Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘1821’ Category

Τοπωνύμια και διοικητική διαίρεση του 1821

Posted by sarant στο 21 Σεπτεμβρίου, 2020

Όποιος διαβάζει τον Μακρυγιάννη ή άλλα κείμενα της εποχής του 1821 συναντάει τοπωνύμια που δεν ισχύουν σήμερα, που μπορεί να τον παραξενεύουν και να χρειαστεί να τα αναζητήσει. Πολλά από αυτά είναι αρκετά γνωστά, έτσι οι περισσότεροι ξέρουμε πως το Ζιτούνι είναι η Λαμία και πως το σημερινό Αίγιο είναι η παλιά Βοστίτσα. Κάποια άλλα, όχι και τόσο. Αν διαβάσετε για το Μεσολόγγι και την πολιορκία του αποκλείεται να μη συναντήσετε το Δραγαμέστο, αλλά ίσως να μη βρείτε πού είναι. Μπορεί μάλιστα να βρείτε ότι το Δραγαμέστο είναι ο Αστακός, που είναι ανακρίβεια -ο σημερινός Αστακός είναι η Σκάλα του Δραγαμέστου, το χωριό που λεγόταν τότε Δραγαμέστο λέγεται σήμερα Καραϊσκάκης, 5 χιλιόμετρα πιο μέσα.

Ακόμα, θα βρείτε αντικρουόμενες πληροφορίες για τη διοικητική διαίρεση που είχαν επί τουρκοκρατίας τα εδάφη που αποτέλεσαν στη συνέχεια το νεοελληνικό κράτος. Μετά τη μεταρρύθμιση του 1867 η διοικητική διαίρεση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας εξορθολογίστηκε και απέκτησε ως πρώτη βαθμίδα το βιλαέτι. Tα βιλαέτια υποδιαιρούνταν σε σαντζάκια και τα σαντζάκια σε καζάδες.

Στην αγγλική Βικιπαίδεια βρίσκω ότι περί το 1900, εδάφη του σημερινού ελληνικού κράτους ανήκαν στα βιλαέτια των Ιωαννίνων, του Μοναστηρίου, της Σαλονίκης, της Αδριανούπολης, της Κρήτης και του Αρχιπελάγους. Το βιλαέτι του Αρχιπελάγους υποδιαιρούταν στα σαντζάκια της Ρόδου, της Μυτιλήνης, της Χίου, της Κω και της Κύπρου. Της Κρήτης στα σαντζάκια των Χανίων, των Σφακιών, του Ρεθύμνου, του Χάντακα και του Λασιθιού.

Πριν το 1867 τα πράγματα είναι πιο συγκεχυμένα. Η πρώτη βαθμίδα δεν ήταν το βιλαέτι αλλά το εγιαλέτι. Τις παραμονές του 1821, τα εδάφη του ελλαδικού χώρου ανήκαν στα εγιαλέτια της Ρούμελης (που έπιανε το μεγαλύτερο μέρος των Βαλκανίων), της Άσπρης Θάλασσας, του Μοριά και της Κρήτης.

Και πάλι τα εγιαλέτια υποδιαιρούνταν σε σαντζάκια και αυτά σε καζάδες. Στο εγιαλέτι της Ρούμελης ανήκε, για παράδειγμα το σαντζάκι του Κάρλελι που συμπίπτει περίπου με τη σημερινή Αιτωλοακαρνανία. Γιατί Κάρλελι; Επειδή πριν γίνουν οθωμανικά τα εδάφη αυτά ανήκαν στον Κάρολο Τόκκο. Το Κάρλελι τον 17ο αιώνα υποδιαιρούταν σε έξι καζάδες: Αγια Μαύρα, Βόνιτσα, Αγγελόκαστρο, Ξηρόμερο, Βάλτος, Βραχώρι. Το 1684 οι Βενετοί κατάκτησαν την Αγία Μαύρα (Λευκάδα) και τη Βόνιτσα, οπότε έγινε διοικητική αναδιάρθρωση.

Το εγιαλέτι του Μοριά σχηματίστηκε μετά την ανακατάληψη του Μοριά το 1715. Αποσπάστηκε από το εγιαλέτι της Ασπρης Θάλασσας. Φαίνεται όμως ότι κατ’ εξαίρεση το εγιαλέτι αυτό δεν διαιρέθηκε σε σαντζάκια (και αυτά σε καζάδες) αλλά απευθείας σε καζάδες. Ο καζάς ως γεωγραφική περιοχή υπόκειταν στη νομική και διοικητική δικαιοδοσία ενός καδή (δικαστή), γι’ αυτό και ονομαζόταν και καδηλίκι. Σε κειμενα της εποχής μπορεί να δείτε για τα 24 καδηλίκια του Μοριά.

24 νομίζω πως ηταν και οι επαρχίες του Μοριά επί Βενετών. Ο αριθμός των διοικητικών μονάδων του Μοριά παρέμεινε εκεί κοντά, άλλοτε 22, άλλοτε 23, μέχρι το 1821. Στην έκθεση που υπέβαλε ο Καποδίστριας στις προστάτιδες δυνάμεις το 1828 (τα «ερωτήματα των πρέσβεων» όπως λέγονται) αναφέρει ότι η Πελοπόννησος διαιρούταν επί Οθωμανών σε 24 επαρχίες: Κόρινθος, Βοστίτσα (Αίγιο), Καλάβρυτα, Πάτρα, Γαστούνη, Πύργος, Καρύταινα, Αρκαδιά (Κυπαρισσία), Νεόκαστρο (Πύλος), Μοθώνη, Κορώνη, Ανδρούσα, Νησί (Μεσσήνη), Καλαμάτα, Λεοντάρι, Μυστράς, Μονεμβασία, Τριπολιτσά, Άγιος Πέτρος, Πραστός, Άργος, Εμπλάκικα, Φανάρι [Ανδρίτσαινα] και Κάτω Ναχαγές (Ερμιονίδα). Να σημειωθεί ότι απουσιάζει η Μάνη, η οποία ήταν αυτόνομη φόρου υποτελής ηγεμονία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γεωγραφία, Πατριδογνωσία, Τοπωνύμια | 208 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 4

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2020

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα έχετε δει, εκτός αν συμμετέχετε και στα Υπογλώσσια. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία.

Με αυτόν τον τυποποιημένο πρόλογο έχω ήδη δημοσιεύσει τρία άρθρα στο ιστολόγιο, ένα τον Φλεβάρη του 2019, άλλο ένα τον Οκτώβριο του 2019 και το τρίτο φέτος τον Μάιο. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε τρία τέρμινα, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Σημερα λοιπόν δημοσιεύω το τέταρτο άρθρο της σειράς αυτής. ‘Εχω επικαιροποιήσει κάποια πράγματα και έχω προσθέσει και υλικό απο τα σχόλια που έγιναν.

* Κορονιός λοιπόν

Μου γράφει φίλος από Κέρκυρα και μεταφέρω χωρις να προσθέσω τίποτα:

Το έχω ακούσει κάμποσες φορές εδώ, αλλά επειδή τώρα δα έτυχε να το ακούσω δυο φορές μέσα σε δύο λεφτά, τη μία από έναν λαϊκό τύπο που φώναζε στο κινητό στ’ αριστερά μου και την άλλη από έναν σοβαρό κύριο που μιλάει χαμηλόφωνα στα δεξιά μου, σκέφτηκα να το γράψω: Εδώ λοιπόν, τον γνωστό κορονοϊό, πολλοί στην καθημερινή κουβέντα τον λένε κορονιό, τρισύλλαβα και με το ι ημίφωνο.

Αυτό για όσους λένε ότι κάποιοι φωνητικοί κανόνες χάθηκαν στα νέα ελληνικά (αυτά με τη «χασμωδία» ή όπως αλλιώς τα λένε), επειδή έτσι αποφάσισαν καλοσιδερωμένοι φιλόλογοι και επιμελητές.

Εδώ προσθέτω. Στα σχόλια πολλοί είπαν ότι έχουν ακούσει κι αυτοί να λένε κάποιοι «κορονιός» -και το βρίσκω απολύτως φυσικό. Κι εγώ έχω ακούσει το «κορονιός» αν και πιο απλά ακούω «κορόνα» -έπαθε κορόνα, κόλλησε κορόνα.

* Skalkottas

Πριν από μερικές μέρες έφυγε από τη ζωή ο σκακιστής Νίκος Σκαλκώτας, γιος του μεγάλου συνθέτη Νίκου Σκαλκώτα -που δεν πρόλαβε να γνωρίσει, αφού ο πατέρας πέθανε δυο μέρες πριν γεννηθεί ο γιος.

O σκακιστής Σκαλκώτας (1949-2020) ήταν εξαιρετικός άνθρωπος, λένε όσοι τον γνώρισαν -εγώ από μακριά μόνο τον είχα δει, σε διάφορους αγώνες. Ήταν ο πρώτος Έλληνας σκακιστής που νίκησε σε διεθνές τουρνουά στο εξωτερικό.

Ο πατέρας γράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία Skalkottas. Απορούσα γιατί και σήμερα έμαθα χάρη σε ποστ φίλου.

Ο ίδιος έβαλε το tt όταν ζούσε στη Γερμανία γιατί το Skalkotas οι Γερμανοί το πρόφεραν Σκαλκόοτας.

Στα σχόλια κάποιος επισήμανε ότι ο Χωραφάς γράφει το όνομά του στα γαλλικά Cοrraface.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γενικά γλωσσικά, Πανδημικά, Σφηνάκια, Σκάκι, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , | 138 Σχόλια »

Ιταάξι, μια ανύπαρκτη λέξη

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2020

Το σημερινό μικροφιλολογικό μας θέμα δεν θα ενδιαφέρει πολλούς, και δεν θα σας κρατήσω κακία αν μου το πείτε κατάμουτρα -όμως ενδιαφέρει εμένα, όπως ενδιαφέρει και το ιστολόγιο, που έχει κι άλλες φορές ασχοληθεί με ανύπαρκτες λέξεις που είδαν το φως εξαιτίας τυπογραφικού λάθους -ένα ευρέως γνωστό παράδειγμα είναι το dord, ένα άλλο είναι η ιόμπα του Βιζυηνού, όπως παλιότερα είχε γράψει σε ένα άρθρο στο ιστολόγιο ο Πίτερ Μάκριτζ. (Και βεβαια μια ειδική περίπτωση είναι η μυρτοφοβία/myrtophobia που πολύ μας απασχόλησε πρόσφατα)

Στο αξιόλογο και πολυδιαβασμένο βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη Τα καπάκια υπάρχει μια ενδιαφέρουσα παράγραφος σχετικά με τη διαδικασία διορισμού του αρματολού επί Τουρκοκρατίας.

