Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘1821’ Category

Η καραβίδα από την Περσία

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2023

Από την Περσία όλοι ξέρουμε το καράβι, όχι την καραβίδα. Είναι βέβαια ετυμολογικά συγγενείς αυτές οι δυο λέξεις, αλλά, παρόλο που εδώ λεξιλογούμε, τη διερεύνηση της συγγένειάς τους λέω να την αφήσω για μελλοντικό άρθρο.

Έλεγα λοιπόν ότι από την Περσία ξέρουμε το καράβι, που πιάστηκε στην Κορινθία, στον Ισθμό δηλαδή, το 1977, τόνους έντεκα γεμάτο χασίσι μυρωδάτο. Και το ξέρουμε επειδή το απαθανάτισε ο Τσιτσάνης στο τραγούδι του. Κατά σύμπτωση, αυτές τις μέρες βρίσκεται στην επικαιρότητα ένα άλλο καράβι που πιάστηκε, αλλά όχι από την Περσία και όχι στην Κορινθία.

Ο Τσιτσάνης βέβαια έγραψε για «βαπόρι απ’ την Περσία», αλλά σήμερα πολλοί το τραγουδάνε με καράβι. Κι έτσι τις προάλλες, στον τοίχο του Άκη Γαβριηλίδη στο Φέισμπουκ, το τραγούδι του Τσιτσάνη παρωδήθηκε, με συλλογική εργασία, ως εξής:

Το καράβι απ’τη Ρεσίφη
Πιάστηκε στην Τενερίφη
Τόνους κόκα φορτωμένο
Βρέθηκε φουνταρισμενο.

Βρε κουρνάζε μου τελωνη
Τ’είναι τούτη η άσπρη σκονη;
Τίγκα σκόνη μέσ’ τ’ αμπάρια
Μαύρα είναι τα χαμπάρια…

Αλλά πλατειάζω. Το σημερινό άρθρο δεν θα είναι για βαπόρι ή καράβι απ’ την Περσία ή τη Βραζιλία, θα αφορά μια καραβίδα απ’ την Περσία. Αλλά καραβίδα όχι με τη βασική έννοια της λέξης, δηλαδή του μαλακόστρακου που αποτελεί εκλεκτό έδεσμα, παρά με τη σημασία που έχουμε δώσει στη λέξη αυτή στο ιστολόγιό μας, δηλαδή της συσσώρευσης πολλών πραγματολογικών λαθών σε σχετικά σύντομο κείμενο.

Για την αφετηρία του όρου, δείτε το σχετικό άρθρο, ενώ στα Περιεχόμενα του ιστολογίου, που τα έχει επικαιροποιήσει ο πολύτιμος φίλος μας ο Στάζιμπος, μπορείτε με αναζήτηση να βρείτε κι άλλα άρθρα με τον όρο «καραβίδα». Αρχικά, καραβίδα λέγαμε μια πρόταση που όλες οι πληροφορίες της ήταν λαθεμένες, αλλά στη συνέχεια το διευρύναμε και εννοούμε πολλά λάθη σε σύντομο κείμενο.

Λοιπόν, τις προάλλες έγινε σε ομάδα του Φέισμπουκ μια συζήτηση για τη λέξη «κουρμπάνι», που πήρε μια μάλλον απρόσμενη τροπή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in 1821, Γκας Πορτοκάλος, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 96 Σχόλια »

Θυμήθηκα τον Γεώργιο Ζαλοκώστα

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2023

Ο ποιητής Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805-1858) γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου, σπούδασε (λίγο) στην Ιταλία, πήρε μέρος στην Επανάσταση του 21 (ήταν και στην Έξοδο του Μεσολογγίου) και μετά σταδιοδρόμησε στον στρατό και τη χωροφυλακή. Πολλά από τα ποιήματά του είναι εμπνευσμένα από την προσωπική οικογενειακή του τραγωδία -από τα εννιά παιδιά του, τα εφτά πέθαναν μικρά.

Ο Ζαλοκώστας έχει, και δίκαια, τη θέση του στις ανθολογίες. Τον είχαμε αναφέρει πριν από λίγο καιρό, με αφορμή έναν στίχο του που παρέθετε ο Σεφέρης. Έπειτα, θυμήθηκα τις προάλλες, διαβάζοντας το αξιόλογο «μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα» (οξύμωρο, ε;) του Πέτρου Τατσόπουλου «Η καλοσύνη των ξένων», που το βρήκα τερπνό και ενδιαφέρον, αλλά σε ένα σημείο με θύμωσε. Και τέλος, προχτές, είδα στον τοιχο της φίλης Γεωργίας Τριανταφυλλίδου στο Φέισμπουκ μια σελίδα από το λεύκωμα μιας μαθήτριας, το 1914 στο Ηράκλειο, με ένα ποίημα του Ζαλοκώστα -και είπα, αφού τρίτωσαν τα σημάδια, να γράψω το άρθρο.

Θα αδικήσω ίσως τον Τατσόπουλο, αφού όσα γράφει τα γράφει μάλλον μισοαστεία μισοσοβαρά, αλλά θαρρώ πως κι αυτός αδίκησε τον Ζαλοκώστα. Στο κεφάλαιο 14 του βιβλίου του, παραθέτει διάφορα έργα που τον έκαναν να δακρύζει, και ανάμεσά τους αναφέρει και τον Ζαλοκώστα. Ίσως με καλή παρέα, αφού έχει προηγηθεί ο Τενεσί Ουίλιαμς και το Λεωφορείο ο πόθος, αλλά με απαξιωτικές εκφράσεις: Ο Ζαλοκώστας ήταν πονεμένος άνθρωπος. Ήταν και κακός ποιητής. Δεν ήταν ποιητής για την ακρίβεια. Ήταν αξιωματικός της χωροφυλακής …

Ἐως την τελευταία του πνοή συνέχισε να γράφει ποιήματα. Το ένα χειρότερο από το άλλο. …

Το πιο δημοφιλές ποίημά του, ενταγμένο νωρίς νωρίς στα αναγνωστικά του δημοτικού, κι εκείνο που θα μου σηκώνει πάντοτε την τρίχα κάγκελο, δεν παύει να είναι ένα κακό ποίημα -ένα κακό ποίημα με αστείρευτη συγκινησιακή δύναμη: Ο βοριάς που τ’αρνάκια παγώνει. [Για να μην αδικήσω κι άλλο τον Τατσόπουλο, συνεχίζει ως εξής: Ο βοριάς είναι ο θάνατος. Τα αρνάκια είναι τα παιδάκια. Τα επτά απο τα εννέα παιδάκια του Ζαλοκώστα. Τα επτά από τα εννέα παιδάκια οιουδήποτε πατέρα σήμερα στη Σομαλία. Αλλά αμέσως μετά αλλάζει παράγραφο και: Με τον Γεώργιο Ζαλοκώστα δεν πιάσαμε ακόμη πάτο στην αισθητική κατρακύλα –και προχωράει αναλύοντας τις ταινίες του Τζέιμς Πάρις, που επίσης τον έκαναν μικρό να κλαίει].

Να δούμε αυτό το «κακό» ποίημα (με ορθογραφία εποχής)

Ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει

Ἦτον νύχτα, εἰς τὴν στέγη ἐβογγοῦσε
Ὁ βορειᾶς, καὶ ψιλὸ ἔπεφτε χιόνι.
Τί μεγάλο κακὸ νὰ ἐμηνοῦσε
Ὁ βορειᾶς ποῦ τ’ ἀρνάκια παγόνει;

Μὲς στὸ σπίτι μιὰ χαροκαμμένη,
Μιὰ μητέρα ἀπὸ πόνους γεμάτη,
Στοῦ παιδιοῦ της τὴν κούνια σκυμμένη
Δέκα νύχταις δὲν ἔκλειγε μάτι.

Εἶχε τρία παιδιὰ πεθαμμένα,
Ἀγγελούδια, λευκὰ σὰν τὸν κρίνο,
Κ’ ἕνα μόνον τῆς ἔμεινεν, ἕνα
Καὶ στὸν τάφο κοντὰ ἦτον κ’ ἐκεῖνο.

Τὸ παιδί της μὲ κλάμμα ἐβογγοῦσε
Ὡς νὰ ἐζήταε τὸ δόλιο βοήθεια,
Κ’ ἡ μητέρα σιμά του ἐθρηνοῦσε
Μὲ λαχτάρα χτυπῶντας τὰ στήθια.

Τὰ γογγύσματα ἐκεῖνα καὶ οἱ θρῆνοι
Ἐπληγόναν βαθειὰ τὴν ψυχή μου.
Σύντροφός μου ἡ ταλαίπωρη ἐκείνη,
Ἄχ, καὶ τὸ ἄῤῥωστο ἦτον παιδί μου.

Στοῦ σπιτιοῦ μου τὴ στέγη ἐβογγοῦσε
Ὁ βορειᾶς, καὶ ψιλὸ ἔπεφτε χιόνι.
Ἄχ, μεγάλο κακὸ μοῦ ἐμηνοῦσε
Ὁ βορειᾶς ποῦ τ’ ἀρνάκια παγόνει.

Τὸν γιατρὸ καθὼς εἶδε, ἐσηκώθη
Σὰν τρελή. Ὅλοι γύρω ἐσωπαίναν·
Φλογεροὶ τῆς ψυχῆς της οἱ πόθοι
Μὲ τὰ λόγι’ ἀπ’ τὸ στόμα της βγαίναν.

«Ὤ, κακὸ ποῦ μ’ εὑρῆκε μεγάλο!
Τὸ παιδί μου, Γιατρέ, τὸ παιδί μου…
Ἕνα τὤχω, δὲν μ’ ἔμεινεν ἄλλο·
Σῶσέ μου το, καὶ πάρ’ τὴν ψυχή μου.»

Κι’ ὁ γιατρὸς μὲ τὰ μάτια σκυμμένα
Πολλὴν ὥρα δὲν ἄνοιξε στόμα.
Τέλος πάντων—ἄχ, λόγια χαμένα—
«Μὴ φοβᾶσαι, τῆς εἶπεν, ἀκόμα.»

Κ’ ἐκαμώθη πῶς θέλει νὰ σκύψῃ
Στὸ παιδὶ, καὶ νὰ ἰδῇ τὸ σφυγμό του.
Ἕνα δάκρυ ἐπροσπάθαε νὰ κρύψῃ
Ποῦ κατέβ’ εἰς τ’ ὠχρὸ πρόσωπό του.

Στοῦ σπιτιοῦ μας τὴ στέγη ἐβογγοῦσε
Ὁ βορειᾶς, καὶ ψιλὸ ἔπεφτε χιόνι.
Ἄχ, μεγάλο κακὸ μᾶς μηνοῦσε
Ὁ βορειᾶς ποῦ τ’ ἀρνάκια παγόνει.

Ἡ μητέρα ποτὲ δακρυσμένο
Τοῦ γιατροῦ νὰ μὴ νοιώσῃ τὸ μάτι,
Ὅταν ἔχει βαρειὰ ξαπλωμένο
Τὸ παιδί της σὲ πόνου κρεββάτι!


Τὸ μικρὸν τοῦτο καλλιτέχνημα, τὸ πλῆρες ἀφελείας καὶ πάθους, ἐγράφη κατὰ τὸ 1848 εἰς τὸν θάνατον τοῦ τετάρτου υἱοῦ του Χρήστου, συνωνύμου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

«Πλήρες αφελείας και πάθους», όπως σημειώνει ο Γεώργιος Παράσχος στα Άπαντα, είναι θαρρώ ακριβοδίκαιη εκτίμηση. Το ποίημα το πήρα από τη Βικηθήκη, όπου υπάρχει το μεγαλύτερο μέρος από τα Άπαντα του Ζαλοκώστα -το βιβλίο μπορείτε να το βρείτε στην Ανέμη.

Τα ηρωικά του Ζαλοκώστα, ιδίως όσα είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα, άντεξαν λιγότερο στον χρόνο. Ωστόσο, το Χάνι της Γραβιάς, μια ωδή σε 6 μέρη, αντέχει, τουλάχιστον σε αποσπάσματα. Να δούμε ένα απόσπασμα από την αρχή του (υπάρχει και σε σχολικά βιβλία της δευτεροβάθμιας, σαν δείγμα παραδοσιακής ποίησης):

Απο κρότον οργάνων βοϊζει
της Γραβιάς το βουνό αντικρύ,
λάμπουν οπλα χρυσά και λερή
φουστανέλλα μαυρίζει.

Προς το Χάνι χορός καταβαίνει
απ’ οδόν ελικώδη λοξήν
και φλογέρα με ηχον οξύν
χορού ασμα σημαίνει.

Ο Οδυσσεύς ο ταχύπους ηγείται
του μαχίμου εκείνου χορού
και εγκύμων σκοπού τολμηρού
προς το Χάνι κινείται.

Εκεί δε τον χορόν διαλύει
κλεί την μάνδραν και ουτω λαλεί:
Η Πατρίς μας εδώ μας καλεί
στρατιώται ανδρείοι.

Μετ’ ολίγον εδώ καταφθάνει
στρατειά μυριάδων εχθρών
ειναι στάδιον δόξης λαμπρόν
το μικρόν τούτο Χάνι.

Εις το μέγα στενόν θα ξυπνήσουν
οι Αρχαίοι της Σπάρτης νεκροί
και τον τόπον αυτόν φοβεροί
τουρκομάχοι θα σείσουν.

Κ’ η σκιά του Διάκου παρέκει
του εις την σούβλαν ψηθέντος σκληρά
με μεγάλην θ’ακούση χαρά
να βροντά το τουφέκι.

Εκεί κάτω κυττάξετε, φθάνει
ο πομπώδης στρατός των εχθρών.
Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν
Το μικρόν τούτο χάνι.

Από αυτό το ποίημα έμεινε στη γλώσσα μας η παροιμιακή φράση «ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν», μια από τις λιγοστές παροιμιακές φράσεις σε καθαρεύουσα που δεν έχουν καταγωγή από την αρχαία γραμματεία ή την εκκλησιαστική γλώσσα. Και μόνο αυτό δεν είναι μικρός έπαινος για τον Ζαλοκώστα.

Το Χάνι της Γραβιάς παλιότερα διαβαζόταν πολύ (από εκεί παρέθεσε μια στροφή ο Σεφέρης) και είχε παρωδηθεί πολύ -η παρωδία είναι ένδειξη δημοτικότητας- ανάμεσα σε άλλους από τον παππού μου, τον Άχθο Αρούρη, το 1933, όταν ήθελε να πειράξει τον Στρατή Παπανικόλα:

Από κρότους δικάνων βουίζει
το ψηλό βουναράκι αντικρύ.
Ο Στρατής με τουφέκι μακρύ
απ’ τα όρη γυρίζει.

(Το υπόλοιπο εδώ. Θα δείτε ότι στην υποσημείωση αναφέρω:  Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι είναι σκαρωμένο κατά μίμηση παλιού κλασικού ποιήματος, αλλά το Αλζχάημερ ως φαίνεται έχει προχωρήσει.)

Μια άλλη παρωδία, από τον Σκόκο, υπάρχει στην πρόσφατη ανθολογία παρωδιών των Μικροφιλολογικών, ενώ μια άλλη είχε σκαρώσει, για το Μπάγκειον, ο ποιητής Στέφανος Μπολέτσης, που άρχιζε:

Από κρότους σερβίτσων βοΐζει
η ατμόσφαιρα κι έχει καπνιά
λουκουμάδων γλυκιά ευωδιά
και τσικνίλα μυρίζει

Βέβαια, οι παρωδίες πολλές φορές δείχνουν και ότι το αρχικό ποίημα έχει πια γίνει παρωχημένο.

Όμως, κατά τη γνώμη μου, το αθάνατο ποίημα του Ζαλοκώστα είναι αυτό που βλέπουμε στο μαθητικό λεύκωμα της φωτογραφίας, που δεν έχει όμως τίτλο «Η βοσκοπούλα» αλλά «Το φίλημα»:

Το φίλημα

Μιὰ βοσκοποῦλα ἀγάπησα, μιὰ ζηλεμμένη κόρη,
Καὶ τὴν ἀγάπησα πολὺ, —
Ἤμουν ἀλάλητο πουλὶ,
Δέκα χρονῶν ἀγόρι. —

Μιὰ μέρα ποῦ καθόμασθε στὰ χόρτα τ’ ἀνθισμένα,
— Μάρω, ἕνα λόγο θὰ σοῦ πῶ,
Μάρω, τῆς εἶπα, σὲ ἀγαπῶ,
Τρελαίνομαι γιὰ σένα. —

Ἀπὸ τὴ μέση μὲ ἅρπαξε, μὲ φίλησε στὸ στόμα
Καὶ μοὖπε· — γιὰ ἀναστεναγμοὺς,
Γιὰ τῆς ἀγάπης τοὺς καϋμοὺς
Εἶσαι μικρὸς ἀκόμα. —

Μεγάλωσα καὶ τὴν ζητῶ… ἄλλον ζητᾷ ἡ καρδιά της
Καὶ μὲ ξεχάνει τ’ ὀρφανό…
Ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ λησμονῶ
Ποτὲ τὸ φίλημά της.

Το μικρό αυτό ποίημα, τόσο απλό που πολλοί το θεωρούν δημοτικό (μέγιστος έπαινος για τον δημιουργό), έχει μελοποιηθεί πολλές φορές, αλλά η κλασική του μελοποίηση (με δευτερεύουσες αλλαγές στους στίχους) είναι πάνω σε ιταλική μελωδία:

Το ποίημα αυτό έμπνευσε τον Δημήτριο Κορομηλά να γράψει τον Αγαπητικό της βοσκοπούλας, τεράστια θεατρική επιτυχία στα τέλη του 19ου αιώνα, που ήταν και η πρώτη ομιλούσα ταινία του ελληνικού κινηματογράφου.

Και μόνο αυτό να είχε γράψει ο Ζαλοκώστας θα αρκούσε.

Να κλείσουμε με άλλο ένα μελοποιημένο του Ζαλοκώστα, από τον Γιάννη Σπανό. Η αναχώρησίς της (περιέργως, ο Ζαλοκώστας έχει γράψει δύο ποιήματα με τον ίδιο τίτλο):

Ξυπνω καὶ μου ’παν, ἔφυγεν ἡ κόρη ποῦ ἀγαποῦσα,
Καὶ κατεβαίνω στὸ γιαλὸ,
Τὴν θάλασσα παρακαλῶ
Τὴν πικροκυματοῦσα.

— Ἐγὼ τὰ πρωτοδέχθηκα τ’ ἀφράτα της τὰ κάλλη,
Μοῦ εἶπε ἕνα κῦμα, καὶ γιὰ αὐτὸ
Μὲ πόθο καὶ μὲ γογγυτὸ
Φιλῶ τὸ περιγιάλι.

— Τὰ μάτια της, ἐρώτησα, μὴν ἦταν δακρυσμένα;
Ἕνα ἄλλο κῦμα μοῦ μιλεῖ·
— Σὰν τὸ χαρούμενο πουλὶ
Ἐπήγαινε στὰ ξένα. —

Τὸ τρίτο κῦμα ἐρώτησα· — ἐμὲ γιατί ν’ ἀφήσῃ
Νὰ κλαίγω καὶ νὰ λαχταρῶ;
Περνάει τὸ κῦμα τὸ σκληρὸ
Χωρὶς νὰ μοῦ μιλήσῃ.

Το ακούμε από τον Μιχάλη Βιολάρη:

Εκατόν εξήντα πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, συζητάμε ακόμα για τον Ζαλοκώστα. Ε, δεν είναι και λίγο!

Posted in 1821, Αφιερώματα, Μελοποιημένη ποίηση, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 107 Σχόλια »

Το παράπονο της νεοφώτιστης Φωτεινής

Posted by sarant στο 9 Ιανουαρίου, 2023

Προχτές, που είχαμε τα Φώτα και γιόρταζαν διάφορα ονόματα, ανάμεσά τους και η Φωτεινή, είχα πει ότι τον καιρό του Εικοσιένα οι νεοφώτιστες, μουσουλμάνες συνήθως, που ασπάζονταν τον χριστιανισμό, ήταν συνηθισμένο να παίρνουν το όνομα Φωτεινή. 

Την πληροφορία αυτή τη βρήκα σ’ ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα, και που το ανέφερα στο βιβλιοφιλικό μας άρθρο πριν από ένα μήνα. Πρόκειται για το Λόγος γυναικών; του Δημήτρη Δημητρόπουλου από τις εκδόσεις Αντίποδες. 

Σε αυτό το βιβλίο παρουσιάζονται δέκα αναφορές γυναικών προς τη Διοίκηση της επαναστατημένης Ελλάδας, μεταξύ του 1823 και του 1827. Κάθε έγγραφο αναλύεται διεξοδικά ενώ παρατίθενται και παράλληλα κείμενα με παρεμφερές θέμα. Πολύ αξιόλογη είναι και η εισαγωγή του συγγραφέα. 

Από αυτό το βιβλίο διάβασα να παρουσιάσω σήμερα ένα κείμενο, τη συντομότερη από τις δέκα αναφορές. Ο λόγος που διάλεξα αυτό το συγκεκριμένο κείμενο, την αναφορά της νεοφώτιστης Φωτεινής, είναι ότι έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον, αφενός, και αφετέρου επειδή την αναφορά αυτή έτυχε να την έχω αποδελτιώσει από ένα παλιό περιοδικό και να την ξέρω. 

Πράγματι, είχε δημοσιευτεί, σύμφωνα με τις σημειώσεις μου, στο Περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη», τ. 18 (Δεκ. 1969), σ. 100-1, με σημείωση «Από ανέκδοτα έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους». Δεν έχω σημειώσει αν αναφερόταν όνομα συντάκτη, αλλά στην Ιστορία άρθρα τέτοιου τύπου δημοσίευε ο Δικαίος Βαγιακάκος. 

Η αναφορά έχει ως εξής (ο Δημητρόπουλος μονοτονίζει, και σωστά κατά τη γνώμη μου, αλλά διατηρεί κατά τα άλλα την ορθογραφία):

Προς το σεβαστόν Συμβούλιον των Υπουργών

Παρακαλώ τους αφεντάδες να με λυπηθούν την καϊμένην οπού μου έκαψαν το σικότι η γενειαίς μου. Ούδε σκουτιά μου άφησαν, ούδε τίποτες. Με επέρασαν από του σκυλιού τον κώλον με τις υβρισιαίς τους. Και με τυραννούν ολημέρα ωσάν οι Εβραίοι τον Χριστόν. Από τότε που εβαπτίσθηκα η μάννα μου δεν έχει μάτια να με ιδή. Το τι τραβώ ένας Θεός το ξέρει. Διά τούτο παρακαλώ επειδή έμεινα ολόγυμνη, να κάμετε μερχαμέτι και να προστάζετε οπού να πάρω τα ρούχα μου γιατί είναι κρίμα και εις εμένα την ορφανή να τα κρατούν αυταίς οι μπομπιεμέναις. Τώρα θέλετε ηξεύρει ότι κάθουμαι εις την νουνά μου και δι’ αυτό δεν μου τα δίδουν.

Η δούλη σας Η νεοφώτιστος Φωτεινή

[στο νώτο:]

Αριθ. 339

Εις το εξοχώτατον και σεβαστότατον Συμβούλιον των Υπουρ­γών

[ανωτέρω με άλλο χέρι:]

Αριθ. 125

Αναφορά της Νεοφώτιστου Φωτεινής

Ζητεί να διαταχθή η μήτηρ της να της δώση τα ρούχα της τα οποία κατακρατή διότι αυτή έγινε χριστιανή.

[κατωτέρω με άλλο χέρι:]

Προς το Υπουργείον της Αστυνομίας

Να διατάξη τον αστυνόμον να γίνη εξέτασις

Τριπολιτσά 26 Ιουλίου 1823

Ο Γραμμ[ατεύς] του Συμβουλίου Γεώργιος Γλαράκης

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Δύο φύλα, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 73 Σχόλια »

Οι Οσκέδες, οι Μπεσκέδες και άλλα μικροδιορθωτικά

Posted by sarant στο 23 Νοεμβρίου, 2022

Στο σημερινό άρθρο θα ασχοληθούμε με τρεις παρωνυχίδες, τρεις διορθώσεις που έχω να κάνω σε σημαντικά έργα, δύο από τα οποία κυκλοφόρησαν πρόσφατα. (Πρόπερσι, που είχα ένα παρεμφερές άρθρο, είχα βάλει τον τίτλο Παρωνυχίδες).

Το πρώτο, που μας δίνει και την εικονογράφηση του άρθρου, αλλά και τον τίτλο του με τους μυστηριώδεις Οσκέδες και Μπεσκέδες, είναι το τεύχος 34 των Μικροφιλολογικών Τετραδίων, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη Λευκωσία ως παράρτημα του 52ου τεύχους του περιοδικού Μικροφιλολογικά.

Δυστυχώς, θα είναι το τελευταίο τεύχος των Μικροφιλολογικών, ενός περιοδικού που είχα την τιμή να είμαι συνεργάτης του, τουλάχιστον σε υλική, χάρτινη μορφή. Να ελπίσουμε ότι ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου θα έχει το κουράγιο να το συνεχίσει ηλεκτρονικά, που έτσι θα μπορεί να φτάσει και σε άλλους αναγνώστες.

Το τελευταίο τεύχος των Τετραδίων είναι αφιερωμένο στις Παρωδίες στη νεοελληνική ποίηση (από τον μεσοπόλεμο και μετά) -οι προηγούμενες περίοδοι καλύφθηκαν σε προηγούμενα τεύχη. Το επιμελήθηκαν ο Λευτέρης Παπαλεοντίου, ο Τραϊανός Μάνος και ο Γιώργος Κεχαγιόγλου. Είναι μια εξαιρετική δουλειά, που υπόσχομαι πως θα την παρουσιάσω στο ιστολόγιο, μια και η λεπτή τέχνη της παρωδίας μού αρέσει ιδιαίτερα.

Μου άρεσε επίσης ότι οι ανθολόγοι ανθολόγησαν όχι μόνο ποιήματα-παρωδίες αλλά π.χ. και σκίτσα του Μποστ που παρωδούν ποιήματα. Έχω μια επιφύλαξη αν το γνωστό ποίημα του Σεφέρη με τα μονοκοτυλήδονα και τη Μαλάμω είναι παρωδία (του Σουρή, διαβάζω) αλλά μπορεί να λαθεύω.

Ανάμεσα στις παρωδίες του τόμου είναι και τέσσερις του παππού μου, ανάμεσά τους και μια καβαφική, Άλλωστε, το έχουμε ξαναπεί πως ο Καβάφης είναι ο πιο πολυπαρωδημένος ποιητής μας. Και ανάμεσα στις καβαφικές παρωδίες είναι και η ακόλουθη, του Κώστα Βούλγαρη (γενν. 1958):

Η «Σοφοκλέους»

Σαν βγεις στον πηγαιμό στη «Σοφοκλέους»

να εύχεσαι να ’ναι μικρός ο δρόμος,

χωρίς περιπέτειες, γεμάτος κέρδη.

«Μπεσκέδες» και «Οσκέδες» μη φοβάσαι・

τέτοια στον δρόμο σου ποτέ δεν θα βρεις,

αν μέν’ η σκέψη σου υψηλή

αν το μυαλό σου μελετά

των αριθμών και των «δεικτών» το πνεύμα.

Του «καγκελίτη» τις φωνές μην τις ακούς

και μην τρομάζεις όταν σφίγγουν τα χαρτιά,

είναι πολλοί αυτοί που τα «πιέζουν».

Πάντα στον νου σου να ’χεις τα «γερά χαρτιά»,

μην θαρρευτείς ποτέ με τα «σαπάκια».

Μην ξεχαστείς κι αφαιρεθείς ελπίζοντας στο μέλλον.

Σε λίγους μήνες, πολλά να περιμένεις

και νέος πια γρήγορα ν’ απολαύσεις

τα πλούτη που εκέρδισες στον δρόμο

μην προσδοκώντας «τα πολλά» όταν γεράσεις.

Και αν φτωχός βρεθείς, η «Σοφοκλέους» δεν σε γέλασε.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες η «Σοφοκλέους» τί σημαίνει!…

Το ποίημα δημοσιεύτηκε το 1990 στην Καθημερινή, τις εποχές της άνθισης του χρηματιστηρίου, και προφανώς παρωδεί την Ιθάκη του Καβάφη. Αλλά ποιοι είναι οι Μπεσκέδες και οι Οσκέδες (αντί για τους καβαφικούς Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες) που μας καλεί ο παρωδός να μη φοβηθούμε;

Στο (πολύ καλό) Γλωσσάρι που συνοδεύει το τεύχος, εξηγούνται και οι δυο όροι:

μπεσκέδες (πληθ.): ίσως «μπες και δες», παρωνύμιο για κατηγορία παικτών του χρηματιστηρίου που συμμετέχουν επιφυλακτικά, αλλά θετικά σε συγκεκριμένη αγοραπωλησία

οσκέδες (πληθ.): ίσως αρνητές (< όσκε = όχι), παρωνύμιο για κατηγορία παικτών του χρηματιστηρίου που αρνούνται να μπουν σε συγκεκριμένη αγοραπωλησία

H επιφύλαξη του συντάκτη είναι δικαιολογημένη, διότι οι εικασίες που κάνει για την εξήγηση των δύο όρων είναι λαθεμένες. Εσείς ξέρετε περί τίνος πρόκειται;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Διορθωτικά, Καβαφικά, Μικροφιλολογικά, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | 80 Σχόλια »

Παράδες και γρόσια

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2022

Στο άρθρο για τα άσπρα, τα νομίσματα, της περασμένης εβδομάδας, έγινε όπως ήταν φυσικό λόγος και για δυο άλλα βασικά νομίσματα της εποχής της τουρκοκρατίας, που έχουν περάσει και στη γλώσσα μας, αν και δεν έχουν δείξει την ίδια αντοχή στο χρόνο. Πρόκειται για το γρόσι, για να ξεκινήσουμε από το νόμισμα μεγαλύτερης αξίας, και για τον παρά -θα τους αφιερώσουμε λοιπόν το σημερινό μας άρθρο.

Το γρόσι ήταν ασημένιο τουρκικό νόμισμα, που κόπηκε από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Β΄ το 1688 στο πρότυπο του ολλανδικού τάλιρου. Στα τουρκικά είναι kuruş και guruş, ωστόσο η ελληνική λέξη δεν προέρχεται από την τουρκική, αφού προϋπήρχε.

Νόμισμα των 5 kurus (1808)

Στην αρχή της ετυμολογικής αλυσίδας βρίσκουμε το λατινικό grossus, χοντρός. Διάφορα ασημένια νομίσματα λοιπόν, μάλλον μεγάλου πάχους, ονομάστηκαν στον Μεσαίωνα denarius grossus, απ’ οπου η λέξη πέρασε στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, grosso στα ιταλικά, gros στα γαλλικά, Groschen στα γερμανικά, guruş/kuruş στα τουρκικά και, από τον ενετικό πληθυντικό grossi, γρόσι στα ελληνικά.

Πότε μπήκε η λέξη γρόσι στην ελληνική γλώσσα; Οι ανευρέσεις είναι σε πηγές που δεν έχουν ασφαλή χρονολόγηση, η παλιότερη όμως που βρίσκω στο TLG είναι απο μια διήγηση των θαυμάτων του Αγίου Νικολάου, που χρονολογείται 7ο με 11ο αιώνα, και εκεί βρίσκουμε:

καὶ ὑπῆγεν εἰς τοὺς καταλλάκτας, νομίζων πουλῆσαι αὐτὸ διὰ πέντε, ἕξι γρόσια, νὰ ἀγοράσῃ ψωμί

(Κάπως μοντέρνα μου φαίνεται η γλώσσα, αλλά ας είναι). Σε μοναστηριακά έγγραφα των επόμενων αιώνων οι αναφορές σε γρόσια είναι πάρα πολλές, όπως και π.χ. στον παπαΣυναδινό.

Στα χρόνια του Εικοσιένα, το γρόσι χρησίμευε όχι μόνο ως νόμισμα αλλά και ως λογιστική μονάδα αφού σε αυτό ανάγονταν όλα τα νομίσματα, ευρωπαϊκά ή τουρκικά, σωστή πανσπερμία, που υπήρχαν σε κυκλοφορία και που είχε στο κεμέρι του ο καθένας. Το γρόσι είχε 40 παράδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα | Με ετικέτα: , , , | 98 Σχόλια »

Από το λευκό στο άσπρο

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2022

Το σημερινό άρθρο έχει ως αφορμή την ερώτηση που μου έκανε μια φίλη, για την προέλευση της λέξης «άσπρος». Έχουμε βέβαια αναφερθεί στο θέμα, αλλά δεν της έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο -οπότε τη σύντομη απάντηση που της έδωσα σκέφτηκα να την αναπτύξω σε ξεχωριστό άρθρο, αυτό που διαβάζετε.

Η αρχαία λέξη, το ξέρουμε, είναι «λευκός». Είναι λέξη ομηρική, ή και παλιότερη αφού υπάρχει στις μυκηναϊκές επιγραφές. Λευκός δεν ήταν μόνο ο άσπρος. Η αρχική του σημασία ήταν «λαμπρός, φωτεινός». Στην Ιλιάδα πχ διαβάζουμε «λευκὸν δ’ ἦν ἠέλιος ὥς«, «που’χε του ηλιού την λάμψιν» μεταφράζει ο Πολυλάς. Φυσικά, η λέξη δηλώνει και το χρώμα, ηδη από τον Όμηρο όπου βρίσκουμε στην Ιλιάδα, ανάμεσα στ’ άλλα, και την καθιερωμένη παρομοίωση «λευκότεροι χιόνος» (για κάτι ίππους το λέει).

Φυσικά η λέξη έχει δώσει στην αρχαιότητα πάμπολλα σύνθετα, και πάλι ήδη από τον Όμηρο, όπου ένα από τα στερεότυπα επίθετα είναι η λευκώλενος, κυρίως για την Ήρα, με άσπρα μπράτσα. Γούστο έχει ο λευκηπατίας ή λευχηπατίας (το ήπαρ έπαιρνε δασεία αλλά η σχετική εγκύκλιος δεν κοινοποιήθηκε σε ολους κι έτσι στο TLG πλειοψηφούν οι αδάσυντοι τύποι) που είναι ο δειλός, που έχει άσπρο συκώτι.

Ο λευκός βέβαια υπάρχει και σήμερα στο λεξιλόγιό μας, ζει και βασιλεύει, και μάλιστα πολύ περισσότερο από άλλους αρχαίους τύπους για ονομασίες χρωμάτων όπως ο ερυθρός ή ο κυανούς ή ο ιώδης. Βοήθησε κι η διαφήμιση στην εδραίωση αυτή του λευκού, με τα ολόλευκα ρούχα που υπόσχεται κάθε απορρυπαντικό, αλλά και με τα λευκά είδη ή τις λευκές συσκευές (ή τον λευκό γάμο, αν και περισσότεροι είναι αυτοί που αγοράζουν πλυντήριο).

Ωστόσο, και παρά έναν καταμερισμό, σαν συμφωνία κυρίων, όπου καθένας απο τους δύο τύπους έχει τα δικά του χωράφια, στα οποία ο άλλος δεν μπαίνει, νομίζω πως ο δημοτικός τύπος «άσπρος» είναι συχνότερος σαν όνομα του χρώματος λευκού.

Η εμφάνιση της λέξης «άσπρος» και η σταδιακή της καθιέρωση έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αν δεν ξέρετε την ετυμολογία της λέξης, ίσως παραξενευτείτε αν σας πω ότι η λέξη έχει λατινική αρχή. Βέβαια, όσοι μας διαβάζουν ταχτικά θα το έχουν ίσως διαβάσει διότι έχουμε γράψει καναδυό φορές για το πώς γεννήθηκε η λέξη «άσπρος».

Στα λατινικά asper σημαίνει «τραχύς» (τη λέξη τη βρίσκουμε και στο γαλλικό âpre αλλά και στο αγγλικό asperity). Yπάρχει κι ένα λατινικό ρητό, που πολλοί το βάζουν για τατουάζ, που λέει ad astra per aspera (ή ανάποδα) και σημαίνει «μέσα από τις δυσκολίες φτάνεις στ’ άστρα»). Αλλά πλατειάζω.

Λοιπόν, στα λατινικά, το νιόκοπο ασημένιο νόμισμα, τραχύ και λαμπερό πριν λειανθεί από τη χρήση, ονομαζόταν nummus asper, τραχύ νόμισμα. Σιγά-σιγά έμεινε μόνο το επίθετο, asper, και πήρε θέση ουσιαστικού, και πέρασε στα βυζαντινά ελληνικά (από τον πληθυντικό: aspera, aspra) όπου άσπρα ονομάστηκαν τα ασημένια νομίσματα μικρής αξίας. Και επειδή το ασήμι είναι λευκό, η λέξη άσπρο έφτασε να εκφράζει τη λευκότητα, κι έγινε συνώνυμο της λέξης «λευκός» και μάλιστα την υποκατέστησε στη λαϊκή γλώσσα.

Σε κείμενα αδιαμφισβήτητης χρονολόγησης, βρίσκω τον τύπο «άσπρος» για το λευκό χρώμα στον Ιωάννη Μαλάλα, η γλώσσα του οποίου κάνει πολλές παραχωρήσεις στη δημώδη της εποχής, πράγμα για το οποίο του χρωστάμε αιώνια χάρη. Ο Μαλάλας λοιπον γράφει για κάποιον ότι «εφόρει στολήν άσπρην ως η χιών» και για άλλον ότι φορούσε «σανδάλια άσπρα» ενώ κάπου χρησιμοποιεί τη λέξη και ως δευτεροκλιτη, αφού πάνω από μια φορά λέει για κάποιον ότι φορούσε «στολήν άσπρον» π.χ. «την δε στολήν ο αλύταρχος άσπρον ολοσήρικον εφόρει» -ολομέταξη στολή ήθελε ο αλήτης.

Κι έτσι πήγαμε από το λευκό στο άσπρο. Κι επειδή αν λεξιλογήσω για το άσπρο χρώμα (ή το λευκό) θα χρειαστώ πολλές πολλές σελίδες (ή λέξεις, τέλος πάντων) λέω να το αφήσω για άλλη φορά, και να κλείσω το σημερινό άρθρο λεξιλογώντας για το νόμισμα «άσπρο», που είναι σαφώς πιο ματζόβολο θέμα.

Λοιπόν, άσπρον ήταν ήδη απο τα βυζαντινά χρόνια ένα ασημένιο νόμισμα μικρής αξίας αλλά μεγάλης κυκλοφορίας. Από νωρίς η λέξη πήρε και τη γενική σημασία, στον πληθυντικό βέβαια, των χρημάτων, οπως λέμε σήμερα «τα φράγκα». Έτσι, σε βίους αγίων του 9ου αιώνα βρίσκω και την ειδική σημασία και τη γενική. Ας πούμε: «Άγιε Γεώργιε, βοήθει μας να εβγούμεν και να σε δώσωμεν από δέκα άσπρα καθ’ ένας» αλλά και «Σας παρακαλώ, αυθένται μου, λάβετε χρυσίον και αργύριον και άλλα άσπρα όσα μού ευρίσκονται» (στο πρώτο απόσπασμα ειδική σημασία, στο δεύτερο γενική).

Υπάρχουν πολλές παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις με τα άσπρα. Ας πούμε, τον ξέρουν σαν κάλπικο άσπρο (σαν κάλπικη δεκάρα λέμε σήμερα). Ή, τον έκανε απ’ ασπρού, που θα πει τον εξευτέλισε (πρβλ. «τον έκανε πέντε παραδιών»). Ασπρού δουλειά δεν κάνει, δηλ. ή δεν δουλεύει ή η δουλειά του είναι κακής ποιότητας. Ή «ένα άσπρο και κρίμα στ’ άσπρο», για κάτι που δεν αξίζει τίποτα. Ή, «χιλια λόγια ένα άσπρο». Ή, Έχεις άσπρα, έχεις άστρα και σε άλλη παραλλαγή «τ’ άσπρα κατεβάζουν τ’ άστρα». Ή, «Τούρκον είδες; Άσπρα θέλει. Κι άλλον είδες; Κι άλλα θέλει». Ή, «Τ’ άσπρα λαλούν, τ’ άσπρα μιλούν, τ’ άσπρα ‘ν’ που κουβεντιάζουν».

Και δημοτικός στίχος: Τ’ άσπρα πουλήσαν τον Χριστό, τ’ άσπρα πουλούν και σένα.

Στην τουρκοκρατία, το άσπρο ήταν υποδιαίρεση του ασημένιου παρά. Όλα όσα θέλατε να μάθετε για τα άσπρα και πολύ περισσότερα υπάρχουν σ’ ενα καταπληκτικό βιβλίο της Ευτυχίας Λιάτα, με τίτλο «Φλωρία δεκατέσσερα στένουν γρόσια σαράντα», που επειδή είναι έκδοση του ΕΙΕ υπάρχει διαθέσιμο ονλάιν δωρεάν. Όπως λέει η Λιάτα, τόσο το άσπρο όσο και ο παράς (για τον οποίο επιφυλάσσομαι να γράψω χωριστό άρθρο) κατέληξαν απλές λογιστικές μονάδες.

Τι σημαίνει αυτό θα το δείτε στην πράξη αν διαβάσετε κατάστιχα π.χ. της εποχής του Εικοσιένα. Επειδή υπήρχε σε κυκλοφορία πανσπερμία νομισμάτων, τουρκικών και δυτικών, γινόταν αναγωγή του κάθε εσόδου ή εξόδου σε άσπρα ή παράδες ή γρόσια και αθροίζονταν.

Οι αναφορές είναι με τη γενική σημασία («χρήματα»). Όταν πχ ο Καραϊσκάκης υπόσχεται στους πολιορκημένους της Αθήνας «η υπόσχεσή μας είναι οπού να πληρωθούν έως άσπρον και δεν θέλει χάσουν ούτε οβολόν», εννοεί αυτό που σήμερα θα λέγαμε «θα πληρωθούν μέχρι τελευταία δεκάρα». Αλλού, το Βουλευτικό παρακαλεί βουλευτή που καθυστερεί «μας ελέγετε τα άσπρα ήτον έτοιμα, και σήμερον είκοσι ημέρας μήτε άσπρα, μήτε απόκρισίν σας ελάβαμεν» (Παλιγγ. 1.183). Ή, όπως το συνοψίζει επιστολή της Γερουσίας Δυτικής Χέρσου Ελλάδος προς τον Βαρνακιώτη (Φυσ. 129): «επειδή είναι χρεία δι’ άσπρα». Δει δε χρημάτων!

 

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα, Φρασεολογικά, Χρώματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »

Το κάτοπτρον της ληστείας

Posted by sarant στο 24 Αυγούστου, 2022

Τις προάλλες, καθώς κοίταζα τα χρονογραφήματα του Βάρναλη στην Πρωία, είδα πως έχει αφιερώσει δυο απ’ αυτα σε ένα παλιό βιβλίο που μου κίνησε το ενδιαφέρον και είπα να το παρουσιάσω σήμερα.

Συγγραφέας του είναι ο Ανδρέας Μοσχονήσιος (1832-1891), γεννημένος στη Χαλκίδα, και ο τίτλος του είναι «Το κάτοπτρον της εν Ελλάδι ληστείας». Ο Μοσχονήσιος διετέλεσε επικεφαλής αποσπασμάτων που καταδίωκαν τους ληστές στις περιοχές κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα (που τότε ήταν λίγο πιο πάνω από τη Λαμία) και έγραψε το βιβλίο του το 1869, όταν ήταν ανθυπολοχαγός πεζικού (τελικά έφτασε αντισυνταγματάρχης). Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι πως το βιβλίο εκδόθηκε στην Ερμούπολη, που ακόμα ήταν ένα από τα πιο σημαντικά αστικά κέντρα του μικρού ελληνικού κράτους.

Στις μέρες μας, χάρη στους πόρους του Διαδικτύου, βρισκει κανείς πολλά πράγματα για τα οποία παλιότερα θα χρειαζόταν πολύς κόπος. Ο Βάρναλης βέβαια θα είχε το βιβλίο του Μοσχονήσιου στη βιβλιοθηκη του ή θα του το δάνεισε κάποιος φίλος, όμως εμείς μπορούμε να το βρούμε ψηφιοποιημένο στον ιστότοπο του ΑΠΘ. Βέβαια, δεν είναι άγνωστο το βιβλίο -το έχουν χρησιμοποιήσει ως πηγή όλοι οι μελετητές του φαινομένου της «ληστοκρατίας», π.χ. ο Τάσος Βουρνάς και άλλοι.

Στην εισαγωγή, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι οι ληστές στο νεοελληνικό κράτος θεωρούνταν από τον λαό της υπαίθρου συνεχιστές των κλεφτών και των αρματολών και πως όταν τους έβλεπαν να οδηγούνται στην καρμανιόλα αναφωνούσαν «Κρίμα στα παλικάρια».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Δημοτικά τραγούδια, Κείμενα, Παρουσίαση βιβλίου, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 121 Σχόλια »

Μαντώ Μαυρογένη, όχι Μαυρογένους (για το βιβλίο του Παν. Κουσαθανά)

Posted by sarant στο 14 Αυγούστου, 2022

Πέρασαν τα 200 χρόνια, συνεχίζουν όμως να εκδίδονται βιβλία σχετικά με το Εικοσιένα, κι ένα τέτοιο θα σας παρουσιάσω εδώ, το «Δεν έκαμα άλλο ειμή το χρέος μου. Μαντώ Μαυρογένη 1821-2021» του έξοχου Μυκονιάτη συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά, που ένα διήγημά του είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από πέντε χρόνια.

Μυκονιάτης ο Κουσαθανάς, για τη Μυκονιάτισσα κυρά γράφει, τη «μοσκαναθρεμμένη θυατέρα του Μεγάλου Σπαθάρη της Μολδοβλαχίας Νικολάου Μαυρογένη και της αρχοντοπούλας Ζαχαράτης Χατζη-Μπατή». Όπως θα δείτε, ο Κουσαθανάς χρησιμοποιεί και μυκονιάτικες λέξεις -κι έτσι «θυατέρα» ή «λιάκι» (λιγάκι) αφού ανάμεσα σε φωνήεντα το γ πέφτει στο μυκονιάτικο ιδίωμα.

Δείγμα γραφής από τον πρόλογο (μονοτονίζω):

Στην Τρίτη Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων στην Τροιζήνα στους 1827 χρόνους, η κοκόνα Μαντώ, έξαλλη για το άδικο που την έπνιγε, χειρονομούσε, διαμαρτυρόταν με νεύματα και ανέμιζε μπροστά στα μάτια ολωνών ένα χάρτινο τεκμήριο του μαραζωμένου έρωντά της, το μόνο, μαζί με την τσουρουφλισμένη και ποδοπατημένη της καρδιά, που ‘χε ‘πομείνει από τον άπιστο και επίορκο Δημήτριο Υψηλάντη,

οπού μ’ εφίλειε κι ήλεε ποτές δεν μ’ απαρνιέται.

Μα σαν χαθεί ο έρωντας, που δεν είναι μόνο του σώματος μα και της ψυχής παιχνίδι και βάσανο σαν τον εδικό της, τι να το κάνεις το δίκαιο, που δίκαιο πια δεν είναι, ιδιαίτερα αν τύχαινε να ‘σαι γυναίκα εκείνη την εποχή -«μία μόνον γυνή», μια «μαντινούτα», ας ήταν κι «αντιστράτηγος». Μερικοί μάλιστα, ακόμα και συγγενείς, το σέρναν και πιο μακριά, τη λέγανε «μισότριβη» και «παστρικιά». Όλοι βέβαια συμφωνούν πως όποιος πονά από αγάπη φωνάζει γαϊδουρινά, ο αναμάρτητος λοιπόν ας λιθοβολήσει πρώτος την Ηρωίδα.

Η άσκεφτη αγάπη, η άνευ όρων παραδομένη, όλα τ’ αναποδογυρίζει, όλα τ’ αλλάζει κι άμα αρχίσεις να σκέφτεσαι ότι αγαπάς ή πώς πρέπει ν’ αγαπάς, η αγάπη πέφτει κάτω και ψοφά. Η Μαντώ δεν την άφησε την αγάπη της σαν τον Υψηλάντη να πέσει κάτω, να ψοφήσει. «Χαμάλη κόσμε, σε αγνίζουν οι γυναίκες σου», αναφώνησε ένας εδικός μας στρατιωτικός γιατρός και συγγραφέας. Να περ’μένεις από άνθρωπο αυτό που δεν μπορεί να σου δώσει δεν είναι ξεπεσμός, είν’ ελπίδα χωρίς ελπίδα, πίκρα άσωτη. Τ’ απάνω χέρι στις τέτοιες περίστασες το’χει εκείνος οπού αγαπιέται, οπού αγαπά είναι αδύναμος κι απροστάτευτος, γι’ αυτό το στόμα του γεμίζει μ’ αψιά πικράδα, το μυαλό του σαλεύει, δεν ξέρει τι λέει, τι πράττει…

Λίγες σελίδες πιο κάτω, ένα δισέλιδο σαν αυτοτελές διήγημα, για τη δάφνη του στεφανιού που έβαζαν, κάθε χρόνο, στο άγαλμα της Μαντώς Μαυρογένη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Βιογραφίες, Παρουσίαση βιβλίου, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 94 Σχόλια »

Ο εξωμότης Παναγής Μαβρόπουλος, ένα νεανικό διήγημα του Μ. Καραγάτση

Posted by sarant στο 25 Μαρτίου, 2022

Μια και σήμερα έχουμε 25 Μαρτίου, σκεφτηκα να βάλω ένα λογοτέχνημα σχετικό με την Επανάσταση. Αρχικά είχα στο νου μου να παρουσιάσω ένα κεφάλαιο από τον Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου, του Καραγάτση, παρόλο που αναγκαστικά θα δημοσίευα κάτι χωρίς αυτοτέλεια.

Έπειτα, θυμήθηκα τον Παναγή Μαυρόπουλο, ένα νεανικό διήγημα του Καραγάτση, γραμμένο το 1933, που έχει χρησιμέψει ως πρόπλασμα, ας πούμε, για τον Κοτζάμπαση.

Το βρήκα στον τόμο Νεανικά διηγήματα (εκδόσεις Εστία), που συγκεντρώνει ανέκδοτα και εκδομένα κείμενα του Μ. Καραγάτση γραμμένα από το 1925 έως το 1933 (θυμίζω ότι ο Καραγάτσης γεννήθηκε το 1908) καθώς και κάποιες αναμνήσεις από τη στρατιωτική του θητεία (που κάποτε θα τις δημοσιεύσω κι αυτές).

Το συγκεκριμένο διήγημα, που φέρει τη χρονολογική ένδειξη 1933, δημοσιεύτηκε το 1934 σε δυο συνέχειες στη Νέα Εστία και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στην πρώτη συλλογή διηγημάτων του Καραγάτση, «Το συναξάρι των αμαρτωλών». Ο Καραγάτσης επέλεξε να μην αναδημοσιεύσει σε μεταγενέστερες συλλογές του τον Εξωμότη Παναγή Μαβρόπουλο, όπως έκανε με ορισμένα άλλα διηγήματα της πρώτης του συλλογής, είτε επειδή το θεώρησε πρωτόλειο είτε διότι είχε ήδη χρησιμοποιήσει την ίδια ιδέα στον Κοτζάμπαση. Κλίνω προς τη δεύτερη εκδοχή.

(Ο Μαβρόπουλος είναι κοτζάμπασης στη Βοστίτσα, το Αίγιο δηλαδή, ο Μίχαλος Ρούσης στον φανταστικό Καστρόπυργο. Κι οι δυο πηγαίνουν όμηροι στην Τριπολιτσά, εξαπατημένοι κι οι δυο από τον δεσπότη. Κι οι δυο αλλαξοπιστούν. Όταν οι Έλληνες πολιορκούν την Τριπολιτσά, ο Μίχαλος Ρούσης καταφέρνει να βγει κρυφά από την πολιορκημένη πόλη και αργότερα εξαγοράζει την αποστασία του με τον ηρωισμό του στα Δερβενάκια, όπου πολεμάει ινκόγνιτο. Ο Παναγής Μαβρόπουλος δεν μαθαίνουμε τι απόγινε).

Το διήγημα είναι μεν πρωτόλειο αλλά είναι αξιόλογο -νομίζω ότι στο τέλος μόνο ο συγγραφέας δείχνει αμηχανία. Όπως αναφέρει ο επιμελητής της έκδοσης, ένας πρόγονος του Καραγάτση, ο Δημήτρης ή Μήτρος Ροδηθανος ή Ροδόπουλος αλλαξοπίστησε την άνοιξη του 1821 για να σώσει τη ζωή του. Σημειώνω ότι παρόλο που ο Καραγάτσης συνδέεται γενικά με τη Λάρισα, ο πατέρας του, ο Γεώργιος Ροδόπουλος, αν και βουλευτής Τυρνάβου, καταγόταν από την Πάτρα.

Παραθέτω το διήγημα όπως δημοσιεύεται στον τόμο Νεανικά διηγήματα, χωρίς να εκσυγχρονίσω την ορθογραφία. Ίσως δεν έκανα καλά, διότι η ορθογραφία είναι ιδιόρρυθμη και θα σοκάρει ή θα ξενίσει πολλούς. Πράγματι, ο Καραγάτσης αφενός διατηρεί την ορθογραφία της εποχής σε πολλές λέξεις (παληός, ας πούμε) αλλά, το κυριότερο, εφαρμόζει πολύ προχωρημένες ορθογραφικές επιλογές, αφού δεν χρησιμοποιεί τα δίγραφα αυ, ευ, που τα αντικαθιστά με αβ, εβ (Μαβρόπουλος, φέβγω) ούτε και διπλά σύμφωνα (άλος, Έληνας). Αυτά τα δύο σε συνδυασμό έχουν ως αποτέλεσμα μερικές ευφανταστες πραγματικά ορθογραφήσεις όπως ενηάμισυ, κυτούσε. Τέλος πάντων, προσπαθήστε να μη σκαλώσετε στην ορθογραφικήν ιδιορρυθμία.

Ο επιμελητής του τόμου δεν το αποσαφηνίζει απόλυτα, αλλά κατά πάσα πιθανότητα η ιδιόρρυθμη ορθογραφία είναι αυτή που χρησιμοποιήθηκε από τον Καραγάτση στη συλλογή «Το συναξάρι των αμαρτωλών» που δεν την έχω. Αντίθετα, η δημοσίευση του διηγήματος στο περιοδικό Νέα Εστία ακολουθεί την (τότε) καθιερωμένη ορθογραφία (κι έχει τίτλο «Ο εξωμότης Παναγής Μαυρόπουλος»).

Μονοτονίζω, προσπαθώ να ακολουθήσω την ορθογραφία του Καραγάτση και διορθώνω σιωπηρά δυο-τρία τυπογραφικά λάθη της έκδοσης της Εστίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Διηγήματα, Μοριάς | Με ετικέτα: , , , , | 82 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (25 και τέλος) – Ζοζέφ Μπαλέστ

Posted by sarant στο 28 Δεκεμβρίου, 2021

Καθώς τελειώνει η χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σήμερα ολοκληρώνεται και μια ειδική στήλη του ιστολογίου, που δημοσιευόταν (συνήθως) κάθε δεύτερη Τρίτη, στην οποία παρουσίασα κείμενα της εποχής του 1821, με προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό πέμπτο και τελευταίο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Το σημερινό κείμενο δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στις προδιαγραφές των άλλων της σειράς αυτής, αφού είναι απόσπασμα απο ένα βιβλίο που εκδόθηκε πολύ πρόσφατα για την επανάσταση του 1821, το Η ελληνική επανάσταση του Mark Mazower (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια).

Είναι ένα από τα δύο σημαντικά βιβλία που κυκλοφόρησαν στο τέλος της επετειακής χρονιάς. Το άλλο είναι το Ο ενδοξότερος αγώνας του Αριστείδη Χατζή, που το ξέρω αρκετά καλά διότι είχα ανταλλάξει αρκετά γράμματα και υλικό με τον συγγραφέα του τον καιρό της συγγραφής του (όταν έγραφα και το δικό μου Ζορμπαλίκι των ραγιάδων), αλλά για τεχνικούς λόγους δεν έφτασε έγκαιρα στα χέρια μου. Επιφυλάσσομαι και εκτός επετειακής χρονιάς.

Το βιβλίο του Μαζάουερ δεν το έχω ακόμα διαβάσει. Φυλλομέτρησα εδώ κι εκεί μόνο. Διάλεξα όμως ένα απόσπασμα, που θα παρουσιάσω σήμερα, από τις σελ. 228-231, από το κεφάλαιο 10, «Περιπλανώμενοι ιππότες», στο οποίο γίνεται λόγος για τους φιλέλληνες. Το διάλεξα ακριβώς επειδή στα προηγούμενα κείμενα της σειράς αυτής δεν είχα κανένα που να αφορά, ακριβώς, τη συμμετοχή των φιλελλήνων στην επανάσταση.

Στο απόσπασμα που θα διαβάσουμε παρουσιάζεται ο Γάλλος Ζοζέφ Μπαλέστ (Joseph Baleste), πρώην αξιωματικός του Ναπολέοντα, που είχε γεννηθεί στα Χανιά και είχε ελληνίδα μητέρα κι έτσι ήταν σε προνομιακή θέση σε σύγκριση με τους άλλους φιλέλληνες που, οι περισσότεροι, δεν ήξεραν τη γλώσσα όταν έφτασαν στην Ελλάδα.

Όπως θα δείτε, ο Μπαλέστ έφτασε στο σημείο να προτείνει στον Υψηλάντη να δολοφονήσουν μυστικά τον Κολοκοτρώνη, κάτι που δεν έγινε δεκτό. Ο Μαζάουερ σχολιάζει σε σχετική σημείωση: Η ιστορία είναι σχεδόν απίστευτη, αλλά ο συγγραφέας [ο Brengeri] είναι γενικά αξιόπιστος και ισχυρίζεται ότι τα άκουσε αυτά από το στόμα του ίδιου του Μπαλέστ. (Για τεχνικούς λόγους, παραλείπω τις σημειώσεις, που είναι κυρίως παραπομπές στη βιβλιογραφία).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (24) – Το μολών λαβέ του Λάμπρου Βέικου

Posted by sarant στο 14 Δεκεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, έχω καθιερώσει μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη όπου παρουσιάζω κείμενα της εποχής του 1821, με προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα ενώ κάποια άλλα στείλατε εσείς.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό τέταρτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ και δεν αποκλείεται να είναι και το τελευταίο. Βέβαια, μας απομένει μια ακόμα Τρίτη, στις 28, αλλά ίσως μέσα στις γιορτές δώσουμε αλλού την προσοχή μας.

Σήμερα θα δημοσιεύσω ένα σύντομο κείμενο, που επιπλέον υπάρχει και στο Διαδίκτυο (αν και δεν είναι ευρέως διαδεδομένο και το βρίσκω γλωσσικά χτενισμένο). Όμως αξίζει πιστεύω, μια και είναι ένα είδος «Μολών λαβέ». Είναι η απάντηση που έστειλε ο στρατηγός Λάμπρος Βέικος, τον Ιούλιο του 1825, από το πολιορκημένο Μεσολόγγι, στον φίλο του Ταχίρ Αμπάζη, σε σχέση με προτάσεις συνθηκολόγησης που είχε κάνει ο Κιουταχής στους πολιορκημένους.

Η επίσημη απάντηση ήταν αρνητική, και δεν (νομίζω ότι) σώζεται, όμως ο Βέικος έστειλε επικουρικά την επιστολή που θα διαβάσουμε στον φίλο του. Ο Ταχίρ Αμπάζης, από το Τεπελένι, ήταν επί πολλά χρόνια καπιμπουλούμπασης (πολιτάρχης) του Αλήπασα στα Γιάννενα, και είχε πάρει μέρος στην ιδιότυπη και λιγόζωη ελληνοαλβανική συμμαχία τον πρώτο χρόνο της επανάστασης, αλλά μετά πέρασε υπό τις διαταγές του Κιουταχή.

Η επιστολή υπάρχει στα απομνημονεύματα του Αρτέμιου Μίχου, ενώ πιο πριν είχε δημοσιευτεί στα Ελληνικά Χρονικά, απ’ όπου παίρνω το κείμενο διατηρώντας την ορθογραφία του, μαζί με την εισαγωγή και τα επόμενα από την εφημερίδα (τεύχος 56-60, 29 Ιουλίου 1825):

….

Από το δείλι και έως το εσπέρας μάς επυροβόλησαν οι πολιορκηταί μας από ξηράς και θαλάσσης δραστηριώτατα· περί δε το μεσονύκτιον μας έστειλεν ο Κιουταχής επιστολήν ζητών να του παραδώσωμεν ως προς το παρόν δύω εκ των κανονοστασίων μας και μίαν θύραν, διά να βάλη ανά πεντακοσίους στρατιώτας του, έως ότου να τελειώσωσιν αι συνθήκαι και να υπογραφώσιν.

Την 20 του αυτού. Το πρωί έγινεν ομοφώνως η προς τον Κιουταχήν απόκρισις των χθεσινών επιστολών του, εν ή του ανεφέρθη, ότι το Μεσολόγγι αναιμωτί δεν παραδίδεται εις τας χείρας του· διό αν θέλη κανονοστάσια και θύρας, ας έλθη να τα λάβη με τα όπλα του. Ομού με ταύτην την απόκρισιν έγραψεν και ο στρατηγός Λάμπρος Βέικος την εφεξής επιστολήν ιδιαιτέρως προς τον Ταΐρ Αμπάζην με την συγκατάθεσιν και όλων των άλλων οπλαρχηγών.

Ενδοξότατε Ταΐραγα

Ημείς είμασθε φίλοι, και η περίστασις της θρησκείας το έφερε να πολεμήσωμεν, όμως πάντοτες η φιλία μας ας τρέχη. Φίλε μου, βλέπω οπού έχεις δύο φοραίς οπού ήλθες εις αντάμωσιν διά να μεσιτεύσης να παραδοθή το Μεσολόγγι, ακόμη βλέπω οπού ο Ρούμελης μάς ζητεί δύο Tάμπιαις διά να βάλη ανθρώπους του· ηξεύρετε πολλά καλά ότι τον Θεόν τον έχομεν μαζή, και η ελπίδα μας κρέμαται από εκεί, όθεν ως φίλον, σε αφίνω να στοχασθής ότι ένα Κάστρον με τζεμπιχανέδες, με ζαϊρέν, με νερό και καθεξής όλα τα χρειαζούμενα, εις αυτόν τον καιρόν και ημείς εδώ μέσα, να το παραδώσωμεν, θα έχωμεν πρώτον την συνείδησιν του Θεού, και δεύτερον την κατηγορίαν όλου του κόσμου, και ξεχωριστά εσένα του φίλου μας, που εις αυτό είμεθα βέβαιοι ότι όχι μόνον δεν θα εύρωμεν εις το εξής τόπον να ζήσωμεν, παρά ούτε διά το όνομά μας θα ερωτήση κανένας, τόσον μισητοί θα είμεσθεν, όσον από τον Θεόν, τόσον και από την ανθρωπότητα, μπιλέμ, και από τους ιδίους εδικούς μας και φίλους μας·
όθεν του Ρούμελη χώρησέ του τω παστρικά καθώς μας γνωρίζεις, ότι να ηξεύρη καλά, χωρίς να κάμη γιουρούσι να εμβή με το σπαθί του, Μεσολόγγι δεν πέρνει.

Ταύτα και μένω

1825 Ιουλίου 20 Μεσολόγγιον ο φίλος σου Λάμπρος Βέικος

Προς τούτοις λάβε και τέσσαρες μποτίλιαις ρούμι να ταις δώσης τους μπαϊρακτάριδες όταν θα κάμνουν το γιουρούσι.

Αφ’ ου εστάλησαν τα ανωτέρω γράμματα, και ανεγνώσθησαν από τον υπερήφανον Σατράπην της Ρούμελης, ήρχισε τότε ο εναντίον μας πυροβολισμός διά ξηράς και θαλάσσης, με τόσον πείσμα, όσον ουδεμίαν άλλην ημέραν είχεν δείξει ο εχθρός· αλλεπάλληλαι έπιπτον αι βόμβαι εις την πόλιν, εν ω αι γρανάται και σφαίραι των κανονίων εσφύριζον διευθυνόμεναι ως επί το πλείστον εις τας πέριξ του τείχους στρατιωτικάς καλύβας. Όλα δε ταύτα υπέμενεν με γενναιοκαρδίαν η φρουρά του τείχους μας, και με αμετάθετον απόφασιν εστέκετο να αποθάνη μάλλον, παρά να απολαύση ο εχθρός το μέγα τούτο της Ελλάδος προπύργιον.

….

Λεξιλόγιο

τζεμπιχανές: τα πολεμοφόδια

ζαϊρές: τα τρόφιμα

μπιλέμ: ακόμα και

γρανάται: χειροβομβίδες

Υστερόγραφο: Ο Σουλιώτης οπλαρχηγός Λάμπρος Βέικος επέζησε από την Έξοδο αλλα του έμελλε να βρει τον θάνατο στη μάχη του Ανάλατου. Το ελληνικό κράτος χάρισε στους απογόνους του κτήματα στην περιοχή του άλσους Βεΐκου στο Γαλάτσι.

 

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Επιστολές | Με ετικέτα: , , , , , | 100 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (23) – Οι Σφακιανοί γράφουν στον βεζίρη των Χανίων [Συνεργασία του ΜΙΚ_ΙΟΥ]

Posted by sarant στο 30 Νοεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό τρίτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ. Πρόκειται για μια συνεργασία που μου έστειλε ο φίλος μας ο ΜΙΚ_ΙΟΣ, από τον αγώνα στην Κρήτη -κι έτσι συνδυάζεται με το αμέσως προηγούμενο. Εδώ βλέπουμε ένα γράμμα των Σφακιανών προς τον Πασά, που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Οι σημειώσεις είναι επίσης του ΜΙΚ_ΙΟΥ.

Βλέπουμε ότι οι υπογράφοντες προσπαθούν να καθησυχάσουν τον Οθωμανό αξιωματούχο ώστε να αποφευχθούν συνέπειες για τους αμάχους.

Eγώ απλώς χώρισα το κείμενο σε παραγράφους για να διαβάζεται πιο εύκολα και επίσης άλλαξα τη σειρά παρουσίασης δηλαδή προτάσσω την επιστολή, ακολουθεί η πηγή και τα εισαγωγικά σχόλια του εκδότη και τέλος τα λεξιλογικά σχόλια από τον ΜΙΚ_ΙΟ.

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ:

Υψηλότατε και υπέρτατε μέγα βεζύρη των Χανίων

Ημείς οι πιστοί ραγιάδες και σκλάβοι της κραταιάς βασιλείας οι κατοικούντες το Καστέλλι των Σφακίων δουλικώς προσκυνούμεν το υψηλόν προσκυνητόν πουγιουρτού Σας ελάβομεν και ως πιστοί ραγιάδες το προσκυνήσαμεν και ευθύς κατά την προσταγήν του υψηλοτάτου βεζύρη μας εμαζώξαμεν όλους τους ραγιάδες σας Σφακιανούς από όλο το καστέλλι και τους το διαβάσαμε και των είπαμε και εμείς οι προεστοί να ανοίξουνε τα μάθια τωνε μικροί μεγάλοι οπού να φανούμε εις ετούτο το καιρό και να δείξωμε ταετλήδες και πιστοί ραγιάδες της κραταιάς βασιλείας ως καθώς ήμεστανε και επερνούσαμε ήσυχα·

αποκριθήκασι όλοι ότι και το πουγιουρτού του αφέτη μας προσκυνούμεν και εις την προσταγήν του ήμεστανε πρόθυμοι και χιανέτηδες και ασίδες δεν ήμεθα μήτε δεν γινόμαστε καθώς ίσως μας στοχάζονται μερικοί, το ψωμί της βασιλείας οπού τρώγομε δεν το καταπατούμε·

όθεν και ημείς οι γέροντες και καπεταναίοι παρακαλούμεν και προσκυνούμεν τον ύψιστον οπού εις ταις σημεριναίς ημέραις της ακαταστασίας να κάμετε το μεριχαμέτι σας και εις εμάς τους πτωχούς ραγιάδες και να προστάξετε να μην μας πειράζουν από το σαντζάκι του Ρεθέμνου επειδή και από μέρες εκατέβηκε ένα παϊράκι εις τα σύνορα τα δικά μας έχοντας για κεφάλι κάποιον ισμαΐλαγα Κουτουράκη, ο οποίος δεν έλειπε πάντα και εις τον καλό καιρό να μας πειράζη τώρα μάλιστα ως καθώς θωρούμε γυρεύγει με τινά τρόπον να μας καταστήση καπαετλήδες·

αυτός επάτησε μερικά χωριά από τα χάσικα οπού εκάθουντα φαμελιές εδικιές μας και επήραν δύο γυναίκες εδικές μας και τσι σέρνανε μαζύ τωνε και τσι ρεστάρανε· επήγανε εις ένα μιτάτο και εζήτησαν να δέσουσι τους Σφακιανούς και να γδύσουσι ίσως το μιτάτο και όμως εσταθήκαν εις τα άρματα και εβαρήκανε και η μια πάτα και η άλλη και εσκοτώθησαν από τσι βοσκούς ένας και από τσι τούρκους δεν εμάθαμε ακόμα αν εβαρεστήκανε γιατί εφύγανε οι βοσκοί και επιάσι τα βουνά φοβούμενοι από εμάς τσι προεστούς, γιατί εκατέχανε το ταμπίχι οπού είχαμε καμωμένο και αν ημπορέσωμε και τους πιάσωμε θενά έρθωμε από το δίκιον τωνε·

έτζι παρακαλούμε το ύψος του αφέντη μας να τσι καταλαγιάζη αυτούς τους ανθρώπους γιατί έχομε και εμείς πολλούς κουζουλούς και δεν μπορούμε να τσι απαλεύωμε, γιατί το γυναικώ το κάμωμα επήραξε πολλά το καστέλλι μας και φοβούμεθα και εμείς να μη γενή καμιά κακή δουλιά και αφανιστούμε, γιατί το ίρτζι είναι του βασιλέως και εμείς ήμεστενε ραγιάδες πιστοί και δεν θέλομε να γενούμε ωσάν εκείνους τους σκύλους τσι χιανέτηδες τους νησιώτες, τους οποίους ελπίζομεν να παιδεύση η κραταιά βασιλεία  γλήγορα για να ησυχάση και ο κόσμος και εμείς και προσκυνητώς μένομεν εν ταις προσταγαίς του υψηλοτάτου κράτους σου και τοαζλήδες εις το χουζούρι σου.

====-====

Πηγή: ‘‘Συλλογή εγγράφων Ζαχαρία Πρακτικίδη (ή Τσιριγιώτη) : Έγγραφα ετών 1810-1834’’, υπό Μοτάκης, Στυλιανός, Ιστορικόν Αρχείον Κρήτης (1953), σ. 37-38.

Επιστολή Σφακιανών προς βεζύρην Χανίων δι’ ης υπόσχονται υποταγήν και πειθαρχίαν, ενώ ταυτοχρόνως παραπονούνται δια τουρκικάς υπερβασίας.

Διπλούν φύλ. χάρτου χονδρού διαστ. 22 . 31. Επί της πρώτης σελίδος το κείμενον της επιστολής των Σφακιανών, η οποία συνεχίζεται και επί της δευτέρας, όπου κάτω δεξιά και καθέτως τα εξής δι’ άλλης χειρός:

«Παϊπά ρούσιο χαιρετόσε και καθός με προστάζουν οι γέροντες σπεύδο με τον λόογοντος σε γράφω όντη να κάμις τον κόπον να πας νάβρης τον διδάσκαλον να κάμι ένα αγουστουχάλι παρόμιο και να το στείλουν του χανιότι βαλίσι, ακόμαλοένα οσάν αυτό του καστρουβαλίσι έτζι καθός μας γράφουν και τα πουγιουθιά τος ότι θέλου λάβουν τιν απόκρισίν μας και ότης λογίς τόβρισκεν μονοτίπι δια να γένουν διό τέθια παρόμια και να τα περικλίσετε εις το γράμα του Στουρούνογλου(1) και να του γράψομε παρακαλεστικώς δια να τα δόσι τον βεζιράδο.

ταύτα Χ’αναγνώστις παναγιώτου* σε γράφο».

Επί της τρίτης σελίδος το κείμενον της εκ Σπετσών επιστολής. Επί δε της τελευταίας: «το υψιλόν και προσκηνητόν μπουγιουρτί», κάτω δε αριστερά επί του τετάρτου του εις τέσσαρα διπλωμένου χειρογράφου τα εξής δια τρίτης χειρός: «αναγκαία αμφότερα τα περιεχόμενα. Τη 26 Μαρτίου 1821. Επιστολή Σφακιανών προς βεζύρην Χανίων δι’ ης ομολογούν υποταγήν των εις αυτόν κλπ (αρκετά περίεργος). Δια του τρόπου τούτου ηπάτουν συχνότατα τους Μουσουλμάνους εχθρούς των έως ότου ενεδυναμόνοντο και κατεφέροντο τρομερώς, θηριωδώς σπαράττοντες αυτούς εις τας μεταξύ των μάχας.**

Διατήρησις χειρογράφου όχι καλή.

(1)Τουρκοκρής εκ Σελίνου, απαγχονισθείς αργότερον υπό των Τούρκων.</i>

====-====

Λεξιλόγιο (για τα γράμματα στις αγκύλες, βλ. πηγές στο τέλος)

* πουγιου(ρ)τί και πουγιουρτού = μπουγιουρντί. Έγγραφη διαταγή αξιωματούχου· από τουρκ. buyuruldu. [Z]

* ταετλής = ιταετλής (και ιταατλής): αυτός που κάνει ιταέτι (ή ιταάτι), δηλ. που δηλώνει υποταγή και πειθαρχεί· από τουρκ. itaatli < itaat.

{η ερμηνεία –με υπόδειξη του Νικοκύρη- από άρθρο του ιστολογίου.}

* χϊανέτης (και χιγιανέτης): δόλιος, δύστροπος, ανυπάκουος· 2. ατημέλητος· 3. τεμπέλης· από τουρκ. hiyanet [O]

 * ασής : αντάρτης, επαναστάτης· από τουρκ. asi [O]

 * μεριχαμέτι = μερχαμέτι (και μεραχμέτι, μερεχμέτι). Ευσπλαχνία, οίκτος, φιλανθρωπία· από τουρκ. merhamet. [Z]

* σαντζάκι: Δευτεροβάθμια διοικητική διαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υποδιαίρεση του εγιαλετιού· από τουρκ. sancak [Ζ]

 * κα(μ)παετλής: φταίχτης, ένοχος, υπεύθυνος· από τουρκ. kabahatli [O].

* χάσικος : 1. καθαρός, λευκός· 2. χαρακτηρισμός για ανθρώπους, ιδίως γυναίκες, με λευκό και αφράτο δέρμα· 3. εκλεκτός· από τουρκ. has [O].

{- εδώ, χάσικα χωριά, εννοούνται τα μη επαναστατούντα πεδινά χωριά της περιοχής (Εμμ. Βαρβίδης). Αλλά ίσως να ήταν και τα μη βακουφικά, «μη ησφαλισμένα εν τω εφκαφίω» (Βασ. Ψιλάκης).}

* ρεστάρω = αρεστάρω: συλλαμβάνω, κρατώ, φυλακίζω· από ιταλ. arrestare [Π]

* ταμπίχι = τεμπίχι: Διαταγή, έντονη σύσταση, προειδοποίηση ή απαγόρευση· αλλά και παραγγελία, ειδοποίηση· και νουθεσία· από τουρκ. tembih, tenbih. [Z]

* ίρτζι : Η τιμή, η αξιοπρέπεια, η υπόληψη. Δάνειο από το τουρκ. irz. [Z]

* τοαζλήδες: Άλλη εκφορά για τους ‘ντοαζλήδες’ = ευχέτες, Από το τουρκ. dua και διαλεκτ. doa, δέηση, παράκληση, προσευχή. [Ο]

* αγουστουχάλι = αρτζουχάλι (και αρζουχάλι, αρζιχάλι, χαρτζουχάλι και άλλες παραλλαγές είναι γραπτή αναφορά, έκκληση προς ανώτερο· από τουρκ. arzuhal. [Z]

* βαλίσι = βαλής. Διοικητικός τίτλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, διοικητής βιλαετιού ή εγιαλετιού… Συνήθως ήταν πασάδες τριών ιππουρίδων, άρα έφεραν τον τίτλο του βεζίρη. Από το τουρκ. vali που ανάγεται στο αραβικό wally. [Z]

* μονοτίπι. Μάλλον πρόκειται για λάθος γραφή (ή μεταγραφή) της λ.  ‘μονασίπι’. Η σύνταξη με το ρήμα βρίσκω ήταν συνηθισμένη :  «…όπου το ευρήτε μονασίπι…», «…και αν βρεθή μονασίπι…»}.

μονασίπι (και μουνασίπι, μινασίπι): Κατάλληλο, εύλογο, ο κατάλληλος τρόπος· από τουρκ. münasip. [Z]

* Χ’Αναγνώστης Παναγιώτου: Σφακιανός οπλαρχηγός/πλοίαρχος. Εκλεγμένος στην Καγκελαρία των Σφακίων, υπεύθυνος των ναυτικών επιχειρήσεων. Ένας από τους πληρεξουσίους της Κρήτης στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους.

** Δια του τρόπου τούτου… μεταξύ των μάχας: Δεν είναι ξεκάθαρο αν η διατύπωση αυτή είναι εκτίμηση του Ζ. Πρακτικίδη ή του επιμελητή της έκδοσης. Μάλλον είναι του ίδιου του Ζ. Πρ., δεδομένου ότι στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ, που έγραψε ο ίδιος και εξιστορεί τα συμβάντα κατά το 1821,υπάρχει το παρακάτω απόσπασμα (αναφέρεται στην 14-6-1821):

 Πάντως, και άλλοι ιστορικοί αναφέρουν τέτοιες παραπλανητικές ενέργειες που χρησιμοποιούσαν, όχι μόνο οι Κρητικοί αλλά και οι Τούρκοι αντίστοιχα. Ιδιαίτερα οι Σφακιανοί, που είχαν πάντα στο μυαλό τους την τραγική γι’ αυτούς κατάληξη της επανάστασης του Δασκαλογιάννη στα 1770-71, μετέρχονταν κάθε μέσο και τρόπο ώστε να είναι, κατά το δυνατόν, εξασφαλισμένοι.

 

 

Πηγές για το λεξιλόγιο:

[Z]: Νικ. Σαραντάκος, ‘Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων’, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2020.

[O]: Βασ. Ορφανός, ‘Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα’, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2014.

[Π]: Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 11., Βουλή των Ελλήνων (διαδικτυακή έκδοση).

 

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κρήτη, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 166 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (22) – Αύτη η αποστασία δεν αρέσει του Θεού

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό δεύτερο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ (στις 2 Νοεμβρίου δεν είχαμε άρθρο της σειράς λόγω των γενεθλίων ενός φίλου του ιστολογίου).

Θα διαβάσουμε σήμερα μιαν επισκοπική εγκύκλιο, την εγκύκλιο που έστειλε στις αρχές Ιουλίου του 1822 ο Καλλίνικος, επίσκοπος Κυδωνίας, προς τους Χριστιανούς της μητρόπολής του, που είχαν εξεγερθεί, με την οποία τους καλεί να καταθέσουν τα όπλα και να προσκυνήσουν τον βεζίρη.

Βέβαια, ο Καλλίνικος δεν τα γράφει αυτά με ελεύθερη βούληση -όπως βρίσκω στις πηγές, από τον Ιούνιο του 1821 βρισκόταν φυλακισμένος. Μάλιστα, πέθανε στη φυλακή, από τις κακουχίες και τις στερήσεις, λίγες μόνο μέρες μετά την επιστολή αυτή.

Ο Καλλίνικος Σαρπάκης, με καταγωγή από τη Σαντορίνη, έχει αγιοκαταταχθεί. Πολλοί άλλοι ανώτεροι κληρικοί της Εκκλησίας της Κρήτης μαρτύρησαν στα πρώτα χρόνια του ξεσηκωμού.

Πήρα το κείμενο από τα Αρχεία της Παλιγγενεσίας (τόμος 15αβ, σελ. 116). Η επιστολή του Καλλίνικου έχει ενδιαφέρον και στο περιεχόμενο, αλλά και στη γλωσσική μορφή, καθώς είναι γραμμένη σε μικτή γλώσσα, κατά βάση δημοτική με καθαρευουσιάνικα ποικίλματα, και με αρκετά διαλεκτικά στοιχεία. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου. Στο τέλος εξηγώ μερικές λέξεις και στη συνέχεια θέτω μια άσχετη ερώτηση, επί της διαδικασίας, ας πούμε.

+ Όλους σας ευλογημένοι χριστιανοί, τόσον τους Αποκωρονιότας, όσον και τούς Χά­νια νααγεσλίδες, παπάδες και λαϊκούς, μικρούς και μεγάλους, ευχόμεθα πατρικώς από ψυχής και καρδίας και ευλογούμεν εν Αγίω Πνεύματι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Εκκλησία, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , | 160 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (21) – Πώς είναι οι τουρκολάτρες (ένα γράμμα του Καραϊσκάκη)

Posted by sarant στο 19 Οκτωβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό πρώτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Σήμερα θα δούμε ένα γράμμα του Καραϊσκάκη, γραμμένο σε μια περίπλοκη και όχι πολύ γνωστή περίοδο της ζωής του και της Επανάστασης του Εικοσιένα, τον Μάιο του 1824. Ο Καραϊσκάκης έχει περάσει από δίκη στο Μεσολόγγι, έχει στερηθεί τα αξιώματά του, ανεβαίνει με το προσωπικό του ασκέρι προς τα Άγραφα, που τα θεωρεί δικαιωματικό του αρματολίκι ενώ με εντολή της Διοίκησης τον κυνηγούν Στορνάρης και Ράγκος, οι οποίοι συνεννοούνται με τον τουρκαλβανό Σούλτζα Κόρτζια. Από εκείνη τη μπερδεμένη περίοδο υπάρχει άφθονο (και αθυρόστομο) γραπτό υλικό στο 11ο κεφάλαιο του Κασομούλη, που όμως είναι αρκετά γνωστό και δημοσιευμένο στο διαδίκτυο, αν και τώρα που το σκέφτομαι θα άξιζε μια αναδημοσίευση.

Στις 15 Μαΐου 1824 ο Καραϊσκάκης έχει φτάσει στη μονη Βράχας στην Ευρυτανία και απο εκεί στέλνει γράμμα προς τους καπεταναίους που τον καταδιώκουν, αντίγραφο του οποίου υπάρχει στον 4ο τόμο του αρχείου Μαυροκορδάτου, σ. 397-8. Απόσπασμα από το γράμμα αυτό έβαλα στο βιβλίο μου «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων» και τις προάλλες ο φίλος Αντώνης Παπαβασιλείου από τα Γρεβενά μου ζήτησε ολόκληρο το κείμενο, επειδή έχει αναφορά στα Γρεβενά, οπότε σκέφτηκα να γράψω το σημερινό άρθρο. Δεν αλλάζω ορθογραφία, πλην μονοτονικού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 68 Σχόλια »