Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘1940-41’ Category

Ο Κοκοβιός (διήγημα του Κωστή Φραγκούλη για τη μάχη της Κρήτης)

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2020

Τις μέρες αυτές έχουμε την επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης. Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από τον Κωστή Φραγκούλη, λαϊκό λογοτέχνη που έγραφε στο κρητικό ιδίωμα, με θέμα παρμένο από τη Μάχη της Κρήτης. Πρόπερσι, ο ίδιος μάς είχε στείλει ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Ο Φραγκούλης, όπως είπα, γράφει στα κρητικά κι έτσι ο σημερινός (μη Κρητικός) αναγνώστης θα συναντήσει δυσκολίες σε κάποια σημεία. Ο φίλος μας ο Αντώνης όμως εξηγεί τις λέξεις αυτές στο γλωσσάρι που θα βρείτε στο τέλος.

Επίσης, ο Αντώνης έστειλε και μια εισαγωγή όπου δίνει πληροφορίες για τον συγγραφέα. Την παραθέτω χωρίς άλλα εισαγωγικά και στο τέλος προσθέτω ένα βίντεο αφιερωμένο στον συγγραφέα.

Εισαγωγή

Με αφορμή την επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης (20 Μάη με 1 Ιούνη 1941), που είναι κάτι σαν γιορτή των απανταχού Κρητικών και όπως σας είχα ξαναστείλει στο παρελθόν ένα διήγημα που είχα πληκτρολογήσει του ζεύγους Νίκου και Αργυρώς Κοκοβλή, πήρα πάλι το θάρρος να σας αποστείλω ένα διήγημα που βρήκα σχετικό με τη Μάχη της Κρήτης και το πληκτρολόγησα για το ιστολόγιο. Αυτή τη φορά το διήγημα λέγεται «ο Κοκοβιός» και είναι του κρητικού λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη ή Ανταίου, από το βιβλίο του: «Η κατσιφάρα- Χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την κατοχή», εκδόσεις Κνωσός Αθήναι, 1974. Το διήγημα ανήκει μάλλον στο είδος της επαρχιώτικης ηθογραφίας και χρησιμοποιεί ως φόντο τη μάχη της Κρήτης. Στην ηθογραφία του αυτή ο συγγραφέας προσπαθεί να αναδείξει τη συμβολή του άμαχου πληθυσμού στη μάχη της Κρήτης, καθώς ο κύριος όγκος των Κρητών στρατιωτών δεν κατέστη δυνατόν να διαπεραιωθεί εγκαίρως και να ενισχύσει στρατιωτικά το νησί κατά τη μάχη. Έτσι πέρα από τις δυνάμεις των Άγγλων, των Αυστραλών, των Νεοζηλανδών, κάποιων μικρών τμημάτων ελληνικού στρατού και ελληνικής χωροφυλακής, έντονη παρουσία κατά τη μάχη της Κρήτης υπήρξε από Κρήτες αμάχους, ηλικιωμένους, γυναίκες, ανήλικους αλλά και νέους άντρες, που όμως είχαν κριθεί «ανίκανοι» να φέρουν όπλα, όπως και ο ήρωας του διηγήματος αυτού, ο Κοκοβιός. Μάλιστα ο ανορθόδοξος και ασύνταχτος τρόπος που πολέμησαν οι άτακτοι και εν πολλοίς απέλπιδες αυτοί μαχητές εξερέθισε ιδιαίτερα και τον ιστορικό Heinz Richter ,  ο οποίος στο βιβλίο του « η μάχη της Κρήτης» εκδόσεις Γκοβόστη, 2011, μέμφθηκε τη δράση αυτή των ατάκτων, ότι δεν τηρούσαν τους κανόνες του πολέμου και ότι ευθύνονταν για βιαιοπραγίες κατά  Γερμανών στρατιωτικών, με επακόλουθο την πολύκροτη δίκη κατά του βιβλίου και του ιστορικού, με την οποία είχε ασχοληθεί και το παρόν ιστολόγιο.

Στο συγκεκριμένο διήγημα, ο ήρωας, τη στιγμή που καταφέρνει να καταβάλει με ένα αναπάντεχο τρόπο τον επιτιθέμενο Γερμανό, παρουσιάζεται από το συγγραφέα να πηγαίνει πάνω από τον πνέοντα τα λοίσθια στρατιώτη και να τον «χτυπά με μια πρωτοφανή λύσσα, μ’ένα μίσος άγριο, με μιαν απίθανη σκληρότητα» αλλά όχι από τυφλό μίσος παρά για να κερδίσει μια θέση στην κοινωνία του χωριού του ως άντρας ισότιμος με όσους πολέμησαν στο Αλβανικό. Το διήγημα παρουσιάζει με τρόπο γλαφυρό και ευτράπελο τα παθήματα του Κοκοβιού από τους συγχωριανούς και τις γυναίκες λόγω της δυσμορφίας και της ακαταλληλότητας για να υπηρετήσει στο στρατό καθώς και τη δικαίωσή του και την αναβάπτισή του μέσα από τη συμμετοχή του στη μάχη της Κρήτης χωρίς να αποφεύγονται ίσως συναισθηματισμοί και πλατειασμοί.

Λίγα λόγια για το συγγραφέα: Ο Κωστής Φραγκούλης (1905-2005) ήταν αξιόλογος ποιητής (ποιητάρης μάλιστα, καθώς έγραψε στο τοπικό κρητικό ιδίωμα) συγγραφέας και ραδιοφωνικός σχολιαστής γεννημένος στη Λάστρο της Σητείας, και επομένως συντοπίτης του Βιτσέντζου Κορνάρου, όπως έχει επισημανθεί. Βέβαια ο ίδιος ο Φραγκούλης για αυτή τη σύγκριση είχε γράψει σε μια μαντινάδα του (ή μαντινιάδα, κατά το ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης) : «Πολλοί μου λένε δεύτερος πως έγινα Κορνάρος, μα εκείνος ήταν στρατηγός κι εγώ απλός φαντάρος». (Από τη Λάστρο Σητείας είχε απώτερη καταγωγή και ο ποιητής Άρης Δικταίος.). Όσον αφορά την εγκύκλια εκπαίδευση, ο Κωστής Φραγκούλης είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο, αλλά ήταν βαθιά καλλιεργημένος και διαβασμένος. Άσκησε το επάγγελμα του τυπογράφου στην Αθήνα και στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ως χαρακτήρας καταγράφεται ότι ήταν πρόσχαρος και χωρατατζής, ευαίσθητος και ερωτικός, και διατηρούσε και τιμούσε τις φιλίες του σε όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής του.

Τα κυριότερα έργα ήταν τα δύο βιβλία του με ποιήματα -κρητικά τραγούδια τα ονόμαζε ο ίδιος- σε κρητικό δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο, «Τα δίφορα» το 1961, και «Τα δίφορα-βιβλίο δεύτερο» το 1988, για το οποίο τιμήθηκε το 1990 με το βραβείο Σωτηρίου Ματράγκα από την Ακαδημία Αθηνών ενώ νωρίτερα, το 1988, του είχε απονεμηθεί τιμητική σύνταξη από το Υπουργείο Πολιτισμού. Η εισηγήτρια του Υπουργείου Πολιτισμού για την απονομή της σύνταξης αυτής ήταν η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ που είχε χαρακτηριστικά επισημάνει: «Είναι τόση η γοητεία που αποπνέει ο ρυθμός, ο γλωσσικός πλούτος και οι ζωγραφιές, που ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι διαβάζει κάποιο απόσπασμα του Ερωτόκριτου.». Άλλα βιβλία που δημοσίευσε ο Κωστής Φραγκούλης είναι: Η ποιητική συλλογή «Μ’ανοιχτά φτερά», 1933, οι συλλογές διηγημάτων «Στον κύκλο του μαχαιριού», 1971, «Η Κατσιφάρα, χρονικά της μάχης της Κρήτης», 1974, «Οργισμένα στάχυα», 1980, «Η ρούσικη καμπάνα», 1982 και ένα μυθιστόρημα, «Το προξενιό του Πολυδώρου», 2000.Τα βιβλία του τα  στοιχειοθέτησε και τα εκτύπωσε ο ίδιος ενώ διαβάζουμε ότι διηγήματά του μεταφράστηκαν στα Γερμανικά και πολλά μετέδωσε το B.B.C.

Πηγές:

http://lexima.gr/lxm/read-521.html

http://www.ekevi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=RESOURCE&cresrc=3683&cnode=573

http://www.alkman.gr/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CF%87%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B7%CF%83-%CE%BF-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7/

https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/4/4/2/metadata-1511257532-977853-10553.tkl

 

Ο Κοκοβιός

Κωστή Φραγκούλη

Από το βιβλίο «Η κατσιφάρα» Χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την Κατοχή

Εκδόσεις Κνωσσός Αθήναι, 1974

Το Νικολιό του Τρεχαλογιώργη δεν τό ’βρισκες αλλοιώς, αν δεν τό ’λεγες Κοκοβιό. Κι αυτό,  γιατί ‘ταν ένα κοντακιανό και αχαμνό αντράκι, με λιανά σκεβρωμένα πόδια, πλατύ στόμα βατράχου, κρεμασμένα πλαδαρά μάγουλα κι αυτιά μεγάλα, σαν δυο χναρόφυλλα, κολλημένα στη χοντρή κεφάλα του. Ίδιος κοκοβιός, τον είπε κάποιος μια μέρα και τού ‘μεινε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , | 149 Σχόλια »

Όταν μας επιτέθηκαν οι Γερμανοί (ένα χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 7 Απριλίου, 2020

Σαν εχτές, στις 6 Απριλίου 1941, η ναζιστική Γερμανία επιτέθηκε στην Ελλάδα, που ήδη έδινε, από τις 28 Οκτωβρίου άνισο αλλά πετυχημένο αγώνα κατά της φασιστικής Ιταλίας. Στις 27 Απριλίου, ο αγκυλωτός σταυρός κυμάτιζε πάνω στην Ακρόπολη.

Θα δημοσιεύσω σήμερα ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 8 Απριλίου 1941, το πρώτο που γράφτηκε μετά τη γερμανική επίθεση (το φύλλο της 7.4.41 ήταν όλο πιασμένο από ειδήσεις πολεμικές και δεν είχε χρονογράφημα).

Ο Βάρναλης δημοσίευε καθημερινά χρονογράφημα στην Πρωία το οποίο, φυσικά, μετά την 28η Οκτωβρίου 1940 ήταν μονοθεματικά αφιερωμένο στην πολεμική προσπάθεια. Κάτι που ξεχωρίζει τα χρονογραφήματα αυτά του Βάρναλη από τα κείμενα πολλών συναδέλφων του ήταν ότι δεν επέκρινε γενικώς τους Ιταλούς και τον Μουσολίνι, αλλά τον ιταλικό φασισμό. Κι άλλοι έκαναν αυτή τη διάκριση κι έτσι λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1940 πολλοί, αριστεροί κυρίως, επιφυλλιδογράφοι και δημοσιογράφοι κλήθηκαν στην Ασφάλεια για συστάσεις (έχουμε γράψει για το περιστατικό αυτό).

Δεν ξέρω αν ασκήθηκαν πιέσεις και στη διεύθυνση της Πρωίας, πάντως από τις 11 Ιανουαρίου 1941 ο Βάρναλης, αντί για χρονογράφημα, άρχισε να γράφει στην Πρωία μια σειρά από ιστορικές επιφυλλίδες με τίτλο «Από τις σκοτεινές σελίδες της Ρώμης» όπου περιέγραφε με μελανά χρώματα διάφορα περιστατικά της ρωμαϊκής ιστορίας.

Ωστόσο, μόλις άρχισε η γερμανική επίθεση, ο ποιητής διέκοψε τις επιφυλλίδες και ξανάρχισε το χρονογράφημα, με πρώτο αυτό που θα δούμε τώρα.

Η γελοιογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι από τη Daily Mirror. Τη δανείστηκα από τον τοίχο του συγγραφέα Γιώργου Αλεξάτου, όπου έγινε και μια ενδιαφέρουσα συζήτηση σχετικά με τον μύθο που κάποιοι προωθούν ότι, τάχα, οι Έλληνες κομμουνιστές και αριστεροί κράτησαν παθητική στάση στη γερμανική επίθεση λόγω του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Πρόχειρο τεκμήριο, που το εισέφερε στην ίδια συζήτηση ο ιστορικός Νίκος Χατζηδημητράκος, το άρθρο του Μιλτιάδη Πορφυρογένη, ανώτατου στελέχους του ΚΚΕ, που απέδρασε από τη Φολέγανδρο όπου ήταν εξόριστος, στην εφημερίδα «Κρητικά Νέα», με τίτλο «Ενωμένοι προς τη νίκη», τις μέρες που ετοιμαζόταν η γερμανική επίθεση στην Κρήτη.

Οπότε, ας δούμε πώς υποδέχτηκε χρονογραφικά ο Βάρναλης την εντελώς αναμενόμενη αλλά και πάλι φοβερή είδηση της επίθεσης της ναζιστικής Γερμανίας τον Απρίλιο του 1941:

Προσχήματα και αλήθειες του Άξονος

Κυριακή ξημερώματα, πέντε το πρωί, σε πολύ ακατάλληλη ώρα χτύπησε την πόρτα μας η… νέα τάξις. Χτύπησε την πόρτα μας, είναι τρόπος του λέγειν. Έπεσε απάνω στα στήθη μας με όλα του τα φονικά σίδερα, για να επιτύχει εκείνο που δεν το πέτυχε ο δίδυμος αδερφός του εθνικοσοσιαλισμού, ο φασισμός: να μας πάρει και τη γη και την ψυχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Βάρναλης, Επετειακά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 143 Σχόλια »

Πόσο πολέμησε το Λουξεμβούργο στον Δεύτερο Παγκόσμιο;

Posted by sarant στο 30 Οκτωβρίου, 2019

Χτες που ήταν 28η Οκτωβρίου κυκλοφόρησε στο Φέισμπουκ και σε διάφορους ιστότοπους ένα κείμενο με τίτλο «Το επος του 40 και στατιστικά«, συνοδευόμενο από το αφισάκι της φωτογραφίας, που δείχνει συγκριτικά τη διάρκεια αντίστασης διάφορων χωρών της Ευρώπης στις δυνάμεις του Άξονα.

Το κείμενο ξεκινάει με τον εξής ισχυρισμό:

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τους στρατούς τεσσάρων χωρών ταυτόχρονα, Αλβανίας, Ιταλίας, Γερμανίας, και Βουλγαρίας.

Ακολουθεί ο πίνακας με τη διάρκεια αντίστασης των διάφορων χωρών, όπως βλέπετε και στο αφισάκι, και με τις απώλειες στον πληθυσμό κάθε χώρας, και στη συνέχεια διαβάζουμε τις δηλώσεις διάφορων πολιτικών ηγετών, από τον Στάλιν και τον Ντε Γκολ μέχρι τον Χίτλερ, που όλοι τους αναγνωρίζουν και επαινούν την πολεμική προσπάθεια των Ελλήνων και τη συμβολή τους στη νίκη των Συμμάχων.

Δεν θα εξετάσω τις δηλώσεις των ηγετών, αν όντως έγιναν και αν τεκμηριώνονται, παρόλο που ένας φίλος επιμένει ότι η αποδιδόμενη στον Χίτλερ δήλωση είναι ανύπαρκτη. Αν θέλετε και μπορείτε, το θίγετε στα σχόλια.

Θα περιοριστώ στο πρώτο (και μικρότερο) τμήμα του κειμένου, που βρίθει από απλουστεύσεις, λάθη και υπερβολές. Επειδή όμως τα λάθη και οι υπερβολές είναι ευχάριστα για το εθνικό μας φρόνημα, πολλοί τα αναπαράγουν άκριτα, όπως έχουμε δει κατά κόρον να γίνεται και σε κείμενα για τη γλώσσα.

Ήδη η εισαγωγική φράση του κειμένου, που την επαναλαμβάνω εδώ, είναι διάτρητη:

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τους στρατούς τεσσάρων χωρών ταυτόχρονα, Αλβανίας, Ιταλίας, Γερμανίας, και Βουλγαρίας.

Η Ελλάδα δέχτηκε την επίθεση της Ιταλίας από τις 28 Οκτωβρίου 1940 και, από τις 6 Απριλίου 1941 την επίθεση της Γερμανίας. Ο βουλγαρικός στρατός δεν επιτέθηκε στο ελληνικό έδαφος όσο διαρκούσε ο πόλεμος. Αν και η Βουλγαρία προσχώρησε στον Άξονα την 1η Μαρτίου 1941, δεν συμμετείχε στην επίθεση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας ή εναντίον της Ελλάδας. Φυσικά νεμήθηκε ελληνικό έδαφος αλλά αυτό έγινε μετά την ελληνική συνθηκολόγηση. Όσο για «αλβανικό στρατό», τη στιγμή που η χώρα ήταν προτεκτοράτο των Ιταλών από το 1939 (πριν ξεσπάσει ο Β’ ΠΠ), αυτό είναι ανέκδοτο ή έστω σόφισμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, Ευρώπη, Κατοχή, Λαθροχειρίες, Λουξεμβούργο | Με ετικέτα: , , , , | 107 Σχόλια »

Όταν ο Βάρναλης συνάντησε τον Σαρλώ

Posted by sarant στο 28 Οκτωβρίου, 2019

Απ’ όσο ξέρω, δεν συναντήθηκαν ποτέ, μεταφορικά χρησιμοποιώ το ρήμα. Μέρα που είναι, διαλέγω ένα από τα «πολεμικά» χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, απ’ αυτά που δημοσίευσε στην Πρωία μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, στο οποίο αναφέρεται στον Τσάρλι Τσάπλιν.

Αφορμή στάθηκε μια εκδήλωση που είχε γίνει τον Δεκέμβριο του 1940 στη Νέα Υόρκη, στην οποία ο Τσάρλι Τσάπλιν πρόσφερε 1000 δολάρια υπέρ της πολεμικής προσπάθειας της Ελλάδας και μίλησε επαινετικά για τη γενναιότητα των Ελλήνων (αριστερά βλέπετε το απόκομμα από την Πρωία της 18.12.1940).

Μια βδομάδα μετά, στο χριστουγεννιάτικο -αλλά ελάχιστα εορταστικό, λόγω του πολέμου- φύλλο της Πρωίας δημοσιεύτηκε το χρονογράφημα του Βάρναλη που θα διαβάσουμε σήμερα.

Ο Βάρναλης δεν περιορίζεται στις ευχαριστίες στην υποστήριξη που πρόσφερε ο Τσάρλι Τσάπλιν αλλά κάνει και μιαν εγκωμιαστική ανάλυση για το έργο του Σαρλώ, που πιστεύω ότι έχει αρκετό ενδιαφέρον και σήμερα.

Για τη χειρονομία του Σαρλώ έγραψε και ο αγαπημένος μου Γ. Κοτζιούλας ένα επίσης ενδιαφέρον άρθρο στα Νεοελληνικά Γράμματα (4.1.1941) με τίτλο «Ο φίλος μας ο Σαρλώ».

Να σημειωθεί πως δυο μήνες νωριτερα είχε κυκλοφορήσει στις κινηματογραφικές αίθουσες των ΗΠΑ η ταινία του Τσάπλιν «Ο μεγάλος δικτάτωρ» με την εξαιρετική σάτιρα για τον Χίτλερ, αλλά φυσικά δεν ειχε προβληθεί στην Ελλάδα (και γενικά στην Ευρώπη) και έτσι ο Βάρναλης την αγνοεί. Η ταινία στην Ελλάδα προβλήθηκε το 1947 και ο Βάρναλης τότε έγραψε γι’ αυτήν, όπως και ο Κοτζιούλας -αλλά αυτό είναι ένα θέμα που θα το δούμε, ίσως, σε κάποιο μελλοντικό άρθρο. (Το οποίο θα αντλήσει υλικό από το δοκίμιο της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου «Η διαδρομή του Σαρλώ στη νεοελληνική ποίηση», που περιέχεται στο πρόσφατο βιβλίο της «Συνομιλίες ποιητών» -να το διαβάσετε).

Τέλος, η αναφορά που υπάρχει στο χρονογράφημα του Βάρναλη στον Τζαίκη Κούγκαν εννοεί τον ηθοποιό Jackie Coogan, που σε ηλικία εφτά χρονών έπαιξε στο Χαμίνι του Τσάρλι Τσάπλιν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αντιδάνεια, Βάρναλης, Κινηματογράφος, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 190 Σχόλια »

Η πορεία προς το μέτωπο (από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη)

Posted by sarant στο 27 Οκτωβρίου, 2019

Μέρες που είναι, στο σημερινό μας λογοτεχνικό άρθρο είπα να βάλω κάτι σχετικό με τον πόλεμο του 40. Και διάλεξα την ενότητα «Η πορεία προς το μέτωπο» από το Άξιον Εστί, του Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος είχε πολεμήσει ως ανθυπολοχαγός στην Αλβανία -κι έγραψε επίσης και το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας.

Το κείμενο είναι πολύ γνωστό, αφού διδάσκεται και στο σχολείο -αν και στα χρόνια μου δεν διδασκόταν. Ωστόσο, ευκαιρία είναι να το επισκεφτούμε ξανά και να χαρούμε τη γλώσσα του. Το κείμενο που παραθέτω το πήρα από το ηλεκτρονικό βιβλίο του Ψηφιακού σχολείου, ωστόσο στο τέλος επισημαίνω ότι στο βιβλίο της Ε’ Δημοτικού το απόσπασμα που διδάσκεται έχει κάποιες αποκλίσεις από το κείμενο του ποιητή. Τέλος, εστιάζομαι σε μια λέξη του κειμένου.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Εκπαίδευση, Λογοτεχνία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 98 Σχόλια »

Οπλίτης στο αλβανικό μέτωπο, του Δημ. Λουκάτου

Posted by sarant στο 28 Οκτωβρίου, 2018

Σήμερα έχουμε Κυριακή 28 Οκτωβρίου, οπότε θα περίμενε κανείς να βάλουμε ένα λογοτεχνικό ανάγνωσμα σχετικό με τον πόλεμο του 1940. Προτίμησα όμως μια μαρτυρία, όχι δηλαδή μυθοπλασία -τη μαρτυρία του μεγάλου λαογράφου μας Δημητρίου Λουκάτου (1908-2003).

Ο Λουκάτος, που είχα την τύχη να τον γνωρίσω στη δεκαετία του 1990, όταν ασχολιόμουν ερασιτεχνικά με τη συγκέντρωση παροιμιακών εκφράσεων, το 1940 ήταν φιλόλογος, καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης αποσπασμένος στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας. Μόλις κηρύχτηκε ο πόλεμος, δεν επιστρατεύτηκε από την πρώτη μέρα, καθώς η κλάση του κλήθηκε περίπου ένα μήνα αργότερα. Πολέμησε στην Αλβανία και κρατούσε ημερολογιακές σημειώσεις, τις οποίες πολύ αργότερα, το 2001 μόλις, εξέδωσε σε βιβλίο.

Σημειώνει στην εισαγωγή του βιβλίου: Όταν, επιστρέφοντας σώος στην Αθήνα, από το Αλβανικό Μέτωπο (αρχές Μαΐου 1941), εσυμμάζεψα τις ημερολογιακές «σημειώσεις» μου, του επίστρατου και «πολεμιστή» (από τις «φρουρές» μου του υλικού, στο άλσος Κηφισιάς έως το Μέτωπο της Αλβανικής Γράμποβας – Κορυτσάς), κι εκαταπιάστηκα να τις νοικοκυρέψω, δεν εσκεφτόμουν, καν, δημοσίευσή τους, σε μια δύσκολη περίοδο, σκληρής Κατοχής. Ήθελα όμως να φυλάξω κάπως τον «ίσκιο» αυτόν της ζωντανής λεπτομέρειας, για να μου αφηγείται και να του αφηγούμαι, αναβιωτικά, τα όσα αφορούσαν τους «Συνστρατιώτες» μου, τους Αξιωματικούς μας, και την αγχώδη ψυχολογία των πολεμιστών, ακόμη και των Ιταλών μας, απέναντι…

Διάλεξα και δημοσιεύω σήμερα τις έξι πρώτες σελίδες από τις ημερολογιακές αυτές σημειώσεις, που δεν αφορούν τον πόλεμο καθαυτόν αλλά τη μέρα της κήρυξής του και την παρουσίαση του Λουκάτου στα Έμπεδα όταν κλήθηκε η κλάση του. Ωστόσο, στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού υπάρχουν εκτενή αποσπάσματα από τις σημειώσεις των τελευταίων ημερών του πολέμου.

Μονοτόνισα το κείμενο και έκανα περιορισμένο ορθογραφικο εκσυγχρονισμό, κυρίως στην υποτακτική. Κάτι γλωσσικό-πραγματολογικό: ο Λουκάτος ήταν κλάσης 28 και περίμενε να τον καλέσουν. Είχε ήδη κληθεί η κλάση του 29 οπότε βρισκόταν «στον πρώτο λύκο». Η έκφραση προέρχεται από τα παλιά πυροβόλα όπλα. Λύκος λεγόταν ο επικρουστήρας. Είχε μάλιστα δυο σκάλες, εξού και ‘πρώτος λύκος’, όταν είναι έτοιμο να πυροβολήσει. Από εκεί πέρασε η έκφραση «στον πρώτο λύκο» και στη χαρτοπαιξία αλλά και γενικότερα όταν κάτι επίκειται.