Ο αρματολός εντασσόταν στον μηχανισμό της οθωμανικής εξουσίας με το μασαλά, καπετάν σιν μπιζίμισιν (είσαι δικός μας). Ο Κουτσονίκας συνοψίζει σε μια παράγραφο το πέρασμα του κλέφτη από την παρανομία στην αναγνώριση. «Των οθωμανών λοιπόν αποκαμνόντων από των τοιούτων κακώσεων, συνεκαλείτο το τζεμαέτι (ο λαός ή οι πρόκριτοι) εις τον μεκχεμέ (δικαστήριον) παρόντων του τε καδή και του μουσελίμη, προειδοποιείτο δε και ο καπιτάνος διά τινος μεσίτου να εμφανισθή εις τον καδήν διά να κάμη το ιταάξι (υποταγήν) και να λάβη τον μουρασελέ, απόφασιν ή συναίνεσιν της καπιτανίας.... (σελ. 88-89· μεταφέρω πιστά, αλλά μονοτονίζω και μαυρίζω την επίμαχη λέξη).

Ο Παπαγιώργης δίνει σε υποσημείωση παραπομπή στο βιβλίο του Λάμπρου Κουτσονίκα «Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως», εκδ. Βεργίνα, τόμος α’, σελ. 11.

Επειδή έχω τελευταία διαβάσει πολλά κειμενα της εποχής εκείνης, αμέσως συνειδητοποίησα ότι η λέξη «ιταάξι» πρέπει να είναι λάθος. Τούρκικα δυστυχώς δεν ξέρω, ξέρω όμως ότι οι καταλήξεις τουρκικών δανείων είναι -άτι και -έτι (πχ αμανάτι, ζαναχάτι, σαλτανάτι, μερχαμέτι, βιλαέτι) ενώ δεν υπάρχουν τουρκικά δάνεια σε -άξι ή -άχσι. Ήξερα ακόμα πως υπάρχει στα ελληνικά της εποχής λέξη «ιταάτι» ή «ιταέτι», τουρκικό δάνειο που σημαίνει την υποταγή.

Κατά σύμπτωση μάλιστα, σε ένα πρόσφατο άρθρο στο ιστολόγιο, όπου είχαμε δει μια επιστολή του Κολοκοτρώνη στην οποία επιχειρούσε να καταπτοήσει τον (πολιορκημένο στην Τριπολιτσά) Κεχαγιάμπεη αφηγούμενός του διάφορα φανταστικά κατορθώματα των Ελλήνων, υπήρχε, ακριβώς, το ιταέτι:

εμείς έχομεν προσταγήν από τον Πρίγκιπα, όχι τους Τούρκους μόνον, οπού δεν κάνουν ιταέτι, να πολεμήσομεν, αλλά και όσους Ρωμαίους τουρκοφρονούν.

Οπότε, δεν χωράει αμφιβολία πως το «ιταάξι» του Παπαγιώργη είναι τυπογραφικό λάθος. Η τουρκική λέξη είναι itaat, και έχει αποδοθεί στα ελληνικά ιταάτι και ιταέτι. Ο Κολοκοτρώνης έγραψε ιταέτι, ο Κουτσονίκας υποθέτουμε πως έγραψε ιταάτι που διαβάστηκε ιταάξι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Δαίμων του τυπογραφείου, Ιστορία, Νομανσλάνδη | Με ετικέτα: , , , , , , | 207 Σχόλια »

Ο Δράμαλης και η νίλα

Posted by sarant στο 20 Αυγούστου, 2020

Μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές του Εικοσιένα ήταν η εκστρατεία του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη στο Μοριά το καλοκαίρι του 1822. Ο Δράμαλης είχε πολύ στρατό και είχε σκοπό να συντρίψει την επανάσταση -και σημείωσε μια πρώτη απρόσμενη επιτυχία όταν ο φρούραρχος του Ακροκόρινθου, που μάταια είχε πάρει το παρατσούκλι Αχιλλέας, πανικοβλήθηκε βλέποντας το ασκέρι και εγκατέλειψε το φρούριο «αντουφέκηγο» που έγραψε κι ο Μακρυγιάννης.

Αν ο Δράμαλης έστεκε στην Κόρινθο και εγκαθιστούσε εκεί το στρατηγείο του, τα πράγματα μπορεί να είχαν εξελιχτεί πολύ δυσάρεστα για τους επαναστάτες, αλλά μεθυσμένος από τις πρώτες επιτυχίες θέλησε να τελειώνει γρήγορα. Ο Κολοκοτρώνης εφάρμοσε πολιτική καμένης γης, γνωρίζοντας από αναφορές ανιχνευτών ότι το ασκέρι του Δράμαλη έχει «χασνέδες [χρήματα] και εφόδια πολεμικά αρκετά, πλην από ζαερέδες [προμήθειες σε τρόφιμα] υστερούνται». Στον αργολικό κάμπο άρχισε να τους βασανίζει η ζέστη και η δυσεντερία, καθώς οι Έλληνες μόλυναν και τις πηγές, και θελησαν να αναδιπλωθούν -αλλά στα στενά των Δερβενακιών (ντερβένι είναι το στενό) στα τέλη Ιουλίου ο Κολοκοτρώνης τους πετσόκοψε. Λίγοι σώθηκαν από το μεγαλο ασκέρι κι ο ίδιος ο Μαχμούτ Πασάς πέθανε ειτε από τη λύπη του είτε απο τύφο στην Κόρινθο στις 26 Οκτωβρίου 1822.

Το περιστατικό επιβεβαιώνει μια παρατήρηση που έχουν κάνει ίσως αρκετοί αλλά σίγουρα ο Κ. Παπαγιώργης, ότι οι μεγάλες νίκες του Εικοσιένα οφείλονται όλες σε ενέδρα ή αιφνιδιασμό ή εκμετάλλευση του πεδίου της μάχης ή φθορά του αντιπάλου με κλεφτοπόλεμο και όχι σε κατά μέτωπο σύγκρουση. Όποτε οι Έλληνες θέλησαν να αντιπαρατεθούν στους Τούρκους «ευρωπαϊκά», σε ανοιχτό πεδίο, υπέστησαν επώδυνες ήττες: Πέτα, Κρεμμύδι, Ανάλατος.

Η σφαγή αυτή του πανίσχυρου στρατού του Δράμαλη στα Δερβενάκια έσωσε την επανάσταση, εδραίωσε ακόμα περισσότερο το γόητρο του Κολοκοτρώνη και έγινε παροιμιώδης, αφού έμεινε γνωστή και ως «η νίλα του Δράμαλη». Πολύ συχνά θα δείτε τη μάχη στα Δερβενάκια να αναφέρεται ως «νίλα του Δράμαλη».

Το ΛΚΝ στο λήμμα «νίλα» αναφέρει, ακριβώς, τον Δράμαλη:

νίλα η [níla] Ο25α : 1.(οικ.) α. μεγάλη καταστροφή: Ο στρατός του Δράμαλη έπαθε μεγάλη ~ από τους Έλληνες. β. μεγάλη αποτυχία σε διαγωνισμό ή συναγωνισμό: ~ στα μαθηματικά. H ομάδα μας έπαθε ~ στο σημερινό αγώνα. γ. ζημιά που προκαλεί μεγάλη ταλαιπωρία: Πάθαμε μια ~ στο ταξίδι… μας χάλασε το αυτοκίνητο. 2. (παρωχ.) καψόνι.

Το λεξικό ετυμολογεί, χωρίς βεβαιότητα, τη λέξη από τα λατινικά: [ίσως μσν. *νίλα < λατ. nila πληθ. του nilum (ουδ.) `τίποτε, ασήμαντο, χωρίς αξία΄ που θεωρήθηκε θηλ. εν.]

Το λεξικό Μπαμπινιώτη δίνει την ίδια ετυμολογία, και πάλι χωρίς βεβαιότητα, δεν αναφέρει τον Δράμαλη, και δίνει παραδειγματική φράση παρμένη από το ποδόσφαιρο, «πάθαμε μεγάλη νίλα μέσα στην έδρα μας» ή κάτι τέτοιο. Πράγματι, στις σημερινές χρήσεις συχνά θα δούμε τη νίλα σε αθλητικά-ποδοσφαιρικά συμφραζόμενα.

Σε πολλά κείμενα για το 1821, ιστορικά ή λογοτεχνικά, βρίσκω αναφορά στη «νίλα του Δράμαλη». Μάλιστα, ο Βασίλης Ρώτας έχει γράψει το θεατρικό έργο «Κολοκοτρώνης ή η νίλα του Δράμαλη». Στον «Καραϊσκάκη», τη μυθιστορηματική βιογραφία του ήρωα από τον Δημ. Φωτιάδη, υπάρχει επίσης κεφάλαιο «Η νίλα του Δράμαλη».

Το περίεργο είναι ότι στα κείμενα της εποχής δεν υπάρχει καμιά τέτοια αναφορά σε «νίλα του Δράμαλη» -ή εγώ δεν βρήκα. Σίγουρα δεν υπάρχει στον Μακρυγιάννη, αν και η λέξη «νίλα» χρησιμοποιείται σε άλλα συμφραζόμενα, αλλά ούτε και στα απομνημονευματα του Κολοκοτρώνη, του πρωταγωνιστή της υπόθεσης. Ούτε σε άλλο κείμενο της εποχής βρήκα «νίλα του Δράμαλη», εκτός αν βρείτε εσείς και με διαψεύσετε.

Πράγματι, στα σώματα κειμένων που έψαξα, η παλαιότερη αναφορά που βρήκα σε «νίλα του Δραμαλη» είναι το 1910 στον Ρωμηό του Σουρή και το 1917 στο Ημερολόγιο Σκόκου. Ίσως κάποιος άλλος βρει κάτι ακόμα παλιότερο, αλλά το ζήτημα είναι πόσο παλιότερο -δυο τρεις δεκαετίες ή κοντινό στα γεγονότα;

Το άλλο περίεργο είναι ότι ο Μακρυγιάννης χρησιμοποιεί στο έργο του δυο φορές τη λέξη «νίλα» αλλά όχι με τη σημασία «πανωλεθρία, παταγώδης αποτυχία».

Γράφει ο Μακρυγιάννης, περιγράφοντας την εγκληματική θανάτωση άμαχων Τούρκων από ανειδοποίητους Ρωμιούς κοντά στο Κομπότι παρά τις συνθήκες που είχαν υπογραφτεί: «Και την αυγή πήγαμε όλοι και είδαμεν το αμολόγητον κακόν. Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Tούρκοι κι όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα» (Α53). Και αλλού, σε σχέση με την πολιορκία της Αθήνας: «Πήγαμεν εις το φρούριον. Ήταν η νίλα εκεί· γυναικόπαιδα, ζώα» (Α213).

Δηλαδή, την εποχή του Μακρυγιάννη η σημασία της λέξης ήταν κάπως διαφορετική, σήμαινε: οίκτο, τραγικό θέαμα που προκαλεί τον οίκτο, συμφορά· «με πήρε η νίλα» σήμαινε «με κυρίεψε ο οίκτος».

Αυτή η σημασία βρίσκουμε να επιβιώνει στο ηπειρωτικό ιδίωμα. Αντιγράφω από το σχετικό σύγγραμμα του Ευάγγελου Μπόγκα (ο οποίος γράφει νήλα):

νήλα: 1. Το τραγικό θέαμα, «είναι νήλα να γλέπ’ς να σφάζουν μπροστά σου τ’ αρνάκια», 2. Ο οίκτος: Όταν τον είδα ξαπλωμένον στα χώματα, μ’ έκοψε η νήλα. Στο Ζαγόρι λένε «να τον φτάκει η νήλα μου» δηλ. κατάρα να δυστυχήσει κάποιος τόσο πολύ που να τον λυπηθούμε. Ο Μπόγκας γράφει «νήλα» επειδή ετυμολογεί από το νηλεές ήμαρ του Ομήρου, που μάλλον είναι πορτοκαλισμός.

Εικαζω λοιπόν ότι η πανωλεθρία του πανίσχυρου στρατου του Δράμαλη, που χαρακτηρίστηκε νίλα του Δράμαλη βοήθησε να μεταπέσει η σημασία από το «τραγικό θέαμα» και τη «συμφορά» προς την «παταγώδη αποτυχία» κι έτσι να χρησιμοποιείται σήμερα για αποτυχία στις εξετάσεις ή στο ποδόσφαιρο. Η μετάπτωση της σημασίας είναι ευκολη, αφού η «συμφορά» είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο οικτρό θέαμα και στην παταγώδη αποτυχία.

Μάλιστα, στις στρατιωτικές σχολές κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα το καψόνι που γινόταν στους πρωτοετείς λεγόταν «νίλα», σημασία που την καταγραφει το ΛΚΝ αν και κοντεύει πια να ξεχαστεί.

Σχεδον τελειώσαμε. Τελευταία πτυχή, ο Μάμαλης. Στις συλλογές παροιμιωδών εκφράσεων υπάρχει η έκφραση «έπαθε τη νίλα του Μάμαλη». Ποιος ο Μάμαλης; Κάποιοι λένε τον Ιμάμ Αλή, πασά της Ναυπάκτου, άλλοι αναφέρουν κάποιον οπλαρχηγό Μάμαλη που τον παλούκωσε ο Αλή Πασάς. (Όποιος ενδιαφέρεται: Δημ. Πετρόπουλος, «Η θανάτωσις δι’ ανασκολοπισμού κατά την Τουρκοκρατίαν», ΕΕΒΣ, Τόμ. 23 (1953), σελ. 535-6.)

Αν ισχύει αυτό, τότε προϋπήρξε η νίλα (δηλαδή η συμφορά, το τραγικό θέαμα) του Μάμαλη και η ομοηχία διευκόλυνε να γίνει παροιμιώδης και η φράση για τον Δράμαλη. Μπορεί βέβαια να προϋπήρξε η «νίλα του Δράμαλη», το θέμα αξίζει διερεύνηση.

Όσο για την ετυμολογία, κι ας λέει ο Μπόγκας, με βάση τα παραπάνω, φαίνεται πιθανότερη μια σλαβική αρχή της λέξης και ασφαλώς απορρίπτεται το λατινικό nila, που προτείνεται χωρίς σιγουριά από τα λεξικά. Όποιος έχει πρόσβαση στο περιοδικό Βυζαντινά, του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ, τόμος 8, σελ. 301-2, όπου υπάρχει άρθρο για τη νίλα, θα μπορούσε ίσως να μας δώσει περισσότερες πληροφορίες.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Ο φίλος μας ο Spiridione βρήκε τη δημοσίευση στα Βυζαντινά, που νομίζω ότι φωτίζει το θέμα:

Κ. Παπαχρίστου, νεοελληνικά ετυμολογικά, σελ. 301, 302

νίλα, η: α) αφανισμός, β) τραγικό θέαμα, που προκαλεί τον οίκτο, και γ) οίκτος. Από τις τρεις αυτές σημασίες η τρίτη, δηλ. νίλα = οίκτος, έχει λησμονηθή σήμερα στην Ελλάδα, με εξαίρεση την ’Ήπειρο — ίσως και κάποια άλλη περιοχή, που δε μπόρεσα να επισημάνω- για την Ήπειρο δίνει ο Μπάγκας την ερμηνεία: νήλα = 1) τραγικό θέαμα και 2) οίκτος: «όντας τουν είδα ξαπλουμένουν στα χώματα μ’ έκουψι η νήλα», και παραθέτει το Ζαγοριακό: «να τον φτάκη η νήλα μου» = «να δυστυχήση δηλ. σε τέτοιο βαθμό που να μου προκαλέση τον οίκτο». Παλαιότερα, όμως, η λ. νίλα στη σημασία «οίκτος» απανταται και σε άλλες περιοχές, π.χ. τη Ρούμελη, καθώς διαπιστώνεται από το Μακρυγιάννη, που γράφει: «Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Τούρκοι κι όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα». Το νεοελ. νίλα προέρχεται από το αρωμουν. nila (= οίκτος, συμπάθεια) ← ρουμαν. mila ← σλαβ. міль (= συμπάθεια), στα αρωμουνικά: ρ. niluesku (= ελεώ, οικτίρω, συμπαθώ) και επίθ. niluitu – ta (=οικτρός), η τροπή του m → n (ρουμαν. mila → nila) είναι συνήθης στα αρωμουνικά: λατιν. mille → nile (= χίλια). Εσφαλμένα υποστηρίζει ο Νικολαίδης ότι το σλαβ. mih, το ρουμαν. mila και το αρωμουν. nila προέρχονται από το αρχ. ελλην. μείλιον (= «παν το ευφραίνον»), ούτε, βέβαια, είναι δυνατό να γίνη οποιοσδήποτε συσχετισμός του νεοελ. νίλα με το ομηρικό επίθ. νηλεές (ήμαρ), που υπαινίσσεται ο Μπόγκας και γι’ αυτό γράφει νήλα αντί νίλα, δικαιολογημένα ο Ανδριώτης αγνοεί αυτή την ετυμολογία.

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 161 Σχόλια »

Γιατί το λένε μπουγιουρντί;

Posted by sarant στο 13 Αυγούστου, 2020

Μια και το Ορούτς Ρεΐς εξακολουθεί να βρίσκεται στις παρυφές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή της ΑΟΖ ή της περιοχής που θα μπορούσαμε να έχουμε ανακηρύξει ως ΑΟΖ, και εκτελεί ή απειλεί να εκτελέσει ή προσπαθεί να εκτελέσει σεισμογραφικές έρευνες στην περιοχή, σε ένδειξη αντιποίνων το ιστολόγιο θα εκτελέσει λεξικογραφικές έρευνες στην ελληνοτουρκική γλωσσική υφαλοκρηπίδα, κι έτσι σήμερα θα λεξιλογήσουμε για το μπουγιουρντί.

Το μπουγιουρντί είναι μια από τις πολλές λέξεις που μας έχει κληροδοτήσει η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας, λέξεις της οθωμανικής διοίκησης και καθημερινότητας, που μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έμειναν άνεργες αλλά προσέλαβαν καινούργιες σημασιες, συνήθως με δείνωση της σημασίας τους.

Έτσι, ο τσαούσης δεν είναι πια ο υπαξιωματικός (σε βαθμό αντίστοιχο με τον λοχία) αλλά κάποιος πεισματάρης και απαιτητικός άνθρωπος· το ασκέρι δεν είναι πια στρατιωτικό τμήμα αλλά δηλώνει όχλο ή συρφετό ή πολυμελή ομάδα ή οικογένεια π.χ. «μας κουβαλήθηκε ο κουμπάρος με το ασκέρι του», ενώ ο ντερβέναγας δεν είναι ο επικεφαλής του στρατιωτικού τμήματος που φυλάει τα στρατηγικά ορεινά περάσματα αλλά κάποιος που φέρεται αυταρχικά ή που απρόσκλητος παρεμβαίνει σε υποθέσεις μας που δεν τον αφορούν -«ντερβέναγα σε βάλαμε;» θα του πούμε τότε.

Αλλά ας έρθουμε στο μπουγιουρντί.

Η αρχική του λοιπόν σημασία είναι έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο αρχικός τύπος, στα μεσαιωνικά χρόνια, ήταν μπουγιουρουλντί, από το buyuruldu, που θα πει «διετάχθη», εννοείται «υφ’ ημών» και με το οποίο τελείωνε το κατεβατό της διαταγής.

Στην αρχη της λέξης βρίσκουμε το ρήμα buyurmak, διατάσσω, που έχει αόριστο buyurdum. Δεν ξέρω αν το ελληνικό πια μπουγιουρντί προέκυψε από το μπουγιουρουλντί με απλολογία ή αν παρήχθη από μεταγενέστερο απλούστερο τουρκικό τύπο (βρίσκω buyurtu) ή αν βγηκε από το τρίτο πρόσωπο του αορίστου του buyurmak, που είναι buyurdu σήμερα (αλλά δεν ξέρω πώς ήταν στην τότε γλώσσα) όμως δεν έχει και τόση σημασία. Πάντως, στα κείμενα της εποχής βρίσκουμε διάφορες παραλλαγές, όπως μπουγιουρτί, πουγιουρτί, μπουγιουρδί κτλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, τούρκικα, Γλωσσικά συμπόσια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Θεσσαλονίκη, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Τα φέικ νιουζ του Εικοσιένα

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2020

Στον πόλεμο, το πρώτο θύμα είναι η αλήθεια, δεν θυμάμαι ποιος το έχει πει αυτό. Το βλέπουμε και στην εποχή μας, όπου, παρ’ όλες τις δυνατότητες της τεχνολογίας (ή ίσως: χάρη στις δυνατότητες της τεχνολογίας) ο κορμοράνος του Περσικού κόλπου έπεισε χιλιάδες ανθρώπους, για να περιοριστώ σε ένα παράδειγμα.

Τα ίδια ίσχυαν και σε προηγούμενες εποχές, ίσως από την αρχαιότητα. Φήμες και διαδόσεις οργίαζαν ανέκαθεν, είναι στη φυση του ανθρώπου αυτό. Και στον Όμηρο θα πρέπει να υπάρχει κάτι. Αλλά να μην πάμε τόσο πίσω. Θα παρουσιάσω σήμερα ένα κείμενο από τον ξεσηκωμό του 1821, που δείχνει -για να μιλήσουμε με τη σημερινή ορολογία- τα φέικ νιουζ στη υπηρεσία της Επανάστασης.

Για το ενδιαφέρον αυτό θέμα, έχει γράψει μια πολύ κατατοπιστική εργασία ο Απόστολος Βακαλόπουλος, η οποία κάπου κυκλοφορεί σε pdf αλλά μπορείτε να τη βρείτε και σε αυτό το ιστολόγιο. Εκεί υπάρχει και το απόσπασμα μιας επιστολής του Κολοκοτρώνη προς τον Κεχαγιάμπεη, στην οποία ο Γέρος του Μοριά αραδιάζει τη μια μετά την άλλη τις τερατολογίες, θέλοντας έτσι να σπάσει το ηθικό του αντίπαλου.

Εγώ θα βάλω ολόκληρη την επιστολή, που υπάρχει στον Φιλήμονα, τόμ. 3, σελ. 279 κε. Την βρήκα επίσης στον Κόκκινο και έκανα OCR από εκεί επειδή είναι πιο καθαρή η εκτύπωση, αλλά ο Κόκκινος έχει επιφέρει μπόλικες διορθώσεις (και αρκετά λάθη) στο κείμενο του Φιλήμονα και ίσως μού ξέφυγε κάποια.

Βρισκόμαστε στα μεσα Μαΐου 1821, και ο κεχαγιάμπεης Μουσταφάς έχει κατεβεί στην Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης τον νικάει στην πολύ σημαντική μάχη του Βαλτετσιού οπότε οι Τούρκοι αποσύρονται στην Τριπολιτσά. Τότε ο Κολοκοτρώνης στέλνει στον Μουσταφά το γράμμα που θα διαβάσουμε σήμερα στο οποίο, επιστρατεύοντας ένα σωρό τερατώδη ψέματα, επιδιώκει να σπάσει το ηθικό του αντίπαλου -όχι τόσο του ίδιου του Κεχαγιάμπεη, που ήταν, όπως ο ίδιος τον περιγράφει «καλά τερτιπλής και πολεμικός», αλλά γενικά των αγάδων της Τριπολιτσάς.

Μονοτονίζω και συμμαζευω λίγο την ορθογραφία. Στο τέλος επεξηγώ μερικές λέξεις και τοπωνύμια:

Από εμένα τον Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη, άρχοντα των ακαταμαχήτων ελληνικών στρατευμάτων εις εσένα τον Μουσταφά Κεχαγιά βεγή.

Σου φανερώνω, ότι την αλήθεια είσαι αξιοκατάκριτος από το γένος των όμοπίστων σου Τουρκών, και ζητείς άδικα να τους πάρεις στον λαιμό σου. Εσύ εγνώρισες καλά την απόφασιν του Υψίστου Θεού και την απόφασιν όλων των με­γάλων Δυνάμεων της Ευρώπης, διά να ελευθερωθεί το γένος των Χριστιανών από τες αδικίες και τυραννίαν σας, ηξεύροντας τας ανδραγαθίας των Χριστιανών εις την Ρούμελην.

Πλην εστοχάσθης, ότι απερνώντας με ολίγους λουφετσήδες επάνω εις τον Μορέα, πως εύκολα ήθελε φοβίσεις τα ανδρεία άρματά μας· και το εύκολον απέρασμά σου από την Βοστίτσαν έως αυτού διά την απροφυλαξίαν των εκεί μερών, εις καιρόν οπού και εις το Άργος ευρεθέντες τότε ολίγοι στρατιώται σού επροξένησαν πολλά κακά, σε έκαμαν να φθάσεις εις μίαν κακήν υπερηφάνειαν, και να τολμήσεις εναντίον των ελληνικών στρατευμάτων μας κατά το Βαλτέτσι, διά να πάθεις όσα έπαθες και να πάρεις εις τον λαιμόν σου τόσους ομοπίστους σου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, φέικ νιουζ, Όχι στα λεξικά, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , , , , , | 107 Σχόλια »

Μας κάνουν χάζι οι σκυλο-Μοραΐται (ένα γράμμα του 1823)

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2020

Μας ενδιαφέρουν πάντοτε τα δείγματα παλιότερων κειμένων, ιδίως όταν είναι γραμμένα σε γλώσσα που πλησιάζει την εκάστοτε δημώδη. Δημοσιεύω λοιπόν σήμερα μια επιστολή οπλαρχηγών της Ρούμελης που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον αλλά και κάποιο ενδιαφέρον στο περιεχόμενό της.

Η κατάσταση στη Στερεά Ελλάδα διέφερε πολύ από τον Μοριά: η Στερεά ήταν πολύ περισσότερο εκτεθειμένη στις τουρκικές επιθέσεις από τον Βορρά, ενώ οι καπετάνιοι της ήθελαν να κρατήσουν τα αρματολίκια τους -παρόλο που από το 1822 είχε αποφασιστεί η διάλυσή τους. Ο Βλαχογιάννης στα σχόλια που κάνει στα Ενθυμήματα του Κασομούλη εξηγεί αρκετά τις αντιφάσεις και τα διλήμματα με τα οποία βρίσκονταν αντιμέτωποι οι οπλαρχηγοί της Ρούμελης.

Το καλοκαίρι του 1823 ο Μουσταή (Μουσταφά) πασάς της Σκόντρας, στρατιωτικός με μεγάλη αξία, κατεβαίνει για να υποτάξει τη Δυτική Στερεά και ν’ απειλήσει το Μεσολόγγι. Τελικά δεν θα τα καταφέρει, αλλά θα νικήσει τους Έλληνες στη μάχη της Καλιακούδας (28.8.1823). Ακόμα πιο σημαντική απώλεια ίσως είναι ότι στη -νικηφόρα για τους Έλληνες- αψιμαχία στο Κεφαλόβρυσο, μια βδομάδα νωρίτερα, σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης.

Η επιστολή που μας ενδιαφέρει έχει ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 1823 και γράφεται από τον Προυσό, υπογράφουν δε γνωστοί καπεταναίοι της Ρούμελης, ανάμεσά τους και ο Γ. Καραϊσκάκης. Ξέρουμε ότι ο Καραϊσκάκης ήταν πολύ άρρωστος την εποχή εκείνη και τελικά έφυγε για την Κεφαλονιά να αναρρώσει. Η επιστολή υπάρχει στον τόμο «Τα Σπετσιωτικά«, σελ. 403-4, που μπορείτε να τον βρείτε και ονλάιν, και έχει πλήθος έγγραφα του αγώνα που βρέθηκαν στο αρχείο του νησιού και εκδόθηκαν τον 19ο αιώνα.

Τολμώ να σκεφτώ πως ο Βλαχογιάννης δεν είχε υπόψη του την επιστολή, διότι στην επιμέλεια των Ενθυμημάτων του Κασομούλη (τόμ. 1, σελ. 346) γράφει ότι «τίποτε δεν ξέρουμε τι έκανε ο Καραϊσκάκης και πού έμενε από τέλη Αυγούστου [μάχη Καλιακούδας] ως τέλη Οχτώβρη [που εμφανίζεται στο Λαζαρέτο του Αργοστολιού]». Στην προηγούμενη σελίδα ο Κασομούλης αναφέρει πως ο Καραϊσκάκης ήταν ημιθανής και είχε προσκαλέσει τον Στορνάρη να συναντηθούν «εις την μονήν…» αφήνοντας κενό το όνομα. Ξέρουμε πως ήταν η μονή Προυσού, πληροφορία που υπάρχει πχ. στη βιογραφία του Καραϊσκάκη από τον Φωτιάδη.

Το γράμμα (μονοτονίζω αλλά, ετσι για αλλαγή, δεν αλλάζω την ορθογραφία)

Αδελφοί, Καπετάν Οδυσσέα και Καπ. Πανουργιά, σας χαιρετούμεν

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 114 Σχόλια »

Πιλάφι

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2020

Πριν από μερικές μέρες (ανα)δημοσιεύσαμε και συζητήσαμε εκτενώς ένα άρθρο ξένου ιστοτόπου για το εθνικό φαγητό της κάθε χώρας, φυσικά δίνοντας περισσότερο έμφαση στο αν πράγματι είναι εθνικό μας φαγητό στην Ελλάδα αυτό που αναφερόταν στο άρθρο (ο μουσακάς).

Από τα περίπου 200 φαγητά (ένα για κάθε χώρα) που έχει το άρθρο αυτό, αναφέραμε τα εθνικά πιάτα περίπου 20 χωρών. Σήμερα θα εστιάσω σε κάποια άλλα.

