Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Άστυ’

Ο Αμερικάνος, ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2013

Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μας αρέσει να συνεχίζουμε μια παλιά συνήθεια και να βάζουμε ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα. Στα πρώτα Χριστούγεννα του ιστολογίου είχα ανεβάσει  «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», ένα διήγημα σε παπαδιαμαντικό ύφος του Βάρναλη, το 2010 ένα άλλο παπαδιαμαντικό του Τάσου Βουρνά, το 2011 το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ πέρυσι έσπασε η παράδοση και έβαλα τα Κάλαντα του Λαπαθιώτη. Φέτος επανέρχομαι στην πεπατημένη, με ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, τον «Αμερικάνο».

Το διήγημα το είχα ανεβάσει παλιά στη σελίδα μου «Κείμενα μαζί». Είναι παρμένο από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, με περαιτέρω εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (μονοτονικό, υποτακτική). Αρχικά είχε δημοσιευτεί σε δυο συνέχειες, στις 25 και 26 Δεκεμβρίου 1891, στην εφημερίδα Άστυ με την οποία συνεργαζόταν τακτικά ο Παπαδιαμάντης εκείνη την περίοδο με μεταφράσεις.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι το διήγημα έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Παραθέτω μερικές από τις λέξεις που θα συναντήσουμε στην ανάγνωση.

* γιουλτζής ή, το συνηθέστερο, γιολτζής, είναι ο οδοιπόρος, αλλά και ο επιβάτης πλοίου. Η λέξη δάνειο από τα τουρκικά (yol ο δρόμος, θα θυμάστε ίσως την ταινία του Γκιουνέι).

* σφάντζικο είναι αυστριακό νόμισμα των είκοσι κρόιτσερ, που κυκλοφορούσε πολύ στην Ελλάδα και γενικά στη Μεσόγειο τον 19ο αιώνα. Οι γερμανομαθείς θα αναγνώρισαν το γερμανικό zwanzig, είκοσι. Τη λέξη τη δανειστήκαμε μέσω ιταλικών (la svanzica), γι’ αυτό και συχνά τη βρίσκουμε και σε θηλυκό γένος, η σφάντζικα.

* ο γεμιτζής δεν γεμίζει, είναι ο ναύτης -τουρκικό δάνειο, gemici.

* σ’τα’λεγα «ένα κιριμέ» λέει η γριά στην κόρη της. Αυτό το «ένα κερεμέ» είναι τούρκικο και νομίζω ότι σημαίνει «όλα μαζί», αλλά δεν έχω πρόχειρο το κιτάπι για να επιβεβαιώσω.

* μορφοδούλα είναι η προκομμένη.

Για ό,τι άλλο, ρωτάτε.

Και βέβαια, καλά Χριστούγεννα!

Ο Αμερικάνος

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ

   Του Δημήτρη του Μπέρδε το μαγαζί ωμοίαζε, την εσπέραν εκείνην, με βάρκαν, κατά το φαινόμενον φουρτουνιασμένην, δευτερόπρυμα πλέουσαν, πληττομένην υπό των κυμάτων την μίαν πλευράν, με το ύδωρ εισπηδών από την κωπαστήν και περιρραντίζον τους δυστυχείς επιβάτας, όπου ο κυβερνήτης και ο ναύτης του φαίνονται περιφρόντιδες, δίδοντες και λαμβάνοντες προστάγματα εις ακατάληπτον γλώσσαν, ο μεν ιθύνων μετά βίας το πηδάλιον, ο δε λύων και δένων τα ιστία, βοηθών διά της κώπης εκ του υπηνέμου, αμφότεροι τρέχοντες από την πρύμνην εις την πρώραν, καταπτοούντες τους απειροτέρους των επιβατών, περιρραινομένους από το αφρίζον κύμα, οσφραινομένους εγγύθεν και γευομένους την άλμην. Εξημέρωναν δε Χριστούγεννα, και έκαστος των πελατών επεθύμει να κάμει τα οψώνιά του. Ο κυρ Δημήτρης ο Μπέρδες έτρεχεν εμπρός, οπίσω, εκέρνα νοθευμένα τους πελάτας, επώλει ξίκικα εις τους αγοραστάς, με την τρικυμίαν εσκορπισμένην εις την όψιν και την γαλήνην ταμιευμένην εν τη καρδία, γοητευόμενος από τας φωνάς των θαμώνων, ενθουσιών από τον κρότον των κερμάτων, των πιπτόντων διά της άνωθεν οπής, ως τα στρουθία εις την παγίδα, εις το καλώς κλειδωμένον συρτάρι του. Το παιδί, ο δεκαπεντούτης Χρήστος, ανεψιός του εξ αδελφής, δεν επρόφθανε να γεμίζει φιάλας εκ του βαρελίου, να κακοζυγίζει βούτυρον εκ του πίθου, να κενώνει μέλι εκ του ασκού, με την ποδιάν υψηλά εις το στήθος περιδεδεμένην, κι εξελαρυγγίζετο να φωνάζει αμέσως! εις οκτώ διαφόρους τόνους και ύψη· λέξιν την οποίαν με τον καιρόν είχε κατορθώσει να κολοβώσει εις αμές! είτα να συντάμει εις ’μες! και τέλος ν’ απλοποιήσει εις ες!

Εις μίαν γωνίαν του μαγαζείου όμιλος εκ πέντε ανδρών εκάθηντο κι έπιναν την μαστίχαν των, πριν διαλυθώσι και απέλθωσιν οίκαδε διά το δείπνον. Ήσαν όλοι εμποροπλοίαρχοι του τόπου, περιμένοντες την κατάδυσιν του Σταυρού διά ν’ αποπλεύσωσι, κι εδεξιούντο ένα συνάδελφόν των, εκείνην την εσπέραν φθάσαντα αισίως με την σκούναν του, τον καπετάν Γιάννην τον Ιμβριώτην· έκαμαν όλοι με την σειράν τα μουσαφιρλίκια, είτα ο καπετάν Γιάννης ηθέλησε και αυτός να τους κάμει τα σαλαμετλίκια. Είτα είς έκαστος των φίλων επροθυμήθη να κάμει κι εκ δευτέρου τα μουσαφιρλίκια, και πάλιν ο καπετάν Ιμβριώτης εξανάκαμε τα σαλαμετλίκια. Έως εδώ ευρίσκοντο και ωμίλουν ζωηρώς περί πραγμάτων του επαγγέλματός των, περί ναύλων, κεσατίων, περί σταλίας, περί φορτώσεων κι εκφορτώσεων, περί ναυαγίων και αβαριών. Ο καπετάν Γιάννης διηγείτο διά μακρών τα του τελευταίου ταξιδίου του, και είπεν ότι, ακουσίως του, ένεκα δυστροπίας τών τουρκικών αρχών, ηναγκάσθη να διατρίψει επί ημέρας εν Βόλω, όπου είχε προσεγγίσει προς μερικήν εκφόρτωσιν.

–         Α! δεν σας είπα και ένα γιουλτζή που πήρα απ’ το Βόλο, είπε.

–         Επήρες κανέναν επιβάτη απ’ το Βόλο; ηρώτησεν είς των φίλων του.

–         Δεν ηθέλησε να ξεμπαρκάρει, έμεινε μες στη σκούνα. Του είπα να τον πάρω μ’σαφίρη στο σπίτι, και δε θέλησε.

–         Και για πού πάει;

–         Έως εδώ, κατά το παρόν. Τον ηρώτησα, δεν ηθέλησε να μου πει.

–         Και τι δουλειά έχει εδώ;

–         Τι άνθρωπος είναι;

–         Πώς σου φάνηκε; διεσταυρούντο αι ερωτήσεις των πλοιάρχων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επετειακά, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: | 107 Σχόλια »