Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τεύκρος Ανθίας – Εξομολογήσεις ενός αιθερομανούς

Ημιτελές αφήγημα του Κύπριου ποιητή Τεύκρου Ανθία που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημ. Βραδυνή το 1929. Περισσότερα για τον Ανθία στο ιστολόγιο (με λινκ προς ποιήματά του).

Οι «Εξομολογήσεις ενός αιθερομανούς» είναι αφήγημα που δημοσιεύτηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα Βραδυνή στα τέλη Ιουλίου και αρχές Αυγούστου 1929, σε οχτώ συνολικά συνέχειες. Στη Βραδυνή είχε δημοσιεύσει ο Ανθίας και ποιήματα από τα Σφυρίγματα του αλήτη πριν εκδοθεί η συλλογή, όπως πληροφορούμαστε από την εισαγωγή του αρχισυντάκτη της εφημερίδας.

Το περίεργο είναι ότι οι εξομολογήσεις σταματούν μες στη μέση• στο τέλος της όγδοης συνέχειας (στο φ. της 5.8.1929) σημειώνεται «Αύριο η συνέχεια», αλλά ένατη συνέχεια δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η έναρξη της δημοσίευσης πραγματοποιήθηκε πρωτοσέλιδη με τυμπανοκρουσίες, αλλά σχετικά γρήγορα οι επόμενες συνέχειες υποβιβάστηκαν στο ημίφως των μέσα σελίδων, μου υποβάλλει την ιδέα ότι οι ιθύνοντες της εφημερίδας περίμεναν κάτι πιο σκανδαλιστικό από τον Ανθία και μάλλον απογοητεύτηκαν -αλλά αυτό είναι απλή εικασία μου.

Όπως γράφει στην εισαγωγή του ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας, ο Διον. Σ. Δεβάρης: «Την περασμένην Δευτέραν, ευρεθείς εις την θλιβεράν ανάγκην να συνοδεύσω κάποιον γνωστόν μου ψυχοπαθή εις το Άσυλον της Αγίας Ελεούσης, επληροφορήθην μόλις έφθασα ότι μεταξύ των άλλων ήταν και ο εκ Κύπρου λόγιος κ. Τ. Ανθιάς (sic), ο οποίος δεν είναι άγνωστος εις τους αναγνώστας της Βραδυνής, του οποίου εδημοσιεύσαμεν ποιήματα από την ανέκδοτον συλλογήν του «Τα τραγούδια του αλήτου» (sic). Ιδιαιτέρως μού έκαμεν εντύπωσιν το γεγονός, που μου εβεβαίωσεν τόσον ο ιατρός κ. Παπαγιαννόπουλος όσον και οι επιστάται, ότι ο κ. Ανθιάς ενεκλείσθη μόνος του. Από τινος καιρού κυριευθείς υπό της αιθερομανίας και αγωνιζόμενος όπως λυτρωθεί από το πάθος αυτό, ηναγκάσθη να εγκλείσει ο ίδιος τον εαυτό του! Μέσα εις το άσυλον έγραψε τας περιπλανήσεις του εις τους κόσμους που τον μετέφερε ο αιθήρ –τους τεχνητούς παραδείσους, όπως συνήθως λέγουν– κατ’ ευφημισμόν ίσως, διότι παν άλλον ή παράδεισος είναι η κατάστασις του παραληρήματος εκείνου. Τας εντυπώσεις του αυτάς εξησφάλισε η Βραδυνή και αρχίζει δημοσιεύουσα από σήμερον. Είναι ντοκουμέντον άξιον μελέτης και πολλής προσοχής, ένας ειλικρινής αυτέλεγχος. Εις το τέλος ο νεαρός λόγιος καταλήγει εις το συμπέρασμα ότι ο αιθήρ δεν του έδωσε ό,τι περίμενε.

 

ΑΝΘΙΑΣ – ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΙΘΕΡΟΜΑΝΟΘΣ

Ήμουνα πάντα ένα παιδί ατίθασο κι ανταρτικό. Ήθελα να ξεχωρίζω από τους άλλους, οπωσδήποτε, είτε με την παράξενη ερημική ζωή μου, είτε με το ιδιόρρυθμο ντύσιμό μου, είτε με τις παραδοξολογίες που ξεστόμιζα στον κύκλο μου, έτσι για γούστο ή για να σφυγμομετρήσω την διανοητικότητα όσων με περιστοιχίζανε.

Περιφρονούσα τις κοινές αντιλήψεις, που τις θεωρούσα μονοκόμματες και καθυστερημένες, γιατ’ ήταν αντίθετες προς την κοσμοθεωρία μου.

Γι’ αυτό και πάθαινα γκάφες διαρκώς. Εκεί που μ’ έβλεπες να ορμάω θαρραλέος προς το Ζενίθ, σε λίγο μ’ αντίκριζες αποχαυνωμένο και μελαγχολικό στο Ναδίρ. Μέσα επίπεδα δεν υπήρχανε για μένα. Ήμουνα ο άνθρωπος των μεγάλων πτήσεων και πτώσεων.

* * *

Βράδυ ανοιξιάτικο. Δυο σκιές περιπατάνε κάτω από τις δενδροστοιχίες του πάρκου. Μια νέα γυναίκα ακουμπάει στο μπράτσο μου και σκύβει κάθε τόσο ν’ ακούσει κάτι πονεμένους στίχους.

Η φωνή ενός αηδονιού κομματιάζει με τους εύθυμους και γοργούς φθόγγους της τη νυχτερινή σιωπή. Ύστερ’ από λίγα δευτερόλεπτα, σαν απάντηση, αντηχεί το κλαψάρικο και μονότονο τραγούδι του γκιόνη.

Οι δυο σκιές δοκιμάζουνε την αντίθεση του πόνου και της χαράς. Έτσι γίνεται πάντα. Δε θα μπορούσε κανείς να έχει την αίσθηση της ευτυχίας αν δεν υπήρχε ο πόνος. Και το αντίθετο.

* * *

Νύχτα χινοπωριάτικη. Περπατάω μονάχος κάτω απ’ τις ίδιες δεντροστοιχίες. Το αηδόνι δεν ακούγεται πια. Η φωνή του γκιόνη δεσπόζει σ’ όλη την περιφέρεια εκείνη. Έτσι κι ο πόνος δεσπόζει βαθιά μου.

Η νέα γυναίκα βρίσκεται τώρα μακριά μου. Είναι παντρεμένη με άλλονε.

* * *
Γιατί να μπει μέσα στη ζωή μου η αγάπη; Κι ύστερα γιατί να μη μείνει ένα όμορφο όνειρο –καθώς ήτανε πρωτύτερα– γιατί να γνωριστούμε τόσο πολύ από κοντά;

– Σύντροφε! Καλέ μου σύντροφε! Το βράδυ αυτό γιατί να μας κοιτάζει πονεμένο; Πάμε… Πάμε να ξεχαστούμε στο πιοτό.

Εκείνος δε μιλάει καθόλου. Ανεβαίνουμε κάποια σκοτεινή σκάλα. Ένα μεγάλο δωμάτιο, χωρισμένο σε δυο μέρη μ’ ένα παραπέτασμα που μοιάζει σαν αυλαία.

Ξαπλωνόμαστε κι οι δυο στο ντιβάνι. Απάνωθέ μας ένα πράσινο αμπαζούρ μεταβάλλει το δωμάτιο σε χλοϊσμένο κάμπο.

Ξετυλίγεται κάποιο δέμα. Δυο μεγάλα μπουκάλια γεμάτα αιθέρα. Δυο πακετάκια μπαμπάκι κατάλευκο. Αυτά φαντάζουνε στο πράσινο φόντο σαν παράξενα λευκά ρόδα.

Να! είναι η στιγμή που θα εκμηδενιστούμε κι οι δυο για να ξεχάσουμε.

– Καλή νύχτα!

– Καλή νύχτα!

Δοκιμάζω για δεύτερη φορά τον αιθέρα. Το βρεγμένο παμπάκι σκανδαλίζει τόσο πολύ τα ρουθούνια μου, που έχουνε απόψε περισσότερο εξοικειωθεί με την οσμή του μεθυστικού πιοτού. Κλείνουνε τα μάτια μου. Δε μπορώ πια να σκεφθώ τίποτα. Κάποιες φωνές απόμακρες, σα φιλήματα, σα θροΐσματα φύλλων, ανεβαίνουνε στο υποσυνείδητό μου. Διαισθάνομαι πια μόνο το γύρω μου.

Δεν υπάρχει όλο το κορμί μου. Ένα κρανίο μονάχα στριφογυρίζει σ’ όλο το Σύμπαν, λες καρφωμένο σ’ ένα τροχό, που με δαιμονιώδη ταχύτητα τρέχει στο διάστημα ένα καινούργιο άστρο, που ακολουθεί τους ίδιους νόμους της κινήσεως των άλλων.
Όλα είναι τόσον ωραία τη στιγμή αυτή.

Η αυλαία είναι κλειστή. Σκεπάζει την τραγωδία ενός ανθρώπου.

– Τι θέση να ’χει τάχα ο σύντροφός μου μέσα στην κίνηση του Σύμπαντος;

Το πιοτό τελειώνει. Κι είναι αργά. Πολύ αργά. Κατεβαίνω μανιασμένος στο δρόμο κι από κάποιο αστυνομικό τμήμα πληροφορούμαι ποια είναι τα «διανυκτερεύοντα φαρμακεία».

Χτυπάω δυνατά την πόρτα. Ο φαρμακοποιός, νυσταλέος, μου γιομίζει το μπουκάλι.

Το αρπάζω και φεύγω. Γρήγορα-γρήγορα τρέχω προς το πράσινο δωμάτιο. Στο δρόμο συλλογίζομαι πόσο υπέροχη και μεγαλοδύναμη είναι η επιστήμη.

Ο σύντροφός μου αποκοιμήθηκε, δίχως ν’ αντιληφθεί τίποτα.

Όταν άρχισε να γλυκοχαράζει, τέλειωσε κι η τελευταία πράξη του ψυχικού μου δράματος.

Β’

Δεν ήρθε ακόμη ο αισθητικός φίλος, ο αργοπορημένος διαβάτης των νυκτερινών ωρών. Να! τώρα ή σε λιγάκι τα ρυθμικά του βήματα θα δώσουνε κάποιο μυστηριώδη τόνο στην ησυχία του πάρκου κι η αγέραστη μορφή του, η πάντα δροσερή και γελαστή, θα φωτιστεί από τη λάμψη των ηλεχτρικών για λίγο κι ύστερα θα εξαφανιστεί στα ισκιώματα που τόσο συμπαθεί. Δε φάνηκε ακόμη. Κι ίσως δε θα φανεί καθόλου το βράδυ αυτό. Και γιατί να ’ρθεί; Έλυσα το πρόβλημα της συντροφιάς με τον πιο απλό τρόπο. Ένα μπουκάλι ερεθισμός αρκεί για να ξαλαφρώσει τη θλίψη μου. Αρχίζω τώρα να συλλαμβάνω τη σκοπιμότητα της ζωής. Η πρώτη μου απόγνωση κι ο νιχιλισμός μου υποχωρούν και θυμάμαι τη Σχολή του Επικούρου.

Αδελφέ μου. Οι φιλόσοφοι κάνανε μεγάλα σφάλματα. Ζητήσανε να καθορίσουν τα πράματα με τη λογική. Αλλά με ποια λογική παρακαλώ; Με μια συμβατική λογική που αλλάζει με την παραμικρή μεταβολή της ζωής μας. Αλλά μ’ ένα φακόν όχι σταθερό, πώς μπορεί κανείς να ιδεί καταστάσεις ψυχικές και διανοητικές με τη βεβαιότητα πως δεν κάνει λάθος; Ώστε το τουπέ των φιλοσόφων, που έρχονται να υποστηρίξουνε μια θέση ή μιαν άρνηση δογματικά κι αυθεντικά, είναι γελοίο. Αλλά… ζήτω ο Επίκουρος! Αυτός δεν έλαβε υπ’ όψη του τη λογική. Κατάλαβε πως μ’ αυτήν συσκοτίζουμε τον εγκέφαλο, τις αισθήσεις μας και καταντούμε στο τέλος καρικατούρες κατσουφιασμένες και αξιοθρήνητες. Η ζωή λοιπόν έχει σκοπό την ηδονή. Όταν το καταλάβεις αυτό, δεν έχεις παρά να περιφρονήσεις τη μακροζωία και να δοθείς στις απολαύσεις, οποιεσδήποτε απολαύσεις, και να φύγεις από τον κόσμο μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη.

Όλες αυτές οι σκέψεις – λογικές παράλογες – δώσανε λύση σ’ ένα πρόβλημα που με βασάνιζε από καιρό. Η νύχτα στο μεταξύ με την τρελλή αστροφεγγιά της έκανε την ψυχή μου να σμίγει με το Υπερπέραν, να χάνει την αίσθηση της υπάρξεώς της και να πλανιέται σε τόπους μακρινούς, τόπους παραμυθιών. Ο κάματος της ημέρας δεν υπήρχε πια.

Τα ρυθμικά βήματα του αργοπορημένου διαβάτη των νυκτερινών ωρών δώσανε κάποιο μυστηριώδη τόνο στην ησυχία του πάρκου.

Ο άνθρωπος αυτός δε μίλησε ποτές για ηθική. Δεν έβαλε δεσμούς στους άλλους, αν και ο ίδιος τιμωρούσε τον εαυτό του με περιορισμούς, έχοντάς τον πάντα πειθαρχικό. Με πλησίασεν ευπροσήγορος, όπως συνήθως, και δεν είπε τίποτα για τη νέα μου κατάσταση.

Μου πρότεινε μόνο ένα περίπατο κάτω από τις πανύψηλες ανθισμένες ακακίες. Κι ύστερα χαμογελώντας με ρώτησε:
— Ποια θέση έχεις τώρα μέσα στο Σύμπαν;
— Έπεσα στη γη. Δεν υπάρχει παρά ύλη, φίλε μου. Αυτό μπορώ να το υποστηρίξω… εκ πείρας.
— Αν όμως ο δυστυχής ο Μπέρξον έχει αντιρρήσεις;
— Ας έχει!
Πόσο ανιαρή μου φαινόταν η συζήτηση. Και πρόσθεσα:
— Τι μας χρειάζεται η ομιλία; Ένα ρόδο είναι πιο στοχαστικό που σιωπά.»
— Ποιος τόειπε που σιωπά; Μιλάει κι αυτό αλλά με το δικό του τρόπο.

Μια μπαμπακιά αιθέρος έλυσε το ζήτημα. Ξανάρθα στον εαυτό μου. Ακούμπησα στο μπράτσο του αργοπορημένου διαβάτη των νυκτερινών ωρών μόνο και μόνο για να μη χάσω την αίσθηση της συντροφιάς του.

Κάθε τόσο τον ρωτούσα αν έλεγα ανοησίες μονολογώντας. Εκείνος που έδινε κουράγιο. Μ’ έβρισκε, λέει, περισσότερο λογικό από άλλες φορές!

Όταν αποχωριστήκαμε περπάταγα με βιαστικό βήμα προς το σπίτι μου, ευχαριστημένος γιατί είχα μια τρομερή αυτοσυνείδηση!

Γ’
Βρίσκομαι στο δεύτερο πάτωμα μιας στοάς. Αποτραβηγμένος σε μια γωνιά, όρθιος, κυττάζω τον αντικρυνό γλόμπο, ενώ εισπνέω αδιάκοπα το ποτό, που έγινε ο πιο αχώριστος σύντροφός μου. Θά ’θελα να γράψω μια σειρά γνωμικών. Α, βέβαια. Χρειάζονται οι άνθρωποι ένα τέτοιο βιβλίο. Σε ένα φύλλο χαρτί τραβάω διάφορες γραμμές συμβολικές. Μ’ αυτές αύριο θα γράψω ένα μεγάλο σύγγραμμα.

Περίεργο! Εγώ που ήμουν άλλοτε τόσο ταπεινός, έγινα πεια μεγάλος εγωιστής. Αισθανόμουνα μια δύναμη ανυπέρβλητη μέσα μου. Μπορούσα λ.χ. να μιλήσω σήμερα με τον εαυτό μου και για τους φακίρες. Είδα μια φορά κάτι φωτογραφίες τέτοιων ανθρώπων. Μένουν, λέει, 10 χρόνια στην ίδια στάση.

— Μα δεν είναι δύσκολο, φίλε μου, δεν είναι δύσκολο! Τίποτα δεν είναι αδύνατο για τον άνθρωπο. Ύστερ’ από χρόνια θα γίνουμε μηχανές με τεράστια ενέργεια. Η Χημεία θα προοδεύσει τόσο πολύ, που όσοι ζούνε τώρα στη γη θα φαίνονται στους μελλοντικούς ανθρώπους ακατανόητα όντα. Τι λες; Γράφουμε ένα βιβλίο με χίλιες σελίδες; Πρέπει απαραιτήτως να είναι τρεις μεγάλοι τόμοι. Και θα το ονομάσουμε «Ο ηλεχτρικός άνθρωπος ΜΗΔΕΝ». Τα πρόσωπά του θα είναι μηχανήματα αυτόματα. Κατάλαβες; Αλλά… τι γίνονται οι φακίρες; Ο αρχηγός τους ονομάζεται Τσαν-Τσιν-Μπουμ. Τί μακάριος αυθέντης. Αλλά… υπάρχει Θεός; Ο Θεός… Ο Θεός… κωμωδία εις πράξιν καμίαν. Ζήτω «ο ηλεχτρικός άνθρωπος ΜΗΔΕΝ». Αυτός θα γκρεμίσει τους Θεούς και τους δαίμονες μαζί με τους φακίρες.

Βρεγμένο το παμπάκι ακουμπάει τόσο απαλά στη μύτη και τα χείλια μου. Μου θυμίζει τα φιλιά μιας γυναίκας.

— Α! η Μαρία. Ναι, η Μαρία. Τι ιδέα νά ’χει για το φακιρισμό; Κι όμως… Ιδού! Μια δέηση προς τον αρχηγό τους και μπορεί να διατρέξει ολόκληρη, μ’ όλο το κορμί της (α! όχι μόνο το κρανίο της, αυτό ήθελα να πω), ναι, ασφαλώς να διατρέξει τη Μεσόγειο (χα χα! Τι ωραία! δίχως ατμόπλοιο κι αεροπλάνο βέβαια)… Λοιπόν; Κύριε των Κυρίων, άγιε των αγίων Σατάν, κυρίαρχε των αιώνων και των αγγέλων (των ονομαζομένων Βεελζεβούλ), Συ ο οποίος εμβαθύνεις εις τα μύχια των πνευμάτων, καταδέξου να εισχωρήσεις στον αποψινό μου στοχασμό.
(Μικρή παύση. Τα μάτια μου κοιτάζουνε το γλόμπο και ανοιγοκλείνουνε).

Δ΄

– Να! Είμαι δυνατός… Τ’ ακούς; Είμαι δυνατός! Αυτή ξαπλωμένη στο ντιβάνι θυμάται την εδώ ζωή μας. Μπαίνω κρυφά σε μια αχτίδα φωτός. Σε διατάζω. Μετακινήσου λοιπόν. Θυμάσαι το γραφείο μου στη Στοά Φέξη. Στο β΄ πάτωμα. Να! Εδώ κοντά. Δεν μπορείς ν’ αντιστείς… Όχι! Εμπρός λοιπόν. Στοχάσου πως η ανθρώπινη σκέψη εκμηδενίζει τις αποστάσεις. Νά την. Ακούγω τα βήματά της. Ωραίο γοβάκι! Μα… γιατί το πρόσωπό σου, αγαπημένη, έχει απόψε μια παράξενη λάμψη; Βρίσκεται στο διάδρομο της στοάς. Μπα! Δεν το θέλω να κουράζεσαι. Τ’ ακούς; Η ψυχή μου θα γίνει μια σκάλα. Έγινε κι όλας. Ανέβα λοιπόν. (Εκείνη ξαπλώνεται στη σκάλα. Μ’ ένα φύσημα η σκάλα κινείται προς τα επάνω.) Ιδού! Με κυκλώνει. Κάτι κρατάει στα χέρια της. Μια σφαίρα. Δεν είναι από καουτσούκ. Είναι από μαβί φως. Νοιώθω την αναπνοή σου, αγαπημένη. Άκουσε: «Ο ηλεχτρικός άνθρωπος ΜΗΔΕΝ» εκμηδενίζει της αποστάσεις.»
(Εκείνη γελάει. Κάνει δυο στροφές ρυθμικές γύρω μου κι εξαφανίζεται. Ανοιγοκλείνουνε τα βλέφαρά μου και ο βολβός του ματιού μου παίζει με το φως. Διάφορα σχήματα, κύβοι, τρίγωνα, πυραμίδες, κύκλοι φωτεινοί, πολύχρωμοι, διαγράφονται στη φαιά ουσία του εγκεφάλου μου.)

– «Κύριε των Κυρίων! Η νύχτα είναι για κείνους που πόνεσαν πολύ μέσα στη ζωή τους, μα είναι για κείνους που θέλουν να χάσουν την αίσθηση του εαυτού των. Αντίο… αντίο… Ευχαριστώ… Η Μαρία… ο ηλεχτρικός άνθρωπος… το Σύμπαν… Η μαγεία του φακιρισμού… Ζήτω ο άγιος Σατάν!

Ο ήλιος γέρνει. Ένα κόκκινο φως, σα ματωμένη θάλασσα, στη δύση, δέχεται το θριαμβευτικό του άρμα, κι η νύχτα, η γαλάζια νύχτα, ξεπροβάλλει πίσω από το εξαίσιο αυτό ταμπλώ.
– «Κι όμως, αγαπητέ μου, υπάρχουν τόσον όμορφα πράμματα μέσα στον κόσμο, που μπορεί να μεθύσει κανείς με τη σύλληψή τους. Να! Κάποιο ηλιοβασίλεμα, το σκερτσόζικο φτερούγισμα ενός γλάρου πάνω από τα κύματα, η μουσική της σιωπής των νυκτερινών ωρών, το τρεμόσβυσμα ενός άστρου, που σου μεταγγίζει το ρίγος των μεγάλων ολέθρων, όλη αυτή η φύση, η αιώνια φύση, το άρωμα ενός κρίνου, το απαλό χεράκι μιας ωραίας γυναίκας, το μεθυστικό άρωμα που σκορπάει στο πέρασμά του ένα μεταξί φόρεμα.»

Κι έγινε όλο το σύμπαν σάλα θεάτρου που στεγάζει μιαν όπερα. Να! Ο Μπετόβεν, ο Βάγκνερ, ο Βέρδη, ο Σούμπερτ, αγαπημένες σκιές που πέρασαν στη γη σαν θελκτικές χίμαιρες κι αφήσανε κομμάτια της μεγάλης των ψυχής να ενθουσιάζουν, να συγκινούν και να λυτρώνουν.

– «Τί τρομερό νά ’σαι κλεισμένος μέσα στον εαυτό σου πασχίζοντας να γενείς αυτάρκης! Και ποιος; Εσύ; Εσύ… ένας άνθρωπος που σέρνεται πίσω απ’ τα πάθη!

Αλλά… εβίβα ζωή! Χρειαζόμαστε ανθρώπους δυνατούς που και στον πόνο τους ακόμη νά ’ναι υπέροχοι, ανθρώπους που δεν κλαίνε σαν υστερικές γυναίκες!»

Καθισμένος σε μια πέτρα, την πέτρα που αγροίκησα την ερωτική μας εξομολόγηση, νοιώθω το κορμί μου να παραλύει.

– «Συνείδηση α, Χα χα! Δεν έχασα τη συνείδηση ποτές. Να το πιστέψω; Τώρα θα μπορώ, αγαπημένο μου γοβάκι, να στριμωχτώ μέσα στον εγκέφαλό μου. Τί κρίμα! Δεν έχω χαρτί μαζί μου να σου ζωγραφήσω κείνο που βλέπω. Κι οι λέξεις είναι τόσο φτωχές, τόσο αποκλειστικές. Έστω. Σ’ αυτό εδώ το μέρος του κρανίου μας είνε το υποσυνείδητο και λίγο πειο πάνω το ενσυνείδητο. Οι παραστάσεις όλες που παίρνουμε στη ζωή με τις αισθήσεις, δε χάνουνται. Μπα! Στοιβάζουνται στο υποσυνείδητο και ανεβαίνουνε αργά-αργά στη συνείδηση για να ξαναγυρίσουνε στην πρώτη θέση τους. Πώς γίνεται η κυκλοφορία του αίματος! Έτσι κυκλοφορούνε κι αυτές από το ένα μέρος στο άλλο, όταν εξωτερικοί ερεθισμοί το προκαλούν. Ορίστε! Στο υποσυνείδητο είναι μια παράσταση των παιδικών μου χρόνων. Είναι κάπου τοποθετημένη εκεί πέρα. Ακούγω ένα πιάνο. Βλέπω ένα κορίτσι που μοιάζει με τη Δωρούλα. Ένα [μυ]στηριώδες χέρι πατάει κάποιο κουμπί του υποσυνειδήτου και φραπ! ανεβαίνει στη συνείδησή μου όλη η εικόνα του βραδυού εκείνου που πρωτάρχισα το πιάνο. Αλλά τι γίνεται ο «ηλεχτρικός άνθρωπος ΜΗΔΕΝ;» Αυτός θα ενεργεί διαφορετικά. Θά ’χει τεράστια θέληση και δυναμικότητα. Έτσι για γούστο οι παραστάσεις του θα κάνουν περίπατο από το ένα μέρος στο άλλο. Δωρούλα… Δωρούλα…»

Ε΄

Θα πείτε, ποιος ξέρει, γελώντας και ’γώ πως είμαι ένα θύμα της γυναίκας. Θα με βρείτε αρκετά ρομαντικό και θα μου δείξετε ίσως τα σαλόνια και τα ντάνσινγκ, θα με οδηγήσετε σε κάποιο καμπαρέ για να πιστοποιήσω πως είστε πολιτισμένοι άνθρωποι.

Θαυμάσια. Παντρεύτηκα μια γυναίκα που αγαπούσα. Και τι μ’ αυτό; Καλά έκανα. Μήπως χαθήκανε οι ωραίες γυναίκες απ’ τον κόσμο! Σε κάθε βήμα μας σκοντάφτουμε στην ηδονή της και με λίγη καλή θέλήση μπορούμε να τά ’χουμε καλά και με τον κόσμο και με τον εαυτό μας. Για να ρέβει το κορμί μου μέσα στον πόνο για ένα πλάσμα που με την πρώτη ευκαιρία παραδόθηκε στην αγκαλιά ενός πορτοφολά και λησμόνησε πως σε μια γωνιά της γης υπάρχει εκείνος που κάποτε υπήρξε το είδωλό της;

Τη στιγμή αυτή ξεκλειδώνουνται από τις τραγικές κάμαρές των οι τρελλές γυναίκες. Πρόσωπα σκευρωμένα, μάτια ηλίθια, χωμένα βαθιά στις κόγχες των ή γουρλωμένα, στήθια κρεμασμένα έξω από τη μονοκόμματη μπλούζα τους, κορμί βασανισμένο, καμπούρικο, πόδια στραβά και διαστρεβλωμένα. Καθώς περνάει από μπροστά μου ολόγυμνη εκείνη η τρελλή με τις τσαλακωμένες καμπύλες, με κάνει ν’ αηδιάζω τον εαυτό μου που αγάπησε τόσο πολύ ένα όγκο κρεάτων, που φτάνει στο τέλος – αν όχι στα νιάτα τουλάχιστο [στα] γηρατειά – σε τόσο αντιπαθητικό κατασκεύασμα.

Κι όμως όχι! Δεν είμαι θύμα της γυναίκας. Είμαι θύμα του εαυτού μου, θύμα της ατταβισμένης μου ιδιοσυγκρασίας, θύμα των προγόνων και του περιβάλλοντός μου. Ο πατέρας μου παντρεύτηκε πολύ μικρός κι όμως δεν έπαψε ώς τώρα να κυνηγάει την ηδονή των άλλων γυναικών. Η δίψα του καινούργιου είναι μέσα στο αίμα μου. με κίνδυνο να χάσω το παν, θα δινόμουνα ευχαρίστως σε μια νέα ζωή, αδιάφορο αν αυτή τη θεωρούνε οι γύρω μου ανήθικη. Τώρα πια που έχω ηρεμήσει μπορώ να κριτικάρω το παρελθόν μου, ίσως για να προδιαγράψω το μέλλον, ίσως για να φτειάσω το παρόν, ίσως ακόμη και για νά ’χω μια ασχολία.

Μια ρεκλάμα με μεγάλα κόκκινα γράμματα με πληροφορεί πως απόψε στο τάδε θέατρο παίζεται ο «Άμλετ» του Σαίξπηρ. Οι ‘κύριοι καθώς πρέπει’ θα τρέξουνε από νωρίς να εξασφαλίσουν θέσεις, για να φύγουνε στο τέλος με την αυτοευχαρίστηση πως παρακολουθούν σοβαρά έργα. Αυτό θα γίνει, χωρίς άλλο, αν δεν αποκοιμηθούνε στο μεταξύ μέσα στο θέατρο κι όταν τους ξυπνήσει κανένα γκαρσόνι ή κανένας αστυφύλακας. Σοβαρό έργο! Δεν ενδιαφέρομαι, καλέ, για τη σοβαρότητα. Τί άνοστη κομπόστα που είναι κι αυτή! Αφήστε με να γελάσω. Αυτό μου κάνει καλό. Μού ’ρχεται να πάω στον Τρεμπέλα και να παραγγείλω με τα ίδια μεγάλα γράμματα κάτι ρεκλάμες που θα γράφουνε: «ΟΛΟ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΕΙΝΕ ΗΛΙΘΙΟΝ». (Κωμωδία εις πράξεις πολλάς). Αναβάλλω όμως να πραγματοποιήσω τη σκέψη μου, από συνήθεια αναβάλλω το κάθε τι.

Σφαλώ τον εαυτό μου από νωρίς στην κάμαρή μου. Δεν υπάρχει για μένα κόσμος, δεν υπάρχει κίνηση, τραμ, αυτοκίνητα, ράδια, ηλεχτρισμοί, κομφόρ, πολυτέλειες και τα ρέστα. Όλος ο κόσμος είναι ένα μεγάλο φαρμακείο που παρασκευάζει αιθέρα και παμπάκι. Άρχισα με 20 γραμμάρια.

 

ΣΤ΄

Την εποχή εκείνη ένα τόσο δα μπουκαλάκι μπορούσε να ναρκώσει τα μέλη μου και να με μεταθέσει σε κόσμους εξωτικούς. Σήμερα σέρνω στις τσέπες μου 5 τον αριθμό. Μπράβο! Προοδεύσαμε στον αθλητισμό. Απεφάσισα να σπάσω το παγκόσμιο ρεκόρ. Διάβασα κάποτε σ’ ένα ιατρικό βιβλίο ότι ο ανώτερος αιθερομανής έπαιρνε κάθε μέσα 800 γραμμάρια. Χα χα! Τί αστεία ποσότης μπροστά στο ενάμιση κιλό (1500 γραμ.) που εισάγω εγώ αδιαμαρτύρητα καθημερινά στον οργανισμό μου!

Έξω από το παράθυρό μου ορθώνεται κάποιο κυπαρίσσι λεβεντόκορμο που μοιάζει σαν ένας μαύρος μιναρές. Στην κορυφή του στέκεται περήφανο το φεγγάρι, που τραγουδάει σαν μουεζίνης με φώτα κι ολόγυρά του αφήνει να ξεχνιούνται φθόγγοι και λαρυγγισμοί λάμψεων.

Είμαι σκεπασμένος με τρεις κουβέρτες. Χρειάζομαι ζεστασιά. Το κορμί μου αρχίζει να ξεπαγιάζει. Το αίμα θά ’χει κάνει απεργία το δίχως άλλο γιατί δεν το νοιώθω να κυκλοφορεί στο σώμα μου. Απόψε θα πεθάνω. Ναι, θα πεθάνω. Τί ωραία! Μα θά ’ναι τόσο παράξενος ο θάνατός μου. Θά ’μαι ακίνητος σ’ αυτό το στρώμα, κάποιο βιολί στ’ αντικρυνό σπιτάκι που θα παίζει το κρινένιο χεράκι μιας δεσποινίδας θα εξιστορεί τον πόνο και την κούραση εκείνων που αγάπησαν πολύ. Γύρω μου Νεράιδες και Σάτυροι, Κορύβαντες σε δάση απέραντα θα οργιάζουνε. Δε θα μιλώ. Κι όμως θα λέω τόσο πολλά με τη σιωπή μου. Κι όταν πια κάποτε βαργεστήσω και το θάνατο, θα ξαναγυρίσω στη ζωή. Να! Είναι η στιγμή που εκμηδενίζομαι. Τί παράξενη κηδεία! Τα κλειστά μου βλέφαρα τα χαϊδεύει με στοργή μια αχτίδα του φεγγαριού. Κι αρχίζει η μουσική. Τικιτίγκ, τικιτίγκ, τικιτίγκ! Δεν έχω ακούσει ποτές όσο ζούσα τόσο γλυκό κουδούνισμα. Ο μαέστρος, ένα κοντόχοντρος. Κινέζος, κίτρινος, κρατάει ένα τεράστιο σίδερο στο δεξί του χέρι και διευθύνει την ορχήστρα. Κινείται νευρικά, ενώ από τα μικρά ματάκια του ξεφεύγουν σπίθες με αλλόκοτο νόημα. Ω! Μα δεν είναι βιολιά, δεν είναι φλάουτα, δεν είναι πιάνο, δεν είναι κιθάρες. Αυτά είναι όργανα φτιαγμένα από λεπτές επιδερμίδες γυναικών. Οι μαύροι εκείνοι με τα στενά και μακρουλά κεφάλια, με τα εξογκωμένα ματωμένα χείλη και τα κατάλευκα δόντια κεντάνε με καρφίτσες τα επιδερμικά κατασκευάσματα, σταλιές από αίμα φαίνουνται στην επιφάνειά τους κι από τους πόρους τους αναδίνεται κάποιο σύνολο λυγμών, γοητευτικών θρήνων, που καθώς φτάνουνε στ’ αυτιά μου, κάνουν τ’ ακουστικά μου τύμπανα να χάνουνται μέσα στο ρίγος και το μυστήριο.

Στοιχηματίζω πως οι άνθρωποι δεν έχουνε παρά δυο αισθήσεις: την α κ ο ή και την ό ρ α σ η.

Η πρώτη πράξη έχει τελειώσει. Ο μαέστρος με ειδοποιεί πως έχουμε κι άλλα νούμερα. «Μπορείτε, κύριε, να πάρετε το αναψυκτικό σας. Διάλειμμα.»

Ξεχασμένος μέσα στην περίεργη αυτή συμφωνία, σ’ ένα ρεμβασμό, σε μια μυστικοπάθεια που δεν εκφράζεται με κανένα τρόπο, νοιώθω να φεύγει από τα χέρια μου το βρεγμένο παμπάκι και το μπουκάλι. Αναπνέω λίγο οξυγόνο και ξανάρχομαι στην πραγματικότητα. Πόσο πεζή και ανούσια τη βρίσκω. Πεινώ. Δε θα φάω. Θα τελειώσει το διάλειμμα κι ο μαέστρος θα φωνάζει. Έζησα ολόκληρους αιώνες μέσα σ’ ένα όμορφο όνειρο. Τί ευτυχία! Έν’ αυτοκίνητο περνάει βιαστικά. Το περιεχόμενό του προσπαθεί να γλεντήσει. Δυο-τρεις κοκότες, ασφαλώς, και δυο δανδήδες. Ο σπιτονοικοκύρης μου βρίζει κάποιον δανειστή του τόσο χυδαία, μια καρέκλα σπάει στο κεφάλι του, δίχως άλλο, κι η δεσποινίς Κική λιποθυμεί. Το βιολί εξακολουθεί να εξιστορεί τον πόνο και την κούραση εκείνων που αγάπησαν πολύ.

Η΄
Απόψε θα σας δείξω το «Π α ι χ ν ί δ ι τ ω ν ψ υ χ ώ ν κ α ι τ ω ν σ ω μ ά τ ω ν.» Προσοχή! Εν – Δύο – Τρία. Ο μαέστρος στροβιλίζεται στο κενό, έτσι που το κεφάλι του ενώνεται με τις άκρες των ποδιών του και γύρω του διαγράφεται ένας φωτεινός κύκλος. Στιγμές αγωνίας. Θα πέσει κατ’ επάνω μου. Τί παιχνίδι είναι αυτό; «Βρε παιδί μου! Αυτά κάνουνε στα μέρη σας; Με τρόμαξες που να σε πάρει ο…» έτριζα τα δόντια γιατί κει που πήγαινα να βλασφημήσω, ένας γάντζος μού κράταγε το λαρύγγι. Τικιτίγκ, τικιτίγκ, τικιτίγκ! Από το στόμα του βγαίνουν κάτι κορδέλλες κόκκινες πράσινες, γαλάζιες, μαβιές, που κρέμονται γύρω του και στροβιλίζονται μαζί του. Σε λίγο αυτές συσπειρώνονται και φτιάχνουν σφαίρες ποικιλόχρωμες. Από το κέντρο τους πετιούνται άλλες μικρότερες, απ’ αυτές άλλες, άλλες που ολοένα κινούνται κυκλικά πάνωθέ μου. Χα χα! Τί θεωρία του Σαμπάνς. Να! Ο ήλιος. Να! και η Αφροδίτη, ο Άρης. Εγώ είμαι η Γη.

Πόσο ανόητος ήταν ο Γαλιλαίος που πέθανε πάνω στη φωτιά, ξεστομίζοντας «και όμως κινείται» ! Και όμως εγώ δεν κινούμαι. Σας διαψεύδω, κύριοι αστρονόμοι. Βαλθήκατε να μας ζουρλάνετε. Άιντε στο καλό σας, χριστιανοί μου.

Ξάφνου από το στόμα του μαέστρου ξεφεύγει μια κορδέλλα που τυλίγεται γύρω από το κρανίο μου. Κάτι σαν ηλεχτρισμός με συνταράζει. Έχω κλειστά τα μάτια κι εξακολουθώ να εισπνέω. «Και όμως κινείται!» έχετε δίκιο, κύριε Γαλιλαίε, έχετε δίκιο. Το κεφάλι μου στριφογυρίζει ενώ το κορμί μου μένει ακίνητο.

Ευτυχώς που υπάρχει, λοιπόν, η παγκόσμιος έλξις. Έχει γούστο τώρα να τη σκάσει κανένας κομήτης και να τη φάω κατακούτελα. Με την ιδέα αυτή τρέμω σύσσωμος. Κύριε των κυρίων, άγιε των αγίων, Σατάν, γλίτωσέ με.

Εν – Δύο – Τρία.

Ο μαέστρος μεταβάλλεται σε στήλη άλατος και οι κορδελλένιες σφαίρες σε μισόγυμνες γυναίκες που πιάνουνται χέρι-χέρι και σχηματίζουν έναν κύκλο. Από τη στήλη του άλατος ακούγεται ένα πολύ γνωστός μου σκοπός. Εκείνες χορεύουν καλαματιανό και τσάμικο. Ύστερα σχηματίζουν διάφορα συμπλέγματα, χορεύουνε τσάρλεστον, ενώ στο μεταξύ σφίγγουνται τόσο πολύ, που νομίζω πως δοκιμάζουνε τους πιο παράξενους λεσβιακούς έρωτες. Ένα ρίγος περνάει τη σπονδυλική μου στήλη κι απλώνω τα χέρια με την πρόθεση να τις αγκαλιάσω όλες μαζί. Η στήλη άλατος εξαφανίζεται. Σε λίγο μια σαρκαστική μάσκα, με τη γλώσσα έξω από το στόμα της, βρίσκεται ψηλά, πάνω από τις μισόγυμνες γυναίκες, σα να μου λέει πως είμαι ανίκανος και δεν αξίζω να αισθανθώ τόσο ονειρώδη ευτυχία. Το κρεββάτι μου είναι μετέωρο. Ανεβαίνει και όλο ανεβαίνει. «Κβο βάντις;» «Να ζει κανείς ή να μη ζει; Ιδού η απορία!» Μια ώριμη γυναίκα με κρατάει από το χέρι. Έχω την εντύπωση πως βρίσκομαι κλεισμένος σ’ ένα φέρετρο. Δεξιά και αριστερά μου στέκουνται δυο στρατιώτες με ολόχρυσα φορέματα σε στάση προσοχής.

Μα πόσα πατώματα θ’ ανέβουμε, κυρά; Είναι λοιπόν τόσο ψηλά ο «έβδομος ουρανός»; Περνάμε από κάτι σάλες φτιαγμένες με χαρτί και στολισμένες με χάρτινα λουλούδια. Τα περσικά χαλιά που βρίσκονται στο πάτω[μα] με θαμπώνουν. Έχουν απάνω τους στρωμένα διαμάντια και μαργαριτάρια.
Έτσι με τρόπο βγάνω το χέρι απ’ το φέρετρο και πάω να βουτήξω μερικά. Μα δεν είναι δυνατό κάτι τέτοιο. Ένα καμουτσάκι από φωτιά με χτυπάει. Φτάσαμε. Τί μακρυνό ταξίδι! Και τι θα γίνει τώρα; Ένας κλίβανος αναμμένος βρίσκεται στο βάθος. Ω, θα με κάψουν. Θα με κάψουν. Οι χριστιανοί δεν καίγουν τους νεκρούς.

– Είσθε κακούργοι! Δεν πιστεύετε θεό. Άγιε Σατάν! βοήθησέ με. Η ώριμη γυναίκα πατάει ένα ηλεχτρικό κουμπί που έχει στο γόνατό της και βρίσκουμαι ολόρθος. Δεν μπορώ να υποφέρω αυτές τις λάμψεις.

-Μαρία… Μαρία… Είμ’ ένας ζωντανός νεκρός. Είμ’ ένα τίποτα. Δεν υπήρξα ποτές και ούτε θα υπάρξω. Όλα είναι ένα ψέμα, μια φρικτή απάτη. Μήτε τα ύψη μήτε τα βάθη της ανθρώπινης σκέψης είναι κάτι. Κι εμείς είμαστε γελοία παιχνίδια ψυχών και σωμάτων.
Βουΐζουνε τ’ αυτιά μου, θα μου φύγει το κρανίο. Να! και ο ηλεχτρικός άνθρωπος ΜΗΔΕΝ! Προσπαθώ να θυμηθώ την ημερομηνία και τη χρονολογία. Σωτήριον έτος 4563 μ.Χ. Μπα! Και τι σχέσιν έχει ο αριθμός αυτός μπροστά στην αιωνιότητα;

Κοσμοχαλασμός. Με μια δαιμονιώδη ταχύτητα επιστρέφω στη γη.

Πόσο μου αρέσει ο κατήφορος και το γκρέμνισμα! Όλα ρεύουνε μπρος από τα μάτια μου. τα χάρτινα λουλούδια πέφτουνε από τη θέση τους, οι τοίχοι των σαλονιών εξαφανίζονται κι η ώριμη γυναίκα μού λέει «Καληνύχτα».
Ανοίγω τα μάτια. Έξω από το παράθυρό μου το κυπαρίσσι φαντάζει σαν ένας μαύρος μιναρές. Στην κορφή του στέκεται περήφανος ο μουεζίνης – το φεγγάρι.

Θ΄
Μεσημέρι ανοιξιάτικο.
– «Όχι, κύριε! Δεν είναι άνοιξη. Σου το λέω με χίλια στόματα. Πλανάσαι. Είναι χειμώνας. Ιδού! Η βροχή βρυχάται στα κεραμίδια. Ένας άνεμος σφυρίζει έξω από το παράθυρό μου. Και τί ιδέαν έχετε, παρακαλώ, περί ψυχής; Α, η ψυχή. Άσχημο φρούτο, αγαπητέ μου. Τα πράγματα δεν υπάρχουν. Εμείς τα δημιουργούμε. Δηλαδή… υπάρχουν. Οι αισθήσεις όμως είναι ατελείς και τα παριστάνουν διαφορετικά. Κάποτε είχα διαβάσει περί δαλτωνισμού. Α, ναι. Ο δαλτωνισμός. Απλούστατα, κάτι παθαίνει ο φακός του ματιού σου και όλα τα βλέπεις κόκκινα. Ε, λοιπόν. Ποια απόδειξη ότι η φυσιολογική κατάσταση των 70 σφυγμών και των φυσικών νεύρων είναι πραγματική; Μετά χίλια χρόνια ο άνθρωπος θα είναι διαφορετικός. Καλλίτερος; Χειρότερος; Μα τι θα πει καλό και τι θα πει κακό; Μ’ αυτό δω το μπαμπάκι μπορώ να σου καθορίσω εκ των προτέρων πολύ περίεργα πράγματα. Να! Λ.χ. θα υποστηρίξω πως όλα είναι σχετικά. Τα μαθηματικά, λένε, είναι μεγάλη επιστήμη.»

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: