Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Άρης Γαβριηλίδης’

Ο Τάραχος (διήγημα του Κώστα Μάκιστου)

Posted by sarant στο 6 Οκτώβριος, 2019

Πριν από τρεις εβδομάδες, είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο το διήγημα Το μπουρίνι του μυτιληνιού λογοτέχνη Κώστα Μάκιστου. Ο φίλος Άρης Γαβριηλίδης, που το είχε πληκτρολογήσει, μας προσφέρει σήμερα ένα ακόμα διήγημα του Μάκιστου από την ίδια συλλογή, και μάλιστα το διήγημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή, «Ο Τάραχος».

Ο Κώστας Μάκιστος (1895-1984) ήταν Μυτιληνιός λογοτέχνης -από την Αγία Παρασκευή, το κεντρικό κεφαλοχώρι του νησιού. Παπαχαραλάμπους το πραγματικό του επώνυμο. Τον είχα γνωρίσει γιατί ήταν γείτονάς μας και είχε φιλικές σχέσεις με τον παππού και τη γιαγιά μου.

Περισσότερα δεν θα γράψω, αφού ο φίλος μας ο Άρης εχει και δικό του πρόλογο:

Ύστερα από την πρόσφατη δημοσίευση του διηγήματος του Κώστα Μάκιστου «Το μπουρίνι», όπως είχα υποσχεθεί, δακτυλογράφησα και το άλλο του διήγημα, «Ο τάραχος», από την ομότιτλη συλλογή του διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 1957 σε 1000 αντίτυπα, σε ιδιωτική έκδοση. Είχε περάσει από το σπίτι μας, στον Πειραιά, το 1958, όταν ήμουν δέκα χρονών, αλλά λείπαμε, και το άφησε σε μια γειτόνισσα να μας το δώσει, με αφιέρωση στον πατέρα μου: «Στον αγαπητό μου Νίκο Γαβριλέλλη με αγάπη ο θείος του Κώστας Μάκιστος».

Αυτό ήταν το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ποτέ. Μολονότι η ηλικία μου δεν μου επέτρεπε να το καταλαβαίνω πλήρως, με μάγεψαν η γλώσσα, η ατμόσφαιρα και η θεματολογία του. Ίσως αυτό να ήταν το μπόλι για να γράψω, πολύ αργότερα μεταξύ άλλων τα δικά μου διηγήματα.

Ακολουθεί το διήγημα. Μετά το τέλος του, πρόσθεσα ορισμένα σχόλια που ίσως φανούν ενδιαφέροντα.

 

Ο Τάραχος

(του Κώστα Μάκιστου)

Τον καλόγερο, το Γρηγόρη, σαν τον έβλεπες, έλεγες πως είναι αρκούδα. Το κεφάλι του αναμαλλιασμένο, τουφωτό· μαλλιά, γένια, μουστάκια μπερδεμένα στο ίδιο κουβάρι· πηχτές και μεγαλότριχες κι οι φρυδάρες, τριχωτά και τα χουνιά των αφτιών, κι απ’ όλη τούτη τη δασωμένη τόπα να ξεχωρίζει μονάχα η χοντρή μύτη και τα φουσκωτά μικρά μάτια. Ήταν κι η κορμάρα του χοντροδεμένη – ασουλούπωτη κι η περπατησιά του.

Σαν πέθανε ο γέρο-Μπάρλας, είπαν πως έπρεπε να γράψουν στο γιο του το Γιώργη, μα κανένας δεν ήξερε πού βρίσκεται. Ήρθε μονάχος του την Άνοιξη κι ήταν καλόγερος. Πήγε, χωρίς να περάσει από το χωριό, ίσια στη δασωμένη ντερεδιά, στο πατρικό του ρουμάνι, κι εκεί έκαμε τη μονιά του. Μερεμέτισε την καλύβα του πατέρα του, συγύρισε τα σύνεργα, την αξίνα, το φτυάρι, το τσεκούρι, και βάλθηκε στη δουλειά. Ξαναφανέρωσε την παλιά νερομάνα κι έκαμε σιμά της περιβολάκι. Ξεχέρσωσε την πλατωσιά, παράμερα στην καλύβα, για καμίνι, και εκεί στοίβαζε τα ξύλα, τα κούτσουρα, τα κλαδιά, τις ρίζες. Κει κοντά έχτισε κι ένα μικρό φούρνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Εκκλησία, Μυτιλήνη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 140 Σχόλια »

Το μπουρίνι (διήγημα του Κώστα Μάκιστου)

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2019

Τις προάλλες, πιο σωστά ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου, είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο το διήγημα «Το σύγνεφο» του Ανδρέα Καρκαβίτσα, όπου περιγράφεται η αγωνία των σταφιδοπαραγωγών όταν μια καλοκαιρινή μπόρα απειλεί την απλωμένη σταφίδα και μαζί τους κόπους όλης της χρονιάς.

Ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης ανέφερε ένα διήγημα του Κώστα Μάκιστου με παρόμοιο θέμα, και είχε την καλοσύνη να το πληκτρολογήσει για το ιστολόγιο.

Ο Κώστας Μάκιστος (1895-1984) ήταν Μυτιληνιός λογοτέχνης -από την Αγία Παρασκευή, το κεντρικό κεφαλοχώρι του νησιού. Παπαχαραλάμπους το πραγματικό του επώνυμο. Τον είχα γνωρίσει γιατί ήταν γείτονάς μας και είχε φιλικές σχέσεις με τον παππού και τη γιαγιά μου. Επιπλέον, μας έδινε γερό μποναμά όταν του λέγαμε τα κάλαντα τα Χριστούγεννα (ήταν βέβαια μαζί κι ο εγγονός του ο Πάνος -Πάνο, έχω χάσει το τηλέφωνό σου, αν διαβάζεις άφησε σχόλιο).

Δεν θα πω περισσότερα εγώ, διότι ο φίλος μας ο Άρης έχει κι αυτός τον δικό του πρόλογο. Του δίνω λοιπόν τον λόγο αφού πρώτα πω ότι το σκίτσο του συγγραφέα το βρήκα στον ιστότοπο του ΕΚΕΒΙ. Πρέπει να είναι φτιαγμένο από τον Αντώνη Πρωτοπάτση.

Αγαπητέ Νίκο, ανήμερα της Παναγίας είχες δημοσιεύσει το ωραίο διήγημα «Το σύγνεφο» του Καρκαβίτσα, με την καλοκαιριάτικη μπόρα που κατέστρεψε την απλωμένη σταφίδα.

Εδώ έχω ένα εξ ίσου, κατά την άποψή μου, ωραίο διήγημα του Κώστα Μάκιστου, που πληκτρολόγησα, όπως μου ζήτησες. Είναι από την εξαιρετική συλλογή διηγημάτων του «Ο τάραχος», όπου πραγματεύεται το ίδιο θέμα, μόνο που αντί σταφίδας εδώ έχουμε στάρι.

Ο Κώστας Μάκιστος, (Κώστας Παπαχαραλάμπους-Ματζάρης, Λέσβος, Αγία Παρασκευή 1895-1984), διδάσκαλος στο επάγγελμα, άφησε σημαντικό συγγραφικό έργο. Μακρινός θείος μου, (το γένος Ματζάρη ήταν η εκ πατρός γιαγιά μου). Κι ο παππούς ήταν Αγιο-Παρασκευώτης, Αριστείδης Γαβριλέλλης, του οποίου φέρω υπερηφάνως το όνομα, ελαφρώς μεταλλαγμένο στην κατάληξη. Οπότε, λόγω καταγωγής έχω ιδιαίτερη αγάπη για την λεσβιακή λογοτεχνία. Περισσότερα για τον Μάκιστο εδώ.

Ο Μάκιστος στο διήγημα αυτό, που έχει ιδιαίτερο γλωσσικό ενδιαφέρον, δεν αρκείται στο να περιγράψει παραστατικά μια φυσική καταστροφή αλλά δίνει προεκτάσεις κοινωνικές: πόλεμος, φτώχια, ξενιτιά, γηρατειά. Σημαντική η σκηνή που ο γιος βάζει την νιόπαντρη γυναίκα του να ορκιστεί στις θημωνιές ότι δεν θα πικράνει τον πατέρα του…

Το πρωτότυπο κείμενο είναι, φυσικά, σε πολυτονικό. Ο σύνδεσμο και, προ φωνήεντος, είναι παντού γραμμένος κ’ που τον μετέγραψα σε κι, ενώ έκανα ελάχιστες ακόμη ορθογραφικές παρεμβάσεις.  

 

Μπουρίνι

(Κώστα Μάκιστου)

-Άντε δα,  γέρο! Τούτη μονάχα τη φορά και θα σε σχολιάσω πια…

Οι γέροι ήταν δυο. Ο άνθρωπος και το ζο. Περασμένα τα εβδομήντα πέντε του ο άνθρωπος. Στο κεφάλι, φόραγε πλατύγυρο ψαθί.  Από κείνα τα φτηνά, ξοχάρικα,  για τον ήλιο του καλοκαιριού, καπέλα. Το πολυχρονίτικο ψαθί στραβοχείλιαζε, η κουκούλα του ήταν σκισμένη και νότιζε από τον ιδρώτα.  Κάτω από τον ψαθόγυρο, ξεχώριζαν τα δασά, μεγαλότριχα φρύδια να μπερδεύονται με τις τούφες τ’ άσπρα μαλλιά που πέφτανε στο κούτελο.  Κάτω από κείνα τα φρύδια, δύο μάτια γαλανά, ήμερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 102 Σχόλια »

Αναπληροφόρηση στο ‘Η γλώσσα έχει κέφια’

Posted by sarant στο 20 Μαρτίου, 2019

Το σημερινό άρθρο δεν το έγραψα εγώ, διότι είναι άρθρο «αναπληροφόρησης». Με τον όρο “αναπληροφόρηση” εννοώ αυτό που λέμε ελληνικά feedback, αλλά με τη μεταφορική του σημασία, όχι την κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανατροφοδότηση) ή την οιονεί κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανάδραση) στις θετικές επιστήμες.

Εδώ μιλάμε για το φίντμπακ με τη σημασία “γνώμες, παρατηρήσεις, σχόλια”, αλλά επειδή οι λέξεις αυτές είναι πολύ γενικές νομίζω ότι δεν ταιριάζουν και προσωπικά προτιμώ την αναπληροφόρηση, έστω κι αν η λέξη δεν νομίζω να έχει λεξικογραφηθεί. (Το θέμα έχει φυσικά συζητηθεί στη Λεξιλογία). Θα παρουσιάσω λοιπόν την αναπληροφόρηση που έχω πάρει από έναν εκλεκτό φίλο του ιστολογίου, τον Άρη Γαβριηλίδη, ο οποίος έκανε τον κόπο να διαβάσει το βιβλίο μου Η γλώσσα έχει κέφια με χαρτί και μολύβι και να μου γράψει όσα συνειρμικά του έρχονταν στο νου καθώς διάβαζε τα λήμματα του βιβλίου. Αφενός με τιμά που αφιέρωσε τόση προσοχή στο βιβλίο μου, αφετέρου βρίσκω ότι έχουν αξία τα σχόλιά του και γι’ αυτό τα παραθέτω πιο κάτω. Ο ίδιος φίλος έχει ήδη φτιάξει παράδοση, αφού έχει στο παρελθόν σχολιάσει με παρόμοιο τρόπο τρία προηγούμενα βιβλία μου, τις Λέξεις που χάνονται (τα σχόλιά του τα είχα δημοσιεύσει εδώ) και τις Οπωροφόρες λέξεις (αντίστοιχο άρθρο εδώ) και τα Λόγια του αέρα (εδώ το άρθρο μας).

Το βιβλίο Η γλώσσα έχει κέφια είναι το τελευταίο μου βιβλίο -για να προλάβω το γνωστό αστείο, εννοώ το πιο πρόσφατο, όχι το τελευταίο που θα βγάλω διότι, καλώς εχόντων των πραγμάτων, έχω σκοπό να γράψω κι άλλα ενώ κάτι βρίσκεται στα σκαριά.

Κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο (εδώ το άρθρο που είχαμε βάλει τότε) και θα παρουσιαστεί στις 20 Απριλίου σε εκδήλωση (θα ενημερωθείτε εγκαίρως).

Αλλά πολλά είπα εγώ, δίνω τη σκυτάλη στον φίλο Άρη. Δικά μου σχόλια, αν βάλω, θα είναι μέσα σε αγκύλες με πλάγια.

Η ΓΛΩΣΣΑ ΕΧΕΙ ΚΕΦΙΑ

ΝΙΚΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΥ

 Αγαπητέ Νίκο

Διαβάζοντας το τελευταίο σου βιβλίο, συνδύασα το τερπνόν μετά του ωφελίμου: μάθαινα και διασκέδαζα. Όπως έκανα και στα τρία προηγούμενα βιβλία σου (Οπωροφόρες λέξεις, Λέξεις που χάνονται και Λόγια του αέρα) καθώς διάβαζα, κρατούσα σημειώσεις, αλληλεπιδρώντας με το κείμενο. Ήταν μια απολαυστική διαδικασία για μένα και ταυτόχρονα  κρατούσε αδιάπτωτο το ενδιαφέρον μου από την αρχή ως το τέλος.   Ιδού τα σχόλιά μου, για την περίπτωση που τα βρεις ενδιαφέροντα.

Κεφάλαιο 1: «Αχ τα αγάπαγα τα καθαρά πράγματα»

  • «Αχ τα αγάπαγα τα καθαρά πράγματα»μπορεί εύκολα να γίνει «Αχ, να τα αγάπαγα τα καθαρά τα πράγματα» κερδίζοντας δύο Α παραπάνω και αυξάνοντας σε 68 τα Α στην μακρύτερη μονόφθογγή φράση της σελίδας 21.
  • Στο στρατό, υπάρχουν τα Α που προσδιορίζουν το αντικείμενο του κάθε γραφείου (Α1 , Α2 (ασφάλεια), Α3 (εκπαίδευση), κλπ.
  • Ποιο είναι το μονοφθογγικό ανέκδοτο με τα περισσότερα Α; Ρωτά ο πάπιος την πάπια «Πάπα, πάπα, πάπα, πά;»και εκείνη απαντά «Άπα, πάπα, πάπα, πά!».
  • Το Α είναι το μοναδικό γράμμα που, συντιθέμενο με 19 από τα 24 γράμματα της αλφαβήτου, σχηματίζει μια λέξη. Μετρείστε: δα (τώρα, δα), εά (επιτρέπει, «ουκ εά με καθεύδειν…»), ζα (ζώα), θα, ία (λουλούδια), λα (νότα), μα, να, πα (σύντμηση του πάει «δεν πά να πνιγεί», σα (σα δεν ντρέπεσαι!), τα, φα (νότα), χα (σαρκαστικό επιφώνημα), ωά (αυγά), αν, ας, αι (άρθρο), αμ («αμ πώς»-Κώστας Χατζηχρήστος), αχ. [Μπορούμε να τα ανεβάσουμε και στα 21, αν προσθέσουμε το Γ, γα, τη βυζαντινή νότα, και το Ξ, ξα, στην κρητική έκφραση «ξα σου»]
  • Το Α είναι από μόνο του μια λέξη: (α) επιφώνημα: «Α, ώστε έτσι!»,«Α! κύριε, κύριε Μαλακάση», (β) αναφορική αντωνυμία.
  • Συντιθέμενο με το σύμπλεγμα μπ, φτειάχνει τρεις ακόμη μονοφθογγικές λέξεις αλλάζοντας τον τονισμό: Μπά; (αλήθεια; ), μπα (όχι), άμπα (όχι).
  • Το Α είναι ο φθόγγος που κυριαρχεί στην νηπιακή διάλεκτο: μαμά, μπαμπά, άτα (βόλτα), μαμ, κακά, γιαγιά, παπά (παπούτσια), νάνι, βαβά (τραύμα), μάκια (φιλί), νταντά (να το κάνουμε νταντά, να το δείρουμε).

 

Κεφάλαιο 2: Είναι ελληνική η μεγαλύτερη λέξη στον κόσμο;

  • Γράφεις «Τα νέα ελληνικά είναι γλώσσα με γενικά μεγάλες λέξεις, αν συγκριθεί με τα γαλλικά και ιδίως με τα αγγλικά». Πράγματι. Και αυτός είναι ο λόγος που, όταν στέλνω SMS σε κάποιους φίλους, το γράφω στα αγγλικά.
  • Γνωστό και το ανέκδοτο. Διάλογος στο φαρμακείο:

-Παρακαλώ, μου δίνετε ένα κουτάκι ακετυλοσαλικυλικό οξύ;

-Εννοείτε ασπιρίνη;

-Ακριβώς! Όμως δυσκολεύομαι να θυμηθώ αυτή την λέξη!

  • Ο υπερσυντέλικος δεν σου θυμίζει λίγο υπερσιβηρικό;
  • Οι φτιαχτές πολυσύλλαβες λέξεις δεν σου θυμίζουν Φρανκενστάϊν.

 

Κεφάλαιο 3: Από τον Λω στον Παπατριανταφυλλόπουλο

Στην πρώτη γυμνασίου, όταν κάναμε καμιά σκανταλιά, η φιλόλογος μας έβαζε να γράψουμε το όνομά μας 50 φορές. Ζήλευα τότε τον χιώτη συμμαθητή μου με το όνομα Ίων Ρες. Το δικό, Αριστείδης Γαβριηλίδης, ήταν 3,5 φορές μεγαλύτερο. Για να μειώσω την αδικία στο μισό, κρατούσα ταυτόχρονα δύο στυλό, γράφοντας σε δύο γραμμές, πάνω κάτω…

[Αφου δεν ξέρουμε αν εντοπίζεται η Ιώ Λω, ο Ίων Ρες πρέπει να διεκδικεί μετάλλιο συντομότερου ονοματεπώνυμου!]

Κεφάλαιο 4: Σούρδοι και Ακανέδες

Επίτρεψέ μου, σε παρακαλώ, μία διόρθωση στη σελίδα 47: Αούτοι λέγονταν αποκλειστικά οι πόντιοι και όχι οι ανατολίτες, αφού μόνον αυτοί χρησιμοποιούν την λέξη. Μικρός, στην προσφυγική γειτονιά που μεγάλωσα, είχα ακούσει έναν «ανατολίτη» να αποκαλεί, περιπαικτικά ένα πόντιο «αούτο». Και εκείνος του έδωσε την πληρωμένη απάντηση: «φάε του κώλου μου το φρούτο!».

 Παρατσούκλια είχαμε, τα παιδιά, και στις γειτονιές που μεγαλώσαμε.  Γράφω, χαρακτηριστικά, στο νέο μου βιβλίο «Νοσταλγώντας την δεκαετία του ’50-Η ζωή σε μια συνοικία του Πειραιά»:

Τους βόθρους άδειαζαν, όπως σήμερα, τα ειδικά βυτιοφόρα, που έγραφαν απέξω ΕΚΚΕΝΩΣΕΙΣ ΒΟΘΡΩΝ και ακολουθούσε η επωνυμία, συνήθως χιουμοριστική: «Ο μια κι έξω», «Ο  Γαργαντούας», «Ο Φαταούλας». Σε ένα έγραφε «Ο Λάκης», προφανώς από το όνομα του ιδιοκτήτη.  Έλα όμως που, το κάθε αγόρι στη γειτονιά, είχε το παρατσούκλι του: ο Κολόβιος, ο Ακματζής, ο Βούδας, ο Τσοτσόριας, ο Ζαζά καφές, ο Περούκας, ο Φωτίκας και πάει λέγοντας. Ένας από τα παιδιά, που είχε την ατυχία να ονομάζεται Λάκης, απέκτησε αυτοδικαίως και αδιαμαρτύρητα το παρατσούκλι «Σκατατζής» -ώ, ναι, τα παιδιά είναι όντως σκληρά…

(περισσότερα για το βιβλίο στη ιστοσελίδα μου www.arisgavriilidis.gr)

 Κεφάλαιο 5: Ο χάρτης του φαντάρου

Γράφεις: «Ο φαντάρος…αισθάνεται ότι οι ντόπιοι τον αντιμετωπίζουν περίπου σαν κινούμενο εικασάευρο». Για αυτό και, οσάκις κάποιος πολιτικός τόλμησε να προτείνει κατάργηση άχρηστων στρατοπέδων στην επαρχία, η ιδέα καταπνίγηκε εν τη γενέσει της από την λυσσαλέα αντίδραση των ντόπιων. Επίσης, μήπως εκτός από εικοσάευρο τον βλέπουν και σαν υποψήφιο… γαμπρό;

Κεφάλαιο 6: Διακοπές στο Μπουρντάκιοϊ

Μου το διηγήθηκαν ως αυθεντικό: Στην Κατοχή, ρωτούν τον δάσκαλο, στο καφενείο, τι έφαγε το μεσημέρι. «Γιουβέτσι», απαντά εκείνος. «Γιουβέτσι, δάσκαλε;» τον ρωτούν απορημένοι. «Μάλιστα, κύριοι, γιουβέτσι! Άνευ κρέατος και μακαρονίων», συμπληρώνει. «Δηλαδή, δάσκαλε;» ξαναρωτούν μπερδεμένοι. «Νεράκι,  κύριοι, νεράκι σκέτο» διευκρινίζει αυτός.

Το λικέρ ΤΙΠΟΤΑ το θυμάμαι να το σερβίρουν στο μικρό ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς μου, γύρω στο 1970.

Θύμα της «σηκωβάρας» είχα πέσει και εγώ, μικρός, όπως διηγούμαι στο «Νοσταλγώντας την δεκαετία του ’50». Ιδού το σχετικό απόσπασμα:

«Άλλη σκανταλιά ήταν να δώσεις σε ένα μικρότερο παιδί  μια εικοσάρα (νόμισμα είκοσι λεπτών) και να του ζητήσεις να πάει στον μπακάλη και να ζητήσει «μια δεκάρα σηκωβάρα και μια δεκάρα σηκωχτύπα». Πεντάχρονο θύμα των μεγαλύτερων παιδιών υπήρξα κι εγώ που εισέπραξα την απάντηση της κυρά Αλίκης, που είχε το μπακαλικάκι:  «άντε φύγε βρε παιδί μου, αυτοί σε κοροϊδεύουνε»  και όταν βγήκα βρήκα «αυτούς» σκασμένους στα γέλια…».

Θα πρόσθετα το γνωστό: «Δεν έρχεσθε καμία μέρα να πάμε πουθενά να φάμε τίποτα;», όπου όμως εδώ οι λέξεις δεν κυριολεκτούν αλλά σημαίνουν το ακριβώς αντίθετο…

Κεφάλαιο 8: Τα τελευταία λόγια

Ο Καραγκιόζης κάτι σκαλίζει στο χώμα με ένα κλαδί όταν έρχεται ο Χατζηαβάτης. «Μη μου τους κύκλους τάραττε, Χατζατζάρη, τρισκατάρατε», του λέει, με φοβερή ομοιοκαταληξία, που θα ζήλευε και ο Γκάτσος… [Πρέπει να την έχει και ο Σουρής]

Στα τελευταία λόγια-σύντομα ανέκδοτα θα πρόσθετα οπωσδήποτε το κορυφαίο, του Ταρζάν: «ποιος κερατάς έβαλε γράσο στο σχοινί;».

Κεφάλαιο 12: Λιπογράμματα, λοιπόν!

Προ αμνημονεύτων ετών, είχα διαβάσει σε κάποιο οικογενειακό περιοδικό (Ρομάντζο; Θησαυρός;  ) κάτι που με είχε εντυπωσιάσει. Ένας στιχουργός έγραψε ένα τραγούδι δίχως ρω για χατίρι μιας τραγουδίστριας που δεν μπορούσε να το προφέρει. Δημοσίευε μάλιστα και τους στίχους. Δυστυχώς, δεν θυμάμαι το όνομα ούτε του στιχουργού ούτε της τραγουδίστριας.

 

Κεφάλαιο 17: Στην λίμνη την ποιητική…

Στη σελίδα 113 γράφεις (Ριπιτίδι ή ριπιτί είναι η διάρροια…). Λείπει το γνωστότερο τσιρλιπιπί: (https://el.wiktionary.org/wiki/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AF).

 

Κεφάλαιο 19: Και άλλοι επιφανείς κάτοικοι της Νομανσλάνδης

Προ αμνημονεύτων ετών, πήγα στο ιταλικό προξενείο, στον Πειραιά, με μια επιστολή στα αγγλικά (δούλευα τότε σε ξένη τράπεζα), προς ιταλική εταιρεία, ζητώντας να βεβαιώσουν το γνήσιον της υπογραφής μου. Ένας άνθρωπος-ορχήστρα, που έκανε  ταυτόχρονα  δέκα διαφορετικές δουλειές, ανέλαβε να με εξυπηρετήσει. Μου ζήτησε ταυτότητα, πρόσθεσε κάτι με την γραφομηχανή στην επιστολή και μπήκε σε ένα γραφείο για να πάρει την υπογραφή. Φεύγοντας, έριξα μια ματιά στο χαρτί και γούρλωσα τα μάτια. Ο πρόξενος είχε βεβαιώσει το γνήσιον της υπογραφής του Mr. Sincerely Yours…

Κεφάλαιο 20: Ο δαίμονας και τα πολλά ποδάρια του

Αν οι τυπογράφοι και οι διορθωτές φορτώνουν τα λάθη τους στον δαίμονα, εμείς, οι παλιοί μανατζαραίοι, είχαμε το secretarial error και ας μην είχε καμία ανάμιξη η γραμματέας μας…

Στην σελίδα 137 αναφέρεις τις αισχρολογίες. Θυμάμαι, πιτσιρικάς, χάζευα στα βγαλμένα φύλλα του ημερολόγιου με τα στιχάκια. Σε ένα από αυτά διάβασα κάτι που ακόμη το θυμάμαι: «Από τότε που ήλθαν οι μπότεν / μας γ@μ%ύν χωρίς καπότεν / το ψωμί μας έγινε μπομπότεν / αχ, ως πότεν;». Προφανώς είχε γραφτεί επί κατοχής. Το πώς διέλαθε και μπήκε μαζί με τα αισθηματικά, χαζοχαρούμενα στιχάκια παραμένει άγνωστον!

[Μία από τις πολλές παραλλαγές. Επίσης: όλα γίνανε φερμπότεν / το ψωμί έγινε μπομπότεν / και εμείς γίναμε ρομπότεν, με ίδιον τον πρώτο και τον τελευταίο στίχο]

Στην σελίδα 139, μιλάς για την γειτνίαση του Λ με το πλήκτρο του τόνου, και τα παιχνίδια που μπορεί να σου κάνει με το ρήμα κάνω. Την έχω πατήσει αρκετές φορές αλλά το διόρθωνα έγκαιρα. Όμως μία μικρή απροσεξία αρκεί για να  σε κλάνει ρεζίλι.

 

Κεφάλαιο 23: Ο Ραβιόλης κατοικεί…

Γράφεις στην σελίδα 160, ότι αργά ή γρήγορα όλα τα ραμόνια, είτε παιδιόπλαστα είτε της ενήλικης ζωής, ξεδιαλύνονται. Ομολογώ πως, διαβάζοντας αυτό το κεφάλαιο εγώ ξεδιάλυνα δύο: το «μα την Νινευί» που είναι «μάτι μη με δει» και το «καμαρούλα μια σταλιά δύο επί τρία, κόχη και λατρεία» που εγώ τόσα χρόνια το άκουγα «πόθοι και λατρεία». Βέβαια, τώρα που το ξαναβλέπω, μήπως τελικά το «πόθοι» είναι το σωστό;

 

Κεφάλαιο 25: Γράμματα και λεξικά

Ο παρατιθέμενος πίνακας με την ποσοστιαία συχνότητα εμφάνισης των γραμμάτων στα κείμενα είναι ένα από τα εργαλεία των αποκρυπτογράφων.

 

Κεφάλαιο 26: Αλφαβητικά ρεκόρ

Διαβάζοντας τον ερυθροφρουρό με τα 4 Ρ, θυμήθηκα το πείραγμα ενός φίλο σε κάποιον άλλο, που δεν μπορούσε να πει το Ρ. «Για πες ρουρούρα, μα τι ρουρούρα, ρουρουράρα!».

[Εμείς είχαμε βάλει το: Στους καταρράχτες του Νιαγάρα τρέχει γάργαρο και κελαρυστό νερό]

Κεφάλαιο 29: Διπλά και τρίδιπλα

Στην σελίδα 195, εκτός από το Σάββατο έχουμε και τον Σάββα.

 

Στην σελίδα 197, εκτός από τον Ρωσσαγγλογάλλο έχουμε τον ελληνικότατο, γνωστότερο και απλούστερο σπαγγορραμμένο (όπου ο σπάγγος σε μια από τις δύο γραφές).  Έτσι τον έγραφε και ο Πολενάκης, στην σειρά γελοιογραφιών, που δημοσίευε το περιοδικό Ρομάντζο, στην κάτω δεξιά γωνία του οπισθόφυλλου, στο τέλος της δεκαετίας του ’50. Ο σπαγγορραμμένος πλεονεκτεί έναντι των κομμουνιστοσυμμοριτισσών επειδή έχει τρία διαφορετικά διπλά σύμφωνα αντί των δύο που έχουν εκείνες. [Πράγματι, αλλά είναι αμφίβολο αν, ως λαϊκή λέξη, κρατάει σήμερα τα δύο ρο]

Κεφάλαιο 30: Τα τείχη στην τύχη…

Στην σελίδα 204, η τετράδα ομόηχων «πολύ, πολλοί, πολλή, πωλεί» μου θύμισε τον αστείο διάλογο: -Πλεις πλι; -Δεν πλω πλι, πλω πλο. Ό μεθερμηνευόμενο εστί «πωλείς πουλί; -Δεν πουλώ πουλί, πουλώ πηλό». Εξ άλλου έχουμε και το ωραίο χωριό μετά την Κατερίνη, τον Κοκκινοπηλό, που οι ντόπιοι τον λένε και τον γράφουν σε πινακίδα στην είσοδο του χωριού τους «Κοκκινοπλός». [Απ’ όπου και το επώνυμο Κοκκινοπλίτης, που επιχωριάζει στο κοντινό Λιβάδι της Ελασσόνας]

Έχουμε ακόμη να μας μπερδεύουν συχνά: πολιτική-πολιτικοί και κριτικοί-κριτική-κρητικοί, όπου στον προφορικό λόγο ο ομιλών αναγκάζεται να διευκρινίζει χαμηλώνοντας την φωνή του π.χ. «με ήτα».

[πολιτικοί – πολιτική – πωλητική]

Κεφάλαιο 31: Το ριμάριο των ομωνύμων

Το τραγούδι «Δίχως Γιάννο δεν θα γιάνω» ταυτίζεται φυσικά με την φωνή της Βέμπο. Το ακούγαμε συχνά στο ραδιόφωνο κατά την δεκαετία του ’50.

 

Κεφάλαιο 33: Τα κουράδια,  ο γάλος (κλπ)

Στη σελίδα το περιστατικό με τον πρωτοετή Κρητικό φοιτητή που είπε στην παρέα του: «Δεν έχω μαζί μου λεφτά, τα ξέχασα στο σύρμα», μου θύμισε φίλο μου, πρωτοετή φοιτητή στην Θεσσαλονίκη, που έσκασε στα γέλια όταν άκουσε μια κυρία να φωνάζει στο λεωφορείο: «Οδηγέ, με ανοίγεις από πίσω;».

Παρόμοιο περιστατικό με το «κάτσε» στην Ιταλία, είχα κάποτε στην Βηρυτό: Σε μια παρέα με Έλληνες και Άραβες συναδέλφους, αφηρημένος είπα «γεια χαρά» σε ένα Ιορδανό που έφευγε εκείνη την ώρα λέγοντας «good bye”. Γύρισε και μου είπε ενοχλημένος «what did you say?». Λύθηκε η παρεξήγηση όταν εκείνος μου εξήγησε ότι «γιά χάρα» στη γλώσσα του σημαίνει «ε, εσύ, σκατό» και εγώ του εξήγησα τι εννοούσα στη γλώσσα μου. Είχα όμως έγκαιρα ειδοποιηθεί να μην λέω μπροστά σε αραβόφωνους «είκοσι οκτώ», που στη γλώσσα τους σημαίνει κάτι σαν «της αδελφής σου…».

Κεφάλαιο 34: Το κρυφό τσιμπούσι…

Γυμνασιόπαιδες διασκευάσαμε το σουξέ της εποχής «Ένα ρολόι μού ’χες χαρίσει / που το κοιτούσα όταν αργούσες  / και το ρωτούσα αν μ’ αγαπούσες. / Θα το δώσω το ρολόι / και θα πάρω κομπολόι / να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς» σε «Κλεψύδραν μίαν εδώρισάς μοι / ην την εώρων εσού αργούντος / και την ηρώτων αν με ηράσθης. / Την κλεψύδραν θέλω δώσει και μπεγλέριον ωνήσω / ίνα τους καημούς μετρώ / τε και τους ολοφυρμούς».

 

Κεφάλαιο 38: Ταμίλα Παζάρεβα κλπ

Στην σελίδα 273, λείπει ο διαπρεπής Κύπριος ηθοποιός Άλσος Παγκρατίου.

Στη σελίδα 274 ο Τομάς Εγκαρσίας είναι, νομίζω, Αργεντινός χειρουργός και όχι χειρούργος. Λείπει ο συνάδελφός του Ρουμάνος ορθοπεδικός Κάκοσι Μινίσκου και ο φοβητσιάρης Ισπανός Αντόνιο Εκλασαμέντες.

Στην σελίδα 274, δίπλα στα ευπρεπιστικά Έρμαν Έσσε και Μάριο Πούζο θα πρόσθετα τον «βιβλικό» ηθοποιό Τσάρλτον Ήστον (Heston). Έφηβοι, διασκεδάζαμε ακόμη με την Άννα Μουνίνι και τον Ποπώφ Βρομοκολάρωφ.

 

Κεφάλαιο 39: Μπανιστίρ ντουλάπ…

Τα «ελληνοτουρκικά» λογοπαίγνια εμφανίστηκαν την δεκαετία του ’60 (δεν υπήρχαν παλαιότερα) και μάλιστα τα δημοσίευε τακτικά και μια εφημερίδα, ίσως Τα Νέα. Θα πρόσθετα τα:

σπέρμα: τσουτσού καϊμάκ

τροτέζα: καλντερίμ χανούμ

Μπριζίτ Μπαρντό: μπακλαβά χανούμ

 

Κεφάλαιο 40: Λογοπαίγνια και καλαμπούρια

Στην σελίδα 282, αναφέρεις το «no pun intended» για να δηλώσει ο συγγραφέας ότι ήταν συμπτωματικό κα όχι σκόπιμο. Έχω δει όμως και το «pun intended» για να δηλώσει το αντίστροφο.

Στην σελίδα 287, αναφέρονται τα λογοπαίγνια στις μπουάτ της δεκαετίας του 1960, όπως το του Γιάννη Αργύρη «κάθε καϊμάνι και λιμός». Εκείνη τη εποχή, στο γυμνάσιο, διασκεδάζαμε με τα «τηγανιτάκια πατατά», «μεταφορούνται εκτελαί», «οδός Τρικολάου Χαρούπη» και άλλα.  [Εντύπωσή μου είναι ότι τα τηγανιτάκια πατατά τα είχε και ο Παπάκιας, ο πρόγονος του Μικρού Νικόλα του Γκοσινι -εννοώ την άνευ δικαιωμάτων διασκευή που δημοσίευε η Διάπλαση των Παίδων περί το 1965]

 Στην ίδια σελίδα, αναφέρεται το «εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος» του γέρου Παπανδρέου για τον Γρίβα, παραλείπεται όμως το κορυφαίο του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών Καθολικώς Διαμαρτυρομένων», με το οποίο σάρκαζε το σύνθημα της χούντας.

Τέλος, υπάρχει μια λέξη που αποτελείται από τρεις προθέσεις: αναπαραδιά (έλλειψη χρημάτων).

Ραντεβού στο επόμενό σου βιβλίο.

Άρης Γαβριηλίδης

Συγγραφέας-Εικαστικός

www.arisgavriilidis.gr

 

[Σε ευχαριστώ πολύ Άρη!]

 

Posted in Αναπληροφόρηση, Γλωσσικά ευτράπελα, Λογολογία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , | 152 Σχόλια »

Το τζέπελι (διήγημα του Άρη Γαβριηλίδη)

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2018

Πριν από είκοσι περίπου μέρες είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για την αργκό, και από αυτό ορμώμενος ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης μού έστειλε ένα διήγημά του γραμμένο σε αργκό, που την έμαθε » εξ απαλών ονύχων έχοντας μεγαλώσει στο Κερατσίνι, στη δεκαετία του 50″, όπως μου γράφει.

Το διήγημα γράφτηκε το 2004 και διακρίθηκε σε διαγωνισμό διηγήματος με θέμα τους Ολυμπιακούς αγώνες. Είναι μια εύθυμη ιστορία όπως την αφηγείται ο πρωταγωνιστής της, μάγκας που όμως αδυνατεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη της πιάτσας -στιγμές στιγμές είναι σαν να ακούς να μιλάει ο Φέρμας σε κάποια παλιά κωμωδία.

Δεν θα σας αποκαλύψω τι είναι το τζέπελι, επειδή αν σκεφτείτε τους Ολυμπιακούς του 2004 θα το μαντέψετε εύκολα. Καλού-κακού όμως ζήτησα από τον φίλο μας τον Άρη και έφτιαξε ένα γλωσσάρι, που ίσως το βρείτε περιττό, με την έννοια ότι δεν έχει και πολύ δύσκολες λέξεις, αλλά όμως σε κάποιους μπορεί να φανεί χρήσιμο, αλλά και είναι καλό να έχουμε τις λέξεις συγκεντρωμένες.

Θυμίζω ότι είμαι εκτός έδρας και δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω από κοντά τη συζήτηση στο ιστολόγιο.

 

Το τζέπελι

Κοίτα ρε μάγκα μου που όλοι οι βλάμηδες στο γκαφενέ του Γιακουμή, έχουνε, λέει, αρχαία ονόματα. Όλοι, εξόν από μένα, τον Μητσάρα, να πούμε. Έτσι μας τα ξηγούσε προχτές το βράδυ ο κυρ-Αντωνάκης, πού ’ναι άθρωπος γραμματιζούμενος, καθότι συνταξιούρχος δάσκαλος, δηλαδή. Ο Μένιος, ο σπανομαρίας, είναι, λέει, Αγαμέμνονας. Ο Δήμος ο τεμπέλης είναι, λέει, Δημοστένης. Ο Νώντας ο νταής, Παμεινώντας. Ο Φώντας ο τορπίλλας, Ξενοφώντας. Ο Μιστόκλης ο σελέμης, Θεμιστοκλής. Ο Μίλτος ο λοταρίας, Μιλτιάδης. Ο Αρίστος, το κοράκι του «Γραφείου Κοινωνικών Εκδηλώσεων», του πεθαμενατζήδικου, δηλαδή, Αριστείδης. Ακόμα κι ο Κλης ο παπατζής είναι, λέει, Ηρακλής. Όλη η αρχαία αφρόκρεμα, να πούμε. Άλλος, σου λέει, ήτανε στρατηγός, άλλος πολιτικός, άλλος ρήτορας. Κι ο Ηρακλής, λέει, έφτιαξε και τους Ολυμπιακούς αγώνες. Γι’ αυτό και μεις πήραμε, λέει, φέτος, τους Ολυμπιακούς. Και πρέπει νά ’μαστε, λέει, περήφανοι πού ’μαστε Έλληνες. Και να παγαίνουμε στα γήπεδα να βλέπουμε, λέει, κι εμείς τους αγώνες.  Όχι μόνο οι ξένοι και ξεφτιλιστούμε.

Ναι αλλά απ’ όλους αυτούς τους μόρτες μόνο εγώ, να πούμε,  παγαίνω απόψε στο γήπεδο. Οι άλλοι κάθουνται αραχτοί στο γκαφενέ και βλέπουν τους αγώνες από τη ντελεόραση. Κι εγώ, αύριο, στο γκαφενέ, θα τους πουλήσω μούρη, να πούμε. Κι ας μην έχω ’γώ αρχαίο όνομα σαν κι αυτούς.

Έχω πάρει μαζί μου, για παρέα, το Μαρικάκι. Ζωντοχήρα, με κόρη  παντρεμένη, δουλεύει καμαριέρα σε ξενοδοχείο για ζευγαράκια, Σκαραμαγκά μεριά. Ζουμπουρλούδικη και κοτσονάτη, κι ας έχει τα χρονάκια της. Αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω. Ξηντάρισα μα δεν το βάζω κάτω. Πριν δυο βδομάδες, ήρθε νοικάρισσα στο προσφυγικό, στο Κουτσουκάρι. Μου τ’ άφησε ο μπάρμπας μου, ο Θρασύβουλας, κληρονομιά, πριν από χρόνια. Για να νοικοκυρευτώ και να μην είμαι, λέει, αχαΐρευτος. Θιός σχωρέστον. Το Μαρικάκι το κλωθογυρίζω, για κάνα νταραβέρι, να πούμε. Τώρα καθόμαστε δίπλα-δίπλα στον ηλεχτρικό που μας παγαίνει στην Καλογρέζα. ’Σιτήρια δεν έχω αλλά ο Φανούρης μου είπε, δεν πειράζει, θα βρω εκεί από ’ξω να πουλάνε.

Δεν ξέρω τι αγώνες έχει απόψε αλλά, δε βαριέσαι. Ό,τι και νά ’χει, καλά θά ’ναι.  Εγώ, να πούμε, πιο πολύ γουστάριζα να έβλεπα πάλη. Έχω κάνει, βλέπεις παλαιστής, ένα φεγγάρι, στα νιάτα μου, στη μάντρα του Χρυσοστομίδη, στα Ταμπούρια. Εκεί έμαθα και το αροπλανικό κόλπο του Καρπόζηλου. Μια δόση, να πούμε, που πάω να  κάνω το αροπλανικό στο Μπουράνη, όπως είχα πεταχτεί στον αέρα για να του κάνω κορμοψαλίδα, τραβιέται αυτός και σκάω σαν καρπούζι με το κούτελο στο καναβάτσο. Με πήρανε τα αίματα  και με τρέχαν στο νοσοκομείο του Σαπόρτα για ράμματα. Ακόμα έχω τα σημάδια, εδώ στο δοξαπατρί. Η μάνα μου, η μακαρίτισσα,  σα με είδε με τα ζουμιά έβαλε τις φωνές. Κι από τότες, να πούμε, τα παράτησα. Ύστερα γύρναγα από ’δώ κι από ’κεί. Και τσιλιαδόρος στου Αλογάκου τη μπαρμπουτιέρα έκανα, και τον αβανταδόρο για τα λαθραία στη γκαρβουνόσκαλα έκανα, και τον παπατζή στο λιμάνι έκανα, και τον κράχτη στα καμπαρέ της Τρούμπας για τα ναυτάκια του έχτου στόλου έκανα, και το νταβατζή της Χαρίκλειας της εφταβυζούς έκανα. Τότες ήτανε που με κάρφωσε, να πούμε, πισώπλατα ένας Κουλουριώτης πού ’χε βάλει στο μάτι το Χαρικλάκι. Πρόκανα και τούδωσα κι εγώ μια ξώφαλτση με τη φαλτσέτα στη μάπα και τον σημάδεψα, έτσι για να με θυμάται.

Με κάτι τέτοια τσαμπουκαλίκια μπαινόβγαινα στις φυλακές, να πούμε. Κι απ’ Αλικαρνασσό πέρασα, και από Κέρκυρα πέρασα, και από Αίγινα πέρασα. Στον Κορυδαλλό με φώναξε στο γραφείο του για να με συβουλέψει και ο διευθεντής, ο κύριος Αθανασόπουλος, να πούμε. Περαιωτάκι κι αυτός. Πάγαινε στο ίδιο γυμνάσιο, στο Πέμπτο, μαζί με το  ξαδερφάκι μου τον Αρίστο, τον σπουδαγμένο της γειτονιάς, που του μίλησε για μένα.

Τώρα που μεγάλωσα, συμμαζεύτηκα, να πούμε. Τηνε βγάζω με το νοίκι του προσφυγικού και με κάτι ψιλοδουλίτσες, έτσι για το χαρτζηλίκι. Να, σαν κι αυτή,  που μου ζήτηξε ο Παντελής ο Χοντρός. Έτσ’ είναι τ’ όνομά του, δηλαδής, γιατί αυτός είναι τσίρος. Μού ’δωσε το λοιπό ο Παντελής ένα μπακέτο μαύρη για να το παραδώσω σε κάποιονα που θα με περιμένει λέει, κάτω από τον έβδομο στύλο στο ντοίχο των εθνώνε. Δεν ξέρω τι είναι αυτό, αλλά θα το βρω στα σίγουρα, γιατί, λέει, κάνει μπαμ από μακριά. Τον άνθρωπο που θα του παραδώσω το μπακέτο δεν τονε ξέρω αλλά με ξέρει, λέει, αυτός, να πούμε. Το σύνθημα που θα μου πει είναι, λέει,  «Χριστόδουλος».

Για να κάνω φιγούρα στη γκόμενα, στο Μαρικάκι, δηλαδής, είμαι ντυμένος σένιος.  Καινούρια πατούμενα, τριζάτα, ειδική παραγγελιά στον φίλο μου τον τσαγκάρη τον Νικολή. Συνταξιούρχος τώρα πια αλλά σάχνει που και που κάνα ζευγάρι για κάνα φίλο μερακλή. Καλοκαιριανή γκρίζα κουστουμιά, σταυρωτή, και παναμαδάκι για τον ήλιο που πήρα από Ακτή Μιαούλη. Πέρασα κι απ’ τον μπαρμπέρη τον Πίπη, τον πολυλογά, τον παρλαπίπη που τον λέω, για να του κάνω πλάκα. Μού ’κανε κόντρα ξούρες και περιποίηση στο ψιλό μουστάκι μου, την ποντικοουρά που το λέει, για να με τσιγκλήσει. Δίπλα μου το Μαρικάκι με άσπρη φούστα και βυσσινί πουκάμισο, τεζαριστό στο στήθος, μοσκοβολάει σα μπαξές.

Με το μπεγλέρι στο χέρι, να πούμε, χαζεύω έξω απ’ το παρεθύρι του ηλεχτρικού. Όποτε  περνάω απ’ το Καραϊσκάκη θυμάμαι το Θρύλο που κέρδισε τη Σάντο. Ήμουνα κι εγώ, πιτσιρικάς, σ’ αυτό το ματς και είδα και το Μπελέ, να πούμε. Σε κάθε στάση, πιο πολύς κόσμος μπαίνει στο τραίνο. Παλικαράκια και κοπελίτσες οι πιο πολλοί. Κάποια φοράνε κάτι ρούχα παρδαλά. «Εθελοντές είναι» μου σφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι ένα σωρό τουρίστες άσπροι, μαύροι, κίτρινοι. Είμαστε πολλοί νομάτοι και το βαγόνι φίσκα. Κάνει και ζέστη, να πούμε. Κοντεύουμε να βγάλουμε τη μπέμπελη. Πολλοί έχουνε στο λαιμό τους μια κορδέλα που κρέμεται ένα νάυλο φακελάκι μ’ ένα κίτρινο χαρτί μέσα. «Τα εισιτήριά τους είναι» μου ξανασφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι εμένα, να πούμε, μου θυμίζει το σπάγκο, στην πρώτη δημοτικού, που η μάνα μου, θιός σχωρέστηνα, μού ’δενε από το λαιμό τη γομολάστιχα, για να μη την χάνω. Σκολειό πήγα μέχρι την τρίτη. Ύστερα σκοτώθηκε ο πατέρας μου. Έπεσε από τη σκαλωσά που δούλευε στο γιαπί και τα παράτησα. Για να ζήσουμε, πούλαγα λαχεία στους δρόμους και τις ταβέρνες.

Κι αυτό το τσογλάνι ο Τρύφωνας με ρεζίλεψε χτες βράδυ στον γκαφενέ. Βλέπαμε στη ντελεόραση ’κείνη τη γυναικάρα, να πούμε, που ’ναι κουμανταδόρα στους Ολυμπιακούς. Αδερφάκι, σπαθί σου μιλάω, μεγάλο νταλκά έχω για πάρτι της. Όλο στη ντελεόραση τη βγάζω αυτές τις μέρες. Κυνηγάω αγώνες και ειδήσεις, για να τηνε κιαλάρω. Μη μου πεις, πολύ ζόρικια γκόμενα, να πούμε! Μελανούρι, σπαθάτη κι αεράτη. Κάθε που τη μπανίζω αδειάζει το μέσα μου, να πούμε. Με παίρνει πρέφα ο Τρύφωνας που τρέχουνε τα σάλια μου και μου πετάει: «Τη γκαψουρεύεσαι, ρε μάγκα, έτσι;» και οι άλλοι γελάσανε. Με ρεζίλεψε το κωλόπαιδο σ’ όλο τον γκαφενέ! Αλλά δεν μπειράζει, χαλάλι της. Να, μια γυναίκα σαν κι αυτή να μου λάχαινε και μένα στη ζωή και τη στεφάνωνα την ίδια ώρα, να πούμε. Αλλιώτικα, καλλίτερα μπεκιάρης. Που ξέρεις; Μπορεί νά ’ναι κι αυτή απόψε στο γήπεδο και να τη δω στα ζωντανά, να πούμε.

Στην Ειρήνη το τραίνο αδειάζει. Μερμηγκιά ο κόσμος παγαίνει στο γήπεδο. Τς, τς, τς. Τι έχει γίνει εδώ, ρε μάγκα μου! Πράματα και θάματα! Κοσμοχαλασά, να πούμε! Και τι δε σάξανε. Είναι, σαν τότες, παιδί, που πήγα στο λούνα παρκ, στις Τζιτζιφιές. Να και το γήπεδο με τη σκεπή που τού  ’κανε ο Καλαντράβας. Στην άκρη, το φουγάρο βγάζει φωτιά σαν τη τζιμινιέρα της χαλυβουργικής στην Ελευσίνα, να πούμε. Κι από ψηλά, να σου και το μακρουλό μπαλόνι, το τζέπελι, να σεργιανάει με το πάσο του, πέρα δώθε.

Παγαίνω στα κουβούκλια να κόψω ’σιτήρια αλλά τζίφος! Τελέψανε, μου λένε. Έχουνε μείνει κάτι πανάκριβα. Ας τα πάρουνε οι εφοπλιστάδες, τους λέω. Κατά πως μ’ έχει ορμηνέψει ο Φανούρης, τη στήνω εκεί για ν’ αγοράσω από κάνα περαστικό.

Σε λίγο μου την πέφτει ένας ψηλέας, μαυριδερός, καμιά τριανταριά, να πούμε. «Τίκετς;» μου κάνει. «Γιές. Χάου ματς;» του κάνω με τα ψωροεγγλέζικα πού ’μαθα στο λιμάνι. «Νάϊντυ» λέει και μου δείχνει μέσα στη χούφτα του δυο ’σιτήρια. Επειδή μυρίστηκα λαδιά, τα μπανίζω από κοντά για να δω την τιμή. Εννιά και μηδέν. Είναι ’ντάξει. Ενενήντα ευρώ, δηλαδής μια τριαντάρα το κομμάτι. Παναπεί πως πρέπει να ξηλωθώ εξήντα χήνες για δυο ’σιτήρια. Δε σφάξανε. Αλλά για να μη με περάσει για καρμίρη το Μαρικάκι, είχα να παραδώσω και το πράμα, το ξανασκέφτηκα. «’Ντάξει, ρε φιλάρα, θα στα σκάσω» του κάνω. «Νόου, όχι τώρα. Μόλις  περάσουμε τον έλεγχο, ο κέϊ;». Δε σου λέω ’γώ; Βρωμάει κομπίνα η δουλειά, να πούμε. Γιατί να μη γίνει η τράμπα εδώ απ’ όξω; Τι φοβάται ο ψηλέας αφού δε γκαπελώνει τη ντιμή; Άσε που κι ο ίδιος δε μου γιομίζει το μάτι. Η φάτσα του και το εγγλέζικό του είναι, να πούμε, σα ρωμιός που το παίζει ξένος. Κάτι θέλει να μου σκαρώσει ο ποντικομούρης. Άσε να δούμε που το πάει. Γιατί όταν αυτός πάγαινε εγώ ερχόμουνα, να πούμε.

Μπροστά ο ψηλέας, πίσω ’γώ με το Μαρικάκι, δείχνει τρία ’σιτήρια στον έλεγχο και περνάμε μέσα από ένα μηχάνημα σαν άδεια πόρτα, να πούμε. Στο Μαρικάκι ψάξανε και την τζάντα. Ο ψηλέας που ’χε σπατσάρει πιο μπροστά, μας περιμένει πιο πέρα.

– Τώρα, σκάσε το παραδάκι, μου λέει στα Εγγλέζικα.

– Ρίξε φως πρώτα. Να ξαναδώ τα ’σιτήρια, του κάνω εγώ ψυλλιασμένος.

Μου τα μοστράρει πάλι. Μόνο που αυτά που μού δείχνει τώρα γράφουν’ απάνω σαράντα ευρώ! Βρε, το μούργο! Άλλαξε τα ’σιτήρια και πήγε να μου τη σκάσει. Ρε, αγοράκι, για  αμερικανάκια μας πέρασες; Ρε, σε μένα, το Μητσάρα; Ρε, δε ξέρεις πως κάτι παιδάκια σαν κι εσένα εγώ θέλω δέκα; Ρε, στη μπουτάνα πουτανιές σηκώνουνε; Μάγκα μου, δώσε βάση πως θα καθαρίσω τώρα:

– Αστυνομία, του σφυρίζω ρωμαίικα και του χώνω στη μούρη την ψεύτικια  ταυτότητα που μού ’φτιαξε, για ώρ’ ανάγκης, ο Τζίμης, τζιμάνι σε κάτι τέτοια,.

Ο ψηλέας τα χάνει. Αυτό περίμενα κι εγώ και τ’ αρπάζω τα ’σιτήρια μέσ’ απ’ τα χέρια.

– Στα χαρίζω μου ψιθυρίζει κι αυτός ρωμαίικα και πά να φύγει

– Χάσου, του κάνω, και μη σε ματαδώ.

Έτσι ’κονόμισα, να πούμε, τα δύο ’σιτήρια στο τζάμπα. Χα!

Παίρνω το Μαρικάκι αγκαζέ και ντογρού για το ντοίχο των εθνώνε. Να παραδώσω το πράμα πού ’χω στη γκωλότσεπη και να ξενοιάσω. Πριν μπούμε στο γήπεδο, έχουμε μπόλικια ώρα για να χαζέψουμε στα πέριξ.

– Ακολούθησέ μας ήσυχα-ήσυχα, σαν καλό παιδί, ακούω μια μπάσα φωνή στ’ αφτί ενώ κάποιος μου βάζει κάτω απ’ τη μύτη μια αστυνομικιά ταυτότητα. Αληθινή αυτή τη φορά.

Γυρίζω και πέφτω σ’ ένα μπασκίνα μασκαρεμένο εθελοντή. Με πιάνει σφιχτά αγκαζέ, μη και του ξεφύγω. Μου την πέφτουν από δίπλα άλλοι τρεις γιαλαντζί εθελοντήδες, πολιτσμανέοι, δηλαδής, που με κυκλώνουν. «Μάγκα μου, τώρα, την έβαψες, σκέφτηκα. Δεν μπορεί, καρφωτή πήγε. Ο ψηλέας μου την σκάρωσε τη δουλειά».

Με μπαγλαρώνουν σ’ ένα άσπρο αντίσκηνο, στα μουλωχτά, για να μη γίνει τζερτζελές και μας πάρει χαμπάρι ο άλλος κόσμος. Εκεί με κάνουν φύλλο και φτερό. Βρίσκουν απάνω μου την ψεύτικια αστυνομικιά ταυτότητα και, το χειρότερο, το μπακέτο με την μαύρη, να πούμε. Κλαύτα Χαράλαμπε. Καλά που δεν κουβάλαγα μαζί μου και το σιδερικό νά ’χουμε κι άλλα ντράβαλα. Από ’κει, με μπουζουριάζουνε σ’ ένα αμάξι και βουρ για το τμήμα Μαρουσιού. Ανακρίσεις, πέφτουν και κάτι ψιλές, να πούμε, να κι ο ’σαγγελέας. Έγινε το έλα να δεις. Στη βαβούρα, μαθαίνω πως τη ζημιά την είχε κάνει εκείνος ο πετούμενος ρουφιάνος, το ξεφτιλισμένο το τζέπελι. Από κει πάνω, λέει, μας μπάνισαν, εμένανε  και τον ψηλέα, ακούσανε κι αυτά πού ’παμε, σου λένε κάτι τρέχει, και το καρφώσανε χαρτί και καλαμάρι κάτω, στους μπάτσους, για να το ψάξουνε.

Τώρα, να πούμε, είμαι προφυλακισμένος στον Κορυδαλλό και περιμένω δίκη. Μ’ έχουν τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί. «Αντιποίηση αρχής», λέει, «πλαστογραφία», λέει, «πλαστοπροσωπία», λέει, «διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών», λέει, «εκβίαση μετά ληστείας», λέει, της μάνας τους το κέρατο, λέει. Σύνολο δέκα χρονάκια και «κατά συγχώνευση» τα πέντε τά ’χω στο νερό, ο δικηγόρος λέει.

Κάθε πρωί που ξουρίζουμαι και βλέπω τη φάτσα μου στον καθρέφτη, της ρίχνω και δέκα φάσκελα, να πούμε.

– Όρσε, μη στα χρωστάω, ρε μάπα, που μου κάνεις και τον μάγκα, τον ξύπνιο, και τον περπατημένο. Και πήγες και την πάτησες, σα σκολιαρόπαιδο από ’να αποκριάτικο μπαλόνι.

– Τι να σου κάνω, ρε μάγκα μου, μας έφαγε η τεγνολογία, βλέπεις. Δε φτουράμε πια ’μείς οι παλιομοδάτοι, να πούμε, μ’ αποκρίνεται η μουτρωμένη φάτσα μου μέσ’ απ’ τον καθρέφτη.

Κι η πλάκα είναι πως μέσ’ απ’ το φεγγίτη του κελιού μου, βλέπω μακριά, στο βάθος,  το τζέπελι, να πούμε, να κόβει βόλτες στον ουρανό. Θες να με ρουφιανεύει ακόμα; Κολλάω κι εγώ στο τζάμι μια ’φημερίδα για να μη με βλέπει.

Ρε, δε με μέλει τόσο που θα κάτσω στη στενή. Κάτι τέτοια τα μασάω, να πούμε. Ούτε για το Μαρικάκι, πού ’χασα μέσ’ απ’ τα χέρια μου πάνω στο ψηστήρι. Ούτε που δεν έκανα το κομμάτι μου στο γκαφενέ, πως πήγα εγώ στους Ολυμπιακούς κι αυτοί ούτε από ’ξω δε μπεράσανε. Ούτε πού ’χασα τη μίζα από το πράμα, να πούμε. Αυτό που με κόφτει είναι που δεν πρόλαβα να δω στο γήπεδο τη μανταμίτσα. Την κουμανταδόρισσα, που λέγαμε, ντε… Αλλά θα βάλω στο κελί μια ντελεόραση, θα τηνε βλέπω απ’ εκεί, και θα ξεχαρμανιάζω, να πούμε. Θα κάτσω και στ’ αυγά μου, όσο θά ’μαι φυλακή, και θα βγω με καλή διαγωγή στα τρία χρόνια.

Μόλις αποφυλακιστώ, θα πάω να τη βρω και θα της ξηγηθώ στα ίσα. Πως τη γουστάρω και θέλω να νταραβεριστούμε. Και πως, για πάρτι της, θα τηνε στεφανώσω, να πούμε, μη την εκθέσω κιόλας! Κορώνα στο κεφάλι θα την έχω. Ζωή και κότα θα περνάει στο τσαρδί μου. Γιατί έτσι σπαθί ξηγιέται πάντα ο Μητσάρας, να πούμε. Ντόμπρα, παστρικά κι αντρίκεια. Νομίζω;

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
(Με τη σειρά που εμφανίζονται οι λέξεις στο κείμενο)

τζέπελι= Ζέπελιν

βλάμηδες= φίλοι

μόρτες= μάγκες

Κουτσουκάρι= Παλιά ονομασία του Κορυδαλλού, στη Νίκαια του Πειραιά

νταραβέρι= ερωτική σχέση

αροπλανικό= αεροπλανικό

μια δόση= μια φορά

κορμοψαλίδα= όρος της πάλης. Ο παλαιστής με άλμα στον αέρα αιχμαλώτιζε το κεφάλι του αντιπάλου ανάμεσα στα πόδια του.

καναβάτσο= το καραβόπανο που καλύπτει τα σανίδια του ρινγκ

νοσοκομείο του Σαπόρτα= παλιά ονομασία του νοσοκομείου Νικαίας Πειραιά

δοξαπατρί= μέτωπο

μπαρμπουτιέρα= χώρος που παίζουν μπαρμπούτι, δηλαδή ζάρια

αβανταδόρος= φίλος του παπατζή που προσποιείται τον πελάτη που «κερδίζει» για να παρασύρει θύματα.

εφταβυζού= βυζαρού

πρόκανα= πρόλαβα

τσαμπουκαλίκια= παλικαριές

σένιος= περιποιημένος

πατούμενα= παπούτσια

σάχνει= φτιάχνει

παναμαδάκι=είδος καπέλου

μπεγλέρι= κομπολόι

βγάζουμε τη μπέμπελη= σκάμε από τη ζέστη (μπέμπελη=ιλαρά)

κουμανταδόρα= αυτή που κάνει κουμάντο, που διευθύνει

σπαθί σου μιλάω= σου μιλώ εντίμως

νταλκάς=καημός

κιαλάρω= βλέπω

ζόρικια γκόμενα= ωραία γκόμενα

μπανίζω=βλέπω

παίρνει πρέφα=αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω

μπεκιάρης= γεροντοπαλίκαρο

σάξανε=φτιάξανε

τελέψανε= τελειώσανε

μυρίστηκα (και ανθίστηκα) λαδιά= κατάλαβα απάτη

χήνες= τα χαρτονομίσματα των χιλίων δραχμών

καρμίρης= τσιγγούνης

τράμπα= ανταλλαγή

σπατσάρει= τελειώσει

ρίξε φως= δείξε

ψυλλιασμένος= υποψιασμένος

μοστράρει= δείχνει

μούργος= (κυρ. είδος τσοπανόσκυλου) ειρωνική βρισιά

δώσε βάση= πρόσεξε

τζιμάνι= έξυπνος και ικανός (από το g-man)

ντογρού= ολόισια

μπαγλαρώνουν= πάνε σηκωτό

τζερτζελές= φασαρία

σιδερικό=πιστόλι

ντράβαλα=φασαρίες

μπουζουριάζουνε= συλλαμβάνουν και κλείνουν στη φυλακή (μπουζού=κρυψώνα, φυλακή)

βουρ= μπρος

περπατημένο= πεπειραμένο στη ζωή

τσαρδί= σπίτι

νομίζω;= έχω άδικο; (συνηθισμένη μάγκικη έκφραση)

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Διηγήματα, Πειραϊκά | Με ετικέτα: , , | 76 Σχόλια »