 

Ο πόλεμος με τους Ιταλούς εκηρύχτηκε στις 28 Οκτωβρίου το πρωΐ. Ήτανε Δευτέρα κι εγώ βρισκόμουν από το Σαββατόβραδο στη Ρέα Αττικής, φιλοξενούμενος στο εξοχικό του φίλου μου Πάνου Τζελέπη. Στις συζητήσεις μας απάνου, άλλο στοιχείο δεν είχαμε, παρά μια φράση του Ρούζβελτ, ειπωμένη σ’ έναν πρόσφατο λόγο του: «Σημείο ανησυχίας είναι τώρα η Ελλάδα στη Μεσόγειο». Κατέβαινα προς την Εκάλη για να πάρω αύτοκίνητο. Στο δρόμο -η ώρα 6.30- συναντούσα παρέες εργατών, που στις κουβέντες τους μέσα ξεχώριζαν φράσεις: «Θα τούς φάμε, μωρέ». «Θα δεις την Αθήνα και δεν θα τη γνωρίζεις». «Τί κλάση είσαι σύ;». Κάτι υποψιάστηκα. Μπήκα στο σπίτι του κ. Θειακάκη. Τον βρήκα εκνευρισμένο να φέρνει βόλτες το σπίτι του. —Λουκάτε, εχουμε πόλεμο! μου λέει. Έλα να σε φιλήσω, που θα πας στρατιώτης. Ετοιμάσου για τα σύνορα! Και με φίλησε με στοργή. Ένοιωσα την πρώτη συγκίνηση και ταραχή. Βάλαμε αμέσως το ραδιόφωνο κι η φωνή του είχε πια τον παλμό του πολέμου: «Αι παραδόσεις της φυλής μας… η μακραίωνη Ιστορία του ελληνικού έθνους…». Βγήκα στο περίπτερο και πήρα έφημερίδα. Στην τελευταία της σελίδα μόλις είχε προφθάσει να καταχωρηθεί η είδηση: «Περί την 3.30 της νυκτός σήμερον ο πρεσβευτής της Ιταλίας Γκράτσι κ.λπ…». Στ’ αυτοκίνητο μέσα ο κόσμος δεν φλυαρεί. Καθένας μένει με τις σκέψεις του. Καταλαβαίνουμε πως τρέχουμε ολοταχώς προς τα γεγονότα, όπως τ’ αυτοκίνητό μας προς την Αθήνα. Στο γραφείο μου (της Ακαδημίας) καταφθάνουν ο ένας ύστερ’ απ’ τον άλλον οι συνάδελφοι. Είναι τόσο μεγάλα και πασίγνωστα τα γεγονότα, που δεν τα σχολιάζουμε. Μιλάμε μόνο για τις λεπτομέρειες. «Τίνος συντάγματος είσαι; Τίνος κλάσεως», κ.λπ. Αρχίζουν οι συναγερμοί. Τα υπόγεια της Ακαδημίας είναι σκοτεινά και σπηλαιώδη. Μαζεύονται τα γυναικόπαιδα της γειτονιάς. Είναι σαν τάφος το «καταφύγιο» και έχεις διαρκώς την εντύπωση πως για σένα προορίζονται οι βόμβες. Τα ιταλικά αεροπλάνα έρχονται, μα δε χτυπάνε την Αθήνα. Ακούονται μακριά πολλοί γδούποι βομβών. Στο Τατόη, στην Κόρινθο. Και τ’ αντιαεροπορικά δουλεύουν.

Ο κόσμος δεν φυλάγεται. Γυρίζουν έξω. Δεν οργανώνονται σε φιλοπολεμικές παρελάσεις, αλλά χαζεύουν με ψυχραιμία. Τις εκδηλώσεις τις αρχίζουν οι «Νεολαίες» κι οι «Δωδεκανήσιοι». Γυρνάνε με σημαίες Ελληνικές, Αγγλικές ή Τουρκικές. Στο Σύνταγμα σπάνε δύο ιταλικά μαγαζιά. Στην οδό Πατησίων σπάνε την Ιταλική Σχολή. Ο κόσμος δεν τα επιδοκιμάζει. Δείχνει και απαιτεί αξιοπρεπή, ήρεμη αντιμετώπιση της κατάστασης. Στις γωνίες παντού κολλάνε προκηρύξεις – Διατάγματα Επιστρατεύσεως. Διαπιστώνω πως παίρνει και την κλάση μου, του 1928. Θα παρουσιαστώ εντός 24 ωρών στην Πάτρα. Ετοιμάζομαι. Είναι κάτι σαν μέθη. Αφίνεσαι στα γεγονότα δίχως σκέψη. Τα τραμ τώρα κυκλοφορούνε παραφορτωμένα. Απ’ όλα τα πλευρά τους κρέμονται νέοι, που φεύγουν για το σταθμό ή πηγαινόρχονται στα φρουραρχεία. Στις 5 το ραδιόφωνο ξαναλέει το διάταγμα της Επιστρατεύσεως, μα μιλεί για τις κλάσεις από 30 και νεοτέρους. Κατεβαίνω στο Φρουραρχείο. Κόσμος πήχτρα. Μαθητάδες μου, συστρατιώτες τώρα, βρίσκουν λίγο χώρο να μου κουνήσουν σε χαιρετισμό το κεφάλι. Ένας αξιωματικός αδύνατος φωνάζει από το μπαλκόνι: «Δεν υπόκεινται εις στράτευσιν: α) οι πατέρες τεσσάρων τέκνων εκ νομίμου γάμου, β) οι ηλικιωμένοι, κ.λπ.». Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν και φωνάζουν. Καθένας ρωτάει για τή δική του περίπτωση. Ο αξιωματικός στο τέλος βραχνιάζει και μπαίνει μέσα. Εγώ δεν έφωτίστηκα. Με παίρνει ή δεν με παίρνει; Οπωσδήποτε ετοιμάζομαι να φύγω. Αποχαιρετώ από το τηλέφωνο τους φίλους. Έχω την ψυχολογία του αξιολύπητου, μαζί κι αξιοθαύμαστου. Σ’ ένα τηλέφωνο περιμένουμε σειρά για να τηλεφωνήσουμε, μα μας καθυστερεί μια γυναίκα νευρική, που καταιωνίζει με βρισιές τον προηγούμενο. Κάνουμε χρήση της στρατιωτικής μας ιδιότητος και «κατάσχουμε» το τηλέφωνο. Η νευρική φεύγει βρίζοντας εμάς κι ο καταστηματάρχης την κυνηγάει να τον πληρώσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις | Με ετικέτα: , , | 189 Σχόλια »

Ο ήλιος επιάστηκε (διήγημα του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή)

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2018

Ο φίλος μας ο Antonislaw, που σχολιάζει συχνά στο ιστολόγιο, πληκτρολόγησε και μού έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα και που έχει κάπως επετειακό χαρακτήρα μια και αναφέρεται στη Μάχη της Κρήτης, που έγινε στα τέλη Μαϊου 1941.

Το έγραψαν ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή, που είναι από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της αντίστασης στην Κρήτη στη γερμανική Κατοχή. Στη συνέχεια πήραν μέρος στον εμφύλιο και έμειναν στην παρανομία καθοδηγώντας τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ και ζωντας κυρίως σε σπηλιές μέχρι το 1962, όταν με χίλιες αντιξοότητες κατόρθωσαν να διαφύγουν με την αποδεκατισμένη ομάδα τους μέσω Ιταλίας στην ΕΣΣΔ και στην Τασκένδη. (Δύο από τους 8 της ομάδας αρνήθηκαν να αφήσουν την Κρήτη. Ήταν οι θρυλικοί Μπλαζάκης και Τζομπανάκης, που τελικά κατέβηκαν από τα βουνά το 1975).

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, οπως την ειδαν από πρώτο χέρι στην Τασκένδη, δεν ήταν αυτό που προσδοκούσαν. Στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 τάχθηκαν με το ΚΚΕ Εσωτερικού οπότε πέρασαν από αρκετές δυσκολιες και τελικά επαναπατρίστηκαν το 1976. Συνέχισαν στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, στο ΚΚΕ εσωτ., στην ΑΚΟΑ και στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Νίκος Κοκοβλής πέθανε το 2012, στα 92 του χρόνια (εδώ μια βιογραφία του).

Για όλα αυτά μπορειτε να δείτε το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη, που βασίστηκε στο βιβλίο τους «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε», εκδόσεις Πολύτυπο, που σας το συνιστώ κι αυτο να το διαβάσετε, αν το βρείτε (αλλού φέρεται εξαντλημένο, αλλού ότι κυκλοφορεί). Οι ίδιοι έγραψαν και το «ΕΣΣΔ, προσδοκίες και πραγματικότητα προσφύγων», εκδόσεις Κουλτούρα.

Ο φίλος μας ο Antonislaw βρήκε σε διαδικτυακό παλαιοβλιοπωλείο ένα βιβλίο με διηγήματα του ζεύγους Κοκοβλή, που όμως το υπογράφουν με ψευδώνυμο, Νίκος και Αργυρώ Μαδαρίτη, με τίτλο «Βάσανα και Καημοί» που εκδόθηκε το 1965 από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις (τον εκδοτικό οίκο του ΚΚΕ στην προσφυγιά). Το βιβλίο αυτό δεν (πρεπει να) έχει επανεκδοθεί.

(Το 1979, ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή εξεδωσαν αλλη μια συλλογή διηγηματων με το ιδιο ψευδωνυμο, Στα βουνα της Κρητης και στην παρανομία (αληθινές ιστορίες)»).

Το βιβλίο Βάσανα και καημοί περιέχει 14 διηγήματα, ανάμεσά τους και το διήγημα «Ο ήλιος επιάστηκε» που αναφέρεται στη μάχη της Κρήτης (20 με 31 Μαΐου του 1941).
Σημειώνει ο Antonislaw: Το διήγημα έχει τις όποιες κοινοτοπίες των αντίστοιχων της εποχής, όμως είναι το μόνο, από όσα εγώ γνωρίζω που είναι γραμμένο από αριστερούς αγωνιστές πρώτης γραμμής. … Επίσης έχει σημεία και στιγμές εξαιρετικές, όπως το σημείο που ο παπα-Γιώργης πυροβολεί τους Γερμανούς προτάσσοντας κάθε φορά «στο όνομα του Θεού». Επισημαίνεται επίσης στο διήγημα ο αφοπλισμός των κρητικών από το Μεταξά, ένα αντιδιχτατορικό κίνημα του 1938, καθώς και η άρνηση των ντόπιων «αρχόντων» και των Εγγλέζων να δώσουν όπλα στον ντόπιο πληθυσμό, κυρίως γέροι και γυναικόπαιδα, και λίγοι φαντάροι που είχαν καταφέρει με ίδια μέσα να κατέβουν από την ήδη υπόδουλη ηπειρωτική Ελλάδα.

Το ύφος της διήγησης δεν είναι ενιαίο. Σε κάποια σημεία είναι αμιγώς κρητικό, σε άλλα φαίνεται η διάθεση των συγγραφέων να μιλήσουν στην κοινή νεοελληνική, για να απευθυνθούν σε ευρύτερο κοινό. (πχ γράφει ζα-που δεν λέγεται στην Κρήτη- αντί για οζά). Σε κάποια σημεία οι συγγραφείς μέσα σε παρένθεση παραθέτουν μετάφραση σε λέξεις που πιστεύουν ότι δε θα είναι κατανοητές στους αναγνώστες [ Γλάκα (τρέξε) ,Δεν γκατέω (δεν ξέρω), γη (ή) ].  Σε άλλες περιπτώσεις όχι, που ίσως θα χρειαζόταν («Μα κείνοι οι εγγλέζοι δε νοιώθανε».Εδώ το νοιώθω έχει την έννοια του γνωρίζω να κάνω κάτι καλά, πχ νοιώθεις να γράψεις;πράμα δε νοιώθεις!»

Το κείμενο μονοτονίστηκε και έγινε κάποιος ορθογραφικός εκσυγχρονισμός.

Νίκου και Αργυρώς Μαδαρίτη

Βάσανα και καημοί (Διηγήματα)

1965 Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, (Βουκουρέστι)

Τυπώθηκε το Δεκέμβρη του 1965 σε 2000 αντίτυπα/Τυπογ. Φύλλα 10 1/2/Σχήμα Βιβλίου 16/54 X 84

Ο ήλιος επιάστηκε

Ο μπάρμπα Νικόλας έφερε την παλάμη πάνω απ’ τα φρύδια, στο πλατύ ρυτιδωμένο του μέτωπο και κοίταξε τον ουρανό γύρω τριγύρω. Απ’ τα χοντρά ξασπρισμένα χείλη του έφυγε μια οργισμένη βρισιά: «Ούλ’ οι διαόλοι στο μιλέτι σας, ρημάδια». Ύστερα, μετέφερε το δρεπάνι απ’ τ’ αριστερό στο δεξί χέρι έσκυψε κι’ άρχισε πάλι να θερίζει τις μαραμένες κουκιές.

Σχεδόν μια ώρα απ’ το χωριό, κάτω στον κάμπο, είναι το χωράφι τούτο του μπάρμπα Νικόλα. Πρωί πρωί, όπως κάθε μέρα όταν έχει την υγειά του, πήγε και σήμερα στη δουλειά. Μαζί του είναι και η νύφη του, μια στρογγυλοπρόσωπη και δυνατή εικοσάχρονη κοπέλα. Τριάντα μέτρα πιο πέρα κι ο παπάς. Θερίζει κι αυτός. Καθώς είναι σκυμένος του αναδεύει το αεράκι την πυκνή σαν λιονταριού χαίτη μαύρη γενειάδα του. Πού και πού στένει ίσιο το κορμί του για να ξεκατσουνιάσει η μέση του και να ξαποστάσει. Η μέρα είναι απ’ τις πιο όμορφες της άνοιξης. Ο ουρανός, καταγάλανος, χαμογελάει καλωσυνάτα στη στολισμένη φύση. Τα ολοπράσινα δέντρα και τ’ ανθισμένα χαμόκλαδα, τα πολύχρωμα μαγιάτικα λουλούδια κι’ η μυρωμένη γη, τα μεστά στάχυα και το βαθυπράσινο χορτάρι, τα πουλιά με το γλυκό τους κελάιδημα και τα ζώα με τα χαρούμενα ξεφωνητά τους, όλα τραγουδούνε στον ίδιο σκοπό την ομορφιά και τη χαρά της ζωής και τη διαιώνισή της που παίρνει μια ξεχωριστή σημασία τούτη την ευλογημένη εποχή. Μόνο ένα πλάσμα, το ανώτερο πλάσμα της φύσης, ο άνθρωπος, δεν τραγουδούσε. Δεν τραγουδούσε αυτός που έπρεπε να χαίρεται, να τραγουδά, να γελά πιο πολύ. Τη ζωή του σήμερα τη σκιάζει μια μαύρη καταχνιά: Ο Πόλεμος. Μήπως ήθελε χειρότερο; Χαμοί, χωρισμοί, πόνοι, φόβοι, καταστροφές, γδύμια και πείνα. Α, αυτός ο εφιάλτης της πείνας! Μα να, από τούτο το πανηγύρι του χρόνου που λέγεται άνοιξη, έχει κι’ ο άνθρωπος το μερτικό του. Πολλά από τα κακά που βαραίνουν τη ζωή του γίνονται τώρα πιο μικρά. Με το φευγιό του χειμώνα δεν ξαναραχνιάζει μήπως λίγο και το στόμα του; Ευλογημένη εποχή, σκέφτεται ο μπάρμπα Νικόλας. Δυο κουκιά σήμερα, λίγο σταροκρίθαρο αύριο, δυο χόρτα την άλλη μας κρατούνε στη ζωή… Την πείνα σήμερα την πολεμάς όσο νάναι. Κι’ ύστερα και τον οχτρό δεν τον έχεις στο σπίτι σου. Βέβαια πώς λευτεριά δεν είναι σαν τ’ αδέρφια σου είναι σκλαβωμένα. Όμως και το ίδιο δεν είναι. Νοιώθεις του καταχτητή την άχνα του μα δεν αντικρίζεις τη φαρμακερή ματιά του. Δεν τον έχεις στο σπίτι σου, στην αυλή σου, να σε σκοτώνει, να σ’ ατιμάζει, ν’ αρπάζει το βιος σου, ό,τι βρει. Δεν τον συναντάς κάθε μέρα, κάθε ώρα στην πορπατησιά σου. Μα κείνοι κει στην άλλη Ελλάδα τον έχουνε ένα μήνα τώρα το γερμανό καταχτητή στην πλάτη τους. Και τάχουνε κι’ όλα τ’ άλλα τα κακά του πολέμου. Στο νησί μας ναι, δεν πάτησε ακόμα το πόδι του ο τρισκατάρατος τύραννος. Μα τούτα τα ρημάδια τ’ αεροπλάνα του ανασκάφτουνε μέρα νύχτα τον τόπο, και σκορπούνε το θάνατο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , , , , , | 159 Σχόλια »

Η υπ’ αριθ. 095 ημίονος (διήγημα του Κίμωνα Λώλου)

Posted by sarant στο 22 Οκτωβρίου, 2017

Μια και το άλλο σαββατοκύριακο έχουμε την 28η Οκτωβρίου, δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα που έχει θέμα τον πόλεμο της Αλβανίας, ένα διήγημα που το είχα ανεβάσει πριν από οχτώ χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο, σε εκείνη τη σύντομη περίοδο που πρόσθετα ταυτόχρονα ύλη και στον ιστότοπο και στο ιστολόγιο (τελικά, όπως το’χα προβλέψει, ετούτο έφαγε εκείνο).

Το διήγημα το έγραψε ο Κίμων Λώλος. Γεννήθηκε το 1916 στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε στην Έδεσσα, πρέπει να πολέμησε στην Αλβανία, τελείωσε Νομική και το 1950 έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε και πέθανε το 1998. Έγραψε και στα αγγλικά και στα ελληνικά. Τον είχα ανακαλύψει μέσα από περιοδικά της δεκαετίας του 1940 και έχω βάλει κάμποσα διηγήματά του στον παλιό μου ιστότοπο. Κοκκινίζοντας, ομολογώ πως δεν έχω κρατήσει σημείωση από πού πήρα το συγκεκριμένο διήγημα -υπάρχει πιθανότητα να το είχε σε βιβλίο ο συνεργάτης που το πληκτρολόγησε, ο Γιάννης Π. από τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν θυμάμαι τώρα και δεν έχει και μεγάλη σημασία, μόνο που δεν μπορώ να ξανακάνω αντιπαραβολή μήπως έχει ξεφύγει κανένα λαθάκι στην πληκτρολόγηση.

Στο τέλος τέλος του διηγήματος, υπάρχουν δυο λέξεις που μπορεί να σας δυσκολέψουν, μάλιστα στην ίδια φράση: το ζαρίφικο κεφάλι της με τα νοητικά αυτιά. Ζαρίφικος (τούρκικο δάνειο, αραβικής υποθέτω αρχής) είναι ο κομψός. Τα νοητικά αυτιά είναι αυτά που νογάνε, που καταλαβαίνουν. Να θυμίσω την παλιά λαϊκή λέξη «νοητάκι», που λέγεται για το έξυπνο εξημερωμένο ζώο (και ιδίως για το άλογο, και στα παραμύθια για το άλογο με υπερφυσικές δυνάμεις).

Για να τελειώσω, εντύπωση κάνει η φράση «για νιοστή φορά», που εγώ τουλάχιστον την έχω συνδέσει με νεότερες εποχές. Κρίμα που δεν ξέρουμε πότε γράφτηκε το διήγημα (βρείτε κάτι κι εσείς!) να δούμε αν είναι η παλαιότερη λογοτεχνική ανεύρεση του όρου. Προσθήκη: Το διήγημα δημοσιευτηκε πρώτα στα αγγλικά το 1963 και μετά στα ελληνικά -σε μετάφραση του συγγραφέα- το 1967 στη Νέα Εστία. Οπότε, δεν ξενιζει και τόσο πολύ η έκφραση «για νιοστή φορά».

 

Η ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 095 ΗΜΙΟΝΟΣ

Οι Ιταλοί σπάσαν τα σύνορα στις πέντε το πρωί. Οι Έλληνες κινητοποίησαν όποιον και οτιδήποτε μπορούσε να πολεμήσει, να βαδίσει, να κουβαλήσει, να εφοδιάσει. Κι οι Ιταλοί σπρώχτηκαν πίσω στην Αλβανία. Κι ο πόλεμος κατακάθισε. Κι ήταν τρεις βδομάδες πριν από τις βροχές.

Η «υπ’ αριθ. Ε.Σ. 095 ημίονος» στρατολογήθηκε καθώς βοσκούσε κοντά στο λιοτρίβι του Κορωπιού. Ο πεταλωτής του συντάγματος ετοίμασε τους σιδερένιους μαρκαδόρους. Ο υποψήφιος ημιονηγός κουβάριασε το καπίστρι της γύρω στο χέρι του. Ο δεκανέας σήκωσε και κουλούριασε το μπροστινό δεξί της πόδι. Μα όταν ο μαρκαδόρος — Ε.Σ.— απόθεσε το καυτερό του φίλημα στο αριστερό νύχι της κι ένα λιγνό κορδόνι καπνού ανέβηκε, εκείνη έδωσε γενναίο ταρακούνημα στους δυο που την κρατούσαν, τόσο, που ο δεκανέας αναγκάστηκε ν’ αμολήσει το ποδάρι της. Κι ο πεταλωτής πισωτραβήχτηκε.

Ο μουλαράς έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το καπίστρι. Μα κείνη κλωτσούσε του ψήλου, πηδούσε και σβουριζόταν σα μαινάδα. Κι ο μουλαράς ξαμόλησε το καπίστρι και φύσηξε να δροσίσει τη σκοινογδαρμένη παλάμη του καθώς την έβλεπε να ποδοβολεί πέρα, λεύτερη κι όμορφη στην αγριάδα της. Εκείνη σταμάτησε μόνο σαν έφτασε στο ασημοσταχτί δασάκι με τα λιόδενδρα.

Ο ταγματάρχης, που ήταν υπεύθυνος για την επίταξη για λογαριασμό του συντάγματος, νεύριασε:

– Να… το κεφάλι σου, είπε με κλειδωμένα δόντια.

– Παρακαλώ, κύριε ταγματάρχα, μη με βρίζετε, διαμαρτυρήθηκε ο μουλαράς γιατροπορεύοντας την απαλάμη του.

– Α άμε… σου. Άντε να την πιάσεις.

– Κύριε ταγματάρχα, είπα μη…

Χαστούκι του ’ρθε του μουλαρά και για μια στιγμή θάρρεψαν πως θ’ αντιπλήρωνε. Μα κράτησε την ψυχραιμία του και μοναχά έφτυσε καταγής, λοξά, με σημασία. Και τώρα το ’ξεραν πως δε θα πήγαινε να πιάσει το ζώο ακόμη κι αν ο ταγματάρχης τραβούσε πιστόλι. Αποτραβήχτηκε μ’ αξιοπρέπεια. Κι ο ταγματάρχης μετάνιωσε, κι είχε θυμό για το που έδειχνε μετάνοια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 110 Σχόλια »

Το «Βουγγάρι» (Γιώργος Ιωάννου)

Posted by sarant στο 9 Απριλίου, 2017

Διαλεξα για σήμερα ένα μεγαλούτσικο διήγημα του αγαπημενου μου Γιώργου Ιωάννου, από τη συλλογή του «Η μόνη κληρονομιά» (1974). Βουγγάρι είναι λέξη παιδιόπλαστη για το φεγγάρι.

Το διήγημα το είχα ανεβάσει παλιότερα στον παλιό μου ιστότοπο, αξίζει πιστεύω μια δεύτερη δημοσίευση.

Μια και εδώ λεξιλογούμε, σημειώνω δυο-τρεις λέξεις που ίσως είναι άγνωστες στους νότιολλαδίτες (τις δυο πρώτες θα τις ξέρουν οι περισσότεροι):

τσούσκες : οι κόκκινες καυτερές πιπερίτσες

τσιγέρι ή τζιέρι: το συκώτι.

μπαρδάκι: το σταμνάκι του νερού· αλλά και κύπελλο με χερούλι. Η λέξη (από τουρκ. bardak) δεν είναι υποκοριστικό, δεν υπάρχει «μπαρδί».

 

«Το Βουγγάρι»

Ώσπου να μάθουμε πως οι Γερμανοί είχαν κρεμάσει τον άντρα της, κατέφθασε η ίδια απ’ τη Φλώρινα με τη μικρή στην αγκαλιά και μες στα μαύρα. Γέμισε ξαφνικά το σπίτι θρήνους και σκληρές περιγραφές. Ήταν βλάχα κι έλεγε πολλά, χωρίς να παίρνει ανάσα, όπως μιλούν όλες οι ρουμανόβλαχες. Μας είπε γενικά κι ύστερα λεπτομέρειες πώς τον έπιασαν, πώς τον πέρασαν αμέσως στρατοδικείο και πώς τον κρέμασαν στο χώρο της μεγάλης στρατώνας την άλλη μέρα πρωί πρωί μαζί με άλλους δέκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα | Με ετικέτα: , | 97 Σχόλια »

Μωυσής Μπουρλάς: Στην Αλβανία

Posted by sarant στο 28 Οκτωβρίου, 2016

Μια και σήμερα έχουμε την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, σκέφτηκα να παρουσιάσω ένα άρθρο με αναμνήσεις από το αλβανικό μέτωπο.

Διάλεξα ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Μωυσή Μπουρλά, που έχει τίτλο «Έλληνας, Εβραίος και αριστερός» (2000). Ο συγγραφέας του, ο ο Μωυσής Μιχαήλ Μπουρλάς (1918-2011), που συγκέντρωνε τις ιδιότητες του τίτλου, γεννήθηκε στο Κάιρο, από ελληνοεβραίους γονείς, μπήκε από μικρός στο αριστερό κίνημα, δούλεψε τορναδόρος, πολέμησε στην Αλβανία, συμμετείχε στον ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο Βύρων, πέρασε μετά τη Βάρκιζα όλες τις περιπέτειες των αριστερών, με εξορίες στη Μακρόνησο, στην Ικαρία και στον Άη Στράτη. Το 1951, με συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και το νεαρό κράτος του Ισραήλ, δόθηκε η δυνατότητα στους αριστερούς εβραίους εξόριστους να απελευθερωθούν και να εγκατασταθούν στο Ισραήλ. Ο Μπουρλάς εκεί δούλεψε τορναδόρος, έγινε μέλος του ΚΚ, μοίραζε την ελληνική εφημερίδα του κόμματος στα ελληνικά χωριά των παραλίων του Ισραήλ, αλλά όσο η ΕΣΣΔ προσέγγιζε τις αραβικές χώρες το κλίμα γινόταν όλο και πιο βαρύ για τους κομμουνιστές, ώσπου τελικά με τη γυναίκα του, ρωσοεβραία, έφυγε το 1967 για τη Σοβιετική Ένωση όπου δούλεψε τορναδόρος σε μια πόλη στα Ουράλια. Μετά τη συνταξιοδότησή του κατεβαίνει στο Σουχούμι, στη σημερινή Γεωργία, όπου διδάσκει ελληνικά και πιάνει επαφή με Ρωσοπόντιους. Με την αποσύνθεση της ΕΣΣΔ και τις συγκρούσεις ανάμεσα σε Γεωργιανούς και Αμπχάζιους η ζωή έγινε δύσκολη για τους ουδέτερους, οπότε ο Μπουρλάς κατεβαίνει στην Ελλάδα το 1990 και με χίλια βάσανα ξαναπαίρνει ελληνική ιθαγένεια το 1999. Ως το τέλος έμεινε ακμαίος και δραστήριος, μάλιστα κατέβαινε και στις δημοτικές εκλογές με το  ψηφοδέλτιο του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη. Ένα χορταστικό αφιέρωμα στον Μωυσή Μπουρλά και στο βιβλίο του είχε ανεβάσει το 2012 η φίλη Βασιλική Μετατρούλου, με φωτογραφίες, ένα βίντεο και αρκετά λινκ. Σας το συστήνω οπωσδήποτε. (Μια φίλη με ενημέρωσε και για ένα άλλο ντοκιμαντέρ στην ΕΤ3).

Παλιότερα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο απόσπασμα από το βιβλίο του Μπουρλά, σχετικά με τη ζωή στην εξορία. Όπως θα δείτε, περιγράφει συνοπτικά όσα πέρασε στο αλβανικό μέτωπο, από τις 28 Οκτωβρίου ίσαμε την υποχώρηση του Απριλίου 1941, χωρίς κάποιον εξαιρετικό ηρωισμό, χωρίς κάποιο συνταραχτικό συμβάν, μια τυπική θα λέγαμε στρατιωτική εμπειρία από την Αλβανία. Ευχαριστώ τη φίλη μας τη Μαρία για την πληκτρολόγηση.

ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ

Μάθαμε για τον τορπιλισμό της Έλλης από τους Ιταλούς και αμέσως ήρθαν τα νέα για τον πόλεμο. Θυμάμαι , την παραμονή της αναχώρησής μας για το μέτωπο, φωτογραφηθήκαμε τρεις φίλοι. Την φωτογραφία την κρατώ ως τα τώρα. Άρχισαν οι ετοιμασίες για αναχώρηση στο μέτωπο. Μας παραχώρησαν βαγόνια για να φορτώσουμε το υλικό αλλά δεν είχαμε τα μέσα και τα κατάλληλα εργαλεία για τη φόρτωση. Σκαρώσαμε ένα πρωτόγονο «βίντσι», ανελκυστήρα, και με την πείρα μας – εγώ την είχα από το λιμάνι, ενώ οι αξιωματικοί δεν είχαν ιδέα από τέτοιες δουλειές – φορτώσαμε, πήραμε ξηρά τροφή δυο ημερών και αναχωρήσαμε με το ίδιο τρένο προς το μέτωπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις, Εβραϊσμός | Με ετικέτα: , , | 143 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – VΙI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 3 Μαΐου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το έκτο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η θεία Μαρίνα χωρίζει με τον Ανέστη για να παντρευτεί τον μεσήλικα εφοριακό Κωστάκη.

mimis_jpeg_χχsmall6

Έτσι η Μαρίνα χώρισε τον Ανέστη και σε τρεις μήνες έγινε σύζυγος του Κωστάκη.

Η Μαρίνα με τον Κωστάκη εγκαταστάθηκαν στο Νέο Ηράκλειο, στην άκρη της πόλης όπου νοίκιασαν ένα μεγάλο και ευρύχωρο σπίτι με αυλή. Για πρώτη φορά στη ζωή της ένοιωθε ασφαλής. Παράλληλα όμως κοντά στον Κωστάκη έπληττε θανασίμως. Ο νέος της σύζυγος ήταν μονόχνωτος, μίζερος, φιλάσθενος ή μάλλον κατά φαντασίαν ασθενής και υπερβολικά τσιγκούνης. Κατά τα άλλα ήταν ήσυχος, πράος και σοβαρός άνθρωπος. Αυτό το τελευταίο ήταν το κυριότερο γνώρισμά του. Δε γελούσε σχεδόν ποτέ και δε μπορούσε να ανεχτεί αστεία και πειράγματα. Στην πραγματικότητα ήταν απλώς σοβαροφανής. (Ο πατέρας μου όταν τον γνώρισε τον χαρακτήρισε: μηδενικόν υπό το προσωπείον της σοβαρότητος καλυπτόμενον).

Της Μαρίνας της έλειψε η ανοιχτή καρδιά του Ανέστη, οι φίλοι του, τα φτωχικά γλεντάκια μαζί τους, που τα ομόρφαινε το τραγούδι και το κέφι του. Ακόμα πιο πολύ της έλειπε η φλόγα και τα χάδια του Θρασύβουλου. Τώρα συνειδητοποιούσε  πολύ οδυνηρά πόσο τον είχε αγαπήσει. Τις νύχτες πολλές φορές έμενε άγρυπνη καθώς θυμόταν το Θρασύβουλο και το πρωί ξύπναγε λυσσασμένη από τη μνησικακία και  τη στέρηση που ένοιωθε. Ξαναθυμήθηκε τη μαγική της τέχνη και έριχνε κατά του επίορκου φριχτές κατάρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μεσοπόλεμος | Με ετικέτα: , | 167 Σχόλια »

Τι σας έφταιξε ο φασισμός; (συμπληρωμένο)

Posted by sarant στο 28 Οκτωβρίου, 2015

28η Οκτωβρίου σήμερα, και συνεχίζω δημοσιεύματα στο πνεύμα της επετείου, αφού και την Κυριακή αλλά και χτες είχαμε συναφή θεματολογία. Σήμερα αναδημοσιεύω ένα άρθρο που είχα ανεβάσει πριν από τρία χρόνια, για ένα πολύ χαρακτηριστικό επεισόδιο του πολέμου. Τον Δεκέμβριο του 1940, ενώ στα βουνά της Αλβανίας συνεχίζονταν οι μάχες, που είχαν πια πάρει νικηφόρα τροπή για τον ελληνικό στρατό, ο υποδιοικητής της Ασφάλειας Παξινός (αργότερα τον εκτέλεσαν οι Άγγλοι για άνθρωπο των Γερμανών) κάλεσε στην Ασφάλεια αρκετούς αρθρογράφους εφημερίδων και περιοδικών, τους περισσότερους αριστερούς, για να τους επιπλήξει επειδή στα άρθρα τους καλούσαν τον ελληνικό λαό να πολεμήσει το φασισμό -και όχι απλώς και γενικώς τους Ιταλούς.

Στην παλιότερη δημοσίευση είχα παρουσιάσει την εξιστόρηση των γεγονότων από τον Ασημάκη Πανσέληνο, όπως τα περιέγραψε στην απολαυστική αυτοβιογραφία του «Τότε που ζούσαμε». Σήμερα θα προτάξω την εξιστόρηση του ίδιου περιστατικού από τον Κώστα Βάρναλη, όπως τα θυμήθηκε σε χρονογράφημά του μέσα στον Εμφύλιο, στις 27 Οκτωβρίου 1947, στον Ρίζο της Δευτέρας, που ακόμα ήταν νόμιμος (ενώ ο καθημερινός Ριζοσπάστης είχε κλείσει μαζί με τις άλλες εαμικές εφημερίδες από τις αρχές Οκτωβρίου) αν και δεν θα αργούσε να κλείσει (στα τέλη του χρόνου, όταν τέθηκε εκτός νόμου το ΚΚΕ).

Παρουσιάζω επίσης στο τέλος την αναφορά που κάνει στο ίδιο περιστατικό ο Σεφέρης, που περιλαμβάνεται στο πολύ ενδιαφέρον κείμενό του «Χειρόγραφο Σεπ. 41» (τώρα στον τρίτο τόμο των Δοκιμών). Έτσι έχουμε το ίδιο γεγονός ιδωμένο από τρεις μεγάλους λογοτέχνες μας, σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές (λίγους μήνες μετά ο Σεφέρης, λίγα χρόνια μετά ο Βάρναλης, πολλά χρόνια μετά ο Πανσέληνος). Παραθέτω επίσης ορισμένες πολύ καίριες σκέψεις του Σεφέρη για την οξεία αντίθεση στην οποία βρέθηκε το τεταρταυγουστιανό καθεστώς, να μάχεται, φασιστικό κι εκείνο, ενάντια σε δυνάμεις φασιστικές.

Βάρναλης

Η βουβή επέτειος – Γιορτή και λαός

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις, Πρόσφατη ιστορία, Πόλεμος 1940-41, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Σχόλια »

Και πάλι για τον ανύπαρκτο ήρωα Κωνσταντίνο Κουκίδη

Posted by sarant στο 27 Οκτωβρίου, 2015

Κάθε χρόνο, όταν πλησιάζει η 28η Οκτωβρίου, ξαναζωντανεύει η συζήτηση γύρω από τον ανύπαρκτο ήρωα Κωνσταντίνο Κουκίδη, τον φαντάρο, φρουρό της ελληνικής σημαίας στην Ακρόπολη, που υποτίθεται ότι, όταν οι Γερμανοί κατακτητές, στις 27 Απριλίου 1941, τον διέταξαν να υποστείλει τη σημαία για να ανέβει η γερμανική στη θέση της, τυλίχτηκε με τη γαλανόλευκη κι έπεσε από τον Ιερό Βράχο βρίσκοντας ηρωικό θάνατο.

Αυτό είναι μύθος πέρα για πέρα. Ωστόσο, όσο περνάνε τα χρόνια οι κατασκευαστές μύθων όλο και προσθέτουν λεπτομέρειες στην αρχική αφήγηση, η οποία εχει πλέον αποκτήσει αυτοτέλεια. Πριν από τεσσεράμισι χρόνια είχα γράψει ένα άρθρο, αλλά δεν είναι άσκοπο να το παρουσιάσω ξανά, επικαιροποιημένο -αφού τα χαλκεία δεν κουράζονται να παράγουν ψέματα, πρέπει να παρουσιαστεί και ο αντίλογος, κι ας κουράσει όσους τα ξέρουν και τα έχουν διαβάσει.

Ελεύθερο Βήμα, 28.4.1941

Ελεύθερο Βήμα, 28.4.1941

Θα προσπαθήσω να ανακεφαλαιώσω την ιστορία όπως την έχω κατανοήσει. Στις 27 Απριλίου, τη μέρα της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα, οι προφυλακές του στρατού ύψωσαν τη γερμανική σημαία στην Ακρόπολη, στις 8.45 το πρωί, όπως έσπευσαν να γνωστοποιήσουν με τηλεγράφημα στον Χίτλερ ο ίλαρχος Γιακόμπι και ο υπολοχαγός Έλσνιτς. Λίγο αργότερα υψώθηκε σε άλλον ιστό η ελληνική σημαία, πλάι στη γερμανική. Από τις πηγές της εποχής δεν φαίνεται σαφώς αν προηγήθηκε υποστολή της ελληνικής σημαίας ή αν δεν είχε γίνει έπαρσή της εκείνο το ταραγμένο πρωινό, πάντως το βέβαιο είναι ότι λίγη ώρα αργότερα και οι δυο σημαίες κυμάτιζαν η μία πλάι στην άλλη. Γερμανικές σημαίες υψώθηκαν επίσης στο δημαρχείο. Η επίσημη παράδοση της Αθήνας (και του Πειραιά) στον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή έγινε στις 10.30 από τον δήμαρχο Αμβρόσιο Πλυτά, τον στρατηγό Καβράκο, τον νομάρχη Αττικής και τον δήμαρχο Πειραιώς, στο καφενείο Παρθενών, γωνία Κηφισίας και Αλεξάνδρας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Επαναλήψεις, Εφημεριδογραφικά, Λαθροχειρίες, Μύθοι, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 161 Σχόλια »

Ένας ποιητής σε μέρες πολέμου

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2015

Καθώς πλησιάζει η 28η Οκτωβρίου, σκέφτηκα σήμερα, που είναι Κυριακή, μέρα αφιερωμένη στη λογοτεχνία, να βάλω μερικές σελίδες από το ημερολόγιο ενός μεγάλου ποιητή που έζησε από πολύ κοντά τα γεγονότα του πολέμου.

Θα καταλάβατε ίσως, από το επίρρημα, ότι εννοώ τον Γιώργο Σεφέρη ο οποίος, σαν ανώτατος διπλωμάτης που ήταν, παρακολούθησε από κοντά το διπλωματικό παρασκήνιο της περιόδου -και ταυτόχρονα κρατούσε εκτενείς ημερολογιακές σημειώσεις, που έχουν εκδοθεί (Εννοώ τις πολύτομες Μέρες. Ο Σεφέρης κρατούσε και το Πολιτικό ημερολόγιο, σε δύο τόμους, με καταχωρήσεις αυστηρά υπηρεσιακού-πολιτικού χαρακτήρα, αλλά για τους πρώτους μήνες του πολέμου του 1940-41 δεν έχει καμιά καταχώρηση σε αυτό).

Στο Διαδίκτυο υπάρχει η εγγραφή που αφορά την πρώτη μέρα του πολέμου, εδώ μεταφέρω το κείμενο αυτό (έχω κάνει αντιπαραβολή με το πρωτότυπο) καθώς και μερικές ακόμα εγγραφές του Σεφερη από τον Γ’ τόμο του ημερολογίου του.

Φυσικά, ο Σεφέρης στις 28 Οκτωβρίου δεν είχε καιρό και μυαλό να γράψει ημερολόγιο, την εγγραφή την έκανε στις 30 Οκτώβρη. (Παρεμπιπτόντως, οι νεοκαθαρευουσιάνοι αλλά και αρκετοί καλοπροαίρετοι διακινούν έναν «κανόνα» που λέει ότι ή θα πούμε «28 Οκτωβρίου» ή «28 του Οκτώβρη» και ότι ο τύπος «28 Οκτώβρη» είναι ξύλινη κομματοπαγής δημοτική της αριστεράς. Κι όμως ο Σεφέρης, στις ημερολογιακές του καταχωρήσεις, σημειώνει «28 Οκτώβρη»!)

Τετάρτη βράδυ, 30 Οκτώβρη.

Τώρα, μια στιγμή έξω από τη ζάλη, προσπαθώ να σημειώσω όσα θυμάμαι από τη νύχτα του περασμένου Σαββάτου. Έχω την εντύπωση πως πρόκειται για αναμνήσεις χρόνων:

Νύχτα Σαββάτου προς Κυριακή (26-27). Κατά τη μία μού τηλεφώνησαν την είδηση του «Στέφανι»: Μια συμμορία ελληνική μπήκε στο αλβανικό έδαφος και χτυπήθηκε με τους Ιταλούς κατά τα μέρη της Βίγλιστας. Δύο μπόμπες στην κατοικία του Ιταλού διοικητή στους Αγίους Σαράντα. Οι δράστες, λένε οι Ιταλοί, είναι Έλληνες ή ‘Αγγλοι κατάσκοποι. Ο Νικολούδης είναι στην ιταλική πρεσβεία που έχει δεξίωση, ύστερα από την πρεμιέρα μιας όπερας του Πουτσίνι στο «Βασιλικό». Είπα να τον ειδοποιήσουν αμέσως. Οι διαψεύσεις βγήκαν τη νύχτα, καθαρές και ξάστερες. Ο Νικολούδης μου διηγήθηκε πως ο ίδιος ο σινιόρ Γκράτσι τον οδήγησε στο τηλέφωνο, και, όταν τέλειωσε, τον ρώτησε: «Mauvaises nouvelles?» Τ’ αποκρίθηκε: «Rien d’ extraordinaire», κι έφυγε μετά πέντε λεπτά για να πάει στον πρόεδρο.

Κυριακή πρωί, 27. Στο Υπουργείο Εξωτερικών. Συζητούμε ατέλειωτα και ζυγιάζουμε τις φράσεις της απάντησής μας σε μια νότα γερμανική εξαιρετικά θυμωμένη και πικρόχολη, που διαμαρτύρεται για τη δημοσίευση στις εφημερίδες του λόγου του Churchill προς τους Γάλλους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Ημερολόγια | Με ετικέτα: , , , | 93 Σχόλια »