Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Άννα Πετροχείλου’

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 8 και τέλος

Posted by sarant στο 4 Μαρτίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη και τελευταία, ο επίλογος ας πούμε της ιστορίας -αφού ο αφηγητής, ο Ηλίας, έχει βρει νεκρό τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, που μαζί περιπλανιούνταν μέσα στη σπηλιά στη Λακωνία. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

4

Ο Ηλίας σταμάτησε να μιλά για αρκετήν ώρα, φορτισμένος καθώς ήταν από τις αναμνήσεις του.

«Τελικά πώς γλίτωσες;» τον ρώτησα.

— Εδώ υπεισέρχεται ο παράγων τύχη. Ώσπου να σκοτεινιάσει έμεινα κρυμμένος πίσω από το τείχος της εισόδου, που με έκρυβε κυρίως από τα σπίτια του χωριού. Φυσικά αν ερχόταν κανένας κοντά θα μ’ έβρισκε αμέσως. Καθρεφτίζοντας το πρόσωπό μου στο νερό, σε μια στιγμή που ήταν τελείως γαλήνιο, τρόμαξα. Σαν τον Άγιο Ονούφριο ήμουνα, αποσκελετωμένος,  με μακριά γενειάδα και άφθονα μαλλιά. Τότε είδα κάπου πενήντα μέτρα πιο πέρα, πάνω στο βράχο που ορθωνόταν δεξιά μου, ένα ξωκκλήσι. Μόλις νύχτωσε για καλά, το επισκέφθηκα. Η πόρτα του δεν ήταν κλειδωμένη κι αυτό στην αρχή μ’ έβαλε σε υποψίες. Σε πολλά εκκλησάκια είχαν παγιδευτεί καταδιωκόμενοι, που καταφεύγαν σ’ αυτά για να προστατευτούν από το κρύο και τη βροχή. Οι χίτες, οι μάυδες και ο στρατός εκεί ψάχνανε πρώτα. Άσε που στις μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ’49, με διαταγή του Τσακαλώτου ανατινάξανε ένα σωρό ξωκκλήσια, για να μη βρίσκουν στέγη οι αντάρτες. Γι’ αυτό κοιμόμασταν μέσα σε πουρνάρια. Είχε βγει τότε η παροιμία: «Κάλλιο να σε φυλάει η πουρναριά, παρά να σε φυλάει η Παναγιά».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , , | 53 Σχόλια »