Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αθηνά Βογιατζόγλου’

Οι μιμήσεις του Πλάτωνα Χαρμίδη

Posted by sarant στο 31 Οκτώβριος, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 131 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. (Με την ευκαιρία, να πούμε ότι η λεγόμενη «οικία Λαπαθιώτη» υπάρχει ακόμα και ρημάζει στην οδό Οικονόμου, στον λόφο του Στρέφη, αλλά ο ποιητής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος).

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα στις 31 Οκτωβρίου είτε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος, με το άρθρο που δημοσιεύεται σήμερα, μέρα καθημερινή, παρόλο που το περιεχόμενό του ταιριάζει περισσότερο σε κυριακάτικο άρθρο.

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα θέμα όχι άγνωστο, που το έχω επίσης δημοσιεύσει εδώ και πολλά χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο (το λινκ είναι αυτό, αλλά προς το παρόν δεν λειτουργεί). Το συνδυάζω με ένα δοκίμιο της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου, με τίτλο «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και η τέχνη της παρωδίας» που περιλαμβάνεται στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο της «Συνομιλίες ποιητών. Μεταπλάσεις, παρωδίες και αντίλογοι στη νεοελληνική ποίηση του 20ού αιώνα».

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δημοσίεψε το 1938-1939 στο περιοδικό «Πνευματική ζωή» μια σειρά από ποιήματα γραμμένα à la manière de, στα οποία παρωδούσε το ύφος γνωστών ομοτέχνων του (Καβάφη, Καρυωτάκη, Καββαδία, έως τους νεότερους). Συνολικά οι μιμήσεις αυτές είναι έντεκα· χαρακτηριστικό είναι πως τις υπόγραφε με το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης, που το είχε πρωτοχρησιμοποιήσει σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα για να υποβάλει ποιήματα σε έναν ποιητικό διαγωνισμό… στον οποίο ήταν επίσης μέλος της κριτικής επιτροπής.

Κατά πάσα πιθανότητα, τη χρήση ψευδωνύμου την επέβαλε η μεταξική λογοκρισία, η οποία είχε βάλει στα μαύρα κατάστιχα τον ποιητή ύστερα από το άσεμνο ποίημα Επεισόδιο του 1938 (παλιότερο άρθρο, που θα χρειαζόταν τροποποίηση).

Η πρώτη μίμηση (Καβάφης) συνοδευόταν και από το εξής σημείωμα του «Πλάτωνα Χαρμίδη»:

«Παίζοντας, προ κάμποσου καιρού (ίσως αυτό το “παίζοντας”, που γράφω, να μην είναι η λέξη που ταιριάζει, αλλ’ αφού την έγραψα, ας μένει), δοκίμασα να μιμηθώ το “στυλ” κάποιων μου ποιητών αγαπημένων. Δεν ήλπιζα ποτέ να δουν το φως, – είν’ απ’ αυτά που γράφονται για το συρτάρι μόνο: Ωστόσο, να που σήμερα το βλέπουν. Όσοι συμβεί να μην τα συμπαθήσουν, τουλάχιστον ας μου τα συγχωρήσουν. Εγώ δεν τα ’χω ακόμα συγχωρήσει, – αλλά δεν έπαυσα κι απ’ το να τ’ αγαπώ

Η Αθηνά Βογιατζόγλου χαρακτηρίζει «παρωδίες» τα έντεκα ποιητικά γυμνάσματα του Λαπαθιώτη, άλλοι μελετητές μιλούν για «μιμήσεις». Εγώ χρησιμοποιώ τους δυο όρους εναλλακτικά. Το θέμα της ορολογίας είναι αρκετά σύνθετο και θα μπορούσε να γραφτεί άρθρο γι’ αυτό, αλλά προτιμώ να το αφήσω για άλλη φορά.

Όλες οι μιμήσεις είναι λίγο ή πολύ ειρωνικές αλλά πολύ πιο αιχμηρές για τους υπερρεαλιστές που ο Λαπαθιώτης αντιπαθούσε (Ελυτιότητες είχε χαρακτηρίσει μια επαινετική κριτική για ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη).

Οι παρωδίες από τον Λαπαθιώτη δεν ήταν οι μόνες· την ίδια εποχή, δηλ. προπολεμικά, δημοσιεύονταν άφθονες παρωδίες γνωστών ποιημάτων ακόμα και σε λαϊκά περιοδικά. Όχι πάντα πετυχημένες –αλλά ίσως να μαρτυρούν πόσο μεγαλύτερη διάδοση είχε τότε η ποίηση έξω από έναν κύκλο μυημένων. Οι καβαφικές παρωδίες γεμίζουν (και έχουν γεμίσει) βιβλίο.

Για να παρωδήσεις έναν ποιητή πρέπει να έχεις μελετήσει καλά το ύφος και το λεξιλόγιό του -και να είσαι κι εσύ ποιητής. Κάποτε το προϊόν της μίμησης/παρωδίας δεν ξεχωρίζει και πολύ από τα γνήσια ποιήματα του παρωδούμενου ποιητή.

Δείτε, ας πούμε, το ποίημα που έγραψε ο Λαπαθιώτης à la manière de Μαβίλη. Είναι φυσικά σονέτο:

ΣΟΝΕΤΤΟ

Την ώρα που βυθά το χλωμό δείλι,
κι αποτραβιέται ο γήλιος σ’ άλλους τόπους,
κι η νύχτα ανοί, σα μυστικό ασφοδίλι,
συλλογιέμαι τους δόλιους τους ανθρώπους,

καθώς γοργοπερνάν, οχτροί και φίλοι,
σε περίσσιους βαρειά δοσμένοι κόπους,
κάνοντας ο καθένας ό,τι οφείλει
και του βολεί, με τους δικούς του τρόπους…

Μα να που η νύχτα τον παραμονεύει,
κι ο Χάρος, φοβερό κι άπονο τέρας,
και τη στιγμή που αυτός ποθεί ν’ ανέβη,

μέσ’ στο φως και τη λάμψη της ημέρας,
και βλέπει από ψηλά τον κόσμο κάτου,
δίνει μια, και του σπάζει τα φτερά του!

Πλάτων Χαρμίδης (= Ναπολέων Λαπαθιώτης) Πνευματική ζωή τχ. 37, 10.12.1938

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 119 Σχόλια »

Ο Τάσης Βασκαντήρας (διήγημα του Δημήτρη Κανελλόπουλου)

Posted by sarant στο 20 Ιανουαρίου, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα διήγημα από τη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Κανελλόπουλου «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες«, που κυκλοφόρησε τον Απρίλη που μας πέρασε από τις εκδόσεις Κίχλη.

Πρόκειται για την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Κανελλόπουλου, που ως τώρα έχει τυπώσει ποιητικές συλλογές ενώ επίσης διευθυνει το λογοτεχνικό περιοδικό Οροπέδιο με το οποίο έχω συνεργαστεί μια φορά με ένα άρθρο για τον Ρώμο Φιλύρα (που αποσπάσματά του δημοσίευσα κι εδώ).

Τη συλλογή δεν την είχα αντιληφθεί όταν κυκλοφόρησε, αλλά μου τη σύστησε στις γιορτές η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου, που ως νεοελληνίστρια έχει πολύ καλή εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής. Η Βογιατζόγλου θεωρεί ότι το βιβλίο του Κανελλόπουλου είναι χαρακτηριστικό δείγμα της «νέας ηθογραφίας», όπως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ένα νέο ρεύμα στην πεζογραφία μας, των τελευταίων δεκαετιών, που ανανεώνει το είδος της ηθογραφίας και που πατάει γερά στην ύπαιθρο -την οποία όμως επισκέπτεται διαφορετικά.

Εννοούμε εδώ τον Μακριδάκη, τον Παπαμάρκο με το Γκιακ, πιο παλιά τον Σωτήρη Δημητρίου, και πολλούς ακόμα. Ένα χαρακτηριστικό του νεοηθογραφικού ρεύματος, που ενδιαφέρει και το ιστολόγιο, είναι ότι χρησιμοποιεί λέξεις της ντοπιολαλιάς -που βέβαια δυσκολεύουν το νεότερο κοινό, καθώς οι βίαιες κοινωνικές ανακατατάξεις των περασμένων δεκαετιών έχουν ξεκόψει τους κατοίκους των μεγάλων αστικών κέντρων από λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσαν ακόμα κι οι πατεράδες τους. Φυσικά, κανείς απ΄όσους υποκριτικά ή καλοπροαίρετα θρηνούν για την υποτιθέμενη λεξιπενία των νέων δεν αναφέρεται στον χαμένο λαϊκό λεξιλογικό πλούτο -και οι δημοσιογράφοι τους οποίους εξαπέλυε ο Μπαμπινιώτης στα σταυροδρόμια για να χώνουν το μαρκούτσι τους στα μούτρα των ανυποψίαστων διαβατών ρωτώντας τους αν ξέρουν τη δείνα ή την τάδε λέξη, ποτέ δεν ρωτούσαν λέξεις λαϊκές, μόνο σκονισμένα «ασκαρδαμυκτί». Αλλά πλατειάζω.

Το βιβλίο του Κανελλόπουλου είναι μικρό -δέκα διηγήματα όλο κι όλο- και όλες οι ιστορίες εκτυλίσσονται στην Ηλεία, τον γενέθλιο τόπο του συγγραφέα. Και μάλιστα, υποψιάζομαι, αλλά δεν κάθισα να το ψάξω, όχι σε όλη την Ηλεία παρά σε ένα μόνο της κομμάτι γύρω από τη Νεμούτα, την ιδιαίτερη πατρίδα του, ίσως τη λεγόμενη ορεινή Ολυμπία. Βρήκα εξαιρετική δύναμη στην αφήγηση του Κανελλόπουλου, αισθάνθηκα γνήσια συγκίνηση διαβάζοντάς το, σίγουρα μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση απ’ οποιοδήποτε άλλο ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασα τον τελευταίο χρόνο.

Κι αν ο τόπος είναι η Ηλεία, ο χρόνος είναι ο εικοστός αιώνας, κυρίως από τον μεσοπόλεμο ίσαμε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά με κάποιες αναφορές ίσαμε τη δεκαετία του 1980, ιδίως όταν ένοχα μυστικά φανερώνονται ύστερα από πολλές δεκαετίες. Έχει και φονικά το βιβλίο, έχει και αυτοκτονίες, έχει και κάποιες (καθόλου καθοριστικές όμως) αναφορές στον Εμφύλιο, κυρίως όμως έχει τη δύναμη της δωρικής γραφής του Κανελλόπουλου.

Χαρακτηριστικό της νέας ηθογραφίας όπως είπα είναι η χρήση στοιχείων της ντοπιολαλιάς. Ο Κανελλόπουλος στο τέλος του βιβλίου παραθέτει γλωσσάρι, με τις λέξεις που κρίνει ότι χρειάζονται εξήγηση, με κάπου 110 λήμματα. Από το γλωσσάρι αυτό αντιγράφω εδώ και παραθέτω στο τέλος όσες λέξεις εμφανίζονται στο συγκεκριμένο διήγημα.

Μονοτονίζω αν και μπορεί να μου ξέφυγε κάτι στο οσιάρ.

Ο Τάσης Βασκαντήρας

Στον Ηλία Λ. Παπαμόσχο

Ο Τάσης Βασκαντήρας είχε κάνα δυο χρόνια που άφησε το δασκαλίκι κι έπιασε τα έμπόρια. Έκανε τον τρελό κι έφυγε από την υπηρεσία. Κατάφερε να πάρει και σύνταξη. Γύρισε στο χωριό κι ανέλαβε το εμπορικό του πατέρα του, γιατί τ’ άλλα αδέρφια του, εκτός του Βασίλα, του μικρού που είχε βγάλει το σχολαρχείο, δεν κατέχαν τα γράμματα. Κάτι μήνες μετά που γύρισε, παντρεύτηκε τη Μάρθα του Μουστοβασίλη. Ήταν Αύγουστος του ’27. Κατόπιν, έβαλε τ’ αδέρφια του στη σειρά. Κάνανε εμπόριο χοντρικό και λιανικό.

Το μονό μήνα το καραβάνι —τ’ αδέρφια του μαζί με τους παραγιούς, γύρω στους δεκαπέντε νοματαίους— θα πούλαγε χοντρικά και λιανικά. Υφάσματα για το σπίτι: οργάντζες, μουσελίνες, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, κι ακόμη λασέ, μεταξωτά, παραδοσιακά, λευκαδίτικα, βυζαντινά, σουφλιώτικα και ινδικά, εργόχειρα και λινά λευκά είδη, είδη προικός, ριχτάρια, παπλώματα, κουρτίνες. Αλλά και υφάσματα για ρούχα — όλων των ειδών και των κομποδεμάτων: κασμίρια εγγλέζικα, τσελβόλια και τσίτια. Κι οι βαντάκες ήσαν γιομάτες χάντρες, κουβαρίστρες, κλωστές ντεμισέ και βελόνες, ψαλίδια και ψαλιδάκια, κι ό,τι άλλο τράβαγε η ψυχή της νοικοκυράς.

Τόν άλλο μήνα, το ζυγό, θα εισπράττανε. Στην είσπραξη θα πήγαινε ο καθένας μόνος του, με δυο τρία ζώα το πολύ, μ’ εμπορεύματα για τις γυναίκες, ψιλολοΐδια. Μπορεί να ’παιρνε μαζί κι έναν παραγιό. Κανόνισε λοιπόν ο Τάσης να γίνεται ή πούληση ως έξης: ο Νικάκης θα εισέπραττε από τις Ράχες κι απάνω μέχρι τη Βέρβιτσα, όπως λέγανε τότε τα Τρόπαια, ο Ηρακλής θα ’πιανε την Πέρα Μεριά, το Νεμουτιάνικο μέχρι την Πετράδα και τ’ Άσπρα Σπίτια, κι ο Θοδωράκης την Κάτω Μεριά — Νιχώρι, Τρανή Λάκκα, Ντελαλή, Μπέλεσι, και στο γυρισμό τα χωριά της Ηραίας. Άφησε απέξω τον μικρότερο, γιατί τον ήθελε κοντά του. Ο ίδιος θα κράταγε το κουμάντο — τους παράδες και τις παραγγελίες. Και τις επαφές με τους μεγαλέμπορους στον Πύργο και στην Πάτρα. Είχε και δυο αδερφές. Τη Λούλα, που την πάντρεψε με τον Τσιόγκα στον Ξερόκαμπο, και την Ντίνα, που την έστειλε στην Αμέρικα να παντρευτεί ένα φίλο του από του Σπάθαρη.

Μένανε όλοι μαζί στο σπίτι, στο πάνω πάτωμα. Κάτω είχανε το μαγαζί, τα εμπόρια. Απάνω, στη μια μεριά ήταν ο όντάς. Εκεί τρώγανε τα μεσημέρια και στις γιορτές, σαν βρίσκονταν όλοι μαζεμένοι στο χωριό. Στην άλλη μεριά, τους έβαλε ο Τάσης και το χωρίσανε με τις μισάντρες. Δεν ήτανε σωστό να κοιμούνται οι παντρεμένοι με τους ανύπαντρους. Τότε άρχισαν τα προβλήματα. Η γυναίκα του, η Μάρθα, βρήκε το δωμάτιο μικρό. Πέρναγε καλύτερα στου πατέρα της, έλεγε.

Βούλωσ’ το, της απαντούσε ο Τάσης. Βούλωσ’ το, και θα σε φάει το μαύρο φίδι. Δε θέλω έχτρες με τ’ αδέρφια μου.

Αυτή τίποτα. Όλο μουρμούριζε στα σιγανά.

Από μέρες ο Τάσης είχε πιάσει έναν καβγά με το Νικάκη. Ήτανε μαλακός με τους πελάτες, του ’χανε πάρει τον αέρα. Του ’λεγε να μη δανείζει, να μην ξανοίγεται στην πίστωση. Τίποτα ο Νικάκης. Όλο δικαιολογίες. Ύστερα, έλειπε κι ένα πεντακοσάρικο από τις εισπράξεις που ’φερε τον περασμένο μήνα. Έγραφε στο τεφτέρι: τέσσερις χιλιάδες εφτακόσιες πενήντα δύο δραχμές και σαράντα λεπτά. Στον πάγκο όμως άφησε τέσσερις χιλιάδες διακόσιες πενήντα δύο δραχμές και σαράντα λεπτά. Ο Νικάκης έλεγε ότι είχε κάνει λάθος κι έγραψε παραπάνω παράδες στο τεφτέρι, ο Τάσης όμως είδε το λογαριασμό περασμένον στο χαρτί, μα η υπογραφή στο πλάι ήταν δυσανάγνωστη. Τον έπιανε με το καλό, το γύριζε στη φοβέρα, δεν έλεγε να ομολογήσει ο Νικάκης.

 

Ο λόγος ήταν μια κρυφή αγάπη. Αγάπαγε ο Νικάκης. Αγάπαγε τη Δεσπω του Μουσουρούλια, αλλά δεν τολμούσε να το πει. Η οργή του Τάση θα ’πεφτε σαν κεραυνός. Δεν ταίριαζε να πάρει γυναίκα από φτωχόσογο. Κόρη καλατζή ήτανε ή Δέσπω. Με τα γανώματα πιάνονταν και τ’ αδέρφια της. Δύσκολα πράματα, δουλειές για ενα κομμάτι ψωμί, κι αυτό όχι πάντα. Και δε φτάνει που ήταν φτωχιά, είχε κι άρρωστο το μεγάλο της αδερφό, τον Αναγνώστη — χτικιό, λέγανε. Αυτός ήταν φίλος γκαρδιακός του Νικάκη, τον αγαπουσε πιο πολύ κι από τ’ αδέρφια του. Ήσαν φίλοι από μικρά παιδιά. Ύστερα τόν βάρεσε η αρρώστια.

Ήτανε φθινόπωρο προχωρημένο. Απο τη θάλασσα ερχόντουσαν κάτι μολυβένια σύννεφα γεμάτα νερό. Φόρτωνε ο καιρός κατά το Παναχαϊκό και ξεσπούσε δυνατή βροχή. Κάθε μέρα έβρεχε, είχε λασπώσει ο τόπος όλος. Η υγρασία ανυπόφορη, είχε βαλθεί να σακατέψει τα κόκαλα των ανθρώπων. Έριχνε πολύ νερό. Καλό για τους σποράδες, που σε λίγο θ’ αρχίζανε τη σπορά. Η βροχή σταμάτησε τη δουλειά -ήτανε να φύγει ο Νικάκης καταπάνω, για τα χωριά γύρω απ’ τα Τρόπαια, να εισπράξει απ’ τους εμπόρους και να πουλήσει τίποτα ψιλολόγια. Κόντευαν Χριστούγεννα· είχαν ανάγκη τα μετρητά, ν’ αγοράσουν εμπορεύματα.

Ήταν ο καιρός, ήτανε κι ο Τάσης που κάθε μέρα τον βασάνιζε με το πεντακοσάρικο. Τ’ Άι-Δημητριού την άλλη μέρα, ο Νικάκης σηκώθηκε νωρίς. Όλη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι. Αχάραγα έβαλε φωνή κι έκανε εγερτήριο. Πεταχτήκανε απ’ τα στρώματα οι παραγιοί, μαζί κι ο Βασίλας, κι άρχισαν να φορτώνουν τα ζώα. Ήθελε να φύγει πριν σηκωθεί ο Τάσης, μα δεν τα κατάφερε. Ο Τάσης σηκωνότανε πάντα χαράματα, κι είδε από το μπαλκόνι τις ετοιμασίες.

Κατέβηκε και ρώτησε το Νικάκη:

– Θα φύγεις;

– Ναί, Τάση μου.

– Μη θες να πάρεις και τον μικρό κοντά;

– Όχι, Τάση μου, θα το κάνω το κουμάντο, αποκρίθηκε ο Νικάκης κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

Τον αγαπούσε πολύ και τον σεβότανε το μεγάλο του αδερφό.

– Να, λέω, επειδής είναι φορτωμένος ο καιρός.

– Κράτα το παιδί εδώ, να κάνει καμιά δουλειά. Θα πάω μονάχος μου εγώ.

– Καλά, κοίτα να μαζέψεις τίποτα, έχω να πάω στον Πύργο να φέρω εμπόρευμα για τις γιορτές. Μετρητά, ακούς; Μη φερεις πάλι γουρούνια και κοτερά. Δεν έχουμε πού να τα πουλήσουμε.

– Εντάξει, Τάση μου. Μετρητά, μετρητά.

– Έλα να σου ειπώ, είπε ο Τάσης τραβώντας τον παράμερα, κάτω από τη μουριά, να μην ακούνε οι γυναίκες και οι παραγιοί.

Το Νικάκη τον ζώσανε τα φίδια.

– Το πεντακοσάρικο κάπου το ’δωκες, το δάνεισες.

– Μα…, έκανε ο Νικάκης.

– Άσε τα μα και μου. Είμαστε μεγάλη φαμελιά, Νικάκη, τα ’χουμε ανάγκη τα λεφτά.

– Να το ’βρω από την Πατσουριά, Τάση μου. Σου λέω, δεν το ’δωκα, είπε ξαναμμένος ο Νικάκης.

– Μην ορκίζεσαι σε μένα, ρε, τον άντίκοψε ο Τάσης. Ή θα γενείτε αθρώποι ή παίρνω τη φαμελιά μου και φέγω. Θα φέρεις το πεντακοσάρικο τώρα που θα γυρίσεις και τέρμα!

Το μάτι του Τάση γυάλιζε.

Αφού τελειώσανε το φόρτωμα, ρίξανε πάνω από τις κασέλες και τις βαντάκες κάτι σαΐσματα από σπάρτο, που δεν τα πέρναγε η βροχή να καταστρέψει το εμπόρευμα. Τα δεσανε προσεχτικά, και κατόπιν ο Νικάκης έκανε το σταυρό του και κίνησε με τα φορτωμένα ζώα, δύο άλογα κι ένα μουλάρι.

– Καλή πούληση, Νικάκη, να δώκει ο Θεός να φέρεις παράδες, έλεγαν οι παραγιοί.

Οι γυναίκες με τα μικρά —η Μάρθα είχε δυο κι η Θεώνη του Θοδωράκη νεογέννητο, το Θανάση— κάνανε το σταυρό τους και σταυρώνανε το Νικάκη. Όμως η Μάρθα, φουρκισμένη, έβγαλε το φαρμάκι από μέσα της:|

– Τι να φέρει, παιδάκι μου; Ευτούνος μονάχα πεσκέσια στους χαραμοφάηδες ξέρει να δίνει…

 

Πήρε τη δημοσιά και στου Κουρσέση το ρέμα έκοψε αριστερά μέσα το& λόγγο· άρχισε να κατεβαίνει το φαρδύ μονοπάτι, κατά το Τουμπίτσι. Ακολουθούσε πάντα τόν ίδιο δρόμο. Του άρεσε μέσα στά πλατάνια ν’ ακούει τα πουλιά να κελαηδάνε και τα νερά να κελαρύζουν. Ηρέμησε, αν και τα μάτια του ήσαν υγρά ακόμη από το κλάμα.

Τη διαδρομή την ήξερε καλά, πέτρα πέτρα. Μετά το Τουμπίτσι πήρε το περικοπό κατά του Σπάθαρη. Ειχε μεγάλη ανηφόρά μέχρι ν’ ανέβει στην πλαγιά του Γκούτζιου και να φτάσει στο χωριό. Πέρασε κι απ’ του Ντελαλή. Ερημιά. Σπίτια μισογκρεμισμένα, τα είχαν πνίξει τ’ αλίσβατα και οι αντράκλες. Στάθηκε στο χωράφι του μπάρμπα του του αγαπημένου, του Γιώρη του Πουλή, που πέθανε τριάντα τριών χρονών, να ιδεί τις ελιές που ’χανε οι πρωτοξαδέρφες του, τα κορίτσια του συχωρεμένου. Γιομάτες ήτανε οι ευλογημένες. Θα το μηνύσω της Νικολιάς με τον Ηρακλή, σα γυρίσω, σκέφτηκε. Λίγο παραπάνω έκοψε αριστερά και το πήρε μονορούφι. Βάρεσε τ’ άλογο να κάνει γρήγορα, μην τόνε πιάσει ή βροχή· είχε μπροστά του μια ώρα δρόμο.

Έκεΐ στή στροφή, Γκορτσιά το λέγανε το μέρος, το μονοπάτι στένευε κι έπαιρνε κλίση απότομη. Το δάσος αγρίευε. Πλατάνια αιωνόβια και οξιές και σφεντάμια γιομάτα δροσιές, σφιχταγκαλιασμένα, δεν άφηναν το φως να περάσει ίσαμε κάτω τη χαράδρα. Δυσκόλευε η κατάβαση για τα φορτωμένα ζώα. Έβαλε πρώτα τον Τσίλη και μετά τη μούλα. Ο ίδιος πήγαινε τελευταίος, καβάλα στον Καρρά, άλογο συνετό και μυαλωμένο — είχε περάσει μαζί του αυτά τα γκρεμνά πολλές φορές, κάθε εποχή του χρόνου.

Κάτω έχασκε το ρέμα, βουερό και σκοτεινό. Αυτό ήταν το μέρος που το έλεγαν Πατσουριά. Πολλοί είχανε πνιγεί εκεί, περνώντας αμέριμνοι τη στενή του κοίτη σαν έπιανε ξαφνική βροχή. Τέτοιο ήταν το δέος, που, όταν ορκίζονταν οι άντρες, έλεγαν: «Να το ’βρω από την Πατσουριά». Κι όταν ήθελαν να καταραστούν οι γυναίκες, έλεγαν κι αυτές: «Να που να το ’βρεις από την Πατσουριά».

Καθώς κατέβαινε το σκοτεινό βάραθρο, ένας φόβος φώλιασε στα σωθικά του. Καλόπιανε τα ζώα, τους έλεγε γλυκόλογα, μην ιδούνε ή άκούσουνε τίποτα και προγκήξουνε. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν είχε γλιτωμό. Θα γινόταν ένα με τα εμπορεύματα και τα ζώα μέσα στον γκρεμό.

– Άιντε, Τσίλη μου, έλα καλώς τονε. Ήσυχα, πουλάκια μου, κι εγώ θα σας φιλέψω λουκουμάκια σα γυρίσουμε πίσω στο κονάκι…

Όταν κατέβηκε στο ρέμα και λίγο πριν φτάσει ο Τσίλης στην κοίτη, τον κράτησε. Ξεπέζεψε απ’ τον Καρρά και, πατώντας με προσοχή στην άκρια του μονοπατιού, έλυσε τον Τσίλη και του ’δωσε μια με το χέρι στο καπούλι. Σαν άνθρωπος το ζώο μπήκε στο χείμαρρο καί, με δυνατό βήμα, σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια, πέρασε μέσα από τα ορμητικά νερά κι άρχισε να σκαρφαλώνει το ανηφορικό μονοπάτι. Έπιασε σιγανή βροχή και το φως λιγόστεψε. Άστραψε, βρόντηξε και η βροχή δυνάμωσε. Ο Νικάκης φοβήθηκε κι εκανε το σταυρό του. Παναγία μου βόηθα…

Κράτησε τή μούλα που αλαφιαστηκε. Επρεπε να κάνει γρήγορα, γιατί το ρέμα θα κατέβαζε πολύ νερό. Έδεσε τή μούλα πίσω από τον Καρρά, και βάρεσε τ’ άλογο απαλά με την τριχιά στην κοιλιά.

– Έλα, Καρρά μου, έλα, λεβέντη μου, είπε και σφύριξε ένα σκοπό που άρεσε του αλόγου.

Εκείνο ρίχτηκε με δύναμη στο νερό. Από κοντά κι η μούλα. Τίποτα. Δεν μπόρεσε να κολλήσει άπέναντι. Άνθρωπος και άλογο γύρισαν πίσω. Ο Νικάκης ξεφόρτωσε βιαστικά τις βαντάκες και τις άφησε από τη μεριά πού.κατέβηκε.

Η αγωνία του μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα. Ο Καρράς πάτησε στην άκρη και μισανέβηκε. Η μούλα όμως δεν τα κατάφερνε και τον τράβαγε πίσω. Η βροχή δυνάμωνε. Είχε πέσει σκοτάδι, ίσα που ’βλεπε. Μια ησυχία θανάτου είχε απλωθεί στη χαράδρα. Κι ο Νικάκης όλο βάραγε το άλογο με την τριχιά στα καπούλια, να κάνει γρήγορα -δεν ήθελε πολύ για να κατεβάσει το ρέμα.

Μόλις φτάσανε τα ζώα στή ρίζα του γκρεμού και καβαλήσανε καταπάνω στή ράχη, εγινε χαλασμός. Ο Νικάκης είχε γυρίσει να πάρει τις βαντάκες στην πλάτη, μα δεν πρόλαβε. Μια βουή συντάραξε το βαθύ ρέμα και μια φουσκωμένη, κατακόκκινη θάλασσα, θολή, γιομάτη κούτσουρα και πέτρες, ήρθε από πάνω με ορμή, από τή μιά μεριά στην άλλη.

Είχαν ανοίξει οι ούρανοί κι άστραφτε ασταμάτητα. Χοντροί κορμοί δέντρων χτυπούσαν με μεγάλη ταχύτητα στις κορφές των πλατανιών, που τα είχαν καλύψει το νερο κι η λάσπη. Ο Νικάκης, αλαφιασμένος, δεν προλάβαινε ν’ ακολουθήσει τα ζώα. Προσπάθησε να γυρίσει στην πίσω μεριά, μα τον άρπαξε το θολό νερό. Τότε έβγαλε μια κραυγή:

– Τάσηηη!…

Μετά, τα σκέπασε ολα, για πολλή ώρα, η τρομερή βουή.

 

Τα ζώα, σαστισμένα, σαν να νιώθανε τη συμφορά που ξεσπούσε μέσα στο φαράγγι, έβαλαν ολη τους τη δύναμη κι ανέβηκαν την απόκρημνη πλαγιά. Πάλευαν ν’ απομακρυνθούν όσο γίνεται περισσότερο. Όταν έφτασαν πάνω στή ράχη, εκεί που το λένε «στου Τούρκου τ’ Ανάθεμα », η βροχή έκοψε. Σταθήκανε μουσκεμένα το ένα πλάι στο άλλο και φρουμιζαν. Τα σαΐσματα ήσαν δεμένα καλά και τα εμπορεύματα δε βράχηκαν καθόλου. Μόνο ο Καρράς ήταν ανήσυχος — κοίταζε συνέχεια κατά το ρέμα. Τώρα τ’ αφεντικό του ταξίδευε κατά τόν Λάδωνα και τον Ρουφιά· ίσως και στην Αγουλινίτσα. Κι από κεΐ, για τις βραγιές του Παραδείσου… Σε λίγο ξαστέρωσε. Ακουγόταν μόνο η βουή του νερού, κι ένα τετιντί που κελαηδούσε το μονότονο τραγούδι του:

Τετιντί, τετιντί
τ’ άλογό μου δεν μπορεί,
δώσ’ του βρώμη και ταή…

Δυο μέρες μετά, θα ’ταν μεσημεράκι, ώρα ανάπαυσης, ακούστηκαν ζώα να σταλιάζουνε κάτω απ’ την κρεβάτα των Βασκαντηραίων. Ο Βασίλας βγήκε ξυπόλυτος στο μπαλκόνι. Είδε τα ζώα να στέκονται και φώναξε:

– Νικάκη, γύρισες;

Απάντηση δεν πήρε. Άρχισε να φωνάζει: «Νικάκη, Νικάκη!». Μόλις κατέβηκε στο υπόστεγο και ειδε τα ζώα μες στη λάσπη κατάλαβε. Εν τω μεταξύ, σηκωθήκανε κι οι άλλοι. Όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεϊ.

– Το ’βρε από την Πατσουριά, είπε η Θεώνη.

Γύρω ξέσπασε βουβός θρήνος. Μονάχα η Μάρθα στάθηκε ψύχραιμη.

Το Νικάκη τον βρήκαν δέκα μέρες μετά, λίγο πριν το Μπέλεσι. Έφτασε ένα τηλεγράφημα στο χωριό από τή Διοίκηση Χωροφυλακής Πύργου. Πήγαν στο Μπέλεσι ο Τάσης με τον Ηρακλή και το Θοδωράκη. Είχανε βάλει τον πνιγμένο μέσα σε κάτι λινάτσες και τον είχανε σε μια καλύβα πλάι στο κοιμητήρι. Μύριζε. Από τα ξεσκισμένα ρούχα που τους δείξανε καταλάβανε ότι ήταν ο αδερφός τους. Πρόσωπο δεν υπήρχε. Τον πήρανε βουβοί, γυρίσανε στο χωριό και τον θάψανε.

 

Μέχρι τα σαράντα του συχωρεμένου ο Τάσης δεν έκλεινε μάτι όλη νύχτα. Μόλις έκανε να τον πάρει ο ύπνος, πεταγόταν και κοίταζε γύρω του με αγωνία, σαν να ’ψάχνε κάποιον.

-Τι έχεις, άντρα; τον ρωτούσε η Μάρθα.

– Τίποτες, της έλεγε αύυός και γύριζε το άλλο πλευρό.

Το βράδυ πριν τα σαράντα, κοιμήθηκε έναν ύπνο ήσυχο, βαθύ. Πλάι του η Μάρθα ξενύχτησε απορημένη. Δεν το πίστευε ότι ηρέμησε ο άντρας της. Όλο τον καιρό μετά το χαμό του Νικάκη δεν έβγαλε μιλιά από το στόμα της, ούτε για το πεντακοσάρικο ούτε για τ’ άδέρφια του. Τον κρυφοκοίταζε που κοιμόταν. Επιτέλους ησύχασε, σκεφτόταν.

Την άλλη μέρα, πήγανε ολοι μαζί στην εκκλησιά. Με τις κοφίνες γιομάτες ψωμιά, με τα σπυριά φτιαγμένα από τις γυναίκες την προηγουμένη. Μόλις σχόλασε η εκκλησιά, ο Τάσης, πρώτη φορά μετά το θάνατο του αδερφού του, πηγε στο καφενείο. Ήταν ήρεμος, σαν να μην είχε περάσει τέτοια στεναχώρια. Φόραγε ρεπούμπλικα και το πένθος στο μπράτσο. Φρεσκοξυρισμένος, σωστός άρχοντας, έκατσε έξω από την πόρτα. Είχε λιακάδα, μαζεύτηκε κόσμος πολύς. Λίγο πιο πέρα καθόταν ο μοίραρχος με το δάσκαλο. Μετά ήρθε κι ο παπάς στην παρέα τους.

Έπινε τον καφέ του και φαινόταν βυθισμένος σέ σκέψεις. Κοίταγε πέρα κατά του Παλούμπα κι έκανε τάχα μου πως δεν έδινε σημασία σε κανέναν. Κάποια στιγμή ήρθε στον καφενέ ο Αναγνώστης ο Μουσουρούλιας. Έπιασε μιάν άκρια και παράγγειλε καφέ. Δεν τον είχε δει τον Τάση. Έκατσε απέναντί του, από την άλλη μεριά, κατά το ρέμα. Ο Τάσης έκανε πως δεν τον είδε, τον παρακολουθούσε όμως με την άκρη του ματιού του. Μόλις αραίωσε ο κόσμος, πήγε στο τραπέζι του.

– Μουσουρούλια, είπε, πάω απέναντι στο μαγαζί μου. Έλα που σε θέλω να σου ειπώ, κι έφυγε.

Ο Αναγνώστης σηκώθηκε και πηγε στου Βασκαντήρα, στην πίσω μεριά που έβλεπε κατά τον Κάμπο. Η μεγάλη πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκε μέσα. Ο Τάσης στεκόταν πλάι σέ κάτι σακιά, έβαζε πράματα σε μια λινάτσα. Μόλις τον είδε, είπε:

– Άκου, Αναγνώστη, εγώ δεν κάνω παρέα με τους πεθαμένους. Ο αδερφός μου έφυγε. Μόνος του διάλεξε να κατεβεί στην Αλησμόνα. Δεν ήταν η ώρα για ταξίδι, δεν τ’ αποφασίσαμε μαζί. Κι εγώ τον πόνο μου τον έσβησα. Θέλω να ζήσω. Σαράντα μέρες τον έβλεπα κάθε βράδυ στον ύπνο μου και τον ρώταγα για το πεντακοσάρικο. Δεν εμίλαγέ. Εχτές το βράδυ, όμως, γονάτισε. Ήρθε και κάτσαμε απόξω, στην πεζούλα. «Συχώρα με, Τάση», είπε. Μου μολόγησε ότι αγάπαγε την αδερφή σου, κι εσένα κι ούλη τη φαμελιά σου. Εγώ δέν τον έκοψα. Ήξερα θα μου ’λεγε και για το πεντακοσάρικο.

«Να πας στον Αναγνώστη να το πάρεις», είπε, «είναι καλός άνθρωπος και θα σ’ το δώκει».

«Θα του το ειπώ», είπα, «κι όσο μπορώ θα τους βοηθάω να ζήσουνε…». Ο άδερφός μου έκλαψε και μου ’πε «ξαλάφρωσα τώρα». Το κλάμα στ’ όνειρο είναι καλό, λένε οι γυναίκες. Πάρε αυτό το σακί, σου ’βαλα λίγα πραματάκια να ’χετε. Κι όποτε μπορείς, να μου φέρεις το πεντακοσάρικο.

 

Ο Αναγνώστης έχασε τη λαλιά του. Μετά από λίγο είπε:

– Ποτές δεν ελογάριασα να μη σ’ το δώκω πίσω, Τάση μου. Έχουμε λίγο λάδι φέτο. Μόλις πουλήσω, θα σ’ το φέρω.

– Δεν είπα δε θα το ’φερνες. Το ξέρω, είσαι τίμιος. Αλλά εγώ είμαι έμπορος, δεν μπόραγα να το κάνω ζάφτι, θέλω να ξέρω τί έχω στην τσέπη μου. Πάρε τα πράματα και σύρε στή φαμελιά σου. Και μόλις πουλήσεις το λάδι, φέρε μου πίσω τα λεφτά. Εγώ, όσο ζω κι όσο μπορώ, μια φορά το μήνα θα σου δίνω από το περίσσεμά μου.

Ο Αναγνώστης, συγκινημένος, σηκώθηκε, πήρε το σακί κι έφυγε. Ύστερα, ο Τάσης σαμάρωσε τον Καρρά και τράβηξε πέρα στα Σιωματάκια. Εκεί, στου Γυφτάκου, μπήκε στο χωράφι τοϋ μπάρμπα του, του Γιώρη του Πουλή· πηγε στην κάτω μεριά, που έβλεπε την Ντοάνα κι απέναντί τη Νεμούτα. Εκεί ήτανε μια αριά, έκατσε από κάτω σε μια πέτρα κι έκλαψε ίσαμε το βράδυ.

Λεξιλόγιο

Αλησμόνα: κοιμητήρι, Κάτω Κόσμος
αλίσβατα: βάτα
αριά: είδος βελανιδιάς
βαντάκες: μικρά ντουλάπια με λίγα ράφια στο εσωτερικό τους, στα οποία τοποθετούσαν είδη ραπτικής, όπως βελόνες, κουβαρίστρες, δαχτυλήθρες κτλ.
κοτερά: τα πουλερικά
λασέ: δαντελένιος διάκοσμος
μισάντρα: ξύλινο χώρισμα ανάμεσα στα δωμάτια
περικοπό: σύντομο μονοπάτι
σαΐσματα: χοντρές κουβέρτες από σπάρτο ή κατσικίσιο μαλλί
τετιντί: μικρό και όμορφο ωδικό πουλί

 

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , , , , , , | 263 Σχόλια »

Για τον Κοτζιούλα στο Polis Art Café

Posted by sarant στο 24 Απρίλιος, 2016

Στις 23 Μαρτίου 2016 έγινε στο Polis Art Café η παρουσίαση του βιβλίου της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου: «Ποίηση και πολεμική: Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα». Το βιβλίο αυτό το έχω παρουσιάσει στο ιστολόγιο λίγο μετά την κυκλοφορία του, ενώ σε επόμενο άρθρο παρουσίασα ένα κομμάτι από τη δική μου συμμετοχή στο βιβλίο, το Επίμετρο «Η γλώσσα του Κοτζιούλα και ο Κοτζιούλας για τη γλώσσα«.

Μια και χτες είχαμε τα γενέθλια του Γιώργου Κοτζιούλα (γεννήθηκε στις 23 Απριλίου του 1909, ανήμερα του Αϊ-Γιώργη, και γι’ αυτό τον βάφτισαν Γιώργο), σκέφτηκα σήμερα να παρουσιάσω το ηχητικό αρχείο που είχα πάρει από την εκδήλωση, καθώς και το κείμενο της δικής μου ομιλίας. Βλέπετε, έχω ένα δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι, και ηχογραφώ τις εκδηλώσεις στις οποίες παίρνω μέρος, και κάποιες από αυτές τις ηχογραφήσεις τις έχω παρουσιάσει και εδώ (στη σελίδα About ή σε ειδικά άρθρα).

Ωστόσο, ο εκδοτικός οίκος του βιβλίου (η Κίχλη της Γιώτας Κριτσέλη) είχε βιντεοσκοπήσει την εκδήλωση και την έχει ανεβάσει στο διαδίκτυο, κι επειδή η εικόνα, όπως και να το κάνουμε, υπερέχει, ας παρουσιάσουμε το βίντεο της εκδήλωσης και μετά τη δική μου ομιλία.

Εξαιτίας κάποιων ρυθμίσεων, το βίντεο πρέπει να το δείτε στη σελίδα του Vimeo.

Σημειώνω τους ομιλητές και τη χρονική διάρκεια της παρέμβασης του καθενός:

  • Χαιρετισμός από τον Βασίλη Χατζηιακώβου του Polis Art Café, 1.40-7.45
  • Εισαγωγή από τη Γιώτα Κριτσέλη των εκδόσεων Κίχλη, 7.45-12.00
  • Ομιλία της Χριστίνας Ντουνιά, καθηγήτριας Νέας Ελλην. Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, 12.00-36.00
  • Ομιλία του Προκόπη Παπαστράτη, Ομ. καθηγητή ιστορίας στο Πάντειο, 36.00-51.00
  • Δική μου ομιλία, 51.00 – 1.21.00
  • Κλείσιμο από τη συγγραφέα, την Αθηνά Βογιατζόγλου, 1.21.00-1.28.00
  • Παρέμβαση του Κώστα Κοτζιούλα, γιου του ποιητή, 1.28.00-1.42.00

Όπως βλέπετε, μίλησα περισσότερο απ’ όλους -το έχω το κουσούρι να πλατειάζω και ενώ είχα γραμμένη την ομιλία μου, σε κάποια σημεία ξέφυγα από το χειρόγραφο και είπα κι άλλα. Εδώ όμως παραθέτω το γραπτό κείμενο, που βέβαια κάποια του σημεία τα έχω αναφέρει σε προηγούμενα άρθρα του ιστολογίου για τον Κοτζιούλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | 123 Σχόλια »

Σαρακοστιανά μεζεδάκια πάλι

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2016

Τον τίτλο «σαρακοστιανά» τον έχουμε χρησιμοποιήσει ξανά, και μάλιστα πέρσι, αλλά η επανάληψη δεν βλάφτει -και ταιριάζει, αφού το σημερινό Σάββατο είναι το πρώτο της φετινής Σαρακοστής. Θα μπορούσαμε να τα πούμε και «μακεδονικά» μεζεδάκια, αλλά σκέφτηκα μήπως προκληθεί κυβερνητική ή διεθνής πολιτική κρίση, οπότε είπα ν’ αποφύγω τον σκόπελο.

* Και ξεκινάμε με έναν άσπονδο φίλο, από εκείνους που κάθε τόσο μάς βάζουν τρικλοποδιά αν δεν προσέξουμε.

Διαβάζω ότι πουλήθηκε σε δημοπρασία, και μάλιστα πολύ φτηνά, το πιάνο που είχε χρησιμοποιηθεί στην ταινία «Μαθήματα πιάνου». Και γράφει το άρθρο του in.gr, το οποίο είναι από τους καλύτερους προμηθευτές μαργαριταριών:

To δημοφιλές πιάνο της αριστουργηματικής ταινίας του 1993, «Μαθήματα Πιάνου», πουλήθηκε μόνο 620 ευρώ σε δημοπρασία μέσω ίντερνετ.

Τιμή όχι και πολύ αντιπροσωπευτική, για το εικονικό πιάνο, της πολυβραβευμένης με Όσκαρ ταινίας της Τζέιν Κάμπιον, που χρησιμοποιήθηκε στην περίφημη σκηνή της παραλίας.

Εικονικό πιάνο, virtual piano, μπορεί να είναι κανένα πρόγραμμα στον υπολογιστή, που σου εμφανίζει πάνω στην οθόνη πληκτρολόγιο και μπορείς να παίξεις «σαν» στο πιάνο. Το πιάνο της ταινίας ήταν, ή έγινε, iconic. Ο άσπονδος φίλος ξαναχτύπησε τον απρόσεχτο μεταφρατζή. (Πώς θα το λέγαμε σωστά; Διάσημο, μάλλον).

** Προσθήκη: με ενημερώνει ο φίλος Κώστας Δεμερτζίδης (βλ. σχόλιο 58) ότι στη συγκεκριμένη ταινία το πιάνο ήταν όντως εικονικό -με την έννοια ότι δεν ήταν κανονικό, και γι’ αυτό άλλωστε πουλήθηκε σε τόσο χαμηλή τιμή. Αν είναι έτσι, δεν είναι λάθος η επιλογή της λέξης και ζητώ συγνώμη.

* Η Νομανσλάνδη έχει βασιλιάδες, έχει στρατηγούς, έχει συγγραφείς και συνθέτες, καιρός ήταν ν’ αποκτήσει και τον Θεό της ή τον προφήτη της. Σε άρθρο που παρουσιάζει 10 απίθανους τουριστικούς προορισμούς (έχει και έναν ελληνικό, λέει, αλλά δεν κλικάρισα πιο κάτω), διαβάζω τα εξής:

 

Όσοι επισκέπτονται το Blagaj, ένα χωριό στη Βοζνία Ερζεγοβίνη, είναι αδύνατο να μην μαγευτούν από τη θέα που προσφέρει το Blagaj Tekke, ένα μοναστήρι που χτίστηκε για τους λάτρεις του Ντερβίς.

Μέγας είσαι Ντερβίς και θαυμαστά τα έργα σου!

(Δεν έψαξα και πολύ κι έτσι δεν βρήκα το πρωτότυπο, αλλά πάω στοίχημα πως θα έλεγε Dervish monastery ή Dervish house, μοναστήρι των δερβίσηδων. Εκτός αν εννοεί τον Ντερβίση του Μάρκου).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη | Με ετικέτα: , , , , , | 177 Σχόλια »

Η γλώσσα του Κοτζιούλα – Ο Κοτζιούλας για τη γλώσσα

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2016

thumbnailΠριν από λίγο καιρό παρουσίασα στο ιστολόγιο το βιβλίο της Αθηνάς Βογιατζόγλου «Ποίηση και πολεμική – μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κίχλη.

Να σημειώσω εδώ ότι στις 23 Μαρτίου θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα και θα πάρω μέρος κι εγώ -λεπτομέρειες σε επόμενο άρθρο.

Σε αυτό το βιβλίο συμμετέχω κι εγώ: έχω γράψει ένα επίμετρο για τη γλώσσα του Κοτζιούλα και παράλληλα έχω επιμεληθεί το Γλωσσάρι. Όπως είχα υποσχεθεί στο προηγούμενο άρθρο, σήμερα θα παρουσιάσω εδώ το (μεγαλύτερο μέρος από το) Επίμετρο του βιβλίου, που εξετάζει τη γλώσσα του Γιώργου Κοτζιούλα και τη στάση του απέναντι στη γλώσσα. Κάποιες ελάχιστες προσθήκες που κάνω εδώ είναι μέσα σε αγκύλες.

Η γλώσσα του Κοτζιούλα – Ο Κοτζιούλας για τη γλώσσα

Το σύντομο κείμενο που ακολουθεί εξετάζει τη γλώσσα του Γιώργου Κοτζιούλα και τη στάση του ποιητή απέναντι στη γλώσσα, με μια σύντομη αναφορά και στη μεταφραστική του δραστηριότητα. Το γλωσσικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει ο Κοτζιούλας είναι αφενός η εντονότατη παρουσία των ιδιωματικών στοιχείων στην ποίησή του και αφετέρου η απόλυτη συνέπεια που παρατηρείται ανάμεσα σε όσα διακήρυξε σε θεωρητικά-κριτικά του κείμενα περί γλώσσας και σε όσα έπραξε ως ποιητής.

Η γλώσσα του Κοτζιούλα είναι απλή· στα ποιήματα, είναι η απλή, αψεγάδιαστη δημοτική της εποχής του, χωρίς τις «ψυχαρικές» ακρότητες και χωρίς παραχωρήσεις προς την καθαρεύουσα· όμως μια δημοτική μπολιασμένη με πολλές ιδιωματικές λέξεις, και ειδικότερα ηπειρώτικες, ακόμα και σε ποιήματα που αναφέρονται σε αστικό περιβάλλον. Στα πεζά του το ιδιωματικό στοιχείο είναι ακόμη εντονότερο, ίσως επειδή τα περισσότερα είναι αυτοβιογραφικά και εκτυλίσσονται στην Ήπειρο, ενώ στα δημοσιογραφικά και θεωρητικά του κείμενα το ιδιωματικό στοιχείο εκλείπει αλλά η δημοτική παραμένει ανόθευτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Γενικά γλωσσικά, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 62 Σχόλια »

Ποίηση και πολεμική: μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2016

thumbnailΤο ιστολόγιο ασχολείται τακτικά με τον ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα (1909-1956), που το έργο του το αγαπώ και το ερευνώ εδώ και αρκετά χρόνια (είναι και συνάδελφος, αφού ήταν -και- εξαιρετικός μεταφραστής).

Έτσι, με μεγάλη χαρά παρουσιάζει σήμερα ένα βιβλίο, που μόλις εκδόθηκε από τον καλό εκδοτικό οίκο Κίχλη, το οποίο σε 500 σελίδες σκιαγραφεί τη ζωή και το έργο του Κοτζιούλα.

Η χαρά είναι διπλή, αφού το βιβλίο το υπογράφει η καλή φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου, του πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με την οποία συνεργαζόμαστε εδώ και χρόνια σε διάφορα φιλολογικά θέματα. Και γίνεται τρίδιπλη, ανάμικτη με καμάρι, επειδή στο βιβλίο της Αθηνάς έχω βάλει το χέρι μου κι εγώ: έχω γράψει ένα επίμετρο με τίτλο «Η γλώσσα του Κοτζιούλα και ο Κοτζιούλας για τη γλώσσα», και έχω επιμεληθεί το γλωσσάρι του βιβλίου -που είναι απαραίτητο, διότι ο Κοτζιούλας στα έργα του χρησιμοποιεί ηπειρώτικους ιδιωματισμούς, που δύσκολα τους καταλαβαίνει ο σημερινός αναγνώστης.

Το βιβλίο το παρακολούθησα από κοντά ενώ γραφόταν και έχω διαβάσει πολλές φορές τα δακτυλόγραφα στις διάφορες φάσεις του, οπότε δεν είμαι αμερόληπτος. Θεωρώ πάντως ότι είναι μια εξαιρετική δουλειά. Η Βογιατζόγλου αξιοποίησε, απέσταξε πιο σωστά, το αδημοσίευτο υλικό του αρχείου Κοτζιούλα, κάτι που ήταν απαραίτητο αφού ο, αενάως αυτοβιογραφούμενος, όπως τον χαρακτηρίζει, Κοτζιούλας περιγράφει τα περιστατικά της ζωής του άλλοτε σε επιστολές του, άλλοτε σε ημερολόγια και πολύ συχνά στα ποιήματά του. Και ακριβώς επειδή η συγγραφέας παραθέτει διαρκώς αποσπάσματα από το έργο του ποιητή (όπως θα δείτε στο δείγμα που βάζω στο τέλος), πολλές φορές νομίζεις πως διαβάζεις αυτοβιογραφία του Κοτζιούλα.

Η συγγραφέας παρουσιάζει επίσης την τροχιά που διέγραψε ο Κοτζιούλας στο πνευματικό στερέωμα της Ελλάδας του μεσοπολέμου και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων και τις αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις του με ομοτέχνους, καθώς ο Κοτζιούλας ανήκε στην αντιμοντερνιστική πτέρυγα αφενός και ταυτόχρονα ήταν τυπικός εκπρόσωπος των λογοτεχνών της επαρχίας, έστω κι αν τα περισσότερα δημιουργικά του χρόνια τα πέρασε στην Αθήνα.

Αλλά βέβαια, ο Κοτζιούλας ήταν και ο μοναδικός σημαντικός λογοτέχνης μας που όχι απλώς πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση παρά και πολέμησε μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ, καθώς συνδέθηκε προσωπικά με τον πρωτοκαπετάνιο Άρη Βελουχιώτη και δημιούργησε το Θέατρο του βουνού. Η Βογιατζόγλου δίκαια εξαίρει αυτή τη σύντομη σε ημερολογιακό χρόνο αλλά πυκνή σε γεγονότα και σε δημιουργία περίοδο της ζωής του ποιητή (1943-1945).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Εθνική αντίσταση, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 101 Σχόλια »

Λάζος Τσιτούρας, ένας αντάρτης

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2015

Το καλό του Διαδικτύου είναι ότι σου δίνει τη δυνατότητα να έρχεσαι σε επαφή με ανθρώπους που έχουν το ίδιο ενδιαφέρον (το ίδιο πάθος, την ίδια πετριά), όσο σπάνιο ή εξειδικευμένο κι αν είναι. Αυτό το χαρακτηριστικό ήταν ίσως πιο έντονο πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, αλλά δεν παύει να υπάρχει και σήμερα, και μια τέτοια συνάντηση, που είχα πρόσφατα, δίνει το σημερινό μας άρθρο.

Ο Θανάσης Καλλιανιώτης, ιστορικός και εκπαιδευτικός από την Αιανή Κοζάνης και διαδικτυακός φίλος, μου έδειξε πριν από μερικές μέρες -με τη μεσολάβηση του φίλτατου ΙΝ- την εξής φωτογραφία:

lazoskotz

Η φωτογραφία είναι παρμένη από το βιβλίο «Ανθρώπινο χρέος: αναμνήσεις απ’ τη ζωή μου», που εξέδωσε η Ευαγγελία Σαμαρά, σύζυγος του γιατρού Γιώργου Σαμαρά, με αναμνήσεις από την Εθνική Αντίσταση. Ο Γιώργος Σαμαράς ήταν γιατρός, επικεφαλής του υγειονομικού της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, φίλος του ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα. Εδώ τον βλέπουμε στο κέντρο, ενώ αριστερά (όπως κοιτάζουμε) είναι ο ποιητής, και δεξιά ο αντάρτης Λάζος Τσιτούρας, νοσοκόμος του ΕΛΑΣ, από την Αιανή Κοζάνης.

Ο Καλλιανιώτης, που έχει ερευνήσει τη ζωή των ανταρτών του χωριού του, με ρώτησε μήπως ο Κοτζιούλας είχε γράψει τίποτα για τον Λάζο Τσιτούρα. Τον πληροφόρησα ότι ο Κοτζιούλας έχει αφιερώσει δύο πολύστιχα ποιήματα στον φίλο του τον Λάζαρο, και του τα έστειλα, και σε αντάλλαγμα τού ζήτησα κάποια βιογραφικά στοιχεία για τον αντάρτη. Αποτέλεσμα της συνεργασίας μας αυτής είναι το σημερινό άρθρο, με το οποίο προσθέτουμε μια ψηφίδα στο έργο του Κοτζιούλα και στη βιογραφία του Λάζου Τσιτούρα, αφού ως τώρα δεν ήταν γνωστό (απ’ όσο ξέρω) ποιος είναι ο Λάζαρος για τον οποίο κάνουν λόγο τα ποιήματα του Κοτζιούλα.

lazosΛοιπόν, σύμφωνα με την έρευνα του Θανάση Καλλιανιώτη και προσθέτοντας κάποια πράγματα που έχω βρει εγώ, ο Λάζαρος Τσιτούρας γεννήθηκε στην Αιανή Κοζάνης στις 15 Απριλίου του 1917. Η μητέρα του πέθανε στη γρίπη του 1918 ενώ για τον πατέρα του οι μαρτυρίες διίστανται -είτε χάθηκε στη Μικρασία είτε πέθανε στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Φτωχός αγρότης, πήρε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο με την ειδικότητα του νοσοκόμου. Το 1943 βγήκε στον ΕΛΑΣ με τα τμήματα του Γενικού Αρχηγείου.

Υπηρέτησε νοσοκόμος στην 8η Μεραρχία, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον γιατρό Γιώργο Σαμαρά και τον ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα. Στο ανέκδοτο ημερολόγιο του Κοτζιούλα υπάρχουν τέσσερις-πέντε αναφορές στον Λάζαρο, από τις οποίες προκύπτει ότι ήταν το δεξί χέρι του γιατρού. (Ο Κοτζιούλας πέρα από τα άλλα, είχε για ένα διάστημα διατελέσει υπεύθυνος υλικού του αντάρτικου νοσοκομείου).

Μετά τη Βάρκιζα, τα τμήματα του ΕΛΑΣ αποχώρησαν από τα Γιάννενα -ο Κοτζιούλας, μην έχοντας πού να πάει, έμεινε φιλοξενούμενος του γιατρού στην Ελασσόνα, ενώ ο Τσιτούρας γύρισε στο χωριό του. Εκεί βρήκε το πατρικό του σπίτι καμένο από τους Γερμανούς. Στα τέλη Απριλίου 1945, όπως συμπεραίνουμε από τα ποιήματα που ακολουθούν, επισκέφτηκε τους φίλους του στην Ελασσόνα για λίγες μέρες.

Στην Αιανή, ο Τσιτούρας άνοιξε καφενείο, αλλά τον Νοέμβριο του 1946 αναγκάστηκε να βγει στο βουνό ξανά -και πάλι ως νοσοκόμος, όπου είχε άριστες επιδόσεις, αρχικά στα Βέντζια. Στο Γράμμο ήταν εκπαιδευτής στη σχολή νοσοκόμων του ΔΣΕ ενώ μετά την ήττα περνάει στην Αλβανία και από εκεί καταλήγει στην Τασκένδη όπου φοίτησε σε ιατρική σχολή. Παντρεύτηκε, έκανε δυο κόρες και πέθανε σχετικά νέος, το 1974, χωρίς να μπορέσει να επαναπατριστεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνική αντίσταση, Ποίηση, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 107 Σχόλια »

Η αιχμή του δόρατος του Νίκου Λάζαρη

Posted by sarant στο 1 Ιουνίου, 2014

lazarisEXOFΚυριακή σήμερα, μέρα που συνηθίζω να βάζω φιλολογικά κείμενα, όμως και πρώτη μέρα του μηνός, μέρα που συνήθως βάζουμε το Μηνολόγιο, οπότε είχα δίλημμα. Το δίλημμα το έλυσα αποφασίζοντας τελικά να αναβάλω το Μηνολόγιο για αύριο, επειδή σήμερα θέλω να παρουσιάσω ένα κριτικό κείμενο παρμένο από ένα βιβλίο που θα παρουσιαστεί την Τετάρτη που μας έρχεται, οπότε ήταν πολύ προτιμότερο να το δημοσιεύσω σήμερα και όχι την επόμενη Κυριακή.

Στην πραγματικότητα, τη βδομάδα που αρχίζει αύριο θα γίνουν τουλάχιστον δύο πολύ ενδιαφέρουσες παρουσιάσεις βιβλίων, στις οποίες θα πήγαινα αν ήμουν στην Αθήνα.

Η πρώτη, είναι η παρουσίαση των βιβλίων του Γιώργου Κοτζιούλα, «Πικρή ζωή» των εκδόσεων «Νηρέας», και του χειροποίητου βιβλίου «Γ. Κοτζιούλας, Ποιήματα», που βγαίνει σε 50 αντίτυπα από τις εκδόσεις «Μίμνερμος», με χαρακτικά του ζωγράφου Αλέκου Φασιανού. Η παρουσίαση θα γίνει αύριο, Δευτέρα 2 Ιουνίου, στο Πολιτιστικό Κέντρο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών (Μεγάλου Βασιλείου 15, Ρουφ), στις 7 μ.μ. Η παρουσίαση θα γίνει από τον Θόδωρο Παπαγιάννη (γλύπτη, καθηγητή στην ΑΣΚΤ) και από τον Αναστάσιο Σακελλαρόπουλο (διευθυντή των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη). Την εκδήλωση θα χαιρετίσει ο ιατρός και αγιογράφος Σταμάτης Σκλήρης, παρουσία και του ζωγράφου Αλέκου Φασιανού. Για τον Κοτζιούλα έχουμε μιλήσει πολλές φορές στο ιστολόγιο και πριν από τρεις εβδομάδες είχα παρουσιάσει το ένα από τα δύο βιβλία που θα παρουσιαστούν αύριο, την «Πικρή ζωή», και μάλιστα ο γιος του ποιητή είχε προσφέρει και μερικά αντίτυπα σε φίλους του ιστολογίου.

Η δεύτερη εκδήλωση θα γίνει την Τετάρτη 4 Ιουνίου, στις 8μ.μ. στο Σπίτι της Κύπρου, Ξενοφώντος 2Α (Σύνταγμα). Θα παρουσιαστεί το βιβλίο του Νίκου Λάζαρη «Η αιχμή του δόρατος – Κριτικά κείμενα 1987-2011». Θα μιλήσουν ο δοκιμιογράφος Γιώργος Παγανός, ο κριτικός Αλέξης Ζήρας, η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου, αναπλ. καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και ο ποιητής Δημήτρης Κοσμόπουλος.

Για να πάρετε μια γεύση, θα παρουσιάσω παρακάτω ένα κριτικό κείμενο από το βιβλίο. Αλλά να πούμε πρώτα δυο λόγια για τη λογοτεχνική κριτική. Λέγεται συχνά ότι στις μέρες μας η λογοτεχνική κριτική έχει εκφυλιστεί σε βιβλιοπαρουσίαση ή ακόμα χειρότερα σε απλή αναπαραγωγή (με κόπι πέιστ) των δελτίων τύπου που διανέμουν οι εκδοτικοί οίκοι. Μια τέτοια γενίκευση θα ηταν άδικη, όσο κι αν στα περισσότερα έντυπα αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση. Κριτικοί με την παλιά έννοια της λέξης εξακολουθούν να υπάρχουν, μόνο που δεν φιλοξενούνται πια στις μεγάλες εφημερίδες αλλά στις μικρότερες ή σε κάποια λογοτεχνικά περιοδικά. Ταυτόχρονα έχουν εμφανιστεί πολλοί βιβλιοφιλικοί-βιβλιοκριτικοί ιστότοποι και ιστολόγια, ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο που όμως δεν το έχω παρακολουθήσει αρκετά για να το αξιολογήσω.

Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι ότι στις μέρες μας η κριτική θεωρείται αυτονόητο πως θα είναι επαινετική. Σπανίζουν οι κριτικοί που δεν θα διστάσουν να κάνουν αρνητική κριτική ή έστω να επισημάνουν αδυναμίες στο κρινόμενο έργο. Ένας από αυτούς είναι και ο Νίκος Λάζαρης, που το βιβλίο του παρουσιάζουμε σήμερα, που οι κριτικές του σπάνια είναι αμέριστα επαινετικές, συνήθως αναδεικνύουν και θετικά και αρνητικά, ενώ κάποιες φορές κοντεύουν να γίνουν κατεδαφιστικές -όπως στο κείμενο που θα αναδημοσιεύσω παρακάτω. Ο Λάζαρης είναι πιο γενναιόδωρος με τους πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές, πιο απαιτητικός με τους ώριμους και καθιερωμένους και δεν διστάζει να γράψει αρνητικά για συγγραφείς που θεωρούνται ιερά τέρατα. Αρκετές κριτικές του άλλωστε έχουν προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις και συζητήσεις. Είναι κριτικές λοιπόν αιχμηρές, έχουν όμως και το άλλο προσόν, ότι είναι καλογραμμένες, με νεύρο και ρυθμό, χωρίς τη συνηθισμένη στρυφνότητα των κριτικών κειμένων -μ΄άλλα λόγια, διαβάζονται με απόλαυση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναγγελίες, Εκδηλώσεις, Λογοτεχνική κριτική, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 70 Σχόλια »

Δυο κείμενα του Σεφέρη για τη γλώσσα (και λίγη ελληναράδικη κοπτοραπτική)

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2014

Τις προάλλες, που συζητούσαμε την ομιλία μου για τους Μύθους και τις αλήθειες για την ελληνική γλώσσα, ένας επισκέπτης του ιστολογίου με επιτίμησε (στο σχόλιο 353) με το εξής απόσπασμα από κείμενο του Σεφέρη: «…όλα γίνονται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο, που μόνο σαν φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει». Ολοφάνερα, ο «φίλος» είχε τη γνώμη ότι η εκ μέρους μου ανασκευή των ελληναράδικων γλωσσικών μύθων συνιστά «θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας».

Το ίδιο απόσπασμα του Σεφέρη  το βρίσκουμε συχνά σε ελληνοκεντρικά-κινδυνολογικά άρθρα για τη γλώσσα, όπου πάντοτε παρατίθεται με σκοπό να ενισχυθεί η άποψη ότι η ελληνική γλώσσα απειλείται με αφελληνισμό, εξαφάνιση, και άλλα τέτοια δεινά. Για παράδειγμα, πρόπερσι που γινόταν η μεγάλη φασαρία με τη Φωνηεντιάδα, ο Μητροπολίτης Άνθιμος Αλεξανδρουπόλεως, θέλοντας να υποβάλει την ιδέα ότι η νέα γραμματική (που καταργεί δήθεν το η και το ω) έχει σκοπό να κάνει άγλωσσους τους μαθητές, επικαλέστηκε σε ένα ειρωνικό του άρθρο αυτό το απόσπασμα: Ήταν κάποτε ένας χαζός Έλληνας, Σεφέρη τον έλεγαν, που έγραφε, ο αφελής: «…γιατί όλα γίνονται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο, που μόνο σαν ένα φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε να εξηγηθεί. Ίσως οι απωθήσεις που προκάλεσε μια δασκαλοκρατία πολλών αιώνων, έπρεπε να καταλήξουν στις σημερινές μας νευρώσεις. Στα χρόνια μας το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε ή όχι ελληνικά ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο. Δυστυχώς όλα γίνονται σα να προτιμούμε το εσπεράντο, σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας». Το ίδιο απόσπασμα παραθέτει και ένα έξαλλο άρθρο που στηλιτεύει την «απεθνοποίηση της παιδείας», το ίδιο και ο δάσκαλος από το Κιλκίς που καταγγέλλει τη «νέα τουρκοκρατία» στην οποία έχουμε περιέλθει, κι άλλα πολλά κείμενα ανάλογου ύφους και ήθους -αλλά εδώ δεν έχουμε σκοπό ν’ αναλύσουμε τις ελληναράδικες εξαλλοσύνες, περισσότερο ενδιαφέρον έχει ο Σεφέρης.

Διότι, βέβαια, το απόσπασμα του Σεφέρη, ολοφάνερα δεν μπορεί να αναφέρεται στη σημερινή εποχή και στη σημερινή κατάσταση της ελληνικής γλώσσας, για τον απλούστατο λόγο ότι ο μεγάλος ποιητής έχει αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο από το 1971, ενώ το κείμενο αυτό γράφτηκε το 1946. Και από το 1946 ίσαμε σήμερα το ελληνικό γλωσσικό τοπίο έχει αλλάξει άρδην: τότε κυριαρχούσε στον δημόσιο βίο η καθαρεύουσα, σήμερα η δημοτική· τότε είχαμε εκτεταμένο αναλφαβητισμό, σήμερα όχι· τότε λίγοι ήξεραν ξένες γλώσσες, και κυριαρχούσαν ακόμα τα γαλλικά -σήμερα ξέρουν πολλοί και κυριαρχούν τα αγγλικά. Για να μην αναφέρουμε τις αλλαγές στα μέσα επικοινωνίας ή στην τεχνολογία. Δεν αποκλείεται να υπάρχει σήμερα γλωσσική παρακμή, αλλά, αν υπάρχει, δεν θα είναι ο ίδιος τύπος παρακμής με το 1946. Θέλω να πω, το να επικαλείται κανείς το άρθρο του Σεφέρη του 1946 για να στηλιτεύσει τα γκρίκλις ή την «αποεθνοποιημένη» εκπαίδευση το θεωρώ απάτη όχι πολύ διαφορετική από την απάτη με το περίφημο ψευδορητό του Ισοκράτη για τη «δημοκρατία μας που αυτοκαταστρέφεται«. 

Βέβαια, σε αντίθεση με τον ψευτοϊσοκράτη, στην περίπτωση του Σεφέρη δεν έγινε διαστρέβλωση των λόγων του -όπως όμως μας θύμισε ο αγαπητός Μιχαλιός σε σχόλιό του, έγινε επιλεκτική παράθεση, έτσι που να φαίνεται πως, όταν ο Σεφέρης λέει «ελληνόμορφο εσπεράντο» εννοεί π.χ. ελληνικά με πολλές ξένες λέξεις, ενώ, αν διαβάσουμε όλο το κείμενο του 1946 βλέπουμε ότι ο Σεφέρης επικρίνει δριμύτατα τη μη διδασκαλία της δημοτικής στην εκπαίδευση, η οποία είχε αποτέλεσμα να μιλάει ο πολύς κόσμος μια γλώσσα γεμάτη ελληνικούρες, με κακοχωνεμένες καθαρευουσιάνικες λέξεις και φράσεις -παραθέτει και συγκεκριμένα παραδείγματα στο τέλος του άρθρου του.

Οπότε, και ανεξάρτητα από την κοπτοραπτική, σκέφτηκα ότι δεν είναι κακό να ανεβάσω εδώ σήμερα το άρθρο αυτό του Σεφέρη ολόκληρο, πολύ περισσότερο που δεν υπάρχει στο Διαδίκτυο. Κοντά σ’ αυτό, σκέφτηκα να ανεβάσω ένα ακόμα κείμενό του για τη γλώσσα, μια επιστολή του 1937 σε περιοδικό, που επίσης δεν υπάρχει στο Διαδίκτυο, αλλά ούτε και έχει συμπεριληφθεί (απ’ όσο ξέρω) σε κάποια έκδοση έργων του Σεφέρη. [Διόρθωση: Δεν ήξερα αρκετά. Η επιστολή είχε μείνει έξω από τη δίτομη έκδοση των Δοκιμών που έχω στη βιβλιοθήκη μου, όμως συμπεριλήφθηκε στον μεταγενέστερο 3ο τόμο, σελ. 269-71]

Το πρώτο κείμενο, του 1946, δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Νέα Εστία, στο τχ. 460 (1.9.1946) που ήταν αφιερωμένο στον Αχιλλέα Τζάρτζανο, και αναδημοσιεύτηκε, με ελάχιστες αλλαγές, στις Δοκιμές του Γ. Σεφέρη (τόμ. 1, σελ. 320). Η μόνη ουσιαστική αλλαγή είναι η φράση «φαινόμενο ομαδικής ψυχοπαθολογίας» που έγινε στις Δοκιμές «φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας». Ευχαριστώ τον φίλο Γ.Τ. για την πληκτρολόγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Λαθροχειρίες | Με ετικέτα: , , , , , | 66 Σχόλια »

Γιώργος Κοτζιούλας, Ημερολόγια Κατοχής: Η επιστροφή

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2013

kotzimerΤο φθινόπωρο του 1941, ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας, για να σωθεί από την πείνα που όλοι έβλεπαν να έρχεται στην Αθήνα, παίρνει τη σωτήρια όσο και προφανή απόφαση να επιστρέψει στη γενέτειρά του, την Πλατανούσα, χωριό των Τζουμέρκων στην Ήπειρο. Καθώς όλα αυτά τα χρόνια ζούσε στην πρωτεύουσα ανάμεσα στην ανέχεια και στην αρρώστια (ήταν φυματικός), είχε οχτώ χρόνια να επισκεφτεί το χωριό του και να δει τους γονείς του. Τώρα όμως η απόφαση ήταν εύκολη, αφού στην Αθήνα της Κατοχής οι προοπτικές επιβίωσης ενός μεροκαματιάρη γραφιά (και μάλιστα φιλάσθενου) θα ήταν ζοφερές. Έτσι, τον Νοέμβριο του 1941 γυρίζει στην Πλατανούσα, όπου θα περάσει τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, ίσαμε να προσχωρήσει στους αντάρτες του Άρη και να δημιουργήσει το περίφημο Θέατρο του Βουνού.

Με το που φτάνει ο Κοτζιούλας στο χωριό του, αρχίζει να κρατάει ημερολόγιο, πάνω στις άγραφες σελίδες του ημερολογίου που είχε τυπώσει κάποια φαρμακευτική εταιρεία ίσως, και που το είχε για σημειωματάριο (αριστερά βλέπετε την πρώτη σελίδα του κειμένου). Οι καταγραφές του είναι πολύ λεπτομερειακές: για τους δυόμισι μήνες από τις 26.11.1941 έως τις 11.2.1942 (εκεί σταματάει το ημερολόγιο) το κείμενο φτάνει τις 190 χειρόγραφες σελίδες, πυκνογραμμένες με τα μικρούτσικα αλλά ευκολοδιάβαστα γράμματά του, ή αλλιως κάπου 40.000 λέξεις. Υπάρχουν και άλλα κατοχικά ημερολόγια του Κοτζιούλα, αλλά από το 1944, όταν πια βρισκόταν με τους αντάρτες. Όλα μαζί τα ημερολόγια βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου τα εμπιστεύθηκε ο γιος του ποιητή, Κώστας Κοτζιούλας, και έχω αναλάβει να τα εκδώσω, μια δουλειά που προχωράει -αν και αποδείχτηκε πιο δύσκολη απ’ όσο λογάριαζα. Πέρυσι είχα ζητήσει εθελοντές για την πληκτρολόγηση των ημερολογίων, κάτι που έγινε με μεγάλη επιτυχία, ενώ αργότερα με μια ολιγομελή ομάδα φίλων προσπαθήσαμε, με αρκετή επιτυχία, να «αποκρυπτογραφήσουμε» μερικές πολύ φθαρμένες, άρα δυσανάγνωστες, σελίδες. Περιττό να πω είναι ότι ευγνωμονώ και τους μεν και τους δε, που βοήθησαν σημαντικά να προχωρήσει το έργο.

Θα έλεγε κανείς ότι από τη στιγμή που υπάρχει το κείμενο πληκτρολογημένο, έχει τελειώσει και η δουλειά, αλλά δεν είναι έτσι: πέρα από την αντιπαραβολή και τις διορθώσεις χρειάζεται και υπομνηματισμός του κειμένου -και ειδικά στην περίπτωση του Κοτζιούλα το ημερολόγιο πρέπει να συσχετιστεί αφενός με τα ποιήματα που έγραψε ο ποιητής την ίδια περίοδο και αφετέρου με τις επιστολές που έστελνε σε φίλους του. Μερικές φορές τυχαίνει το ίδιο γεγονός που καταγράφεται στο ημερολόγιο, να θίγεται επίσης σε κάποιο ποίημα, διότι ο Κοτζιούλας συνεχώς αυτοβιογραφούνταν, ή σε μια επιστολή προς φίλο, αλλά εξετάζεται με τρόπο διαφορετικό. Στο ημερολόγιο, ο Κοτζιούλας περιγράφει κυρίως τους άλλους, τα δικά του συναισθήματα τα εκφράζει στα ποιήματά του, ενώ στην αλληλογραφία του κάνει μια ανακεφαλαίωση και βγάζει συμπεράσματα από μεγαλύτερη απόσταση.

Και όσοι δεν ζήσαμε την Κατοχή, ξέρουμε ότι δεν χτύπησε το ίδιο την επαρχία όσο και τα αστικά κέντρα, και πρώτα απ’ όλα την Αθήνα. Η πρωτεύουσα χτυπήθηκε πολύ περισσότερο από την πείνα, και μάλιστα αμέσως, τον πρώτο φριχτό χειμώνα του 1941. Στην επαρχία τα τρόφιμα βρίσκονταν πολύ πιο εύκολα. Φτωχό χωριό η Πλατανούσα ακόμα και με τα μέτρα της φτωχής Ηπείρου, αλλά η κατάσταση ήταν ασύγκριτα καλύτερη απ’ ό,τι στην Αθήνα, ιδίως για κάποιον όπως ο Κοτζιούλας που και πριν από την Κατοχή δεν χόρταινε την πείνα του. Και στην αρχή λίγα πράγματα είχαν αλλάξει σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την Κατοχή, εκτός από την εξάρθρωση του κρατικού μηχανισμού -που έδινε στους κατοίκους των χωριών μεγαλύτερη άνεση π.χ. να κόβουν ξύλα από το δάσος χωρίς το φόβο του δασοφύλακα. Άλλωστε, οι καταχτητές (Ιταλοί στην περίπτωση της Άρτας) δεν πατούσαν στα μακρινά χωριά. Χαρακτηριστικό είναι ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο του Κοτζιούλα, όπου καταγράφεται ένας διάλογος της μητέρας του με μια γειτόνισσα, που είχε πάει στη Φιλιππιάδα, όπου είδε και Ιταλούς:

—        Τι σκέδιο ανθρώποι είναι; τη ρωτάει η μητέρα.
—          Γιά, σαν εμάς τους χριστιανούς, το ίδιο.  Ένας κιόλας έπλενε τα σκουτιά του στο Λούρο. Τα ’χε βγάλει και τα σαπούνιζε μοναχός του…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Ημερολόγια, Κατοχή, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 75 Σχόλια »

Περιαυτομπλογκίες κατακαλόκαιρο

Posted by sarant στο 18 Αύγουστος, 2013

Σήμερα έλεγα να μη βάλω άρθρο, Κυριακή είναι κι έχω και διάφορα τρεχάματα, είπα όμως να μη σπάσω το σερί. Θα μπορούσα βέβαια να βάλω κάποιο λογοτεχνικό έργο, όπως κάνω τις Κυριακές, ένα διήγημα ας πούμε, αλλά σκέφτηκα πως θα το αδικούσα, μια και η σημερινή μέρα είναι από τις πιο λιγοσύχναστες της ιστολογικής χρονιάς, Κι αφού το σημερινό άρθρο δεν θα το δουν πολλοί, ευκαιρία είναι ν’ αμαρτήσω και να ευλογήσω λίγο τα γένια μου, παναπεί να περιαυτομπλογκήσω, δηλαδή να προβάλω δικές μου δραστηριότητες, κάτι που αναπόφευκτα κάνω στο ιστολόγιο πότε-πότε, αν και προσπαθώ να το περιορίζω. Παρεμπιπτόντως, αν σας ενδιαφέρει η έκφραση «βλογάει/ευλογεί τα γένια του», δείτε ένα παλιότερο άρθρο, όπου το είχαμε συζητήσει μ’ αφορμή κάποιες άλλες περιαυτομπλογκίες.

Τις συνεντεύξεις που δίνω κατά καιρούς, τις συγκεντρώνω στη σελίδα About του ιστολογίου (όταν είναι τεχνικά εύκολο -δυο συνεντεύξεις ραδιοφωνικές που έδωσα το Πάσχα δεν έχω ακόμα αξιωθεί να τις απομονώσω και να τις ανεβάσω). Εκεί είναι καταταγμένες σε χρονολογική σειρά, αλλά καμιά φορά η σειρά ανάρτησης διαφέρει.

Για παράδειγμα, στις αρχές Ιουνίου είχα πάρει μέρος σε μια εκδήλωση στα Γιάννενα, αλλά το βίντεο της εκδήλωσης έγινε διαθέσιμο πριν από λίγες μέρες, χάρη στα παιδιά του βιβλιοπωλείου Αναγνώστης, που είχαν διοργανώσει και την εκδήλωση, οπότε μόλις τώρα το ανέβασα. Μπορείτε να δείτε όλη την εκδήλωση εδώ, σε τέσσερα βιντεάκια.  Συμμετέχουν η φίλη καθηγήτρια Αθηνά Βογιατζόγλου και ο δημοσιογράφος Φιλήμων Καραμήτσος.

Μια άλλη συνέντευξη που έδωσα (σχετικά) πρόσφατα, ήταν στη Ράνια Μπουμπουρή και στον βιβλιολογικό ιστότοπο diastixo.gr. Η συζήτηση περιστράφηκε κυρίως γύρω από το τελευταίο βιβλίο μου, τις Οπωροφόρες λέξεις.

Αντίθετα, η συνέντευξη στον Γεράσιμο Μπόγρη και το περιοδικό Αναπνευστήρας είχε πιο γενική θεματολογία -αποσπώ μια ερώτηση-απάντηση για ένα θέμα που το έχουμε συζητήσει κι εδώ και θα το ξανασυζητήσουμε:

Α: Διδασκαλία αρχαίων ελληνικών στα σχολεία: Θεωρείτε ότι πρέπει να γίνεται; Αν ναι, πώς (τάξεις, μέθοδος, προσέγγιση κ.α.);

Ν.Σ.: Παλιότερα έλεγα «ας διδάσκονται». Εγώ τα διδάχτηκα. Τώρα που πέρασαν τα παιδιά μου από το Γυμνάσιο και το Λύκειο, έχω αλλάξει γνώμη και φοβάμαι ότι κακώς διδάσκονται στο Γυμνάσιο -το αντεπιχείρημα, βέβαια, είναι ότι το Λύκειο έχει μετατραπεί σε μηχανισμό προετοιμασίας για τις εξετάσεις, οπότε αν τα διδάξεις μόνο στο Λύκειο ουσιαστικά τα παιδιά της θετικής κατεύθυνσης θα προσέχουν μόνο στην 1η Λυκείου.

Πάντως, υπολόγισε πόσες εκατοντάδες ώρες αφιερώνονται αυτή τη στιγμή στη διδασκαλία των αρχαίων στα έξι χρόνια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και πόσο ασήμαντο είναι το αποτέλεσμα αφού κανείς απόφοιτος δεν μπορεί να διαβάσει πρίμα βίστα ένα αρχαίο κείμενο. Με πολύ λιγότερες ώρες, τα παιδιά μαθαίνουν πολύ καλά μια ξένη γλώσσα.

Πολλοί θεωρητικοί της εκπαίδευσης και γλωσσολόγοι έχουν προτείνει να καταργηθεί η διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο και να φτιαχτούν κλασικά λύκεια που να βγάζουν λίγους αλλά πολύ γερούς φιλόλογους.

Αυτή τη στιγμή, υπάρχει υπερπροσφορά και υπερπαραγωγή φιλολόγων, και αυτό είναι το βασικό εμπόδιο σε μια πρόταση κατάργησης της διδασκαλίας των αρχαίων. Στις διάφορες φιλοσοφικές σχολές φοιτούν χιλιάδες φοιτητές -τι θα γίνουν όλοι αυτοί; Το πιο ειρωνικό είναι πως οι περισσότεροι δεν ξέρουν και πολύ καλά αρχαία αλλά θα κληθούν να τα διδάξουν.

Και κλείνω με την πρόσφατη συνέντευξη στον Γ. Δαμιανό για την Ελευθεροτυπία, στην οποία συμμετείχα μαζί με άλλους τρεις διαχειριστές ιστολογίων/ιστοτόπων. Το θέμα της ήταν η μπλογκόσφαιρα, το Διαδίκτυο γενικότερα. Εδώ παραθέτω τις απαντήσεις τις δικές μου συγκεντρωμένες, όπως τις έστειλα.

  1. Η μπλογκόσφαιρα είναι πράγματι μια επανάσταση στην επικοινωνία και την ενημέρωση ή συνέβαλε στην παραπληροφόρηση;

Κάθε νόμισμα έχει δυο όψεις· δεν χωράει αμφιβολία ότι πολλά ιστολόγια συμβάλλουν στην παραπληροφόρηση, αλλά στη μπλογκόσφαιρα δίνεται και η δυνατότητα για ανασκευή των χαλκευμένων πληροφοριών. Πέρσι το καλοκαίρι, η Φωνηεντιάδα, δηλ. η εκστρατεία των σκοταδιστών εναντίον της νέας γραμματικής διαδόθηκε μεν από τη μπλογκόσφαιρα αλλά και βρήκε εκεί τον αντίλογο και τελικά κατατροπώθηκε.

  1. Τι ιδιαίτερο θεωρείτε ότι πρόσφερε στον αναγνώστη/θεατή ο δικός σας ιστότοπος;

Θα ξεχώριζα τρία πράγματα: πρώτον, τη συμμετοχή πολλών εξαιρετικά καταρτισμένων σχολιαστών που εμπλουτίζουν σημαντικά το αρχικό άρθρο μου, δεύτερον τη διατήρηση πολιτισμένου κλίματος στις αντιπαραθέσεις, χωρίς προσωπικές αιχμές και βαριές εκφράσεις και τρίτον τη συστηματική ενασχόληση με τις λέξεις της επικαιρότητας. Α, και κάτι ακόμα: τη συστηματική ανασκευή εθνικιστικών και άλλων μύθων, που κάποτε είναι άχαρη δουλειά («ρίχνει ο παλαβός μια πέτρα στο ποτάμι και σαράντα γνωστικοί παλεύουν να τη βγάλουν») αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει.

  1. Έπειτα από χρόνια εμπειρίας και πειραματισμών στο Διαδίκτυο, τι είναι αυτό που σας ενοχλεί περισσότερο;

Η ευκολία με την οποία άνθρωποι μορφωμένοι αναπαράγουν εμφανώς ασύστατους μύθους -αλλά το έχω πια φιλοσοφήσει. Άλλωστε αν πολλοί άνθρωποι θέλουν να κατασκευάσουν έναν μύθο θα το καταφέρουν, όπως έγινε με τον ανύπαρκτο «ήρωα» Κ. Κουκίδη, που μέχρι και ταινία για τη ζωή του γύρισαν. Επίσης με απογοητεύουν οι κοινωνικοί αυτοματισμοί και το μίσος που διαπνέει τις παρεμβάσεις των ανώνυμων σχολιαστών στους μεγάλους ιστοτόπους.

  1. Πολλοί θεωρούν το Διαδίκτυο ως μέσο των νέων. Είσαστε σίγουροι ότι οι νέοι απομακρύνονται εκτός από συγκεκριμένους χώρους κοινωνικής διαδικτύωσης; Ποιο είναι το προφίλ των επισκεπτών σας;
    [Η ερώτηση δεν είναι πολύ καλά διατυπωμένη, το «απομακρύνονται εκτός» ίσως θα έπρεπε να είναι «επισκέπτονται και άλλους χώρους πέρα από….»]

Στον δικό μου ιστότοπο συμμετέχουν κυρίως σχολιαστές του δικού μου ηλικιακού εύρους, δηλαδή πενηντάρηδες. Νέους μόνιμους σχολιαστές (ας πούμε, κάτω των 30) έχουμε βέβαια, αλλά είναι σχετικά λίγοι.

  1. Μια συμβουλή στους νέους Μπλόγκερ;

Να μην αναπαράγουν τίποτε ανεξέταστα και να διατηρήσουν νηφαλιότητα και υγιή δυσπιστία -οι αρχαίοι αυτό το λέγανε «νάφε και μέμνασο απιστείν»

  1. Θα θέλατε να μας προτείνετε 3 αξιόλογους, κατά τη γνώμη σας, ιστότοπους (πάσης φύσεως);

Θα μπορούσα και θα ήθελα να προτείνω ιστολόγια, αλλά είναι τόσο πολλά τα αξιόλογα που μοιραία θα αδικούσα κάποιους, οπότε τα εξαιρώ. Έτσι διαλέγω:

* Το μεταφραστικό φόρουμ Λεξιλογία
* Το Κόκκινο σημειωματάριο, Red Notebook
* Την ποιητική ανθολογία Παμπάλαιο Νερό

Posted in Περιαυτομπλογκίες, Συνεντεύξεις | Με ετικέτα: , , , , , , | 53 Σχόλια »

Εδώδιμα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 25 Μαΐου, 2013

Ο τίτλος μπορεί να σας φανεί πλεονασμός, αφού τα μεζεδάκια εξορισμού πρέπει να είναι εδώδιμα, φαγώσιμα δηλαδή, αλλιώς δεν έχουν λόγο ύπαρξης -αλλά ο τίτλος δόθηκε για να τιμήσει ένα θηριώδες μαργαριτάρι, που μόλις χτες διέπραξε ένας επιφανής πολιτικός, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Αλ. Παπαδόπουλος, ο οποίος σε άρθρο του, όπως διαβάζω στο in.gr, μιλάει για «κύματα εισαγόμενης και εδωδίμως καλλιεργούμενης εσχάτως αισιοδοξίας». Το λάθος θα το χρεώσουμε στον τ. υπουργό, αφού υπάρχει και στην προσωπική του ιστοσελίδα. Και βέβαια, «εγχωρίως» ήθελε να γράψει ο κ. Παπαδόπουλος, αλλά παρασύρθηκε από το «εδώ» της λ. εδώδιμος και νόμισε, ελπίζω φευγαλέα, ότι «εδώδιμος» σημαίνει «αυτός που είναι από εδώ».

Κακά τα ψέματα, η λέξη «εδώδιμος» δεν έχει ετυμολογική διαφάνεια, δεν φαίνεται από πού προέρχεται, αν και υπάρχει μια λέξη συγγενική της που τη χρησιμοποιούμε, τα εδέσματα. Ίσως να υπάρχει κι ένας άλλος λόγος που μπλέκονται τα εδώδιμα με τα εγχώρια: οι πινακίδες των παλιών μπακάλικων έγραφαν συχνά «Εδώδιμα – Αποικιακά», κι αφού τα αποικιακά είδη έρχονται από μακρινά μέρη, εύλογο είναι να υποθέσουμε πως τα «εδώδιμα» είναι… από εδώ. Οπότε, θα συγχωρούσαμε το λάθος στον κ. Γιώργο Καρατζαφέρη, που επίσης το διέπραξε, διότι στο κάτω-κάτω της γραφής είναι ασπούδαχτος ο άνθρωπος, με λίγη ή πολλή καλή θέληση το συγχωρούμε και στον κ. Πέτρο Τατούλη, που ίσως επηρεάστηκε επειδή ο κ. Καρατζαφέρης τον είχε στηρίξει στις εκλογές -αλλά σε κοτζάμ Αλέκο Παπαδόπουλο, στυλοβάτη του εκσυγχρονισμού απ’ όπου κι αν προέρχεται;

Θα μου πείτε, ένα λάθος δεν σημαίνει τίποτε, και θα συμφωνήσω. Αλλά τότε ας μη λέμε ούτε για τις κάλτσες του Γ. Παπανδρέου, και κυρίως ας τα βλέπει αυτά εκείνος ο ανεκδιήγητος καθηγητής του Παντείου με το περίεργο όνομα που δεν ντρέπεται κάθε τόσο να ξεμπροστιάζει τις ελλιπείς γλωσσικές γνώσεις των μαθητών του (στην πραγματικότητα, εκθέτει και την δική του κακή διδασκαλία), διότι αν κάνει τόσο χοντρό λάθος κοτζαμάν πρωτοκλασάτος υπουργός, όχι της πρώτης νιότης (άρα: που διδάχτηκε πολυτονικό και αρχαία από το νηπιαγωγείο), που γράφει κείμενο στην προσωπική του ιστοσελίδα (δηλ. δεν πρόκειται για προφορικό λόγο), τότε έχουμε τάχα ηθικό δικαίωμα να κατηγορήσουμε τον φοιτητή που παρερμηνεύει την αρχαϊκούρα του καθηγητή του;

Από την άλλη, μπορεί η «εδώδιμη αισιοδοξία» του κ. Παπαδόπουλου να μην είναι λάθος. Θα σκέφτηκε ο άνθρωπος, αφού δεν μας έχει μείνει τίποτε άλλο να φάμε, ας χορτάσουμε τουλάχιστον με αισιοδοξία, που την παράγει και σε μεγάλες ποσότητες η βιομηχανία ζεστού αέρα της Συγγρού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Περιαυτομπλογκίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 92 Σχόλια »

Ένας λησμονημένος ποιητής και μια απρόβλεπτη ρίμα

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2013

Ένας λησμονημένος ποιητής και μια σπάνια ρίμα

MylonΣε ένα ποίημά του, σατιρικό και αυτοσαρκαστικό, γραμμένο το 1937, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης περιγράφει πώς (φαντάζεται ότι) θα αντιδράσουν οι φίλοι και οι γνωστοί του σαν μαθευτεί η είδηση του θανάτου του, ποιοι θα έρθουν στην κηδεία του και τι θα γράψουν οι εφημερίδες και η κριτική. Το ποίημα δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο ποιητής, αλλά σώθηκε χρονοσημασμένο στο τμήμα του αρχείου του που υπάρχει στο ΕΛΙΑ. Αργότερα, ο Άρης Δικταίος συμπεριέλαβε στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Λαπαθιώτη μια μεταγενέστερη επεξεργασία του ίδιου ποιήματος, συντομότερη και με αρκετές διαφορές.

Όμως στο θέμα αυτό έχω αφιερώσει ειδικό άρθρο, στο οποίο σας παραπέμπω.

Θα εστιάσω τώρα τον φακό σε ένα από τα πρόσωπα που μνημονεύει ο Λαπαθιώτης ανάμεσα σε εκείνους που θα έρθουν στην κηδεία του:

Θα είναι κι ο Μήτσος με το Χάρη,
και πέντε-δέκα συγγενείς,
–κι ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης:
άλλος κανείς, κανείς, κανείς…

Ο Μήτσος είναι ο Παπανικολάου, ο Χάρης είναι ο Σταματίου, ο αρχισυντάκτης του Μπουκέτου. Στη δεύτερη βερσιόν του ποιήματος, οι λιγοστοί πενθούντες γίνονται άξαφνα πολλοί, αλλά τα πρόσωπα αλλάζουν:

Θα είναι ο Άγγελος, ο Χάρης,
ο Κλέων, ο Τάκης, η Λιλή,
ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης,
κι άλλοι πολλοί, πολλοί, πολλοί…

Πάλι αναφέρεται κάποιος Χάρης, αλλά (εικάζω ότι) τώρα πρόκειται για τον Πέτρο Χάρη της Νέας Εστίας, όπως φαίνεται και από τους άλλους συμπενθούντες (Σικελιανό, Κλ. Παράσχο, Τάκη Παπατζώνη, Λιλή Ιακωβίδου).

Ο Μυλωνογιάννης όμως, ο κοινός παράγοντας των δύο εκδοχών, φιγουράρει και σ’ ένα άλλο σημείο της πρώτης εκδοχής του ποιήματος:

Ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης
με σφίξιμο χεριού γερό
θα λέει, αράδα, σ’ όσους βρίσκει:
– Τι φοβερό! Τι φοβερό!…

Και παρατώντας και Σκαρίμπαν,
και στίχους και πολιτική,
και το παιδί του, και το σύμπαν,
θα μου σκαρώσει κριτική!

Η πρωτότυπη ρίμα Σκαρίμπαν-σύμπαν με είχε εντυπωσιάσει όταν πρωτοδιάβασα το ποίημα, και αναρωτήθηκα αν το σύμπαν μπήκε για να βρει ρίμα στον Σκαρίμπα (που αλλιώς μόνο με τη λίμπα και τη μπιρίμπα ριμάρει) ή αν υπήρχε κάποια άλλη, πιο ουσιαστική, αιτία. Απάντηση δεν βρήκα, μέχρι προχτές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 53 Σχόλια »

Ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο πρώην φίλους μέσα στον Εμφύλιο

Posted by sarant στο 30 Δεκέμβριος, 2012

Το άρθρο μου που ακολουθεί δημοσιεύεται στο Λεσβιακό Ημερολόγιο 2013, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αιολίδα σε επιμέλεια Παναγιώτη Σκορδά, με άρθρα για τη Λέσβο γραμμένα από συγγραφείς που κατάγονται από το νησί. Να διευκρινίσω ότι ο Κώστας Μίσσιος, ποιητής και μελετητής της λεσβιακής λογοτεχνίας, είναι θείος μου.

b131741Στο βιβλίο του «Ένας Μυριβήλης αλλιώτικος» (Εντελέχεια, Μυτιλήνη 2008), ο Κώστας Μίσσιος συγκεντρώνει εφτά άρθρα του στα οποία διηγείται «ευτράπελες πλην και πικρές» ιστορίες για τον Στράτη Μυριβήλη. Οι πιο πικρές ιστορίες του τόμου σίγουρα βρίσκονται στο ομότιτλο άρθρο, το οποίο εξιστορεί το απίστευτο πάθος με το οποίο ο Μυριβήλης συμμετείχε, τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, στην προπαγανδιστική διαπάλη, εξαπολύοντας δριμύτατες επιθέσεις κατά των αντιπάλων του. Σωστά παρατηρεί ο Μίσσιος ότι κι άλλοι πνευματικοί άνθρωποι υπερασπίστηκαν την ίδια πλευρά, κανείς όμως του επιπέδου του Μυριβήλη δεν έδειξε τέτοιον φανατισμό.

Αλλά αυτά τα θίγει αναλυτικά ο Μίσσιος. Εγώ θα ξεχωρίσω ένα απόσπασμα από ένα άρθρο του Μυριβήλη, που παρατίθεται στο κείμενο του Μίσσιου (σελ. 148) για να εστιαστώ σε μιαν υποσημείωση. Γράφει λοιπόν τα εξής φαρμακερά ο Μυριβήλης: «Ένας ποιητής του κόμματος από την Ήπειρο τού έβγαλε ένα τόμο με ποιήματα που τον εξυμνεί και τον θαυμάζει [τον Άρη Βελουχιώτη]. Ένας άλλος από τη Μυτιλήνη, έβγαλε άλλον τόμο, όπου λιγώνεται από τη μεγαλοπρέπεια του Δεκεμβριανού ανθρωποσφαγείου των άοπλων Αθηναίων. Ένας τρίτος αλήτης της λογοτεχνίας έγραψε τρίτο βιβλίο, ‘Το μεγάλο Δεκέμβρη’. Είναι τρελοί αυτοί οι άνθρωποι; Όχι. Είναι απλώς κομμουνιστές. Είναι διαφοροποιημένοι πρώην Έλληνες που τώρα ανήκουν στη νέα φυλή…»

Ο «αλήτης της λογοτεχνίας», μας πληροφορεί σωστά ο Μίσσιος, είναι ο Μενέλαος Λουντέμης. Ο μυτιληνιός είναι ο ποιητής Μιχάλης Καλλοναίος (στις ιδεολογικές του επιθέσεις, ο Μυριβήλης δεν έκανε τοπικιστικά χατίρια, χτυπούσε μυτιληνιούς και ξένους με τον ίδιο ζήλο). Ωστόσο, ο Μίσσιος ομολογεί ότι δεν κατάφερε να εντοπίσει τον «ποιητή του κόμματος από την Ήπειρο». Επιτρέψτε μου να φωτίσω αυτό το σημείο.

Ο ηπειρώτης ποιητής είναι σίγουρα ο Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956), γεννημένος στην Πλατανούσα της Ηπείρου, ποιητής και μεταφραστής, που συμμετείχε με τον ΕΛΑΣ στην Εθνική αντίσταση, οπότε και είχε δημιουργήσει τον αντάρτικο θίασο «Θέατρο του βουνού» με τον οποίο έδινε παραστάσεις στα χωριά της Πίνδου. Ο Κοτζιούλας, που πολέμησε υπό τις διαταγές του Βελουχιώτη και τον θαύμαζε απεριόριστα, εξέδωσε το 1946 μια μικρή ποιητική συλλογή, ένα δεκαεξασέλιδο, με τίτλο Ο Άρης, στην οποία υμνεί και θρηνεί τον νεκρό πια αρχηγό του.

Ως εδώ το θέμα δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον· ένας εαμίτης ποιητής έβγαλε μια υμνητική συλλογή για τον Άρη Βελουχιώτη κι ένας συγγραφέας της αντίθετης παράταξης αντέδρασε επικριτικά, τι το περίεργο υπάρχει; Ωστόσο, ο Κοτζιούλας και ο Μυριβήλης δεν ήταν ξένοι. Παρά την όχι μικρή διαφορά ηλικίας (ο Μυριβήλης ήταν 19 χρόνια μεγαλύτερος), είχαν συνδεθεί με φιλία, όχι μακρόχρονη αλλά στενή. Τα όσα ακολουθούν βασίζονται σε δημοσίευση της κ. Νίκης Λυκούργου για την αλληλογραφία του Μυριβήλη με τον Κοτζιούλα καθώς και στο βιβλίο που ετοιμάζει η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου για τον ποιητή (όπου έχω βάλει κι εγώ λιγάκι το χέρι μου).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εμφύλιος, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου, Σατιρικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 104 Σχόλια »