Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Αιματοβαμμένα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2022

Μη σας τρομάξει ο τίτλος, δεν έχω πάθει τίποτα, ούτε υπονοώ κάτι βίαιο ή τρομακτικό. Όπως έχει συμβεί και άλλες φορές, το σαββατιάτικο πολυσυλλεκτικό μας άρθρο με τα γλωσσικά στραβά και ανάποδα της εβδομάδας πήρε τον τίτλο του από ένα μεζεδάκι της πιατέλας. Συνήθως ξεκινάω με αυτό το σημαδιακό μεζεδάκι, αλλά σήμερα θα κάνω εξαίρεση και θα το αφήσω για το τέλος. Αν είστε ανυπόμονοι μπορείτε βέβαια να διακόψετε την ανάγνωση και να πάτε στο τέλος, αλλά δεν νομίζω πως είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος.

Οπότε, ξεκινάμε με κάτι υποτιτλιστικό, που το έχω από την περασμένη εβδομάδα. Έχω κάμποσα υποτιτλιστικά αυτή τη φορα.

Tο συγκεκριμένο, τιστέλνει ένας φίλος, που γράφει:

Η ΕΡΤ συνεχίζει με συνέπεια τον υποτιτλισμό επιπέδου Λοουερ (το πολύ). Στη φωτογραφία η απόδοση του… infiltration, ένα από τα πολλά κατορθώματα. Ένα άλλο η συνεπής απόδοση του Dutch σε… Γερμανοί (σε σειρά για το ΒΠΠ μάλιστα), του trail σε σιδηροδρομική γραμμή, όρεξη να έχει κανείς.

Η σειρά (ή τηλεταινία δύο επεισοδίων) είναι στο έρτφλιξ, Restless. Πολύ καλογυρισμένη, αλλά με νεοψυχροπολεμικο μήνυμα που δεν μπορώ να σχολιάσω χωρίς σπόιλερ.

Και βέβαια, το ρήμα infiltrate δεν σημαίνει… φιλτράρω αλλά διεισδύω, ας πούμε σε έναν οργανισμό εχθρικής χώρας ή σε μια πολιτική οργάνωση, και λέγεται για κατασκόπους, χαφιέδες, διπλούς πράκτορες και τα συναφή.

* Και συνεχίζω υποτιτλιστικά, με άλλες παρατηρήσεις φίλου:

Οι μεταφράσεις είναι από τη σειρά The Lincoln lawyer που προβάλλεται στο Netflix.

Στο επεισόδιο 5 ακούμε και διαβάζουμε:

You’re a sweet talker – είσαι γαλίφης
It’s only for pr – είναι μόνο ρεκλάμα
Pen and paper – στυλό και τεφτέρι
It’s the women – σερσε λα φαμ
Cut and round – την κάνουν γυριστή

Μάλλον ο μεταφραστής προδίδει την ηλικία του. Και καλά εμείς οι μεγαλύτεροι κάτι καταλαβαίνουμε, οι πιτσιρικάδες όμως;

Δεν ξέρω αν μας διαβάζουν πιτσιρικάδες, αμφιβάλλω. Αλλά όλο και κάποιοι ημιπιτσιρικάδες (για να θυμηθώ τον νεολογισμό του Ν. Βούτση για τον 37χρονο γιο του) θα μας διαβάζουν, οπότε ζητώ την ετυμηγορία τους ως προς το αν είναι κατανοητές οι εκφράσεις που διάλεξε ο συνάδελφος στους υποτίτλους της σειράς.

Εμένα μου αρέσουν οι περισσότερες από τις παραπάνω επιλογές απόδοσης, ενώ συμφωνώ και με την προσέγγιση του υποτιτλιστή. Αλλά πιτσιρικά δεν με λες.

* Κι ένα αστείο τυπογραφικό λάθος από το thetoc.gr σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις που επέφερε η Ελισάβετ στις διατάξεις που διέπουν τα των εστεμμένων στη Βρετανία:

Μπορούν να γίνουν πολλά λογοπαίγνια με τον μουνάρχη, αλλά μας διαβάζει η μαμά μου, οπότε το προσπερνάω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , , | 113 Σχόλια »

Ο αιγιαλός δεν ήταν γαλανός

Posted by sarant στο 16 Σεπτεμβρίου, 2022

Πριν από λίγο καιρό, τότε που είχαμε στο ιστολόγιο ένα άρθρο για τη λέξη «γιαλός», ένας φίλος με ρώτησε στο Φέισμπουκ: Να θυμηθούμε και τον στίχο «ο γελαστός αιγιαλός εγέλα γάλα όλος». Του Παράσχου είναι;

Δεν είναι του Παράσχου, και δεν είναι ακριβώς έτσι. «Ίσως αξίζει άρθρο», απάντησα στον φίλο μου. Όπως καταλαβαίνετε, σήμερα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για το άρθρο αυτό.

Τον στίχο αυτό τον ήξερα από μικρός, διότι ο παππούς μου συνήθιζε να αναφέρει σαν παράδειγμα παρήχησης, τον στίχο «ο γαλανός αιγιαλός εγέλα γάλα όλος». Γαλανός, όχι γελαστός. Δεν θυμάμαι να μου είχε πει ποιανού ποιητή ήταν ο στίχος, επειδή όμως, σε άλλες ευκαιρίες, μου παίνευε και το ποίημα «Διονύσου πλους» του Α. Ρ. Ραγκαβή, σαν στιχουργικό άθλο, είχα σχηματίσει την εντύπωση πως ο στίχος ήταν από το ποίημα αυτό του Ραγκαβή.

Αργότερα διάβασα ολόκληρο το ποίημα του Ραγκαβή (δύσκολο εγχείρημα) και τότε κατάλαβα ότι δεν είναι από εκεί. Αλλά δεν ενδιαφέρθηκα, τότε, περισσότερο να αναζητήσω την πατρότητα του στίχου.

Όταν άρχισα να ασχολούμαι με τα χρονογραφήματα του Βάρναλη, συνάντησα πάλι αυτόν τον στίχο. Σε ένα χρονογράφημά του, κατοχικό, λέει:

και τότες μεταμορφωνότανε η «κοιλάδα του κλαυθμώνος» σε Ηλύσια Πεδία κι «ο γαλανός αιγιαλός εγέλα γάλα όλος», όταν εκείνη χαμογελούσε από ένα μίλι μακριά!

Και σε άλλο χρονογράφημα, που το έχω παρουσιάσει και στο ιστολόγιο, χρησιμοποιεί τον ίδιο στίχο και μάλιστα με την ίδια εικόνα, για να περιγράψει την αγαλλίαση των ερωτευμένων, που περιμένουν έξω από τον κινηματογράφο, όταν βλέπουν να έρχεται το ταίρι τους:

Επιτέλους έρχεται βιαστικός εκείνος ή εκείνη, σφίγγουν τα χέρια, «ο γαλανός αιγιαλός γελάει γάλα όλος», βγάζουν αμέσως το εισιτήριό τους και πάνε στην ευκή του θεού  ̶  του φτερωτού εννοώ.

Αναζήτησα λοιπόν την πατρότητα του στίχου, και τότε βρέθηκα σε έκπληξη: ο παροιμιώδης στίχος που τον επαναλάμβανε ο Βάρναλης, που ο παππούς μου αγαπούσε να μνημονεύει, που κι άλλοι, όπως θα δούμε, τον έχουν επικαλεστεί, δεν είχε γραφτεί έτσι!

Πράγματι, ο διάσημος για την παρήχησή του στίχος δεν έχει «γαλανό αιγιαλό» αλλά «σιγαλό αιγιαλό». Πιο συγκεκριμένα, ο Παν. Σούτσος στο ποίημα «Μεσσίας ή τα πάθη Ιησού Χριστού», που εκδόθηκε το 1839, έχει τους εξής στίχους, που υποτίθεται πως τους λέει ο Ιούδας:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Ποίηση, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 118 Σχόλια »

Εσείς θα προσαρμοστείτε;

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2022

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως θα ξέρετε, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 21 ως τώρα. Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού.

Ο υπουργός κ. Στέλιος Πέτσας έχει κερδίσει μιαν αμφίβολη υστεροφημία επειδή το όνομά του έχει για πάντα συνδεθεί με τη φερώνυμη λίστα εκμαυλισμού του Τύπου, η οποία συνέβαλε όχι λίγο στο να βρεθεί η χώρα μας στην τελευταία θέση στην ΕΕ από πλευράς ελευθεροτυπίας. Ωστόσο, από προχτές το όνομά του συζητιέται και πάλι με διαφορετική αφορμή, και συγκεκριμένα για την ατάκα του σε τηλεοπτική εκπομπή, ότι «Όποιος αρνείται να προσαρμοστεί, πεθαίνει». Την απάντηση αυτή την έδωσε όταν ρωτήθηκε αν η κυβέρνηση σκέφτεται να βοηθήσει τους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που πριν από μερικά χρόνια υποβλήθηκαν σε πολλά έξοδα για να βάλουν φυσικό αέριο, επειδή ήταν πιο οικολογικό, και τώρα η κυβέρνηση τούς καλεί να επιστρέψουν στο πετρέλαιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 18 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά τούτη τη φορά τη μεταθέσαμε για μία μέρα επειδή χτες είχαμε το πεντοχίλιαρο (άρθρων) του ιστολογίου. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη όγδοη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε. Σήμερα μπαίνουμε στο δέκατο κεφάλαιο. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980.

10 – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις του, ο δεσμός του με τη Φανή πήγαινε καλά, γιατί δεν ήταν μόνο το κρεβάτι στη μέση. Ταίριασαν και στο τραπέζι, δεν είχαν δηλαδή μόνο σωματική αλλά και πνευματική επαφή. Βέβαια δεν ήταν πολύ διαβασμένη, ούτε είχε πνευματικούς προβληματισμούς και ανησυχίες. Στο σημείο αυτό του φαινόταν λίγο απλοϊκή, είχε όμως αντίληψη και ευθυκρισία και από καιρό είχε εγκαταλείψει τις συντηρητικές της απόψεις.. Οπωσδήποτε το αίσθημα που τους ένωνε δεν ήταν η φλόγα του έρωτα, που πυρπόλησε κι αυτόν και εκείνη στα νιάτα τους, ήταν όμως κάτι πολύ περισσότερο από μιαν επιδερμική επαφή.

Τόσο στο Γυμνάσιο, όπου συνυπηρετούσαν, όσο και στον κύκλο των γνωστών και φίλων, ο δεσμός τους έγινε γρήγορα γνωστός και αποδεκτός.

Αν το καλοκαίρι καθιερώθηκε, γι΄αυτόν και τους φίλους του, να αρχίζει με την πορεία Ειρήνης, τέλειωνε με το Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, που από το 4ο και μετά γινόταν μόνιμα στο Περιστέρι, σε έναν απέραντο χώρο, που τα παιδιά της ΚΝΕ είχαν μεταμορφώσει σε αληθινό πάρκο. Πήγε μαζί με τη Φανή και αρκετούς συναδέλφους στο Γυμνάσιο, αλλά κατάφερε να έρθουν και ο Αλέκος με την Κατερίνα, που ως τότε σνομπάρανε τις εκδηλώσεις του κουκουέ και αποφεύγανε να πηγαίνουν. Η κοσμοσυρροή, ο ενθουσιασμός που επικρατούσε, αλλά και το πλούσιο καλλιτεχνικό περιεχόμενο του Φεστιβάλ, τους εντυπωσίασαν όλους. Ιδίως τους συνάρπασε η ομιλία του Αμερικανού κομμουνιστή ηγέτη, του Γκας Χωλ.

Αμέσως μετά τις διακοπές του καλοκαιριού, πήγε άλλη μια φορά [το 1986] στη Μακεδονία, αυτή τη φορά όχι για να δει τον Αντρέα, την Αναστασία, τον Βλάση (τον βαφτιστικό του, που τέλειωνε πια το Δημοτικό) και τα άλλα δυο παιδιά που είχαν κάνει στο μεταξύ, αλλά για την Ντίνα. Μαζί της στα είκοσι χρόνια της γνωριμίας τους δεν είχαν ανταλλάξει ποτέ γράμματα και σπανίως είχανε τηλεφωνικές επαφές. Αλλά και οι άμεσες προσωπικές επαφές τους είχαν αραιώσει πολύ. Μετά από εκείνη τη φορά, το καλοκαίρι του ΄78 που πήγανε “σα ζευγαράκι” για τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη, είχαν ακόμα μία γλυκιά επαφή το Πάσχα του ΄79 σαν πήγε να βαφτίσει τον Βλάση, αλλά στα εφτά χρόνια που ακολούθησαν δε συναντήθηκαν ξανά.  Να όμως που πήρε γράμμα της, στο οποίο του ανάγγειλε πως παντρευόταν και του έδινε με συντομία το ιστορικό. Στο νοσοκομείο την είχε προσέξει ένας συνομήλικός της γιατρός, χήρος, με δυο παιδιά, μεγάλα πια. Δεν την πρόσεξε μόνο, παρά τη συμπάθησε και της ζήτησε να ενώσουν τις ζωές τους, για να έχουν μια συντροφιά στα γεράματα. Αποφάσισε να δεχτεί, «γιατί είναι καλός άνθρωπος και γιατί η μοναξιά στην ηλικία μας είναι πολύ βαριά» όπως κατέληγε.

Όταν διάβασε το γράμμα, στην αρχή ένιωσε κάτι σαν πίκρα, καθώς σκέφτηκε πως για κείνον η μοναξιά θα ολοκληρωνόταν απόλυτα, αφού άλλος ένας δικός του άνθρωπος, που, τελείως εγωιστικά είναι η αλήθεια, πίστευε πως θα τον περίμενε πάντα στην άλλη άκρη της Ελλάδας, δε θα ήταν πια διαθέσιμος. Όταν κατόπιν το σκέφτηκε πιο νηφάλια, χάρηκε γιατί η καλή αυτή γυναίκα, που στάθηκε τόσο εντάξει απέναντί του, θα μοιραζόταν με κάποιον τη μοναξιά και τα βάσανα των γηρατειών. Της έγραψε αμέσως, προσφωνώντας την «Ντίνα μου» και τη βεβαίωσε πως θα πήγαινε οπωσδήποτε στο γάμο της.

Πρότεινε στη Φανή να πάνε μαζί, αλλά εκείνη ήταν υποχρεωμένη να μείνει στην Αθήνα, γιατί η Σχολή μπαλέτου, όπου δούλευε συμπληρωματικά, θα οργάνωνε κάτι εκδηλώσεις. Έτσι, πήρε το αεροπλάνο και πήγε αεροπορικώς στη Θεσσαλονίκη και από κει με το λεωφορείο έφτασε στην πόλη της. Επισκέφθηκε πρώτα τους κουμπάρους του, συνεννοήθηκε με την Αναστασία και της αγόρασε ένα πολύ ωραίο και ακριβό δώρο.

Στο γάμο πήγαν όλοι μαζί και στο γαμήλιο γλέντι γνώρισε από κοντά και τον άντρα της Ντίνας. Ήταν ένας εξηντάρης, καλοσυνάτος άνθρωπος, γιατρός παθολόγος, αφιερωμένος στη δουλειά του.

«Ξέρετε, χαίρομαι ιδιαίτερα που σας γνωρίζω από κοντά, γιατί η Ντίνα μου έχει μιλήσει πολύ για σας. Πιστεύει πως χάρη σε σας, την επιμονή σας και τη συμπαράστασή σας, σπούδασε και αυτό άλλαξε ριζικά τη ζωή της.. Σας θεωρούμε λοιπόν δικό μας άνθρωπο και το σπίτι μας θα είναι πάντα ανοιχτό σε σας»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 96 Σχόλια »

Πιάσαμε το πεντοχίλιαρο!

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2022

Ποιο πεντοχίλιαρο όμως;

Πεντοχίλιαρο είναι το χαρτονόμισμα των πέντε χιλιάδων -αλλά δεν φτάνουν όλα τα νομίσματα σε τραπεζογραμμάτια τόσο μεγάλης ονομαστικής αξίας. Το ευρώ, ας πούμε, φτάνει μέχρι το πεντακοσάρικο, το μάρκο (όταν υπήρχε) έφτανε ίσαμε το χιλιάρικο (ο «ιδρωμένος πατέρας» που τον λέγανε οι λαζογερμανοί), το γαλλικό φράγκο, όταν υπήρχε κι αυτό, επίσης ίσαμε πεντακοσάρικο έφτανε, ενώ το δολάριο, αν δεν σφάλλω, δεν έχει πάνω από κατοστάρικο. Η δραχμή, στα τελειώματα, είχε φτάσει να τυπώσει και δεκαχίλιαρο, που είχε, θα θυμάστε, τον γιατρό Γεώργιο Παπανικολάου επάνω, αλλά το δεκαχίλιαρο δεν έζησε και πολλά χρόνια, από το 1995 που καθιερώθηκε ίσαμε το 2002 που καταργήθηκε λόγω του ευρώ, ενώ το πεντοχίλιαρο, που κυκλοφόρησε το 1984, πρόλαβε ακόμα και να ενηλικιωθεί -και βέβαια να γίνει και τραγούδι με τη Γλυκερία, που αναρωτιόταν γιατί τα πεντοχίλιαρα να μην είναι πετσετάκια:

Τα πεντοχίλιαρα εκείνα (που κινδύνεψαν να γίνουν πετσετάκια) είχαν επάνω τον Κολοκοτρώνη, και γι’ αυτό ονομάστηκαν, στην αργκό της εποχής, και «κολοκοτρώνηδες», αλλά επίσης και «πετσετάκια». Τα πετσετάκια θυμίζουν κι άλλο ένα νόμισμα, τις ισπανικές πεσέτες, αλλά παρά την ηχητική ομοιότητα οι πετσέτες του μπάνιου δεν έχουν ετυμολογική σχέση με τις ισπανικές πεσέτες, ένα ακόμα νόμισμα που καταργήθηκε με την έλευση του ευρώ. Η ισπανική πεσέτα, στο τέλος της ζωής της, είχε αξία διπλάσια από τη δραχμή μας (αν και κάποτε βρισκόταν χαμηλότερα), κι έφτανε κι αυτή μέχρι το δεκαχίλιαρο -φυσικά, το ισπανικό δεκαχίλιαρο, όπως και το πεντοχίλιαρο, έδειχναν τον Χουάν Κάρλος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απολογισμοί, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , , | 173 Σχόλια »

Παράδες και γρόσια

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2022

Στο άρθρο για τα άσπρα, τα νομίσματα, της περασμένης εβδομάδας, έγινε όπως ήταν φυσικό λόγος και για δυο άλλα βασικά νομίσματα της εποχής της τουρκοκρατίας, που έχουν περάσει και στη γλώσσα μας, αν και δεν έχουν δείξει την ίδια αντοχή στο χρόνο. Πρόκειται για το γρόσι, για να ξεκινήσουμε από το νόμισμα μεγαλύτερης αξίας, και για τον παρά -θα τους αφιερώσουμε λοιπόν το σημερινό μας άρθρο.

Το γρόσι ήταν ασημένιο τουρκικό νόμισμα, που κόπηκε από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Β΄ το 1688 στο πρότυπο του ολλανδικού τάλιρου. Στα τουρκικά είναι kuruş και guruş, ωστόσο η ελληνική λέξη δεν προέρχεται από την τουρκική, αφού προϋπήρχε.

Νόμισμα των 5 kurus (1808)

Στην αρχή της ετυμολογικής αλυσίδας βρίσκουμε το λατινικό grossus, χοντρός. Διάφορα ασημένια νομίσματα λοιπόν, μάλλον μεγάλου πάχους, ονομάστηκαν στον Μεσαίωνα denarius grossus, απ’ οπου η λέξη πέρασε στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, grosso στα ιταλικά, gros στα γαλλικά, Groschen στα γερμανικά, guruş/kuruş στα τουρκικά και, από τον ενετικό πληθυντικό grossi, γρόσι στα ελληνικά.

Πότε μπήκε η λέξη γρόσι στην ελληνική γλώσσα; Οι ανευρέσεις είναι σε πηγές που δεν έχουν ασφαλή χρονολόγηση, η παλιότερη όμως που βρίσκω στο TLG είναι απο μια διήγηση των θαυμάτων του Αγίου Νικολάου, που χρονολογείται 7ο με 11ο αιώνα, και εκεί βρίσκουμε:

καὶ ὑπῆγεν εἰς τοὺς καταλλάκτας, νομίζων πουλῆσαι αὐτὸ διὰ πέντε, ἕξι γρόσια, νὰ ἀγοράσῃ ψωμί

(Κάπως μοντέρνα μου φαίνεται η γλώσσα, αλλά ας είναι). Σε μοναστηριακά έγγραφα των επόμενων αιώνων οι αναφορές σε γρόσια είναι πάρα πολλές, όπως και π.χ. στον παπαΣυναδινό.

Στα χρόνια του Εικοσιένα, το γρόσι χρησίμευε όχι μόνο ως νόμισμα αλλά και ως λογιστική μονάδα αφού σε αυτό ανάγονταν όλα τα νομίσματα, ευρωπαϊκά ή τουρκικά, σωστή πανσπερμία, που υπήρχαν σε κυκλοφορία και που είχε στο κεμέρι του ο καθένας. Το γρόσι είχε 40 παράδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα | Με ετικέτα: , , , | 98 Σχόλια »

Ιστορία ενός αιχμαλώτου (του Στρατή Δούκα, απόσπασμα)

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2022

Κυριακή σήμερα, λογοτεχνική ύλη λοιπόν, και συνεχίζω με θέματα σχετικά με τη Μικρασιατική εκστρατεία. Είδαμε τις δύο προηγουμενες Κυριακές αποσπάσματα από δυο κορυφαία έργα της λογοτεχνίας μας, τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου και το Στου Χατζηφράγκου του Κοσμά Πολίτη. Για να τριτώσω, διάλεξα αποσπάσματα από τη νουβέλα «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα.

Ο Στρατής Δούκας (1895-1983) γεννήθηκε στα Μοσχονήσια, σπούδασε Νομική στην Αθήνα, πολέμησε στο μακεδονικό και στο μικρασιατικό μέτωπο και το 1929 εξέδωσε τη νουβέλα του που γνώρισε αμέσως επιτυχία και αλλεπάλληλες εκδόσεις. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία, την ανάδειξη της μικρασιατικής λαϊκής τέχνης, τη γλυπτική, συμμετείχε σε πρωτοποριακά εγχειρήματα όπως το περιοδικό Το τρίτο μάτι, ήταν ανήσυχο πνεύμα, πρωτότυπος και πολυτάλαντος.

Η νουβέλα δεν εξιστορεί βιώματα του ίδιου του συγγραφέα, πέρα από το ότι κι ο Δούκας είχε πολεμήσει -και τραυματιστεί- στη Μικρασία. Ο πραγματικός Αιχμάλωτος είναι ο Νικόλας Κοζάκογλου, τον οποίο συνάντησε ο Στρ. Δούκας πρόσφυγα στην Πιερία και κατέγραψε, μεταπλάθοντάς τις λογοτεχνικά, τις περιπέτειες που αυτός του αφηγήθηκε. (Κάτι που μας θυμίζει τον Μανώλη Αξιώτη στο μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου). Ο Στρατής Δούκας αναγνωρίζει την οφειλή στο επίμετρο της νουβέλας και άλλωστε τελειώνει τη νουβέλα «υπογράφοντας» ως Νικόλας Κοζάκογλου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη έκδοση της νουβέλας, το 1929, είναι πολύ πιο κοντά στην αφήγηση του Κοζάκογλου, ενώ στις επόμενες εκδόσεις, δηλ. στο κείμενο που θα διαβασουμε, ο Δούκας έχει προσθέσει υλικό κι έχει μεταπλάσει ακόμα περισσότερο το κείμενο. Δεν ξέρω αν υπάρχει συγκριτική εξέταση των δύο εκδόσεων, αλλά μια ιδέα μπορείτε να πάρετε από τα σχόλια στο τέλος του άρθρου.

Ο Δούκας αφιερωνει τη νουβέλα του «στα κοινά μαρτύρια των λαών». Κι αυτός αντιμετωπίζει τον πόλεμο σαν πηγή ανείπωτης δυστυχίας και όχι σαν κάτι ηρωικό που φέρνει δόξα και τιμή.

Ολόκληρη η νουβέλα υπάρχει ονλάιν σε ιστότοπο του Υπουργείου Παιδείας και από εκεί δανείστηκα το κείμενο, μαζί και τις επεξηγήσεις και τα λινκ, που είναι αρκετά, αφού η έκδοση απευθύνεται σε μαθητές της δευτεροβάθμιας. Δείτε και τα σχόλια στο τέλος.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ

Στήν καταστροφή τῆς Σμύρνης,1 βρέθηκα μέ τούς γονιούς μου στό λιμάνι, στήν Πούντα.2 Μέσ’ ἀπ’ τά χέρια τους μέ πήρανε. Κι ἔμεινα στήν Τουρκία αἰχμάλωτος.

Μεσημέρι πιάστηκα μαζί μέ ἄλλους. Βράδιασε καί τά περίπολα ἀκόμα κουβαλοῦσαν τούς ἄντρες στούς στρατῶνες.

Κοντά μεσάνυχτα, ὅπως ἤμαστε ὁ ἕνας κολλητά στόν ἄλλο, μπῆκε ἡ φρουρά κι ἄρχισαν νά μᾶς χτυποῦν, ὅπου ἔβρισκαν, μέ ξύλα, καί νά κλοτσοπατοῦν ὅσους κάθονταν χάμω, γόνα μέ γόνα. Τέλος πῆραν διαλέγοντας ὅσους ἤθελαν κι ἔφυγαν βλαστημώντας.

Ἐμείς φοβηθήκαμε πώς θά μᾶς χαλάσουν ὅλους.3

Ἕνας γραμματικός, πού ‘χε τό γραφεῖο του πλάι στήν πόρτα, μᾶς ἄκουγε πού μιλούσαμε λυπητερά καί μᾶς ἔκανε νόημα νά τόν πλησιάσουμε:
— Σάν ἔρχονται, μᾶς λέει, καί σᾶς φωνάζουν, ἐσεῖς τραβηχτεῖτε μέσα. Καί τό λόγο μου φυλάχτε τον καλά, ἔξω μήν τόν δώσετε.
Ἀπό κεῖνο τό βράδυ, κάθε νύχτα, ἔπαιρναν ἀπ’ τούς θαλάμους. Κι ἐμεῖς π’ ἀκούγαμε πυροβολισμούς, ἀπ’ τό Κατιφέ – Καλεσί, λέγαμε: «σκοποβολή κάνουνε».4

Ἀπό μέρες, πού πέρασαν μέ φόβο, ἦρθε ἕνας ἀξιωματικός καί μᾶς παράλαβε, μέ σαράντα στρατιῶτες. Μᾶς ἔβγαλαν στήν αὐλή καί μᾶς χώρισαν ἀπ’ τούς πολίτες·5 τότε εἶδα καί τόν ἀδερφό μου. Μᾶς ἔβαλαν τετράδες καί μᾶς διέταξαν νά γονατίσουμε νά μᾶς μετρήσουν. Ὁ ἀξιωματικός πού μᾶς ἔβλεπε, καβάλα στό ἄλογό του, ἔλεγε:
— Θά κοιτάξω νά μή μείνει οὔτε σπόρος ἀπό σᾶς. Κι ἔδωσε τό παράγγελμα νά κινήσουμε.
Θά ἤμαστε ὅλη ἡ φάλαγγα κάνα δυό χιλιάδες.
Ὅπως βγήκαμε, μᾶς τραβήξανε ἴσια στήν ἀγορά. Ἐκεῖ, τό τουρκομάνι πού μᾶς περίμενε, σάν τό λεφούσι6 ἔπεσε ἀπάνω μας: τραπέζια, καρέκλες, ποτήρια, ὅ,τι ἔβρισκαν μπροστά τους μᾶς πετοῦσαν ἀπ’ ὅλες τίς μεριές. Ἦταν καί ναῦτες Φράγγοι7 μαζί τους στά καφενεῖα κι ἔκαναν χάζι μέ μᾶς.
Σά φτάσαμε στόν Μπασμαχανέ, μπροστά μας βγῆκε ἕνας Χαφούζης.8 Μᾶς κοίταξε:
—  Ἀλλάχ, Ἀλλάχ, εἶπε, τί γίνεται ἐδῶ!
Καί φώναξε τοῦ ἀσκέρ – ἀγᾶ.9 Αὐτός σταμάτησε.
—  Ὁ λοχαγός ἐδῶ! ξαναφωνάζει.
Τράκ τράκ τό ἄλογο, ὁ λοχαγός πῆγε, χαιρέτησε. Ὁ Χαφούζης τόν ρωτᾶ:
—  Τό «κιτάπι»10 μας αὐτά λέει;
Ὁ λοχαγός μεταχαιρέτησε.
Κι ἐμεῖς περνούσαμε ἀράδα ἀπό μπροστά τους.

Μεσημέρι, δώδεκα, φτάσαμε στό Χαλκά – Μπουνάρ. Ἐκεῖ μᾶς ἔκλεισαν στό σύρμα, κύκλο. Ἅμα βράδιασε, ἕνας τοῦρκος ἐφές11 ἀπ’ τό χωριό μας ἦρθε καί μᾶς καλοῦσε μέ τά ονόματά μας νά βγοῦμε, τάχα πώς θά μᾶς γλιτώσει, μέ σκοπό νά μᾶς χαλάσει. Κι ἐμεῖς στή γῆ πέσαμε νά μή δώσουμε γνωριμία.
Τά ξημερώματα ἦρθε ἀπό τή Μαγνησία12 ἄλλος ἀξιωματικός, καί μᾶς σήκωσαν. Ὧρες περπατούσαμε. Οὔτε ξέραμε ποῦ μᾶς πᾶν. Μονάχα ἀπό τόν τόπο καταλαβαίναμε πώς βαδίζαμε γιά τή Μαγνησία.
Ἀντί νά μᾶς πηγαίνουν στό δημόσιο δρόμο μᾶς τραβούσανε ἀπ’ τό βουνό. Κι ὅπως δέν ἤμαστε σέ ἰσότοπο, ἀρχίσαμε νά σκορπᾶμε. Δέν μπορούσαμε νά κρατήσουμε τίς τετράδες. Καί οἱ στρατιῶτες φώναζαν προσταχτικά:
—  Στίς τετράδες! Στίς τετράδες!
Ἐμεῖς προσπαθούσαμε, καί πάλι τίς χαλάγαμε. Ὅσοι ἦταν ἀνήμποροι κι ἔμεναν πίσω, τούς τραβοῦσαν οἱ πολίτες στό δάσος καί τούς καθάριζαν.
Μέ πολύ κόπο πέσαμε στό δημόσιο δρόμο. Ἐκεῖ πάλι, μᾶς περίμεναν, μπουλούκια μπουλούκια, γέροι ἄνθρωποι, ἑξήντα ὥς ὀγδόντα χρονῶ, μέ παλιές μαχαῖρες, καί σά φτάσαμε κοντά ρίχτηκαν ἀπάνω μας, φωνάζοντας στό λοχαγό:
—  Ἄφησέ μας νά κάνουμε ὅ,τι θέλουμε!
Κι ὁ λοχαγός τούς ἔλεγε «ὄχι», γελώντας.
Ἐμεῖς τοῦ φωνάζαμε:
— Κύρ λοχαγέ, σέ σένα κρεμόμαστε.
Καί προχωρούσαμε.
Οἱ δρόμοι δεξιά κι ἀριστερά ἦταν σπαρμένοι ἀπό πτώματα πού μύριζαν. Στίς βρύσες ἔστεκαν σκοποί καί φύλαγαν τό νερό, πού ἔτρεχε ἀπ’ τά κανούλια13 ἐμεῖς τό βλέπαμε και διψούσαμε περισσότερο.
Στό δρόμο εἴχανε σκάσει πολλοί. Ἐγώ, βάδιζα μέ τόν ἀδερφό μου, πού κρατοῦσε τό γελιό14 ἑνός Τούρκου ἀπ’ αὐτούς πού μᾶς φύλαγαν σκέφτηκα: «Λεφτά ἔχουμε, ἄς δώσουμε νά πιοῦμε». Κι εἶπα τοῦ ἀδερφοῦ μου:
—  Διψῶ πολύ, θά σκάσω.
— Κάνε κουράγιο, ἀδερφέ, μοῦ λέει, μή φανοῦμε μέ λεφτά καί μᾶς χαλάσουν.
— Ὄχι, δέν ἀντέχω, δῶσε λεφτά καί πάρε νά πιοῦμε.
Μοῦ ‘δωσε, κι ἔτρεξα ἴσια στόν Τοῦρκο.
—  Λίγο νερό, τοῦ λέω, κοντεύω νά ξεψυχήσω.
—  Τί λές, σκυλί; Οὔτε δράμι15 δέ σοῦ δίνω.
— Ἀσκέρ-ἀγά, ψυχικό θά κάνεις, νά πάρε κι αὐτά τά λεφτά.
—  Δῶσ’ τα, μοῦ λέει, καί πιές κρυφά.
Ἤπια, κι ἔδωσα καί τοῦ ἀδερφοῦ μου.
Αὐτά γινότανε Αὔγουστο μήνα.

Τέλος, ἕνα βράδυ, φτάσαμε ἔξω ἀπ’ τή Μαγνησία. Ἐκεῖ ὁ κόσμος μᾶς περίμενε μέ ρόπαλα στό χέρι φωνάζοντας:
—  Αἰχμάλωτοι ἔρχονται! Κι ἔτρεχαν κατά μᾶς.
Ὁ λοχαγός τώρα τούς ἔλεγε:
—  Τραβηχτεῖτε μακριά! Ὅταν ἐμεῖς πολεμούσαμε, ἐσείς κάνατε τά κέφια σας.
Αὐτοί τότε σκόρπισαν φωνάζοντας, πώς μιά μέρα οἱ Γιουνάνηδες16 πάλι θά μᾶς χαλάσουν.
Ὁ λοχαγός νευριασμένος, μᾶς μάζεψε ὅλους, σαν τα πρόβατα στό μαντρί, κι ἔβαλε γύρω σκοπούς νά μᾶς φυλᾶν.
Νερό, ψωμί, τίποτα!
Ὅσοι εἶχαν λεφτά, ἔδιναν στούς σκοπούς κι ἔπιναν. Ἔδωσε κι ἡ παρέα μας σ’ ἕναν ἀράπη καί μᾶς ἔφερε ἕναν ντενεκέ γεμάτο.
—  Κάντε γρήγορα, μᾶς λέει κι αὐτός, ὁ λοχαγός δέν ἀφήνει.
Ἤπια, ἤπια… ὁ ἀδερφός μου μέ τράβηξε νά πιεῖ, ρίχτηκαν κι οἱ ἄλλοι στόν κουβά, καί τό νερό χύθηκε.
Τήν ἄλλη μέρα, νύχτα ἀκόμα, ὁ λοχαγός φώναξε:
—  Ἑτοιμαστεῖτε!
Μπήκαμε στίς τετράδες σειρά καί κινήσαμε. Μᾶς πῆγε μέσα στη Μαγνησία. Ἐκεῖ μᾶς ἔκλεισε σ’ ἕνα νοσοκομεῖο, πού ἦταν μέσα σέ πεῦκα, περιτριγυρισμένο μέ κάγκελα, καί μᾶς παράδωσε στά χέρια ἑνός δεκανέα.
Ἀπό τήν κούραση πείνα δέ νιώθαμε, μονάχα ἡ δίψα μᾶς ἔκοβε. Ξαπλωμένοι σάν ἄρρωστοι κάτω ἀπ’ τά πεῦκα, μασούσαμε τά χλωρά πούσια.17 Καί σά φάνηκαν στόν οὐρανό λίγα σύννεφα, παρακαλούσαμε νά βρέξει. Αὐτά ἅπλωσαν, σκοτείνιασαν, κατέβηκαν χαμηλά, καί πάλι σιγά σιγά χάθηκαν. Ὁ ἥλιος ἔριξε τήν κάψα του τώρα πιό πολλή, κι ἐμεῖς απελπισμένοι φωνάζαμε:
— Νερό! Νερό!
Μά κανένας δέ μᾶς ἄκουγε.

Μετά πέντε ὧρες, ἦρθε ἕνας ξανθός, καλοντυμένος χότζας,18 κι ἐμεῖς ὅλοι μέ μιά φωνή τόν παρακαλούσαμε:
—  Χότζα, Ἀλλάχ ἀσκινά,19 διψοῦμε, νερό!
Σά νά φχαριστήθηκε μέ τά χάλια μας, εἶπε:
— Ἔτσι θέλω νά σᾶς βλέπω ὥς τό τέλος, σάν τά φίδια νά σερνόσαστε. Κι ἔφυγε.
Αὐτός ἔφυγε, κι ἄλλος ἦρθε μέ τό ἁμάξι. Κι ἐμεῖς φωνάζαμε πάλι:
—  Ἀλλάχ ἀσκινά, λίγο νερό, διψοῦμε, δέν ἀντέχουμε!
Σά μᾶς εἶδε καλά καλά καί τοῦτος, εἶπε:
—  Τό γοῦστο μου τό ἔκανα.
Καί διέταξε τόν ἁμαξά νά τραβήξει.
Ἑφτά μέρες περάσαμε ἔτσι. Ὅσοι εἶχαν λεφτά πίνανε, μά ὅσοι δέν εἴχανε πίνανε τό κάτουρό τους.20
Πολλοί πέσανε ψάθα ἀπό πείνα και δίψα. Οἱ συνοδοί μᾶς εἴπανε νά βγεῖ ἀπό μᾶς ἀγγαρεία,21 νά τούς πετάξουμε. Κι ἐμεῖς μαλώναμε ποιός θά πρωτοβγεῖ γιατί θά ‘πινε νερό.22
Βγῆκαν καμιά κοσαριά νομάτοι23 μέ τά κάρα καί τούς πέταξαν μακριά, ἔξω ἀπ’ τήν πολιτεία…
Μέσα στό νοσοκομεῖο ἦταν καί μαγνησαλῆδες24 αἰχμάλωτοι πού μᾶς ἔλεγαν πώς τό συντριβάνι στήν αὐλή ἔχει νερό.
Ἐμεῖς τ’ ἀκούγαμε καί δέν τό πιστεύαμε.
Τή νύχτα ξυπνήσαμε ἀπό φωνές καί μάθαμε πώς οἱ Μαγνησαλῆδες ἔσπασαν τό κιούγκι25 κι ἦρθε νερό. Τότε σηκωθήκαμε ὅλοι καί χτυπιόμαστε ποιός θά πρωτοπιεῖ. Ἀπ’ τίς φωνές μας οἱ σκοποί πήρανε εἴδηση κι ἄρχισαν νά πυροβολοῦν. Ἀφοῦ ἔπεσαν κάμποσα κορμιά, μᾶς ἔκλεισαν σέ συρματόπλεγμα. Ἐκεῖ μέσα παίρναμε λάσπη καί βυζαίναμε.
Καί σ’ ἑφτά μέρες ἀπάνω ἔρχεται πάλι ὁ χότζας κι ἐμεῖς μέ φωνές τόν παρακαλούσαμε.
— Σωπᾶτε, μᾶς λέει, γιατί θά φύγω ἄν φωνάζετε. Ἦρθα, νά σᾶς σώσουμε.
Στό λόγο ἀπάνω, ἔφεραν σέ καλάθια κουραμάνες.26 Μᾶς ἔβαλαν στό ζυγό, δίνοντας στούς δυό νομάτους ἀπό μισή. Ὕστερα μέ τή σειρά μᾶς ἄφησαν στό συντριβάνι νά πιοῦμε νερό.
Ἐκείνη τή μέρα εἶχε ἔρθει ἄνθρωπος μεγάλος ἀπ’ τό Ἀχμετλί, μᾶς ἔλεγαν οἱ στρατιῶτες, κι ἀπό δῶ κι εμπρός θά περάσετε καλά.
Τό βράδυ μᾶς ἔγδυσαν! Ὅ,τι εἴχαμε ἀπάνω μας, δαχτυλίδια, ρολόγια, μᾶς τά πήρανε. Ὥς καί τά χρυσά δόντια μᾶς βγάλανε ἀπ’ τό στόμα.
Τό πρωί μᾶς σήκωσαν. Κι ὅταν ἑτοιμαζόμαστε, μαζεύτηκαν ἀπ’ ἔξω οἱ ζεμπέκηδες,27 μέ ζουρνάδες28 καί νταούλια,29 καί βγαίνοντας μᾶς χτυποῦσαν μέ τά ὅπλα τους. Ἐκεῖ, ἦρθε ἄλλος ἀξιωματικός. Μᾶς παρέλαβε καί ξεκινήσαμε.
Ἔξω ἀπ’ τή Μαγνησία, μακριά τρεῖς ὧρες, ἦταν ἕνα μεγάλο ἀμπέλι, τριγυρισμένο μέ φράχτη. Ἐκεῖ μᾶς ἔκλεισε μέσα κι ἔβαλε σκοπούς νά μᾶς φυλᾶν ὥσπου νά ξημερώσει.
Ἐμεῖς σκορπίσαμε στά τρυγημένα κλήματα καί τρώγαμε φύλλα μέ τήν κουραμάνα.
Κι ἅμα νύχτωσε, δυό ἔκαναν νά φύγουν. Οἱ σκοποί τους ἔπιασαν καί μπροστά μας τούς σκότωσαν. Τό πρωί μᾶς ἔλεγε ὁ λοχαγός:
— Ἄπιστα σκυλιά! Ἐγώ κοιτάζω νά σᾶς κάνω καλό κι ἐσεῖς μοῦ φεύγετε;
Καί διέταξε νά μᾶς σηκώσουν.
Ὧρες βαδίζαμε. Καί κεῖ πού κάναμε στάση, σ’ ἕνα σταθμό, ἦρθαν κάμποσοι τοῦρκοι πολίτες, κι εἶπαν τοῦ ἀξιωματικοῦ νά τούς ἀφήσει νά ψάξουν ἀνάμεσά μας κι ἅμα βροῦν κάποιον πού ζητοῦσαν, νά τόν πάρουν.
— Ναί, τούς λέει, κοιτάχτε κι ἅμα τόν βρεῖτε πάρτε τον.
— Ἄφεριμ, ἄφεριμ,30 εἶπαν καί χώθηκαν στό σωρό μας. Τόν βρῆκαν. Ἦταν Ἀρμένης, ὁ περβολάρης τοῦ σταθμοῦ.
— Βρέ κερατά Ἀρμένη, ἐσένα γυρεύουμε.
—  Τί θέλετε ἀπό μένα; τούς εἶπε. Μιά ψυχή ἔχω νά παραδώσω.
Καί μέ τό κεφάλι ψηλά, σά νά ‘θελε νά τόν δοῦμε ὅλοι, πέρασε ἀνάμεσά μας.
—  Πάρτε τον! φώναξε ὁ λοχαγός.
Ὁ Ἀρμένης ἅμα ἄκουσε ἔτσι, ρίχτηκε ἀπάνω σέ κεῖνον πού πρωτάπλωσε νά τόν πιάσει καί μέ πάθος τοῦ δάγκωσε τό λαρύγγι.
Οἱ ἄλλοι τόν χάλασαν ἀμέσως· πρόφτασε μόνο κι εἶπε:
—  Κάντε με ὅ,τι θέλετε, τό αἷμα μου τό πῆρα.
Ἀφήσαμε πίσω μας τό ζεστό κουφάρι, πού τό κλοτσοκυλοῦσαν ἀκόμα, καί τραβήξαμε γιά τόν Κασαμπά. Ἐκεῖ ἦταν ὅλα στάχτη. Σέ μιά μάντρα μᾶς βάλανε. Ἀπό κεῖ βλέπαμε νά περνοῦν ἄλλους αἰχμαλώτους, κι ἀκούοντας ἀπό μακριά τά μαρτύριά τους, δοξάζαμε τό Θεό.

Τό πρωί μᾶς σηκώσανε γιά τό Ἀχμετλί. Ἅμα φτάσαμε, ὁ λοχαγός μᾶς περίμενε στό σταθμό κι ἀπ’ αὐτόν μάθαμε πώς θά μέναμε ἐκεῖ.
Μᾶς τράβηξε σ’ ἕναν ξερότοπο καί μᾶς ἄφησε στόν ἥλιο. Ἐμεῖς τόν παρακαλούσαμε νά μᾶς βάλει ἀπ’ τό ἄλλο μέρος πού εἶχε δέντρα.
—  Ὄχι, μᾶς εἶπε, στόν ἥλιο. Κι ἔφυγε.
Τ’ ἀπομεσήμερο ἔπιασε βροχή· χαρήκαμε. Ἤπιαμε μέ τή φούχτα μας νερό, πλυθήκαμε καί δροσιστήκαμε.
Ἅμα πῆρε τό βράδυ, ἦρθε ὁ λοχαγός καί μᾶς ἔβαλε κάτω ἀπό ‘να ὑπόστεγο. Στό πόδι ξημερωθήκαμε. Ὅλη τή νύχτα ἔβρεχε.
Τό πρωί ἦρθε πάλι· κοντά του εἶχε κι ἕνα γραμματικό. Μᾶς χώρισε σέ λόχους, κι ἔβγαλε τούς τεχνίτες, φουρνάρηδες, ζυμωτῆδες, καμιά δεκαριά, μαραγκούς, σιδεράδες εἴκοσι, χτίστες, σουβατζῆδες31 ἄλλους τόσους· κι ὅπως τούς χώριζε, ἔλεγε:
—  Ἐσεῖς πού τά γκρεμίσατε, νά τά χτίσετε.
Καί τούς παράδωσε στούς στρατιῶτες.
Ὁ γραμματικός φώναξε:
— Μυλωνάς δέν εἶναι κανένας ἀπο σᾶς; Καρπό ἔχουμε32 ν’ ἀλέσουμε. Δέν ξέρει κανένας σας μυλωνάς;
Βγῆκε ὁ ἀδερφός μου καί δυό ἄλλοι.
Οἱ ζυμωτῆδες πῆγαν στό φοῦρνο, κι ἔβγαλαν κουραμάνα, ἀπό κριθάρι ἀκοσκίνιστο. Κι ἀπό κείνη τή μέρα μᾶς μοίραζαν ἀπό ‘να τέταρτο στόν καθένα μας.
Ἕνα βράδυ δυό ζυμωτῆδες ἔκλεψαν λίγο χαμούρι33 γιατί ‘χαν στό νοῦ τους νά τό σκάσουν. Κι ὁ σκοπός τούς ἔπιασε τήν ὥρα πού τό ἔκλεβαν. Τό πρωί τούς πῆγαν στό λοχαγό, πού ἔμενε ἐκεῖ κοντά μας σέ μιά καλύβα.
—  Τοῦτοι ἐδῶ χτές βράδυ ἔκλεψαν χαμούρι γιά νά φύγουν, τοῦ λένε.
Ὁ λοχαγός ἔβγαλε τό πιστόλι του.
— Νά ἔτσι θά πᾶτε σά σκυλιά ὅσοι κάνετε αὐτά, εἶπε καί τούς σκότωσε μπροστά μας. Ὕστερα μᾶς ἔβαλε ἀγγαρεία νά καθαρίσουμε τό σταθμό. Ἀπ’ τήν ἀκαθαρσία, μᾶς πόνεσαν τά μάτια.
Κι ἕνας λοχίας πού μᾶς παράστεκε, Τουράν τόν λέγανε, μᾶς φώναζε ἄγρια καί μᾶς χτυποῦσε, γιά νά τόν καμαρώνουν μέσ’ ἀπ’ τό τραῖνο οἱ γυναῖκες. Κι ὅποιοι ἀπό μᾶς εἶχαν βαρύ πονόματο τούς ἔλεγε πώς θά τούς πάει στό νοσοκομεῖο νά τούς γιατρέψει, κι αὐτός τούς τράβαγε μές στή χαράδρα καί τούς ξεπάστρευε.
Ἕνα βράδυ ὁ λοχαγός ἔδωσε διαταγή στή φρουρά νά ποῦν στά χωριά, ὅσοι θέλουν παραγιούς νά ‘ρχονται νά παίρνουν.
— Ἔχουμε, νά τούς πεῖτε, ἀπ’ ὅλους· τσομπάνηδες, χτίστες, σιδεράδες, ὅ,τι θέλουν.
Τό πρωί ἔφτασαν οἱ μουχτάρηδες34 κι ἄρχισαν νά διαλέγουν πενήντα, ὀγδόντα, ὅσους ἤθελαν ἀπό μᾶς, σά νά ‘μαστε ζωντόβολα.
Τότε συμφωνήσαμε, δώδεκα χωριανοί, νά μάθουμε κανένα καλό χωριό, κι ὅταν ξανάρθουν καί ζητήσουν, νά πᾶμε ὅλοι μαζί.
Ἀπό λίγες μέρες ἕνας δεκανέας πού μᾶς συμπαθοῦσε, γιατί τοῦ εἴχαμε χαρίσει, ἀπό τήν ἀρχή ὅταν πιαστήκαμε, ἕνα ζουνάρι πού τοῦ ἄρεσε, μᾶς λέγει:
— Ἑτοιμαστεῖτε. Ἐδῶ κοντά εἶναι ἕνα καλό χωριό, τό Μπουνάρ – Μπασί, στό Μπόζ – Ντάγ. Θά περάσετε καλά.
Τόν ρωτήσαμε ἄν θά ‘ρθει κι αὐτός μαζί μας.
— Ὄχι, μᾶς λέγει, ἐμένα δέ μ’ ἀφήνει ὁ λοχαγός. Θά σᾶς παραδώσω στό μουχτάρη.
Μᾶς παράδωσε καί φύγαμε.
Στό δρόμο ἀπάνω, βρήκαμε μιά γκορτσιά35 καί πέσαμε στ’ ἄγουρα γκόρτσα.
— Μπρέ σεῖς, ἐλᾶτε, φώναζε ὁ μουχτάρης, μᾶς πῆρε τό βράδυ.
Κι ἐμεῖς μπήκαμε στό δρόμο τρώγοντας.
Στό χωριό φθάσαμε νύχτα. Μᾶς μοίρασαν σέ τρεῖς μεριές, ἀπό τέσσερις.
Εἴκοσι μέρες δουλέψαμε σ’ αὐτό τό μέρος. Κι ἀπ’ τήν πρώτη μέρα πού πήγαμε, βάλαμε μέ τό νοῦ μας νά λιποταχτήσουμε, κι ἀρχίσαμε στά κρυφά νά κρατοῦμε ψωμί, κι ὅ,τι ἄλλο βαστοῦσε ἀπ’ τό φαγί μας, γιά τό δρόμο.
Τέλος ὁρίσαμε τή μέρα. Παρασκευή μεσάνυχτα νά ξεκινήσουμε. Κι ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα, ξύπνησα τό σύντροφό μου, κι ἕνας μέ τόν ἄλλο ξυπνήσαμε ὅλοι. Μά οἱ ἄλλοι μετάνιωσαν. Ἐμεῖς τούς εἴπαμε: τ’ ἀποφασίσαμε πιά, θά φύγουμε. Καί φύγαμε.

Σάν περπατήξαμε καμιά ὥρα δρόμο, ἔξω ἀπ’ τό χωριό, μπροστά μας βρήκαμε ἕναν γκρεμό, ρέμα. Τό βουητό του δέν ἀκουγότανε, ἀπ’ τό πολύ βάθος πού εἶχε. Ἐκεῖ σταματήσαμε.
Πλάγι μας ἦταν ἕνα χωριό. Τά σκυλιά του μᾶς μυρίστηκαν κι ἄρχισαν νά γαβγίζουν.
— Θά φανερωθοῦμε, λέγω στό σύντροφό μου, πρέπει νά τό περάσουμε ἀπόψε.
—  Ναί, μοῦ λέει.
Καί σουρτά,36 πιαστοί στίς πέτρες, κατεβαίνουμε. Μά δέν μπορέσαμε. Στό μισοκατήφορο, σταματήσαμε σέ μιά βραχοσπηλιά. Ἐκεῖ ξημερωθήκαμε.
Ἅμα πῆρε ἡ μέρα, ἀπάνω ἀπό τόν γκρεμό ἀκούσαμε φωνές. Μᾶς εἶχαν πάρει στό κατόπι μικροί μεγάλοι καί μᾶς κυνηγούσανε μέ τά σκυλιά τους.
Οἱ φωνές ἀπό ὥρα μάκρυναν. Ἐμεῖς καθίσαμε ἀκόμα λίγο, κρυμμένοι, κι ὕστερα πήραμε πάλι τόν γκρεμοκατήφορο.
Μεσημέρι κοντά ἔδειχνε μέ τόν ἥλιο, πού φθάσαμε ὥς κάτω στό γούπατο.37
«Βάι, βάι38» εἴπαμε σάν εἴδαμε τό ἄλλο μέρος, πού θ’ ἀνεβαίναμε. Περπατήσαμε γιά λίγο, ὀρθοί, δίπλα στό νερό πού κύλαγε χοχλαστό39 καί μπήκαμε μέσα γλιστροπατώντας ἀπάνω στά τρόχαλα.40 Τό νερό μᾶς ἔφθασε ὥς τό γόνα.
Ὅπως προχωρούσαμε, ἀκούσαμε κοντά μιας κροτοχαρχάλεμα.41 Τρομάξαμε· σμίξαμε κοντά κοντά τά κορμιά μας καί βλέπαμε. Ἀπό πάνω, χαμηλά, περνοῦσαν κοράκια, κάνοντας κύκλους. Σκύψαμε κι ἤπιαμε νερό, δίχως νά διψοῦμε. Ὕστερα βγήκαμε ἀπ’ τό ποτάμι στάζοντας καί πήραμε τό ἀνηφόρι.
Ὁ ἥλιος ἔπεφτε ὅταν ἀναριχτήκαμε, πιάνοντας τίς χορτόριζες. Μέ πολύν κόπο ἀνεβήκαμε. Μᾶς εἶχε πάρει τό βράδυ.
Σά βγήκαμε στό ἴσιωμα, κοιτάξαμε γύρω. Μπροστά μας, λίγο μακριά, φάνηκαν καλύβες <a class="tooltip" style="text-decoration:none;color:#006600;" title="γιουρούκης| Τούρκοι ορεινοί. Συνήθως ξυλοκόποι. Στη θρησκεία αιρετικοί. Στα τζαμιά δεν μπαίνουν να προσκυνήσουν. Φαίνεται πως είναι ντόπιοι εξισλαμισθέντες.» href=»http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_2_03.html#»>γιουρούκικες.42 Τά σκυλιά γάβγιζαν. Οἱ τσομπάνηδες φώναξαν ἀναμεταξύ τους:
—  Τά σκυλιά ἀλυχτοῦν,43 ἄνθρωποι εἶναι. Καί ντουφέκισαν στόν ἀέρα.
Ἐμεῖς λοξέψαμε στόν γκρεμό καί περπατούσαμε σκυφτοί ἄκρια ἄκρια, ὥσπου πέσαμε σ’ ἕνα ἐρειπωμένο χωριό. Καθώς προχωρούσαμε μές στά χαλάσματα, λίγα βήματα μπροστά μας, ἀκούσαμε βόγγο. Πλησιάσαμε. Ἀπάνω σέ ἀδειασμένο στρῶμα ἀπό ἄχυρο ἦταν ξαπλωμένο ἕνα σκυλί.
Ὅταν μᾶς εἶδε, ἔκανε νά σηκωθεῖ. Δέν μπόρεσε. Μᾶς κούνησε τήν οὐρά του ἀπάνω στό χῶμα, ἀνοιγόκλεισε τά μάτια του, πού γυάλιζαν στό φεγγάρι, καί μεταβόγγηξε. Καθίσαμε κοντά του, σ’ ἕνα μισότοιχο τῆς σωριασμένης αὐλῆς. Ἀπάνω σέ σωρούς ἀπό ἄχρηστα πράγματα κούρνιαζαν κότες ξεπουπουλιασμένες, κατάστεγνες ἀπ’ τή δίψα. Εἴπαμε νά πάρουμε καμιά, μά ποῦ φωτιά. Κοιτάξαμε τό σκυλί καί τραβήξαμε. Ὅλη τή νύχτα περπατούσαμε στό φεγγάρι καί ξαφνιαζόμαστε μέ τούς ἴσκιους μας.
Κοντά ξημερώματα, πέσαμε στά λιβάδια τοῦ Μπόζ – Ντάγ, ὅπου ἔβοσκαν γίδια· τά φύλαγε γυναίκα. Βιαστήκαμε νά τά περάσουμε, δέν προφτάσαμε. Μᾶς ἔζωσε τό κοπάδι. Ἡ γυναίκα σκυφτή ἔπλεκε· δέ μᾶς πρόσεξε, περάσαμε.

Τήν τέταρτη μέρα πέσαμε στό Ὀντεμίς.44 Ὅπως πηγαίναμε, ἀπαντήσαμε ἕνα μύλο.
—  Ἔ, σύντροφε, τοῦ λέω, ποῦ θά πάει αὐτό, ὅλο δρόμο, δρόμο; Καί τοῦ ‘δειξα τό μύλο, μέ νόημα.
—  Τί, νά τόν σπάσουμε; μοῦ λέει.
—  Ναί, εἴπαμε κι οἱ δυό καί πάλι μετανιώσαμε.
Ἀπό κεῖ βγήκαμε σέ δημόσιο δρόμο. Τραβηχτήκαμε στό δάσος νά κρυφτοῦμε. Κοντά μεσημέρι, εἴδαμε ἕναν κυνηγό στήν ἀπέναντι ράχη. Τό σκυλί του γάβγιζε· φοβηθήκαμε.
Μπουσουλώντας, πήγαμε ὥς δέκα μέτρα καί λουφάξαμε πίσω ἀπό ‘να κορμόδεντρο, παραμονεύοντας τόν κυνηγό πότε θά φύγει. Βαρεθήκαμε. Ἔμεινε ὥς ἀργά τό βράδυ. Κάναμε τότε τό σταυρό μας καί δρόμο.
Πρίν ξημερώσει, εἴχαμε φτάσει ἔξω ἀπό τήν πολιτεία Μπανός. Ὥς τό Βαϊντίρι κοντά ἔφταναν τά λιόδεντρά της. Ἀπ’ τήν πείνα μας, τρώγαμε τίς ἄγουρες ἐλιές καί μᾶς πίκρισε τό στόμα.
Ἅμα μερώσαμε λίγο τήν πείνα μας, σταθήκαμε καί βλέπαμε τήν πολιτεία. Ἀντίκρυ μας περνοῦσε τό τραῖνο. Πῆγε, ἦρθε, δυό τρεῖς φορές. Ὁ κόσμος πού ἔβγαινε σκορποῦσε στούς δρόμους· δέν μπορούσαμε νά περάσουμε. Σουρούπωσε κι οἱ δρόμοι ἀκόμα ἦταν γεμάτοι κόσμο. Φύγαμε ἀργά, νύχτα.
Ἀπ’ τό Βαϊντίρι περάσαμε γρήγορα καί πέσαμε στό ποτάμι τό Μαίαντρο.45 Τό νερό μᾶς ἦρθε ὥς τή μέση. Τό περάσαμε.
Βγαίνοντας, μπροστά μας φάνηκαν πρόβατα. Δέν μπορούσαμε νά κάνουμε πίσω, πέσαμε μές στό κοπάδι. Τά σκυλιά μᾶς μούνταραν46 κι ἐμεῖς τά διώχναμε μέ τά ξύλα π’ ἀκουμπούσαμε. Αὐτά, τίποτα· τά μαυλίσαμε47 καί σκυφτοί, σιγά σιγά, τραβηχτήκαμε.
Σά μακρύναμε πολύ ἀπ’ τό κοπάδι, καθίσαμε. Δέν μπορούσαμε οὔτ’ ἕνα βῆμα νά κάνουμε. Κι ἕνα μικρό παιδάκι μᾶς ἔπιανε.

Τέλος φτάσαμε ἔξω ἀπ’ τό χωριό μας. Μπήκαμε στό δάσος, κι ἀπό κεῖ τό βλέπαμε στήν κορφή, ὅπως τό ξέραμε. Καμιά πενηνταριά φῶτα ἔκαιγαν. Τά σκυλιά ἀλυχτοῦσαν. Ἦταν ὅπως τότες, πού ἤμασταν ἐκεῖ. Κλάψαμε. Μᾶς φάνηκε πώς γλιτώσαμε ἀπό φυγόστρατοι καί γυρίζαμε στά σπίτια μας νά ἡσυχάσουμε.
—  Πᾶμε, μοῦ λέει ὁ σύντροφός μου, ἴσως ἀκόμα νά ‘ναι οἱ δικοί μας, πᾶμε νά δοῦμε γιά νά πιστέψουμε.
Καί ξεκινήσαμε χωριστά, ἀφοῦ πρῶτα ὁρίσαμε τήν ἄλλη μέρα ν’ ἀνταμώσουμε στή σπηλιά. Αὐτός τράβηξε σέ ἄλλο μαχαλά,48 ἐγώ σέ ἄλλον. Ὅπου κι ἄν πήγαμε, ὅλα ρημαγμένα. Τά σπίτια ἀνοιχτά, ἄδεια, οἱ πόρτες σπασμένες μέ τά τσεκούρια. Μονάχα στήν ἀγορά ἔμεναν ἀκόμα λίγοι Τοῦρκοι καί στήν ἀστυνομία ὁ σκοπός. Στό σκολειό, πού τό ‘χαν γεμάτο ἔπιπλα καί ροῦχα, ἀπό μέσα ἀκουγόταν κουβέντα. Ἀποτραβήχτηκα καί γύριζα ὅλη τή νύχτα, μέ τό φόβο μου συντροφιά.
Τό πρωί π’ ἀνταμώσαμε, μᾶς πῆραν τά κλάματα. Ἐμεῖς λογαριάζαμε πώς κάτι θά βρίσκαμε στό χωριό, ἀφημένο ἀπ’ τούς δικούς μας. Μά δέ βρήκαμε τίποτα καί στήν ἀπελπισιά μας, ριχτήκαμε στούς συκομπαξέδες.
Ὕστερα ἀπό μιά βροχή τά σύκα χάλασαν, μά εἶχαν ἀρχίσει νά ὡριμάζουν τά κάστανα κι οἱ ἐλιές. Μαζέψαμε ὅσο καρπό μπορούσαμε καί τόν βάλαμε στή σπηλιά μας.
Μιά μέρα πού καθόμαστε ἀπέξω καί βλέπαμε ἀντικριστά μας ἕνα μύλο,
— Σύντροφε, τοῦ λέω, ὅσο κι ἄν τρώγω, μοῦ ‘ρχεται λιγούρα. Δέν πᾶμε νά στήσουμε πόστο,49 κι ἅμα φύγει ὁ μυλωνάς νά τόν πατήσουμε;
— Καί δέν πᾶμε, μοῦ λέει. Καί πήγαμε.
Οἱ πελάτες ἦρθαν καί φύγαν. Σά βράδιασε, ὁ μυλωνάς καβαλίκεψε τ’ ἄλογό του κι ἔφυγε κι αὐτός.
Περιμέναμε ὥς τά μεσάνυχτα, μήπως βγεῖ κανένας ἀπό μέσα ἤ γυρίσει ὁ ἴδιος πίσω. Δέ φάνηκε τίποτα. Σταυρώσαμε τό στῆθος μας καί πήγαμε.
Ἡ κλειδαριά ἦταν σπασμένη, μ’ ἀπό μέσα εἶχε ἀμπάρα.50 Ἀπ’ τό βοριά, πού ‘βγαινε τό νερό, μπήκαμε. Ἕνα νυχτοφάναρο ἔκαιγε μπροστά στό στόμα τοῦ φούρνου. Τρομάξαμε. Καί πάλι εἴπαμε: «ψωμί νά φᾶμε κι ἄς πεθάνουμε». Κοιτάξαμε τό ντουλάπι. Εἶχε τό μπαρντάκι51 μέ λάδι, ντομάτες, ἁλάτι. Μές στό καλάθι δυό πίτες. Στό παράθυρο τά τσανάκια52 βαλμένα μπρούμυτα. Κάναμε σαλάτα καί φάγαμε. Εὐχαριστήσαμε τό Θεό σά νά τόν εἴχαμε μπροστά μας, καί κουβεντιάσαμε μέ λαχτάρα. Παρηγορηθήκαμε.
Ὕστερα σηκωθήκαμε καί ψάχναμε παντοῦ. Σέ μιά θυρίδα εἶχε καμιά κοσαριά κεριά τῆς ἐκκλησιᾶς. Τά πήραμε. Σ’ ἕνα βαρέλι, ἀλεύρι καί μισό σακί στάρι. Βάλαμε νά τό ἀλέσουμε. Ἀφήσαμε τό νερό κι ὁ μύλος ἄρχισε ν’ ἀλέθει.
Κόντευε πιά νά ξημερώσει. Μαζέψαμε ὅ,τι ἄλλο μᾶς χρειαζόταν, βάλαμε τό ἀλεύρι σέ δυό σακιά καί τραβήξαμε στό δάσος. Ἀπό κεῖ παραφυλάγαμε, νά δοῦμε καί ν’ ἀκούσουμε τί θά γινόταν.
Ὁ μυλωνάς ἦρτε, σάν πῆρε ἡ μέρα, μέ πελάτες γιουρούκηδες.
Μόλις μπῆκαν, ἀκούστηκαν φωνές. Ὁ μυλωνάς ἔβριζε, θαρρώντας πώς κλέφτηκαν συναμεταξύ τους.
Φυλάξαμε ἐκεῖ ὥς τό μεσημέρι. Ἅμα εἴδαμε ἡσυχία, πήγαμε στή σπηλιά, νά συμμαζέψουμε ὅ,τι εἴχαμε πάρει ἀπ’ τό μύλο. Εἴχαμε κάνει πιά καλά τό κουμάντο μας:53 λάδι, ἀλεύρι, ἁλάτι, ἀπό τούς γύρω μπαξέδες μελιτσάνες, ντομάτες. Τή νύχτα μαγειρεύαμε στή σπηλιά καί ψήναμε ζυμαρόπιτες στή θράκα.54 Τό πρωί παίρναμε τό φαγί μας καί τραβούσαμε στό δάσος. Ἐκεῖ βραδιάζαμε.

Μιά μέρα, ὅπως καθόμαστε προφυλαγμένα, μπροστά μας παρουσιάστηκε ἕνας Γιουρούκης μέ δίκαννο. Μᾶς κοίταξε καλά. Ἐμεῖς τρομάξαμε. Τόν περάσαμε γιά ἀγροφύλακα.
—  Ἀπό ποῦ εἶστε, πατριῶτες; μᾶς ρώτησε.
— Ἀπό τή Μακεδονία, <a class="tooltip" style="text-decoration:none;color:#006600;" title="μουατζίρης| μέτοικος, πρόσφυγας. Από τη Μακεδονία, μουατζίρηδες…· μέτοικοι από την ευρύτερη γεωγραφικά περιοχή της Μακεδονίας. Πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, που συμφωνήθηκε στις 30.1.1923 μεταξύ των Βενιζέλου και Ινονού, περίπου 500.000 Τούρκοι ζούσαν στην περιοχή της Μακεδονίας.» href=»http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_2_03.html#»>μουατζίρηδες55 τοῦ λέμε, καί ἡ κυβέρνηση μᾶς ἔστειλε ἐδῶ, στό Τσαβίρ – Κιόι. Αὐτό τό χτῆμα τώρα εἶναι δικό μας. Ἐσύ τί θέλεις ἐδῶ;
— Νά, περνοῦσα καί μπῆκα νά μάσω λίγα κάστανα· τώρα ἔφυγαν οἱ Γκιαούρηδες56 εἶπε κι ἔφυγε.
Σά χάθηκε ἀπό μπροστά μας, κοιταχτήκαμε.
—  Ἔι, σύντροφε, τοῦ λέω, ὁ ἥλιος βασίλεψε, πᾶμε.
Στό δρόμο μας ἀπαντήσαμε ἕνα ξωκλήσι. Μπήκαμε νά γονατίσουμε, καί νά παρακαλέσουμε, ἴσως μᾶς φανεῖ κανένας ἅγιος, νά τοῦ ποῦμε τόν πόνο μας. Δέν εἴδαμε τίποτα. Μονάχα τοίχους γυμνούς καί σανίδια.
Συλλογισμένοι γυρίσαμε στό γιατάκι57 μας. Ὅλη τή νύχτα δέν κλείσαμε μάτι ἀπό φόβο μήν ἔρτουν καί μᾶς πιάσουν, ἀπάνω στόν ὕπνο. Καί δέν ἦταν μόνο αὐτό πού μᾶς βασάνιζε. Εἴχαμε καί τή φαγούρα ἀπό τίς ψεῖρες πού δέν μᾶς ἄφηναν σέ ἡσυχία. Καλύτερα εἴχαμε νά πεινᾶμε, καί νά γλιτώναμε ἀπ’ αὐτές.
Κι ἔτσι, σκεφτήκαμε τό πρωί νά κατέβουμε κάτω ἀπ’ τή σπηλιά, πού ἦταν ρέμα. Σούρουπο ἀκόμα πήγαμε, κι ἀνάψαμε φωτιά μέ ξερά ξύλα. Ὥσπου νά κάψει τό νερό κουρευτήκαμε, ξουρίσαμε τίς τρίχες καί τά γένια μ’ ἕνα ξουράφι κι ἕνα ψαλίδι, πού εἴχαμε βρεῖ στό χωριό. Ὕστερα γδυθήκαμε καί ζεματίσαμε τίς ἀλλαξιές μας. Ἐκείνη τή μέρα ἡσυχάσαμε. Ἀπό δυό μέρες, πάλι ἡ ψείρα. Κάθε μέρα μέ τό ζεμάτισμα τίς ξεκάναμε· γλιτώσαμε κι ἀπ’ αὐτές.
Τώρα μᾶς εἶχε σωθεῖ τ’ ἀλεύρι. Μέσα σέ πενήντα μέρες, εἴχαμε φάει ὥς σαράντα οκάδες58 ψωμί. Πιο κάτω, εἶχε κι ἕναν ἄλλο μύλο, ἀπάνω στό δρόμο. «Νηστικό σκυλί φοῦρνο τρυπάει». Εἴπαμε νά πᾶμε καί σ’ αὐτόν, κι ἀρχίσαμε νά παραφυλᾶμε. Μά ὁ μυλωνάς ἔμενε ἐκεῖ.
Τέλος, μιά μέρα, ἔφυγε γιά τό χωριό μέ ἄλλους τρεῖς συντροφιά. Βράδιασε κι οἱ δρόμοι δούλευαν ἀκόμα. Πῆγε μεσάνυχτα κι ὁ μυλωνάς δέ φάνηκε. Εἴπαμε δέ θά ‘ρτει καί ζυγώσαμε στό μύλο. Ἀφουγκραστήκαμε· ὁμιλία καθόλου. Σπρώξαμε τήν πόρτα· φάνηκε νά ‘ναι γερά κλεισμένη ἀπό μέσα. Ἀποφασίσαμε νά μποῦμε ἀπ’ τό φοῦρνο, πού ‘χε παράθυρο.
— Ἐσύ, λέγω στό σύντροφό μου, νά φυλᾶς τό δρόμο κι ἄν δεῖς τίποτα, δῶσε μου εἴδηση.
Ἐγώ ἔσπασα τό τζάμι καί πήδησα μέσα. Ἀπάνω ἀπ’ τό παράθυρο κρεμόταν ἕνα καλάθι κι ἔπεσε. Πάγωσα. «Ὁ μυλωνάς», εἶπα μέσα μου κι ἔτρεμα. Μά πιό δυνατή ἦταν ἡ πείνα. Κατέβηκα κι ἄνοιξα. Ὁ σύντροφός μου μπῆκε καί μετάκλεισε τήν πόρτα. Ἀνάψαμε φῶς καί ψάξαμε παντοῦ. Μές στό ντουλάπι βρήκαμε δυό ψωμιά, μιά χύτρα μαγειρεμένα φασόλια, στό ράφι ἀπάνω σαπούνι, καπνό <a class="tooltip" style="text-decoration:none;color:#006600;" title="…και μια ζωστήρα που τη φόρεσα…| το κείμενο στην α' έκδοση: Είδαμε ένα μερίδιο φασόλια, δύο ψωμιά, μια ζωστήρα (τούτη εδώ που φοράω). Στην α’ έκδοση με τρόπο άμεσο δηλώνεται η παρουσία ενός αφηγητή-μάρτυρα και, κατά κάποιο τρόπο, προοικονομείται το τέλος του βιβλίου με την υπογραφή του «Νικόλα Κοζάκογλου».» href=»http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_2_03.html#»>καί μιά ζωστήρα, πού τή φόρεσα.59 Πίσω ἀπ’ τήν πόρτα, σέ μιά κόφα,60 εἶχε λερά ροῦχα, δίπλα ἕνα τσουβάλι ἀλεύρι κι ἕνα, σιτάρι. Τά μαζέψαμε ὅλα, πήραμε τήν κατσαρόλα μέ τό φαΐ καί φύγαμε. Ἡ σπηλιά μας ἦταν κοντά στό μύλο, σιγά σιγά τ’ ἀνεβάσαμε.
Τό πρωί, πρίν ξημερώσει, πήγαμε ἀντίκρυ νά παραφυλάξουμε. Ὁ μυλωνάς ἦρθε μοναχός του, κι ἔφυγε βρίζοντας γιά τό χωριό. Δέν πέρασε μισή ὥρα κι ἀπάνω στό δρόμο φάνηκε ἀπόσπασμα ἱππικό. Ἀπό τό φόβο μας, ὅλη μέρα κρυφτήκαμε μέσα στή σπηλιά.
Σάν ἔφεξε ἡ ἄλλη μέρα, πήραμε ψωμί καί φύγαμε. Ἔτσι κάναμε κοντά μιά βδομάδα. Δέ φάνηκε τίποτα. Ἡσυχάσαμε.
Κάτω ἀπ’ τή σπηλιά μας ἦταν μεγάλα ἐλιόδεντρα. Ὁ ἥλιος δέν ἔβλεπε τό κορμί τους, τόσο πυκνά ἤτανε. Ἕνα βράδυ μπήκαμε νά μαζέψουμε ἐλιές. Ἐκεῖ πού μαζεύαμε, ἀκούσαμε ὁμιλία.
—  Σύντροφε, τοῦ λέγω ζυγώνοντας, ἄνθρωποι εἶναι ἐδῶ, νά κρυφτοῦμε.
Δέν ἀπόσωσα τήν κουβέντα κι ὥς δυό μέτρα, ἀπάνω στό δρόμο, φάνηκαν ἄντρες, γυναῖκες, κάτι Γιουρούκηδες. Ὅπως περνοῦσαν μπροστά ἀπ’ τά δέντρα, λέει ἕνας:
—  Βάζω στοίχημα, ἐδῶ μέσα ἔχει ἀκόμα Γκιαούρηδες.
Σά μάκρυναν, μοῦ λέει ὁ σύντροφός μου:
— Πρέπει ν’ ἀλλάξουμε γιατάκι. Καί μέ προφύλαξη γυρίσαμε στή σπηλιά μας.
Οὔτε φάγαμε κεῖνο τό βράδυ. Γείραμε μέ τήν ἔννοια πώς θά πιαστοῦμε.
Σά χάραξε ἡ ἄλλη μέρα, μαζέψαμε τά πράματά μας καί πήγαμε μακρύτερα σέ ἄλλη σπηλιά, πού τήν ξέραμε ἀπό πρίν. Ἐκεῖ βολευτήκαμε καλύτερα. Ἦταν βαθιά μέσα καί φαρδιά ὥς δυό μέτρα. Ἀπ’ τό χωριό εἴχαμε πάρει μιά σκαφιδούλα καί δυό τενεκέδες ἀπό λάδι. Ἐλιές εἴχαμε μπόλικες. Τίς τσακίσαμε λιῶμα, τίς βάλαμε σ’ ἕναν τρουβά61 καί τίς περιχύναμε μέ βραστό νερό, ζουλώντας τες καλά μέσα στή σκαφίδα. Μετά ρίξαμε τό λαδόνερο στόν τενεκέ, πού τού εἴχαμε τρυπήσει τόν πάτο καί σιγά σιγά τό νερό ἔφευγε κι ἔμενε τό λάδι.
Αὐτή τή μέρα μαγειρέψαμε, φάγαμε καλά καί ξαπλώσαμε. Τό φῶς ἔμπαινε ὥς βαθιά μέσα στή σπηλιά κι ἔκανε τίς ἀράχνες νά κουνηθοῦν μές στό ὑφάδι τους. Χαρήκαμε τή συντροφιά τους.
Τέσσερις μῆνες σωστούς ζήσαμε ἐδῶ μέσα.
Καί στούς τέσσερις ἀπάνω, ἕνα πρωί, ὅπως διάβαζα, ψέλνοντας ἀπό μιά σύνοψη62 πού τήν εἶχα βρεῖ στό χωριό,
— Πάψε, μοῦ λέει σκουντώντας ο σύντροφός μου, ὁμιλία ἀκούω.
Καί κοίταξε μέσ’ ἀπ’ τό βάθος.
Μπροστά ἀπό τή σπηλιά, ὥς δέκα πόδια, περνοῦσε ἕνα μονοπάτι. Τά βήματα ὅλο καί ζύγωναν. Ἡ σπηλιά τραβοῦσε μέσα τήν κουβέντα σά ρουφήχτρα.
—  Ἐδῶ ἔπρεπε νά ‘ναι τά βόδια μας…
Καί φάνηκαν. Ἦταν δυό γιουρούκηδες γελαδάρηδες· κι ἐμεῖς ἑτοιμαστήκαμε μέ τά ρόπαλα στό χέρι, ἄν τύχαινε νά μᾶς δοῦν, νά τούς σκοτώσουμε.
Δέ μᾶς εἶδαν. Πέρασαν ἥσυχα, κουβεντιάζοντας, μέ τά χέρια πίσω στή μέση.
Πάλι μοῦ λέγει ὁ σύντροφός μου:
—  Κι ἀπό δῶ πρέπει νά φεύγουμε.
— Βρέ φίλε, τοῦ ἀποκρίθηκα, ποῦ ἀλλοῦ νά πᾶμε;
— Ὄχι, μοῦ λέγει, ἐγώ δέ μένω. Ἴσως νά εἶδαν καί πῆγαν ἴσια στό φρουραρχεῖο.
—  Καλά, ἄς γίνει ἔτσι, τοῦ ἀπάντησα.
Καί ξεκινήσαμε νά βροῦμε ἄλλη κρυψώνα. Ὥς τ’ ἀπόγευμα ψάχναμε. Βρήκαμε σ’ ἕνα μέρος πού τό λέγαν Ἁγια-Τριάδα, σπήλαιο κι αὐτό, καί κουβαλήσαμε νύχτα τά πράματά μας.
Δέκα μέρες περάσανε, κι ἀπ’ τό φόβο μας δέν εἴχαμε βγεῖ ἔξω. Οἱ τροφές ἄρχισαν νά σώνονται μέρα μέ τή μέρα. Στό τέλος μείναμε νηστικοί. Τό μάτι μας εἶχε θολώσει ἀπ’ τήν πείνα.
—  Σύντροφε, τοῦ λέγω, δέ βαστῶ πια. Νά σκοτώσουμε τό μυλωνά;
— Πάψε, μοῦ λέγει, μή θέλεις νά χάσεις τήν ψυχή σου. Σε λίγο βγαίνουν τά σπαρτά, τά ρεβίθια, κι ἔτσι θά φᾶμε πάλι.
—  Σύντροφε, τοῦ μετάπα, ὥς τώρα τρώγαμε φαΐ κι ἀπάνω μας δέν πήραμε· μέ τά χορτάρια θά ζήσουμε; Ἤ θά βροῦμε νά φᾶμε, ἤ θά τραβήξουμε μές στή Σμύρνη, νά παραδοθοῦμε.
— Ὄχι, μοῦ λέγει, ἐγώ δέν παραδίνουμαι σέ τούρκικα χέρια. Ἐδῶ μέσα, στή σπηλιά θά πεθάνω.
— Μήν τό παίρνεις ἔτσι, σύντροφε, τοῦ εἶπα, ἐκεῖ εἶναι πολιτεία, δέν μποροῦν νά μᾶς χαλάσουν.
—  Ὄχι, μοῦ ἀπαντᾶ, αὐτό δε γίνεται.
— Ἔ, τότε νά γίνει ἕνα ἄλλο. Νά κάνουμε τούς Τούρκους καί νά κατέβουμε νά πιάσουμε δουλειά. Κι ὅ,τι μᾶς εἶναι γραμμένο θά γίνει.
—  Σύμφωνος, μοῦ λέει.
— Μά κι οἱ δυό μαζί δέν κάνει, τοῦ λέω, γιατί μπορεῖ ἀπάνω στήν κουβέντα μας νά πιαστοῦμε.
Κι ἔτσι ἀποφασίσαμε νά χωρίσουμε. Αὐτός νά κατέβει σέ ἄλλο χωριό κι ἐγώ σέ ἄλλο.
— Ποιό μέρος ξέρεις ἐσύ; τόν ρώτησα.
—  Τό Ἀϊντίν,63 μοῦ λέγει.
— Καλά, ξέρω κι ἐγώ τά Θεῖρα. Ἐκεῖ μπορῶ νά κάνω τόν τσομπάνο. Ἀπό ζωντανά γνωρίζω.
Καί μείναμε σύμφωνοι στούς δυό μῆνες, ἄν δέν μᾶς καταλάβαιναν, ν’ ἀνταμώναμε στά Θεῖρα ἤ στά μαντριά.
— Ἄν δέ μᾶς ἔβρει κακό, μοῦ λέει, καί κοίταξε ἔξω τή μαυρίλα, πού ἔμπαινε σάν καπνός μές στή σπηλιά.
Νύχτα μεσάνυχτα ἔπιασε δυνατή βροχή. Ἀπ’ τίς ἀστραπές λέγαμε πώς θ’ ἀνοίξει τό σπήλαιο. Πιάσαμε κουβέντα μές στό σκοτάδι. Καί τί δέν εἴπαμε. Ὥσπου φτάσαμε στό χωρισμό μας. Παίρναμε ἀπόφαση καί μετανιώναμε· παίρναμε ἄλλη καί πάλι ξαναμετανιώναμε.
Σάν ξημέρωσε, πρῶτος σηκώθηκε ὁ φίλος, πῆρε τό ξουράφι, τ’ ἀκόνισε στή ζώστρα του καλά64 καί πικρογέλασε.
—  Ἔλα, μοῦ λέει, μή στέκεις, καί μοῦ ἔγειρε τό λαιμό.
Μέ ξύρισε, τόν ξύρισα κι ἐγώ, καί κοιταχτήκαμε.
—  Μοιάζω γιά Τοῦρκος; τοῦ λέγω.
—  Ἴδιος Μεμέτης65 εἶσαι.
—  Καί σύ σάν Τουρκοκρητικός μοιάζεις.
—  Ἄι, πᾶμε τώρα, γιατί ἀδυνατίσαμε.
Πιάσαμε τά χέρια καί δέν τ’ ἀφήναμε. Εἴπαμε πώς δέ θά ξανανταμώναμε. Κλάψαμε καί συχωρεθήκαμε.
Κι ὁ καθένας μας πῆρε τό δρόμο τῆς μοίρας του. Κι ὅπως πηγαίναμε, κοιταζόμαστε, ὥσπου τόν ἔχασα ἀπ’ τά μάτια μου.
— Ἀνόητε, εἶπα τότε στόν ἑαυτό μου, κι ἔκανα νά τρέξω πίσω του. Μά ἡ καρδιά μου εἶπε ὄχι. Πάντα ἄκουα τήν καρδιά μου, τό συνήθιζα.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ – ΣΧΟΛΙΑ

 * Το κείμενο παρατίθεται όπως στην έκδοση: Στρατής Δούκας, Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου, στ’ έκδ. Κέδρος 1977.
Όσων σχολίων η επεξήγηση είναι με πλάγια γράμματα, είναι του συγγραφέα και προέρχονται από την πρώτη έκδοση του έργου (1929), την οποία ευγενικά μας παραχώρησε το Ε.Λ.Ι.Α. (Εταιρεία Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου), το οποίο και ευχαριστούμε.
(Στην α’ έκδοση (1929) ο Στρατής Δούκας διατήρησε σχεδόν ανέπαφη την έκταση της ιστορίας, έτσι όπως την άκουσε από την πραγματική της πηγή, τον Νικόλα Κοζάκογλου, καθώς επίσης και τα στοιχεία του προφορικού λαϊκότροπου λόγου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αρχή του βιβλίου:
«Όταν έγινε η καταστροφή της Σμύρνης είμουνα εκεί.
Έμεινα στην Τουρκία αιχμάλωτος.
Από τη Σμύρνη μας έμασαν όλους και μας έκλεισαν στους στρατώνες για να μας στείλουν στο Εσωτερικό. Μόλις βγήκαμε βαδίσαμε στην αγορά. Κι’ είμαστε κάνα δυο χιλιάδες αιχμάλωτοι. Εκεί ήταν και ναύτες Γάλλοι, δεξιά κι αριστερά, μαζί με τους Τούρκους και κάνανε γούστο»).

  1. Στην καταστροφή της Σμύρνης…· γίνεται λόγος, φυσικά, για την πυρπόληση της Σμύρνης και τις βιαιοπραγίες των Τούρκων σε βάρος των χριστιανών κατοίκων της (Αρμενίων και Ελλήνων) τον Σεπτέμβριο του 1922.
  2. Πούντα· παραλιακή συνοικία της Σμύρνης, όπου βρισκόταν και ο σιδηροδρομικός σταθμός για το Αϊδίνι. Τις μέρες της Καταστροφής πολλοί πρόσφυγες είχαν καταφύγει εκεί, με την ελπίδα να βρουν πλοίο και να σωθούν.
  3. θα μας χαλάσουν όλους· θα μας σκοτώσουν.
  4. Κι εμείς π’ ακούγαμε… «σκοποβολή κάνουνε»· πρόκειται για ένα είδος ψυχολογικής άμυνας των αιχμαλώτων με τη δημιουργία ψευδαισθήσεων.
  5. Μας έβγαλαν στην αυλή και μας χώρισαν απ’ τους πολίτες· ο αφηγητής είναι προφανώς στρατιώτης.
  6. λεφούσι· ασύνταχτο πλήθος.
  7. Φράγγοι· Γάλλοι. Εδώ, προφανώς, υπονοούνται γενικά όλοι οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής καταστροφής και ιδιαίτερα στην καταστροφή της Σμύρνης επέδειξαν όχι μόνο ανθελληνική, αλλά σε μεγάλο βαθμό μη ανθρωπιστική στάση.
  8. Χαφούζης· Τούρκος που γνωρίζει να απαγγέλλει το Κοράνι.
  9. ασκέρ αγάς· επικεφαλής των στρατιωτών, αξιωματικός.
  10. κιτάπι· βιβλίο ή τετράδιο που χρησιμοποιείται για σημειώσεις. Εδώ: το ιερό βιβλίο των μουσουλμάνων, το Κοράνι.
  11. εφές· ο εφέντης, το παλικάρι, ο άξιος και ικανός.
  12. Μαγνησία· πόλη της Μ. Ασίας στην αριστερή όχθη του Έρμου ποταμού. Σ’ αυτή την πόλη μεταφέρθηκε ένα μεγάλο τμήμα από τα διαβόητα «τάγματα εργασίας».
  13. κανούλια· κάνουλες.
  14. γελιός· γυλιός· στρατιωτικό σακίδιο ώμου, που περιέχει ατομικά είδη.
  15. δράμι· παλαιότερη μονάδα βάρους, ίση περίπου με 3 γραμμάρια. Εδώ: πολύ μικρή ποσότητα.
  16. Γιουνάνηδες· έτσι αποκαλούσαν οι Τούρκοι τους Έλληνες.
  17. πούσια· στρώμα από βελόνες πεύκου, που σχηματίζεται κάτω από το δέντρο.
  18. χότζας· μουσουλμάνος ιερωμένος ο οποίος γνωρίζει, ερμηνεύει και διδάσκει το Κοράνι.
  19. Αλλάχ ασκινά· για όνομα του Θεού!
  20. πίνανε το κάτουρό τους· κορυφώνεται η σωματική εξαθλίωση των αιχμαλώτων.
  21. αγγαρεία· στρατιωτικός όρος: προσφορά αναγκαστικής εργασίας.
  22. Κι εμείς… θα ‘πινε νερό· Σ’ αυτό το σημείο τονίζεται, με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, η ηθική εξαθλίωση στην οποία έχουν οδηγηθεί οι αιχμάλωτοι.
  23. καμιά κοσαριά νομάτοι· περίπου 20 άνθρωποι.
  24. μαγνησαλήδες· αυτοί που κατάγονται από την περιοχή Μαγνησία της Μ. Ασίας.
  25. κιούγκι· πήλινος σωλήνας αποχέτευσης.
  26. κουραμάνα· το ψωμί που έτρωγαν οι στρατιώτες.
  27. ζεμπέκης ή ζεϊμπέκης· χωροφύλακας ή επαγγελματίας στρατιώτης της Οθωμανικής Τουρκίας, που προερχόταν κυρίως από εξισλαμισθέντες Έλληνες της Μ. Ασίας.
  28. ζουρνάς· λαϊκό ξύλινο πνευστό όργανο.
  29. νταούλι· παραδοσιακό, κρουστό όργανο με βροντερό ήχο· κάτι σαν τύμπανο.
  30. άφεριμ, άφεριμ· μπράβο, μπράβο!
  31. σουβατζήδες· εργάτες για την επίστρωση επιφανειών τοίχων, οροφών κ.ά. Αμμοκονιαστές.
  32. καρπό έχουμε· εννοεί σιτάρι, κριθάρι κλπ.
  33. χαμούρι· ζυμάρι.
  34. μουχτάρης· ο πρόεδρος της κοινότητας ενός χωριού, αλλά και ο νομάρχης.
  35. γκορτσιά· αγριαχλαδιά.
  36. σουρτά· σερνάμενοι.
  37. γούπατο· εδαφική περιοχή που βρίσκεται χαμηλότερα από τα γύρω μέρη.
  38. βάι, βάι· αχ, αχ!
  39. χοχλαστό· κοχλαστό, αναταραγμένο.
  40. τρόχαλα· μεγάλες πέτρες.
  41. κροτοχαρχάλεμα· θόρυβος από τις πατημασιές πάνω στις πέτρες.
  42. γιουρούκης· Τούρκοι ορεινοίΣυνήθως ξυλοκόποιΣτη θρησκεία αιρετικοί. Στα τζαμιά δεν μπαίνουν να προσκυνήσουν. Φαίνεται πως είναι ντόπιοι εξισλαμισθέντες.
  43. αλυχτούν· γαβγίζουν.
  44. Οντεμίς· η αρχαία ελληνική πόλη Οδεμήσιον.
  45. Μαίαντ(δ)ρος· ποταμός της Μ. Ασίας, κοντά στην αρχαία Μίλητο. Λόγω των πολλών ελιγμών του ρου του, ονομάζεται έτσι και το ομώνυμο διακοσμητικό στοιχείο.
  46. μουντάρω· κινούμαι απειλητικά, ορμώ.
  47. μαυλίζω· εδώ: ξεγελώ διάφορα ζώα με απομίμηση της φωνής τους.
  48. μαχαλάς· γειτονιά, συνοικία.
  49. να στήσουμε πόστο· να βρούμε θέση ελέγχου.
  50. αμπάρα· σιδερένιος λοστός στην εσωτερική πλευρά της πόρτας για ασφάλεια.
  51. μπαρντάκι· σκεύος όμοιο με κανάτα.
  52. τσανάκι· πήλινο πιάτο των χωρικών, γαβάθα.
  53. είχαμε κάνει το κουμάντο μας· είχαμε εφοδιαστεί με τα αναγκαία.
  54. θράκα· σωρός από αναμμένα κάρβουνα και στάχτη.
  55. μουατζίρης· μέτοικος, πρόσφυγας. Από τη Μακεδονίαμουατζίρηδες…· μέτοικοι από την ευρύτερη γεωγραφικά περιοχή της Μακεδονίας. Πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, που συμφωνήθηκε στις 30.1.1923 μεταξύ των Βενιζέλου και Ινονού, περίπου 500.000 Τούρκοι ζούσαν στην περιοχή της Μακεδονίας.
  56. γκιαούρηδες· υβριστικός χαρακτηρισμός των Ελλήνων από τους Τούρκους.
  57. γιατάκι· τόπος κατάλληλος για ύπνο ή ανάπαυση, κατάλυμα.
  58. οκά· παλαιότερη μονάδα βάρους, ίση με 1282 γραμ.
  59. και μια ζωστήρα που τη φόρεσα…· το κείμενο στην α’ έκδοση: Είδαμε ένα μερίδιο φασόλια, δύο ψωμιά, μια ζωστήρα (τούτη εδώ που φοράω). Στην α’ έκδοση με τρόπο άμεσο δηλώνεται η παρουσία ενός αφηγητή-μάρτυρα και, κατά κάποιο τρόπο, προοικονομείται το τέλος του βιβλίου με την υπογραφή του «Νικόλα Κοζάκογλου».
  60. κόφα· κοφίνι μεγάλων διαστάσεων για μεταφορά καρπών.
  61. τρουβάς· δισάκι.
  62. σύνοψη· η Ιερή Σύνοψη. Βιβλίο που περιέχει μέρος από τα επίσημα βιβλία της Εκκλησίας, για κατ’ ιδίαν προσευχή ή παρακολούθηση λειτουργίας στην εκκλησία.
  63. Αϊντίν· η μικρασιατική πόλη Αϊδίνιο.
  64. πήρε το ξουράφι, τ’ ακόνισε στη ζώστρα του καλά…· διαδικασία τροχίσματος του ξυραφιού πάνω στη δερμάτινη ζώνη, ώστε να γίνει πιο κοφτερό.
  65. Μεμέτης· Τούρκος, αλλά και κάθε μουσουλμάνος.

 

 

Posted in Μυθιστόρημα, Μικρασιατική καταστροφή | Με ετικέτα: , , , , | 59 Σχόλια »

Ελισαβετιανά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 10 Σεπτεμβρίου, 2022

Φυσικά ο τίτλος αναφέρεται στον προχτεσινό θάνατο της βασίλισσας της Αγγλίας, παρόλο που κανονικά το επίθετο «ελισαβετιανός», που βεβαιως λεξικογραφείται, δηλώνει οτιδήποτε σχετίζεται με τη βασίλισσα Ελισάβετ Α’ και την εποχή της, 500 χρόνια περίπου πριν από την τωρινή. (To τριβιδάκι της ημέρας είναι ότι ανάμεσα στις δυο Ελισάβετ τρεις μόνο γυναίκες ανέβηκαν στο θρόνο, η Μαρία Β’ και η Άννα τον 17ο αιώνα και η Βικτωρία).

Στα σόσιαλ πολλοί υποδέχτηκαν την είδηση του θανάτου της Ελισάβετ με σχόλια για την άρνησή της να δώσει χάρη στον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, ο οποίος απαγχονίστηκε το 1957 αφού καταδικάστηκε σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον αντιαποικιακό αγώνα. Στην πραγματικότητα, αυτη τουλάχιστον η Ελισάβετ, η Β’, δεν μπορούσε ακόμα κι αν ήθελε να δώσει χάρη εφόσον δεν υπήρχε σχετική εισήγηση της κυβέρνησης. Όχι βεβαια ότι το ήθελε να διαφοροποιηθεί.

Ασφαλώς όμως σοκάρει η σκληρότητα της αποικιακής Βρετανίας, που οδήγησε στην αγχόνη νεαρούς αγωνιστές, όπως ο Παλληκαρίδης που δεν είχε καν ένοπλη δράση (για διακίνηση οπλισμού καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά βέβαια σε ηλικία 15 ετών είχε σκίσει τη βρετανική σημαία τη μέρα της στέψης της Ελισάβετ, και ίσως αυτό μέτρησε).

Προχωράμε ομως στα μεζεδάκια μας και ξεκινάμε, φυσικά, με την ειδησεογραφική κάλυψη του θανάτου της Ελισάβετ.

To κολάζ που βλέπετε το έκλεψα από τον τοίχο του δημοσιογράφου Θάνου Παναγόπουλου στο Φέισμπουκ ο οποίος σατιρίζει την ομόφωνη υιοθέτηση του τίτλου «τέλος εποχής»: Ο αστικός μύθος θα λέει κάποτες ότι το 2022 απολύθηκε αρχισυντάκτης στην Ελλάδα επειδής αμέλησε να αναγγείλει στην πρώτη σελίδα τον θάνατο της Ελισάβετ με τον πρωτότυπο, ευρηματικό και απρόβλεπτο τίτλο «Τέλος Εποχής».

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι και εδώ στην Εσπερία είδα αντίστοιχους τίτλους σε εφημερίδες -και δεν είναι παράδοξο αν σκεφτούμε ότι η μακαρίτισσα έμεινε στον θρόνο 70 χρόνια. (Κι αλλο τριβιδάκι: Ο Κάρολος, τώρα πια Κάρολος ο Γ’, είναι το γηραιότερο πρόσωπο που ανεβαίνει στον βρετανικό θρόνο, σε ηλικία 74 ετών. Κάποιες πηγές γράφουν 73 αλλά αφού σε δυο μήνες θα κλείσει τα 74 δεν κάνει να του μειώνουμε το ρεκόρ).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θηλυκό γένος, Κύπρος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 191 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 5

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2022

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όταν βγάζουν καμιά με μπικίνι, είναι «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν θυμάμαι να τα έχω μεταφέρει σε μεζεδοάρθρα μας, οπότε δεν θα τα έχετε δει, εκτός αν συμμετέχετε και στα Υπογλώσσια. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία.

Με αυτόν τον τυποποιημένο πρόλογο έχω ήδη δημοσιεύσει τέσσερα άρθρα στο ιστολόγιο, ένα τον Φλεβάρη του 2019, άλλο ένα τον Οκτώβριο του 2019, το τρίτο τον Μάιο του 2020 και το τέταρτο τον Σεπτέμβριο του 2020. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε τρία τέρμινα, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Σημερα λοιπόν δημοσιεύω το πέμπτο άρθρο της σειράς αυτής. ‘Εχω επικαιροποιήσει κάποια στοιχεία και κάνω και προσθήκες σε αγκύλες ή όχι.

Θα μου πείτε, πέρασαν δυο χρόνια από την προηγούμενη δημοσίευση. Δίκιο έχετε, το είχα αμελήσει. Οπότε, υπόσχομαι το έκτο άρθρο με σφηνάκια να μην αργήσει τόσο.

* Λανσάρω στα ελληνικά

Σε πρόσφατη ανάρτηση, ο διαχειριστοκράτωρ μας [ο Θανάσης Αναγνωστόπουλος] ζήτησε ιδέες για να αποδοθεί «στα ελληνικά ελληνικά» η φράση «λανσάρω ένα προϊόν» δηλ. ζήτησε έναν μονολεκτικό αυτόχθονα όρο για το ρήμα «λανσάρω» και πρότεινε το «καθελκύω» που δεν έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από την ομηγυρη.

Αλλά ούτε κάποια άλλη πρόταση φάνηκε πειστική παρά το ότι διατυπώθηκαν πολλές προτάσεις. Όμως το «λανσάρω» δεν είναι μόνο «προωθω», δεν είναι μόνο «κυκλοφορώ». Είναι κάτι που συνδυάζει και τις δύο έννοιες (και όχι μόνο), πράγμα που μας δείχνει ξεκάθαρα ότι το συγκεκριμένο δάνειο πλούτισε την ελληνική γλώσσα.

Και τα περισσότερα δάνεια έτσι λειτουργούν, είναι πηγη πλούτου για τη γλώσσα που τα δέχεται. Γι’ αυτό άλλωστε και η γλώσσα με το πλουσιότερο λεξιλόγιο, η αγγλική, ποτέ δεν έπαψε να δανείζεται αφειδώς, τόσο από το ελληνικό, όσο και από το λατινικό, το γαλλικό ή το γερμανικό ταμείο. Το καλό αρνί βυζαίνει δυο μανάδες, λέει η παροιμία, κι έτσι ο Άγγλος μπορεί να πει και ethnic και national.

Eμείς πάλι, εννοώ τη νέα ελληνική, έχουμε χάσει τη δυνατότητα για λόγιο δανεισμό από το λατινικό ταμείο. Παλιότερες γλωσσικές ποικιλίες της ελληνικής την είχαν αυτή τη δυνατότητα -και ο Πορφυρογέννητος έγραφε π.χ. «τος ρχοντας το τάγματος τν ξσκουβίτων, οον τοποτηρητς, σκρίβωνας, τν χαρτουλάριον, δρακοναρίους, σκευοφόρους, σιγνοφόρους, σενάτορας, πρωτομανδάτορας κα μανδάτορας». Όμως σήμερα, σχεδόν μόνο λαϊκός δανεισμός υπάρχει, στη λόγια γλώσσα έχουμε πιο πολύ μεταφραστικά δάνεια. Και ακόμα κι όταν δανειστούμε μια λόγια λέξη, δυσκολευόμαστε να φτιάξουμε σύνθετα και παράγωγά της. Οι βυζαντινοί δεν είχαν πρόβλημα να πλάσουν το θαυμάσιο υβρίδιο «σιγνοφόρος» (λατινογενές το πρώτο συνθετικό, σίγνον η σημαία), έπλαθαν τη λέξη και πήγαιναν να διοικήσουν την αυτοκρατορία τους.

* Γιαούρτι ελληνικού τύπου ονόματι Οίκος, με ελληνικά γράμματα, πεζά για να φαίνεται η διαφορά, και με μια σιρκονφλεξοειδή περισπωμένη να χαρούν λίγο οι παρ’ ημίν πολυτονιάται.

[Θα άξιζε ακόμα και άρθρο για τα ελληνοφανή γιαούρτια που κυκλοφορούν στην Εσπερία. Η Νεστλέ έχει το Yaos, με την ελληνική κατάληξη -os και με κυκλαδικές εκκλησίες πάνω στη συσκευασία]

* Τι είναι ο ήμελλος;

Ο Στέφανος Ήμελλος είναι ακαδημαϊκός (=μέλος της Ακαδημίας Αθηνών) με έργο κυρίως λαογραφικό. Ο ηθοποιός Δημήτρης Ήμελλος ίσως είναι συγγενής του, πιθανώς γιος του. Το σπάνιο επώνυμο Ήμελλος εντοπίζεται στη Νάξο.

Τα επώνυμα τα ορθογραφούμε με μεγάλο βαθμό ελευθερίας διότι «μας ανήκουν». Έτσι κάποιος μπορεί να επιλέξει να γράφεται Ζαββός για να ξεχωρίσει από τον ζαβό και κάποιος να κρατήσει τη γραφή Καμμένος ακόμα κι αν ξέρει ότι η σχολική ορθογραφία τη μετοχή τη γράφει «καμένος». Το επώνυμο Πικραμμένος ίσως γράφτηκε έτσι για να διαφοροποιηθεί από τη μετοχή, και φυσικά δεν θα το θεωρήσουμε ανορθόγραφο, ενώ θα θεωρήσουμε ανορθόγραφη τη μετοχή, αν κάποιος γράψει «η καρδιά μου είναι πικραμμένη».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Μηχανική μετάφραση, Σφηνάκια, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 157 Σχόλια »

Τα φλαμίνγκα δεν χορεύουν φλαμένκο

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2022

Την ιδέα για το σημερινό άρθρο μού την έδωσε ένας φίλος στο Τουίτερ, που μου κοινοποίησε ένα πολύ συμπαθητικό βιντεάκι, που παρουσιάζει ένα μωρό φλαμίνγκο που μαθαίνει πώς να στέκεται στο ένα πόδι. Δεν έχω μάθει όμως πώς να ενσωματώνω τα βιντεάκια αυτά εδώ στο ιστολόγιο, οπότε, αν θέλετε να το δείτε, πρέπει να πάτε στο Τουίτερ.

Δεν διάλεξα όμως καλή φωτογραφία για να συνοδέψει το άρθρο, έπρεπε να βρω μία να δείχνει το πουλί να στέκεται στο ένα πόδι. Ας είναι.

Το φλαμίνγκο της φωτογραφίας ανήκει στο είδος Phoenicopterus roseus, και λέγεται επίσης μεγάλο φλαμίνγκο. Υπάρχουν έξι είδη φλαμίνγκων (ας ακτιβίσω λίγο, δεν μου πάει να το αφήνω άκλιτο, κι έχω να ξεπληρώσω και μερικά «τσίρκο», «παλτό» και «καζίνο»), από τα οποία τα δύο, μεταξύ των οποίων και αυτό που βλέπετε, είναι είδη του παλαιού κόσμου.

Στην Ελλάδα τα φλαμίνγκα είναι αποδημητικά, περνάνε τον Μάρτιο όπως ανεβαίνουν προς βορρά ή τον Οκτώβριο κατεβαίνοντας προς Αφρική. Πολλά όμως μένουν εδώ και ξεχειμωνιάζουν σε παράκτιους υγρότοπους στη Θράκη ή αλλού. Είναι πουλί κοινωνικό, ζει σε μεγάλα σμήνη, που φτάνουν εκατοντάδες άτομα και τρέφεται με διάφορα μαλάκια που βρίσκει στα ρηχά νερά. Το καμπυλωτό ράμφος του έχει πολύ ενδιαφέρον από μηχανική άποψη.

Ο φίλος με ρώτησε πώς το λέγαν οι αρχαίοι το φλαμίνγκο, αν βέβαια το ήξεραν. Φαίνεται πως το ήξεραν, αν και οι αναφορές στην ελληνική αρχαία γραμματεία είναι λίγες. Η πιο σημαντική είναι στους Όρνιθες του Αριστοφάνη, με τον εξής διάλογο:

ΕΥ. νὴ Δί᾽ ὄρνις δῆτα. τίς ποτ᾽ ἐστίν; οὐ δήπου ταὧς;
ΠΙ. οὗτος αὐτὸς νῷν φράσει. τίς ἐστιν ὄρνις οὑτοσί;
ΕΠ. οὗτος οὐ τῶν ἠθάδων τῶνδ᾽ ὧν ὁρᾶθ᾽ ὑμεῖς ἀεί,
ἀλλὰ λιμναῖος. ΕΥ. βαβαῖ, καλός γε καὶ φοινικιοῦς.
ΕΠ. εἰκότως ‹γε›· καὶ γὰρ ὄνομ᾽ αὐτῷ ᾽στὶ φοινικόπτερος.

Βλέπουν ενα πουλί και λέει ο Ευελπίδης: Θεέ μου, ένα πουλί. Τι είν’ αυτό; Δεν είναι παγόνι, ε;

Ο Πεισθέταιρος ρωτάει τον Έποπα, τον Τσαλαπετεινό, ο οποίος απαντάει πως «δεν είναι από τα συνηθισμένα είδη που ξέρετε, είναι λιμναίο πουλί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ζωολογία, Ισπανία, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 235 Σχόλια »

Με ένα ή με δύο λ;

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2022

Τις προάλλες, στα μεζεδάκια, είδαμε ένα άρθρο, γραμμένο από γνωστό δικηγόρο, το οποίο είχε μερικά ορθογραφικά λαθάκια, ανάμεσά τους και το «είχε επιβάλλει» αντί για το σωστό «είχε επιβάλει».

Είχε τότε σχολιάσει ο φίλος μας ο Στάζιμπος, ότι ο κορέκτορας δεν μπορεί να πιάσει αυτά τα λάθη, διότι και οι δυο τύποι, «επιβάλει» και «επιβάλλει» είναι υπαρκτοί και σωστοί ανάλογα με τα συμφραζόμενα. Όμως ο κορέκτορας, στα ελληνικά τουλάχιστον, δεν κοιτάζει τα συμφραζόμενα, κι έτσι δεν θα κοκκινίσει το «έχει επιβάλλει».

Το λάθος αυτό, με το ρήμα «επιβάλλω» και άλλα σύνθετα του «βάλλω», είναι αρκετά συχνό και, όπως θα βρείτε γκουγκλίζοντας, συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες.

Ας πούμε, στη Ναυτεμπορική: Το αεροσκάφος πέταξε προς και από τη Ρωσία, παραβιάζοντας τις κυρώσεις που έχει επιβάλλει κατά της Μόσχας το υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ

Σε ανακοίνωση του ΟΑΣΑ: οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις που έχει επιβάλλει η Ελληνική Αστυνομία λόγω της πυρκαγιάς στην Πεντέλη

Σε τίτλο άρθρου του Βήματος: το 92% έχει υποβάλλει δηλώσεις

Ακόμα και στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ, έστω και το μακρινό 1992: η Επιτροπή έχει επιβάλλει προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ.

Το δίλημμα «με ένα ή με δύο λ γράφεται;» δεν αφορά μόνο τον λεγόμενο «μη παρεμφατικό τύπο» (έτσι ονομάζεται στη γραμματική Χόλτον-Μάκριτζ-Φιλιππάκη) με τον οποίο σχηματίζονται ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος (το «επιβάλει» δηλαδή) αλλά πολλούς ακόμα τύπους, και η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι πάντοτε τόσο απλή.

Διότι για τον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο, η απάντηση είναι απλή και κατηγορηματική: τους γράφουμε πάντα με ένα λ, έχει υποβάλει, έχουν επιβάλει, είχε αναβάλει, είχαν συμβάλει.

Με την ευκαιρία, να θυμίσουμε το τριβιδάκι, που λέει ο Νίκος Λίγγρης, ότι το ρήμα «βάλλω» είναι το μοναδικό που φτιάχνει σύνθετα με όλες τις αρχαίες προθέσεις, και με τις 18 κύριες προθέσεις: εισβάλλω, εμβάλλω, εκβάλλω, συμβάλλω, προβάλλω, προσβάλλω, αναβάλλω, παραβάλλω, καταβάλλω, διαβάλλω, μεταβάλλω, αντιβάλλω, αμφιβάλλω, περιβάλλω, επιβάλλω, υποβάλλω, αποβάλλω, υπερβάλλω. Τα περισσότερα από αυτα τα 18 ρήματα χρησιμοποιούνται αρκετά έως πολύ συχνά -το αντιβάλλω είναι το σπανιότερο. Να σημειώσουμε και το αγαπημένο στους δικηγόρους «εφεσιβάλλω».

Λοιπόν, στα ρήματα αυτά, όταν έχουμε τύπο που εκφράζει διάρκεια βάζουμε δύο λ, όταν εχουμε στιγμιαίο τύπο βάζουμε ένα λ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 178 Σχόλια »

CD, σαράντα χρόνια

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2022

Κοίταζα κάτι στη Βικιπαίδεια, και η μια αναζήτηση έφερε την άλλη (την εποχή του Διαδικτύου, το καβαφικό «εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή» έχει πάρει νέες διαστάσεις) και διαπίστωσα ότι αυτόν τον καιρό συμπληρώνονται σαράντα χρόνια από την κατασκευή και την κυκλοφορία των πρώτων compact disc.

Το άρθρο της (αγγλικής) Βικιπαίδειας αναφέρει ότι η τεχνολογία αναπτύχθηκε από κοινού από τη Philips και τη Sony και ότι ο πρώτος ψηφιακός οπτικός δίσκος κατασκευάστηκε τον Αύγουστο του 1982 και κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1982 ως Digital Audio Compact Disc στην Ιαπωνία και την άνοιξη του 1983 στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Σύμφωνα με ένα άλλο άρθρο που βρήκα, το πρώτο σιντί κατασκευάστηκε σε εργοστάσιο της Φίλιπς στη Γερμανία και ήταν ο δίσκος The Visitors των Abba.

Άρα, αναλογα με το ποιο ορόσημο θα διαλέξουμε, τα 40 χρόνια έχουν μόλις συμπληρωθεί ή συμπληρώνονται αυτές τις μέρες, το πολύ σε ένα με ενάμιση μήνα. Βέβαια, θα περνούσαν χρόνια μέχρι η καινούργια εφεύρεση να διαδοθεί στο ευρύ κοινό και μέχρι ο όρος CD να γίνει λέξη καθημερινής σχεδόν χρήσης.

Θυμάμαι στα τέλη της δεκαετίας του 80, έναν φίλο που έκανε μεταπτυχιακά στην Αμερική, τον Θανάση, να μας εγκωμιάζει τα πλεονεκτήματα αυτής της νέας τεχνολογίας, την υπεροχή των σιντί απέναντι στους δίσκους βινυλίου, που «ακόμα κι αν τους ανοίξεις τρύπα, πάλι θα παίζουν, εκτός από εκείνο το σημείο».

Ε, η δεκαετία του 90 ήταν μάλλον η χρυσή εποχή των σιντί, τότε που ο νέος μορφότυπος καθιερώθηκε, με αποτέλεσμα όλες οι νέες κυκλοφορίες να γίνονται σε σιντί και επικουρικά μόνο σε βινύλιο, ενώ σταδιακά άρχισε να κυκλοφορεί σε σιντί το τεράστιο παλιό απόθεμα έργων που είχαν κυκλοφορήσει σε δίσκους βινυλίου. Κυκλοφόρησαν επίσης και σιντί δεδομένων, τα CD-ROM.

Με την περίπου ταυτόχρονη εκρηκτική διάδοση του διαδικτύου και την κατακόρυφη άνοδο των δυνατοτήτων μεταφοράς δεδομένων εμφανίστηκε, και πήρε ορμητική ανάπτυξη στην πρώτη δεκαετία του αιώνα, το φαινόμενο της ανταλλαγής αρχείων μουσικής (.mp3) από ψηφιακούς δίσκους -και φάνηκε η αχίλλειος πτέρνα της νέας τεχνολογίας, που ήταν η ευκολία αντιγραφής και ανταλλαγής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λεξικογραφικά, Ορολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 154 Σχόλια »

Από το λευκό στο άσπρο

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2022

Το σημερινό άρθρο έχει ως αφορμή την ερώτηση που μου έκανε μια φίλη, για την προέλευση της λέξης «άσπρος». Έχουμε βέβαια αναφερθεί στο θέμα, αλλά δεν της έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο -οπότε τη σύντομη απάντηση που της έδωσα σκέφτηκα να την αναπτύξω σε ξεχωριστό άρθρο, αυτό που διαβάζετε.

Η αρχαία λέξη, το ξέρουμε, είναι «λευκός». Είναι λέξη ομηρική, ή και παλιότερη αφού υπάρχει στις μυκηναϊκές επιγραφές. Λευκός δεν ήταν μόνο ο άσπρος. Η αρχική του σημασία ήταν «λαμπρός, φωτεινός». Στην Ιλιάδα πχ διαβάζουμε «λευκὸν δ’ ἦν ἠέλιος ὥς«, «που’χε του ηλιού την λάμψιν» μεταφράζει ο Πολυλάς. Φυσικά, η λέξη δηλώνει και το χρώμα, ηδη από τον Όμηρο όπου βρίσκουμε στην Ιλιάδα, ανάμεσα στ’ άλλα, και την καθιερωμένη παρομοίωση «λευκότεροι χιόνος» (για κάτι ίππους το λέει).

Φυσικά η λέξη έχει δώσει στην αρχαιότητα πάμπολλα σύνθετα, και πάλι ήδη από τον Όμηρο, όπου ένα από τα στερεότυπα επίθετα είναι η λευκώλενος, κυρίως για την Ήρα, με άσπρα μπράτσα. Γούστο έχει ο λευκηπατίας ή λευχηπατίας (το ήπαρ έπαιρνε δασεία αλλά η σχετική εγκύκλιος δεν κοινοποιήθηκε σε ολους κι έτσι στο TLG πλειοψηφούν οι αδάσυντοι τύποι) που είναι ο δειλός, που έχει άσπρο συκώτι.

Ο λευκός βέβαια υπάρχει και σήμερα στο λεξιλόγιό μας, ζει και βασιλεύει, και μάλιστα πολύ περισσότερο από άλλους αρχαίους τύπους για ονομασίες χρωμάτων όπως ο ερυθρός ή ο κυανούς ή ο ιώδης. Βοήθησε κι η διαφήμιση στην εδραίωση αυτή του λευκού, με τα ολόλευκα ρούχα που υπόσχεται κάθε απορρυπαντικό, αλλά και με τα λευκά είδη ή τις λευκές συσκευές (ή τον λευκό γάμο, αν και περισσότεροι είναι αυτοί που αγοράζουν πλυντήριο).

Ωστόσο, και παρά έναν καταμερισμό, σαν συμφωνία κυρίων, όπου καθένας απο τους δύο τύπους έχει τα δικά του χωράφια, στα οποία ο άλλος δεν μπαίνει, νομίζω πως ο δημοτικός τύπος «άσπρος» είναι συχνότερος σαν όνομα του χρώματος λευκού.

Η εμφάνιση της λέξης «άσπρος» και η σταδιακή της καθιέρωση έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αν δεν ξέρετε την ετυμολογία της λέξης, ίσως παραξενευτείτε αν σας πω ότι η λέξη έχει λατινική αρχή. Βέβαια, όσοι μας διαβάζουν ταχτικά θα το έχουν ίσως διαβάσει διότι έχουμε γράψει καναδυό φορές για το πώς γεννήθηκε η λέξη «άσπρος».

Στα λατινικά asper σημαίνει «τραχύς» (τη λέξη τη βρίσκουμε και στο γαλλικό âpre αλλά και στο αγγλικό asperity). Yπάρχει κι ένα λατινικό ρητό, που πολλοί το βάζουν για τατουάζ, που λέει ad astra per aspera (ή ανάποδα) και σημαίνει «μέσα από τις δυσκολίες φτάνεις στ’ άστρα»). Αλλά πλατειάζω.

Λοιπόν, στα λατινικά, το νιόκοπο ασημένιο νόμισμα, τραχύ και λαμπερό πριν λειανθεί από τη χρήση, ονομαζόταν nummus asper, τραχύ νόμισμα. Σιγά-σιγά έμεινε μόνο το επίθετο, asper, και πήρε θέση ουσιαστικού, και πέρασε στα βυζαντινά ελληνικά (από τον πληθυντικό: aspera, aspra) όπου άσπρα ονομάστηκαν τα ασημένια νομίσματα μικρής αξίας. Και επειδή το ασήμι είναι λευκό, η λέξη άσπρο έφτασε να εκφράζει τη λευκότητα, κι έγινε συνώνυμο της λέξης «λευκός» και μάλιστα την υποκατέστησε στη λαϊκή γλώσσα.

Σε κείμενα αδιαμφισβήτητης χρονολόγησης, βρίσκω τον τύπο «άσπρος» για το λευκό χρώμα στον Ιωάννη Μαλάλα, η γλώσσα του οποίου κάνει πολλές παραχωρήσεις στη δημώδη της εποχής, πράγμα για το οποίο του χρωστάμε αιώνια χάρη. Ο Μαλάλας λοιπον γράφει για κάποιον ότι «εφόρει στολήν άσπρην ως η χιών» και για άλλον ότι φορούσε «σανδάλια άσπρα» ενώ κάπου χρησιμοποιεί τη λέξη και ως δευτεροκλιτη, αφού πάνω από μια φορά λέει για κάποιον ότι φορούσε «στολήν άσπρον» π.χ. «την δε στολήν ο αλύταρχος άσπρον ολοσήρικον εφόρει» -ολομέταξη στολή ήθελε ο αλήτης.

Κι έτσι πήγαμε από το λευκό στο άσπρο. Κι επειδή αν λεξιλογήσω για το άσπρο χρώμα (ή το λευκό) θα χρειαστώ πολλές πολλές σελίδες (ή λέξεις, τέλος πάντων) λέω να το αφήσω για άλλη φορά, και να κλείσω το σημερινό άρθρο λεξιλογώντας για το νόμισμα «άσπρο», που είναι σαφώς πιο ματζόβολο θέμα.

Λοιπόν, άσπρον ήταν ήδη απο τα βυζαντινά χρόνια ένα ασημένιο νόμισμα μικρής αξίας αλλά μεγάλης κυκλοφορίας. Από νωρίς η λέξη πήρε και τη γενική σημασία, στον πληθυντικό βέβαια, των χρημάτων, οπως λέμε σήμερα «τα φράγκα». Έτσι, σε βίους αγίων του 9ου αιώνα βρίσκω και την ειδική σημασία και τη γενική. Ας πούμε: «Άγιε Γεώργιε, βοήθει μας να εβγούμεν και να σε δώσωμεν από δέκα άσπρα καθ’ ένας» αλλά και «Σας παρακαλώ, αυθένται μου, λάβετε χρυσίον και αργύριον και άλλα άσπρα όσα μού ευρίσκονται» (στο πρώτο απόσπασμα ειδική σημασία, στο δεύτερο γενική).

Υπάρχουν πολλές παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις με τα άσπρα. Ας πούμε, τον ξέρουν σαν κάλπικο άσπρο (σαν κάλπικη δεκάρα λέμε σήμερα). Ή, τον έκανε απ’ ασπρού, που θα πει τον εξευτέλισε (πρβλ. «τον έκανε πέντε παραδιών»). Ασπρού δουλειά δεν κάνει, δηλ. ή δεν δουλεύει ή η δουλειά του είναι κακής ποιότητας. Ή «ένα άσπρο και κρίμα στ’ άσπρο», για κάτι που δεν αξίζει τίποτα. Ή, «χιλια λόγια ένα άσπρο». Ή, Έχεις άσπρα, έχεις άστρα και σε άλλη παραλλαγή «τ’ άσπρα κατεβάζουν τ’ άστρα». Ή, «Τούρκον είδες; Άσπρα θέλει. Κι άλλον είδες; Κι άλλα θέλει». Ή, «Τ’ άσπρα λαλούν, τ’ άσπρα μιλούν, τ’ άσπρα ‘ν’ που κουβεντιάζουν».

Και δημοτικός στίχος: Τ’ άσπρα πουλήσαν τον Χριστό, τ’ άσπρα πουλούν και σένα.

Στην τουρκοκρατία, το άσπρο ήταν υποδιαίρεση του ασημένιου παρά. Όλα όσα θέλατε να μάθετε για τα άσπρα και πολύ περισσότερα υπάρχουν σ’ ενα καταπληκτικό βιβλίο της Ευτυχίας Λιάτα, με τίτλο «Φλωρία δεκατέσσερα στένουν γρόσια σαράντα», που επειδή είναι έκδοση του ΕΙΕ υπάρχει διαθέσιμο ονλάιν δωρεάν. Όπως λέει η Λιάτα, τόσο το άσπρο όσο και ο παράς (για τον οποίο επιφυλάσσομαι να γράψω χωριστό άρθρο) κατέληξαν απλές λογιστικές μονάδες.

Τι σημαίνει αυτό θα το δείτε στην πράξη αν διαβάσετε κατάστιχα π.χ. της εποχής του Εικοσιένα. Επειδή υπήρχε σε κυκλοφορία πανσπερμία νομισμάτων, τουρκικών και δυτικών, γινόταν αναγωγή του κάθε εσόδου ή εξόδου σε άσπρα ή παράδες ή γρόσια και αθροίζονταν.

Οι αναφορές είναι με τη γενική σημασία («χρήματα»). Όταν πχ ο Καραϊσκάκης υπόσχεται στους πολιορκημένους της Αθήνας «η υπόσχεσή μας είναι οπού να πληρωθούν έως άσπρον και δεν θέλει χάσουν ούτε οβολόν», εννοεί αυτό που σήμερα θα λέγαμε «θα πληρωθούν μέχρι τελευταία δεκάρα». Αλλού, το Βουλευτικό παρακαλεί βουλευτή που καθυστερεί «μας ελέγετε τα άσπρα ήτον έτοιμα, και σήμερον είκοσι ημέρας μήτε άσπρα, μήτε απόκρισίν σας ελάβαμεν» (Παλιγγ. 1.183). Ή, όπως το συνοψίζει επιστολή της Γερουσίας Δυτικής Χέρσου Ελλάδος προς τον Βαρνακιώτη (Φυσ. 129): «επειδή είναι χρεία δι’ άσπρα». Δει δε χρημάτων!

 

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα, Φρασεολογικά, Χρώματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »

Η πυρκαγιά της Σμύρνης (απόσπασμα από το Στου Χατζηφράγκου, του Κοσμά Πολίτη)

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2022

Συνεχίζω και τούτη την Κυριακή με λογοτεχνήματα σχετικά με τη Σμύρνη και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Κοσμάς Πολίτης, κατά κόσμον Πάρις Ταβελούδης (1888-1974), αφού είχε δώσει σημαντικό και πρωτοποριακό λογοτεχνικό έργο ήδη από τη δεκαετία του 30, όπως και πολύ αξιόλογο μεταφραστικό έργο στη συνέχεια (έχουμε δημοσιεύσει δείγμα δικής του μετάφρασης στον Δρόμο με τις φάμπρικες του Στάινμπεκ), μας χάρισε σε προχωρημένη πια ηλικία, το 1962, το μυθιστόρημα «Στου Χατζηφράγκου», ένα αριστούργημα με αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία στη χαμένη πια Σμύρνη πριν από την Καταστροφή. Εύγλωττος είναι άλλωστε ο υπότιτλος, Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας.

Αξίζει να διαβάσετε αλλά και να ξαναδιαβάσετε το μυθιστόρημα αυτό του Πολίτη (απορώ που δεν έχει γίνει ταινία). Στη μέση του, υπάρχει ένα κεφάλαιο είκοσι σελίδων με τον τίτλο Πάροδος, όπως στις αρχαίες τραγωδίες, που δεν ακολουθεί την πλοκή αλλά είναι ο μονόλογος ενός γέρου Σμυρνιού πρόσφυγα, περιβολάρη, του Γιακουμή, ο οποίος ύστερα από τις έντονες παρακλήσεις του συγγραφέα, του αφηγείται τις αναμνήσεις του από τη χαμένη πριν από σαράντα χρόνια πολιτεία. (Ο Γιακουμής εμφανίζεται στο μυθιστόρημα και πρωτύτερα, ως έφηβος).

Ένα σχετικά μικρό απόσπασμα από την Πάροδο δημοσιέψαμε πέρυσι, εκεί που ο αφηγητής περιγράφει τα τσερκένια, τους χαρταετούς της Σμύρνης -τώρα θα βάλω το υπόλοιπο, από το σημείο όπου αρχίζει η αφηγηση για την καταστροφή ως το τέλος του κεφαλαίου.

Μια σύμπτωση περίεργη είναι ότι και σε τούτη την αφήγηση, όπως και στα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, που είδαμε την περασμένη Κυριακή, ο αφηγητής μέσα στον χαμό πηγαίνει να ξυριστεί σ’ ένα μπαρμπέρικο. Και τα δυο βιβλία άλλωστε κυκλοφόρησαν την ίδια εποχή. (Το μυθιστόρημα του Πολίτη δημοσιεύτηκε πρώτα στον Ταχυδρόμο σε συνέχειες, το 1962, κι έπειτα το 1963 σε βιβλίο). 

Στο τέλος εξηγώ μερικές λέξεις. Η έκδοση που έχω στα χέρια μου (εκδόσεις Α. Καραβία, 1963) δεν έχει γλωσσάρι, αλλά η εκδοση της Εστίας, σε επιμέλεια του Πίτερ Μάκριτζ, σίγουρα θα έχει. Όμως δεν την έχω, οπότε όσες εξηγήσεις δώσω είναι δικές μου -και ίσως λαθεύουν κάπου.

Λοιπόν, αν θυμάμαι καλά, ήτανε η τρίτη καν η τέ­ταρτη μέρα πού είχε μπει ο τούρκικος στρατός. Η πολι­τεία λούφαζε. Είχανε γίνει κάμποσα παρατράγουδα στο αναμεταξύ, σκοτωμοί, ξεπαρθενέματα και πλιάτσικο, πολλοί χάσανε τη ζωή τους, πολλοί θα τη χάνανε ακόμα, πλιά­τσικο, τσέτες, κακάριζε το πολυβόλο, πόλεμος ήτανε, έχθρητα και άχτι —κι οι δικοί μας είχανε κάψει τούρκικα χωριά στην υποχώρηση, πόλεμος ήτανε, ο άνθρωπος γίνεται ανήμερο θερίο. Γινήκανε κι άλλοι σκοτωμοί, κι εδώ και στους ντερέδες της ’Ανατολής, χαθήκανε χιλιάδες δικοί μας, δεκαριές, κατοσταριές χιλιάδες, και πλάκωσε μεγάλη ορφάνια. Βλέπεις, ο Τούρκος μάς λογάριαζε προδότες, εί­χαμε σηκώσει τ’ άρματα ενάντια στην πατρίδα —ενάντια στην Τουρκία, δηλαδή. Μιλάω δίχως πάθος, σα να μην υπάρχει πια οργή και αμάχη στο ντουνιά… και τώρα, τρίτη καν τέταρτη μέρα που είχε μπει ο τούρκικος στρα­τός, η πολιτεία λούφαζε μες στο κακό της όνειρο, μέσα στη θλίψη και την απαντοχή. Μα οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Λες κι είχε γίνει κάποια ρέγουλα. Πού και πού μια τουφεκιά. Φαινότανε απείραχτη κι αθώα, υστερ’ από το μεγάλο πατιρντί. Δεν την έκανες κάζο. Δε μπορούσε να ’τανε για σένα. Και πέρα, πολύ μακριά, ένα πνιχτό μπουμπουνητό, κάτι σα μπασαβιόλα —α[ν] με καταλαβαίνεις. Οι δικοί μας είχανε πιάσει μετερίζι στον Τσεσμέ, και με τα κανόνια κρατάγανε μα­κριά το τούρκικο ασκέρι, ώσπου να μπαρκάρει στα βαπόρια ο στρατός.

Εκείνο το πρωί, λοιπόν, πρωτοβγήκε ξανά και μια δί­κιά μας εφημερίδα. Πρώτη και τελευταία φορά. Έγραφε πως μας πλανέψανε οι Έλληνοι, πως οι Τούρκοι είναι κα­λοί άνθρωποι, πως πρέπει ν’ ανανήψομε, τη θυμάμαι αυτή τη λέξη αν και δεν ξέρω τί θα πει —άκου, άκου! αυτές πού τρία χρόνια μάς πιπιλίζανε το μυαλό για λευτεριά και δόξα, για περιούσιο λαό, για Πόλη και Άγια Σοφιά, και στέλ­νανε τον Τούρκο στην Κόκκινη Μηλιά — να καταγίνομε στα ειρηνικά μας έργα, γράφανε, κάτω από την προστασία και τη δικαιοσύνη τής τούρκικιας πατρίδας —άκου, άκου! τα διάβαζε ο κοσμάκης, ανοίγανε παράθυρα, χαμογελού­σανε γυναίκες —φαρμακωμένα, βέβαια, μα ωστόσο χαμογε­λούσανε— ξεπορτίζανε παιδιά. Κάποια ονείρατα είχανε χα­θεί, μα ονείρατα είν’ εύκολο να ξαναφτιάξεις. Κι ακόμα τότε ξαναφτιάχναμε δειλά δειλά, μπορεί και δίχως να το μολογάμε στον εαυτό μας. Δεν πέθανε ο βασιλιάς Αλέξαντρος, λέω της γυναίκας μου κάποια στιγμή. Μα η Κατερίνα κούνησε μονάχα το κεφάλι της. Πάω μια βόλτα, της λέω σέ λιγάκι, φοβάσαι να μείνεις μονάχη ; Να πας μου λέει. Γυναίκα με κουράγιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Μικρασιατική καταστροφή | Με ετικέτα: , , , , | 89 Σχόλια »