννης εξηγεί: υποψία

Η λέξη υπάρχει σήμερα στη Λευκάδα, αν πιστέψουμε το Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος :

σουμπεγιές (ο): κάτι που μας προσθέτει σκοτούρες, έγνοιες, φροντίδες. “Εβάλαμε ένα σουμπεγιέ στο κεφάλι μας”.

Ως προς την ετυμολογία, το λευκαδίτικο λεξικό του Λάζαρη γράφει: από ιταλ. subbietto = ὑποκείμενον, ἄτομον, αἰτία, ὑπόθεσις.

Αμφιβάλλω αν υπάρχει τέτοια ιταλική λέξη (soggetto δεν είναι το υποκείμενο; ). Τα αρσενικά σε -ές είναι κατά κανόνα τούρκικα δάνεια και η Λευκάδα δεν είναι όπως τ’ άλλα Εφτάνησα λεξιλογικώς, έχει πιο πολλά κοινά με τη Δυτική Ελλάδα.

Και πράγματι, θυμάμαι ότι ο (τζουμερκιώτης) Κοτζιούλας κάπου γράφει:΅
Άιντε τώρα, να μην βάνουν σιουμπιέ (ανησυχούν) απ᾿ το σπίτι σου. Κι έχε το νου σου να μην πέσεις από κάναν όχτο αυτού που νυχτοπερπατάς. Κοτζιούλας, Η βάβω η Θόδω

Ολοφάνερα, σιουμπιές και σιουμπεγιές είναι ίδια λέξη και το σι- αποδίδει το παχύ σ.

Οπότε, η ετυμολογία είναι, είμαι βέβαιος, το τουρκικό şüphe = υποψία.

* Όχι χωρίς τη μάσκα μου

Το σύνθημα της παρούσας φάσης στο Λουξεμβούργο είναι «Όχι χωρίς τη μάσκα μου», που διατυπώνεται στα λουξεμβουργέζικα, Net ouni meng mask, ακόμα και όταν οι άλλες οδηγίες δίνονται στα γαλλικά, τα αγγλικά ή άλλες γλώσσες.

Oι γερμανομαθείς θα αναγνωρίσουν το nicht ohne meine Maske.

Τύποι όπως meng αντί για mein είναι συνηθισμένοι σε γερμανικές διαλέκτους. Φαντάζομαι πως ένας γνώστης των γερμανικών διαλέκτων θα βρει πολλά κοινά στοιχεία με τα λουξεμβουργιανά, που «πήραν προαγωγή» σε επίσημη γλώσσα κράτους σχετικά πρόσφατα.

* Στο ιστολόγιο μπορώ να βλέπω με ποιους όρους αναζήτησης στο γκουγκλ έφτασαν ως εμένα οι διάφοροι αναγνώστες. Δεν το κοιτάζω συχνά, αλλά σήμερα έπεσε το μάτι μου σε κάποιον που έβαλε στο γκουγκλ αναζήτηση για τη φράση:

ποιούν την ίσα αντί, προφανώς, ποιούν την νήσσα.

Δεν το είχα ξαναδεί αυτό το ραμόνι!

* προενταξιακή

γεωστρατηγικά

στοχευμένη

αναστρεψιμότητα

γυναικοκτονία

περιαγωγή

Τι κοινό έχουν αυτές οι λέξεις;

Θα μπορούσα να το αφήσω για κουίζ, αλλά ας το πάρει το ποτάμι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Λουξεμβούργο, Μεταφραστικά, Σφηνάκια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Από πότε υπάρχουν ανθέλληνες;

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2020

Στο ερώτημα του τίτλου ίσως κάποιοι να απαντούσαν «Από πολύ παλιά», «Από πάντοτε» ή «Από τότε που υπάρχουν Έλληνες», αλλά επειδή κι άλλες φορές έχουμε διατυπώσει τέτοια ερωτήματα σε τίτλους άρθρων, οι τακτικοί φίλοι του ιστολογίου θα καταλάβουν πως εδώ δεν εννοούμε το πράγμα αλλά τη λέξη, όπως π.χ. και τότε που είχαμε ρωτήσει «από πότε υπάρχουν ρουφιάνοι«.

Η ερώτηση είναι ληξιαρχικού τύπου, και ενδιαφέρεται ν’ ανιχνεύσει από πότε μπήκε στην υπερτρισχιλιετή μας ο όρος «ανθέλληνας» ή, παλαιότερα, «ανθέλλην». Βέβαια, θα πούμε δυο (ή και περισσότερα) λόγια για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη λέξη.

Συμφωνα με το λεξικό (το ΛΚΝ), ανθέλληνας είναι «χαρακτηρισμός για κπ. (Έλληνα ή ξένο) που διάκειται ή που ενεργεί εχθρικά προς τους Έλληνες, που βλάπτει τα συμφέροντά τους» και το αντίθετο είναι φιλέλληνας.

Παρόλο που δεν έχω εποπτεία από πολλές ξένες γλώσσες, έχω την εντύπωση ότι συγκριτικά με τους περισσότερους λαούς, στη νεότερη Ελλάδα χρησιμοποιούμε μάλλον απλόχερα τον όρο «ανθέλληνες», πολύ εύκολα δηλαδή χαρακτηρίζουμε ανθέλληνα κάποιον.

Ή μάλλον, ακριβέστερα, πολύ εύκολα χαρακτηρίζουμε ανθέλληνα κάποιον άλλον Έλληνα. Στα κοινωνικά μέσα, η βρισιά αυτή δίνει και παίρνει -και μένα με έχουν χαρακτηρίσει ανθελληνα, ένας μάλιστα τις προάλλες έλεγε πως είμαι μεγάλος ανθέλληνας και το χειρότερο είναι ότι ζω από την ελληνική γλώσσα. Ας είναι. Πάντως δεν έχουμε το μονοπώλιο στο να κατηγορούμε συμπολίτες μας για εθνική μειοδοσία -να θυμίσω το self-hating Jew ή τη HUAC, την Επιτροπή (διερεύνησης) Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων της Βουλής των ΗΠΑ.

Αλλά είπαμε πως το άρθρο είναι κυρίως ληξιαρχικό, οπότε ας επιστρέψουμε στην ιστορία της λέξης «ανθέλλην».

Οι αρχαίοι δεν είχαν ανθελληνες -θέλω να πω, δεν είχαν τη λέξη. Είχαν τη λέξη «φιλέλλην», αλλά για τον εχθρό των Ελλήνων είχαν «μισέλλην».

Να πούμε εδώ ότι η λέξη «μισέλλην» σπάνια χρησιμοποιείται στην αρχαία γραμματεία. Στο TLG έχει όλες κι όλες οχτώ ανευρέσεις, με αρχαιότερη στον Ξενοφώντα, όπου ο Αγησίλαος βρισκόταν στην Αίγυπτο ενώ είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος και δυο ηγεμόνες διεκδικούσαν τον θρόνο. Ο Αγησίλαος έμαθε ποιος φαινόταν περισσότερο φιλέλληνας και τάχθηκε με αυτόν, εξασφαλίζοντας έτσι, μετά τη νίκη, ότι θα πληρώνονταν οι στρατιώτες:

κρίνας ὁπότερος φιλέλλην μᾶλλον ἐδόκει εἶναι, στρατευσάμενος μετὰ τούτου τὸν μὲν μισέλληνα μάχῃ νικήσας
χειροῦται, τὸν δ’ ἕτερον συγκαθίστησι

Τρεις μόνο άνθρωποι έχουν χαρακτηριστεί «μισέλληνες» στην αρχαία γραμματεία: ο Αννίβας (όχι ο διάσημος, ένας προηγούμενος), ο Τισσαφέρνης και ο ιερέας Χρύσης σε σχόλια της Ιλιάδας. Υπάρχουν και κάποιες αναφορές, ακόμα πιο λίγες, σε «μισαθήναιο» και σε «μισολάκωνα» -πόλεις-κράτη γαρ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , , | 228 Σχόλια »

Το καταντήσαμε Τζορτζίνα το κριτήριο…

Posted by sarant στο 7 Μαΐου, 2020

Στοιχηματίζω πως, στη φράση του τίτλου αρκετοί θα έχετε μια-δυο άγνωστες λέξεις και θα δυσκολεύεστε να βγάλετε νόημα, εκτός αν ξέρετε τη φράση, που είναι αρκετά διάσημη. Γκουγκλίζεται άλλωστε και ούτε έχω σκοπό να βάλω κουίζ, κάθε άλλο.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Πριν από δυο περίπου εβδομάδες, που είχαμε τη γιορτή του αγίου Γεωργίου, είχα γράψει ότι υπάρχει μια φράση «με το όνομα Γεωργία ή παραλλαγή του, αλλά δεν την αναφέρω τώρα διότι θέλω να τη βάλω σε ξεχωριστό άρθρο». Ε, σήμερα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου γι’ αυτό το άρθρο. Πρέπει όμως να πω πως τα περισσότερα που θα διαβάσετε τα έχω αντλήσει από μια συζήτηση που έγινε στην ομάδα «Τα υπογλώσσια» του Φέισμπουκ.

Τα «Ενθυμήματα στρατιωτικά» του Νικ. Κασομούλη είναι από τα πιο σημαντικά έργα που γράφτηκαν από αγωνιστές του 1821. Ο Κασομούλης (1795-1872) ήταν Μακεδόνας και στην αρχή του ξεσηκωμού έδρασε στη Μακεδονία, αλλά μετά την ήττα της επανάστασης εκεί κατέβηκε νοτιότερα, πολέμησε μαζί με τον Καραϊσκάκη και ήταν στο πολιορκημένο Μεσολόγγι -μάλιστα αυτός συνέταξε την απόφαση για την Έξοδο και είχε τον γενικό συντονισμό της. Στο νεοελληνικό κράτος ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία και το 1832 έγραψε τα Ενθυμήματα.

Σε αντίθεση με τον Μακρυγιάννη, που ήταν σχεδόν αγράμματος (έχουμε γράψει για το θέμα) ο Κασομούλης, που ήταν νοικοκυρόπουλο, είχε πάει σχολείο και ήξερε γράμματα -μάλιστα, κατά καιρούς εκτελούσε εκτάκτως χρέη γραμματικού ή τον περνούσαν για γραμματικό, εξαιτίας και της νεαρής του ηλικίας. Δυστυχώς, αντί να γράψει στη γλώσσα που μιλούσε, στο βιβλίο του προσπαθεί να μιμηθεί την καθαρεύουσα που είχε ήδη υιοθετηθεί στο νεοπαγές κράτος, με αποτέλεσμα να σολοικίζει διαρκώς. Πέρα από τα πολλά ορθογραφικά λάθη, μπερδεύει τις σημασίες λέξεων (πχ χρησιμοποιεί το «παραχωρώ» σαν να σημαίνει «υποχωρώ» και αντίστροφα), κάνει παρανοήσεις, τις μετοχές τις χρησιμοποιεί αφειδώς αλλά δεν προσέχει πάντοτε τη συμφωνία γένους και αριθμού, υπερδιορθώνει και παρετυμολογεί (πχ φρούδα αντί φρούτα). Ο Βλαχογιάννης, που εξέδωσε και του Κασομουλη τα Ενθυμήματα, πλάι στου Μακρυγιάννη και τόσων άλλων αγωνιστών, συνεχώς στις υποσημειώσεις του επισημαίνει τα γλωσσικά αστοχήματα του κειμένου.

Όμως ο Κασομούλης διασώζει διαλόγους και φράσεις των αγωνιστών, που τις μεταφέρει στο κείμενό του χωρίς πολύ σιδέρωμα. Επίσης, η απλή καθαρεύουσά του δεν είναι ομοιόμορφη, αφού συνεχώς η ζωντανή γλώσσα σηκώνει κεφάλι και διεκδικεί τα δικαιώματά της. Πχ πολύ συχνά παραλείπει την εσωτερική αύξηση στα σύνθετα ρήματα (π.χ. επίμενε, αντίτεινα) -αλλά δεν θα γράψω τώρα άρθρο για τη γλώσσα του Κασομούλη, αν και θα άξιζε (υποθέτω πως θα έχει γραφτεί).