Το εθνικό φαγητό του Αζερμπαϊτζάν, σύμφωνα πάντοτε με το άρθρο, είναι το Plov. Eίναι ένα από τα (όχι πολλά) πιάτα που το ξέρω, εννοώ το έχω δοκιμάσει, μια και το έφτιαχνε ένας φίλος που είναι παιδί πολιτικών προσφύγων και γεννηθηκε και μεγάλωσε στην Τασκένδη. Η Τασκένδη βέβαια βρίσκεται στο Ουζμπεκιστάν, και στο άρθρο για εθνικό φαγητό του Ουζμπεκιστάν δίνεται μια σούπα με κρέας, shurpa, που πρέπει να είναι της ίδιας ρίζας με τον τσορβά, αλλά γειτονικές χώρες είναι όλες αυτές, δεν έχει σύνορα το φαγητό. Στη φωτογραφία, που είναι από τη Βικιπαίδεια, μαγειρεύουν πλοβ στο δρόμο, στην Τασκένδη.

Αν πάμε λίγο πιο πέρα, στο Αφγανιστάν, θα βρούμε ότι το εθνικό φαγητό είναι το Kabuli palaw, κι αυτό με βάση το ρύζι. Δεν κοίταξα ολες τις χώρες της περιοχής, ίσως να έβρισκα και άλλες παραλλαγές. Γενικά, στα εθνικά φαγητά του άρθρου τη σχετική, ίσως και την απόλυτη, πλειοψηφία την έχουν τα πιάτα με βάση το ρύζι, το οποίο το βρίσκει κανείς και στην Άπω αλλά και στην Εγγύς Ανατολή, και στην Ινδία, και στην Αφρική, αλλά και στην Κεντρική και Νότια Αμερική.

Τι κοινό έχουν το ουζμπέκικο ή αζέρικο πλοβ με το αφγανικό παλάου; Όχι μόνο μοιάζουν στα συστατικά τους αλλά και ετυμολογικώς συνδέονται, ανήκουν στην ίδια οικογένεια λέξεων, μιαν οικογένεια όπου βρίσκεται και το δικό μας το πιλάφι. Το πιλάφι είναι ρύζι «που έχει βράσει σε νερό ή ζωμό, έχει στραγγιστεί ή έχει αφυδατωθεί από τα υγρά του και έχει ζεματιστεί με βούτυρο ή λάδι» (ο ορισμός από το ΜΗΛΝΕΓ). Δεν είναι λοιπόν πιλάφι κάθε ρύζι, αλλά τους μαγειρικούς ορισμούς τους αφήνω σε εκείνους που μαγειρεύουν. Πάντως, η αγγλική Βικιπαίδεια επισημαίνει ότι στο πιλάφι το ρύζι είναι σπυρωτό, δηλ. οι κόκκοι διακρίνονται σαφώς ο ένας από τον άλλον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ισλάμ, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 248 Σχόλια »

Δέκα λέξεις του Κασομούλη

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος της επανάστασης του 2021, το ιστολόγιο δημοσιεύει, σποραδικά, άρθρα για τον μεγάλο ξεσηκωμό, συνήθως λεξιλογικά -αφού εδώ λεξιλογούμε.

Πέρυσι είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο με λέξεις από τον Μακρυγιάννη, σήμερα θα δούμε το αντίστοιχο άρθρο με λέξεις από τα Ενθυμήματα Στρατιωτικά του Νικ. Κασομούλη. Είχαμε πει δυο λόγια για το σημαντικό έργο σε ένα πρόσφατο άρθρο μας που ήταν εστιασμένο σε μια έκφραση που παραδίδει ο Κασομούλης.

Ο Κασομούλης, είχαμε πει, δεν γράφει τη γλώσσα που μιλούσε. Προσπαθεί να γράψει σε καθαρεύουσα, και φαίνεται να προσπαθεί, σε πολλά σημεία, να «εξελληνίσει» τουρκικά ή ιταλικά δάνεια, συχνά κατασκευάζοντας δικούς του, όχι πάντα πετυχημενους, όρους. Αλλά δεν είναι, ευτυχώς, συνεπής σε αυτή την καθαριστική προσπάθεια, ενώ επίσης μεταφέρει σχετικά πιστά τους διαλόγους ή τα γραπτά τεκμήρια (που βεβαια και αυτά είναι, τα περισσότερα, σε γλώσσα σιδερωμένη).

Στο σημερινό άρθρο διαλέγω 10 λέξεις από το βιβλίο του Κασομούλη -είχα ξεκινήσει για 15, όμως με έπιασε φλυαρία και το άρθρο παραμεγάλωσε κι έτσι σταμάτησα στις δέκα. Για κάθε λέξη παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, και γράφω δυο λόγια για την ετυμολογία και τη σημασία της καθεμιάς. Φυσικά διαλέγω λέξεις που δεν τις έχουν τα σύγχρονα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτης, Χρηστικό), δηλ. ακολουθώ την ίδια προσέγγιση που είχα όταν κατάρτισα το λημματολόγιο του βιβλίου Λέξεις που χάνονται. Η παραπομπή γίνεται στην πεντάτομη έκδοση του Κασομούλη (εκδ. Βεργίνα) που έχω πρόχειρη. Είναι παρόμοια με την τρίτομη που υπάρχει στην Ανέμη, αλλά φυσικά σε άλλη σελιδοποιηση.

1. ειδίσματα

Σε συζητήσεις με Τούρκους για να γίνει ειρήνη στα Άγραφα, ο οπλαρχηγός Νικ. Στορνάρης θέτει όρους (Β26):

όταν επιστρέψετε τους αιχμαλωτισμένους αθώους με τα ειδίσματά των έως εις το βελόνι….

Λέξη της Ηπείρου και της Δυτικής Στερεάς περισσότερο, τα ειδίσματα είναι τα αντικείμενα του σπιτιού, σκεύη, ρούχα. Ωστόσο, σε πολλές χρήσεις είναι ειδικώς κοσμήματα, τιμαλφή, ακόμα ειδικότερα, οι βέρες των αρραβώνων. Για παράδειγμα, στον σπαραχτικο «Πολιτισμό εις το χωρίον» του Παπαδιαμάντη, ο μπάρμπα – Στέργιος, για να βρει τα έξοδα της ταφής του παιδιού του, δίνει στον άτεγκτο ενεχυροδανειστή μερικά ειδίσματα: δύο ασημένια σκουλαρίκια κι ένα δαχτυλίδι. Στα Απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης αφηγείται ότι με δική του παρέμβαση αναγκάστηκε ο Παπαφλέσσας «να δώσει πίσου τα ειδίσματα ολουνών των ανθρώπων» που είχε λεηλατήσει.

Πάλι στον Κασομούλη (Γ226) γίνεται αναφορά στη γνωστή διαμάχη για την προίκα της κόρης της Μπουμπουλίνας (και χήρας του Πάνου Κολοκοτρώνη), όπου ο νέος της σύζυγος κατηγορούσε τον Γέρο ότι «κατακρατεί τα ειδίσματά της», εδώ με τη σημασία των κοσμημάτων.

2. ιλτιζάμι

Στορνάρης και Λιακατάς από το Μεσολόγγι γράφουν στον Κασομούλη:

Είδαμεν καλά τα όσα μας γράφετε διά τους λοφέδες μας, οπού ακόμα δεν εκατορθώσεταν τίποτες, παρά σας προβάνουν να πάρετε ιλτιζάμια [προσόδους] εις την Γαστούνην. Ημείς διά ιλτιζαμτζήδες [έμποροι προσόδων] δεν είμασθον όταν έπρεπεν, όχι τώρα οπού δεν έχομεν τελείως κατάστασιν.

Ιλτιζάμι είναι η εκμίσθωση του δικαιώματος είσπραξης φόρων του κράτους σε ιδιώτες, που γινόταν συνήθως έπειτα από πλειστηριασμό. Ο δικαιούχος προκατέβαλλε στο κράτος το ποσό που υπολογιζόταν να εισπραχθεί από τη συγκεκριμένη περιοχή και στη συνέχεια εισέπραττε τους φόρους ο ίδιος ή υπενοικίαζε με τη σειρά του το δικαίωμα είσπραξής τους.

Ήταν καθιερωμένος θεσμός στο οθωμανικό κράτος, συνήθως με ετήσια διάρκεια. Από τουρκ. iltizam. Ο κάτοχος του ιλτιζαμιού λεγόταν mültezim, που πρέπει να είναι η ίδια λέξη με το μουλτεζίμι που έχουμε στο τάβλι.

Εδώ, οι καπεταναίοι διαμαρτύρονται διότι, αντί για μισθό (λοφέδες) τούς υποσχέθηκαν το ιλτιζάμι της Γαστούνης, που όμως θα έπρεπε να έχουν κεφάλαια για να το πάρουν.

3. ίρτζι

Τον Μάιο του 1827, μετά τη μάχη του Ανάλατου, ο Κασομούλης που βρίσκεται ακόμα στο στρατόπεδο στην Καστέλα έχει ζητήσει από τον Γαρδικιώτη Γρίβα, ο οποίος έχει φύγει στη Σαλαμίνα, να επιστρέψει. Ο Γρίβας απαντάει (Γ435):

Μου γράφετε, αδελφοί, διά να έλθω· αν θέλω το ίρτζι μου [την τιμήν] να σηκωθώ να έρθω.

Η επεξήγηση είναι από τον Κασομούλη.

Λίγο νωρίτερα, τον Απρίλιο, οι Τούρκοι που ήταν οχυρωμένοι στο Μοναστήρι, δέχονται να παραδοθούν, «πλην να φυλαχθεί το ίρτζι των [υπόληψίς των] και να έβγουν με τα άρματά των και με τις αποσκευάς των»

Οπως έγραφα στις Λέξεις που χάνονται, ίρτζι είναι η τιμή, η αξιοπρέπεια, η υπόληψη. Τουρκικό δάνειο, από το irz, που σημαίνει «τιμή». Δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό, παλιότερο ή νεότερο, εκτός από το Μείζον. Ωστόσο, χρησιμοποιείται πολύ σε κείμενα της εποχής του 1821, π.χ. «ή χάνομεν τα κεφάλια μας ή κάμνομεν το ίρτζι μας τεκμίλι» (την τιμή μας κλοτσοσκούφι), όπως διαβάζουμε σε επιστολή του Καραϊσκάκη στον Μαυροκορδάτο.

