Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αίγινα’

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 8 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 26 Απριλίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Ξανασμίγουν. Σήμερα περνάμε στο πέμπτο κεφάλαιο.

ΠΕΝΤΕ

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

Την εβδομάδα, μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, ο Δήμος και η Βασιλική έδειξαν στον Αντρέα ολόκληρο το νησί. Πήγανε στην Αφαία και την Αγιά Μαρίνα, διασχίσανε την κεντρική αρτηρία του νησιού και από τον Κοντό κατεβήκαν στη Σουβάλα, περνώντας μπροστά από το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου, χωρίς όμως να μπούνε μέσα. Αντίθετα αφιέρωσαν ολόκληρο πρωινό για να επισκεφθούν την Παλιαχώρα. Ακόμα και στο Ελλάνιον Όρος ανέβηκαν και απόλαυσαν το πανόραμα ολόκληρου του νησιού.

Δε χρησιμοποιούσαν πάντα το αυτοκίνητό του. Ένα πρωί ξεκίνησαν οι δυο τους, χωρίς τη Βασιλική, από την Παχιά Ράχη και διασχίσανε τον ελαιώνα φτάνοντας ως τη θάλασσα. Στην τρίωρη σχεδόν πεζοπορία τους, ο Δήμος νιώθοντας μεγάλην ευεξία φλυαρούσε συνεχώς και ο Αντρέας τον άκουγε ευχαριστημένος βλέποντας τον φίλο του χαρούμενο. Στην αρχή μιλούσαν για το νησί τους κατοίκους του και την ιστορία του. Την κουβέντα την ξεκίνησε ο Αντρέας που ήθελε να μάθει σχετικά.

«Ξέρω πως στα νησιά του Αργοσαρωνικού, στις κοντινές περιοχές της Πελοποννήσου αλλά και στην Αττική είχαν εγκατασταθεί τον 13ο αιώνα χιλιάδες Αλβανοί. Αυτό ισχύει και για την Αίγινα;»

«Οι πούροι Αιγινήτες δεν το παραδέχονται αλλά τα ονόματα, δηλαδή τα επώνυμα τους, επιμένουν στην παρουσία Αλβανών ή Αρβανιτών στο νησί».

«Ξέρεις κάποιοι ελληνοκεντριστές ή ελληνόψυχοι ή όπως αλλιώς λέγονται, σαν το φίλο μας τον Κολιάτσο, καληώρα, ισχυρίζονται πως άλλο Αρβανίτες κι άλλο Αλβανοί, με το επιχείρημα πως οι Αλβανοί στη γλώσσα τους αυτοονομάζονται Σκιπετάροι…»

«Ναι αλλά η παλαιότερη, η μεσαιωνική  ονομασία τους ήταν Αρμπαρέζε. Άλλωστε ο Παπαδιαμάντης, στα αθηναϊκά διηγήματά του αναφερόμενος σε κάποιον Αρβανίτη των Μεσογείων τον λέει Αλβανό»

«Μα και ο Βυζάντιος στη Βαβυλωνία, μιλώντας για τον καυγά του Κρητικού με τον Αρβανίτη, βάζει τον Λογιώτατο να λέει: Ο Κρης μετά του Αλβανού εμαχεσάτην».

«Οι Αιγινήτες πάντως καταφρονούσαν τους Αγγιστριώτες, που παλιά μιλούσαν αποκλειστικά αρβανίτικα, ως κατώτερους. Αν πιστέψουμε δε τον Λίσβα, η διαμάχη των δυο νησιών οφειλόταν στην κλοπή μιας γαϊδάρας».

«Τι λες τώρα;» απόρησε ο Αντρέας

«Αν τον είχες γνωρίσει αυτόν τον Λίσβα θα σου άρεσε πολύ. Κατά κάποιον τρόπο σού ΄μοιαζε. Ήταν άνθρωπος του κρασιού και της παρέας. Δεν ήταν Αιγινήτης, ξενοκαρφίτης ήταν…».

«Πώς τον είπες;» απόρησε ο Αντρέας.

«Ξενοκαρφίτη. Έτσι λένε εδώ, υποτιμητικά, τους μέτοικους. Αυτός λοιπόν ο Λίσβας δημοσίευσε, στη δεκαετία του ΄20 μου φαίνεται, τη «Γαρουφιάδα», έμμετρη παρωδία της Ιλιάδας, πολύ έξυπνη και πολύ ευρηματική, που αναφερόταν στην κλοπή, απαγωγή τη λέει, μιας πολύ όμορφης γαϊδάρας, της Γαρούφως, από την Πέρδικα, που διέπραξαν κάτι Αγγιστριώτες, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στα δυο νησιά. Θα ψάξω στα βιβλιοπωλεία της πόλης να τη βρω και θα σου τη δώσω. Θα σ΄ αρέσει. Μέχρι και των «νηών κατάλογο», προσαρμοσμένον φυσικά στην ιστορία του, έχει, στους δε διαλόγους των αντιμαχομένων βάζει τους Αγγιστριώτες να μιλάνε αρβανίτικα».

Για λίγην ώρα πάψανε να μιλάνε. Συνέχισαν να διασχίζουν τον ελαιώνα, βυθισμένοι στις σκέψεις τους ο καθένας. Ο Αντρέας ήταν φανερό πως είχε επηρεαστεί  από το θαυμάσιο τοπίο, γιατί έγινε πολύ εκδηλωτικός και κάπως λυρικός.

«Τι τα θες, βρε Δήμο, η γυναικεία συντροφιά είναι μεγάλο πράμα. Είναι η γλύκα της ζωής. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι όταν σε βλέπω με τη Βασιλική. Την αγαπάς πολύ, έ;»

«Όπως σου είπα και προχτές είναι η μόνη μου αγάπη. Δεν αγάπησα άλλη γυναίκα και δεν πιστεύω πως θα αγαπήσω άλλη στο μέλλον. Εκείνη όμως βλέπει τη ζωή διαφορετικά και αυτό είναι το πρόβλημα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ερωτικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 127 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 7 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 12 Απριλίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Σήμερα ολοκληρώνουμε το τέταρτο κεφάλαιο.
(Και κάτι άσχετο: Χτες συμπληρώθηκαν τα δυο χρόνια από τον θάνατο του Περικλή Κοροβέση. Συστήνω αυτό το ντοκιμαντέρ του φίλου Μιχάλη Αναστασίου). 

Το βράδυ, καθώς τα πίνανε σ΄ένα ουζερί της παραλίας, ο Αντρέας τον ρώτησε.

«Αν θες, μη μου απαντήσεις, αλλά όπως κατάλαβα, η Βασιλική δεν είναι απλώς μια παλιά σου φίλη».

«Σωστά το κατάλαβες. Είναι η πρώτη, η μόνη και η μεγάλη μου αγάπη».

Αυτά τα είπε με έναν τόνο τέτοιου πάθους στη φωνή του, που ο φίλος του, ακούγοντας τον, τον κοίταξε προσεχτικά. Φαίνεται πως δεν περίμενε παρόμοια ένταση από τον φλεγματικό Φιλέα Φονγκ που ήξερε. Δεν έκανε όμως κανένα σχόλιο.

Ο Δήμος, με την ενθάρρυνση του ούζου που πίνανε, αποφάσισε να του τα πει όλα. Ξεκίνησε από την παρέα του στη Νέα Σμύρνη, τη φιλία του με τον Αλέκο και τον Κώστα, την οργάνωσή τους στην ΕΠΟΝ, τους κατοπινούς κατατρεγμούς και κατέληξε στο πώς γνωρίστηκαν σε εκείνο το πάρτι της Κατερίνας. Βλέποντας πως ο Αντρέας τον άκουγε με μεγάλη προσοχή, πήρε θάρρος και συνέχισε για το πώς τα φτιάξανε με την Έζμπα, τη φλογερή περίοδο των πρώτων ερώτων τους, τη συμβίωσή τους επί πέντε χρόνια και για την κακορίζικη εκδρομή στην Αίγινα, που κατάληξε στο χωρισμό τους.

Η διήγηση του ήταν μια εκ βαθέων εξομολόγηση, που δεν την είχε κάνει ποτέ ως τότε σε κανέναν. Ο Αντρέας τον άκουγε φανερά συγκινημένος και χωρίς καμιά πειραχτική παρατήρηση ή σχόλιο, από αυτά που συνήθιζε κι αυτό του έκανε καλό.

Όταν κάποτε σταμάτησε να μιλά ο Αντρέας τον ρώτησε:

«Για να καταλάβω, χωρίσατε, όχι γιατί μπήκανε τρίτα πρόσωπα ανάμεσά σας, ούτε για οικονομικούς λόγους, αλλά για ασυμφωνία χαρακτήρων, που λένε στα διαζύγια. Δε σου πήγαινε η κάπως ακατάστατη ζωή του καλλιτέχνη που έκανε και η θέλησή της να είναι απολύτως ανεξάρτητη;»

«Ακριβώς, όπως το λες. Όλον τον καιρό που ζήσαμε μαζί στην Ηλιούπολη, αυτή η μποέμικη νοοτροπία της με ενοχλούσε πολύ».

«Α, ρε Φιλέα Φονγκ, δεν έχεις καταλάβει πως αυτή η ανεμελιά είναι το αλάτι της ζωής;»

«Μα και η επιμονή της να είναι απολύτως ανεξάρτητη με ενοχλούσε. Καμιά φορά έδειχνε να με υποτιμά ή να μην με λογαριάζει».

«Κατά τα λοιπά είσαι αριστερός και εκ πεποιθήσεως οπαδός της ισότητας των δύο φύλων» τον πείραξε.

Ο Δήμος δεν απάντησε. Τι να πει; Δίκιο είχε. Εκείνος όμως πήρε ένα σοβαρό ύφος, που σπανίως εμφάνιζε.

«Δε μ΄ αρέσει να δίνω συμβουλές στους άλλους. Δε θεωρώ άλλωστε πως εγώ αποτελώ παράδειγμα προς μίμησιν, αλλά νομίζω πως σου παρουσιάζεται η ευκαιρία να τα ξαναφτιάξετε. Ρε μπαγάσα, σου ανοίγονται λαμπρές προοπτικές: μια σπουδαία γυναίκα, να ζήσεις μαζί της, ένας όμορφος τόπος, να μετατεθείς εδώ και ένα καταπληκτικό σπίτι, να κατοικήσεις. Σε ζηλεύω».

«Αυτό που λες μου δίνει μεγάλο θάρρος. Λες να δεχτεί να τα ξαναφτιάξουμε;»

«Τράβα μπρος και μη φοβάσαι» του λέει εκείνος γελώντας.

Όλη τη νύχτα δε μπόρεσε να κλείσει μάτι. Σκεφτόταν συνεχώς τι θα της έλεγε την επομένη και πώς εκείνη θα αντιμετώπιζε την πρότασή του να παντρευτούν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 130 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 6 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα για να βρει την παλιά του αγάπη. Σήμερα μπαίνουμε στο τέταρτο κεφάλαιο.

ΤΕΣΣΕΡΑ

ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΣΗ

Την άλλη μέρα ο Δήμος ανάλαβε να ξεναγήσει τον φίλο του στην πόλη. Πρώτα περπατήσανε στο λιμάνι, κάνοντας το γύρο του, από τον ένα λιμενοβραχίονα ως τον άλλον. Ο Αντρέας γοητεύθηκε από τον Αη Νικόλα τον Θαλασσινό!

«Ωραιότερο στολίδι για τον τόπο δε θα μπορούσε να βρεθεί» σχολίασε    παρατηρώντας πολλήν ώρα το πάλλευκο εκκλησάκι.

«Τι τα θες, οι παλιοί είχαν έμφυτη μέσα τους την καλαισθησία» συμπέρανε.

Κατόπιν προχώρησαν προς την Κολώνα, τον αρχαιολογικό χώρο στα βόρεια του λιμανιού και ανηφορίζοντας φτάσανε στο εξοχικό σπίτι του Δήμου, που σφιχτοκάρδιασε βλέποντάς το θλιβερό και εγκαταλειμμένο, με τα παντζούρια του σκεβρωμένα, τους σοβάδες πεσμένους και την πόρτα του χορταριασμένη. Βέβαια είχε δέκα χρόνια να έρθει, από το ΄63 που χώρισαν με τη Βασιλική. Οι γονιοί του όμως, που είχαν αγαπήσει και το σπίτι και τον τόπο, έρχονταν κάθε καλοκαίρι και μένανε δυο και τρεις μήνες. Είχαν γνωριστεί με πολύν κόσμο και είχαν δημιουργήσει έναν κύκλο από εκλεκτούς ανθρώπους, ντόπιους και μέτοικους. Ο ίδιος, μετά τον χωρισμό του από την Έζμπα δεν ξανάρθε ποτέ και από το ΄69 που τους έχασε, μέσα σε λίγους μήνες και τους δύο, το σπίτι έμενε, για πέντε σχεδόν χρόνια, κλειστό και ασυντήρητο.

Ο Αντρέας όμως βλέποντάς το από τον δρόμο, εντυπωσιάστηκε και ζήτησε να το περιεργαστεί καλύτερα. Με βαριά καρδιά ο Δήμος τού ΄κανε το χατίρι. Μπήκανε στον κήπο, όταν όμως, ύστερα από μεγάλο κόπο, γιατί η κλειδαριά είχε σκουριάσει, άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού δεν τον ακολούθησε μέσα. Στάθηκε μπροστά στα χορταριασμένα σκαλοπάτια και αμέσως τον κύκλωσαν φαντάσματα από τα περασμένα. Είδε τον πατέρα του και τη μάνα του να κάθονται στη βεράντα, όπως το συνήθιζαν και να κουβεντιάζουν, αγναντεύοντας τη θάλασσα. Άκουσε τα γέλια και τις φωνές της  Βασιλικής, που κατέβαινε τρέχοντας με τις αδελφές της τις ξύλινες σκάλες από το πάνω πάτωμα στο ισόγειο. Ένοιωσε να τρίβεται στα πόδια του η κατάμαυρη γάτα τους, που ο πατέρας του, χωρατεύοντας, την είχε βαφτίσει Χιονάτη. Θυμήθηκε ακόμα τις τρυφερές στιγμές τους, τότε που καταφεύγανε με το κορίτσι του για να κάνουν έρωτα, όταν λείπανε οι δικοί του. Πού να έμπαινε και μέσα. Άλλωστε κι ο φίλος του, αφού έκανε λίγα βήματα στο χωλ, βγήκε αμέσως, καθώς ήταν θεοσκότεινα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 45 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 5 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Η σημερινή συνέχεια είναι το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Είναι κάπως μεγάλη, αλλά δεν βρήκα λογικό σημείο να την κόψω στα δύο.

ΤΡΙΑ

Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΡΕΜΑΛΙΩΝ

Από εκείνο το βράδυ, που την είδε στα επίκαιρα, η ζωή του αναστατώθηκε. Δεν εξαφανίστηκε μόνο η γαλήνια και προγραμματισμένη ρουτίνα της, όπως χάνεται ο αρυτίδωτος επίπεδος καθρέφτης των νερών μιας λιμνούλας, στην οποία έπεσε μια πέτρα, εξαφανίστηκε κάτι βαθύτερο και πολύ πιο σημαντικό: κατέρρευσε το πιο μύχιο και πολύτιμο απακούμπι του, ο κρυφός εσωτερικός κόσμος του, που τόσα χρόνια έχτιζε μεθοδικά. Από αυτή τη νύχτα, όλα τέλειωσαν. Οι καθημερινές μοναχικές πεζοπορίες του στην ακρογιαλιά ή το δασάκι σταμάτησαν. Οι ονειροπολήσεις, που τις συνόδευαν, έπαψαν, γιατί δεν του έδιναν την παλιά του γαλήνη.

Δεν ήταν όμως μόνον ο ριψοκίνδυνος τυχοδιώκτης που προσγειώθηκε ανώμαλα στην γκρίζα πραγματικότητα Άλλαξε συμπεριφορά και ο μεθοδικός, ευσυνείδητος και μετρημένος καθηγητής. Πήγαινε βέβαια πάντα στην ώρα του στο Γυμνάσιο και δεν άλλαξε σε τίποτα τη διδασκαλία του. Μόνο που παραμελούσε την εμφάνισή του, απουσίασε «αδικαιολογήτως» από δυο συνάξεις των ρεμαλιών, δεν ήταν το ίδιο τακτικός στο πέρασμα του από το «Πανελλήνιο» και μερικές φορές έφαγε για μεσημέρι στο άλλο εστιατόριο της κωμόπολης. Οι αλλαγές αυτές έγιναν σύντομα αντιληπτές σε μερικούς από τους πιο στενούς γνώριμούς του και πρώτον, φυσικά, τον παρατηρητικόν Αντρέα.

«Τι συμβαίνει με σένα, βρε Δήμο; Δε μου θυμίζεις πια τον Φιλέα Φονγκ» του είπε μια φορά. Αυτός ήταν που τον παρομοίαζε για τη μεθοδικά ρεγουλαρισμένη ζωή του με τον ήρωα του Ιουλίου Βερν στον «Γύρο του κόσμου σε ογδόντα μέρες».

Για βδομάδες δε σκεφτόταν τίποτ΄ άλλο. Η Έζμπα, που τη θύμησή της είχε απωθήσει στα βάθη του υποσυνείδητού του, βγήκε στην επιφάνεια και κυριάρχησε στις σκέψεις του. Γιατί υπήρχε, ζούσε χωρίς αυτόν και μάλιστα διέπρεπε σαν ζωγράφος. Θυμήθηκε πως μία από τις σοβαρότερες αιτίες προστριβών τους ήταν η ολιγωρία που έδειχνε συχνά εκείνος, σε ό,τι αφορούσε τη ζωγραφική της. Εύρισκε τη θεματολογία της εξεζητημένη και την τεχνοτροπία της πολύ τολμηρή. Ουσιαστικά ήταν εναλλαγή χρωμάτων και ακαθόριστων μορφών, που έπρεπε να μαντέψεις ή καλύτερα να φανταστείς, τι μπορούσαν να εικονίζουν.

Εκείνη στην αρχή έδειχνε πως πικραινόταν, μια φορά μάλιστα θύμωσε, όταν εκείνος για να την πειράξει, κρέμασε έναν πίνακά της ανάποδα, με τον ισχυρισμό πως έτσι κι αλλιώς δεν είχε σημασία. Μολονότι και οι δυο είχαν το αίσθημα του χιούμορ κι αυτό απέτρεπε συχνά τους καυγάδες τους, αυτή τη φορά εκείνη δεν είδε την αστεία πλευρά και μάλωσαν. Από τότε δεχόταν τις παρατηρήσεις του με ειρωνεία και στο τέλος τις απέρριπτε χωρίς να δέχεται καμιά συζήτηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 94 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 4 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 2 Μαρτίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη -αλλά σήμερα είχαμε μετάθεση λόγω Μηνολογίου. Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ωστόσο, και στη σημερινή συνέχεια, με την οποία ολοκληρώνεται το δεύτερο κεφάλαιο, έχουμε αναδρομή σε παλιότερα γεγονότα. Μια αναδρομή που ίσως φαντάζει εκτός τόπου ενω μαινεται ο πόλεμος λίγο πιο πέρα -ίσως όμως και όχι. Οι προσεκτικοί αναγνώστες θα αντιληφθούν ότι στην αφήγηση υπάρχει ένας αναχρονισμός.

Όλα αυτά τέλειωσαν οριστικά και τελεσίδικα, μετά την ερωτική νύχτα που πέρασε με την Έζμπα. Οι προηγούμενες ερωτικές εμπειρίες του χάθηκαν, σα να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Ήταν σα να τη γνώρισε παρθένος. Πραγματικά ξαναγεννήθηκε ερωτικά. Ένα πρωτόγνωρο μεθυστικό συναίσθημα τον κατακυρίευσε ως το μεδούλι. Τα ερωτικά τους σμιξίματα, έστω και αν γίνονταν με προβληματικόν τρόπο και καρδιοχτύπια, στα σπίτια τους όταν λείπανε οι δικοί τους ή στις εκδρομές τους, στις κοντινές εξοχές και ακρογιαλιές, ήταν μαγευτικά.

Όταν συνειδητοποίησε πως την αγαπούσε και πως κι εκείνη ανταποκρινόταν το ίδιο, άρχισε να κάνει σχέδια για το κοινό τους μέλλον. Για τον ίδιο δεν υπήρχε άλλη προοπτική από τον γάμο. Θα παντρεύονταν, θα κάνανε παιδιά, θα ζούσανε μαζί για όλη τους τη ζωή. Δε μπορούσε να σκεφτεί καμιάν άλλην εξέλιξη. Όταν διορίστηκε στη Δημόσια Εκπαίδευση και εκείνη είχε ήδη αποφοιτήσει από τη Σχολή Καλών Τεχνών, νόμισε πως ήταν πια έτοιμοι. Πόσο μάλιστα, που ξαφνικά του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος ενός μηνός. Τότε πίστεψε πως έφτασε η ώρα να της το πει. Ξαφνιάστηκε πολύ όταν εκείνη αρνήθηκε.

«Καλά δεν περνάμε;»

του είπε σαν της μίλησε για μια τέτοια προοπτική και συνέχισε κοιτάζοντας τον τρυφερά και κρατώντας τα χέρια του

«Σ΄ αγαπώ, μ΄ αγαπάς, κάνουμε όμορφη παρέα και ακόμα ομορφότερον έρωτα. Τι περισσότερο θα μας δώσει μια τελετή σε μιαν εκκλησιά;»

«Και το παιδί;»

«Αγάπη μου, δεν είμαι ακόμα έτοιμη να κάνω παιδιά. Θα βρούμε τρόπο να απαλλαγούμε από μιαν ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Αυτό άστο σε μένα»

Δεν το περίμενε, αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν δικαίωμά της. Το σώμα της ήταν δικό της. Το πίστευε αυτό, αλλά παρ΄ όλα αυτά πικράθηκε. Πολύ θα ήθελε να κάνανε όχι ένα αλλά πολλά παιδιά. Αγαπούσε τα παιδάκια και πολύ θα ήθελε να είχε δικά του.

Όσο για το θρησκευτικό γάμο δεν τον πολυένοιαξε. Από τότε που τη γνώρισε ήξερε πως δεν ήταν θρησκευόμενη. Κι ο ίδιος άλλωστε, από έφηβος είχε ξεκόψει από τη θρησκεία. Ο Χριστιανισμός δεν του έλεγε πια τίποτα.  Μέσα του όμως πειράχτηκε. Τον ενόχλησε η προοπτική να ζήσουν αστεφάνωτοι κι αυτό (το ότι ενοχλήθηκε), τον παραξένεψε πολύ, γιατί πίστευε πως ήταν απαλλαγμένος από προκαταλήψεις και μάλιστα προκαταλήψεις με θρησκευτικό υπόβαθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 102 Σχόλια »

Μεζεδάκια με πρόστιμο

Posted by sarant στο 4 Δεκεμβρίου, 2021

Τι πρόστιμο; Πρόστιμο 100 ευρώ βεβαίως, σε όποιον δεν τα διαβάζει. Και δεν αρκεί η απλή δήλωση «τα διάβασα», θα γίνονται και ερωτήσεις. Αστειεύομαι βέβαια, αλλά δεν μπορούσε ο τίτλος στο πολυσυλλεκτικό άρθρο τούτης της εβδομάδας να μην αναφέρεται στο πρόστιμο των 100 ευρώ που τόσο απασχόλησε τη δημόσια συζήτηση τις προηγούμενες μέρες.

Σήμερα βέβαια δεν συζητάμε επί της ουσίας αλλά εξετάζουμε, με ανάλαφρο ύφος, τα γλωσσικά κυρίως στραβά κι ανάποδα (ενίοτε και ενδιαφέροντα απλώς) της εβδομάδας που πέρασε. Πάντως, άκουσα ότι, αμέσως μόλις ανακοινώθηκε ότι οι ανεμβολίαστοι άνω των 60 ετών θα πληρώνουν πρόστιμο, χιλιάδες πολίτες έσπευσαν να κλείσουν ραντεβού για εμβόλιο.

Το θέμα προβλήθηκε, και σωστά, στα μέσα ενημέρωσης. Μονο που παρατηρήθηκε μια ιδιότυπη πλειοδοσία στον αριθμό των ραντεβού που κλείστηκαν μέσα σε 24 ώρες, ο οποίος, κατά θαυματουργό τρόπο έβαινε διαρκώς αυξανόμενος όπως βλέπετε από το κολάζ τίτλων στα αριστερά.

Φαντάστηκα την εξής στιχομυθία:
— Διπλασιάστηκαν τα ραντεβού εμβολιασμού από 60χρονους+
— Μόνο; Τριπλασιάστηκαν!
— Τετραπλασιάστηκαν να λέτε.
— Εμένα ν’ ακούτε. Πενταπλασιάστηκαν.
— Επταπλασιάστηκαν, ρε ψεύτες.
— Τι λέτε ρε μαδούροι; Δεκαπλασιάστηκαν!
— Υπερδεκαπλασιάστηκαν, τελεία και παύλα.

* Και προχωράμε στα μεζεδάκια της εβδομάδας. Ξέρετε ποιος είναι ο Τζορτζ Καμπόσος;

Ομολογώ ότι εγώ δεν τον ήξερα, όμως είναι Ελληνοαυστραλός πυγμάχος, με καταγωγή από τη Σπάρτη, ο οποίος τις προάλλες αναδειχτηκε παγκόσμιος πρωταθλητής «στην κατηγορία των ελαφρέων βαρών» όπως έγραψε μεγάλος ιστότοπος.

Μην το παίρνετε στα ελαφρέα, είναι μεγάλο κατόρθωμα.

* Συνεχίζω με μια ανταπόκριση απο Κέρκυρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ζωγραφική, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 465 Σχόλια »

Μπίρα με φιστίκια ή το επίμονο ύψιλον

Posted by sarant στο 3 Οκτωβρίου, 2018

Τα φιστίκια, Αιγίνης, αράπικα ή άλλα, είναι από τα πιο συχνά συνοδευτικά της μπίρας, όπως περίπου στη φωτογραφία, ιδίως αλατισμένα -και, όπως υπονοεί η φωτογραφία, άπαξ και τα αρχίσεις πολύ δύσκολα τα σταματάς.

Όμως εμείς εδώ δεν εδεσματολογούμε, λεξιλογούμε -κι όπως ίσως θα καταλάβατε από τον τίτλο, θα συζητήσουμε εδώ το ύψιλον με το οποίο πολλοί γράφουν τις λέξεις αυτές, και κάποιες άλλες, παρόλο που ούτε δικαιολογείται ούτε ετυμολογικά ούτε στα λεξικά εμφανίζεται -γι’ αυτό και το λέω «επίμονο».

Παρεμπιπτόντως, ο ιστότοπος απ’ όπου δανείστηκα τη συνοδευτική φωτογραφία, είχε στη λεζάντα «Μπύρα με φιστίκια», ισοπαλία δηλαδή.

Στην ορθογραφία της μπίρας έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο παλιότερα, από το οποίο ξεσηκώνω τα εξής:

Η λέξη «μπίρα» όταν ήμουν μικρός γραφόταν «μπύρα» στις διαφημίσεις, μπύρα πάνω στα μπουκάλια της μπίρας, μπύρα στις περισσότερες εφημερίδες. Αυτή η γραφή με ύψιλον δεν στηρίζεται πουθενά και προσωπικά δεν ξέρω ποιος την εισηγήθηκε ούτε γιατί έριξε τόσο επίμονες ρίζες. Τη λέξη τη δανειστήκαμε από τα ιταλικά, όπου είναι birra, στα γαλλικά είναι bierre, στα αγγλικά είναι beer, στα γερμανικά Bier, πουθενά δεν υπάρχει κάποιο y, να πεις ότι μεταφέρθηκε στο ελληνικό ύψιλον. Πιθανότερο φαίνεται ότι γράφτηκε με υ, μπύρα, από την οπτική επίδραση της λ. ζύθος, που ήταν το ελληνοπρεπές αντίστοιχο της μπίρας.

Δεν είμαι πάντως βέβαιος ότι η αρχική γραφή ήταν «μπύρα». Ο Παπαδιαμάντης τουλάχιστον, στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο του «Γλώσσα και κοινωνία», που δημοσιεύτηκε σε τέσσερις συνέχειες στην εφημ. Αλήθεια το 1907, διαφωνώντας με τον τύπο «Βιέννη» για την αυστριακή πρωτεύουσα, γράφει:  «Ενθυμούμαι προ είκοσι ετών, εις του Μπερνιουδάκη, επίναμεν μπίρα της Βιέννας», γράφει δηλαδή τη μπίρα με γιώτα.  Πολλά χρόνια παλιότερα,  στην «Επιτομή λεξικού της παλαιάς ελληνικής γλώσσης εις την σημερινήν» του Ψύλλα (1836) διαβάζω ότι βύνη είναι «το τριμμένον κριθάρι δια την μπίραν». Έτσι γράφεται η λέξη και στο δράμα «Ιωάννης Μίλτων» του Ρηγόπουλου (1874) από όπου το αμαρτωλό απόσπασμα: «Ημείς, mon cher, χορούς, δείπνα, χαρτοπαίγνια, έρωτας, εταίρας, μπίραν, κονιάκ, μάλαγαν, κιουρασσό, βορδώ, σαμπάνια και ενίοτε, κυνήγια και ιπποδρομίας». Και σε άπταιστη καθαρεύουσα ο Ξαβέριος Λάνδερερ  δίνει το 1871 οδηγίες «εις τους βουλομένους κατασκευάσαι μπίραν».

Θέλω να πω, δεν είναι μαλλιαρός ο τύπος «μπίρα», όμως κάποια στιγμή, πιθανώς περί το 1900, εκτοπίστηκε σχεδόν από τον τύπο «μπύρα». Για παράδειγμα, στα χρονογραφήματα του Κονδυλάκη το βρίσκουμε πάντα γραμμένο με ύψιλον. Τα λεξικά από παλιά το γράφουν «μπίρα» (έτσι το λεξικό της Πρωίας το 1933, ενώ ο Δημητράκος γράφει και τους δυο τύπους) ενώ και τα σημερινά λεξικά, τη γραφή «μπίρα» προκρίνουν, όμως η πιάτσα χρησιμοποιεί περισσότερο τον τύπο «μπύρα» ίσως επειδή σχεδόν όλες οι ζυθοβιομηχανίες τον προτιμούν πάνω στα μπουκάλια τους. Κάποιος έλεγε ότι το Υ θυμίζει το σχήμα του ποτηριού της μπίρας -όχι όμως του ποτηριού της φωτογραφίας!

Και στα φιστίκια αφιερώσαμε άρθρο πριν από καμιά εικοσαριά μέρες, αν και στην ορθογραφία τους δεν σταθήκαμε πολύ. Είχαμε όμως γράψει:

Η λέξη πιστάκιον είναι δάνειο από κάποια ανατολική γλώσσα, ίσως τα περσικά. Μέσω των λατινικών (pistacium) πέρασε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες με ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Η νεοελληνική λέξη, φιστίκι, είναι δάνειο από τα τουρκικά (fıstık), και αυτό με τη σειρά του από το αραβικό fustuq και από το περσικό pistag. Σε μερικά λεξικά θα δείτε ότι το φιστίκι είναι αντιδάνειο, διότι, τάχα, η αραβική λέξη είναι δάνειο από το πιστάκιον, αλλά πιθανότερο είναι αραβικά και ελληνικά να έχουν αντλήσει και τα δυο από κοινή πηγή. Στα ποντιακά το λένε φουστούκι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 298 Σχόλια »

Ο Βάρναλης και η Αίγινα

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2018

Περίεργη μέρα σήμερα, του Αγίου Πνεύματος: είναι αργία για μερικούς, και μαλιστα σε τριήμερο, άλλοι όμως δουλεύουν -αυτά στην Ελλάδα, αφού στην Εσπερία η αντίστοιχη αργία ήταν την προηγούμενη βδομάδα. Τις Κυριακες και αργίες βάζουμε θέμα λογοτεχνικό, χτες είχαμε διήγημα, τη μέρα τη σημερινή επέλεξα να τη θεωρήσω αργία κι έτσι να βάλω θέμα φιλολογικό, αν και σε κάποιο βαθμό είναι επανάληψη παλιότερων άρθρων του ιστολογίου.

Την Παρασκευή που μας πέρασε, στις 25 Μαΐου, ο Μορφωτικός Σύλλογος Αίγινας πραγματοποιησε εκδήλωση με τίτλο «Ο Βάρναλης στην Αίγινα». Δεν μπορούσα να παρευρεθώ, οπότε έστειλα ένα σύντομο κείμενο που διαβάστηκε στην εκδήλωση.

Το ίδιο κείμενο θα δημοσιεύσω σήμερα, προσθέτοντας ένα-δυο λινκ, αφού κάποια από τα κείμενα του Βάρναλη που σταχυολογούνται στο κειμενο έχουν παρουσιαστεί παλιότερα στο ιστολόγιο.

Στο τέλος του άρθρου υπάρχει και το βίντεο της εκδήλωσης, όπου το δικό μου κείμενο διαβάζεται πρώτο και ακολουθεί η εισήγηση της φιλολόγου Τασούλας Μπέση.

Διανθίζω το κείμενο με μια-δυο από τις πολλές φωτογραφίες που παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση.

Ο Βάρναλης και η Αίγινα

Ευχαριστώ τον Μορφωτικό Σύλλογο για την τιμητική πρόσκληση που μου έκανε να γράψω αυτό το σύντομο κείμενο και λυπάμαι που δεν μπορώ να παρευρεθώ ο ίδιος στην εκδήλωσή σας· μια εκδήλωση που θέλει να αναδείξει τη σχέση του μεγάλου μας ποιητή Κώστα Βάρναλη με την Αίγινα, μια σχέση μακρόχρονη και δημιουργική, ωστόσο όχι ιδιαίτερα γνωστή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 101 Σχόλια »

Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου (1929-2011)

Posted by sarant στο 17 Δεκεμβρίου, 2015

Σήμερα συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από τη μέρα που χάσαμε τον πατέρα μου, τον Δημήτρη Σαραντάκο. Παρόλο που τον θυμόμαστε διαρκώς στο ιστολόγιο, αφού κάθε δεύτερη Τρίτη βάζω σε συνέχειες ένα κομμάτι από κάποιο βιβλίο του, αισθάνθηκα την ανάγκη να τιμήσω σήμερα τη μνήμη του, όχι γράφοντας κάποιο καινούργιο κείμενο -δεν είμαι έτοιμος, ας πούμε- αλλά αναδημοσιεύοντας το μεγαλύτερο μέρος από τη νεκρολογία που είχα γράψει την επόμενη μέρα από τον θάνατό του. Το σημερινό άρθρο έχει αρκετές ομοιότητες με το αυριανό, και δεν αποκλείεται το αυριανό να με παρακίνησε για το σημερινό. Επίσης, συμπληρώνω τη νεκρολογία με ένα επεισόδιο από τη ζωή του πατέρα μου που το έμαθα πρόσφατα από έναν φίλο του, με τον οποίο βρέθηκα χάρη στο Διαδίκτυο.

Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011)

mimis_jpeg_χχsmallΟ πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, Μίμης για τους κοντινούς του, έφυγε από κοντά μας εντελώς ξαφνικά, χτες, 17 Δεκεμβρίου 2011.

Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, στις 8 Ιανουαρίου 1929, μοναδικό παιδί του Νίκου Σαραντάκου, μανιάτη τραπεζικού υπαλλήλου με έφεση στην ποίηση, τον ραδιοερασιτεχνισμό και τη χημεία, και της Ελένης Μυρογιάννη, ντόπιας δασκάλας και ποιήτριας. Τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο στη Μυτιλήνη. Συμμετείχε στην εθνική αντίσταση ως επονίτης -ο πατέρας του ο Νίκος ήταν άλλωστε στέλεχος του ΕΑΜ. Για τα μαθητικά του χρόνια έχει γράψει στο βιβλίο του «Μαθητές και δάσκαλοι«, ενώ μια αφήγηση με αναμνήσεις από την Κατοχή υπάρχει εδώ.

Ο παππούς μου είχε την τύχη να τον κυνηγήσει το μεταπελευθερωτικό κράτος πολύ νωρίς κι έτσι αθωώθηκε στη στημένη δίκη για «στάση», διότι τα δικαστήρια κρατούσαν ακόμη κάποια προσχήματα. Όμως, απολύθηκε από την τράπεζα και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως και τόσοι κυνηγημένοι αριστεροί. Εκεί, για κάμποσα χρόνια έβγαζε το ψωμί της οικογένειας φτιάχνοντας πορσελάνινα κουκλάκια. Ο Δημήτρης Σαραντάκος πέρασε στην Ιατρική, αλλά την εγκατέλειψε στο πρώτο έτος λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Ξαναέδωσε εξετάσεις και πέρασε χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ. Το 1953 πήρε το πτυχίο του και μετά τη στρατιωτική του θητεία δούλεψε στην τεχνική εκπαίδευση, σε χημικές βιοτεχνίες, αργότερα υπάλληλος στον ΕΟΤ (της εποχής του Μον Παρνές, αρχές δεκαετίας 1960) και από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ελεύθερος επαγγελματίας με μια μικρή εταιρεία μονωτικών και στεγανωτικών υλικών, την ΤΕΜΣΑ (χαριτολογώντας λέγαμε ότι σημαίνει Τεχνική Εταιρεία Μίμης Σαραντάκος – Αλέκος, αλλά φυσικά δεν ήταν αυτή η σημασία, κι άλλωστε o συνεταιρισμός με τον Αλέκο χάλασε νωρίς).  Το 1958 παντρεύτηκε την Αγγελική (Κική) Πρωτονοταρίου από την Αίγινα. Έκαναν τρία παιδιά, τον Νίκο (εγώ είμαι αυτός), την Λένα και την Έφη και είχε την τύχη να χαρεί πέντε εγγόνια. Ένα εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενό του, απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» μπορείτε να διαβάσετε εδώ. [Τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» έχουν επίσης παρουσιαστεί από το ιστολόγιο]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Προσωπικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 61 Σχόλια »

Πεζοπορία, ένα χόμπι

Posted by sarant στο 2 Δεκεμβρίου, 2015

Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, χόμπι είναι ερασιτεχνική απασχόληση για να περνούμε τις ελεύθερες ώρες μας: H κηπουρική / το ψάρεμα / τα μαστορέματα / τα γραμματόσημα είναι το χόμπι του.

Η λέξη είναι δάνειο από τα αγγλικά (hobby) και στα ελληνικά είναι άκλιτη, παρόλο που προσαρμόζεται καλά στο τυπικό της ελληνικής -αν είχε εισαχθεί νωρίτερα στη γλώσσα, ιδίως αν είχε τριφτεί στη λαϊκή χρήση, μπορεί και να κλινόταν (τα χόμπια, ας πούμε), αλλά με το «αν» δεν θα χτίσουμε ανώγια και κατώγια: είναι λέξη άκλιτη λοιπόν.

Αρκετοί από τους παλιότερους θα τη γράφουν χόμπυ, ενώ οι νεότεροι υποθέτω (ας επιβεβαιώσουν) θα προτιμούν την απλή γραφή, χόμπι, που είναι και σύμφωνη με τον ορθογραφικό κανόνα που ορίζει ότι τις δάνειες λέξεις τις γράφουμε όσο το δυνατόν απλούστερα. Φοβάμαι ότι κάποιοι θα γράφουν και hobby, που το βρίσκω εντελώς άτοπο, τουλάχιστον αν γράφουμε ελληνικά.

Η ετυμολογία της αγγλικής λέξης είναι ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία, πρόκειται για σύντμηση της λ. hobbyhorse, που δήλωνε μια φιγούρα αλόγου, από ψάθα φτιαγμένο, που το φορούσε κάποιος στους λαϊκούς χορούς και τα πανηγύρια του Μεσαίωνα στην Αγγλία, όπως εμείς είχαμε τις Απόκριες την γκαμήλα. Στη συνέχεια, hobbyhorse ονομάστηκαν τα παιδικά παιχνίδια που τα λέμε «αλογατάκια», καθώς και τα αλογάκια στα καρουσέλ, οπότε τελικά από τη σημασία «παιχνίδι» η λέξη έφτασε να σημαίνει την ερασιτεχνική ενασχόληση (του ενήλικου) που γίνεται για ψυχαγωγία -το OED δίνει φράση από το 1676: Almost every person hath some hobby horse or other wherein he prides himself, και τελικά το horse εξέπεσε και έμεινε το hobby.

Αυτό το hobby είναι όνομα που δινόταν στα άλογα που έσερναν αμάξια Hobin και Hobby, παραλλαγή του Robbie, δηλαδή του Robert. Αυτά με την ετυμολογία της λέξης.

Ποιες ενασχολήσεις όμως συνιστούν χόμπι; Αν και δεν είναι ευαγγέλιο, να ξαναδούμε τα παραδείγματα του λεξικού: κηπουρική – ψάρεμα – μαστορέματα – γραμματόσημα. Ο Μπαμπινιώτης, στα δικά του παραδείγματα, προσθέτει τη συλλογή νομισμάτων. Το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας έχει περισσότερα παραδείγματα, π.χ. μοντελισμό, ορειβασία αλλά και αθλητισμό.

Είναι χόμπι το διάβασμα; Θα έλεγα όχι, αλλά δεν μπορώ να το αιτιολογήσω πειστικά, είναι όμως η αίσθηση που έχω. Παρόλο που διαβάζω πολύ και επί πολλά χρόνια, το διάβασμα δεν το θεωρώ χόμπι, ούτε και το γράψιμο, ούτε την ενασχόληση με τη γλώσσα και με τις γλώσσες -στο κάτω κάτω, μερικοί από αυτά βιοποριζόμαστε. Είναι ο (ερασιτεχνικός) αθλητισμός; Πιθανώς, αλλά για τους τριαντάρηδες και πάνω. Για έναν έφηβο, είναι αθλητισμός. Είναι η μουσική; Θα έλεγα όχι το να ακούς, ναι το να παίζεις ή να κάνεις συλλογή μουσικών οργάνων. Βέβαια, αυτές είναι δικές μου κατηγοριοποιήσεις, ο καθένας αυτά τα πράγματα τα καταλαβαίνει αλλιώς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Προσωπικά, Περιαυτομπλογκίες, Χόμπι | Με ετικέτα: , , , | 177 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Ο μεγάλος έρωτας του γιου του

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή και είναι η έκτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα. Τα γεγονότα της σημερινής συνέχειας τα έχουμε ξαναδεί, αλλά από άλλη οπτική γωνία, όταν δημοσίευα αποσπάσματα από τα Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια, το αυτοβιογραφικό αφήγημα του πατέρα μου.

mimis_jpeg_χχsmallΠαρά την εισαγωγή του Γρηγόρη στην οικογένεια, ο γιος του ποιητή δε θέλησε να μάθει να οδηγεί. Μόλο που στην εύθυμη διάθεση, το χιούμορ, την πολυμέρεια, την τεράστια μνήμη και την αντοχή του στο κρασί έμοιαζε πολύ στον πατέρα του, διέφερε απ’ αυτόν σε πολλά σημεία. Δεν κάπνιζε, δεν τα κατάφερνε με τις μηχανές, δεν «πιάναν τα χέρια του», δεν έγραφε ποιήματα. Αντίθετα του άρεσε η συμφωνική μουσική, που τον πατέρα του δε συγκινούσε καθόλου, έπαιζε φυσαρμόνικα και κουτσοζωγράφιζε, ικανότητες που εκείνος δεν είχε.

Το καλοκαίρι του 52, ύστερα από μια πολυήμερη εκδρομή στην Αίγινα, ο γιος τους γύρισε ερωτευμένος ως τα μπούνια. Κι’ άλλες φορές είχε ερωτευθεί με τη συνηθισμένη σ’ αυτή την ηλικία ορμή, αυτή τη φορά όμως φάνηκε από την αρχή πως τα πράγματα ήταν σοβαρά, πρώτα πρώτα γιατί τους ενημέρωσε αμέσως για τη νέα γνωριμία του, ύστερα γιατί από την επομένη άρχισε ακατάσχετη αλληλογραφία και τέλος γιατί σχεδόν κάθε Σάββατο έκανε σύντομα ταξίδια στην Αίγινα, που συνεχίστηκαν κι όταν ξανάρχισαν τα μαθήματα στο Πολυτεχνείο κι όταν χειμώνιασε για καλά. Από τα ταξίδια αυτά ο νεαρός επέστρεφε ακόμα πιο ερωτευμένος και κατά κανόνα πουντιασμένος. Με χαρά ο Νίκος κι η Ελένη μάθανε πως η εκλεκτή της καρδιάς του γιού τους έγραφε ωραία ποιήματα και επί πλέον σκόπευε μόλις τέλειωνε το γυμνάσιο, να σπουδάσει χημικός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , | 65 Σχόλια »

Τα ποιήματα της μητέρας μου

Posted by sarant στο 12 Οκτωβρίου, 2014

Θα μου συγχωρέσετε σήμερα τον προσωπικό τόνο: το κυριακάτικο φιλολογικό μας άρθρο θέλω να το αφιερώσω στη μητέρα μου, την Αγγελική Πρωτονοταρίου-Σαραντάκου, και τα ποιήματά της -ίσως μάλιστα θάπρεπε από καιρό να το έχω κάνει. Η αφορμή είναι τα προχτεσινά της στρογγυλά γενέθλια. Την ανάρτηση δεν την έβαλα προχτές, αφενός επειδή τη μέρα εκείνη της είχε αφιερώσει άρθρο η αδελφή μου στο δικό της ιστολόγιο, και αφετέρου διότι και σήμερα είναι μια σημαντική επέτειος στη ζωή της μητέρας μου, αφού σαν σήμερα συνέβη το «αμάρτημα της μητρός μου», που θα έλεγε ο Βιζυηνός.

Στις 12 Οκτωβρίου 1955, επέτειο ξεχασμένη της απελευθέρωσης της Αθήνας, σε πολιτικό κλίμα βαρύ μετά τα σεπτεμβριανά και εξεγερσιακό εξαιτίας του Κυπριακού, η μητέρα μου με άλλη συμφοιτήτριά της, μέλη της παράνομης ΕΠΟΝ, πέταξαν προκηρύξεις στο κέντρο της Αθήνας. Σύλληψη, Μπουμπουλίνας, προφυλάκιση στις φυλακές Αβέρωφ, παραπομπή σε δίκη με τον 509. Ευτυχώς, ίσως επειδή η δίκη έγινε σε προεκλογική περίοδο, η μητέρα μου απηλλάγη λόγω αμφιβολιών (ήταν οι εκλογές του Φεβρουαρίου 1956, στις οποίες η ΕΔΑ είχε συνεργαστεί με τα κεντρώα και φιλελεύθερα κόμματα στην Δημοκρατική Ένωση, που πρώτευσε σε ψήφους αλλά υστέρησε σε έδρες λόγω του ιδιόρρυθμου, ‘τριφασικού’, εκλογικού συστήματος). Έτσι, από την περιπέτεια έμεινε η τρίμηνη προφυλάκιση και βέβαια το ισόβιο φακέλωμα -που έμελλε αργότερα να οδηγήσει στην απόλυση επί δικτατορίας.

Η μητέρα μου έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Του έρωτα και του αγώνα (1986), Με την άμπωτη (1989), Εφεδρείες (1994).

Διαλέγω μερικά ποιήματα.

Οι δυο βάρδιες, που, όπως το διατυπώνει εύστοχα η Λένα, περιγράφει πολύ εύστοχα τις γυναίκες της γενιάς της, τις πρώτες επιστημόνισσες που έπρεπε να εφεύρουν, πρώτες εκείνες, μέσα τους και γύρω τους εκείνη την περίφημη ισορροπία μεταξύ της προσωπικής ζωής, της δουλειάς τους, της οικογένειάς τους.
Πιο συχνά, εκείνο που θυσίαζαν ήταν βέβαια η προσωπική τους ζωή…

mama1Οι δυο βάρδιες

Είν’ η ζωή σου εναλλαγή σε δυο οχτάωρα·
κάθε πρωί στο εργαστήριο
μέσα στην άσπρη σου ποδιά, μέσ’ το βενζόλιο και τον αιθέρα.
Δουλειά κι αγώνας και μοναδική σου καταξίωση
έτσι που στάθηκες ορθή μπροστά στον πάγκο σου
και στ’ ανοιχτό βιβλίο.

Το μεσημέρι αλλάζεις σκηνικό:
φοράς τη ρόμπα του σπιτιού κι αρχίζεις
κι από πού να πιάσεις;
Πρέπει να βρούνε φαγητό, σαν θα’ρθουνε
κι ένα χαμόγελό σου να τους περιμένει.

Το εξηνταεννιά σού το΄χαν πει και στην Ασφάλεια:– Και τι μας νοιάζει εμάς, το Κράτος δηλαδή,
αν για το γούστο ή το κόμμα σου,
σκάρωσες ένα τσούρμο κουκουέδες;
Και για τη «δράση» σου γυρεύεις αναγνώριση;
«Κοινωνική Αποστολή», μας λες, «Κοινωνική ευθύνη».
Δικιά σου η απόφαση και η ευθύνη!

(Η μητέρα μου, γεννημένη στην Αίγινα, σπούδασε Χημικός και στη δικτατορία απολύθηκε από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο όπου δούλευε. Έκανε λοιπόν μικροβιολογικές αναλύσεις στο σπίτι, σε ένα αυτοσχέδιο εργαστήριο στην ταράτσα, κι ύστερα έπιασε δουλειά σε μια ιδιωτική κλινική. Το 1975 επανήλθε στο Αρεταίειο και ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα μέχρι τη συνταξιοδότησή της).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία, Προσωπικά, Ποίηση, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , | 82 Σχόλια »

Από τη Μπουμπουνίστρα στα Ρούλια Αμπέλια

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2014

Το σημερινό άρθρο είναι κι αυτό παρμένο από την ομιλία που είχα κάνει πριν από δεκαπέντε μέρες στην ξενάγηση-περίπατο στο κέντρο της Αθήνας με τη δημοτική παράταξη Ανοιχτή Πόλη και τον υποψήφιο δήμαρχο Γαβριήλ Σακελλαρίδη. Έχω δημοσιέψει κι άλλα άρθρα παρμένα από αυτή την ομιλία, που ήταν άλλωστε πολύ μεγάλη για να χωρέσει σε ένα μόνο άρθρο του ιστολογίου και γι’ αυτό, όπως έγραψα, «σαν κάτι πανεπιστημιακούς που κατατέμνουν σοφά τα αποτελέσματα της έρευνάς τους ώστε να φτουρήσουν και να δώσουν και τρία, και πέντε και δέκα πέιπερ», έσπασα κι εγώ την ομιλία μου σε τέσσερα άρθρα, από τα οποία το σημερινό είναι το τέταρτο και τελευταίο. Να θυμίσω ότι έχει προηγηθεί ένα άρθρο για τις μετονομασίες δρόμων και πλατειών της Αθήνας, ένα για τις παλιές πολυκατοικίες που τις λέγαν και οκέλες, και ένα για τα λεξιλογικά της πόλης και του δήμου. Ίσως στο σημερινό άρθρο να υπάρχουν κάποιες επικαλύψεις με τα προηγούμενα, αλλά ελπίζω όχι πολλές.

Πόσο απέχει η Μπουμπουνίστρα από τα Ρούλια Αμπέλια; Γύρω στο ενάμιση χιλιόμετρο, αν δεν κάνω λάθος. Βέβαια, τότε που τα λέγαν έτσι εκείνα τα μέρη, η απόσταση μπορεί να ήταν λίγο μικρότερη, διότι μπορούσες να πας ευθεία γραμμή, ενώ σήμερα, που όλος ο τόπος έχει χτιστεί, δεν μπορείς να κόψεις δρόμο. Και τα δυο τοπωνύμια γκουγκλίζονται, βέβαια, οπότε όποιος αδημονεί μπορεί να μάθει με ποια σημερινά αντιστοιχούν, αλλά εγώ θα σας τα αποκαλύψω στη ροή της αφήγησης, το πρώτο σχετικά νωρίς, το δεύτερο στο τέλος, αφού πρώτα κάνουμε ένα ταξίδι στην ιστορία της Αθήνας και των τοπωνυμίων της.

Η Αθήνα δεν είναι η πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους, αφού ο τίτλος αυτός ανήκει στην Αίγινα, που διετέλεσε έδρα της κυβέρνησης από το 1826 έως το 1828, πριν παραδώσει τη σκυτάλη στο Ναύπλιο. Ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα στις 18.9.1834, ενώ η μεταφορά των κυβερνητικών υπηρεσιών έγινε τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Συνηθίζουμε να λέμε πως όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα ήταν «ένα μικρό χωριό», αλλά η έκφραση αυτή μόνο ως ποιητική άδεια μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού η πόλη είχε τότε 10-12.000 κατοίκους, αριθμό κάθε άλλο παρά ασήμαντο για τα δεδομένα της εποχής· βέβαια, είχε πάθει μεγάλες καταστροφές από τις πολεμικές επιχειρήσεις μέσα στην πόλη, ενώ και οι Τούρκοι παρέμειναν, βάσει συνθήκης, έως το 1833, κάτι που άλλωστε καθυστέρησε τη μεταφορά της πρωτεύουσας.

Το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 1833 και διαπνεόταν από το πνεύμα του νεοκλασικισμού. Τοποθετούσε τα ανάκτορα στη σημερινή πλατεία Ομονοίας. Επειδή το κόστος των απαλλοτριώσεων ήταν υπέρογκο και οι ιδιοκτήτες γης αντιδρούσαν, το 1834 τροποποιήθηκε από τον Λέο φον Κλέντσε, προς το λιγότερο φιλόδοξο. Η τοποθεσία οικοδόμησης των Ανακτόρων μεταφέρθηκε κάπου στον Κεραμεικό. Πολλοί Έλληνες της διασποράς, θέλοντας να κερδοσκοπήσουν, αγόρασαν μεγάλες εκτάσεις στο σημερινό Μεταξουργείο και στην αρχή της οδού Πειραιώς· τελικά όμως, οι τοποθεσίες αυτές απορρίφθηκαν για λόγους υγιεινής και επειδή γειτόνευαν με φτωχογειτονιές, και προκρίθηκε η περιοχή της σημερινής πλατείας Συντάγματος, το Εξέχωρο όπως ονομαζόταν (έξω από τη Χώρα!) ή Μπουμπουνίστρα (επειδή στη σημερινή λεωφ. Αμαλίας, στο ύψος της Όθωνος, υπήρχε μια βρύση που έκανε πολύ θόρυβο). Το μέρος εκείνο λοιπόν ήταν σαφώς υγιεινότερο, αφού τα αέρια ρεύματα από τον Υμηττό καθάριζαν την περιοχή και το κοντινό ποτάμι, ο Ιλισός, δεν είχε τη στασιμότητα του Κηφισού. Ο θρύλος λέει ότι οι Βαυαροί όρισαν τέσσερις υποψήφιες θέσεις, και για να επιλέξουν την περιοχή έβαλαν από ένα κομμάτι κρέας επάνω σε έναν στύλο, σε κάθε θέση, και πρόσεξαν σε ποια περιοχή διατηρήθηκε περισσότερο το κρέας· και αυτή ήταν η σημερινή πλατεία Συντάγματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »

Ο Βάρναλης κι οι άλλοι λογοτέχνες στην Αίγινα πριν από 90 χρόνια

Posted by sarant στο 11 Αυγούστου, 2013

Aigina%201Πριν από τριάμισι χρόνια είχα ανεβάσει, εκτός εποχής, φλεβαριάτικα, ένα άρθρο με αποσπάσματα απ’ όσα έχει γράψει στα «Φιλολογικά απομνημονεύματά» του ο Κώστας Βάρναλης για την αγαπημένη του Αίγινα, όπου πέρασε ευτυχισμένα και δημιουργικά χρόνια. Όλο το κείμενο βρίσκεται στον παλιό μου ιστότοπο. Τώρα, που ο καιρός είναι πιο ταιριαστός, και που βρίσκομαι (αν και όχι για πολύ ακόμα) στην Αίγινα, ανεβάζω κάποια άλλα αποσπάσματα, με αναφορά και στους άλλους λογοτέχνες που έζησαν και δημιούργησαν στην Αίγινα στον μεσοπόλεμο, όταν η φτήνια της διαβίωσης τράβηξε εκεί τους νέους διανοούμενους -κάτι που έγινε και στο Παρίσι περίπου την ίδια εποχή ή που γίνεται στο Βερολίνο σήμερα. Στα κοσμικά και πανάκριβα μέρη, οι διανοούμενοι δεν πηγαίνουν για να δημιουργήσουν αλλά για να κολακέψουν πλούσιους.

Να επισημάνουμε ότι το κείμενο αναφέρεται μεν στα 1921-24, αλλά γράφεται αρκετά αργότερα, το 1934-35 (δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημ. Ανεξάρτητος, και εκδόθηκε σε βιβλίο το 1980, απ’ όπου και είναι παρμένα τα αποσπάσματα).

Ο ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ

Μάρτης-Μάης, τρεις μήνες μαθήματα κι εξετάσεις. Και με τον Ιούνιο μπήκαμε στις θερινές διακοπές. Άρχισα να ζητώ ένα μικρό νησί, ένα ψαρομέρι με την ήσυχη θάλασσά του ν’ απομονωθώ εκεί άγνωστος ανάμεσα σε άγνωστους κι απλοϊκούς ανθρώπους, να συγκεντρωθώ και να … συγγράψω. Ένιωθα μέσα μου να σαλεύει, ν’ αναδεύεται και να ζητάει να λάβει μορφή και σχήμα και να έβγει να σταθεί αντίκρυ στον ήλιο ένα καινούριο έργο, που ακόμα δεν ήξερα τ’ όνομά του: «Το φως, που καίει».

Μου είχε περάσει η παλιά μυστικόπαθη πίστη μου στην ηγεμονία του πνεύματος απάνου στη ζωή. Μου φαινότανε κωμικό να μιλούμε για πολιτισμό, όταν η τύχη του βρίσκεται στα χέρια των μεγάλων ληστών της γης και μπορούνε να τον καταστρέψουνε, όποτε τους καπνίσει. Θεωρούσα, πως είναι έσχατη ανανδρία του πνεύματος να θέλει να στέκει πάνου από τους ποταμούς των αιμάτων διατηρώντας άγγιχτη από το βούρκο τους τη θεϊκιά του ουσία…

Πίστευα πως ο Λόγος, αν δε μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο, όπως είναι θεμελιωμένος στην αδικία, και να καλύψει τα πάντα, ενόσω οι μάζες μένουν έξω από την άμεση περιοχή του, όμως μπορεί να ξυπνήσει τις συνειδήσεις στην αρχή λιγοστών και αργότερα περισσότερων σκλάβων, ν’ ανοίξει ένα φωτεινό ρήγμα στο ατράνταχτο μέτωπο της ψευτιάς και να ετοιμάσει το έδαφος για τη Μεγάλη Πράξη, για την Ημέρα της Κρίσεως.

 ***

Ένα απόγεμα πήρα το βαποράκι στον Περαία, την περίφημη «Χρυσώ», και πήγα πρώτα στην Αίγινα. Είχα σκοπό, αρχίζοντας από την Αίγινα, να ψάξω γύρω γύρω το Σαρωνικό όσο να εύρω το κατάλληλο μέρος για να κουρνιάσω οριστικά. Ήθελα να είμαι πάντα κοντά στην Αθήνα. Γιατί δεν είχα και πολλήν εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Ήξερα πως εύκολα με πιάνει ο κόρος και η πλήξη. Έπρεπε λοιπόν να μπορώ να παίρνω εύκολα το βαπόρι και να έρχομαι στην πόλη των Θεών, για να μετανιώνω και να φεύγω από την κάμινο του πυρός και της καβαλίνας πίσου στη δροσιά και την ησυχία του πελάου.

Στην Αίγινα που πρωτοπήγα, εκεί και έριξα άγκυρα για πάντα. Ο βραδινός περίπατος, που έκανα γιαλό γιαλό από την «κολόνα» ίσαμε τον Αϊ-Βασίλη, μου άρεσε πολύ. Νοίκιασα το απάνου πάτωμα (δυο καμαρούλες) σ’ ένα ήσυχο σπιτάκι και ξαναγύρισα στην Αθήνα για να φέρω τα πράματά μου.

Σ’ ένα τραπεζάκι τοποθέτησα μερικά αγαπημένα βιβλία. Κάρφωσα στους τοίχους γύρω γύρω ένα σωρό φωτογραφίες από έργα του Γκρέκο, του Πιντουρίτσιο, του Μποτιτσέλι, του Νταβίντσι, του Μιχαήλ Αγγέλου κ.λ.π., αγορασμένες από το Μουσείο του Λούβρου και την Πινακοθήκη του Βατικανού. Χαράματα σηκωνόμουνα, έσκυβα από το παράθυρο στην αυλή και κοίταγα πέρα τον ουρανό και κάτωθέ μου κληματαριές, αμυγδαλιές, φιστικιές, ένα πηγάδι, μια γίδα με το κουδούνι της, ένα κοπάδι όρνιθες… Κι ύστερα η νοικοκυρά μού έφερνε γάλα και καφέ κι εγώ καθόμουνα στο γράψιμο ευτυχισμένος κι αισιόδοξος ή έφερνα βόλτες μέσα στο δωμάτιο χειρονομώντας ζωηρά, καθώς απάγγελνα τους στίχους, που είχα γράψει, δοκιμάζοντας τον ήχο τους με τ’ αυτί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , , | 51 Σχόλια »