Λοιπόν, στον πρώτο τόμο των Ενθυμημάτων (αν έχετε την τρίτομη έκδοση), ο Κασομούλης αφηγείται τη δίκη του Καραϊσκάκη, που έγινε τέλη Μαρτίου του 1824 στο Ανατολικό (Αιτωλικό σήμερα) με την κατηγορία της συνεννόησης με τους Τούρκους -συγκεκριμένα, ότι ειδοποίησε τον φίλο του Ομέρ Βρυώνη πως οι Έλληνες έχουν σκοπό να επιτεθούν στην Άρτα.

Δικαστές ήταν, με απόφαση του Μαυροκορδάτου, άλλοι οπλαρχηγοί, χρέη προέδρου είχε ο γηραιός Γαλάνης Μεγαπάνου ή Πάνος και ρόλο εισαγγελέα, ας πούμε, είχε ο Πορφύριος Άρτης.

Οπότε διαμείφθηκε ο εξής διάλογος, όπως τον καταγράφει ο Κασομούλης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Παλιότερα ελληνικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 201 Σχόλια »

Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική (άρθρο του Παντελή Μπουκάλα)

Posted by sarant στο 25 Μαρτίου, 2020

Εθνική γιορτή σήμερα, 25η Μαρτίου, 199 χρόνια μετά, κι ενώ ο κορονοϊός όχι μόνο ματαίωσε γιορτές και παρελάσεις αλλά και μας έκανε να ξεχάσουμε τη σημαδιακή μέρα.

Είχα κατά νου να βάλω σήμερα κάτι σχετικό με την Επανάσταση, και είχα αρχίσει να το γράφω, είδα όμως προχτές την επιφυλλίδα του φίλου Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή, και σταμάτησα -διότι ο Μπουκάλας έγραψε ένα εξαιρετικό κείμενο που μάλιστα ανήκει κατά 100% στα ενδιαφέροντα του ιστολογίου.

Το αρθρο εξετάζει τη γλώσσα των αγωνιστών και, προχωρώντας σε ζολώτειο πνεύμα, συντάσσει ένα εξεγερτήριο μανιφέστο, όπου αν όχι όλες πάντως οι περισσότερες λέξεις είναι δάνειες.

Επειδή τον τελευταίο καιρό μελετάω κι εγώ ξανά τα κείμενα των αγωνιστών, σας διαβεβαιώνω πως ο Μπουκάλας δεν έψαξε στα πιο απίθανα γλωσσάρια για να αντλήσει λέξεις -τις λέξεις που χρησιμοποιεί θα τις βρείτε σε αρκετά κείμενα της εποχής.

Παραθέτω το άρθρο του (εδώ η αρχική δημοσίευση) και λέω μερικά πράγματα στο τέλος.

Μουντή η φετινή εθνική επέτειος, η τελευταία πριν από τα εμβληματικά διακόσια χρόνια της Επανάστασης. Μια 25η Μαρτίου απρόθυμη να ευαγγελιστεί οτιδήποτε. Τόσο κλειστή άνοιξη, με την κατάθλιψη να απειλεί να γίνει πάνδημη, δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Ας επιμείνουμε ωστόσο, προς παραμυθία, στο τότε, στο ’21. Που κι αυτό, άλλωστε, απείλησε να το ξαποστείλει στον οριστικό χειμώνα, προτού καρπίσει, η εμφυλιοπολεμική κατάθλιψη.

Το τελευταίο μου σεργιάνι στα παλαιοβιβλιοπωλεία, πριν κλείσουν κι αυτά, ξανάφερε στα χέρια μου ένα βιβλίο που το ’χα διαβάσει μια φορά κι έναν καιρό, είχα μάθει από αυτό, αλλά τα ίχνη εκείνης της πρώτης έκδοσής του, εν έτει 1971, τα είχα χάσει από χρόνια. Στον τίτλο του βιβλίου συστεγάζονται δύο από τα πάθη μου: «Η γλώσσα και το Εικοσιένα». Υπότιτλος: «Λογιώτατοι, φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες, τίτλοι, αξιώματα και προσαγορεύσεις». Συγγραφέας ο Κυριάκος Σιμόπουλος, το συνολικό έργο του οποίου (ανάμεσά τους και η πολύτομη προσφορά του για τους ξένους περιηγητές στη Ελλάδα και τη συγχρονική στάση των ξένων απέναντι στην Επανάσταση) ανατυπώθηκε από τις εκδόσεις «Στάχυ».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια | Με ετικέτα: , , | 152 Σχόλια »

Οι Αρβανίτες της Αττικής και το 1821 (άρθρο του Θ. Πάγκαλου)

Posted by sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2020

Χτες είχα παρουσίαση, είχα και άλλα πολλά, οπότε δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο. Σε τέτοιες περιπτώσεις συχνά καταφεύγω στην επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου του ιστολογίου, σήμερα όμως προτίμησα μιαν αναδημοσίευση ενός παλιότερου άρθρου κάποιου άλλου.

Συγκεκριμένα, αναδημοσιεύω το άρθρο του τ. υπουργού Θεόδωρου Πάγκαλου «Οι Αρβανίτες της Αττικής και η συμβολή τους στην εθνική παλιγγενεσία», που αρχικά είχε δημοσιευτεί στην Καθημερινή το 2007, την παραμονή της 25ης Μαρτίου. Το άρθρο αυτό το θυμήθηκα πρόσφατα επειδή έτυχε να συζητηθεί σε έναν φιλικό τοίχο στο Φέισμπουκ -και κατά σύμπτωση πρόσφατα σε κάποια σχόλια συζητήσαμε για τους Αρβανίτες.

Κι επειδή εγώ δεν μπορώ να γράψω για το θέμα, αφού δεν το κατέχω καλά, το άρθρο του Θ. Πάγκαλου είναι μια καλή βάση για συζήτηση, ανεξάρτητα από τη γνώμη που έχει κανείς για τον αρθρογράφο ως πολιτικό πρόσωπο.

Στην ίδια συζήτηση που αναφέρω παραπάνω, ο Παναγιώτης Δημητράς επισήμανε ότι ο Πουκεβίλ κάνει λόγο για Σκιπετάρους -απ’ όσο είδα στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του, δεν φαίνεται να διαχωρίζει τους Αλβανούς από τους Αρβανίτες.

