Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ακληρήματα’

Ο χάρτης του φαντάρου

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2017

Πριν από μερικούς μήνες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα «νεοελληνικά ακληρήματα» δηλ. τα περιπαιχτικά ή μειωτικά παρατσούκλια που έχουν βγει για τους κατοίκους διαφόρων περιοχών της Ελλάδας. Στα σχόλια του άρθρου εκείνου επισημάνθηκε, σωστά, ότι πολλά από τα παρατσούκλια αυτά διαδίδονται από τους φαντάρους που υπηρετούν στον αντίστοιχο τόπο. Κάποια ίσως και να τα έχουν επινοήσει φαντάροι.

Σήμερα δημοσιεύω ένα άρθρο που επιχειρεί να καταγράψει όλα τα ειρωνικά ονόματα που χρησιμοποιούνται από φαντάρους. Θα ήταν ιδανικό να έχω και πραγματικό χάρτη της Ελλάδας με τα ονόματα σημειωμένα, αλλά δεν διαθέτω γραφιστικές ικανότητες. Αν έχει κανείς καιρό και όρεξη….

Το άρθρο που θα διαβάσετε ήταν ενταγμένο σε ένα βιβλίο για τη γλώσσα του στρατού, που είχαμε ξεκινήσει να γράφουμε, το 2009, ένας φίλος κι εγώ, αλλά που δεν ολοκληρώθηκε, ελλείψει ενδιαφέροντος από εκδότες. Οπότε, ας αξιοποιηθεί εδώ.

Ο χάρτης του φαντάρου

Σύμφωνα με το στερεότυπο, ο φαντάρος μισεί τον τόπο όπου υπηρετεί, περίπου ανεξάρτητα από τις φυσικές του καλλονές, τον χαρακτήρα των ντόπιων ή τις ευκαιρίες διασκέδασης που προσφέρει. Όσο καλά κι αν έχει περάσει, όταν έρθει το χαρτί της μετάθεσης ή της απόλυσης (η «ροζαλία») θα αναφωνήσει θριαμβευτικά: Πουτάνα (π.χ.) Γκασμαδία, δεν έμεινε καμία!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γεωγραφία, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Πατριδογνωσία, Στρατός | Με ετικέτα: , | 172 Σχόλια »

Σούρδοι και ακανέδες: νεοελληνικά ακληρήματα (επαυξημένη επανάληψη)

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου -για να είμαι ακριβέστερος, ενός πολύ παλιότερου άρθρου, που δημοσιεύτηκε όταν το ιστολόγιο μόλις έκλεινε τρεις μήνες ζωής. Η σημερινή επανάληψη δεν γίνεται επειδή δεν προλαβαίνω να γράψω κάτι φρέσκο, αλλά επειδή, καθώς οι αναγνώστες και οι σχολιαστές του ιστολογίου έχουν αλλάξει (και πολλαπλασιαστεί) μέσα σε αυτά τα εφτάμισι χρόνια, δεν αποκλείεται ο κατάλογος που θα παρουσιάσω να εμπλουτιστεί ουσιαστικά με τα σχόλιά σας. Άλλωστε, και στην πρώτη δημοσίευση είχαν γίνει πολύ καίρια σχόλια, τα οποία ενσωματώνω στην τωρινή αναδημοσίευση, κάτι που έτσι κι αλλιώς ήθελα εδώ και καιρό να το κάνω, και μάλιστα το είχα υποσχεθεί παλιότερα.

Όταν λέω ‘ακληρήματα’, εννοώ τα τοπωνυμικά παρατσούκλια, πάντα σχεδόν χλευαστικά ή έστω σατιρικά, που λέγονται για τους καταγόμενους από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Τα «ακληρήματα» είναι τίτλος ενός βιβλίου που έχει βγει και είναι αφιερωμένο στο θέμα, αλλά επειδή δεν έχω δει το βιβλίο (μάλιστα νόμιζα πως είναι εξαντλημένο) δεν ξέρω αν ο όρος αναφέρεται ειδικά στα παρατσούκλια ή αν εννοεί γενικά τον αλληλοσατιρισμό. Θα μπορούσαμε να τα πούμε και αλληλοφαυλισμούς ή κάτι τέτοιο.

Τον όρο «ακλήρημα» μαζί με τον αντίθετό του (ευκληρήματα) τον χρησιμοποιεί και μια εργασία που έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου, με τον τίτλο Ακληρήματα – ευκληρήματα Καρπάθου. Εννοείται ότι οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί είναι πολύ περισσότεροι από τους επαινετικούς, διότι αν δεν ειρωνευτείς τον κοντοχωριανό σου πώς θα τονώσεις το αίσθημα της αυτοεκτίμησής σου;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Λεξικογραφικά, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , | 173 Σχόλια »

Τα πειράγματα (Α. Καρκαβίτσας)

Posted by sarant στο 13 Απρίλιος, 2015

Οι δεύτερες μέρες των μεγάλων γιορτάδων, του Πάσχα και των Χριστουγέννων δηλαδή, είναι από τις πιο ανθεκτικές αργίες, εκείνες που δεν μπόρεσε μήτε ο θριαμβολογών καπιταλισμός να εξαρθρώσει. Είναι αργίες και για τη μπλογκόσφαιρα, καθώς έτσι κι αλλιώς η κίνηση έχει μειωθεί. Άλλες χρονιές δεν έβαζα καθόλου άρθρο τέτοια μέρα, είτε επειδή είχα φύγει μακριά είτε γιατί δεν άντεχα να στρωθώ να γράψω έχοντας μόλις σηκωθεί απ’ το γιορταστικό τραπέζι. Πέρσι, η δεύτερη μέρα του Πάσχα έπεφτε εικοστή πρώτη Απριλίου κι έβαλα ένα κομμάτι με αναμνήσεις από κείνη τη μέρα. Για φέτος, σκεφτόμουν κάτι λογοτεχνικό, που να μην είναι ακριβώς πασχαλινό, αφού τέλειωσαν οι γιορτές, αλλά να μην είναι και τελείως άσχετο -και τελικά νομίζω πως το βρήκα.

Πριν από κάμποσες μέρες, φίλος του ιστολογίου είχε εκφράσει την επιθυμία να βάλουμε ένα διήγημα από τα Λόγια της πλώρης του Καρκαβίτσα. Πολλά θα μπορούσα να διαλέξω, τα έχω άλλωστε ανεβάσει όλα στον παλιό μου ιστότοπο, με την ωραία παλιά εικονογράφηση και σε μερικά με εξηγήσεις των ναυτικών όρων που χρησιμοποιούνται, πληκτρολογημένα τα περισσότερα από τον πολύτιμο φίλο Γιάννη Π., φιλόλογο, που έχει πλουτίσει το ελληνικό λογοτεχνικό Διαδίκτυο με δεκάδες μεγάλα κείμενα. Διάλεξα τα «Πειράγματα», παρόλο που το θέμα του δεν είναι καθαυτού ναυτικό, δεν έχει δηλαδή σύγκρουση με τη θάλασσα και με τα στοιχιά της, αφενός επειδή έχει στην πλοκή κάποια σχέση με το Πάσχα, και αφετέρου επειδή πιάνει τα πειράγματα για τους κατοίκους διάφορων τόπων, θέμα που ενδιαφέρει το ιστολόγιο -δείτε, ας πούμε, τα παλιότερα άρθρα μας για τα Ακληρήματα και για τον Υμνούμενο. Τέτοιες ιστορίες ήταν πολύ΄διαδεδομένες παλιότερα,πριν γίνουμε οι μισοί Αθηναίοι.

peiragmataΤΑ ΠΕΙΡΑΓΜΑΤΑ

Είδες τόνε, είδες τόνε; – Είδα τόνε. – Κι ίντα φορούσε; – Άσπρη βράκα, άσπρη βράκα! – Κι ακόμα δεν την έβαψε!…

Ο Πέτρος Σαντορινιός ο θερμαστής, περνώντας καταϊδρωμένος από τη μηχανή στην πλώρη, έριξε αδιάφορα τάχα τα λόγια του σε μερικούς ναύτες που έραφταν καθισμένοι κατάχαμα ένα πανί. Με τούτα θέλουν να ειπούν οι ναυτικοί πως οι Καστελοριζίτες, αφήνοντας το νησί τους για να ζητήσουνε στα ξένα τύχη, φορούν άσπρη φουφουλόβρακα και τη βάφουν μόλις καλυτερέψουν τα οικονομικά τους. Γι’ αυτό κάποιου ξενιτεμένου η γυναίκα συχνορωτά όσους γυρίζουν στην πατρίδα, όχι τόσο για την υγειά του αντρός της, όσο για την προκοπή του και κράζει μελαγχολικά, που δεν αναγνωρίζει το ποθητό χρώμα στο φόρεμά του. Οι ναύτες τώρα, στη δουλειά τους προσηλωμένοι, καθόλου δεν επρόσεξαν στο θερμαστή και τα λόγια του. Ο Στελόγιωργας όμως, που γνώριζε πατρίδα του αυτό το ξερονήσι, αν και είχε γεννηθεί στη Νάξο, πήδηξε άξαφνα σαν τον κέντησαν στον πισινό. Αυτόν ηθέλησε να πειράξει ο Σαντορινιός με τα λόγια του! Μα αυτός είχε συνήθεια να μη χαρίζεται σε κανένα. Ζεστό ήξερε να χτυπά το σίδερο. Και λυγίζοντας τη φωνή του σύμφωνα με την προφορά των γυναικών της Σαντορίνης, ανταπόδωκε αμέσως το πείραγμα.

– Και μπρε το πουλί μου… Τσ’ αν πας στο Ταϊγάνι τσ’ ερθείς με το καλό, να μου φέρεις ένα φλασκί ταμπάκο, να σε γλυκοφιλώ!…

Ο θερμαστής είχε το ένα πόδι στη σκάλα κι ετοιμαζόταν να βάλει και τ’ άλλο. Πήγαινε ν’ αλλάξει τα βρεμένα ρούχα του. Ακούοντας όμως του ναύτη τα λόγια πισωπάτησε αλαφιασμένος, σα να είδε το φίδι εμπρός του. Α! μα αυτό ήταν πάρα πολύ!… Τ’ ήθελε ν’ ανακατέψει τις γυναίκες στα πειράγματά του ο Στελόγιωργας; Ναι, αληθινά· η μάνα του έβαζε ταμπάκο κι η αδερφή του· συνήθεια του τόπου. Με τούτο όμως δε θα ειπεί πως η γυναίκα εκεί άλλαξε ολωσδιόλου· πως από τα στολίδια και τα ρούχα και τα συγύρια του σπιτιού της προτιμά ένα φλασκί ταμπάκο!… Ο θερμαστής κοίταξε κατάματα το ναύτη, να γνωρίσει αν τα είπε με κακό σκοπό τα λόγια του, να προσβάλει στ’ αληθινά. Ξέρουν όλοι μέσα στο καράβι πως αυτός δεν τις δέχετ’ εύκολα τις προσβολές. Είδε όμως το πρόσωπό του να λάμπει από ειλικρίνεια· γνώρισε στα μάτια του άδολη τη χαρά που κατόρθωσε να τον θυμώσει τόσο εύκολα. Έφτυσε δυο τρεις φορές στα πόδια του, έσκασε τα γέλια και άρχισε ν’ αναζητά στη μνήμη του τόσα άλλα ανέκδοτα που έχουν για τους Καστελοριζίτες οι ναυτικοί. Αθέλητα όμως πειράχτηκαν τα νεύρα του και το μυαλό σταμάτησε απότομα, όπως σταματά η μηανή στο βαπόρι μ’ ένα κατέβασμα της λάμας. Δε δούλευε καθόλου π’ ανάθεμά το! Διάβαιναν εμπρός του πλήθος τα πειράγματα, όμως κουλουριασμένα σαν αρμαθιά χελιών, που δε γνωρίζεις πού η ουρά τελειώνει και πούθε αρχίζει το κεφάλι. Θυμήθηκε τη χαρά του πεθερού, όταν είδε το γαμπρό του ξεβράκωτο: – «Γεια σου, καλέ γαμπρέ, που θα χορτάσεις το καημένο το κορίτσι μου!»· ξεχώρισε τη μονάκριβη συκιά που έχει το νησί και μνημονεύεται σε όλα τα προικοσύμφωνα, μα δεν είχε πρόχειρα και τα λόγια τους: Γράψε, γράψε! – Γράψε και τι να γράψω; – Γράψ’ ένα κλωνί συκιά περ πονέντε!…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ευτράπελα, Εθνοφαυλισμοί | Με ετικέτα: , | 95 Σχόλια »

Ο υμνούμενος, ένας κατάλογος της παλιάς Ελλάδας (επαυξημένη επανάληψη)

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2014

Όπως έχω ξαναπεί, τώρα το καλοκαίρι το ιστολόγιο θα βάζει και επαναλήψεις, δηλαδή άρθρα που έχουν δημοσιευτεί παλιότερα (με τον όρο να έχουν περάσει τουλάχιστον τρία χρόνια από την πρώτη δημοσίευση, ώστε, σύμφωνα με το κλισέ, «να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι). Επανάληψη είναι λοιπόν το σημερινό μας άρθρο, αφού είχε ξαναδημοσιευτεί πριν από τεσσεράμισι περίπου χρόνια.

Σε ένα ιστολόγιο που ειδικευόταν στο ρεμπέτικο τραγούδι, βρήκα μια ηχογράφηση του “Υμνούμενου”, που είναι ένα επιθεωρησιακό νούμερο με τον Πέτρο Κυριακό, ηχογραφημένο, όπως λένε, το 1929. Σε μια παρωδία τροπαρίου, ο Κυριακός σε ύφος ψάλτη απαριθμεί πειραχτικούς (ή και ουδέτερους) στερεότυπους χαρακτηρισμούς για τους κατοίκους 45 περιοχών της Ελλάδας και του ελληνικού εξωελλαδικού χώρου, ενώ κάθε τόσο όλοι μαζί, σαν ρεφρέν, ψέλνουν “Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον”, απ’ όπου και ο τίτλος του νούμερου. Δεν νομίζω ότι παρωδείται κάποιο συγκεκριμένο τροπάριο, αλλά το «ρεφρέν» μάλλον είναι παραφθορά των στίχων Υμνούμεν σε, ευλογούμεν σε, δοξολογούμεν σε από τη Δοξολογία της λειτουργίας.

Επειδή βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντα τον κατάλογο, έχω βάλει κάποια δικά μου σχόλια αλλά σας προτρέπω και σας παρακαλώ να καταθέσετε όλοι τον σχολιαστικό οβολό σας.

Μεταφέρω το γιουτουμπάκι εδώ:

Στον ιστότοπο stixoi.info βρήκα και τους στίχους, αλλά είχαν πολλά λαθάκια οπότε τα διόρθωσα, και ιδού:

-Ρε κυρ-Γιώργη, πίνεις-πίνεις και δεν μας λες τίποτα.
-Μα τι διάολο θες να σου πω, αφού θέλω πρώτα να κανονίσω τα ορεκτικά μου με το κρασάκι μου, να πιω το κατοσταράκι μου πρώτα και ύστερα να δούμε τι διάολο θα γίνει.
-Να μας πεις τον εξάψαλμο κυρ-Γιώργη.
-Άντ’ εβίβα λοιπόν, εβίβα ρε παιδιά, εβίβα.

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Αθηναίος γκάγκαρος.
Περαιώτης μαουνιέρης.
Αιγενίτης κανατάς.
Ναυπλιώτης ντιστεγκές
Τριπολιτσιώτης μπεκρής.
Μανιάτης κουμπουράς.
Λειβαδίτης μπαμπακάς.
Δημητσανίτης μπαρουτάς
και Τσιριγώτης «έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε»

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Μεσολογγίτης ψαράς.
Αγρινιώτης καπνουλάς.
Χιώτης μαστιχάς.
Κρητικός επαναστάτης.
Λιδωρικιώτης γαλατάς.
Μυτιληναίος λαθρέμπορας.
Πυργιώτης ζόρικος
και Πατρινός «τι χαμπάρια μάστορα»

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Υδραίος ψαρόμυαλος.
Βατικιώτης κρεμμυδάς.
Σαντοριναίος ελαφρόπετρα.
Τζιώτης στενόκαρδος.
Μεγαλουπολίτης λουστρατζής.
Σμυρναίος κορτάκιας.
Θεσσαλονικιώτης κατεργάρος.
Βολιώτης «γεια σου κυρ-Αντρέα»
Κεφαλλονίτης βλάστημος.
Κερκυραίος κλαπαδόρας.
Καρπενησιώτης σκαλτσοβιομήχανος.

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο
Όπου Χιώτης Παντελής
και Καρυστιανός Αλής.
Ηπειρώτης φούρναρης.
Συμιακός σφουγγαράς.
Ελληνοαμερικάνος μπίσνεζμεν.
Αγιοπετρίτης καρβουνιάρης.
Συριανός λουκουμιτζής
και Κορίνθιος «ο Θεός να σε φυλάει».

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Αϊβαλιώτης ζωέμπορας.
Σιφναίος τσουκαλάς.
Αξιώτης πηγαδάς.
Ανδριώτης λεμονάς.
Καρπαθιώτης χτίστης.
Επτανήσιος κανταδόρος
Κυπραίος κουτοπόνηρος.
Σπαρτιάτης παλικαράς
και Νεορκέζος «κούμπωσ’ το σακάκι σου».

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Εβίβα ρε παιδιά, εβίβα ρε λεβέντες μου.

Γενικό σχόλιο: Αν προσέξουμε λίγο τους στίχους, θα δούμε ότι υπεραντιπροσωπεύονται οι περιοχές της Παλιάς Ελλάδας, ενώ από τις νέες χώρες βρίσκει κανείς νησιά Αιγαίου και Κρήτη, Ήπειρο και Θεσσαλονίκη, αλλά πλήρη απουσία της Θράκης και της Μακεδονίας. Αντίθετα, υπάρχει αντιπροσώπευση του εξωελλαδικού ελληνισμού, Κύπρου, Μικρασίας, αλλά και Αμερικής. Όλα αυτά με κάνουν να τοποθετώ τη γέννηση του κειμένου σίγουρα πριν από το 1922 (διότι μετά δεν υπήρχαν Αϊβαλιώτες και Σμυρνιοί, οι δε Μυτιληνιοί δεν μπορούσαν πια να επιδίδονται στο λαθρεμπόριο), κατά πάσα πιθανότητα πριν από το 1912, ίσως μάλιστα στα τέλη του 19ου αιώνα (έτσι εξηγείται η αναφορά σε Κρητικό επαναστάτη, αν και αυτό μπορεί να πηγαίνει και στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα).

Σχόλια:

  • Ντιστεγκές είναι ο κομψευόμενος· από το γαλλ. distingué. Λέξη αρκετά συχνή πριν από εκατό χρόνια, σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, αν εξαιρέσουμε το τραγούδι για το ευζωνάκι, όπου «ποιος ντιστενγκές, ποιος κουραμπιές μπορεί να βγει μπροστά σε μένα». Ενδεικτικό είναι ότι τη λέξη δεν την έχει κανένα λεξικό της πιάτσας από τα τρία που κοίταξα, την έχει όμως το slang.gr αλλά και (εντελώς απροσδόκητα) ο Μπαμπινιώτης!
  • Το έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε σχεδόν σίγουρα είναι απόηχος μύθου· δεν είμαι βέβαιος ότι είναι σωστή μια εξήγηση που βρήκα, ότι σημαίνει πως «μπορεί να καταφέρνει και τα αδύνατα». Εγώ για μειωτικό το καταλαβαίνω.
  • Το «τι χαμπάρια μάστορα» στον Πατρινό, το ερμηνεύω ότι του μιλάς κι αυτός πέρα βρέχει.
  • Βάτικα είναι η Νεάπολη της Λακωνίας
  • Το «γεια σου κυρ Αντρέα» στον Βολιώτη αγνοώ τι εννοεί. Πάλι απόηχος μύθου πρέπει να είναι.
  • Το κλαπαδόρας–δόρος; ) για τους Κερκυραίους δεν ξέρω τι σημαίνει. Καλό πάντως δεν μοιάζει (όλη αυτή η στροφή έχει μειωτικούς χαρακτηρισμούς). Κάποιος σχολιαστής της πρώτης δημοσίευσης θυμήθηκε ότι στον Τσιφόρο «κλαπαδούρα» είναι η μπάντα της φιλαρμονικής -ίσως είναι από εκεί.
  • Το σκαλτσοβιομήχανος το λέγαμε παλιά σε μια παρέα, με τη σημασία του απατεώνα (περίπου) αλλά νόμιζα ότι ήταν πατέντα κάποιου από μας. Τελικά, όχι: λέγεται στην Πελοπόννησο με την έννοια του πολυπράγμονα και του απατεώνα.
  • Καρυστιανός Αλής. Στην Κάρυστο είχε μουσουλμάνους που έφυγαν το 1833. Υπάρχει και δημοτικό τραγούδι, θρήνος των μουσουλμάνων που φεύγουν, σε καρυστινό (ελληνικό) ιδίωμα.
  • Αγιοπετρίτης: από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας (Αρκαδίας). Παραδοσιακά ήταν καρβουνιάρηδες.
  • Αξιώτης είναι ο Ναξιώτης, βέβαια.
  • Οι Σιφνιοί ήταν πασίγνωστοι για τα πήλινά τους. Ο πατέρας μου μού έμαθε μια αστεία παροιμία που δεν την έχω βρει καταγραμμένη αλλού (αν και την έχει το γκουγκούλ): Όλοι φοβούνται το Θεό / κι ο Σιφονιός τον τοίχο (επειδή το μουλάρι πάει τοίχο-τοίχο και σπάει τα πήλινα)
  • Το «Κούμπωσε το σακάκι σου» το λέμε εννοώντας ότι ο άλλος είναι πονηρότατος απατεώνας. Να προσεχτεί ότι οι νιουγιορκέζοι (έλληνες) δεν θεωρούνται αφελείς σαν τ’ αμερικανάκια.

Υπάρχει και ένα ρεμπέτικο τραγούδι αντίστοιχο του Υμνούμενου: ο “Φασολάς” του Μπάτη.

Να δούμε και τους στίχους, που και πάλι τους βρήκα με λαθάκια στο Διαδίκτυο:

Ελληνας φασολάς, Ιταλός μακαρουνάς
Τούρκος καλέ πιλαφάς,καί Εγγλέζος πατατάς

Οπου Χιώτης Παντελής καί Αξιώτης Καραλής
Αθηναίος καλαμαράς, Περαιώτης λιμανάς

Μα (Αι)Γενήτης κανατάς Μεθενίτης αχλαδάς
Ποριώτης λεμονάς και Υδραίος σφουγγαράς

(μπράβο Μπάτη)

Κρανιδιώτης λαδάς Σπετσώτης ψαράς
Τσάκωνας μανταρινάς και Ναυπλιώτης ντοματάς

Μα Αργείτης πρασάς Μωραϊτης παλικαράς
Καλαματιανός γυναικάς Κουλουριώτης χορευταράς

Εδώ η πρώτη στροφή αφορά εθνικά χαρακτηριστικά ενώ οι επόμενες τοπικά χαρακτηριστικά και παρατσούκλια με εστίαση στον Αργοσαρωνικό. Ο χαρακτηρισμός του Αιγενήτη συμπίπτει με τον Υμνούμενο: καλαμαράς, αλλά στον Ναυπλιώτη, τον Υδραίο, τον Αθηναίο και τον Πειραιώτη υπάρχει διαφωνία.

Αρκετοί από τους χαρακτηρισμούς των δυο τραγουδιών αφορούν τις καλλιέργειες ή τα επαγγέλματα που συνηθίζονται σε κάθε τόπο, ενώ κάποιοι έχουν γίνει στερεότυπα, όπως ο γκάγκαρος Αθηναίος. Αυτά τα στερεότυπα, τα σατιρικά παρατσούκλια για τους καταγόμενους από κάθε τόπο, λέγονται από μερικούς «ακληρήματα» αν θέλετε έναν εντυπωσιακόν όρο, ενώ οι κακίες που λέγονται από τον έναν λαό για τον άλλον έχουν ονομαστεί «εθνοφαυλισμοί» (τον όρο τον πρότεινε ο Αμερικανός μελετητής A.A.Roback,  στα ελληνικά πρέπει να τον έχω πρωτομεταφέρει εγώ, όχι ότι ήθελε και μεγάλη φιλοσοφία). Για τα νεοελληνικά ακληρήματα είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο τους πρώτους μήνες ζωής του ιστολογίου, που κάποιαν άλλη φορά θα το ξαναπαρουσιάσω εμπλουτισμένο με τα σχόλια που κάνατε.

Posted in Επαναλήψεις, Επιθεώρηση, Ευτράπελα, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , | 111 Σχόλια »

Για τα παρατσούκλια (καθηγητών και άλλων)

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2012

 

Παρατσούκλι λέμε το πρόσθετο όνομα που δίνεται σε κάποιον, συνήθως (αλλά όχι πάντοτε) σκωπτικό ή ειρωνικό, από τον κοινωνικό του περίγυρο: το χωριό, το σχολείο, τον επαγγελματικό χώρο, την πιάτσα. Το παρατσούκλι, που λέγεται και παρωνύμιο, εκφράζει μιαν ιδιότητα του παρονομαζόμενου, σωματική, πνευματική ή ηθική, ή κάποιο χαρακτηριστικό του: ένα περίεργο ρούχο που φοράει, κάποια ξεχωριστή πράξη, καλή ή κακή, που έκανε, μια λέξη ή φράση που συνηθίζει να λέει. Στα χωριά, ιδίως παλιότερα, οι άνθρωποι ήταν γνωστοί κυρίως με το παρατσούκλι τους, το οποίο πολλές φορές επισκίαζε το οικογενειακό τους όνομα (το επώνυμό τους) και τελικά το υποκαθιστούσε. Τα οικογενειακά ονόματα που προέρχονται από παρατσούκλια είναι πάμπολλα -ο Τριανταφυλλίδης στη μελέτη του «Τα οικογενειακά μας ονόματα» αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο σ’ αυτά. (Από τη μελέτη αυτή έχω πάρει μερικά πράγματα). Και σήμερα, που τα επώνυμα έχουν παγιωθεί, το παρατσούκλι χρησιμεύει για διάκριση, ιδίως σε μικρά μέρη όπου υπάρχουν πολλοί συνεπώνυμοι. Παρατσούκλια μπορεί να έχει πολλά κανείς, αν και συνήθως κάποιο επικρατεί.

Ποια είναι η ετυμολογία της λέξης «παρατσούκλι»; Σύμφωνα με το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη, προέρχεται από το μεσαιωνικό (6ος αιώνας) «παράτιτλον» που ήταν τα περιθωριακά σχόλια σε νομικά κείμενα. Από ένα (αμάρτυρο) υποκοριστικό, *παρατίτλιον, με τσιτακισμό, ανομοίωση και τροπή του i σε u, προκύπτει το παρατσούκλι. Το ΛΚΝ, όπως και το γενικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, όπως και παλιότερα ο Ανδριώτης, παραθέτουν την ίδια εκδοχή, αλλά με επιφύλαξη -σημειώνουν «ίσως» ή «πιθ.». Συμμερίζομαι τις επιφυλάξεις, αφού ενστικτωδώς βρίσκω δύσκολο ένας όρος των γραφιάδων να μπει στην ευρύτερη λαϊκή χρήση -και να περάσει από σαράντα κύματα. Βέβαια, δεν έχω δει αναλυτικά τα επιχειρήματα που στηρίζουν την εκδοχή αυτή, οπότε ίσως να την αδικώ. Τα παρατσούκλια πάντως τα λέμε και παρανόμια, ενώ ο Παπαδιαμάντης τα έλεγε «παρεγκώμια», μια λέξη που έχει πέσει σε κάποια λεξικογραφική τρύπα γιατί κανένα λεξικό απ’ όσα έψαξα δεν την έχει (ούτε ο Δημητράκος, ούτε τα νεότερα), μόνο ο Πάπυρος έχει τον λαϊκό τύπο «παραγκώμι».

Παρατσούκλια έχουν οι ανώνυμοι, έχουν και οι επώνυμοι. Έχουν, ας πούμε, οι μουσικοί -για να μείνω στο ρεμπέτικο, ο Τσιτσάνης είχε το παρατσούκλι Βλάχος, αλλά ο Μπαγιαντέρας, το παρατσούκλι, επισκίασε το ονοματεπώνυμο (Δημήτρης Γκόγκος). Έχουν παρατσούκλια οι πολιτικοί, που μερικά ξεχνιούνται και μερικά μένουν. Μπουλντόζας ο Έβερτ, Παπατζής αλλά και Γέρος της Δημοκρατίας ο Γ. Παπανδρέου, Κινέζος ο Κ. Σημίτης, πολύ παλιότερα Πετρέλαιος, Λόρδος ή Μογγόλος ο Χαρίλαος Τρικούπης, και δεν αναφέρω τα νεότερα γιατί ασφαλώς θα ήταν αμάρτημα να έμπαινε στην ίδια πρόταση ο Τρικούπης με τον Άδωνη Γεωργιάδη (ωπ, μόλις μπήκε). Για τα παρατσούκλια των πολιτικών υπόσχομαι να αφιερώσω ξεχωριστό άρθρο, αλλά προς το παρόν να μην το επεκτείνουμε παρακαλώ. Παρατσούκλια βέβαια έχουν και οι ομάδες, γάβροι, βάζελοι, χανούμισσες και τέτοια, που σε μερικές περιπτώσεις οι παρονομαζόμενοι οπαδοί τα οικειοποιούνται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λαογραφία, Λεξικογραφικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , | 152 Σχόλια »

Ο υμνούμενος, ένας κατάλογος της Παλιάς Ελλάδας

Posted by sarant στο 11 Φεβρουαρίου, 2010

Αρχίζω με μια ανακοίνωση περιαυτομπλογκίας. Προφανώς το μεταναστευτικό αποδείχτηκε ενδιαφέρον θέμα, διότι χτες το ιστολόγιο γνώρισε πιέννες, είχαμε νέο ρεκόρ επισκέψεων με 3.558 επισκέπτες. Το προηγούμενο ρεκόρ ήταν 3.453 από τις 29 Σεπτεμβρίου 2009 (προεκλογικά). Τις τελευταίες μέρες, πάντως, το ρεκόρ ψηνόταν, δυο φορές είχαμε περάσει τους 3.300 επισκέπτες. Για όσους προσέχουν αριθμούς, τούτο εδώ είναι το αριθ. 400 ποστ του ιστολογίου.

Όμως, επειδή δεν κοιτάμε μόνο την… τηλεθέαση, θα συνεχίσω μ’ ένα λιγότερο φορτισμένο θεμα (αν και ποτέ δεν ξέρει κανείς), τους τοπικούς χαρακτηρισμούς ή ακληρήματα όπως ίσως τα έλεγαν οι αρχαίοι. Να θυμίσω ότι τέτοιους αλληλοφαυλισμούς είχαμε δει και σε παλιότερο άρθρο.

Λοιπόν, σε ένα καινούργιο και πολλά υποσχόμενο ιστολόγιο που ειδικεύεται στο ρεμπέτικο τραγούδι, βρήκα χτες μια ηχογράφηση του «Υμνούμενου», που είναι ένα επιθεωρησιακό νούμερο με τον Πέτρο Κυριακό, ηχογραφημένο, όπως λένε, το 1929. Σε μια παρωδία τροπαρίου, ο Κυριακός σε ύφος ψάλτη απαριθμεί πειραχτικούς (ή και ουδέτερους) στερεότυπους χαρακτηρισμούς για τους κατοίκους 45 περιοχών της Ελλάδας και του ελληνικού εξωελλαδικού χώρου, ενώ κάθε τόσο όλοι μαζί, σαν ρεφρέν, ψέλνουν «Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον», απ’ όπου και ο τίτλος του νούμερου. Παρεμπιπτόντως, παρακαλώ τους ευσεβείς φίλους του ιστολογίου να μου πουν ποιο τροπάρι παρωδείται, χωρίς να ενοχληθούν και να καταλογίσουν ασέβεια: ο Παπαδιαμάντης είχε σκαρώσει εξαιρετικά σατιρικά τροπάρια, θα τα δούμε κάποια φορά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιθεώρηση, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , | 56 Σχόλια »

Σούρδοι και ακανέδες: νεοελληνικά ακληρήματα

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2009

Εννοώ τα τοπωνυμικά παρατσούκλια, πάντα σχεδόν χλευαστικά ή έστω σατιρικά, που λέγονται για τους καταγόμενους από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Τα «ακληρήματα» είναι τίτλος ενός βιβλίου που έχει βγει και είναι αφιερωμένο στο θέμα, αλλά επειδή δεν έχω δει το βιβλίο (μου λεν πως είναι εξαντλημένο) δεν ξέρω αν ο όρος αναφέρεται ειδικά στα παρατσούκλια ή αν εννοεί γενικά τον αλληλοσατιρισμό. Θα μπορούσαμε να τα πούμε και αλληλοφαυλισμούς ή κάτι τέτοιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαογραφία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: | 127 Σχόλια »