Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Οι φοιτητικές διαδηλώσεις του 1892 στο φ. 401 του Ρωμηού

Παραθέτω εδώ σχεδόν ολόκληρο το φύλλο 401 του Ρωμηού, της έμμετρης εφημερίδας του Γ. Σουρή, που κυκλοφόρησε στις 3. 10.1892 και ήταν αφιερωμένο στις φοιτητικές διαδηλώσεις εναντίον της επιβολής διδάκτρων. Στην πληκτρολόγηση βοήθησαν ο Γλωσσολάγνος, η Μπερναρντίνα και ο Αλέξης, που τους ευχαριστώ.

Ο Τρικούπης κατ’ αυτάς
στους κυρίους φοιτητάς

Πληρώσετε, μωρέ παιδιά, και σεις με το καλό…
σας ικετεύω ένδακρυς και σας παρακαλώ.
Δεν σκέπτεσθε πως η Ελλάς κι εδώ κι εκεί οφείλει,
πως η Αγγλία κατ’ αυτάς τον Λόου θα μας στείλει
να εξετάσει και να δει από παρά πως πάμε
κι αν εις το μέλλον το νερό μονάχα θα τρυπάμε;

Δεν σκέπτεσθε ως χρήσιμα της πολιτείας μέλη
πως αν και σεις τα νόμιμα μας αρνηθείτε τέλη
Μυλόρδου λόρδα δυνατή αφεύκτως θα πλακώσει
κι ο Λόου τόσα θα μας πει και θα μας χαντακώσει
και τότε δεν θα βρίσκει πια το κράτος να δανείζεται;
πληρώσετε με το καλό και μη μας βασανίζετε.

Αμ έτσι τώρα θέλετε να γίνει προκοπή;
δεν συλλογίζεσθε και σεις ο Λόου τι θα πει;
ακόμη δεν γνωρίζετε τι μέλλον μας προσμένει;
γνωρίζετε κι η άφιξις του Λόου τι σημαίνει;
Περί του Λόου μυστικά εμένα να ρωτήσετε
κι αμέσως αύξησιν τελών μόνοι σας θα ζητήσετε.

Πληρώσετε με το καλό γιατ’ είναι κι εντροπή…
συλλογισθείτε προς στιγμήν ο Λόου τι θα πει.
Αυτόν τον Λόου, φοιτηταί, μην τον θαρρείτε βόδι,
αυτός ο Λόου, φοιτηταί, θα μας κτυπήσει πόδι,
αυτός ο Λόου θα μας πει «βαρδάτε απ’ εδώ
και στρώστε τα τεφτέρια σας αμέσως να τα δω».

Αυτός ο Λόου έμαθε σωστήν διπλογραφίαν
και τόσην οικονομικήν απέκτησε σοφίαν,
αυτός ο Λόου εύκλειαν Ρωμιών δεν χαμπαρίζει,
αυτός ο Λόου κάστανα δεν ξέρει να χαρίζει,
αυτός και Δούναι και Λαβείν τελειώνει στο μουμέντο
κι όπου πατεί το πόδι του μυρίζει φαλιμέντο.

Αυτός ο Λόου φαίνεται πως θα μας ερεθίσει,
αυτός ο Λόου παλουκιά γερή θα μας καθίσει,
αυτόν τον Λόου, φοιτηταί, ανάγκη να τον τρέμετε,
από τον Λόου σήμερα το μέλλον όλον κρέμεται,
κι αν τ’ άδεια μας κατάστιχα δεν του φανούν γεμάτα
πάνε τα Ισοζύγια τα τρις ανάθεμά τα.

Έχει καθήκον ο καθείς το έθνος να συνδράμει,
και τώρα πού ’ναι μάλιστα και της Αυλής οι γάμοι
πρέπει κι εμείς να δείξομεν ολίγην ευθυμίαν
και πως δεν συγκινούμεθα μ’ εξέλεγξιν καμίαν,
μήπως κι ο Λόου, φοιτηταί, ανοίξει τα στραβά του
και μας νομίσει κόντηδες κι αλλάξει τον χαβά του.
____
Σεις έπρεπε εις τους καιρούς της ευγενούς ενδείας
μονάχοι να ζητήσετε με το καλά και σώνει
να βάλομεν διπλάσια τα τέλη της Παιδείας
κι όχι να χύσετε χολήν καθώς οι φαρμασόνοι,
κι έπρεπε ο καθένας σας για των τελών τον νόμον
να ξεφαντώσει, να χαρεί, και να φερθεί ευγνώμων.
____
Αυτά τα τέλη έπρεπε να σας φανούν ολίγα,
να σεβασθείτε, κύριοι, το άγαλμα του Ρήγα,
να συσκεφθείτε πως κι αυτός μπορεί να σας ακούσει,
πως πιθανόν πατόκορφα κι ο Λόου να μας λούσει,
πως πιθανόν ογρήγορα τα κώλα να τινάξετε
κι Ηλί λαμά σαβαχθανί μαζί μου να φωνάξετε.
____
Διαδηλώσεις από σάς δεν ήλπιζα ποτέ…
αν όμως δεν πληρώσετε τα τέλη, φοιτηταί,
ορκίζομαι στους αργυρούς του Βασιλέως γάμους
και στων Ανάκτων των σεπτών τους νυμφικούς θαλάμους
πως θα σας κυνηγήσομεν με τον Μπαϊρακτάρη
κι όπου ο νόμος δεν χωρεί δουλεύει το στειλιάρι.

____
Απάντησις των φοιτητών
με σκούφους επαναστατών.
____
Εμείς βαριά, Πρωθυπουργέ, την κάπα μας θα στρώσομε
κι ο Λόου με την Λόενα να ’λθεί δεν θα πληρώσομε,
κι όσο μ’ εμάς κι αν φουρκισθείς κι όσο κι αν μας μαλώσεις
θα σε χρεοκοπήσομε με τας διαδηλώσεις.
____
Αγρίεψαν οι φοιτηταί, κι ελεύθεροι και δούλοι
εις το Πανεπιστήμιον θα στήσουν καραούλι,
κι όποιον πως πάει να γραφεί ολίγον υποπτεύουν
με ξύλα θα του ρίχνονται και θα τον σακατεύουν.
____
Δεν θα πληρώσουμε λεπτό και θα πετσοκοπούμε
και στον Μεγαλειότατον ορθά κοφτά θα πούμε:
«αν αγαπάς κουνήματα να μη γενούν μεγάλα,
αν θέλεις γάμους αργυρούς και ήσυχα γεράματα,
αν θέλεις μ’ όλους και μ’ εμάς να τα ’χεις μέλι γάλα,
διάταξέ τους δωρεάν να μας μαθαίνουν γράμματα».
____
Αν δε κι ο Θρόνος εις αυτά τα τέλη επιμείνει
Ασκληπιάδαι, νομικοί, δασκάλοι και παπάδες
ευθύς θ’ αφήσουν σύξυλο το φλογερό Καμίνι
και θα πουλήσουν γυαλικά ποτήρια μαστραπάδες.
____
Κι όταν κι αυτοί στων γυαλικών ξεπέσουν το εμπόριον
και χάσετε τον φωτεινόν της πανσοφίας μίτον,
θα πάρετε τον Κοραή, τον Ρήγα, τον Γρηγόριον,
και θα τους βράσετε καλά να πιείτε το ζουμί των.
____
         Βʹ.
(Εις το Πανεπιστήμιον διάφοροι μιλούν
και τέλη και Κυβέρνησιν τα κεραυνοβολούν,
τονίζει δε κι ο Φασουλής δριμύν Φιλιππικόν
και γύρω στέκουν εύζωνοι, κλητήρες κι ιππικόν).
____
Φ. Αγαπητοί μου φοιτηταί και φίλοι συμπολίται,
με τέλη κι η Παιδεία μας δεινώς επαπειλείται
κι επλάκωσαν τα γράμματα δυστυχισμένοι χρόνοι
κι ω ξείν αγγέλλειν πως κανείς πεντάρα δεν πληρώνει.
Αν έχει τέλη κι η σπουδή, γενναίοι πατριώται,
ειπέτε μου, παρακαλώ, τι θα μας μείνει τότε;
Αν ήτο κι η Παιδεία μας με φόρους φορτωμένη
δεν θα υπήρχαν σήμερα παντού γραμματισμένοι,
μήτε κι εγώ θα πήγαινα ποτέ μου να σπουδάσω,
μήτ’ εξετάσεις θα ’δινα για να διασκεδάσω,
μήτε θα φόρτωνα κι εγώ στον πετεινό τα γράμματα
και για τις γούνες των σοφών δεν θα ’χα διόλου ράμματα.
____
Αν χάρισμα δεν βλέπαμε και της σπουδής τον ήλιον
μηδέ Πανεπιστήμια θα ήσαν Αθηνών,
δεν θα ’χαμε Χρυσόστομον, δεν θα ’χαμε Βασίλειον,
μηδέ και τον Γρηγόριον τον Ναζιανζηνόν.
Καθένας ζει για μια σπουδή, και τώρα να την χάσομε;
αν Έλληνες λεγόμεθα δεν πρέπει να ’συχάσομε.
Ανάγκη κάθε τενεκές να μάθει και να δει
σαν την λιακάδα των Ρωμιών πως είναι κι η σπουδή,
κι όπως ως τώρα χάρισμα στου ήλιου το καμίνι
ζεσταίνομε καμιά φορά το κρύο κόκαλό μας,
έτσι κι ο ήλιος της σπουδής ασύδοτος να μείνει
για να φωτίζουμε μ’ αυτόν το σκοτεινό μυαλό μας.
____
Αυτά τα τέλη, φοιτηταί, να πληρωθούν δεν πρέπει,
νομίζω και το Σύνταγμα πως δεν το επιτρέπει.
Αυτό, καθώς γνωρίζετε, σαφώς καθιερώνει
πως ο Ρωμιός για γράμματα δεν πάει να πληρώνει,
κι όχι μονάχα δωρεάν σοφότατος να γίνεται
μα και να τρώγει χάρισμα και χάρισμα να ντύνεται.
____
Κι αν τώρα του Πρωθυπουργού του κάπνισε και θέλει
εις τους παρόντας ευκλεείς κι ευδαίμονας καιρούς
με τα δικά μας έξοδα, με τα δικά μας τέλη
να κάνει φέστες δυνατές και γάμους αργυρούς,
αν για τα τέλη, φοιτηταί, καμήλας πείσμα κράτησε
και συμβουλές σχολαστικές στ’ αυτιά μας ετσαμπούνισε,
τον βεβαιώνω, κύριοι, πως μες στην πίτα πάτησε,
τον βεβαιώνω, κύριοι, πως από σβέρκο ψούνισε.
____
Σημαίας ας υψώσομεν και λάβαρα μεγάλα
και μην το βάλει, κύριοι, κανένας στην φευγάλα·
κι αν επιπέσουν όργανα των κυβερνώντων δείλαια
εμείς ας πέσομεν νεκροί απάνω στα Προπύλαια,
προσφέροντες το αίμα μας ως ιεράν θυσίαν
εις της σοφίας την θεάν και την ασυδοσίαν.
____
(Ορμούν κλητήρες κι εύζωνοι επί την νεολαίαν
και κυνηγούν τους ρήτορας και μέσα στας Σχολάς,
κι ο Φασουλής αντίστασιν προτάσσων ρωμαλέαν
κραυγάζει γιούχα των τελών και ζήτω η Ελλάς).

Φ. Μακράν, μακράν, κανίβαλοι και βιασταί των νόμων…
εκεί που στόμα κελαδεί τοσούτων Χρυσοστόμων,
εκεί που λιβανίζομεν τους Μαραθωνομάχους
κι ο μεγαρρήμων Φιντικλής κοάζει τους Βατράχους,
εκεί που περιβάλλεται στεφάνους η νεότης
κι ωραίος ως ο Νάρκισσος σκιρτά και ο Μιστριώτης,
εκεί που ράβει μια χαρά και κόβει σαν ψαλίδι
κι η γλώσσα του Εβραϊστού και γίγαντος Παυλίδη
κι εις ρασοφόρους μέλλοντας εβραϊκά διδάσκει
οπού κι αυτός ο Μωυσής να τον ακούσει χάσκει,
μην προχωρείτε, βέβηλοι, μακράν καθείς ας μένει,
εμπήκαν κλέφτες στο μαντρί και στ’ άγια τεμένη,
κι όλα τα φροντιστήρια και τας Σχολάς μολύνουν
και με κοντάκια τουφεκιών τον αφαλό μας λύνουν.
——-

( Κι άλλοι κλητήρες έξαφνα εισέρχονται ξιφήρεις
κι ο Φασουλής εδώ κι εκεί πηδά ο κακομοίρης)

——–
Φ. Εκεί που θείαν μουσικήν ακούομεν Αγγέλων
εκεί που θα διδάσκονται γυναίκες και στο μέλλον
κι η μία κι άλλη Ελληνίς με ρόγες αγελάδος
θα μας βυζαίνει του λοιπού σαν γάλα την σοφίαν
ώσπου από το βύζαγμα ο κόσμος της Ελλάδος
να πάθει λογιότητος δεινήν υπερτροφίαν,
μην προχωρείτε, βέβηλοι, τυράννων δορυφόροι
πριν σπάσει στα κεφάλια σας της Αθηνάς το δόρυ

———-

(Ένας βαρβάτος εύζωνος του Φασουλή τις βρέχει
κι εκείνος ως μαινόμενος εις τα θρανία τρέχει)

———–

Φ. Μη με βαράς, κυρ Εύζωνα, κατά τον αφαλό…
Εύ. Ορέ, του στόμα δεν σφαλάς;
Φ.            Στιγμή δεν το σφαλώ…
υπέρ των νόμων μάχομαι και σύρε να κουρεύεσαι.
Εύ. Ο Λόου έρχετι, ορέ, κι σύ μου κουκορεύεσαι;
Φ.             Και σαν έρχεται και τι;
κι ο χορός καλά κρατεί.
Και σαν έλθει τι μ’ αυτό;
δεν πληρώνομε λεφτό.
Εύ. Κι τότες τι θα κρένομε, ορέ, στην Εγγλιτέρα;
χάσου, ορέ, κι ο διάουλος σας πήρε τουν πατέρα.
Φ. Ό,τι κι αν κρένομε γι’ αυτό κουκούτσι δεν με μέλει,
Κι αν ο Μιλόρδος σας ζητά με τα δικά μας τέλη
να φιγουράρει δυνατά στον Λόου τον Εγγλέζο,
εγώ τα κότσα μάτια μου, δεν έμαθα να παίζω.
Εύ. Όρσι λοιπούν τρεις κουντακιές…
Φ.            Μη με βαράς, κολίγα…
δεν ντρέπεσαι τον Κοραή, δεν ντρέπεσαι τον Ρήγα;
Εύ. Κι αυτοί θα φάνι κουντακιές σαν δεν πλερώσουν τέλη…
ο Λόου έρχετι κι συ χουρεύεις του καγκέλι;
Φ. Μακράν σου λέγω απ’ εδώ…
Εύ.             Ορέ, ακούμα κρένεις;
Φ. Μ’ αυτή την βαρβατίλα σου τας Μούσας μη μιαίνεις.
Εύ. Ορέ θα βγάλου σύρριζα του μούσι σου μαγκούφη,
κι αν δεν πλερώσεις θα σου πιού του γιαίμα μουνουρούφι.
Φ.             Τι ζητεί αυτή, τι θέλει
των ευζώνων η αγέλη;
Αι αλύσεις δια ποίους;
δια φοιτητάς ηπίους;
Έξω, βέβηλοι, οπίσω…
θα βαρέσω, θα κτυπήσω..
(Εισέρχεται εις την Σχολή δρομαίος ρασοφόρος
και δεξιά και αριστερά φωνάζει διατόρως,
κι΄ Ελέησόν με ο θεός δακρύβρεκτος αρχίζει
και δύο κλητήρες του τραβούν το φαρδομάνικό του
οπόταν ένας εύζωνος το ράσο του ξεσχίζει
και το Αμερικάνικο προβάλλει σώβρακό του).

Φ. Βάστα, παπά, για τον θεό, κι΄ αρχίνα να βαρείς…….
κι΄ αν έσχισαν το ράσο σου κ΄ εφάνει πως φορείς
Αμερικάνικο βρακί σαν πρόστυχος παπάς
μα τους εχθρούς της πίστεως μην παύεις να κτυπάς.
Προτίμησε μπαγλάρωμα κι΄ ευζώνων κοντακίδι,
προτίμησε να μην ακούς ποτέ σου τον Παυλίδη,
παρά να δώσεις δίδακτρα σ΄ αυτόν που μας πιέζει
για να τα φαν οι δανειστές κι ο Λόου κι΄ οι Εγγλέζοι.

(κι άλλος παπάς πολεμιστής εισέρχετ΄ εσπευσμένως
ελεεινός, ξεσκούφωτος και ξυλοφορτωμένος).

Φ. Στάσου, παπά….προς χάριν σου τον στόκο μου θα βγάλω……
κι η εκκλησία κατ΄ αυτάς εν διωγμό μεγάλο
Ε! σεις παπάδες ζώσατε την μέση με σιλάχι
και κατ΄ απίστων σπεύσατε κι΄ ας λάχει ό,τι λάχει
Ελευθερίας ήλιος ανέτειλε λαμπρός…..
στραβά το καλυμμαύχι σας φορέστε κι΄ εμπρός.

(Ιππείς, κλητήρες κι εύζωνοι διασκορπούν το πλήθος
με κοντακιές και διπλαριές ως γίνεται συνήθως,
κι όλοι κτυπούν τον Φασουλήν τον εξαγριωμένον
κι ολολυγμός ακούεται ολλύντων κι ολλυμένων).

Γ’
Από κρότο και λόγους βουίζει
καθεμιά της Καμίνου Σχολή
και φωνάζουν απ΄ έξω πολλοί
πως μπαρούτι μυρίζει.

Φασουλής ο γενναίος ηγείται
του μάχιμου εκείνου χορού
και με σκέψεις ανδρός τολμηρού
πρώτος πάντων κινείται.

Με σημαίες και λάβαρα τρέχει
προς τα κάτω γοργός να τραπεί
μα δεν πρόφθασε μαρς  να ειπεί
και μια τρούμπα τον βρέχει.

Του δροσίζουν και μούτρα και σκέλια
και τον πήρε θυμός στην αρχή
μα τον λούζουν με νέα βροχή
και τον πιάνουν τα γέλια.

Δεν μπορεί όπως πριν ν΄ αλαλάξει
εν τω μέσω ραγδαίας βροχής
και στο σπίτι του σπεύδει ταχύς
τα βρεγμένα ν΄ αλλάξει.

Στην μορφή του σεπτού Πατριάρχη
πήρε όρκο κι΄ αυτός σοβαρό,
μα φοβούνται πολύ το νερό
μερικοί πολεμάρχοι.

Στην βοή του μεγάλου αγώνος
εξεπλύθη πολλών το βρακί
και περίεργος κόσμος εκεί
κατεβράχη αφθόνως.

Κι΄ αν λουτρό ο καθένας υπέστη
με γραμμάτων θερμούς μαχητάς
αλλ΄ ευφράνθη, γιατί κατ΄ αυτάς
ψήνει όλους η ζέστη.

Και των δένδρων τα κίτρινα φύλλα
τα πρασίνισε φρέσκο νερό,
που τα μάραινε τόσον καιρό
δυνατή ξεραΐλα.

Δ’

Ο Περικλέτος ομιλεί με τον βρεγμένο Φασουλή

Π. Λοιπόν και συ, βρε φασουλή, ασπλάγχνως κατεβράχης;
Φ. Εκεί που έδιδα, μωρέ, το σχέδιο της μάχης
μου ήλθε μια κατάμουτρα, που μ΄ έκανε παπί
κι΄ οι παρεστώτες γέλασαν για τούτη την ντροπή…..
γυναίκες, άνδρες και παιδιά γινήκαν όλοι λούτσα
και μες στης λάσπες έτρεχε ο κόσμος πλάτσα πλούτσα
Τας προσβολάς ο Φασουλής, τους είπα, δεν ανέχεται….
σας λέγω μια, σας λέγω δύο να μη μας καταβρέχετε…..
κι΄ αν κουτεντέδες μερικοί γκαρίζουν ολοένα
πως η σπουδή πληρώνεται εις άλλα κράτη ξένα,
εγώ δεν είμαι Γερμανός, εγώ δεν είμαι Γάλλος,
εγώ είμαι Έλλην ακραιφνής, τουτέστιν είμαι άλλος,
κι΄ ανέξοδα τα γράμματα η φύσις μου προστάζει
κι΄ αν από κάθε ρούχο μου νερό της τρούμπας στάζει.
Αυτά τους είπα και σπαθί γυμνώνω κοφτερό,
αλλά δεν ξέρεις σήμερα τι κάνει το νερό…..
ενώ για διαδήλωση πολεμική κουρδίζεσαι
από τα γέλια, Περικλή αμέσως ξεκαρδίζεσαι,
ξεχάνεις τα Συντάγματα και τας ανατροπάς
και παίρνεις τα βρεγμένα σου και στη δουλειά σου πας.
Αδύνατον να αντισταθεί κανένα παλικάρι,
κι΄αν πρώτ΄ απ΄ τον παράδεισο βγήκε το στειλιάρι,
αλλά νομίζω δεύτερο πως βγήκε το νερό
και μάλιστα, βρε Περικλή, σε τούτο τον καιρό.

Π. Λοιπόν μετά το δεύτερον ορίστε και το πρώτον
και πήγαινε να φωτισθείς στην Κάμινον των φώτων.

3 Σχόλια προς “Οι φοιτητικές διαδηλώσεις του 1892 στο φ. 401 του Ρωμηού”

  1. Κασσάνδρα said

    Πολύ ωραίο άρθρο ,ευχαριστώ νοικοκύρη.
    Μετά από , πάνω από, 100 χρόνια τα εκπαιδευτικά τέλη καταργήθηκαν το 1963,Γ.Γ.Γραμματέας του Υπ. Παιδείας Παπανούτσος(;)

  2. sarant said

    Ή ίσως το 1964. Και ο Μητρόπουλος είχε μια γελοιογραφία, μια εφημερίδα με τίτλο «Δωρεάν παιδεία» κι έναν πιτσιρικά να λέει: Δωρεάν να τα μάθει ο Παπανδρέου. Εγώ θέλω τάλιρο!

  3. […] 1892, είναι αφιερωμένο στις φοιτητικές διαδηλώσεις. Μπορείτε να το διαβάσετε όλο εδώ, ενώ εγώ θα σταχυολογήσω τα πιο χαρακτηριστικά […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε <span>%d</span> bloggers: