Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αίγινα’

Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου (1929-2011)

Posted by sarant στο 17 Δεκέμβριος, 2015

Σήμερα συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από τη μέρα που χάσαμε τον πατέρα μου, τον Δημήτρη Σαραντάκο. Παρόλο που τον θυμόμαστε διαρκώς στο ιστολόγιο, αφού κάθε δεύτερη Τρίτη βάζω σε συνέχειες ένα κομμάτι από κάποιο βιβλίο του, αισθάνθηκα την ανάγκη να τιμήσω σήμερα τη μνήμη του, όχι γράφοντας κάποιο καινούργιο κείμενο -δεν είμαι έτοιμος, ας πούμε- αλλά αναδημοσιεύοντας το μεγαλύτερο μέρος από τη νεκρολογία που είχα γράψει την επόμενη μέρα από τον θάνατό του. Το σημερινό άρθρο έχει αρκετές ομοιότητες με το αυριανό, και δεν αποκλείεται το αυριανό να με παρακίνησε για το σημερινό. Επίσης, συμπληρώνω τη νεκρολογία με ένα επεισόδιο από τη ζωή του πατέρα μου που το έμαθα πρόσφατα από έναν φίλο του, με τον οποίο βρέθηκα χάρη στο Διαδίκτυο.

Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011)

mimis_jpeg_χχsmallΟ πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, Μίμης για τους κοντινούς του, έφυγε από κοντά μας εντελώς ξαφνικά, χτες, 17 Δεκεμβρίου 2011.

Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, στις 8 Ιανουαρίου 1929, μοναδικό παιδί του Νίκου Σαραντάκου, μανιάτη τραπεζικού υπαλλήλου με έφεση στην ποίηση, τον ραδιοερασιτεχνισμό και τη χημεία, και της Ελένης Μυρογιάννη, ντόπιας δασκάλας και ποιήτριας. Τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο στη Μυτιλήνη. Συμμετείχε στην εθνική αντίσταση ως επονίτης -ο πατέρας του ο Νίκος ήταν άλλωστε στέλεχος του ΕΑΜ. Για τα μαθητικά του χρόνια έχει γράψει στο βιβλίο του «Μαθητές και δάσκαλοι«, ενώ μια αφήγηση με αναμνήσεις από την Κατοχή υπάρχει εδώ.

Ο παππούς μου είχε την τύχη να τον κυνηγήσει το μεταπελευθερωτικό κράτος πολύ νωρίς κι έτσι αθωώθηκε στη στημένη δίκη για «στάση», διότι τα δικαστήρια κρατούσαν ακόμη κάποια προσχήματα. Όμως, απολύθηκε από την τράπεζα και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως και τόσοι κυνηγημένοι αριστεροί. Εκεί, για κάμποσα χρόνια έβγαζε το ψωμί της οικογένειας φτιάχνοντας πορσελάνινα κουκλάκια. Ο Δημήτρης Σαραντάκος πέρασε στην Ιατρική, αλλά την εγκατέλειψε στο πρώτο έτος λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Ξαναέδωσε εξετάσεις και πέρασε χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ. Το 1953 πήρε το πτυχίο του και μετά τη στρατιωτική του θητεία δούλεψε στην τεχνική εκπαίδευση, σε χημικές βιοτεχνίες, αργότερα υπάλληλος στον ΕΟΤ (της εποχής του Μον Παρνές, αρχές δεκαετίας 1960) και από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ελεύθερος επαγγελματίας με μια μικρή εταιρεία μονωτικών και στεγανωτικών υλικών, την ΤΕΜΣΑ (χαριτολογώντας λέγαμε ότι σημαίνει Τεχνική Εταιρεία Μίμης Σαραντάκος – Αλέκος, αλλά φυσικά δεν ήταν αυτή η σημασία, κι άλλωστε o συνεταιρισμός με τον Αλέκο χάλασε νωρίς).  Το 1958 παντρεύτηκε την Αγγελική (Κική) Πρωτονοταρίου από την Αίγινα. Έκαναν τρία παιδιά, τον Νίκο (εγώ είμαι αυτός), την Λένα και την Έφη και είχε την τύχη να χαρεί πέντε εγγόνια. Ένα εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενό του, απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» μπορείτε να διαβάσετε εδώ. [Τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» έχουν επίσης παρουσιαστεί από το ιστολόγιο]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Προσωπικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 61 Σχόλια »

Πεζοπορία, ένα χόμπι

Posted by sarant στο 2 Δεκέμβριος, 2015

Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, χόμπι είναι ερασιτεχνική απασχόληση για να περνούμε τις ελεύθερες ώρες μας: H κηπουρική / το ψάρεμα / τα μαστορέματα / τα γραμματόσημα είναι το χόμπι του.

Η λέξη είναι δάνειο από τα αγγλικά (hobby) και στα ελληνικά είναι άκλιτη, παρόλο που προσαρμόζεται καλά στο τυπικό της ελληνικής -αν είχε εισαχθεί νωρίτερα στη γλώσσα, ιδίως αν είχε τριφτεί στη λαϊκή χρήση, μπορεί και να κλινόταν (τα χόμπια, ας πούμε), αλλά με το «αν» δεν θα χτίσουμε ανώγια και κατώγια: είναι λέξη άκλιτη λοιπόν.

Αρκετοί από τους παλιότερους θα τη γράφουν χόμπυ, ενώ οι νεότεροι υποθέτω (ας επιβεβαιώσουν) θα προτιμούν την απλή γραφή, χόμπι, που είναι και σύμφωνη με τον ορθογραφικό κανόνα που ορίζει ότι τις δάνειες λέξεις τις γράφουμε όσο το δυνατόν απλούστερα. Φοβάμαι ότι κάποιοι θα γράφουν και hobby, που το βρίσκω εντελώς άτοπο, τουλάχιστον αν γράφουμε ελληνικά.

Η ετυμολογία της αγγλικής λέξης είναι ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία, πρόκειται για σύντμηση της λ. hobbyhorse, που δήλωνε μια φιγούρα αλόγου, από ψάθα φτιαγμένο, που το φορούσε κάποιος στους λαϊκούς χορούς και τα πανηγύρια του Μεσαίωνα στην Αγγλία, όπως εμείς είχαμε τις Απόκριες την γκαμήλα. Στη συνέχεια, hobbyhorse ονομάστηκαν τα παιδικά παιχνίδια που τα λέμε «αλογατάκια», καθώς και τα αλογάκια στα καρουσέλ, οπότε τελικά από τη σημασία «παιχνίδι» η λέξη έφτασε να σημαίνει την ερασιτεχνική ενασχόληση (του ενήλικου) που γίνεται για ψυχαγωγία -το OED δίνει φράση από το 1676: Almost every person hath some hobby horse or other wherein he prides himself, και τελικά το horse εξέπεσε και έμεινε το hobby.