Το άρθρο του Θ. Πάγκαλου:

Λίγο πριν από την Επανάσταση, στα 1815, στην Αθήνα κατοικούσαν 7 χιλιάδες χριστιανοί και 3 χιλιάδες μουσουλμάνοι σύμφωνα με τον Pouqueville. Από τους 7 χιλιάδες χριστιανούς οι 4 χιλιάδες ήταν αρβανίτες και προέρχονταν από όλα τα χωριά της Αττικής. Είχαν εγκατασταθεί μεταξύ Πλάκας και Μακρυγιάννη.

Το 1821, δεύτερη μέρα του Πάσχα, οι Τούρκοι της Αθήνας συνέλαβαν 12 Αθηναίους προκρίτους ως ομήρους επειδή υποψιάζονταν ότι οι ραγιάδες θα επαναστατούσαν. Η αρχική τους απόφαση ήταν να σφάξουν όλους τους χριστιανούς αλλά η εναντίωση του Χαλήλ Εφέντη, κατή (δηλαδή δικαστή), το απέτρεψε.

Στις 25 Απριλίου 1821, σύμφωνα με τον Διονύσιο Σουρμελή, αγωνιστή και αυτόπτη μάρτυρα, συγκεντρώθηκαν στο Μενίδι (Αχαρνές) 1.200 χριστιανοί. Προέρχονταν από τη Χασιά (Φυλή) με αρχηγούς τον Μελέτη Βασιλείου και τον Μήτρο Σκευά, από το Μενίδι με αρχηγό τον Αναγνώστη Κιουρκατιώτη, από τα Μεσόγεια με αρχηγό τον Ιωάννη Δάβαρη και από την Αθήνα με αρχηγό τον Δήμο Αντωνίου.

Απελευθέρωσαν την Αθήνα

Υπό την ηγεσία του Μελέτη Βασιλείου οι επαναστάτες μπήκαν στην Αθήνα και την ελευθέρωσαν. Σήμερα έξω από το δημαρχείο της Φυλής μπορεί κάποιος να δει το άγαλμά του να ατενίζει ακόμα τους συγχωριανούς του, δείχνοντας τον δρόμο του χρέους και της περηφάνιας.

Τον Σεπτέμβριο του 1821 εβδομήντα παληκάρια από τη Χασιά υπό την ηγεσία του Μήτρου Σκευά και του Αναστασίου Λέκκα πολέμησαν εναντίον 500 Τούρκων (πεζών και ιππέων) υπό την ηγεσία του Ομέρ Βρυώνη. Σ’ αυτήν τη μάχη κινδύνεψε να χάσει τη ζωή του ο τρομερός πασάς. Ετσι πήρε την απόφαση και εγκατέλειψε την Αθήνα λέγοντας «αν 70 άνθρωποι με ενίκησαν και με έκαμαν να κινδυνεύσω την ζωήν μου, τι θέλει γίνει, αν συσσωματωθώσιν εις 1.000».

Η μετέπειτα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους απελευθερώθηκε από τους Αρβανίτες της Αττικής, μια πολεμική φυλή ορθόδοξων χριστιανών με τα δικά της ήθη και έθιμα, τον δικό της πολιτισμό, τη δική της γλώσσα. Μια φυλή που ποτέ δεν προσκύνησε τους Τούρκους και ποτέ δεν έκανε ειρήνη μαζί τους. Εμαθαν να ζουν με το μαχαίρι στα δόντια για να υπερασπίζουν την τιμή και τη ζωή τους -και αυτή ήταν η σειρά προτεραιότητας- από τους Τούρκους κατακτητές που δεν γνώριζαν νόμο και δεν είχαν μπέσα.

Οι Αρβανίτες της Αττικής που άλλοι τους αποκαλούν «δωριείς του σύγχρονου ελληνισμού», άλλοι τους θεωρούν Ηπειρώτες και άλλοι Αλβανούς που εποίκησαν την Αττική τον 10ο-11ο αι. μ.Χ., ήταν εκείνοι που σήκωσαν τα όπλα τα ιερά για τον μεγάλο αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδας – τα αναφέρω με τη σειρά που τα αναφέρει ο Κολοκοτρώνης στον περίφημο λόγο του της Πνύκας.

Πιστοί στη μεγάλη ελληνική ιδέα, διψασμένοι για ελευθερία, οι Αρβανίτες της Αττικής όπως και όλων των ελληνικών χωρών, πρωταγωνίστησαν στην Επανάσταση, ανήκαν και εκείνοι στη μεγάλη γενιά των Ελλήνων που άλλαξαν για πάντα την ιστορία του έθνους μας προσφέροντας στον Ελληνισμό, έπειτα από 4 αιώνες, ανεξάρτητη κρατική υπόσταση.

Ιστορία των οικογενειών

Δεν είμαι ιστορικός για να μπορώ να εκφέρω τεκμηριωμένη ιστορικά άποψη. Είμαι όμως Αρβανίτης και γνωρίζω την ιστορία της δικής μου οικογένειας, όπως και οι περισσότεροι Αρβανίτες της Αττικής. Ας μην ξεχνούν οι αναγνώστες ότι σε αντίθεση με την Αθήνα, η περιφέρεια Αττικής κυριαρχούνταν ώς πρόσφατα -και σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζει να κυριαρχείται- από χωριά που οι ρίζες τους πάνε πολύ πίσω και εκεί οι οικογένειες γνωρίζονται καλά μεταξύ τους.

Από την πλευρά του πατέρα μου, ο Γιαννάκης Μελέτης (Χατζημελέτης) είχε την ύψιστη τιμή να βρεθεί στο πλευρό του Γ. Καραϊσκάκη ως υπαρχηγός του. Για όποιον κάνει τον κόπο να ρωτήσει θα μάθει πολλές ιστορίες από όλα τα αρβανίτικα χωριά για τους τοπικούς καπετάνιους και τα παλικάρια που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας μας.

Ο Γ. Βλαχογιάννης στην ιστορική του ανθολογία διασώζει μια μικρή διήγηση όπου σε συνεδρίαση της Βουλής, όταν τα αίματα είχαν ανάψει, ένας παλιός αγωνιστής του ’21 απευθύνθηκε στους πρωταγωνιστές του επεισοδίου στα αρβανίτικα για να σταματήσει η διχόνοια. Και σταμάτησε.

Τα αρβανίτικα ήταν η γλώσσα που μιλούσε ο Κουντουριώτης, πρωθυπουργός της Ελλάδας, η Μπουμπουλίνα, ο Μπότσαρης, οι Σουλιώτες και πολλοί άλλοι. Ηταν η γλώσσα που ήξερε και καταλάβαινε ο Καραϊσκάκης, ο Αντρούτσος και πολλοί άλλοι αγωνιστές της Επανάστασης.

Στη μικρασιατική εκστρατεία του 1919-1922 οι Λιοσιώτες Αρβανίτες πολεμούσαν με δικό τους μπαϊράκι. Δεν υποχώρησαν ούτε βήμα, έπεσαν μέχρι τον τελευταίο. Μόνο όταν το ξέρουμε αυτό καταλαβαίνουμε εκείνο το σκοτεινό βλέμμα των Αρβανιτών της Αττικής που περιγράφει ο Τίτος Αθανασιάδης στα «Παιδιά της Νιόβης». Στα ηρώα των χωριών μας ο κατάλογος των νεκρών του 1922 είναι μεγαλύτερος από όλα τα άλλα χωριά της Ελλάδας σε σχέση με τον πληθυσμό μας.

Σημαντική παρουσία

Οι Αρβανίτες βέβαια δεν έχουν σημαντική παρουσία μόνο στο μεγάλο βιβλίο των τιμημένων νεκρών του έθνους μας. Εξίσου σημαντική παρουσία έχουν στα γράμματα, τις επιστήμες και στις δομές του νέου κράτους, ιδιαίτερα καταλαμβάνοντας υψηλά στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα.

Η 25η Μαρτίου είναι η ημέρα ανάστασης του γένους μας. Είναι η ημέρα που το ελληνικό έθνος απέκτησε ξανά ένα δικό του ανεξάρτητο κράτος. Οπως περιγράφει και στη «Βαβυλωνία» του ο Βυζάντιος, αυτό το ελληνικό έθνος δεν μιλούσε την ίδια γλώσσα, δεν είχε τα ίδια έθιμα, αλλά είχε την ίδια πίστη, την ίδια αίσθηση ότι αποτελεί μια ξεχωριστή κοινότητα, την ίδια αντίληψη ότι έχει τη δική του ταυτότητα πέρα και πάνω από τις διαφορές και τις πολυποίκιλες επιμέρους γλωσσικές και πολιτισμικές κοινότητες που το συναποτελούσαν. Αλλά περισσότερο απ’ όλα αυτό το έθνος ήθελε να είναι ένα, ενιαίο και αδιαίρετο, έθνος με δική του πολιτική υπόσταση και κυριαρχία. Και αυτή η πολιτική υπόσταση και κυριαρχία είναι θεμελιωμένη στην ιστορία, στη γλώσσα και κυρίως στο αίμα των ηρώων που θυσιάστηκαν στους αγώνες για την Ελευθερία και την Ανεξαρτησία μας.

Posted in 1821, Αττική, Αθηναιογραφία, Αλβανία και Αλβανοί, Αναδημοσιεύσεις, αρβανίτες | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Κάστρον παλαιόθεν οικοδομημένον εις πέτραν υψηλήν δυσκολοδιάβατην…

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2020

Καθώς πλησιάζουν τα διακοσάχρονα από την επέτειο του ξεσηκωμού, θα πυκνώνουν στο ιστολόγιο τα (γλωσσικά, κυρίως) άρθρα για την περίοδο εκείνη ή με κείμενα της περιόδου εκείνης.

Σήμερα θα δημοσιεύσω μία πολύ ιδιότυπη επιστολή, σταλμένη τον Αύγουστο του 1826, τον καιρό της πολιορκίας της Ακρόπολης από τους Τούρκους. Και οι τρεις μεγάλες πολιορκίες του 1821 (Τριπολιτσά, Μεσολόγγι και Αθήνα) είναι πολύ καλά τεκμηριωμένες από διάφορες αφηγήσεις και λοιπό αρχειακό υλικό. Το υλικό του Μεσολογγιού έχει τον περισσότερο ίσως όγκο, όμως και η πολιορκία της Αθήνας, που την έχουμε και από τον Μακρυγιάννη και από διάφορα μικρά ημερολόγια που τα μάζεψε ο Βλαχογιάννης, δεν υστερεί πολύ.

Η επιστολή που θα δούμε σήμερα όμως έχει την ιδιομορφία πως δεν είναι σταλμένη (ή: στελμένη, έτσι το λέγανε τότε) από Έλληνα αποστολέα. Την έγραψε ο Κιουταχής και την έστελνε στην Πόλη, ζητώντας ενισχύσεις -και ειδικά λαγουμιτζήδες. Έστειλε και δεύτερη επιστολή. Όμως τον ταχυδρόμο τον έπιασαν οι Έλληνες, που μετέφρασαν τις επιστολές για να μάθουν τι σχεδιάζει ο πολιορκητής.

Το μεταφρασμένο κείμενο των επιστολών δημοσιεύτηκε αρχικά (αλλά όχι ολόκληρο) στην Ιστορία των Αθηνών του Σουρμελή. Το πλήρες μεταφρασμένο κείμενο υπάρχει στο Ιστορικό Αρχείο Αλέξ. Μαυροκορδάτου απ’ όπου τα πήρα κι εγώ. Αποσπάσματα βρίσκει κανείς στο Διαδίκτυο (τα εκτενέστερα σε αφιέρωμα της Αυγής το 2008) αλλά, αν δεν σφάλλω, δεν υπάρχει πλήρης διαδικτυακή δημοσίευση ως τώρα.

Μονοτονίζω αλλά διατηρώ την ορθογραφία.

Σχόλια και απορίες σε αγκύλες, μέσα στη ροή του κειμένου.

Έγγραφο 3442, Αύγουστος 1826

Προς τον Βεζύρην της Βούλας [όποιος μας πει τι ακριβώς είναι αυτό το αξίωμα, θα του χρωστάω χάρη]

Το κάστρον των Αθηνών, καθώς σας είναι γνωστόν, είναι παλαιόθεν οικοδομημένον εις μιαν πέτραν υψηλήν δυσκολοδιάβατην, ούτε λαγούμι επιδέχεται, ούτε εις έφοδον έρχεται· απέχει έξ ώρας από τα Δερβένια της Πελοποννήσου, και πλησιάζει εις τα νησία, ευρίσκεται εις την άκρην των λοιπών Βιλαετίων, και προ πάντων τούτο το φρούριον, με το να είναι ένας τόπος πολλά παλαιός και παλαιόθεν εβγήκαν από αυτόν τον τόπον πολλοί περιβόητοι φιλόσοφοι και τα έργα τα τεχνικά οπού έχει της αρχαιότητος προξενούν θαυμασμόν εις τους πεπαιδευμένους Ευρωπαίους, και διά τούτο όλοι οι Ευρωπαίοι και τα λοιπά έθνη των απίστων φρονούν τούτο το φρούριον ως το σπήτιον ιδικόν τους και επειδή το νομίζουν ως ένα προσκυνητήριον τόπον οι Ευρωπαίοι, καθώς και τα λοιπά έθνη των απίστων των ονομαζομένων Χριστιανών, το υπερασπίζονται και προσπαθούν να μην έβγη από τας χείρας των απίστων αποστατών και εσυμφώνησαν και υπεσχέθησαν γενικώς την βοήθειά τους και δια ξηράς και δια θαλάσσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Επιστολές | Με ετικέτα: , , | 243 Σχόλια »

Πώς έγραφε ο Μακρυγιάννης

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 είναι επόμενο να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για κείμενα της εποχής -και ανάμεσά τους αναγκαστικά ξεχωριστή θέση έχουν τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, που είναι ίσως το μοναδικό εκτενές δείγμα κειμένου αγωνιστή του 1821 που μας έχει έρθει χωρίς να περάσει από το φίλτρο κάποιου εγγράμματου διαμεσολαβητή, όπως του Κολοκοτρώνη από τον Τερτσέτη.

Στο Διαδίκτυο μπορούμε να βρούμε το κείμενο του Μακρυγιάννη, ας πούμε στη Βικιθήκη. μπορούμε να μελετήσουμε τη γλώσσα του και να θαυμάσουμε το ύφος του. Αλλά για τη γλώσσα και για την προσωπικότητα του Μακρυγιάννη έχουν γραφτεί εκατοντάδες άρθρα και δεκάδες βιβλία, οπότε δεν θα έχει νόημα να πούμε κάτι ακόμα στο ιστολόγιο. Στο σημερινό άρθρο θα εστιαστούμε σε μια πτυχή που μάλλον είναι λιγότερο γνωστή, δηλαδή στο πώς από το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη φτάσαμε στο κείμενο που έχουμε σήμερα και διαβάζουμε στην οθόνη μας.

Τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη τα χρωστάμε ολοκληρωτικά στον Γιάννη Βλαχογιάννη, τον ακαταπόνητο λόγιο που έβαλε σκοπό ζωής να σώσει από την αφάνεια και τη φθορά κάθε λογής αρχειακό υλικό, αλλά κυρίως υλικό σχετικό με το 1821. Ο Βλαχογιάννης έφερε στην επιφάνεια και εξέδωσε πάρα πολλά κείμενα, αλλά το διαμάντι του στέμματος, μπορούμε να πούμε, είναι τα γραφτά του Μακρυγιάννη.

Όπως έγραψε ο ίδιος, από τις έρευνές του σε παλιές εφημερίδες της εποχής του Όθωνα, είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Μακρυγιάννης, άνθρωπος που επιδίωκε επίμονα να εκφράζει τη γνώμη του στον Τύπο, ήταν πολύ πιθανό να είχε γράψει και κάποιου είδους απομνημονεύματα. Οπότε, ο Βλαχογιάννης άρχισε να επισκέπτεται ταχτικά τον γιο τού αγωνιστή, τον συνταγματάρχη του Μηχανικού Κίτσο Μακρυγιάννη, ο οποίος έμενε στο ίδιο σπίτι, και να τον πιέζει να ψάξει σε υπόγεια και σε κασέλες μήπως βρει γραφτά του πατέρα του. Και πράγματι, μια μέρα ο Κίτσος Μακρυγιάννης του ανάγγειλε με κραυγές χαράς πως μέσα σε έναν τενεκέ, χωμένο κάτω από παλιοκάσονα, είχε βρει μισοσαπισμένο ένα χειρόγραφο του στρατηγού.

Ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε δεκαεφτά μήνες στην ανάγνωση και τη μεταγραφή του χειρογράφου. Τα απομνημονεύματα εκδόθηκαν αρχικά με έξοδα του Κίτσου Μακρυγιάννη και της αδελφής του.

Το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη ίσως να το έχετε δει σε κάποιο οπισθόφυλλο. Ο στρατηγός γράφει με πολύ κόπο, στρογγυλά μεγάλα γράμματα, αλλά χωρίς τόνους και στίξη. Να μια σελίδα:

Τα βγάζετε τα γράμματα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, χειρόγραφα, Μεταγραφές κειμένων, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 164 Σχόλια »

Ποιοι είναι αργυραγχωμένοι;

Posted by sarant στο 24 Οκτωβρίου, 2019

Μην ψάχνετε στο γκουγκλ, η δύσκολη λέξη του τίτλου δεν γκουγκλίζεται -«τώρα γκουγκλίζεται», λέει μια σπηλαιωδης φωνή από ψηλά.

Τις προάλλες, στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, ο καθηγητής Αριστείδης Χατζής, που αυτόν τον καιρό μελετάει τις πρωτογενείς πηγές για το 1821 διότι ετοιμάζει ένα (σημαντικό, πιστεύω) βιβλίο για το θέμα, ρώτησε την ομήγυρη τι σημαίνει αυτή η λέξη, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από την Εφημερίδα των Αθηνών, του 1825.

Όπως βλέπετε, το επίμαχο απόσπασμα είναι:

Διά όλα αυτά λοιπόν, τα μικρότατα πράγματα, οπού υψώνετε ώς τους Ουρανούς, και δια τα μεγάλα οπού σιωπαίνετε, ή πρέπει να είσθε αργυραγχωμένοι, ή πρέπει να [συμπληρώνω από την πίσω σελίδα] είσθε πολλά μικρόψυχοι και δειλοί. [Γράφει ‘δηλοί’ αλλά είναι τυπογραφικό λάθος]

Πρόκειται για απόσπασμα από επιστολή που δημοσιεύτηκε στο φ. 80 της Εφημερίδος Αθηνών (31.7.1825). Ο επιστολογράφος, που υπογράφει Σ.Φ.Ε. και στέλνει το γράμμα του από τα Μέγαρα με ημερομηνία 28 Ιουλίου 1825, κατηγορεί την εφημερίδα ότι δεν τσιγκουνεύεται επαίνους για «τα μικρότατα και τιποτένια σχεδόν έργα, καθώς το σκότωμα ενός Τούρκου και το πάρσιμον ενός αλόγου και τα τοιαύτα, χωρίς να αναφέρη μήτε γρυ δι’ όσας μεγάλας αταξίας βλέπεις να γίνωνται». Και αναφέρει στη συνέχεια της επιστολής ατασθαλίες που δεν στηλιτεύτηκαν από την εφημερίδα όπως το «να μαχαιρώνουν οι στρατιώτες τους πολίτας και να μην παιδεύονται διά τούτο».

Θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε όλη την επιστολή, ίσως και την απάντηση του συντάκτη -που δεν δίνεται στο ίδιο φύλλο αλλά υπάρχει υπόσχεση οτι θα δινόταν σε επόμενο- μια και είναι γραμμένη από ολοφάνερα μορφωμένο συντάκτη, που όμως χρησιμοποιεί απλούστερη καθαρεύουσα από αυτήν που επιβλήθηκε από το σχολείο μετά την ίδρυση του κράτους, με σαφείς παραχωρήσεις στη δημοτική: το πάρσιμο ενός αλόγου και όχι η σύλληψις ενός ίππου, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας σήμερα.

Ας ειναι όμως, βάζω ακομα καναδυό προτάσεις για να δούμε πόσο οπισθοχωρήσαμε με την επιβολή της αρχαΐζουσας:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Αρχαία γραμματεία, Αρχαία ελληνικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | 137 Σχόλια »

Δεκαπέντε λέξεις του Μακρυγιάννη

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2019

Τα απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη, που τ’ανακάλυψε και τα εξέδωσε ο Γιάννης Βλαχογιάννης, είναι πιθανώς το πιο πολυδιαβασμένο και σίγουρα το περισσότερο μελετημένο αυτοβιογραφικό έργο της νεότερης ελληνικής γραμματείας. Θεωρείται πως αποτυπώνει όχι μόνο το ήθος των αγωνιστών του 21 αλλά και τη γλώσσα που μιλούσαν.

Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για το έργο αυτό που δεν έχει νόημα να προσθέσω κάτι δικό μου. Και η γλώσσα του έχει μελετηθεί εξαντλητικά. Το λεξιλόγιό του αποτέλεσε αντικείμενο μιας από τις πρώτες μελέτες με τη βοήθεια υπολογιστή -εννοώ το πολύτομο έργο των Κυριαζίδη και Καζάζη, που έναν καιρό είχε και διαδικτυακή παρουσία. Παλιά είχα φυλλομετρήσει το έργο αυτό και δεν το θυμάμαι καλά, εντύπωσή μου είναι όμως ότι εστίαζε κυρίως στην κατάρτιση του λεξιλογίου και σε ποσοτικές αναλύσεις, χωρίς να δίνει έμφαση στην ετυμολογία ή τη σημασία των λέξεων (αν κάνω λάθος διορθώστε με). Από την άλλη, υπάρχουν δεκάδες εργασίες, διατριβές και μελέτες για τη γλώσσα του Μακρυγιάννη.

Κι εγώ απο τη μεριά μου, παλιά, είχα αποδελτιώσει τις παροιμιακές φράσεις στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Κάποια στοιχεία της δουλειάς εκείνης πέρασαν στο βιβλίο μου Λόγια του αέρα.

Στο σημερινό άρθρο οι φιλοδοξίες μας είναι πιο μετρημένες. Διαλέγω 15 λέξεις από τις πρώτες σελίδες των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη, παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, και γράφω δυο λόγια για την ετυμολογία και τη σημασία της καθεμιάς. Φυσικά διαλέγω λέξεις που δεν τις έχουν τα σύγχρονα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτης, Χρηστικό), δηλ. ακολουθώ την ίδια προσέγγιση που είχα όταν κατάρτισα το λημματολόγιο του βιβλίου Λέξεις που χάνονται.

διασαχτζής

Φύλαγαν απόξω την πόρτα οι διασαχτζήδες οι Tούρκοι του κονσόλου και άλλοι Tούρκοι, ότι τόμαθαν οπού ήμουν μέσα και ήθελαν να βγω να με πιάσουνε.

Ο διασαχτσής ή διασαξής ή γιασαξής ήταν ένοπλος σωματοφύλακας υψηλών προσώπων επί τουρκοκρατίας, συχνά Τούρκος στρατιώτης που εκτελούσε χρέη θυρωρού και κλητήρα σε προξενεία χριστιανικών κρατών. Απο το τκ. yasakçı που προέρχεται από τη λ. yasak, απαγόρευση που έχει επίσης περάσει στα ελληνικά ως γιασάκι ή διασάκι και που της είχαμε αφιερώσει άρθρο παλιότερα διότι «ακόμα δεν εδόθηκε των ομματιών διασάκι«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά | Με ετικέτα: , , | 103 Σχόλια »

Κρυφός καημός (διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα)

Posted by sarant στο 25 Μαρτίου, 2019

Σήμερα που έχουμε την επέτειο της 25ης Μαρτίου σκέφτηκα να βάλω ένα διήγημα εμπνευσμένο από το 1821, αφού χτες είχαμε το αφιέρωμα στον Πάνο Κουτρουμπούση.

Διάλεξα ένα διήγημα του Καρκαβίτσα, από τη συλλογή Παλιές αγάπες, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο. Παρουσιάζει ένα μοτίβο που το βρίσκουμε και στη δημοτική ποίηση, για την κοπέλα που ντύνεται ρούχα αντρικά και παίρνει μέρος, σαν άντρας ανάμεσα σε άλλους άντρες, σε δραστηριότητες που θεωρούνται αντρικές -στρατός, πόλεμος, τέτοια -ίσαμε την Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη. Ο κινηματογράφος το θέμα αυτό το έχει εκμεταλλευτεί πάμπολλες φορές, συνήθως σε κωμωδίες, αλλά ο Καρκαβίτσας εδώ το χειρίζεται αυστηρά και σεμνά.

Η μάνα μου ήταν καλή και αγαθή, όπως όλες οι γυναίκες του καιρού της. Γλυκιά ημέρα ωστόσο δεν είδε με τον πατέρα μου γιατί ― λες κι έφταιγε η δόλια! ― έκανε όλο κορίτσια. Ξέρεις τι θα ειπεί φτω­χός και κορίτσια! Έξω απ’ αυτό ακόμη όριζαν Τούρ­κοι στα Μοριά κι ήταν καλύτερο να μην απόχταε κανείς παιδί παρά ν’ αποχτήσει θηλυκό. Κάθε νοικο­κύρης που έβλεπε να πηγαίνει το σπίτι του μπροστά θλιβότανε περισσότερο από κείνον που δεν είχε τίποτα. Για τούτο κι ο πατέρας μου δεν έπαυε κάθε τόσο να της χτυπάει, κάπως στα χωρατά, μα πάντα πικραμένα:
― Μωρέ γυναίκα· δεν κάνεις και συ ένα σερνικό!
Μια βραδιά μπήκε στο σπίτι ολόχαρος.
― Τέλειωσε, Καλομοίρα· είπε μόλις πάτησε στην πόρτα. Ό,τι παιδί κάνεις ― ήταν ετοιμόγεννη η μάνα μου ― θέλω να είναι σερνικό.
Σε λίγο γεννήθηκα εγώ. Όταν πήγαν να του πά­ρουν τα συχαρίκια, στέναξε βαθιά. ― Ο γέρο Βαρσάμης, σκέφτηκε, οχτώ ντουφέκια· ο Βασίλης πέντε· ο κουμπάρος μου ο Ανέστης τέσσερα ― και τι; ― ένα κι ένα! Εγώ τίποτα για το Γένος! Εμείς θέλουμε ανθρώπους για σπαθί κι η γυναίκα μου γεννάει για τη ρόκα!… Και με το γρόθο του έδωκε μια κι έσπασε το τραπέζι.
― Μα δεν πειράζει· είπε σε λίγο. Εγώ θα το κάμω σερνικό. Θα γένει καλύτερο από σερνικό.
Το είπε κι έγινε. Μόλις μεγάλωσα λίγο, μου φόρεσε αντρίκια και μ’ έλεγε Χρύσαντο από Χρυσή που ήταν τ’ όνομά μου. Στη μάνα μου, σε όλους έτσι έλεγε να με φωνάζουν. Από μικρή με έμαθε στ’ άρματα. Μέρα νύχτα με δασκάλευε να παίζω το σπαθί, να λυγίζω το κορμί, να ρίχνω στο σημάδι. Την καθεμερνή μ’ έπαιρνε στο χωράφι· τη γιορτή στο κυνήγι να κυνηγούμε τους λύκους και τ’ αγριογούρουνα στη Δροσελή.
― Θέλω… να περνάς το βόλι απ’ το δαχτυλίδι· μου έλεγε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Διηγήματα, Επετειακά | Με ετικέτα: , , | 150 Σχόλια »

Φρεγάδες στο Αιγαίο

Posted by sarant στο 27 Απριλίου, 2018

Συζητήθηκε τις τελευταίες μέρες η είδηση για τις δύο γαλλικές φρεγάτες, που αρχικά ανακοινώθηκε ότι θα νοικιάζαμε από τη Γαλλία για το καλοκαίρι, με χρηματοδοτική μίσθωση μάλιστα, μια συμφωνία που όμως ακυρώθηκε τελικά.

Η ιστορία φαίνεται ότι έχει παρασκήνιο που δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει, αν πιστέψουμε τουλάχιστον τα ρεπορτάζ που κάνουν λογο για γερμανική ενόχληση από την ελληνογαλλική συμφωνία και τη σύνδεσή της με τις γαλλικες προτάσεις για ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Μάλιστα, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, και το 2011 ο τότε πρόεδρος Ολάντ είχε θελήσει να μας νοικιάσει τις ίδιες φρεγάτες, αλλά και τότε η συμφωνία ματαιώθηκε έπειτα από γερμανική παρέμβαση.

Το ιστολόγιο δεν σκαμπάζει πολλά πράγματα από όπλα και οπλικά συστήματα, οπότε δεν θα σχολιάσω αν οι δυο γαλλικές φρεγάτες ήταν απαραίτητες για το Πολεμικό Ναυτικό μας και τι εναλλακτικές υπάρχουν. Πάντως, η ιστορία αυτή έδειξε για μια ακόμα φορά πόσο μικρά είναι τα περιθώρια κινήσεων που έχει η οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση.

Φρεγάτες βεβαίως διαθέτει το πολεμικό ναυτικό, τέσσερις τον αριθμό, τύπου ΜΕΚΟ (αγνοώ τι ειναι αυτό). Μία απο αυτές, νομίζω την Ύδρα, βλέπετε στη φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο. Στη στρατιωτική ορολογία, η σύντμηση για τις φρεγάτες είναι Φ/Γ.

Εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε σημερα για τη φρεγάτα.

Σύμφωνα με το Χρηστικο Λεξικό, η φρεγάτα είναι «πολεμικό πλοίο μεσαίου μεγέθους», ενώ το ΛΚΝ προσθέτει ότι είναι πλοίο «συνοδείας», άλλων πλοίων εννοείται. Ωστόσο, αυτή είναι η σημερινή σημασία της φρεγάτας. Τα λεξικά καταγράφουν επίσης, την παλαιότερη σημασία «τρικάταρτο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο». Βλέπετε, η γλώσσα είναι πράγμα συντηρητικο και η ίδια λέξη μπορεί μέσα στους αιώνες να περιγράφει πολύ διαφορετικά πράγματα.

Φρεγάτα ήταν και ένα απο τα πλοία που αγοράστηκαν με το δεύτερο πολεμικό δάνειο της Επανάστασης, το 1826, η Ελλάς. Μάς κόστισε ο κούκος αηδόνι και ελάχιστα πολέμησε -τελικά την έκαψε ο Μιαούλης το 1831 στον ναύσταθμο του Πόρου, στην ανταρσία κατά του Καποδίστρια κι ενας Θεός ξέρει ως πότε την πληρώναμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ραμόνια, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , | 112 Σχόλια »