Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Άρης Βελουχιώτης’

Σκούφια, η παροιμιακή

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2019

Μπήκε πια η άνοιξη, αλλά στα βορειότερα κλίματα το κρύο ακόμα δαγκώνει τα πρωινά. Προχτές χρειάστηκε να βγω νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο και σκέφτηκα πως βιάστηκα ν’ αποστρατεύσω το σκουφί που κουβαλάω στο σακκίδιό μου τους χειμωνιάτικους μήνες. Αυτή όμως η παράλειψη μού θύμισε πως κάτι χρωστάω.

Βλέπετε, το σημερινό άρθρο το έχω υποσχεθεί εδώ και κάμποσο καιρό, ίσως από τότε που έγραψα το άρθρο για τις τραγιάσκες και την ετυμολογία τους. Τις τραγιάσκες τις πετούσαν στον αέρα ζητωκραυγάζοντας οι Ρουμάνοι φοιτητές, οπότε είχα τότε γράψει: Πράγματι, τον καιρό που ο κόσμος φορούσε καπέλα ήταν πολύ συνηθισμένο όταν ζητωκραύγαζαν ή πανηγύριζαν, να πετάνε και τα καπέλα τους στον αέρα. Αυτό το βλέπουμε και στην έκφραση «πετάει τη σκούφια του για…» όταν κάποιος δείχνει πολύ ενθουσιασμό για ενα θέμα. Φαίνεται πως και το καπέλο τύπου ρεπούμπλικα πήρε από ανάλογους πανηγυρισμούς το όνομά του (στην Ιταλία, και μας ήρθε μαζί με το όνομα). Στα σχόλια έγινε λόγος και για άλλες εκφράσεις με τη σκούφια, και είπα πως χρωστάω άρθρο για τη λέξη.

Στο λεξικό θα βρούμε τρεις βασικούς τύπους της λέξης: σκούφια, σκουφί και σκούφος. Φαίνεται πως η σκούφια είναι ο παλιότερος τύπος, και ίσως γι’ αυτό εμφανίζεται και στις διάφορες παροιμίες, αλλά στη σημερινή γλώσσα εντύπωσή μου είναι πως για να αναφερθούμε κυριολεκτικά στο κάλυμμα της κεφαλής μας θα πούμε «σκουφί» κυρίως ή «σκούφος» αν είναι κάπως μεγαλύτερος ή για ειδικές χρήσεις, και πιο σπάνια θα πούμε «σκούφια». Τη σκούφια την κρατάμε για τις παροιμίες.

Η λέξη φαίνεται να ετυμολογείται από το παλιό ιταλικό scuffia, ή το βενετικό scufia, που ανάγονται στο cuffia («κάλυμμα της κεφαλής») και στο υστερολατινικό cufia, ίσως παλαιογερμανικής ετυμολογίας. Ο Μπαμπινιώτης δεν αποκλείει την επίδραση του αρχαίου σκύφος = είδος κυπέλλου αλλά δεν βλέπω σε ποιο στάδιο μπορεί να ασκήθηκε αυτή η επίδραση.

Η σκούφια μπήκε στη γλώσσα μας στα βυζαντινά χρόνια. Στον Πόλεμο της Τρωάδος, χρησιμοποιείται αντί για την περικεφαλαία:

Κονταρέαν τὸν ἔδωκεν ἐπάνω εἰς τὸ σαγόνι·
τὸ λουρίκιν τῆς σκούφιας του ἐτρύπησεν ὀλίγον.

αλλά σε επόμενα κείμενα παίρνει τη σημασία τη σημερινή.

Είπαμε ήδη ότι «πετάω τη σκούφια μου για κάτι» σημαίνει ότι δείχνω μεγάλο ενθουσιασμό για ένα θέμα. Στους Χαλασοχώρηδες, ο Παπαδιαμάντης δίνει έναν πλατυσμό (που θέλει ο φίλος Πέπε) της έκφρασης, αν και στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα μπορούμε να σκεφτούμε και την κυριολεξία:

Ὁ Θόδωρος ὁ Μοστρόπουλος, πρὸ διετίας μόλις ἀποκατασταθεὶς εἰς τὸ χωρίον, εἶχε χωθῆ ὅλος εἰς τὰ πολιτικά, κ᾽ ἐπετηδεύετο μέγαν ζῆλον καὶ φανατισμὸν ὑπὲρ τοῦ κόμματος. Ἐπέτα τὴν σκούφιαν του κατὰ γῆς, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐποδοπατοῦσε, ἐπήδα καὶ ἐχόρευεν ἀπὸ τὴν κομματικὴν ζέσιν.

Πάντως, η έκφραση λέγεται και σήμερα, που οι περισσότεροι βγαίνουμε στον δρόμο ασκεπείς -ή ξεσκούφωτοι. Συχνά, με το «για…», π.χ. πετάει τη σκούφια του για εκδρομές. Τη βρίσκω επίσης συχνά σε τίτλους αθλητικών ειδήσεων: Πετάει τη σκούφια του για να γυρίσει στην τάδε ομάδα ο τάδε προπονητής. Τον Ιούλιο του 2015 ο Ν. Φίλης του ΣΥΡΙΖΑ είχε δηλώσει ότι «δεν πετάμε τη σκούφια μας» για τη συμφωνία με τους δανειστές -τον οδυνηρό συμβιβασμό: δεν είμαστε και ενθουσιασμένοι.

Ωστόσο, δεν είναι αυτή η γνωστότερη παροιμιακή έκφραση με τη σκούφια. Νομίζω πως σαφώς πιο διαδεδομένη είναι «από πού κρατάει / βαστάει η σκούφια του», που συνήθως εκφέρεται αρνητικά: δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια του: λέγεται, συνήθως με μια δόση καχυποψίας, για κάποιον του οποίου αγνοούμε πλήρως την καταγωγή και την προϊστορία. Πρέπει να είναι εξέλιξη της παλιότερης έκφρ. «από τι μαλλί βαστάει η σκούφια του» την οποία παραθέτει ο Βενιζέλος με το ερμήνευμα «επί των καθ’ όλα αγνώστων».

Γράφει, ας πούμε, ο Πικρός στα Χαμένα κορμιά: … το Τζούλιο Τζάκομο τον εραστή της, έναν Ιταλό που δεν ξέρει κανείς από πού βαστά η σκούφια του και που λέει πως είναι κόντες.  Ή, ο Καραγάτσης στον Γιούγκερμαν: Πρόβαλαν μέσα στην ξαφνιασμένη κοινωνία της Αθήνας άνθρωποι άγνωστοι, μυστήριοι, που κανείς δεν ήξερε πούθε βαστούσε η σκούφια τους, με τις τσέπες φίσκα στο χρήμα …           

Σπάνια θα δούμε να χρησιμοποιείται η έκφρ. στο πρώτο πρόσωπο και καταφατικά, δηλ. π.χ. «η σκούφια μου κρατάει από τη Μάνη». Είπαμε, είναι έκφραση που κρύβει καχυποψία για την προέλευση του λεγάμενου -όπως στα Σατιρικά Γυμνάσματα του Παλαμά:

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανένα δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια
κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·

Πάντως, η εφαρμογή που βρίσκει σε ποιες περιοχές της χώρας επιχωριάζει κάθε επώνυμο, που συχνά τη χρησιμοποιούμε εδώ, λέγεται «Από πού κρατάει η σκούφια σου»

Μια τρίτη έκφραση με τη σκούφια, που καταγράφεται στο ΛΚΝ, είναι «βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με». Σημαίνει: μη με κατηγορείς για κάτι που το κάνεις κι εσύ.

Νόμιζα ότι η έκφραση αυτή έχει παλιώσει, αλλά βλέπω ότι γκουγκλίζεται κάμποσο και καταγράφεται και στο slang.gr, όπου θα δείτε και τις ομοιότητες και τις διαφορές της από την παρεμφερή φράση «είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα».

Από το σλανγκρ ξεσηκώνω το παράδειγμα χρήσης: Όταν ο Επίτιμος είχε πει κάποτε – ως κακέκτυπο του Αριστοτέλους – «πολιτική δεν νοείται χωρίς ηθική», η μόνη απάντηση που ήρμοζε, αρμόζει και θα αρμόζει είναι, στεντορεία τη φωνή: βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με, καραγκιόζη. [Άραγε αν μας διαβάζει κανείς σε π.χ. 20 χρόνια θα καταλάβει ποιος είναι ο Επίτιμος;]

Το μόνο που δεν λέει το σλανγκρ είναι η προέλευση της φράσης. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εξήγηση, η έκφραση γεννήθηκε από έναν ευτράπελο μύθο. Σε κάποιο μοναστήρι, ο ηγούμενος είχε κλειστεί στο κελί του με μια γυναίκα. Ενώ όμως βγάζανε τα μάτια τους, ξέσπασε ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο καλόγερους, που πιάστηκαν στα χέρια. Οι άλλοι καλόγεροι χτύπησαν την πόρτα του κελιού του γούμενου για να τον ειδοποιήσουν, οπότε αυτός, πάνω στη βιασύνη του έκανε λάθος, και αντί για το καλογεροσκούφι φόρεσε το βρακί της λεγάμενης. Όταν βγήκε έξω, εξοργισμένος που τον είχαν διακόψει, άρχισε να μαλώνει τους πρωταίτιους της φασαρίας και να μοιράζει επιτίμια, οπότε ένας από αυτούς του λέει «βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με».

Μια τέταρτη έκφραση με τη σκούφια, πάντα στο ΛΚΝ, είναι: βάζω τη σκούφια μου στραβά, που λέγεται όταν αδιαφορούμε (επιδεικτικά) για κάτι, κυρίως επειδή έχουμε εξασφαλιστεί οικονομικά. Ωστόσο, πιο συχνά λέμε «φοράω στραβά το καπέλο μου».

Πάμε τώρα στις λιγότετρο συχνές εκφράσεις με τη σκούφια, που είναι μισοξεχασμένες.

  • παρακαλώ εγώ κι η σκούφια μου: αστεία μορφή παράκλησης, που οφείλεται στο ότι όταν παρακαλούσαν έβγαζαν συνήθως, σε ένδειξη σεβασμού, και το κάλυμμα της κεφαλής
  • πάρε τη σκούφια μου συχαρίκια: όταν μας αναγγείλουν κάτι ασήμαντο -αλλά ήδη η σημασία της λέξης «συχαρίκια» έχει αλλάξει και σημαίνει «συγχαρητήρια» και όχι την αμοιβή που δίνουμε σε όποιον μας αναγγείλει ευχάριστο νέο
  • είναι με τρύπια σκούφια: πάμπτωχος. Την έκφρ. την έχει ο Μακρυγιάννης.
  • γύρισε η σκούφια του ανάποδα: όταν κάποιος μένει εμβρόντητος από δυσάρεστη είδηση
  • τάφερε ο διάβολος και του Μανόλη η σκούφια ή: … κι η σκούφια του Μιχάλη. Ευτράπελος πλατειασμός. Υπάρχει και τραγούδι του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου, Η σκούφια του Μιχάλη, όπου: Ο διάβολος την έβαλε κι η σκούφια του Μιχάλη, προτού να κλείσει μια πληγή να μου ανοίξει άλλη.
  • αγέννητο το παιδί, αγορασμένη η σκούφια -παραλλαγή του «ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τονε βγάλαμε»
  • μέτρα κεφάλια και κόψε σκούφιες, φράση που λεγόταν παλιά σε καφενεία όταν παράγγελνε κανείς καφέδες ή ρακές ή ποτό για όλη την παρέα. Ο καφετζής ρωτούσε «πόσους;» και ο παραγγέλνων και πλερώνων απαντούσε έτσι, εννοώντας «όσοι είμαστε». Η φράση δεν λέγεται πια, αφού για να παραγγείλεις σήμερα καφέ πρέπει να δώσεις λεπτομερέστατες προδιαγραφές, οπότε οι παραγγελίες εξατομικεύονται.
  • και τέλος, μια παροιμία που την έλεγε η συχωρεμένη η πεθερά μου, «Τι του λείπει του ψωριάρη; Σκούφια με μαργαριτάρι». Μάλλον την έχω εξευγενίσει, διότι η πεθερά μου την έλεγε: τι του λείπ’ του κασιδιάρη; Σκούφια με το μαργαριτάρι, έτσι με το άρθρο, όπως συνήθιζαν παλιά οι λαϊκοί άνθρωποι σε ορισμένα μέρη, π.χ. έφτιαξα αρνί με το σπανάκι. Βέβαια, του Κασιδιάρη του λείπει κι ένα ευρύχωρο, η δημοκρατία δεν εκδικείται, κελί.

Όλες αυτές οι παροιμίες για τη σκούφια, και σχεδόν καμία για το σκουφί ή τον σκούφο, αν εξαιρέσουμε το «ούφο με σκούφο», που τη θυμάμαι από τα νιάτα μου, αλλά την έχει και το slang.gr, ως επιτατικό του απλού ούφο.

Υπάρχει βέβαια και η σκουφίτσα ή το σκουφάκι που είναι στην αργκό το προφυλακτικό, κοινώς η καπότα, εξού και ο ξεσκούφωτος με αυτή τη σημασία, ενώ υπάρχει και το κλοτσοσκούφι, που λέγεται για κάποιον που όλοι τον περιφρονούν και κανείς δεν τον υπολογίζει, όπως στο τραγούδι που λέει η Βουγιουκλάκη, από την παλιά συνήθεια των παιδιών να παίζουν μπάλα με μια παλιά σκούφια που την είχαν γεμίσει με κουρέλια. Βέβαια, κλοτσοσκούφι είναι και περιφρονητική ονομασία για το ποδόσφαιρο, είτε γενικά ως άθλημα («πάλι κλοτσοσκούφι θα δούμε;») είτε ειδικά για το κακό ποδόσφαιρο («από τότε που ήρθε ο καινούργιος προπονητής, δεν παίζουμε ποδόσφαιρο, παίζουμε κλοτσοσκούφι».

Πρασινοσκούφηδες είναι οι στρατιώτες των Ειδικών Δυνάμεων, αλλά ο όρος «μαυροσκούφηδες» μπορεί να αναφέρεται είτε στους φαντάρους των τεθωρακισμένων (και «τέθωρες») από τον μαύρο μπερέ τους, είτε στους θρυλικούς έφιππους σωματοφύλακες του Άρη Βελουχιώτη στον ΕΛΑΣ, που φορούσαν ένα χαρακτηριστικό μαύρο καλπάκι. Δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά το καλπάκι αυτό αρχικά το φορούσαν οι Λεγεωνάριοι του Διαμάντη, οι βλαχόφωνοι αυτονομιστές του Πριγκιπάτου της Πίνδου -όταν τους εξόντωσε ο ελασίτης καπετάνιος Νάκος Μπελλής πήρε λάφυρο μερικά καλπάκια που τα χάρισε στον Άρη.

Από παρατσούκλι θα προήλθε και το επώνυμο Αλογοσκούφης, όπως λεγόταν ο σήμερα σχεδόν ξεχασμένος «τσάρος της οικονομίας» επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή.

Αλλά αυτά είναι αλλουνού σκούφια. Η δική μας επισκόπηση τελειώνει εδώ!

 

 

 

Advertisements

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Παπαδιαμάντης, Παροιμίες, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 211 Σχόλια »

Ένας γραφιάνος στους Μαυροσκούφηδες

Posted by sarant στο 22 Νοέμβριος, 2015

b205177Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες σε επανέκδοση από τον εκδοτικό οίκο Δρόμων το κλασικό βιβλίο του Γιώργου Κοτζιούλα «Όταν ήμουν με τον Άρη».

Το χαρακτηρίζω κλασικό, διότι ήταν το πρώτο βιβλίο που γράφτηκε για τον Άρη Βελουχιώτη μετά τον θάνατό του, από έναν καταξιωμένο λογοτέχνη ο οποίος έζησε από πολύ κοντά τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ το 1944.

Το βιβλίο του Κοτζιούλα είχε εκδοθεί προδικτατορικά από τις εκδ. Θεμέλιο σε επιμέλεια Κώστα Κουλουφάκου, και μετα τη δικτατορία κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοση, ανατύπωση της πρώτης, με το χαρακτηριστικό κόκκινο εξώφυλλο και τη μεγάλη φωτογραφία του Άρη. Η έκδοση αυτή είναι από καιρό εξαντλημένη.

Ο Κοτζιούλας στα χρόνια της Κατοχής είχε επιστρέψει στο χωριό του, την Πλατανούσα, για να γλιτώσει τη φονική πείνα της Αθήνας. Εκεί συνδέθηκε με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Στην Ήπειρο υπήρχε η ιδιομορφία της παρουσίας και άλλης ισχυρής αντιστασιακής οργάνωσης, πέρα από το ΕΑΜ, του ΕΔΕΣ -και ξέρουμε ότι οι δυο οργανώσεις άλλοτε συνεργάζονταν και άλλοτε συγκρούονταν. Σύνορο των δυο οργανώσεων στην Ήπειρο ήταν ο ποταμός Άραχθος και ο Εαμίτης Κοτζιούλας είχε βρεθεί στη λάθος μεριά. Στις 30 Δεκεμβρίου 1943 αναγκάζεται να περάσει, με κίνδυνο της ζωής του, το φουσκωμένο ποτάμι για να σωθεί -και από τότε βρίσκεται μαζί με τον Άρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Εθνική αντίσταση, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 47 Σχόλια »

Ο Άρης νεκρός

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2015

veluhiotisΣυμπληρώνονται αύριο 70 χρόνια από τον τραγικό θάνατο του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, όπως ήταν το ψευδώνυμο που διάλεξε για να κάνει αθάνατο ο γεωπόνος Θανάσης Κλάρας, γεννημένος το 1905 στη Λαμία

Χαρακτήρισα τραγικό τον θάνατό του όχι μόνο επειδή κάθε αυτοκτονία έχει ένα στοιχείο τραγικότητας -και όχι κυρίως, αφού η αυτοκτονία του Άρη Βελουχιώτη στο φαράγγι της Μεσούντας έγινε για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των διωκτών του, εκείνων που του έκοψαν το κεφάλι και το κρέμασαν από τον φανοστάτη της πλατείας των Τρικάλων, μαζί με του αχώριστου συντρόφου του, του Τζαβέλλα.

Τραγικός είναι ο θάνατος του Άρη επειδή πέθανε κυνηγημένος από τους εχθρούς αλλά και διωγμένος από συντρόφους και συναγωνιστές, και επιπλέον επειδή συγκρούστηκε με τους συντρόφους του για ένα θέμα στο οποίο εκείνος είχε σταθμίσει πιο σωστά πιο σωστά τις εξελίξεις.

Το στοιχείο της τραγικότητας εντείνεται από το γεγονός ότι, τις ίδιες ώρες που ο Βελουχιώτης έπεφτε νεκρός στο φαράγγι της Μεσούντας, ο Ριζοσπάστης, η εφημερίδα του ΚΚΕ, δημοσίευε στην πρώτη του σελίδα ένα άρθρο στο οποίο εξηγούσε αναλυτικά τους λόγους της διαγραφής του από το ΚΚΕ και μεμφόταν τους αντιδραστικούς που υποκριτικά είχαν αναλάβει την υπεράσπισή του (το έχω ανεβάσει εδώ).

.

.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Εθνική αντίσταση, Κομμουνιστικό κίνημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 180 Σχόλια »

Ο Ξηρός και τα τσανάκια

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2014

Έλεγα να μην ασχοληθώ, αλλά αφού όλη η Ελλάδα έχει σχολιάσει το διάγγελμα του Χριστόδουλου Ξηρού (και μάλιστα εις διπλούν: μία σε προκήρυξη και μία με βίντεο), αν τελικά το προσπεράσω κινδυνεύω να χαρακτηριστώ εξωγήινος. Κι έλεγα να μην ασχοληθώ, επειδή δεν έχω ακόμα ξεκαθαρίσει μέσα στο μυαλό μου όλες τις παραμέτρους του θέματος, αν και ευχαρίστως θα ακούσω τα σχόλιά σας σε περίπτωση που έχετε διαμορφώσει άποψη. Πάντως, ένα είναι βέβαιο: η απόδραση του Ξηρού αποτελεί ένα τεράστιο φιάσκο για την κυβέρνηση και προσωπικά για τον υπουργό Δημόσιας Τάξης, και είναι απορίας άξιο πώς παραμένει στη θέση του (και πώς τον διατηρεί στη θέση του ο πρωθυπουργός, ο οποίος κατάγγειλε το… σαθρό σύστημα που χορηγεί άδειες στους κρατουμένους, λες και είναι αρχηγός της αντιπολίτευσης!)

Θέλω να πω ότι, την ίδια ώρα που η αστυνομία έπιανε τον (ακόμα αθώο, καθότι υπόδικο) Κώστα Σακκά επειδή κοιμήθηκε σε φιλικό σπίτι και όχι στο δικό του, ο αδειούχος αλλά καταδικασμένος σε εξάκις ισόβια για πολλές δολοφονίες Χρ. Ξηρός έφευγε από τη Νέα Καλλικράτεια Χαλκιδικής για την Αθήνα χωρίς να τον πάρει χαμπάρι -αυτό μπορεί να το αποδώσει κανείς σε ανικανότητα, μπορεί να το αποδώσει και σε βοήθεια εκ των έσω, αν πιστέψει τις καταγγελίες του Γιωτόπουλου, πάντως την ευθύνη δεν την έχει το σύστημα χορήγησης αδειών στους κρατουμένους, και η λύση δεν βρίσκεται στην αυστηροποίησή του, αφού σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία μόνο το 2,3% των κρατουμένων έχει παραβιάσει την άδειά του -ποσοστό επιτυχίας 97,7% αμφιβάλλω αν έχει να επιδείξει άλλος τομέας και άλλος θεσμός στην Ελλάδα. Δεν αμφιβάλλω βέβαια ότι τη νύφη θα την πληρώσουν όλοι οι άλλοι κρατούμενοι, όσο κι αν αυτό είναι άδικο -για να χρησιμοποιήσω το αναπόφευκτο λογοπαίγνιο, εξαιτίας του Ξηρού θα καούν τα χλωρά.

Όμως περισσότερα δεν θα πω για το θέμα, ούτε θα σχολιάσω τα ρούχα ή την κόμμωση ή την άρθρωση του Χριστόδουλου Ξηρού (μια και η προκήρυξή του συνοδεύτηκε από μαγνητοσκοπημένο διάγγελμα). Αν θέλετε, το κάνετε εσείς στα σχόλια, που θα τα διαβάσω με πολύ ενδιαφέρον. Εμείς εδώ, ως γνωστόν, λεξιλογούμε, οπότε το υπόλοιπο σημείωμα θα εστιαστεί σε ένα-δυο λεξιλογικά του διαγγέλματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 165 Σχόλια »

Δυο λόγια για τα γουναράδικα

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2013

Αρκετός θόρυβος έγινε στο Διαδίκτυο χτες για τη φράση «Ραντεβού στα γουναράδικα», που χρησιμοποίησε προχτές σε αγόρευσή του στη Βουλή ο βουλευτής Καστοριάς του ΣΥΡΙΖΑ Βαγγέλης Διαμαντόπουλος. Παίρνω κι εγώ την αφορμή να γράψω δυο λόγια, έστω και με μια μικρή καθυστέρηση, μια και το θέμα αγγίζει τη φρασεολογία, που είναι ένα από τα κατεξοχήν ενδιαφέροντα του ιστολογίου, παρόλο που βρίσκομαι σε εξοχικό περιβάλλον και δεν έχω πρόχειρα τα βιβλία μου.

Καταρχάς, τι ακριβώς ειπώθηκε στην αγόρευση. Υπάρχει ένα βιντεάκι που παρουσιάζει το επίμαχο σημείο (εδώ, κάτω-κάτω) οπότε μπορούμε να το ακούσουμε, και η εξής μεταγραφή της αγόρευσης:

«Είμαστε αυτοί που θα ενώσουμε ξανά αυτόν τον κύκλο που έσπασε το σάπιο πολιτικό σας σύστημα: από το λαό στη Βουλή και ξανά στο λαό. Είμαστε έξω και ακούμε όλους αυτούς που δεν έχουν καταθέσεις, που δεν είναι στη λίστα Λαγκάρντ, που δεν έχουν να πληρώσουν το λογαριασμό του ρεύματος, του νερού, του τηλεφώνου, που δεν έχουν να ταΐσουν τα παιδιά τους. […] Όλοι αυτοί μας λένε το εξής: Δεν εκβιάζονται, είναι αποφασισμένοι για ρήξη και ανατροπή. Έχουν την αποφασιστικότητα που θα πει αυτό που έλεγε και ο Άρης Βελουχιώτης όταν πήγαινε να δώσει τις μάχες για να ελευθερώσει αυτό τον τόπο: Ραντεβού στα γουναράδικα».

Μου λένε πως ο κ. Πρετεντέρης, στο προχτεσινοβραδυνό δελτίο του Μέγκα, παρουσίασε τη φράση αυτή ως απειλή προς τους αντιπάλους, «θα σας γδάρουμε» και ως εμφυλιοπολεμικό κήρυγμα. Από τα συμφραζόμενα της ομιλίας του βουλευτή προκύπτει σαφώς ότι τη φράση τη λένε μεταξύ τους οι αποφασισμένοι, οπότε μια τέτοια ερμηνεία σαν του Πρετεντέρη είναι κακόβουλη, ακόμα κι αν δεν ξέρει κανείς τίποτε για την ιστορία του τόπου ή της φράσης.

Γι΄αυτό το τελευταίο, μπορούμε να πούμε δυο λόγια.

Posted in Βουλή, Επικαιρότητα, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 130 Σχόλια »

Το είνορο του Γιώργου Κοτζιούλα

Posted by sarant στο 8 Μαρτίου, 2011

Η Αθηνά Βογιατζόγλου, που διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και γράφει ένα βιβλίο για τον ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα, προδημοσίευσε την Κυριακή 27 Φεβρουαρίου, στην Αυγή, ένα απόσπασμα από το βιβλίο της (που έχει προσωρινό τίτλο Μαχητικός και αντιμοντερνιστής. Ο Γιώργος Κοτζιούλας ως ποιητής και κριτικός).  Παραθέτει εκεί ένα ποίημα του Κοτζιούλα,  που μου τράβηξε την προσοχή και θα το παρο υσιάσω κι εγώ σήμερα, διότι πέρα από την ποιητική του αξία έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον.

Ο Κοτζιούλας, γεννημένος στην Πλατανούσα Άρτας από πολύ φτωχή οικογένεια, σπούδασε στη Φιλοσοφική ενώ παράλληλα δούλευε διορθωτής και μετάφραστής σε περιοδικά. Από την ανέχεια και τη σκληρή δουλειά έπαθε φυματίωση που τον ταλαιπώρησε στην υπόλοιπη ζωή του. Το 1941 γύρισε στη γενέτειρά του. Από το 1943 συμμετείχε στην Αντίσταση, όπου ήταν η ψυχή του «θεάτρου του βουνού». Εκεί, ο φιλάσθενος διανοούμενος γνωρίστηκε με τον Άρη Βελουχιώτη και τα παλικάρια του. Με το τέλος της αντίστασης γυρνάει στην Αθήνα, όπου ξαναρχίζει τη ζωή του μαχόμενου λόγιου, αλλά πάντα νοσταλγεί τον ενάμιση χρόνο που πέρασε πλάι στον -προδομένο και νεκρό πια- Άρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Λεξικογραφικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 47 Σχόλια »

Ένας ξεχασμένος τροφοδότης

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2010

Στον ιστότοπό μου έχω ανεβάσει πολλά κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας, που είναι προϊόν της πρωτοβουλίας ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ (που έχει πια σταματήσει). Ανάμεσα σ’ αυτά, την Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας 1941-1944, που κυκλοφόρησε προδικτατορικά σε κοινή έκδοση του ανατολικογερμανικού εκδοτικού οίκου Akademie Verlag – Berlin και των εκδόσεων Α. Παπακώστα, με επιμέλεια Έλλης Αλεξίου.

Ένα από τα διηγήματα, τα «Θερισμένα αγόρια», το είχα από τότε προσέξει, θες επειδή ο συγγραφέας του είχε όνομα ασυνήθιστο: Πίνδαρος Μπρεδήμας, ή ίσως επειδή, σύμφωνα με το βιογραφικό του, ήταν χημικός, άρα περίπου συνάδελφος (σε μιαν άλλη ζωή είχα σπουδάσει χημικός μηχανικός) ή ίσως επειδή η δράση του διηγήματος εκτυλισσόταν στο Δουργούτι και στη Νέα Σμύρνη, άρα κοντογείτονας.

Τέλος πάντων, γκούγκλισα το όνομά του και βρήκα ένα κείμενο του γιου του, που είχε λίγο περισσότερα στοιχεία για τον άνθρωπο. Ο Πίνδαρος Μπρεδήμας, γεννημένος το 1909, ήταν αριστερός, φίλος του Θανάση Κλάρα (του Άρη Βελουχιώτη δηλαδή) προπολεμικά, που έμεινε μακριά από την ενεργή πολιτική δράση επειδή από νέος ήταν φυματικός –και την εποχή εκείνη η αρρώστια σε έκανε ράκος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 26 Σχόλια »