Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Άλκης Αγγέλου’

Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2018

Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε ήμουν στη Θεσσαλονίκη και επισκέφτηκα φυσικά τη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου. Το χάρηκα πάρα πολύ, διότι δεν είναι μια έκθεση όπως εκείνες του Ζαππείου: υπάρχουν βεβαίως περίπτερα εκδοτικών οικων και αγοράζεις βιβλία, όμως γίνονται συνεχώς εκδηλώσεις, ομιλίες και παρουσιάσεις, πολλες ταυτόχρονα, που ένιωθα σαν παιδί σε μαγαζί με παιχνίδια, μεγάλη δυσκολία είχα να διαλέξω τι θα παρακολουθήσω.

Τελικα προτίμησα να ρίξω το βάρος στις συζητήσεις με γνωστούς και φίλους, που είτε συμμετείχαν στην έκθεση είτε ειχαν πάει κι αυτοί ως θεατές. Ομως παρακολούθησα και λίγες παρουσιάσεις, ανάμεσά τους κι αυτήν που αφορούσε τις νέες εκδόσεις του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών, με ομιλητές τον Γ. Κεχαγιόγλου και την Σωτηρια Σταυρακοπούλου. Σε δική της επιμέλεια και το καινούργιο βιβλίο Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου, που θα σας παρουσιάσω σήμερα.

Η έκδοση αυτή είναι ενταγμένη στη σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», το 11ο βιβλίο της σειράς. Πέρυσι είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο βιβλίο της ίδιας σειράς, τον Έπαινο των γυναικών, κατά σύμπτωση πάλι σε επιμέλεια της Σωτ. Σταυρακοπούλου. Όλα τα βιβλία της σειράς χαρακτηρίζονται από υποδειγματική επιμέλεια, εκτενή εισαγωγή και επίμετρο, ενώ, το είχαμε συζητήσει και παλιότερα, υπάρχει αντικριστά και η μετάφραση του κειμένου στα σημερινά νεοελληνικά, μια επιλογή που ίσως ξενίσει κάποιους -αφού το κείμενο πολύ μικρή δυσκολία πρέπει να παρουσιάζει για τον σημερινό αναγνώστη.

Ο Μπερτόλδος είναι το πρωτο πεζό κείμενο της σειράς του ΙΝΣ. Οι επιμελητές έχουν θέσει ως όρο απαράβατο τα κείμενα που παρουσιάζονται στη σειρά να μην ξεπερνούν τους 1000 στίχους τα έμμετρα ή τις περίπου 30 σελίδες τα πεζά κι αυτό σήμαινε ότι δεν παρουσιάζεται ολόκληρο το κείμενο αλλά ανθολογούνται τα καλύτερα κομμάτια. Εκδοτική απόφαση είναι αυτή, που συζητιέται.

Δεν είναι πρωτότυπο ελληνικό κείμενο, αλλά ανώνυμη μετάφραση από το ιταλικό Le sottilissime astuzie di Bertoldo (1606) του Iταλού Giulio Cesare dalla Croce, που κι αυτο βασίζεται σε παλιότερα αναγεννησιακά κείμενα (στην Εισαγωγή θα βρείτε άφθονες πληροφορίες). Η ελληνική μετάφραση τυπώθηκε σε βιβλίο το 1646 και εγινε δημοφιλέστατο λαϊκό ανάγνωσμα επί αιώνες, με πάμπολλες εκδόσεις. Ο μεταφραστής πάντως έχει και μερικά λαθάκια που δείχνουν όχι τέλεια γνώση της ιταλικής -για παράδειγμα, στο Προοίμιο (θα το δείτε πιο κάτω), το l’esercito di Serse το αποδίδει «άσκησην του Ξέρξου» ενώ πρόκειται για τον στρατό, την εκστρατεία.

Ο Μπερτόλδος βεβαια εχει μεταφραστεί πολλές φορές στα ελληνικά -η επισκόπηση της βιβλιογραφίας υπάρχει στο βιβλίο. Πολύ καλή είναι η έκδοση του Α. Αγγέλου στη εξαιρετικη παλιότερη σειρά της ΝΕΒ, η οποια μαλιστα περιλαμβάνει και τις περιπέτειες του Μπερτολδίνου, γιου του Μπερτόλδου (επόμενο έργο του ίδιου συγγραφέα) ενώ στα google books μπορειτε να βρειτε μια απο τις αμέτρητες επανεκδόσεις της πρώτης μετάφρασης, με κάποιες διορθώσεις σε σχέση με το αρχικό κείμενο (με χρονολογία 1836).

Ο Μπερτόλδος είναι ένας κακάσχημος αλλά πανέξυπνος χωρικός, που καταφθάνει με τον γάιδαρό του στην αυλή του βασιλιά της Λομβαρδίας. Ο βασιλιάς, για να διασκεδάσει μαζί του, του κάνει αλλεπάλληλες ερωτήσεις και του βάζει διάφορες δοκιμασίες, στις οποιες αυτός καταφέρνει και αντεπεξέρχεται χάρη στην ευστροφία του. Το ίδιο γίνεται στη συνέχεια με τη βασίλισσα. Όλο το βιβλίο είναι μια σειρά από τέτοια επεισόδια. Θριαμβευτης τελικά ο Μπερτόλδος προσλαμβάνεται αυλικός σύμβουλος του βασιλιά -αλλά αμάθητος στο καλό φαΐ και στην καλοπέραση αρρωσταίνει κι όταν οι γιατροί της αυλής δεν σκέφτονται να του χορηγησουν το συνηθισμένο του φάρμακο, φασόλια με κρεμμύδια, πεθαίνει και θάβεται με μεγάλες τιμες.

