Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Αναρούσες, μυθιστόρημα του Κωστή Ανετάκη

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2021

Στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει τρία διηγήματα του φίλου μας Κωστή Ανετάκη (το τελευταίο εδώ, με λινκ προς τα προηγούμενα) σήμερα όμως έχω τη χαρά να παρουσιάσω το καινούργιο του βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ανάτυπο, ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο Αναρούσες.

Γράφω στις Λέξεις που χάνονται: Αναρούσα και ανερούσα είναι μια λέξη με δυο σημασίες· αφενός, η επιστροφή του  κύματος από την παραλία στη θάλασσα, αλλά και η δίνη μέσα στη θάλασσα, και αφετέρου η νεράιδα του γιαλού, το ξωτικό. Από τη μετοχή του αναρρέω, αναρρέουσα, με αποβολή του –ε υπό την επίδραση άλλων μετοχών όπως γλυκοφιλούσα. … στην Έρμη στα ξένα οι σκιαθίτισσες του Παπαδιαμάντη βάζουν λόγια στη νοικοκυρά, πως δεν έπρεπε να φέρει μαζί της την όμορφη και ψηλή υπηρέτριά της «κοτζάμ αναρρούσα παιδί μ’».

Όχι μόνο στον τίτλο του μυθιστορήματος, αλλά και σε όλο το κειμενο ο Ανετάκης χρησιμοποιεί λέξεις ιδιωματικές, από ντοπιολαλιές, που τις επεξηγεί συνήθως σε υποσημείωση, αλλά και βλάχικες στους διαλόγους, αφού το μυθιστόρημά του εκτυλίσσεται στην Πικρολίμνη, ένα (φανταστικό) κεφαλοχώρι ανάμεσα Μέτσοβο και Τρίκαλα, που κατοικείται από Βλάχους (στις «Ευχαριστίες» ο συγγραφέας ευχαριστεί τον φίλο μας τον Voulagx για τη βοήθειά του σε θέματα βλάχικης γλώσσας).

Ο αφηγητής, ο μπεστσελερίστας συγγραφέας Δάμος Σαρμάκος, έπειτα από ένα δύσκολο διαζύγιο και καθώς η έμπνευση τον έχει εγκαταλείψει, δέχεται την πρόσκληση ενός γκαρδιακού φίλου από τον στρατό, που του παραχωρεί δωρεάν κατάλυμα στο σπίτι του, στη μικρή λουτρόπολη Πικρολίμνη, πλάι στην ομώνυμη λίμνη. Η ιστορία του χωριού είναι μακραίωνη, γεμάτη θρύλους, αρχαία έθιμα και καλοκρυμμένα μυστικά, αλλά σταδιακά ο αφηγητής ανακαλύπτει πως δεν είναι όλα ξεχασμένα και περασμένα. Αυτός, ο ξενομερίτης, θα βρεθεί άθελά του στο κέντρο της δίνης -με πολλές σημασίες της λέξης.

Δεν θέλω να σποϊλάρω οπότε δεν θα περιγράψω την υπόθεση. Πάντως, η φαντασία του Ανετάκη αποδεικνύεται γόνιμη και συναρπαστική, χωρίς να πέφτει στην ευκολία του αχαλίνωτου υπερφυσικού. Το μυθιστόρημα, είδος βαλκανικού θρίλερ, το διάβασα μονοκοπανιά και το χάρηκα και δεν είναι υπερβολή να πω ότι δίνει υλικό για καλή ταινία -μέχρι και κυνηγητά με Μάζντα σε χωματόδρομους έχει.

Θα παρουσιάσω φυσικά ένα κομμάτι από το βιβλίο. Αν είχαμε συλλογή διηγημάτων, θα αναδημοσίευα ένα από τα διηγήματα. Με το μυθιστόρημα η λύση δεν είναι τόσο απλή. Διάλεξα λοιπόν ένα εισαγωγικό κεφάλαιο, το δεύτερο, όπου ο αφηγητής μαθαίνει από έναν γέροντα την ιστορία του χωριού. Μια και εδώ λεξιλογούμε, το συγκεκριμένο κεφάλαιο προσφέρεται αφού βρίθει από ιδιωματικούς όρους.

Ο αφηγητής, μόλις έχει φτάσει στην Πικρολίμνη. Από μια παρέα στο καφενείο άκουσε κάτι για τους θρύλους του χωριού, που του κίνησε την περιέργεια, και σκέφτεται να μάθει περισσότερα, μήπως μπορέσει να τα εντάξει στο μυθιστόρημα που προσπαθεί να γράψει. Ο φίλος του ο Ηλίας, όμως, δεν μπορεί να του χρησιμέψει ως πηγή διότι δεν πιστεύει στα παραμύθια αυτά και τα περιφρονεί.

(…)

Λίγες μέρες αργότερα, μόλις γυρίσαμε από τα χωράφια, που είχαμε πάει να ποτίσουμε, καθίσαμε στο τραπέζι για φαγητό. Είδα το ζεύγος ν’ ανταλλάζουν πλάγιες ματιές κι έπιασα τον φίλο μου να χαϊδεύει το γόνατο της συμβίας του στα κλεφτά, κάτω από το τραπέζι. Ο παππούς του Ηλία, ο συνονόματος, πλατάγιζε αμέριμνος τη μασέλα του, καθώς καταβρόχθιζε το κοκκινιστό με τα μακαρόνια, δίχως να παραλείψει να παινέψει τη νύφη του, τι χρυσοχέρα που ήταν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 72 Σχόλια »

Διακεκαυμένα μεζεδάκια πάλι

Posted by sarant στο 26 Ιουνίου, 2021

Διακεκαυμένα, επειδή περνάμε καύσωνα. Πάλι, επειδή τον ίδιο τίτλο τον έχω ήδη χρησιμοποιήσει σε παλιότερο άρθρο, γραμμένο, κατά σύμπτωση, περίπου τέτοια εποχή, πριν από εφτά χρόνια (παρά δύο μέρες). Όχι ότι δεν είχαμε καύσωνες στο ενδιάμεσο διάστημα, αλλά δεν έτυχε να μπουν σε τίτλο σαββατιάτικου άρθρου.

* Βέβαια, θα μπορούσα να δώσω το όνομα «πιλοτικά μεζεδάκια», όπως είχε προτείνει φίλος του ιστολογίου για το άρθρο του περασμένου Σαββάτου, μια και όλη τη βδομάδα στις ειδήσεις πρωταγωνιστούσε το έγκλημα στα Γλυκά Νερά, και, το χειρότερο, η προσπάθεια αγιογράφησης του καθ’ ομολογίαν δράστη του, με άλλους και άλλες να τον λένε γοητευτική προσωπικότητα και άλλους και άλλες να τον θεωρούν σοβαρό και μετρημένο.

Αλλά το πρώτο μας μεζεδάκι είναι ιατροδικαστικό, αφού αφορά τις δηλώσεις της ιατροδικάστριας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο, έκρινε ότι ο πιλότος «χωρίς κρανίο εγκεφαλικές κακώσεις» ήταν αδύνατο να είχε παραμείνει επί 2 ώρες σε κατάσταση αναισθησίας.

Η φρικτή σχιζολεξία εμφανίζεται και άλλη φορά στο κείμενο και κατά πάσα πιθανότητα πρέπει να τη χρεώσουμε όχι άμεσα στον συντάκτη αλλά στον κορέκτορα. Πράγματι, σε πολλές κινητές συσκευές ο κορέκτορας αυτομάτως χωρίζει τις μεγάλες λέξεις ιδίως όταν τα συστατικά τους μέρη στέκονται και μόνα τους, όπως εδώ που οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις αναλύονται σε «κρανίο εγκεφαλικές».

Βέβαια, και ο συντάκτης πρέπει να κοιτάζει και να διορθώνει.

* Και συνεχίζουμε με ένα μεζεδάκι από τις γαλλικές εκλογές της περασμένης Κυριακής (αύριο θα έχουμε τον δεύτερο γύρο). Μια ακυρολεξία από άρθρο της ΕφΣυν:

Οι προοπτικές, για το κεντρώο κόμμα του Μακρόν δεν είναι και οι καλύτερες καθώς αναμένεται να καρπωθεί την απογοήτευση του κόσμου από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές και της δυσαρέσκειας των αγροτών που υποστήριξαν τα «κίτρινα γιλέκα»

Όμως, το «καρπώνομαι κάτι» σημαίνει «εκμεταλλεύομαι το κέρδος, απολαμβάνω την ωφέλεια από κάτι», όχι υφίσταμαι τις συνέπειες.

Εδώ θα ταίριαζε το χρεώνομαι, θαρρώ.

* Ο δήμος Αθηναίων πήρε πρόσφατα την απόφαση να τιμήσει τη μνήμη του Νεκτάριου Σάββα, του αστυνομικού που είχε δολοφονηθεί το 2009 στα Πατήσια από τη Σέχτα Επαναστατών. Αφενός ανέγειρε μνημείο στον δολοφονημένο αστυνομικό και αφετέρου έδωσε το όνομά του στον δρόμο στον οποίο έγινε η δολοφονία.

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Η τιμή στον Ν. Σάββα σήμαινε την έξωση του Λάμπρου Πορφύρα.

Ο δήμος Αθηναίων (όπως και πολλοί άλλοι δήμοι του Λεκανοπεδίου) είχε τιμήσει τον Πορφύρα δίνοντας τ’ όνομά του σε έναν μικρό δρόμο -μικρόν, αλλά σε ωραίο σημείο, πλάι στο πάρκο Δρακοπούλου στα Πατήσια, και με καλή παρέα: εκεί κοντά είναι ο Λασκαράτος, ο Μαβίλης, ο Κων. Θεοτόκης, ο Εμμ. Λυκούδης, ο Σπυρίδων Βασιλειάδης, ο πατριώτης στιχοπλόκος Ματσούκας.

Τώρα, ο Πορφύρας εξοβελίστηκε. Αν έκρινε σκόπιμο ο κ. δήμαρχος να τιμήσει τη μνήμη του αρχιφύλακα που έπεσε στο καθήκον, γιατί να εξώσει τον Πορφύρα; Θα μπορούσε πιθανώς να δοθεί το νέο όνομα σε ένα τμήμα του δρόμου, το έξω από το πάρκο. Ή, να μετονομαστεί ένας άλλος, κοντινός και με ουδέτερο όνομα, δρόμος σε Λάμπρου Πορφύρα, ώστε να αναπληρωθεί το κενό. Απλώς, δεν το σκέφτηκαν, ίσως διότι δεν ξέρουν ποιος είναι ο Λάμπρος Πορφύρας, ο τρυφερός και ταπεινός κυρ Δημητράκης Σύψωμος, που διαβάζεται ακόμα και έχει κατακτήσει μια θέση ανάμεσα στις θαυμαστές χαμηλές φωνές της ποίησής μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λάθη του κορέκτορα, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μονοτονικό, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 235 Σχόλια »

Βεγγαλικά στο μπανγκαλόου

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2021

Ή όπως αλλιώς το γράφουμε. Οι δυο λέξεις του τίτλου έχουν κοινή καταγωγή, κάτι που ίσως δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού και που μας δίνει το θέμα για το σημερινό σύντομο άρθρο.

Και οι δυο αυτές λέξεις, λοιπόν, έλκουν την καταγωγή τους από τις μακρινές Ινδίες -και, ειδικότερα, από την βορειοανατολική πλευρά της ινδικής υποηπείρου. Είναι πολλές οι λέξεις με απώτερη ινδική προέλευση που έχουμε στο λεξιλόγιό μας και κάποιες από αυτές έχουν γίνει διεθνείς όροι και έχουν περάσει σε πολλές γλώσσες μέσω των αγγλικών, από τον καιρό της αποικιοκρατίας, χωρίς να φαίνεται η αρχική τους προέλευση.

Παράδειγμα, το τανκς ή τανκ, από το αγγλ. tank, που σημαίνει όχι μόνο το τεθωρακισμένο άρμα μάχης αλλά και τη δεξαμενή, που ήταν και η αρχική σημασία -και που έχει ινδική προέλευση. Όπως και το σαμπουάν, που επίσης ανάγεται στο αγγλ. shampoo, επίσης φερμένο από την Ινδία.

Έτσι και το μπάνγκαλοου. Εμείς χρησιμοποιούμε τον όρο για μονόροφα ενοικιαζόμενα καταλύματα που ανήκουν σε ξενοδοχειακό συγκρότημα. Σε αντιδιαστολή με τα δωμάτια του ξενοδοχείου, που είναι το ένα πλάι στο άλλο, τα μπάνγκαλοου είναι αυτόνομα σπιτάκια και συνήθως έχουν μεγάλες βεράντες.

Σε μας η λέξη ειναι δάνειο από το αγγλικό bungalow, αλλά η αγγλική λέξη είναι αγγλοϊνδικής προέλευσης και ανάγεται στο bangalo της γλώσσας Γκουτζαράτι, και αυτό στο bangla της Χίντι, που κατά λέξη σημαίνει «της Βεγγάλης», δηλαδή «σπίτι χτισμένο στο στιλ της Βεγγάλης», που χρησιμοποιήθηκε αρχικώς για μονόροφα οικήματα με αχυροσκεπή.

Αρχικά τα σπίτια αυτά θα ήταν καλύβες ίσως, αλλά στην αγγλοκρατούμενη Ινδία ο όρος bungalow χρησιμοποιήθηκε τελικά για τα σπίτια των Άγγλων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ληξιαρχείο, Γλωσσικά ταξίδια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 127 Σχόλια »

Τα τάλιρα της κοιλάδας

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2021

Τάλιρα βεβαίως δεν υπάρχουν σήμερα, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης. Μια από τις παράπλευρες συνέπειες της εισαγωγής του ευρώ πριν από 20+ χρόνια, ήταν και ότι έθεσε υπό αμφισβήτηση όλους τους όρους που υπήρχαν για να δηλώνουν διάφορες αξίες κερμάτων της εποχής της δραχμής: το δίφραγκο και το τάλιρο κυρίως, αλλά ακόμα και το δεκάρικο και το εικοσάρικο.

Βέβαια, η γλώσσα είναι συντηρητική. Κι αφού ακόμα επιζούν στην ομιλία μας οι παράδες (ή δεν επιζούν;) και τα φράγκα, που έχουν πάψει να ισχύουν εδώ και πολλές πολλές δεκαετίες, αιώνες μάλλον, λογικό είναι και το δίφραγκο και το τάλιρο να αντισταθούν για κάποιο διάστημα στην επίθεση του δίευρου και του πεντάευρου (εγώ τα κλίνω, και τα γράφω «δίευρο», «πεντάευρο»).

Τέλος πάντων, αφού ακόμα τα θυμόμαστε τα τάλιρα, καλό είναι να τους αφιερώσω το σημερινό άρθρο, στο οποίο, σας προειδοποιώ, θα πω μερικά πράγματα που τα έχω ήδη ξαναγράψει, αν και θα προσθέσω και πολλά καινούργια.

Το τάλιρο λοιπόν ήταν το κέρμα των πέντε δραχμών. Πρόκειται για δάνειο από το ιταλ. tallero ή από το βενετικό talaro, αλλά η ετυμολογία της λέξης μάς πηγαίνει αρκετά βορειότερα.

Tal στα γερμανικά είναι η κοιλάδα. Λοιπόν, στην κοιλάδα του Αγίου Ιωακείμ, που σήμερα βρίσκεται στην Τσεχία και λέγεται Jachymov, αλλά στη γερμανοκρατούμενη Βοημία λεγόταν Joachimsthal με την τότε ορθογραφία, υπήρχε ασήμι, από το οποίο έκοψαν το 1519 ωραία αστραφτερά ασημένια νομίσματα, που τα είπαν, όχι με πολλή φαντασία είναι η αλήθεια, Joachimsthaler. Τα νομίσματα αυτά είχαν, ως φαίνεται, μεγάλο σουξέ, και η συγκεκομμένη λέξη thaler περνάει στις άλλες γερμανικές διαλέκτους, και κατηφορίζει ως την Ιταλία, ως tállero, από την οποία την πήραμε κι εμείς, τάλιρο, αν και μπορεί ο δανεισμός όπως είπα να έγινε από τον βενετικό τύπο, αφού και στη χώρα μας υπάρχει ο τύπος «τάλαρο» που μπορεί να είναι παλιότερος.

Βέβαια, αν είστε οπαδοί του Γκας Πορτοκάλος, όπως η αείμνηστη κ. Τζιροπούλου, θα προτιμήσετε μιαν ελληνοπρεπή (παρ)ετυμολογία, και θα προσφύγετε στον ομηρικό «τάλαρο», που σημαίνει «καλάθι», λέξη που μάλιστα επιβιώνει σε διαλεκτικές μορφές και σήμερα (ταλάρια στην Ήπειρο και στην Κύπρο) -και αφού συμβαίνει τα μέτρα βάρους ή όγκου να χρησιμοποιούνται και για ονομασίες νομισμάτων, ποιος μας πιάνει, η παρετυμολογία είναι έτοιμη, κι αν κάποιος παρατηρήσει ότι κάνετε άλματα χιλιετιών τον προσπερνάτε αγέρωχα, τον ανθέλληνα.

Επιστρέφουμε στην επιστημονική ετυμολογία, που έχει να μας δώσει κι άλλα ταξίδια. Διότι το thaler δεν κατηφόρισε μονάχα στα μέρη μας. Αφού αποτέλεσε το πιο διαδεδομένο νόμισμα στη βόρεια Γερμανία και στις σκανδιναβικές χώρες, πέρασε και στα ολλανδικά ως daler και από εκεί το πήραν οι Εγγλέζοι ως dollar.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γκας Πορτοκάλος, Ετυμολογικά, Νομίσματα, Ομοιοκαταληξία, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: , , , , , | 154 Σχόλια »

Γυναικοκτονία, όρος που καθιερώνεται

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2021

Απολογήθηκε χτες ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος, ο καθ’ ομολογίαν δράστης της αποτρόπαιης γυναικοκτονίας στα Γλυκά Νερά, της πολύκροτης αυτής υπόθεσης που δίκαια έχει αιχμαλωτίσει την προσοχή της κοινής γνώμης.

Όπως φαίνεται, αφού στραγγάλισε την εικοσάχρονη γυναίκα του, σκότωσε τον σκύλο της οικογενειας, έφερε το μωρό τους και το απίθωσε πλάι στο πτώμα και μετά δέθηκε κι ο ίδιος ώστε να σκηνοθετήσει ληστεία μετά φόνου -και τότε κάλεσε την αστυνομία. Προηγουμένως, ώρες πριν από το φονικό, είχε αφαιρέσει τις κάρτες μνήμης από τις κάμερες του σπιτιού, κάτι που συντριπτικά αποδεικνύει προμελέτη.

Στους αστυνομικούς που έσπευσαν ανταποκρινόμενοι στην έκκλησή του, είπε ότι είχαν μπει στο σπίτι τους τρεις ληστές που μιλούσαν σπαστά ελληνικά και ότι αυτοί σκότωσαν την εικοσάχρονη Καρολάιν επειδή φώναζε για το παιδί της.

Το σενάριο του πιλότου έπασχε σε πολλά. Το κινητό του τηλέφωνο έδειξε ότι μετακινιόταν την ώρα που θα έπρεπε να είναι δεμένος. Το βιομετρικό ρολόι της δολοφονημένης έδειξε ότι ο στραγγαλισμός έγινε ενώ κοιμόταν και σε άλλη ώρα από την υποτιθέμενη. Η ιατροδικάστρια πρόσεξε αμέσως ότι τα σημάδια από τα σχοινιά στα χέρια και τα πόδια του δεν αντιστοιχούσαν σε πολύωρο σφιχτό δέσιμο, παρόλο που οι αστυνομικοί που μπήκαν στον χώρο έλυσαν τον πιλότο χωρίς να τον φωτογραφίσουν δεμένο.

Φαίνεται λοιπόν περίεργο πώς τέτοιες οφθαλμοφανείς αντιφάσεις δεν έγιναν νωρίτερα αντιληπτές και δεν έστρεψαν νωρίτερα τον προβολέα στον 32χρονο πιλότο. Διότι βέβαια επί σαράντα μέρες μετά το συμβάν διαβάζαμε αισιόδοξες διαρροές, ότι επίκειται η σύλληψη των τριών δολοφόνων, ότι η αστυνομία έχει «κατά 80%» ταυτοποιήσει τον ένα, ακόμα και το πρωί του μνημοσύνου της Καρολάιν ότι «στο στόχαστρο των αρχών βρίσκονται τρία άτομα αλβανικής καταγωγής».

Πέρα από το ξενοφοβικό μίσος που καλλιεργούσαν αυτές οι διαρροές, ένας άτυχος Γεωργιανός όχι απλώς συνελήφθη ως ύποπτος αλλά και, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, βασανίστηκε για να ομολογήσει (ναι, τέτοια πράγματα δεν γίνονται σε ευρωπαϊκή χώρα): «Τέσσερις μέρες με είχαν δεμένο σε μια καρέκλα. Με χτυπούσαν άσχημα, ζαλιζόμουν κ όταν κουραζόταν ο ένας, συνέχιζε ο άλλος. Δεν με ρωτούσαν τίποτα, μόνο μου έλεγαν να ομολογήσω ότι σκότωσα την κοπέλα. Δεν ήξερα για ποια κοπέλα μιλούσαν. Μου έλεγαν, εσύ τη σκότωσες». (Αν είναι ακριβής η καταγγελία, αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν ο άτυχος Γεωργιανός δεν άντεχε και ομολογούσε…)

Βέβαια, θα μπορούσε ο Μπάμπης να θεωρείται εξαρχής ύποπτος και όλες αυτές οι διαρροές να είναι σκόπιμες για να τον αποκοιμίσουν. Ωστόσο, ο συνήθως πληροφορημένος δημοσιογράφος Βασ. Λαμπρόπουλος μεταφέρει άλλη εικόνα, αφού: «αρμόδιοι παράγοντες δήλωναν «ότι με τον Μπάμπη δεν υπάρχει κανένα θέμα, πιστεύουμε την κατάθεση του, δεν υπάρχει σκηνοθεσία και ψάχνουμε να βρούμε τους κακοποιούς». Υποστηρίζοντας ακόμη ότι «υπάρχει πολυετής εμπειρία σε στελέχη της ΕΛ.ΑΣ που θα εντόπιζαν αμέσως αν ο πιλότος έλεγε ψέματα. Κι αφού αυτοί έρχονταν σε επαφή μαζί του για πολλές ώρες».» Ίσως κάποιες υπηρεσίες να είχαν πιστέψει το παραμύθι του πιλότου και κάποιες άλλες όχι, πάντως αυτά κι αυτά έχουν δημιουργήσει σε πολλούς την εντύπωση ότι ο νεαρός πιλότος είχε (ή έχει) γερές πλάτες, που προσπάθησαν να τον προστατέψουν.

Το βέβαιο είναι ότι, μόλις ομολόγησε ο Αναγνωστόπουλος, και μαθεύτηκε ότι την Καρολάιν δεν την σκότωσαν ληστές που μιλούσαν σπαστά ελληνικά αλλά ο σύζυγός της, ο Έλληνας εύπορος επιτυχημένος σύζυγός της, ως διά μαγείας σταμάτησαν οι αναφορές στον «εικοσάχρονο άγγελο» που τόσο βάναυσα δολοφονήθηκε πλάι στη μικρή του κόρη.

Αντίθετα, πολλοί άρχισαν να ρίχνουν μερίδιο ευθύνης στο θύμα. Είτε με τη μπρουτάλ ιταμότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης («η δύστροπη αγγλοφιλιππινέζα που δεν ήξερε να κρατήσει το σπίτι της») είτε με την εκλεπτυσμένη παντοδυναμία των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών, που έδωσαν στη δημοσιότητα επιλεγμένα αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Καρολάιν, κατά παράβαση κάθε δεοντολογίας, αποσπάσματα που την παρουσίαζαν νευρική και βίαιη, με τίτλους όπως «τον απειλούσε με διαζύγιο». Και το αποκορύφωμα ήταν η δικαιολογία που επιστράτευσε η Ιωάννα Μάνδρου, ότι ο πιλότος ναι μεν σκότωσε την Καρολάιν, αλλά η συγκρότησή του δεν του επέτρεψε να την τεμαχίσει!

Αλλά εμείς είμαστε γλωσσικό ιστολόγιο και λεξιλογούμε. Οπότε, ανάμεσα στα πάρα πολλά ενδιαφέροντα αυτής της πολύκροτης υπόθεσης, είναι και ένα γλωσσικό θέμα: η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» για το συγκεκριμένο έγκλημα και η οργισμένη αντίθεση αρκετών στη χρήση αυτού του όρου.

Το συνηθισμένο επιχείρημα, που ακούστηκε και πάλι, ήταν: Γιατί γυναικοκτονία και όχι ανθρωποκτονία; Δεν είναι άνθρωποι οι γυναικες;

Βέβαια αυτό μάλλον σόφισμα είναι παρά επιχείρημα, θυμίζει δε το αντίστοιχο των τραμπικών στην Αμερική, που αντιπαραθέτανε στο Black Lives Matter το αντισύνθημα All Lives Matter.

Καλά απάντησε σε αυτό ο συγγραφέας Αύγουστος Κορτώ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δύο φύλα, Δικαιώματα, Επικαιρότητα, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , | 207 Σχόλια »

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – 21

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2021

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη, το ιστορικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες». Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή πρώτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βάζω μαζι και τις υποσημειώσεις, παρόλο που είναι πάρα πολλές.

Πλησιάζουμε πια στο τέλος. Το σημερινό 15ο κεφάλαιο είναι το τελευταίο του βιβλίου -ακολουθεί όμως και ένας «απολογητικός επίλογος». Και σε αυτό το τελευταίο κεφάλαιο θα δούμε τη βιογραφία «ενός άλλου σπουδαίου ανθρώπου».

15

ΟΡΘΩΣ ΟΙΚΙΖΟΜΕΝΗ ΠΟΛΙΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ ΣΤΑΣΙΑΖΟΥΣΗΣ ΔΕΙΣΘΑΙ

Σταματώ στο σημείο αυτό την αφήγησή μου. Η ιστορία μου άρχισε τον καιρό που κυβερνούσε ο Σεβαστός-Αύγουστος Καίσαρας και τελειώνει λίγο πριν δολοφονηθεί ο Δομιτιανός, περισσότερο από εκατό χρόνια μετά. Προσπάθησα να περιγράψω τη ζωή και τη δράση τριών (ή τεσσάρων άν συνυπολογίσω και τον Ιωάννη τον Βαπτιστή) θαυμαστών ανθρώπων, των μαθητών τους και όσων αργότερα ακολούθησαν τα βήματά τους. Δεν πρέπει εντούτοις να αγνοηθεί το γεγονός ότι, παρά τη φλογερή ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων αυτών και τη δύναμη των ιδεών τους, η επιρροή τους, για πολλά χρόνια, έμεινε περιορισμένη στην Παλαιστίνη και τις κοντινές μ’ αυτήν περιοχές. Μερικές από τις ιδέες τους ξεχάστηκαν, κάποιες διαστρεβλώθηκαν και παραποιήθηκαν, ενώ άλλες επέζησαν και αργότερα αποτέλεσαν τη βάση πολλών νέων πίστεων και λατρειών. Παράλληλα, εξ αιτίας των κατακλυσμικών γεγονότων που σάρωσαν την  Παλαιστίνη, η μορφή, η βιογραφία και η δράση των δύο από τους τρεις αυτούς μεγάλους ανθρώπους, του Ζηλωτή και του Πρίγκηπα, ξεθώριασαν, λησμονήθηκαν και τελικά ενσωματώθηκαν στη μορφή, τη δράση και τη διδασκαλία του τρίτου, του Διδάσκαλου, η οποία, χάρη σ’ έναν ακόμη μεγάλον άνθρωπο, τον Παύλο, έγινε η βάση μιας καινούργιας, παγκόσμιας, θρησκείας. Αδιαμόρφωτη και ανομοιογενής ακόμα, περιείχε εντούτοις όλα εκείνα τα στοιχεία, που θα την έκαναν αυτό που ονομάζουμε Χριστιανισμό. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Οι άνθρωποι της ιστορίας μου όμως δεν ήταν οι μόνοι διδάσκαλοι και προφήτες, που έζησαν σ’ αυτήν την εποχή. Οι καιροί εκείνοι γεννούσαν διδάσκαλους, προφήτες και κήρυκες. Οι άνθρωποι ζούσαν στην αβεβαιότητα, το άγχος και την αγωνία και ζητούσαν παραμυθία και λύτρωση. Είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις αρχαίες αρετές και εγκατέλειψαν τις αξίες και τα οράματα, τα οποία εντούτοις είχαν δημιουργήσει το μεγαλείο της Αρχαίας Ελλάδας. Οι μεν σκεπτόμενοι είχαν παραδοθεί στις μυστικιστικές παρηγορίες των Νεοπλατωνικών και των Γνωστικών, οι δε λοιποί στην πιο χοντροκομένη δεισιδαιμονία1.

Θα ήθελα λοιπόν να κλείσω την αφήγησή μου, αναφερόμενος σε έναν άλλον σπουδαίον άνθρωπο, ξεχασμένον ίσως σήμερα, πιο κοντινόν όμως σε όσους μετέχουμε της ελληνικής παιδείας, σε ένα Θείον Άνδρα, τον  μεγάλο  διδάσκαλο   Απολλώνιο τον  Τυανέα, που εμφανίστηκε την  ίδια περίπου εποχή με  τον Ιησού το Ναζωραίο και  τον Παύλο2 και έδρασε και δίδαξε σε πολύ ευρύτερη γεωγραφική περιοχή και για περισσότερο χρόνο, αφού πέρασε τα εκατό χρόνια ζωής. Όπως όλοι αυτοί οι κήρυκες, προφήτες και δασκάλοι, Ναζωραίοι, Εβιωναίοι, Χριστιανοί, Γνωστικοί, Στωικοί και Νεοπλατωνικοί, έτσι και ο Απολλώνιος είχε τον ίδιο σκοπό: να λευτερώσει τον άνθρωπο από την αγωνία, να τον παρηγορήσει και να του δείξει έναν άλλο δρόμο ζωής.

Στηριγμένος στην παράδοση του Πυθαγόρα και συνδυάζοντας τη φιλοσοφία με τον ασκητισμό, τη θεουργία με τη φιλοκαλία, δίδασκε πως η λύτρωση θα έρθει με την αυτογνωσία  και την ηθική ολοκλήρωση του ανθρώπου, μέσα από την άσκηση και την εγκράτεια.

*  *  *

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Θρησκεία, Ιστορία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , , | 64 Σχόλια »

Μ’ αρέσει να ‘σαι μάγκισσα (μια συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2021

Πριν από δέκα μέρες είχαμε δημοσιεύσει μια συνεργασία  του φίλου μας του Κόρτο για την αντιμετώπιση ορισμένων πολύκροτων εγκλημάτων από το ρεμπέτικο του μεσοπολέμου, και τότε είχα αναφέρει ότι επρόκειτο για πρόγευση μιας εκτενέστερης μελέτης του. Σήμερα, που είναι αργία (για ορισμένους, τουλάχιστον) και άρα έχουμε περισσότερο χρόνο για διάβασμα, δημοσιεύω αυτή την εκτενέστερη μελέτη, προσθέτοντας μόνο ένα γιουτουμπάκι του Χιώτη. 

Καμαρώνω που το ιστολόγιο στάθηκε αφορμή για μια τόσο αξιόλογη μελέτη, με υλικό που κάλλιστα θα μπορούσε να γίνει βιβλίο. Καθώς τη διαβάζω, συλλογίζομαι ότι πολλές της παράγραφοι θα μπορούσαν να αναπτυχθούν σε αυτοτελή άρθρα. Αλλά δεν θέλω να σας κουράσω με τα δικά μου. Θυμίζω μόνο πως ο Κόρτο μάς είχε δώσει το 2018 μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο, όπως και ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο.

 

Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ’ ΣΑΙ ΜΑΓΚΙΣΣΑ

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ ΜΑΓΚΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΙΚΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΛΑΪΚΗΣ ΑΠΗΧΗΣΕΩΣ (ΤΕΛΗ 19ΟΥ ΑΙΩΝΟΣ – ΔΕΚΑΕΤΙΑ ’50)

Προλεγόμενα

Το κάτωθι άρθρο φιλοδοξεί να αποτελέσει μία σταχυολόγηση μοτίβων στα οποία απεικονίζεται η γυναίκα του μάγκικου κοινωνικού στρώματος, κατά την διάρκεια ακμής του φαινομένου, δηλαδή από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνος μέχρι τα μισά περίπου της δεκαετίας του 1950. Οι αναφορές εξάγονται κατά κύριο λόγο από το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά και από άλλες μορφές συναφούς τέχνης λαϊκής εμπνεύσεως ή απηχήσεως, όπως και από ορισμένες δημοσιογραφικού ή ιστορικού τύπου πληροφορίες. Το ζητούμενο είναι η απόδοση των κυριότερων στοιχείων με τα οποία τυποποιήθηκε η μάγκισσα, όπως την αναγνωρίζουμε σήμερα. Πρόκειται δηλαδή για μία επιτομή λαογραφικών καταγραφών, αφού επικεντρώνεται στην μελέτη του αστικού λαϊκού μας πολιτισμού -και όχι μία εργασία κοινωνιολογικού περιεχομένου, η οποία θα απαιτούσε μία εντελώς διαφορετική μεθοδολογία.

Όπως και στο σχετικό άρθρο της 11/ 6/ 2021, εκφράζω τις θερμές μου ευχαριστίες στον Νίκο Σαραντάκο για την παρότρυνσή του να συντάξω το κείμενο και για την προθυμία του να το δημοσιεύσει. Ευχαριστώ εξίσου τον φίλο Γιάννη Ιατρού, και όσους φίλους σχολιαστές του παρόντος ιστολογίου έδειξαν ενδιαφέρον για μία τέτοια δημοσίευση. Και ακόμα οφείλω πολλές ευχαριστίες στον συγγραφέα και μελετητή του ρεμπέτικου Κώστα Βλησίδη, ο οποίος προθύμως μας προσέφερε πολύτιμο υλικό για την Ειρήνη την τεκετζού και για την Μαρία Γουλανδρή από το προσωπικό του αρχείο.

 

Τι εστί μάγκισσα

Το σημασιολογικό εύρος του όρου «μάγκας» και των συνωνύμων του βρίσκεται σε σχεδόν ισότιμη αναλογία με την σημασία των αντιστοίχων θηλυκών τύπων. Η μάγκισσα, η μόρτισσα, η μαγκίτισσα, η μαγκιόρα (ή μαγγιώρα), η αλανιάρα, η ντερβίσαινα, η ντερμπεντέρισσα, η ασίκισσα, η βλάμισσα, η μποέμ και η μποέμισσα, αλλά και κατά κάποιον τρόπο και η μπαγιαντέρα, η σατράπισσα και ο θηλυκός σατράπης, καθώς και ένα πλήθος άλλων σχετικών λέξεων, λίγο πολύ χρησιμοποιούνται στον λαϊκό λόγο αδιακρίτως, περιγράφοντας γυναίκες με διαφορετικά κοινωνικά, ηθικά ή ψυχολογικά γνωρίσματα. Στα ρεμπέτικα τραγούδια και στον σχετιζόμενο λαογραφικό πλούτο της εποχής της δημιουργίας τους (από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τις αρχές της δεκαετίας του ’50 περίπου) παρουσιάζεται μία ποικιλία γυναικών οι οποίες ανήκουν σε διάφορες ανθρωπολογικές ταξινομήσεις. Αναφέρονται εργαζόμενες (εργάτριες, δούλες, παραμάνες, μοδίστρες, πλύστρες, μικροπωλήτριες κλπ) ή άεργες. Παρουσιάζονται άγαμες, χήρες, ζωντοχήρες ή παντρεμένες. Άλλες είναι παραβατικές ή περιθωριακές και άλλες έντιμες, ενταγμένες στην ευρύτερη λαϊκή κοινωνία. Ως προς την καταγωγή καταγράφονται προσφυγοπούλες ή ντόπιες, από διάφορα μέρη της Ελλάδος – αλλά ακόμα και ξένες. Σε χαρακτηρολογικό επίπεδο γίνεται λόγος για κουτσομπόλες, τσιγκούνες, σπάταλες, γκρινιάρες, επιθετικές, παιχνιδιάρες, καλόκαρδες, ερωτικές, σοβαρές, έκλυτες, πιστές ή άπιστες, άλλες που είναι δύσκολες στην επιλογή γαμπρού και άλλες που επιδιώκουν εντόνως στεφάνι.

Σε πολλές από αυτές τις γυναίκες, όχι όμως σε όλες, αποδίδεται ο χαρακτηρισμός της μάγκισσας ή των σχετικών συνωνύμων πολυτρόπως. Σε κάθε περίπτωση ως μάγκισσα νοείται γυναίκα των μεσαίων λαϊκών έως και των πολύ χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων. Αν και είναι εξαιρετικώς δύσκολο να διατυπωθεί μία πλήρης κατηγοριοποίηση των σημασιών της λέξης, ωστόσο -με έναν μεγάλο βαθμό γενίκευσης- διακρίνονται οι εξής τρόποι με τους οποίους χρησιμοποιείται:

  • ως επιθετικός προσδιορισμός για την προσωπικότητα μίας γυναίκας, κυρίως με επαινετικό πρόσημο (αν και όχι πάντα) σε σχέση με την αποφασιστικότητα, τον δυναμισμό, το πνεύμα ελευθερίας και την ευθύτητα της ή σε σχέση με την εξυπνάδα και την πονηριά της , η λεγόμενη καταφερτζού.
  • ως επαινετικός χαρακτηρισμός για την γοητεία και την ομορφιά μίας γυναίκας, όμως δύσκολης για ερωτική κατάκτηση, τρόπον τινά γυναίκα του μπελά, ασχέτως της κοινωνικής της τοποθέτησης.
  • με την σημασία της μερακλούς, της γυναίκας που ζει ή θέλει να ζει ανέμελα, προτάσσοντας την διασκέδαση, το κέφι και την καλοπέραση, αντί την τακτοποιημένη καθημερινότητα. Τρόπον τινά το πλησιέστερο συνώνυμο είναι η μποέμισσα.
  • ως συνώνυμο της ρεμπέτισσας, της γυναίκας του λαϊκού τραγουδιού και γενικότερα των λαϊκών καλλιτεχνίδων. Αυτός ο προσδιορισμός όμως είναι μάλλον προβληματικός, διότι οδηγεί σε παρερμηνείες.
  • με την σημασία της γυναίκας του περιθωρίου ή του υποκόσμου, η οποία μπορεί να ακολουθεί παραβατικές ή ανήθικες πρακτικές οποιασδήποτε μορφής. Αυτός πρέπει να θεωρηθεί ως ο χαρακτηρισμός που πλησιάζει περισσότερο στην πρωταρχική σημασία της λέξης «μάγκας».

Τουλάχιστον στα ρεμπέτικα τραγούδια δεν φαίνεται να προηγείται χρονικώς σε σημαντικό βαθμό κάποια από αυτές τις σημασιολογικές αποκλίσεις. Για παράδειγμα ήδη το 1919 ο Τούντας στο τραγούδι «η εύθυμος χήρα», ή αλλιώς «η ζωντοχήρα» με ερμηνεία της Μαρίας Σμυρναίου (δεύτερη εκτέλεση το 1926 ως «η μόρτισσα» με τον Βαγγέλη Σωφρονίου), η λέξη «μόρτισσα» χρησιμοποιείται κυρίως ως έκφραση προσδιοριστική των ερωτικών θέλγητρων μίας μικρής: «Μια μόρτισσα θεότρελη τσαχπίνα και τσακίρα/ μ’ έχει σηκώσει το μυαλό έμορφη ζωντοχήρα». Στον εν λόγω στίχο δεν προτάσσονται ιδιαίτερα κοινωνιολογικά γνωρίσματα της «μόρτισσας», παρά μόνον στοιχεία της τσαχπίνικης προσωπικότητάς της. Παρόμοια παραδείγματα βρίσκονται σε διάφορα άλλα ρεμπέτικα, π.χ. «η βλάμισσα» του Γιοβάν Τσαούς (1936 με τον Στελλάκη Περπινιάδη): «Μέρες και νύχτες περπατώ μέσα στην Δραπετσώνα/ για μια σουλτάνα βλάμισσα, πεντάμορφη κοκκώνα» ή «η μάγκισσα», αλλιώς «με έκαψες ρε μάγκισσα», επίσης του Γιοβάν Τσαούς (1936 πάλι με τον Στελλάκη): «Με έκαψες, ρε μάγκισσα, μου πήρες την καρδιά μου/ με μια μονάχα σου ματιά, μου καις τα σωθικά μου».

Πολλές φορές όλες αυτές οι σημασίες της «μάγκισσας» και των συνωνύμων της εμφανίζονται στον αστικό λαϊκό πολιτισμό συνδυαστικά ή και συγκεχυμένα, ενίοτε με κάποιον βαθμό ασάφειας.

 

Εγώ το πίνω το κρασί, μ’ οκάδες, με γαλόνια και ώρες είν’ μου φαίνεται να βάλω πανταλόνια

Το ντύσιμο και η εξωτερική εμφάνιση του άνδρα της μαγκιάς έχει περιγραφεί, τυποποιηθεί και απεικονιστεί σε δεκάδες τραγούδια, μαρτυρίες, λογοτεχνικά κείμενα, φωτογραφίες και σκίτσα (τζογέ παντελόνι, μυτερά στιβάνια, ζωνάρι, καβουράκι ή τραγιάσκα, μαχαίρι, κομπολόι κλπ). Αντιθέτως στην περίπτωση της μόρτισσας δεν φαίνεται να έχουν σχηματοποιηθεί τυπικά γνωρίσματα ντυσίματος και εμφάνισης. Οι γυναίκες αυτών των κοινωνικών κατηγοριών μάλλον φαίνονται να ακολουθούν την γενικότερη λαϊκή γυναικεία μόδα του άστεως. Ο γυναικείος καλλωπισμός αποτυπώνεται σε διάφορα λαϊκά τραγούδια: «στου Βύρων το συνοικισμό/ μια χήρα είκοσι χρονώ/ με μάτια σουρμελίδικα/ γλυκά και σεβνταλίδικα» ακούγεται στον «Αγαπησιάρη» του Τούντα (μία ηχογράφηση το 1931 με τον Νταλγκά και μία δεύτερη το 1932 με τον Στέφανο Βαζαίο). Οι νέες γυναίκες των αστικών κέντρων του μεσοπολέμου περιποιούνται και βάφουν τα μαλλιά τους1: «Περμανάτες και αρλούμπες, μπούκλες και μυστήρια/ κι υποφέρουν, στο Θεό τους, χίλια δυο μαρτύρια/ για να γίνεται ωραία κάθε μια αλητήρια» ακούγεται στο τραγούδι «Τα ξανθά είναι της μόδας» του Κώστα Καρίπη (1934 με την Ρόζα Εσκενάζυ). Η αξία των κοσμημάτων που φορούν είναι ανάλογη της οικονομικής δυνατότητάς τους: «Στα χέρια σου δυο ψεύτικα έβαλες δαχτυλίδια» γράφει ο Πετροπουλέας στο τραγούδι «η αριστοκράτισσα» σε μουσική του Δημήτρη Σέμση (1937 με τη Τασία Βρυώνη και διασκευή από τον Γιώργο Κατσαρό το 1938 ως «εγώ για σένα ξενυχτώ»). Στο τραγούδι «θα σε κλέψω θα σε πάρω» με στίχους του Μίνωος Μάτσα και μουσική του Σκαρβέλη πάνω σε παραδοσιακή μελωδία (1940, με τον Χατζηχρήστο και τον Μάρκο) διακρίνεται μία ειρωνεία προς την μεγαλομανία των λαϊκών κοριτσιών: «παπούτσια θέλεις να φοράς, σα πολυκατοικία, Ελενίτσα μου/ να σε λένε γκραν κυρία, βρε κουκλίτσα μου».

Έως και στα τέλη του 19ου αιώνα τα μακριά γυναικεία φουστάνια έκρυβαν τα πόδια των ωραίων κορασίδων, η δε θέα γυμνής γυναικείας γάμπας προκαλούσε τον ανδρικό ενθουσιασμό. Ο Τίμος Μωραϊτίνης στις αναμνήσεις του από την παλαιά Αθήνα, μας παραδίδει το λαϊκό δίστιχο: «Είδες γάμπα, τα ποτήρια σπάστα»2. Αλλά οι πολύπλοκες και πλούσιες γυναικείες εμφανίσεις με τα δαντελωτά φουστάνια, τα επιβλητικά καπέλα, τα βέλα, τις κορδέλες και τους κορσέδες, έχουν αρχίσει ήδη να παρέρχονται από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα: «Κάτου τα βέλα και τα καπέλα, και η νουβέλ και τα φτερά και τα μωρά/ δεν θέλω πιέτες, κορσέδες, φούστες και δεν πετώ σε κορδελίτσες τον παρά» τραγουδάει «η νέα γυναίκα» σε μία εκδήλωση χειραφετήσεως, στο ομώνυμο επιθεωρησιακό τραγούδι του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, διασκευή ιταλικής μελωδίας του Vincenzo Di Chiara, με στίχους του Μπάμπη Άννινου και του Γιώργου Τσοκόπουλου (1909, Ελληνική Εστουδιαντίνα Σμύρνης και 1924 με ερμηνεία της Σωτηρίας Ιατρίδου).

Έτσι στα χρόνια μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο η γυναικεία μόδα γίνεται όλο και πιο απλή και συνάμα πιο αποκαλυπτική. Τουλάχιστον στα ρεμπέτικα τραγούδια αυτή η τάση θα γίνει δεκτή με τρόπο περιπαικτικό αλλά όχι αυστηρά επικριτικό. Οι νέες εμφανίσεις γεννούν ερωτικούς παλμούς. Στο τραγούδι του Γιάννη Δραγάτση «οι γαμπίτσες» (στην εκδοχή του 1933 με την Μαρίκα Πολίτισσα – άλλη μία ηχογράφηση το ίδιο έτος με τον Ρούκουνα) ακούγεται: «Η γαμπίτσα σου με σφάζει/ την καρδιά μου την σπαράζει/ και οι μπούκλες στα μαλλιά σου/ μ’ έφεραν στην γειτονιά σου». Στο τραγούδι του Γρηγόρη Ασίκη «δίχως κάλτσες περπατούν» (1934 με την Ρόζα) τα τσαχπίνικα και σκερτσοπαιχνιδιάρικα κορίτσια έχουν ελευθεριάζουσα συμπεριφορά: «και τη μόδα κυνηγούν, δίχως κάλτσες περπατούν». Παρομοίως «των κοριτσιών εφαίνονται οι όμορφες γαμπίτσες/ μα δεν τους κακοφαίνεται/ φορούν κοντές ρομπίτσες» γράφει ο Βαγγέλης Παπάζογλου στο χιουμοριστικό σεξουαλικό ρεμπέτικο «μου φαίνεται» (1935 με τον Ρούκουνα και την ίδια χρονιά με τον Στελλάκη).

Οι μόρτες βέβαια, Αθηναίοι, Πολίτες, Σμυρνιοί κλπ, ανακατεμένοι επί χρόνια με τις ημίγυμνες αλανιάρες του υποκόσμου αρέσκονται να αντικρίζουν γυναίκες με προκλητικές εμφανίσεις: «Μη μου χαλάς τα γούστα μου/ και πάρε μου τα ούλα/ κι άφες τα στήθια σου ανοιχτά/ να βλέπω την τρεμούλα» τραγουδάει ο Πωλ Γαδ στην διασκευή του «γιαφ γιουφ» με τίτλο «τα κούναγα» (1929, με τον Γαδ και την Ελληνική Εστουδιαντίνα στην Πόλη). Αλλά και ο γνήσιος μάγκας και μέγας ρεμπέτης Μανώλης Χιώτης μεταπολεμικά θα γράψει το τραγούδι «με την μακριά σου φούστα» (1948, με την Χασκήλ και τον συνθέτη), όπου παραπονείται: «Με τη μακριά σου φούστα/ μου χαλάς όλα τα γούστα/ γιατί κρύβεις, βρε τσαχπίνα/ τη γαμπίτσα σου τη φίνα».

Γενικώς οι μάγκες αγαπούν τις καλοντυμένες γυναίκες. «Αγαπώ μια παντρεμένη, όμορφη καλοντυμένη» λέει ο Τσιτσάνης στο τραγούδι «αγαπώ μια παντρεμένη» (1939, με τον Στράτο και τον συνθέτη). Και ο Κηρομύτης στο τραγούδι «ντυμένη σαν αρχόντισσα» (1940 με τον συνθέτη και την Γεωργακοπούλου) θαυμάζει την μάγκισσα που είναι μαζί του: «Ντυμένη σαν αρχόντισσα / μαζί μου να γυρίζεις/ να πίνεις σαν παλιός μπεκρής, κουκλάκι μου/ με σκέρτσο να καπνίζεις/ Να βάζεις τη φουστίτσα σου/ με γούστο και μεράκι/ και στο ποδάρι να φοράς, τσαχπίνα μου,/ το πιο καλό γοβάκι». Σε μία αντίθετη περίπτωση ο Χιώτης στενοχωρείται και προσπαθεί να νουθετήσει την όμορφη πλην αφημένη και κακοντυμένη κοπέλα, στο τραγούδι του «παράξενη κοπέλα» (1950, με την Νίνου, τον Νίκο Βούλγαρη και τον συνθέτη): «Τι μυστήριο κορίτσι είσαι ’συ/ μια σε βλέπω στα μεταξωτά ντυμένη/ μια σε βλέπω να τα πίνεις σαν τρελή/ κι από ντύσιμο πολύ κακοφτιαγμένη».

Παράλληλα με την κυρίαρχη λαϊκή μόδα, κάποιες λεπτομέρειες θα φέρουν τις γυναίκες της μαγκιάς εμφανισιακά κάπως πιο κοντά στο στυλ του αγοροκόριτσου, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί απαρέγκλιτο στοιχείο τυποποίησης. Κάποιες μόρτισσες κόβουν τα μαλλιά τους αλά γκαρσόν, όπως φαίνεται στην πρόζα του επιθεωρησιακού «το μορτάκι» του Ζάχου Θάνου (εκδοχή του 1928, με τον Γιαννάκη Ιωαννίδη και την Λίζα Κουρούκλη):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δύο φύλα, Ερωτικά, Μεσοπόλεμος, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 122 Σχόλια »

Οι άφαντοι Σιαμέζοι (αστυνομικό διήγημα του Ντάσιελ Χάμετ)

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2021

Την περασμένη Κυριακή παρουσίασα εδώ ένα παλιό μου κείμενο, που το είχα γράψει πριν από 30+ χρόνια, όταν είχα μεταφράσει το Γεράκι της Μάλτας, του Ντάσιελ Χάμετ, για τη Σύγχρονη Εποχή. Από τη συζήτηση μού άνοιξε η όρεξη κι έτσι έπιασα ένα διήγημα του Χάμετ, που το έχω σε μια συλλογή του 1950, αλλά που αρχικά γράφτηκε το 1926 και δημοσιεύτηκε στο λαϊκό (pulp) περιοδικό Black Mask.

Το μετέφρασα λοιπόν και το παρουσιάζω σήμερα. Η μετάφραση είναι λιγάκι πρίμα βίστα, οπότε ας θεωρηθεί under construction, αλλά θα αναφερθώ σε καναδυό σημεία. Το διήγημα έχει μια περίεργη ομοιότητα με την υπόθεση που απασχολεί αυτές τις μέρες την κοινή γνώμη -και εδώ έχουμε κάποιους μυστηριώδεις ξένους να διαπράττουν ληστεία- οπότε διάλεξα να το παρουσιάσω σήμερα κι ας μην έχω χτενίσει τη μετάφραση όσο θα ήθελα.

Το διήγημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά δεν έχω δει αυτή την παλιά μετάφραση, που πρέπει να έγινε το 1988-9, τότε που μόλις είχα φύγει για έξω. Ο ελληνικός τίτλος ήταν, νομίζω, «Ο έρπων Σιαμαίος», με τον οποίο διαφωνώ σε όλες τις λέξεις. Ο αγγλικός, το βλέπετε, The Creeping Siamese.

Καταρχάς, δεν μου αρέσει ο Σιαμαίος, διότι στα ελληνικά σιαμαίοι είναι οι δίδυμοι που γεννιούνται με τα σώματά τους ενωμένα. Εδώ έχουμε κάποιον ή κάποιους από το Σιάμ, άρα θα πούμε Σιαμέζος/Σιαμέζοι (και όχι Ταϊλανδός που θα λέγαμε σήμερα). Έπειτα, χρειάζεται πληθυντικός -αφού οι Σιαμέζοι είναι πολλοί.

Και τέλος γιατί «έρπων»; Εννοώ, αρχικά, γιατί τόση καθαρεύουσα. Θα προτιμούσα «σερνάμενος». Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι ο Χάμετ χρησιμοποιεί διαφορετικά τη λέξη. Δεν θέλω να σποϊλάρω, αλλά στο διήγημα δεν υπάρχει κανείς που να έρπει ή να σέρνεται ή να σκύβει. Η φράση creeping Siamese εμφανίζεται μόνο μια φορά στο τέλος, τη λέει ο αστυνομικός προς τον Ρίχτερ. Οπότε, σκέφτηκα ότι εδώ χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο του elusive γι αυτό και διάλεξα «άφαντος» αν και μπορώ να αλλάξω γνώμη αν με πείσετε. Στα ισπανικά, ο τίτλος έχει μεταφραστεί Los siameses escurridizos, που είναι περίπου ίδιος με τον δικό μου. (Η γαλλική μετάφραση, Rats de Siam, είναι πιο ελεύθερη).

Το διήγημα είναι χαρακτηριστικό της σκληροτράχηλης σχολής που εισηγήθηκε ο Χάμετ και δείχνει με αρκετή πειστικότητα τον τρόπο δουλειάς του ιδιωτικού ντετέκτιβ, του Κοντινένταλ Οπ, του ανώνυμου ντετέκτιβ του Ηπειρωτικού Πρακτορείου, που πρωταγωνιστεί σε πολλά έργα του Χάμετ. Η δράση διαδραματίζεται στο Σαν Φρανσίσκο και στην έκδοση του 1950 υπάρχει στο οπισθόφυλλο και χάρτης της πόλης που δείχνει πού βρίσκονται τα γραφεία του Ηπειρωτικού και το σπίτι του Ρίχτερ, όπως και άλλα σημεία που σχετίζονται με τα άλλα διηγήματα της συλλογής (ανάμεσά τους και ένα ανύπαρκτο βαλκανικό κράτος, η Στεφανία, που θα το βρούμε στη νουβέλα This King Business, που έχει εκδοθεί και στα ελληνικά  με τον ελαφρώς παραπλανητικό τίτλο Αχ, αυτές οι βασιλικές μπίζνες).

Παραθέτω λοιπόν την (αχτένιστη, το ξαναλέω) μετάφραση που έκανα στους Σιαμέζους του Χάμετ και στο τέλος αναφέρω ένα ακόμα μεταφραστικό.

Οι άφαντοι Σιαμέζοι

Στεκόμουν στο γκισέ του ταμείου στα κεντρικά γραφεία του Ηπειρωτικού Πρακτορείου Ντετέκτιβ στο Σαν Φρανσίσκο και παρακολουθούσα τον Πόρτερ που έλεγχε τον λογαριασμό των εξόδων μου, όταν μπήκε μέσα εκείνος. Ήταν ένας ψηλός άντρας, με σκληρή έκφραση στο οστεώδες πρόσωπό του. Το γκρίζο κουστούμι του κρεμόταν σακουλιασμένο από τους πλατιούς ώμους του. Στο φως του σούρουπου που έμπαινε από τα μισοκατεβασμενα στόρια, το δέρμα του είχε το χρώμα που έχουν τα καινούργια καφέ παπούτσια.

Άνοιξε απότομα την πόρτα και μετά έμεινε διστακτικός στην είσοδο, κρατώντας την πόρτα ανοιχτή, γυρίζοντας το πόμολο μπροστά και πίσω με το κοκαλιάρικο χέρι του. Το πρόσωπό του δεν έδειχνε αναποφάσιστο. Ήταν άσκημο και βλοσυρό και είχε την έκφραση κάποιου που θυμήθηκε κάτι δυσάρεστο.

Ο Τόμι Χάουντ, ο φακιδιάρης και πλακουτσομύτης νεαρός κλητήρας μας, σηκώθηκε από το γραφείο του και πήγε ως τη διαχωριστική γρίλια.

«Τι θέλ…» άρχισε να λέει ο Τόμι και τινάχτηκε προς τα πίσω.

Ο άντρας είχε αφήσει το πόμολο. Σταύρωσε τα μακριά χέρια του μπροστά στο στήθος του, πιάνοντας με κάθε παλάμη έναν ώμο. Το στόμα του άνοιξε διάπλατα, σ’ ένα χασμουρητό που κάθε άλλο παρά χαλάρωση έδειχνε. Έκλεισε το στόμα με θόρυβο. Ανασήκωσε τα χείλια φανερώνοντας σφιγμένα κίτρινα δόντια.

«Γαμώτο!» μούγκρισε, όλο αηδία και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Πήδηξα πάνω από το χώρισμα, πέρασα πάνω από το σώμα του και βγήκα στον διάδρομο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Διηγήματα, Ηνωμένες Πολιτείες, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , | 88 Σχόλια »

Αστυνομικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2021

…που λέγονται έτσι επειδή από προχτές συζητάμε για την υπόθεση της αποτρόπαιης δολοφονίας στα Γλυκά Νερά, που φαίνεται πως βρήκε τη λύση της, καθώς ο σύζυγος της Καρολάιν, ο 32χρονος πιλότος, ομολόγησε ότι αυτός τη στραγγάλισε -και ότι όλα όσα είχε πει στην αρχή, για τους τρεις ληστές που μιλούσαν σπαστά ελληνικά ήταν ψέμα. Κι έτσι βρεθήκαμε σαν να διαβάζουμε αστυνομικό μυθιστόρημα.

Με μισόλογα εδώ και πολλές μέρες το έλεγαν σχεδόν όλοι σε διάφορες συζητήσεις, ότι η υπόθεση είχε πολλά κενά, ότι κάτι δεν πάει καλά στην εκδοχή του συζύγου.

Όχι όλοι. Κάποιοι από τις πρώτες μέρες είχαν ξεσπαθώσει προσπαθώντας να αντλήσουν πολιτική υπεραξία από το τραγικό συμβάν και σκορπώντας κηρύγματα μίσους, όπως η θεσσαλονικιά πολιτεύτρια της εικόνας.

Άλλοι έκαναν κήρυγμα υπέρ της νομιμοποίησης της οπλοχρησίας, που υποτίθεται πως θα απέτρεπε το αποτρόπαιο έγκλημα.

Άλλοι επέμεναν να ενοχοποιούν ξένους (και συλλήβδην τους ξένους). Ακόμα και το πρωί της ομολογίας του πιλότου, προχτές δηλαδή, στο δελτίο ειδήσεων του Αντένα κάποιος δημοσιογράφος υποστήριξε ότι «στο στόχαστρο των αρχών βρίσκονται τρία άτομα αλβανικής καταγωγής».

* Τέλος πάντων, προχωράμε στα καθαυτό μεζεδάκια μας.

Η βδομάδα που μας πέρασε ήταν επίσης η εβδομάδα που ξεκίνησαν οι πανελλαδικές εξετάσεις. Στις εξετάσεις αυτές οι περισσότεροι «ουδέτεροι παρατηρητές» προσέχουμε μονάχα (και αν) τα θέματα της Γλώσσας, που είναι και λογικό. Κι εμείς σαν ιστολόγιο γλωσσικού ενδιαφέροντος, εκεί εστιαζόμαστε.

Φέτος, έπεσε ένα τραγούδι του Νίκου Γκάτσου, «Στο Σείριο υπάρχουνε παιδιά». Πάνω στη βιασύνη, κάποιος συνέδεσε το τραγούδι αυτό με το ποίημα «Αμοργός» του Γκάτσου. Κι έτσι διαβάσαμε στο in.gr και αλλού:

Το ποίημα του Νίκου Γκάτσου «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά» από τη συλλογή «Αμοργός» ήταν το κείμενο στο οποίο διαγωνίστηκαν οι υποψήφιοι των Πανελλαδικών στην Νεολληνική γλώσσα … H «Αμοργός» κυκλοφόρησε το 1943 και προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον καθώς του χάρισε και περίοπτη θέση στο Πάνθεον των ελλήνων ποιητών. Λέγεται ότι το μακρύ αυτό ποίημα γράφτηκε μέσα σε μια νύχτα με το σύστημα της «αυτόματης γραφής», που χρησιμοποιούν οι σουρεαλιστές δημιουργοί.

Αλλά στην Αμοργό που κυκλοφόρησε το 1943 δεν υπάρχει Σείριος, όπως εύστοχα έγραψε η Ναταλί Χατζηαντωνίου, οι στίχοι για τον Σείριο γράφτηκαν πολλές δεκαετίες αργότερα.

* Παραμένοντας στις Πανελλήνιες και στο θέμα της γλώσσας, πρόσεξα ότι δόθηκαν στους υποψηφίους επεξηγήσεις για δύο λέξεις του κειμένου, τις εξής:

εκκόλαψη: (μτφ) η πλήρης διαμόρφωση και εμφάνιση υπό την επίδραση ορισμένου περιβάλλοντος

απαντοχή: το να περιμένει κανείς να συμβεί κάτι, η ελπίδα, η προσδοκία ευνοϊκής εξέλιξης

Συμφωνείτε με τις εξηγήσεις;

* Στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ κάποιος φίλος δημοσίευσε την οθονιά που βλέπετε, από την αγγλική έκδοση του ιστότοπου iefimerida, σε σχέση με το έγκλημα στα Γλυκά Νερά.

Δεν μπόρεσα να το ταυτοποιήσω, ίσως το έχουν τροποποιήσει.

Πάντως, πέρα από το trisha στην αρχή (που μάλλον είναι το trisagion αφού πέρασε από τον κορέκτορα), δεν μπόρεσα να μη χαμογελάσω, όσο κι αν είναι τραγικά τα συμφραζόμενα, με το he is the only martyr (όλα από μας τα πήρανε!) -αλλά και με το «robbery after murder» (ληστεία μετά φόνου!).

* Όμως, εκτός από τις Πανελλήνιες εξετάσεις και την εξιχνίαση του εγκλήματος, μέσα στη βδομάδα είχαμε και τα ματς του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, υπερδιόρθωση, Εκπαίδευση, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά, Ομόηχα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 330 Σχόλια »

Πριν από 60 χρόνια: Ο Μποστ και η επίσκεψη της Τζάκι Κένεντι στην Ελλάδα

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2021

Tο ιστολόγιο αγαπάει τον Μποστ και του έχει αφιερώσει αμέτρητα άρθρα, σε πολλά από τα οποία θυμόμαστε (οι παλιότεροι) ή γνωρίζουμε (οι νεότεροι) γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μέσα απο γελοιογραφίες του Μποστ. Στην αρχή, τα άρθρα αυτά είχαν γενικό τίτλο «Πριν από 50 χρόνια…», μετά «Πριν από 55 χρόνια…», αλλά τα χρόνια περνάνε και το ιστολόγιο συνεχίζει να εκπέμπει, οπότε πέρσι εγκαινιάσαμε μια νέα χρονολόγηση, τη σειρά «Πριν από 60 χρόνια». Το προηγούμενο, όγδοο σκίτσο της σειράς το δημοσιεύσαμε πριν από 15 μέρες -είναι εδώ.

Το σημερινό σκίτσο νόμιζα πως το έχω βάλει στο ιστολόγιο, αλλά δεν το βρήκα. Αν παρ’ ελπίδα πέφτω έξω και το έχω ήδη βάλει πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, κάντε πως το ξεχάσατε.

Λοιπόν, τον Ιούνιο του 1961, η πρώτη κυρία των ΗΠΑ, η λαμπερή Τζάκι Κένεντι, επισκέφθηκε την Ελλάδα για 9ήμερη ανεπίσημη επίσκεψη, που περιλάμβανε επίσκεψη στην Επίδαυρο όπου παρακολούθησαν πρόβες, κρουαζιέρα στα νησιά, επίσκεψη στους βασιλείς στο Τατόι, στην κατοικία του πρωθυπουργού και στην Ακρόπολη, αλλά και παράσταση της Ιφιγένειας εν Αυλίδι στο Ηρώδειο.

Ο Μποστ αφιέρωσε δύο σκίτσα σε αυτό το σημαντικό κοσμικο-πολιτικό γεγονός, ένα κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, στο οποίο η μαμα-Ελλάς υποδέχεται την υψηλή ξένη («Νιώθομεν χαράν πολήν αφιχθέντος Ζακελήν») και ένα μετά το τέλος της. Διάλεξα να παρουσιάσω το δεύτερο σκίτσο, αφενός επειδή το πρώτο δεν το έχω σε καλή ποιότητα και αφετέρου επειδή το δεύτερο δημοσιεύτηκε, κατά σύμπτωση, ακριβώς πριν από 60 χρόνια σαν σήμερα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Ηνωμένες Πολιτείες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 66 Σχόλια »

Το ξεστοκάρισμα

Posted by sarant στο 17 Ιουνίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό, ο Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας σε συνέντευξη για το εμβόλιο της Αστρα Ζένεκα, που οι ελληνικές αρχές το χορηγούσαν και στους νέους, σε αντίθεση με όσα ίσχυαν σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες που το επιφύλασσαν μόνο για μεγαλύτερης ηλικίας πολίτες, είχε πει ότι αυτό έγινε «για να ξεστοκάρουμε».

Τότε, είχε δεχτεί δριμεία κριτική από την κυβέρνηση για τη διατύπωση αυτή, που θεωρήθηκε ότι υπονομεύει την εμπιστοσύνη προς την εμβολιαστική πολιτική.

Αυτό είχε γίνει στα τέλη Απριλίου. Προχτές όμως πολλοί θυμήθηκαν αυτή τη στιχομυθία όταν η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμού άλλαξε την τακτική της και πλέον συνιστά το εμβόλιο ΑΖ (που δεν λέγεται πλέον έτσι, αλλά το παλιό όνομα έχει μείνει) μονάχα στους άνω των 60 πολίτες -με αποτέλεσμα να φέρει σε αμηχανία πάρα πολλούς νεότερους, που είχαν σπεύσει να εμβολιαστούν με το (ξαφνικά επικίνδυνο;) εμβόλιο.

Μάλιστα, κορυφαίοι (εννοώ ως προς την προβολή και το πάθος τους) φιλοκυβερνητικοί σχολιαστές όπως ο Άρης Πορτοσάλτε απόρησαν πώς είναι δυνατό να έρθει «η κυβέρνηση να δικαιώσει τον Αλέξη Τσίπρα που είπε για ξεστοκάρισμα» (εδώ και σε βιντεάκια).

Το θέμα βέβαια δεν είναι αν δικαιώθηκε ο Τσίπρας, αλλά ότι αυτή η παλινωδία υπονομεύει όχι υποθετικά αλλά πραγματικά την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης στην εμβολιαστική πολιτική, αλείφει με βούτυρο το ψωμί των αντιεμβολιαστών, δίνει επιχειρήματα σε κάθε λογής αρνητές, επιβεβαιώνει τις καλοπροαίρετες επιφυλάξεις όσων συμπολιτών μας ανησυχούν και δεν βοηθάει στο να ξεπεράσει η χώρα μας τα πολύ χαμηλά (σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ) ποσοστά εμβολιασμού που σημειώνονται σε ορισμένες ηλικιακές ομάδες.

Εδώ όμως λεξιλογούμε. Και από αυτή αυστηρά την οπτική γωνία, με βολεύει ότι επανήλθε το «ξεστοκάρισμα» στο προσκήνιο. Διότι ήθελα να γραψω άρθρο για τη λέξη αυτή, αλλά όταν είχε πρωτοειπωθεί, μέσα στη Μεγάλη Βδομάδα, δεν είχα προλάβει -ταξίδευα κιόλας. Οπότε, βρίσκω τώρα την ευκαιρία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί, Ομόηχα, Πανδημικά | Με ετικέτα: , | 229 Σχόλια »

Τι να τα κάνεις τα ρεπά όταν δεν έχεις φράγκο;

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2021

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στο ηλεπεριοδικό 2020mag. Όπως έχω ήδη γράψει, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα. Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού. Στην εδώ δημοσίευση προσθέτω κάτι λίγα.

Τι να τα κάνεις τα ρεπά, άμα δεν έχεις φράγκο;

Συζητιέται αυτές τις μέρες στη Βουλή το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας με τον μακροσκελή τίτλο «Για την Προστασία της Εργασίας – Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής «Επιθεώρηση Εργασίας» – Κύρωση της Σύμβασης 190 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για την εξάλειψη της βίας και παρενόχλησης στον κόσμο της εργασίας – Κύρωση της Σύμβασης 187 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για το Πλαίσιο Προώθησης της Ασφάλειας και της Υγείας στην Εργασία – Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για την ισορροπία μεταξύ της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ζωής» (το έκανα κόπι πάστε από τον ιστότοπο της Βουλής, βέβαια) ή αλλιώς «νομοσχέδιο Χατζηδάκη», ή, κατά την αντιπολίτευση «αντεργατικό νομοσχέδιο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , | 177 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 12: Ο Σαχτούρης περιγράφει τη ναυμαχία στη Σάμο

Posted by sarant στο 15 Ιουνίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δωδέκατο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Το σημερινό κείμενο το διάλεξε, το πληκτρολόγησε και μου το έστειλε ο φίλος μας ο Spiridione, που τον ευχαριστώ θερμά και σας καλώ να μιμηθείτε το παράδειγμά του. Κατά κάποιο τρόπο αποτελεί συνέχεια του προηγουμένου, αφού παραμένουμε σε ναυτικά συμφραζόμενα. Είναι ένα απόσπασμα από τα πολεμικά ημερολόγια του Γ. Σαχτούρη, που υπάρχουν στην Ανέμη, και ειδικότερα από το «Ημερολόγιον του πολεμικού βεργαντίνου ‘Η Αθηνά'».

(Βεργαντίνο και βριγαντίνο και μπεργαντί και μπεργαντίνο, από το ιταλ. brigantino, είναι είδος ιστιοφορου, πρόδρομος του μπρικιού).

Ο Σαχτούρης περιγράφει τη ναυμαχία της 5ης Αυγούστου 1824 στη Σάμο, που δόθηκε σε μια κρίσιμη στιγμή για την Επανάσταση και ειδικότερα για τον αγώνα στη θάλασσα, καθώς ο οθωμανικός στόλος είχε τους αμέσως προηγούμενους μήνες καταστρέψει την Κάσο και τα Ψαρά και τώρα είχε βάλει στο στόχαστρο τη Σάμο. Ωστόσο, η ναυμαχία έληξε με ελληνική νίκη και η Σάμος παρέμεινε ως το τέλος υπό τον έλεγχο των εξεγερμένων (αν και δεν συμπεριλήφθηκε τελικά στο ελληνικό κράτος, όμως της δόθηκε καθεστώς ευρείας αυτονομίας).

Πίνακας αγνώστου για τη ναυμαχία της 5.8.1824

Το κείμενο του Σαχτούρη, με διατήρηση της ορθογραφίας του πρωτοτύπου. Παίρνω την πρωτοβουλια να χωρίσω σε παραγράφους για να διαβάζεται πιο εύκολα.

Τετάρτη ναυμαχία εις τον πορθμόν εν ή εθριάμβευσε το Ελληνικόν Ναυτικόν 1824

Αύγουστος 5. Τρίτη. Εις την άγγυραν: το πρωί παρατηρήσαντες τα κινήματα του εχθρού και ότι σκοπεύει να πλησιάση και τετάρτην φοράν εδιορίσαμε τα πυρπολικά μας όλα να ευγούν εις τα πανιά, και προσέτι μερικά πολεμικά διά να τα συντροφεύσουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Κείμενα, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 135 Σχόλια »

Φρασεολογικά του ποδοσφαίρου

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2021

Μια και ξεκίνησε προχτές το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, δεν βλάφτει να βάλουμε ένα άρθρο ποδοσφαιρικού περιεχομένου. Θα μπορούσα να βάλω κάτι με προγνωστικά (το έχουμε ξανακάνει άλλωστε) ή με στοίχημα, αλλά, αν κρίνω από τον εαυτό μου, το ενδιαφέρον μου δεν είναι τόσο μεγάλο. Λείπει και η συμμετοχή της εθνικής ομάδας μας, είναι και ο κορονοϊός στη μέση.

Το φετινό τουρνουά είναι έτσι κι αλλιώς αξιοπερίεργο. Διοργανωνεται, για πρώτη φορά, σε 11 12 (νομίζω) χώρες, μια πρωτοτυπία που ήταν προγραμματισμένη εξαρχής. Κι έπειτα, ενώ είναι το EURO2020, διεξάγεται το 2021, αφού η κορόνα άφησε το στίγμα της κι εδώ. Το ίδιο αλλωστε θα γίνει και με τους Ολυμπιακούς αγώνες. Σε καμιά πενηνταριά χρόνια, να μου το θυμηθείτε, θα γίνονται ωραίες ερωτήσεις σε τρίβια για τις ετεροχρονισμένες αυτές διοργανώσεις.

Αφού η Ελλάδα δεν παίζει στο Γιούρο, εγώ θα υποστηρίζω γείτονες. Τη Γαλλία, το Βέλγιο και τη Βόρεια Μακεδονία δηλαδή. Θεωρώ φαβορί τη Γαλλία. Στα σχόλιά σας θα μας πείτε κι εσείς, αν θέλετε, τι προβλέπετε ή τι θα υποστηρίξετε.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Και πριν περάσουμε στα φρασεολογικά, να δούμε την ετυμολογία της λέξης.

Προφανώς πρόκειται για μεταφραστικό δάνειο, μεταφορά του αγγλικού football. Βέβαια, το τι λένε football διάφοροι αγγλόφωνοι λαοί είναι θέμα για ξεχωριστό άρθρο, οπότε δεν θα μας απασχολήσει σήμερα. Θυμίζω πάντως ότι ο φίλος μας ο ΣΠ έχει γράψει άρθρο για το «ποδόσφαιρο που παίζεται με τα χέρια«.

Χάρη στον Στέφανο Κουμανούδη και την πολύτιμη Συναγωγή του των νέων λέξεων, γνωρίζουμε με αρκετήν ακρίβεια πότε και πώς μπήκε η λέξη στη γλώσσα μας. Ο Κουμανούδης έχει στο λεξικό του το λήμμα: ποδόσφαιρα, η. Και γράφει: ποδόσφαιρα, η: όνομα παιγνίου. Ακρόπολις 7.7.1891 και Ημίφυλ. Ακρ. 5.2.1897. Το αυτό και ποδόσφαιρον. Αγγλιστί Football, εν Άστει 8.2.1895 και Πρωία 15.1.1897. Καταγράφει επίσης το λήμμα «ποδοσφαιρισμός» (17.3.1896) και το «ποδοσφαιρισταί» (24.1.1896). Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Αθλήματα, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 181 Σχόλια »