Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘1940-41’ Category

Οπλίτης στο αλβανικό μέτωπο, του Δημ. Λουκάτου

Posted by sarant στο 28 Οκτώβριος, 2018

Σήμερα έχουμε Κυριακή 28 Οκτωβρίου, οπότε θα περίμενε κανείς να βάλουμε ένα λογοτεχνικό ανάγνωσμα σχετικό με τον πόλεμο του 1940. Προτίμησα όμως μια μαρτυρία, όχι δηλαδή μυθοπλασία -τη μαρτυρία του μεγάλου λαογράφου μας Δημητρίου Λουκάτου (1908-2003).

Ο Λουκάτος, που είχα την τύχη να τον γνωρίσω στη δεκαετία του 1990, όταν ασχολιόμουν ερασιτεχνικά με τη συγκέντρωση παροιμιακών εκφράσεων, το 1940 ήταν φιλόλογος, καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης αποσπασμένος στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας. Μόλις κηρύχτηκε ο πόλεμος, δεν επιστρατεύτηκε από την πρώτη μέρα, καθώς η κλάση του κλήθηκε περίπου ένα μήνα αργότερα. Πολέμησε στην Αλβανία και κρατούσε ημερολογιακές σημειώσεις, τις οποίες πολύ αργότερα, το 2001 μόλις, εξέδωσε σε βιβλίο.

Σημειώνει στην εισαγωγή του βιβλίου: Όταν, επιστρέφοντας σώος στην Αθήνα, από το Αλβανικό Μέτωπο (αρχές Μαΐου 1941), εσυμμάζεψα τις ημερολογιακές «σημειώσεις» μου, του επίστρατου και «πολεμιστή» (από τις «φρουρές» μου του υλικού, στο άλσος Κηφισιάς έως το Μέτωπο της Αλβανικής Γράμποβας – Κορυτσάς), κι εκαταπιάστηκα να τις νοικοκυρέψω, δεν εσκεφτόμουν, καν, δημοσίευσή τους, σε μια δύσκολη περίοδο, σκληρής Κατοχής. Ήθελα όμως να φυλάξω κάπως τον «ίσκιο» αυτόν της ζωντανής λεπτομέρειας, για να μου αφηγείται και να του αφηγούμαι, αναβιωτικά, τα όσα αφορούσαν τους «Συνστρατιώτες» μου, τους Αξιωματικούς μας, και την αγχώδη ψυχολογία των πολεμιστών, ακόμη και των Ιταλών μας, απέναντι…

Διάλεξα και δημοσιεύω σήμερα τις έξι πρώτες σελίδες από τις ημερολογιακές αυτές σημειώσεις, που δεν αφορούν τον πόλεμο καθαυτόν αλλά τη μέρα της κήρυξής του και την παρουσίαση του Λουκάτου στα Έμπεδα όταν κλήθηκε η κλάση του. Ωστόσο, στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού υπάρχουν εκτενή αποσπάσματα από τις σημειώσεις των τελευταίων ημερών του πολέμου.

Μονοτόνισα το κείμενο και έκανα περιορισμένο ορθογραφικο εκσυγχρονισμό, κυρίως στην υποτακτική. Κάτι γλωσσικό-πραγματολογικό: ο Λουκάτος ήταν κλάσης 28 και περίμενε να τον καλέσουν. Είχε ήδη κληθεί η κλάση του 29 οπότε βρισκόταν «στον πρώτο λύκο». Η έκφραση προέρχεται από τα παλιά πυροβόλα όπλα. Λύκος λεγόταν ο επικρουστήρας. Είχε μάλιστα δυο σκάλες, εξού και ‘πρώτος λύκος’, όταν είναι έτοιμο να πυροβολήσει. Από εκεί πέρασε η έκφραση «στον πρώτο λύκο» και στη χαρτοπαιξία αλλά και γενικότερα όταν κάτι επίκειται.

 

Ο πόλεμος με τους Ιταλούς εκηρύχτηκε στις 28 Οκτωβρίου το πρωΐ. Ήτανε Δευτέρα κι εγώ βρισκόμουν από το Σαββατόβραδο στη Ρέα Αττικής, φιλοξενούμενος στο εξοχικό του φίλου μου Πάνου Τζελέπη. Στις συζητήσεις μας απάνου, άλλο στοιχείο δεν είχαμε, παρά μια φράση του Ρούζβελτ, ειπωμένη σ’ έναν πρόσφατο λόγο του: «Σημείο ανησυχίας είναι τώρα η Ελλάδα στη Μεσόγειο». Κατέβαινα προς την Εκάλη για να πάρω αύτοκίνητο. Στο δρόμο -η ώρα 6.30- συναντούσα παρέες εργατών, που στις κουβέντες τους μέσα ξεχώριζαν φράσεις: «Θα τούς φάμε, μωρέ». «Θα δεις την Αθήνα και δεν θα τη γνωρίζεις». «Τί κλάση είσαι σύ;». Κάτι υποψιάστηκα. Μπήκα στο σπίτι του κ. Θειακάκη. Τον βρήκα εκνευρισμένο να φέρνει βόλτες το σπίτι του. —Λουκάτε, εχουμε πόλεμο! μου λέει. Έλα να σε φιλήσω, που θα πας στρατιώτης. Ετοιμάσου για τα σύνορα! Και με φίλησε με στοργή. Ένοιωσα την πρώτη συγκίνηση και ταραχή. Βάλαμε αμέσως το ραδιόφωνο κι η φωνή του είχε πια τον παλμό του πολέμου: «Αι παραδόσεις της φυλής μας… η μακραίωνη Ιστορία του ελληνικού έθνους…». Βγήκα στο περίπτερο και πήρα έφημερίδα. Στην τελευταία της σελίδα μόλις είχε προφθάσει να καταχωρηθεί η είδηση: «Περί την 3.30 της νυκτός σήμερον ο πρεσβευτής της Ιταλίας Γκράτσι κ.λπ…». Στ’ αυτοκίνητο μέσα ο κόσμος δεν φλυαρεί. Καθένας μένει με τις σκέψεις του. Καταλαβαίνουμε πως τρέχουμε ολοταχώς προς τα γεγονότα, όπως τ’ αυτοκίνητό μας προς την Αθήνα. Στο γραφείο μου (της Ακαδημίας) καταφθάνουν ο ένας ύστερ’ απ’ τον άλλον οι συνάδελφοι. Είναι τόσο μεγάλα και πασίγνωστα τα γεγονότα, που δεν τα σχολιάζουμε. Μιλάμε μόνο για τις λεπτομέρειες. «Τίνος συντάγματος είσαι; Τίνος κλάσεως», κ.λπ. Αρχίζουν οι συναγερμοί. Τα υπόγεια της Ακαδημίας είναι σκοτεινά και σπηλαιώδη. Μαζεύονται τα γυναικόπαιδα της γειτονιάς. Είναι σαν τάφος το «καταφύγιο» και έχεις διαρκώς την εντύπωση πως για σένα προορίζονται οι βόμβες. Τα ιταλικά αεροπλάνα έρχονται, μα δε χτυπάνε την Αθήνα. Ακούονται μακριά πολλοί γδούποι βομβών. Στο Τατόη, στην Κόρινθο. Και τ’ αντιαεροπορικά δουλεύουν.

Ο κόσμος δεν φυλάγεται. Γυρίζουν έξω. Δεν οργανώνονται σε φιλοπολεμικές παρελάσεις, αλλά χαζεύουν με ψυχραιμία. Τις εκδηλώσεις τις αρχίζουν οι «Νεολαίες» κι οι «Δωδεκανήσιοι». Γυρνάνε με σημαίες Ελληνικές, Αγγλικές ή Τουρκικές. Στο Σύνταγμα σπάνε δύο ιταλικά μαγαζιά. Στην οδό Πατησίων σπάνε την Ιταλική Σχολή. Ο κόσμος δεν τα επιδοκιμάζει. Δείχνει και απαιτεί αξιοπρεπή, ήρεμη αντιμετώπιση της κατάστασης. Στις γωνίες παντού κολλάνε προκηρύξεις – Διατάγματα Επιστρατεύσεως. Διαπιστώνω πως παίρνει και την κλάση μου, του 1928. Θα παρουσιαστώ εντός 24 ωρών στην Πάτρα. Ετοιμάζομαι. Είναι κάτι σαν μέθη. Αφίνεσαι στα γεγονότα δίχως σκέψη. Τα τραμ τώρα κυκλοφορούνε παραφορτωμένα. Απ’ όλα τα πλευρά τους κρέμονται νέοι, που φεύγουν για το σταθμό ή πηγαινόρχονται στα φρουραρχεία. Στις 5 το ραδιόφωνο ξαναλέει το διάταγμα της Επιστρατεύσεως, μα μιλεί για τις κλάσεις από 30 και νεοτέρους. Κατεβαίνω στο Φρουραρχείο. Κόσμος πήχτρα. Μαθητάδες μου, συστρατιώτες τώρα, βρίσκουν λίγο χώρο να μου κουνήσουν σε χαιρετισμό το κεφάλι. Ένας αξιωματικός αδύνατος φωνάζει από το μπαλκόνι: «Δεν υπόκεινται εις στράτευσιν: α) οι πατέρες τεσσάρων τέκνων εκ νομίμου γάμου, β) οι ηλικιωμένοι, κ.λπ.». Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν και φωνάζουν. Καθένας ρωτάει για τή δική του περίπτωση. Ο αξιωματικός στο τέλος βραχνιάζει και μπαίνει μέσα. Εγώ δεν έφωτίστηκα. Με παίρνει ή δεν με παίρνει; Οπωσδήποτε ετοιμάζομαι να φύγω. Αποχαιρετώ από το τηλέφωνο τους φίλους. Έχω την ψυχολογία του αξιολύπητου, μαζί κι αξιοθαύμαστου. Σ’ ένα τηλέφωνο περιμένουμε σειρά για να τηλεφωνήσουμε, μα μας καθυστερεί μια γυναίκα νευρική, που καταιωνίζει με βρισιές τον προηγούμενο. Κάνουμε χρήση της στρατιωτικής μας ιδιότητος και «κατάσχουμε» το τηλέφωνο. Η νευρική φεύγει βρίζοντας εμάς κι ο καταστηματάρχης την κυνηγάει να τον πληρώσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις | Με ετικέτα: , , | 189 Σχόλια »

Ο ήλιος επιάστηκε (διήγημα του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή)

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2018

Ο φίλος μας ο Antonislaw, που σχολιάζει συχνά στο ιστολόγιο, πληκτρολόγησε και μού έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα και που έχει κάπως επετειακό χαρακτήρα μια και αναφέρεται στη Μάχη της Κρήτης, που έγινε στα τέλη Μαϊου 1941.

Το έγραψαν ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή, που είναι από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της αντίστασης στην Κρήτη στη γερμανική Κατοχή. Στη συνέχεια πήραν μέρος στον εμφύλιο και έμειναν στην παρανομία καθοδηγώντας τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ και ζωντας κυρίως σε σπηλιές μέχρι το 1962, όταν με χίλιες αντιξοότητες κατόρθωσαν να διαφύγουν με την αποδεκατισμένη ομάδα τους μέσω Ιταλίας στην ΕΣΣΔ και στην Τασκένδη. (Δύο από τους 8 της ομάδας αρνήθηκαν να αφήσουν την Κρήτη. Ήταν οι θρυλικοί Μπλαζάκης και Τζομπανάκης, που τελικά κατέβηκαν από τα βουνά το 1975).

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, οπως την ειδαν από πρώτο χέρι στην Τασκένδη, δεν ήταν αυτό που προσδοκούσαν. Στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 τάχθηκαν με το ΚΚΕ Εσωτερικού οπότε πέρασαν από αρκετές δυσκολιες και τελικά επαναπατρίστηκαν το 1976. Συνέχισαν στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, στο ΚΚΕ εσωτ., στην ΑΚΟΑ και στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Νίκος Κοκοβλής πέθανε το 2012, στα 92 του χρόνια (εδώ μια βιογραφία του).

Για όλα αυτά μπορειτε να δείτε το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη, που βασίστηκε στο βιβλίο τους «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε», εκδόσεις Πολύτυπο, που σας το συνιστώ κι αυτο να το διαβάσετε, αν το βρείτε (αλλού φέρεται εξαντλημένο, αλλού ότι κυκλοφορεί). Οι ίδιοι έγραψαν και το «ΕΣΣΔ, προσδοκίες και πραγματικότητα προσφύγων», εκδόσεις Κουλτούρα.

Ο φίλος μας ο Antonislaw βρήκε σε διαδικτυακό παλαιοβλιοπωλείο ένα βιβλίο με διηγήματα του ζεύγους Κοκοβλή, που όμως το υπογράφουν με ψευδώνυμο, Νίκος και Αργυρώ Μαδαρίτη, με τίτλο «Βάσανα και Καημοί» που εκδόθηκε το 1965 από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις (τον εκδοτικό οίκο του ΚΚΕ στην προσφυγιά). Το βιβλίο αυτό δεν (πρεπει να) έχει επανεκδοθεί.

(Το 1979, ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή εξεδωσαν αλλη μια συλλογή διηγηματων με το ιδιο ψευδωνυμο, Στα βουνα της Κρητης και στην παρανομία (αληθινές ιστορίες)»).

Το βιβλίο Βάσανα και καημοί περιέχει 14 διηγήματα, ανάμεσά τους και το διήγημα «Ο ήλιος επιάστηκε» που αναφέρεται στη μάχη της Κρήτης (20 με 31 Μαΐου του 1941).
Σημειώνει ο Antonislaw: Το διήγημα έχει τις όποιες κοινοτοπίες των αντίστοιχων της εποχής, όμως είναι το μόνο, από όσα εγώ γνωρίζω που είναι γραμμένο από αριστερούς αγωνιστές πρώτης γραμμής. … Επίσης έχει σημεία και στιγμές εξαιρετικές, όπως το σημείο που ο παπα-Γιώργης πυροβολεί τους Γερμανούς προτάσσοντας κάθε φορά «στο όνομα του Θεού». Επισημαίνεται επίσης στο διήγημα ο αφοπλισμός των κρητικών από το Μεταξά, ένα αντιδιχτατορικό κίνημα του 1938, καθώς και η άρνηση των ντόπιων «αρχόντων» και των Εγγλέζων να δώσουν όπλα στον ντόπιο πληθυσμό, κυρίως γέροι και γυναικόπαιδα, και λίγοι φαντάροι που είχαν καταφέρει με ίδια μέσα να κατέβουν από την ήδη υπόδουλη ηπειρωτική Ελλάδα.

Το ύφος της διήγησης δεν είναι ενιαίο. Σε κάποια σημεία είναι αμιγώς κρητικό, σε άλλα φαίνεται η διάθεση των συγγραφέων να μιλήσουν στην κοινή νεοελληνική, για να απευθυνθούν σε ευρύτερο κοινό. (πχ γράφει ζα-που δεν λέγεται στην Κρήτη- αντί για οζά). Σε κάποια σημεία οι συγγραφείς μέσα σε παρένθεση παραθέτουν μετάφραση σε λέξεις που πιστεύουν ότι δε θα είναι κατανοητές στους αναγνώστες [ Γλάκα (τρέξε) ,Δεν γκατέω (δεν ξέρω), γη (ή) ].  Σε άλλες περιπτώσεις όχι, που ίσως θα χρειαζόταν («Μα κείνοι οι εγγλέζοι δε νοιώθανε».Εδώ το νοιώθω έχει την έννοια του γνωρίζω να κάνω κάτι καλά, πχ νοιώθεις να γράψεις;πράμα δε νοιώθεις!»

Το κείμενο μονοτονίστηκε και έγινε κάποιος ορθογραφικός εκσυγχρονισμός.

Νίκου και Αργυρώς Μαδαρίτη

Βάσανα και καημοί (Διηγήματα)

1965 Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, (Βουκουρέστι)

Τυπώθηκε το Δεκέμβρη του 1965 σε 2000 αντίτυπα/Τυπογ. Φύλλα 10 1/2/Σχήμα Βιβλίου 16/54 X 84

Ο ήλιος επιάστηκε

Ο μπάρμπα Νικόλας έφερε την παλάμη πάνω απ’ τα φρύδια, στο πλατύ ρυτιδωμένο του μέτωπο και κοίταξε τον ουρανό γύρω τριγύρω. Απ’ τα χοντρά ξασπρισμένα χείλη του έφυγε μια οργισμένη βρισιά: «Ούλ’ οι διαόλοι στο μιλέτι σας, ρημάδια». Ύστερα, μετέφερε το δρεπάνι απ’ τ’ αριστερό στο δεξί χέρι έσκυψε κι’ άρχισε πάλι να θερίζει τις μαραμένες κουκιές.

Σχεδόν μια ώρα απ’ το χωριό, κάτω στον κάμπο, είναι το χωράφι τούτο του μπάρμπα Νικόλα. Πρωί πρωί, όπως κάθε μέρα όταν έχει την υγειά του, πήγε και σήμερα στη δουλειά. Μαζί του είναι και η νύφη του, μια στρογγυλοπρόσωπη και δυνατή εικοσάχρονη κοπέλα. Τριάντα μέτρα πιο πέρα κι ο παπάς. Θερίζει κι αυτός. Καθώς είναι σκυμένος του αναδεύει το αεράκι την πυκνή σαν λιονταριού χαίτη μαύρη γενειάδα του. Πού και πού στένει ίσιο το κορμί του για να ξεκατσουνιάσει η μέση του και να ξαποστάσει. Η μέρα είναι απ’ τις πιο όμορφες της άνοιξης. Ο ουρανός, καταγάλανος, χαμογελάει καλωσυνάτα στη στολισμένη φύση. Τα ολοπράσινα δέντρα και τ’ ανθισμένα χαμόκλαδα, τα πολύχρωμα μαγιάτικα λουλούδια κι’ η μυρωμένη γη, τα μεστά στάχυα και το βαθυπράσινο χορτάρι, τα πουλιά με το γλυκό τους κελάιδημα και τα ζώα με τα χαρούμενα ξεφωνητά τους, όλα τραγουδούνε στον ίδιο σκοπό την ομορφιά και τη χαρά της ζωής και τη διαιώνισή της που παίρνει μια ξεχωριστή σημασία τούτη την ευλογημένη εποχή. Μόνο ένα πλάσμα, το ανώτερο πλάσμα της φύσης, ο άνθρωπος, δεν τραγουδούσε. Δεν τραγουδούσε αυτός που έπρεπε να χαίρεται, να τραγουδά, να γελά πιο πολύ. Τη ζωή του σήμερα τη σκιάζει μια μαύρη καταχνιά: Ο Πόλεμος. Μήπως ήθελε χειρότερο; Χαμοί, χωρισμοί, πόνοι, φόβοι, καταστροφές, γδύμια και πείνα. Α, αυτός ο εφιάλτης της πείνας! Μα να, από τούτο το πανηγύρι του χρόνου που λέγεται άνοιξη, έχει κι’ ο άνθρωπος το μερτικό του. Πολλά από τα κακά που βαραίνουν τη ζωή του γίνονται τώρα πιο μικρά. Με το φευγιό του χειμώνα δεν ξαναραχνιάζει μήπως λίγο και το στόμα του; Ευλογημένη εποχή, σκέφτεται ο μπάρμπα Νικόλας. Δυο κουκιά σήμερα, λίγο σταροκρίθαρο αύριο, δυο χόρτα την άλλη μας κρατούνε στη ζωή… Την πείνα σήμερα την πολεμάς όσο νάναι. Κι’ ύστερα και τον οχτρό δεν τον έχεις στο σπίτι σου. Βέβαια πώς λευτεριά δεν είναι σαν τ’ αδέρφια σου είναι σκλαβωμένα. Όμως και το ίδιο δεν είναι. Νοιώθεις του καταχτητή την άχνα του μα δεν αντικρίζεις τη φαρμακερή ματιά του. Δεν τον έχεις στο σπίτι σου, στην αυλή σου, να σε σκοτώνει, να σ’ ατιμάζει, ν’ αρπάζει το βιος σου, ό,τι βρει. Δεν τον συναντάς κάθε μέρα, κάθε ώρα στην πορπατησιά σου. Μα κείνοι κει στην άλλη Ελλάδα τον έχουνε ένα μήνα τώρα το γερμανό καταχτητή στην πλάτη τους. Και τάχουνε κι’ όλα τ’ άλλα τα κακά του πολέμου. Στο νησί μας ναι, δεν πάτησε ακόμα το πόδι του ο τρισκατάρατος τύραννος. Μα τούτα τα ρημάδια τ’ αεροπλάνα του ανασκάφτουνε μέρα νύχτα τον τόπο, και σκορπούνε το θάνατο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , , , , , | 158 Σχόλια »

Η υπ’ αριθ. 095 ημίονος (διήγημα του Κίμωνα Λώλου)

Posted by sarant στο 22 Οκτώβριος, 2017

Μια και το άλλο σαββατοκύριακο έχουμε την 28η Οκτωβρίου, δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα που έχει θέμα τον πόλεμο της Αλβανίας, ένα διήγημα που το είχα ανεβάσει πριν από οχτώ χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο, σε εκείνη τη σύντομη περίοδο που πρόσθετα ταυτόχρονα ύλη και στον ιστότοπο και στο ιστολόγιο (τελικά, όπως το’χα προβλέψει, ετούτο έφαγε εκείνο).

Το διήγημα το έγραψε ο Κίμων Λώλος. Γεννήθηκε το 1916 στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε στην Έδεσσα, πρέπει να πολέμησε στην Αλβανία, τελείωσε Νομική και το 1950 έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε και πέθανε το 1998. Έγραψε και στα αγγλικά και στα ελληνικά. Τον είχα ανακαλύψει μέσα από περιοδικά της δεκαετίας του 1940 και έχω βάλει κάμποσα διηγήματά του στον παλιό μου ιστότοπο. Κοκκινίζοντας, ομολογώ πως δεν έχω κρατήσει σημείωση από πού πήρα το συγκεκριμένο διήγημα -υπάρχει πιθανότητα να το είχε σε βιβλίο ο συνεργάτης που το πληκτρολόγησε, ο Γιάννης Π. από τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν θυμάμαι τώρα και δεν έχει και μεγάλη σημασία, μόνο που δεν μπορώ να ξανακάνω αντιπαραβολή μήπως έχει ξεφύγει κανένα λαθάκι στην πληκτρολόγηση.

Στο τέλος τέλος του διηγήματος, υπάρχουν δυο λέξεις που μπορεί να σας δυσκολέψουν, μάλιστα στην ίδια φράση: το ζαρίφικο κεφάλι της με τα νοητικά αυτιά. Ζαρίφικος (τούρκικο δάνειο, αραβικής υποθέτω αρχής) είναι ο κομψός. Τα νοητικά αυτιά είναι αυτά που νογάνε, που καταλαβαίνουν. Να θυμίσω την παλιά λαϊκή λέξη «νοητάκι», που λέγεται για το έξυπνο εξημερωμένο ζώο (και ιδίως για το άλογο, και στα παραμύθια για το άλογο με υπερφυσικές δυνάμεις).

Για να τελειώσω, εντύπωση κάνει η φράση «για νιοστή φορά», που εγώ τουλάχιστον την έχω συνδέσει με νεότερες εποχές. Κρίμα που δεν ξέρουμε πότε γράφτηκε το διήγημα (βρείτε κάτι κι εσείς!) να δούμε αν είναι η παλαιότερη λογοτεχνική ανεύρεση του όρου. Προσθήκη: Το διήγημα δημοσιευτηκε πρώτα στα αγγλικά το 1963 και μετά στα ελληνικά -σε μετάφραση του συγγραφέα- το 1967 στη Νέα Εστία. Οπότε, δεν ξενιζει και τόσο πολύ η έκφραση «για νιοστή φορά».

 

Η ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 095 ΗΜΙΟΝΟΣ

Οι Ιταλοί σπάσαν τα σύνορα στις πέντε το πρωί. Οι Έλληνες κινητοποίησαν όποιον και οτιδήποτε μπορούσε να πολεμήσει, να βαδίσει, να κουβαλήσει, να εφοδιάσει. Κι οι Ιταλοί σπρώχτηκαν πίσω στην Αλβανία. Κι ο πόλεμος κατακάθισε. Κι ήταν τρεις βδομάδες πριν από τις βροχές.

Η «υπ’ αριθ. Ε.Σ. 095 ημίονος» στρατολογήθηκε καθώς βοσκούσε κοντά στο λιοτρίβι του Κορωπιού. Ο πεταλωτής του συντάγματος ετοίμασε τους σιδερένιους μαρκαδόρους. Ο υποψήφιος ημιονηγός κουβάριασε το καπίστρι της γύρω στο χέρι του. Ο δεκανέας σήκωσε και κουλούριασε το μπροστινό δεξί της πόδι. Μα όταν ο μαρκαδόρος — Ε.Σ.— απόθεσε το καυτερό του φίλημα στο αριστερό νύχι της κι ένα λιγνό κορδόνι καπνού ανέβηκε, εκείνη έδωσε γενναίο ταρακούνημα στους δυο που την κρατούσαν, τόσο, που ο δεκανέας αναγκάστηκε ν’ αμολήσει το ποδάρι της. Κι ο πεταλωτής πισωτραβήχτηκε.

Ο μουλαράς έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το καπίστρι. Μα κείνη κλωτσούσε του ψήλου, πηδούσε και σβουριζόταν σα μαινάδα. Κι ο μουλαράς ξαμόλησε το καπίστρι και φύσηξε να δροσίσει τη σκοινογδαρμένη παλάμη του καθώς την έβλεπε να ποδοβολεί πέρα, λεύτερη κι όμορφη στην αγριάδα της. Εκείνη σταμάτησε μόνο σαν έφτασε στο ασημοσταχτί δασάκι με τα λιόδενδρα.

Ο ταγματάρχης, που ήταν υπεύθυνος για την επίταξη για λογαριασμό του συντάγματος, νεύριασε:

– Να… το κεφάλι σου, είπε με κλειδωμένα δόντια.

– Παρακαλώ, κύριε ταγματάρχα, μη με βρίζετε, διαμαρτυρήθηκε ο μουλαράς γιατροπορεύοντας την απαλάμη του.

– Α άμε… σου. Άντε να την πιάσεις.

– Κύριε ταγματάρχα, είπα μη…

Χαστούκι του ’ρθε του μουλαρά και για μια στιγμή θάρρεψαν πως θ’ αντιπλήρωνε. Μα κράτησε την ψυχραιμία του και μοναχά έφτυσε καταγής, λοξά, με σημασία. Και τώρα το ’ξεραν πως δε θα πήγαινε να πιάσει το ζώο ακόμη κι αν ο ταγματάρχης τραβούσε πιστόλι. Αποτραβήχτηκε μ’ αξιοπρέπεια. Κι ο ταγματάρχης μετάνιωσε, κι είχε θυμό για το που έδειχνε μετάνοια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 110 Σχόλια »

Το «Βουγγάρι» (Γιώργος Ιωάννου)

Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2017

Διαλεξα για σήμερα ένα μεγαλούτσικο διήγημα του αγαπημενου μου Γιώργου Ιωάννου, από τη συλλογή του «Η μόνη κληρονομιά» (1974). Βουγγάρι είναι λέξη παιδιόπλαστη για το φεγγάρι.

Το διήγημα το είχα ανεβάσει παλιότερα στον παλιό μου ιστότοπο, αξίζει πιστεύω μια δεύτερη δημοσίευση.

Μια και εδώ λεξιλογούμε, σημειώνω δυο-τρεις λέξεις που ίσως είναι άγνωστες στους νότιολλαδίτες (τις δυο πρώτες θα τις ξέρουν οι περισσότεροι):

τσούσκες : οι κόκκινες καυτερές πιπερίτσες

τσιγέρι ή τζιέρι: το συκώτι.

μπαρδάκι: το σταμνάκι του νερού· αλλά και κύπελλο με χερούλι. Η λέξη (από τουρκ. bardak) δεν είναι υποκοριστικό, δεν υπάρχει «μπαρδί».

 

«Το Βουγγάρι»

Ώσπου να μάθουμε πως οι Γερμανοί είχαν κρεμάσει τον άντρα της, κατέφθασε η ίδια απ’ τη Φλώρινα με τη μικρή στην αγκαλιά και μες στα μαύρα. Γέμισε ξαφνικά το σπίτι θρήνους και σκληρές περιγραφές. Ήταν βλάχα κι έλεγε πολλά, χωρίς να παίρνει ανάσα, όπως μιλούν όλες οι ρουμανόβλαχες. Μας είπε γενικά κι ύστερα λεπτομέρειες πώς τον έπιασαν, πώς τον πέρασαν αμέσως στρατοδικείο και πώς τον κρέμασαν στο χώρο της μεγάλης στρατώνας την άλλη μέρα πρωί πρωί μαζί με άλλους δέκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα | Με ετικέτα: , | 97 Σχόλια »

Μωυσής Μπουρλάς: Στην Αλβανία

Posted by sarant στο 28 Οκτώβριος, 2016

Μια και σήμερα έχουμε την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, σκέφτηκα να παρουσιάσω ένα άρθρο με αναμνήσεις από το αλβανικό μέτωπο.

Διάλεξα ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Μωυσή Μπουρλά, που έχει τίτλο «Έλληνας, Εβραίος και αριστερός» (2000). Ο συγγραφέας του, ο ο Μωυσής Μιχαήλ Μπουρλάς (1918-2011), που συγκέντρωνε τις ιδιότητες του τίτλου, γεννήθηκε στο Κάιρο, από ελληνοεβραίους γονείς, μπήκε από μικρός στο αριστερό κίνημα, δούλεψε τορναδόρος, πολέμησε στην Αλβανία, συμμετείχε στον ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο Βύρων, πέρασε μετά τη Βάρκιζα όλες τις περιπέτειες των αριστερών, με εξορίες στη Μακρόνησο, στην Ικαρία και στον Άη Στράτη. Το 1951, με συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και το νεαρό κράτος του Ισραήλ, δόθηκε η δυνατότητα στους αριστερούς εβραίους εξόριστους να απελευθερωθούν και να εγκατασταθούν στο Ισραήλ. Ο Μπουρλάς εκεί δούλεψε τορναδόρος, έγινε μέλος του ΚΚ, μοίραζε την ελληνική εφημερίδα του κόμματος στα ελληνικά χωριά των παραλίων του Ισραήλ, αλλά όσο η ΕΣΣΔ προσέγγιζε τις αραβικές χώρες το κλίμα γινόταν όλο και πιο βαρύ για τους κομμουνιστές, ώσπου τελικά με τη γυναίκα του, ρωσοεβραία, έφυγε το 1967 για τη Σοβιετική Ένωση όπου δούλεψε τορναδόρος σε μια πόλη στα Ουράλια. Μετά τη συνταξιοδότησή του κατεβαίνει στο Σουχούμι, στη σημερινή Γεωργία, όπου διδάσκει ελληνικά και πιάνει επαφή με Ρωσοπόντιους. Με την αποσύνθεση της ΕΣΣΔ και τις συγκρούσεις ανάμεσα σε Γεωργιανούς και Αμπχάζιους η ζωή έγινε δύσκολη για τους ουδέτερους, οπότε ο Μπουρλάς κατεβαίνει στην Ελλάδα το 1990 και με χίλια βάσανα ξαναπαίρνει ελληνική ιθαγένεια το 1999. Ως το τέλος έμεινε ακμαίος και δραστήριος, μάλιστα κατέβαινε και στις δημοτικές εκλογές με το  ψηφοδέλτιο του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη. Ένα χορταστικό αφιέρωμα στον Μωυσή Μπουρλά και στο βιβλίο του είχε ανεβάσει το 2012 η φίλη Βασιλική Μετατρούλου, με φωτογραφίες, ένα βίντεο και αρκετά λινκ. Σας το συστήνω οπωσδήποτε. (Μια φίλη με ενημέρωσε και για ένα άλλο ντοκιμαντέρ στην ΕΤ3).

Παλιότερα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο απόσπασμα από το βιβλίο του Μπουρλά, σχετικά με τη ζωή στην εξορία. Όπως θα δείτε, περιγράφει συνοπτικά όσα πέρασε στο αλβανικό μέτωπο, από τις 28 Οκτωβρίου ίσαμε την υποχώρηση του Απριλίου 1941, χωρίς κάποιον εξαιρετικό ηρωισμό, χωρίς κάποιο συνταραχτικό συμβάν, μια τυπική θα λέγαμε στρατιωτική εμπειρία από την Αλβανία. Ευχαριστώ τη φίλη μας τη Μαρία για την πληκτρολόγηση.

ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ

Μάθαμε για τον τορπιλισμό της Έλλης από τους Ιταλούς και αμέσως ήρθαν τα νέα για τον πόλεμο. Θυμάμαι , την παραμονή της αναχώρησής μας για το μέτωπο, φωτογραφηθήκαμε τρεις φίλοι. Την φωτογραφία την κρατώ ως τα τώρα. Άρχισαν οι ετοιμασίες για αναχώρηση στο μέτωπο. Μας παραχώρησαν βαγόνια για να φορτώσουμε το υλικό αλλά δεν είχαμε τα μέσα και τα κατάλληλα εργαλεία για τη φόρτωση. Σκαρώσαμε ένα πρωτόγονο «βίντσι», ανελκυστήρα, και με την πείρα μας – εγώ την είχα από το λιμάνι, ενώ οι αξιωματικοί δεν είχαν ιδέα από τέτοιες δουλειές – φορτώσαμε, πήραμε ξηρά τροφή δυο ημερών και αναχωρήσαμε με το ίδιο τρένο προς το μέτωπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις, Εβραϊσμός | Με ετικέτα: , , | 143 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – VΙI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 3 Μαΐου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το έκτο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η θεία Μαρίνα χωρίζει με τον Ανέστη για να παντρευτεί τον μεσήλικα εφοριακό Κωστάκη.

mimis_jpeg_χχsmall6

Έτσι η Μαρίνα χώρισε τον Ανέστη και σε τρεις μήνες έγινε σύζυγος του Κωστάκη.

Η Μαρίνα με τον Κωστάκη εγκαταστάθηκαν στο Νέο Ηράκλειο, στην άκρη της πόλης όπου νοίκιασαν ένα μεγάλο και ευρύχωρο σπίτι με αυλή. Για πρώτη φορά στη ζωή της ένοιωθε ασφαλής. Παράλληλα όμως κοντά στον Κωστάκη έπληττε θανασίμως. Ο νέος της σύζυγος ήταν μονόχνωτος, μίζερος, φιλάσθενος ή μάλλον κατά φαντασίαν ασθενής και υπερβολικά τσιγκούνης. Κατά τα άλλα ήταν ήσυχος, πράος και σοβαρός άνθρωπος. Αυτό το τελευταίο ήταν το κυριότερο γνώρισμά του. Δε γελούσε σχεδόν ποτέ και δε μπορούσε να ανεχτεί αστεία και πειράγματα. Στην πραγματικότητα ήταν απλώς σοβαροφανής. (Ο πατέρας μου όταν τον γνώρισε τον χαρακτήρισε: μηδενικόν υπό το προσωπείον της σοβαρότητος καλυπτόμενον).

Της Μαρίνας της έλειψε η ανοιχτή καρδιά του Ανέστη, οι φίλοι του, τα φτωχικά γλεντάκια μαζί τους, που τα ομόρφαινε το τραγούδι και το κέφι του. Ακόμα πιο πολύ της έλειπε η φλόγα και τα χάδια του Θρασύβουλου. Τώρα συνειδητοποιούσε  πολύ οδυνηρά πόσο τον είχε αγαπήσει. Τις νύχτες πολλές φορές έμενε άγρυπνη καθώς θυμόταν το Θρασύβουλο και το πρωί ξύπναγε λυσσασμένη από τη μνησικακία και  τη στέρηση που ένοιωθε. Ξαναθυμήθηκε τη μαγική της τέχνη και έριχνε κατά του επίορκου φριχτές κατάρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μεσοπόλεμος | Με ετικέτα: , | 167 Σχόλια »

Τι σας έφταιξε ο φασισμός; (συμπληρωμένο)

Posted by sarant στο 28 Οκτώβριος, 2015

28η Οκτωβρίου σήμερα, και συνεχίζω δημοσιεύματα στο πνεύμα της επετείου, αφού και την Κυριακή αλλά και χτες είχαμε συναφή θεματολογία. Σήμερα αναδημοσιεύω ένα άρθρο που είχα ανεβάσει πριν από τρία χρόνια, για ένα πολύ χαρακτηριστικό επεισόδιο του πολέμου. Τον Δεκέμβριο του 1940, ενώ στα βουνά της Αλβανίας συνεχίζονταν οι μάχες, που είχαν πια πάρει νικηφόρα τροπή για τον ελληνικό στρατό, ο υποδιοικητής της Ασφάλειας Παξινός (αργότερα τον εκτέλεσαν οι Άγγλοι για άνθρωπο των Γερμανών) κάλεσε στην Ασφάλεια αρκετούς αρθρογράφους εφημερίδων και περιοδικών, τους περισσότερους αριστερούς, για να τους επιπλήξει επειδή στα άρθρα τους καλούσαν τον ελληνικό λαό να πολεμήσει το φασισμό -και όχι απλώς και γενικώς τους Ιταλούς.

Στην παλιότερη δημοσίευση είχα παρουσιάσει την εξιστόρηση των γεγονότων από τον Ασημάκη Πανσέληνο, όπως τα περιέγραψε στην απολαυστική αυτοβιογραφία του «Τότε που ζούσαμε». Σήμερα θα προτάξω την εξιστόρηση του ίδιου περιστατικού από τον Κώστα Βάρναλη, όπως τα θυμήθηκε σε χρονογράφημά του μέσα στον Εμφύλιο, στις 27 Οκτωβρίου 1947, στον Ρίζο της Δευτέρας, που ακόμα ήταν νόμιμος (ενώ ο καθημερινός Ριζοσπάστης είχε κλείσει μαζί με τις άλλες εαμικές εφημερίδες από τις αρχές Οκτωβρίου) αν και δεν θα αργούσε να κλείσει (στα τέλη του χρόνου, όταν τέθηκε εκτός νόμου το ΚΚΕ).

Παρουσιάζω επίσης στο τέλος την αναφορά που κάνει στο ίδιο περιστατικό ο Σεφέρης, που περιλαμβάνεται στο πολύ ενδιαφέρον κείμενό του «Χειρόγραφο Σεπ. 41» (τώρα στον τρίτο τόμο των Δοκιμών). Έτσι έχουμε το ίδιο γεγονός ιδωμένο από τρεις μεγάλους λογοτέχνες μας, σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές (λίγους μήνες μετά ο Σεφέρης, λίγα χρόνια μετά ο Βάρναλης, πολλά χρόνια μετά ο Πανσέληνος). Παραθέτω επίσης ορισμένες πολύ καίριες σκέψεις του Σεφέρη για την οξεία αντίθεση στην οποία βρέθηκε το τεταρταυγουστιανό καθεστώς, να μάχεται, φασιστικό κι εκείνο, ενάντια σε δυνάμεις φασιστικές.

Βάρναλης

Η βουβή επέτειος – Γιορτή και λαός

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις, Πρόσφατη ιστορία, Πόλεμος 1940-41, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Σχόλια »

Και πάλι για τον ανύπαρκτο ήρωα Κωνσταντίνο Κουκίδη

Posted by sarant στο 27 Οκτώβριος, 2015

Κάθε χρόνο, όταν πλησιάζει η 28η Οκτωβρίου, ξαναζωντανεύει η συζήτηση γύρω από τον ανύπαρκτο ήρωα Κωνσταντίνο Κουκίδη, τον φαντάρο, φρουρό της ελληνικής σημαίας στην Ακρόπολη, που υποτίθεται ότι, όταν οι Γερμανοί κατακτητές, στις 27 Απριλίου 1941, τον διέταξαν να υποστείλει τη σημαία για να ανέβει η γερμανική στη θέση της, τυλίχτηκε με τη γαλανόλευκη κι έπεσε από τον Ιερό Βράχο βρίσκοντας ηρωικό θάνατο.

Αυτό είναι μύθος πέρα για πέρα. Ωστόσο, όσο περνάνε τα χρόνια οι κατασκευαστές μύθων όλο και προσθέτουν λεπτομέρειες στην αρχική αφήγηση, η οποία εχει πλέον αποκτήσει αυτοτέλεια. Πριν από τεσσεράμισι χρόνια είχα γράψει ένα άρθρο, αλλά δεν είναι άσκοπο να το παρουσιάσω ξανά, επικαιροποιημένο -αφού τα χαλκεία δεν κουράζονται να παράγουν ψέματα, πρέπει να παρουσιαστεί και ο αντίλογος, κι ας κουράσει όσους τα ξέρουν και τα έχουν διαβάσει.

Ελεύθερο Βήμα, 28.4.1941

Ελεύθερο Βήμα, 28.4.1941

Θα προσπαθήσω να ανακεφαλαιώσω την ιστορία όπως την έχω κατανοήσει. Στις 27 Απριλίου, τη μέρα της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα, οι προφυλακές του στρατού ύψωσαν τη γερμανική σημαία στην Ακρόπολη, στις 8.45 το πρωί, όπως έσπευσαν να γνωστοποιήσουν με τηλεγράφημα στον Χίτλερ ο ίλαρχος Γιακόμπι και ο υπολοχαγός Έλσνιτς. Λίγο αργότερα υψώθηκε σε άλλον ιστό η ελληνική σημαία, πλάι στη γερμανική. Από τις πηγές της εποχής δεν φαίνεται σαφώς αν προηγήθηκε υποστολή της ελληνικής σημαίας ή αν δεν είχε γίνει έπαρσή της εκείνο το ταραγμένο πρωινό, πάντως το βέβαιο είναι ότι λίγη ώρα αργότερα και οι δυο σημαίες κυμάτιζαν η μία πλάι στην άλλη. Γερμανικές σημαίες υψώθηκαν επίσης στο δημαρχείο. Η επίσημη παράδοση της Αθήνας (και του Πειραιά) στον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή έγινε στις 10.30 από τον δήμαρχο Αμβρόσιο Πλυτά, τον στρατηγό Καβράκο, τον νομάρχη Αττικής και τον δήμαρχο Πειραιώς, στο καφενείο Παρθενών, γωνία Κηφισίας και Αλεξάνδρας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Επαναλήψεις, Εφημεριδογραφικά, Λαθροχειρίες, Μύθοι, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 161 Σχόλια »

Ένας ποιητής σε μέρες πολέμου

Posted by sarant στο 25 Οκτώβριος, 2015

Καθώς πλησιάζει η 28η Οκτωβρίου, σκέφτηκα σήμερα, που είναι Κυριακή, μέρα αφιερωμένη στη λογοτεχνία, να βάλω μερικές σελίδες από το ημερολόγιο ενός μεγάλου ποιητή που έζησε από πολύ κοντά τα γεγονότα του πολέμου.

Θα καταλάβατε ίσως, από το επίρρημα, ότι εννοώ τον Γιώργο Σεφέρη ο οποίος, σαν ανώτατος διπλωμάτης που ήταν, παρακολούθησε από κοντά το διπλωματικό παρασκήνιο της περιόδου -και ταυτόχρονα κρατούσε εκτενείς ημερολογιακές σημειώσεις, που έχουν εκδοθεί (Εννοώ τις πολύτομες Μέρες. Ο Σεφέρης κρατούσε και το Πολιτικό ημερολόγιο, σε δύο τόμους, με καταχωρήσεις αυστηρά υπηρεσιακού-πολιτικού χαρακτήρα, αλλά για τους πρώτους μήνες του πολέμου του 1940-41 δεν έχει καμιά καταχώρηση σε αυτό).

Στο Διαδίκτυο υπάρχει η εγγραφή που αφορά την πρώτη μέρα του πολέμου, εδώ μεταφέρω το κείμενο αυτό (έχω κάνει αντιπαραβολή με το πρωτότυπο) καθώς και μερικές ακόμα εγγραφές του Σεφερη από τον Γ’ τόμο του ημερολογίου του.

Φυσικά, ο Σεφέρης στις 28 Οκτωβρίου δεν είχε καιρό και μυαλό να γράψει ημερολόγιο, την εγγραφή την έκανε στις 30 Οκτώβρη. (Παρεμπιπτόντως, οι νεοκαθαρευουσιάνοι αλλά και αρκετοί καλοπροαίρετοι διακινούν έναν «κανόνα» που λέει ότι ή θα πούμε «28 Οκτωβρίου» ή «28 του Οκτώβρη» και ότι ο τύπος «28 Οκτώβρη» είναι ξύλινη κομματοπαγής δημοτική της αριστεράς. Κι όμως ο Σεφέρης, στις ημερολογιακές του καταχωρήσεις, σημειώνει «28 Οκτώβρη»!)

Τετάρτη βράδυ, 30 Οκτώβρη.

Τώρα, μια στιγμή έξω από τη ζάλη, προσπαθώ να σημειώσω όσα θυμάμαι από τη νύχτα του περασμένου Σαββάτου. Έχω την εντύπωση πως πρόκειται για αναμνήσεις χρόνων:

Νύχτα Σαββάτου προς Κυριακή (26-27). Κατά τη μία μού τηλεφώνησαν την είδηση του «Στέφανι»: Μια συμμορία ελληνική μπήκε στο αλβανικό έδαφος και χτυπήθηκε με τους Ιταλούς κατά τα μέρη της Βίγλιστας. Δύο μπόμπες στην κατοικία του Ιταλού διοικητή στους Αγίους Σαράντα. Οι δράστες, λένε οι Ιταλοί, είναι Έλληνες ή ‘Αγγλοι κατάσκοποι. Ο Νικολούδης είναι στην ιταλική πρεσβεία που έχει δεξίωση, ύστερα από την πρεμιέρα μιας όπερας του Πουτσίνι στο «Βασιλικό». Είπα να τον ειδοποιήσουν αμέσως. Οι διαψεύσεις βγήκαν τη νύχτα, καθαρές και ξάστερες. Ο Νικολούδης μου διηγήθηκε πως ο ίδιος ο σινιόρ Γκράτσι τον οδήγησε στο τηλέφωνο, και, όταν τέλειωσε, τον ρώτησε: «Mauvaises nouvelles?» Τ’ αποκρίθηκε: «Rien d’ extraordinaire», κι έφυγε μετά πέντε λεπτά για να πάει στον πρόεδρο.

Κυριακή πρωί, 27. Στο Υπουργείο Εξωτερικών. Συζητούμε ατέλειωτα και ζυγιάζουμε τις φράσεις της απάντησής μας σε μια νότα γερμανική εξαιρετικά θυμωμένη και πικρόχολη, που διαμαρτύρεται για τη δημοσίευση στις εφημερίδες του λόγου του Churchill προς τους Γάλλους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Ημερολόγια | Με ετικέτα: , , , | 93 Σχόλια »

Το χιούμορ του τελεσιγράφου (Κ. Βάρναλης)

Posted by sarant στο 28 Οκτώβριος, 2014

Επέτειο έχουμε σήμερα, μαζί κι αργία, ταιριάζει να ανεβάσουμε κάτι επετειακό και λογοτεχνικό ή έστω λογοτεχνίζον. Με τον κίνδυνο να κατηγορηθώ για έλλειψη πρωτοτυπίας, διάλεξα και φέτος να παρουσιάσω ακριβώς ό,τι και πέρυσι, δηλαδή ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, γραμμένο τις πρώτες μέρες του ελληνοϊταλικού πολέμου. Όχι βέβαια το ίδιο χρονογράφημα με αυτό που παρουσίασα πέρυσι, ένα άλλο, αλλά και πάλι γραμμένο τις ίδιες μέρες και δημοσιευμένο στην εφημ. Πρωία, στη στήλη «Τέχνη και ζωή» που κρατούσε ο Κ. Βάρναλης.

Θυμίζω ότι ο Βάρναλης, όταν απολύθηκε από τη μέση εκπαίδευση εξαιτίας της εμπλοκής του στα Μαρασλειακά, στράφηκε για βιοπορισμό στη δημοσιογραφία -και από αυτό το επάγγελμα πήρε τελικά σύνταξη, το 1958 από την Αυγή.  Στην εφημερίδα Πρωία πήγε το 1937 (πρωτύτερα δούλευε στο λεξικό της). Εξαιτίας της δικτατορίας του Μεταξά, τα άρθρα του Βάρναλη στην Πρωία, αν και ξεχώριζαν για το ύφος τους, δημοσιεύονταν αρχικά ανυπόγραφα και στη συνέχεια με Α-Ω. Ο Βάρναλης έγραφε φιλολογικά κυρίως άρθρα, αλλά όταν το 1939 πέθανε ο Γ. Σερούιος, που έγραφε το χρονογράφημα, ο Βάρναλης ανέλαβε να γράφει εκείνος το καθημερινό χρονογράφημα, που είχε τον γενικό τίτλο “Τέχνη και ζωή” -και το υπέγραφε ΤκΖ. Κατά μια περίεργη σύμπτωση, που δεν ξέρω αν έχει δοθεί η εξήγησή της, αρχίζοντας από το χρονογράφημα της 27ης Οκτωβρίου 1940, μια μέρα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος δηλαδή, ο ποιητής άρχισε να υπογράφει τα χρονογραφήματά του με το πραγματικό του όνομα! (Να προεξοφλούσε άραγε το ξέσπασμα του πολέμου και άρα τη χαλάρωση της λογοκρισίας; )

Πολλά από τα χρονογραφήματα του Βάρναλη στην Πρωία την περίοδο 1939-40 είναι αξιόλογα φιλολογικά, κριτικά και αισθητικά δοκίμια, και αρκετά από αυτά τα έχει συμπεριλάβει ο Βάρναλης στα «Αισθητικά-Κριτικά» του δείχνοντας ότι δεν τα θεωρούσε εφήμερα (όπως σχεδόν εξορισμού θεωρείται το χρονογράφημα). Φυσικά, από τις 28 Οκτωβρίου και μετά, τα χρονογραφήματα επιστρατεύονται κι αυτά στην πολεμική προσπάθεια, αν και σε αρκετά υπάρχει και πάλι η φιλολογική παράμετρος.

Το χρονογράφημα που θα δούμε σήμερα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 9 Νοεμβρίου 1940. Ο Βάρναλης, χρησιμοποιώντας τη σάτιρα, περιγράφει τι θα συνέβαινε κατά τη γνώμη του αν η Ελλάδα συμφωνούσε με τους όρους του ιταλικού τελεσίγραφου. Αν και τα σενάρια εναλλακτικής ιστορίας δεν είναι δυνατό να δοκιμαστούν στην πράξη, νομίζω ότι οι προβλέψεις του Βάρναλη είναι απόλυτα βάσιμες.

Μονοτονίζω και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία (που δεν είχε μεγάλες διαφορές από τη σημερινή). Εκδοτική Τράπεζα είναι ο πρόγονος της Τράπεζας Ελλάδος, αν δεν κάνω λάθος.

Το χιούμορ του τελεσιγράφου

Η βαθύτερη έννοια του Ιταλι­κού τελεσιγράφου ήτανε χιουμορι­στική. Ο κ. Τσιάνο σαν διπλωμάτης άλλα έγραφε κι άλλα εννοούσε. Αν θελήσουμε να μετα­γράψουμε σε γλώσσα ρεαλιστική το κείμενο του μνημειακού αυτού εγγράφου, θα το ιδούμε να λέει πε­ρίπου τα εξής:

«Κυρία Ελλάδα,

Επειδή κάθεσαι στ’ αυγά σου και δεν κουνιέσαι, αυτό αποδεί­χνει πως επιβουλεύεσαι την ασφάλεια της γενναίας Ιταλίας, που αυτήν τη στιγμή μάχεται για ό­λους τους μικρούς λαούς πώς να τους βουτήξει. Αν δεχόσουνα να υποταχθείς στην Ιταλία θ’ απόδειχνες πως σέβεσαι την αρχή της ουδετερότητος. Αλλά τα μεγάλα κράτη έχουνε το χρέος να προλα­βαίνουνε τα αμαρτήματα των μι­κρών. Και οι μικροί —είναι τιμή τους να τούς αλυσοδένουν και να τους ληστεύουν οι μεγάλοι. Για καλό λοιπόν δικό σου ξύπνα η ώρα τρεις μετά τα μεσάνυχτα για να μάθεις εγκαίρως, πως μετά τρεις ώρες «θα κάμψω την Αντίστασή σου διά των όπλων». Θα καταλάβω μερικά στρατηγικά σημεία σου, όσα και όποια θέλω, για εγγύηση της ουδετερότητός σου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Βάρναλης, Επετειακά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 115 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η κήρυξη του πολέμου

Posted by sarant στο 7 Οκτώβριος, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή έκτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Με τη σημερινή συνέχεια μπαίνουμε στο 7ο κεφάλαιο του βιβλίου «Πόλεμος και κατοχή». Το σημερινό κεφάλαιο ίσως θα ήταν ωραίο αν συνέπιπτε με την 28η Οκτωβρίου, που κατά σύμπτωση φέτος πέφτει Τρίτη, αλλά πέσαμε τρεις βδομάδες έξω.

mimis_jpeg_χχsmallΛίγους μήνες μετά τη μετάθεση του ποιητή στη Μυτιλήνη, άρχισε ο πόλεμος με την Ιταλία, που όλοι τον περίμεναν έπειτα από τον τορπιλισμό της Έλλης το Δεκαπενταύγουοτο. Του Αγίου Δημητρίου, στη γιορτή του διευθυντή της τράπεζας, ο ποιητής μαζί με τον Χαράλαμπο πήγαν να τον χαιρετήσουν. Στο σαλόνι βρήκαν συ­γκεντρωμένους πολλούς παράγοντες της μυτιληναϊκής κοινωνίας, το Δεσπότη, το Νομάρχη, τον υποδιοικητή της Αστυνομίας, διευθυντές των άλλων τραπεζών. Όλοι συμφωνούσαν πως ο πόλεμος ήταν ζήτη­μα ημερών και προμάντευαν τη σύντομη διάρκειά του: «Θα πέσουν μερικές ντουφεκιές για την τιμή των όπλων κι όλα θα τελειώσουν σε λίγες μέρες».

Κάποιοι προχωρούσαν πιο μακριά:

«Είναι καιρός να ενταχθώμεν εις την Ευρώπην, ηνωμένην υπό μίαν σιδηράν εξουσίαν».

Ο Νίκος με δυσκολία κρατιόταν να τους τα πει χύμα. Επικαλέστη­κε πως γιόρταζε κι ο γιος του κι έφυγε με τον Χαράλαμπο νωρίς. Οι δυο φίλοι γύρισαν στο σπίτι του ποιητή φαρμακωμένοι.

«Να δεις που θα μας πουλήσουν στους φασίστες, είναι βλέπεις σαρξ εκ της σαρκός τους», είπε ο Σαραντάκος, χάνοντας για πρώτη φορά την αισιοδοξία του.

Ο Κανόνης είχε αντιρρήσεις.

«Ξέρεις, μπορεί ο Μεταξάς να είναι φασίστας, αλλά αντίθετα με την Ιταλία, την εξουσία του τη χρωστά στο βασιλιά, δηλαδή στους Άγγλους».

Εκείνο το συννεφιασμένο οχτωβριανό πρωινό, ο Σαραντάκος έμαθε για την εισβολή των Ιταλών πρωί πρωί, ανοίγοντας το ραδιόφωνό του, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε μέρα πριν φύγει για τη δου­λειά του, καθώς έπινε το κώνειον, όπως έλεγε το μείγμα του καφέ με το γάλα που ετοίμαζε η Ελένη. Το ραδιόφωνο έπαιζε συνέχεια δημο­τικά τραγούδια και εμβατήρια, που τα διέκοπτε για να πει το πρώτο ανακοινωθέν του πολέμου. Η Ελένη ακούγοντας τα νέα έβαλε τα κλάματα. Ο Νίκος την παρηγόρησε και έφυγε βιαστικός.

Στην Τράπεζα βρήκε όλους τους συναδέλφους μαζεμένους πα­ρέες παρέες να συζητούν ζωηρά. Κανείς φυσικά δε δούλευε. Απροσ­δόκητα δεν υπήρχε ίχνος φόβου ή ηττοπάθειας στις κουβέντες τους αλλά κάτι που έμοιαζε με ενθουσιασμό. Ο ταμίας κι ένας δυο άλλοι γερμανόφιλοι, που κάτι πήγαν να πουν για το αήττητο του Άξονος και το άσκοπο της αντίστασης, απομονώθηκαν με πρόγκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 94 Σχόλια »

Περνώντας το Πλατύ Ποτάμι

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2014

platypb56345Όταν παρουσίασα στο ιστολόγιο την ψηφοφορία που διοργάνωσε στις αρχές του καλοκαιριού ο καθηγητής Αντ. Πετρίδης για το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα (τα αποτελέσματα τα βρίσκετε εδώ), έγραψα ότι «παρόμοιες ψηφοφορίες είναι από τερπνές έως  χρήσιμες, δεν βλάφτουν και ίσως να ωφελούν -αν όχι τίποτε άλλο, μας δίνουν την αφορμή να συλλογιστούμε ποια βιβλία δεν έχουμε διαβάσει και ίσως να πάρουμε την απόφαση να διαβάσουμε κάποιο από τα βιβλία του καταλόγου».

Προς το τέλος του καλοκαιριού, έβαλα σε εφαρμογή εγώ ο ίδιος την παραίνεσή μου, πιάνοντας να διαβάσω το βιβλίο που ήρθε 92ο στην ψηφοφορία, το Πλατύ ποτάμι του Γιάννη Μπεράτη. Χρόνια τώρα το έβλεπα στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου να με κοιτάει με μισό μάτι και απέστρεφα ένοχο το βλέμμα. Βλέπετε, το είχα ξαναπιάσει πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια, τότε που διάβαζα και ταυτόχρονα έκανα αποδελτίωση ιδιωματικών εκφράσεων, αλλά επειδή δεν είχε πολλές το είχα παρατήσει σχετικά στην αρχή -είναι κιόλας, πρέπει να το πούμε, βιβλίο που ξεκινάει αργά, δεν σε αιχμαλωτίζει με το πρώτο, θέλει να πάρεις το κολάι του -αλλά τότε σ’ αποζημιώνει, όπως κι εμένα μ’ αποζημίωσε αυτή η δεύτερη -και πετυχημένη- προσπάθεια να περάσω το Πλατύ ποτάμι.

Στο Πλατύ ποτάμι ο Μπεράτης αφηγείται τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41 όπως τον έζησε. Γεννημένος το 1904, ο Μπεράτης πήγε εθελοντής στο αλβανικό μέτωπο, όπου ως ιταλομαθής ανέλαβε τελικά χρέη εκφωνητή, δηλαδή έγραφε προπαγανδιστικά κείμενα που τα εκφωνούσε από την πρώτη γραμμή για να υπονομεύσει το ηθικό των Ιταλών στρατιωτών. Έγραψα «τελικά», επειδή για αρκετό διάστημα δεν ήταν καθαρό πώς θα τον αξιοποιούσε το στράτευμα, αυτόν και μερικούς ακόμα ιταλομαθείς εθελοντές, ούτε και το καθεστώς τους ήταν σαφές αφού στο φύλλο πορείας τους έγραφε απλώς ότι «δύναται να μεταφέρει αποσκευάς αξιωματικού» αλλά δεν ανέφερε τον βαθμό τους -τελικά υπηρέτησε ως ανθυπασπιστής.

Δεν έχει σώμα με σώμα μάχες η αφήγηση του Μπεράτη, ούτε σκηνές ωμού ρεαλισμού. Βέβαια, ο πόλεμος κάνει πάντοτε αισθητή την παρουσία του, ακόμα από τις πρώτες σελίδες, με έναν βομβαρδισμό της Θεσσαλονίκης (διαβάστε εδώ το πολύ χαρακτηριστικό αυτό απόσπασμα, από τον παλιό μου ιστότοπο), αλλά περισσότερο παρακολουθούμε τις απεγνωσμένες προσπάθειες του αφηγητή αρχικά να βρει αντικείμενο δουλειάς και στη συνέχεια, όταν του έχει ανατεθεί η αποστολή του, να φτάσει στην πρώτη γραμμή κουβαλώντας με τα μουλάρια ένα σωρό ανοικονόμητα κιβώτια με τον απαραίτητο μεγαφωνικό εξοπλισμό. Και μόλις φτάσει και μπορέσει επιτέλους να κάνει την πρώτη του πετυχημένη εκπομπή, έρχεται η γερμανική επίθεση και η υποχώρηση, η σύμπτυξη του μετώπου, τέλος η υπογραφή της συνθηκολόγησης και η επιστροφή κακήν κακώς, καθώς κάθε έννοια πειθαρχίας έχει εξαφανιστεί και οι περισσότεροι σπεύδουν να βρουν ένα οποιοδήποτε μέσο για να γυρίσουν μια ώρα αρχύτερα στα σπίτια τους και μόνο η αίσθηση της αξιοπρέπειας σε κρατάει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Λεξικογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 73 Σχόλια »

Το μεγάλο «Όχι» – Κ. Βάρναλης

Posted by sarant στο 28 Οκτώβριος, 2013

Μια και σήμερα είναι 28 Οκτωβρίου, σκέφτηκα να βάλω ένα επετειακό άρθρο, γραμμένο όμως όχι τώρα αλλά τότε, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν. Βέβαια, κατά σύμπτωση, ο συγγραφέας του άρθρου είναι ο Κώστας Βάρναλης, στον οποίο αναφερθήκαμε και στο χτεσινό μας φιλολογικό άρθρο -αλλά χτες είχαμε τον Βάρναλη τον ποιητή, ενώ σήμερα τον δημοσιογράφο. Πράγματι, μετά την απόλυσή του το 1926 από τη μέση εκπαίδευση (στα Μαρασλειακά), ο Βάρναλης άρχισε για βιοπορισμό να γράφει σε εφημερίδες και να συνεργάζεται με λεξικά. Στην εφημερίδα Πρωία πήγε το 1937 (πρωτύτερα δούλευε στο λεξικό της). Λόγω της δικτατορίας του Μεταξά, τα άρθρα του Βάρναλη στην Πρωία, αν και ξεχώριζαν για το ύφος τους, δημοσιεύονταν αρχικά ανυπόγραφα και στη συνέχεια με Α-Ω. Όταν το 1939 πέθανε ο Γ. Σερούιος, που έγραφε το χρονογράφημα, ο Βάρναλης ανέλαβε να γράφει εκείνος το καθημερινό χρονογράφημα, που είχε τον γενικό τίτλο «Τέχνη και ζωή» -και το υπέγραφε ΤκΖ. Κατά περίεργη σύμπτωση, από το χρονογράφημα της 27ης Οκτωβρίου 1940, μια μέρα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, άρχισε να υπογράφει με το πραγματικό του όνομα!

Το χρονογράφημα του Βάρναλη που θα δούμε σήμερα με μια πρώτη ματιά δεν διαφέρει πολύ από τα εκατοντάδες άλλα που γράφτηκαν σε κάθε λογής έντυπα εκείνες τις μέρες για να εμψυχώσουν τον λαό στην πολεμική προσπάθεια. Ωστόσο, υπάρχουν διαφορές και όχι μόνο στις λογοτεχνικές αναφορές σε Καβάφη (σήμερα κυκλοφορεί στα τρόλεϊ, αλλά τότε δεν ήταν καθόλου συχνό φαινόμενο να παρατίθενται στίχοι του σε άρθρα) και Σολωμό (και μάλιστα σε ένα όχι πολύ γνωστό έργο του που σχετικά πρόσφατα είχε δει το φως της δημοσιότητας). Θα προσέξατε επίσης ότι ο Βάρναλης αποφεύγει να παινέψει τον δικτάτορα Μεταξά, αναγνωρίζοντας μόνο ότι είπε το Όχι «εν ονόματι του λαού», και μάλιστα μην κατονομάζοντάς τον: ο κ. Πρόεδρος. Ένα ενδιαφέρον στο χρονογράφημα του, επίσης, είναι ότι εξετάζει τι θα γινόταν αν η Ελλάδα επέλεγε να αποφύγει τον πόλεμο. Βέβαια, το εξετάζει παραθέτοντας έναν μύθο, αλλά οι αναγνώστες του, που θυμούνταν οι περισσότεροι τι είχε συμβεί στον Πρώτο Πόλεμο (όταν η ουδέτερη Ελλάδα είχε χάσει τον έλεγχο σχεδόν της μισής επικράτειάς της και στο τέλος ακόμα και οι ευνοούμενοι από αυτή την ουδετερότητα, οι Κεντρικές δυνάμεις, εισέβαλαν στα εδάφη της) ήξεραν τι εννοούσε. Βέβαια, τα σενάρια εναλλακτικής ιστορίας δεν μπορούν να δοκιμαστούν ποτέ, αλλά και η δική μου πεποίθηση είναι ότι, και να συμφωνούσε με το ιταλικό τελεσίγραφο η Ελλάδα δεν θα απέφευγε την υποδούλωση και τον διαμελισμό -μάλιστα, τον διαμελισμό δεν θα τον απέφευγε ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που θα κατέβαινε στον πόλεμο με τη μεριά του Άξονα.

Στο χρονογράφημα ο Βάρναλης σχολιάζει ειρωνικά τις καυχησιολογίες κάποιου κ. Γκάυντα, που σήμερα είναι ξεχασμένος. Το 1940 όμως ο Virginio Gayda ήταν πασίγνωστος αρθρογράφος, που εξέφραζε πιστά τις θέσεις του Μουσολίνι και του φασιστικού κόμματος, ένα είδος Ιταλού Γκέμπελς. Το συγκεκριμένο άρθρο που παραθέτει ο Βάρναλης (στο οποίο ο Γκάυντα μνημονεύει τις Θερμοπύλες) είχε γραφτεί δυο βδομάδες περίπου μετά τον τορπιλισμό της Έλλης τον Δεκαπενταύγουστο του 1940.

Αλλά πολλά έγραψα εγώ, ας δούμε το άρθρο του Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πρωία στις 22 Δεκεμβρίου 1940. Έχω μεταφέρει την ορθογραφία στα σημερινά.

Το μεγάλο «όχι»!

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι
να πούνε…
Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
«όχι» θα ξαναέλεγε.

Είναι στίχοι από ένα παλιό ποίημα του πιο ιδιότυπου και πιο διανοητικού ποιητή μας, του αλεξανδρινού Κ. Καβάφη. Πολύ καλά συνέλαβε και πολύ τεχνικά διατύπωσε με την επιγραμματική συντομία του ύφους του το εσωτερικό δράμα, που συμβαίνει σε μερικούς ανθρώπους, όταν πρόκειται να πάρουν τη μεγάλη υπεύθυνη απόφαση ζωής ή θανάτου. Αλλ’ αυτό το τραγικό δίλημμα δεν «έρχεται» μονάχα σε «μερικούς» ανθρώπους. Έρχεται σχεδόν σε όλους, και πιο συχνά σ’ ολάκερους λαούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Βάρναλης, Επετειακά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 52 Σχόλια »