Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Σπύρος Μελάς – Πεγιότλ

ΣΠΥΡΟΣ ΜΕΛΑΣ – Π Ε Γ Ι Ο Τ Λ

Είναι δυο φλόγες, δάσκαλε, μια στο νου, άλλη στην καρδιά, αναμμένες από τη φύση εις κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι σε διάφορες εποχές, διαφορετικά μέσα μεταχειρίζονται για ν’ απολαύσουν τα ίδια αποτελέσματα, και από τη γη πετιούνται στον ουρανό και από τον ουρανό πετιούνται στον Άδη και ζωγραφίζουν εικόνες και πάθη παρόμοια μ’ εκείνα, όπου είναι σπαρμένα από τη φύση στον κόσμο και αγαπούν και σέβονται και λατρεύουν την τέχνη τους, ωσάν το πιο ακριβό πράγμα της ζωής, και δεν αφήνουν αναίσθητες παρά τις πέτρες και σε.

 ΣΟΛΩΜΟΣ «Διάλογος»

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΧΙΝΟΚΑΚΤΟ

Καμιά φορά στέκομαι και ρωτιέμαι: Πόσες ζωές έχω περάσει; Θέλω χρόνια να τις μετρήσω, να τις ιστορήσω δε θα’ φτανε το απέραντο υφάδι του χρόνου. Έχω κάμει το γύρο των άστρων. Κι έχω ζήσει, στη φλούδα τους, το σκίρτημα των πρώτων πλασμάτων.

Μυριάδες μορφές έχει πάρει το είναι μου. Η καρδιά μου έχει χτυπήσει μέσα στα πιο αλλόκοτα σχήματα της ζωής. Κι η μνήμη μου, στα δίχτυα της τα ακατάλυτα, πιο αχανή κι απ’ αυτά που κρατάνε τους κόσμους, έχει περιπλέξει, αρίφμητα κοπάδια πουλιών, όλα τα καθέκαστα.

Έκανα συντροφιά με τα βαθύβια τέρατα του ωκεανού, στα πιο βαθιά νερά του. Είναι τόσο βαθιά, που αν τα Ιμαλάια γκρεμίζονταν, με την κορφή τους κάτω και τα ριζοβούνια τους απάνω, θα τα κατάπιναν.

Έζησα την αγωνία των βυθών, όπου αχτίδα ήλιου δεν έφτανε ποτές, ν’ αποδώσουν, από την κατακαθισμένη λάσπη τους, λίγο φως, κάτι σαν μούχρωμα μέρας χινοπωριάτικης. Ολούθε μάτια μεγάλα, παγερά – τ’ άπειρα μάτια των βυθών – ολούθε σαγόνια, δόντια, θεριά, που δεν τα βάζει ο νους, να με σπαράξουν.

Όμως ακούγεται η μεγάλη πρόσκληση του ήλιου, σα μακρυνό σάλπισμα. Πάλεψα, σ’ άπειρες περιπέτειες να ξεφύγω προς τα πάνω, να φτάσω στις πορφυρές αχτίδες, στα τερπνά βασίλεια της χλωροφύλλης. Έκαμα, σ’ αυτή τη ζώνη, ταπεινό ζωόφυτο. Βάλθηκα να λυτρωθώ, πλάθοντας ύφαλα νησιά, ξέρες παραμυθένιες, από κοράλι, για τα γιορντάνια των πανηγυριών, να δένω στην καρδιά της πίνας, χοντρό μαργαριτάρι, για λαιμούς κυράδων, γιούσουρ και κεχριμπάρι για τα τσιμπούκια των μαχαραγιάδων.

Είδα όλους τους κατακλυσμούς και τους πιο αρχαίους. Και, μάλιστα, στον τελευταίο, ήμουν κι εγώ ένα απ’ τα παιδιά του Νώε, όταν ξαστέρωνε στην κορφή του Αραράτ. Μούπεσε το χτένι από το χέρι (χτένιζ τη γενειάδα του πατέρα μου) άμα είδα τον Σαβαώθ από το παραθυράκι να γεφυρώνει τα σύγνεφα με το πρώτο ουράνιο τόξο. Άλαλος απόμεινα μπροστά στους ιριδισμούς του.

Μα τίποτα δεν είναι πιο λαμπρό από τον άνθρωπο. Θαμπώθηκα, σαν τον αντίκρυσα να ξεκινάει, από τα βάθη της σπηλιάς του, δέσμη από αστραπές, για τ’ απίστευτα πεπρωμένα. Στο σχήμα του, στο νου, στα έργα, στα πάθη και στους νόμους που τα χαλινώνει, στη δίψα να γνωρίσει, στην τόλμη να ξεστηθιάσει τη φύση, να εξουσιάσει τα μυστικά της, στη θέληση να δημιουργεί, στη δύναμη να προφητεύει, στον πόθο να σμίξει με το θείο, ένοιωσα το μεγαλείο του πλάστη. Και τον προσκύνησα.

*

Έζησα σ’ όλους τους καιρούς, σ’ όλους τους τόπους, σ’ όλα τ’ ανθρωπομαζώματα κάθε λογής. Στις βαθιές σπηλιές, γεμάτες τρόμους και σκοτάδια, σκάλισα, πάνω στην τραχιά πέτρα, τα σχήματα όλων των εχθρών που γύρευαν να μ’ αφανίσουν, του άγριου ταύρου, του ρινόκερου, του τίγρη και του λιονταριού. Με το σχέδιό τους περίβαλα, σαν μέσα σε δίχτυ παντοδύναμο. Και μπόρεσα να τους νικήσω.

Σε μια σπίθα του νου, στη λέξη, έδωσα τόση σημασία, τέτοια εξουσία, που πλάθοντας λόγο και μύθο, έβαλε τάξη, σαν κραταιή αυτοκρατόρισσα, στο χάος που με τριγύριζε. Μ’ ένα παραμικρό ξεφτάδι, που τράβηξε από το λαμπρό χιτώνα του ήλιου, σκλάβωσε το φως και τη φωτιά, κατάβαλε τα σκοτάδια, υπόταξε όλες τις ρέμπελες δυνάμεις και τις έφερε στη δούλεψή μ ου. Στη φλόγα της φωτιάς μαστόρεψα τα όπλα, για τη φύλαξη του κορμιού μου. Και στη φλόγα της καρδιάς μου προσευχή, για τη φύλαξη της ψυχής μου. Από τότες ο κόσμος έγινε δικός μου.

Και που δεν πήγα και που δεν στάθηκα. Άλλη φορά μπορεί να ιστορήσω πως υποτάχτηκε σε μένα η παλιά φυλή των Αβενάκι. Κατοικούσαμε σε λαγούμια, μέσα σε πάγους προαιώνιους, σε νύχτες βαθιές και ατέλειωτες. Όμως τους έμαθα να σκοτώνουν την άσπρη αρκούδα και να φορούν το τομάρι της, να ζεύουν τα σκυλιά σ’ άρματα, με ξύλινους τροχούς, να σκίζουν εκτάσεις παγωμένες, τεράστιες, να φτάνουν ως τη θάλασσα, να παγιδεύουνε τις φώκες, να πολεμούν τους θαλάσσιους ελέφαντες κι από τα πάχη τους να τρέφουν τα λυχνάρια, να τους φέγγουν στις απέραντες νύχτες τους. Μα, πάνω απ’ όλα, τους έμαθα νάρχονται σε κατάνυξη, να βρίσκουνε τα λόγια τα μαγικά, που συνάζουν τ’ αγαθά πνεύματα των προγόνων, σ’ ώρες ανάγκης.

Ωστόσο η καρδιά μου λαχταρούσε για τόπους πιο γελαστούς, που μάντευα πως κάπου πρέπει να υπάρχουν. Κι η χάρη μου δόθηκε να ζήσω σε καλύβεςαπό ξερά κλαριά, σε ξυλόσπιτα ταπεινά, πάνω σε λίμνες, ασημένιες το πρωί, φλογόχρυσες το δείλι, και τη νύχτα τ’ άστρα να κουρνιάζουν στα νερά τους, σκόρπιο μελίσσι, αργυρόξανθο. Βρέθηκα με καμάκι κι’ αγκίστρι από ελεφαντοκόκκαλο, να βγάζω το ψάρι απ’ το νερό. Και, τις ώρες που ξαπόσταινα, ποτές να μη χορταίνω τα καθρεφτίσματα, τους βυθούς από γαλάζιο ουρανό, τα θεόρατα δέντρα κρεμασμένα με κάτω την κορφή, σύγνεφα, πουλιά κι ονείρατα φευγαλέα.

Κατέβηκα στα όρη του Λιβάνου , πλανήθηκα σε δάση, που ο φλοίσβος της φυλλωσιάς τους έκανε τον απόηχο στον φλοίσβο των κυμάτων. Αντικρύζοντας νύχτα – μέρα τ’ αεικίνητα νώτα του πελάγου, την αέναη και μυστική πρόσκλησή του, ένοιωσα τόσον δριμύ τον πόθο της αποδημίας, πούβαλα, μια μέρα, φωτιά μεγάλη στη ρίζα ενός δέντρου, κατέβασα τον κορμό, τον τράβηξα ως το περιγιάλι, τον αγκάλιασα και ρίχτηκα στα νερά, να πάρω την παρθενιά της θάλασσας. Κι όπου με βγάλει.

Έζησα σε μια γη παραδείσια, λουλουδιασμένη, ανάμεσα σε δυο ποτάμια. Τρισόλβιος τσοπάνος σκάριζα το κοπάδι στη βοσκή και φυσούσα, σ’ ένα καλαμάκι, τον καημό πούκαιγε την καρδιά μου για τη μελαμψή κοπέλλα, που στεκότανε στον ίσκιο της φοινικιάς. Αναπάντεχα σμίξαμε κάποια νύχτα βαθυκύανη, μπροστά στο ιερό της Μύλιττας, μέσα σε καπνούς κεχριμπαριού, έξαλλες κραυγές ευνούχων, που ξεγυμνωμένοι μαστιγώνοντας ώσπου να βγάλουν αίμα, σ’ ένα πλήθος τέλος, που η σάρκα του, ξεφρενιασμένη, σφάδαζε σ’ ένα ατέλειωτο παραμίλημα ηδονής. Ήρθε, όλη κατάνυξη και πόθο, να πληρώσει το φόρο της στην πάνδημη θεά. Οι γοφοί της γυάλιζαν σαν στήθη περιστεριών. Οι κόρες των ματιών της, υπέρμετρα μεγαλωμένες, άστρα δίδυμα σε διπλές νύχτες. Κι η ανάσα της ευώδιαζε σαν το σαντάλ.

Όμως, αργότερα, μπήκα στη Βαβυλώνα με το νικητή και βρέθηκα στο χαλασμό της. Εϊδα την οργή του Κυρίου στα τρομερά μεγαλεία της. Ήτανε σαν πλήρωση προφητικής κατάρας, που κρεμόταν, αιώνες αιώνων, πάνω από μια ζωή δοσμένη στην ανομία. Οι φλόγες του ιερού και οι θρήνοι των γυναικών, που άλλοτε τραγουδούσαν, με παθιασμένη ευφροσύνη την ορμή των αντρών, έφταναν ως τα ουράνια. Μάταια γύρευαν προστασία στους βωμούς. Τα σπλάχνα τους, αντί  για το ζεστό και γλυκό απόσταγμα της λατρείας, δέχονταν τώρα το παγερό σίδερο της λόγχης. Κι’ όσες, κοπάδια κυνηγημένες πέρδικες, φεύγανε κατά το ποτάμι, τις τόξευαν οι στρατιώτες, με βρισιές και με χάχανα.

*

Είδα πολιτείες απίστευτες. Προσκύνησα στο μεγάλο ιερό της Αναΐτης. Αντάμα με τις ιέρειες στη Συρία, τραγούδησα, παίζοντας στη φόρμιγγα, τον ύμνο της Αστάρτης. Έκαμα σκλάβος στο Φαραώ. Μέσα στ’ ανεφόκαμμα, στη λαύρα του καλοκαιριού, κουβάλησα, κολυμπητός στον ιδρώτα, την πέτρα για τις πυραμίδες του Χέοπα και της θυγατέρας του. Το μαστίγιο σκληρών μικροτυράννων σήκωνε συχνά χαρούλες στο παιδεμένο μου κορμί. Όμως το μισό, από το τιποτένιο μεροκάματο, τόβαζα στην πάντα για την εκδίκησή μου.

Ο βασιλιάς είχε σώσει τα λεφτά του. Κι’ είχε προστάξει το κορίτσι του να μένει σ’ ένα σπίτι και να δέχεται όποιον – όποιον. Έτσι θα σύναζαν, όσα χρειάζονταν για να τελειώσουν τα τεράστια έργα. Τέτοια προσβολή βαριά στην Ίσιδα θνητός κανείς δεν είχε αποκοτήσει.

Σα μάζεψα κάποιο ποσό, πήγα σ’ αυτό το σπίτι. Πλήθη σκοτεινά κι’ ακατανόμαστα σπρώχνονταν μπροστά στην πόρτα. Οι στρατιώτες κρατούσανε την τάξη με το βούρδουλα. Πρόσμενα, με σταυρωμένα χέρια, την αράδα μου. Κάποτε βρέθηκα μπροστά στη βασιλοπούλα. Είχε κεφάλι από ζαρκάδι της ερήμου , με πονηρά και νυσταγμένα μάτια. Κι ήτανε, σαν τις μούμιες, πνιγμένη στα φτιασίδια και στα μυρωδικά. Απ’ το λαιμό της κρεμότανε το ιερό «ταού».

Χαμογέλασε, κοιτάζοντας τα χέρια μου να ιδεί πόσα βαστώ. Απίθωσα την προσφορά μου στα μικρά της πόδια. Άπλωσε τα χέρια να με πάρει στην αγκαλιά της:

-Δεν ήρθα – της είπα ήσυχα – γι αυτό που βάζεις με το νου σου. Ήθελα να ιδώ, από κοντά, την σκλαβα, την πιο συφοριασμένη, απ’ όσες ορίζεις: Και είσαι συ… Δ¨ωσε διαταγή να μου κόψουν το κεφάλι. Μα δε λερώνω, έτσι, το κορμί μου.

Κι’ αντίκρυ της, στάθηκα κολώνα, ώσπου μου πέρασαν τις αλυσίδες.

Ξένος, καλεσμένος στα παλάτια της Σεμίραμης, σεργιάνισα στα κρεμαστά  της περιβόλια. Έκοψα το πιο ακριβό λουλούδι, να στολίσω τα μαλλιά της κόρης που ποθούσα. Μεγιστάνας  στα Σούσα, γλύτωσα τη ζωή ενός παλατιανού, που τον είχανε ζωντανό θάψει, ως το λαιμό, γιατί δεν είχε φέρει αρκετό κυνήγι για το τραπέζι του Δαρείου. Έκαμα στην ξακουστή Αθήνα, που το δείλι ο Υμμητός φέγγει, φαρφουρένιος, από ένα φως μενεξελί, φυτεμένο στα σπλάχνα του. Κάτω από την πολυστάφυλη κληματαριά, στην αυλή της Ασπασίας, άκουσα τον Σοφοκλή, να τραγουδάει τον αργήτα Κολωνό, τα κάλλιστα έπαυλα και τ’ αηδόνια, που κελαηδούσαν κρυμμένα στους δροσάτους κισσούς της γειτονιάς του. Εϊδα τον Ικτίνο να ντύνει με βαρειά μάρμαρα την πιο άπιαστη ουσία της αρμονίας. Στις βαθύσκιες δεντροστοιχίες, στο άλσος της Ακαδημίας, άκουσα τον Πλάτωνα ν’ ανεβάζει τις ανθρώπινες ψυχές ηνίοχους, επί των «πτηνών αρμάτων», για τη διφροδρομία του λυτρωμού, στον ξάστερο αιθέρα της Ιδέας…

*

Μα τι να πρωτοϊστορήσω απ’ όλα; Έζησα το παν, ως κι αυτό το είδος της απομονωμένης σφήκας, της ακοινώνητης που μένει σε μια τρύπα γης. Κι’ έστρωσα το γιατάκι μου, για χαλί, το φρέσκο ροδοπέταλο. Κι ότι να πω τώρα, πάντα θα φαίνεται ξέψυχος ήχος.

Η αλήθεια είναι, πως θάταν αδύνατο να περάσω τόσες μορφές ζωής χωρίς τον εχινόκακτο. Η γνωριμία μου με το μαντικό και μεταγνωμικό φυτό ήταν ο μεγάλος σταθμός στον χιλιοπαιδεμένο βίο μου. Πρέπει να ιστορήσω με κάποια τάξη το περιστατικό.

Ήτανε σε μεγάλη και πολυάνθρωπη πολιτεία, που τα μάρμαρα των παλατιών, βασιλιάδων πεθαμένων από αιώνες και μιας αρχοντιάς, που δεν υπάρχει πια, έχουν αρρωστήσει από τον δριμύ αχνό της βενζίνας, από χιλιάδες αυτοκίνητα.

Άσκοπα περπατούσα σε κάτι σταχτειά δρομάκια, πίσω από κάποιο μεγάλο θέατρο. Γύρευα, όπως πάντα, να δώσω τροφή στα μάτια μου, με την ελπίδα να ξεχάσω, μακάρι και για λίγο, το πρόβλημα που με βασάνιζε. Δεν τύρβαζα περί πολλά, σαν την ανόητη Μάρθα. Εϊχα πια νοιώσει βαθειά, ότι ενός εστί χρεία. Και σ’ αυτό το «ένα» είχα συγκεντρωθεί με πάθος, με αγωνία.

Είχα φτάσει, τον τελευταίο καιρό, στο συμπέρασμα, πως όλο το βάρος κι η πίκρα της ζωής, ερχόταν από το ατομικό «εγώ» μου και την αγιάτρευτη μόνωσή μου. Αυτό το πετσί, που περιέβαλλε το κορμί μου, δέχτης θαυμαστός για εντυπώσεις από τον έξω κόσμο, τόνοιωθα να γίνεται, με τον καιρό και τη συνήθεια, τοίχος αδιαπέραστος. Κι’ απ’ έξω παραμόνευε ο θάνατος, έτοιμος να ορμήσει, ακάλεστος, ν’ αναποδογυρίσει τα πιάτα στο τραπέζι και να σβήσει το φως…

Όλο οτο πρόβλημα στεκότανε στο πως να σπάσει το τσόφλι του το ατομικό «εγώ», να λυτρωθεί ο άνθρωπος που σφάδαζε, δέσμιος, μέσα σ’ αυτό, να ξεχυθεί στα πάντα, να γίνει ένα με το αέναο ποτάμι της ζωής, που με περίζωνε, αυτή τη χαρούμενη αιωνιότητα. Κοντολογής, ήταν, αυτό τον καιρό, μια δέηση, χωρίς τελειωμό, στην ουράνια χάρη, να μ’ επισκεφτεί.

Ψιλόβρεχε, όπως πάντα σχεδόν, σ’ αυτή τη σταχτειά πολιτεία. Ως και την ψυχή του την ένοιωθε κανείς μουσκεμένη. Εϊχα σταθεί, δεν ξέρω γιατί, μπροστά σ’ ένα σκοτεινό μαγαζί, με την επιγραφή «φαρμακείο». Στη μοναδική βιτρίνα του, πάνω σε παλιά κουτιά, ξεθωριασμένα, μέσα σε μια γυάλα, ένα μπαλσαμωμένο φίδι, δάγκωνε την ουρά του.

Μούκανε κάποια εντύπωση, σε λίγο, το είδος της αραιής πελατείας που μπαινόβγαινε. Ήτανε κάτι χλωμά πλάσματα, στεγνωμένα, με ρούχα περασμένης μόδας, συντηρημένα, νόμιζες, σε μουσείο. Είχανε μάτια κουρασμένα και ύφος έξω τόπου και χρόνου. Μα το πιο παράξενο ήτανε πως άντρες, γυναίκες, νέοι, γέροι, παρουσίαζαν αόριστη, μα πραγματική ομοιότητα, σαν πρόσωπα ίδιας φαμίλιας. Κι’ όλοι βγαίνανε με σακκουλάκι αλαφρό στο χέρι, από τριανταφυλλί τσιγαρόχαρτο.

Αποφάσισα να εξιχνιάσω το ψώνιο τους. Μυρουδιά μούχλας μου χτύπησε δυνατά τα ρουθούνια, μπαίνοντας στο μαγαζί. Το κατώφλι που δρασκέλισα μου φάνηκε πως χώριζε το σύγχρονο κόσμο από περισωμένο απομεινάρι του Μεσαίωνα. Η ατμόσφαιρα βαριά, το φως λιγοστό. Κι’ έπρεπε να προσμένεις ν’ ανοίξουν οι κόρες των ματιών, για να ξεχωρίσεις σε κάτι μαύρες μόστρες, βάζα λογιών – λογιών, άλλου καιρού, πούλεγες πως θάχουν μέσα, σίγουρα, σκόνες από κοπανισμένο ύασπι κι’ αιμοστάτη, μπάλσαμο από τ’ αχαμνά των ελαφιών, πλεμάτια αράχνης, αλοιφές από τα ξύγκια του σκατζόχερα κι’ άλλα τέτοια.

*

Ένα γεροντάκι στεκότανε μπροστά σ’ αυτές τις μόστρες ξαστοχημένο απ’ τον καιρό κι’ από το θάνατο. Ωστόσο τα μάτια του μπιρμπίλιζαν, με φλόγα παρά λίγο παιδιάστικη, πίσω απ’ τα χρυσόδετα γυαλιά του. Οι χιονάτες μπαρμπέτες του ξεπέρναγαν το σαγόνι του κι’ άγγιζαν τον τσαλακωμένο του γιακά.

-Μπορώ να κάμω μια ερώτηση; Του είπα.

-Παρακαλώ.

Η ψιλή, σουβλερή φωνή του, καρφώθηκε, σα βελόνα, στο τύμπανό μου:

-Τι παίρνουν οι πελάτες σας, σ’ αυτές τις σακκουλίτσες;

‘Ένα κάκτο κύριε… Σ’ εμάς μονάχα τον βρίσκουν. Τον πρωτόφερε ο παππούς μου από κάποιο μακρυνό ταξίδι. Όταν άνοιξε το φαρμακείο, ήρθε σ’ αλληλογραφία με τον τόπο της παραγωγής. Κι’ από τότε, είμαστε οι μοναχοί αντιπρόσωποι. Οι βοτανικοί τον ξέρουν με τ’ όνομα «εχινόκακτος ουίλιαμσίϊ».

Μια φωνή απόκοσμη αντιλάλησε σα χορδή, πάνω στις κούφιες μόστρες:

-Εμείς τον λέμε ο κάκτος των βασανισμένων.

