Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ακρόπολις’

Έρως-ήρως (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2022

Βάζουμε ταχτικά Παπαδιαμάντη στο ιστολόγιο, είτε χριστουγεννιάτικα διηγήματα ή πασχαλινά, είτε με άλλην αφορμή. Η αφορμή για το σημερινό διήγημα είναι ότι παρακολούθησα, το περασμένο Σάββατο, ένα θεατρικό ανέβασμά του, στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής Σκηνής, σε σκηνοθεσία Γιώργου Ματζιάρη και μουσική Σιμέλας Εμμανουηλίδου, από το γυναικειο φωνητικό σύνολο Chóres. Επρόκειτο για μια πολυφωνική αφήγηση του κειμένου του Παπαδιαμάντη από δέκα κοπέλες, που απάγγελναν το κείμενο της αφήγησης και τους διαλόγους και υποδύονταν τα πρόσωπα του διηγήματος. Δεν πήγα μόνο επειδή μ’ αρέσει ο Παπαδιαμάντης, πρέπει να πω, αλλά και επειδή στην παράσταση συμμετείχε η μεγάλη κόρη μου, που έπαιξε και το ρόλο της Αρχόντως. Εδώ το σύνολο:

Κάθε άλλο παρά αμερόληπτος είμαι, αλλ’ η παράσταση μού άρεσε πολύ και βρήκα ότι ο σκηνοθέτης και οι αφηγήτριες κατάφεραν να κρατήσουν το ενδιαφέρον των θεατών παρόλο που ολοφάνερα υπήρχαν πολλές λέξεις και φράσεις που δεν γίνονταν κατανοητές. Κάποιες χαρακτηριστικές φράσεις χρησιμοποιήθηκαν και σαν επωδοί, ενώ υπήρχε και μια παρένθεση, σε σημερινή γλώσσα, για τον έρωτα, καθώς και εμβόλιμα τραγούδια. Τα τεχνικά στοιχεία του εγχειρήματος, που παρουσιάστηκε ως το δεύτερο μέρος μιας διπλής παράστασης (στο πρώτο μέρος Αντιγόνη του Σοφοκλή και Μήδεια του Μποστ) τα βρίσκετε εδώ.

Το διήγημα του Παπαδιαμάντη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην Ακρόπολι την 1η Ιανουαρίου του 1897, αλλά δεν έχει αναφορές στο δωδεκάμερο των Χριστουγέννων. Πήρα το κείμενο από το papadiamantis.net, και με αστερίσκο σημειώνονται οι λέξεις που επεξηγούνται στο γλωσσάρι των Απάντων (το οποίο βέβαια εξηγεί λαϊκές και ιδιωματικές λέξεις μόνο, διότι όλος ο κόσμος ξέρει π.χ. το «κατενύγη» στην τελευταία παράγραφο του διηγήματος). Στο τέλος αναπαράγω τις εξηγήσεις αυτές.

Έρως – Ήρως

Ἡ βάρκα ἀραγμένη στὴν ἀκρογιαλιάν, ἡ μπαρούμα* δεμένη ἔξω εἰς ἕνα βράχον, δίπλα εἰς τὴν ἄμμον τοῦ Χειμαδιοῦ, παραπέρα ἀπὸ τὸ Μικρὸ Μουράγιο τῆς Πιάτσας, κάτω ἀπὸ τὸν βραχώδη κρημνὸν τοῦ Πανωμαχαλᾶ.

Καὶ ὁ μικρὸς ναύτης, ὁ Γιωργὴς τῆς Μπούρμπαινας, ἐξαπλωμένος ἐπάνω εἰς τὴν πρύμνην, μὲ μίαν βελέντζαν τυλιγμένος, βωβός, ἀκίνητος, μὲ ἀνοικτὰ τὰ ὄμματα, σπινθηρίζοντα εἰς τὸ σκότος, ὡμοίαζε μὲ τὸν δράκον τοῦ παραμυθιοῦ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐκοιμᾶτο μὲ ἀνοικτὸν τὸ ὄμμα.

Δὲν ἐξήρχετο στεναγμὸς οὔτε πνοὴ ἀπὸ τὸ στόμα του. Τὸ στῆθός του δὲν ἐκολποῦτο. Θὰ ἔλεγες ὅτι ἀνέπνεε πρὸς τὰ ἔσω, ὅτι ἔζη μόνον ζωὴν ἐνδόμυχον.

Εἶχαν περάσει τὰ μεσάνυκτα πρὸ πολλοῦ. Ὀλίγα φῶτα ἐφαίνοντο ἀκόμη λάμποντα ἀμυδρῶς εἰς τοὺς φεγγίτας τῶν οἰκιῶν, ὁλόγυρα, σιμὰ εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν. Γαλήνιος ἡ θάλασσα ἐκοιμᾶτο, καὶ μόνον εἰς τὴν ἀκροπελαγιὰν ὡς ρογχάλισμά της ἐρρόχθει, ἐφλοίσβιζε μελαγχολικῶς φωσφορίζον τὸ κῦμα. Καὶ ἡ βάρκα ἐλικνίζετο ἐλαφρά, ὡς διὰ τῆς ἁπαλωτέρας μητρικῆς θωπείας. Καὶ ὁ φωσφορισμὸς τοῦ κύματος ἀπήντα εἰς τὸν σπινθηρισμὸν τοῦ ὄμματος τοῦ ναύτου. Ἦτο καρφωμένον, ἐμπηγμένον ἀτενῶς τὸ ὄμμα του εἰς ἓν σημεῖον, εἰς μίαν οἰκίαν, ὑψηλά, ὄχι μακράν, ἐπάνω ἀπὸ τοὺς βράχους. Ἀνοικτὰ ἦσαν τὰ παράθυρα, αἱ ὕαλοι κλεισμέναι, φῶς μέγα ἔφεγγεν εἰς τὰς ὑάλους. Καὶ ἔβλεπες συχνὰ εἰς τὸ φῶς ἐκεῖνο σκιὰς κινουμένας, φευγούσας εἰκόνας, πρόσωπα καὶ ἰνδάλματα. Ὁ μικρὸς ναύτης ἐκοίταζεν ἀπλήστως, καὶ δὲν ἀνέπνεεν οὔτε ἐμορμύριζεν.

Ἤκουε μετὰ πολλοὺς ἄλλους κρότους καὶ ἤχους καὶ μετὰ ὕπνους καὶ ὄνειρα καὶ νευρικοὺς τιναγμούς, ἤκουε πότε-πότε σιγῶντα καὶ πάλιν θορυβοῦντα διὰ μακρῶν βιολιά, λαγοῦτα, λαλούμενα. Καὶ ἐνωτίζετο ρυθμικὸν κρότον χοροῦ, καὶ ἐνηχεῖτο ᾄσματα καὶ ἐκδηλώσεις χαρᾶς καὶ εὐθυμίας. Καὶ ὅλα τοῦ ἐφαίνοντο ἀσυνάρτητα, ἀκατάληπτα καὶ βόμβος ἄναρθρος ἤχει εἰς τὰ ὦτά του. Δι᾽ αὐτὸν δὲν ὑπῆρχε πλέον ᾆσμα οὔτε φθόγγος οὔτε ἦχος, ἱκανὸς νὰ ἐκφράσῃ τὸ τί ὑπέφερε.

*
* *

Τοῦ εἶχεν εἰπεῖ ἀποβραδὺς ὁ κυβερνήτης τῆς βάρκας, ὁ καπετὰν Κωνσταντὴς ὁ Σιγουράντσας:

― Αὔριο, πρωὶ-πρωί, μὲ τὸ καλό, ἔχουμε ναῦλο. Θὰ τοὺς κουβαλήσουμε πέρα· (ἔδειξε τὴν συνοικίαν ἐπάνω εἰς τὸν βράχον, καὶ εἶτα ἔκαμε κυματοειδῆ κίνησιν τῆς χειρὸς πρὸς δυσμάς). Νά ᾽χῃς τὸ νοῦ σου.

― Ποιανοὺς θὰ κουβαλήσουμε; ἠρώτησεν ὁ μικρὸς ναύτης.

― Δὲν ξέρω τί ὥρα θὰ ξεμπερδέψουνε, ἐπανέλαβεν ὁ κυβερνήτης, δεικνύων ἐπιμόνως τὴν συνοικίαν. Μπορεῖ νὰ μᾶς σηκώσουν τὸ ταχὺ-ταχύ, πρὶν φέξῃ. Νά ᾽χῃς τὸ νοῦ σου.

― Ποιοὶ εἶναι ποὺ θὰ μᾶς σηκώσουν; ἠρώτησε πάλιν ὁ Γιωργής.

― Καλὰ εἶναι νὰ πλαγιάσῃς μὲς στὴ βάρκα. Θέλεις πάλι νὰ πᾷς στὴ γριά σου νὰ κοιμηθῇς, πρὶν χαράξῃ, νά ᾽σαι στὸ πόδι, ἅμα βγῇ ὁ ἀστέρας. Τάχατες πὼς ντρέπεται ἡ νύφη, κατάλαβες, νὰ τὴν καραβώσουνε, νὰ κινήσῃ ἀπ᾽ τὸ χωριὸ μέρα μεσημέρι. Νά ᾽χῃς τὸ νοῦ σου.

― Ποιὰ νύφη; ἠρώτησε μὲ χάσκον τὸ στόμα ὁ Γιωργής.

Ἀλλ᾽ ὁ Σιγουράντσας ἀπῆλθε, χωρὶς ν᾽ ἀπαντήσῃ.

Ὁ μικρὸς ναύτης δὲν ἦτο ἐνήμερος εἰς ὅλας τὰς εἰδήσεις καὶ εἰς ὅλα τὰ συμβάντα τοῦ χωρίου. Ἐταξίδευε δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα, μικρὰ ταξιδάκια, πότε κατὰ διμηνίαν ἓν μακρότερον, τὰ ὁποῖα ὅλα ὁ καραβοκύρης του, ὁ καπετὰν Κωνσταντής, περιέγραφε δι᾽ ἐπιρρημάτων ὡς ἑξῆς: Πότε πέρα, πότε ἀντίκρυ, πίσω, μέσα, πάνω, πότε κάτω. Μίαν φοράν, χαριζόμενος εἰς ἕνα χερσαῖον, εὐηρεστήθη νὰ ἐπεξηγήσῃ τί ἐσήμαινον ταῦτα. Ἢ πέρα, στὰ χωριά, ἢ ἀντίκρυ, στὸ Γριπονήσι, ἢ πίσω, στὴν Κεχρεά, ἢ μέσα, στὴ Στυλίδα, ἢ πάνω, στὴ Σαλονίκη, ἢ κάτω, στὸν Πειραιᾶ.

Ὁ Σιγουράντσας εἶχε κάμει πολλὰ ταξίδια, καὶ πρὶν περάσῃ στὰ χαρτιὰ κυβερνήτης μὲ τὴν φελούκαν αὐτήν. Εἶχε φάγει τὴν θάλασσαν μὲ τὴν φούχταν. Ἀπέκτησε δύο ἢ τρεῖς βρατσέρας ἰδικάς του, ἔπεσεν ἔξω ἢ ἐβούλιαξε καὶ μὲ τὰς τρεῖς, καὶ τώρα ἦτο μόνον διὰ τὰ «χαρτιὰ» καραβοκύρης. Ἡ βάρκα αὐτή, ἡ Ἐλεοῦσα, ὅπως τὴν ὠνόμαζαν, ἦτο κτῆμα τοῦ Γιωργῆ τοῦ Μπούρμπα. Τὴν εἶχεν ἀποκτήσει μὲ τοὺς κόπους του, ὄχι ἀπὸ κληρονομίαν, οὔτε ἀπὸ στραβοῦ διαβόλου, οὔτε ἀπὸ κελεπούρι. Μικρὸς-μικρός, ἀπὸ τότε ποὺ ἐγύριζε ξυπόλυτος, μ᾽ ἕνα βρακὶ αἰωνίως ἀνασηκωμένον ὣς τὰ γόνατα, μ᾽ ἕνα ὑποκάμισον ἕως τοὺς ἀγκῶνας ἀνασκουμπωμένον, κρατῶν μικρὸν γάντζον μὲ καλαμιάν, τὸν ὁποῖον παρ᾽ ὀλίγον θὰ ἐχρειάζετο νὰ μάθῃ ὁ ἴδιος τὴν γύφτικην τέχνην διὰ νὰ τὸν κατασκευάσῃ, ἀφοῦ ἐπὶ ἑβδομάδας καὶ μῆνας ἐπαρακαλοῦσε τὸν Γιαλαδρίτσαν, τὸν Γύφτον τοῦ ναυπηγείου, νὰ τοῦ τὸν φτιάσῃ, προσφέρων αὐτὸς τὸ σίδερον, τὸ ὁποῖον εἶχε κλέψει ἀπὸ τὸν πεσμένον ἔξω σκελετὸν μιᾶς σκούνας, καὶ δὲν τὸν ἔπειθε· τέλος, μετὰ πολλά, μίαν Κυριακὴν πρωί, ἐπέτυχε νὰ τὸν εὑρῇ ξεμέθυστον, καὶ τὸν ἐκατάφερε νὰ σφυρηλατήσῃ τὸ σίδερον, ἀναλαβὼν αὐτὸς νὰ δουλεύῃ τὰς φύσας, καὶ οὕτω ἠξιώθη ν᾽ ἀποκτήσῃ γάντζον· ἀπὸ τότε, λέγω, ποὺ ἐγύριζε μὲ τὸν γάντζον του ἀπὸ ἀκρογιαλιὰν εἰς ἀκρογιαλιάν, θαλασσωμένος μέχρι μηρῶν καὶ βουβώνων, κυνηγῶν τὰ ὀχταπόδια, ἐβγάζων κοχύλια καὶ σκουλήκια διὰ δολώματα, πηγαίνων ὡς μοῦτσος μὲ ὅλες τὲς βάρκες καὶ τὲς ψαροποῦλες, ἀπὸ τότε εἶχεν ἀρχίσει νὰ πιάνῃ λεπτά. Καὶ εἰκοσαετὴς ἤδη εἶχεν ἀποκτήσει τὴν βάρκαν αὐτὴν μὲ τὸν ἱδρῶτά του.

Ἀλλ᾽ ὁ γραμματεὺς τοῦ λιμεναρχείου τοῦ γ´ παραλίου τμήματος δὲν ἠθέλησε νὰ τοῦ δώσῃ πασσάγιο* οὔτε δίπλωμα κυβερνήτου, λέγων ὅτι ἦτο παραπολὺ νέος διὰ νὰ κυβερνᾷ πλοῖον, καὶ φρονῶν ἴσως ὅτι θὰ εἶχεν ἐξοδεύσει ὅλα ὅσα εἶχεν εἰς τὸ ναυπηγεῖον, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμῃ ὀλίγα ταξίδια, ὑπὸ ἄλλον κυβερνήτην, διὰ νὰ τοῦ μείνουν τίποτε λεπτά.

Ἐν τοσούτῳ ὁ Σιγουράντσας εἶχε τὴν ἕξιν τοῦ προστάσσειν, καὶ ἐφέρετο πρὸς τὸν Γιωργὴν ὡς πρὸς μοῦτσον, ἤ, ἂν θέλετε, μοῦστον, δηλαδὴ νέον ἀνάγκην ἔχοντα προστασίας καὶ συμβουλῶν. Ὁ νέος τὸν ἠνείχετο πρὸς καιρόν, ἐλπίζων ὅτι τάχιστα θ᾽ ἀπέκτα «τὰς ἀπαιτουμένας ναυτικὰς γνώσεις» διὰ νὰ λάβῃ δίπλωμα.

Χθὲς ἀκόμη, τὸ Σάββατον, εἶχαν ἐπαναπλεύσει ἀπὸ τὸ τελευταῖον ταξίδι, καὶ σήμερον Κυριακήν, τὸ βράδυ, ὁ κυβερνήτης ἔδιδεν εἰς τὸν Γιωργὴν τὰς ἀτελεῖς ἐκείνας πληροφορίας καὶ τὰς ἀσαφεῖς ὁδηγίας, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ διανυκτερεύσῃ ἐπὶ τῆς λέμβου, διότι εἶχαν ναῦλον, καὶ πιθανὸν ἦτο ν᾽ ἀπέπλεον λίαν-λίαν πρωί, καθόσον «ἡ νύφη ἐντρέπετο νὰ μπαρκάρῃ μέρα μεσημέρι». Ποία νύφη;

*
* *

Δὲν ἦτο ἐνήμερος εἰς τὰς εἰδήσεις τοῦ χωρίου. Ἦτο ἄνθρωπος τῆς θαλάσσης καὶ ὄχι τῆς ξηρᾶς. Ἀλλ᾽ ἦτο πιστὸς εἰς τὸ καθῆκόν του.

Ἅμα ἐνύκτωσεν, ἐδείπνησε λιτῶς μὲ τὴν μητέρα του, τὴν γραῖαν χήραν Μπούρμπαιναν, καὶ μὲ τὰ δύο μικρὰ παιδία τῆς ὑπάνδρου ἀδελφῆς του, εἶτα ἐσηκώθη, ἐφόρεσε τὰ ναυτικά του, ἤναψε τὸ φαναράκι, ἐκαληνύκτισε τὴν γραῖαν μητέρα του, ἐπῆρε τὴν εὐχήν της, λέγων ὅτι θὰ κοιμηθῇ εἰς τὴν βάρκαν, διότι θὰ ἔχουν ταξίδι αὔριον τὸ πρωί.

Ἡ γραῖα ἠθέλησε νὰ τοῦ κάμῃ μερικὰς παρατηρήσεις, διατί νὰ κοιμηθῇ εἰς τὴν βάρκαν καὶ ὄχι εἰς τὸ σπίτι, ἀλλ᾽ αὐτός, μὴ γνωρίζων ποίας ἀφορμὰς εἶχεν ἐκείνη, δὲν ἔδωκε προσοχήν, οὐδὲ ὑπώπτευσε τίποτε. Ἐπέμεινεν ὅτι ἦτο καλύτερον νὰ πλαγιάσῃ εἰς τὴν βάρκαν, καὶ ἀπῆλθε.

Διευθύνθη εἰς τὸν βράχον τοῦ Πανωμαχαλᾶ, κατέβη μὲ ἀσφαλὲς βῆμα, ἔφθασεν εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν, ἔσυρε τὴν μπαρούμαν, τὸ σχοινὶ τῆς βάρκας, κ᾽ ἐπήδησε μέσα. Ἐκρέμασε τὸ φανάρι ἀπὸ ἕνα σκαλμόν, πρὸς τὰ ἔσω τῆς λέμβου, ἔψαξε κάτωθεν τῆς πλώρης, ἔβγαλε μίαν καπόταν, μίαν βελέντζαν κ᾽ ἓν προσκέφαλον, ἐξεδύθη τὴν καμιζόλαν* του, ἔστρωσεν ἐπάνω τῆς πρύμνης, ἔκαμε τρεῖς σταυροὺς πρὸς ἀνατολάς, κ᾽ ἐξηπλώθη ἐπὶ τοῦ προχείρου στρώματος.

Ἀπεκοιμήθη σκεπτόμενος τοὺς αἰνιγματώδεις λόγους τοῦ καπετὰν Κωνσταντῆ, τοῦ καραβοκύρη. Μετὰ πολλὴν ὥραν ἀνετινάχθη ὑπὸ σφοδροῦ κλονισμοῦ κ᾽ ἐξύπνησε. Τί ἦτο;

Τουφεκιές, τρομπονιές. Φῶτα καὶ χαρὲς ἀντικρύ. Ἔπειτα πάλιν ὕπνος, ὄνειρον, ἐγρήγορσις, πνίκτης, κακὸς ἐφιάλτης. Ἔπειτα φθόγγοι μελῳδικοὶ καὶ βιολιὰ καὶ λαγοῦτα. Ποῦ; Ἀπέναντί του, ἄνωθεν τοῦ κρημνοῦ, ὕπερθεν τοῦ κατωφεροῦς βράχου, εἰς μίαν μικρὰν οἰκίαν. Τὰ παράθυρα κατάφωτα, καὶ ζωὴ καὶ κίνησις ἐκεῖ διακόπτουσα τὴν ὁμαλὴν ἠρεμίαν καὶ κρατοῦσα τῶν μονοτόνων ψιθύρων τῆς νυκτός. Τί συνέβαινεν;

Ἐφαίνετο νὰ εἶναι οἰκογενειακή τις χαρὰ κ᾽ ἑορτή. Κάτι ὡς γάμος.

Ὅταν εἶδε τὴν οἰκίαν καὶ τὴν ἀνεγνώρισεν, ὁ νέος ᾐσθάνθη μέσα, βαθιὰ εἰς τὰ σωθικά του, σπαραγμὸν ἀπερίγραπτον.

Ὑπανδρεύετο λοιπὸν τὸ Ἀρχοντώ; Αὐτὴ τάχα ἦτο ἐκείνη, περὶ ἧς ὡμίλει ὁ Σιγουράντσας; Αὐτή, ἡ νύφη;

*
* *

Εἶχε μάθει πρὸ ἡμερῶν ὅτι ἡ μάννα της τὴν ἐπανδρολογοῦσε μ᾽ ἕνα νοικοκύρην στεργιώτην, ἀπὸ κεῖ πέραν ἀπ᾽ τὰ Εἰκοσιτέσσερα Χωριά. Ποῦ τὸν ηὗρε;

Τάχα δὲν ὑπῆρχαν γαμβροὶ εἰς τὴν πατρίδα, εἰς τὸ ὡραῖον χωρίον, τὸ παραθαλάσσιον; Καὶ δὲν ἦτο αὐτός, εἷς μεταξὺ ὅλων, καλὸς γαμβρός; Διατί ἐβιάζετο ἡ μάννα της; Ἀλλὰ διατί νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι ἐκείνη, περὶ ἧς εἶχεν εἰπεῖ ὁ Σιγουράντσας, ἦτο αὐτή, ἡ εὔμορφη κόρη; Ἀπὸ ποῦ κι ὣς ποῦ; Τάχα δὲν ὑπῆρχον ἄλλαι νύμφαι; Καὶ διατί αὐτή;

Διατί; Διότι ἰδού, γάμος ἐγίνετο, καθ᾽ ὅλα τὰ φαινόμενα, ἐκεῖ.

Δυνατὸν νὰ ἐγίνετο γάμος. Καμμία πτωχὴ ἐξαδέλφη της θὰ ὑπανδρεύετο εἰς δανεικὸν σπίτι, εἰς τὸ σπίτι τῆς μητρὸς τῆς Ἀρχόντως. Ὄχι, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πιστεύσῃ ὅτι ἦτον αὐτή.

Τὸ Ἀρχοντὼ εἶχε καιρόν. Ἦτο σχεδὸν ὁμῆλιξ μὲ αὐτόν, ἕνα χρόνον μικροτέρα. Δεκαεννέα ἐτῶν. Αὐτὸς τὴν εἶχε γνωρίσει ἀπὸ μικρήν. Μαζὶ ἔπαιζαν. Ἐκείνη μὲ τὲς κοῦκλές της, μὲ τὰ νινιὰ καὶ μὲ τὰ προικιά της. Αὐτὸς μὲ τὰ καραβάκια του, τ᾽ ἀρμίθια* καὶ τὶς ἀπετουνιές του.

Ἐκείνη ἔπαιζε «τὰ συμπεθερικὰ» μὲ δύο ἢ τρεῖς ἄλλας κορασίδας, ὁποὺ ὑπάνδρευαν τὲς κοῦκλές των κ᾽ ἐψέλλιζαν χελιδονιστὶ ἡ μία μὲ τὴν ἄλλην:

― Ἄχ, σ᾽μπεθερίτσα μ᾽ πλιό, νὰ φέρουμε πλιὸ τὸν μπακλαβά, πῶς καμαρών᾽ ἡ νύφη, σ᾽μπεθερίτσα μ᾽ πλιό. Νά κ᾽ ἡ τέμπλα* μὲ τὰ προικιά, νύφη, νύφη κὶ γαμπρός, σ᾽μπεθερίτσα μ᾽ πλιό.

Κι αὐτὸς ἀπ᾽ ἔξω ἀπὸ τὸν μικρὸν αὐλόγυρον ἤκουε τοὺς ψιθυρισμοὺς καὶ τὰ κορασιώδη καμώματα, κ᾽ ἐκολλοῦσε τὸ μάτι του στὴν χαρασμίδα τῆς πόρτας, διὰ νὰ ἰδῇ, ὁποὺ τὴν εἶχαν μανδαλωμένην ἀπὸ μέσα, κλείσασαι αὐτὸν ἔξω, αἱ σκληραὶ καὶ τρυφεραὶ καὶ φίλαυτοι. Καὶ ἄλλοτε ἡ Ἀρχόντω ἔπαιζεν ἐνώπιόν του τὸ «ἀνέβα μῆλο – κατέβα κίτρο», καὶ αὐτὸς ἔχασκε βλέπων, καὶ ἐφλέγετο ν᾽ ἁρπάξῃ μὲ τὰ δόντια τὸ πορτοκάλι, καθὼς ἀνέβαινεν εἰς τὸ ὕψος καὶ κατέβαινεν εἰς τὸ λευκὸν χεράκι τῆς φιλοπαίγμονος μικρᾶς.

Καὶ ἄλλοτε πάλιν ἔπαιζαν οἱ δύο τους «τὸν δείχτην», ὁποὺ ἦτον μία ἁπλῆ κόκκινη κλωστή, μεταβαλλομένη τεχνηέντως εἰς τὴν χεῖρα τῆς μικρᾶς πότε εἰς πριόνι, πότε εἰς καράβι, πότε εἰς τραπέζι, πότε εἰς τυλιγάδι* καὶ εἰς ἀργαλειόν. Καὶ πάλιν ἄλλοτε ἔπαιζαν, ἐκείνη μὲ τὰ δύο χέρια της, αὐτὸς μὲ τὸ ἓν δάκτυλόν του, τὸ «Δῶ‘ μ᾽ φωτίτσα – ἔλα παραπανίτσα»*, ὁπότε, καθὼς ἀνέβαινε μὲ τὸ δάκτυλόν του εἰς τὸ τελευταῖον σκαλοπάτι, τὸ σκυλί, τὸ ὁποῖον ἐνήδρευεν ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰς δύο παλάμας της, ὁποὺ παρίστων οἰκίαν, καὶ τὰ συνημμένα δάκτυλά της σκάλαν, τὸν ἔπιανε καὶ τὸν ἐδάγκανε καὶ τὸν ἐκυνηγοῦσε, γαῦ! γαῦ! Ὢ τῆς ἀθώας παιδιᾶς, ὁποὺ εἶναι κρῖμα νὰ μὴν εἶναί τις ἀκόμη παιδὶ διὰ νὰ τὴν παίξῃ!

*
* *

Καὶ τώρα ἡ μάννα της τὴν ἐπροξένευε, καὶ τὴν ἐπανδρολογοῦσε, καὶ ἤθελε νὰ τὴν κάμῃ νοικοκυράν. Τὸ εἶχεν ἀκούσει αὐτὸς πρὸ ἡμερῶν νὰ ψιθυρίζεται εἰς τὴν γειτονιάν, πλὴν ἡ μάννα της ἦτον πολὺ κρυφοδάκωτη γυναίκα, καὶ ὅσον καὶ ἂν τὴν ἐψάρευαν οἱ γειτόνισσες, δὲν θὰ ἐπρόδιδε ποτὲ τὸ μυστικόν της.

― Λόγια τοῦ κόσμου, γειτόνισσα. Ποῦ ἔχω ᾽γὼ καιρὸ ἀκόμα! Ἐμένα τὸ κορίτσι μ᾽ δὲν τὸ πῆραν τὰ χρόνια μπροστά, ἂς παντρευτοῦν οἱ μεγάλες δά! Τοὺ Κατερνιὼ τ᾽ Μπαρμπαγιάννη, κὶ τοὺ Μαριὼ τς Κάλληνας, κὶ τοὺ Βασὼ τς Χατζηγιώργινας, τί σ᾽νέριο* τς ἔχει; Ἐμένα τ᾽ Ἀρχοντώ μ᾽ τώρα ἀκόμα ἄρχισε νὰ κεντᾷ τὰ προικιά τς.

Πολλοὶ ὁποὺ τὴν ἤκουαν νὰ διαμαρτύρεται οὕτω τὴν ἐπίστευαν, καὶ αἱ γειτόνισσαι ἔμενον ἐν ὑποψίᾳ καὶ δυσπιστίᾳ, ἀλλὰ χωρὶς τεκμήριον ἢ βεβαιότητα, καὶ μόνον ὁ Νταλντογιάννης, κατὰ τὸ φαινόμενον ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος, ὁποὺ ἐγύριζεν εἰς ὅλες τὶς γειτονιὲς κ᾽ ἐκουβαλοῦσε εἰς τὰ σπίτια στάμνες μὲ νερὸ πρὸς μίαν δεκάραν τὴν μίαν, εὗρε φράσεις διὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰς ὑποψίας ὅλων:

― Μὴν τὴν ἀκοῦτε, ἔτσι τὰ λέει. Ἀπ᾽ τὴν περηφάνια τς, γιατὶ θὰ κάμῃ καλὸν γαμπρό, νοικοκύρη ἀπ᾽ τὸ Μπρομύρ᾽. Κὶ τὰ λέει τάχα γιὰ νὰ ρίξ᾽ ὄξου τς ἄλλες ἁπού ᾽ναι ἀνύπαντρες. Δὲν τ᾽νε βλέπετε ποὺ δὲν μαζώνει τὰ χείλια τς ἀπ᾽ τὴ χαρά τς;

Πλὴν ὁ Γιωργὴς δὲν ἔτυχε ν᾽ ἀκούσῃ τοὺς συμπερασμοὺς τοῦ Νταλντογιάννη, καὶ ἦτον παιδὶ τῆς θάλασσας, ὄχι ἀπὸ ἐκείνους ὁποὺ ἀγαποῦν νὰ κάθωνται εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγορὰν καὶ ν᾽ ἀργολογοῦν. Καὶ πάλιν ἕνας ἀπὸ ἐκείνους εἶχε σπεύσει πρὸ ἡμερῶν νὰ τοῦ πάρῃ τὰ συχαρίκια, ὅτι ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ, ἄλλως θὰ ἦτο ἐν μακαρίᾳ ἀγνοίᾳ. Καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ἡ μάννα του ἦτον, καὶ αὐτή, κρυφὴ γυναίκα, κατ᾽ ἄλλον τρόπον, καὶ δὲν ἐπεθύμει μὲν νὰ νυμφευθῇ ὁ υἱός της τόσον γρήγορα, ἔχαιρε δὲ ἐνδομύχως ἂν ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ.

Τὴν Πέμπτην εἶχεν ἀποπλεύσει ὁ νέος εἰς τὸ τελευταῖον ταξίδι. Τὴν Παρασκευὴν ἡ γραῖα ἐπληροφορήθη θετικῶς ὅτι ὁ ἀρραβὼν εἶχε γίνει πολὺ κρυφά, καὶ ὅτι ὁ γάμος θὰ ἐτελεῖτο πάλιν κρυφά, κατὰ τὸ δυνατόν, τὴν ἐρχομένην Κυριακήν. Ἡ Μπούρμπαινα εὐχαριστήθη, ἐλπίσασα ὅτι, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὁ υἱός της δὲν θὰ ἐπανήρχετο πρὸ τῆς Δευτέρας, καὶ δὲν θὰ ἦτο ἐδῶ εἰς τὸν γάμον. Διότι ὑπώπτευεν, ἤξευρε καὶ ᾐσθάνετο ὅτι ὁ Γιωργὴς ἔτρεφε παιδικὸν αἴσθημα πρὸς τὴν Ἀρχόντω.

Ἀλλὰ παρ᾽ ἐλπίδα, ἡ ὑπόθεσις τοῦ ταξιδίου ἐτελείωσε γρήγορα, ἢ ὁ καιρὸς ἦτο πολὺ εὐνοϊκός, καὶ ἡ βάρκα ἐπέστρεψε τὸ Σάββατον, ἀργὰ τὴν νύκτα. Τότε συνεκινήθη ἡ γραῖα καὶ ἐφοβήθη. Ὁ Γιωργὴς δὲν εἶχε μάθει τίποτε εἰμὴ περὶ ἐπικειμένου ἀρραβῶνος. Τὴν ἄδειαν τοῦ γάμου εἶχαν ἀναβάλει νὰ τὴν λάβουν τὴν Κυριακήν, ἅμα θὰ ἐνύκτωνε. Τὸ μυστήριον θὰ ἐτελεῖτο παράωρα, μεσάνυχτα. Ὁ Γιωργὴς δὲν ἤξευρε τίποτε ἀπ᾽ ὅλα αὐτά.

Ὅταν ὁ νέος ἀνήγγειλεν ὅτι θὰ εἶχαν ναῦλον διὰ τὴν Δευτέραν τὸ πρωί, ἡ γραῖα τὸν ἠρώτησε διὰ ποῦ, καὶ ποίους θὰ μετέφεραν. Ὁ Γιωργὴς εἶπεν ὅτι ὁ κυβερνήτης του ἤξευρεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἐξηγηθῆ, καὶ τὸ κάτω-κάτω ὀλίγον τὸν ἔμελεν. Ἡ γραῖα δὲν εἶχεν ἀφορμὰς νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι τὸ ταξίδι αὐτὸ εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν γάμον.

Ἐλέχθη μὲν ὅτι ἡ νύμφη θὰ ἐπήγαινε νὰ κατοικήσῃ εἰς τὸ χωρίον τοῦ γαμβροῦ, εἰς τὰ σπίτια του, εἰς τὰ νοικοκυριά του, ἀλλ᾽ ἐπιστεύετο ὅτι θὰ παρήρχοντο ἡμέραι πρὸ τῆς μετοικεσίας. Ἀλλ᾽ ἡ γρια-Μαρουδίτσα, ἡ μήτηρ τῆς Ἀρχόντως, φαίνεται ὅτι ἐβιάζετο νὰ κουβαλήσῃ τὴν κόρην της πέραν, καθὼς εἶχε βιασθῆ καὶ νὰ τὴν «κουκουλώσῃ» μίαν ὥραν ἀρχύτερα.

Ἄλλως, ποίαν τάχα ἐνόει ὁ Σιγουράντσας, ὁ καραβοκύρης, λέγων ὅτι «ἐντρέπετο νὰ καραβωθῇ ἡ νύφη μέρα-μεσημέρι»; Ποία νύφη;

*
* *

Ἡ γραῖα τὸν παρεκίνησε νὰ μείνῃ στὸ σπίτι νὰ κοιμηθῇ. Ἀνελογίζετο ὅτι, ἂν καὶ ἦσαν γείτονες μὲ τὴν οἰκίαν τῆς μητρὸς τῆς Ἀρχόντως, καὶ ἂν ἤκουε θορύβους καὶ ἐκρήξεις χαρᾶς εἰς τὸν ὕπνον του ὁ Γιωργής, αὐτὴ θὰ τὸν ἐπαρηγόρει καὶ θὰ ἐπροσπάθει νὰ τὸν ἀποπλανήσῃ· καὶ ἔπειτα θὰ τὸν εἶχε σιμά της, ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια της.

Ὁ Γιωργὴς ὅμως ἤθελε νὰ ὑπάγῃ στὴν βάρκαν, ὄχι διότι τοῦ εἶχε παραγγείλει οὕτω ὁ κυβερνήτης του, ἀλλὰ διότι πάντοτε ἠρέσκετο κ᾽ ἐπροτίμα νὰ κοιμᾶται εἰς τὴν βάρκαν. Ἡ μάννα του ἦτο πλέον γραῖα καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν νανουρίσῃ εἰς τὴν κούνιαν του οὔτε εἰς τὴν ἀγκαλιάν της. Ἡ ἄλλη μάννα του, ἡ θάλασσα, ἀκόμη τὸν ἐλίκνιζε μὲ τὰ κύματά της. Κ᾽ ἐκείνη εἶχε κούνιαν, κ᾽ ἐκείνη εἶχεν ἀγκάλην καὶ ἀγκάλας πολλάς. Διὰ τὴν πρώτην μητέρα ἦτο πλέον μεγάλος καὶ ἡλικιωμένος υἱός. Διὰ τὴν δευτέραν μεγάλην μητέρα, τὴν προσφιλῆ καὶ ὑγρὰν καὶ ἄπιστον, ἦτο ἀκόμη μικρόν, πολὺ μικρὸν τέκνον της.

Ἡ γραῖα δὲν ἐπέμεινε περισσότερον νὰ τὸν ἀποτρέψῃ. Ἐπροσποιήθη μόνον ὅτι γνωρίζει καὶ αὐτὴ ἀπὸ θάλασσαν (καὶ δὲν ἐγνώριζεν ἄλλο παρὰ τοὺς καημοὺς τῆς θάλασσας), καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἀγκυροβόλιον τοῦ βράχου δὲν ἦτο πολὺ ἀσφαλές, καὶ τοῦ ἐσύστησε νὰ πάγῃ ν᾽ ἀράξῃ τὴν βάρκαν ἐκεῖθεν τῶν βράχων, μεσημβρινώτερα, πρὸς τὴν Σπηλιὰν ἢ τὲς Πλάκες. Τοῦτο τὸ ἔκαμε διὰ νὰ εἶναι ὁ υἱός της μακρὰν ἀπὸ τὴν συνοικίαν καὶ εἰς ἄποπτον ἀπὸ τῆς οἰκίας, ὅπου θὰ ἐτελεῖτο ὁ γάμος. Πλὴν αὐτὸς τῆς εἶπε νὰ ἡσυχάσῃ καὶ ἀπῆλθεν.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐσκέπτετο ἡ ἀνήσυχος μητρικὴ στοργή, ἀλλ᾽ ἡ γραῖα Μαρουδίτσα, ἡ μήτηρ τῆς Ἀρχόντως, οὔτε ἰδέαν εἶχεν οὔτε ὑποψίαν οὔτε ἔννοιαν ἂν ὁ Γιωργής, ὁ υἱὸς τῆς Μπούρμπαινας, ἦτο ἐρωτευμένος μὲ τὴν κόρην της τὴν Ἀρχόντω. Καὶ ἂν εἶχεν ἰδέαν, πάλιν δὲν θὰ τὴν ἔμελε τίποτε. Καὶ ἂν ἐγνώριζεν ὅτι ἡ κόρη της ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸ αἴσθημα, πάλιν ὀλίγον θὰ ἀνησύχει. Τὰ κορίτσια δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἔρωτα, τί θὰ πῇ; Τὸ μόνον χρέος των εἶναι νὰ ὑπακούουν εἰς τοὺς γονεῖς των. «Νυμφευμάτων μὲν τῶν ἐμῶν πατὴρ ἐμὸς μέριμναν ἕξει». Καθὼς ὅλαι αἱ γραῖαι, ἡ Μαρουδίτσα ἦτο συμφωνοτάτη μὲ τὸν Εὐριπίδην, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζῃ.

Τὰ κορίτσια δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἔρωτα. Δὲν πρέπει, ἀλλ᾽ ὅταν ὁ Γιωργὴς ἤκουσε μέσα εἰς τὸν ὕπνον του τοὺς δύο πυροβολισμούς ― διότι ἀφοῦ ἡ «κουλούρα» ἐμβῆκεν εἰς τὸ κεφάλι, δὲν ἦτο πλέον ἀνάγκη μυστικότητος, καὶ αὐτὸς ὁ κίνδυνος μήπως «ρίξουν τὰ κορίτσια* τῆς νύφης» παρῆλθε πλέον· διότι τὰ κορίτσια, καθὼς εἶναι γνωστὸν εἰς πολλούς, τὰ ρίχνουν αἱ ἐχθραὶ τῆς νύμφης, ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀρραβῶνος, ἥτις καὶ δι᾽ αὐτὸ τελεῖται πολὺ μυστικά, κατ᾽ ἀπαίτησιν τῶν πονηρῶν γραϊδίων, χωρὶς νὰ πάρῃ εἴδησιν κανεὶς ἀπ᾽ ἔξω· κ᾽ ἔπειτα ἡ Μαρουδίτσα εἶχε λάβει πρόνοιαν νὰ ὀχυρώσῃ τοὺς κόλπους τῆς κόρης της, καθὼς καὶ τοῦ γαμβροῦ, μὲ δύο μικρὰ ὡραῖα χρυσοδεμένα τετραβάγγελα· οἱ δὲ πυροβολισμοὶ ρίπτονται κατ᾽ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοῦ Στεφανώματος, εὐθὺς μετὰ τὴν τελετὴν τοῦ Ἀρραβῶνος ― ὅταν, λέγω, ὁ Γιωργὴς ἤκουσε μέσα εἰς τὸν ὕπνον του δύο τουφεκιὲς ἢ μᾶλλον τρομπονιές, ἐξύπνησεν ἔντρομος μὲ ἀνασκίρτημα, καὶ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἦτο κακὸς ἐφιάλτης. Ἀλλὰ δὲν ἦτο σωστὸν ξύπνημα.

