Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αγία Παρασκευή Λέσβου’

Χαράλαμπος Κανόνης (Δημ. Σαραντάκος) 9 – Στην Ελεύθερη Λέσβο

Posted by sarant στο 6 Αύγουστος, 2019

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το βιβλίο του πατέρα μου «Χαράλαμπος Κανόνης. Η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου», το πρώτο μη επιστημονικό βιβλίο του.

Ο Κανόνης ήταν Μυτιληνιός, γεωπόνος, υπάλληλος της ΑΤΕ, συνάδελφος και επιστήθιος φίλος του παππού μου, στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο τον Μάρτιο του 1948 στη Χίο, στον εμφύλιο.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Στη σημερινή ένατη συνέχεια βρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους του βιβλίου, στην Κατοχή, με τον Κανόνη να περνάει στο απελευθερωμένο κομμάτι του νησιού.

Στο κείμενο παρεμβάλλεται ένα αφηγημα του συγγραφέα Προκόπη Πανταζή που περιγράφει το μοίρασμα ενός τσιφλικιού στους ακτήμονες. Στο αφήγημα αυτό υπάρχουν λέξεις ιδιωματικές, που δεν προλαβαίνω να τις αναζητήσω, ενώ έχω και μερικές πραγματολογικές απορίες π.χ. για τα ‘αντιαεροπορικά’ που χρησιμοποιούνταν στο πότισμα. Κάθε βοήθεια καλοδεχούμενη.

Τον Ιούνιο του 1944, ο Κανόνης ένοιωσε τα πρώτα συμπτώματα της φυματίωσης. Μια ακτινογραφία επιβεβαίωσε τους φόβους του. Ζήτησε από την Τράπεζα δίμηνη αναρρωτική άδεια και από την Οργάνωση να τον στείλει στο βουνό. Τουλάχιστον εκεί θάταν πιο καλά, παρά κλεισμένος μέσα στην πόλη και κυκλοφορώντας κρυφά. Να βγει στο βουνό ζήτησε κι ο Σαραντάκος, που πήρε από την Τράπεζα τις κανονικές άδειες των τριών τελευταίων χρόνων που δεν τις είχε χρησιμοποιήσει. Έτσι μια νύχτα στις αρχές Ιουλίου οι δυο φίλοι έφυγαν κρυφά από τη Μυτιλήνη και πήγαν στην Αγιά Παρασκευή, κωμόπολη στο κέντρο του νησιού, όπου είχε εγκατασταθεί το αρχηγείο του ΕLΑΣ.

Ο Κανόνης στα δυο χρόνια που πέρασαν από τότε που εντάχθηκε στην Αντίσταση είχε εξελιχθεί σε στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Έτσι φτάνοντας στην Αγία Παρασκευή ανέλαβε την καθοδήγηση των κομματικών οργανώσεων που είχαν στηθεί σ’ ολόκληρη την επαρχία Μηθύμνης, δηλαδή στο δυτικό τμήμα του νησιού. Ο Κανόνης ανάλαβε το πόστο αυτό σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή. Λίγες βδομάδες πιο μπροστά οι αγρότες του πλούσιου κάμπου της Καλλονής συγκρότησαν διαδήλωση στην πλατεία της κωμόπολης, διαμαρτυρόμενοι για την απόπειρα να γίνει από τις κατοχικές αρχές αναγκαστική συγκέντρωση της σοδιάς. Η χωροφυλακή, που είχε ενισχυθεί την προηγούμενη με απόσπασμα, που έφτασε εκεί από τη Μυτιλήνη, με επικεφαλής το μοίραρχο Γεωργόπουλο, πυροβόλησε τον κόσμο στο ψαχνό, σκότωσε έναν και τραυμάτισε αρκετούς διαδηλωτές. Ο μητροπολίτης Διονύσιος διαμαρτυρήθηκε γι ’ αυτό το έγκλημα στο σταθμάρχη Καλλονής και την άλλη μέρα το απόσπασμα της Χωροφυλακής γύρισε στη Μυτιλήνη.

Λίγες μέρες αργότερα με απόφαση της Οργάνωσης του ΕΑΜ αφοπλίστηκαν από τον ΕΑΑΣ οι χωροφύλακες σ’ όλα τα χωριά του νησιού, εκτός από το Μόλυβο, το Πλωμάρι και το Σίγρι, όπου υπήρχαν γερμανικά φυλάκια. Την τήρηση της τάξης σ’ ολόκληρη την ύπαιθρο ανέλαβε η Εθνική Πολιτοφυλακή. Άλλοι χωροφύλακες μείναν στα χωριά όπου υπηρετούσαν, ιδιωτεύοντας, άλλοι, που είχαν προηγούμενα με τον πληθυσμό, πήγανε στη Μυτιλήνη και μερικοί κατατάχτηκαν στον ΕΛΑΣ. Ο μοίραρχος Γεωργόπουλος πιάστηκε τον Ιούλιο, πέρασε από ανταρτοδικείο και εκτελέστηκε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 73 Σχόλια »

Οι Γερμανοί φεύγουν (εις μνήμην Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 17 Δεκέμβριος, 2012

mimisneos

Ο Μίμης 14 χρονών, το 1943, με το πρώτο του μακρύ παντελόνι. Από το ιστολόγιο tofistiki.wordpress.com

Σήμερα κλείνει ένας χρόνος από τη μέρα που έφυγε από κοντά μας, εντελώς αναπάντεχα, ο πατέρας μου, ο μηχανικός και συγγραφέας Δημήτρης Σαραντάκος. Ο Δημήτρης (Μίμης) Σαραντάκος γεννήθηκε το 1929 στη Μυτιλήνη, γιος του τραπεζικού υπάλληλου και εμπειροτέχνη χημικού Νίκου Σαραντάκου από τη Γέρμα της Λακωνίας (που έγραφε ποιήματα με το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης), και της δασκάλας Ελένης Μυρογιάννη, που κι αυτή έγραφε ποιήματα και συμμετείχαν και οι δυο στη Λεσβιακή Άνοιξη, το πνευματικό κίνημα του μεσοπολέμου. Συμμετείχε στην εθνική αντίσταση με την ΕΠΟΝ. Μετά την απελευθέρωση έφυγαν κυνηγημένοι από τη Μυτιλήνη για την Αθήνα, όπου ο παππούς, απολυμένος από τη θέση του, έφτιαχνε για ένα διάστημα γύψινα κουκλάκια για βιοπορισμό, ενώ ο πατέρας μου πέρασε στην Ιατρική, την παράτησε λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων και συνέχισε στο ΕΜΠ, χημικός μηχανικός. Δούλεψε λίγο στην τεχνική εκπαίδευση, στη συνέχεια στον ΕΟΤ, έπειτα για 15 χρόνια ελεύθερος επαγγελματίας στον κλάδο των στεγανώσεων και στη συνέχεια στην τεχνική υπηρεσία της ΑΤΕ, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Μετά τη συνταξιοδότησή του άρχισε να γράφει και να εκδίδει τα έργα του, ενώ επί πολλά χρόνια εξέδιδε στην Αίγινα τη σατιρική εφημερίδα «Φιστίκι», που μετά εξελίχθηκε σε περιοδικό και στο τέλος σε ιστολόγιο. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία του: «Στοιχεία Χημείας», Αναξαγόρας, Πειραιάς 1958, «Στεγανώσεις και στεγανωτικά υλικά», Αθήνα 1964, «Χαράλαμπος Κανόνης. Η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου», Αθήνα 1987, «Απάντηση σε πέντε ερωτήματα», Αθήνα 1991, «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης», Ερατώ, Αθήνα 1996, Οι εσταυρωμένοι σωτήρες: Ο ζηλωτής, ο πρίγκηπας και ο διδάσκαλος», Εντός 1999, «Τα έπη των Αριμασπών», Βιβλιοπέλαγος 2004, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον παράδεισο», Το Φιστίκι 2006, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους», 2008, «Μαθητές και δάσκαλοι», 2008, «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;», 2010, «Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων», 2011 και, μετά θάνατον, πολύ πρόσφατα, «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» (Γνώση, 2012). Είχε έντονη πολιτική δράση από τις γραμμές της αριστεράς, προδικτατορικά από το ΚΚΕ και την ΕΔΑ, μεταδικτατορικά από το ΚΚΕ και τον Συνασπισμό/ΣΥΡΙΖΑ, διατηρώντας πάντοτε την αισιοδοξία του και τους ήπιους τόνους . Παντρεύτηκε την αιγινήτισσα Αγγελική (Κική) Πρωτονοταρίου, κλινικό χημικό, αναπληρώτρια καθηγήτρια της Ιατρικής, που επίσης γράφει ποιήματα, και έκανε τρία παιδιά, έναν γιο (εμένα) και δυο κόρες.

Κανονικά, τα αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου τα δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, αφού πρώρα δημοσιευτούν στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης. Σήμερα μεταθέτω κατά μία ημέρα τη δημοσίευση για να συμπέσει με την επέτειο του θανάτου του πατέρα μου. Πρόκειται για την εικοστή τέταρτη συνέχεια.  Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε στον Σεπτέμβρη του 1944. Η οικογένεια του πατέρα μου έχει καταφύγει στην ελεύθερη Αγία Παρασκευή, αλλά όταν μαθαίνουν το πολυπόθητο νέο της αποχώρησης των Γερμανών από το νησί επιστρέφουν φυσικά στη χώρα. Το σημερινό απόσπασμα είναι κάπως μεταβατικό, χωρίς συγκλονιστικά συμβάντα, αλλά τουλάχιστον έχει ωραίο τίτλο.

Η Οργάνωση τελικά αποφάσισε τη δημιουργία παιδικού κινήματος με τη συγκρότηση της πρώτης ομάδας «Αετόπουλων». Δεν ξέρω για ποιο λόγο, επιλέξαν εμένα ως υπεύθυνο αυτής της δουλειάς. Με τη βοήθεια του Τάκη και του Δημοσθένη, του μικρότερου αδελφού του, μαζέψαμε καμμιά εικοσαριά πιτσιρίκια, που πρόθυμα εντάχθηκαν στα Αετόπουλα. Θυμήθηκα τα παιχνίδια που παίζαμε στο χωριό του παππού μου και το «καλαμένιο ιππικό» μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη, Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , | 46 Σχόλια »

Ένα φιλί κάτω απ’ τη συκιά (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 4 Δεκέμβριος, 2012

 

Tο σημερινό είναι το εικοστό τρίτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1944 και ο πατέρας μου, σύνδεσμος της ΕΠΟΝ, έχει πάει σε αποστολή από την Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα ας πούμε της ελεύθερης Λέσβου, δηλαδή του κομματιού του νησιού που δεν το έλεγχαν πια οι Γερμανοί, σε ένα άλλο χωριό, το Ψηλομέτωπο.

mimis_jpeg_χχsmallΤο βραδάκι πήγα στο καφενείο του Στρατή, μήπως είχε να μου δώσει τίποτα.

«Συναγωνιστή, είσαι άτυχος», μου λέει. «Συνεδρίαση θα έχουμε μεθαύριο το βράδυ. Αναγκαστικά θα πρέπει να μείνεις άλλες δύο μέρες, γιατί δεν έχω σύνδεσμο να στείλω την απόφαση κάτω.»

Γύρισα και ανακοίνωσα τα νέα στον κυρ-Στέλιο και την κυρία Ανθούλα. Χάρηκαν αληθινά που θα με είχαν τρεις μέρες μαζί τους. Η παρουσία μου ήταν ίσως μια ποικιλία στην καθημερινή τους ρουτίνα. Το βράδυ μετά το φαΐ, πιάσαμε συζήτηση, αυτήν τη φορά για την εξέλιξη του πολέμου, για τις ειδήσεις που μας είχε φέρει ο συναγωνιστής Οικονόμου από την Ελεύθερη Ελλάδα, για τις μάχες στις συνοικίες της Αθήνας, για τους ΕΠΟΝίτες που σκοτώθηκαν στην οδό Μπιζανίου στην Καλλιθέα και στο κάστρο του Υμηττού και με την ευκαιρία τούς έμαθα τα δυο τραγούδια του αγώνα που ήξερα: το «Στ’ άρματα, στ’ άρματα» και τον «Ύμνο τής ΕΠΟΝ». Μ’ ακούγανε με μεγάλη συγκίνηση. Είδα τα μάτια της Αγλαΐας, που παρακολουθούσε τη συζήτηση χωρίς να μιλά, να λάμπουν. Ο κυρ-Στέλιος μερακλώθηκε κι άρχισε να τραγουδά τον παλιό ύμνο της Δημοκρατίας: «Από τα βάθη των αιώνων Δημοκρατία ξεκινάς» κι ένα σατιρικό τραγουδάκι που έλεγε «Της Αμύνης τα παιδιά διώξανε το Βασιλιά».

Το πρωί, η Αγλαΐα μού πρότεινε να πάμε να μαζέψουμε σύκα από τις συκιές τους και η κυρία Ανθούλα συμφώνησε. Πήραμε ένα καλάθι κι οπλισμένοι με την κατζουρίδα, ένα μακρύ ραβδί που κατέληγε σε αρπάγη σαν τις αγκλίτσες, κινήσαμε. Οι συκιές ήταν λίγο έξω από το χωριό. Σκαρφαλώσαμε κι οι δυο στα δέντρα και με την κατζουρίδα τραβούσαμε κοντά τα κλαδιά που είχαν σύκα, για να κόψουμε τους καρπούς. Σε λίγο είχαμε γεμίσει το καλάθι.

Μου άρεσε πολύ η Αγλαΐτσα. Ήταν όμορφο κορίτσι, που ξεχείλιζε από ζωή και χαρά. Γελούσε με το παραμικρό. Ένιωθα ζωηρή επιθυμία να την αγκαλιάσω και να της φιλήσω τα ροδοκόκκινα μάγουλά της, που θυμίζανε μήλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 115 Σχόλια »

Σύνδεσμος στο Ψηλομέτωπο (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 20 Νοέμβριος, 2012

Tο σημερινό είναι το εικοστό δεύτερο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο παππούς μου) και ο πατέρας μου έχουν καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα ας πούμε της ελεύθερης Λέσβου, δηλαδή του κομματιού του νησιού που δεν το έλεγχαν πια οι Γερμανοί.  Πάντοτε καλοκαίρι του 1944 και, όπως ίσως θα θυμάστε, εξαιτίας της μυωπίας του ο αφηγητής είχε προκαλέσει έναν άσκοπο συναγερμό, οπότε κρίθηκε ακατάλληλος για σκοπός.

Αποφασίστηκε να μη με ξαναβάλουν σκοπό και με κατατάξανε στους συνδέσμους.

«Βαστάνε τα πόδια σου;», με ρώτησε ο Θουκυδίδης, όταν μου ανακοίνωσε την απόφαση.

«Μη νοιάζεσαι, συναγωνιστή. Με τον πατέρα μου ήρθαμε από τη Χώρα με τα πόδια. Σαρανταπέντε χιλιόμετρα.»

Τον είδα που εντυπωσιάστηκε. Δεν του είπα βέβαια πως μετά τις Λάμπες ήρθαμε με βοϊδάμαξα.

«Μεθαύριο θα σου δώσω ένα σημείωμα να το πας στο Ψηλομέτωπο.»

Ξεκίνησα πρωί πρωί από το σπίτι, πέρασα από το σπίτι του συναγωνιστή Θουκυδίδη και πήρα το φάκελο με τα χαρτιά. Με ορμήνεψε να μην τον κρατάω στο χέρι, μη τύχει και μου παραπέσει, αλλά να τον βάλω κάτω από το πουκάμισο και τη φανέλα μου, κατάσαρκα.

«Πήρες μαζί σου νερό και φαΐ;», με ρώτησε.

«Έφαγα καλά πριν ξεκινήσω. Νερό όμως δεν πήρα. Δε θα ‘χει βρύσες στο δρόμο;»

Με κοίταξε με το αποδοκιμαστικό βλέμμα του χωριάτη προς τον άσχετο χωραΐτη και χωρίς να πει τίποτα, μπήκε μέσα και γύρισε κρατώντας ένα χοντρό ραβδί κι ένα παγούρι από αλουμίνιο, που το είχε γεμίσει νερό.

«Κρέμασ’ το στη ζώνη σου και να μου το φέρεις πίσω», μου λέει δίνοντάς μου το.

«Και κράτα το ραβδί. Τι θαρρείς; Βρήκες χωριό χωρίς σκυλιά και πορπατείς χωρίς ραβδί; Στο δρόμο θα περάσεις από μαντριά. Να προσέχεις τα τσομπανόσκυλα. Μην τ’ αφήσεις να σε κοντέψουν. Δαγκάνουνε χωρίς προειδοποίηση.»

«Αν συναντήσω χωροφύλακες, τι να κάνω τα χαρτιά;»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 33 Σχόλια »

Ένας άσκοπος συναγερμός (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 6 Νοέμβριος, 2012

Tο σημερινό είναι το εικοστό πρώτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο παππούς μου) και ο πατέρας μου έχουν καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα ας πούμε της ελεύθερης Λέσβου, δηλαδή του κομματιού του νησιού που δεν το έλεγχαν πια οι Γερμανοί.  Πάντοτε καλοκαίρι του 1944.

Τέλη Αυγούστου, μια βδομάδα μετά την εκτέλεση, είχαμε επιδρομή των Γερμανών στο χωριό. Φτάσανε με τρία φορτηγά αυτοκίνητα, αλλά οι κάτοικοι, ειδοποιημένοι από τους σκοπούς, αδειάσαμε έγκαιρα το χωριό.

Συγκεντρωμένοι στους γύρω ελαιώνες και στα υψώματα, ακούγαμε πυκνές ριπές, αλλά δεν ξέραμε ποιον πυροβολούσαν. Τελικά μετά από δυο ώρες, οι ανιχνευτές εξακρίβωσαν πως οι Γερμανοί έφυγαν και οι καμπάνες των εκκλησιών σήμαναν τη λήξη του συναγερμού. Γυρίσαμε πίσω και τότε μάθαμε πως δύο χωριάτες καθυστέρησαν και τους πέτυχαν οι Γερμανοί. Χωρίς προειδοποίηση άρχισαν να τους πυροβολούν. Σκότωσαν τον ένα, ο άλλος όμως (αυτός που μας αφηγήθηκε τα συμβάντα) πρόφτασε και κατέβηκε στο πηγάδι του χτήματός του και γλύτωσε.

Η κηδεία του μοναδικού σκοτωμένου ήταν πάνδημη και, για τα μέτρα του χωριού, μεγαλοπρεπής. Ο Μάκιστος (ψευδώνυμο του λογοτέχνη – και αξιωματικού τού ΕΛΑΣ – Κώστα Παπαχαραλάμπους) έβγαλε εμπνευσμένο λόγο και η χορωδία μας τραγούδησε το Πένθιμο εμβατήριο, πρωτάκουστο τότε στον κόσμο, που έκανε πολλούς να δακρύσουν. Το βράδυ για να εμψυχωθεί ο κόσμος, έγινε παρέλαση των επονιτών του χωριού που πέρασαν από τους δρόμους του χωριού τραγουδώντας.

Από εκείνη τη μέρα, πάντως, καταργήθηκαν τα όποια προσχήματα ετηρούντο ακόμα. Τώρα τις ειδήσεις δεν τις ανακοίνωναν σε ιδιαίτερες συγκεντρώσεις, αλλά τις διαλαλούσαν από το μπαλκόνι της Λέσχης στους συγκεντρωμένους στην πλατεία, με το χωνί. Αυτό έδινε ακόμα μεγαλύτερο κουράγιο στον κόσμο, γιατί η εξέλιξη του πολέμου ήταν ευνοϊκή και ραγδαία. Οι Σοβιετικοί είχαν εισχωρήσει βαθιά στην Πολωνία και είχαν φτάσει στα σύνορα της Ρουμανίας, ενώ οι Σύμμαχοι στην Ιταλία είχαν πάρει τη Ρώμη και στη Γαλλία πέρασαν το Σηκουάνα. Το Παρίσι απελευθερώθηκε μόνο του, με εξέγερση των κατοίκων του. Μαθαίναμε επίσης για τις μάχες στις γειτονιές της Αθήνας, για τη θυσία των επονιτών στην οδό Μπιζανίου, στην Καλλιθέα, για το «κάστρο του Υμηττού», αλλά και για τις μάχες των ανταρτών στα βουνά. Όλα δείχνανε πως η Λευτεριά ερχόταν.

Μετά από την επιδρομή, η Οργάνωση αποφάσισε να εντείνει ακόμα περισσότερο την επαγρύπνηση και την περιφρούρηση του χωριού. Οι σκοπιές πολλαπλασιάστηκαν και εγκαταστάθηκαν σε δυο ομόκεντρους κύκλους σε όλα τα υψώματα γύρω από το χωριό. Ο υπεύθυνος της ΕΠΟΝ μάς μάζεψε και μας ρώτησε ποιοι θέλανε να ενταχθούν σε μια βοηθητική υπηρεσία τού ΕΛΑΣ. Όλοι σηκώσαμε το χέρι. Φαντάστηκα πως θα μας έδιναν όπλα και θα μας εκπαιδεύανε στο χειρισμό τους, αλλά όταν το είπα, ο υπεύθυνος, ο συναγωνιστής Θουκυδίδης, γέλασε.

«Εδώ δεν έχουμε να δώσουμε όπλα σε μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές της Αλβανίας, και θα δώσουμε σε νιάνιαρα;»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 38 Σχόλια »

Στην ελεύθερη Αγία Παρασκευή (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 23 Οκτώβριος, 2012

Tο σημερινό είναι το εικοστό απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο παππούς μου) και ο πατέρας μου έχουν καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα ας πούμε της ελεύθερης Λέσβου, δηλαδή του κομματιού του νησιού που δεν το έλεγχαν πια οι Γερμανοί.  Πάντοτε καλοκαίρι του 1944.

Την επομένη κατεβήκαμε στην πλατεία του χωριού. Ο πατέρας μου πήγε στο Γυμνάσιο, όπου φαίνεται πως ήταν η έδρα της Οργάνωσης, κι εγώ στη Λέσχη, που βρισκόταν στον όροφο ενός γωνιακού κτηρίου λίγο πιο πάνω από την πλατεία, όπου ήξερα πως θα συναντούσα το μοναδικό γνωστό μου στο χωριό, τον Τάκη το Μεταξά, τον επιλεγόμενο Αλκιδάμα και προσεπιλεγόμενο Μπασακλάσα. […]

Ο Τάκης μού γνώρισε κι άλλους νεαρούς της ηλικίας μας, που σύχναζαν στη Λέσχη. Ήταν όλοι τους ΕΠΟΝίτες και έτσι συνδέθηκα με την Οργάνωση. Το ίδιο απόγεμα με πήραν στη χορωδία τους και εκεί έμαθα τα πρώτα τραγούδια του αγώνα: το «Βροντάει ο Όλυμπος» και τον ύμνο τής ΕΠΟΝ: «πρωτοπόροι στον Αγώνα».

Τα τραγούδια αυτά τα τραγουδούσαμε με δυνατή φωνή και με ανοιχτά τα παράθυρα της αίθουσας όπου μαζευόταν η χορωδία. Στο χωριό μιλούσαν όλοι ανοιχτά και η «Ελεύθερη Λέσβος» διαβαζόταν φανερά στα καφενεία.

Εκείνη τη βδομάδα μάς ήρθε και η δικιά μας εφημερίδα, ο «Αντιφασίστας», όργανο του Νομαρχιακού Συμβουλίου τής ΕΠΟΝ.

Σιγά – σιγά άρχισαν να μου αναθέτουν διάφορα καθήκοντα και κυρίως την εκλαΐκευση του δελτίου ειδήσεων. Οι περισσότεροι άνθρωποι του χωριού δεν καταλαβαίναν τις ειδήσεις και κυρίως δεν είχαν ιδέα για τα μέρη όπου γίνονταν οι μάχες. Έπρεπε να τους τα εξηγούμε και στο σημείο αυτό αποδείχτηκα ειδικός, αργότερα δε, μπήκα στο συνεργείο που συνέτασσε το δελτίο ειδήσεων με τα νέα που ακούγαμε από το Λονδίνο, το Κάιρο και τη Μόσχα.

[…] Την άλλη μέρα, Κυριακή, στην πλατεία του χωριού συνεδρίασε το Λαϊκό Δικαστήριο. Είχαν μαζευτεί πάρα πολλοί άνθρωποι για να παρακολουθήσουν τη συνεδρίαση. Πήγαμε κι εμείς οικογενειακώς. Δικάζανε τρεις χωριανοί και ο δημόσιος κατήγορος ήταν κι αυτός από το χωριό. Όλες οι υποθέσεις που παρακολουθήσαμε ήταν αγροζημίες, εκτός από μία που αφορούσε την κλοπή ενός προβάτου. Μας έκανε εντύπωση η σοβαρότητα με την οποία δικάζανε αυτοί οι απλοί και μάλλον αμόρφωτοι άνθρωποι και πόσο προσεχτικά παρακολουθούσε το ακροατήριο. Κάπου – κάπου, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ρωτούσε:

«Τι λέει πάνω σ’ αυτό η κοινή γνώμη;»,
και από το ακροατήριο βγαίναν διάφοροι άνθρωποι και λέγανε ποιος κατά τη γνώμη τους είχε δίκιο.

Στην υπόθεση της κλοπής του προβάτου, ο εναγόμενος παραδέχτηκε την ενοχή του, υποσχέθηκε να επιστρέψει αμέσως το κλεμμένο και ζήτησε συγγνώμη από τον ιδιοκτήτη του. Αυτός πρόθυμα τον συγχώρησε και, με προτροπή του προέδρου, οι αντίδικοι δώσανε τα χέρια και συμφιλιώθηκαν.

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι, συζητούσαμε για πολλήν ώρα για το λαϊκό δικαστήριο. Ο πατέρας μου ήταν ενθουσιασμένος:

«Αυτή είναι η λαϊκή εξουσία. Ο λαός δε διοικεί μονάχα, αλλά και διαπαιδαγωγείται.»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 27 Σχόλια »

Ο Δημόκριτος κι ο αραμπάς (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 9 Οκτώβριος, 2012

Για τη σημερινή επίσκεψη δεν θέλω να γράψω, και ευτυχώς η ρουτίνα του ιστολογίου (σήμερα είναι μέρα που βάζω κομμάτια από το βιβλίο του πατέρα μου) με απαλλάσσει από την όποια υποχρέωση. Πάντως, αν θέλετε να δείτε ορισμένα λεξιλογικά του θέματος, έχω ένα παλιό άρθρο.

Tο σημερινό είναι το δέκατο ένατο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Επειδή έχω παραλείψει μερικά ενδιάμεσα, να πω ότι βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο παππούς μου) παίρνει εντολή από την Οργάνωση να φύγει στην Αγία Παρασκευή, στο ελεύθερο κομμάτι του νησιού, για να αποφύγει τη σύλληψη. Οπότε, πατέρας και γιος ξεκινάνε, φυσικά με τα πόδια. Πάντοτε καλοκαίρι του 1944.

Όταν μας ειδοποίησε η Οργάνωση, ήμασταν κιόλας έτοιμοι. Η μητέρα μου μας είχε βάλει σ’ ένα είδος σάκου δυο αλλαξιές ασπρόρουχα, ένα παγούρι με νερό και μια καστάνια με λίγο φαΐ. Έτσι, και ελαφροί θα ήμαστε και δε θα κινούσαμε τις υποψίες της γειτονιάς, όπως αν ξεκινούσαμε με βαλίτσα. Ξέραμε πως πίσω από τις μισόκλειστες γρίλιες δεκάδες μάτια παρακολουθούσαν άγρυπνα κάθε κίνηση στο δρομάκο μας.

Ξεκινήσαμε ένα ζεστό σούρουπο του Ιούνη και τραβήξαμε από παράδρομους στη Λαγκάδα, στην έξοδο της πόλης. Όταν φτάσαμε εκεί, είχε πάει εννέα και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Η κυκλοφορία το καλοκαίρι απαγορευόταν από τις 11 τη νύχτα ως τις 7 το πρωί. Είχαμε λοιπόν καιρό να απομακρυνθούμε από την πόλη.

Αφήσαμε πίσω τις Φυλακές και τα Νταμάρια κι ανηφορίσαμε. Στο διάσελο πιάσαμε να κατηφορίζουμε, προς τον Κόλπο. Σε μισή ώρα περπατούσαμε σχεδόν δίπλα στη θάλασσα, από την οποία μάς χώριζαν λίγα χωράφια. Δεν την βλέπαμε, αλλά ακούγαμε τον αδιάκοπο ρόχθο της. Είχε πια σκοτεινιάσει για καλά, και στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας ξεχώριζε αμυδρά η αχνή ασπράδα της δημοσιάς. Δεν υπήρχε φεγγάρι, αλλά μια εκπληκτική αστροφεγγιά. Στην πόλη δεν έβλεπα τα άστρα τόσο καθαρά όσο εδώ. Ήταν απίστευτο πόσο πολλά ήταν. Το νυχτερινό ουρανό τον διέτρεχε λοξά, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, ένα φωτεινό ποτάμι: ο Γαλαξίας.

«Ο Δημόκριτος ήταν ο πρώτος που κατανόησε τη φύση του Γαλαξία», μου λέει ο πατέρας μου όταν είδε να κοιτάζω τον έναστρο ουρανό.

Παρατήρησα πως τώρα που βρισκόμασταν έξω από τα έσχατα όρια της ζώνης στην οποία τη νύχτα κυκλοφορούσαν περίπολα της χωροφυλακής ή των Γερμανών, είχε πάψει να είναι σφιγμένος και σιωπηλός.

«Σύγκειται εκ πλήθους αστέρων συμφωτιζομένων διά την απόστασιν», απάγγειλε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 49 Σχόλια »