Ο Μπερτόλδος, σαν δημοφιλέστατο ανάγνωσμα, άφησε ίχνη και στη γλώσσα, κυρίως ως μπερτόδουλος (παρετυμολογία με το δούλος). Ήρωας με το ονομα Μπερτόδουλος υπάρχει στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη, ενώ τον υπουργο της κυβέρνησης Στεφανόπουλου (αποστατών) Χρήστο Αποστολάκο τον έλεγαν Μπερτόδουλο κοροϊδευτικά επειδή κυκλοφορούσε φορώντας μια μπέρτα. Αυτά, το 1965-66.

Το μοτίβο του έξυπνου δούλου ή υπηρέτη που συντροφεύει τον αριστοκράτη αφέντη του υπάρχει, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, σε πολλά αλλα κλασικά έργα, επώνυμα και ανώνυμα, από τον βίο του Αισώπου έως τον Δον Κιχώτη ή τον Καραγκιόζη, για να μην αναφερω και τον Τζιβς του Wodehouse. Στο επίμετρο, η Σ. Σταυρακοπούλου βρίσκει επίσης αναλογίες με τις αστείες διηγήσεις του Νασρεντίν Χότζα και τον κ. Κόινερ του Μπρεχτ ενώ θυμίζει ότι τον Μπερτόλδο τον έχει διασκευάσει στη σκηνή και ο Γιώργος Σκούρτης.

Ο Μπερτόλδος διαβάζεται και σήμερα, αλλά αμφιβάλλω αν θα γελάσουν πολλοί με τις «υψηλότατες πανουργίες» του. Όπως έχω γράψει και όταν παρουσίασα τον Φιλόγελο, που είναι ένας ακόμα πρόγονος του Μπερτόλδου, δεν γελάμε με τα ίδια πραγματα που γελούσαν οι προπροπροπροπαππούδες μας.

Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο του ΙΝΣ είναι μια πολύ καλή δουλειά, που αξίζει να το προσέξουν όσοι ενδιαφέρονται για τα παλιότερα νεοελληνικά κείμενα.

Να μου επιτραπεί εκτός από τους επαίνους να επισημάνω κι ένα λαθάκι. Στη σελ. 53, σε μια επισκόπηση των αναφορών στον Μπερτόλδο από λογοτέχνες, διαβάζουμε: «Σε κείμενα του Κώστα Βάρναλη, το 1892, και του Μ.Ι.Γεδεών, την ίδια εποχή, βρίσκουμε αναφορές στους ‘πλανεμπόρους’, τους πλανόδιους βιβλιοπώλες/γυρολόγους (colporteurs), που διακινούσαν μαζί με τις άλλες ‘φυλλάδες’ και τον Μπερτολδο

Πιθανόν να έχει γραψει ο Βάρναλης για τον Μπερτολδο αλλά όχι το 1892 όταν ήταν 8-9 χρονών. Όμως, μια και το έφερε η κουβέντα, να αναφέρω δυο συναντήσεις Βάρναλη και Μπερτόλδου που τις βρίσκω στα κιτάπια μου:

* Στην Αληθινή απολογία του Σωκράτη, ο Β. κάνει έναν ωραίο αναχρονισμό, αφού βάζει τον Σωκράτη να λέει (σε ενα απόσπασμα όχι κολακευτικό για τη συλλογική σοφία): Κι αν είσαστε κολλημένοι πεντακόσοι διαλεχτοί σοφοί (Σωκράτηδες να πούμε), δε θα κάνατε μισό Μπερτόλδο· όχι τώρα που ’σαστε πεντακόσοι Μπερτόλδοι.

* Σε ένα χρονογράφημα της εποχής του πολέμου του 1940, ο Βάρναλης αναρωτιέται «αν οι γενναίοι φασίστες θα μπούνε στην Ελλάδα όπως μπήκε κάποτε ο συμπατριώτης τους ο Μπερτόλδος στο δωμάτιο του βασιλιά του: με τη ράχη».

Παραθέτω, πρώτα, το προοίμιο του Μπερτολδου, αφενός στο πρωτότυπο και αφετέρου σε μετάφραση σε σημερινή γλώσσα:

Εδώ, ω φιλάνθρωπε διαβαστά, δεν σου διηγούμαι την κρίσην του Πάριδος, μήτε την αρπαγήν της Ελένης, μήτε τον εμπρησμόν της Τροίας, αλλ’ ούτε το πέρασμα του Αινείου εις την Ιταλίαν, όχι τας μεγάλας πλάνας του Οδυσσέως, όχι τα μαγικά έργατα της Κέρκης, όχι τον χαλασμόν της Καρθαγένης, όχι την άσκησην του Ξέρξου, όχι τας δοκιμάς του Αλεξάνδρου, όχι την δύναμην του Πύρρου, όχι τους θριάμβους του Μάριου, όχι τα θαυμαστά τραπέζια του Λουκούλου, όχι τας μεγάλας μοίρας του Σιπιόνου, μήτε τα νικητήρια του Καίσαρος, μήτε την τύχην του Οτταβιάνου, επειδή και αι Ιστορίαι τέτοια καμώματα μας φανερώνουσιν, διαβάζοντές τας με πολλήν ηδο­νήν. Όμως, αν καλά και της παρισταίνω ομπροσθά έναν χωριάτην άσχημον και τε­ρατώδη, αλλά επιμελή και πανούργον, και νουν υψηλότατον, εις τόσον ότι, συγκρίνοντας και ομοιάζοντας την ασχημάδιαν του κορμιού του με την ομορφάδαν της ψυ­χής του, ημπορείς να ειπείς, καλέ μου διαβαστά, ότι αυτός ομοιάζει ενός σακιού από χοντρόπανον, ενδυμένον από μέσα με μετάξιον και χρυσάφιον. Εδώ θέλεις ακούσει πανουργίας, νεύματα, αποφάσεις, επιχειρήματα, παροιμίας και στρατηγήματα (ήγουν πανουργεύματα των σολδάτων) υψηλότατα, τα οποία δεν παρακινούσι μόνον να θαυ­μάζει τινάς, αλλά να έβγει από τον νουν του. Λοιπόν, διάβασε τούτο το βιβλίον, διατί από τούτο θέλεις εβγάλει γλυκά ξεφαντώματα και ακαρτερήματα, επειδή και το έργον είναι πολλά αρεστόν και χαρούμενον.

Και η «μετάφραση»:

Στο βιβλίο αυτό, καλοπροαίρετε αναγνώστη, δεν σου διηγούμαι την απόφαση του Πάρη, ούτε την αρπαγή της Ελένης, ούτε την πυρπόληση της Τροίας, μα ούτε την αποβίβαση του Αινεία στην Ιταλία, ούτε τις πολύχρονες περιπλανήσεις του Οδυσσέα, ούτε τις μαγικές πράξεις της Κίρκης, όχι την καταστροφή της Καρχηδόνας, όχι την εκστρατεία του Ξέρξη, όχι τα κατορθώματα του Αλέξανδρου, όχι τη δύ­ναμη του Πύρρου, όχι τους θριάμβους του Γάιου Μάριου, όχι τα θαυμαστά συμπό­σια του Λούκουλου, όχι τη μεγαλειώδη μοίρα του Σκιπίωνα του Αφρικανού, μήτε τα επινίκια του Ιούλιου Καίσαρα, μήτε την καλοτυχία του Οκταβιανού Αύγουστου, επειδή τέτοιες πράξεις μάς τις προβάλλουν τα ιστορικά έργα, που τα διαβά­ζουμε με μεγάλη τέρψη. Ωστόσο, μολονότι σας παρουσιάζω έναν χωριάτη άσχη­μο και τερατόμορφο, αλλά ενεργητικό και πανούργο, και με μυαλό οξυδερκέστατο, τόσο, που αν συγκρίνεις και παραβάλεις την ασχήμια του κορμιού του με την ομορφιά της ψυχής του, μπορείς να πεις, καλέ μου αναγνώστη, ότι αυτός μοιάζει με ένα τσουβάλι υφασμένο από χοντρό πανί, ντυμένο όμως από μέσα με φόδρα μεταξωτή και χρυσή. Εδώ θα ακούσεις πανουργίες, υπαινιγμούς, αποφθέγματα, εγχειρήματα, παροιμίες και στρατηγήματα εξυπνότατα, που όχι απλώς παρακι­νούν κάποιον να θαυμάσει, αλλά τον κάνουν και να χάσει το μυαλό του. Λοιπόν, διάβασε τούτο το βιβλίο, γιατί θα κερδίσεις από αυτό γλύκες απολαύσεις και προσ­δοκίες, μια και το έργο είναι αξιαγάπητο και διασκεδαστικό.

* Ασφαλώς το σημερινό κείμενο διαβάζεται πιο εύκολα, αλλά το πρωτότυπο έχει το άρωμα της εποχής και ίσως η αφέλεια της γλώσσας να βοηθάει στο κωμικό αποτέλεσμα. Τα επόμενα αποσπάσματα τα παραδίδω μόνο στο πρωτότυπο, χωρίς μετάφραση.

Ομορφάδες του Μπερτόλδου.

Ο μισέρ Μπερτόλδος ήτον τέτοιος: μικροπρόσωπος, χοντροκέφαλος, ολοστρόγγυλος σαν φούσκα, το μέτωπόν του ζαρωμένον. Τα μάτια του κόκκινα σαν φωτία, τα φρύ­δια του μακρά και άγρια σαν γουρουνότριχες, τα αυτιά του γαϊδουρινά, μεγα­λόστομος, στραβόστομος, με τα χείλη κρεμασμένα κάτω σαν του αλόγου, τα γένια του συχνά και πολλά αποκάτω εις το πιγούνι του, και έπεφταν σαν εκείνα του τράγου, η μύτη του στραβή και ασηκωμένη απάνω με τες τρύπες της μύτης πλατείες. Τα δόντια του όξω σαν των καπρίων, με τρία ή τέσσαρα χοντρά αποκά­τω εις τον λαιμόν, τα οποία, οπόταν εμίλουνε, εφαινόντησαν σαν τόσα τσουκά­λια οπού να έβραζαν. Είχε τα ποδάρια του τραγίτικα, μακρά και πλατέα σαν του Σάτυρου, και όλον του το κορμίον μαλλιαρόν, τα καλτσούνια του ήτον από χοντρόν μπαμπάκιον, όλα μπαλωμένα, τα παπούτσια του υψηλά και στολισμένα με χοντρά κομμάτια. Εις κοντολογίαν, ετούτος ήτον όλως διόλου το εναντίον του Ναρ­κίσσου.

* με τρία ή τέσσαρα χοντρά = τρία-τέσσερα εξογκώματα

Πανουργία ομορφότατη του Μπερτόλδου, εις το να γυρίσει ομπροσθά εις τον βασιλέα κατά τον τρόπον οπού του είπεν.

 

Ήλθε το ταχύ, και ο Μπερτόλδος εφάνη ομπροσθά εις τον βασιλέα, τυλιμένος μέσα σε ένα δίχτυον οπού ψα­ρεύουν, και ο βασιλεύς, σαν τον είδεν εκεί μέσα, λέγει του:

Βασιλεύς: Διατί εσύ εφάνης ομπροσθά μου έτσι;

Μπερτόλδος: Δεν μου είπες εσύ ότι εγώ να γυρίσω τούτην την ταχινήν σε σέναν έτσι, να μην είμαι μήτε γυμνός μήτε εντυμένος;

Β: Ναι, είπα.

Μπ: Και νά ’μαι, τυλιμένον σε τούτο το δίχτυον, με το οποίον μέ­ρος από τα μέλη μου σκεπάζονται και μέρος φαίνονται.

[…]

Β: Πόσους χρόνους έχεις εσύ;

Μπ: Όποιος μετρά τους χρόνους του, κάνει λογαριασμόν με τον θάνατον.

Β: Ποιον είναι το ασπρύτερον πράγμα οπού να είναι;

Μπ: Η ημέρα.

Β: Περισσότερον από το γάλα;

Μπ: Περισσότερον από το γάλα, και από το χιόνι ακόμα.

Β: Αν εσύ δεν με κάμεις να το ιδώ ετούτο, θέλω να κάμω να σε δεί­ρουν δυνατά.

Μπ: Ω δυστυχία και κακοριζικία των αυλών!

* τούτην την ταχινήν = σήμερα το πρωί

Πανουργία υψηλότατη του Μπερτόλδου, διά να μην πάρει ραβδιές.

Επήγε το λοιπόν ο Μπερτόλδος και έπιασεν ένα σίκλον γάλα και κρυφά τον ήφερεν εις την κάμαραν του βασιλέως και έκλεισεν όλα τα παραθύρια, και ήτον μεσημέριον, και, εμβαίνοντας ο βασιλεύς εις την κάμαραν, εσυνέβη να σκουντρίσει εις τον άνωθεν σίκλον του γάλατος και το ξαναγύρισεν όλον και ολίγον έλειψεν να μην πέσει με το μούτρον εις την γην. Όθεν, όλος θυμωμένος έκαμε να ανοίξουν τα παραθύρια και, βλέποντας εκείνον το γάλα χυμένον εις την γην και εκείνος πως εχτύπησε σε εκείνον τον σίκλον, άρχισεν να χουάζει, λέγοντας:

Β: Ποιος εστάθη εκείνος οπού έβαλεν εκείνον τον σίκλον το γάλα εις την κάμαράν μου και έκλεισεν τα παραθύρια, διά να σκουντρίσω εγώ μέσα;

Μπ: Εγώ εστάθηκα εκείνος, διά να σου δείξω πως η ημέρα είναι πλέον άσπρη και πλέον καθαρή από το γάλα. Διατί, αν ίσως και το γάλα ήτον ασπρύτερον από την ημέραν, εκείνο ήθελε σου ψέξει εις την κάμεραν, και δεν ήθελες κτυπήσει εις τον σίκλον, σαν έκαμες.

Β: Εσύ είσαι ένας πονηρός χωριάτης και κάθε καλαθιού ηυρίσκεις το χέρι του. Αμή τις είναι εκείνος οπού έρχεται εδώ; Αυτός είναι χωρίς άλλον ένας στελμένος από την βασίλισσαν και κρατεί μίαν γραφήν εις το χέρι του. Τραβίσου κάμπο­σον σε μίαν μερίαν, διά να καταλάβω τό λέγει ετούτος.

σίκλος: κουβάς

να σκουντρίσω: να σκοντάψω

Advertisements

Posted in Βάρναλης, Θεσσαλονίκη, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 82 Σχόλια »

Ποια είναι η μεγαλύτερη πληγή του τόπου;

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2016

Και ποια δεν είναι, θα πείτε. Αλλά το ερώτημα του τίτλου είναι εσκεμμένα παραπλανητικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απαγορεύεται να το απαντήσετε στα σχόλια. Όμως αντικείμενο του σημερινού άρθρου δεν είναι ένα τόσο φλέγον θέμα. Το σημερινό μου σημείωμα είναι μικροφιλολογικό, διερευνά την ακρίβεια ενός αποφθέγματος.

RoyidisΕιδικότερα, το ερώτημα του τίτλου ακριβέστερα (αν και λιγότερο συνοπτικά) θα διατυπωνόταν: «Ποιαν θεωρούσε μεγαλύτερη πληγή του τόπου ο Ροΐδης;»

To έναυσμα για το άρθρο μού το έδωσε πριν από μερικές μέρες ένας φίλος του ιστολογίου, ο οποίος μού έστειλε μέιλ, με ένα λινκ προς έναν ιστότοπο (δεν είναι ανάγκη να βάλω λινκ, υπάρχει σε πολλά σημεία) όπου υπήρχε το εξής απόφθεγμα του Εμμανουήλ Ροΐδη:

Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του:

Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τους Έλληνας

Εμμανουήλ Ροΐδης

«Είναι έτσι;» με ρωτάει ο φίλος, «εγώ το θυμάμαι αλλιώς, με πατριωτισμό στο τέλος»

Κι εγώ αλλιώς το θυμόμουν, αλλά, περιέργως, όχι με πατριωτισμό. Ευχαρίστησα τον φίλο μου και κάθισα να το ψάξω. Αν γκουγκλίσετε τη φράση «η Αίγυπτος τας οφθαλμίας» (δηλαδή τις παθήσεις, ιδίως τις φλεγμονές των ματιών) θα δείτε ότι η φράση του Ροΐδη παραδίδεται με πολλούς τρόπους, συγκεκριμένα σε τρεις παραλλαγές.

Σε πολλούς ιστότοπους, όπως στο Γνωμικολογικόν, δίνεται η παραπάνω μορφή του αποφθέγματος, «η Ελλάς τους Έλληνας».

Αλλού πάλι, όπως στο sansimera.gr, μπορείτε να βρείτε μια διαφορετική διατύπωση. Οι τρεις πρώτες χώρες έχουν τις ίδιες πληγές, αλλά για την Ελλάδα η πληγη αλλάζει:

Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του: Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τον πατριωτισμόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , , , | 187 Σχόλια »

Για το κρυφό σχολειό (που λειτουργούσε ολοφάνερα)

Posted by sarant στο 25 Μαρτίου, 2013

Θα κλείσω τις φετινές επετειακές αναρτήσεις για την 25η Μαρτίου αναδημοσιεύοντας ένα παλιό άρθρο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, για τον μύθο του Κρυφού Σχολειού, έναν μύθο ο οποίος έχει βέβαια καταρριφθεί προ πολλού, αλλά εξακολουθεί να αναπαράγεται, είτε με την άποψη που προβάλλουν διάφοροι  ότι την ιστορία δεν την μαθαίνουμε από τους ιστορικούς αλλά από τη συλλογική συνείδηση ή από τη γιαγιά μας, είτε με αναθεωρητικές ιστοριογραφικές απόπειρες από χρυσαβγίτες ή καραμπελιάδες. Σε σχέση με αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι το «επάρατο» βιβλίο Ιστορίας της 6ης Δημοτικού («της κ. Ρεπούση») δεν αναφέρει τίποτα για το Κρυφό σχολειό, ούτε για να επιβεβαιώσει τον μύθο ούτε για να τον διαψεύσει, πράγμα που αποτελούσε μια οπισθοχώρηση σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο βιβλίο Ιστορίας (δεν θυμάμαι τους συγγραφείς), το οποίο ρητά ανέφερε ότι πρόκειται για μύθο. Tο ισχύον διδακτικό βιβλίο της 6ης Δημοτικού, αυτό που αντικατέστησε το «της Ρεπούση», επιλέγει μια μεσοβέζικη διατύπωση, που μάλλον διαιωνίζει τον μύθο (διότι, αν είναι ακριβής η αναφορά που βρήκα, γράφει ότι το Κρυφό Σχολειό αποτελεί «αποτύπωση στην εθνική συλλογική μνήμη» των δύσκολων συνθηκών για την παιδεία τα πρώτα μετά την Άλωση χρόνια, και παραθέτει τον γνωστό πίνακα του Γύζη και το ποίημα του Πολέμη).

Όταν λέμε ότι το Κρυφό Σχολειό είναι μύθος, δεν αποκλείεται σε τοπικό επίπεδο και για μικρές περιόδους αναστάτωσης (πόλεμοι, εξεγέρσεις) να υπήρξαν προσωρινοί περιορισμοί και απαγορεύσεις, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μαρτυρείται γενικευμένη και μακρόχρονη απαγόρευση εκπαίδευσης. Το εντυπωσιακό μάλιστα είναι ότι τα υποτιθέμενα κρυφά σχολειά άρχισαν να αυξάνονται τις τελευταίες δεκαετίες, όταν, όπως γράφει ο Γιάννης Χάρης, το κάθε ανήλιαγο κελί και η κάθε σπηλιά μετατρέπεται, για τουριστικούς λόγους, σε δήθεν κρυφό σχολειό, κι έτσι τα 10 κρυφά σχολειά της δεκαετίας του 1960 έχουν αισίως ξεπεράσει τα 100 στις μέρες μας!

Φυσικά, το άρθρο του πατέρα μου, που αρχικά είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το φιστίκι» και μετά στον παλιό μου ιστότοπο, δεν κομίζει κάτι το νέο στην ιστορική έρευνα, ανακεφαλαιώνει όμως με ακρίβεια, πιστεύω, την ανασκευή του μύθου του Κρυφού Σχολειού. Στο τέλος τού (σύντομου, έτσι κι αλλιώς) άρθρου προσθέτω όσα γράφει για το θέμα η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣΕ ΟΛΟΦΑΝΕΡΑ)

Ένα παραμύθι, που μας συνόδεψε από τα πρώτα μαθητικά μας χρόνια ήταν το παραμύθι για το «κρυφό σχολειό». Για το

φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ
να πηγαίνω στο σκολειό
να μαθαίνω γράμματα

και τα λοιπά, που υποτίθεται πως λέγανε τα παιδάκια πηγαίνοντας νύχτα και κρυφά στην Εκκλησιά για να μάθουν γράμματα.

Στην πραγματικότητα όλη η φιλολογία περί κρυφού σχολειού είναι παραμύθι. Κανένας έγκυρος ιστορικός, ούτε ο Παπαρρηγόπουλος, που αφιερώνει στην εποχή της τουρκοκρατίας τους δύο από τους εννέα τόμους της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», ούτε ο Σάθας, εις την «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα» του, ούτε και η νεώτερη δεκατετράτομη «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, κάνουν οποιαδήποτε μνεία περί κρυφού σχολειού. Στο τελευταίο μάλιστα σύγγραμμα και συγκεκριμένα στον 10ο τόμο και στη σελίδα 366, οι συντάκτες του σχετικού κεφαλαίου Γ. Ζώρας και Α. Αγγέλου (καθηγητές πανεπιστημίου αμφότεροι), είναι κατηγορηματικοί: «Κρυφό σχολειό δεν υπήρξε, πρόκειται για μύθο», υποστηρίζουν. Το ίδιο είχε πει από τον 19ο ήδη αιώνα ο Μ. Γεδεών και κατά τον 20ον ο Γιάννης Βλαχογιάννης: «Δεν υπάρχει καμία ιστορική μαρτυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολειού», βεβαιώνει.

Πώς όμως δημιουργήθηκε ο σχετικός μύθος; Κατά τη γνώμη μου οι αιτίες που τον γέννησαν είναι  δύο. Η πρώτη είναι να καταδειχτεί η βαρβαρότητα και ο φωτοσβεστικός ρόλος των Τούρκων κατακτητών και ο δεύτερος να αναδειχτεί ο ρόλος της Εκκλησίας στην πνευματική αναγέννηση του έθνους. Και στις δύο υπάρχει πυρήνας ιστορικής αλήθειας. Λίγες δεκαετίες μετά την Άλωση της Πόλης εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που θα εκδηλωθεί ολοκάθαρα στα επόμενα διακόσια χρόνια. Οι Οθωμανοί παίρνοντας την Πόλη, αναμφισβήτητα κέρδισαν πολλά (λαμπρή και ιστορική πρωτεύουσα, ενοποίηση των ασιατικών και ευρωπαϊκών εδαφών τους κλπ.) έχασαν όμως το σπουδαιότερο: την πολιτιστική παράδοση, που έστω και κουτσουρεμένη επιβίωνε ακόμα στην ετοιμοθάνατη Κωνσταντινούπολη. Απόχτησαν ένα χρυσό κλουβί, χωρίς όμως το καλλικέλαδο πουλί που βρισκόταν μέσα και που πέταξε στη Δύση.

Ως τότε, σε μίμηση και σε αντιπαράθεση με τη φθίνουσα Ρωμανία, η αναπτυσσόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχε αξιόλογες επιδόσεις στην εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρόδρομος της Αναγέννησης (και στην Ελλάδα, αλλά και στη Δύση) ο Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αδριανούπολης, που τα χρόνια εκείνα, επί Μουράτ, ήταν η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την Άλωση οι νικητές Οθωμανοί υιοθέτησαν όλα σχεδόν τα ελαττώματα των προκατόχων τους, αλλά τους ξέφυγαν τα προτερήματά τους και κυρίως την έφεση για παιδεία και πολιτισμό.

Τον πρώτον αιώνα μετά το πάρσιμο της Πόλης, οι υπόδουλοι Χριστιανοί, που αποτελούσαν το Ρουμ Μιλέτ (το γένος των Ρωμαίων), πέρασαν από ένα στάδιο πνευματικού και εκπαιδευτικού μουδιάσματος. Οι μεγάλοι δάσκαλοι είχαν φύγει στη Δύση. Καινούργια σχολεία δεν ιδρύθηκαν. Ο αναλφαβητισμός του χριστιανικού πληθυσμού αυξήθηκε κατακόρυφα. Η Εκκλησία όμως, για να λειτουργήσει, είχε ανάγκη από ιερείς, που έπρεπε να ξέρουν στοιχειωδώς να διαβάζουν τα ιερά βιβλία. Έτσι λειτούργησαν μέσα στους ναούς εκκλησιαστικά σχολεία που κατάρτιζαν στοιχειωδώς τους μέλλοντες κληρικούς. Ανεξάρτητα όμως από αυτά τα εκκλησιαστικά φροντιστήρια, σε ορισμένες πόλεις με πρώτη την Αδριανούπολη, εξακολούθησαν να υπάρχουν και να λειτουργούνε σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Φυσικά η ποιότητα της εκπαίδευσης αυτής ήταν πολύ χαμηλή και  οι περισσότεροι μαθητές μάθαιναν μόνο να διαβάζουν και να γράφουν. Ιδιαίτερα σχολικά κτίρια ήταν σπάνια ή μικρής χωρητικότητας. Πολύ συχνά οι μαθητές μαζεύονταν στο νάρθηκα των εκκλησιών. Δεν υπήρχαν επίσης διδακτικά βιβλία. Για τη στοιχειώδη εκπαίδευση χρησιμοποιούσαν εκκλησιαστικά βοηθήματα: την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι ή τη Σύνοψη. Ίσως εδώ να βρίσκεται ο ιστορικός πυρήνας του μύθου για το κρυφό σχολειό.

Το ουσιαστικό βήμα προόδου στην εκπαίδευση άρχισε να γίνεται από τα μέσα του επόμενου (16ου) αιώνα. Με κέντρα τη Χίο, που λίγες δεκαετίες πριν ήταν γενοβέζικη κτίση, τη Λέσβο, την Αδριανούπολη και την Κωνσταντινούπολη ιδρύονται πολλά σχολεία, όπου διδάσκουν αξιόλογοι δάσκαλοι. Οι τελευταίοι προέρχονται συνήθως από την βενετοκρατούμενη ακόμη Κρήτη ή τα Επτάνησα και έχουν σπουδάσει σε πανεπιστήμια της Ιταλίας. Σύμφωνα με μαρτυρία  της εποχής το 1586, στην Αθήνα, που ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη, λειτουργούσαν πολλά σχολεία

Έτσι φτάνουμε στις αρχές του 17ου αιώνα στην εμφάνιση μεγάλων Σχολών, όπως η Σχολή των Κυδωνιών, η Σχολή των Αγράφων, η Ζωσιμαία Σχολή στα Γιάννενα, η Αθωνιάς Σχολή  και άλλες  σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, χώρια το Πατριαρχικό Σχολείο που λειτουργούσε στην Πόλη από τον 16ο αιώνα. Πολλές από τις σχολές αυτές ήταν πανεπιστημιακού επιπέδου και βέβαια η ύπαρξη και η λειτουργία τους προϋπέθεταν πως υπήρχαν στοιχειώδη και μέσα σχολεία, από τα οποία προέρχονταν οι μαθητές τους. Πρέπει εδώ να τονιστεί πως σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας οι οθωμανικές αρχές δεν έκλεισαν κανένα χριστιανικό σχολείο, ούτε απέρριψαν αίτημα χριστιανικών κοινοτήτων να ανοίξουν σχολείο.

Είναι λοιπόν λογικό πως εκεί που λειτουργούσαν φανερά και ανεμπόδιστα κανονικά σχολεία όλων των βαθμίδων η ύπαρξη «κρυφού σχολειού» περίττευε.

 Και όσα γράφει για το θέμα η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (τόμος 10, σελ. 366-7) σε μεταγραφή δική μου (με σημερινή ορθογραφία, χωρίς σκουληκάκια και πιθανώς με κάποια λαθάκια από το οσιάρισμα).

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΣΤΙΣ ΥΠΟΔΟΥΛΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ

H «κάκωσις» του Γένους, καθώς εύστοχα θα χαρακτηρίσει ο Ευγένιος Βούλγαρις την κατάσταση του Ελληνισμού αμέ­σως μετά την Άλωση, δεν αποτελεί απλώς τυπικό χρονικό ό­ριο, για την απαρχή της μελέτης της εκπαιδεύσεως. Η παιδεία δηλαδή του έθνους δεν ήταν με κανένα τρόπο δυνατό να συνεχισθεί αδιατάρακτη, όσο και αν δεχόμαστε πως οι επιπτώσεις μιας πολιτικής μεταβολής δεν είναι άμεσες ή αμέσως εμφανείς στον πνευματικό χώρο. Μπορεί η γενικότερη πνευματική ζωή να φαίνεται πως συνεχίζεται ομαλά· στην πραγματικότητα πρόκειται για επιβιώσεις που η εμβέλειά τους είναι μικρή, όπως θα δούμε παρακάτω.

Στην περίοδο αυτή των επιβιώσεων, για να καλυφθεί το κενό ώς την εποχή που αρχίζει η ανανέωση της νεοελληνικής παι­δείας, στα τέλη περίπου του 16ου αι., τοποθετήθηκε ο μύθος για το Κρυφό Σχολειό. Ότι πρόκειται για μύθο αποδεικνύεται βασικά από το γεγονός ότι δεν υπάρχει «καμιά ιστορική μαρ­τυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολείου», όπως υποστήριξε ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Το ίδιο υποστήριξε και ο Μανουήλ Γεδεών πιο κατηγορηματικά: «Μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνων εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων βεζύρην ή Αγιάνην εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν ή οικοδομήν, τουθ’ όπερ ηδύνατο να συμβεί κατόπιν καταγγελίας Χριστιανού τίνος, απεριτμήτου Τούρκου, καθώς ωνόμαζον αυτούς».

Αν το Κρυφό Σχολειό είχε γίνει για κάποια περίοδο πρα­γματικότητα, σε περιορισμένη έστω έκταση, δεν συνέτρεχε κα­νένας λόγος η σχετική μαρτυρία ή μαρτυρίες να μείνουν σκό­πιμα στην αφάνεια. Θα έπρεπε, αντίθετα, ένα τέτοιο τεκμήριο ζωτικότητος της φυλής και της εθνικής συνειδήσεως —σύμφωνα με την ερμηνεία που θα του δώσουν κατά κανόνα οι μεταγενέ­στεροι— να εξαρθεί με κάθε τρόπο. Αφού λοιπόν η απλή λο­γική μάς οδηγεί να αποκλείσουμε παρόμοιο ενδεχόμενο, ε­κείνο που απομένει να δεχθούμε είναι ότι πιθανόν να βρισκό­μαστε σε μια εξαιρετική — μοναδική ίσως — συμπτωματική εξαφάνιση κάθε σχετικής γραπτής μαρτυρίας. Την έσχατη όμως αυτή υπόθεση έρχεται να αναιρέσει μια άλλη αδιαφιλονίκητη λογική παρατήρηση: Για ποιο λόγο ο Τούρκος να ενοχληθεί από την ύπαρξη σχολείων; Τί είναι εκείνο που θα μπορούσε να τον ανησυχήσει από την ενασχόληση ενός μικρού σχετικά μέρους του πληθυσμού με τα γράμματα; Ασφαλώς η περιορι­σμένη έκταση που μπορούσε να έχει την εποχή εκείνη η καλ­λιέργεια των γραμμάτων δεν θα πρέπει να είχε ως ενδεχόμενο την παραμέληση της καλλιέργειας της γης. Άλλωστε τα γράμ­ματα ήταν απαραίτητα για ένα μόνο μέρος του πληθυσμού, για όσους δηλαδή ασχολούνταν με το εμπόριο, με το οποίο δεν ασχολείτο συστηματικά ο δυνάστης, ή για όσους είχαν σχέση με τον κλήρο. Πρέπει λοιπόν να θεωρηθεί ως φυσικός ο συλλογισμός που διατυπώνεται από τον Μ. Γεδεών, ότι δη­λαδή «η τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την Χριστιανικήν θρησκείαν, εγίνωσκεν, ότι εις τους ναούς αναγινώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται, και ότι τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα, έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως· και συνε­πώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν».

Εκείνο συνεπώς που απομένει ως απάντηση είναι ότι οι Τούρκοι ανησυχούσαν μήπως η παιδεία γίνει κάποια στιγμή δημιουργός φωτισμού και στη συνέχεια αφετηρία, ώστε να καλλιεργηθεί η εθνική συνείδηση. Δεν υπάρχει όμως ούτε σκιά υπόνοιας ότι θα ήταν δυνατόν ο Ασιάτης Τούρκος του 15ου αι. να οδηγηθεί σε μια παρόμοια σκέψη. Για να αναχθούμε λοι­πόν στην εποχή όπου γεννήθηκε ο μύθος, πρέπει να μεταφερθούμε στα χρόνια όπου η αλληλουχία παιδεία – εθνική αποκα­τάσταση είχαν γίνει κοινή συνείδηση σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι δυνατή η παρθενογένεση του θέματος είτε από παρε­ξήγηση είτε από σκοπιμότητα. Αυτή ή εποχή είναι ο Αγώνας, κατά τον οποίο παρουσιάζεται σε μια πρωτογενή μορφή ο μύ­θος. Η εθνική σκοπιμότητα παίζει εδώ τον πρώτο ρόλο· η συνέχεια είναι εύκολη. Από τη στιγμή όπου το γενικό αυτό κλίμα δημιουργεί την κατάλληλη προϋπόθεση, ώστε να προ­κύψουν από ανάλογες ψυχολογικές προϋποθέσεις όμοιες μαρ­τυρίες — πράγμα που βεβαιώνει την παρθενογένεση του μύ­θου —, να προστεθούν άλλα συγγενή στοιχεία, καθώς το γνω­στό τραγουδάκι για  το  φεγγαράκι, ή φαντασιώσεις ιστορικών της παιδείας οι οποίοι, αδιαφορώντας για την αληθοφάνεια των πραγμάτων, ηδύνονται από ειδυλλιακές αναπαραστάσεις, καθώς η περίπτωση του Γ. Χασιώτη, να επιστεγασθούν τέλος τα στοιχεία αυτά με την υποβολή της τέχνης του λόγου, κα­θώς το ποίημα του Πολέμη, ή των είκαστικών τεχνών, καθώς ο πασίγνωστος πίνακας του Γύζη, η χιονοστιβάδα πια έχει δημιουργηθεί και είναι εύκολο να παρασύρει και τους ευφάντα­στους καλοπροαίρετους ιστορικούς της εθνικής σκοπιμότητος.

Posted in 1821, Δημήτρης Σαραντάκος, Επετειακά, Εκπαίδευση, Εκκλησία, Μύθοι | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 560 Σχόλια »