Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ξεχασμένα κείμενα και ποιητές (Γ. Μουγογιάννης, Θεσσαλία, 7.8.2011)

Ξεχασμένα κείμενα και ποιητές

Μια νουβέλα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Tου ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΥΓΟΓΙΑΝΝΗ

 

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης υπήρξε μια ιδιά­ζουσα πνευματική μορφή του πρώτου μι­σού του 20ου αιώνα, κυριότερος εκπρό­σωπος του ποιητικού πεσιμισμού, οπαδός του Σοπενάουερ και συμπορευτής του Όσκαρ Ουάιλντ. Αντιφατική προσωπικότητα με διάσπαρτο σε πε­ριοδικά και εφημερίδες ποιητικό έργο και ελάχι­στα πεζογραφικό, γόνος ευκατάστατης μεγαλοα­στικής οικογένειας, ένας ευπαρουσίαστος δανδής και καλοενδεδυμένος θαμώνας της κοσμικής ημερήσιας και νυχτερινής ζωής της Αθήνας, αθερά­πευτα ναρκομανής και φανατικός ομοφυλόφιλος. Ένα κράμα ψυχικών διαταραχών και ανικανοποί­ητων συναισθημάτων, που τον οδήγησαν στην αυ­τοκτονία, στις 8 Ιανουαρίου του 1944. Στην επι­στολή που άφησε, δήλωνε πως αυτοκτονεί, επει­δή δεν μπορούσε πια να υπομένει τους εξευτελι­σμούς και τις ταπεινώσεις. Στις 15 Ιανουαρίου η «Νέα Εστία» δημοσίευσε ποιήματα του, που ο ίδιος είχε στείλει στον Πέτρο Χάρη, παραμονή Πρωτοχρονιάς και στα οποία υπαινίσσονταν σαφώς την αυτοκτονία του. Μια α­κόμα τραγική μορφή της νεότερης λογοτεχνίας μας.

Αφορμή για όλα αυτά μας έδωσε η πρόσφατη έκ­δοση των Εκδόσεων Ερατώ με τίτλο: «Ναπολέων Λαπαθιώτης – Κάπου περνούσε μια φωνή» (Εκ­δόσεις «Ερατώ» , Αθήνα 2011, σ.σ. 190). Πρόκει­ται για μια επιμελημένη έκδοση, που την επιμελή­θηκε φιλολογικά και συνέγραψε τα πολύ ενδια­φέροντα επιλογικά σημειώματα ο Νίκος Σαραντάκος.

Το βιβλίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, για­τί πέραν της νουβέλας «Κάπου περνούσε μια φω­νή – Σελίδες μιας Αθήνας περασμένης», περιέχει και σημαντικά κείμενα του Νίκου Σαραντάκου, που φωτίζουν πολύπλευρα τη ζωή και το έργο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που στις γενικές του διαστάσεις παρέμεινε άγνωστο. Η νουβέλα δημοσιεύτηκε σε τέσσερις συνέχειες στη «Νέα Εστία» του 1940. Πρόκειται για μία με­λό αισθηματική ιστορία, που διαδραματίζεται στη δεκαετία του 1910 και περιγράφει τα καθημερι­νά πάθη της αθηναϊκής κοινωνίας, που εκπήγαζαν από ανεκτόνωτες συναισθηματικές ανατα­ράξεις. Τελικά η ιστορία θα έχει τραγικό τέλος. Πρόκειται για μία ομάδα παιδιών, εργατικής προέλευσης, που τριγυρνώντας στην Αθήνα, προσπαθούσαν να κατανοήσουν τον έρωτα αλλά και τα κοινωνικά επιφαινόμενα.

Ο Λαπαθιώτης ενόσω ζούσε, δεν εξέδωσε πα­ρά μόνο μία ποιητική συλλογή. Το υπόλουτο έργο του είναι διάσπαρτο και συγκεντρώθηκε για πρώτη φορά από τον Άρη Δικταίο. Η νουβέλα δημοσιεύεται για πρώτη φορά σε αυτοτελές βιβλίο, εκφράζο­ντας την παρακμιακή τέχνη, που στο σύνο­λο του χαρακτήριζε το έργο του Λαπαθιώτη.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα το ι888. Ο πατέρας του Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ήταν κυπριακής καταγωγής, ήταν επιφα­νής προσωπικότητα της εποχής, αξιωματικός καριέρας, που υπηρέτησε σε καίριες και επίζηλες θέ­σεις, έφτασε στο βαθμό του στρατηγού και χρη­μάτισε και υπουργός επί κυβερνήσεων Ελευθ. Βε­νιζέλου.

Ο Ναπολέων μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον ευμά­ρειας, ίσως κάπου και μαλθακό. Το 1905 μετά το Γυμνάσιο εγγράφεται στη Νομι­κή Σχολή, η επιλογή της οποίας έγινε μάλλον τυ­χαία, ενώ την ίδια χρονιά κάνει την επίσημη εμ­φάνιση του στα Γράμματα. Παράλληλα, συμμετέ­χει σε διάφορες λογοτεχνικές ομάδες και δημοσι­εύει τη δουλειά του. Το 1913 αρχίζει να εμφανίζε­ται συστηματικότερα στη νυχτερινή ζωή της Αθή­νας, υποδειγματικά ντυμένος, ώστε κάθε εμφάνιση του να αποτελεί κοσμικό γεγονός. Συ­νεχίζοντας την ανέμελη και απερίσκεπτη ζωή, γράφει και δημοσιεύει σε διάφορα περιοδικά. Το 1917 ευρισκόμενος με τον πατέρα του στην Αί­γυπτο, δίνει διαλέξεις και γνωρίζεται στενά με τον Καβάφη. Στην Αλεξάνδρεια έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τα χασισοποτεία και εθίζεται στις ουσίες.

Το 1927 στέλνει μέσω του Μάριου Βαϊάνου επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο, που του ζητούσε να πάψει να τον υπολογίζει μέλος του χριστεπώνυμου πληρώματος. Την ίδια επιστολή δημοσίευσε λίγο μετά και στο «Ριζοσπάστη», που στο μεταξύ είχε πλησιάσει το ΚΚΕ, ενώ αργότερα το 1933 υ­πογράφει με άλλους τριάντα διανοούμενους, δη­μοσίευμα στο «Ριζοσπάστη», για τη σωτηρία των καταδικασθέντων κομμουνιστών στο Καλπάκι. Το 1935 στέλνει δημοσιεύματα στον «Ταχυδρόμο» και στη «Θεσσαλία» του Βόλου, ενώ σε συνεντεύ­ξεις του καυτηριάζει και ειρωνεύεται την απαρά­δεκτη εκλογή του Σπύρου Μελά ως Ακαδημαϊκού. Στην Κατοχή η οικονομική και φυσική του κατά­σταση χειροτερεύουν. Η χρήση ναρκωτικών τον έ­χει εξαντλήσει. Αρχίζει να εκποιεί την πατρική του περιουσία και επιχειρεί να αυτοκτονήσει. Δεν το κατόρθωσε. Τελικά το επιτυγχάνει στις 8 Ιανουα­ρίου 1944, εξαθλιωμένος και μόνος. Σ’ ένα από τα ποιήματα του έγραφε:

Απόστασα ψυχή
ν’ ακολουθώ τα βήματά σου,
είμαι μια φούχτα γης.
Απόστασα ψυχή. Πού μ’ οδηγείς;

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: