Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Άγγελος Σικελιανός’

Το φρούτο από την Περσία -και πάλι

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2019

Στα νιάτα μου, που πηγαινα πολύ στο σινεμά, το καλοκαίρι ήταν εποχή επαναλήψεων -μια ευκαιρία να δεις όχι μόνο (και όχι τόσο) τις ταινίες της χειμωνιάτικης σεζόν που είχες χάσει αλλά και πλήθος κλασικές παλιές ταινίες. Στο ιστολόγιο το καλοκαίρι επαναλαμβάνουμε άρθρα, πότε πότε. Αφήνω όμως να περνάνε κάμποσα χρόνια από την αρχική δημοσίευση ή την προηγούμενη αναδημοσίευση, ώστε να το έχουν μισοξεχάσει οι παλαιότεροι.

Κι έτσι σήμερα θα δούμε ένα από τα παλιά άρθρα μου για τα οπωρικά, που είναι και η εποχή τους.

Το αρχικό άρθρο είχε δημοσιευτεί πριν από οχτώ χρόνια κι ένα μήνα, τον Ιούνιο του 2011, και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις. Η πρώτη αναδημοσίευση έγινε το 2015, πριν από τέσσερα χρόνια δηλαδή. H σημερινή αναδημοσίευση είναι η δεύτερη, πάντα με ενσωμάτωση κάποιων σχολίων από την προηγούμενη.

Και θα ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Γιατί το είπα «φρούτο από την Περσία»;

Όπως έχουμε ξαναπεί, οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά και οι Ρωμαίοι, χρησιμοποιούσαν σε πολλές περιπτώσεις το μήλο (malum) σαν γενικό όρο για τα οπωρικά, προσθέτοντας ένα προσδιοριστικό επίθετο για να δηλώσουν άλλα φρούτα.

Έτσι, για παράδειγμα, το βερίκοκο το ονόμασαν αρμενιακόν μήλον, αν και η ονομασία δεν έπιασε. Το χρυσό ροδάκινο το είπαν περσικόν μήλον, και η ονομασία έπιασε στα λατινικά, όπως θα δούμε παρακάτω, όχι όμως στα ελληνικά. Η ροδακινιά είναι βέβαια ιθαγενής της Κίνας, στα μέρη μας όμως τα ροδάκινα ήρθαν από την Περσία, πιθανότατα με τις εκστρατείες του Αλέξανδρου.

Ο Θεόφραστος, στο σύγγραμμά του για την ιστορία των φυτών,  αναφέρει την περσική μηλέα, ενώ ο Αθήναιος παραθέτει άφθονες αναφορές που ασφαλώς ή πιθανώς εννοούν τα ροδάκινα, μεταξύ των οποίων και ένα απόσπασμα από έργο του Αντιφάνη, όπου ένας νέος προσφέρει σε μια κόρη να δοκιμάσει «χρυσά μήλα», και της λέει πως «νεωστί γαρ το σπέρμα τούτ’ αφιγμένον εις τας Αθήνας παρά του βασιλέως» (δηλαδή πρόσφατα ήρθε από την Περσία), και η κοπέλα τα παινεύει λέγοντας πως τα νόμισε μήλα των Εσπερίδων. Πρέπει βέβαια να πούμε πως ο Αθήναιος θεωρεί ότι ο διάλογος αφορά τα κίτρα, που και αυτά, όπως έχουμε πει  στο σχετικό άρθρο τα έλεγαν «μηδικά μήλα», αλλά είναι πολύ πιθανότερο να νοούνται τα ροδάκινα γιατί προσφέρονται ως εκλεκτό έδεσμα –κάτι που μάλλον αποκλείει τα (σχεδόν μη φαγώσιμα) κίτρα.

Περσικά μήλα λοιπόν τα ροδάκινα, και όπως πολύ συχνά συμβαίνει το ουσιαστικό έπεσε και ονομάστηκαν σκέτα περσικά. Αλλά και στα λατινικά, malum persicum το είπαν το ροδάκινο κι εκεί το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε και το φρούτο έμεινε να λέγεται persicum, στον πληθυντικό persica. Κι απ’ αυτόν τον πληθυντικό, που θεωρήθηκε ενικός θηλυκού γένους, ονομάστηκε, με τις ανάλογες αλλοιώσεις, το ροδάκινο σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες (αν και όχι στα ισπανικά, βλ. πιο κάτω): peach στα αγγλικά, pêche στα γαλλικά, Pfirsisch στα γερμανικά, pesca στα ιταλικά, pêssego στα πορτογαλικά· κι αν στις παραπάνω λέξεις μόνο ο ετυμολόγος μπορεί να αναγνωρίσει την περσική αρχή, τα ολλανδικά (Perzik) ή τα ρώσικα (πέρσικι) ή μερικές ιταλικές διάλεκτοι (persica) διατηρούν ολοζώντανη την ανάμνηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 130 Σχόλια »

Αναπολώ… (χρονογράφημα του Ναπ. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 30 Οκτώβριος, 2016

Μια από τις παραδόσεις του ιστολογίου που τηρείται, αν δεν σφάλλω, απαρέγκλιτα, είναι να τιμάμε την επέτειο της γέννησης (31 Οκτωβρίου) και της αυτοκτονίας (8 Ιανουαρίου) του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Η δημοσίευση δεν γίνεται απαραίτητα τη μέρα της επετείου αλλά ίσως την πιο κοντινή Κυριακή, αφού η Κυριακή είναι η μέρα που συνηθίζουμε να βάζουμε φιλολογικά άρθρα.

Συχνά τέτοιες μέρες παρουσιάζω κάποιο αθησαύριστο ποίημα ή άλλο κείμενο του Λαπαθιώτη, και τη συνήθεια αυτή θα συνεχίσω και σήμερα. Όχι με ποίημα αθησαύριστο, διότι δεν είναι και τόσα πολλά, αλλά με ένα χρονογράφημα αφιερωμένο σε μιαν αγαπημένη πόλη του Λαπαθιώτη, το Ναύπλιο.

Ο Λαπαθιώτης όταν ήταν παιδί, στα οχτώ του χρόνια, πέρασε μερικούς μήνες στο Ναύπλιο, όπου εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς το 1896 όταν ο πατέρας του, ο στρατιωτικός καριέρας Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ορίστηκε διοικητής του εκεί Οπλοστασίου (που πρέπει να ήταν επίσης στρατιωτικό οπλουργείο). Παρά τη σχετικά σύντομη διάρκεια της διαμονής στο Ναύπλιο, ο Λαπαθιώτης αγάπησε την πόλη και κράτησε τις καλύτερες αναμνήσεις -και στην αυτοβιογραφία του αφιερώνει αρκετές σελίδες στη διαμονή του στο Ναύπλιο. Η ειδυλλιακή διαμονή διακόπηκε την άνοιξη του 1897, όταν, με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο πατέρας Λαπαθιώτης έφυγε για το μέτωπο της Ηπείρου και η υπόλοιπη οικογένεια επέστρεψε στην Αθήνα.

Το 1915, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, ο 27χρονος πια ποιητής επιστρέφει στο Ναύπλιο: μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό και τον Κλέωνα Παράσχο έκαναν μια εκδρομή στην Πελοπόννησο και πέρασαν μερικές μέρες στο Ναύπλιο. Κάποιες εντυπώσεις του από την εκδρομή αυτή τις κατέγραψε σε χρονογραφήματα που δημοσίευσε στην Ακρόπολι, με την οποία συνεργάστηκε αρκετές φορές στο πρώτο μισό του 1915, κυρίως αλλά όχι μόνο με χρονογραφήματα.

Διάλεξα λοιπόν να  παρουσιάσω σήμερα το χρονογράφημα «Αναπολώ…» που δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολι στις 14 Μαρτίου 1915 και είναι αφιερωμένο στο Ναύπλιο, τόσο στην πρόσφατη διαμονή του όσο και στις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία.

Και από μια άποψη, έχει γούστο, να διαβάζουμε 101 χρόνια μετά, ένα κείμενο που γράφτηκε χωρίς καμιά απαίτηση για υστεροφημία -τι πιο εφήμερο από ένα χρονογράφημα; Από την άλλη, πάντοτε έχουν ενδιαφέρον τα κείμενα που είναι αφιερωμένα σε μια πόλη, όπως εδώ στο Ναύπλιο -μια πόλη που πολλοί συγκαταλέγουν στις αγαπημένες τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Ταξιδιωτικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 152 Σχόλια »

Περί σκότους (δοκίμιο του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 26 Ιουνίου, 2016

Πριν από δεκαπέντε μέρες είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο μια παλιά συνέντευξη του ποιητή Κώστα Βάρναλη στον Γ. Κοτζιούλα και στο Μπουκέτο (1932). Στη συνέντευξη αυτή ο Βάρναλης είχε αναφερθεί και στον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό, και ο φίλος μας ο Κόρτο παρουσίασε κάποια αποσπάσματα από ένα δοκίμιο («Περί σκότους») που το έγραψε ο Βάρναλης το 1942, μέσα στην Κατοχή δηλαδή, και αργότερα το συμπεριέλαβε στα Αισθητικά-κριτικά του, όταν το 1956 εξέδωσε τα (όχι πλήρη πάντως) Άπαντά του.

Αρχικά, το δοκίμιο γράφτηκε υπό μορφή τεσσάρων χρονογραφημάτων, και ήταν ενταγμένο σε μια έντονη αντιπαράθεση που είχε ανάψει από τις στήλες των εφημερίδων για το σκοτεινό ύφος στη λογοτεχνία, με αφορμή τον Πρόλογο στον Λυρικό βίο του Σικελιανού ο οποίος είχε δημοσιευτεί πρωτύτερα στη Νέα Εστία (στο τεύχος της 1.9.42) και την αντίδραση του Παύλου Παλαιολόγου από το Ελεύθερον Βήμα,  ο οποίος είχε διαμαρτυρηθεί για το σκοτεινό ύφος του Σικελιανού. Στην αντιπαράθεση πήραν μέρος όλοι σχεδόν οι σημαντικοί λόγιοι της εποχής.

Δεν μπορώ να παρουσιάσω από εδώ την αντιπαράθεση -αρκεί να πω ότι ο Αλέξανδρος Αργυρίου, στην Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και της πρόσληψής της, αφιερώνει στο θέμα αυτό 14 μεγάλες σελίδες (σελ. 81-94) στις οποίες κεντρική θέση έχει το δοκίμιο του Βάρναλη και οι αντιδράσεις που αυτό γέννησε.

Να σημειώσω πάντως ότι ένας λόγος που ο Πρόλογος του Σικελιανού είχε φανεί σκοτεινός ήταν και ότι η λογοκρισία είχε διαγράψει κάποια αποσπάσματα, κυρίως όσα ανέφεραν ονόματα Ρώσων όπως του Πούσκιν και του Γκόγκολ (ήταν κανόνας απαράβατος να απαγορεύεται η αναφορά σε λογοτέχνες κρατών με τα οποία είχε πόλεμο η Γερμανία, και αυτό δεν έπιανε μόνο τους Σοβιετικούς αλλά και τους Ρώσους).

Να σημειώσω ακόμα ότι ο Βάρναλης αργότερα φάνηκε να μεταστρέφεται ως προς την αξιολόγηση του Σικελιανού και του Καζαντζάκη, αφού έγραψε (όπως τα μετέφερε πάλι ο φίλος μας ο Κόρτο):

Για Σικελιανό:
Ένας ποιητής τόσο πληθωρικός και μεγαλόστομος, τόσο αληθινός κι αυτάρκης, τόσο εμπνευσμένος κι αριστοτέχνης , που δεν έχει όμοιό του (…) Γιατί ο Σικελιανός είχε τη συνείδηση της ευθύνης απέναντι του Έθνους σαν ένας από τους πνευματικούς του ηγέτες. Και δεν πλεύρισε στον καιρό της κατοχής τον καταχτητή. Αλλά στάθηκε δίπλα στο λαό, που αγωνιζότανε για τη λευτεριά του (…)
Στο θαρραλέο, στον ακέραιο, στον Έλληνα, στον τίμιο πνευματικό πρωταγωνιστή του καιρού του, θα χρωστάει το Έθνος παντοτινήν ευγνωμοσύνη, τόσο παντοτινή κι αθάνατην, όσο το έργο του Ποιητή.

Για τον Καζαντζάκη:
Ανεξάρτητα απ’ όλα αυτά, το έργο του είναι καταπληκτικό σε ποσότητα και σε ποιότητα. Σ’ όλα τα είδη του έντεχνου Λόγου στάθηκε θαυμαστός, αλλά πάντοτες έντεχνος. Έγραψε δεκάδες χιλιάδες στίχους και πεζά. Κι όλα με την αγωνία της «έκφρασης μη περαιτέρω». (Έτσι ορίζει το λογοτεχνικόν ωραίο ο Μπενεντέτο Κρότσε…)
Οι νέοι (κι οι γέροι) έχουνε να πάρουνε πολλά διδάγματα απ’ τον Καζαντζάκη…Γιατί κι αν είναι το έργο του μάλλον αρνητικό, έχει δυο μεγάλα προτερήματα, που το σώζουν από κάθε χαλασμό: την ελευθερία της συνείδησης και την περηφάνεια της ελευθερίας.

Κατά τα άλλα, το δοκίμιο μάς θυμίζει ότι και στα χρόνια της Κατοχής γίνονταν ουσιαστικές συζητήσεις και για πνευματικά ζητήματα, εκδίδονταν περιοδικά, ιδρύθηκε το Θέατρο Τέχνης του Κουν, υπήρχε δηλαδή αξιόλογη πνευματική κίνηση.

Παρουσιάζω λοιπόν το δοκίμιο του Βάρναλη, ολόκληρο παρόλο που είναι αρκετά εκτενές, και ευχαριστώ και πάλι τον φίλο μας τον Κόρτο που είχε την πρωτοβουλία αλλά και έκανε τον κόπο να το πληκτρολογήσει.

ΠΕΡΙ ΣΚΟΤΟΥΣ

Με δυσφορία ανακατεύομαι (κι αυτό μονάχ’ από δημοσιογραφικήν υποχρέωση) στην τελευταία συζήτηση περί σαφηνείας ή ασαφείας. Πρώτα – πρώτα γιατί μήτε ο καιρός μήτε ο τόπος είναι κατάλληλος για φιλολογικές συζητήσεις κι έπειτα γιατί φοβόμουνα μήπως η γνώμη μου αποδοθεί σ’ επαγγελματικήν αντιζηλία. Δηλώνω λοιπόν ευθύς από την αρχή, πως δεν έχω τίποτα να μοιράσω με κανέναν: ούτε τη γη με τον κ. Σικελιανό ούτε τον ουρανό με τον κ. Καζαντζάκη. Ομολογώ μάλιστα, πως είμ’ ένας από τους θερμότερους θαυμαστές των στίχων του κ. Σικελιανού, για να λείψει κάθε παρεξήγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Δοκίμια, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 94 Σχόλια »

Νταντέλες, κεριά, αλιντζαύρες και βύσσινο γλυκό

Posted by sarant στο 9 Μαρτίου, 2014

Σε ένα διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη ο ήρωας είναι ένας συγγραφέας, κάπως εστέτ, που του είναι αδύνατον να γράψει αν δεν έχει ένα συγκεκριμένο κρεμ χαρτί. Μια μέρα, ενώ έχει ετοιμαστεί να γράψει, έχει στο μυαλό του καταστρώσει το διήγημα, είναι έτοιμος να το βάλει στο χαρτί, αλλά προς μεγάλη του ενόχληση ανακαλύπτει ότι το κρεμ χαρτί έχει τελειώσει, οπότε τρέχει στον χαρτοπώλη του να ανανεώσει το στοκ του. Ο χαρτοπώλης του έχει αμελήσει να παραγγείλει, δεν έχει παρά 10-20 κόλες, όμως τόσες φτάνουν. Τις παίρνει και κάνει να γυρίσει στο σπίτι του, αλλά τον πιάνει βροχή στο δρόμο, και για να μη βραχεί το πολύτιμο κρεμ χαρτί μπαίνει σε μια στοά ώσπου να περάσει η μπόρα. Κάθεται αφηρημένος σε μια καρέκλα και ξαφνικά τον πλησιάζει ένας άνθρωπος λαϊκός και αρχίζει να του λέει τα βάσανά του με μια σύνταξη που προσπαθεί να βγάλει, και του ζητάει «να τα γράψει». Ο ήρωας συνειδητοποιεί με φρίκη ότι έχει καθίσει στο τραπεζάκι ενός αιτησιογράφου, στην είσοδο ενός υπουργείου. Συγκινημένος όμως από την ιστορία και από τα βάσανα του συνομιλητή του, θυσιάζει μια-δυο κόλες από το πολύτιμο κρεμ χαρτί και γράφει την αίτηση. Το κακό είναι ότι μόλις τελειώνει παρουσιάζεται κι άλλος, εξίσου βασανισμένος, οπότε γράφει κι αυτουνού την αίτηση, και μετά μια άλλη, και τέταρτος μετά, μέχρι που του τελειώνουν οι κόλες, και το διήγημα δεν γράφεται ποτέ -όμως καμιά δεκαριά βασανισμένοι λαϊκοί άνθρωποι μπόρεσαν να εκφράσουν τα αιτήματά τους. Μάλιστα, καθώς ο ήρωας φεύγει, περίεργα ικανοποιημένος, ένας λαχειοπώλης του λέει πως είναι τυχερός που «έλειπε ο άλλος», ο κανονικός δηλαδή αιτησιογράφος που του είχε πάρει το πόστο.

Το διήγημα το μετάφερα εδώ όπως το θυμάμαι, κι επειδή πάνε δεκαετίες που το διάβασα μπορεί να πέφτω έξω σε κάποια σημεία, κι ούτε μπορώ να σας πω σε ποια συλλογή του Σαμαράκη είναι, ούτε τον τίτλο του, κι ούτε έχω τα βιβλία πρόχειρα για να ελέγξω -αλλ’  αν εσείς ξέρετε τίτλο και συλλογή, πείτε το στα σχόλια.

Ο συγγραφέας στο διήγημα του Σαμαράκη είχε την παραξενιά να μη μπορεί να γράψει αν δεν είχε μπροστά του το κρεμ χαρτί της αρεσκείας του. Ο Βάρναλης, θυμάμαι αφηγήσεις, ήθελε όταν κάθεται να γράψει το καθημερινό του χρονογράφημα να έχει πάνω στο γραφείο του πέντε-δέκα καλοξυσμένα μολύβια, για να μη χασομεράει τη στιγμή που είχε πάρει το κολάι του κειμένου -μια «παραξενιά» σαφώς πιο λογική. Σήμερα, οι περισσότεροι συγγραφείς (υποθέτω, κρίνοντας από μένα που όταν γράψω με το χέρι πάνω από δυο γραμμές παθαίνω κράμπα) γράφουν κατευθείαν στον υπολογιστή, οπότε τέτοιου είδους ιδιοτροπίες, που έχουν να κάνουν με χαρτί και με μολύβι (ή στυλό) ίσως οδεύουν προς εξαφάνιση, αν και παραμένουν σε ισχύ όλων των άλλων ειδών οι συγγραφικές παραξενιές, ανάμεσά τους και αυτές που υπαινίσσεται ο τίτλος του σημερινού μας σημειώματος. Για να μην έχετε απορία μέχρι να φτάσετε στην επεξήγηση, αλιντζαύρες είναι οι σαύρες στο κυπριακό ιδίωμα.

Το σημερινό μας σημείωμα είναι μικροφιλολογικό με όλη τη σημασία της λέξης, αφού πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό «Μικροφιλολογικά», στο τεύχος του που κυκλοφόρησε πρόσφατα (τχ. 35, άνοιξη 2014). Στο ίδιο τεύχος είχα άλλη μία συνεργασία, για τον ποιητή Τεύκρο Ανθία, που θα την παρουσιάσω προσεχώς. Το άρθρο παρουσιάζει μια επιστολή του κύπριου ποιητή Β. Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (μια προηγούμενη είχα παρουσιάσει σε άλλο άρθρο, που υπάρχει εδώ), και δεν θα σας κακίσω αν μου πείτε ότι υπάρχουν και σοβαρότερα φιλολογικά θέματα που μπορεί κανείς να εξετάσει. Παρεμπιπτόντως, αν κανείς ξέρει κάτι για το επεισόδιο με τον Σικελιανό και τα 50 φράγκα του Φιλύρα, που μνημονεύεται στην επιστολή αλλά δεν μπόρεσα να το ξεδιαλύνω, πολύ θα χαρώ αν μας το πει.

neoi1910aΗ φωτογραφία αριστερά, βγαλμένη το 1910, είχε δημοσιευτεί το 2003 στο περιοδικό Ύλαντρον. Από αριστερά προς τα δεξιά: Β. Ζήνων, Ν. Λαπαθιώτης, ο γιος ενός πασίγνωστου πολιτικού (αφήνεται για κουίζ), και ένας ηθοποιός.

Κι έπειτα απ’ όλα αυτά τα προλογικά, το άρθρο μου στα Μικροφιλολογικά:

Μια ακόμα επιστολή του Βίκτωρα Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Σε προηγούμενο τεύχος των Μικροφιλολογικών είχα αναφερθεί στον Κύπριο λόγιο Βίκτωρα Ζήνωνα και τη φιλία του με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και είχα παρουσιάσει μια επιστολή του πρώτου προς τον δεύτερο, γραμμένη το 1910. Σήμερα θα παρουσιάσω τη δεύτερη χρονολογικά από τις τέσσερις συνολικά επιστολές Ζήνωνος προς Λαπαθιώτη που απόκεινται στο ΕΛΪΑ, σταλμένη τον Ιούνιο του 1911. Οφείλω ευχαριστίες στον Αχιλλέα Τζάλλα που έκανε τη μεταγραφή της επιστολής (έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία).

Λεμεσός 17 Iουνίου 1911

Γλυκό μου Πελελό

Με μεγάλη μου χαρά είδα στες συνεντεύξεις των λογίων στας «Αθήνας» ν’ αναγνωρίζεται κάπως τιμητικά το έργο σου και να μνημονεύεσαι από τρεις τέσσερις· όχι γιατί περίμενα βέβαια απ’ αυτούς να μάθω πως είσαι ποιητής —για ποιητή σε ξέρω γω καλύτερα από κάθε άλλον— μα γιατί έτσι επήρες τώρα το χρίσμα ας πούμε το επίσημο, «εστέφθης εις το Καπιτώλιον».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επιστολές, Κύπρος, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 62 Σχόλια »

Άλλος για το Νόμπελ;

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2013

Η είδηση κυκλοφορεί εδώ και καμιά δεκαριά μέρες στο ελληνικό Διαδίκτυο: ένας Έλληνας, ο Λαρισαίος γιατρός και ποιητής Δημήτρης Π. Κρανιώτης, είναι υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ. Όχι το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής, ούτε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, αλλά το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Και όχι μόνος του, αλλά ως ένας από τους 76 συγγραφείς από 26 χώρες, μέλη του Οργανισμού Global Harmony Association, που έγραψαν το βιβλίο για την παγκόσμια ειρήνη «The ABC of Harmony». Ο πολυβραβευμένος ποιητής, που ζει και εργάζεται στη Λάρισα ως ειδικός παθολόγος γιατρός, συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο με τρία ποιήματα του, λέει ένα δελτίο τύπου.

Κι έτσι όμως, η τιμή δεν παύει να είναι μεγάλη, σκέφτηκαν διάφορα μέσα ενημέρωσης, έντυπα και διαδικτυακά, που έσπευσαν να αναδημοσιεύσουν την «είδηση», ανάμεσά τους και κάποια που μπορούμε, έστω και με επιείκεια, να τα χαρακτηρίσουμε «σχετικά σοβαρά ή γνωστά», όπως Το Ποντίκι, το Πρώτο Θέμα ή το iefimerida.gr, ενώ στο protagon.gr η κ. Στέλλα Αλαφούζου έφτασε στο σημείο να πάρει συνέντευξη από τον «πολυβραβευμένο ποιητή».

Τελικά, ο Άρης Δημοκίδης στη Lifo ήταν ο πρώτος (απ’ όσο πρόσεξα) που είχε την κοινή λογική να ερευνήσει το θέμα αντί να αποδεχτεί άκριτα τα δελτία τύπου. Όπως εξηγεί, οι υποψήφιοι για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, όπως και για όλα τα βραβεία Νόμπελ, δεν ανακοινώνονται, ούτε πριν από την απονομή ούτε μετά, παρά μόνο ύστερα από 50 χρόνια, οπότε δεν μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι όντως ο οργανισμός Global Harmony Association προτάθηκε για το Νόμπελ Ειρήνης. Επίσης, είναι αμφιλεγόμενο αν προτάθηκε ο οργανισμός GHA ή ειδικότερα οι 76 συγγραφείς (μέλη του οργανισμού) που συνέγραψαν το βιβλίο, ανάμεσά τους και ο κ. Κρανιώτης. Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα υπάρχει αντιπαράθεση (στο λινκ που δίνω) μεταξύ Δημοκίδη και Κρανιώτη -μάλλον έχει δίκιο ο Δημοκίδης.

Δεδομένου ότι κάθε χρόνο προτείνονται πάνω από 200 υποψήφιοι για το Νόμπελ Ειρήνης, επόμενο είναι περίπου το 80% των υποψηφιοτήτων αυτών να είναι όχι και τόσο σοβαρές, έως καθόλου σοβαρές. Η επιτροπή Νόμπελ δεν φαίνεται να κάνει κάποιο αρχικό ξεσκαρτάρισμα και να αποκλείει τις εντελώς ασόβαρες υποψηφιότητες, όμως καταρτίζει μια ‘μικρή λίστα’ υποψηφίων (αγγλιστί short list, αν θέλετε να την πούμε ‘βραχεία’ δεν θα σας κάνω τη χάρη) που οι υποψηφιότητές τους αναλύονται πολύ διεξοδικά,  με τη βοήθεια συμβούλων, από τον Μάρτιο ως τον Αύγουστο κάθε χρόνου, και τελικά καταλήγει στην επιλογή της που ανακοινώνεται τον Οκτώβριο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Μεταμπλόγκειν, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 137 Σχόλια »

Ο οσκρός κι ο ποιητής

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2012

Χτες έπεσε πολλή δουλειά κι έλεγα να μη γράψω άρθρο για σήμερα. Μου θύμισε όμως ένας φίλος του ιστολογίου πως σήμερα, 15 Μαρτίου, είναι «Γενέσιον Αγγέλου Σικελιανού, του υψιπετούς», όπως είναι η διατύπωση στο μηνολόγιο Μαρτίου, και το συνέδεσε με μια λέξη από το βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, λέξη που αγαπούσε να χρησιμοποιεί ο Σικελιανός. Η λέξη αυτή είναι ο οσκρός, λέξη σπάνια και όχι με καλή σημασία.

Ο οσκρός είναι το κεντρί της σφήκας, της μέλισσας και του σκορπιού, και η γλώσσα του φιδιού, κατ’ επέκταση και το δηλητήριο της οχιάς ή του σκορπιού. Λέξη έντονα ποιητική, έχει χρησιμοποιηθεί από πολλούς μεγάλους λογοτέχνες. Δάνειο από το σλάβικο ostra, υπάρχει στα παλιότερα λεξικά.

Στον Διθύραμβο του ρόδου, ο Σικελιανός προειδοποιεί για «το φοβερό ερπετό που ξαναζώνει / τη γη κι ο οσκρός του αρχίνισε να τρέχει / στις θείες πηγές Σου, φαρμακώνοντάς τις». Ο Καζαντζάκης στην Οδύσσεια έχει το στίχο: «µελίσσια βογκερά τα λόγια του γιοµάτα οσκρό και µέλι».

Στον Αστραπόγιαννο του Βαλαωρίτη, όπου υπάρχει ο στίχος «Διαμάντη τι σ’ εξάφνισε; Οχιά με τον οσκρό της», ο ποιητής υποσημειώνει ότι ο οσκρός είναι «σύμβολον έριδος και εμφυλίων σπαραγμών». Μεταφορικά εντελώς, ο Κλέων Παράσχος σε δοκίμιό του κάνει λόγο για τον «οσκρό του προτεσταντισμού».

Αυτά έγραφα στο βιβλίο μου, και στο σχόλιό του ο φίλος Λευκάδιος Ελμάς προσθέτει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 82 Σχόλια »