Όπως και στο παραπάνω απόσπασμα με τους πολιορκημένους, η λέξη χρησιμοποιείται αρκετά σε κείμενα συμφωνιών παράδοσης. Π.χ. ο Τρικούπης παραδίδει τη συνθήκη παράδοσης των Τούρκων του Νιόκαστρου το 1821 οπου οι Έλληνες καραβοκύρηδες δεσμεύονται «και να έχουμε χρέος να τους πηγαίνουμε εις την Αραπιά, εις Τούνεζι, εις το πόρτον Ακαλμπέντι με το ίρτζι τους και ζωήν τους και βιος τους, και χωρίς ναύλον».

Η φράση έχει γίνει διάσημη από την ταινία Ο ατσίδας, όπου ο Βέγγος ως σερβιτόρος θυμώνει όταν ο Ηλιόπουλος χτυπάει παλαμάκια, και δικαιολογείται λέγοντας: «Είναι το ίρτζι μου». Βέβαια, στη σημερινή χρήση, εξαιτίας του αποσπάσματος με τον Βέγγο, υπάρχει μετατόπιση της σημασίας: το ίρτζι έφτασε πια να σημαίνει την παραξενιά, την ιδιοτροπία, π.χ. «συγγνώμη που επιμένω πολύ στην καθαριότητα, αλλά είναι το ίρτζι μου»

Στο 0.50 του αποσπάσματος, το ίρτζι του Θρασύβουλα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά | Με ετικέτα: , , , , | 156 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 3

Posted by sarant στο 18 Μαΐου, 2020

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα έχετε δει, εκτός αν συμμετέχετε και στα Υπογλώσσια. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία.

Με αυτόν τον τυποποιημένο πρόλογο έχω ήδη δημοσιεύσει δυο άρθρα στο ιστολόγιο, ένα τον Φλεβάρη του 2019 και ένα τον Οκτώβριο. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε τρία τέρμινα, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Σημερα λοιπόν δημοσιεύω το τρίτο άρθρο της σειράς αυτής. ‘Εχω επικαιροποιήσει κάποια πράγματα και έχω προσθέσει και υλικό απο τα σχόλια που έγιναν.

* O ύποπτος σουμπεγιές

Τον Γενάρη του 1825, ο οπλαρχηγός Νικ. Στορνάρης γράφει στον Κασομούλη, που έχει αφήσει το Μεσολόγγι για να πάει στο Ανάπλι, συνοδεία του Μαυροκορδάτου:

καθώς απέρασες εις Μωρέαν δεν έλαβα κανένα σου γράμμα, και είμαι εις μεγάλον σιουμπεγέν, ότι δεν ηξεύρω τι τρέχει αυτού.

Ο Βλαχογιάννης εξηγεί: υποψία

Η λέξη υπάρχει σήμερα στη Λευκάδα, αν πιστέψουμε το Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος :

σουμπεγιές (ο): κάτι που μας προσθέτει σκοτούρες, έγνοιες, φροντίδες. “Εβάλαμε ένα σουμπεγιέ στο κεφάλι μας”.

Ως προς την ετυμολογία, το λευκαδίτικο λεξικό του Λάζαρη γράφει: από ιταλ. subbietto = ὑποκείμενον, ἄτομον, αἰτία, ὑπόθεσις.

Αμφιβάλλω αν υπάρχει τέτοια ιταλική λέξη (soggetto δεν είναι το υποκείμενο; ). Τα αρσενικά σε -ές είναι κατά κανόνα τούρκικα δάνεια και η Λευκάδα δεν είναι όπως τ’ άλλα Εφτάνησα λεξιλογικώς, έχει πιο πολλά κοινά με τη Δυτική Ελλάδα.

Και πράγματι, θυμάμαι ότι ο (τζουμερκιώτης) Κοτζιούλας κάπου γράφει:΅
Άιντε τώρα, να μην βάνουν σιουμπιέ (ανησυχούν) απ᾿ το σπίτι σου. Κι έχε το νου σου να μην πέσεις από κάναν όχτο αυτού που νυχτοπερπατάς. Κοτζιούλας, Η βάβω η Θόδω

Ολοφάνερα, σιουμπιές και σιουμπεγιές είναι ίδια λέξη και το σι- αποδίδει το παχύ σ.

Οπότε, η ετυμολογία είναι, είμαι βέβαιος, το τουρκικό şüphe = υποψία.

* Όχι χωρίς τη μάσκα μου

Το σύνθημα της παρούσας φάσης στο Λουξεμβούργο είναι «Όχι χωρίς τη μάσκα μου», που διατυπώνεται στα λουξεμβουργέζικα, Net ouni meng mask, ακόμα και όταν οι άλλες οδηγίες δίνονται στα γαλλικά, τα αγγλικά ή άλλες γλώσσες.

Oι γερμανομαθείς θα αναγνωρίσουν το nicht ohne meine Maske.

Τύποι όπως meng αντί για mein είναι συνηθισμένοι σε γερμανικές διαλέκτους. Φαντάζομαι πως ένας γνώστης των γερμανικών διαλέκτων θα βρει πολλά κοινά στοιχεία με τα λουξεμβουργιανά, που «πήραν προαγωγή» σε επίσημη γλώσσα κράτους σχετικά πρόσφατα.

* Στο ιστολόγιο μπορώ να βλέπω με ποιους όρους αναζήτησης στο γκουγκλ έφτασαν ως εμένα οι διάφοροι αναγνώστες. Δεν το κοιτάζω συχνά, αλλά σήμερα έπεσε το μάτι μου σε κάποιον που έβαλε στο γκουγκλ αναζήτηση για τη φράση:

ποιούν την ίσα αντί, προφανώς, ποιούν την νήσσα.

Δεν το είχα ξαναδεί αυτό το ραμόνι!

* προενταξιακή

γεωστρατηγικά

στοχευμένη

αναστρεψιμότητα

γυναικοκτονία

περιαγωγή

Τι κοινό έχουν αυτές οι λέξεις;

Θα μπορούσα να το αφήσω για κουίζ, αλλά ας το πάρει το ποτάμι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Λουξεμβούργο, Μεταφραστικά, Σφηνάκια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Από πότε υπάρχουν ανθέλληνες;

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2020

Στο ερώτημα του τίτλου ίσως κάποιοι να απαντούσαν «Από πολύ παλιά», «Από πάντοτε» ή «Από τότε που υπάρχουν Έλληνες», αλλά επειδή κι άλλες φορές έχουμε διατυπώσει τέτοια ερωτήματα σε τίτλους άρθρων, οι τακτικοί φίλοι του ιστολογίου θα καταλάβουν πως εδώ δεν εννοούμε το πράγμα αλλά τη λέξη, όπως π.χ. και τότε που είχαμε ρωτήσει «από πότε υπάρχουν ρουφιάνοι«.

Η ερώτηση είναι ληξιαρχικού τύπου, και ενδιαφέρεται ν’ ανιχνεύσει από πότε μπήκε στην υπερτρισχιλιετή μας ο όρος «ανθέλληνας» ή, παλαιότερα, «ανθέλλην». Βέβαια, θα πούμε δυο (ή και περισσότερα) λόγια για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη λέξη.

Συμφωνα με το λεξικό (το ΛΚΝ), ανθέλληνας είναι «χαρακτηρισμός για κπ. (Έλληνα ή ξένο) που διάκειται ή που ενεργεί εχθρικά προς τους Έλληνες, που βλάπτει τα συμφέροντά τους» και το αντίθετο είναι φιλέλληνας.

Παρόλο που δεν έχω εποπτεία από πολλές ξένες γλώσσες, έχω την εντύπωση ότι συγκριτικά με τους περισσότερους λαούς, στη νεότερη Ελλάδα χρησιμοποιούμε μάλλον απλόχερα τον όρο «ανθέλληνες», πολύ εύκολα δηλαδή χαρακτηρίζουμε ανθέλληνα κάποιον.

Ή μάλλον, ακριβέστερα, πολύ εύκολα χαρακτηρίζουμε ανθέλληνα κάποιον άλλον Έλληνα. Στα κοινωνικά μέσα, η βρισιά αυτή δίνει και παίρνει -και μένα με έχουν χαρακτηρίσει ανθελληνα, ένας μάλιστα τις προάλλες έλεγε πως είμαι μεγάλος ανθέλληνας και το χειρότερο είναι ότι ζω από την ελληνική γλώσσα. Ας είναι. Πάντως δεν έχουμε το μονοπώλιο στο να κατηγορούμε συμπολίτες μας για εθνική μειοδοσία -να θυμίσω το self-hating Jew ή τη HUAC, την Επιτροπή (διερεύνησης) Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων της Βουλής των ΗΠΑ.

Αλλά είπαμε πως το άρθρο είναι κυρίως ληξιαρχικό, οπότε ας επιστρέψουμε στην ιστορία της λέξης «ανθέλλην».

Οι αρχαίοι δεν είχαν ανθελληνες -θέλω να πω, δεν είχαν τη λέξη. Είχαν τη λέξη «φιλέλλην», αλλά για τον εχθρό των Ελλήνων είχαν «μισέλλην».

