Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η παρουσίαση στις Πλειάδες (30.6.2014)

Το βιβλίο μου Λόγια του αέρα παρουσιάστηκε στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες (Σπ. Μερκούρη 62, Παγκράτι) τη Δευτέρα 3ο Ιουνίου 2014 το βραδάκι. Παρά τη ζέστη και τον ποδοσφαιρικό αγώνα (Γαλλία-Νιγηρία για το Μουντιάλ) η αίθουσα γέμισε (το κατάστημα έχει άλλωστε και κήπο), ενώ ήρθαν και αρκετοί φίλοι του ιστολογίου, μερικοί για πρώτη φορά.

Μίλησε πρώτα ο φίλος Νίκος Λίγγρης, λεξικογράφος και στυλοβάτης του φόρουμ Lexilogia.gr και μετά εγώ, ενώ ακολούθησε ενδιαφέρουσα συζήτηση.

pleiades1

Το ηχητικό αρχείο της εκδήλωσης ελπίζω να μπορέσω να το ανεβάσω εδώ σε καμιά δεκαπενταριά μέρες, προς το παρόν αυτό είναι αδύνατο για τεχνικούς λόγους.

Και πάλι, ευχαριστώ πολύ όσους ήρθαν!

Η ομιλία του Νίκου Λίγγρη:

 

Νίκου Σαραντάκου: Λόγια του αέρα και άλλες 1000 παγιωμένες εκφράσεις

Ομιλία του Νίκου Λίγγρη στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες, 30/6/2014

Μέχρι πρόσφατα είχα ένα βιβλιαράκι πάνω στο γραφείο μου, σε μέρος προσιτό και ασφαλές, όχι γιατί το χρησιμοποιούσα συνεχώς αλλά κυρίως για να το προφυλάσσω από τις βιβλιοθηκονομικές εμμονές της καθαρίστριάς μας. Φοβόμουν πως, αν αποφάσιζε να το ταξινομήσει με τα δικά της κριτήρια, Κύριος οίδε πού θα το παράχωνε και πότε θα μπορούσα να το ξαναπάρω στα χέρια μου. Αυτήν ακριβώς την τύχη είχε το βιβλίο πριν από μερικούς μήνες που έπαψε να μου είναι απαραίτητο. Το εγκατέλειψα στη δικαιοδοσία της καθαρίστριας-βιβλιοθηκονόμου και το ανακάλυψα ευτυχώς προ ημερών, θαμμένο ανάμεσα σε παλιούς λογαριασμούς και ένα προπέρσινο ημερολόγιο. Πρόκειται για αυτό εδώ το 8 επί 11,5 πόντους βιβλιαράκι με τον τίτλο Το αλφαβητάρι των ιδιωματικών εκφράσεων και τον εύστοχο υπότιτλο Που λέει ο λόγος…, δεύτερη έκδοση του έτους 2000. Όσον αφορά εμένα, το βιβλιαράκι αυτό βγήκε στη σύνταξη άμα τη κυκλοφορία της νέας έκδοσης, από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, με το καινούργιο μέγεθος και τον καινούργιο τίτλο, Λόγια του αέρα, το βιβλίο για το οποίο μαζευτήκαμε εδώ σήμερα.

Στην αλλαγή του τίτλου αυτού του βιβλίου του Νίκου Σαραντάκου δεν παρατηρούμε μόνο την αλλαγή ορολογίας, που θα αναφέρω παρακάτω, αλλά και την προσωπική εξέλιξη του συγγραφέα μέσα σε μια 17ετία, από τη νεανική αυτοπεποίθηση των δύο οριστικών άρθρων (Το αλφαβητάρι των ιδιωματικών εκφράσεων) στον σχεδόν αυτοσαρκαστικό τίτλο του σήμερα: Λόγια του αέρα.

Οφείλω να ομολογήσω ότι το αγαπούσα αυτό το βιβλιαράκι, εν μέρει λόγω του μικρού του μεγέθους (στο δικό μου ολοκληρωτικό καθεστώς οι νέοι θα κυκλοφορούν όχι με πακέτα τσιγάρα ή το Κόκκινο βιβλιαράκι του Μάο, αλλά με τέτοια μικρά αλφαβητάρια γνώσεων στο τσεπάκι). Αθροιστικά το έχω χρησιμοποιήσει περισσότερο από τα Λόγια του αέρα, αλλά η συναναφορά μού δίνει την ευκαιρία να επισημάνω ένα παράπονο ή, καλύτερα, μια φαντασίωση των λεξικολάγνων: να μπορούσαμε, λέει, όταν αγοράζουμε τη νεότερη έκδοση κάποιου λεξικού (αυτό σημαίνει λεξικολάγνος: αυτός που φροντίζει να αποκτά κάθε νέα έκδοση των λεξικών που τον ενδιαφέρουν), να μπορούσαμε να ξέρουμε με κάποιον τρόπο τι έχει αλλάξει σε σχέση με την προηγούμενη. Τι πρόσθεσαν ο Μπαμπινιώτης και οι συνεργάτες του στην τέταρτη έκδοση του μεγάλου λεξικού τους; Τι έβαλες, Σαραντάκο, στο Αλφαβητάρι και το ’κανες θρεφτάρι; Το ανακαλύπτω σιγά σιγά, εξηγεί και ο ίδιος στον πρόλογό του την αριθμητική (και όχι μόνο) διαφορά ανάμεσα στα δύο λεξικά και, αν κατάλαβα καλά, έχει υλικό, αν όχι για δέκα ακόμα, σίγουρα για αρκετές ακόμα συλλογές εκφράσεων – εγώ του έχω γνωστοποιήσει και την προσωπική μου προτίμηση.

Πάντως, αν ήταν εδώ η Άννα Ιορδανίδου, θα έλεγε ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε μια γρήγορη σύγκριση αν τα δυο βιβλία είχαν ευρετήριο. Δυο σπουδαίοι λεξικογράφοι (η Άννα Ιορδανίδου και ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης) μίλησαν στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου σε κεντρικό βιβλιοπωλείο της Αθήνας και σοβαρό κουσούρι δεν του βρήκαν. Η Άννα Ιορδανίδου, που λέει τα σύκα σύκα και δεν χαρίζει κάστανα (όποτε το θυμάμαι θα πετάω προς το μέρος σας και κάτι από τα περιεχόμενα του βιβλίου), είπε ότι θα ήθελε ευρετήριο στο βιβλίο. Εγώ θα το προχωρήσω λίγο παραπέρα και θα πρότεινα ίσως, για τη βολή του χρήστη και όχι του λεξικογράφου, δυο λύσεις που βρίσκουμε σε ξένα λεξικά αυτού του είδους: Ο Σαραντάκος έχει βάλει τις εκφράσεις σε αλφαβητική σειρά σύμφωνα με κάποια σημαντική λέξη της κάθε έκφρασης, ένα ουσιαστικό συνήθως, μια λέξη-κλειδί. Τα ξένα λεξικά που χρησιμοποιούν την ίδια λογική ταξινόμησης τυπώνουν τη λέξη-κλειδί με γράμματα ακόμα πιο έντονα από τα έντονα γράμματα της έκφρασης, ίσα ίσα για να ξεχωρίζει.

Έτσι, στην έκφραση «χίλιοι καλοί χωράνε» η λέξη-κλειδί είναι το «καλοί» και η λέξη αυτή θα ξεχώριζε. Επίσης κάποια ξένα λεξικά επαναλαμβάνουν την έκφραση (όχι με έντονα γράμματα) και στις θέσεις που θα έμπαινε αν επέλεγε κανείς διαφορετική λέξη-κλειδί, με παραπομπή στη σωστή θέση. Έτσι το «χίλιοι καλοί χωράνε» θα εμφανιζόταν και στο «χίλιοι» και στο «χωράνε», ίσα ίσα για να στείλει τον χρήστη στο «καλοί». Έτσι έχουμε ένα ευρετήριο μέσα στο σώμα του λεξικού, που σημαίνει ότι, αν ο χρήστης δεν καταφέρει να βρει με την πρώτη αυτό που γυρεύει, δεν θα εγκαταλείψει απογοητευμένος την αναζήτηση.

Η Άννα Ιορδανίδου έκανε και άλλη μια εύστοχη λεξικογραφική παρατήρηση. Αναφερόμενη σε εγγραφές που δεν είναι στο πρώτο πρόσωπο ενώ θα έπρεπε (όπως «χρωστάει της Μιχαλούς» ή «έφαγε τη χυλόπιτα»), θύμισε ότι στα λεξικά παρόμοιες εκφράσεις μπαίνουν στο πρώτο πρόσωπο ενικού του ενεστώτα, δηλαδή «χρωστάω της Μιχαλούς» και «τρώω χυλόπιτα». Αυτό δηλώνει στον αναγνώστη ότι η έκφραση μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε διαφορετικούς χρόνους και για διαφορετικά πρόσωπα, σε αντίθεση με άλλες πιο άκαμπτες, π.χ. «πατείς με πατώ σε», «τσιμέντο να γίνει». Θα διαφοροποιηθώ και πάλι: η Ιορδανίδου έχει απόλυτο δίκιο από τη σκοπιά του λεξικογράφου, αλλά εγώ θα προτιμούσα να κρατήσουμε αυτή την αυστηρή προσέγγιση για πιο ψυχρές λεξικογραφικές εργασίες. Είναι προφανές ότι ο Σαραντάκος επιλέγει κάποιον τύπο που είναι πιο συνηθισμένος, που ακούγεται πιο φυσικός: «του άνοιξα τα μάτια» αντί για «ανοίγω τα μάτια κάποιου», «βλέπει τα ραδίκια ανάποδα» αντί για «βλέπω τα ραδίκια ανάποδα». Άλλωστε, μια εργασία σαν αυτή συναντά τον αναγνώστη στη μέση κάποιας διαδρομής: σπάνια έρχεται ο αναγνώστης σε βιβλία σαν αυτό για να μάθει τις εκφράσεις για πρώτη φορά – δεν έχει ανάγκη το «τρώω χυλόπιτα» στο πρώτο πρόσωπο για να αντιληφθεί το εύρος χρήσης της έκφρασης. Και, οπωσδήποτε, δεν αρκεί το διάβασμα μιας λεξικογραφικής εγγραφής για να μπει η έκφραση στο ενεργό λεξιλόγιό του. Γι’ αυτό λοιπόν ψηφίζω πάλι αυτό που θα κάνει το βιβλίο πιο βατό και ενδιαφέρον, λιγότερο ψυχρό.

Δεν θα το προσέξατε, αλλά αρχικά αναφέρθηκα σε χρήστη του λεξικού και, λίγο αργότερα, σε αναγνώστη του λεξικού. Υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν λεξικά, όπως και λεξικά που διαβάζονται – σελίδα σελίδα, από την αρχή προς το τέλος ή επιλεκτικά ή στην τύχη. Εγώ είμαι ένας από εκείνους που διαβάζουν λεξικά, ή μάλλον βιβλία για λέξεις, και μάλιστα από εκείνα που μπορώ να πάρω στο κρεβάτι μου. Και αυτό το λεξικό είναι από τα λεξικά που διαβάζονται και που έχω πάρει στο κρεβάτι μου.

Δεν ξέρω λοιπόν αν οι προηγούμενες παρατηρήσεις σάς δίνουν ιδέες για την επόμενη έκδοση του βιβλίου, εγώ προτείνω να μη χάσετε τον ύπνο σας: Μην του βάλετε πιο έντονα γράμματα, μην του βάλετε ευρετήριο, μην το κάνετε πιο λεξικό απ’ ό,τι είναι. Αφήστε το με την ομορφιά που έχει, να το παίρνει ο άλλος να το διαβάζει, στον κήπο του, στο μπάνιο του, στο λεωφορείο. Και στο κρεβάτι του.

Δεν ξέρω ποιο θα είναι το μέλλον των έντυπων βιβλίων στο ανταγωνισμό του διαδικτύου και των ηλεκτρονικών βιβλίων. Ιδίως η λεξικογραφία αντιμετωπίζει εκπληκτικές νέες προκλήσεις που δεν κρίνω σκόπιμο να συζητήσουμε τώρα. Θεωρώ πάντως ότι κάτι που είναι χρήσιμο και που μπορείς να πάρεις μαζί σου στην πλαζ ή στο κρεβάτι σου θα αντέξει περισσότερο στις νέες προκλήσεις.

Είναι φανερό ότι, αντίθετα από τον σεξπιρικό Μάρκο Αντώνιο, που είπε «I come to bury Caesar, not to praise him», εγώ ήρθα να παινέσω το βιβλίο και όχι να το θάψω.

Μάλιστα, για να το παινέψω σωστά, θα το συγκρίνω με αντίστοιχες εκδόσεις που ξέρω σε άλλες γλώσσες. Εκτός του ότι έχει το σωστό μέγεθος για διάβασμα, αντιλαμβάνεται κανείς και τις σωστές ισορροπίες στην ανάπτυξη του κάθε λήμματος: Ο Σαραντάκος αποφεύγει τη φλυαρία, ακόμα κι εκεί που εύκολα θα έμπαινε στον πειρασμό να γράψει ολόκληρη πραγματεία (αν και η αλήθεια είναι ότι έχει πολλούς τρόπους να βγάζει τα απωθημένα του είτε σε βιβλία είτε στο ιστολόγιό του, οπότε δεν θα το θεωρήσω και φοβερό κατόρθωμα). Εκτός από τη σημασία, τον ενδιαφέρει το επίπεδο χρήσης της έκφρασης, πότε τη λέμε, για ποιον τη λέμε, η προέλευσή της (περισσότερα γι’ αυτήν σε λίγο), και πότε πότε το κατά πόσο υπάρχει ίδια έκφραση σε άλλες γλώσσες που μιλιούνται περισσότερο στη χώρα μας: κάνω τα γλυκά μάτια σε κάποιον, faire les yeux doux, είναι σιγανό ποτάμι, un’ acqua cheta, αγοράζω γουρούνι στο σακί, buy a pig in a poke αλλά acheterchatenpoche και άλλα. Δεν καταπιάνεται το βιβλίο με αντίστοιχους αλλά όχι ίδιους ιδιωματισμούς σε άλλες γλώσσες – αυτό δεν είναι απαραιτήτως άλλου παπά ευαγγέλιο, θα μπορούσε να είναι του ίδιου παπά άλλο ευαγγέλιο. Και ενδιαφέρουσα συζήτηση με μεταφραστές θα μπορούσε να γίνει για τη διαχείριση των ιδιωματισμών στη μετάφραση.

Σημαντικότατο πλεονέκτημα του βιβλίου θεωρώ την προσεγμένη επιλογή παραδειγμάτων, κυρίως από τη λογοτεχνία. Ιδιαίτερα για νεαρούς αναγνώστες, αυτή η σύντομη έστω, έμμεση ανθολόγηση είναι πολλά μικρά κεντρίσματα που σου δείχνουν πού θα βρεις ολοζώντανο και σε διαρκή εξέλιξη τον ιδιωματικό πλούτο της γλώσσας, είτε το παράδειγμα είναι στον Παπαδιαμάντη είτε στον Τατσόπουλο.

Για παράδειγμα, στο «φωτιά να με κάψει» ή «να σε κάψει», για να δείξει τη χρήση της έκφρασης και σε αυτοκατάρα και σε απειλή, έχουμε δυο παραδείγματα:

– Εσύ δεν τα ’ξερες αυτά δηλαδή;
– Να πέσει φωτιά να με κάψει. Τέτοια πράγματα εγώ πρώτη φορά τ’ ακούω. [Από τις Δάφνες και πικροδάφνες του Κεχαΐδη και της Χαβιαρά]

Δεν σε τρέφω μωρέ; Δεν σε ποτίζω;… Αν έχεις παράπονο, φωτιά θα ρίξει ο Θεός να σε κάψει!… [Από τον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα]

Αλλά ο Σαραντάκος δεν περιορίζεται στη λογοτεχνία. Θα διαβάσω ολόκληρο ένα μικρό και πολύ νοικοκυρεμένο λήμμα:

θα πάει μακριά η βαλίτσα;: έκφραση αγανάκτησης ή αδημονίας· θα συνεχιστεί για πολύ ακόμα αυτή η δυσάρεστη κατάσταση; Προέρχεται από την εικόνα του αχθοφόρου που μεταφέρει βαριά βαλίτσα ενώ ο πελάτης αμέριμνος περπατά δίπλα χωρίς να φαίνεται να φτάνει στον προορισμό του. Λέγεται και για ατέρμονη συζήτηση που δεν καταλήγει πουθενά. [Ακολουθεί παράδειγμα που σ’ αυτή την περίπτωση είναι στίχοι του Γιώργου Γιαννακόπουλου για το τραγούδι «Η βαλίτσα» του Γιώργου Μουζάκη:]

Είναι άσκημο πολύ το δικό σου το βιολί
ζεις μονάχα για χουζούρι κι αγκαλίτσα
μάσα ξάπλα τεμπελιά κι ούτε σκέψη για δουλειά
πού θα πάει τέλος πάντων η βαλίτσα;

Προσέξατε, είμαι βέβαιος, την ιδιωματικότητα που αποπνέουν όλοι οι στίχοι. Μπορώ, ελπίζω, να χρησιμοποιήσω τον όρο ιδιωματικότητα, ναι;

Μπηχτή. Εδώ έρχομαι να αναφερθώ σε έναν άλλο μικρό πονοκέφαλο. Τι ακριβώς περιέχει αυτό το βιβλίο του Σαραντάκου; Ο τίτλος της λιλιπούτειας έκδοσης ήταν Το αλφαβητάρι των ιδιωματικών εκφράσεων, ο υπότιτλος της νεότερης και ευτραφέστερης είναι «Και άλλες 1000 παγιωμένες εκφράσεις». Τι έχουμε εδώ; Έχουμε ένα άλμα από τις «ιδιωματικές εκφράσεις» στις «παγιωμένες εκφράσεις». Δεν θα σας κουράσω, διότι η σχετική συζήτηση μπορεί να γίνει απίστευτα κουραστική, αλλά όσοι έχουμε κάνει μαθήματα μιας ξένης γλώσσας, όλοι κάποια στιγμή αρχίσαμε να μαθαίνουμε και ιδιωματισμούς, τους idioms των αγγλικών. Οι ιδιωματισμοί ήταν εκφράσεις με μεταφορική σημασία, με μη κυριολεκτική σημασία, και όταν κάποιος «was pulling your leg», σε δούλευε, ήθελε να σε κοροϊδέψει – δεν σου τραβούσε το πόδι. Ενώ λοιπόν όλοι οι Έλληνες στην καθημερινή μας συνεννόηση λέμε «ιδιωματισμούς» αυτές τις εκφράσεις, οι επιστήμονες και οι ορολόγοι μάς θυμίζουν ότι ιδίωμα είναι η τοπική διάλεκτος, άρα και ιδιωματισμός είναι κάθε στοιχείο που ανήκει σε τοπικό ιδίωμα. Προτείνουν στη συνέχεια διάφορους άλλους όρους για τις πάγιες μη κυριολεκτούσες εκφράσεις, όπως ιδιωτισμοί, φρασεολογισμοί, στερεότυπες εκφράσεις και πάει λέγοντας. Απ’ αυτούς ο Σαραντάκος επέλεξε τον όρο «παγιωμένες εκφράσεις», που μου αρέσει επειδή περιέχει τη χρήσιμη έννοια της παγίωσης, και δεν μου αρέσει στο βαθμό που δεν περιέχει τη μεταφορικότητα ή, καλύτερα, τη μη κυριολεξία. Νομίζω άλλωστε ότι κανένας από τους όρους που έχω δει, σε ελληνικά ή αγγλικά, δεν κουβαλά μέσα του τη μαγεία αυτών των εκφράσεων, κυρίως τη γόνιμη φαντασία του λαϊκού ομιλητή, που περιγράφει κάτι με γλαφυρή και συνοπτική εκφραστικότητα, τόση όση χρειάζεται για να εντυπωσιάσει η έκφραση και να εντυπωθεί και να επαναληφθεί.

Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε τη διεργασία που έχουμε κάθε φορά που μια καινούργια λέξη, μια καινούργια σημασία, μια νέα έκφραση ή ένας νέος όρος γίνεται κτήμα των πολλών, λεξικοποιείται όπως λένε οι γλωσσολόγοι. Τι είχε στο νου του αυτός που πρωτοξεστόμισε μια έκφραση με μεταφορική σημασία; Τι κατάλαβε αυτός που την άκουσε; Πόσες φορές την επανέλαβε ο πρώτος μέχρι να την πει και κάποιος άλλος; Πότε τρίτωσε το κακό; Πότε αρχίζουν οι άλλοι να σε κοιτάνε περίεργα αν φανεί πως αγνοείς την έκφραση; Πότε χάνεται η κυριολεξία στο μυαλό των ομιλητών, λέει δηλαδή κάποιος «δάγκωσε πάλι ο Ολάντ τη λαμαρίνα» και στο μυαλό του συνομιλητή σχηματίζεται μόνο η εικόνα του ερωτευμένου Ολάντ και καμιά εικόνα λαμαρίνας. Και, τέλος, πότε αποφασίζουν οι λεξικογράφοι να τη βάλουν στα λεξικά τους; Καταλαβαίνετε την πολυπλοκότητα αυτής της διεργασίας. Φανταστείτε κάτι αδύνατο: Να μπορούσαμε να έχουμε λεπτομερείς, βήμα προς βήμα, περιγραφές αυτής της διεργασίας για κάθε λέξη και έκφραση της γλώσσας μας και κάποιον τρελαμένο λεξικογράφο να προσπαθεί να βγάλει νόημα απ’ όλες αυτές τις διαδρομές.

Θέλω λοιπόν να αναφερθώ σε ένα σημαντικό μέρος της δουλειάς του γλωσσοδίφη Σαραντάκου: τη γοητεία που ασκεί επάνω του η αναζήτηση της προέλευσης λέξεων, εκφράσεων, σημασιών, ιδίως αν οι προτεινόμενες από άλλους εξηγήσεις προκαλούν τη λογική μας. Υπάρχει από τη μια το ενδιαφέρον του Σαραντάκου για την ελληνική λογοτεχνία, ιδίως όπως εκδηλώνεται στην πρωτοβουλία του για την ψηφιοποίηση έργων Ελλήνων συγγραφέων. Αυτό συνδυάζεται με την συνεχώς επεκτεινόμενη ψηφιοποίηση γραπτών έργων της γλώσσας μας, είτε αυτά είναι η αρχαία και μεσαιωνική γραμματεία από τον Thesaurus της Μακντόναλτ είτε εφημερίδες και βιβλία από διάφορους φορείς. Βρισκόμαστε ακόμα μακριά από το σημείο που θα είχαμε σοβαρές ερευνητικές δυνατότητες σε σχέση με όλο αυτό το νέο υλικό, διότι στη νεότερη γραμματεία απέχει ακόμα πολύ από το να είναι πλήρες και η έρευνα συχνά συνεπάγεται μεγάλη ταλαιπωρία. Ωστόσο, οι δυνατότητες που παρουσιάζονται είναι τεράστιες σε σχέση με το παρελθόν, γίνονται συνεχώς προκλητικά μεγαλύτερες και ο Σαραντάκος έχει την τύχη να αξιοποιεί αυτές τις δυνατότητες με μεράκι και με επιστημονικές βασάνους.

Το διαδίκτυο, εκτός από τις ψηφιακές συλλογές που φιλοξενεί, μας επιτρέπει πρόσβαση και στο μεγαλύτερο σώμα κειμένων που θα μπορούσε να φανταστεί ο ερευνητής. Αυτό είναι βέβαια δίκοπο μαχαίρι. Σε άλλες πρόσφατες εποχές τα γραπτά στα οποία είχε πρόσβαση το λεγόμενο αναγνωστικό κοινό ήταν το έντυπο υλικό: βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, εγκυκλοπαίδειες. Σήμερα ένα ολοένα μεγαλύτερο κοινό συμμετέχει στη δημιουργία γραπτού ψηφιακού υλικού, που σε μεγάλο ποσοστό (ανάλογα με το τι επιλέγει να διαβάσει ο κάθε αναγνώστης) είναι ανέλεγκτο: ατεκμηρίωτο, αδιόρθωτο, συχνά ασύντακτο και δυσανάγνωστο – με προέλευση είτε επίσημους φορείς, δημόσιους ή ιδιωτικούς, είτε ιδιώτες που βρήκαν μέσο να ξεσπάνε τον καημό τους. Προσθέστε σ’ αυτά την καταγραφή προφορικού λόγου, τις δημόσιες συζητήσεις που κατατίθενται στα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Για τον γλωσσολόγο, όλο αυτό το υλικό είναι ένας παράδεισος. Και για τον λεξικογράφο, στο βαθμό που μπορεί να αξιοποιεί σωστά αυτό το υλικό. Ταυτόχρονα ωστόσο, ιδιαίτερα για τους νέους, που δημιουργούν μια νέα σχέση με τις γνώσεις και τη γλώσσα σε σύγκριση με όσους από εμάς μεγαλώσαμε στον κόσμο των ελεγχόμενων εντύπων, δημιουργούνται νέα δεδομένα, τα οποία είναι υπό συνεχή αξιολόγηση αφού άλλωστε και οι νέες τεχνολογίες είναι υπό συνεχή εξέλιξη.

Μια διαφορά σε σύγκριση με το παρελθόν είναι η ευχερέστερη διάδοση του εύκολου και του προκλητικού, του εύπεπτου μύθου ή της κολακείας των αδυναμιών μας, του τοξικού λάθους μαζί με το ηθελημένο ψεύδος.

Θα μπορούσαμε να κάνουμε μια ολόκληρη συζήτηση εδώ για το ποια δεδομένα έχουν αλλάξει πώς, αλλά, για να έρθουμε στο προκείμενο, κάτι που γνώρισε τεράστια διάδοση τα τελευταία χρόνια είναι οι λεγόμενοι γλωσσικοί μύθοι, που περιλαμβάνουν από απλά λάθη εκτίμησης, φαντασιοπληξίες διαφόρων, ατεκμηρίωτες θεωρίες και εργασίες που απλώς ικανοποιούν φαντασιοπληξίες αλλά κανένα επιστημονικό κριτήριο, και εσκεμμένα καλοστημένα ή κακοστημένα ψεύδη.

Προσωπικά κουβαλάω πάντα μέσα μου την απορία, όταν έρχομαι αντιμέτωπος με παντοειδείς μύθους: μα τα πιστεύουν οι ίδιοι αυτά που λένε ή έχουμε να κάνουμε με γνήσια απάτη; Ή έχουμε μια πιο περίπλοκη διεργασία όπου ο φαντασιόπληκτος εξαπατά πρώτον απ’ όλους τον εαυτό του. Σε σχέση με τους γλωσσικούς μύθους, λίγο να προκαλέσετε τον Σαραντάκο, είναι ικανός να σας μιλάει μέχρι το επόμενο μουντιάλ. Εγώ θέλω απλώς να καταθέσω τη χαρά μου, χαρά που ένιωσα ήδη από τον καιρό που βρήκα το Αλφαβητάριο, για τις εξηγήσεις που δίνει σχετικά με την προέλευση των εκφράσεων αυτού του βιβλίου (ή άλλων λέξεων ή εκφράσεων σε άλλα βιβλία του Σαραντάκου).

Εδώ συγκεκριμένα τη μεγαλύτερη ζημιά –θα μας το πει ο Σαραντάκος αν είναι έτσι– πρέπει να την έχει κάνει ο μακαρίτης πια δημοσιογράφος Τάκης Νατσούλης, ο οποίος στο βιβλίο του Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις έφτιαξε πολλές δικές του εξηγήσεις ή αναπαρήγαγε ευφάνταστες ιστορίες για την προέλευση εκφράσεων. Το διαδίκτυο, που διψούσε για υλικό, αντέγραψε και αναπαρήγαγε όλες, νομίζω, τις γουστόζικες ιστορίες που είχε στο βιβλίο του ο Νατσούλης και ο κόσμος τις έχει χάψει. Αν οι ιστορίες αυτές ήταν, ας πούμε, μαντζούνια για τη θεραπεία ασθενειών, θα είχε ίσως γίνει μεγάλη ζημιά. Οι συγκεκριμένες αυτές παρετυμολογίες έχουν πια όνομα: λέγονται νατσουλισμοί. Εκτός από την όποια ζημιά κάνουν αυτές οι παρετυμολογίες στο σώμα των γνώσεών μας, ταυτόχρονα ακυρώνουν σε μεγάλο βαθμό και τη σωστή δουλειά που έκανε ο Νατσούλης ως ερανιστής διότι αναπόφευκτα πια κουμπώνεται ο ψυλλιασμένος αναγνώστης. Διαβάζει κάπου «Όπως γράφει ο Νατσούλης» και σου λέει «Ωχ, άλλος ένας νατσουλισμός».

Στο βιβλίο του, ο Σαραντάκος αναζητά την προέλευση κάθε έκφρασης που έχει την ελάχιστη αδιαφάνεια, που θα προκαλούσε απορία. Μαθαίνουμε αν έχουμε δανειστεί την έκφραση από ξένη γλώσσα, αν τη βρήκαμε στη Βίβλο ή στα ευαγγέλια, αν έρχεται από την αρχαία ή λαϊκή παράδοση ή από ιστορικά γεγονότα. Μαθαίνουμε και τα πορίσματα των δικών του ερευνών, π.χ. για τα πράσινα άλογα ή για την κανέλα στην κορφή όσων έρχονται απ’ την Πόλη. Και μέσα σ’ όλα «ξεμαθαίνουμε», όπως εύστοχα επισημάνθηκε και στην προηγούμενη παρουσίαση του βιβλίου. Δηλαδή, εκεί που είχαμε ένα ωραίο παραμύθι να εξηγεί την προέλευση κάποιας αλλόκοτης έκφρασης, βρισκόμαστε πάλι με την απορία επειδή ο Σαραντάκος καταρρίπτει την αστήρικτη εξήγηση που κυκλοφορεί αλλά δεν βάζει άλλη στη θέση της. Αυτό φαίνεται να είναι χειρότερο από το να σου στερούν τον Άγιο Βασίλη ή το κρυφό σχολειό.

Δεν είναι βέβαια χειρότερο. Αν επιστρέψω στον παραλληλισμό με τα μαντζούνια, είναι σαν να σου εξηγούν γιατί κάποιο μαντζούνι δεν είναι η γιατρειά για την αρρώστια σου, ακόμα κι αν δεν έχουν να σου προτείνουν άλλη γιατρειά. Εσένα ίσως θα σου λείψει η παρηγοριά, η παραμυθία, το παραμύθι. Ωστόσο, έχουμε μια νίκη για την επιστήμη, που είναι και πρέπει να είναι η συνεχής αναζήτηση για την αλήθεια και όχι το βόλεμα με το αρεστό ψέμα.

Δείτε γύρω μας, τον πανέμορφο και πανάσχημο καινούργιο κόσμο, έναν κόσμο με την ευδαιμονία σπουδαίων ανακαλύψεων και τη δυστυχία στυγνών ανταγωνισμών. Έναν κόσμο στο οποίο, ατομικά ή συλλογικά, θα κερδίζουμε θέσεις ανάλογα με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που θα κατακτούμε. Θέλουμε άραγε τα πλεονεκτήματα αυτά να είναι η φτήνια της εργασίας μας; Ή θέλουμε να είναι οι δεξιότητές μας, η ποιότητα των γνώσεών μας, η ανωτερότητα της δουλειάς μας, η έρευνα και οι ανακαλύψεις μας, η εμμονή στην αλήθεια, στη λεπτομέρεια, στο καλαίσθητο και το αρμονικό; Ξέρουμε ποια απάντηση θα θέλαμε να δώσουμε, θα θέλαμε να επιδιώξουμε.

Ο Νίκος Σαραντάκος, από το υστέρημα του χρόνου του, μέσα από το ιστολόγιό του και τα βιβλία του, με επιστημοσύνη και εκλαϊκευτική μαεστρία, καλαισθησία και ήθος, έχει προσφέρει πολύτιμη δουλειά σε ένα χώρο που αγαπάμε και καλλιεργούμε. Μακάρι να γίνει πρότυπο και για άλλους σε άλλους χώρους του δημόσιου βίου μας.

Σας ευχαριστώ.

 

pleiades2

2 Σχόλια to “Η παρουσίαση στις Πλειάδες (30.6.2014)”

  1. Makis said

    Ωραίος ο κύριος Νίκος και ωραίος ο κύριος Νίκος, Πως θα μπορούσαμε να γράψουμε Ωραίοι οι Νικόλαοι, Νίκοι, οι Νίκουδοι, οι Νίκιδες τα Νικολάκια;

  2. sarant said

    Oι Νίκοι είναι δικοί σας.
    Επίσης οι Νικολήδες, οι Νικολάδες, οι Νικόληδες, οι Νίκηδες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: