Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Άγγελος Βλάχος’

Γλυκά πορτοκάλια, πικρά νεράντζια ξανά

Posted by sarant στο 3 Νοεμβρίου, 2017

Μέρα γιορτής εχτές, πού καιρός και μυαλό για άρθρο. Μοιραία, ξανασερβίρω παλιότερο άρθρο, αρκετά παλιό (εξίμισι χρόνια) ώστε κάποιοι να μην το έχουν διαβάσει. Και επειδή πριν από καμιά εικοσαριά μέρες είχαμε αναδημοσίευση του άρθρου για τα λεμόνια, τώρα αναδημοσιεύω το άρθρο για τα πορτοκάλια -αλλά όχι από την αρχική του δημοσίευση στο ιστολόγιο, παρά από το αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου μου Οπωροφόρες λέξεις, που είναι αρκετά διαφορετικό.

Από τα εσπεριδοειδή, ξεχωρίζει ένα –το πορτοκάλι– που όμως θα το εξετάσουμε όχι μόνο του, παρά μαζί με έναν φτωχό του συγγενή· και τούτο επειδή οι ιστορίες τους και τα γλωσσικά τους έχουν μπλέξει τόσο που να μην είναι εύκολο να διηγηθείς το ένα χωρίς να πεις για το άλλο.

Και τα δυο πάντως είναι φρούτα γηγενή της Ασίας, από την Ινδία το νεράντζι και από την Κίνα το πορτοκάλι. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν τα ήξεραν· απ’ όλα τα εσπεριδοειδή, μόνο το κίτρο έμαθαν, κι αυτό μόνο στην ελληνιστική εποχή.

Ο φτωχός συγγενής, το νεράντζι, ήρθε πρώτος. Στα ινδικά λεγόταν κάτι σαν ναράνγκα, nāraṅga, στα περσικά ναράνγκ (نارنگ, nārang), στα αραβικά ναράντζ (نارنج, nāranj). Γύρω στον ένατο-δέκατο αιώνα έχει φτάσει στην Μέση Ανατολή και στο Βυζάντιο, οι Σταυροφόροι το βρίσκουν στην Παλαιστίνη, ενώ οι Άραβες το μεταφέρουν στη Σικελία. Στα ελληνικά της εποχής, το ναράντζ αυτό περνάει ως «νεράντζι», ίσως με παρετυμολογική επίδραση του νερού. Στα ισπανικά, περνάει ως naranja, στα ιταλικά narancia και στην Τοσκάνη narancio. Από τη συνεκφορά un narancio το αρχικό n- χάνεται (αυτό το φαινόμενο δεν είναι καθόλου σπάνιο) κι έτσι γίνεται arancio και arancia, και το βρίσκει κανείς και mela arancia (το μήλο είπαμε πως συχνά είναι γενική ονομασία για κάθε οπωρικό) και περνάει και δάνειο στα γαλλικά, orenge (σήμερα orange) και pome orenge, απ’ όπου το παίρνουν και οι Άγγλοι, orange. Αυτά, το νεράντζι, που βέβαια ούτε τότε το τρώγαν, μόνο το χρησιμοποιούσαν ως είδος φαρμακευτικό ή για διακόσμηση ή για γλυκά.

Ο άρχοντας, το πορτοκάλι, ήρθε δεύτερος, κάμποσους αιώνες αργότερα, και όχι από την Ανατολή παρά από τη Δύση. Έμποροι Πορτογάλοι, την εποχή της θαλασσοκρατορίας, αφού παρέκαμψαν το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και πιάσαν εμπορικές σχέσεις με την Ινδία και την Κίνα, έφεραν το πορτοκάλι στην Ευρώπη. Αυτό το καινούργιο φρούτο, το τόσο όμοιο εξωτερικά με το νεράντζι, το είπαν οι Ιταλοί arancio de Portogallo, πορτογαλέζικο νεράντζι σαν να λέμε, και μετά σκέτο portogallo, πληθυντικός portogalli, απ’ όπου έγινε το ελληνικό πορτοκάλι, μέσα στην Τουρκοκρατία, το βουλγάρικο πορτοκάλ, το αλβανικό παρόμοιο, το τούρκικο portakal, ακόμα και το αραβικό al-burtuqal. Αναμενόμενο, αλλά ειρωνικό, είναι ότι στην ίδια την Πορτογαλία το πορτοκάλι λέγεται αλλιώς, laranja.

Όπως είδαμε, στις νότιες χώρες, όπου το νεράντζι υπήρχε και καλλιεργιόταν, τα δυο φρούτα ακολούθησαν το καθένα τον δικό του γλωσσικό δρόμο. Ωστόσο, στις μεγάλες γλώσσες της Ευρώπης, ο πλούσιος νεοφερμένος έδιωξε τον ταπεινό προκάτοχό του. Στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα ισπανικά το πορτοκάλι σφετερίστηκε την ονομασία του νεραντζιού, δηλαδή το υποκατέστησε· πράγματι, το νεράντζι σήμερα στα αγγλικά λέγεται bitter orange, πικρό πορτοκάλι, ενώ στα γαλλικά bigarade.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 164 Σχόλια »

Νταντέλες, κεριά, αλιντζαύρες και βύσσινο γλυκό

Posted by sarant στο 9 Μαρτίου, 2014

Σε ένα διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη ο ήρωας είναι ένας συγγραφέας, κάπως εστέτ, που του είναι αδύνατον να γράψει αν δεν έχει ένα συγκεκριμένο κρεμ χαρτί. Μια μέρα, ενώ έχει ετοιμαστεί να γράψει, έχει στο μυαλό του καταστρώσει το διήγημα, είναι έτοιμος να το βάλει στο χαρτί, αλλά προς μεγάλη του ενόχληση ανακαλύπτει ότι το κρεμ χαρτί έχει τελειώσει, οπότε τρέχει στον χαρτοπώλη του να ανανεώσει το στοκ του. Ο χαρτοπώλης του έχει αμελήσει να παραγγείλει, δεν έχει παρά 10-20 κόλες, όμως τόσες φτάνουν. Τις παίρνει και κάνει να γυρίσει στο σπίτι του, αλλά τον πιάνει βροχή στο δρόμο, και για να μη βραχεί το πολύτιμο κρεμ χαρτί μπαίνει σε μια στοά ώσπου να περάσει η μπόρα. Κάθεται αφηρημένος σε μια καρέκλα και ξαφνικά τον πλησιάζει ένας άνθρωπος λαϊκός και αρχίζει να του λέει τα βάσανά του με μια σύνταξη που προσπαθεί να βγάλει, και του ζητάει «να τα γράψει». Ο ήρωας συνειδητοποιεί με φρίκη ότι έχει καθίσει στο τραπεζάκι ενός αιτησιογράφου, στην είσοδο ενός υπουργείου. Συγκινημένος όμως από την ιστορία και από τα βάσανα του συνομιλητή του, θυσιάζει μια-δυο κόλες από το πολύτιμο κρεμ χαρτί και γράφει την αίτηση. Το κακό είναι ότι μόλις τελειώνει παρουσιάζεται κι άλλος, εξίσου βασανισμένος, οπότε γράφει κι αυτουνού την αίτηση, και μετά μια άλλη, και τέταρτος μετά, μέχρι που του τελειώνουν οι κόλες, και το διήγημα δεν γράφεται ποτέ -όμως καμιά δεκαριά βασανισμένοι λαϊκοί άνθρωποι μπόρεσαν να εκφράσουν τα αιτήματά τους. Μάλιστα, καθώς ο ήρωας φεύγει, περίεργα ικανοποιημένος, ένας λαχειοπώλης του λέει πως είναι τυχερός που «έλειπε ο άλλος», ο κανονικός δηλαδή αιτησιογράφος που του είχε πάρει το πόστο.

Το διήγημα το μετάφερα εδώ όπως το θυμάμαι, κι επειδή πάνε δεκαετίες που το διάβασα μπορεί να πέφτω έξω σε κάποια σημεία, κι ούτε μπορώ να σας πω σε ποια συλλογή του Σαμαράκη είναι, ούτε τον τίτλο του, κι ούτε έχω τα βιβλία πρόχειρα για να ελέγξω -αλλ’  αν εσείς ξέρετε τίτλο και συλλογή, πείτε το στα σχόλια.

Ο συγγραφέας στο διήγημα του Σαμαράκη είχε την παραξενιά να μη μπορεί να γράψει αν δεν είχε μπροστά του το κρεμ χαρτί της αρεσκείας του. Ο Βάρναλης, θυμάμαι αφηγήσεις, ήθελε όταν κάθεται να γράψει το καθημερινό του χρονογράφημα να έχει πάνω στο γραφείο του πέντε-δέκα καλοξυσμένα μολύβια, για να μη χασομεράει τη στιγμή που είχε πάρει το κολάι του κειμένου -μια «παραξενιά» σαφώς πιο λογική. Σήμερα, οι περισσότεροι συγγραφείς (υποθέτω, κρίνοντας από μένα που όταν γράψω με το χέρι πάνω από δυο γραμμές παθαίνω κράμπα) γράφουν κατευθείαν στον υπολογιστή, οπότε τέτοιου είδους ιδιοτροπίες, που έχουν να κάνουν με χαρτί και με μολύβι (ή στυλό) ίσως οδεύουν προς εξαφάνιση, αν και παραμένουν σε ισχύ όλων των άλλων ειδών οι συγγραφικές παραξενιές, ανάμεσά τους και αυτές που υπαινίσσεται ο τίτλος του σημερινού μας σημειώματος. Για να μην έχετε απορία μέχρι να φτάσετε στην επεξήγηση, αλιντζαύρες είναι οι σαύρες στο κυπριακό ιδίωμα.

Το σημερινό μας σημείωμα είναι μικροφιλολογικό με όλη τη σημασία της λέξης, αφού πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό «Μικροφιλολογικά», στο τεύχος του που κυκλοφόρησε πρόσφατα (τχ. 35, άνοιξη 2014). Στο ίδιο τεύχος είχα άλλη μία συνεργασία, για τον ποιητή Τεύκρο Ανθία, που θα την παρουσιάσω προσεχώς. Το άρθρο παρουσιάζει μια επιστολή του κύπριου ποιητή Β. Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (μια προηγούμενη είχα παρουσιάσει σε άλλο άρθρο, που υπάρχει εδώ), και δεν θα σας κακίσω αν μου πείτε ότι υπάρχουν και σοβαρότερα φιλολογικά θέματα που μπορεί κανείς να εξετάσει. Παρεμπιπτόντως, αν κανείς ξέρει κάτι για το επεισόδιο με τον Σικελιανό και τα 50 φράγκα του Φιλύρα, που μνημονεύεται στην επιστολή αλλά δεν μπόρεσα να το ξεδιαλύνω, πολύ θα χαρώ αν μας το πει.

neoi1910aΗ φωτογραφία αριστερά, βγαλμένη το 1910, είχε δημοσιευτεί το 2003 στο περιοδικό Ύλαντρον. Από αριστερά προς τα δεξιά: Β. Ζήνων, Ν. Λαπαθιώτης, ο γιος ενός πασίγνωστου πολιτικού (αφήνεται για κουίζ), και ένας ηθοποιός.

Κι έπειτα απ’ όλα αυτά τα προλογικά, το άρθρο μου στα Μικροφιλολογικά:

Μια ακόμα επιστολή του Βίκτωρα Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Σε προηγούμενο τεύχος των Μικροφιλολογικών είχα αναφερθεί στον Κύπριο λόγιο Βίκτωρα Ζήνωνα και τη φιλία του με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και είχα παρουσιάσει μια επιστολή του πρώτου προς τον δεύτερο, γραμμένη το 1910. Σήμερα θα παρουσιάσω τη δεύτερη χρονολογικά από τις τέσσερις συνολικά επιστολές Ζήνωνος προς Λαπαθιώτη που απόκεινται στο ΕΛΪΑ, σταλμένη τον Ιούνιο του 1911. Οφείλω ευχαριστίες στον Αχιλλέα Τζάλλα που έκανε τη μεταγραφή της επιστολής (έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία).

Λεμεσός 17 Iουνίου 1911

Γλυκό μου Πελελό

Με μεγάλη μου χαρά είδα στες συνεντεύξεις των λογίων στας «Αθήνας» ν’ αναγνωρίζεται κάπως τιμητικά το έργο σου και να μνημονεύεσαι από τρεις τέσσερις· όχι γιατί περίμενα βέβαια απ’ αυτούς να μάθω πως είσαι ποιητής —για ποιητή σε ξέρω γω καλύτερα από κάθε άλλον— μα γιατί έτσι επήρες τώρα το χρίσμα ας πούμε το επίσημο, «εστέφθης εις το Καπιτώλιον».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επιστολές, Κύπρος, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 62 Σχόλια »

Γλυκά πορτοκάλια, πικρά νεράντζια

Posted by sarant στο 11 Απριλίου, 2011

Πριν από ένα περίπου μήνα είχαμε συζητήσει για τα εσπεριδοειδή, και ειδικότερα για τα κίτρα και τα λεμόνια. Σήμερα θα συζητήσουμε  έναν καρπό που ξεχωρίζει, το πορτοκάλι, που όμως θα τον εξετάσουμε όχι μόνο του, παρά μαζί με έναν φτωχό του συγγενή, το νεράντζι· και τούτο επειδή οι ιστορίες τους και τα γλωσσικά τους έχουν μπλέξει τόσο που να μην είναι εύκολο να διηγηθείς το ένα χωρίς να πεις για το άλλο.

Και τα δυο πάντως είναι φρούτα γηγενή της Ασίας, από την Ινδία το νεράντζι και από την Κίνα το πορτοκάλι. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν τα ήξεραν· απ’ όλα τα εσπεριδοειδή, μόνο το κίτρο έμαθαν, κι αυτό μόνο στην ελληνιστική εποχή, όπως είπαμε στο προηγούμενο άρθρο.

Ο φτωχός συγγενής, το νεράντζι, ήρθε πρώτος. Στα ινδικά λεγόταν κάτι σαν ναράγκα, nāraṅga, στα περσικά ναράγκ (نارنگ, nārang), στα αραβικά ναράντζ ( نارنج nāranj). Γύρω στον ένατο-δέκατο αιώνα έχει φτάσει στην Μέση Ανατολή και στο Βυζάντιο, οι Σταυροφόροι το βρίσκουν στην Παλαιστίνη, ενώ οι Άραβες το μεταφέρουν στη Σικελία. Στα ελληνικά της εποχής, το ναράντζ αυτό περνάει ως «νεράντζι», ίσως με παρετυμολογική επίδραση του νερού. Στα ισπανικά, περνάει ως naranja, στα ιταλικά narancia και στην Τοσκάνη narancio. Από τη συνεκφορά un narancio το αρχικό n- χάνεται (αυτό το φαινόμενο δεν είναι καθόλου σπάνιο) κι έτσι γίνεται arancio και arancia, και το βρίσκει κανείς και mela arancia (το μήλο είπαμε πως συχνά είναι γενική ονομασία για κάθε οπωρικό) και περνάει και δάνειο στα γαλλικά, orenge (σήμερα orange) και pome orenge, απ’ όπου το παίρνουν και οι Άγγλοι, orange. Αυτά, το νεράντζι, που βέβαια ούτε τότε το τρώγαν, μόνο το χρησιμοποιούσαν ως είδος φαρμακευτικό ή για διακόσμηση ή για γλυκά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 203 Σχόλια »