Να πούμε εδώ ότι η λέξη «μισέλλην» σπάνια χρησιμοποιείται στην αρχαία γραμματεία. Στο TLG έχει όλες κι όλες οχτώ ανευρέσεις, με αρχαιότερη στον Ξενοφώντα, όπου ο Αγησίλαος βρισκόταν στην Αίγυπτο ενώ είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος και δυο ηγεμόνες διεκδικούσαν τον θρόνο. Ο Αγησίλαος έμαθε ποιος φαινόταν περισσότερο φιλέλληνας και τάχθηκε με αυτόν, εξασφαλίζοντας έτσι, μετά τη νίκη, ότι θα πληρώνονταν οι στρατιώτες:

κρίνας ὁπότερος φιλέλλην μᾶλλον ἐδόκει εἶναι, στρατευσάμενος μετὰ τούτου τὸν μὲν μισέλληνα μάχῃ νικήσας
χειροῦται, τὸν δ’ ἕτερον συγκαθίστησι

Τρεις μόνο άνθρωποι έχουν χαρακτηριστεί «μισέλληνες» στην αρχαία γραμματεία: ο Αννίβας (όχι ο διάσημος, ένας προηγούμενος), ο Τισσαφέρνης και ο ιερέας Χρύσης σε σχόλια της Ιλιάδας. Υπάρχουν και κάποιες αναφορές, ακόμα πιο λίγες, σε «μισαθήναιο» και σε «μισολάκωνα» -πόλεις-κράτη γαρ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , , | 228 Σχόλια »

Το καταντήσαμε Τζορτζίνα το κριτήριο…

Posted by sarant στο 7 Μαΐου, 2020

Στοιχηματίζω πως, στη φράση του τίτλου αρκετοί θα έχετε μια-δυο άγνωστες λέξεις και θα δυσκολεύεστε να βγάλετε νόημα, εκτός αν ξέρετε τη φράση, που είναι αρκετά διάσημη. Γκουγκλίζεται άλλωστε και ούτε έχω σκοπό να βάλω κουίζ, κάθε άλλο.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Πριν από δυο περίπου εβδομάδες, που είχαμε τη γιορτή του αγίου Γεωργίου, είχα γράψει ότι υπάρχει μια φράση «με το όνομα Γεωργία ή παραλλαγή του, αλλά δεν την αναφέρω τώρα διότι θέλω να τη βάλω σε ξεχωριστό άρθρο». Ε, σήμερα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου γι’ αυτό το άρθρο. Πρέπει όμως να πω πως τα περισσότερα που θα διαβάσετε τα έχω αντλήσει από μια συζήτηση που έγινε στην ομάδα «Τα υπογλώσσια» του Φέισμπουκ.

Τα «Ενθυμήματα στρατιωτικά» του Νικ. Κασομούλη είναι από τα πιο σημαντικά έργα που γράφτηκαν από αγωνιστές του 1821. Ο Κασομούλης (1795-1872) ήταν Μακεδόνας και στην αρχή του ξεσηκωμού έδρασε στη Μακεδονία, αλλά μετά την ήττα της επανάστασης εκεί κατέβηκε νοτιότερα, πολέμησε μαζί με τον Καραϊσκάκη και ήταν στο πολιορκημένο Μεσολόγγι -μάλιστα αυτός συνέταξε την απόφαση για την Έξοδο και είχε τον γενικό συντονισμό της. Στο νεοελληνικό κράτος ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία και το 1832 έγραψε τα Ενθυμήματα.

Σε αντίθεση με τον Μακρυγιάννη, που ήταν σχεδόν αγράμματος (έχουμε γράψει για το θέμα) ο Κασομούλης, που ήταν νοικοκυρόπουλο, είχε πάει σχολείο και ήξερε γράμματα -μάλιστα, κατά καιρούς εκτελούσε εκτάκτως χρέη γραμματικού ή τον περνούσαν για γραμματικό, εξαιτίας και της νεαρής του ηλικίας. Δυστυχώς, αντί να γράψει στη γλώσσα που μιλούσε, στο βιβλίο του προσπαθεί να μιμηθεί την καθαρεύουσα που είχε ήδη υιοθετηθεί στο νεοπαγές κράτος, με αποτέλεσμα να σολοικίζει διαρκώς. Πέρα από τα πολλά ορθογραφικά λάθη, μπερδεύει τις σημασίες λέξεων (πχ χρησιμοποιεί το «παραχωρώ» σαν να σημαίνει «υποχωρώ» και αντίστροφα), κάνει παρανοήσεις, τις μετοχές τις χρησιμοποιεί αφειδώς αλλά δεν προσέχει πάντοτε τη συμφωνία γένους και αριθμού, υπερδιορθώνει και παρετυμολογεί (πχ φρούδα αντί φρούτα). Ο Βλαχογιάννης, που εξέδωσε και του Κασομουλη τα Ενθυμήματα, πλάι στου Μακρυγιάννη και τόσων άλλων αγωνιστών, συνεχώς στις υποσημειώσεις του επισημαίνει τα γλωσσικά αστοχήματα του κειμένου.

Όμως ο Κασομούλης διασώζει διαλόγους και φράσεις των αγωνιστών, που τις μεταφέρει στο κείμενό του χωρίς πολύ σιδέρωμα. Επίσης, η απλή καθαρεύουσά του δεν είναι ομοιόμορφη, αφού συνεχώς η ζωντανή γλώσσα σηκώνει κεφάλι και διεκδικεί τα δικαιώματά της. Πχ πολύ συχνά παραλείπει την εσωτερική αύξηση στα σύνθετα ρήματα (π.χ. επίμενε, αντίτεινα) -αλλά δεν θα γράψω τώρα άρθρο για τη γλώσσα του Κασομούλη, αν και θα άξιζε (υποθέτω πως θα έχει γραφτεί).

Λοιπόν, στον πρώτο τόμο των Ενθυμημάτων (αν έχετε την τρίτομη έκδοση), ο Κασομούλης αφηγείται τη δίκη του Καραϊσκάκη, που έγινε τέλη Μαρτίου του 1824 στο Ανατολικό (Αιτωλικό σήμερα) με την κατηγορία της συνεννόησης με τους Τούρκους -συγκεκριμένα, ότι ειδοποίησε τον φίλο του Ομέρ Βρυώνη πως οι Έλληνες έχουν σκοπό να επιτεθούν στην Άρτα.

Δικαστές ήταν, με απόφαση του Μαυροκορδάτου, άλλοι οπλαρχηγοί, χρέη προέδρου είχε ο γηραιός Γαλάνης Μεγαπάνου ή Πάνος και ρόλο εισαγγελέα, ας πούμε, είχε ο Πορφύριος Άρτης.

Οπότε διαμείφθηκε ο εξής διάλογος, όπως τον καταγράφει ο Κασομούλης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Παλιότερα ελληνικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 201 Σχόλια »

Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική (άρθρο του Παντελή Μπουκάλα)

Posted by sarant στο 25 Μαρτίου, 2020

Εθνική γιορτή σήμερα, 25η Μαρτίου, 199 χρόνια μετά, κι ενώ ο κορονοϊός όχι μόνο ματαίωσε γιορτές και παρελάσεις αλλά και μας έκανε να ξεχάσουμε τη σημαδιακή μέρα.

Είχα κατά νου να βάλω σήμερα κάτι σχετικό με την Επανάσταση, και είχα αρχίσει να το γράφω, είδα όμως προχτές την επιφυλλίδα του φίλου Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή, και σταμάτησα -διότι ο Μπουκάλας έγραψε ένα εξαιρετικό κείμενο που μάλιστα ανήκει κατά 100% στα ενδιαφέροντα του ιστολογίου.

Το αρθρο εξετάζει τη γλώσσα των αγωνιστών και, προχωρώντας σε ζολώτειο πνεύμα, συντάσσει ένα εξεγερτήριο μανιφέστο, όπου αν όχι όλες πάντως οι περισσότερες λέξεις είναι δάνειες.

Επειδή τον τελευταίο καιρό μελετάω κι εγώ ξανά τα κείμενα των αγωνιστών, σας διαβεβαιώνω πως ο Μπουκάλας δεν έψαξε στα πιο απίθανα γλωσσάρια για να αντλήσει λέξεις -τις λέξεις που χρησιμοποιεί θα τις βρείτε σε αρκετά κείμενα της εποχής.

Παραθέτω το άρθρο του (εδώ η αρχική δημοσίευση) και λέω μερικά πράγματα στο τέλος.

Μουντή η φετινή εθνική επέτειος, η τελευταία πριν από τα εμβληματικά διακόσια χρόνια της Επανάστασης. Μια 25η Μαρτίου απρόθυμη να ευαγγελιστεί οτιδήποτε. Τόσο κλειστή άνοιξη, με την κατάθλιψη να απειλεί να γίνει πάνδημη, δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Ας επιμείνουμε ωστόσο, προς παραμυθία, στο τότε, στο ’21. Που κι αυτό, άλλωστε, απείλησε να το ξαποστείλει στον οριστικό χειμώνα, προτού καρπίσει, η εμφυλιοπολεμική κατάθλιψη.

Το τελευταίο μου σεργιάνι στα παλαιοβιβλιοπωλεία, πριν κλείσουν κι αυτά, ξανάφερε στα χέρια μου ένα βιβλίο που το ’χα διαβάσει μια φορά κι έναν καιρό, είχα μάθει από αυτό, αλλά τα ίχνη εκείνης της πρώτης έκδοσής του, εν έτει 1971, τα είχα χάσει από χρόνια. Στον τίτλο του βιβλίου συστεγάζονται δύο από τα πάθη μου: «Η γλώσσα και το Εικοσιένα». Υπότιτλος: «Λογιώτατοι, φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες, τίτλοι, αξιώματα και προσαγορεύσεις». Συγγραφέας ο Κυριάκος Σιμόπουλος, το συνολικό έργο του οποίου (ανάμεσά τους και η πολύτομη προσφορά του για τους ξένους περιηγητές στη Ελλάδα και τη συγχρονική στάση των ξένων απέναντι στην Επανάσταση) ανατυπώθηκε από τις εκδόσεις «Στάχυ».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια | Με ετικέτα: , , | 152 Σχόλια »

Οι Αρβανίτες της Αττικής και το 1821 (άρθρο του Θ. Πάγκαλου)

Posted by sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2020

Χτες είχα παρουσίαση, είχα και άλλα πολλά, οπότε δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο. Σε τέτοιες περιπτώσεις συχνά καταφεύγω στην επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου του ιστολογίου, σήμερα όμως προτίμησα μιαν αναδημοσίευση ενός παλιότερου άρθρου κάποιου άλλου.

Συγκεκριμένα, αναδημοσιεύω το άρθρο του τ. υπουργού Θεόδωρου Πάγκαλου «Οι Αρβανίτες της Αττικής και η συμβολή τους στην εθνική παλιγγενεσία», που αρχικά είχε δημοσιευτεί στην Καθημερινή το 2007, την παραμονή της 25ης Μαρτίου. Το άρθρο αυτό το θυμήθηκα πρόσφατα επειδή έτυχε να συζητηθεί σε έναν φιλικό τοίχο στο Φέισμπουκ -και κατά σύμπτωση πρόσφατα σε κάποια σχόλια συζητήσαμε για τους Αρβανίτες.

Κι επειδή εγώ δεν μπορώ να γράψω για το θέμα, αφού δεν το κατέχω καλά, το άρθρο του Θ. Πάγκαλου είναι μια καλή βάση για συζήτηση, ανεξάρτητα από τη γνώμη που έχει κανείς για τον αρθρογράφο ως πολιτικό πρόσωπο.

Στην ίδια συζήτηση που αναφέρω παραπάνω, ο Παναγιώτης Δημητράς επισήμανε ότι ο Πουκεβίλ κάνει λόγο για Σκιπετάρους -απ’ όσο είδα στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του, δεν φαίνεται να διαχωρίζει τους Αλβανούς από τους Αρβανίτες.

Το άρθρο του Θ. Πάγκαλου:

Λίγο πριν από την Επανάσταση, στα 1815, στην Αθήνα κατοικούσαν 7 χιλιάδες χριστιανοί και 3 χιλιάδες μουσουλμάνοι σύμφωνα με τον Pouqueville. Από τους 7 χιλιάδες χριστιανούς οι 4 χιλιάδες ήταν αρβανίτες και προέρχονταν από όλα τα χωριά της Αττικής. Είχαν εγκατασταθεί μεταξύ Πλάκας και Μακρυγιάννη.

Το 1821, δεύτερη μέρα του Πάσχα, οι Τούρκοι της Αθήνας συνέλαβαν 12 Αθηναίους προκρίτους ως ομήρους επειδή υποψιάζονταν ότι οι ραγιάδες θα επαναστατούσαν. Η αρχική τους απόφαση ήταν να σφάξουν όλους τους χριστιανούς αλλά η εναντίωση του Χαλήλ Εφέντη, κατή (δηλαδή δικαστή), το απέτρεψε.

Στις 25 Απριλίου 1821, σύμφωνα με τον Διονύσιο Σουρμελή, αγωνιστή και αυτόπτη μάρτυρα, συγκεντρώθηκαν στο Μενίδι (Αχαρνές) 1.200 χριστιανοί. Προέρχονταν από τη Χασιά (Φυλή) με αρχηγούς τον Μελέτη Βασιλείου και τον Μήτρο Σκευά, από το Μενίδι με αρχηγό τον Αναγνώστη Κιουρκατιώτη, από τα Μεσόγεια με αρχηγό τον Ιωάννη Δάβαρη και από την Αθήνα με αρχηγό τον Δήμο Αντωνίου.

Απελευθέρωσαν την Αθήνα

Υπό την ηγεσία του Μελέτη Βασιλείου οι επαναστάτες μπήκαν στην Αθήνα και την ελευθέρωσαν. Σήμερα έξω από το δημαρχείο της Φυλής μπορεί κάποιος να δει το άγαλμά του να ατενίζει ακόμα τους συγχωριανούς του, δείχνοντας τον δρόμο του χρέους και της περηφάνιας.

Τον Σεπτέμβριο του 1821 εβδομήντα παληκάρια από τη Χασιά υπό την ηγεσία του Μήτρου Σκευά και του Αναστασίου Λέκκα πολέμησαν εναντίον 500 Τούρκων (πεζών και ιππέων) υπό την ηγεσία του Ομέρ Βρυώνη. Σ’ αυτήν τη μάχη κινδύνεψε να χάσει τη ζωή του ο τρομερός πασάς. Ετσι πήρε την απόφαση και εγκατέλειψε την Αθήνα λέγοντας «αν 70 άνθρωποι με ενίκησαν και με έκαμαν να κινδυνεύσω την ζωήν μου, τι θέλει γίνει, αν συσσωματωθώσιν εις 1.000».

Η μετέπειτα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους απελευθερώθηκε από τους Αρβανίτες της Αττικής, μια πολεμική φυλή ορθόδοξων χριστιανών με τα δικά της ήθη και έθιμα, τον δικό της πολιτισμό, τη δική της γλώσσα. Μια φυλή που ποτέ δεν προσκύνησε τους Τούρκους και ποτέ δεν έκανε ειρήνη μαζί τους. Εμαθαν να ζουν με το μαχαίρι στα δόντια για να υπερασπίζουν την τιμή και τη ζωή τους -και αυτή ήταν η σειρά προτεραιότητας- από τους Τούρκους κατακτητές που δεν γνώριζαν νόμο και δεν είχαν μπέσα.

Οι Αρβανίτες της Αττικής που άλλοι τους αποκαλούν «δωριείς του σύγχρονου ελληνισμού», άλλοι τους θεωρούν Ηπειρώτες και άλλοι Αλβανούς που εποίκησαν την Αττική τον 10ο-11ο αι. μ.Χ., ήταν εκείνοι που σήκωσαν τα όπλα τα ιερά για τον μεγάλο αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδας – τα αναφέρω με τη σειρά που τα αναφέρει ο Κολοκοτρώνης στον περίφημο λόγο του της Πνύκας.

Πιστοί στη μεγάλη ελληνική ιδέα, διψασμένοι για ελευθερία, οι Αρβανίτες της Αττικής όπως και όλων των ελληνικών χωρών, πρωταγωνίστησαν στην Επανάσταση, ανήκαν και εκείνοι στη μεγάλη γενιά των Ελλήνων που άλλαξαν για πάντα την ιστορία του έθνους μας προσφέροντας στον Ελληνισμό, έπειτα από 4 αιώνες, ανεξάρτητη κρατική υπόσταση.

Ιστορία των οικογενειών

Δεν είμαι ιστορικός για να μπορώ να εκφέρω τεκμηριωμένη ιστορικά άποψη. Είμαι όμως Αρβανίτης και γνωρίζω την ιστορία της δικής μου οικογένειας, όπως και οι περισσότεροι Αρβανίτες της Αττικής. Ας μην ξεχνούν οι αναγνώστες ότι σε αντίθεση με την Αθήνα, η περιφέρεια Αττικής κυριαρχούνταν ώς πρόσφατα -και σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζει να κυριαρχείται- από χωριά που οι ρίζες τους πάνε πολύ πίσω και εκεί οι οικογένειες γνωρίζονται καλά μεταξύ τους.

Από την πλευρά του πατέρα μου, ο Γιαννάκης Μελέτης (Χατζημελέτης) είχε την ύψιστη τιμή να βρεθεί στο πλευρό του Γ. Καραϊσκάκη ως υπαρχηγός του. Για όποιον κάνει τον κόπο να ρωτήσει θα μάθει πολλές ιστορίες από όλα τα αρβανίτικα χωριά για τους τοπικούς καπετάνιους και τα παλικάρια που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας μας.

Ο Γ. Βλαχογιάννης στην ιστορική του ανθολογία διασώζει μια μικρή διήγηση όπου σε συνεδρίαση της Βουλής, όταν τα αίματα είχαν ανάψει, ένας παλιός αγωνιστής του ’21 απευθύνθηκε στους πρωταγωνιστές του επεισοδίου στα αρβανίτικα για να σταματήσει η διχόνοια. Και σταμάτησε.

Τα αρβανίτικα ήταν η γλώσσα που μιλούσε ο Κουντουριώτης, πρωθυπουργός της Ελλάδας, η Μπουμπουλίνα, ο Μπότσαρης, οι Σουλιώτες και πολλοί άλλοι. Ηταν η γλώσσα που ήξερε και καταλάβαινε ο Καραϊσκάκης, ο Αντρούτσος και πολλοί άλλοι αγωνιστές της Επανάστασης.

Στη μικρασιατική εκστρατεία του 1919-1922 οι Λιοσιώτες Αρβανίτες πολεμούσαν με δικό τους μπαϊράκι. Δεν υποχώρησαν ούτε βήμα, έπεσαν μέχρι τον τελευταίο. Μόνο όταν το ξέρουμε αυτό καταλαβαίνουμε εκείνο το σκοτεινό βλέμμα των Αρβανιτών της Αττικής που περιγράφει ο Τίτος Αθανασιάδης στα «Παιδιά της Νιόβης». Στα ηρώα των χωριών μας ο κατάλογος των νεκρών του 1922 είναι μεγαλύτερος από όλα τα άλλα χωριά της Ελλάδας σε σχέση με τον πληθυσμό μας.

Σημαντική παρουσία

Οι Αρβανίτες βέβαια δεν έχουν σημαντική παρουσία μόνο στο μεγάλο βιβλίο των τιμημένων νεκρών του έθνους μας. Εξίσου σημαντική παρουσία έχουν στα γράμματα, τις επιστήμες και στις δομές του νέου κράτους, ιδιαίτερα καταλαμβάνοντας υψηλά στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα.

Η 25η Μαρτίου είναι η ημέρα ανάστασης του γένους μας. Είναι η ημέρα που το ελληνικό έθνος απέκτησε ξανά ένα δικό του ανεξάρτητο κράτος. Οπως περιγράφει και στη «Βαβυλωνία» του ο Βυζάντιος, αυτό το ελληνικό έθνος δεν μιλούσε την ίδια γλώσσα, δεν είχε τα ίδια έθιμα, αλλά είχε την ίδια πίστη, την ίδια αίσθηση ότι αποτελεί μια ξεχωριστή κοινότητα, την ίδια αντίληψη ότι έχει τη δική του ταυτότητα πέρα και πάνω από τις διαφορές και τις πολυποίκιλες επιμέρους γλωσσικές και πολιτισμικές κοινότητες που το συναποτελούσαν. Αλλά περισσότερο απ’ όλα αυτό το έθνος ήθελε να είναι ένα, ενιαίο και αδιαίρετο, έθνος με δική του πολιτική υπόσταση και κυριαρχία. Και αυτή η πολιτική υπόσταση και κυριαρχία είναι θεμελιωμένη στην ιστορία, στη γλώσσα και κυρίως στο αίμα των ηρώων που θυσιάστηκαν στους αγώνες για την Ελευθερία και την Ανεξαρτησία μας.

Posted in 1821, Αττική, Αθηναιογραφία, Αλβανία και Αλβανοί, Αναδημοσιεύσεις, αρβανίτες | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »