Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αγροτική Τράπεζα’

Χαράλαμπος Κανόνης (Δημ. Σαραντάκος) 8 – Η συμμετοχή στην Αντίσταση

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2019

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το βιβλίο του πατέρα μου «Χαράλαμπος Κανόνης. Η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου», το πρώτο μη επιστημονικό βιβλίο του.

Ο Κανόνης ήταν Μυτιληνιός, γεωπόνος, υπάλληλος της ΑΤΕ, συνάδελφος και επιστήθιος φίλος του παππού μου, στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο τον Μάρτιο του 1948 στη Χίο, στον εμφύλιο.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Στη σημερινή όγδοη συνέχεια περναμε στο τρίτο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους του βιβλίου, και ξαναβρίσκουμε τον Κανόνη και τη συμμετοχή του στην Αντίσταση.

Τιμή σ’ εκείνους, όσοι στην ζωή των
όρισαν να φυλάττουν Θερμοπύλες
Κωνσταντίνος Καβάφης

Ο Χαράλαμπος ο Κανόνης οργανώθηκε στο ΕΑΜ μαζí με το Νίκο το Σαραντάκο, αμέσως μόλις σχηματίστηκαν εαμικές οργανώσεις στο νησί. Από το Δεκέμβρη του 1941 οι δυο φίλοι είχαν προσχωρήσει στο ανασυγκροτημένο Κομμουνιστικό Κόμμα. Τους είχε στρατολογήσει ένας άλλος τραπεζικός υπάλληλος, ο Μήτσος Χαραλαμπίδης της Εθνικής.

Ο Κανόνης, που σα γεωπόνος της Αγροτικής Τράπεζας, γύριζε συνεχώς στο χωριό, βοήθησε πολύ στο στήσιμο εαμικών οργανώσεων στην ύπαιθρο. Ταυτόχρονα μεσολαβούσε για την αποστολή τροφίμων από τα χωριά κατευθείαν στους κα-ταναλωτικούς συνεταιρισμούς, που είχαν δημιουργηθεί στη Μυτιλήνη, χωρίς τη μεσολάβηση των μαυραγοριτών. Για τις μετακινήσεις του χρησιμοποιούσε ποδήλατο, για την κυκλοφορία του οποίου η διεύθυνση της Τράπεζας είχε βγάλει ειδική άδεια από τις γερμανικές αρχές.

Τα βράδια μαζεύονταν όπως και πριν στου Σαραντάκου για κουβέντα, αλλά και για ν’ ακούσουν τις ειδήσεις από ένα παράνομο ραδιόφωνο, που είχε φτιάσει μόνος του ο πολυμήχανος φίλος του. Οι Γερμανοί μπαίνοντας στη Μυτιλήνη κατασχέσανε όλα τα ραδιόφωνα του νησιού. Βρήκαν το μέτρο αυτό πιο λυσιτελές από το σφράγισμα που είχαν επιβάλλει στους δέκτες των αθηναίων και σαλονικιών. Ελάχιστα ραδιόφωνα αφέθηκαν σε ορισμένα καφενεία καθώς και σε σπίτια γερμανοφίλων, που φιλοξενούσαν Γερμανούς αξιωματικούς.

Ο Σαραντάκος δεν τo ‘βαλε κάτω. Στη σοφίτα του σπιτιού του είχε εγκαταστήσει, από τότε που παντρεύτηκε, πλήρες εργαστήριο πολλαπλών δραστηριοτήτων. Ήταν ικανότατος, αν και αυτοδίδακτος, ηλεκτρονικός και το να φτιάσει δέκτη βραχέων ήταν γι’ αυτόν παιχνιδάκι. Το παράνομο ραδιόφωνο μονταρίστηκε κάτω από ένα ξύλινο σκαμνί, που ο Κανόνης το ονόμασε «ο τρίπους της Πυθίας» και έτσι οι δυο φίλοι άκουγαν κάθε βράδυ τα δελτία ειδήσεων του Λονδίνου, της Μόσχας και του Καΐρου.

Από το φθινόπωρο του 1942 ως την άνοιξη του 1943 η Οργάνωση εδραιώθηκε για καλά στη Λέσβο. Σ’ αυτή την περίοδο οργανώθηκαν οι πιο ζωντανοί Mυτιληνιοί, αυτοί που στα επόμενα χρόνια άπλωσαν το ΕΑΜ σ’ όλο το νησί και τούδωσαν τον καθολικό και παλλαϊκό χαρακτήρα του.

Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η παρουσία των διανοουμένων στο ΕΑΜ. Αυτό είχε σαν άμεση συνέπεια την πνευματική άνθιση σ’ όλους τους τομείς της Τέχνης . Ανασυγκροτήθηκε ο παλιός Φιλοτεχνικός Όμιλος Μυτιλήνης, ο ιστορικός ΦΟΜ, που τώρα τον καθοδηγούσαν στελέχη του ΕΑΜ, όπως ο Παναγιώτης Βουλαλάς και της ΕΠΟΝ, όπως ο Κώστας Βουδούρης, ο Γιώργος ο Χατζηπαυλής, ο Αργυρής ο Αραβανόπουλος, ο Αρίστος ο Πολυχρονιάδης, ο Θανάσης ο Πολυχρονιάδης και άλλοι νεολαίοι και πολύ σύντομα η Μυτιλήνη γνώρισε θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, εκθέσεις και διαλέξεις υψηλής ποιότητας. Πολύ βοήθησε στο θεατρικό τμήμα του ΦΟΜ ο αρχαιολόγος και σκηνοθέτης Στρατής Παρασκευαΐδης. Με την καθοδήγηση του εαμίτη καθηγητή του Γυμνασίου Μίλτη Παρασκευαΐδη και παιδιών της μαθητικής ΕΠΟΝ, εκδόθηκε από τους μαθητές των τελευταίων τάξεων του Γυμνασίου περιοδικό στην αρχή χειρόγραφο, όπως η παλιά εκείνη «Νιότη» με τίτλο «Μαθητικές Σελίδες», αργότερα όμως έντυπο με τίτλο «Λεσβιακά Γράμματα», που κάτω από τη μύτη της γερμανικής λογοκρισίας περνούσε τις ιδέες της Αντίστασης σε πλατιά στρώματα της λεσβιακής κοινωνίας και ιδίως των νέων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη, Ποίηση, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , , , , | 65 Σχόλια »

Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου (1929-2011)

Posted by sarant στο 17 Δεκέμβριος, 2015

Σήμερα συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από τη μέρα που χάσαμε τον πατέρα μου, τον Δημήτρη Σαραντάκο. Παρόλο που τον θυμόμαστε διαρκώς στο ιστολόγιο, αφού κάθε δεύτερη Τρίτη βάζω σε συνέχειες ένα κομμάτι από κάποιο βιβλίο του, αισθάνθηκα την ανάγκη να τιμήσω σήμερα τη μνήμη του, όχι γράφοντας κάποιο καινούργιο κείμενο -δεν είμαι έτοιμος, ας πούμε- αλλά αναδημοσιεύοντας το μεγαλύτερο μέρος από τη νεκρολογία που είχα γράψει την επόμενη μέρα από τον θάνατό του. Το σημερινό άρθρο έχει αρκετές ομοιότητες με το αυριανό, και δεν αποκλείεται το αυριανό να με παρακίνησε για το σημερινό. Επίσης, συμπληρώνω τη νεκρολογία με ένα επεισόδιο από τη ζωή του πατέρα μου που το έμαθα πρόσφατα από έναν φίλο του, με τον οποίο βρέθηκα χάρη στο Διαδίκτυο.

Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011)

mimis_jpeg_χχsmallΟ πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, Μίμης για τους κοντινούς του, έφυγε από κοντά μας εντελώς ξαφνικά, χτες, 17 Δεκεμβρίου 2011.

Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, στις 8 Ιανουαρίου 1929, μοναδικό παιδί του Νίκου Σαραντάκου, μανιάτη τραπεζικού υπαλλήλου με έφεση στην ποίηση, τον ραδιοερασιτεχνισμό και τη χημεία, και της Ελένης Μυρογιάννη, ντόπιας δασκάλας και ποιήτριας. Τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο στη Μυτιλήνη. Συμμετείχε στην εθνική αντίσταση ως επονίτης -ο πατέρας του ο Νίκος ήταν άλλωστε στέλεχος του ΕΑΜ. Για τα μαθητικά του χρόνια έχει γράψει στο βιβλίο του «Μαθητές και δάσκαλοι«, ενώ μια αφήγηση με αναμνήσεις από την Κατοχή υπάρχει εδώ.

Ο παππούς μου είχε την τύχη να τον κυνηγήσει το μεταπελευθερωτικό κράτος πολύ νωρίς κι έτσι αθωώθηκε στη στημένη δίκη για «στάση», διότι τα δικαστήρια κρατούσαν ακόμη κάποια προσχήματα. Όμως, απολύθηκε από την τράπεζα και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως και τόσοι κυνηγημένοι αριστεροί. Εκεί, για κάμποσα χρόνια έβγαζε το ψωμί της οικογένειας φτιάχνοντας πορσελάνινα κουκλάκια. Ο Δημήτρης Σαραντάκος πέρασε στην Ιατρική, αλλά την εγκατέλειψε στο πρώτο έτος λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Ξαναέδωσε εξετάσεις και πέρασε χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ. Το 1953 πήρε το πτυχίο του και μετά τη στρατιωτική του θητεία δούλεψε στην τεχνική εκπαίδευση, σε χημικές βιοτεχνίες, αργότερα υπάλληλος στον ΕΟΤ (της εποχής του Μον Παρνές, αρχές δεκαετίας 1960) και από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ελεύθερος επαγγελματίας με μια μικρή εταιρεία μονωτικών και στεγανωτικών υλικών, την ΤΕΜΣΑ (χαριτολογώντας λέγαμε ότι σημαίνει Τεχνική Εταιρεία Μίμης Σαραντάκος – Αλέκος, αλλά φυσικά δεν ήταν αυτή η σημασία, κι άλλωστε o συνεταιρισμός με τον Αλέκο χάλασε νωρίς).  Το 1958 παντρεύτηκε την Αγγελική (Κική) Πρωτονοταρίου από την Αίγινα. Έκαναν τρία παιδιά, τον Νίκο (εγώ είμαι αυτός), την Λένα και την Έφη και είχε την τύχη να χαρεί πέντε εγγόνια. Ένα εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενό του, απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» μπορείτε να διαβάσετε εδώ. [Τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» έχουν επίσης παρουσιαστεί από το ιστολόγιο]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Προσωπικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 61 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Το χτίσιμο του σπιτιού

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή έβδομη και είναι η τρίτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1949-50, στην Αθήνα, όπου ο παππούς μου έχει πιάσει δουλειά στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου (ένα θέμα που μας απασχόλησε στις δύο προηγούμενες συνέχειες.

mimis_jpeg_χχsmallΣτο οικόπεδο που αγόρασε στην Αμφιθέα, ο Νίκος έχτισε την άνοιξη του 49 ένα ευρύχωρο και φωτεινό σπίτι, που τέλειωσε τον Οχτώβρη και την 1η Νοεμβρίου μετακόμισαν εκεί από το γιαπί της Νέας Σμύρνης. Ηταν ένα σπίτι μακροστενο, την πρόσοψη του οποίου έπιανε ένα μεγάλο σαλόνι 6 Χ 4 μέτρα. Αμέσως μετά ήταν η τραπεζαρία η κουζίνα, το λουτρό και στο πίσω μέρος δύο υπνοδωμάτια. Κάτω από τα υπνοδωμάτια είχε φτιάσει ένα μεγάλο υπόγειο. Το υπόγειο αυτό ήταν το πρώτο κομμάτι του σπιτιού που ολοκληρώθηκε κι όταν το είδαν στεγασμένο, η Ελένη είπε με αγαλλίαση

— Τώρα, ό,τι και να γίνει, έχουμε ένα μέρος δικό μας να μείνουμε.

Στο υπόγειο αυτό ο ποιητής εγκατέστησε το εργαστήριό του. Μόλο που δε συνέχισε τη «βιοτεχνία πλαγγονιδίων», όπως την έλεγε χωρατεύοντας, διατήρησε τον εξοπλισμό της κι έφτιαχνε για το κέφι του επίχαλκα αγαλματίδια και ανάγλυφα, αντίγραφα των αρχαίων.

Το σπίτι εγκαινιάστηκε με μεγάλο γλέντι, όπου εκτός από το σόι που ήρθε σύσσωμο, παραβρέθηκαν πολλοί γνωστοί και φίλοι, ο γείτονας τους πλέον Γιώργος Βαλέτας, ο Νίκος ο Σωτηράκης, που σύντομα εγκαταστάθηκε κι αυτός κοντά τους, ο Κώστας ο Μάκιστος, ο Ηλίας ο Παρασκευαϊδης και άλλοι Μυτιληνιοί φερμένοι από τη φορά των γεγονότων στην Αθήνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , , | 67 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Συνθηκολόγηση

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή πρώτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε το καλοκαίρι του 1935 και ο ποιητής, ο παππούς μου δηλαδή, ενδίδει στις πιέσεις της γιαγιάς, που είχε κουραστεί από την αβεβαιότητα του ελεύθερου επαγγέλματος, και επιστρέφει στη ζωή του υπάλληλου. (Στη σημερινή συνέχεια παρατίθενται δυο εκτενή ποιήματα του παππού μου. Στο βιβλίο, ο πατέρας μου έδωσε αποσπάσματα μόνο, αλλά επειδή εμείς εδώ κόβουμε αλύπητα τα καναδέζικα ηλεδάση τα δημοσιεύω ολόκληρα).

mimis_jpeg_χχsmallΤελικά ο ποιητής αποφάσισε να αποσυρθεί από την επιχείρηση και να κοιτάξει να διοριστεί κάπου. Έστειλε τη γυναίκα του και το γιο του στη Μυτιλήνη, ξενοίκιασε το σπίτι της Καλλιθέας και βολεύτηκε προσωρι­νά στο πατρικό του στο Παγκράτι. Εξακολούθησε να απασχολείται στη Λαϊκή Αποταμίευση ενώ παράλληλα έψαχνε για δουλειά

Εκείνη την εποχή η Αγροτική Τράπεζα ανοιγόταν στην ελληνική επαρχία ιδρύοντας υποκαταστήματα σε κάθε πρωτεύουσα νομού. Η ανάπτυξη αυτή δε γινόταν χωρίς δυσκολίες, γιατί αντιδρούσαν οι άλλες τράπεζες και κυρίως η Εθνική, που ως τότε μονοπωλούσε ουσιαστικά την αγροτική πίστη. Η διοίκηση της Αγροτικής, όπως ήταν φυσικό, επιθυμούσε να προσελκύσει πεπειραμένους υπαλλήλους από άλλες τράπεζες και γι’ αυτό προσέφερε υψηλότερους μισθούς.

Ο Νίκος όταν το έμαθε υπέβαλε αμέσως αίτηση να προσληφθεί, μνημονεύοντας τη δεκαεπτάχρονη προϋπηρεσία του στην Εμπορική Τράπεζα. Περιμένοντας απάντηση, παράλληλα με την απασχόλησή του στη Λαϊκή Αποταμίευση, άρχισε να δίνει έναντι κάποιας αμοιβής σημειώματα και άρθρα εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα σε περιοδικά και εφημερίδες στις οποίες τον είχαν συστήσει ο Βασίλης ο Σπανόπουλος, που είχε εξελιχθεί σε μόνιμο συντάκτη της “Καθημερινής” (για να διαπρέψει αργότερα με τις Σημειώσεις ενός Αθηναίου) και ο Πολ Νορ, που μετά το κλείσιμο της «Παπαρούνας» έπιασε δουλειά στη “Βραδυνή”. Και οι δύο, εκτιμώντας τις γνώσεις και το γράψιμό του θέλαν να τον πείσουν να στραφεί στη δημοσιογραφία. Αν ήταν ανύπαντρος θα δεχόταν αμέσως.

 

Τέλος του καλοκαιριού του 1935 πήρε την απάντηση στην αίτηση που είχε κάνει. Τον προσέλαβαν με το βαθμό του λογιστή Α’, τον ίδιο δηλαδή που είχε στην Εμπορική, αλλά με σημαντικά υψηλότερο μισθό. Τοποθετήθηκε στην Κρήτη, στον Άγιο Νικόλαο, ως προϊστάμενος λο­γιστηρίου και με προοπτική να γίνει διευθυντής του υπό ίδρυσιν υπο­καταστήματος της Σητείας. Πήγε στη Μυτιλήνη, πήρε τη φαμίλια του και μέσω Πειραιώς έφτασε στο Ηράκλειο κι από κει οδικώς στον Άγιο Νικόλαο. Η Κρήτη τον κατάκτησε αμέσως. Ο Αγιος Νικόλαος ήταν τότε μια ειδυλλιακή γωνιά, γραφική κι απόμερη. Πολύ γρήγορα έπιασε φιλίες με πολλούς Κρητικούς, συναδέλφους και μη. Με τους φίλους του της Μυτιλήνης διατηρούσε πυκνή αλληλογραφία και έστελνε τακτικά ποιήματά του, που δημοσιεύονταν στον «Τρίβολο». Το πρώτο όπως ήταν φυσικό απηχούσε τις πρώτες του εντυπώσεις από την Κρήτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , , | 110 Σχόλια »

Ένα χωνί με 18 ελιές (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2012

Tο σημερινό είναι το δέκατο όγδοο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Κανονικά ήταν να δημοσιευτεί χτες, αλλά παραχώρησα τη θέση στον Γέροντα Παστίτσιο. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Επειδή έχω παραλείψει μερικά ενδιάμεσα, να πω ότι ο πατέρας μου αφηγείται τη σύλληψη του παππού μου από τους Γερμανούς, το 1944 στη Μυτιλήνη.

Την άλλη μέρα μάθαμε τα νέα. Με αφορμή τα γεγονότα της Αγιάσου και του Μανταμάδου, οι Γερμανοί πιάσανε ομήρους πριν ξεκινήσουν την επιδρομή τους στα χωριά. Όλοι τους ήταν μέλη της Επιτροπής που έκανε έλεγχο στη διαχείριση των Φιλανθρωπικών Καταστημάτων, όπου η ασύδοτη διακυβέρνησή τους από το Δεσπότη, τον Ιάκωβο, είχε δημιουργήσει πολλά ανεξήγητα ελλείμματα και αντιστοίχως μεγάλα σκάνδαλα. Όλοι ήταν σίγουροι πως η σύλληψη αυτών ακριβώς των προσώπων έγινε με υπόδειξη του Ιάκωβου.

Είχαν πιάσει τον πατέρα μου, το Χαράλαμπο και το διευθυντή της Τράπεζας, το νομικό σύμβουλό της, τον Αλέκο το Ζάκκα, και δύο ακόμη δικηγόρους, μέλη της Επιτροπής. Ένας άλλος δικηγόρος, ο Τάκης ο Αμπατζής, τους ξέφυγε μέσα από τα χέρια τους όταν πήγαν να τον συλλάβουν στο γραφείο του. Κατάφερε να τον αφήσουν να πάει δήθεν στην τουαλέτα και πηδώντας τις σκάλες, εξαφανίστηκε. Αργότερα φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή.

Το γεγονός ότι τον πατέρα μου δεν τον κρατήσανε στην Γκεστάπο αλλά στο Στρατόπεδο του Διδασκαλείου, μαρτυρούσε πως δεν έδωσαν καμμιά σημασία στα ηλεκτρονικά εξαρτήματα που βρήκανε σπίτι μας. Στο Διδασκαλείο επιτρεπόταν το επισκεπτήριο στους κρατουμένους, δυο φορές τη βδομάδα. Εφοδιασμένος με φαγητά και τσιγάρα πήγα να τον δω. Η συνάντηση με τον πατέρα μου με εμψύχωσε. Τον βρήκα απολύτως ήρεμο και μάλλον κεφάτο.

Όταν πήγα να ξαναδώ τον πατέρα μου, στο επόμενο επισκεπτήριο, του πήγα μαζί με το φαγητό και ένα χωνί με ελιές. Κατάπληκτος τον είδα, μόλις άνοιξε το δέμα και παρατήρησε τις ελιές, να χλομιάζει και ύστερα να τις μετράει με βία, μία – μία! Δε μου εξήγησε το λόγο, αλλά με το μέτρημα φάνηκε να καθησυχάζει. Έφυγα γεμάτος απορίες. Το βράδυ αφηγήθηκα το περιστατικό αυτό στο θείο το Θόδωρο, που ήξερα πως ήταν οργανωμένος, αλλά κι αυτός δεν μπόρεσε να μου δώσει καμμιά εξήγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 55 Σχόλια »

Περί αποβλήτων

Posted by sarant στο 16 Μαρτίου, 2011

Το άρθρο αυτό του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, δημοσιεύτηκε χτες, 15.3.2010, στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης.

Αφορμή για να γράψω αυτό το σημείωμα στάθηκε το άρθρο του κ. Νίκου Μανάβη που δημοσιεύθηκε στο «Εμπρός» στις 11 Μαρτίου και αναφερόταν στο πρόγραμμα Life Oleico, που παρουσιάστηκε την προηγούμενη μέρα στη Μυτιλήνη. Το πρόγραμμα, το οποίο εφαρμόζεται με επιτυχία στην Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα, αφορά την επεξεργασία και τη διάθεση των υγρών αποβλήτων των ελαιουργείων. Διαβάζοντάς το θυμήθηκα ανάλογες προσπάθειες που είχαμε κάνει, δυο άλλοι συνάδελφοί μου κι εγώ, όταν υπηρετούσαμε στην Αγροτική Τράπεζα. Τότε, δηλαδή στη δεκαετία ‘75 – ‘85, η ΑΤΕ είχε ακόμα σοβαρό αναπτυξιακό χαρακτήρα και προσέφερε πολλά στην αγροτική ανάπτυξη της χώρας.
Εμάς τους τρεις, στην υπηρεσία, μας έλεγαν «απόβλητους», όχι όμως με κάποια προσβλητική πρόθεση ή για άλλον υποτιμητικό λόγο, αλλά γιατί αποτελούσαμε ομάδα εργασίας για την επεξεργασία των υγρών αποβλήτων των γεωργικών βιομηχανιών. Πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζαμε και λύναμε, αφορούσαν τα απόβλητα μικρών γεωργικών βιομηχανικών εγκαταστάσεων: ελαιουργείων, οινοποιείων και τυροκομείων. Από τη μια μεριά ήταν εξαιρετικά ρυπογόνα και ενοχλητικά, ώστε να μην μπορεί να αγνοηθούν και, από την άλλη, η ποσότητά τους ήταν μικρή, οι διεργασίες που τα δημιουργούσαν κρατούσαν σύντομο χρονικό διάστημα και ουσιαστικά δεν άξιζε τον κόπο να κατασκευαστούν μεγάλες εγκαταστάσεις για την επεξεργασία τους.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Φιλοξενίες | Με ετικέτα: , , , , | 3 Σχόλια »