Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ήπειρος’

Στην Ταράτσα του Φοίβου

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2018

Πήγα προχτές στην Ταράτσα του Φοίβου Δεληβοριά. Πήγα με την κόρη μου, που της αρέσει κι εκείνης πολύ, από τότε που ήταν μικρή και στις οικογενειακές εκδρομές άκουγε τα σιντάκια που έπαιζα στο αυτοκίνητο. Είναι η δεύτερη σεζόν που λειτουργεί η Ταράτσα, αλλά πέρυσι δεν μπόρεσα να πάω. Κάλλιο αργά πάντως.

Προχτές που πήγαμε ήταν καλεσμένη η Ελένη Βιτάλη, αλλά κάποιο πρόβλημα υγείας την εμπόδισε να εμφανιστεί. Ωστόσο, και έτσι η παράσταση ήταν πολύ πλούσια και μεγάλη σε διάρκεια, τρεις ώρες καθαρές, και τη χαρήκαμε και οι δυο μας, όπως φάνηκε να τη χαίρεται και το κοινό, που είχε σχεδόν γεμίσει τα τραπέζια της ταράτσας παρά την ακριβούτσικη τιμή του εισιτηρίου (23 ή 30 ευρώ το άτομο για σκέτη είσοδο, χωρίς ποτό). Στον εξώστη τα εισιτήρια είναι πιο προσιτά, 15 ευρώ και μια μπίρα δώρο. Βλέπεις όμως και την Ακρόπολη, καθώς η ταράτσα βρίσκεται στην αρχή της Ιεράς Οδού.

Η Ταράτσα είναι σχεδιασμένη στο πατρόν των παλιών αναψυκτηρίων, θέλει δηλαδή να αποτελέσει λαϊκό θέαμα. Με επιφύλαξη τις τιμές, το καταφέρνει, χάρη στη μεγάλη ποικιλία της παράστασης που επιστρατεύει πολλά είδη πάντα με άξονα το τραγούδι, καθώς και χάρη στο πλήθος των συντελεστών. Θα παρουσιάσω εδώ τις εντυπώσεις μου από την Ταράτσα, δίνοντας κάποια έμφαση στα στοιχεία που ενδιαφέρουν εμένα και το ιστολόγιο.

Ο Δεληβοριάς μού αρέσει, τόσο ο ίδιος ως τραγουδοποιός όσο και το είδος που εκπροσωπεί. Ωστόσο, λίγα σχετικά από τα τραγούδια της παράστασης είναι δικά του. Αν δεν κάνω λάθος ακούστηκαν μόνο τα εξής:

Το εισαγωγικό τραγούδι, που λέγεται Η ταράτσα του Φοίβου, το Κάθε Σεπτέμβρη, σε ντουέτο, η Όμορφη πόρτα, μεταπλασμένο σε νούμερο, ο Μπάσταρδος γιος, ο Καθρέφτης, Εκείνη και, για το φινάλε, Η Κική κάθε βράδυ.

Πριν ακόμα ανέβουν οι μουσικοί στη σκηνή και ενώ το κοινό πηγαίνει προς τις θέσεις του, δίνει παραγγελίες κτλ. ανεβαίνει στη σκηνή ένας πολύ καλός μίμος-μάγος και άλλα πολλά ονόματι Alex de Paris. Aν είναι βέρος Παριζιάνος δεν το ξέρω, διότι δεν θυμάμαι να τον άκουσα να μιλάει καθόλου, αλλά είναι εξαιρετικός.

Η πρώτη ενότητα της παράστασης παίρνει έναυσμα από τα μεταγλωττισμένα τραγούδια, ξένες επιτυχίες με ελληνικό στίχο. Παίζεται ένα τέτοιο τραγούδι, που ξέχασα ποιο είναι, και μετά ο Φοίβος ενημερώνει το κοινό πως στις δεκαετίες 60-70 ήταν της μόδας αυτά τα μεταφρασμένα τραγούδια, αναφέροντας για παράδειγμα ότι ο Πάριος έκανε επιτυχία με το Τώρα πια που ήταν το γαλλικό Tu t’en vas με ελληνικό στίχο, ενώ η Αλέκα Κανελλίδου είπε το Πόσο γλυκά με σκοτώνεις, που είναι το πασίγνωστο Killing me softly, αλλά μετά, στη δεκαετία του 80, λέει ο Φοίβος, έμαθε ο κόσμος αγγλικά (πήραμε Λόουερ, είπε) κι έτσι σταμάτησε αυτή η μόδα. Δεν ξέρω αν ισχύει αυτή η εξήγηση, νομίζω πως ξένα τραγούδια εξακολούθησαν να διασκευάζονται -ακόμα κι από τον Σαββόπουλο στο Ξενοδοχείο.

Πάντως αυτή η εισαγωγή δίνει πάσα στον Φοίβο για να πει ότι θέλησε να αναστήσει αυτή την τάση μεταφράζοντας νεότερα διεθνή σουξέ, πράγμα που το κάνει δήθεν στο φτερό, σε ντουέτο με την Νατάσα Φασουλή, από το SexBomb και το Another one bites the dust ίσαμε το MammaMia των Abba, που δεν είναι και τόσο καινούργιο, και κάποια άλλα που δεν τα ήξερα ενώ η κόρη μου, που τα ήξερε, φάνηκε να το χαίρεται πειρισσότερο. Στο μεταξύ έχουν ανέβει κι άλλοι από τον θίασο πάνω στη σκηνή, και κάπου εκεί ακούμε και το Δώδεκα του Νίκου Καρβέλα/Άννας Βίσση μεταφρασμένο στα ιταλικά και τραγουδισμένο πειστικά: Dodici… (Αν δεν κάνω φρικτό λάθος, δεν πρόκειται για μετάφραση ξένου αλλά για σύνθεση του Καρβέλα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Θεατρικά, Παρωδίες, Παραστάσεις, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 258 Σχόλια »

Από μικρός στα γράμματα (Γιώργος Κοτζιούλας)

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2016

Καθώς αύριο ανοίγουν τα σχολεία, ταιριάζει θαρρώ το σημερινό μας λογοτέχνημα να αναφέρεται στα σχολικά χρόνια -και νομίζω πως επίσης ταιριάζει να βάλω ένα εκτενές απόσπασμα από την αρχή ενός παραγνωρισμένου έργου που το θεωρώ εξαιρετικά ενδιαφέρον αλλά και το αγαπώ πολύ: εννοώ το αυτοβιογραφικό αφήγημα «Από μικρός στα γράμματα», του αγαπημένου μου Γιώργου Κοτζιούλα, κι ας είναι η σημερινή δημοσίευση φόρος τιμής και για τα 60 χρόνια από τον πρόωρο θάνατό του, που είχαμε την επέτειό τους πριν από δώδεκα περίπου μέρες.

Ο Κοτζιούλας δεν ευτύχησε να δει τυπωμένο σε βιβλίο το «Από μικρός στα γράμματα». Το έγραψε το 1948 και ήθελε να το εκδώσει, αλλά τα τυπογραφικά ήταν πολλά για τα χρονίως στενεμένα οικονομικά του. Έτσι, τελικά, αφού οι προσπάθειες δεν ευδοκίμησαν, κατέληξε να το δημοσιεύσει σε 16 συνέχειες, στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία το 1953-54. Στη συνέχεια, το έργο συμπεριλήφθηκε στον Β’ τόμο των Απάντων του ποιητή (Δίφρος, 1957) που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Επίσης εκδόθηκε αυτοτελώς σε έκδοση Βαρσοβίας από και για τους πολιτικούς πρόσφυγες -έτσι εκπληρώθηκε η επιθυμία του ποιητή.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα αποσπάσματα από τις δύο πρώτες ενότητες του βιβλίου (που συνολικά αριθμεί εννέα ενότητες). Στο τέλος εξηγώ κάποιες λέξεις. Σας παροτρύνω να διαβάσετε ολόκληρο το αφήγημα, που υπάρχει στον παλιό μου ιστότοπο, σε πληκτρολόγηση και επιμέλεια της φίλης μας της Μαρίας.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟ

Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ’ τα πιο εύκολα, και μ’ έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πώς να γράφω. Καθώς ο ίδιος, παρ’ όλη τη λιγοστή μόρφωσή του, έγραφε προσεχτικά και κανονικά, μ’ έναν τύπο δικό του, ευανάγνωστο κι ελκυστικό, πήρα απ’ αυτόν τη συνήθεια του λεπτού και ωραίου γραψίματος, έτσι που με τον καιρό να γίνω σχεδόν καλλιγράφος και ν’ ακούσω γι’ αυτό όχι λίγους επαίνους στη ζωή μου. Μα για την καλλιγραφία του πολυσπουδαγμένου γιου ευθυνόταν ο λιγογράμματος πατέρας, με τις δυο ή τρεις τάξεις του δημοτικού.

Δε μάθαιναν πολλά γράμματα στον καιρό του∙ πολλοί μάλιστα, της ίδιας ηλικίας μ’ αυτόν, δεν ήξεραν ούτε να βάλουν την υπογραφή τους. Κι όταν τους πήραν αργότερα στο στρατιωτικό ή όποτε παρουσιάζονταν στο δικαστήριο, δήλωναν σαν το φυσικότερο πράμα: αγράμματος. Το καταλάβαιναν και μόνοι τους πως αυτό δεν ήταν σωστό, ίσως να ντρέπονταν κιόλας κατά βάθος, μα δε μπορούσαν πια να το διορθώσουν. Κι αν η αμορφωσιά τους έμοιαζε μ’ ένα είδος αναπηρία, ήταν πολλοί γύρω τους που έπασχαν από το ίδιο σακατλίκι. Στο κάτω κάτω παρηγοριόνταν μονάχοι τους λέγοντας: «Δε βαριέσαι! Σάματι θα γίνω γω παπάς ή γραμματικός;» Σ’ αυτές τις δύο κατηγορίες ήταν απαραίτητα τα γράμματα, οι άλλοι μπορούσαν να κάμουν και χωρίς αυτά.

Το ’ριχναν όξω λοιπόν επαναλαμβάνοντας διασκεδαστικά το εύθυμο στιχάκι, που το ξέραν ακόμα κι οι γυναίκες και το ’λεγαν σαν παροιμία ή σαν ξόρκι:

Άλφα βήτα
κόψι πίτα,
φάι κι ισύ,
δο μ΄κι μένα!

Ως εκεί έφταναν οι πνευματικές γνώσεις των περισσότερων, αντρών και γυναικών. Σε μερικούς είχε μείνει, σα μακρινή ανάμνηση παλιάς διδαχτικής μεθόδου, από τότε που τα μάθαιναν απόξω κι ανακατωτά, και το εξής μνημοτεχνικό, ένα είδος κινέζικα:

Άλφα – ω
βήτα – ψι
γάμα – χι…

Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα ’ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ’ εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαια γεωλογική καθίζηση, για να τυραννιούνται από γεννητάτη φτώχεια οι κάτοικοί του. Τα πρώτα γράμματα τα δίδασκαν οι παπάδες, σαν οικογενειακό τους προνόμιο, σα μυστικό του σιναφιού τους, στους γιους τους που θα κληρονομούσαν το επάγγελμα, στοιχεία απ’ το Χτωήχι και το Ψαλτήρι που τα ’χαν μάθει με κόπο κι οι ίδιοι, υπηρετώντας κανέναν καλόγερο κοντινού μοναστηριού. Ο πρώτος κοινοτικός δάσκαλος που ξέπεσε στα μέρη μας (τα χωριά μας δεν είχαν ξαγοραστεί ακόμα απ’ τον Αφέντη) ήταν κάποιος Τσαπαδόντης, που αξίζει να πούμε γι’ αυτόν μερικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , , | 214 Σχόλια »

Τασία Βενέτη, Πέντε μικροδιηγήματα του χιονιού

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2016

touxioniouΤο άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο επειδή τούτο το σαββατοκύριακο έχω… αγωνιστικές υποχρεώσεις.

Σκέφτηκα να βάλω κάτι λογοτεχνικό να διαβάσουμε και η φίλη μας η Μαρία είχε την ιδέα να προτείνει και την καλή διάθεση να πληκτρολογήσει πέντε σύντομα διηγήματα από τη συλλογή «Του χιονιού» της Τασίας Βενέτη που εκδόθηκε το 2013 από τον φιλικό εκδοτικο οίκο «Το Ροδακιό».

Η συλλογή «Του χιονιού» έχει έντονο ηπειρώτικο χρώμα. Τα διηγήματα έχουν και λεξιλογικό ενδιαφέρον αφού βρίσκουμε αρκετές λέξεις της ηπειρώτικης ντοπιολαλιάς -γι’ αυτό στο τέλος εξηγώ όσες δεν θα βρείτε στα σύγχρονα λεξικά. Κάποιες από αυτές τις επισημαίνει και το Γλωσσάρι που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου.

Τα διηγήματα που διάλεξε η Μαρία να μας παρουσιάσει είναι σύντομα, αν και στο βιβλίο υπάρχουν και άλλα πιο εκτενή. Νομίζω ότι και τα πέντε ικανοποιούν τις προδιαγραφές για να χαρακτηριστούν «ιστορίες μπονζάι», όπως ονομάζει τα μικροδιηγήματα ο φίλος Γιάννης Πατίλης, που έχει ασχοληθεί πολύ με το είδος και έχει ιστολόγιο με τέτοιες ιστορίες. Αλλά δεν βλέπω να ανθολογεί ιστορίες της Τασίας Βενέτη.

Ας δούμε τα διηγήματα

Τασία Βενέτη, Του χιονιού, Το Ροδακιό 2013

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 110 Σχόλια »

Τα λαζαρούδια (Χρονογράφημα του Γ. Κοτζιούλα)

Posted by sarant στο 31 Ιανουαρίου, 2016

Πριν από 15 μέρες που παρουσίασα το βιβλίο της Αθηνάς Βογιατζόγλου «Ποίηση και πολεμική«, που είναι μια βιογραφία του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, έγινε συζήτηση για τα Λαζαρούδια, ένα έθιμο ζωντανό στην Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία, ένα είδος πασχαλινά κάλαντα, που τα λένε τα παιδιά το Σάββατο του Λαζάρου, το βράδυ όμως.

Αφορμή για τη συζήτηση στάθηκε ένα απόσπασμα του Κοτζιούλα στο οποιο λέει για τους πρώτους αντάρτες που φάνηκαν στο χωριό του, την πρωτοχρονιά του 1943: » Καὶ πέρασαν ἀπὸ μαχαλὰ σὲ μαχαλὰ σὰν τὰ «Λαζαρούδια», μόνο ποὺ δὲν τραγουδοῦσαν, δὲν ἔλεγαν τὰ πάθια τοῦ νεκροῦ, μὰ κήρυχναν ἀνάσταση γιὰ τὶς πεθαμένες ψυχές μας».

Η φίλη Σωτηρία Μελετίου, που έχει επιμεληθεί αρκετές πρόσφατες εκδόσεις κειμένων του Κοτζιούλα, μού γνωστοποίησε ότι, πέρα από αυτή τη σύντομη αναφορά, ο Κοτζιούλας έχει γράψει και ένα διήγημα για τα Λαζαρούδια, όπως και ένα χρονογράφημα στο οποίο περιγράφει με λεπτομέρειες το έθιμο, χρονογράφημα που είχε την καλοσύνη να μου στείλει. 

Στην αρχή σκεφτόμουν να το παρουσίαζα κοντά στο Πάσχα, όμως επειδή θέλουμε ακόμα τρεις μήνες και είναι πολύ πιθανό να το ξεχάσω αποφάσισα τελικά να το βάλω σήμερα, ως επιστέγασμα, ας πούμε, της συζήτησης που είχε γίνει στο περιθώριο του προηγούμενου άρθρου.

Το χρονογράφημα έχει ημερομηνία 6 Απριλίου 1955. Εκσυγχρονίζω την ορθογραφία.

ΤΑ ΛΑΖΑΡΟΥΔΙΑ

Μεθαύριο το Σάββατο έχουμε του Λαζάρου. Τον λέει και φτωχολάζαρο ο λαός μας, μ’ έναν τόνο ξεχωριστής συμπάθειας και στοργής. Είναι ο ταπεινός φίλος που αξιώθηκε ν’ ακούσει απ’ το στόμα του Χριστού, μες στη νύχτα του τάφου του «ζωντανός, σαβανωμένος –και με το κερί ζωσμένος», το χαρμόσυνο λόγο του, το αναστάσιμο μήνυμα:

Δεύρο έξω, Λάζαρέ μου,
φίλε και αγαπητέ μου!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λαογραφία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 98 Σχόλια »

Ντιάλιθ’ ιμ Χριστάκη

Posted by sarant στο 30 Νοέμβριος, 2014

Δημοσιεύω σήμερα ένα σύντομο, σπαραχτικό διήγημα που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον, το «Ντιάλιθ’ ιμ Χριστάκη», από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του Θεσπρωτού συγγραφέα Σωτήρη Δημητρίου (1955-). Πρόκειται για την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Δημητρίου (1987) και, αν δεν κάνω λάθος, το βιβλίο είναι σήμερα εξαντλημένο.

Η φίλη Μαρία, που πληκτρολόγησε το διήγημα, έψαξε επίσης και βρήκε πώς αποδίδονται μερικές φράσεις και τραγούδια που είναι στα αλβανικά (ή ανακατεμένα με ελληνικά) -νομίζω μόνο μια λέξη μάς λείπει.

Ζάντζες, ηπειρώτικη λέξη, είναι ιδιοτροπίες, νάζια, καμώματα.
Τσάκινο είναι το λεπτό ξυλαράκι.

Ντιάλιθ’ ιμ Χριστάκη

Από ’να πείσμα την πήρε.

Δεν τον πολυένοιαζε, μα πέσαν να τον φάνε οι δικοί του.

«Καλά, το ’χασες τελείως; Να μπάσουμε σπίτι μας την Αρβανίτω, την τέτοια, την πάντοια;»

Ιδίως οι αδερφές του ήταν κατηγορηματικές:

«Σπίτι μας δεν μπαίνει η παλιοσκιπιτάρ».

Βέβαια, πιο πολύ απ’ τη φυλετική της ιδιότητα τις πείραζε που, όταν έμπαινε στο φούρνο τους, σαν κάτι να ομόρφαινε.

Σε φούρνο λοιπόν τη γνώρισε.

Γερή, νοστιμούλα – ε, θεόφτωχη ήταν μα τα ’χε περασμένα κι αυτός τα τριάντα πέντε.

Δεν μπήκε σε οικογένεια η κοπέλα, μπήκε σε φιδοφωλιά. Μούτρα, μισόλογα, ξεθέωμα στις δουλειές, κι ο άντρας έκανε το πείσμα αδιαφορία. Βολεύτηκε. Τέρμα.

«Και να τ’ αφήσεις αυτά τα μιρ και τα μιρ. Δεν είναι Αρβανιτιά εδώ. Μπήκες σε σπίτι ρύζι καρολίνα. Τ’ άκουσες; Σε κάναμε άνθρωπο.»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , | 145 Σχόλια »

Θρηνητικό τραγούδι για τον ταχυδρόμο που χάθηκε στις στράτες

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2014

kotzekswΚυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες ένα ξεχωριστό βιβλίο, η συλλογή πεζογραφημάτων «Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα» του Γιώργου Κοτζιούλα, που όπως θα ξέρουν αρκετοί είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Ο Κοτζιούλας βέβαια κυρίως σαν ποιητής είναι γνωστός, αλλά στην πραγματικότητα άσκησε με επιτυχία και αφοσίωση όλα σχεδόν τα είδη του λόγου: εκτός από ποιήματα, έγραψε διηγήματα και εκτενέστερα πεζογραφήματα (ο δεύτερος τόμος των Απάντων του, που επανεκδόθηκε πρόσφατα, είναι αφιερωμένος στα πεζά του),  μεταφράσεις πεζές και ποιητικές, θέατρο (είναι άλλωστε ο δημιουργός της Λαϊκής σκηνής, ενός μοναδικού αντάρτικου θιάσου στα βουνά της Πίνδου το 1944), χρονογράφημα, δοκίμια και κριτικές. Το μεγαλύτερο μέρος από το έργο του παραμένει ανέκδοτο.

Το βιβλίο το χαρακτήρισα ξεχωριστό, όχι μόνο επειδή είναι το πρώτο νέο βιβλίο με έργα του Κοτζιούλα που εκδίδεται εδώ και πολύ καιρό (τα Άπαντα αποτελούν επανέκδοση), αλλά επίσης επειδή εκδόθηκε χάρη στη χορηγία ενός συγχωριανού και συγγενή του Κοτζιούλα, του Κώστα Αθανασούλα. Επίσης, δεν θα το βρείτε στο εμπόριο, αφού αυτή η πρώτη έκδοση διακινείται μόνο χαριστικά. Εγώ το πήρα από τον Κώστα Κοτζιούλα, τον γιο του ποιητή, ο οποίος συγκέντρωσε το υλικό και είχε την επιμέλεια μαζί με τη σύζυγό του Σωτηρία Μελετίου.

Το εξώφυλλο κοσμείται από σχέδιο του Αλ. Φασιανού, ο οποίος, όπως έχω ακούσει, θα εκδώσει και βιβλίο με σχέδια δικά του και ποιήματα του Κοτζιούλα. Επίσης, στο βιβλίο υπάρχουν και αρκετές θαυμάσιες παλιές (και ανέκδοτες ως σήμερα) φωτογραφίες του Κοτζιούλα, είτε με τους δικούς του ανθρώπους είτε με φίλους ή λογοτέχνες. Υπάρχει βέβαια στο τέλος και γλωσσάρι, που είναι απαραίτητο για ένα έργο με τόσο έντονο το ιδιωματικό στοιχείο.

Όπως υπονοεί και  ο τίτλος, κεντρική θέση στο έργο κατέχει το πεζογράφημα Πικρή ζωή, μια αυτοβιογραφική νουβέλα που εκτείνεται σε περισσότερες από 100 σελίδες. Πρόκειται για ένα πολύ αξιόλογο κείμενο, γραμμένο από τον Κοτζιούλα το 1941, λίγο πριν αφήσει την Αθήνα για να επιστρέψει στη γενέτειρά του, που θυμίζει άλλα αυτοβιογραφικά του, όπως το έξοχο «Από μικρός στα γράμματα». Εκτενείς είναι και οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις «Περιδιαβάζοντας στο Άγιον Όρος», που είχαν δημοσιευτεί το 1939 στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα». Τα υπόλοιπα 27 κείμενα του τόμου είναι μάλλον σύντομα. Περίπου τα μισά είναι ανέκδοτα, ενώ τα υπόλοιπα είχαν εκδοθεί σε περιοδικά που είναι δυσεύρετα σήμερα, κι έτσι είναι ουσιαστικά άγνωστα για τον σημερινό αναγνώστη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 70 Σχόλια »

Γιώργος Κοτζιούλας, Ημερολόγια Κατοχής: Η επιστροφή

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2013

kotzimerΤο φθινόπωρο του 1941, ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας, για να σωθεί από την πείνα που όλοι έβλεπαν να έρχεται στην Αθήνα, παίρνει τη σωτήρια όσο και προφανή απόφαση να επιστρέψει στη γενέτειρά του, την Πλατανούσα, χωριό των Τζουμέρκων στην Ήπειρο. Καθώς όλα αυτά τα χρόνια ζούσε στην πρωτεύουσα ανάμεσα στην ανέχεια και στην αρρώστια (ήταν φυματικός), είχε οχτώ χρόνια να επισκεφτεί το χωριό του και να δει τους γονείς του. Τώρα όμως η απόφαση ήταν εύκολη, αφού στην Αθήνα της Κατοχής οι προοπτικές επιβίωσης ενός μεροκαματιάρη γραφιά (και μάλιστα φιλάσθενου) θα ήταν ζοφερές. Έτσι, τον Νοέμβριο του 1941 γυρίζει στην Πλατανούσα, όπου θα περάσει τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, ίσαμε να προσχωρήσει στους αντάρτες του Άρη και να δημιουργήσει το περίφημο Θέατρο του Βουνού.

Με το που φτάνει ο Κοτζιούλας στο χωριό του, αρχίζει να κρατάει ημερολόγιο, πάνω στις άγραφες σελίδες του ημερολογίου που είχε τυπώσει κάποια φαρμακευτική εταιρεία ίσως, και που το είχε για σημειωματάριο (αριστερά βλέπετε την πρώτη σελίδα του κειμένου). Οι καταγραφές του είναι πολύ λεπτομερειακές: για τους δυόμισι μήνες από τις 26.11.1941 έως τις 11.2.1942 (εκεί σταματάει το ημερολόγιο) το κείμενο φτάνει τις 190 χειρόγραφες σελίδες, πυκνογραμμένες με τα μικρούτσικα αλλά ευκολοδιάβαστα γράμματά του, ή αλλιως κάπου 40.000 λέξεις. Υπάρχουν και άλλα κατοχικά ημερολόγια του Κοτζιούλα, αλλά από το 1944, όταν πια βρισκόταν με τους αντάρτες. Όλα μαζί τα ημερολόγια βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου τα εμπιστεύθηκε ο γιος του ποιητή, Κώστας Κοτζιούλας, και έχω αναλάβει να τα εκδώσω, μια δουλειά που προχωράει -αν και αποδείχτηκε πιο δύσκολη απ’ όσο λογάριαζα. Πέρυσι είχα ζητήσει εθελοντές για την πληκτρολόγηση των ημερολογίων, κάτι που έγινε με μεγάλη επιτυχία, ενώ αργότερα με μια ολιγομελή ομάδα φίλων προσπαθήσαμε, με αρκετή επιτυχία, να «αποκρυπτογραφήσουμε» μερικές πολύ φθαρμένες, άρα δυσανάγνωστες, σελίδες. Περιττό να πω είναι ότι ευγνωμονώ και τους μεν και τους δε, που βοήθησαν σημαντικά να προχωρήσει το έργο.

Θα έλεγε κανείς ότι από τη στιγμή που υπάρχει το κείμενο πληκτρολογημένο, έχει τελειώσει και η δουλειά, αλλά δεν είναι έτσι: πέρα από την αντιπαραβολή και τις διορθώσεις χρειάζεται και υπομνηματισμός του κειμένου -και ειδικά στην περίπτωση του Κοτζιούλα το ημερολόγιο πρέπει να συσχετιστεί αφενός με τα ποιήματα που έγραψε ο ποιητής την ίδια περίοδο και αφετέρου με τις επιστολές που έστελνε σε φίλους του. Μερικές φορές τυχαίνει το ίδιο γεγονός που καταγράφεται στο ημερολόγιο, να θίγεται επίσης σε κάποιο ποίημα, διότι ο Κοτζιούλας συνεχώς αυτοβιογραφούνταν, ή σε μια επιστολή προς φίλο, αλλά εξετάζεται με τρόπο διαφορετικό. Στο ημερολόγιο, ο Κοτζιούλας περιγράφει κυρίως τους άλλους, τα δικά του συναισθήματα τα εκφράζει στα ποιήματά του, ενώ στην αλληλογραφία του κάνει μια ανακεφαλαίωση και βγάζει συμπεράσματα από μεγαλύτερη απόσταση.

Και όσοι δεν ζήσαμε την Κατοχή, ξέρουμε ότι δεν χτύπησε το ίδιο την επαρχία όσο και τα αστικά κέντρα, και πρώτα απ’ όλα την Αθήνα. Η πρωτεύουσα χτυπήθηκε πολύ περισσότερο από την πείνα, και μάλιστα αμέσως, τον πρώτο φριχτό χειμώνα του 1941. Στην επαρχία τα τρόφιμα βρίσκονταν πολύ πιο εύκολα. Φτωχό χωριό η Πλατανούσα ακόμα και με τα μέτρα της φτωχής Ηπείρου, αλλά η κατάσταση ήταν ασύγκριτα καλύτερη απ’ ό,τι στην Αθήνα, ιδίως για κάποιον όπως ο Κοτζιούλας που και πριν από την Κατοχή δεν χόρταινε την πείνα του. Και στην αρχή λίγα πράγματα είχαν αλλάξει σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την Κατοχή, εκτός από την εξάρθρωση του κρατικού μηχανισμού -που έδινε στους κατοίκους των χωριών μεγαλύτερη άνεση π.χ. να κόβουν ξύλα από το δάσος χωρίς το φόβο του δασοφύλακα. Άλλωστε, οι καταχτητές (Ιταλοί στην περίπτωση της Άρτας) δεν πατούσαν στα μακρινά χωριά. Χαρακτηριστικό είναι ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο του Κοτζιούλα, όπου καταγράφεται ένας διάλογος της μητέρας του με μια γειτόνισσα, που είχε πάει στη Φιλιππιάδα, όπου είδε και Ιταλούς:

—        Τι σκέδιο ανθρώποι είναι; τη ρωτάει η μητέρα.
—          Γιά, σαν εμάς τους χριστιανούς, το ίδιο.  Ένας κιόλας έπλενε τα σκουτιά του στο Λούρο. Τα ’χε βγάλει και τα σαπούνιζε μοναχός του…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Ημερολόγια, Κατοχή, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 75 Σχόλια »

Το μπουχαρί μας βάζει σε μπελάδες

Posted by sarant στο 9 Ιουνίου, 2011

Κανονικά δεν είχα σκοπό να ανεβάσω άρθρο σήμερα, αλλά έπεσα πάνω σ’ ένα μπουχαρί και θέλω να σας ρωτήσω δυο πράγματα και να σας πω μερικά άλλα, οπότε σας φορτώνομαι. Οι απορίες που έχω είναι στο τέλος.

Η λέξη «μπουχαρί» δεν υπάρχει σχεδόν σε κανένα λεξικό. Δεν υπάρχει στον Μπαμπινιώτη, δεν υπάρχει στο ΛΚΝ, δεν υπάρχει στο Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη, δεν υπάρχει στο λεξικό του Παπύρου  (τάχαμου όλης της ελληνικής), δεν υπάρχει στο Λεξικό του Δημητράκου το πολύτομο (ξανατάχαμου όλης της ελληνικής, που έχει όποια απίθανα άπαξ λεγόμενα  κατέγραψε ο Ησύχιος αλλά στα νεοελληνικά σφυρίζει αδιάφορα). Ωστόσο, αν γκουγκλίσετε, θα προσανατολιστείτε περίπου τι είναι.

Μπουχαρί είναι η καμινάδα. Συχνά, είναι ειδικώς η πετρόχτιστη καμινάδα,  όπως στη φωτογραφία, που τη βρήκα σ’ αυτό το ζαγορίσιο μπλογκ, σε άρθρο με τον ωραίο τίτλο «Η τέχνη του μάστορα στο μπουχαρί φαίνεται». Όπως βρήκα, είναι λέξη κυρίως της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, αλλά και της υπόλοιπης βόρειας Ελλάδας, Μακεδονίας και Θράκης, ενώ υπάρχει και στη Λέσβο. Σε πολλά μέρη, ας πούμε στο Πήλιο, το λένε επίσης «ο μπουχαρής», που κάπως με παραξενεύει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Απορίες, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 205 Σχόλια »

Ένα περίεργο άγνωστο κείμενο για τον Γιώργο Κοτζιούλα

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2010

Λυπάμαι, αλλά σήμερα θα σας παρουσιάσω ένα εντελώς ανεπίκαιρο άρθρο. Σαββατοκύριακο άλλωστε είναι, έχουμε τράτο να διαβάσουμε και κάτι όχι άμεσα επίκαιρο. Για μένα βέβαια είναι, κατά κάποιον τρόπο, επίκαιρο, διότι το ανακάλυψα πρόσφατα. (Για μερικούς συγγραφείς, όπως είναι ο Ν. Λαπαθιώτης ή ο Γ. Κοτζιούλας ή ο Άβλιχος, έχω συνεχώς τις κεραίες μου ανοιχτές και όποιο κείμενο δικό τους βρω ή αναφορά σ΄αυτούς, το καταγράφω). Λοιπόν, στο βραχύβιο περιοδικό Πυρσός του 1928 (έβγαλε τρία τεύχη, μετά μετονομάστηκε σε Νέοι), διαφορέτικό από τον Πυρσό του 1917, βρήκα ένα άγνωστο κείμενο για τον Γιώργο Κοτζιούλα, γραμμένο από τον Χαρίλαο Παπαντωνίου. Ένα υμνητικό κείμενο, περίεργο όμως.

Ο Κοτζιούλας την εποχή εκείνη είναι 19 χρονώ, φοιτητής στη Φιλοσοφική, πάμφτωχος. Για να συντηρηθεί στην Αθήνα κάνει «παραδόσεις» (ιδιαίτερα θα λέγαμε σήμερα). Αργότερα θα πιάσει δουλειά διορθωτή σε περιοδικά και από τις στερήσεις και την κόπωση θα γίνει φυματικός. Παρόλο που είναι τόσο νέος, έχει ήδη στο ενεργητικό του κάμποσες δημοσιεύσεις, τόσο σε έντυπα της Ηπείρου όσο και σε αθηναϊκά (στο Μπουκέτο έχω βρει ποιητικές μεταφράσεις του δημοσιευμένες ήδη το 1925, όταν ήταν 16χρονος, προφανώς σταλμένες από την Άρτα ταχυδρομικώς).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κείμενα, Λογοτεχνία, Μικροφιλολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 10 Σχόλια »