Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αθήναιος’

Στην εποχή του μαρουλιού

Posted by sarant στο 11 Απρίλιος, 2018

Τις προάλλες πήγα και αγόρασα μαρούλια για τη μαγειρίτσα και τις πασχαλινές σαλάτες κι ύστερα, ψάχνοντας κάτι άλλο, έπεσα πάνω σε ένα κατοχικό χρονογράφημα του Βάρναλη αφιερωμένο ακριβως στο ταπεινό αυτο λαχανικό, οπότε σκέφτηκα να γράψω κι εγώ ένα άρθρο για τα μαρούλια, συνεχίζοντας τη σειρά με τα άρθρα για λαχανικά που δημοσιεύω πότε-πότε στο ιστολόγιο.

Δεν έχω πάρα πολλά να πω, αλλά περιμένω από εσας να συμπληρώσετε.

Το χρονογράφημα του Βάρναλη που σας έλεγα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 23 Απριλίου του 1942 και έχει τίτλο «Θρίδακος αίνος» κι αν έχετε άγνωστες λέξεις στον τίτλο δεν θα είστε μόνοι σας. Εντάξει, αίνος είναι ο έπαινος, το εγκώμιο, αλλά η πρώτη λέξη;

Και τότε που έγραφε ο Βάρναλης, άγνωστη θα ήταν, γι’ αυτό και σπεύδει να την εξηγήσει από την αρχή αρχή του χρονογραφήματος:

Κανένας Ρωμιός δεν έφαγε ποτές του το άγνωστο λαχανικό που λέγεται θρίδαξ. Τρώγει όμως μαρούλι, που είναι το ίδιο. Δυστυχώς, το προπατορικόν μας αμάρτημα, ο λογιωτατισμός, δεν αγνωστοποιεί μονάχα τις λέξεις, αλλά και τα πράγματα.

Τώρα είναι ο «χρυσούς αιών» του μαρουλιού. Σ’ όλες τις λαϊκές αγορές, σ’ όλα τα μανάβικα, σ’ όλα τα μαγέρικα και τα σπίτια έχει το προβάδισμα. Αυτό κυριαρχεί παντού. Κακά ονομάζουν οι ποιητές την άνοιξη «εποχή των ρόδων» (που’ναι τα;) γιατί είναι η εποχή του μαρουλιού. Ό,τι είναι τα χελιδόνια ψηλά στον αέρα, είναι τα μαρούλια κάτω στη γης.

Θρίδαξ λοιπόν ήταν το μαρούλι, ή ίσως κάποια ποικιλία μαρουλιού, στα αρχαία ελληνικά, με παράλληλους τύπους όπως θίδραξ με αντιμετάθεση ή θρόδαξ. Η ετυμολογία της λέξης είναι άγνωστη, ισως να πρόκειται για λέξη του υποστρώματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Βάρναλης, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Μποστάνι των λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 182 Σχόλια »

Τι μας έμαθαν οι αρχαίοι (Δημ. Σαραντάκος) 7 – Γυναίκες, δούλοι, φίλοι

Posted by sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2018

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Γνώση και έχει τον υπότιτλο «Χρηστομάθεια». Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Σήμερα παρουσιάζω το δεύτερο μερος από το έβδομο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Ο άνθρωπος και η κοινωνία».

Η θέση της γυναίκας

Εξετάζοντας τη θέση των γυναικών στην αρχαία Ελλάδα παρατηρούμε μεγάλες διαφορές από τόπο σε τόπο. Στις περισσότερες ελληνικές χώρες η γυναίκα ήταν πλήρως υποδουλωμένη στον άνδρα, σε ορισμένες όμως απολάμβανε σημαντική ισοτιμία με αυτόν. Το παράδοξο και αντιφατικό, για όσους θέλουν να εξετάζουν το χτες με τα κριτήρια του σήμερα, είναι το γεγονός ότι στη δημοκρατική Αθήνα η θέση της γυναίκας ήταν πολύ υποδεέστερη απ’ ό,τι στην ολιγαρχική Σπάρτη.

Πράγματι, στην Αθήνα η γυναίκα δεν είχε κανένα πολιτικό ή κοινωνικό δικαίωμα. Από τη στιγμή που παντρευόταν, κι αυτό γινόταν σε πολύ μικρή ηλικία, 13-15 χρονών, αφιέρωνε τις κούκλες της στην Αθηνά ή σε κάποια άλλη θεά και έμπαινε στο σπίτι του ανδρός της, αν όχι σαν δούλη, πάντως σαν θεραπαινίδα. Σπανιότατα έβγαινε από το σπίτι (και πάντα με συνοδεία), και ποτέ της δεν έπαιρνε μέρος σε συμπόσια και γιορτές στο σπίτι της, εφόσον ήταν καλεσμένοι και άντρες. Κατά κανόνα δεν μάθαινε γράμματα και φυσικά η πνευματική της ανάπτυξη ήταν πολύ περιορισμένη. Οι πλούσιοι Αθηναίοι φαίνεται πως γρήγορα βαριόντουσαν τις νόμιμες συζύγους τους και βρίσκανε την ευχαρίστηση με δύο άλλες κατηγορίες γυναικών, τις παλλακές, «για την τέρψη του σώματος», και τις εταίρες «για την τέρψη του πνεύματος».