Αυτό το hobby είναι όνομα που δινόταν στα άλογα που έσερναν αμάξια Hobin και Hobby, παραλλαγή του Robbie, δηλαδή του Robert. Αυτά με την ετυμολογία της λέξης.

Ποιες ενασχολήσεις όμως συνιστούν χόμπι; Αν και δεν είναι ευαγγέλιο, να ξαναδούμε τα παραδείγματα του λεξικού: κηπουρική – ψάρεμα – μαστορέματα – γραμματόσημα. Ο Μπαμπινιώτης, στα δικά του παραδείγματα, προσθέτει τη συλλογή νομισμάτων. Το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας έχει περισσότερα παραδείγματα, π.χ. μοντελισμό, ορειβασία αλλά και αθλητισμό.

Είναι χόμπι το διάβασμα; Θα έλεγα όχι, αλλά δεν μπορώ να το αιτιολογήσω πειστικά, είναι όμως η αίσθηση που έχω. Παρόλο που διαβάζω πολύ και επί πολλά χρόνια, το διάβασμα δεν το θεωρώ χόμπι, ούτε και το γράψιμο, ούτε την ενασχόληση με τη γλώσσα και με τις γλώσσες -στο κάτω κάτω, μερικοί από αυτά βιοποριζόμαστε. Είναι ο (ερασιτεχνικός) αθλητισμός; Πιθανώς, αλλά για τους τριαντάρηδες και πάνω. Για έναν έφηβο, είναι αθλητισμός. Είναι η μουσική; Θα έλεγα όχι το να ακούς, ναι το να παίζεις ή να κάνεις συλλογή μουσικών οργάνων. Βέβαια, αυτές είναι δικές μου κατηγοριοποιήσεις, ο καθένας αυτά τα πράγματα τα καταλαβαίνει αλλιώς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Προσωπικά, Περιαυτομπλογκίες, Χόμπι | Με ετικέτα: , , , | 177 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Ο μεγάλος έρωτας του γιου του

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή και είναι η έκτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα. Τα γεγονότα της σημερινής συνέχειας τα έχουμε ξαναδεί, αλλά από άλλη οπτική γωνία, όταν δημοσίευα αποσπάσματα από τα Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια, το αυτοβιογραφικό αφήγημα του πατέρα μου.

mimis_jpeg_χχsmallΠαρά την εισαγωγή του Γρηγόρη στην οικογένεια, ο γιος του ποιητή δε θέλησε να μάθει να οδηγεί. Μόλο που στην εύθυμη διάθεση, το χιούμορ, την πολυμέρεια, την τεράστια μνήμη και την αντοχή του στο κρασί έμοιαζε πολύ στον πατέρα του, διέφερε απ’ αυτόν σε πολλά σημεία. Δεν κάπνιζε, δεν τα κατάφερνε με τις μηχανές, δεν «πιάναν τα χέρια του», δεν έγραφε ποιήματα. Αντίθετα του άρεσε η συμφωνική μουσική, που τον πατέρα του δε συγκινούσε καθόλου, έπαιζε φυσαρμόνικα και κουτσοζωγράφιζε, ικανότητες που εκείνος δεν είχε.

Το καλοκαίρι του 52, ύστερα από μια πολυήμερη εκδρομή στην Αίγινα, ο γιος τους γύρισε ερωτευμένος ως τα μπούνια. Κι’ άλλες φορές είχε ερωτευθεί με τη συνηθισμένη σ’ αυτή την ηλικία ορμή, αυτή τη φορά όμως φάνηκε από την αρχή πως τα πράγματα ήταν σοβαρά, πρώτα πρώτα γιατί τους ενημέρωσε αμέσως για τη νέα γνωριμία του, ύστερα γιατί από την επομένη άρχισε ακατάσχετη αλληλογραφία και τέλος γιατί σχεδόν κάθε Σάββατο έκανε σύντομα ταξίδια στην Αίγινα, που συνεχίστηκαν κι όταν ξανάρχισαν τα μαθήματα στο Πολυτεχνείο κι όταν χειμώνιασε για καλά. Από τα ταξίδια αυτά ο νεαρός επέστρεφε ακόμα πιο ερωτευμένος και κατά κανόνα πουντιασμένος. Με χαρά ο Νίκος κι η Ελένη μάθανε πως η εκλεκτή της καρδιάς του γιού τους έγραφε ωραία ποιήματα και επί πλέον σκόπευε μόλις τέλειωνε το γυμνάσιο, να σπουδάσει χημικός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , | 65 Σχόλια »

Τα ποιήματα της μητέρας μου

Posted by sarant στο 12 Οκτώβριος, 2014

Θα μου συγχωρέσετε σήμερα τον προσωπικό τόνο: το κυριακάτικο φιλολογικό μας άρθρο θέλω να το αφιερώσω στη μητέρα μου, την Αγγελική Πρωτονοταρίου-Σαραντάκου, και τα ποιήματά της -ίσως μάλιστα θάπρεπε από καιρό να το έχω κάνει. Η αφορμή είναι τα προχτεσινά της στρογγυλά γενέθλια. Την ανάρτηση δεν την έβαλα προχτές, αφενός επειδή τη μέρα εκείνη της είχε αφιερώσει άρθρο η αδελφή μου στο δικό της ιστολόγιο, και αφετέρου διότι και σήμερα είναι μια σημαντική επέτειος στη ζωή της μητέρας μου, αφού σαν σήμερα συνέβη το «αμάρτημα της μητρός μου», που θα έλεγε ο Βιζυηνός.

Στις 12 Οκτωβρίου 1955, επέτειο ξεχασμένη της απελευθέρωσης της Αθήνας, σε πολιτικό κλίμα βαρύ μετά τα σεπτεμβριανά και εξεγερσιακό εξαιτίας του Κυπριακού, η μητέρα μου με άλλη συμφοιτήτριά της, μέλη της παράνομης ΕΠΟΝ, πέταξαν προκηρύξεις στο κέντρο της Αθήνας. Σύλληψη, Μπουμπουλίνας, προφυλάκιση στις φυλακές Αβέρωφ, παραπομπή σε δίκη με τον 509. Ευτυχώς, ίσως επειδή η δίκη έγινε σε προεκλογική περίοδο, η μητέρα μου απηλλάγη λόγω αμφιβολιών (ήταν οι εκλογές του Φεβρουαρίου 1956, στις οποίες η ΕΔΑ είχε συνεργαστεί με τα κεντρώα και φιλελεύθερα κόμματα στην Δημοκρατική Ένωση, που πρώτευσε σε ψήφους αλλά υστέρησε σε έδρες λόγω του ιδιόρρυθμου, ‘τριφασικού’, εκλογικού συστήματος). Έτσι, από την περιπέτεια έμεινε η τρίμηνη προφυλάκιση και βέβαια το ισόβιο φακέλωμα -που έμελλε αργότερα να οδηγήσει στην απόλυση επί δικτατορίας.

Η μητέρα μου έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Του έρωτα και του αγώνα (1986), Με την άμπωτη (1989), Εφεδρείες (1994).

Διαλέγω μερικά ποιήματα.

Οι δυο βάρδιες, που, όπως το διατυπώνει εύστοχα η Λένα, περιγράφει πολύ εύστοχα τις γυναίκες της γενιάς της, τις πρώτες επιστημόνισσες που έπρεπε να εφεύρουν, πρώτες εκείνες, μέσα τους και γύρω τους εκείνη την περίφημη ισορροπία μεταξύ της προσωπικής ζωής, της δουλειάς τους, της οικογένειάς τους.
Πιο συχνά, εκείνο που θυσίαζαν ήταν βέβαια η προσωπική τους ζωή…

mama1Οι δυο βάρδιες

Είν’ η ζωή σου εναλλαγή σε δυο οχτάωρα·
κάθε πρωί στο εργαστήριο
μέσα στην άσπρη σου ποδιά, μέσ’ το βενζόλιο και τον αιθέρα.
Δουλειά κι αγώνας και μοναδική σου καταξίωση
έτσι που στάθηκες ορθή μπροστά στον πάγκο σου
και στ’ ανοιχτό βιβλίο.

Το μεσημέρι αλλάζεις σκηνικό:
φοράς τη ρόμπα του σπιτιού κι αρχίζεις
κι από πού να πιάσεις;
Πρέπει να βρούνε φαγητό, σαν θα’ρθουνε
κι ένα χαμόγελό σου να τους περιμένει.

Το εξηνταεννιά σού το΄χαν πει και στην Ασφάλεια:– Και τι μας νοιάζει εμάς, το Κράτος δηλαδή,
αν για το γούστο ή το κόμμα σου,
σκάρωσες ένα τσούρμο κουκουέδες;
Και για τη «δράση» σου γυρεύεις αναγνώριση;
«Κοινωνική Αποστολή», μας λες, «Κοινωνική ευθύνη».
Δικιά σου η απόφαση και η ευθύνη!

(Η μητέρα μου, γεννημένη στην Αίγινα, σπούδασε Χημικός και στη δικτατορία απολύθηκε από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο όπου δούλευε. Έκανε λοιπόν μικροβιολογικές αναλύσεις στο σπίτι, σε ένα αυτοσχέδιο εργαστήριο στην ταράτσα, κι ύστερα έπιασε δουλειά σε μια ιδιωτική κλινική. Το 1975 επανήλθε στο Αρεταίειο και ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα μέχρι τη συνταξιοδότησή της).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία, Προσωπικά, Ποίηση, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , | 80 Σχόλια »

Από τη Μπουμπουνίστρα στα Ρούλια Αμπέλια

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2014

Το σημερινό άρθρο είναι κι αυτό παρμένο από την ομιλία που είχα κάνει πριν από δεκαπέντε μέρες στην ξενάγηση-περίπατο στο κέντρο της Αθήνας με τη δημοτική παράταξη Ανοιχτή Πόλη και τον υποψήφιο δήμαρχο Γαβριήλ Σακελλαρίδη. Έχω δημοσιέψει κι άλλα άρθρα παρμένα από αυτή την ομιλία, που ήταν άλλωστε πολύ μεγάλη για να χωρέσει σε ένα μόνο άρθρο του ιστολογίου και γι’ αυτό, όπως έγραψα, «σαν κάτι πανεπιστημιακούς που κατατέμνουν σοφά τα αποτελέσματα της έρευνάς τους ώστε να φτουρήσουν και να δώσουν και τρία, και πέντε και δέκα πέιπερ», έσπασα κι εγώ την ομιλία μου σε τέσσερα άρθρα, από τα οποία το σημερινό είναι το τέταρτο και τελευταίο. Να θυμίσω ότι έχει προηγηθεί ένα άρθρο για τις μετονομασίες δρόμων και πλατειών της Αθήνας, ένα για τις παλιές πολυκατοικίες που τις λέγαν και οκέλες, και ένα για τα λεξιλογικά της πόλης και του δήμου. Ίσως στο σημερινό άρθρο να υπάρχουν κάποιες επικαλύψεις με τα προηγούμενα, αλλά ελπίζω όχι πολλές.

Πόσο απέχει η Μπουμπουνίστρα από τα Ρούλια Αμπέλια; Γύρω στο ενάμιση χιλιόμετρο, αν δεν κάνω λάθος. Βέβαια, τότε που τα λέγαν έτσι εκείνα τα μέρη, η απόσταση μπορεί να ήταν λίγο μικρότερη, διότι μπορούσες να πας ευθεία γραμμή, ενώ σήμερα, που όλος ο τόπος έχει χτιστεί, δεν μπορείς να κόψεις δρόμο. Και τα δυο τοπωνύμια γκουγκλίζονται, βέβαια, οπότε όποιος αδημονεί μπορεί να μάθει με ποια σημερινά αντιστοιχούν, αλλά εγώ θα σας τα αποκαλύψω στη ροή της αφήγησης, το πρώτο σχετικά νωρίς, το δεύτερο στο τέλος, αφού πρώτα κάνουμε ένα ταξίδι στην ιστορία της Αθήνας και των τοπωνυμίων της.

Η Αθήνα δεν είναι η πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους, αφού ο τίτλος αυτός ανήκει στην Αίγινα, που διετέλεσε έδρα της κυβέρνησης από το 1826 έως το 1828, πριν παραδώσει τη σκυτάλη στο Ναύπλιο. Ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα στις 18.9.1834, ενώ η μεταφορά των κυβερνητικών υπηρεσιών έγινε τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Συνηθίζουμε να λέμε πως όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα ήταν «ένα μικρό χωριό», αλλά η έκφραση αυτή μόνο ως ποιητική άδεια μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού η πόλη είχε τότε 10-12.000 κατοίκους, αριθμό κάθε άλλο παρά ασήμαντο για τα δεδομένα της εποχής· βέβαια, είχε πάθει μεγάλες καταστροφές από τις πολεμικές επιχειρήσεις μέσα στην πόλη, ενώ και οι Τούρκοι παρέμειναν, βάσει συνθήκης, έως το 1833, κάτι που άλλωστε καθυστέρησε τη μεταφορά της πρωτεύουσας.

Το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 1833 και διαπνεόταν από το πνεύμα του νεοκλασικισμού. Τοποθετούσε τα ανάκτορα στη σημερινή πλατεία Ομονοίας. Επειδή το κόστος των απαλλοτριώσεων ήταν υπέρογκο και οι ιδιοκτήτες γης αντιδρούσαν, το 1834 τροποποιήθηκε από τον Λέο φον Κλέντσε, προς το λιγότερο φιλόδοξο. Η τοποθεσία οικοδόμησης των Ανακτόρων μεταφέρθηκε κάπου στον Κεραμεικό. Πολλοί Έλληνες της διασποράς, θέλοντας να κερδοσκοπήσουν, αγόρασαν μεγάλες εκτάσεις στο σημερινό Μεταξουργείο και στην αρχή της οδού Πειραιώς· τελικά όμως, οι τοποθεσίες αυτές απορρίφθηκαν για λόγους υγιεινής και επειδή γειτόνευαν με φτωχογειτονιές, και προκρίθηκε η περιοχή της σημερινής πλατείας Συντάγματος, το Εξέχωρο όπως ονομαζόταν (έξω από τη Χώρα!) ή Μπουμπουνίστρα (επειδή στη σημερινή λεωφ. Αμαλίας, στο ύψος της Όθωνος, υπήρχε μια βρύση που έκανε πολύ θόρυβο). Το μέρος εκείνο λοιπόν ήταν σαφώς υγιεινότερο, αφού τα αέρια ρεύματα από τον Υμηττό καθάριζαν την περιοχή και το κοντινό ποτάμι, ο Ιλισός, δεν είχε τη στασιμότητα του Κηφισού. Ο θρύλος λέει ότι οι Βαυαροί όρισαν τέσσερις υποψήφιες θέσεις, και για να επιλέξουν την περιοχή έβαλαν από ένα κομμάτι κρέας επάνω σε έναν στύλο, σε κάθε θέση, και πρόσεξαν σε ποια περιοχή διατηρήθηκε περισσότερο το κρέας· και αυτή ήταν η σημερινή πλατεία Συντάγματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »

Ο Βάρναλης κι οι άλλοι λογοτέχνες στην Αίγινα πριν από 90 χρόνια

Posted by sarant στο 11 Αύγουστος, 2013

Aigina%201Πριν από τριάμισι χρόνια είχα ανεβάσει, εκτός εποχής, φλεβαριάτικα, ένα άρθρο με αποσπάσματα απ’ όσα έχει γράψει στα «Φιλολογικά απομνημονεύματά» του ο Κώστας Βάρναλης για την αγαπημένη του Αίγινα, όπου πέρασε ευτυχισμένα και δημιουργικά χρόνια. Όλο το κείμενο βρίσκεται στον παλιό μου ιστότοπο. Τώρα, που ο καιρός είναι πιο ταιριαστός, και που βρίσκομαι (αν και όχι για πολύ ακόμα) στην Αίγινα, ανεβάζω κάποια άλλα αποσπάσματα, με αναφορά και στους άλλους λογοτέχνες που έζησαν και δημιούργησαν στην Αίγινα στον μεσοπόλεμο, όταν η φτήνια της διαβίωσης τράβηξε εκεί τους νέους διανοούμενους -κάτι που έγινε και στο Παρίσι περίπου την ίδια εποχή ή που γίνεται στο Βερολίνο σήμερα. Στα κοσμικά και πανάκριβα μέρη, οι διανοούμενοι δεν πηγαίνουν για να δημιουργήσουν αλλά για να κολακέψουν πλούσιους.

Να επισημάνουμε ότι το κείμενο αναφέρεται μεν στα 1921-24, αλλά γράφεται αρκετά αργότερα, το 1934-35 (δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημ. Ανεξάρτητος, και εκδόθηκε σε βιβλίο το 1980, απ’ όπου και είναι παρμένα τα αποσπάσματα).

Ο ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ

Μάρτης-Μάης, τρεις μήνες μαθήματα κι εξετάσεις. Και με τον Ιούνιο μπήκαμε στις θερινές διακοπές. Άρχισα να ζητώ ένα μικρό νησί, ένα ψαρομέρι με την ήσυχη θάλασσά του ν’ απομονωθώ εκεί άγνωστος ανάμεσα σε άγνωστους κι απλοϊκούς ανθρώπους, να συγκεντρωθώ και να … συγγράψω. Ένιωθα μέσα μου να σαλεύει, ν’ αναδεύεται και να ζητάει να λάβει μορφή και σχήμα και να έβγει να σταθεί αντίκρυ στον ήλιο ένα καινούριο έργο, που ακόμα δεν ήξερα τ’ όνομά του: «Το φως, που καίει».

Μου είχε περάσει η παλιά μυστικόπαθη πίστη μου στην ηγεμονία του πνεύματος απάνου στη ζωή. Μου φαινότανε κωμικό να μιλούμε για πολιτισμό, όταν η τύχη του βρίσκεται στα χέρια των μεγάλων ληστών της γης και μπορούνε να τον καταστρέψουνε, όποτε τους καπνίσει. Θεωρούσα, πως είναι έσχατη ανανδρία του πνεύματος να θέλει να στέκει πάνου από τους ποταμούς των αιμάτων διατηρώντας άγγιχτη από το βούρκο τους τη θεϊκιά του ουσία…

Πίστευα πως ο Λόγος, αν δε μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο, όπως είναι θεμελιωμένος στην αδικία, και να καλύψει τα πάντα, ενόσω οι μάζες μένουν έξω από την άμεση περιοχή του, όμως μπορεί να ξυπνήσει τις συνειδήσεις στην αρχή λιγοστών και αργότερα περισσότερων σκλάβων, ν’ ανοίξει ένα φωτεινό ρήγμα στο ατράνταχτο μέτωπο της ψευτιάς και να ετοιμάσει το έδαφος για τη Μεγάλη Πράξη, για την Ημέρα της Κρίσεως.

 ***

Ένα απόγεμα πήρα το βαποράκι στον Περαία, την περίφημη «Χρυσώ», και πήγα πρώτα στην Αίγινα. Είχα σκοπό, αρχίζοντας από την Αίγινα, να ψάξω γύρω γύρω το Σαρωνικό όσο να εύρω το κατάλληλο μέρος για να κουρνιάσω οριστικά. Ήθελα να είμαι πάντα κοντά στην Αθήνα. Γιατί δεν είχα και πολλήν εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Ήξερα πως εύκολα με πιάνει ο κόρος και η πλήξη. Έπρεπε λοιπόν να μπορώ να παίρνω εύκολα το βαπόρι και να έρχομαι στην πόλη των Θεών, για να μετανιώνω και να φεύγω από την κάμινο του πυρός και της καβαλίνας πίσου στη δροσιά και την ησυχία του πελάου.

Στην Αίγινα που πρωτοπήγα, εκεί και έριξα άγκυρα για πάντα. Ο βραδινός περίπατος, που έκανα γιαλό γιαλό από την «κολόνα» ίσαμε τον Αϊ-Βασίλη, μου άρεσε πολύ. Νοίκιασα το απάνου πάτωμα (δυο καμαρούλες) σ’ ένα ήσυχο σπιτάκι και ξαναγύρισα στην Αθήνα για να φέρω τα πράματά μου.

Σ’ ένα τραπεζάκι τοποθέτησα μερικά αγαπημένα βιβλία. Κάρφωσα στους τοίχους γύρω γύρω ένα σωρό φωτογραφίες από έργα του Γκρέκο, του Πιντουρίτσιο, του Μποτιτσέλι, του Νταβίντσι, του Μιχαήλ Αγγέλου κ.λ.π., αγορασμένες από το Μουσείο του Λούβρου και την Πινακοθήκη του Βατικανού. Χαράματα σηκωνόμουνα, έσκυβα από το παράθυρο στην αυλή και κοίταγα πέρα τον ουρανό και κάτωθέ μου κληματαριές, αμυγδαλιές, φιστικιές, ένα πηγάδι, μια γίδα με το κουδούνι της, ένα κοπάδι όρνιθες… Κι ύστερα η νοικοκυρά μού έφερνε γάλα και καφέ κι εγώ καθόμουνα στο γράψιμο ευτυχισμένος κι αισιόδοξος ή έφερνα βόλτες μέσα στο δωμάτιο χειρονομώντας ζωηρά, καθώς απάγγελνα τους στίχους, που είχα γράψει, δοκιμάζοντας τον ήχο τους με τ’ αυτί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , , | 51 Σχόλια »

Τα πλεονεκτήματα της συλλογής αποδείξεων

Posted by sarant στο 25 Ιουλίου, 2013

malakia2010amalakia2013a

Πριν από μερικές μέρες βρήκα σ’ ένα συρτάρι ξεχασμένη μια παλιάν απόδειξη από ένα ουζερί της Αίγινας, όπου είχα πάει πριν από τρία χρόνια. Για να κάνω τη σύγκριση, μια και πάλι βρίσκομαι στην Αίγινα τέτοιαν εποχή, πήγα και φέτος στο ίδιο μαγαζί, οπότε μπορούμε να συγκρίνουμε την απόδειξη του 2010 (αριστερά) και του 2013 (δεξιά). Έχω κόψει το πάνω μέρος των αποδείξεων, που έχει τα στοιχεία του μαγαζιού, ώστε να μη θεωρηθεί ότι κάνω γκρίζα διαφήμιση -φτάνει που είναι γκρίζες οι αποδείξεις στη φωτογραφία.

Η σύγκριση βέβαια δεν είναι σωστή, γιατί το 2010 είχα πάει μόνος μου (μεσημέρι) και πήρα ποτήρι, ενώ προχτές ήταν βράδυ και συνοδευόμουν και πήραμε καραφάκι. Έτσι ο άρτος (κουβέρ) ήταν διπλός. Πάντως, οι δυο ημερομηνίες είναι πολύ κοντινές, ούτε επίτηδες να το είχα κάνει.

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι τιμές, με τον ΦΠΑ διπλασιασμένο, έχουν μείνει σταθερές ή έχουν λίγο αυξηθεί. Ο καφετζής δεν μας είπε τι θα κάνει μετά την 1η Αυγούστου που θα μειωθεί ο ΦΠΑ στην εστίαση και θα βρουν τα όνειρα δικαίωση.

Μια γενικότερη παρατήρηση, το έχω ξαναγράψει και σε άρθρο του 2011, είναι ότι στο νησί όλοι σχεδόν κόβουν αποδείξεις -τουλάχιστον σε μένα, αλλά δεν νομίζω να έχω φάτσα ψαρωτική, μάλλον σε όλους θα κόβουν.

Το Ποτό1 – 0,50 είναι το μπουκαλάκι με το νερό (στην Αίγινα το νερό της βρύσης δεν πολυπίνεται), που το φέρνουν μαζί με το ψωμί. Τιμή αμετάβλητη. Το 2010 χάρη στο νεράκι στρογγυλεύτηκε ο λογαριασμός, το 2013 ξεστρογγυλεύτηκε. Θέλοντας να χαλάσω, έδωσα πενηντάρικο. Ο μαγαζάτορας όμως κράτησε στρογγυλό εικοσάρικο -οπότε άφησα το πενηνταράκι πουρμπουάρ.

Τα λαδερά που λέει είναι μια χωριάτικη σαλάτα -περίεργη κατάταξη θα έλεγα, συνήθως λαδερά λέμε τα μαγειρεμένα φαγητά, ιμάμ και τέτοια, πάντως λάδι είχε μπόλικο.

Μια τελευταία παρατήρηση, το κέρασμα που σου φέρνουν όταν ζητήσεις λογαριασμό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ευτράπελα, Εφήμερα | Με ετικέτα: , | 117 Σχόλια »

Ξεκινάει το τέταρτο καλοκαίρι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 11 Ιουνίου, 2013

mimis_jpeg_χχsmallΣυνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Mέχρι τώρα βρισκόμασταν στο “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Από σήμερα ξεκινάει το τέταρτο καλοκαίρι, το καλοκαίρι του 1952, όπου ο πατέρας μου έχει μόλις τελειώσει το τέταρτο έτος στη σχολή Χημικών Μηχανικών στο Πολυτεχνείο.

Στην αρχή, ο πατέρας μου προτάσσει μια σύντομη εισαγωγή:

Το καλοκαίρι αυτό ήταν το τελευταίο της σύντομης ανάπαυλας ανάμεσα στον Εμφύλιο, που είχε τελειώσει πριν δυόμισι χρόνια και στα Πέτρινα Χρόνια του αυταρχισμού και της μισαλλοδοξίας που έρχονταν. Τώρα η Ελλάδα αποκαμωμένη έγλειφε τις πληγές της. Τα πράματα ησύχαζαν σιγά σιγά, αλλά η πολιτική των νικητών κρατούσε τον κόσμο χωρισμένο στα δυό.

Ήταν περίεργη η στάση τους αυτή. Χωρίς αμφιβολία είχαν νικήσει στα πεδία των μαχών και στον πολιτικό τομέα. Θεωρητικά ήταν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και όμως ήταν τρομαγμένοι. Θα έλεγε κανείς ότι φοβόντουσαν τους νικημένους. Λίγους μήνες πιο μπροστά τουφέκισαν τον Μπελογιάννη και τους άλλους, η Αριστερά όμως ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του εμφυλίου πολέμου. Κυβερνούσαν ακόμα ο Πλαστήρας, ο Βενιζέλος και ο Παπανδρέου, ο κόσμος όμως είχε απογοητευτεί μαζί τους. Ιδρύθηκε και στέριωσε η ΕΔΑ. Εκείνο το χρόνο ο Παπάγος θα κέρδιζε τις εκλογές. Εκείνο το καλοκαίρι οι Αιγύπτιοι θα διώχναν τον Φαρούκ,  στη Γουατεμάλα θα ανατρεπόταν ο Άρμπεντς και στη Κορέα ο πόλεμος θα βάλτωνε.

Για μένα  το καλοκαίρι αυτό κύλησε ήσυχα. Χωρίς μεγάλα ταξίδια, έκτακτα γεγονότα ή σπουδαία γλέντια, επικεντρώνεται σε μιαν απλή εκδρομή, που άλλαξε όμως τη ζωή μου.

*  *  *

Δεν ξέρω τι ζητούσες, πριν με βρεις

κι εγώ τι γύρευα, σαν ακολούθησα το       

                                       κάλεσμά σου.

Το καθοριστικό και το θαυμάσιο

είναι ότι με βρήκες και σε βρήκα

Εκείνο το καλοκαίρι τέλειωσα το τέταρτο έτος, στη Σχολή Χημικών Μηχανικών, στο Πολυτεχνείο. Μπορεί το Πολυτεχνείο, τότε, στον τρόπο που λειτουργούσε να θύμιζε περισσότερο γυμνάσιο ή λύκειο, παρά ανωτάτη σχολή, πανεπιστημιακού επιπέδου, αλλά αυτή πειθαρχημένη δομή, είχε και τα καλά της. Εφ΄ όσον έμπαινες ήξερες πως σε πέντε χρόνια, αν δεν ήσουν κλασσικός κοπανατζής ή τελείως στούρνος, θα έπαιρνες το πτυχίο σου.  Δεν υπήρχε τρόπος να «χρωστάς» μαθήματα περασμένων ετών, που στο Πανεπιστήμιο ήταν περίπου θεσμός. Νομίζω πως το κυριότερο που πήραμε από το Πολυτεχνείο δεν ήταν τόσο οι γνώσεις, που μας πρόσφερε, όσο η εξοικείωσή μας με τη σκληρή δουλειά και με κάποια μεθοδικότητα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Ανακοινώσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , , | 124 Σχόλια »

Το αιγινήτικο είναι νοστιμότερο! (επαυξημένη επανάληψη)

Posted by sarant στο 29 Αύγουστος, 2012

Φωτογραφία παρμένη από tofistiki.wordpress.com

Τις προάλλες ρίξαμε τα φιστίκια, φιστίκια σαν κι αυτά της φωτογραφίας -ή μάλλον και αυτά της φωτογραφίας, που είναι παρμένη από το ιστολόγιο του μακαρίτη του πατέρα μου, που τώρα το κρατάει η αδελφή μου η Λένα. Ρίξαμε, θα πει «μαζέψαμε», αλλά αυτό το ρήμα χρησιμοποιούν οι περισσότεροι για τη συγκομιδή των φιστικιών, η οποία γίνεται με ραβδισμό.

Το «ρίξαμε» που χρησιμοποιώ είναι καταχρηστικό -τα έριξαν οι εργάτες, η δική μου συμμετοχή ήταν να τους δίνω νερά και μπίρες από το ψυγείο. Παλιότερα, που τα φιστίκια τα είχαμε μόνοι μας, πάλι εργάτες έρχονταν αλλά δουλεύαμε κι εμείς κανονικά, όμως εδώ και κάμποσα χρόνια, που κουράστηκε ο πατέρας μου, τα φιστίκια τα έχουμε «κολιγικά», που σημαίνει ότι κάποιος (που λέγεται κολίγας, επιβίωση της παλιάς λέξης με τροποποιημένη σημασία) τα φροντίζει όλο το χρόνο (κλάδεμα, πότισμα, λίπασμα κτλ.) βάσει συμφωνίας που προσδιορίζει ποιες δαπάνες ανήκουν στον ιδιοκτήτη και ποιες στον κολίγα, και παίρνει ένα ποσοστό της συγκομιδής. Το ποσοστό αυτό παλιά ήταν 50%, αλλά τώρα τελευταία έχει γίνει 60% «και δεν βρίσκεις» (εννούν κολίγα) όπως άκουσα να λένε.

Τα φιστίκια τα μαζεύουν, όπως είπα, με ραβδισμούς, περίπου όπως παραδοσιακά τις ελιές (αν και για τις ελιές έχουν βγει βραχύσωμες ποικιλίες που επιτρέπουν μάζεμα αυτοματοποιημένο, με μηχανήματα). Στρώνουν πανιά από κάτω απ’ τα δέντρα και 3-4 εργάτες μαζί ραβδίζουν τα κλαριά κοντά στους «κούνους», όπως λέγονται τα «τσαμπιά» με τους καρπούς -η λέξη «κούνος» προφανώς βγαίνει από το «κώνος». Το χτύπημα θέλει ρέγουλα και τέχνη, να ρίξεις κάτω τον ώριμο καρπό χωρίς να τραυματίσεις το δέντρο (και χωρίς να πέσουν τα φιστίκια πολύ μακριά, έξω από τα στρωμένα πανιά. Μετά σέρνουν με προσοχή τα πανιά κάτω από άλλο δέντρο, και κάθε τόσο, όταν γεμίζουν, τα αδειάζουν σε τσουβάλια. Φυσικά, το ράβδισμα δεν ρίχνει μόνο ώριμο καρπό, ρίχνει και άγουρα ή τζούφια φιστίκια, ρίχνει και φύλλα. Μετά από κάθε δέντρο, οι εργάτες ίσως κάνουν μια πρώτη διαλογή, πετάνε έξω φύλλα και τέτοια, αλλά αδρομερώς, δεν χασομεράνε σ’ αυτό. Αν το συνεργείο έχει και πιτσιρίκια, μαζεύουν τη χαμάδα, δηλ. τα φιστίκια που έχουν πέσει στο χώμα, έξω από τα πανιά. (Αυτή τη δουλειά την έχω κάνει κι εγώ μικρός -ράβδισμα όχι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Δημήτρης Σαραντάκος, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Στη μνήμη του Δημήτρη Σαραντάκου

Posted by sarant στο 26 Δεκέμβριος, 2011

Εννιά μέρες πέρασαν από τον θάνατο του πατέρα μου, θα μου επιτρέψετε ένα μικρό μνημόσυνο.

Η φωτογραφία είναι από κάποιο γλέντι σε αιγινήτικη ταβέρνα, όπου στο τέλος ο πατέρας μου, πολύ συχνά έβγαζε το τσαντάκι του με τις φυσαρμόνικες και άρχιζε να παίζει συνοδεύοντας το τραγούδι των άλλων.

Αριστερά κάθεται ο αιγινήτης ποιητής και τραγουδοποιός Γιώργος Μαρίνος, φίλος του πατέρα μου, που έγραψε σε μια τοπική εφημερίδα το εξής «Στη μνήμη του Δημήτρη»:

Μίμη μου, εκεί που θα διαβείς 
το μακρινό σου δρόμο,
πάρε τη φυσαρμόνικα
να πεις τραγούδια της καρδιάς,
της λευτεριάς, της λεβεντιάς,
όπως εκείνο που έλεγες:
“Με το ντουφέκι μου στον ώμο”

Πολύ με συγκίνησε, στην κυριακάτικη Αυγή (που βγήκε το Σάββατο 24 Δεκεμβρίου), ένα άρθρο του φίλου Στρατή Μπουρνάζου, που το αναδημοσιεύω εδώ:

Ένας μακρινός στενός φίλος

Η αρχική γνωριμία ήταν με τον Νίκο. Από το την ιστοσελίδα και το μπλογκ του, από τα βιβλία του, κατόπιν και από κοντά, όταν έγινε τακτικός συνεργάτης μας στα «Ενθέματα». Μέσα από το μπλογκ γνωρίσαμε και τον πατέρα, τον Δημήτρη — ο Νίκος αναδημοσίευε συχνά πυκνά κείμενά του, μας μίλαγε για τα βιβλία του. Και έτσι, μέσα από τα κείμενά του, ο πατέρας Σαραντάκος μάς έγινε κοντινός, οικείος και για όσους δεν τον είχαμε γνωρίσει — αρκεί να δει κανείς τα συλλυπητήρια στο μπλογκ: για τους αναγνώστες του ιστολογίου είναι σαν να έχασαν έναν δικό τους άνθρωπο.

Δεν μπορούμε, σε λίγες γραμμές να περιγράψουμε το έργο αυτού του λόγιου μαχητή της Αριστεράς. Κι ακόμα πιο δύσκολο είναι να αποδώσουμε την πνοή, το πνεύμα του, τη ζωντάνια της παρουσίας του. Μια αίσθηση που διαπερνούσε την ατμόσφαιρα την περασμένη Τρίτη, στην πολιτική του κηδεία στο Παλιό Φάληρο, στον κόσμο που συγκεντρώθηκε να τον αποχαιρετήσει, στους επικήδειους των φίλων και των συναγωνιστών· μια αίσθηση που κορυφώθηκε, όταν παλιοί φίλοι και συμμαθητές τραγούδησαν, με μια φυσαρμόνικα, όπως το συνήθιζαν με τον Μίμη, την «Ελιά», τους «Κυνηγούς» και άλλα κομμάτια από μια μυτιληνιά επιθεώρηση του Μεσοπολέμου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , , , | 23 Σχόλια »

Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011)

Posted by sarant στο 18 Δεκέμβριος, 2011

Ο πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, Μίμης για τους κοντινούς του, έφυγε από κοντά μας εντελώς ξαφνικά, χτες, 17 Δεκεμβρίου 2011.

Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, στις 8 Ιανουαρίου 1929, μοναδικό παιδί του Νίκου Σαραντάκου, μανιάτη τραπεζικού υπαλλήλου με έφεση στην ποίηση, τον ραδιοερασιτεχνισμό και τη χημεία, και της Ελένης Μυρογιάννη, ντόπιας δασκάλας και ποιήτριας. Τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο στη Μυτιλήνη. Συμμετείχε στην εθνική αντίσταση ως επονίτης -ο πατέρας του ο Νίκος ήταν άλλωστε στέλεχος του ΕΑΜ. Για τα μαθητικά του χρόνια έχει γράψει στο βιβλίο του «Μαθητές και δάσκαλοι«, ενώ μια αφήγηση με αναμνήσεις από την Κατοχή υπάρχει εδώ.

Ο παππούς μου είχε την τύχη να τον κυνηγήσει το μεταπελευθερωτικό κράτος πολύ νωρίς κι έτσι αθωώθηκε στη στημένη δίκη για «στάση», διότι τα δικαστήρια κρατούσαν ακόμη κάποια προσχήματα. Όμως, απολύθηκε από την τράπεζα και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως και τόσοι κυνηγημένοι αριστεροί. Εκεί, για κάμποσα χρόνια έβγαζε το ψωμί της οικογένειας φτιάχνοντας πορσελάνινα κουκλάκια. Ο Δημήτρης Σαραντάκος πέρασε στην Ιατρική, αλλά την εγκατέλειψε στο πρώτο έτος λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Ξαναέδωσε εξετάσεις και πέρασε χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ. Το 1953 πήρε το πτυχίο του και μετά τη στρατιωτική του θητεία δούλεψε στην τεχνική εκπαίδευση, σε χημικές βιοτεχνίες, αργότερα υπάλληλος στον ΕΟΤ (της εποχής του Μον Παρνές, αρχές δεκαετίας 1960) και από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ελεύθερος επαγγελματίας με μια μικρή εταιρεία μονωτικών και στεγανωτικών υλικών, την ΤΕΜΣΑ (χαριτολογώντας λέγαμε ότι σημαίνει Τεχνική Εταιρεία Μίμης Σαραντάκος – Αλέκος, αλλά φυσικά δεν ήταν αυτή η σημασία, κι άλλωστε συνεταιρισμός με τον Αλέκο χάλασε νωρίς).  Το 1958 παντρεύτηκε την Αγγελική (Κική) Πρωτονοταρίου από την Αίγινα. Έκαναν τρία παιδιά, τον Νίκο (εγώ είμαι αυτός), την Λένα και την Έφη και είχε την τύχη να χαρεί πέντε εγγόνια. Ένα εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενό του, απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 προσλήφθηκε μηχανικός στην Αγροτική Τράπεζα, από την οποία συνταξιοδοτήθηκε το 1990. Μετά τη συνταξιοδότησή του επιδόθηκε στο γράψιμο και συνέχισε τις πολλές και ποικίλες άλλες δραστηριότητες «ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητος» στις οποίες πάντοτε επιδιδόταν. Τα τελευταία χρόνια συμμετείχε στην Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων, ιδρυτικό μέλος και μέλος του ΔΣ. Μετά τη συνταξιοδότησή του περνούσε αρκετόν καιρό στην Αίγινα, όπου εξέδιδε την εφημερίδα «Το Φιστίκι», σατιρική, φωταδιστική, αποκαλυπτική, που πέρασε από πολλές ενσαρκώσεις, στα τελευταία περιοδικό και ακόμα πιο τελευταία ιστολόγιο. Συνεργαζόταν επίσης με διάφορα έντυπα, ταχτικά με την εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης με ένα άρθρο, κάθε Τρίτη, που είχα καθιερώσει να αναδημοσιεύω στο ιστολόγιο. Δείτε και μια παρουσίαση του πατέρα μου από το Εμπρός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Προσωπικά | Με ετικέτα: , , , , , | 279 Σχόλια »

Το αιγινήτικο είναι νοστιμότερο!

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2011

 

Φωτογραφία από το μπλογκ του Ερασιτέχνη (amateurdecuisine.blogspot.com)

Ποιο; Μα, το φιστίκι φυσικά! Βέβαια, παρόλο που το φιστίκι Αιγίνης έχει πλέον προστατευόμενη ονομασία προελεύσεως αναγνωρισμένη από την ΕΕ (όπως και τα φιστίκια Μεγάρων, πάντως), δεν πρέπει να σκεφτούμε ότι ο καρπός έχει πολλούς αιώνες ιστορίας στην Αίγινα: μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά στο νησί –και στην Ελλάδα γενικότερα.

Πατρίδα της φιστικιάς είναι η κεντρική Ασία, ενώ στην ανατολική Μεσόγειο αυτοφυή είναι δυο δέντρα της ίδιας οικογένειας, η αγριοφιστικιά ή τσιτσιρεβιά ή τριμιθιά, που είναι η τερέβινθος ή τέρμινθος των αρχαίων, και ο σχίνος, που μια ποικιλία του είναι και το μαστιχόδεντρο της Χίου. Τα φιστίκια οι αρχαίοι τα έμαθαν στην ελληνιστική εποχή· ο Θεόφραστος πρώτος μιλάει για ένα δέντρο της Ασίας, χωρίς να το κατονομάζει, όμοιο με την τέρμινθο αλλά με διαφορετικό καρπό, περίπου σαν το αμύγδαλο αλλά νοστιμότερο· ασφαλώς μιλάει για τη φιστικιά. Πρώτος που κατονομάζει τον εξωτικό καρπό είναι ο Νίκανδρος, του 2ου αιώνα π.Χ., ο οποίος στα «Θηριακά» του γράφει ότι τα πιστάκια μοιάζουν με τα αμύγδαλα. Ο Διοσκουρίδης βρίσκει «ευστόμαχα» τα πιστάκια της Συρίας, αλλά, παρόλο που υπάρχουν μαρτυρίες ότι η φιστικιά εισήχθη στην Ιταλία επί Ρωμαίων, στην κυρίως Ελλάδα δεν φαίνεται να ευδοκίμησε η καλλιέργειά της και, μέχρι τον 19ο αιώνα, τα φιστίκια γίνονταν εισαγωγή από το Χαλέπι, δηλαδή τη Συρία. Στην Αττική άρχισαν να καλλιεργούνται από το 1860 και μετά, πρώτα στο κτήμα Παυλίδη στο Ψυχικό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Δημήτρης Σαραντάκος, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 64 Σχόλια »

Όσα φέρνει η ώρα…

Posted by sarant στο 2 Αύγουστος, 2011

 

Το παρακάτω άρθρο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, γραμμένο «από το κρεβάτι του πόνου», δημοσιεύεται σήμερα, 2 Αυγούστου 2011, στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης.

Εκεί που ήμουν έτοιμος να στείλω με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την ταχτική μου συνεργασία στο «Εμπρός», μια απρόσεχτη κίνηση του δεξιού μου ποδιού προκάλεσε την εξάρθρωσή του από το ισχίο. Αφόρητοι πόνοι, επείγουσα διακομιδή με ασθενοφόρο από την Αίγινα στο ΚΑΤ, ένα από τα καλύτερα, σε οργάνωση και στελέχωση, εναπομείναντα ειδικά νοσοκομεία ατυχημάτων, όπου αμέσως και σχεδόν ανωδύνως μου το ανατάξανε.
Μου όρισαν, όμως, ότι για να μην έχουμε τα ίδια, γυρνώντας στο σπίτι μου, πρέπει να μείνω δυο βδομάδες κλινήρης! Βαριά η ποινή, αλλά υπάρχουν και χειρότερα.

 

Πέρσι είχε και πάλι εξαρθρωθεί το δεξί μου πόδι, αλλά η ιστορία των παθήσεων των κάτω άκρων μου, ξεκινά από πιο παλιά. Το 1989, όταν κατέρρευσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, παρουσίασε σοβαρή βλάβη η άρθρωση του αριστερού μου ποδιού με το αριστερό ισχίο. Αφού αποδείχτηκαν αλυσιτελείς οι διάφορες παρηγορητικές θεραπείες που δοκίμασα, εφάρμοσα το 1991 την οριστική λύση. Έκανα ολική αρθροπλαστική ισχίου. Είχα την τύχη να με εγχειρίσει ένας άριστος επιστήμονας και πολύ καλός άνθρωπος συνάμα, ο μακαρίτης Μανόλης Μιχελινάκης και όλα πήγαν καλά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Προσωπικά, Φιλοξενίες | Με ετικέτα: , , | 26 Σχόλια »

Ιουλιανά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2011

Καιρό έχουμε να σερβίρουμε μεζεδάκια, μου φαίνεται. Όσο κι αν, λόγω θέρους, το κατάστημα δεν λειτουργεί σε φουλ ρυθμούς, όλο και κάτι παρουσιάζεται.

* Και ξεκινάω με το τελευταίο κρούσμα γλωσσικής μπούρκας (από το ηλεΒήμα, αλλά και παρομοίως στην Καθημερινή και αλλού):

Η Μισέλ Σαμπάν, στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος και στενή υποστηρικτής του Ντομινίκ Στρος-Καν…

Προφανώς, η υποστηρίκτρια δεν υποστηρίζει καλά.

* Πάμε παρακάτω. Εκτός από όλα τα άλλα, ο άγιος Πειραιώς είναι και αστοιχείωτος γλωσσικά. Όπως ψάρεψε ο φίλος μου ο Κώστας στη Λεξιλογία, ο Σεραφείμ Πειραιώς εφεύρε όχι μόνο νέους κανόνες στην ελληνική γλώσσα αλλά και ένα νέο ρήμα, φιλοτεχνώντας το εξής: δια των υπ’ αυτού τεθεσπεισθέντων Θείων και Ιερών Κανόνων…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Κοτσανολόγιο, Λαθολογία, Μεζεδάκια, Μουστάκια της Τζοκόντας, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 75 Σχόλια »