Γύρισα κατά μέρος της. Πίσω απ’ το σκεβρωμένο λογιστήριο κάποιο απίθανο πλάσμα, ντυμένο γυναίκα, με κοίταξε με μάτια υπνοβασίας. Ηλικίας απροσδιόριστης, έμοιαζε μαδημένο πουλί, με ράμφος βαμμένο σε πολυκαιρινά φαρμάκια.

-Καλά και τι θεραπεύει; Ρώτησα.

-Τον πόθο της φυγής, κύριε,έκανε το γεροντάκι, με τον πιο σίγουρο τόνο του κόσμου.

-Της φυγής από τι;…

Ένα γέλιο ξερό, σαν ν’ ανοιγόκλεινε, ρυθμικά, ελατήριο μετάλλινο, τράνταξε το στήθος του μαδημένου πουλιού:

-Απ’ αυτή την ελεεινή ζωή, κύριε, είπε, σαν απογέλασε.

Κι’ η κερένια μορφή της, πάσχιζε να ισορροπήσει:

-Α, όχι, σας παρακαλώ – της φώναξα με φλόγα. Δεν μ’ αρέσουν διόλου αυτά τ’ αστεία… Δεν επιτρέπω να βλαστημάνε τη ζωή, που ο πρώτος ποιητής της χώρας μου ονόμασε, πολύ σωστά, «μέγα αγαθό και πρώτο»… Όσο άθλια κι’ αν είναι η ζωή αυτή – μιλάω για την εξωτερική άποψη – όχι να φύγει δεν πρέπει κανείς, μα να μπει, μέσα για μέσα, όσο βαθιά του είναι βολετό… Και να τη ζήσει.

-Σύμφωνοι… Σύμφωνοι – έκαμε το γεροντάκι, σαστισμένο απ’ το ξαφνικό μου φούντωμα – κι’ αυτό πετυχαίνουν, ίσα –ίσα οι πελάτες μαςμε τον εχινόκακτο που παίρνουν.

Τράβηξε νευρικά τη τζαμαρία μιας βιτρίνας, κατέβασε βαρύ, πήλινο βάζο, το ξεκούμπωσε κι’ άδειασε μπροστά μου την παράξενη πραμάτεια του. Ήτανε κάτι κεφάλια σαν φραγκόσυκα ξερά, χωρίς αγκάθια. Αλλά ήτανε από τη γη βγαλμένα με τις ρίζες, που κρέμονταν στο κάτω μέρος, ξερές κι’ αυτές σαν ζαρωμένοι σπάγγοι. Κι’ άλλα σκέτα, κομμένα με λεπίδι, λίγο πιο πάνω απ’ τις ρίζες. Το γεροντάκι σήκωνε μια φούχτα, μες στα κοκκαλιάρικα δάχτυλά του, κι’ άφηνε να πέφτουν ένα – ένα στον πάγκο σα νάδειχνε κάτι βαρύτιμο:

-Λίγα γραμμάρια, κύριε, θα σας δώσω τη συνταγή, ένα πολύ απλό εκχύλισμα – έκαμε όλος καύχηση – φτάνει για να μεταφερθείτε, πάνω από στεριές και θάλασσες κι’ αιώνες, χιλιάδες μίλια ή χιλιάδες χρόνια μακρυά… Και να ζήσετε σε πολιτείες όσο παίρνει αλαργινές ή πεθαμένες από αμέτρητα χρόνια. Σ’ αυτά  τα πραγματάκια, που δεν τα πιάνει το μάτι σας, η φύση έδωσε τέτοια απίστευτη εξουσία… Μπορείτε, ακόμα, μ’ αυτόν τον κάκτο, κύριε, να μαντεύετε τα μελλούμενα… να βρίσκετε τα πράματα που σας πήρανε, τα δικά σας ή των άλλων… να μάθετε πως ζουν πρόσωπα που τάχετε για χαμένα ή νεκρά. Θέλω να σας πω ακόμα, κύριε, – και μπορείτε να το πληροφορηθείτε από την πελατεία μας – πως δεν βλάφτει καθόλου την υγείαν, όπως άλλα βότανα ή φάρμακα που δίνουν ορασιές… Μα η μεγάλη του υπεροχή, αντίκρυ σ’ όλα τα μαντικά φυτά, είναι πως δεν σβήνει τη συνείδηση. Μέσα στα πιο εξωτικά οράματα, μέσα σ’ όλες τις μορφές, που ξαπλώνει το είναι σας, τονώνει την προσωπικότητά σας, χωρίς να την αποχαώνει και να την αφανίζει. Μπορείτε να ιστορείτε αυτό που ζείτε και να θυμόσαστε όλα τα καθέκαστα.

Κι’ επειδή τον κοίταζα με υποψίες, πρόστεσε:

-Δεν είμαι αγύρτης, κύριε… Πάρτε μια και μόνη δόση. Να και τη συνταγή για το αφέψημα. Κάμετε απόψε το πείραμα και αύριο μας λέτε.

Έτσι ψώνισα κι’ εγώ την τριανταφυλλιά μου σακκουλίτσα. Βγαίνοντας, άκουσα το μαδημένο πουλί να μου φωνάζει:

-Όταν αδειάσετε το φλυτζάνι, ξαπλωθείτε. Χρειάζεται υπομονή. Δυό ώρες θα προσμένετε, απάνω – κάτω, την ενέργεια. Και… καλή τύχη!…

Ένα καταρράχι, φαλακρό, έρημο, στο μεγάλο βουνό. Αέρας δυνατός. Τρικλίζουμε σα μεθυσμένοι, από την πνοή του κι’ από τη νήστια.

Εδώ και πέντε μέρες μοιράστηκε από μια φούχτα καλαμπόκι. Έτσι λέει κάποιος δίπλα μου. Δεν ακούω τη φωνή του, το βλέπω στον τρόπο που αναδεύει τα χείλια του. Έχουμε στεγνώσει. Όλο το αίμα μας γίνηκε ιδρώτας και χύθηκε σε τούτο το προσκύνημα.

Όμως ακολουθούμε όλοι το Βιραρίκα, βήμα με βήμα, πάνε τώρα δώδεκα μερόνυχτα. Είναι ο μεγάλος προφήτης μας. Γδυτός, όπως τον γέννησε η μάνα του, η Γκάσι, κι’ όπως θα τον κατεβάσουμε στο λάκκο του. Μανιασμένος βαρεί το πετσί, το τεντωμένο στο πήλινο τούμπανο.

Φλόγες τα μάτια του, κρόταλα τα μακρυά, κοκκαλιάρικα δάχτυλά του. Κι’ η φωνή του αντίλαλος από βαθύ πηγάδι, γεμάτο από χορδές οργάνων:

-Κοντά μου ελάτε. Αυτός που δε νήστεψε… αυτός που δε νήστεψε, λέω… αυτός που δεν πόνεσε… δεν πόνεσε πολύ… ποτέ δε θ’ ακούσει τη φωνή του Θεού της φωτιάς, ούτε θα ιδεί τα έργα του.

Παίρνουμε πίσω του τη βουνοπλαγιά, χορεύοντας, τρέμοντας σύγκορμοι, σα φύλλα καλαμιάς στον άνεμο. Οι γυναίκες, φρενιασμένες, μπήγουν κάθε τόσο στριγγές κραυγές. Μα ούτε κι’ αυτές τις ακούω, τις μαντεύω μονάχα. Εξόν από τα γερατειά και τα’ αδύναμα παιδιά, είμαστε όλοι εδώ, η φυλή των Χούι-χολ, πιστοί στο Θεό της φωτιάς και στον Βιραρίκα. Αυτός ξέρει καλά που πάει.

Δρολάπι χαράς μας συνεπήρε, άμα πρωτακούσαμε τα νερά του ποταμού, να βουΐζουνε κάτω, στην πλατειά λάκκα. Σπηλιάδα δυνατή ανέμισαν τα ολόμαυρα, γυαλιστερά μαλλιά. Χιλιάδες χέρια υψώθηκαν, μ’ ανακραυγή:

-Ο Ρίο Γράνδε!

Φάνηκε ο λαμπρός, ιερός δράκοντας, που κουλούριαζε τη φαιδρή χλωρασιά, μ’ ατέλειωτα λυγίσματα. Ο προφήτης πρόσταξε με το τούμπανο να σωπάσουμε. Όλοι πέσαμε μπρούμυτα στη γης, ώσπου ν’ αποσώσει την προσευχή του: Ο Θεός της φωτιάς τούδωσε τέλος το ελεύτερο, να μιλήσει.

…«Περήφανα παιδιά της Σιέρας, φύτρες της παμπάλαιης χώρας, ήρθε η ώρα της ιερής σοδειάς του πεγυότλ. Κοιτάχτε πως λάμπει, μυριοκέφαλο στους όγκους του ποταμού, σκαλισμένο στο ζουμπρούτι. Τρυγήστε το με χέρια και μαχαίρια. Γεμίστε τα σακκκούλια σας με το βοτάνι του ονείρου. Και τραγουδίστε. Ο θόλος τα’ ουρανού, απάνω μας, είναι πιο αλαφρός κι’ από τα μυτερά, τα ψάθινα σκουφιά μας, με το πεγυότλ ελυώσαμε τις αλυσίδες της σκλαβιάς μας και ανεβαίνουμε σαν τον καπνό και σαν το σύγνεφο, που στέλνει τη δροσιά στην ανοιχτή ποδιά της γης, να την πλουμίσει με λουλούδια».

Όλα τούτα τάβλεπα με μάτια σφαληχτά. Το από μέσα κοίλο των βλεφάρων μου είχε γίνει τελάρο προβολής, όπου τ’ ανάλαφρο μεθύσι έρριχνε τις εικόνες του λαχαριστές. Έβλεπα τώρα το μεγάλο μελίσσι να ορμά με ιερή μανία στην άγρια κι’ αυτόματη φυτεία του πεγυότλ, να θερίζει και να ξεριζώνει.

Σηκώθηκα μ’ ένα μούδιασμα σ’ όλο μου το κορμί. Είχε νυχτώσει. Άναψα το φως. Τα μάτια μου πέσανε στο ρόδινο σακκουλάκι, πούτανε τσαλακωμένο πάνω στο τραπέζι, πλάι στο άδειο φλυτζάνι. Οι τοίχοι της κάμαρας, κάστρα πελασγικά, μου πλάκωναν τα στήθια.

Ξαπλώθηκα πάλι στο κρεββάτι κι’ έκλεισα τα μάτια. Μια μεγάλη καλύβα με σκεπή από άχερο. Μπροστά μια φωτιά με φλόγες δυνατές. Ένας άντρας της φυλής μου, μεγαλόσωμος, τράβηξε το σπαθί, απ’ το θηκάρι. Κι’ άρχισε να σαλτέρνει σαν το αλάφι και να δίνει στον αέρα μεγάλες, κυκλωτές σπαθιές.

Άνοιξα γλήγορα τα μάτια. Δεν μ’ άρεσε καθόλου αυτός ο ρέμπελος ρυθμός, πούπαιρναν οι ορασιές. Ακολουθούσαν τη ροή τους, χωρίς να μπορώ να την αλλάξω. Μ’ έσερναν σκλάβο πίσω τους.

Ένοιωθα την ανάγκη, επιταχτική, να βρω τον τρόπο να τις εξουσιάζω, να τους δίνω κατεύθυνση και νόημα.

Πήγα στο παράθυρο. Νύχτα υγρή και σκοτεινή. Και, μέσα σ’ αυτή, το ερώτημα της ψυχής μου: Ο δρόμος πούπαιρνα έφερνε τάχα στο λυτρωμό ή στον αφανισμό μου; Δεν μπορούσα να ξέρω τίποτα. Έβλεπα μονάχα πως είχα και πάλι να παλέψω.

ΙΙ. ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΒΙΡΑΡΙΚΑ

Η πολιτεία ξημερώθηκε με φως μουντό. Τα σύγνεφα σέρνανε τις κοιλιές τους στις στέγες. Όλα στάζανε. Τα κεραμίδια, τα τζάμια, οι καστανιές της δεντροστοιχίας…

Ένοιωθα τα νεύρα μου πειραγμένα. Μα δεν υπάρχει άγγελος φτερωτός, να σκίσει, με δυνατή σπαθιά, τα σύγνεφα, να λάμψει ο ήλιος;

Στο μούχρωμα της κάμαράς μου με τρομάζει, μα για μια στιγμή, ένα πυραχτωμένο μάτι Κύκλωπα, που παραμονεύει απ’ τη γωνιά την κάθε κίνησή μου. Ανανογιέμαι πως είναι η σομπίτσα του ηλεκτρικού, πούκαιγε μάταια όλη νύχτα, γιατί το καμαράκι μου, στη σοφίτα, έμπαζε από παντού.

Δεν μπόρεσα ποτές να βρω αυτές τις τρύπες. Πρέπει νάτανε μεγαλούτσικες, γιατί, στις άγριες παγωνιές, άμα το χιόνι έντυνε στα κάτασπρα την πολιτεία, γλυστρούσαν μέσα τα πουλάκια, να φυλαχτούν. Ξεθαρρεύονταν, φτάναν ως το κρεβάτι μου, τρύπωναν στα ρούχα μου για λίγη ζεστασιά. Έναν κοκκινολαίμη τον έπιανα με το χέρι μου και τον φώλιαζα στη μασκάλη μου. Το πούπουλό του ήταν απαλό, σαν το δέρμα της Γιόλας, της μικρής μου Γιόλας, που τη νανούριζα γλυκά, εδώ και δυό χρόνια…

Άρχισα να ντύνομαι βιαστικά. Θα πήγαινα, γραμμή, στο “φαρμακείο”, να μιλήσω για πολλά πράγματα μ’ αυτό το γεροντάκι με τις χιονάτες φαβορίτες, που μούχε δώσει το πεγυότλ. Η ψυχή κυμάτιζε, όλη αγωνία, στα μεγάλα “γιατί”. Κάθετο, πελώριο, στεκότανε μπροστά μου το παγερό φάντασμα του θανάτου.

Μια νύχτα μούχε χτυπήσει ξαφνικά την πόρτα. Πως να κοιμήθηκε, την πρώτη αυτή νύχτα, η μικρή μου Γιόλα, ολομόναχη, μεσα στα κρύα χώματα; Ήτανε τόσο λεπτοκαμωμένη, τόσο ριγηλή… Ανατρίχιαζε σαν τη θάλασσα, στην ελάχιστη πνοή. Δεν εύρισκε το τροπικό κλίμα που της ταίριαζε, παρά στη φλόγα της καρδιάς μου.

Κι’ ήρθε και μου την πήρε. Κουρσάρος μανιασμένος, φούχτιασε τα τετράξανθα μαλλιά της και την πήρε. Μάταια σπάραζα, στην ερημιά της νύχτας: Που την τραβάς; Αυτά τα μαλλιά είναι της νιότης μου η χρυσαφιά παντιέρα.

Μάταια όλα… Μου την πήρε. Κι’ η καρδιά μου, άλικο πουλί, με σπαραγμό φτερούγιζε από τότε, πάνω από τη μαύρη άβυσσο που μας χωρίζει. Η επανάσταση βογγούσε βαριά μέσα μου. Πως γίνεται, Μεγαλοδύναμε; Το ξέρετε, πως, όταν βγαίναμε στην εξοχή, το ξανθό μελίσσι χυνόταν πίσω της, χαρούμενα βομβίζοντας; Τη θάρρευε λουλούδι και την ακολουθούσε, να τρυγήσει μέλι από τα χείλη της. Πως γίνεται, να βάζετε τώρα τα σκουλήκια να βοσκούν, σ’ αυτά τα σπλάχνα, που ακόμα χτες ο έρωτας ιερουργούσε;

Αυτός ο γέρος με τις φαβορίτες… Αν ήξερα τον τρόπο… Αν μπορούσα να διευθύνω αυτές τις ορασιές που δίνει ο εχινόκακτος. Θάτανε ίσως βολετό να ξαστερώσω τα μυστήρια, ρίχνοντας φτερωτό γεφύρι ανάμεσα ζωή και θάνατο.

*

Μια μπλαβιά καταχνιά είχε καθίσει στα δρομάκια της πολιττείας. Ίσκιοι, φευγάτοι από κακά ονείρατα, πέρναγαν οι ανθρώποι βιαστικοί, σα νάτανε να φτάσουν κάπου αλλού, παρά στο μνήμα τους. Μπήκα στο φαρμακείο μουσκεμένος:

-Καλημέρα σας…

Δυό φωνές αποκρίθηκαν στο χαιρετισμό μου. Το γεροντάκι έσιαξε τα χρυσόδετα γυαλιά στη μύτη του, μ’ αναγνώρισε και με δέχτηκε με γέλιο σουβλερό, σα νάτριβε ατσαλένια αιχμή πάνω σε γυαλί:

-Ε, λοιπόν… τις εντυπώσεις σας!…

-Έβρασα το πεγυότλ… έκαμα το αφέψημα κατά τη συνταγή σας…

-Το συμπέρασμα, είπε το γεροντάκι, σίγουρο για το εμπόρευμά του.

-Βρέθηκα σε κάποια χώρα… το Μεξικό πιστεύω… με την παλιά φυλή των Χούι-χολ… κατά τη Σιέρα Μάδρε… Παραστάθηκα στον τρύγο του πεγυότλ… Και προσευχήθηκα μαζί τους στο θεό της φωτιάς… Μα πρέπει να σας πω… εμένα δε μ’ αρέσουν αυτά τ’ άσκοπα ταξίδια…

Απόκοσμη φωνή εξήγησε:

-Είναι, κύριε, το παράπονο των πρωτάρηδων!…

Ήτανε το μαδημένο πουλί, που μιλούσε, πίσω απ’ το σκεβρωμένο λογιστήριο, αυτό το πλάσμα το αλλόκοτο, που δεν είχε της γυναίκας παρά μονάχα τα φουστάνια:

-Και πάλι – πρόστεσε – σταθήκατε τυχερός. Όσοι πρωτοπίνουν το πεγυότλ δε βλέπουν παρά μονάχα χρώματα… μα κάτι χρώματα που δεν υπάρχουνε στη φύση… τόσο παράξενα και τόσο λαμπρά, που ξεφωνίζουν από κατάπληξη και θαυμασμό… Τα δράματα έρχονται ύστερα… Σ’ εσάς άρχισαν από την πρώτη δόση… είναι καλό σημάδι. Θα προχωρήσετε…

-Δεν είχα καμιά δουλειά στο Μεξικό, είπα νευριασμένος.

-Πρέπει να σας εξηγήσω, κύριε – μπήκε στη μέση το γεροντάκι – από τις πιο χαρακτηριστικές ιδιότητες του εχινόκακτου είναι πως τα πρώτα οράματα που δίνει σχετίζονται πάντα με το φυτό του. Σας πήγε, λοιπόν, να δείτε που φυτρώνει και πως το μαζεύουν οι πιστοί του.

Κι’ ανάμεσα στο σουβλερό του γέλιο πρόστεσε με λάμψη πονηρή στα μάτια:

-Έχει κι’ αυτός, φαίνεται, σαν όλους τους προφήτες, το ελάττωμα να περιαυτολογεί λιγάκι στην αρχή… Μα θα περάσει αυτό. Πρέπει νάχετε μαζί του κάποια υπομονή.

-Δεν ξέρετε με τι τρόπο μπορεί κανένας να κατευθύνει αυτές τις ορασιές;

Τα μάτια του γέρου σα να λειώσανε τα τζάμια, βγήκαν έξω απ’ το χρυσό δέσιμο των γυαλιών του και στηλωθήκανε πάνω μου ιταμά. Κι’ από το σκεβρωμένο λογιστήριο το μηχανικό χαχανητό έκαμε να δονηθούν οι μαύρες μόστρες:

-Μεγάλες φιλοδοξίες έχετε, βλέπω – έκαμε το μαδημένο πουλί με την απόκοσμη φωνή του – κι’ ακκόμα δεν αρχίσατε… Δεν ξέρουμε να υπάρχει κανένας τέτοιος τρόπος… Ωστόσο αν βάλετε στο νου σας κάτι δυνατά, μα πολύ δυνατά, έτσι που να το νοιώσετε σαν πυρωμένο καρφί στο μυαλό σας… τότε μπορεί… και πάλι όχι πάντα.. Είναι, για να σας δώσω να με καταλάβετε, όπως αν συλλογιόσαστε ή αν θέλετε κάτι πολύ, το βλέπετε στ’ όνειρό σας…

-Μιλάτε σαν κάτι να ξέρετε… σα να παίρνετε η ίδια το πεγυότλ…

Έσκυψε το κεφάλι, σα ντροπιασμένη:

-Κάπου – κάπου είπε, με φωνή αλλαγμένη – γιατί σας φαίνεται παράξενο; Φαίνομαι τόσο ευτυχισμένη;

Το γεροντάκι αποφάσισε να μιλήσει:

-Υπάρχει ένας τρόπος θετικός, κύριε – έκαμε, τρυπώντας το ακουστικό μου τύμπανο – να διευθύνετε από πριν τα οράματα του πεγυότλ…

-Ποιος; ρώτησα μ’ αγωνία.

-Η μουσική… Κάποιοι πελάτες μας βεβαιώνουν ότι, αν ακούσουν ένα κομμάτι, την ώρα πούχουν πάρει τον εχινόκακτο, βλέπουν τις μουσικές φράσεις μετουσιωμένες σ’ οράματα.

-Αυτό το παιχνίδι δε μ’ ενδιαφέρει – είπα σχεδόν απότομα – γεμίστε μου ένα σακκουλάκι. Θα κοιτάξω, αν μπορώ μονάχος μου να βρω το μυστικό.

Πλήρωσα και βγήκα βιαστικός, ανυπόμονος να συνεχίσω τα πειράματα.

*

Στην κάμαρά μου τίποτα δεν έφεγγε πια έξω από το πυραχτωμένο μάτι του Κύκλωπα, που στυλώθη απάνω μου. Άναψα φως, ετοίμασα, πήρα τη δόση, ξαπλώθηκα στο κρεβάτι, σταύρωσα τα χέρια.

-Γιόλα… Μικρή μου Γιόλα… – έκραξε κάποιος μ’ απόγνωση κι’ αναστενάγματα μεγάλα, σα μπεντουΐνος στην έρημο, πούχει αποκοπεί από το καραβάνι.

Απ’ τις κραυγές τρίζανε τα τζάμια. Κάτι θερμό και υγρό μου θόλωνε τα μάτια. Τάκλεισα, πασκίζοντας να γαληνέψω. Κάτι σαν παγώνι τεράστιο, με τα πόδια στη γη και την ουρά του ανοιχτή στα ουράνια, πήρε ν’ αλλάξει μπρός μου τους πιό αναπάντεχους χρωματισμούς. Από ένα γαλαζοπράσινο, μεταλλικό, π’ άστραφτε σα νάσπαζαν απάνω του οι αχτίδες από δέκα ήλιους, περνούσε σ’ ένα μπλέ του “μη με ξεχνάς”, μα ζυμωμένο με τόσο φως και τόσο διάφανο, τόσο απίστευτα λαμπρό, που φάνταζε παραμυθένια φεγγαρονυχτιά, όμως από πανσέληνο, που κάποιος είχε κλείσει σε κρουσταλλένιο γλόμπο ουρανί.

Κι’ ύστερα, ξαφνικά, ήρθε σε τόνους πορτοκαλίούς, τόσο καθάριους, άπιαστους, κι’ αιθέριους, που νόμιζες πως είχαν ξεπηδήσει από το μαγικό κουτί πούναι κλεισμένες οι άυλες  ιδέες των χρωμάτων κι’ έδειχναν, αθέμιτα, για πρώτη φορά, την παρθενιά τους σε μάτι ανθρώπινο.

Ένοιωθα τέτοιαν ηδονή, μ’ όλο μου το κορμί, σ’ αυτά τα χρώματα π’ αλλάζανε μπροστά μου ωστόσο χωρίς κανένα νόημα, που λίγο έλειψε να ξεχαστώ και ν’ απομείνω σαν τους χαζούς, που βλέπουνε, στα πανηγύρια, στο φακό, ν΄ αλλάζει το πανόραμα εικόνες. Άνοιξα τα μάτια και τινάχτηκα ορθός:

Ά όχι – άκουγα τον εαυτό μου που μονολογούσε – να μου λείπουνε τα χρώματα… αυτά τ’ ανάξια δολώματα, που ρίχνεις στις αισθήσεις, να ξεγελάς και να σκλαβώνεις. Η πονεμένη μου καρδιά πεινάει γι’ αλήθεια… Σκληρή, απάνθρωπη, ό,τι και νάναι… Μάγε, απόψε δεν θα μπορέσεις να με ξεγελάσεις μ’ αυτές τις γοητευτικές σου επιφάνειες. Γυρεύω να φανερωθείς με την πραγματική μορφή σου. Που είν’ η Γιόλα; Τι την έκανες τη μικρή μου τη Γιόλα; Τι θα με κάνεις αύριο κι’ εμένα; Τι τις κάνεις όλες αυτές, τις αναρίθμητες μορφές, που συντρίβεις κάθε στιγμή;

Το πυραχτωμένο μάτι του Κύκλωπα με κοίταζε τώρα, σκουντουφλό, μ’ έκφραση αποδοκιμασίας. Ένοιωθα να με δουλεύει ο παροξυσμός. Ένοιωθα πως ζύγωνα σε εκείνη την άξενη περιοχή, που σπάζει όλα τα ελατήρια και τις ροδίτσες στο μηχάνημα του λογισμού. Κουράστηκα, περπατώντας πάνω κάτω, μέσα στην κάμαρη. Ξαπλώθηκα πάλι, έκλεισα τα μάτια. Αν βλαστήμησα, συχώρα με.

*

Ένας κάμπος, μια καλύβα μοναχική, με ψηλή αχεροσκεπή. Κάπου την έχω ξαναϊδεί αυτή την καλύβα. Μα που; Ωστόσο πορεύομαι αποφασιστικά σ’ αυτή, σα νάχω κάποια δουλειά πολύ σπουδαία να τελειώσω εκεί. Μα ποια; Ο κάμπος είναι θεόγυμνος, ξουριασμένος ως πέρα, μακρυά, στα ριζά του βουνού, που τινάζει ψηλά, κατά τον ήλιο, την κορφή σκεπασμένη με χιόνια.

Το λιοπύρι έχει αποκαρώσει τα πάντα. Τίποτα δε σαλεύει στον απέραντο κάμπο, ούτε άνθρωπος, ούτε άλλο ζωντανό κανένα. Και πράμα παράξενο, το κάθε πάτημα, έχει δυνατό απόηχο, σα νάναι από κάτω, κούφια η γη.

Ζυγώνοντας κάπως στην καλύβα, ξεχώρισα, ξέμακρα κάτι άλλες μικρότερες:

-Τα σπίτια του θεού, σα ν’ ακούστηκε μια φωνή. Αυτού μένουν  κι ετοιμάζονται, όσοι θέλουν, μια μέρα, να τον αντικρύσουν. Αυτού θ’ απαντήσεις ανθρώπους, π’ αρνήθηκαν τον κόσμο, πούχουνε κλειστεί, από χρόνια… π’ άσπρισαν τα μαλλιά τους… και μήνυμα δεν τους ήρθε ακόμα.

Τράβηξα στην πρώτη απ’ αυτές τις καλύβες. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη. Κοίταξα μέσα. Γυμνά όλα. Ένας άντρας, από τη φυλή των Τεπεχουάνων, αν κατάλαβα καλά, γυμνός κι αυτός, καθιστός κατάχαμα, σταυροπόδι, ασάλευτος σα φυτεμένος. Το πετσί του κολλημένο στα κόκκαλα, η μορφή του νεκροκεφαλή, τα γένια του, καταρράχτης, σκεπάζανε τα σταυρωμένα του χέρια.

Θα τον έλεγες πεθαμένο από αιώνες, μια μούμια, που ο αέρας θα τη σκόρπαγε με την πρώτη πνοή. Μα είχε κάτι, που τον έδειχνε ζωντανό, δυνατά ζωντανό, τα μάτια του. Σ’ αυτά ήταν συγκεντρωμένο: όλο το είναι του. Υπέρμετρα μεγάλα, στηλωμένα μακρυά, πέρα, σε κάτι απέραντο, που αντίκρυζαν. Σε λίγο είδα πως και τα χείλη ήτανε ζωντανά. Σάλευαν σε φθόγγους που δεν ακούγονταν.

Γύρω τους ήτανε χαραγμένος ένας τέλειος άσπρος κύκλος. Δε φάνηκε νάνοιωσε την παρουσία μου. Με κυρίεψε κάποιος φόβος στο αντίκρυσμα του ανθρώπου που βρισκότανε τόσο κοντά μου κι’ όμως έλειπε ποιός ξέρει σε ποιους μακρυνούς τόπους. Ωστόσο, άμα τον ζύγωσα, ο σκοπός μου σαν να ξαστερώθηκε με μιας:

-Γέροντα – είπα δειλά – γυρεύω την καλύβα του Βιραρίκα…

Ακούγοντας φωνή του κόσμου σα ν’ ανατρίχιασε:

-Στο δεξί σου χέρι – έκαμε σαν μέσα σ’ όνειρο. Μ’ αν είσαι απ’ τη φυλή των Ταραχουμάρων… και σ’ έφερε απ’ το βουνό η πονηριά μονάχα… μια κρύα και κολασμένη περιέργεια… καλύτερα να μη ζυγώσεις… θα μετανοιώσεις πικρά.

– Είμ’ ένας πονεμένος, γέροντα.

– Αν λες αλήθεια, τότε πήγαινε άφοβα σ’ αυτόν…

*

Άμα μπήκα στη μεγάλη καλύβα, τη μοναχική, καταμεσής του κάμπου, το πρώτο πράμα που είδα ήτανε δυό μάτια πρασινωπά που φωσφορίζανε στην απάνω, σκοτεινή γωνιά: Ήτανε κάποιο αγρίμι, μα δε μπορούσα να ξεχωρίσω τι.

-Μη φοβάσαι – είπε ήσυχα ο προφήτης – αυτό τρέμει περισσότερο από σένα, γιατί ξέρει καλά τους ανθρώπους.

Καθότανε πάνω στο πήλινο τούμπανό του, γυμνός με το σφιχτοδεμένο του κορμί, όλο μούσκουλο, ατσαλωμένο από την άσκηση, σαν την ψυχή του.

-Τι γυρεύεις από μένα; – ρώτησε, παίρνοντας έκσραση αυστηρή, σχεδόν εχθρική – μα… πρόσεχε, ψευτιές δε θέλω… την αλήθεια…

-Δυό λόγια γυρεύω… Δυό λόγια μονάχα. Είμαι μια ψυχή σ’ αγωνία… Τι νόημα έχει αυτός ο κόσμος; Τον βλέπω όπως ο φυλακισμένος πίσω απ’ τα σίδερα… Τι γιορτάσι ατέλειωτο… Και τι ξένο για μένα… Τι ξένο για τον καθένα… Όνειρο φευγαλέο, που σβήνει σ’ αιώνια σκοτάδια…

Με κοίταξε με συμπόνια, πούχε μιαν απόχρωση καταφρονετική:

-Κάτσε – μου είπε, σαν πειραγμένος – ήσουνα μαζί μου όταν τρυγούσαμε το πεγυότλ… Μα δεν κατάλαβες τα λόγια που άκουσες. Δεν πιστεύεις σωστά στο θεό της φωτιάς…

Κάθισα κατάχαμα. Τα πράσινα μάτια του αγριμιού φωσφόριζαν αντίκρυ μου, σαν αγριεμένα:

-Απ’ όλα τα πράματα που δεν υπάρχουν, αυτό που δεν υπάρχει περισσότερο είναι ο θάνατος – είπε ήσυχα, ο προφήτης – το πεγυότλ τον έχει νικήσει. Όποιον πιστεύεις για νεκρό, μπορεί να σου τον φέρει ζωντανό μπροστά σου. Να τον δεις… ν’ ακούσεις τη λαλιά του…

-Βιραρίκα – φώναξα – μεγάλε μας προφήτη! Αν αυτό είν’ αλήθεια… αν δεν είναι παραμύθι, που η συμπόνια σου έχει πλάσει για παρηγοριά των ανθρώπων!

-Μιλάς σα νάχεις χάσει αγαπημένο πρόσωπο.

-Πάνε δυό χρόνια που την έθαψα τη μικρή μου Γιόλα… Η μαύρη γης την έχει κατακλύσε, Βιραρίκα. Και το πιο φριχτό απ’ όλα είναι πως τόχω συνηθίσει. Σπάσε, μεγάλε μας προφήτη, τα σίδερα της φυλακής μου… Λύτρωσέ με, να ξεχυθώ στα πάντα… κι’ αν βρίσκεται κάπου, όπως λες… όπου και νάναι… να πάω να τη σμίξω… κι’ αιώνια να μείνουμε μαζί…

Σηκώθηκε, σαν νάτανε να βγεί για πόλεμο:

-Απόψε – είπε – θα τη δεις… Και θα μιλήσετε.

*

Σ’ ένα μικρό αγγειό, κρεμασμένο στη φωτιά με τρεις αλυσίδες, είχε αποβράσει ο εχινόκακτος. Είχε πάντα έτοιμο το πιοτό, για κάθε χρεία της μαγείας και της προφητικής του. Ρούφηξε κάμποσο. Ξεθηκάρωσε το σπαθί του κι’ άρχισε να χορεύει.

Πάλευε με τα ενάντια πνεύματα, που είχαν αθέατα ορμήσει στην καλύβα, να ματαιώσουν το σκοπό του. Ορμούσανε να τον σπαράξουν, τ’ απόφευγε με σάλτους φοβερούς, τα χτύπαγε με κυκλωτικές σπαθιές. Και το αγρίμι, βλέποντάς τον ν’ αγωνίζεται τόσο σκληρά, να λαχανιάζει, ν’ αφρίζει, να ιδρώνει, χυμούσε κι’ αυτό ουρλιάζοντας και πήδαγε στον αέρα, να σπαράξει τους αόρατους εχθρούς.

Αυτό βάσταξε ώρες, ώσπου τα μάτια του πήρανε λάμψη απόκοσμη και κάτι σαν σπασμός έδωσε στη μορφή του έκφραση τραγική. Ήταν άλλος τώρα, ένα πια με το θεό της φωτιάς. Το κάθε μούσκουλό του σπάραζε ρυθμικά, μα επί τόπου. Οι μεγάλες κινήσεις σβήσανε. Ήταν η έκσταση:

-Ήρθε – μου είπε, μ’ αφρισμένο στόμα και φωνή αλλαγμένη – πάμε!

Φούχτιασε το μπράτσο μου μ’ ατσαλένια δάχτυλα και με τράβηξε πίσω απ’ την καλύβα, στα χείλη του μεγάλου πηγαδιού:

-Εδώ – είπε ξέψυχα – κοίτα!

Και σωριάστηκε, ανασαίνοντας γοργά. Το αγρίμι ζύγωσε και τούγλυφε τα χέρια. Έσκυψα στο πηγάδι. Η πνοή μου κόπηκε. Το πρόσωπο της Γιόλας σελάγιζε στο νερό σ’ όλη την ομορφιά του:

-Γιόλα! – φώναξα.- Μικρή μου Γιόλα… Είσ’ εσύ; Δεν με γελούν τα μάτια μου;

-Ναι… Είμαι αυτή π’ αγάπησες.

-Μα… η φωνή σου…

-Είναι η δική μου, η αληθινή φωνή. Εϊμαι αυτή, σου λέω, π’ αγάπησες και που δεν την είχες ποτέ… γιατί αυτό είναι αδύνατο… Είχες την άλλη… τη χοντροκομμένη μου εικόνα, τη χειροπιαστή…

-Γιόλα, μικρή μου Γιόλα, δε σε καταλαβαίνω… Πού βρίσκεσαι αγάπη μου; Πού είσαι; Ξαστέρωσέ μου το τρανό μυστήριο. Τι είναι αυτός ο κόσμος, που μ’ άφησες, μονάχο μου, να παραδέρνω;

-Είναι μια εικόνα χειροπιαστή, χοντροκομμένη, σαν κι’ εμένα, όταν μ’ αγκάλιαζες και με φιλούσες… Και δική σου δε θα γίνει ποτέ, όσο δε θα μάθεις, μέσα στο χειροπιαστό, να νοιώθεις το αόρατο… μέσα στη διαβατική καρικατούρα τον κόσμο της αιώνιας αλήθειας και της ομορφιάς που βρίσκομαι… Γαλήνεψε, αγάπη μου… Άμα γυμνάσεις την ψυχή σου, στ’ όνειρο θ’ ανταμωθούμε.

Άθλιο, μαύρο σύννεφο, έσβησε το θείο σελάγισμά της! Ο Βιραρίκας είχε ρθεί στον εαυτό του:

-Πως θα στο πληρώσω, μεγάλε μας προφήτη, το αποψινό;

-Μια είναι η πληρωμή μου εμένα: Να πιστεύεις και να ελπίζεις.

Άνοιξα τα μάτια. Γλυκειά γαλήνη σα νάχε κατέβει στην καρδιά μου. Μα δεν ήτανε παρά μια στιγμή. “Να πιστεύεις και να ελπίζεις”. Όμως σε τι; Και από τι; Η βροχή χτυπούσε τα παράθυρα μ’ ανεξήγητη οργή.

ΙΙΙ Η ΑΝΝΑ ΒΑΝ ΚΑΛΜΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΑΝΟ ΤΗΣ

Την άλλη μέρα (ή την παράλλη, δε θυμάμαι καλά) γνωρίστηκα με την πρώτη πελάτισσα. Η αιώνια κουβέντα για τον εχινόκακτο είχε ανάψει, όταν μπήκε στη μέση. Είχε φωνή πολύ δροσερή για την ηλικία της. Κουδούνισε με πάθος αυτή τη φράση:

-Μάλιστα… Το παν είναι να πιστεύετε… Σας το λέω εγώ!…

Μου την παρουσίασαν.

-Η κυρία Βαν Κάλμιν.

-Χαίρω πολύ.

Φαινόταν ύπαρξη βυθισμένη. Αόρατα, φοβερά βαρίδια κρέμονταν στη φούστα της ολοτρόγυρα, την τραβούσανε κάτων, να βουλιάξει να πάει στον πάτο. Αμερικάνα, είπε κάποια στιγμή – καταγωγή Ολλανδέζικη. Πως βρισκότανε σε τούτη τη σταχτειά πολιτεία; Δεν ήταν ανάγκη να το πει. Ένοιωθες ένα φύκι, που τ’ άρπαξαν από τον ύφαλο βράχο, φουρτούνες μεγάλες κι’ απανωτές, για να το ρίξουν σε περιγιάλια μακρυνά, χιλιάδες μίλια. Διάβαζες περιπέτειες στις βαθιές ρυτίδες της μορφής της, όπως στη φλούδα πολυδαρμένου δέντρου την ιστορία του.

Μάτια παράξενα σ’ απόχρωση μολυβιά, ό,τι να κοίταζαν το τύλιγαν με βελούδο. Κάποια χνάρια παλιάς ομορφιάς της απόμεναν. Και κάτι νεανικό στο σύνολο, σαν αεράκι ανοιξιάτικο, που πνέει σ’ ερείπια. Ο άσπρος λαιμός της, που τώρα φορούσε γιορντάνι από ρυτίδες, σα να διατηρούσε ακόμα τις λάμψεις απ’ τα χοντρά ζουμπρούτια και τα μαργαριτάρια, που τον είχανε στολίσει. Και στα μακρυά δάχτυλα των χεριών της σαν να πεταλούδιζαν ακόμα, θερμά και τρυφερά, τα φιλιά των ιπποτών της.

Πάσχισα να εξιχνιάσω τη γιατριά ποιανού κρυφού της πόνου είχε γυρέψει από το πεγυότλ. Ήταν αόριστη στις αποκρίσεις. Κάποια στιγμή έκαμε, χαμογελώντας αγαθά:

-Μα δεν ξέρετε, λοιπόν, πως είναι ο κάκτος των βασανισμένων;

Φεύγοντας μ’ ερώτησε αν ευκαιρούσα να την συνοδέψω. Ήθελε να μιλήσουμε. Την ακολούθησα. Μπήκαμε σ’ ένα ταξί που περνούσε:

-Πού πάμε;

-Σ’ αυτό το κολλέγιο, που μένω… Είναι ήσυχα εκεί. Θα μπορέσουμε να τα πούμε.

Πρόσεξα τα μαλλιά της. Ούτε άσπρα, ούτε ξανθά, θύμιζαν κάτι φυτικό, κλωστές λινάρι ξασπρισμένο. Στεφάνωναν την απίθανη μορφή της, σαν φευγάτη από κάποιο πίνακα του Βαν Γκόγκ. Είχαμε μπεί στα στενά δρομάκια της παλιάς πολιτείαζς, που οι τοίχοι, αιώνια νοτισμένοι, έχουνε λειχήνες. Πού και πού, από τα ψηλά, σιδερένια κάγκελα κάποιας εκκλησιάς τίναζαν οι φυλλωσιές τα πράσινα ορμητικά συντριβάνια τους, σα να θέλανε να λυτρωθούν απ’ τη σκλαβιά.

Σταματήσαμε μπροστά σε κάτι τέτοια κάγκελα. Περάσαμε μεγάλο προαύλιο, στρωμένο χαλίκι, τραβήξαμε στην πίσω μεριά του χτιρίου, που στεκότανε στη μέση, σκουντουφλό, σ’ ατμόσφαιρα επίσημης λησμονιάς, τέλος ανεβήκαμε από κάτι μαρμαρένια σκαλιά, στο σπιτάκι της:

-Εδώ έχω αράξει – μου είπε, βάζοντας το κλειδί στην πόρτα – είναι η κατοικία μου… Κάνω την παιδαγωγό χωρίς νάχω την παραμικρή ιδέα…

Μπήκαμε σε μια κάμαρη απλκόχωρη και πεντακάθαρη, μ’ ασκητικό αέρα, σαν κελλί καλόγριας. Το μόνο έπιπλο που φάνταζε (γιατί έπιανε και πολύ τόπο), ήταν ένα παλιό πιάνο  με ουρά. Καθίσαμε στον καναπέ, από μαύρη δρύ,, λουστραρισμένη,πού θα την έπαιρνες για έβενο:

-Είναι καλό να ξέρει κανείς ένα όργανο – είπα, για να κόψω τη στενάχωρη σιωπή – μπορεί να ξεσπάζει…

-Λέτε για το πιάνο;  – έκανε μ’ αινιγματικό χαμόγελο – Δεν ξέρω καθόλου… Δεν έμαθα ποτέ…

-Μα τότε…

-Αυτό το πιάνο δεν είναι δικό μου, κύριε… Το βρήκα εδώ… Ανήκει στο κολλέγιο… Είναι το όργανο που γυμνάζεται η παιδαγωγός στα κομμάτια της δουλειάς της. Μ’ έχει κάμει να περάσω νύχτες αγρύπνιας και μαύρης αγωνίας. Γι’ αυτό σας έφερα εδώ. Θέλω να σας ιστορήσω μερικά περιστατικά, που μπορεί να σας βοηθήσουν να βρείτε τον δρόμο σας…

Άρχισα να υποπτεύομαι το μυαλό της. Πήγαινα να πιστέψω πως αυτό πούλεγε “κολλέγιο”, ήτανε κάποια κλινική:

-Μια πνοή ανέμου, κύριε, σάρωσε, μέσα σε λίγα λεπτά, μια νύχτα, τον άντρα, τα παιδιά, το σπίτι, τα πλούτη, την ευτυχία, τη ζωή μου – μια δυνατή πνοή ανέμου… ένας τυφώνας, εκεί μακρυά, στην άλλη άκρη του ωκεανού – έτσι άρχισε να ιστορεί – κι’ εγώ, που είχα γλυτώσει, καταριόμουν την τύχη μου… Γιατί έπρεπε να πάω μαζί τους.

Σταμάτησε, για μια στιγμή, κοιτάζοντας, απ’ το μεγάλο παράθυρο, την πολιτεία και το ποτάμι, που κυλούσε κάτω απ’ τα παλιά, μαρμαροπελέκητα γεφύρια.

-Δεν έχει κανένα διαφέρο για σας – συνέχισε – το πως βρέθηκα εδώ. Ξένη, ολομόναχη, απροστάτευτη, και δεν είχα συνηθίσει στη στέρηση. Τότε είδα, σε κάποια εφημερίδα, πως θέλανε παιδαγωγό, σ’ αυτό το κολλέγιο των προτεστάντηδων… παρουσιάστηκα, δέχτηκα τη θέση και υπόγραψα ένα χαρτί, χωρίς καλά – καλά να το διαβάσω. Την άλλη μέρα μου είπαν πως έπρεπε να παίζω στο πιάνο διάφορα κομμάτια για τη γυμναστική των κοριτσιών, για τα βαδίσματά τους στο περιβόλι και για τους χορούς. Πήρα τα τετράδια με τις νότες, γύρεψα μια μικρή προθεσμία τάχα να τα περάσω κι’ ανέβηκα σ’ αυτή την κάμαρη. Η ψυχή μου ήτανε σ’ αγωνία. Θα μ’ έδιωχναν σίγουρα. Θα ξαναγύριζα στη μιζέρια, στην πείνα, στον τουρτουρισμένο ύπνο κάτω απ’ τα γιοφύρια… σ’ άλλες δεινοπάθειες και ξεφτελισμούς, που δε θέλω ν’ αναφέρω. Μέσα στην απόγνωσή μου άκουσα μια φωνή. Δεν ήτανε καμιά παραίσθηση, κύριε. Την άκουσα με τ’ αυτιά μου καθαρή, σαν αντίλαλο καμπάνας… Έλεγε τ’ όνομά μου… “Άννα Βαν Κάλμιν!… Άφοβα πήγαινε στο έργο σου… Πίστευε ότι θα μπορέσεις. Θα μπορέσεις γιατ’ είμαι μαζί σου!…”

Ξαφνικά γύρισε κατά το μέρος μου: Τα μολυβόχρωμα μάτια της είχανε πάρει, στο ανάβλεμμά τους φως αναπάντεχης ζωντάνιας:

-Πιστεύετε στα θαύματα; – ρώτησε, σαν να πρόσμενε την απόκριση για να δικάσει.

Δεν θέλησα να πω κάτι αζύγιαστο, προτίμησα να σωπάσω.

-Να πιστεύετε έκαμε, σ’ έξαψη, πούβαψε τα μάγουλά της ολοπόρφυρα – ο κόσμος δεν εξηγιέται χωρίς αυτά: Ενώ σ’ αυτό το πιάνο, που βλέπετε, δεν μπορώ να παίξω τίποτα, – δεν μπορώ να πιάνω ούτ’ ένα σωστό ακκόρντο, – στο άλλο, κάτω, άμα η ώρα ερχόταν… εκτελούσα, χωρίς να ξέρω… χωρίς νάχω μάθει ποτέ… ότι κομμάτι μου ζητούσαν… σονάτες δύσκολες… και συνθέσεις δικές μου, κάθε φορά καινούργιες.

Πρέπει κάτι να διάβασε στα μάτια μου γιατί σηκώθηκε σαν θυμωμένη:

-Ξέρω πολύ καλά τι λέτε μέσα σας… Πρόκειται για τρελλή Έ, λοιπόν, όχι, κύριε!… ΤΟ μυαλό μου είναι στη θέση του. Πίστεψα στο θαύμα με όλη μου την ψυχή. Και είδα την εκπλήρωση. Κατέβηκα στη μεγάλη σάλα που πρόσμεναν τα κορίτσια για τη γυμναστική τους. Κάθισα σίγουρη στο πιάνο… κι’ άπλωσα τα χέρια. Και τότε… με τι λόγια θέλετε να περιγράψω αυτό, που ακολούθησε; Μέσα μου όλα γίνηκαν φως και παλμός. Η επιστήμη, κύριε, ανακάλυψε πολύ αργά τη στρατόσφαιρα και μπόρεσε να υψωθεί ως αυτή. Εδώ και χιλιάδες χρόνια οι ψυχές που πιστεύουν έχουν βρει τον τρόπο ν’ ανεβαίνουν αμέτρητες φορές ψηλότερα, στην κοσμόσφαιρα, που όλες οι δυνάμεις κοινωνούν κι’ όπου η γνώση παρουσιάζεται συνολική… Εκεί δεν υπάρχει πια μυστήριο και άγνωστο… Εϊναι όλα ξαστερωμένα. Αυτό το φως που καταύγασε το είναι μου με ανέβασε στην κοσμόσφαιρα, για να με ενώσει με το φως του κόσμου. Σαν να είχα βγει από τον εαυτό μου ολότελα… η ψυχή μου σ’ αυτό το χώρο, κύριε, ήταν ένας παλμός, που αντάμωνε το απέραντο παλμικό σύστημα του κόσμου… Τότε η φωνή ξανακούστηκε ξάστερη, σαν της καμπάνας… “Άννα Βαν Κάλμιν… Άννα Βαν Κάλμιν… Τώρα τα μπορείς όλα, γιατί τα ξέρεις όλα”…

*

Στάθηκε με τη μορφή ξαναμμένη, ανασαίνοντας γοργά, σαν να την είχε ξαφνικά κατοικήσει αυτό το πνεύμα της κοσμόσφαιρας, που το προσδιόριζε με τόση σιγουριά:

-Η μεγάλη σάλα ήτανε γεμάτη, κύριε… Τα κορίτσιακι’ οι δασκάλες πρόσμεναν ν’ αρχίσω. Έκλεισα τα μάτια. Ένοιωσα να τρίζουν οι αρμοί των κοκκάλων μου. Τα δάχτυλά μου χύθηκαν στα πλήχτρα, λεύτερα, θαυμαστά γυμνασμένα, σαν νάπαιζα πιάνο δέκα ώρες την ημέρα σ’ όλη μου τη ζωή… Και ποτέ αυτά τα κομμάτια δεν είχαν εκτελεστεί, με τόση βαθιά μουσική νόηση, μ’ αίσθημα τόσο ανώτερο. Σαν να μην ήτανε ξένα, σαν νάτανε δικά μου, η πιο άμεση έκφραση της ψυχής μου… ωστόσο δεν έβλεπα τίποτα. Ούτε παιδιά, ούτε δασκάλες, ούτε τετράδια, ούτε νότες, ούτε γύριζα φύλλα. Έπαιζα, έπαιζα. Ώσπου με τρόμαξε αλλόκοτος πάταγος… Άνοιξα τα μάτια μου μ’ ανατρίχιασμα. Τα κορίτσια είχανε κάμει γύρω μου πυκνό ημικύκλιο και με χειροκροτούσαν έξαλλα. Τα χέρια μου παράλυσαν.  – Ένοιωθα πως λιγοψυχούσα.

Έκοψε, σ’ αυτό το σημείο, την ιστορία της. Ξανακάθισε ήσυχα πλάι μου. Κοίταζε, σωπαίνοντας, απ’ το μεγάλο παράθυρο, το ποτάμι που στραφτάλιζε σαν ατσαλένια κορδέλλα, μέσα στο σταχτί τούλι της λεπτής αντάρας, που άρχισε ν’ απλώνεται στην πολιτεία:

-Το παν είναι κραδασμός – είπε, σε λιγάκι, αποφθεγματικά, σα να συνόψιζε μέσα της μια πρόσφατη οριστική πείρα – ο καινούργιος άνθρωπος δεν είναι, κύριε, καμιά μάταιη προσμονή. Θάρθει σίγουρα. Έρχεται. Βρίσκεται σε πορεία… Είναι ο άνθρωπος που θα πιστεύει στα θαύματα και θα τα πραγματοποιεί. Θα είναι ο καινούργιος κραδασμός, που θα βρίσκει άμεσα τον κραδασμό του παντός και θα κοινωνεί οκόισια μ’ αυτόν…

Διψώντας για τη συνέχεια της ιστορίας, ρώτησα:

-Κι’ από τη στιγμή, που γίνηκε το θαύμα, μπορούσατε να παίζετε κάθε μέρα πιάνο χωρίς να ξέρετε;

Ανατρίχιασε:

-Ναι… ώσπου ήρθε μια πρώτη καταστροφή. Μια μέρα σαν να σκοτείνιασε το φως, που με πλημμύριζε, λίγο πριν βάλω τα δάχτυλά μου  στα πλήκτρα. Σαν να ξανάπεσα με μιας από τα ύψη της κοσμόσφαιρας στη φλούδα της γης. Μετά τις πρώτες μπατούτες τα χέρια μου δεν μπορούσανε να βρούνε πια ούτ’ ένα σωστό ακκόρντο. Τρομερές παραφωνίες σκίζανε τ’ αυτιά των κοριτσιών, π’ άρχιζαν να ξεφωνίζουν. Έχασα τις αισθήσεις μου… Μ’ ανέβασαν εδώ… Αναγκάστηκα να ξομολογηθώ την αλύθεια. Νόμιζα πως ήμουν χαμένη… Όμως μ’ εκράτησαν από ευσπλαχνία… Μα για πόσον καιρό… για πόσον καιρό; Τα κορίτσια θέλουν τη γυμναστική τους, το χορό τους. Θα με είχανε διώξει, αν δε δείχνανε ενδιαφέρο για την περίπτωσή μου οι σύλλογοι της “Χριστιανικής επιστήμης”. Έρχονται κάθε τόσο και μ’ εξετάζουν. Ο διευθυντής με λέει “αυτή η δυστυχισμένη”… Και μ’ έχει για παλαβή…

Τα μολυβόχρωμα μάτια βούρκωσαν:

-Πως εξηγείτε – τη ρώτησα με συμπόνια – ότι χάσατε ξαφνικά τη δύναμη…

-Χαλάρωσε την ένταση της ψυχής μου η συνήθεια. Το θαύμα δεν μπορεί να γίνει επάγγελμα. Αν μ’ άφηναν ήσυχη θα μπορούσα ίσως.

Δε δοκιμάσατε ποτέ να ξαναπαίξετε… να ξαναβρείτε αυτό το φως;

-Ω, ναι… Δυο – τρεις φορές που ήρθαν αντιπρόσωποι από εφημερίδες και περιοδικά της “χριστιανικής επιστήμης”… Μπόρεσα να παίξω μπροστά τους δυο σονάτες δικές μου. Τότε μου πρότειναν να με πάρουν στο Μπόστον με καλή αμοιβή. Αυτός ο ρόλος του “φαινομένου” που το γυρίζουν εδώ κι’ εκεί για επίδειξη… Αρνήθηκα. Άμα η αθωότητα λείψει, το παν έχει χαθεί… Προτιμώ να πέσω στο ποτάμι… Για μένα τώρα σωτηρία δεν υπάρχει άλλη από το πεγυότλ… Μ’ αυτό γυρεύω να ξαναμπώ στη φωτεινή περιοχή, που νοσταλγεί αγιάτρευτα η ψυχή μου. Ανακάλυψα τυχαία την ύπαρξη αυτού του κάκτου στο “φαρμακείο”. Στις ορασιές του βρίσκω την ανακούφιση… κάτι σαν προανάκρουσμα της παλμικής ζωής, που γνώρισα στην κοσμόσφαιρα.

Σηκώθηκε, ανήσυχη τώρα, νευρική, ανυπόμονη, για να με ρωτήσει, με φωνή που ανάδιδε κάποιο τόνο αόριστου σπαραγμού:

-Θέλετε νάμαστε φίλοι; Έχω γκρεμιστεί από κει, που ζητάτε ν’ ανεβείτε… Θέλετε να πορευτούμε μαζί; Αποκριθείτε μου.

Κάποιος χτύπησε την πόρτα, πριν προλάβω ν’ απαντήσω. Μια φριχτή γριά, καμπούρα και μονόφθαλμη, γλύστρησε μέσα, για να πει με φωνή εγκαστρίμυθη:

-Μπορείτε να κατέβετε για το δείπνο.

*

Η νύχτα ήτανε σκοτεινή και παγερή. Περπατούσα, τουρτουρίζοντας, στα στενά δρομάκια της πολιτείας. Η φράση της Άννας Βαν Κάλμιν τριβέλιζε ολοένα το μυαλό μου: Κραδασμός είναι το παν… Κραδασμός…

IV ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Πως ήρθανε τα πράγματα, τούτη τη φορά, έτσι ανάζερβα; Που βρισκόμαστε; Που πάμε; Γιατί το περπάτημά μας είναι τόσο βουβό; Με τι είναι στρωμένος ο δρόμος; με χορτάρι, με άμμο, ή με χιόνι φρέσκο, απάτητο;

Τίποτα δε μπορώ να ξανοίξω. Πριν κλείσω τα βλέφαρα ξεχώριζα, πάνω στο τραπέζι, το σακκουλάκι από ροζ τσιγαρόχαρτο, τσαλακωμένο. Μα είναι τώρα ώρα πολλή που μπαίνουμε σε πυκνά σκοτάδια ολοένα πιο μέσα. Κι’ αυτός δε μ’ αφήνει από το χέρι. Με κρατάει γερά μην πέσω, μην του ξεφύγω.

Μα, πράμα παράξενο, δε νοιώθω ν’ απόστασα. Τα πόδια μου αλαφρά, σα φτερωμένα. Μονάχα, που δεν ξεχωρίζω ούτε άσπρο στον ουρανό, ούτε φως της γης κανένα. Σιγαλιά παγερή, σιγαλιά τρομερή, αλλόκοτη, έτσι, που αυτιάζομαι ολοένα για ζωντανή φωνή, μακάρι και θεριού, να βρυχιέται. Κάπου βαθιά, ωστόσο, κάποιο σβησμένο σούρουπο, βαλμένο σε ρυθμό, κάτι σαν θάλασσα, σαν κύμα, που πάει κι’ έρχεται, σ’ αλαργινό ακρογιάλι.

Γιατί τούτος ο αέρας νάναι γεμάτος φοβέρα; Πλήθος μαύρες υποψίες μου σφίγγουνε την καρδιά. Θέλω, μα σα να μην μπορώ να μιλήσω. Βάζω τα δυνατά μου, φωνάζω απελπισμένα. Απ’ το λαρύγγι μου βγαίνει αχνή, ξέψυχη φωνή, τόσο αλλαγμένη, που μοιάζει με κλάμμα σκυλιού κοιμισμένου.

-Εσύ που με σέρνεις – θέλω να φωνάξω – εσένα λέω! Σώνει!… Τι νόημα έχουν αυτά όλα;… Ποιος είσαι; Τι θέλεις; Που με τραβάς; Είναι καιρός να μιλήσεις. Δε σ’ είχαμε καλεσμένον απόψε, κανένας δε σ’ επρόσμενε: Ήτανε στην ήρεμη εξοχή το πιο γλυκό φεγγαρόβραδο. Το τζιτζίκι, ακόμα ζεστό, από το κάμα της μέρας, ψήλωνε το λάλημά του μεσούρανα. Κι’ οι τροξαλίδες του κρατάγανε το ίσο. Μονάχος γύριζα στις κάμαρες του σπιτιού με τ’ ανοιχτά παράθυρα. Η γλυκειά νύχτα ευώδιαζε φρεσκοκομμένα στάχυα. Κι’ οι θεριστάδες θα κοιμόντανε, στα δεμάτια τους απάνω, εδώ και ώρα πολλή. Κι’ η Γιόλα, το ίδιο, κοιμόντανε βαθειά κι’ ανάσαινε βαρειά. Είχα σταθεί σ’ ένα παράθυρο πικρά συλλογισμένος. Το φεγγάρι πλημμύριζε το είναι μου. Η ψυχή μου σα νάχε ζυμωθεί μ’ αυτή τη θλιμμένη φεγγοβολήκαι σα νάχα ξεκολλήσει από τη γης κι’ από τη ζωή μου την ίδια. Ξάφνου σ’ αντίκρυσα, που πρόβαλες από τους ίσκιους της φυλλωσιάς και στάθηκες αγνάντια. Η ατσαλένια μάσκα σου άστραψε στο φεγγάρι. Κι’ είχες απάνω μου, στηλά, τα φοβερά, τ’ άδεια σου μάτια. Πως μπήκες στο περιβόλι: Από που πήδηξες; Πως με ξεγέλασες; Πως γλύστρησες στο κρεββάτι της Γιόλας; Πως έσβησες το φως των ματιών της; Πως έκανες τα χεράκια της να παγώσουν για πάντα; Όλες τις πασχαλιές τις έρριξα πάνω της κι’ όλες τις βιόλες, όλα τα λουλούδια της νιότης μου κι’ όλα τα δάκρυά μου. Και τώρα που πάμε, μέσα σε τούτα τα σκοτάδια; Εσένα, λέω. Άσε το χέρι μου, έχει ματώσει, έχει πληγιάσει, πονάω!…

Μα του κάκου. Αυτός δεν ακούει. Με ξύλινο περπάτημα, που μοιάζει μετρημένο με κομπάσο, προβαίνει βουβός στη μαύρη νύχτα, μελάνι πηχτό, απλωμένο στο άπειρο.

*

Απ’ την κορφή, ξάφνου, του θόλου, ως κάτου στον κλειστόν ορίζοντα, σαν να χαράχτηκε φωτεινή σκισμάδα. Κι’ είδα μπροστά μου – περισσότερο τη μάντεψα – μια θάλασσα νεκρή, σα βάλτο, που κοιμότανε, λες, από αμέτρητους αιώνες, σε σκοταδερή αγκάλη.

Στο γύρισμα του κόρφου, στο τόξο απάνω, κάτι μεγάλο μαύριζε περισσότερο. Βράχος ψηλός μου φάνηκε στην αρχή, τεράστια νυχτερίδα ύστερα, τέλος καράβι, που στεκότανε στα πανιά. Και δώθε, λίγο πιο μπρος, κάτι σαν κάστρο θεόρατο, ίσκιος βαρύς, χτίσμα, των πρώτων χρόνων της ζωής, όπως βρίσκουμε στα πιο παλιά μας παραμύθια. Κι’ όσο ζυγώνουμε τόσο χάνεται ψηλά, μέσα σε σύγνεφα μεγάλα, καπνιά πυκνή, που τα ξεφτίδια της σκεπάζουν, στ’ απάνω μέρος, τη γιγαντένια θύρα.

Είναι από πανάρχαιο ξύλο. Φλούδες παχιές, σκεβρωμένες, κρέμονται, λες έτοιμες να πέσουν. Το ψαχνό της έχει διαλυθεί απ’ την πολυκαιρία. Έχει τριφτεί και τρέχει απ’ τις σκιμάδες σαν αλεύρι. Ούτε κλειδαριές, ούτε μάνταλο. Στα θεόρατα φύλλα της είναι τρύπες μεγάλες, αγνάντια η μια στην άλλη, δεμένες με κάτι ζωντανό, περασμένο από τρύπα σε τρύπα, π’ αναδύεται ολοένα.

Αυτός, που με κρατεί απ’ το χέρι, σκύβει, μουρμουρίζει κάτι απ’ τις τρύπες της θύρας, κι’ αυτό το ζωντανό, που αναδευόταν, σερπετό, πύθωνας τεράστιος, φεύγει σφυρίζοντας. Παγερή πνοή μούρχεται απ’ τους άπειρους, σκοτεινούς θόλους που περνάμε. Και το περπάτημά μας παίρνει ξαφνικά ήχο μεταλλικό, σα να χτυπά ρολόι μακρυνής εκκλησίας σ’ έρμη πολιτεία.

Μπροστά μας ανοίγει μοναχή δεύτερη θύρα. Ησυχία βαθειά, σε τούτο το παράξενο καπηλιό, π’ όλες του οι γωνιές είναι χαμένες σε πυκνή σκιά. Λιγοστό το φως κι’ αλλόκοτο. Ούτε μέρας, ούτε νύχτας, ούτε λάμπας, ούτε φεγγαριού. Οι τοίχοι καπνισμένοι, ψηλοί, που κανείς δεν ξέρει αν τελειώνουν πουθενά. Δοκάρια δυο αγκαλιές, ολόμαυρα. Σ’ αράχνης πέπλο, μεγάλο, σαν πανί καϊκιού, ανεβοκατεβαίνει αργά, με πάνσοφο λογαριασμό, το ζωύφι που το ύφανε. Τα πόδια του είναι σαν της καβουρομάνας και το κορμί του λάμπει σαν μπάλλα μεγάλη από μπρούτζο.

Από κάτω, ψηλό τεζάκι από πέτρα παμπάλαιη κι’ έχει μπροστά μισοσβησμένα γράμματα. Οι γυμνασμένοι στις πολύ παλιές γραφές μπορούν με δυσκολία να διαβάσουν: Πολιτεία του Γιαπάντα. Άντρας παράξενος στέκει πίσω απ’ το τεζάκι. Μάσκα κινέζου, χαμόγελο μανταρίνου, όλο αίνιγμα. Μας γνέφει να καθίσουμε. Μας κερνάει με μεγάλες κούπες κάτι που μοιάζει με πιοτό. Κάνω να ιδώ αυτόν που μ’ έφερε: Άδειο το βαρύ σκαμνί του, άδεια κι’ η κούπα του. Κι’ απάνω στο τραπέζι, αντίς για πλερωμή, το δαχτυλιδάκι της μικρής μου Γιόλας, με την άλικη πέτρα της Μέκκας. Κοιτάζω με λαχτάρα γύρω μου. Που βρίσκομαι; Γιατί; Τι έχουν να πουν αυτά όλα;

*

Ίσκιοι έχουνε στρωθεί στα τραπέζια. Μοιάζουν ανθρώπους άλλου καιρού, όμως φαίνονται θαλασσινοί. Μα μπορεί και να γελιέμαι, γιατί στους τοίχους είναι ακουμπισμένα, σωριασμένα, κάσαρα καραβιών μ’ ονόματα σβησμένα, κούτσες πετσοκομένες, που λείπουν σ’ άλλες τα κεφάλια, σ’ άλλες τα στήθια, σαν νάχουνε μαζέψει απομεινάρια στόλων πανάρχαιων που ρήμαξε το κύμα. Όλοι με κοιτάνε, ανοιγοκλείνουνε το στόμα τους, φαίνεται να μιλάνε, μα δε μπορώ να ξεχωρίσω τίποτα, σα νάναι ο αέρας από μπαμπάκι. Μ’ αρχίζουνε, σιγά – σιγά, να ξαστερώνουν οι κουβέντες τους. Είναι σπασμένες ομιλίες, σαν ασυνάρτητες: “Γιαπάντα… Γιαπάντα… Η Γιόλα Γιαπάντα… Στην πολιτεία του Γιαπάντα… Αυτός τη σκότωσε… Αυτός εδώ τη σκότωσε… Γιαπάντα… Στην πολιτεία του Γιαπάντα… τη σκότωσε γιατί την αγαπούσε. Σκοτώνουμε ότι αγαπάμε πάρα πολύ. Το σκοτώνουμε για να το σταματήσουμε, να το καθηλώσουμε. Γιαπάντα… Στην πολιτεία του Γιαπάντα….”

Κατέβασα όλο το πιοτό της κούπας. Ήταν αλλόκοτο κοκτέιλ από φαρμάκι και φωτιά, που άναψε τα σωθικά μου:

-Εσύ, μανταρίνο – φώναξα στον κάπελα – εσύ, με το παμπόνηρο χαμόγελο, που κρύβει μύρια υπονοούμενα! Ποιος είσαι; Πως σε λένε;

-Γιαπάντα.

-Ξαστέρωσε το αίνιγμά σου.

-Μια κι’ έφτασες στην πολιτεία του Γιαπάντα, βρίσκεσαι στο δρόμο του λυτρωμού. Έχεις όμως ακόμα να περπατήσεις μίλια, με γυμνά πόδια, πάνω σ’ αγκάθια. Θα βρεις μπροστά σου το μεγάλο βάραθρο. Μη δειλιάσεις. Ρίξε άφοβα την καρδιά σου. Το φοβερό χάσμα θα γεμίσει. Και θα περάσεις.

Τρομερό ποδοβολητό, καλπασμός αλόγων ακούστηκε στα σκοτάδια που μας ζώσανε. Άνοιξα τα μάτια. Ήτανε τα μελίγγια μου που χτυπούσαν. Ο πυρετός είχε ανέβει. Άναψα το φως της κάμαρας να κοιταχτώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: