Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 1

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2019

Όταν ζούσε ο πατέρας μου, έγραφε κάθε Τρίτη μια επιφυλλίδα στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης την οποία, από τότε που άρχισα το ιστολόγιο, την αναδημοσίευα εδώ.

Μετά τον θάνατό του, άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες τα βιβλία του (ή αποσπάσματα από τα βιβλία του), όχι όμως πια κάθε Τρίτη αλλά κάθε δεύτερη Τρίτη -για να κρατήσουν περισσότερο. Από σήμερα και για λίγες συνέχειες θα δημοσιεύσω το διήγημά του «Χθόνια Οδύσσεια», το πρώτο από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Πρόκειται για τρεις νουβέλες με θέματα από τον εμφύλιο πόλεμο στην Πελοπόννησο.

Η πρώτη νουβέλα έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

 

ΧΘΟΝΙΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Στον Μιχάλη Λιαρούτσο

Την ιστορία αυτή την άκουσα το καλοκαίρι του ’75, σ’ ένα χωριό της Μάνης, γειτονικό με το δικό μου, όταν είχαμε πάει με τον ξάδερφό μου για μια σύντομη εκδρομή. Δεν μπορώ να πω πως πέρασα καλά, μ’ όλο που η επίσκεψη στα πατρογονικά μου, που είχα να τα περπατήσω από παιδάκι, με συγκίνησε. Μου χάλασαν τη διάθεση οι συζητήσεις που είχα με συγγενείς, τρίτου και τετάρτου βαθμού, που αναπόφευκτα μας επισκέφτηκαν για να γνωρίσουν τα εγγόνια του «γερο-Δημήτρη», του παππού μας δηλαδή, που όπως φαίνεται υπήρξε στον καιρό του επιβλητική προσωπικότητα. Στη Μάνη εξακολουθούν να υπολογίζονται αυτές, οι κάπως απομακρυσμένες συγγένειες.

Καθώς ήταν η περίοδος αμέσως μετά την πτώση της χούντας, υπήρχε έντονη πολιτικοποίηση, ακόμα και σ’ αυτά τα απόμερα χωριά. Μόνο που εδώ η πολιτικοποίηση ήταν μονόπλευρη. Όλοι οι συνομιλητές μας, χωρίς εξαίρεση, εκτός του ότι δεν είχαν ακόμα σαφή επίγνωση της σημασίας των πολιτικών αλλαγών που έγιναν στον τελευταίο χρόνο, δεν είχαν δηλαδή χωνέψει πως δεν υπήρχε πια μοναρχία και πως η χούντα ήταν οριστικό παρελθόν, δεν έκρυβαν τη νοσταλγία τους για την επταετία και έδειχναν φανερά απογοητευμένοι με τον Καραμανλή, που τον ταύτιζαν περίπου με τους κομμουνιστές. Στη ρύμη του λόγου τους πολλοί θυμήθηκαν τα κατορθώματά τους στην περίοδο του Εμφυλίου και μας τα περιγράψανε με γλαφυρότητα, χωρίς να νιώσουν την ανάγκη να κρύψουν τίποτα και χωρίς να αντιληφθούν ή να υπολογίσουν τις αντιδράσεις μας.

Την τελευταία βραδιά την περάσαμε στο σπίτι ενός κουμπάρου μας. Η βραδιά εξελίχθηκε σε ωραία βεγγέρα και, με το θάρρος που μου έδωσε το κρασί, τους είπα την άποψή μου για τις αγριότητες των νικητών του Εμφυλίου, που μόλις είχα μάθει από πρώτο χέρι. Ουσιαστικά μίλησα σαν εκπρόσωπος, τρόπον τινά, της άλλης πλευράς, των ηττημένων κι αυτό δυσαρέστησε πολλούς και αγρίεψε κάποιους, ενώ μονάχα ένας, άγνωστός μου, καλεσμένος επίσης του κουμπάρου μας, με κοιτούσε με κάποιο αδιόρατο επιδοκιμαστικό χαμόγελο, χωρίς όμως να πάρει ούτε μια φορά το λόγο, σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας (λογομαχίας καλύτερα). Ο οικοδεσπότης μας, νιώθοντας φαίνεται την ανάγκη να απολογηθεί για λογαριασμό των άλλων, με πήρε αργότερα παράμερα και  μου εξήγησε χαμηλόφωνα:

«Μη νομίζεις πως τα δικαιολογώ όλα αυτά. Ούτε όλοι οι δεξιοί είμαστε, έτσι. Αυτοί που κάνανε αυτά τα πράγματα, όπως τη σφαγή στις φυλακές στο Γύθειο, τους σκοτωμούς στη Βαμβακού και τα ξεκληρίσματα ολόκληρων αριστερών οικογενειών, σαν του Πέτρουλα και πολλών άλλων, όλοι αυτοί, καθάρματα ήταν. Να σκεφτείς πως επιχείρησαν να κάνουν τα ίδια με το Γύθειο και στις φυλακές της Σπάρτης και όταν βγήκε μπροστά να τους μποδίσει ο διοικητής της φρουράς (ταγματάρχης της Χωροφυλακής ήτανε), τον εσκοτώσανε. Αυτό όμως έσωσε τους κρατούμενους γιατί η φρουρά τούς  διασκόρπισε. Και για το σκοτωμό του Κατσαρέα δεν είναι καθαρά τα πράγματα. Ήταν μετρημένος και, για την εποχή και τις περιστάσεις, μπορούμε να πούμε πως ήτανε ανθρωπιστής, δεν ήτανε Παυλάκος να πούμε. Έχω ακούσει πως δεν τον σκότωσαν οι συμμορίτες, αλλά δικοί μας. Βλέπεις είχε γίνει πολύ δημοφιλής και κάποιος, που έχει τη Μάνη πολιτικό του φέουδο, φοβόταν πως αν κατέβαινε μετά το συμμοριτοπόλεμο στις εκλογές θα του έτρωγε την έδρα. Αυτά βέβαια σου τα λέω με κάθε επιφύλαξη και σε παρακαλώ να μην τα πεις πουθενά, ή αν τα πεις, μη με αναφέρεις».

Φεύγοντας, θα ήταν περασμένες έντεκα, ο άγνωστος εκείνος μας πρόφτασε την ώρα που μπαίναμε στο αμάξι μας.

«Αν σ’ ενδιαφέρει ν’ ακούσεις μιαν απίστευτη ιστορία, για κείνα τα χρόνια, πέρνα αύριο το πρωί από το σπίτι μου, μένω εδώ κοντά, στο Κρυονέρι. Καληνύχτα».

Μου μίλησε εγκάρδια και στον ενικό και μου είπε το όνομά του, γιατί  κατά τη διάρκεια της βραδιάς δε μας είχαν συστήσει. «Ποιος είν’ αυτός; Τόνε ξέρεις;» ρώτησα τον ξάδερφο, που διατηρούσε περισσότερους δεσμούς με τα μέρη μας.

«Πολύ λίγο. Είναι από μια παλιά αριστερή οικογένεια, που ξεκληρίστηκε. Όπως έμαθα είχε βγει στο βουνό στο δεύτερο αντάρτικο και είναι από τους λίγους που γλίτωσαν».

Την άλλη μέρα, κατά τις δέκα, περάσαμε από το σπίτι του Ηλία –έτσι  λεγόταν ο άγνωστος– και  τα είπαμε. Μας διηγήθηκε δια μακρών, πώς γλίτωσε κρυμμένος επί μήνες μέσα σε μια σπηλιά στον Ταΰγετο. Η αφήγησή του κράτησε ώς το απόγεμα, γιατί η γυναίκα του, πιστή στο πνεύμα της μανιάτικης φιλοξενίας, επέμεινε να μας κάνει το τραπέζι και εν συνεχεία να πιούμε τον καφέ στην απόσκια αυλή του σπιτιού τους. Γενικά μας περιποιήθηκε με την πατροπαράδοτη αρχοντιά των παλιών Μανιατών και ταυτόχρονα με μιαν αφοπλιστική εγκαρδιότητα, που μας έκανε να νιώσουμε σα να ήμασταν στο σπίτι μας.

Την αφήγηση του Ηλία τη μεταφέρω εδώ όπως τη θυμάμαι, γιατί, μολονότι πέρασαν από τότε τριάντα χρόνια, εντυπώθηκε βαθιά στο μυαλό μου. Τη γεωλογική, κατά κάποιον τρόπο, περιγραφή της σπηλιάς, που μου έκανε, την έχω εμπλουτίσει με  ακριβέστερα δικά μου στοιχεία, γιατί πώς να το κάνουμε, αυτός, όπως με πληροφόρησε, είχε σπουδάσει φιλόλογος, ενώ εγώ έβγαλα το Πολυτεχνείο. Όλα όμως τα άλλα τα μεταφέρω όπως μου τα είπε και όπως τα θυμάμαι.

1

Το βουνό, που στα σπλάχνα του βρίσκεται η σπηλιά, είναι  ένα από τα ψηλότερα της Ελλάδας και ίσως το μακρύτερο, με την έννοια πως είναι μονοκόμματο χωρίς πολλά σπασίματα. Ορθώνεται σαν τοίχος, με κατεύθυνση από το βορρά στο νότο και αποτελεί τη ραχοκοκαλιά μιας χερσονήσου, που δείχνει σαν τεντωμένο δάχτυλο την Αφρική.

Το βορινό και ψηλότερο τμήμα του είναι κατάφυτο. Ελάτια στα ψηλώματα, βελανιδιές, σκίνα και πουρνάρια στις πλαγιές, ρείκια, κουμαριές και βάτοι στις κοιλάδες και στις ρεματιές, ελιές, αμπέλια και γεννήματα στις λούρες, στους ξεχερσωμένους αναβαθμούς δηλαδή. Αντίθετα το νότιο τμήμα του είναι  γυμνό και κατάξερο. Δεν υπάρχει δέντρο για να ρίξει μια σκιά σε άνθρωπο, δεν υπάρχει πηγή για να ξεδιψάσει ο περαστικός.

Η μάζα του βουνού είναι ασβεστολιθική. Ασβεστόπετρες και κάπου κάπου μάρμαρα, άσπρα και έγχρωμα. Μόνο σε μερικές μεριές βρίσκει κανείς τίκλες, δηλαδή σχιστόλιθους. Οι γεωλόγοι λένε πως το βουνό είναι μικρής ηλικίας, αλλά αυτοί μετρούν αλλιώτικα  το χρόνο, γιατί οι πτυχώσεις του φλοιού της Γης το δημιούργησαν, μαζί με τα άλλα βουνά της χώρας μας, πολύ πριν οι άνθρωποι περπατήσουν στον πλανήτη.

Στα αμέτρητα χρόνια που κύλησαν, οι βροχές κάθε χειμώνα εισχωρούσαν μέσα στη μάζα του βουνού. Το βρόχινο νερό, πλούσιο σε διοξείδιο του άνθρακα, διέλυε τον ασβεστόλιθο και έσκαβε μέσα  στα σπλάχνα του κοιλότητες, που σιγά σιγά ενώθηκαν για ν’ αποτελέσουν είτε μεγάλους ψηλοθόλωτους θαλάμους, είτε μακρότατα φιδογυριστά λαγούμια, στοές και καταβόθρες. Έτσι δημιουργήθηκε αυτή η τεράστια σπηλιά, που πήρε το τωρινό πολύπλοκο σχήμα της πολύ πριν ξεκινήσει η περιπέτεια του ανθρώπου.

Από τότε η φύση την εμπλούτιζε συνεχώς με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, αποθέσεις δηλαδή κρυσταλλικού ανθρακικού ασβεστίου, που ξανάπαιρνε τη στερεά μορφή, χάνοντας διοξείδιο του άνθρακα και νερό. Οι σταλακτίτες αυτοί αλλού σχημάτιζαν πολύχρωμα κρόσσια ή περίτεχνα παραπετάσματα και αλλού, ενωμένοι με τους αντίστοιχους σταλαγμίτες που σχηματίζονταν από κάτω τους, δημιουργούσαν μεγαλοπρεπείς κίονες Την εφοδίασε ακόμη με πηγές ανήλιαγου νερού, υπόγεια ρέματα και εσωτερικές λίμνες. Σ’ ένα δυο σημεία της, λόγω της σύστασης των πετρωμάτων του βουνού η σπηλιά ήταν τελείως γυμνή και ξερή. Ούτε σταλαχτίτες, ούτε κίονες, ούτε ανήλιαγο νερό, σε ένα άλλο σημείο της πάλι μεσολαβούσε ένα βαθύ βάραθρο, ξέσκεπο από πάνω, περίκλειστο όμως από παντού αλλού.

Αν εξαιρέσουμε κάποια ανοίγματα στην οροφή ενός ή δύο θαλάμων, μια ή δυο καταβόθρες και το βάραθρο που ανέφερα, η τεράστια σπηλιά έχει μονάχα δυο μπασιές. Η μία βρίσκεται στο βάθος μιας μικρής βαθιάς χαράδρας, που με δυο λοξέματα βγάζει σε μια μεγαλύτερη κοιλάδα, ψηλά, στο βορινό μέρος του βουνού κι η άλλη στο κεντρικό του τμήμα, στην ακτή ενός κόλπου. Κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί πως τα δυο αυτά ανοίγματα, που τα χωρίζουν πενήντα και πάνω χιλιόμετρα κακοτράχαλου βουνού, ανήκουν στην ίδια σπηλιά. Άλλωστε σπηλιές κάθε μεγέθους και μορφής αφθονούν στο βουνό. Μπορεί να φτάνουν τις εκατό. Σπηλιές που υπήρξαν μονιές και φωλιές αγριμιών, καταφύγια ανθρώπων σε δύσκολους καιρούς, ιερά πανάρχαιων λατρειών,  ακόμα και αποθήκες, στάνες και γαλάρια.

Ενώ στην ορεινή μπασιά της σπηλιάς μονάχα αλεπούδες και άλλα αγρίμια μπαινόβγαιναν, στην άλλη, την παραθαλάσσια, είχαν από τα πανάρχαια χρόνια εγκατασταθεί άνθρωποι. Και όχι μόνο σ’ αυτήν αλλά και σε άλλες δύο, μεγαλύτερες μάλιστα, σπηλιές, που βρίσκονται δίπλα της, στον ίδιο κόλπο. Αυτά τα σπήλαια είχαν κατοικηθεί για χιλιάδες χρόνια από ολόκληρες κοινότητες νεολιθικών ανθρώπων, ώς τη στιγμή που τους έδιωξε από κει κάποιος τρομακτικής έντασης σεισμός, που έφραξε τα στόμιά τους. Έτσι τα δύο αυτά σπήλαια ξεχάστηκαν και ανακαλύφθηκαν ξανά, εντελώς τυχαία μετά τον πόλεμο, εξερευνήθηκαν συστηματικά σε βάθος τριών και πάνω χιλιομέτρων και αξιοποιήθηκαν τουριστικά. Το τρίτο, η έξοδος της μεγάλης σπηλιάς, δεν είχε αυτή την τύχη και μ’ όλο που υπήρξε καταφύγιο διωκόμενων από την αρχαιότητα, κανείς δεν το έχει ακόμα εξερευνήσει σε μεγάλο βάθος και κανείς δεν υποπτεύθηκε πως συνεχίζεται σε τέτοια απίστευτη απόσταση.

«Αυτή τη σπηλιά μου την έδειξε ο πατέρας μου, όταν έγινα δώδεκα χρονών» συνέχισε ο Ηλίας, όταν τέλειωσε η περιγραφή της σπηλιάς.

Ο πατέρας μου ξέρεις, ήταν σπουδαίος άνθρωπος. Από τους λίγους μορφωμένους αγρότες. Μορφωμένος με τα μέτρα εκείνης της εποχής εννοείται. Το σχολαρχείο είχε βγάλει, που φαίνεται πως ήταν τότε σπουδαίο σχολειό. Ήξερε και λίγα γαλλικά και ήταν συνδρομητής σ’ ένα γαλλικό γεωργικό περιοδικό.

Σ’ αντίθεση με τους άλλους αγρότες, που ζήτημα είναι αν κάνανε στα χωράφια τους πενήντα μεροκάματα το χρόνο, κυρίως καματεύοντας και κλαδεύοντας, αφήνοντας στις γυναίκες όλες τις άλλες δουλειές, ξέρεις τώρα: ξεβοτανίσματα, τσαπίσματα και τα λοιπά, ο πατέρας μου σκοτωνότανε στη δουλειά. Από το πρωί ώς το βράδυ ήταν στα χωράφια. Έτσι, ενώ άλλα χτήματα, πιο μεγάλα, δίνανε μόνο λάδι, το δικό μας έδινε απ’ όλα. Στις λούρες είχε τις ελιές, που καλοκλαδεμένες, καμάρωναν σα νυφούλες. Γύρω από το σπίτι είχε φτιάξει ολόκληρο περιβόλι, πράγμα σχεδόν άγνωστο σ’ αυτά τα ορεινά χωριά. Το νερό ούτε σήμερα είναι άφθονο στα μέρη μας, τότε ήταν ακόμα λιγότερο. Ο πατέρας μου όμως ανακάλυψε μια πηγούλα στην άκρη του λόγγου που κλείνει το χτήμα μας από το νοτιά. Τη φρόντισε, την καλλιέργησε, έκοψε δυο λεύκες που φύτρωναν δίπλα της και τραβούσαν όλο το νερό και λίγο πιο κάτω έχτισε στέρνα τσιμεντένια, που χωρούσε κοντά πενήντα κυβικά. Μια μικρότερη έφτιαξε πιο ψηλά, στο φρύδι της πλαγιάς και με ανεμόμυλο ανέβαζε το νερό από την κάτω στέρνα στην επάνω. Από αυτήν με σωλήνες το έστελνε στο περιβόλι και στο σπίτι. Ήταν, εκείνα τα χρόνια, το μοναδικό σπίτι με τρεχούμενο νερό σε όλη την περιοχή. Είχε ακόμα γουρούνια, τρεις γελάδες, καμιά δεκαριά γίδες, κότες, πάπιες, δυο μουλάρια και το σκύλο του τον Κανέλλο.

Η μάνα μου μπορεί να μη δούλευε στα χωράφια όπως όλες οι Μανιάτισσες τότε, αλλά ύφαινε στον αργαλειό, έπλεκε, έραβε τα ρούχα μας, έπηζε τυρί και μυζήθρα, έφτιαχνε σύγγληνα, έβαζε κρασί και έτσι δε μας έλειπε τίποτα. Με τον πατέρα μου είχαν παρθεί με έρωτα και όσο θυμάμαι ζούσανε αγαπημένοι. Ταίριασαν και τα δυο σόγια μας και, καθώς οι γονιοί μου ήταν άνθρωποι γλεντζέδες, στο σπίτι μας γίνονταν ταχτικά γλέντια και χαρές

Όταν δεν είχε τι να κάνει στο χτήμα, ο πατέρας μου έπαιρνε το ντουφέκι του και με τον Κανέλλο συντροφιά, πήγαιναν κυνήγι. Σ’ ένα τέτοιο κυνήγι, ακολουθώντας τα ίχνη μιας αλεπούς, μπήκε στη χαράδρα κι έφτασε ώς τη σπηλιά. Αυτό έγινε το 1934. Από τότε πήγε πολλές φορές και την εξερεύνησε συστηματικά και μεθοδικά, σα να ήταν σπουδασμένος σπηλαιολόγος. Είχε βάλει σημάδια για να βρίσκει αλάθευτα το δρόμο του από τη μπασιά ώς τους δυο μεγάλους θαλάμους στο εσωτερικό της, χωρίς να χάνεται στις διακλαδώσεις, που οδηγούσαν ποιος ξέρει πού.

Όταν έγινα δώδεκα χρονών, λίγο πριν αρχίσει ο πόλεμος, με πήρε μαζί του. Στην αρχή νόμισα πως θα πηγαίναμε κυνήγι, αλλά αυτός με πήγε να δω τη σπηλιά. Δεν μπορείς να φανταστείς τι συγκλονιστική εντύπωση μου έκανε αυτή η διείσδυση στα έγκατα του βουνού. Σαν φτάσαμε στον δεύτερο θάλαμο άναψε μια μεγάλη φωτιά με φρύγανα και κλαδιά που κουβαλήσαμε μπαίνοντας. Στην κοκκινωπή λάμψη της φάνηκε σε όλη τη μεγαλοπρέπεια το εσωτερικό του, στολισμένο με σταλαχτίτες, που αλλού σχημάτιζαν κροσσωτά παραπετάσματα, αλλού κρέμονταν σαν πέτρινες μέδουσες κι αλλού δημιουργούσαν αληθινές κολόνες, καθώς είχαν συνενωθεί με τους σταλαγμίτες που σχηματίζονταν ταυτόχρονα στο έδαφος από κάτω τους. Η επιφάνεια όλων αυτών των φυσικών στολιδιών ήταν σκεπασμένη με κρυστάλλους που αστραποβολούσαν, στη λάμψη της φωτιάς που είχαμε ανάψει. Ένιωθα σα να βρισκόμασταν στη μέση μιας μεγαλόπρεπης καταστόλιστης εκκλησιάς. Ο πατέρας μου βάφτισε το θάλαμο αυτόν «υπόγειο ναό». Μου έδειξε και μια πηγή στη μια πλευρά του, απ’ όπου έτρεχε κελαρύζοντας ανήλιαγο νερό.

Τι να σου πω. Μου φάνηκε πως έπαιρνα μέρος σε μια μυσταγωγία, σ’ ένα είδος μύησης, προ πάντων όταν μ’ έβαλε να ορκιστώ πως δε θα μαρτυρήσω σε κανέναν το μυστικό της σπηλιάς.

«Κάποτε μπορεί να μας φανεί χρήσιμη» μου είπε, γιατί ξέχασα να σου πω πως είχε βγάλει κακό όνομα. Είχε πρωτοστατήσει σε κάποιαν εξέγερση στην Αρεόπολη το 1928, όταν εξαγριωμένοι από τους φόρους χωριάτες κατέλαβαν το κτίριο της εφορίας και από τότε τον θεωρούσαν αριστερό, αν όχι κομμουνιστή, πράγμα πρωτάκουστο και πολύ επίφοβο, εκείνο τον καιρό, στα μέρη μας.

(Συνεχίζεται)

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη | Με ετικέτα: , , | 87 Σχόλια »

Τσιγαρουφιάνοι;

Posted by sarant στο 25 Νοεμβρίου, 2019

Η λέξη του τίτλου, δικής μου κατασκευής, είναι βασισμένη πάνω στον εφήμερο νεολογισμό «Βαρουφιάνοι» που είχε ακουστεί τον Μάρτιο του 2015 στο ελληνικό Διαδικτυο όταν ο τότε υπουργός Γιάνης Βαρουφάκης είχε προτείνει να καταγγέλλουν οι τουρίστες τους καταστηματάρχες που δεν κόβουν αποδείξεις. Οι Βαρουφιάνοι είχαν προκύψει από συγχώνευση του ονόματος του υπουργού με τη λέξη «ρουφιάνος», με εκμετάλλευση του κοινού στοιχείου «ρουφ». Στους τσιγαρουφιάνους δεν υπάρχει κοινό στοιχείο, μπορούμε όμως να σκεφτούμε την απλολογία (τσιγαρορουφιάνος – τσιγαρουφιάνος)

Ρουφιάνος βέβαια με τη νεότερη σημασία της λέξης, δηλαδή καταδότης, καρφί, μπογδάνος. Πριν από ένα μήνα είχαμε άρθρο για τη λέξη και για τις σημασίες της.

Αναφέρομαι φυσικά στη συζήτηση για τον αντικαπνιστικό νόμο, και ειδικότερα στον τετραψήφιο αριθμό 1142 που έχει θεσπιστεί για να γίνονται ανώνυμες καταγγελίες από πολίτες για κάπνισμα σε κλειστούς δημόσιους χώρους, κάτι που από πολλούς χαρακτηρίστηκε «προτροπή σε ρουφιανιά». Θα πω παρακάτω τη θέση μου, αλλά επειδή μερικοί διαβάζουν μόνο τις τρεις πρώτες παραγράφους των άρθρων ας πω από τώρα ότι δεν συμφωνώ με τον χαρακτηρισμό «ρουφιανιά» αν και βλέπω πως είναι αρκετά διαδεδομένος.

Στον ηλεκύκλο των γνωστών μου, εννοώ στο Φέισμπουκ, το θέμα του αντικαπνιστικού νόμου έχει πυροδοτήσει εντονότατες συζητησεις, πολύ παθιασμένες. Βλέπω φίλους να ανταλλάσσουν βαριές εκφράσεις, κάτι που δεν με παραξενεύει και τόσο, διότι είναι γνωστό πως το κάπνισμα είναι θέμα που εξάπτει τα πάθη. Αυτό που δεν ξέρω είναι αν το θέμα ενδιαφέρει εξίσου την κοινωνία «στην πραγματική ζωή».

Πάντως, οι ρυθμίσεις του αντικαπνιστικού νόμου έχουν διχάσει τη μικρή κοινωνία των φίλων μου στο Φέισμπουκ, παρόλο που ψηφίστηκαν με ευρύτατη πλειοψηφία στη Βουλή (ΝΔ, ΚΙΝΑΛ, ΣΥΡΙΖΑ, ΜΕΡΑ25 υπέρ, ΚΚΕ παρών, Ελληνική Λύση κατά).

Όπως έχω γράψει παλιότερα, κάπνιζα πολύ για πολλά χρόνια, αλλά το έχω κόψει, και από το καλοκαίρι του 2002 είμαι εντελώς άκαπνος. Το έκοψα πολύ πιο εύκολα απ’ όσο πίστευα αλλά δεν τολμώ να επιχειρήσω να ανάψω ούτε ένα τσιγάρο όλα αυτά τα χρόνια -ούτε όμως το επιθυμώ. Πάντως, δεν με ενοχλεί η μυρωδιά του τσιγάρου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Κάπνισμα, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , | 343 Σχόλια »

Οι Γερμανοί ξανάρχονται (αναμνήσεις του Αλέκου Σακελλάριου)

Posted by sarant στο 24 Νοεμβρίου, 2019

Το σημερινό κυριακάτικο ανάγνωσμά μας δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό -οι αυτοβιογραφίες βρίσκονται στις παρυφές της λογοτεχνίας, αν και κάποιος κακεντρεχής έλεγε πως αυτό είναι άδικο διότι πολλές αυτοβιογραφίες περιέχουν μεγάλες δόσεις μυθοπλασίας, αν δεν είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένες.

Τέλος πάντων, προχτές συζητήσαμε την ετυμολογία της λ. αλαλούμ, και έκανα αναφορά στον Αλέκο Σακελλάριο, ο οποίος, στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Λες και ήταν χθες…» χρησιμοποιεί τη λέξη με τη σημασία του καψονιού. Όπως έγραψα, το βιβλίο αυτό έχει ένα κεφάλαιο με τίτλο «Αλαλούμ», που ξεκινάει ως εξής:

Η λέξη «αλαλούμ», στην αργκό των θεατρικών παραστάσεων, σημαίνει καψόνι. Και είναι, συνήθως, ένα καψόνι σκληρό και ανελέητο, που το υφίστανται αγογγύστως όσοι έχουν την αφέλεια να θέλουνε να επιδείξουνε το «ταλέντο» τους στους ηθοποιούς ενός θιάσου.

Διάλεξα σήμερα να σας παρουσιάσω ένα άλλο κεφάλαιο του βιβλίου, στο οποίο ο Σακελλάριος (1913-1991) διηγείται περιστατικά απο το γύρισμα της ταινίας «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948) και όπου το αλαλούμ/καψόνι παίζει ρόλο πρωταγωνιστικό.

Για τον Σακελλάριο συστάσεις δεν χρειάζονται κι ας λείπει τόσα χρόνια -αν τα θεατρικά του έργα δεν παίζονται συχνά, οι αμέτρητες ταινίες που σκηνοθέτησε ή όπου έγραψε το σενάριο επαναπροβάλλονται συνεχώς στην τηλεόραση, ενώ ακούγονται και τα τραγούδια που έχει γράψει τους στίχους τους, συχνά χωρίς να ξέρουμε πως είναι δικά του -από το Άσ’τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα ως το Μονοπάτι ή το Έχω ένα μυστικό. Όπως όλοι οι παλιοί μάστορες της επιθεώρησης, είχε τεράστιο ταλέντο και, υποχρεωτικά, εξαιρετική παραγωγικότητα.

Το βιβλίο «Λες και ήταν χθες…» (τίτλος πασίγνωστου τραγουδιού του σε μουσική Κώστα Γιαννίδη) ξανακυκλοφόρησε πρόσφατα σε «επετειακή» έκδοση, συμπληρωμένη με κάποιο υλικό (τις τρεις τελευταίες ενότητες στα περιεχόμενα που βλέπετε εδώ). Εγώ έχω μια παλιότερη έκδοση. Όπως βλέπετε, η ύλη διαιρειται σε ολιγοσέλιδες ενότητες με αναμνήσεις του Σακελλάριου, γραμμένες στη δεκαετία του 1980 -ίσως πρωτοδημοσιεύτηκαν σε κάποια εφημερίδα, αλλά δεν υπάρχει κάποια μνεία στον πρόλογο.

Θα προσέξετε ότι, ενω σε άλλες πηγές αναφέρεται πως στα κινηματογραφικα΄»αλαλούμ» γινόταν λήψη χωρίς φιλμ στη μηχανή, εδώ ο Σακελλάριος λέει για κανονική λήψη -και μάλιστα ότι οι ταινίες αυτές κάπου φυλάγονταν.

Το βιβλίο ήταν τυπωμένο σε μονοτονικό, που μου έκανε πιο εύκολη τη ζωή στη μετατροπή του. Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλιο -υπήρχε κι άλλη μία που δεν την έβαλα.

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΑΝΑΡΧΟΝΤΑΙ

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ακριβώς από το εργοστάσιο τσιμέντων «Άτλας» στις Τρεις Γέφυρες, υπήρχε μια μεγάλη εγκαταλελειμένη αποθήκη. Αυτή, λοιπόν, την αποθήκη την πήρε ο Φίνος και την έκανε «πλατό». Κι όταν λέμε «πλατό» μην πάει το μυαλό σας στα «πλατό» όπως είναι σήμερα.

Το πρώτο «πλατό» του Φίνου, που στην ουσία ήταν και το πρώτο «πλατό» του ελληνικού κινηματογράφου, ήταν όπως είπαμε μια αποθήκη χωρίς κανέναν από τους γνωστούς τεχνικούς εξοπλισμούς. Και μόνο η εφευρετικότητα του Φίνου, κατάφερε να κάνει στούντιο -και μάλιστα, στούντιο μέσα στο οποίο γυριστήκανε αξιόλογες ταινίες— αυτόν τον εντελώς ακατάλληλο χώρο. Και πρώτα-πρώτα δεν υπήρχαν προβολείς. Προβολείς που σήμερα έχουνε ακόμα κι οι ερασιτέχνες φωτογράφοι, τότε ήταν ένα είδος εντελώς άγνωστο.

Ο πρώτος προβολέας που μπήκε στο στούντιο του Φίνου, ήταν ένας μικρός προβολέας -πεντακόσια βατ όλα κι όλα— που δεν ξέρω πού τον βρήκε ο Φίνος και τον έφερε με όλας τας τιμάς, όταν γυρίζαμε το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», για να κάνουμε ένα εφφέ.

Τα φώτα, λοιπόν, στο πρώτο αυτό «πλατό» ήταν μεγάλες και μικρές τενεκεδένιες σκάφες, που είχανε απλά «ντουί» στα οποία βιδώναμε κοινές λάμπες των εκατό και των διακοσίων κεριών. Υπήρχαν, ακόμα και μερικοί δήθεν προβολείς, που δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά μεγάλες λάμπες απάνω σε κάποιο πόδι, χωρίς να έχουνε όμως μπροστά τους ειδικούς αυτούς φακούς που έχουνε οι προβολείς και που επιτρέπουν, με τους κατάλληλους χειρισμούς, το φως, να γίνεται συγκεντρωτικό ή διάχυτο.

Πριν, όμως, προχωρήσω στο πώς γυρίστηκε το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» και στα χαριτωμένα επεισόδια που δημιουργηθήκανε στη διάρκεια του γυρίσματος, θα έπρεπε ίσως να σας πω ότι τότε δεν υπήρχανε τα κινηματογραφικά συνεργεία, που δημιουργηθήκανε λίγα χρόνια αργότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Κινηματογράφος, Παρουσίαση βιβλίου, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , , , | 143 Σχόλια »

Ο στρατάρχης Μάρσαλ και άλλα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 23 Νοεμβρίου, 2019

Συμβαίνει πότε-πότε ο τίτλος του σαββατιάτικου πολυσυλλεκτικού μας άρθρου να προκύπτει από κάποιο από τα μεζεδάκια της πιατέλας, που βέβαια πρέπει να είναι αρκετά εντυπωσιακό ώστε να δικαιολογεί τέτοια τιμή.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει σήμερα και το τιμώμενο πρόσωπο είναι ο στρατάρχης Μάρσαλ.

Σε άρθρο για τις εμφύλιες συγκρούσεις στη Λιβύη, διαβάζουμε:

Τα ΗΑΕ, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία κατηγορούνται ότι υποστηρίζουν τον στρατάρχη Μάρσαλ, ενώ το Κατάρ και η Τουρκία υποστηρίζουν την ΚΕΕ.

Το όνομα Μάρσαλ δεν ακούγεται πολύ αραβικό, δεν συμφωνείτε; Μεταγραφή είναι; Ξένος δάκτυλος; Όχι, ατζαμοσύνη του συντάκτη. Marshal είναι, απλώς, ο στρατάρχης στα αγγλικά. Μπερδεύτηκε ο συντάκτης αφενός επειδή το Μάρσαλ είναι υπαρκτό επώνυμο (αν και όχι αραβικό) και επειδή στα αγγλικά γράφεται με κεφαλαίο αρχικό γράμμα.

Το περίεργο είναι ότι πιο πάνω δίνει το κανονικό όνομα του στρατάρχη, όταν λέει για την «επίθεση του στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ για την κατάληψη της λιβυκής πρωτεύουσας».

Έτσι βέβαια ο στρατάρχης Μάρσαλ καταλαμβάνει περίοπτη θέση στις ένοπλες δυνάμεις της Νομανσλάνδης, τις οποίες θα οδηγήσει σε νέες σελίδες δόξας!

* Kι ένα αγγλικό μιμίδιο με λογοπαίγνιο για την Ελλάδα.

– To ήξερες ότι οι πρώτες τηγανιτές πατάτες (που είναι French fries στα αμερικάνικα, αν και την εποχή του πολέμου του Ιράκ μερικοί τις μετονόμασαν σε Liberty fries, διότι η Γαλλία δεν ήταν πρόθυμη) δεν τηγανίστηκε στη Γαλλία;

Η σωστή απάντηση εδώ είναι : Φυσικά, τηγανίστηκε στο Βέλγιο αλλά το πιτσιρίκι ρωτάει «Και πού τηγανίστηκε;»

Και ο σκυλάκος απαντάει «Στην Ελλάδα» -και περιμένει ματαίως την έκρηξη γέλιου.

Πρόκειται για το παμπάλαιο λογοπαίγνιο Greece – grease (λίπος, εδώ μαγειρικό). Tο λέω παμπάλαιο διότι το βρίσκουμε ήδη σε βρετανικές πολιτικές γελοιογραφίες του 19ου αιώνα όπου βλέπουμε την γαλοπούλα (Τουρκία) ή την αρκούδα (Ρωσία) να προσπαθούν να αρπάξουν ένα κομμάτι λίπος (grease-Greece).

Ωστόσο ποτέ δεν έπαψε να χρησιμοποιείται όπως βλέπετε και από κάποιες από αυτές τις εικόνες.

* Σε ενυπόγραφο (!) άρθρο του Χάφιποστ για τα γεγονότα στο Χονγκ Κονγκ, διαβάζουμε:

Νωρίτερα τη Δευτέρα, η αστυνομία εμπόδισε τη διαρροή δεκάδων ατόμων από το πανεπιστήμιο μέσω των αστυνομικών γραμμών.

Να μας πει ο κ. Αντώνης Φουρλής, αρχισυντάκτης του ιστότοπου, πώς σκέφτεται τη διαρροή ανθρώπων. Διαφυγή ίσως; (Και «διά μέσου» μάλλον).
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιγραφές, Λογοπαίγνια, Μαργαριτάρια, Μαθητικά κείμενα, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη, Ορθογραφικά, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , , | 241 Σχόλια »

Αλαλούμ

Posted by sarant στο 22 Νοεμβρίου, 2019

Δεν κάνω σχόλιο για την κυβερνητική πολιτική, ούτε διαφημίζω ετεροχρονισμένα την ταινία του αξέχαστου Χάρρυ Κλυνν, παρά την εικόνα που συνοδεύει το άρθρο. Όχι, δεν είναι επίκαιρο το άρθρο μου, αντίθετα είναι όσο πιο ανεπίκαιρο θα μπορούσε να γίνει, αφού επιστρέφει και ανακεφαλαιώνει μια συζήτηση που είχε γίνει στο ιστολόγιο πριν από… δέκα χρόνια, τον Οκτώβριο του 2009.

Η συζήτηση αυτή είχε γίνει στο περιθώριο άλλου άρθρου, δηλαδή στα σχόλια (από το σχόλιο 53 και πέρα, σποραδικά) και αν ανατρέξετε θα δείτε πως πήραν μέρος φίλοι που εξακολουθούν να σχολιάζουν και σήμερα, καθώς και κάποιοι που έχουν σταματήσει -αλλά, ενώ η συζήτηση έβγαλε συμπεράσματα που τα θεωρώ αξιόλογα (και, κατά τη γνώμη μου, πειστικά) σχετικά με την ετυμολογία της λέξης «αλαλούμ», τα συμπεράσματα αυτά έμειναν θαμμένα στα σχόλια, διότι δέκα χρόνια τώρα αμέλησα να γράψω ένα ανακεφαλαιωτικό άρθρο, αν και σποραδικά, σε άρθρα του ιστολογίου και σε ομιλίες μου, έχω αναφερθεί στην ετυμολογία της λέξης αλαλούμ.

Οπότε, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να γράψω αυτό το ανακεφαλαιωτικό άρθρο.

Σύμφωνα με τα λεξικά, αλαλούμ είναι «Η κατάσταση κατά την οποία μια ομάδα ανθρώπων βρίσκεται σε σύγχυση, αναστάτωση, συχνά ως αποτέλεσμα ανεπαρκούς ενημέρωσης, αντικρουόμενων πληροφοριών ή έλλειψης οργάνωσης». Δίνω τον (κάπως φλύαρο αλλά σωστό κτγμ) ορισμό του ΜΗΛΝΕΓ, το οποίο δίνει ως συνώνυμα τις λέξεις κομφούζιο και χάος. Παραδείγματα χρήσης είναι ίσως περιττά αφού η λέξη είναι απολύτως ζωντανή -αλλά ας δώσουμε ένα: Απίστευτο αλαλούμ επικρατεί στο αεροδρόμιο εξαιτίας της απεργίας των ιπτάμενων φροντιστών (πάλι από ΜΗΛΝΕΓ).

Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη αναφέρει ότι έχουν προταθεί τρεις απόψεις για την προέλευση της περίεργης αυτής λέξης: 1. Από το αραβικό επιφώνημα ulalum, με αφομοιωση του u προς το επόμενο α, 2. από τη φράση άλλα άλλων, κατ επίδραση του συνώνυμου [;;] γιουσουρούμ, 3. Από παιδικά παιχνίδια και τραγούδια.

Από τις εκδοχές αυτές το λεξικό θεωρεί επικρατέστερη την πρώτη, του αραβικού επιφωνήματος. Το ΛΚΝ αναφέρει μόνο αυτή την εκδοχή, με επιφύλαξη («ίσως»).

Περιέργως κανένα από τα δύο λεξικά δεν μας λέει τι είδους επιφώνημα είναι το αραβικό ulalum -είναι επιφώνημα χαράς; πόνου; αγανάκτησης; Μας αφήνουν στο σκοτάδι. Αλλά ας το προσπεράσουμε αυτό. Υπάρχει βέβαια και το ποίημα Ulalume του Πόου και το Ουλαλούμ του δικού μας Σκαρίμπα, που το έχει μελοποιήσει ο Άσιμος, αλλά δεν νομίζω πως θα μας φωτίσουν ως προς την ετυμολογία του αλαλούμ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανακεφαλαιώσεις, Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 78 Σχόλια »

Άσπρα και μπλε κολάρα

Posted by sarant στο 21 Νοεμβρίου, 2019

Στην προχτεσινή του συνέντευξη ο Αλέξης Τσίπρας υποστήριξε ότι η κυβέρνηση αλλάζει τον ποινικό κώδικα για να αθωώνει τους «μπαχαλάκηδες» του λευκού κολάρου, ενώ παράλληλα σε ερώτηση στη Βουλή, ο Αλέξης Τσίπρας έκανε ΄λόγο για «εγκλήματα του λευκού κολάρου».

Υπάρχει και τηλεοπτική σειρά με τίτλο White Collar

Έτσι ο όρος ήρθε στην επικαιρότητα και συζητήθηκε. Με ρώτησε μάλιστα κάποιος στο Τουίτερ αν είναι σωστή η έκφραση ή αν αποτελεί μετάφραση με google translate. Προφανώς ο συνομιλητής μου δεν είχε συναντήσει ποτέ την ελληνική έκφραση, ενώ ήξερε το αμερικάνικο white-collar crime ή έστω το σκέτο white collar (και το αντίστοιχό του, το blue collar) και, με την έπαρση που δίνει η ημιμάθεια, σκέφτηκε ότι δεν υπάρχει τέτοια έκφραση στα ελληνικά.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έκφραση ασφαλώς καινούργια, της τελευταίας δεκαετίας, αλλά καθιερωμένη πλέον και λεξικογραφημένη. Όμως πρέπει να πάρω τα πράγματα με τη σειρά.

Στην αρχή έχουμε τις αγγλικές/αμερικανικές εκφράσεις blue collar, μπλε γιακάς ας πούμε, και blue-collar worker, που είναι ο εργάτης, ιδίως ο βιομηχανικός εργάτης, που κάνει δουλειά σε μεγάλο βαθμό χειρωνακτική. Μπορεί να είναι ανειδίκευτος, μπορεί να είναι ειδικευμένος και να βγάζει καλά λεφτά, πάντως είναι μουτζούρης και χειρώνακτας. Πρόκειται για έκφραση που εμφανίστηκε πρώτη φορά στις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1920, από τα τζιν πουκάμισα που φορούσαν οι εργάτες.

Λίγα χρόνια αργότερα, εμφανίστηκε ο άλλος όρος, σε αντιδιαστολή: white-collar worker είναι ο εργαζόμενος του γραφείου, που κάνει δουλειά «πνευματική» με την ευρεία έννοια του όρου, δουλειά γραφείου πάντως· ακόμα κι αν δουλεύει σε βιομηχανία βρίσκεται μακριά από τη μουτζούρα της γραμμής παραγωγής, και φοράει κουστούμι: σακάκι, πουκάμισο, γραβάτα.

Βλέπετε, οι όροι είναι ανδροκεντρικοί, αγνοούν τις γυναίκες εργάτριες ή εργαζόμενες γραφείου. Σε ανδροκρατούμενο κόσμο ζούμε.

Λίγο αργότερα, έχουμε τον όρο white-collar crime, που όμως δεν είναι κάθε έγκλημα που διαπράττεται από εργαζόμενο γραφείου. Είναι, σύμφωνα με τον ορισμό του κοινωνιολόγου Edwin Sutherland, που εισηγήθηκε τον όρο το 1939 (και έγραψε και βιβλίο το 1949), «έγκλημα που διαπράττεται από ευυπόληπτο άτομο υψηλής κοινωνικής θέσης μέσα στο πλαίσιο της εργασίας του». Υπόψη ότι πρόκειται για μη βιαιο έγκλημα, συνήθως οικονομικής υφής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 201 Σχόλια »

Πώς θα ακούγονταν τα νεοελληνικά σε αρχαίο Έλληνα; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 20 Νοεμβρίου, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο τέταρτο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων άρθρων.

Το σημερινό άρθρο, πολύ πρωτότυπο, είναι ασυνήθιστα σύντομο. Ωστόσο, έχει ένα μπόνους που θα σας αποζημιώσει, ένα βίντεο με τον Νικολάου να απαγγέλλει το άρθρο στα αγγλικά (διότι η αρχική δημοσίευση του άρθρου, όπως και για όλα της σειράς, έγινε στα αγγλικά, στο quora.com). Υπάρχει και ένα Επιμύθιο, που ο Νικολάου έκρινε ότι δεν έχει νόημα για ελληνικό κοινό, αλλά τον έπεισα να το μεταφράσει και αυτό και νομίζω ότι έχει γούστο -εσείς θα κρίνετε αν η τόσο αγαπητή στους αρχαίους αντιθετική σύνδεση (μεν… δε) είναι εξίσου απαραίτητη στα νέα ελληνικά.

—Μα τους δυο θεούς, ω Αυτόλυκε!

—Τι τρέχει, ω Χάραξε;

—Ακούς τι αλλόκοτα που μιλάει αυτός ο άνθρωπος με την περίεργη ενδυμασία;

—Αρκετά αλλόκοτα, θα έλεγα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Γραμματική, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 97 Σχόλια »

Ρατσισμός, αντίστροφος και ευθύς

Posted by sarant στο 19 Νοεμβρίου, 2019

Ποιος είναι ο αντίστροφος ρατσισμός, θα ρωτήσετε. Αν ο ρατσισμός είναι, με βάση τον ορισμό του λεξικού «η αντίληψη εκείνων που πιστεύουν ότι η δική τους φυλή είναι ανώτερη από τις άλλες που η φύση τις έχει καταδικάσει σε κληρονομική κατωτερότητα» ή, να το πούμε πιο απλά, το να πιστεύεις ότι υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές, πώς μπορεί η έννοια αυτή να έχει αντίστροφο;

Στην πράξη όμως, ο όρος reverse racism εμφανιστηκε στις ΗΠΑ και χρησιμοποιείται ιδίως στις ΗΠΑ και στη Νότια Αφρική, όπου υπήρχαν από παλιά εδραιωμένες πρακτικές φυλετικού διαχωρισμού και φυλετικών διακρίσεων εις βάρος των μαύρων. Όσοι πλασάρουν τον όρο «αντίστροφος ρατσισμός», σχεδόν πάντα λευκοί που ανήκουν στην (τραμπική) δεξιά, θεωρούν ότι οι λεγόμενες «θετικές διακρίσεις» υπέρ των μαύρων συνιστούν «ρατσισμό κατά των λευκών» δηλαδή «αντίστροφο ρατσισμό».

Στα καθ’ ημάς, τον όρο τον χρησιμοποιούν κυρίως ακροδεξιοί, ας πούμε όταν διαδίδουν μισές αλήθειες και ολόκληρα ψέματα για τα δήθεν παχυλά επιδόματα και τα δωρεάν διαμερίσματα που δήθεν παρέχονται στους πρόσφυγες τη στιγμή που τόσοι και τόσοι Έλληνες δοκιμάζονται από την κρίση.

Δηλαδή, ο όρος «αντίστροφος ρατσισμός» είναι στην καλύτερη περίπτωση αμφιλεγόμενος και οπωσδήποτε χαρακτηρίζει αυτόν που τον χρησιμοποιεί.

Καταλαβαίνετε λοιπόν την έκπληξη που δοκίμασε η ελληνική παροικία των Βρυξελλών όταν ο νεοφερμένος συντονιστής Εκπαίδευσης στην ελληνική πρεσβεία των Βρυξελλών, ο κ. Θανάσης Διαλεκτόπουλος, ανακοίνωσε ότι πρόκειται να οργανώσει την επόμενη Κυριακή, στις 24 Νοεμβρίου, ομιλία με τίτλο «Πολυπολιτισμικότητα και επιλεκτικός ανθρωπισμός» στην οποία, όπως φαινόταν και στην περίληψη που συνόδευε την αναγγελία, θα έκανε λόγο για «αντίστροφο ρατσισμό κατά των γηγενών».

Ιδού και η περίληψη της διάλεξης:

Σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες οι προσπάθειες καταπολέμησης φυλετικών και κοινωνικών διακρίσεων ή απλά οι προσπάθειες ικανοποίησης των αιτημάτων μελών προσφυγικών και μεταναστευτικών ομάδων με διαφορετική θρησκεία, οδηγούν σε επιλεκτικό ανθρωπισμό ή «αντίστροφο ρατσισμό» σε βάρος των γηγενών, καθώς συχνά αντιτίθενται σε κατεστημένες αξίες της χώρας υποδοχής, με αποτέλεσμα να δημιουργείται δυσφορία στους γηγενείς.

Στην παρούσα διάλεξη παρουσιάζονται οι διακρίσεις με έντονο «προνοιακό και φιλανθρωπικό» χαρακτήρα, σε βάρος των χριστιανών γηγενών σε ευρωπαϊκές χώρες και μελετάται ο αντίκτυπός τους στις παραδοσιακές κοινωνίες. Αντίστροφος ρατσισμός εντοπίζεται στις εθνικές κουλτούρες κρατών και τα νομικά τους συστήματα, στις δημόσιες αρχές, ακόμα και στην εκπαίδευση. Το ερώτημα που δημιουργείται είναι αν η πολυπολιτισμικότητα μπορεί να συμβάλει στην κοινωνική συνοχή κρατών.

Ξεσηκώθηκε κατακραυγή κατά της πρότασης του κ. Διαλεκτόπουλου, κατακραυγή που έφτασε μέχρι το Λουξεμβούργο (μας χωρίζουν οι Αρδέννες μόνο) κι έτσι αποφάσισα να γράψω το σημερινό άρθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκπαίδευση, Ισλάμ, Ρατσισμός | Με ετικέτα: , , , , | 144 Σχόλια »

Ο Αστερίξ και η Αδρεναλίνη

Posted by sarant στο 18 Νοεμβρίου, 2019

Το ιστολόγιο αγαπάει τον Αστερίξ και έχει καθιερώσει μια σειρά άρθρων στα οποία παρουσιάζει τις κλασικές περιπέτειες του Γκοσινί και του Ουντερζό -το τελευταίο άρθρο της σειράς αυτής, δέκατο έκτο συνολικά, το δημοσίευσα τον Μάιο και ήταν η περιπέτεια του Αστερίξ στην Ισπανία.

Στην αρχή, τα αστεριξολογικά μας άρθρα δημοσιεύονταν κάθε δυο μήνες, αλλά μετά ο ρυθμός αραίωσε απελπιστικά. Φέτος έχουμε δημοσιεύσει ένα μόνο άρθρο της σειράς αυτής, αυτό του Μαΐου, όμως για σήμερα έχουμε κάτι αλλο.

Βλέπετε, μπορεί ο Ρενέ Γκοσινί να πέθανε πρόωρα, πάνω στον ιμάντα του τεστ κοπώσεως λένε, σε πλήρη δημιουργική ακμή το 1977, αλλά ο Αλμπέρ Ουντερζό συνέχισε να εκδίδει άλμπουμ με περιπέτειες του Αστερίξ, αν και σε πιο αραιό ρυθμό. Πολλοί φανατικοί αναγνώστες των άλμπουμ της πρώτης περιόδου θεωρούν ότι τα άλμπουμ αυτής της δεύτερης περιόδου υστερούν σαφώς και αρνούνται να τα συμπεριλάβουν στον κανόνα των 24. Κι εγώ μαζί -δεν έχω σκοπό να παρουσιάσω άλμπουμ της δεύτερης περιόδου, που δεν ξέρω καν κι αν τα έχω διαβάσει όλα.

Όμως τα χρόνια περνάνε, ο Ουντερζό πέρασε τα ενενήντα (γεννημένος το 1927, να τα υπερεκατοστίσει!) και εδώ και μερικά χρόνια σταμάτησε να σκιτσάρει. Οπότε, θα έλεγε κανείς, έκλεισε οριστικά η σειρά των περιπετειών του Αστερίξ, έτσι δεν είναι;

Δεν είναι έτσι. Διότι ο Ουντερζό ή μάλλον ο εκδοτικός οίκος που διαχειρίζεται τα πνευματικά δικαιώματα στους ήρωες έδωσε την άδεια στον κειμενογράφο Jean-Yves Ferri και στον σκιτσογράφο Didier Conrad να συνεχίσουν τις περιπέτειες στο ίδιο γενικό πνεύμα. Το τελικό προϊόν, κάθε φορά, έχει την έγκριση του Ουντερζό.

Αυτό είναι μεν ασυνήθιστο αλλά όχι πρωτοφανές, και άλλοι πετυχημένοι μυθοπλαστικοί ήρωες έχουν συνεχίσει την πορεία τους και μετά τον θάνατο των δημιουργών τους. Αν θέλετε, το συζητάμε στα σχόλια.

Η πρώτη περιπέτεια αυτής της τρίτης περιόδου έστειλε τον Αστερίξ και τον Οβελίξ στη χώρα των Πίκτων (Σκοτσέζων), η δεύτερη είχε θέμα έναν χαμένο πάπυρο του Καίσαρα και η τρίτη, που την παρουσιάσαμε και εδώ πρόπερσι, στέλνει τους δυο ήρωες σε κούρσα αρμάτων που διασχίζει την Ιταλία.(Δεν ξέρω καν αν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αν ξέρετε πείτε μας).

Πριν από τρεις εβδομάδες κυκλοφόρησε η τέταρτη περιπέτεια της νέας περιόδου του Αστερίξ, με το εξώφυλλο που βλέπετε αριστερά (όπου τα ονόματα των Γκοσινί και Ουντερζό προβάλλονται περισσότερο από των πραγματικών συντελεστών, του Φερί και του Κονράντ).

Ο Αστερίξ λοιπόν και η κόρη του Βερσενζετόριξ, του γαλάτη αρχηγού που ηττήθηκε από τον Καίσαρα στη μάχη της Αλέσιας -ή μήπως να τον πούμε Ουερκιγγετόριγα, όπως τον έλεγαν ο Δίων Κάσσιος και οι άλλοι Έλληνες συγγραφείς της εποχής; Δεν ξέρω πώς θα είναι ο ελληνικός τίτλος, αν και όταν μεταφραστεί η περιπέτεια, οπότε στο δικό μου άρθρο διάλεξα να πω «και η Αδρεναλίνη», αφού Αδρεναλίνη λέγεται η ηρωίδα του έργου, κάτι που ίσως θα το θυμάστε πως το αναφέραμε σε κάποια πρόσφατα μεζεδάκια, αφού ένας ελληνικός ιστότοπος είχε γράψει, έμπλεος εθνικής υπερηφανείας, ότι η ηρωίδα της νέας περιπέτειας «έχει όνομα ελληνικό».

(Δεν έχει. Θα είχε ελληνικό αν τη λέγανε Επινεφρίνη. Η αδρεναλίνη είναι επιστημονικός νεολογισμός με λατινική προέλευση).

Πολλοί βλέποντας την κοκκινομάλλα ηρωίδα με την κοτσίδα και την πεισματάρικη γκριμάτσα σκέφτηκαν τη Γκρέτα Τούνμπεργκ, τη Σουηδέζα ακτιβίστρια, επίσης έφηβη όπως η Αδρεναλίνη. Οι συντελεστές της περιπέτειας όμως αρνήθηκαν ότι είχαν για πρότυπο τη Γκρέτα -μάλιστα, ο σκιτσογράφος, ο Κονράντ, είπε πως εμπνεύστηκε τη μορφή της Αδρεναλίνης από την κόρη του. Πάντως, η ομοιότητα είναι μεγάλη -και ήταν συνήθως πρακτική και του παλιού Αστερίξ να υπάρχουν ήρωες πλασμένοι με πρότυπο διάφορα πρόσωπα της επικαιρότητας, αν και συνήθως όχι σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. (Και σε αυτή την περιπέτεια έχουμε μια τέτοια περίπτωση, όπως θα δούμε πιο κάτω).

Η υπόθεση:

Μια μέρα φτάνουν στο γαλατικό χωριό δυο Γαλάτες, και συγκεκριμένα Αρβέρνιοι. Λένε στον Μοναρχίξ (Αμπραρακουρσίξ στα γαλλικά) ότι έχουν μαζί τους την κόρη του Βερσενζετόριξ, που την αναζητεί ο Καίσαρας για να την πάρει στη Ρώμη και να την κάνει Ρωμαία. Θέλουν να την αφήσουν για λίγο στο γαλατικό χωριό, ώσπου να βρουν ένα πλοίο και να περάσουν στη Βρετανία.

Όμως, τους παρακολουθεί κι ένας προδότης Γαλάτης πολεμιστής για να την παραδώσει στους Ρωμαίους, κι αυτός ενημερώνει τους Ρωμαίους του γειτονικού στρατοπέδου, αν και ο εκατόνταρχος δεν δείχνει καθόλου ζήλο επειδή σε ένα μήνα παίρνει τη σύνταξή του.

Η Αδρεναλίνη γνωρίζεται με τους κατοίκους του χωριού, και ιδίως με τα παιδιά της ηλικίας της, τον γιο του σιδερά και τους γιους του ψαρά, που δεν έχουν την έχθρα των γονιών τους. Τους λέει ότι δεν θέλει να είναι πια το σύμβολο του πολέμου και ότι θέλει να φύγει.

Όλοι μαζί οι έφηβοι το σκάνε μια νύχτα από το χωριό -συναγερμός στο χωριό και σκηνές αλλοφροσύνης στο γειτονικό δάσος, όπου οι Γαλάτες, μια ρωμαϊκή περίπολος και ο προδότης αναζητούν την Αδρεναλίνη, η οποία συναντάει τυχαία δύο από τους γνωστούς μας πειρατές και πηγαίνει μαζί τους ελπίζοντας πως θα την οδηγήσουν στη Θούλη, το νησί των ονείρων της.

Στο πειρατικό πλοίο ανεβαίνει και ο προδότης, ενώ ο Αστερίξ, ο Οβελίξ και οι έφηβοι με μια βάρκα πλησιάζουν επίσης -καθώς και μια ρωμαϊκή γαλέρα. Όλοι μάχονται εναντίον όλων, το πειρατικό πλοίο φυσικά βουλιάζει και τελικά η Αδρεναλίνη και οι Γαλάτες επιστρέφουν στο χωριό όπου έχουν φτάσει και οι Αρβέρνιοι με το πλοίο ενός Λετιτμπίξ, που θα τους μεταφέρει στη Βρετανία.

Η Αδρεναλίνη λέει στους Αρβέρνιους ότι δεν έχει σκοπό να συνεχίσει να είναι σύμβολο της αντίστασης -ερωτεύεται τον Λετιτμπίξ, τον πλοίαρχο, μια φιγούρα σαν παιδί των λουλουδιών, και φεύγουν μαζί για ένα μακρινό νησί. Οι Αρβέρνιοι βρίσκουν άλλο σύμβολο για να συνεχίσουν την αντίσταση κατά των Ρωμαίων και όλοι είναι ικανοποιημένοι. Η περιπέτεια κλείνει με το καθιερωμένο τσιμπούσι.

Η περιπέτεια πήρε ανάμικτες κριτικές. Άλλοι είπαν ότι είναι η καλύτερη της νέας περιόδου, ο κριτικός της Λιμπερασιόν έγραψε ότι είναι απόλυτη αποτυχία. Δεν με γοήτευσε, ούτε και τη βαρέθηκα. Η πρωτοτυπία της δεν είναι τόσο πολύ ότι έχει γυναίκα για ηρωίδα, ότι ότι φέρνει στο προσκήνιο, για πρώτη φορά σε Αστερίξ, όχι ενήλικες ή παιδιά αλλά εφήβους -που μαζεύονται στο λατομείο του Οβελίξ και συζητάνε μακριά από τα βλέμματα των μεγάλων, που θέλουν να φύγουν μακριά, που πίνουν κρυφά μια μικρή δόση μαγικό φίλτρο, που μιλανε τη δική τους γλώσσα -και που δεν θέλουν να συνεχίζουν τους αγώνες των γονιών τους αλλά να ζήσουν τη δική τους ζωή.

Το μήνυμα αυτό θα μπορούσε ίσως να το πει κανείς και αντιδραστικό, αφού η Αδρεναλίνη δεν θέλει να είναι πια σύμβολο αντίστασης και πάλης των ανυπότακτων Γαλατών. Στην τελευταία σεκάνς της περιπέτειας, ο Αστερίξ ρωτάει τον Πανοραμίξ: Μα, η Αδρεναλίνη δεν πρόδωσε τη μνήμη του Βερσενζετόριξ; και απαντάει ο Πανοραμίξ: Όχι, γιατί ο πατέρας της τής είχε ζητήσει να αντιστέκεται πάντοτε και να μείνει ελεύθερη, κι αυτό έκανε κι εκείνη, αλλά με τον τρόπο της. Όπως το κρίνει κανείς, αυτό.

Θα προσέξατε ότι στο πρώτο μπαλονάκι το όνομα του Βερσενζετόριξ είναι γραμμένο με γράμματα μικρότερου μεγέθους. Αυτό γίνεται επειδή, σε όλη την περιπέτεια, από την αρχή-αρχή, οι Γαλατες αποφεύγουν να πουν δυνατά το όνομά του.

Όπως εξηγεί στην αρχή του έργου ο Γεροκανονίξ, μετά την ήττα στην Αλέσια κανείς δεν προφέρει μεγαλόφωνα το όνομα του Βερσενζετόριξ.

Αν δεν κάνω λάθος, και διορθώστε με οι αστεριξολόγοι, η απαγόρευση αναφοράς του ονόματος πρέπει να είναι καινοτομία των νέων δημιουργών της σειράς. Ως τώρα, ξέραμε ότι οι Γαλάτες αποφεύγανε να πουν πού βρίσκεται η Αλέσια.

Οι Αρβέρνιοι πολεμιστές που συνεχίζουν τον αγώνα του Βερσεζεντόριξ ανήκουν στην οργάνωση FARC – Front Arverne de Resistanche Checrète, Αρβερνικό Μέτωπο Μυστικής Αντίστασης. Το ακρώνυμο είναι ολοφάνερος υπαινιγμός στο FARC, τους αντάρτες της Κολομβίας (Fuerzas Armadas Revolucionarias de Colombia). Όμως στα κανονικά γαλλικά είναι Resistance Secrète, όχι Resistanche Checrète -ειρωνεύονται τη σημερινή προφορά των κατοίκων της Ωβέρνης, που προφέρουν παχύ το σ και εκεί όπου δεν είναι παχύ. Αυτό το έκανε και ο Γκοσινί, π.χ. στην Ασπίδα της Αρβέρνης.

Ο Γεροκανονίξ, που τον είδαμε πιο πάνω, είναι από τους πρωταγωνιστές της περιπέτειας, αφού είχε πολεμήσει στην Αλέσια μαζί με τους Αρβέρνιους. Στο δάσος, αναγνωρίζει τον προδότη και παλεύει μαζί του. Από τους υπόλοιπους Γαλάτες του χωριού, εμφανίζονται αρκετά ο ψαράς και ο σιδεράς, έστω και σαν πατεράδες των παιδιών τους. Και με αφορμή τα παιδιά τους καβγαδίζουν κιόλας:

Ο δικός μου καθαρίζει σε χρόνο μηδέν μια λεκάνη ψάρια, λέει ο ψαράς.

Ο δικός μου, απαντάει ο σιδεράς, δεν έχει πάρει το Bac (το ακαδημαϊκό απολυτήριο) αλλά μαθαίνει μια χρήσιμη τέχνη.

Το λογοπαίγνιο βρίσκεται στο ότι bac είναι η λεκάνη με τα ψάρια, είναι όμως και η σύντμηση του baccalauréat, του μπακαλορεά.

Υπάρχουν και άλλα λογοπαίγνια όπως και αρκετοί αναχρονισμοί -ας πούμε, η Αδρεναλίνη δηλώνει ότι έχει μπουχτίσει πια να την χρησιμοποιούν, αυτήν και το περιδέραιό της, για να κάνουν πόλεμο.

Η έκφραση που χρησιμοποιεί είναι Ras l’amphore, που είναι λογοπαίγνιο με την έκφραση ras le bol (κατά λέξη: ξεχειλίζει το μπολ) που τη λέει κάποιος που έχει μπουχτίσει (φτάνει πια, όχι άλλο κάρβουνο), αλλά αναπαλαιώνει το μπολ σε αμφορέα.

Όσο για το περιδέραιο, που δεν φαίνεται καλά στο συγκεκριμένο σκίτσο, λέγεται torque στα γαλλικά (και torque ή torc στα αγγλικά) και είναι το τυπικό στολίδι που είχαν γύρω από τον λαιμό οι Κέλτες, από συνεστραμμένα ελάσματα, που κατέληγαν στις άκρες σε δυο κεφαλές, συχνά με περίτεχνο σκάλισμα.

Έψαχνα τον ελληνικό όρο για το κόσμημα αυτό, αλλά βρήκα στη Βικιπαίδεια ότι λέγεται απλώς τορκ.

Αν ξέρει κανείς κάποιον ελληνοπρεπέστερο όρο, ας τον πει.

Το τορκ αυτό, που αρχικά το είχε ο Βερσεζεντόριξ, είναι το σύμβολο της αντίστασης κατά των Ρωμαίων και ο προδοτης θέλει να της το πάρει για να το παραδώσει στον Καίσαρα.

Προς το τέλος της περιπέτειας, ενώ παλεύουν στη βάρκα, το τορκ πέφτει στη θάλασσα και καταλήγει στον βυθό. Ο προδότης ορκίζεται ότι θα το βρει, και απομακρύνεται κολυμπώντας -αλλά πίσω του βλέπουμε το φτερό ενός καρχαρία και δεν μαθαίνουμε περισσότερα για την τύχη του.

Ο Καίσαρας, πάντως, δεν δείχνει ιδιαίτερα εκνευρισμένος που ματαιώθηκε το σχέδιό του να υιοθετήσει την Αδρεναλίνη και να την κάνει Ρωμαία.

– Ας είμαστε ρεαλιστές. Δεν θα έχεις τόσο γρήγορα θετή αδελφή, καημένε μου Βρούτε!

– Μπα, απαντάει εκείνος παίζοντας όπως πάντα με το μαχαίρι του. Ξέρεις, εγώ με την οικογένεια…

Δεν το έχει και πολύ με την οικογένεια ο Βρούτος, το ξέρουμε από τις προηγούμενες περιπέτειες!

Να κλείσω με κάτι που χρωστάω -είχα πει πιο πριν ότι και στην περιπέτεια αυτή υπάρχουν χαρακτήρες φτιαγμένοι με πρότυπο κάποιον διάσημο.

Πράγματι, ένας από τους πειρατές, αυτός στο κέντρο με τις κόκκινες ριγέ βράκες, είναι ίδιος ο Σαρλ Αζναβούρ -και μάλιστα μιλάει με τίτλους τραγουδιών του Αζναβούρ, εδώ το For me formidable, ένα αγγλογαλλικό τραγούδι του, ή έστω formi, hic, formidable αφού οι πειρατές έχουν προηγουμένως κουρσέψει ένα φοινικικό πλοίο (με καπετάνιο γνωστό από προηγούμενη περιπέτεια) που μετέφερε κρασί και είναι μονίμως μεθυσμένοι.

Κι εδώ κλείνει αυτή η παρουσίαση, υπό τύπον αβάν πρεμιέρ, αφού η περιπέτεια προς το παρόν έχει κυκλοφορήσει μόνο στα γαλλικά. Έψαξα λίγο μήπως κάποιος Γάλλος αστεριξολόγος έχει ανεβάσει κάποιο άρθρο, για να πάρω από εκεί ιδέες, αλλά μόνο στη Βικιπαίδεια βρήκα κάποια πράγματα. Οπότε, παγκόσμια πρώτη στο ιστολόγιο!

 

Posted in Αστερίξ, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 111 Σχόλια »

Όλη νύχτα εδώ (η μαρτυρία του Γιώργου Σορολοπίδη)

Posted by sarant στο 17 Νοεμβρίου, 2019

17 του Νοέμβρη σήμερα, 46 χρόνια από τη μέρα της φονικής καταστολής της εξέγερσης των φοιτητών στο Πολυτεχνείο. Το ιστολόγιο συνηθίζει να δημοσιεύει τις μέρες αυτές κείμενα σχετικά με «το Πολυτεχνείο», είτε λογοτεχνικά είτε μαρτυρίες. Για παράδειγμα, πρόπερσι είχαμε δημοσιεύσει τη μαρτυρία του φίλου μας Δημήτρη Μαρτίνου, ο οποίος ήταν τότε φοιτητής της σχολής Χημικών Μηχανικών και είχε άμεση συμμετοχή.

Σήμερα θα βάλω μιαν ακόμα μαρτυρία, που περιλαμβάνεται σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα. Πρόκειται για το «Όλη νύχτα εδώ», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε επιμέλεια του ιστορικού Ιάσονα Χανδρινού και φιλοδοθεί ν’ αποτελέσει, όπως λέει ο υπότιτλος, Μια προφορική ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Περιλαμβάνει 80 μαρτυρίες ανθρώπων που συμμετείχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην εξέγερση (εδώ μπορείτε να δείτε τα ονόματά τους) ενώ προτάσσεται εκτενής εισαγωγή του Χανδρινού.

Ομολογώ πως δεν μου ήταν εύκολο να διαλέξω ποια μαρτυρία να δημοσιεύσω. Κάποια από τα πρόσωπα που καταθέτουν τη μαρτυρία τους είναι γνωστοί μου, κάποιοι φίλοι, ένας είναι και συγγενής’ αποφάσισα να αποφύγω όσους γνωρίζω προσωπικά καθώς και όσους έχουν σήμερα πρωταγωνιστικό πολιτικό ή άλλο ρόλο στη δημόσια ζωή -για να μην εκτραπεί η συζήτηση στο παρόν.

Διάλεξα τη μαρτυρία ενός λιγότερο γνωστού προσώπου, του Γιώργου Σορολοπίδη, που είναι πάντως αρκετά γνωστός στους παροικούντες την εκδοτική Ιερουσαλήμ αφού είναι διευθυντικό στέλεχος των εκδόσεων Καστανιώτη. Τη μαρτυρία αυτή τη διάλεξα επειδή μάς δίνει μια εικόνα από το φοιτητικό-αντιδικτατορικό κίνημα στη Βιομηχανική Πειραιώς (τώρα ΠαΠει), μια ανώτατη σχολή που, λόγω της απόστασης από το κέντρο της Αθήνας (όπου βρίσκονταν τότε όλες οι ανώτατες σχολές) δεν βρέθηκε στον προβολέα της επικαιρότητας.

Ο Χανδρινός πριν από κάθε μαρτυρία προτάσσει σύντομα στοιχεία για το πρόσωπο που τη δίνει και για το πότε πάρθηκε η μαρτυρία.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΟΡΟΛΟΠΙΔΗΣ

1953, Αθήνα, φοιτητής Ανωτάκης Βιομηχανικής, Αντι-ΕΦΕΕ/ΚΝΕ
Αθήνα, 29 Οκτωβρίου 2018 [01:17:11]

Πριν φτάσουμε στην πρώτη μέρα, θέλω να σου πω μερικές πληροφορίες για μας της Βιομηχανικής. Θα καταλάβεις το «γιατί». Εκεί στον Πειραιά ήμασταν αποκομμένοι από το επίκεντρο των γεγονότων, από το τρίγωνο ΑΣΟΕΕ-Πολυτεχνείο-Νομική και από τους τοπικούς φοιτητικούς συλλόγους, που όλοι τους είχαν τα γραφεία τους στο κέντρο της Αθήνας. Η σχολή απείχε εκατό μέτρα περίπου από το κτίριο της Ασφάλειας Πειραιά. Κατά συνέπεια, η παρακολούθησή μας ήταν πολύ πιο εύκολη και πιο στενή. Με το που εμφανιζόμασταν στη σχολή, γινόμασταν αμέσως αντιληπτοί από τους ασφαλίτες που έκαναν συνεχείς βάρδιες πρωί-απόγευμα. Κυκλοφορούσαν στους διαδρόμους και στους ορόφους, άνοιγαν τις πόρτες των αιθουσών, όπου γίνονταν μαθήματα, και κοιτούσαν μην είναι κάποιος από εμάς, ή άραζαν στο ένα από τα δύο καφενεία που ήταν απέναντι από την είσοδο, πιάνοντας πάντα τα τραπεζάκια που ήταν κοντά στις τζαμαρίες. Μόλις έβλεπαν κάποιον ή κάποια από εμάς, μας παρακολουθούσαν προκλητικά. Αρκετές φορές μάς στρίμωχναν σε κάποιον διάδρομο και μας απειλούσαν, μας έλεγαν να φύγουμε, άλλοτε μας έριχναν μουλωχτές ή μας τραβολογούσαν για λίγες ώρες στην Ασφάλεια για «εξακρίβωση» στοιχείων. Έτσι, όποτε ήταν να κατέβουμε στη σχολή για να προετοιμάσουμε και να προπαγανδίσουμε μια συνέλευση, να μπούμε στις αίθουσες για να μιλήσουμε ή να κολλήσουμε μια ανακοίνωση, παίρναμε μέτρα παραπλάνησης, ώστε να τους καθυστερήσουμε. Και η αποχώρησή μας ήταν πάντα δύσκολη γιατί πολλές φορές μάς σταματούσαν αρκετά μέτρα μακριά από τη σχολή, σε κάποιον από τους γύρω δρόμους. Λόγω λοιπόν της «γεωγραφικής» απομόνωσης της σχολής, δεν σκεφτήκαμε ποτέ να κάνουμε κατάληψη. Από την άλλη, η γεωγραφική απομόνωση, σε συνδυασμό με την αυξημένη επικινδυνότητα, συνέβαλε στο να διαμορφώσουμε εμείς της Αντι- ΕΦΕΕ μια πιο πειθαρχημένη σχέση μεταξύ μας, αλλά και με τα άλλα παιδιά που ανήκαν σε άλλες αντιδικτατορικές οργανώσεις μια ενότητα στην πράξη, χωρίς οι αντιπαραθέσεις μας να γίνουν ποτέ ιδιαίτερα οξείες. Ακόμα και μετά την Μεταπολίτευση […].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πρόσφατη ιστορία, Πολυτεχνείο 1973 | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 166 Σχόλια »

Πολυτεχνικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2019

Αύριο είναι η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Πέρυσι, που το σαββατιάτικο άρθρο μας έπεφτε ανήμερα της επετείου, τα είχα πει «Μεζεδάκια του Πολυτεχνείου». Φετος, υιοθετώ αυτήν την παραλλαγή.

Θα μπορούσα βέβαια να τα πω «Μεζεδάκια της ΑΣΟΕΕ», μια και αυτή η πανεπιστημιακή σχολή βρέθηκε κάτω από τον προβολέα της επικαιρότητας τη βδομάδα που μας πέρασε -και, παρόλο που εδώ και χρόνια η επίσημη ονομασία έχει αλλάξει και είναι το ΟΠΑ (Οικονομικό Πανεπιστήμιο) όλοι σχεδόν στην ΑΣΟΕΕ αναφέρθηκαν, πολλοί γράφοντάς τη και λάθος, ΑΣΣΟΕ.

Και το κορυφαίο μαργαριτάρι της ΑΣΟΕΕ φιλοτεχνήθηκε από τη φεγγαρόφωτη υφυπουργό μας κ. Δόμνα Μιχαηλίδου, η οποία είπε σε ραδιοφωνικό σταθμό, με αφορμή τα «ευρήματα» της αστυνομίας στην υποτιθέμενη γιάφκα της ΑΣΟΕΕ:

Δεν είναι δυνατόν κάποιος συμπολίτης μας να έχει πρόσβαση σε όπλα τα [sic] οποία έχει πρόσβαση ο στρατός της Συρίας.

Εν τω μεταξύ, τα… όπλα που βρέθηκαν στην ΑΣΟΕΕ ήταν τρία κοντάρια σημαιών -που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σαν ρόπαλα, ας το δεχτούμε- μερικά μπουκάλια τζιν και βότκα και δυο κράνη μοτοσικλετιστή.

Φυσικά, ο συριακός στρατός δεν πολεμάει με καδρόνια και (έστω) μολότοφ (αν δεχτούμε πως τα μπουκάλια τα κρατούσαν γι’ αυτό το σκοπό, αν και κατά πάσα πιθανότητα απλώς είχαν ξεμείνει από κάποιο πάρτι). Και εύλογα έπεσε πολύ γέλιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ας πούμε με την ατάκα ότι αν διπλώσεις τον χάρτη το κτίριο της ΑΣΟΕΕ πέφτει πάνω στη Δαμασκό.

(Υποθέτω ότι στην πραγματικότητα η υπουργός δεν ήθελε να κάνει αυτή την τερατώδη σύγκριση των μπουκαλιών με τα καλάσνικοφ. Τις ίδιες μέρες είχε βρεθεί πραγματική γιάφκα με καλάσνικοφ, αλλά όχι στην ΑΣΟΕΕ παρά σε κάποιο διαμέρισμα. Η κ. Μιχαηλίδου μάλλον μπέρδεψε τις δυο υποθέσεις. Όμως, δεν ζήτησε συγγνώμη, διότι είναι άριστη).

* Άλλος άριστος, που διορίστηκε και στην Επιτροπή για τα 200 χρόνια από την επέτειο του 1821, ο καθηγητής Στάθης Καλύβας. Φίλος βρήκε σε βιβλίο του ένα αστείο μαργαριτάρι -τον παρακάλεσα να μου στείλει φωτογραφία της σελίδας διότι ήθελα να έχω ατράνταχτο τεκμήριο.

Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Στάθη Καλύβα «Καταστροφές και θρίαμβοι», σελ. 138.

Διαβάζουμε ότι κάποιες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες «τις διοικούσαν κομμουνιστές, όπως π.χ. ο Μπάμπης Κλάρας, ο γνωστός και ως Άρης Βελουχιώτης».

Φυσικά ο Άρης Βελουχιώτης λεγόταν Θανάσης Κλάρας. Ο Μπάμπης Κλάρας ήταν ο αδελφός του, εφτά χρόνια νεότερος (1910-1986), που σταδιοδρόμησε με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο ως δημοσιογράφος και έγραψε βιβλία για τη μνήμη του αδερφού του (εδώ ο ιστότοπος της οικογένειας). Και βέβαια, ο Μπάμπης Κλάρας είχε μεν συμμετοχή στην αντίσταση αλλά δεν ανέλαβε ποτέ ηγετικές θέσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Γραμματική, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 255 Σχόλια »

Και πάλι για το κτίριο και την ορθογραφία του

Posted by sarant στο 15 Νοεμβρίου, 2019

Συμφωνα με ένα παλιό ανέκδοτο, της εποχής που ο κόσμος ακόμα φορούσε καπέλα, κάποιος φιλάργυρος είχε ένα καπέλο και το είχε κρατήσει καμιά τριανταριά χρόνια. Όταν τέλος πάντων είχε παλιώσει τόσο που ήταν αδύνατο να φορεθεί, το παίρνει απόφαση να αγοράσει καινούργιο. Πηγαίνει λοιπόν στο ίδιο κατάστημα που είχε αγοράσει και το παλιό πριν τριάντα χρόνια, και λέει: – Θα ήθελα άλλο ένα καπέλο!

Κάπως έτσι κι εδώ, αφού το σημερινό άρθρο το τιτλοφορώ «και πάλι» για το κτίριο, ενώ για την ορθογραφία της λέξης κτίριο έχουμε γράψει πριν από δέκα συναπτά έτη -οι νεότεροι μπορεί και να μην έχουν υπόψη τους το άρθρο. Αλλά δεν θα επαναλάβω το παλιό εκείνο άρθρο, απλώς θα ξαναγράψω για το ίδιο θέμα.

Έναυσμα για την επανάληψη αυτή είναι μια συζήτηση που έγινε (ή μάλλον που δεν έγινε) το περασμένο Σάββατο, στο συνέδριο της ΕΛΕΤΟ. Το συνέδριο έκλεισε, όπως είναι καθιερωμένο, με μια συζήτηση με πάνελ. Ένας από τους ομιλητές αναφέρθηκε παρεμπιπτόντως στην ορθογραφία της λέξης «κτίριο» παραπονούμενος ότι ο τίτλος ενός φυλλαδίου που είχε εκδοθεί από κάποια δημοσια αρχή ήταν «Το σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου» στην πρώτη έκδοση αλλά «Το σύνδρομο του άρρωστου κτηρίου» στην πρόσφατη επανέκδοση.

Από άλλα μέλη του πάνελ δόθηκε η απάντηση ότι το κτίριο δεν μπορεί να γράφεται με ι, διότι δεν ετυμολογείται από το «κτίζω». Προέρχεται είτε από το «οικητήριο» είτε από το «ευκτήριο», οπότε πρέπει να γραφτεί με η. Με δυο λόγια, η άποψη Μπαμπινιώτη, που τη μεταφέρω για μεγαλύτερη πληρότητα εδώ:

Το ρήμα ‘κτίζω’ δεν μπορεί να δώσει παράγωγα με ανύπαρκτη κατάληξη –ριο! Δεν μπορούμε δηλαδή να έχουμε κτί-ριο. Το ‘κτίζω’ θα μπορούσε μόνο να δώσει ‘κτιστήριο’ (πρβλ. φροντίζω – φροντιστήριο) τύπος που ούτε κι αυτός μαρτυρείται να υπάρχει. Άρα η λέξη έχει διαφορετική ετυμολογική προέλευση και, επομένως, διαφορετική ορθογραφία. Παράγεται είτε από το ‘οικητήριον’ (οικώ> οικητήριο > κτήριο) είτε από το ‘ευκτήριον’ (οίκημα)· είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση, η γραφή με –η (κτήριο) είναι η μόνη σωστή.

Επειδή είχε δοθεί η εντύπωση ότι η γραφή «κτίριο» είναι μια ανορθογραφία -ενώ πρόκειται για τη γραφή που υιοθετείται απο τη σχολική ορθογραφία, από το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής και από τους περισσότερους μελετητές- ζήτησα τον λόγο, αλλά ο καθηγητής Θ. Τάσιος, που διεύθυνε τη συζήτηση, απέφυγε να μου τον δώσει, έχοντας πικρή πείρα από τις ατέρμονες και παθιασμένες συζητήσεις περί ορθογραφίας (ήδη από κάποιο έδρανο του βάθους είχε ακουστεί η μοιραία λέξη «ορθοπ*δικός»). Δικαίωμά του βεβαίως, αλλά έτσι δεν ακούστηκε η άλτερα παρς και δόθηκε στρεβλή εικόνα.

Ευτυχώς ομως έχω τούτο εδώ το ιστολόγιο, οπότε μπορώ να εκθέσω την άποψη που δεν μπόρεσα να πω, και μάλιστα να την εκθέσω αναλυτικά, χωρίς περιορισμό χρόνου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 117 Σχόλια »

Οι βάρδιες των πουλιών του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2019

Ο Γιάννης Μακριδάκης είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, το έχω γράψει πάνω από μια φορά. Κάθε που κυκλοφορεί βιβλίο του σπεύδω να το προμηθευτώ και να το διαβάσω -και τρία από αυτά τα έχω παρουσιάσει εκτενώς στο ιστολόγιο, το «Όλα για καλό» πρόπερσι, το «Αντί Στεφάνου» το 2015 και το «Του Θεού το μάτι» το 2013. Πριν από ένα μήνα βγήκε, πάντοτε από την Εστία, το καινούργιο του μυθιστόρημα με τίτλο «Οι βάρδιες των πουλιών» που θα το παρουσιάσω σήμερα εδώ.

Γεννημένος στη Χίο το 1971, ο Μακριδάκης ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, ενώ ταυτόχρονα διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια και αγροτουρισμό. Στις παλιότερες νουβέλες του υπήρχαν αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της εκάστοτε πολιτικής επικαιρότητας: στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ο θάνατος του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, στο «Λαγού μαλλί» το διάγγελμα του Καστελλόριζου, στο «Ζουμί του πετεινού» οι επισκέψεις της τρόικας και στο «Στου Θεού το μάτι» οι εκλογές του 2012. Στη συνέχεια ο Μακριδάκης έδωσε δυο βιβλία χωρίς τέτοιες αναφορές («Αντί στεφάνου» και «Η πρώτη φλέβα») ενώ το «Όλα για καλό» εκτυλισσόταν μέσα στην προσφυγική κρίση του 2015.

Το καινούργιο βιβλίο, «Οι βάρδιες των πουλιών» δεν έχει τέτοιες αναφορές στην πολιτική επικαιρότητα, παρόλο που ο χρόνος της δράσης δηλώνεται σαφώς, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2018 -ωστόσο, ο αφηγητής στις αναδρομές του σκιαγραφεί την ιστορία μιας οικογένειας από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τα σήμερα. Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, έχουμε το πιο πολυπρόσωπο έργο του Μακριδάκη, αφού στις 180 σελίδες του σκιαγραφούνται σχεδόν τριάντα πρόσωπα, από τους προπαππούδες του αφηγητή, του Ανέστη Δεληγιώργη, που είναι περίπου συνομήλικός μου, γεννημένος στα 1960, ίσαμε τον εγγονό του -που δεν έχει ακόμα γεννηθεί αλλά επηρεάζει τα γεγονότα. Για να διευκολύνει μάλιστα τον αναγνώστη, ο Μακριδάκης έχει βάλει γενεαλογικό δέντρο στο τέλος του βιβλίου, που είναι πολύ χρήσιμο επειδή, καθώς είναι συγγενείς, οι διάφοροι ήρωες έχουν σε μεγάλο βαθμό ίδια επώνυμα.

Είχα την ευκαιρία, και τη χαρά, το Σάββατο που μας πέρασε, και αφού είχα μόλις διαβάσει το βιβλίο, να παρακολουθήσω μια εκδήλωση στην Εργατική Λέσχη Νέας Σμύρνης, στην οποία πήρε μέρος και ο Μακριδάκης, ο οποίος μίλησε βέβαια για όλα του τα βιβλία αλλά περισσότερο στάθηκε σε αυτό. Έτσι θα σας δώσω μερικές πληροφορίες που μας εκμυστηρεύτηκε, κατευθείαν από την «κουζίνα του συγγραφέα» -κι έτσι θα έχετε ινσάιντ ινφορμέσιο.

Λοιπόν, ο αφηγητής, ο Ανέστης Δεληγιώργης, γεννημένος το 1960 στον προσφυγικό συνοικισμό της Χίου, αναθυμιέται τον βίο και την πολιτεία των προγόνων του, που ζούσαν στην απέναντι μικρασιατική ακτή, στην Αγία Παρασκευή ή Κιόστε. Η προγιαγιά του η Μαριγώ είχε παντρευτεί τον Μικέ Γλαράκη, που ήταν γιγαντόσωμος σα βόδι και γι’ αυτό είχε το παρατσούκλι Σαβούς.

Ο Σαβούς ναυάγησε και πνίγηκε και εννιά μήνες μετά γεννήθηκε ο δεύτερος γιος του που κανείς δεν ξέρει αν ήταν παιδί του πνιγμένου ή του δεύτερου άντρα της, του Θανάση Δεληγιώργη, ο οποίος ανέτρεφε περιστέρια με αποτέλεσμα να του κολλήσει το παρατσούκλι «η Περιστερού» και εκτελούσε χρέη ταχυδρόμου και πήγε να αναγγείλει τα χαμπέρια για το ναυάγιο στη Μαριγώ αλλά έμεινε μέσα πάρα πολλή ώρα -και ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκαν.

Έτσι, η οικογένεια απόκτησε δυο κλάδους, τους μεγαλόσωμους που κατάγονταν από τον πρώτο γιο του Σαβού και τους ντελικάτους που βγήκαν από τον δεύτερο γιο, που κληρονόμησαν μαζί και το συνήθειο να ανατρέφουν να γυμνάζουν περιστέρια, που μεταδόθηκε μέχρι και τον αφηγητή. Μετά τον διωγμό του 1914 εγκαταστάθηκαν προσωρινά στη Χίο -και οριστικά μετά το 1922 και την Καταστροφή. Η οικογένεια όμως είχε και μια κατάρα, ας πούμε, που τη βάραινε: ένας αρσενικός κάθε γενιάς να χάνεται στη θάλασσα, καθώς οι περισσότεροι ή ήταν ναυτικοί επαγγελματίες ή είχαν στεριανό επάγγελμα αλλά και μια βάρκα ερασιτεχνικά.

Το καλοκαίρι του 2018 ο αφηγητής πηγαίνει μαζί με τον ξάδερφό του μια μικρή θαλάσσια εκδρομή με τη βάρκα του τελευταίου. Η βάρκα παίρνει νερά και βουλιάζει παρά τη μπουνάτσα. Ο αφηγητής μένει ώρες πολλές μέσα στο νερό μέχρι που τον μαζεύουν, αλλά ο ξάδερφος όπως και ο γιος του πνίγονται. Το ναυάγιο είναι ο καταλύτης που βάζει τον αφηγητή να αναστοχαστεί την ιστορία την οικογενειακή του:

Πάντοτε με έτρωγε περιέργεια μεγάλη για το μυστήριο αυτό της προγιαγιάς μας και μια αμφιβολία για τη φύτρα μου την είχα σε όλη μου τη ζωή· τελευταία όμως, μετά και από το μοιραίο ναυάγιο, τον περασμένο Αύγουστο, τότε που τα ‘φερε έτσι η ώρα η κακιά και μπατάραμε με κάλμα μπουνάτσα και έγινε ό, τι έγινε, μου μπήκανε ιδέες διάφορες μες στο κεφάλι μου και σιγά-σιγά, σαν άρχισα να συνέρχομαι κάπως από το σοκ, έπιασα, κρυφά από την Ελένη βεβαίως, για να μην καταλάβει ότι κάπως συνήλθα και πιάσει πάλι την γκρίνια της τη γνωστή για τα περιστέρια, να καταγράφω και να μελετώ τα μοιραία συμβάντα αλλά και την όλη πορεία μας την οικογενειακή μαζί με τα πουλιά, από τρεις γενιές πίσω ίσαμε σήμερα, μπας και βγάλω συμπέρασμα πιο ασφαλές από πού βαστά άραγε ακριβώς η δικιά μου η φύτρα.

Το απόσπασμα αυτό το βάζω για να πάρετε μια μικρή γεύση απο το αφηγηματικό ύφος που χρησιμοποιεί εδώ ο Μακριδάκης, το κουβεντιαστό ύφος ενός λαϊκού αλλά εγγράμματου μεσήλικα (είναι λογιστής ο Ανέστης), με πολύ μακριές προτάσεις, που εύκολα πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο, καθώς κάνει λόγο για κάποιον συγγενή ή συγχωριανό και αμέσως παίρνει αφορμή να μας πει την ιστορία της ζωής του, κι έπειτα ξαναπιάνει το νήμα της αφήγησης εκεί που το είχε αφήσει ή συνεχίζει με νέα παρέκβαση. Εμένα το στιλ αυτό με γοητεύει πολύ, το έχω χρησιμοποιήσει και σε δικά μου γραφτά άλλωστε. Ο Μακριδάκης είχε μεταχειριστεί κάπως παρόμοιο στιλ στο «Στου Θεού το μάτι».

Κι έτσι, ενώ από το πρώτο κεφάλαιο μαθαίνουμε τα βασικά, ότι δηλαδή ο αφηγητής έχει τους δυο προπαππούδες που είπαμε, ότι έχει πάθος με τα ταχυδρομικά περιστέρια και ότι ναυάγησε και πέρασε ώρες πολλές στη θάλασσα, στη συνέχεια κάθε κεφάλαιο προσθέτει μερικές ψηφίδες στην όλη εικόνα ενώ ταυτόχρονα επαναλαμβάνει και κάποια που έχουν ήδη ειπωθεί, σαν να είναι κάθε κεφάλαιο ένας ομόκεντρος κύκλος που όλο και στενεύει μέχρι στο τέλος να συμπληρωθούν όλα τα κενά, να σκιαγραφηθούν όλοι οι πρόγονοι του Ανέστη και να μάθουμε τη μεγάλη απόφαση που πήρε ύστερα από βασανιστική σκέψη -δεν θα σποϊλάρω.

Στην εκδήλωση της Νέας Σμύρνης ο Μακριδάκης μάς αποκάλυψε πως το περιστατικό του ναυαγίου είναι πραγματικό, συνέβη δηλαδή πέρυσι περίπου υπό τις ίδιες συνθήκες που περιγράφονται στο βιβλίο, και πήρε συνέντευξη από τον ναυαγό, που επίσης έμεινε ώρες πολλές στη θάλασσα και του περιέγραψε τι σκεφτόταν και τι έκανε για να μείνει ακμαίος ώσπου να έρθουν να τον περισυλλέξουν, πώς είχε αγωνία να μην του βγάλουν κανα μάτι οι γλάροι που πετούσαν όλη την ώρα από πάνω του, ώσπου έδωσε ο θεός και νύχτωσε, αλλά τότε άρχισε η αγωνία μήπως τον πνίξουν τα απόνερα από το καράβι της γραμμής, ενώ όλη την ώρα έπρεπε επίσης να προσέχει να μην περάσει τη μεσαριά των νερών και βγει στο τούρκικο, αλλά τα σημάδια αυτά που ορίζουν περίπου τη μεθοριακή γραμμή στη θάλασσα τα ξέρουν καλά οι περισσότεροι Χιώτες.

Σε πραγματικό γεγονός είναι βασισμένη και μια από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου: ένας παλαίμαχος ψαράς ρίχνει το παραγάδι σε έναν ψαρότοπο που βρίσκεται στα τούρκικα νερά αλλά πολύ κοντά στα σύνορα. Την άλλη μέρα πάει να το μαζέψει και δεν το βρισκει. Του το έχουν κατασχέσει οι Τούρκοι λιμενικοί, αλλά αυτός δεν το ξέρει αυτό και νομίζει ότι απλώς γέρασε και δεν θυμάται πού έχει ρίξει τα δίχτυα. Η αμφιβολία τον βασανίζει, μέχρι που μαθαίνει από έναν φίλο του Τούρκο ψαρά ότι τα σύνεργά του τα κατασχεμένα πρόκειται να βγουν σε πλειστηριασμό την άλλη Κυριακή στον Τσεσμέ -και ότι οι ψαράδες της απέναντι ακτής συνεννοήθηκαν να τα αγοράσει κάποιος στην τιμή εκκίνησης, χωρίς να χτυπήσει κανείς άλλος την τιμή, και να του τα δώσουν πίσω. Αυτό το περιστατικό είναι πραγματικό και έγινε πριν από μερικά χρόνια, αλλά ο Μακριδάκης το εμπλουτίζει αφενός με την πινελιά για τον παλαίμαχο ψαρά που νόμιζε πως έχει πια ξεκουτιάνει και αφετέρου με τη σκηνή της πανηγυρικής συνάντησης Ρωμιών και Τούρκων στα μισά της θάλασσας για να παραδώσουν τα δίχτυα στον δικαιωματικό τους κάτοχο.

Ο Μακριδάκης παλιότερα είχε αποδελτιώσει τις χιώτικες εφημερίδες της περιόδου 1912-1940 και κάποια από τα γεγονότα τα πέρασε και σε τούτο το μυθιστόρημα μεταπλασμένα -ας πούμε, παίρνει το πραγματικό γεγονός της ημερήσιας εκδρομής που έκαναν το 1932 οι κάτοικοι του προσφυγικού συνοικισμού της Χίου στο παλιό τους χωριό -και προσθέτει την έξοχη λεπτομέρεια πως η προγιαγιά του με την ευκαιρία αυτή έκοψε με το σουγιαδάκι ένα μάτι από την καλή λεμονιά τη δίφορη που είχε στον παλιό της κήπο, και το έβαλε κάτω από τη γλώσσα της για να έχει υγρασία και το μετάφερε στο καινούργιο της σπίτι και μπόλιασε το δέντρο της. Και κάποιες ιστορίες από την Κατοχή έχουν πραγματική βάση αλλά συνυφαίνονται με τη μυθοπλασία.

Αντίθετα, εντελώς μυθοπλασία είναι όλα όσα έχουν σχέση με τα περιστέρια, αν και πολύ πειστικά περιγράφει το πάθος των περιστεράδων ο Μακριδάκης, το πώς χαϊδεύαν τους πρωταθλητές τους όταν επέστρεφαν από κάποιο μακρινό μέρος, την αγωνια μήπως τα κυνηγήσει κανένα αρπακτικό κτλ. Δικό του εύρημα είναι και το ότι οι ψαράδες συνήθιζαν να παίρνουν ένα ζευγάρι περιστέρια όταν έφευγαν για μακρινό ψάρεμα ώστε, σε περίπτωση που κάτι συμβεί να μπορούν να ειδοποιήσουν.

Ο αφηγητής τού Μακριδάκη χρησιμοποιεί, όπως είναι αναμενόμενο από άνθρωπο της επαρχίας, πολλές παροιμιακές εκφράσεις ενώ παρεμβάλλει και κάμποσα ιδιωματικά στοιχεία λόγου. Επειδή εδώ λεξιλογούμε, παραθέτω μερικές από τις λέξεις/εκφράσεις του βιβλίου που δεν υπάρχουν στα λεξικά. Σε κάποιες περιπτώσεις ρώτησα τον συγγραφέα.

* τραβάκα (σελ. 26) «….σπιτάκια παρόμοια· μεσοτοιχία, με στέγη κοινή και με μια τραβάκα μεγάλη μπροστά το καθένα τους για να βαζουνε από κάτω τα εργαλεία των καϊκιών τους». Τραβάκα στη Χίο είναι η πυραμιδοειδής στέγη με τα κεραμίδια, ειδικότερα όμως εδώ είναι το γείσο της στέγης, η αστρέχα που λένε σε άλλα μέρη. (Ο Κοραής στα Άτακτα αναφερει τη λέξη, όπως έχουμε αναφέρει σε σχόλιο).

* κατσίρδισε (σελ. 41) «δεν θέλανε και πολύ οι ειδικοί στο συνοικισμό να διαγνώσουνε πως του κατσίρδισε ολωσδιόλου και να τον στείλουνε σε κανένα ίδρυμα».

Εδώ σημαίνει «του έστριψε». Το ρήμα «κατσιρντίζω», τουρκικής αρχής (από τον αόριστο κατσιρντίμ του ρήματος κατσιρμάκ) σημαίνει, στο λεξικό του Κουκκίδη, «φυγαδεύω, αφήνω κάτι να φύγει». Από την ίδια ρίζα και άλλα δάνεια πχ. κατσάκης ο φυγάς.

* κουμάσι (σελ. 42) Η λέξη επανέρχεται πολύ συχνά στο κείμενο διότι «κουμάσι» είναι ο περιστερώνας. Έχουμε γράψει άρθρο για αυτές τις δύο ομόηχες λέξεις -όλοι ξέρουν το κουμάσι που είναι ο φαύλος άνθρωπος (καλό κουμάσι και του λόγου του!) αλλά όχι πολλοί το κουμάσι τον ορνιθώνα (ή περιστερώνα ή και σπιτάκι για σκύλο).

* περχαριάζω (σελ. 49) «το περχάριαζε … το ανιψάκι του». Περχαριάζω σημαίνει κανακεύω, ταχταρίζω παιδί. Η λέξη δεν γκουγκλίζεται αλλά η σημασία της είναι φανερή από τα συμφραζόμενα -ρώτησα προς επιβεβαίωση και τον συγγραφέα.

* μοιασίδι (σελ. 54) «το δικό μου το μοιασίδι, ιδίως στα χούγια τα κρυφά, με … τον προπάππου μου». Μοιασίδι είναι εδώ η ομοιότητα. Σημαίνει όμως και το χαρακτηριστικό του προσώπου, που λέγεται και μοισίδι, και έτσι το έχουμε συναντήσει στον Μυριβήλη.

* πακιαρίζομαι (σελ. 55) «τότε … που δεν τα πακιαριζότανε τα περιστέρια μέσα στο καΐκι ο Σταμάτης» Δεν τα χρησιμοποιούσε, δεν τα συνήθιζε. Πακιάρομαι σημαίνει ασχολούμαι με κάτι, επιδίδομαι σε κάτι. To είχαμε συζητησει και παλιότερα. Φαίνεται να προέρχεται από τα ιταλικά, αλλά το ιταλ. pacchiare σημαίνει ντερλικώνω -δείτε το σχόλιο το παλιό.

* αναμικιόρης (σελ. 58) «ήτανε και αναμικιόρης μέγιστος και δεν ήθελε να αλλάζει τα πληρώματα μέσα στη μέση της χρονιάς». Ναμικιόρης ή αναμικιόρης είναι λέξη με πολλές σημασίες, που την έχουμε συζητήσει πολλές φορές. Αρχική σημασία «αχάριστος» όπως στο τουρκικό nankör απ’ όπου προέρχεται (το οποίο ανάγεται στα περσικά nan και kör, κατά λέξη ‘τυφλός στο ψωμί’ -έχουν… πρωτογένεια τα περσικά!)

Όμως η λέξη έχει επίσης πάρει τις σημασίες α) δύστροπος, παράξενος β) πλεονέκτης, άπληστος. Ο Μακριδάκης έδωσε την εξήγηση «στραβόξυλο, πολύ παράξενος, ιδιότροπος».

* κατσελάρω (σελ. 60) «το καΐκι θα κατσελάρει λίγες μέρες την επιστροφή του». Καθυστερώ. Από τα ιταλικά φαίνεται να προέρχεται μάλλον παρά από τα αγγλικά, αλλά το cancel και το cancellare δεν ξέρω αν έχουν αυτή την έννοια.

* μπαζάρω (σελ. 67) «μέχρι και τη Βολισσό την ίδια είχανε μπαζάρει μια φορά το ’36» Φτάνω σε μέρος μακρινό.

* λιλάδι (σελ. 71) «με ξαπλώσανε μετά στης παραλιας τα λιλάδια με τη μούρη». Τα βότσαλα· λιτρίδια στη Μυτιλήνη, λαλάρια στη Σκιάθο.

* στον καιρό τα λάχανα (σελ. 73) Παροιμιώδης φράση που σημαίνει «κάθε πράμα στον καιρό του»

* αχλαδόχερος (σελ. 89) Ο ατζαμής. Προσδιορίζει ο Μακριδάκης: «με την έννοια ότι τα χέρια του μέσα έχουνε αγκάθια σαν την αγριαπιδιά και δε μπορεί να πιάσει τίποτα»

Έχει κι άλλες λέξεις στη συνέχεια, αλλά σταμάτησα να σημειώνω επειδή μ’ απορρόφησε το διάβασμα. Να το διαβάσετε κι εσείς το βιβλίο, αξίζει τον κόπο!

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 109 Σχόλια »

Ησχολείτο, ασχολείτο, ασχολούταν, ασχολούνταν ή ασχολιόταν;

Posted by sarant στο 13 Νοεμβρίου, 2019

To σημερινό άρθρο ασχολείται με ένα θέμα που το έχουμε εξετάσει κι άλλες φορές στο ιστολόγιο, αν και δεν του έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο: εννοώ τους πιθανούς τύπους του τρίτου προσώπου του μεσοπαθητικού παρατατικού, που είναι μια περιοχή της γλώσσας μας ακόμα ρευστή, που δεν έχει κατασταλάξει: η μπίλια όχι μόνο δεν έχει ακόμα καθίσει κάπου αλλά γυρίζει τρελά, μια και οι πιθανοί τύποι ανάμεσα στους οποίους έχει κανείς να διαλέξει δεν είναι δύο ή τρεις, αλλά πέντε, που τους παρουσιάζω εδώ πηγαίνοντας από τον λογιότερο στον δημωδέστερο:

ησχολείτο, ασχολείτο, ασχολούταν, ασχολούνταν, ασχολιόταν

Το πεντάλημμα αυτό μας έχει απασχολήσει και άλλοτε και θα μας απασχολήσει κι άλλη φορά, αλλά το έναυσμα για το σημερινό άρθρο μού το έδωσε μια ανακοίνωση του κ. Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ (Προσωποδίκτυο το λέει ο ίδιος), ανακοίνωση που συνίσταται στην εικόνα που βλέπετε συν το εξής συνοδευτικό κείμενο:

Με ρωτούν φίλοι/ακολουθούντες το προσωποδίκτυό (ΦΒ) μου για μερικούς γραμματικούς τύπους που ακούν στην Τηλεόραση ή διαβάζουν στον Τύπο και που τους ενοχλούν ακουστικά / οπτικά, αν είναι σωστοί. Απάντηση: εμπιστευτείτε το αφτί σας! Αν δεν σάς ενοχλεί ένας τύπος (τον ξέρετε οι ίδιοι, τον ακούτε να χρησιμοποιείται ιδίως από προσεκτικούς ομιλητές), μη τον φοβάστε (ότι δήθεν είναι από την καθαρεύουσα, δεν είναι σε κάποιους δήθεν κανόνες τής δημοτικής κ.λπ.). Χρησιμοποιήστε τον!

Βλέπουμε ότι ο κ. Μπαμπινιώτης εκφράζει σαφή προτίμηση για το λογιότερο άκρο της κλίμακας που παρουσίασα πιο πάνω, για τους τύπους σε -είτο, με ή χωρίς αύξηση.

Τον τύπο σε -ούνταν τον θεωρεί «παράκαμψη» του προβλήματος, αφού χρησιμοποιεί το γ’ πληθυντικό αντί του γ’ ενικού, ενώ τους τύπους σε -ούταν τους θεωρεί προκλητικούς και τους υπογραμμίζει, βάζει θαυμαστικά και γενικά εκφράζει εύγλωττα τον αποτροπιασμό του.

Κι έτσι, καταλαβαίνουμε ότι την πολύ σωστή κατά τα άλλα συμβουλή του «Εμπιστευτείτε το αυτί σας» δεν πρέπει να την πάρουμε τοις μετρητοίς αφού κι ο ίδιος φροντίζει να προσδιορίσει ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε να χρησιμοποιούμε τύπους που τους έχουμε ακούσει «από προσεκτικούς ομιλητές» -είναι δε προσεκτικοί ομιλητές όσοι ακολουθούν τα χούγια του κ. Μπαμπινιώτη· ο Σεφέρης πάντως, δεν ήταν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , | 148 Σχόλια »