Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αγιοταφίτικο’

Αποκριάτικη νυχτιά – διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2017

Τα Χριστούγεννα συνηθίζουμε τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, το ίδιο και το Πάσχα -αλλά σήμερα έχουμε άλλη γιορτή κι έτσι θα δούμε κάτι πιο σπάνιο, ένα αποκριάτικο διήγημα. Όχι σκιαθίτικο, παρά αθηναϊκό -από τα όχι λίγα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που διασώζουν σκηνές της ζωής του φτωχόκοσμου της πρωτεύουσας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Σπύρος Βεργουδής είναι ολοφάνερα άλτερ εγκο του ίδιου του Παπαδιαμάντη, το δε διήγημα διαφέρει από τα περισσότερα παπαδιαμαντικά καθώς χαρακτηρίζεται από χιούμορ και ανάλαφρο ύφος, και όχι μόνο στο ιντερμέδιο με τα αλλεπάλληλα γλωσσικά μαργαριτάρια του κυρ Ζαχαρία.

Μερικά λεξιλογικά-πραγματολογικά, με τη σειρά που εμφανίζονται στο διήγημα:

  • Αγιοταφίτικο: εννοεί την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, μετόχι του Παναγίου Τάφου, γωνία Πρυτανείου και Ερεχθέως.
  • πρόσφωλο: το φώλι, το αυγό που βάζουν στη φωλιά της κότας για να προσελκύσουν την όρνιθα να γεννήσει κι άλλα. Εδώ βέβαια μεταφορική η χρήση, το έναυσμα.
  • έβαζε μαναφούκια: διέβαλλε, συκοφαντούσε (από το τκ. münafιk)
  • πομπιωμένη: διαπομπευμένη
  • ανειμένα κατά το φαινόμενον: χαλαρά φαινομενικώς (από το ρήμα ανίημι, απ’ όπου και η άνεση)
  • μηναρές: να σημειωθεί η στρατιωτική αργκό για την ποινή φυλάκισης ενός μηνός
  • τα πήρε πλυμένα κι άπλυτα: σήμερα θα λέγαμε «πήρε τα βρεμένα του»
  • έδωσε νάμι: έβγαλε όνομα

 

Αποκριάτικη νυχτιά

Εάν δεν ήτο επιμελής σπουδαστής ο Σπύρος ο Βεργουδής, και δεν είχε τυχόν πως να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρει δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα. Δεν ήτο δρόμος, ήτο αυλή, παμπάλαιος, ευρεία, ακανόνιστος, με τους τοίχους υψηλούς αλλ’ ανίσου ύψους, περιβάλλουσα μίαν των παλαιοτέρων οικιών παρά την ανέρπουσαν εσχατιάν της αρχαίας πόλεως, προς την Ακρόπολιν, υψηλά, παρά το Αγιοταφίτικον. Αι τρείς ενοικάρισσαι του ισογείου, η κυρα-Κατίγκω η Χρίσταινα, μετά της αγάμου αδελφής της Φρόσως, και η γριά-Βαγγελή η Λεμονού, μετά της κόρης της τής Γεώργαινας, και η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της τής Μαρούσας, εμάλωναν διά το κάθε τι, συχνότατα, σχεδόν τρις της εβδομάδος. Συνήθως, η κατέχουσα το μεσαίον οίκημα, η Λεμονού, πότε εκ της παραμικράς αφορμής, πότε άνευ αφορμής ωρισμένης, τα έβαζε σήμερον με την μίαν, αύριον με την άλλην των δύο γειτονισσών της. Και τας μεν εορτάς, αντί να ευρίσκωσιν ύλην όπως κακολογώσιν άλλας έξω της αυλής διερχομένας ή ησύχως εις τας οικίας των καθημένας γυναίκας, προχειρότερον εύρισκον να τα χαλούν μεταξύ των. Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιάς ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογεί την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέσει το φουστάνι της», κι έλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!» Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρείον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν’ απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των. Συχνά η γρια-Βαγγελή η Λεμονού, αφού ωνείδιζε την εκ δεξιών και την εξ αριστερών πάροικον της, ως απρόκοφτην, ως άπραχτην, ως απασσάλωτην, αυτή πρώτη θέτουσα το «πρόσφωλο», αίφνης ειρήνευεν, εμειδία, κι’έλεγεν ότι αυτή έχει δουλειά να κάμη, ότι δεν «χαλά τη ζαχαρένια της», και ότι δεν τας συνερίζεται ν’ απαντά εις τας μομφάς των. Αλλοτε πάλιν η Σταματούλα η Γεμενίτσα έπαιρνε λόγια από τη μίαν κι έβαζε μαναφούκια εις την άλλην, και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν, ισταμένη παράμερα. Εμάλωναν διά κάθε πράγμα, δια μίαν σκάφην αναποδογυρισμένην ολίγον λοξά εις το πλυσταρείον, δι’ ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι’ ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν. Μιά των ημερών, η γραία Βαγγελή εθύμωσεν εναντίον της Κατίγκως της Χρίσταινας, διότι αύτη εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας, και την ωνόμασε «τριγυρισμένην» και «πομπιωμένην», άλλοτε πάλιν η Κατίγκω εσήκωσε χείρα εναντίον της Μαρούσας, της ψυχοκόρης της Σταματούλας, καλέσασα αυτήν, δεκατετραετή μόλις, «μωρή μπασταρδού!» διότι την είδε νίπτουσαν τας χείρας πλησίον εις την κόφαν της μπουγάδας με τα ρούχα. Με αυτά επερνούσαν τας ημέρας των εις την ευρείαν αυλήν της παμπαλαίου οικίας αι τρεις αύται πτωχαί γυναίκες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »