Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Άνθιμος Παπαδόπουλος’

Γιατί τα κάνουμε θάλασσα;

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2020

Έχουμε μπει για τα καλά στο καλοκαίρι, έστω και στο φετινό περίεργο πανδημικό, και ακόμα δεν έχουμε δημοσιεύσει καλοκαιρινό άρθρο. Σήμερα κάνουμε την αρχή. Και αφού το καλοκαίρι πολύς κόσμος πηγαίνει στη θάλασσα, το σημερινό μας άρθρο είναι θαλασσολογικό ή θαλασσογραφικό.

Όμως, η θάλασσα είναι απέραντη. Η Μεσόγειος δεν μπορεί να δεθεί με σκοινιά, κι ούτε μπορεί η θάλασσα να καλυφθεί με ένα άρθρο -θέλει βιβλίο και βάλε. Οπότε, δεν θα το επιχειρήσω καν.

Θα εστιαστώ σε δύο πράγματα, την ετυμολογία της λέξης «θάλασσα» και την έκφραση «τα κάνω θάλασσα».

Στο πρώτο σκέλος, αντλώ υλικό από ένα καλό σημείωμα που υπάρχει στο ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη. Στο δεύτερο, από διάφορες πηγές και τα δικά μου κιτάπια.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η αρχαία λέξη θάλασσα δεν συνδέεται ετυμολογικά με τις ελληνικές συνώνυμες λέξεις πόντος, πέλαγος ούτε με τη λέξη ἅλς (θηλυκό, η αλς, ενώ ο αλς ήταν το αλάτι) σήμαινε τη θάλασσα, πβ. ομηρικό ἁλὸς πελάγη, και από το αλς παρήχθησαν πολλές λέξεις τής Ελληνικής, που συνδέονται με τη θάλασσα: π.χ. παράλιος, παραλία , ενάλιος, αλιεύς, αλιεύω, αλιεία και γιαλός < αρχ. αιγιαλός < εν αιγί αλός «στο κύμα τής θάλασσας»). Στην πραγματικότητα η λέξη θάλασσα ανήκει στις προελληνικές λέξεις, οι οποίες δεν ετυμολογούνται από τα Ελληνικά, μολονότι παραδίδονται πολλές παρετυμολογικές ερμηνείες («λαϊκές ετυμολογήσεις») της λέξης, π.χ. από το «θοώς αλλασσαμένη καί σαλευαμένη» ή «ἐκ τοῦ θῶ, τοῦ σημαίνοντος τὸ τρέχω, καὶ τοῦ λα τὸ ἁλμυρὸν ἤγουν τὸ ἅλας» και άλλες.

Αντίθετα, η λ. θάλασσα φαίνεται να συνδέεται μορφικά με τη λέξη δαλάγχα που παραδίδει ο Ησύχιος ως λέξη τής αρχαίας μακεδονικής διαλέκτου. Επίσης, η λέξη θάλασσα δεν συνδέεται ετυμολογικά ούτε με τις αντίστοιχες Ι.Ε. λέξεις που έχουν ως αφετηρία τη ρίζα *mar– (πβ. λατ. mare > γαλλ. mer, αρχ. γερμ. *marja– > γερμ. Meer, παλ. σλοβ. marje > πολ. morze). Ας σημειωθεί ότι π ρίζα αυτή φαίνεται να συνδέεται με το αρχ. μαρμαίρω «λάμπω, ακτινοβολώ» (από όπου και οι λ. μάρμαρα, αρχική σημασία «στιλπνή επιφάνεια που ακτινοβολεί», και μαρμαρυγή («λαμπύρισμα») και αρχικώς αναφερόταν στην επιφάνεια τής θάλασσας που ακτινοβολεί, όταν πέφτουν επάνω της οι ακτίνες τού ηλίου.

Λόγω τής ιδιαίτερης σχέσης τού ελληνικού λαού με τη θάλασσα, το ομόρριζά της είναι πάρα πολλά στη Νέα Ελληνική. Εκτός από όσα αναφέρονται στον φυσικό κόσμο (π.χ. θαλασσο-πούλι, θαλασσ-αετός, θαλασσο-κόρακας, θαλασσοκράμβη, θαλασσόπρασο, θαλασσόχορτο, θαλασσόβραχος, λιμνοθάλασσα, ακροθαλασσιά κ.ο.κ.) ή σε πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα σχετικά με τη θάλασσα (π.χ. θαλασσο-πλόος/-πλοΐα, θαλασσο-πόρος/-ία, θαλασσογραφ-ία/-ος/-ώ, θαλασσοταραχή, θαλασσοφοβία, θαλασσαιμία «μεσογειακή αναιμία», θαλασσοδάνειο «δηλ. δάνειο που θα πληρωνόταν αν έφτανε το πλοίο στο λιμάνι» κ.ο.κ.), χρησιμοποιούνται πάρα πολλά ομόρριζα τής λέξης θάλασσα με εκφραστικό περιεχόμενο, ανάγοντάς την σε πηγή βιωμάτων: πικροθάλασσα, θαλασσοδέρνομαι, -δαρμένος, θαλασσομαχώ, θαλασσοπνίγομαι, θαλασσοπνίχτης, θαλασσοπαλεύω, θαλασσοκοπώ, ανθρωποθάλασσα, λαοθάλασσα κ.λπ.

Ακόμη, οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν το ρήμα θαλασσώ (-ώνω) είτε με τη σημασία «πλένομαι στη θάλασσα» είτε με τη σημασία «διαπλέω τη θάλασσα», αλλά και με τη σύγχρονη σημασία «τα κάνω θάλασσα». Οι αρχαίοι μάλιστα είχαν επίσης ρήμα θαλασσεύω «ταξιδεύω στη θάλασσα» και θαλασσίζω «έχω γεύση θαλασσινού νερού». Μάλιστα, έπιναν θαλασσίτη (οίνο) «(κρασί) που πάγωναν στη θάλασσα») και ακόμη θαλασσομέλι «μέλι ανάμικτο με θαλασσινό νερό».

Τέλος, είναι χαρακτηριστικό ότι οι αρχαίοι Έλληνες λέγοντας θάλασσα εννοούσαν κατ’ εξοχήν (ήδη στον Όμηρο) τη Μεσόγειο Θάλασσα. Ο Ηρόδοτος την αποκαλεί απλώς ήδε η θάλασσα «αυτή εδώ η θάλασσα», ο Πλάτων γράφει η παρ’ ημίν θάλασσα («η θάλασσά μας») και ο Πολύβιος  η θάλασσα η καθ’ ημάς. Ο Αριστοτέλης την ονομάζει «η έσω θάλασσα» ενώ «η έξω θάλασσα» είναι ο Ωκεανός, που λέγεται επίσης «Ατλαντική θάλασσα» ή και «μεγάλη θάλασσα». Οι Έλληνες ακόμη θα καυτηριάσουν κάποιον που προσποιείται ότι αγνοεί κάτι με την παροιμιώδη φράση «ο Κρης την θάλασσαν αγνοεί». Τέλος, ο Αισχύλος (Επτά επί Θήβας) θα πει την περίφημη έκτοτε ποιητική φράση «θάλασσα κακών» (δηλ. πέλαγος δυστυχιών).

Αυτά λεει το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, και με ένα μόνο σημείο απ’ όσα γράφει έχω μια ένσταση, εκεί που λέει ότι το αρχαίο ρήμα «θαλασσώ» είχε, ανάμεσα στις άλλες, και τη σύγχρονη σημασία «τα κάνω θάλασσα». Αν εννοεί τη σύγχρονη μεταφορική σημασία, κάνει λάθος, διότι στο Λίντελ Σκοτ βλέπουμε ότι το θαλασσώ σήμαινε «μετατρέπω σε θάλασσα», όπως ο Νείλος την Αίγυπτο.

Όμως εμάς θα μας απασχολήσει η μεταφορική σημασία. Τα κάνω θάλασσα, λέμε. Που σημαίνει, αποτυγχάνω εντελώς, παταγωδώς. Φέρομαι αδέξια, δεν καταφέρνω το έργο που μου έχει ανατεθεί, μπερδεύομαι κτλ. Συνώνυμο: τα κάνω μούσκεμα. Το λέμε και μονολεκτικά: τα θαλάσσωσα, τα μούσκεψα, τα έκανα μαντάρα. Μπορούμε να το πούμε και πιο αθυρόστομα: τα σκάτωσα, τα έκανα σκατά, τα έκανα μουνί. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια διαφορά, άλλη από τη διαβάθμιση. Αλλά ας περιοριστούμε στη θάλασσα.

Νομίζω πως δεν υπάρχει διαφωνία πως αυτή είναι η σημερινή σημασία της λέξης. Τη φράση τη βλέπω συχνά στη αθλητικογραφία, όχι μόνο για ομάδα που ηττάται (ενώ ήταν φαβορί) αλλά και για διαιτητή που χάνει τον έλεγχο του αγώνα και σφυρίζει άλλα αντ’ άλλων. Πρόσφατα, όταν ο Τραμπ κατηγόρησε τον ΠΟΥ για κακό χειρισμό της πανδημίας (αντί να κοιτάζει την τύφλα του), αρκετοί ιστότοποι έγραψαν ότι είπε πως «ο ΠΟΥ τα έκανε θάλασσα» -φυσικά κάποιαν άλλη ιδιωματική φράση θα χρησιμοποίησε.

Ωστόσο, αν κοιτάξει κανείς κείμενα του 19ου αιώνα ή και των αρχών του 20ού, θα δει ότι η σημασία της έκφρασης τότε ήταν αρκετά διαφορετική. Για παράδειγμα, στους Αθλίους των Αθηνών του Κονδυλάκη:

Από της συστάσεως του χαρτοπαικτείου, ο Τζερεμές είχεν αρχίσει να ζητή από τον Θεμιστοκλήν πόντους, ήτοι μερδικόν από τα κέρδη, επειδή δε ο Θεμιστοκλής δεν εδέχετο, ήρχισε ν’ απειλή ότι θα πήγαινε καμμιά βραδυά στην λέσχη και θα τά’ κανε θάλασσα.

ή, στον Κατήφορο του Ξενόπουλου:

Του ερχόταν να πάει τώρα ευθύς στη γκαρσονιέρα, να τα κάνει θάλασσα. Θα τους έσπαζε στο ξύλο όλους

ή, στον Αγαπητικό της βοσκοπούλας του Κορομηλά:

    Ξέρεις τι πράμα που είν’αυτός; σαν έρθη κι αγριέψη,
         θα σύρη την κουμπούρα του, τις δυο του τις κουμπούρες,
         και θα μας κάνη θάλασσα «εν στόματι ρομφαίας»

Βλέπουμε δηλαδή πως παλιότερα η φράση σήμαινε μεν «τα κάνω άνω κάτω» όπως και σήμερα σημαίνει, όχι όμως από αδεξιότητα, αλλά επειδή το θέλω. Ο Τζερεμές στο πρώτο παράθεμα απειλεί ότι θα τα κάνει θάλασσα στη λέσχη, δηλαδή θα πάει και θα τα σπάσει όλα. Όχι «αποτυγχάνοντας», όχι «από αδεξιότητα» αλλά επειδή αυτό σκοπεύει να κάνει. Το ίδιο και στα άλλα δύο παραθέματα.

Αυτό αποτυπώνεται και σε παλιότερα λεξικά. Στον Δημητράκο η σημασία της έκφρασης δίνεται ουδέτερα: επέφερεν αναστάτωσιν. Στον Σταματάκο καταγράφεται η απειλή «θα τα κάνω θάλασσα» με τη σημασία «θα τα κάνω άνω κάτω, θα τα κάνω γυαλιά καρφιά». Σήμερα δεν νομίζω να λέγεται η απειλή αυτή.

Η αλλαγή της σημασίας δεν είναι παράξενη, εύκολα μεταπίπτει η σημασία από την αναστάτωση που προκαλείται από σκόπιμη ενέργεια στην αναστάτωση που προκαλείται από αδεξιότητα. Μας ενδιαφέρει όμως η παλιότερη σημασία για να διερευνήσουμε την προέλευση της φράσης.

Γιατί λοιπόν «τα κάνουμε θάλασσα»; Δηλαδή, από πού προήλθε η παροιμιακή έκφραση; Ο Φαίδων Κουκουλές έχει προτείνει ως αρχή της φράσης την εικόνα του ποταμού που πλημμυρίζει και τα κάνει όλα γύρω του θάλασσα -άνω κάτω δηλαδή. Δεν ειναι απίθανο, και στο βιβλίο μου «Λόγια του αέρα» αυτή την πρόταση έχω υιοθετήσει.

Έχω όμως μια επιφύλαξη. Υπάρχει και μια δεύτερη πρόταση, του Άνθιμου Παπαδόπουλου. Αντιγράφω: Σε πολλά ιδιώματα της ελληνικής, η λ. θάλασσα λαμβάνεται ως μέτρο δηλωτικό του πολλού, του αφθόνου, π.χ. γάλα θάλασσα. Στην Ήπειρο, τα κάνω θάλασσα σημαίνει «ευθυμώ, θυσιάζω αφειδώς», ίσως από εκφράσεις όπως «φαγιά θάλασσα»  κτλ. Και επειδή στα μεγάλα συμπόσια η ευθυμία οδηγεί συχνά σε παρεκτροπές, φτάσαμε στη σημασία «τα κάνω άνω κάτω», εξ ου και η διαλεκτική φρ. «όλα θάλασσα» = τα πάντα ακατάστατα.

Κάνει μερικά λογικά άλματα, αλλά αξίζει να προσεχτεί ο αρχικός πυρήνας, ότι η θάλασσα εκφράζει την αφθονία. Εδώ συναντάμε το αρχαίο «κακών θάλασσα» που είδαμε παραπάνω, ενώ την εικόνα της αφθονίας την βρίσκω και σε ένα διήγημα του Μωραϊτίδη: συνηθροίζοντο καθ’ εσπέραν την εβδομάδα του Πάσχα εις την γειτονικήν πλατείαν κ’ εχόρευον κι έλεγον «θάλασσα» τα τραγούδια εκείνα τα εύμορφα...

Οπότε, ενώ εξακολουθώ να βρίσκω πειστικότερη την εκδοχή του Κουκουλέ, κρατάω μιαν επιφύλαξη. Άλλωστε η θάλασσα δεν φανερώνει έτσι εύκολα τα μυστικά της….

 

 

Posted in Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 134 Σχόλια »

Οι βουλεύτριες που ενοχλούν

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2018

Υπάρχει μια ομάδα στο Φέισμπουκ, που λέγεται ΠΟΙΝΑΚΕΙΔΑΙΣ ΚΕ ΑΙΠΗΓΡΑΦΑΙΣ· από τον εξεζητημένα υπερανορθόγραφο τίτλο της θα μαντέψατε ίσως ότι έχει ως αντικείμενο τις αξιοπερίεργες, ανορθόγραφες, κακογραμμένες και αστείες επιγραφές και πινακίδες, που τέτοιες βάζουμε κι εμείς συχνά στα σαββατιάτικα μεζεδάκια μας.

Βέβαια, δεν έχουν όλοι την ίδια άποψη για το τι είναι «λανθασμένο» ή αξιοπερίεργο ή εξωφρενικό. Κι αυτό φάνηκε τις προάλλες, όταν ένα μέλος ανάρτησε την πιο κάτω φωτογραφία, οθονιά (σκρίνσοτ, ελληνιστί) από εκπομπή της ΕΡΤ.

 

Συνόδεψε την εικόνα με το εξής σύντομο και έμμεσα αρνητικό σχόλιο: Ο βουλευτής, η βουλεύτρια!!!
Τι πληρώνουμε εκεί στην ερτ;;;;

Προσωπικά, το συγκεκριμένο σουπεράκι το βρίσκω εξαιρετικά εύστοχο, διότι δείχνει καθαρά την υπεροχή του έμφυλου τύπου σε σχέση με τον επίκοινο. Αν δεν θέλαμε έμφυλο τύπο, βουλεύτριες ή βουλευτίνες, θα έπρεπε να γραφτεί το κωμικό «Γυναίκες βουλευτές Αυστραλίας».

Αν έχετε περιέργεια και είστε γραμμένοι στο Φέισμπουκ, τη συζήτηση μπορείτε να την παρακολουθήσετε εδώ. Όπως θα δείτε, υπήρξαν πολλοί που χλεύασαν τον όρο (και την ΕΡΤ) αλλά και αρκετοί που τον υπερασπίστηκαν, δυο-τρεις μάλιστα έφεραν ως τεκμηρίωση παλιότερα άρθρα του ιστολογίου (καμαρώνω). Αυτοί που «κοινοποίησαν» την αρχική ανάρτηση ήταν ομόθυμα αρνητικοί, με «επιχειρήματα» όπως (κοπιπαστώνω):

Ὁ βουλευτής, ἡ βουλεύτρια, τὸ βουλευτὸ (γιὰ τὸ Jason-Ἀντιγόνη ποὺ σύντομα θὰ ἐκλεγεῖ βουλευτὴς)… Τί νούμερα ἔχουν μαζευτεῖ ἐκεῖ στήν ΕΡΤ;

Όταν οι συμμαθητές του αλ6 πιάνουν δουλειά στην ΕΡΤ με απολυτήριο νηπιαγωγείου…

Η μαλακία πάει σύννεφο εκεί στην ΕΡΤ. ΚΛΕΙΣΤΕ ΤΟ ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ ΤΗΣ ΕΡΤ ΤΩΡΑ

Είναι φανερό πως στα συγκεκριμένα σχόλια, η απόρριψη του όρου «βουλεύτρια» από κάποιους συμφύρεται με την ιδεολογική-πολιτική αντίθεση προς την αριστερά, την παρούσα κυβέρνηση ή την ΕΡΤ ως υλοποίηση της δημόσιας τηλεόρασης.

Παρόλο που είναι ενδεικτική αυτή η διαπλοκή, καλό θα είναι να αποσυνδέσουμε τις ενστάσεις προς την ΕΡΤ και να εστιαστούμε στον όρο «βουλεύτρια» και στους λόγους για τους οποίους ενοχλεί. Φυσικά, επειδή έχω ξαναγράψει για το θέμα, και πάνω από μία φορά, σε κάποιο βαθμό θα επαναλάβω πράγματα που έχω ήδη πει. Δεν πειράζει.

Όπως ξέρουμε, στην Ελλάδα οι γυναίκες απέκτησαν το δικαίωμα να εκλέγονται στη Βουλή το 1952-πρώτη εκλέχτηκε, τον Ιανουάριο του 1953, η Ελένη Σκούρα, σε αναπληρωματική εκλογή στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης. Τότε τέθηκε και επίσημα το πρόβλημα του θηλυκού τύπου της λέξης «βουλευτής», αν και ανεπίσημα είχε τεθεί ήδη από τον προηγούμενο αιώνα -διότι, βέβαια, μπορεί να μην υπήρχαν γυναίκες στη Βουλή των Ελλήνων όμως σχετικές συζητήσεις γίνονταν από νωρίτερα, ενώ και σε άλλες χώρες υπήρχαν γυναίκες στο σχετικό αξίωμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαγγελματικά θηλυκά, Θηλυκό γένος, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 311 Σχόλια »

Γιατί την περνάμε κοτσάνι;

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2018

Ένα από τα καλύτερα μεταπολεμικά τραγούδια του Τσιτσάνη είναι το «Τα βάσανα μες στη ζωή», που κυκλοφόρησε το 1953 σε πρώτη εκτέλεση με τον Τσιτσάνη, τη Σωτηρία Μπέλλου και τον Αθαν. Γιαννόπουλο αν και είναι πιο γνωστό με τη δεύτερη εκτέλεσή του, με τη Μαρίκα Νίνου και τον συνθέτη.

Να θυμηθούμε την πρωτη εκτέλεση:

Αξίζει να προσέξουμε τους στίχους, που είναι κι αυτοί του Τσιτσάνη:

Τα βάσανα μες στη ζωή
θα τα περάσουμε μαζί
μαζί τις πίκρες, τις χαρές,
μαζί και τις αναποδιές.
Θα τη βγάλουμε αντάμα
πότε γέλιο, πότε κλάμα.

Θα μανουβράρουμε μαζί
την ακατάστατη ζωή
μια σφαίρα είναι ο ντουνιάς
και θα γυρίσει και για μας.
Σε παλάτια, σε τσαντίρια
θα τα πιούμε τα ποτήρια.

Θα ξημερώσει και για μας,
μην είσαι άπιστος Θωμάς
τα μονοπάτια τα παλιά
θα τα περάσουμ’ αγκαλιά.
Πίκρες και χαρές χαρμάνι
θα τη βγάλουμε κοτσάνι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Κύπρος, Ρεμπέτικα, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 172 Σχόλια »

Η τρίχα και η πένα

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2013

Το σημερινό άρθρο ήταν να δημοσιευτεί προχτές, αλλά αναβλήθηκε εξαιτίας της απόφασης για κλείσιμο της ΕΡΤ. Το άρθρο γεννήθηκε από μια απορία που εκφράστηκε πριν από μερικές μέρες στο ιστολόγιο. Κι άλλες φορές έχει γίνει αυτό, άλλωστε συχνά συμβαίνει, καθώς η συζήτηση ξεστρατίζει από το αρχικό θέμα της ανάρτησης να  μπαίνουν ερωτήματα ενδιαφέροντα αν και άσχετα εντελώς με το αρχικό θέμα -αυτή είναι, το έχουμε πει πολλές φορές η γοητεία και η κατάρα των ιστολογικών συζητήσεων. Οπότε, κι άλλες φορές έχει συμβεί να γράψω άρθρο που να απαντάει διεξοδικά σε μιαν απορία που διατυπώθηκε σε σχόλιο του ιστολογίου, μόνο που το σημερινό άρθρο έχει μια διαφορά, ότι δεν απαντάει στην απορία.

Και δεν απαντάει, διότι απλούστατα δεν ξέρω την απάντηση, ή τουλάχιστον δεν έχω καταλήξει σε οριστική απάντηση, οπότε εφαρμόζοντας, ας πούμε, σωκρατική μέθοδο παρουσιάζω εδώ όσα ξέρω για το θέμα ελπίζοντας να πιάσω γεμάτα με τα άδεια που πρόκειται να ρίξω.

Αλλά παραμάκρυνε η εισαγωγή, και κοντεύω να καταντήσω σαν εκείνους τους ρήτορες που ανεβαίνουν στο βήμα λέγοντας «Δεν θα μακρηγορήσω σε εισαγωγές και προλόγους…» και ύστερα από ένα τέταρτο της ώρας ακόμα δεν έχουν μπει στο θέμα τους. Λοιπόν, το δικό μου θέμα είναι η τρίχα και η πένα, ή μάλλον είναι η προέλευση των εκφράσεων «ντυμένος στην πένα» και «ντυμένος στην τρίχα», που είναι περίπου συνώνυμες.

Στα πρόσφατα σχόλιά σας, βέβαια, έγινε ερώτηση μόνο για την πένα, από πού βγήκε η έκφραση «ντυμένος στην πένα», νομίζω όμως ότι είναι περίπου συνώνυμες και δεν αποκλείω η μία να έχει προέλθει από την άλλη ή να έχει επηρεαστεί από την άλλη, οπότε τις συζητάμε μαζί.

Και καταρχάς, μια πένα μα ποια πένα; Όταν ο Τσιτσάνης, στο «Απόψε κάνεις μπαμ», παινεύει την κυρά του ότι «κουρδίστηκες κυρά μου στην πένα, στο καντίνι» το μυαλό μας πάει στην πένα του μπουζουκιού

και η εικόνα επιτείνεται από το «καντίνι» που ακολουθεί, που είναι, σύμφωνα με το ΛΚΝ, η λεπτότερη χορδή ενός οργάνου, αλλά είναι αυτή η αρχική σημασία; Ή μήπως εννοείται η πένα της γραφής, ενδεχομένως ο ακριβός στυλογράφος που είναι αντικείμενο πολυτελείας και αποτελεί εξάρτημα που συνοδεύει το τέλειο ντύσιμο, όπως υποστηρίζει ο συντάκτης του σχετικού λήμματος στο slang.gr; Ή μήπως εννοείται η παλιά πένα με το φτερό που είναι «κάτι ελαφρύ και λεπτεπίλεπτο» όπως σχολιάζει μια καλή φίλη στο ίδιο λήμμα; Ή μήπως έχει δίκιο ο φίλος μας ο Λεώνικος, που στα ίδια σχόλια υποστηρίζει ότι «Στην πένα, σημαίνει ‘τόσο καλό ώστε να το καρφώσεις στην πένα και να το δείχνεις χωρίς να κρύβεις τίποτε, αφού όλα του είναι τέλεια’. Μια εναλλακτική διατύπωση είναι à quatre épingles (σε τέσσερεις καρφίτσες) δηλαδή δεν πατάει στο έδαφος» (δεν το πολυκαταλαβαίνω, αλλά ίσως το εξηγήσει).

Απ’ όσο ξέρω, ο μόνος που έχει γράψει σε βιβλίο για το θέμα είναι ο Άνθιμος Παπαδόπουλος στα Φρασεολογικά, ο οποίος (σωστά κατά τη γνώμη μου) υποστηρίζει ότι η φράση σχηματίστηκε κατ’ αναλογία με την «ντυμένος στην τρίχα» και ότι, επιπλέον, η έκφρ. «άνθρωπος της πένας» δηλώνει τον λόγιο, ο οποίος διαφέρει στο παρουσιαστικό και είναι πιο κομψά ντυμένος από τον χειρώνακτα (εδώ συμφωνώ λιγότερο).

Για να εξηγήσουμε την προέλευση της φράσης, και ίσως για να βρούμε ποια πένα εννοείται, πρέπει πιστεύω να βρούμε ποιο είναι το κοινό στοιχείο όλων αυτών των παρεμφερών εκφράσεων. Καταρχάς, το «ντυμένος» δεν είναι αναπόσπαστο τμήμα της έκφρασης, αφού μπορούμε επίσης να πούμε «παπούτσια στην πένα», «όλα στην τρίχα» κτλ. Επομένως, οι εκφράσεις «στην τρίχα», «στην πένα», «στο καντίνι» σημαίνουν «άψογα», «στην εντέλεια, χωρίς το παραμικρό ψεγάδι». Βέβαια, πολύ συχνά χρησιμοποιούνται με το ντύσιμο, επομένως ο ντυμένος στην πένα ή στην τρίχα είναι αυτός που έχει ντυθεί κομψά και άψογα. (Η έκφραση «ντυμένος του κουτιού» είναι ειδική για το ντύσιμο και προέρχεται από τα ρούχα που έρχονταν, τον παλιό καιρό, στα σπίτια των αστών κατευθείαν από τα μεγάλα παριζιάνικα καταστήματα, μέσα στο κουτί).

Όταν κάτι είναι κανονισμένο, ρυθμισμένο, στολισμένο, ντυμένο, ταχτοποιημένο «στην τρίχα», αυτό σημαίνει ότι ούτε μια τρίχα δεν χαλάει την τέλεια εικόνα, ότι προσεγγίζει το τέλειο όσο περισσσότερο είναι εφικτό: σε απόσταση τρίχας. Ο Παπαδόπουλος, στο έργο που προανέφερα, θεωρεί ότι η έκφραση προήλθε από το «ώρα στην τρίχα», που δηλώνει την τέλεια ακρίβεια, όταν δηλαδή ο λεπτοδείκτης βρίσκεται ακριβώς πάνω στην τριχοειδή γραμμή του λεπτού. Ωστόσο, η έκφραση «στην τρίχα» πρέπει να είναι παλιότερη από τη διάδοση των ρολογιών. Μάλιστα, την πρώτη της εμφάνιση τη βρίσκουμε πολύ παλιά, στον Γρηγόριο Ναζιανζηνό, ο οποίος λέει κάπου: «και εις τρίχα συνηρμοσμένου» (PG 35.1037).

Ωραία εικόνα για τη σημασία της έκφρασης «στην τρίχα» βρίσκω σε ένα διήγημα του Περικλή Σφυρίδη με αναμνήσεις φανταρίστικες: Ο Χατζούδης κι ο Μεγαλίδης είχαν ετοιμαστεί για την έξοδο από το πρωί. Έπλυναν τα χέρια τους γερά με απορρυπαντικό […] γυαλίσανε τις πόρπες, ασπρίσανε τις ζώνες με στουπέτσι, βάψανε καθρέφτη τις αρβύλες. Όλα στην τρίχα, γιατί ξέρανε, θα τους κολλούσε πάλι ο επιλοχίας, στο μάτι τους είχε μήνες τώρα και τους την έριχνε πάντα με το παραμικρό.

Πώς έγινε πένα η τρίχα; Δηλαδή για την τρίχα είναι εύλογη η εικόνα, αλλά γιατί σχηματίστηκε ανάλογη έκφραση με την πένα; (Και επικουρικά, με ποιαν πένα, της γραφής ή των εγχόρδων; ) Δεν βρίσκω δύσκολη τη μετάβαση, είτε τη μια πένα θεωρήσουμε είτε την άλλη, αλλά δεν μπορώ να εξηγήσω πειστικά το πώς και το γιατί. Γι’ αυτό άλλωστε και γράφω το άρθρο, μήπως και από τη συζήτηση βγει κάτι πιο ξεκάθαρο. Σημειώνω πάντως τη ναξιώτικη έκφραση (που παραθέτει ο Παπαδόπουλος στο άρθρο του): «Το πράγμα είναι στην πένα», δηλαδή είναι έτοιμο.

Λέω όμως να κλείσω με μιαν άλλη παρεμφερή έκφραση, που πάει να ξεχαστεί, ότι είναι «ντυμένος στα τρινκ» ή «τρινκ μάι φορτ». Την έκφραση, που είναι τουλάχιστον του 1940, την έχει και το σλανγκρ, ως «τρικ μάι φορ» και θεωρεί πιθανή την προέλευση από το drink my fart, που φώναζαν, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι εγγλέζοι ναύτες. Τη θυμάμαι να τη λέει ο μακαρίτης ο πεθερός μου, ενώ την χρησιμοποιούσε συχνά ο Τσιφόρος -αλλά και ο Καραγάτσης την έχει, είτε ολόκληρη είτε συγκομμένη, π.χ. στο 10, όπου γίνεται ένας καβγάς όταν ο σύζυγος φτάνει στο σπίτι και βρίσκει τη σύζυγο έτοιμη να ξεπορτίσει «στολισμένη στα τρινκ».

Δηλώνω πλήρη άγνοια για την προέλευση της φράσης, την αναφέρω όμως μήπως και μάθουμε κάτι από τη συζήτηση. Όπως είπα, σήμερα δουλεύω σωκρατικά: έν οίδα, ότι ουδέν οίδα, αλλά το βάζω στο μπλογκ μήπως και δω φως!

Posted in Αργκό, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 131 Σχόλια »

Ο Ιωάννης Ντερζίνης δεν μένει πια εδώ!

Posted by sarant στο 2 Μαΐου, 2013

 

egg-basket-largeΜια και σήμερα βάφουμε τ’ αβγά, σκέφτομαι να παρουσιάσω ένα παλιότερό μου άρθρο, δημοσιευμένο τις πρώτες μέρες του ιστολογίου, δηλαδή πριν τέσσερα και βάλε χρόνια, που αναφέρεται σε αβγά, αν και όχι σε κόκκινα (για τα κόκκινα αβγά θα έχω υλικό τις επόμενες μέρες, οπότε δεν θα μείνουν παραπονεμένα). Αλλά ποιος είναι ο Ιωάννης Ντερζίνης του τίτλου; Θα έλεγα ότι είναι ο διασημότερος αβγουλάς όλων των εποχών -ή τέλος πάντων αυτός που αξιώθηκε την υστεροφημία για μεγαλύτερο διάστημα. Σκεφτείτε μόνο ότι έχουν περάσει τριακόσια χρόνια από την εποχή που έζησε, κι ακόμα τον μνημονεύουν κάποιοι! Αλλά καλύτερα να πάρω τα πράγματα με τη σειρά.

Ο Ντερζίνης μνημονεύεται στις σημερινές πηγές διότι υποτίθεται πως έχει σχέση με τη γέννηση της φράσης «έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια». Η φράση είναι πασίγνωστη. Τη λέμε για κάποιον που έπαθε ολοκληρωτική καταστροφή ή για κάποιον που τα έχει χάσει και έχει πελαγώσει. Χρησιμοποιείται συχνά, τόσο στην καθημερινή ομιλία όσο και στον δημοσιογραφικό λόγο. Πολλοί χρησιμοποιούν μια παραλλαγή της, «έχασε τ’ αβγά και τα πασχάλια», για την οποία θα πούμε στο τέλος του άρθρου.

Στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί μια εντελώς αστήριχτη εξήγηση για την προέλευση της φράσης «έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια». Το κακό είναι ότι η εξήγηση αυτή, που προέρχεται από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, έχει αναδημοσιευτεί και αλλού, ακόμα και στην εφημερίδα «Τα Νέα» (και μάλιστα δυο φορές τα τελευταία χρόνια: 12.3.2003 και 18.3.2004). Και όσο  αναδημοσιεύεται μια πατάτα, τόσο ριζώνει. (Για να μην παρεξηγηθώ: ο Νατσούλης έχει μαζέψει πολύ υλικό στο βιβλίο του· δυστυχώς, η έλλειψη συστήματος, η τσαπατσουλιά στην παράθεση των πηγών και η τάση του να προσπαθεί να βρει με το ζόρι μια ιστορική εξήγηση για κάθε φράση, μειώνουν καίρια την αξία του έργου του).

Αλλά ποια είναι επιτέλους η περίφημη εξήγηση του Νατσούλη; Το δημοσίευμα των Νέων είναι πια κλειδωμένο στους μη συνδρομητές, μη χάσει η Βενετιά βελόνι, αλλά έχω κρατήσει από παλιότερα το κείμενο (που άλλωστε το έχουν αναδημοσιεύσει, σαν τους στραβούς που πάνε στον Άδη, δεκάδες ιστότοποι):

 Για κάποιον που τρομάζει ή σαστίζει εύκολα, συνήθως λέμε «έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια». Η φράση αυτή έμεινε στις νεώτερες γενιές από το 1688, όταν την Αθήνα είχε καταλάβει ο Μοροζίνης με τα στρατεύματά του. Την εποχή εκείνη είχε πέσει πανώλη και τα κρούσματα ήταν χιλιάδες. Οι στρατιώτες του Μοροζίνη είχαν αρχίσει να αποδεκατίζονται. Τα χωράφια γύρω από την Αθήνα είχαν μετατραπεί σε νεκροταφεία. Τότε, πολλοί Αθηναίοι για να σωθούν πήραν τις οικογένειές τους και τράβηξαν για τα νησιά. Ανάμεσα σ’ εκείνους ήταν και ο Ιωάννης Ντερζίνης ή Ντερτσίνης, που έκανε εμπόριο αβγών. Για να μην αφήσει το εμπόρευμά του να χαλάσει, αποφάσισε να το πάρει μαζί του, με την ελπίδα να το πουλήσει. Όμως, στον δρόμο τούς επιτέθηκαν Αλγερινοί κουρσάροι και τους έπιασαν. Οι νέοι κρατήθηκαν αιχμάλωτοι, ενώ τον Ντερτσίνη, που ήταν ηλικιωμένος και άρρωστος, τον άφησαν ελεύθερο. Έτσι, αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στην Αθήνα. Και όπως γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Τάκης Νατσούλης στο βιβλίο του «Λέξεις και Φράσεις Παροιμιώδεις» (Εκδόσεις Σμυρνιωτάκης), αρκετοί τον επισκέπτονταν για να μάθουν για την τύχη των συγγενών τους που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι από τους Αλγερινούς. Σε μια Αθηναία που έχασε τον άντρα της και έκλαιγε σπαρακτικά, ο Ντερτσίνης τής είπε: «Η αφεντιά σου κλαις για τον άντρα σου. Αμ, τι να πω κι εγώ ο κακομοίρης που έχασα τ’ αβγά και τα καλάθια»; Η φράση του αβγουλά έμεινε μέχρι τις μέρες μας, με διαφορετική όμως σημασία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 66 Σχόλια »