Οι εταίρες ήταν κάτι ανάλογο με τις γκέισες της Ιαπωνίας και όλοι οι συγγραφείς τις ξεχωρίζουν σαφώς από τις πόρνες και τις παλλακές, μολονότι πολλές διάσημες εταίρες ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους από μία από τις κατηγορίες αυτές. Σε αντίθεση με τις άλλες γυναίκες, ήταν εξαιρετικά μορφωμένες και απολύτως απελευθερωμένες, με την έννοια ότι δεν είχαν κανέναν από τους περιορισμούς που χαρακτήριζαν την άχαρη ζωή των Ατθίδων. Μπορούσαν να κυκλοφορούν παντού και να συναναστρέφονται ελεύθερα με το ανδρικό φύλο. Εξυπακούεται πως για να φτάσει μια γυναίκα να καθιερωθεί σαν εταίρα, έπρεπε εκτός της μόρφωσης να συνδυάζει την ομορφιά με την εξυπνάδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Δύο φύλα, Δημήτρης Σαραντάκος, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , | 105 Σχόλια »

Κίτρινα κίτρα, ζουμερά λεμόνια ξανά

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2017

Πάλι έπεσαν διάφορα και δεν πρόλαβα να ετοιμάσω άρθρο, πάλι ανεβάζω αναδημοσίευση -ένα άρθρο που είχε αρχικά δημοσιευτεί εδώ πριν από εξίμισι χρόνια, την άνοιξη του 2011 και ανήκε στη σειρά άρθρων με τα «φρούτα εποχής» που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις». Η σημερινή αναδημοσίευση διαφέρει αρχικά απο την αρχική, διότι έχω ενσωματώσει αρκετό υλικό από το αντίστοιχο άρθρο του βιβλίου, που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση.

Τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια και τα υπόλοιπα κιτρινόχρυσα φρούτα που φαιδρύνουν τους χειμώνες, τα λέμε με μια λέξη εσπεριδοειδή. Η λέξη δεν είναι αρχαία, είναι δημιουργία του 19ου αιώνα, μεταφραστικό δάνειο από το ελληνογενές γαλλικό hespéridées, αν και στην τρέχουσα χρήση στα γαλλικά τα εσπεριδοειδή λέγονται agrumes. Στην καθομιλουμένη τα λέγαν ξινά ή λεμονοπορτόκαλα.

Προφανώς, η ονομασία «εσπεριδοειδή» ανάγεται στον μύθο με τα μήλα των Εσπερίδων, τον ενδέκατο άθλο του Ηρακλή. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα μήλα των Εσπερίδων ήταν εσπεριδοειδή –τουλάχιστον αν υποθέσουμε ότι έχουμε πιάσει σωστά τη γεωγραφία του μύθου και ο κήπος των Εσπερίδων ήταν προς τα δυτικά, κάπου στο σημερινό Μαρόκο, διότι όπως φαίνεται τα εσπεριδοειδή ήρθαν στην Αφρική πολύ αργότερα.

Τα φρούτα αυτά είναι ιθαγενή της Ινδίας και της Κίνας. Το πρώτο που ήρθε προς τα δικά μας μέρη είναι το λιγότερο διαδεδομένο ίσως, το κίτρο, που έφτασε στους ελληνιστικούς χρόνους –και το είπαν, στην αρχή, μηδικόν μήλον, σύμφωνα με τη συνήθεια που είχαν να χρησιμοποιούν το μήλο σαν γενικό όρο για τα οπωρικά.

Τον όρο μηδικόν μήλον τον χρησιμοποιεί ο Θεόφραστος, τον 4ο αιώνα π.Χ., που το ήξερε το κίτρο, έστω κι αν δεν είχε αρχίσει ακόμα να καλλιεργείται στα μέρη τα δικά μας. Αντίθετα, τον πρώτο αιώνα μ.Χ., η καλλιέργειά του έχει πλέον διαδοθεί, κι έτσι ο Διοσκουρίδης γράφει «τα δε μηδικά λεγόμενα ή περσικά ή κεδρόμηλα, ρωμαϊστί δε κίτρια, πάσι γνώριμα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 134 Σχόλια »

Αγκινάρες χωρίς κουκιά

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2016

Τις προάλλες είχα πάει σε μια πιτσαρία με παρέα, και μια κοπέλα της παρέας παράγγειλε πίτσα καπριτσόζα αλλά χωρίς αγκινάρες, οπότε ο σερβιτόρος, όταν ήρθε με τα πιάτα μας της έδωσε το δικό της λέγοντας «ορίστε μια προσούτο ε φούνγκι», ζαμπόν και μανιτάρια -διότι τα βασικά συστατικά της καπριτσόζας είναι αγκινάρες, ζαμπόν και μανιτάρια, οπότε αν αφαιρέσεις τις αγκινάρες τι μένει;

Karczoch-Cynara_scolymusΤο περιστατικό αυτό μού θύμισε ότι για τις αγκινάρες, που εγώ πολύ τις συμπαθώ, δεν έχω γράψει άρθρο, παρόλο που το λαχανικό αυτό το αναφέραμε στα σχόλια του προηγούμενου άρθρου μας για τα κουκιά. Είναι πασίγνωστο το κανταδόρικο τραγούδι που λέει: «αγκινάρες και κουκιά, κόκκινες καλές ντομάτες δυο δεκάρες η οκά» και πράγματι στη λαϊκή ελληνική κουζίνα πολλών περιοχών τα δυο αυτά λαχανικά πάνε μαζί, τόσο που έχουν και το κοινό όνομα «αγκιναροκούκια». Όπως είχε σχολιάσει ο φίλος μας ο Αρκεσινέας, «Τα χλωρά κουκιά με αγκινάρες και απαραίτητα άνιθο είναι νοστιμότατα. Οι νηστεύοντες τα μαγείρευαν οπωσδήποτε τη Μ. Πέμπτη, αφού κοινωνούσαν και μπορούσαν να φάνε λάδι.»

Για τα κουκιά, ωστόσο, έχουμε μιλήσει -οπότε σήμερα το μενού θα έχει «αγκινάρες χωρίς κουκιά».

Η αγκινάρα που τρώμε είναι πολυετές φυτό της οικογένειας των Αστεροειδών, της φυλής των Κυναροειδών, και το βοτανολογικό της όνομα είναι Cynara scolymus, στα ελληνικά Κινάρα η σκόλυμος ή Κινάρα η κοινή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 182 Σχόλια »

Το βελανίδι του Δία

Posted by sarant στο 7 Οκτώβριος, 2015

Τις προάλλες που είχα βγει μια βόλτα στην εδώ ύπαιθρο, είδα δεκάδες κάστανα πεσμένα στο δρόμο μου, γυαλιστερά πλάι στο αγκαθωτό τους περίβλημα, άδειο πια -οπότε, αφού είναι η εποχή τους, σκέφτηκα να αναδημοσιεύσω ένα παλιό μου άρθρο για τα κάστανα, που αρχικά το είχα παρουσιάσει εδώ πριν από τέσσερα χρόνια και στη συνέχεια το συμπεριέλαβα στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«. Ας μιλήσουμε λοιπόν σήμερα για τα κάστανα, αφού έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την πρώτη δημοσίευση και αφού το σημερινό άρθρο διαφέρει αρκετά από το παλιό, έχοντας ενσωματώσει πολλά από τα σχόλια της αρχικής δημοσίευσης. Ένας λόγος παραπάνω για την αναδημοσίευση είναι πως το αρχικό άρθρο είχε δημοσιευτεί ενώ εγώ βρισκόμουν μακριά από το Διαδίκτυο κι έτσι ελάχιστα είχα σχολιάσει.

800px-ChestnutΔεύτερο στην ιεραρχία των ξηρών καρπών, μετά το καρύδι, έρχεται το κάστανο. Και επειδή, όπως έχουμε πει και άλλη φορά, οι αρχαίοι όλους τους ξηρούς καρπούς τούς έλεγαν κάρυα (κάρυα εκάλουν και τας αμυγδαλάς και τα νυν καστάνεια, λέει ο Αθήναιος), έτσι και τα κάστανα τα είπαν και «ευβοϊκά κάρυα», προφανώς επειδή στα δάση της Εύβοιας υπήρχε μεγάλη παραγωγή. Ωστόσο, η καστανιά από τη Μικρασία μάς ήρθε, και μάλιστα από την περιοχή του Πόντου, έστω κι αν δεν το δείχνει το όνομά της όπως με το φουντούκι.

Ο Αθήναιος μας πληροφορεί ότι ο Δίφιλος τα κάστανα τα ονομάζει «Σαρδιανάς βαλάνους», δηλαδή από τις Σάρδεις της Λυδίας, που μάλλον θα ήταν το κέντρο εμπορίας απ’ όπου έφταναν στην Ελλάδα και όχι απαραίτητα ο τόπος παραγωγής. Παλιότερα ο Θεόφραστος τα αποκαλεί με ένα υπέροχο όνομα: «Διός βάλανοι» και μονολεκτικά, διοσβάλανοι, αλλά και «κασταναϊκόν κάρυον», ενώ ο Γαληνός μιλάει για «καστανική βάλανο». Τελικά, από διάφορους παρεμφερείς τύπους (καστάνεια, καστάνια) επικράτησε το όνομα «κάστανα» συνήθως στον πληθυντικό (ο Dalby την πολλαπλότητα των ονομάτων τη θεωρεί σημάδι ότι υπήρχε κάποιο είδος ταμπού).

Η λέξη «κάστανο» φαίνεται δάνειο από κάποια μικρασιατική γλώσσα· στα αρμένικα το κάστανο λέγεται kask και η καστανιά kaskeni. Η ελληνική λέξη περνάει στα λατινικά (nux castanea το κάστανο και μετά σκέτο castanea) και από εκεί σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις (βεβαίως, με εξαίρεση τα εξωτικά φρούτα) όπου σε όλες ανεξαίρετα τις ευρωπαϊκές γλώσσες χρησιμοποιείται ομόρριζος όρος. Ίσως πιο δυσδιάκριτη να είναι η αγγλική λέξη για το κάστανο, chestnut, που προήλθε από το chesten nut, το οποίο chesten είναι δάνειο από τα γαλλικά. Στα γαλλικά και στα ιταλικά υπάρχει και μια ακόμα λέξη για το κάστανο, που θα τη δούμε παρακάτω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 247 Σχόλια »

Λογοπαίγνια και καλαμπούρια

Posted by sarant στο 12 Φεβρουαρίου, 2015

Το σημερινό σημείωμα είναι γραμμένο κάπως βιαστικά και έτσι κι αλλιώς δεν έχει τη φιλοδοξία να καλύψει το πραγματικά τεράστιο πεδίο των λογοπαιγνίων, αλλά πιο πολύ να δώσει εναύσματα και αφορμές για να καλυφθούν στα σχόλια οι διάφορες πτυχές του ζητήματος.

Λογοπαίγνιο, σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, είναι λεκτικό παιχνίδι του προφορικού λόγου κατά το οποίο, με τη χρησιμοποίηση φωνητικών ομοιοτήτων, αναγραμματισμών, αντιστροφής συλλαβών κτλ., μια λέξη ή μια φράση γίνεται διφορούμενη ή αλλάζει το νόημά της, π.χ. Σήκω Tάκη να φας που μπορεί να ερμηνευτεί και ως συκωτάκι να φας.

Η λέξη λογοπαίγνιο είναι μεταφραστικό δάνειο από το γαλλικό jeu de mots, παιχνίδι λέξεων. Υπάρχει και μια άλλη γαλλική λέξη, συνώνυμη, που την έχουμε δανειστεί, η λέξη calembour που έδωσε το δικό μας «καλαμπούρι». Στα γαλλικά calembour και jeu de mots είναι συνώνυμα, αλλά στα ελληνικά το καλαμπούρι έχει κάπως επεκταθεί μια και μπορεί να σημαίνει κάθε λεκτικό αστείο, κι ας μην περιλαμβάνει λογοπαίγνιο.

Η ετυμολογία του γαλλικού calembour έχει βασανίσει τους μελετητές χωρίς να έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση. Στα αγγλικά, το λογοπαίγνιο λέγεται pun, μια λέξη επίσης σκοτεινής ετυμολογίας.

Στα αρχαία ελληνικά υπήρχε ο όρος «παρονομασία», κι ένας αρχαίος γραμματικός, ο Αλέξανδρος, στο βιβλίο «Περί σχημάτων», όπου εξετάζει τα ρητορικά σχήματα, ορίζει ως εξής την παρονομασία: Παρονομασία δὲ γίνεται͵ ὅταν τι τῶν ληφθέντων εἰς τὴν διάνοιαν ὀνομάτων ἢ ῥημάτων βραχὺ μεταποιήσαντες ἑτέραν κινήσωμεν ἔννοιαν͵ ὡς ἔχει τὸ ῥηθὲν ὑπό τινος πρὸς τὸν ἀμπελουργὸν τὸν δικαζόμενον συνεχῶς͵ αἱ ἄμπελοί σου οὐ κλήματα φέρουσιν͵ ἀλλ΄ ἐγκλήματα. Με μια μικρή μεταβολή μιας λέξης θέτουμε σε κίνηση μιαν άλλη σημασία, λέει ο Αλέξανδρος, όπως αυτό που είπε κάποιος σε έναν αμπελουργό που συνεχώς έμπλεκε σε δίκες: τα αμπέλια σου δεν βγάζουν κλήματα αλλά εγκλήματα, θα μεταφράζαμε.

Το λογοπαίγνιο πρέπει να είναι σκόπιμο· έτσι, τα σαρδάμ δεν είναι λογοπαίγνια, ούτε το είδος γλωσσικών σφαλμάτων που οι Άγγλοι αποκαλούν malapropism. Και στα αγγλικά, αν τύχει και χρησιμοποιήσει κανείς τυχαία δυο περίπου ομόηχες λέξεις κατά τρόπο που να μπορούσε να θεωρηθεί λογοπαίγνιο, μπορεί να προσθέσει «(no pun intended)» για να δηλώσει ότι ήταν συμπτωματικό και όχι σκόπιμο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ευτράπελα, Λογοπαίγνια | Με ετικέτα: , , , , , , | 358 Σχόλια »

Οβελίας, αρνάκι, τσουρέκι και άλλες λέξεις του Πάσχα

Posted by sarant στο 18 Απρίλιος, 2014

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα, συνεχίζω λοιπόν σε πασχαλιάτικο κλίμα επαναλαμβάνοντας ένα άρθρο με πασχαλινές λέξεις που είχα δημοσιεύσει εδώ το 2010 και το 2011.

Και πρώτα-πρώτα το ίδιο το Πάσχα, που είναι λέξη άκλιτη, δάνειο από το αραμαϊκό pasha και αυτό από το εβραϊκό pesah (πέσαχ είναι το σημερινό εβραϊκό Πάσχα), από τον αόριστο ενός ρήματος που σημαίνει «αυτός προσπέρασε». Και το «προσπέρασε» μας πηγαίνει στην Παλαιά Διαθήκη, στην Έξοδο, όπου στη δέκατη πληγή του Φαραώ ο άγγελος Κυρίου θανάτωσε τους πρωτότοκους γιους των Αιγυπτίων· πέρασε γραμμή τα σπίτια και έσπειρε τον όλεθρο, είχε όμως προηγουμένως ειδοποιήσει τους Εβραίους, να σφάξουν ένα αρνάκι και να βάψουν την πόρτα του σπιτιού τους για να τα προσπεράσει. Ή, όπως το λέει στην Έξοδο: και παρελεύσεται κύριος πατάξαι τους Αιγυπτίους και όψεται το αίμα επὶ της φλιάς και επ’ αμφοτέρων των σταθμών͵ και παρελεύσεται κύριος την θύραν και ουκ αφήσει τον ολεθρεύοντα εισελθείν εις τας οικίας υμών πατάξαι. Άγρια πράγματα τα παλαιοδιαθηκικά, αλλά από εκεί θαρρώ προήλθε το αρνάκι που σουβλίζουμε –βέβαια με νέα σηματοδότηση μετά τη σταύρωση του Χριστού που ήταν ο αμνός ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.

Το Πάσχα το λέμε και Λαμπρή, μια και είναι η μεγαλύτερη γιορτή, και παρόμοια ονομασία υπάρχει στα βουλγάρικα, όπου επισήμως το Πάσχα λέγεται βελικντέν, δηλαδή «μεγάλη μέρα», ενώ στους δυτικούς σλάβους λέγεται συχνά «μεγάλη νύχτα» (π.χ. Wielkanoc στα πολωνικά και αναλόγως στα σλοβένικα ή στα τσέχικα). Στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες η ονομασία προήλθε από το ελληνικό, συνήθως μέσω λατινικών, αν και στα αγγλικά έχουμε easter, που προέρχεται από μια παγανιστική γιορτή προς τιμήν μιας τευτονικής θεάς της άνοιξης και του φωτός, της ανατολής του ήλιου (άλλωστε east είναι η ανατολή). Κάτι ανάλογο ισχύει και στα γερμανικά (Ostern).

Το φετινό Πάσχα πέφτει στη μέση περίπου της περιοχής ημερομηνιών του (οι πιθανές ημερομηνίες του ορθόδοξου Πάσχα πηγαίνουν από 4 Απριλίου έως 8 Μαΐου) και συμπίπτει με το καθολικό, κάτι που επίσης είχε συμβεί το 2010 και το 2011, και θα ξανασυμβεί το 2017.  Δεν έχω χώρο να αναπτύξω τον τρόπο υπολογισμού, που άλλωστε είναι μάλλον περίπλοκος και γι’ αυτό η εκκλησία κάθε χρόνο βγάζει το πασχάλιον του σωτηρίου έτους τάδε, το οποίο αναφέρει όλες τις κινητές γιορτές –και από εκεί βγήκε και η φράση «έχασε τα πασχάλια του» που τη λέμε όταν κάποιος έχει περιέλθει σε πλήρη σύγχυση. Και επειδή το Πάσχα έχει συνδεθεί αξεχώριστα με τα κόκκινα αυγά, η παροιμιακή αυτή φράση συμφύρθηκε με την άλλη που λέει «έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια», για όποιον έχει πάθει μεγάλη ζημιά, κι έγινε «έχασε τ’ αυγά και τα πασχάλια», που εκ πρώτης όψεως είναι «λάθος» αλλά απόλυτα εύλογο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαογραφία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , | 83 Σχόλια »

Φακή επαφής

Posted by sarant στο 27 Μαΐου, 2013

250px-Illustration_Lens_culinaris0Μια έκφραση που ακούγεται συχνά τον τελευταίο καιρό, όποτε γίνεται λόγος για την αξιοποίηση ή την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας (το πρώτο συνθετικό αλλάζει) είναι ότι πωλείται ή ξεπουλιέται «αντί πινακίου φακής». Πρόκειται για έκφραση που προέρχεται, θα το ξέρετε, από τη Βίβλο, και συγκεκριμένα από την ιστορία του Ησαύ και του Ιακώβ, που υπάρχει στη Γένεση. Από τα δυο παιδιά του Ισαάκ, ο πρωτότοκος, ο Ησαύ, ήταν άγαρμπος κυνηγός, ο δευτερότοκος ο Ιακώβ ήταν λεπτεπίλεπτος διανοούμενος, «άπλαστος οικών οικίαν». Μια μέρα που γύρισε ξεθεωμένος στο σπίτι ο Ησαύ, κι ο Ιακώβ μαγείρευε φακές, ζήτησε να φάει, κι ο συμφεροντολόγος ο μικρός απαίτησε, για να τον σερβίρει, να του παραχωρήσει ο μεγάλος τα πρωτοτόκιά του. «Εγώ κοντεύω να πεθάνω, τι να τα κάνω τα πρωτοτόκια;» είπε (Ιδού εγώ πορεύομαι τελευτάν και ίνα τί μοι ταύτα τα πρωτοτόκια;), οπότε του τα παραχώρησε, και μάλιστα με όρκο, και σε αντάλλαγμα του έδωσε ο Ιακώβ «άρτον και έψεμα φακού», ψωμί και βραστές φακές. Χρειάστηκε βέβαια και η βοήθεια της μητέρας, κι η ανημπόρια του πατέρα, αλλά τελικά τα πρωτοτόκια πράγματι πουλήθηκαν για ένα πιάτο φακές, δηλαδή δεν είναι μόνο των καιρών μας το φαινόμενο ο καπάτσος δημοσιοσχεσίτης που πουλάει αέρα να βγάζει τα εκατονταπλάσια απ’ τον εργάτη που παράγει.

Θα προσέξατε ότι στο κείμενο της Γένεσης ο Ησαύ δεν τρώει φακές, αλλά «έψεμα φακού». Φακός ήταν η αρχαία λέξη για τη φακή, τόσο το φυτό όσο και το φαγητό. Ο Ηρόδοτος, σε ένα σημείο όπου περιγράφει τους Αλαζώνες, μια φυλή που ζούσε στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου (και από εκεί βγήκε η λέξη «αλαζόνας», που είναι κι αυτή ωραία ιστορία, αλλά την κρατάμε για κάποιαν άλλη φορά) λέει ότι καλλιεργούν σιτάρι και επίσης «κρόμμυα και σκόροδα και φακούς και κέγχρους».

Η φακή, όπως φαίνεται και από την ιστορία με τον Ησαύ, είναι μαζί μας από τα πολύ παλιά χρόνια, και είναι από τα πρώτα φυτά που άρχισε να καλλιεργεί ο άνθρωπος στην περιοχή μας (στο σπήλαιο Φράγχθι της Ερμιονίδας έχουν βρεθεί ποσότητες άγριας φακής, που χρονολογούνται γύρω στο 10.000 π.Χ.). Στην κλασική αρχαιότητα η φακή ήταν ένα από τα βασικά τρόφιμα, καθώς είναι φτηνή πηγή πρωτεϊνών, παρόλο που οι γιατροί συγγραφείς των επόμενων αιώνων επισήμαιναν τις βλαβερές συνέπειες της υπερκατανάλωσης φακής: ότι κάνει κακό στην όραση και φέρνει αέρια (φακός βιβρωσκόμενος συνεχώς αμβλυωπός, δύσπεπτος, κακοστόμαχος, πνευματωτικός στομάχου και εντέρων, λέει ο Διοσκουρίδης).

Και η λέξη φακή είναι αρχαία, συνηρημένος τύπος του «η φακέα», παράλληλος τύπος της λ. φακός, και σταδιακά έγινε διάκριση των σημασιών και «φακή» ονομάστηκε το φαγητό, το βρασμένο δηλαδή, ενώ φακός το ωμό όσπριο (φακή: το έψεμα του φακού, γράφει ο Φώτιος). Τη φακή τη συνδύαζαν με άλλα φαγητά, π.χ. είχαν την βολβοφακή όταν την ανακάτευαν με βολβούς· ο Αθήναιος αφηγείται ένα επεισόδιο που συνέβη στο σπίτι της ετοιμόλογης εταίρας Γνάθαινας, που είχε χυθεί η βολβοφακή στο ντεκολτέ της δούλας -θα φτιάξει κολποφακή, σχολίασε η αφεντικίνα της. Είχαν και μια παροιμία οι αρχαίοι «το επί τη φακή μύρον» για όποιον δαπανά το εκλεκτό για χάρη του ευτελούς.

Και με τον φακό είχαν παροιμίες οι αρχαίοι· δυο από τις πάμπολλες παροιμίες «περί αδυνάτου» είναι και οι «Φακόν κόπτεις» και «Φακού γωνίαν κρατείς».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βίβλος, Γλωσσικά συμπόσια, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 138 Σχόλια »

Η μέρα της λαγάνας

Posted by sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2012

Ένα σύντομο πριν πάω να πετάξω τον χαρταετό (ή να τσακίσω τα σαρακοστιανά, που είναι και το πραγματικό… επίδικο της γιορτής), για μία από τις πολλές ξεχωριστές λέξεις της σημερινής μέρας, τη λαγάνα.

Η λαγάνα είναι το επίπεδο ψωμί χωρίς προζύμι που τρώμε την Καθαρά Δευτέρα (και ουσιαστικά μόνο την Καθαρά Δευτέρα, τουλάχιστον οι περισσότεροι). Αυτή είναι η πανελλήνια ονομασία, νομίζω, αν και βέβαια υπάρχουν τοπικά πολλές και διάφορες παραλλαγές και ονομασίες, για παράδειγμα σε ένα κορφιάτικο γλωσσάρι βρίσκω άλλες δυο λέξεις, την ξεπεταχτή και τη φλάουνα, που είναι, λέει, αλευρόπιτα (από το αγγλικό flour)· έχω πολλές επιφυλάξεις για την ετυμολογία.

Για την ετυμολογία της λαγάνας δεν υπάρχουν επιφυλάξεις, προέρχεται από το αρχαίο λάγανον. Το βρίσκουμε π.χ. στους Εβδομήκοντα, όπου τα λάγανα δεν ταυτίζονται με τα άζυμα ψωμιά (άρτους αζύμους πεφυραμένους εν ελαίω και λάγανα άζυμα κεχρισμένα εν ελαίω, στην Έξοδο). Το αναφέρει και ο Αθήναιος σε στίχο του Αριστοφάνη (λάγανα πέπεται) από τις Εκκλησιάζουσες, αν και ο συγκεκριμένος στίχος δεν έχει διασωθεί στο κείμενο που έφτασε σε μας. Τι ακριβώς ήταν το αρχαίο λάγανο δεν ξέρουμε, πάντως πρέπει να ήταν πλατύ, άζυμο ψωμί -από αλεύρι και λάδι ίσως.

Το λάγανον ανάγεται σε θέμα λαγ- από αμάρτυρο επίθετο *λάγος (χαλαρός) απ’ όπου και λαγαρός ή λάγνος. Όποιον έχει μεγάλο πάθος με τις λαγάνες, μπορούμε να τον πούμε «λαγανολάγνο» φαντάζομαι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 62 Σχόλια »

Το βελανίδι του Δία

Posted by sarant στο 28 Νοέμβριος, 2011

Είχαμε ένα άρθρο τις προάλλες στο ιστολόγιο για το φοιτητικό πάσο, και η συζήτηση, όπως συχνά συμβαίνει, λοξοδρόμησε, και είπαμε μερικά πράγματα και για τα κάστανα, που είναι η εποχή τους τώρα. Υποσχέθηκα λοιπόν να ανεβάσω ένα άρθρο ειδικά αφιερωμένο στα κάστανα, να πούμε ό,τι τραβάει η καρδιά μας χωρίς κίνδυνο να βγούμε εκτός θέματος. Υπόψη ότι το άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο, εγώ είμαι στη Θεσσαλονίκη, μπορεί και χωρίς δυνατότητα σύνδεσης, άρα δεν προβλέπεται να σχολιάσω πολύ.

Δεύτερο στην ιεραρχία των ξηρών καρπών, μετά το καρύδι, έρχεται το κάστανο. Και επειδή, όπως ξέρουμε, οι αρχαίοι όλους τους ξηρούς καρπούς τους έλεγαν κάρυα (κάρυα εκάλουν και τας αμυγδαλάς και τα νυν καστάνεια, λέει ο Αθήναιος), έτσι και τα κάστανα τα είπαν και «ευβοϊκά κάρυα», προφανώς επειδή στα δάση της Εύβοιας υπήρχε μεγάλη παραγωγή. Ωστόσο, η καστανιά από τη Μικρασία μας ήρθε, και μάλιστα από την περιοχή του Πόντου, έστω κι αν δεν το δείχνει το όνομά της, όπως στο φουντούκι.

Ο Αθήναιος μας πληροφορεί ότι ο Δίφιλος τα ονομάζει «Σαρδιανάς βαλάνους», δηλαδή από τις Σάρδεις της Λυδίας, που μάλλον θα ήταν το κέντρο εμπορίας απ’ όπου έφταναν στην Ελλάδα και όχι απαραίτητα ο τόπος παραγωγής. Παλιότερα, ο Θεόφραστος τα αποκαλεί μ’ ένα υπέροχο όνομα: «Διός βάλανοι» και μονολεκτικά, διοσβάλανοι, αλλά και «κασταναϊκόν κάρυον», ενώ ο Γαληνός λέει για «καστανική βάλανο». Τελικά, από διάφορους παρεμφερείς τύπους (καστάνεια, καστάνια)  επικράτησε το όνομα «κάστανα» συνήθως στον πληθυντικό (ο Dalby την πολλαπλότητα των ονομάτων τη θεωρεί σημάδι ότι υπήρχε κάποιο είδος ταμπού).

Η λέξη «κάστανο» φαίνεται δάνειο από κάποια μικρασιατική γλώσσα· στα αρμένικα το κάστανο λέγεται kask και η καστανιά kaskeni. Η ελληνική λέξη περνάει στα λατινικά (nux castanea το κάστανο και μετά σκέτο castanea) και από εκεί σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις (με εξαίρεση τα εξωτικά βεβαίως φρούτα) όπου σε όλες ανεξαίρετα τις ευρωπαϊκές γλώσσες χρησιμοποιείται ομόρριζος όρος. Ίσως πιο αγνώριστη να είναι η αγγλική λέξη για το κάστανο, chestnut, που προήλθε από το chesten nut, το οποίο chesten είναι δάνειο από τα γαλλικά. Στα γαλλικά και στα ιταλικά υπάρχει και μια ακόμα λέξη για το κάστανο, που θα τη δούμε παρακάτω. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 94 Σχόλια »

Οβελίας, αρνάκι, τσουρέκι και άλλες πασχαλιάτικες λέξεις

Posted by sarant στο 23 Απρίλιος, 2011

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πέρσι το Πάσχα (4.4.2010), καθώς και στο πασχαλιάτικο φύλλο της Αυγής (3.4.2010). Μια και λείπω, το ξαναφέρνω στην επιφάνεια, έχοντας επικαιροποιήσει τις αναφορές, και με την ευκαιρία στέλνω σε όλους τις καλύτερες αναστάσιμες ευχές.

Μέρα που είναι, ταιριάζει  να λεξιλογήσω σχετικά με την ημερολογιακή επικαιρότητα, παναπεί να εξετάσουμε εδώ τις λέξεις του Πάσχα.

Και πρώτα-πρώτα το ίδιο το Πάσχα, που είναι λέξη άκλιτη, δάνειο από το αραμαϊκό pasha και αυτό από το εβραϊκό pesah (πέσαχ είναι το σημερινό εβραϊκό Πάσχα), από τον αόριστο ενός ρήματος που σημαίνει «αυτός προσπέρασε». Και το «προσπέρασε» μας πηγαίνει στην Παλαιά Διαθήκη, στην Έξοδο, όπου στη δέκατη πληγή του Φαραώ ο άγγελος Κυρίου θανάτωσε τους πρωτότοκους γιους των Αιγυπτίων· πέρασε γραμμή τα σπίτια και έσπειρε τον όλεθρο, είχε όμως προηγουμένως ειδοποιήσει τους Εβραίους, να σφάξουν ένα αρνάκι και να βάψουν την πόρτα του σπιτιού τους για να τα προσπεράσει. Ή, όπως το λέει στην Έξοδο: και παρελεύσεται κύριος πατάξαι τους Αιγυπτίους και όψεται το αίμα επὶ της φλιάς και επ’ αμφοτέρων των σταθμών͵ και παρελεύσεται κύριος την θύραν και ουκ αφήσει τον ολεθρεύοντα εισελθείν εις τας οικίας υμών πατάξαι. Άγρια πράγματα τα παλαιοδιαθηκικά, αλλά από εκεί θαρρώ προήλθε το αρνάκι που σουβλίζουμε –βέβαια με νέα σηματοδότηση μετά τη σταύρωση του Χριστού που ήταν ο αμνός ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαογραφία | Με ετικέτα: , , , | 69 Σχόλια »

Κίτρινα κίτρα, ζουμερά λεμόνια

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2011

Το άρθρο αυτό ήταν έτοιμο από προχτές, αλλά καθώς χτες έμαθα την πολύ θλιβερή είδηση του θανάτου του Μανώλη Ρασούλη, να μου επιτρέψετε να το αφιερώσω στη μνήμη του και να τον θυμηθούμε και τον ίδιο να τραγουδάει ένα δικό του τραγούδι (σε μουσική Βάσως Αλαγιάννη), σχετικό με το θέμα το σημερινό: Λεμόνι στην πορτοκαλιά

Τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια και τα υπόλοιπα κιτρινόχρυσα φρούτα που φαιδρύνουν τους χειμώνες, τα λέμε με μια λέξη εσπεριδοειδή. Η λέξη δεν είναι αρχαία, είναι δημιουργία του 19ου αιώνα, μεταφραστικό δάνειο από το ελληνογενές γαλλικό hespéridées, αν και στην τρέχουσα χρήση στα γαλλικά τα εσπεριδοειδή λέγονται agrumes. Στην καθομιλουμένη τα λέγαν ξινά ή λεμονοπορτόκαλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Μαρμελάδα από κυδώνι

Posted by sarant στο 7 Ιανουαρίου, 2011

 

Χτες φτιάξαμε κυδωνάτο και επειδή είχα πάρει πολλά κυδώνια –μ’ αρέσουν να τα βλέπω, έτσι χρυσά– μερικά κομμάτια περίσσεψαν, οπότε τις έφαγα -και θυμήθηκα τα νιάτα μου, που τα έτρωγα τα κυδώνια ωμά, παρόλο που σε πολλές πηγές βλέπω ότι ωμό το κυδώνι δεν είναι φαγώσιμο.

Το κυδώνι είναι από τα πιο αρχαία φρούτα και από τα πιο περιφρονημένα σήμερα (όπως και το ρόδι, ας πούμε, που θα περιμένει το δικό του σημείωμα άλλη φορά). Έφτασαν στην Ελλάδα από τον Καύκασο, μέσω της Μέσης Ανατολής. Η παλιότερη μορφή της λέξης στα ελληνικά είναι «κοδύμαλον» που κατά πάσα πιθανότητα είναι δάνειο από κάποια μικρασιατική γλώσσα, όμως στη συνέχεια εξελληνίστηκαν σε «κυδώνια μήλα», συνδέθηκαν δηλαδή –πραγματικά ή παρετυμολογικά– στη συνείδηση των ομιλητών με την πόλη Κυδωνία της Κρήτης (εκεί που σήμερα βρίσκονται τα Χανιά)

Οι αρχαίοι συνέδεαν το κυδώνι με την Αφροδίτη και μάλιστα ο Πλούταρχος μας λέει ότι ο Σόλωνας συνιστούσε στις νύφες, πριν μπουν στο νυφικό θάλαμο, να μασήσουν ένα κυδώνι για να μην είναι δυσάρεστο το πρώτο φιλί (ὁ Σόλων ἔγραψε μήλου κυδωνίου τὴν νύμφην ἐντραγοῦσαν εἰς τὸν θάλαμον βαδίζειν͵ ὅπως τὸ πρῶτον ἄσπασμα μὴ δυσχερὲς γένηται μηδ’ ἀχάριστον).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 86 Σχόλια »