Ὁ νέος εὑρίσκετο ἐν ἡμιασυνειδησίᾳ καὶ δὲν ἐνόει τίποτε. Τοῦ ἐφάνη ὅτι ἔβλεπεν ὡς ἐν ὀνείρῳ ἐκεῖ, ἐπάνω ἀπὸ τὸν βράχον, σύρριζα εἰς τὸν κρημνόν, μίαν οἰκίαν ἐκτάκτως φωτισμένην. Ἔπειτα ἐκοιμήθη πάλιν, κ᾽ ἐκοιμήθη ἐπὶ πολύ. Ἀλλὰ μέσα εἰς τὸν ὕπνον του εἶχε συνείδησιν ὀνείρου μελῳδικοῦ, οὕτως εἰπεῖν, ἐφέρετο ἐπὶ πτερύγων μουσικῶν φθόγγων, ἐπὶ πτίλων αὔρας ἐναρμονίου, λιγυρᾶς. Μετὰ πολλὴν ὥραν ἐξύπνησεν.

Ἤκουσεν εὐκρινῶς βιολιά, λαγοῦτα, λαλούμενα. Τί ἦτο; Ἐκοίταξε κατὰ τὸν βράχον. Ἦτο πράγματι οἰκία λαμπρῶς φωτισμένη, παμφαής, καὶ ἡ οἰκία αὕτη ἦτο τῆς Μαρουδίτσας. Ὑπανδρεύετο λοιπὸν τὸ Ἀρχοντώ; Δι᾽ αὐτὸ ὁ Σιγουράντσας τοῦ εἶχεν εἰπεῖ «ντρέπεται ἡ νύφη»; Ποιὰ νύφη;

Εἶχεν ἀκούσει περί μνηστείας. Ἴσως νὰ ἔκαμαν μνηστείαν, καὶ αὐτὰ ἦσαν τὰ «μβασίδια»* τοῦ γαμβροῦ. Διότι συνήθως, εὐθὺς μετὰ τὴν ἁπλῆν ἀνεπίσημον μνηστείαν, «μβάζουν» τὸν γαμβρόν, δηλαδὴ τὸν εἰσάγουν ἐπισήμως εἰς τὴν οἰκίαν τῆς νύμφης. Κ᾽ ἐπειδὴ ὁ γαμβρὸς ἦτο πέραν ἀπὸ τὰ Εἰκοσιτέσσερα Χωριά, νοικοκύρης ἄνθρωπος, ἠθέλησαν νὰ τὸν ἐμβάσουν ἐν πομπῇ εἰς τὴν οἰκίαν, διότι αὔριον θ᾽ ἀπήρχετο πάλιν εἰς τὴν πατρίδα του, καὶ ὁ γάμος θ᾽ ἀνεβάλλετο μετὰ μῆνας. Αὐτὸ θὰ ἦτον.

Ἐζήτει νὰ εὕρῃ μικρὰν παρηγορίαν, ἐπροσπάθει νὰ πιασθῇ ἀπὸ ὀλίγην σφαλερὰν ἐλπίδα. Ἐπεθύμει νὰ πιστεύσῃ ὅτι αὐτὸ μόνον ἦτον. Ὁ γάμος θὰ ἐβράδυνεν. Εἶχε καιρὸν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ βάλῃ μέσα εἰς ἐνέργειαν, διὰ νὰ χαλάσῃ τοὺς ἀρραβῶνας. Ἦτο ἱκανός, αὐτός, νὰ τὸ κλέψῃ, τὸ Ἀρχοντώ. Καὶ μὲ ὅλα τὰ δίκια του. Διότι ἐπίστευεν ὅτι διὰ τῆς βίας ἤθελαν νὰ τῆς δώσουν ἄνδρα ξένον ἄνθρωπον, οἰκοκύρην.

Ἀλλὰ τόσα φῶτα, τόση χαρά, τόσος θόρυβος, ἦτο μόνον διὰ τὰ μβασίδια; Ἠμποροῦσε νὰ τὸ πιστεύσῃ;

Ἔπειτα ἐκεῖναι αἱ φράσεις τοῦ Σιγουράντσα ἤρχοντο πάλιν εἰς τὸν νοῦν του. «Μπορεῖ νὰ τοὺς σηκώσουν πρωί. Θὰ μβαρκάρουν τὴ νύφη. Νά ᾽χῃ τὸν νοῦν του».

Νὰ ἦτο λοιπὸν ἀληθές; Ἐτελεῖτο γάμος ἐκεῖ ἐπάνω; Ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ;

Ὤ, Τύχη καὶ Πρόνοια! Ὤ, βουλαὶ ἀνθρώπων ὑποβολιμαῖαι, τοῦ Ἀχιτόφελ βουλαί!

*
* *

Τί νὰ σκεφθῇ; Τί νὰ εἴπῃ; Πῶς ν᾽ ἀρθρώσῃ λόγον; Ἤθελε, κατὰ τὸ ᾆσμα, «ν᾽ ἀρχίσῃ νὰ πῇ τὰ πάθη του τραγούδια». Σῦρε νὰ πῇς τῆς μάννας σου νὰ κάμῃ κι ἄλλη γέννα. Ὄχι! Ἀνάθεμα τὴ μάννα σου!…

Διατί κοιμᾶται; Πῶς ἀγρυπνεῖ; Πῶς μένει ἐξαπλωμένος; Καὶ δὲν ἐξέρχεται πνοὴ καὶ στεναγμὸς ἀπὸ τὸ στόμα του, καὶ τὸ ὄμμα του ἐκαρφώθη ἐκεῖ ἀπλανές, καὶ ζῇ, καὶ δὲν ζῇ, ἐνδόμυχον ζωήν; Τί σκέπτεται; Σκέψις χρειάζεται; Ὄχι, δρᾶσις. Νὰ σηκωθῇ… Νὰ πηδήσῃ… Νὰ τρέξῃ… νὰ πετάξῃ… Ν᾽ ἀναβῇ τὸν βράχον, σκαλοπάτια-σκαλοπάτια, στενοὺς δρομίσκους, λιθόστρωτα… Νὰ φθάσῃ ἐκεῖ ἐπάνω… Νὰ χυθῇ, νὰ ὁρμήσῃ… Νὰ τοὺς ταράξῃ. Νὰ τοὺς θαλασσώσῃ… Νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα εἰς τὴν νύφην, ὁποὺ στέκει στολισμένη καὶ καμαρώνει. «Ἔλα ἐδῶ, σύ!»… Νὰ τὴν ἁρπάξῃ… Νὰ τὴν σηκώσῃ ψηλά… Νὰ τὴν κατεβάσῃ, κάτω ἀπὸ τὴν σκάλαν… Θὰ ἐξαφνισθοῦν… Θὰ μείνουν ἀπολιθωμένοι… Θὰ τὸν νομίσουν διὰ τρελόν… Θὰ συνέλθουν… Θὰ τρέξουν κατόπιν του… Ἡ γριὰ θὰ τραβήξῃ τὰ μαλλιά της, θὰ χυθῇ ἐπάνω του, καὶ θὰ τὸν σχίσῃ μὲ τὰ νύχια της τὰ μαῦρα… Οἱ ἄλλοι, καλεσμένοι, κουμπάρος, συγγενεῖς, θὰ τοῦ ριχθοῦν μὲ τοὺς γρόνθους, μὲ ράβδους, μὲ τὰς φιάλας τὰς κενὰς καὶ μὲ τὰς φιάλας τὰς μισογεμάτας… μὲ τὴν σκούπαν… μὲ ὅ,τι τύχῃ. Αὐτὸς μὲ τὴν μίαν χεῖρα θὰ σπρώχνῃ τὴν νύφην ἐμπρός, μὲ τὴν ἄλλην θὰ προσπαθῇ νὰ τοὺς φέρῃ γῦρο ὅλους!… Καὶ ὁ γαμβρός, ὁ νοικοκύρης, μὲ τὸ πανωβράκι του τὸ τσόχινον, μὲ τὸ φέσι του τὸ στιλπνόν, μὲ τὴν τσάκαν* του τὴν βελουδένιαν, μὲ τὸ ζωνάρι του τὸ μεταξωτόν, θὰ τρέξῃ ἀπ᾽ ὀπίσω του, καὶ θὰ γυρεύῃ νὰ τοὺς χωρίσῃ… Ὄχι, θὰ τοῦ ἔλθῃ λιγοθυμιά, καὶ θὰ πέσῃ ἀπ᾽ ὀπίσω ἀπὸ τὴν πόρταν… καὶ τότε αἱ γυναῖκες θὰ βάλουν τὲς φωνές, καὶ θὰ πασχίζουν νὰ ξελιγοθυμήσουν τὸν γαμβρόν… καὶ θὰ ἐπέλθῃ μικρὸς ἀντιπερισπασμός… κι αὐτὸς θὰ σπρώχνῃ τὴν νύφην κατὰ τὸν βράχον, σιμὰ εἰς τὴν βάρκαν, κάτω, καὶ μὲ τοὺς γρόνθους καὶ μὲ τοὺς ἀγκῶνάς του, καταπληγωμένος, ἀφρίζων, αἱματωμένος, ἄγριος, θ᾽ ἀπαντᾷ εἰς τὰ κτυπήματα τῶν λυσσασμένων.

Ἐμπρός! θάρρος, ἀπόφασις. Σηκώσου! θὰ κουνηθῇς ἐπὶ τέλους;

*
* *

Εἶχε κοιμηθῇ ἀποβραδὺς ὁ Σιγουράντσας, ὁ καραβοκύρης. Εἰς τὰς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα ἐξύπνησεν. Εἶχε χορτάσει τὸν ὕπνον.

Ἔτριψε τὰ μάτια του, ἐχασμήθη, ἐγόγγυσεν, ἔρριψεν ὀλίγον νερὸν εἰς τὰ βλέφαρά του, ἐφόρεσε τὴν μικρὰν καπόταν του, καὶ κατέβη.

Διευθύνθη εἰς τὸ σπίτι τῆς χαρᾶς, ἐκεῖ ὅπου ἐγίνετο ὁ γάμος.

Δὲν ἦτο καλεσμένος, ὄχι, ἀλλ᾽ ἦτο καραβοκύρης τῆς βάρκας… τοῦ Γιωργῆ καὶ ἦτο ναυλωμένος νὰ μεταφέρῃ τὸ νέον ἀνδρόγυνον πέραν. Ἡ νύφη δὲν εἶχε σπίτι ὡς προῖκα. Ἡ γριὰ τῆς ἔδωκε δύο ἢ τρία μεταξωτὰ καὶ ὀλίγα βαμβακερὰ φορέματα, δύο χαλκώματα, μισὴν δουζίναν χουλιαράκια τοῦ γλυκοῦ, δύο προσκέφαλα, τρία σινδόνια, μίαν σκάφην καὶ μίαν ἀνεμοδούραν* κ᾽ ἔγραψεν εἰς τὸ προικοσύμφωνον πεντακοσίας δραχμὰς μέτρημα, τὰς ὁποίας εἶναι ἄδηλον ἂν εἶχε σκοπὸν ποτὲ νὰ δώσῃ, καὶ μὲ αὐτὰ τοὺς «ἐκουκούλωσε».

Τὸ νὰ μὴ λάβῃ σπίτι ὡς προῖκα ἡ νύφη ἐσήμαινεν ὅτι δὲν θὰ ἔμενεν ἐγκάτοικος εἰς τὴν πατρίδα της. Ὁ γαμβρός, πέρα, στὰ χωριὰ τὰ δικά του, ἔλεγαν ὅτι εἶχε σπίτι καὶ σπίτια πολλά. Καὶ χωράφια ὄχι ὀλίγα. Οἰκοκύρης ἄνθρωπος.

Εἶχεν ἀποφασισθῆ, εὐθὺς μετὰ τὸν γάμον, ἅμα ἐξημέρωνε νὰ μβαρκάρουν ὁ γαμβρός, ἡ νύφη, συνοδευόμενοι ἀπὸ τὴν γραῖαν, καὶ νὰ περάσουν πέρα εἰς τὸν Πλατανιᾶν, σιμὰ εἰς τὴν Σηπιάδα ἄκραν, εἰς τὰ χωρία τοῦ γαμβροῦ, εἰς τὰ σπίτια του κ᾽ εἰς τὰ νοικοκυριά του.

Εἶχαν συμφωνήσει μὲ πολλὴν μυστικότητα ἀπὸ τὸ δειλινὸν τῆς Κυριακῆς (τὴν μυστικότητα τὴν ἤθελεν ἡ γραῖα εἰς ὅλα, φυλαττομένη τὰς κακὰς γλώσσας τοῦ χωριοῦ· ἤθελε ν᾽ ἀποκοιμίσῃ τὴν κοινὴν περιέργειαν· δὲν τῆς ἤρεσκε ν᾽ ἀκούῃ σχόλια, διατί καὶ πῶς ἡ γραῖα Μαρουδίτσα ὑπάνδρευσε τὴν κόρην της καὶ τὴν ἔστειλεν εἰς ξένον μέρος, καὶ τὴν ἐξεπάτρισε, καὶ τὴν «ἐκαράβωσε» μέρα-μεσημέρι· καὶ προσέτι ἂν ἡ νύφη εἶχε καλὰ προικιά, καὶ ἂν «ἐκαμάρωνεν» ὅταν θὰ ἐπήγαινε νὰ μβαρκάρῃ κτλ.), εἶχαν συμφωνήσει, λέγω, μὲ τὸν Σιγουράντσαν, τὸν καραβοκύρην, πρωὶ-πρωὶ νὰ τοὺς περάσῃ πέρα μὲ τὴν βάρκαν, τὴν βάρκαν τοῦ Γιωργῆ. Μὲ αὐτὸ τὸ θάρρος ἐπήγαινεν ὁ καπετὰν Σιγουράντσας τὰς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα εἰς τῆς χαρᾶς τὸ σπίτι, χωρὶς νὰ εἶναι καλεσμένος. Εἶχε σκεφθῆ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ χορτάσῃ τὸν ὕπνον ἐνωρίς, ἀφοῦ ἦτον διὰ ταξίδι, καὶ βαθιὰ τὴν νύκτα, περὶ τὸ δεύτερον λάλημα τοῦ πετεινοῦ, νὰ σηκωθῇ νὰ ὑπάγῃ ἀπροσκάλεστος εἰς τῆς χαρᾶς τὸ σπίτι.

Ἤρκει ἅπαξ νὰ εἴπῃ:

―Ἔ! τί κάνουμε; Καλορρίζικα δά. Ἂς εἶναι στερεωμένα. Κοντεύει νὰ φέξῃ. Ὁ ἀστέρας θὰ βγῇ. Ἡ Πούλια πάγει μεσουρανίς. Νά, τώρα θὰ χαράξῃ. Ἐγὼ λέω νὰ τραβιόμαστε ἀγάλι᾽ ἀγάλια. Τώρα μὲ τὸ ἀπόγειο, τὸ πρωί, θὰ κολλήσουμε μιὰ χαρὰ πέρα, πρὶν ψηλώσῃ ἕνα κοντάρι ὁ ἥλιος… Ἂς εἶναι στερεωμένα, καλορρίζικα! Μὲ γυιούς! Ἐβίβα σας! Στερεωμένο τὸ ἀνδρόγυνο! Στὴν ὑγειά σας! Καλορρίζικα!

Καὶ ὕστερον ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ὥρας θὰ ἐκερνᾶτο καὶ θὰ ἔπινεν ἀνέτως, ὡς καλεσμένος μὲ τοὺς καλεσμένους, ὑπενθυμίζων μόνον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν:

― Κοντεύει νὰ φέξῃ… Νὰ τραβιόμαστε σιγὰ-σιγά. Ἐβίβα σας! Καλορρίζικοι! Στερεωμένοι!

― Ἂς φέξῃ! θὰ ἀπήντων ἑκάστοτε ὁ κουμπάρος καὶ οἱ καλεσμένοι.

Καὶ οὕτω συνέβη. Ἦτο ἤδη τετάρτη μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Γλυκοχαράματα, ἀπόπασχα, Ἀπρίλιος ὁ μήν. Τὰ πουλιὰ ἐκελαδοῦσαν εἰς τὰ δένδρα, γύρω εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν. Ἡ αὐγὴ ἔδειχνε τὰ ρόδινα δάκτυλά της ψηλὰ ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ ἀντικρύ, καὶ ὅλος ὁ ἀὴρ ἐμοσχοβολοῦσεν ἀπὸ τὰ ρόδα τῶν κήπων ὁλόγυρα, τὰ ρόδα τὰ ὁποῖα εἶχον πλασθῆ ἀπὸ τὸν Δημιουργὸν χωρὶς ἀκάνθας· καὶ τώρα, διὰ νὰ δρέψῃ τις ἓν ἀπὸ αὐτὰ ἀνάγκη νὰ ματώσῃ τὰ δάκτυλα… καὶ πάλιν, ὅταν τὸ ρόδον εἶναι ὑψηλὰ πολύ, δὲν τὸ φθάνει ὅσον καὶ ἂν τανυσθῇ τις, μόνον ἀδίκως ματώνει τὰ δάκτυλα… καὶ καμμίαν φορὰν πέφτει καὶ σπάζει τὰ πόδια.

Ἦτο τετάρτη ὥρα γλυκοχαράματα, καὶ κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχε κινηθῆ ἀπὸ τὴν οἰκίαν. Τέλος, ἡ γραῖα Μαρουδίτσα, ἥτις ἐπεθύμει νὰ γίνῃ τὸ μπαρκάρισμα ὅσον τὸ δυνατὸν ἐνωρίτερα, ἐπῆρε δύο ἀβασταγὲς μὲ ροῦχα, τὰς ὁποίας εἶχεν ἑτοιμάσει, καί, ἀφοῦ συνεννοήθη μὲ τὸν Σιγουράντσαν, τὰς ἔδωκεν εἰς δύο παιδία, ἀνεψιούς της, νὰ τὰς κουβαλήσουν κάτω εἰς τὸν αἰγιαλόν.

―Ἐκεῖ εἶν᾽ ἡ βάρκα, εἶπεν ὁ καραβοκύρης, δεικνύων διὰ τοῦ παραθύρου. Ὁ Γιωργὴς κοιμᾶται μέσα. Ἂς τὸν φωνάξουν νὰ σηκωθῇ, νὰ τοῦ παραδώσουν τὰ πράματα. Κι ὅ,τι ἄλλο ἔχετε, στείλετέ το. Δῶστέ μου κ᾽ ἐμένα νὰ κουβαλήσω τίποτα, τώρα ποὺ θὰ κατέβω. Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! Τέπερτε* ὅλοι! Τὸ ἀνδρόγυνο στερεωμένο!

*
* *

Νὰ σηκωθῇ… Νὰ τρέξῃ… Νὰ τὴν ἁρπάξῃ μέσ᾽ ἀπὸ τὰ χέρια τους… Ἡ γριὰ θὰ τὸν σχίσῃ μὲ τὰ νύχια της… Αὐτὸς θὰ τὴν ἁρπάξῃ ἀπὸ τὸν λαιμὸν νὰ τὴν πνίξῃ… Οἱ καλεσμένοι θὰ τοῦ ριχθοῦν μὲ τὶς μπουκάλες, μὲ τοὺς γρόνθους καὶ μὲ τὰ ρόπαλα… Αὐτὸς θὰ τοὺς κυνηγήσῃ μ᾽ ἕνα σκαρμόν, μ᾽ ἕνα μπάγκον, μὲ μίαν τροπωτήρα* ὁποὺ μπορεῖ νὰ πάρῃ μαζί του ἀπὸ τὴν φελούκαν… Αἱ γυναῖκες θὰ βάλουν τὲς φωνές… Ὁ γαμβρὸς θὰ τὰς καταπραΰνῃ. «Σιωπᾶτε! σιωπᾶτε!». Εἶναι εἰρηνικὸς ἄνθρωπος, φρόνιμος νοικοκύρης.

Δὲν ἐσηκώθη… Δὲν ἔτρεξε. Δὲν ἦτο πλέον καιρός. Ὁ μακρὸς ἐφιάλτης τὸν εἶχε προδώσει.

Τὰ δύο παιδία κατέβησαν κάτω εἰς τὴν ἄκρην τοῦ βράχου, φέροντα τὰς δύο δέσμας τῶν φορεμάτων. Δύο φανάρια ὑπῆρχον ἐξ ἀρχῆς κρεμασμένα εἰς τὸ μπαλκόνι τῆς οἰκίας. Τρίτον φανάριον προσετέθη τώρα ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς, διὰ νὰ φέγγῃ τὸν δρόμον εἰς αὐτοὺς ὁποὺ ἤρχισαν νὰ κουβαλοῦν τὴν ἀποσκευήν. Τὸ οὐράνιον δρέπανον, λευκόν, ἐστιλπνωμένον, εἶχεν ἀνατείλει πρὸ ὥρας, καὶ τώρα εἶχεν ὠχριάσει ἀπὸ τὰς ἐρυθρὰς καὶ κυανᾶς λάμψεις τοῦ λυκαυγοῦς. Καὶ τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς ἐκοκκίνιζαν ὑψηλά, πρωτογενῆ, ἄφθαστα ρόδα… φλογίνη ρομφαία εἰς τὴν πύλην τοῦ φωτός!

Τὰ δύο παιδία ἐφώναξαν τὸν Γιωργήν. Ἀλλ᾽ ὁ νέος εἶχε σηκωθῆ πρὶν τὸν φωνάξουν.

― Μπάρμπα, εἶπ᾽ οὑ καπιτάνιους, νὰ πάρ᾽ς, λέει, τὰ ροῦχα μέσ᾽ τ᾽ βάρκα.

― Εἶπε, λέει, ἡ θειά μ᾽ ἡ Μαρουδίτσα, νὰ τὰ βάνῃς, λέει, σὲ καλὴ μεριά, τὰ ροῦχα, νὰ μὴ βραχοῦνε.

― Νὰ τὰ βάνῃς, λέει, ἀπουκάτ᾽ ἀπ᾽ τὴν πλώρ᾽ τς βάρκας, ὄμορφα-ὄμορφα.

― Τὰ ροῦχα, λέει, κὶ τὰ μάτια σ᾽.

Καὶ συγχρόνως ἠκούσθη ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου κατερχομένη ἡ μεγάλη φωνὴ τοῦ Σιγουράντσα:

― Ἀλέστα*, Γιωργή! Τὰ πῆρες τὰ πράματα μέσα;

Εἶχεν ἐξέλθει ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς, κ᾽ ἐκεῖ προπεμπόμενος καὶ ξεκολλῶν ἀργὰ-ἀργά, ἐξηκολούθει νὰ κερνᾶται ἀκόμη.

― Γειά μας! Στερεωμένο τ᾽ ἀνδρόγυνο! Καλορρίζικοι! Καλό μας καταυόδιο!

Καὶ μετ᾽ ὀλίγα λεπτὰ κατήρχετο βραδὺς τὴν κλιτὺν τοῦ βράχου, ἐξακολουθῶν νὰ φωνάζῃ καθ᾽ ὁδόν:

― Ἀσένιο*, Γιωργή! Θά ᾽χουμε καλὸ ταξίδι.

*
* *

Δὲν ἦτο πλέον ψέμα, ἦτον ἀλήθεια. Ὁ Γιωργὴς ἔπλεε μὲ τὴν βάρκαν του καὶ μὲ τὸν Σιγουράντσαν. Ἔπλεε καὶ μετέφερε τὴν Ἀρχόντω, μὲ τὴν μητέρα της καὶ μὲ τὸν γαμβρόν, τὴν ὥραν τῆς αὐγῆς. Τοὺς μετέφερεν εἰς τὴν Σηπιάδα ἄκραν, εἰς τὰ χωριὰ τοῦ γαμβροῦ, εἰς τὰ σπίτια του, εἰς τὰ νοικοκυριά του.

Καὶ πάλιν ἠμπορεῖ νὰ ἦτον ψέμα, τίς δύναται νὰ εἶναι βέβαιος; Ἦτο ὄνειρον μαγικόν, ἀπαίσιον καὶ τρομερόν, ὄνειρον τὸ ὁποῖον ἔβλεπε μὲ ἀνοικτὰ τὰ μάτια. Κ᾽ ἐσφαλοῦσε τὰ μάτια, καὶ ἀκόμη τὸ ἔβλεπε.

Τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς ἐφυλλορροοῦσαν κ᾽ ἐκοκκίνιζαν αἱ παρειαὶ τῆς Ἀρχόντως, ἢ ἐκοκκίνιζαν μόναι των εἰς τὴν θέαν τοῦ Γιωργῆ; Αὐτὸς ἦτο χλωμός, μαραμμένος, ἀδρανής.

Τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς δὲν ἤρκουν διὰ νὰ τὸν κάμουν νὰ κοκκινίσῃ. Τὰ χέρια του μηχανικῶς, ὡς ξυλιασμένα, ἐτραβοῦσαν τὸ κουπί. Ξύλον κολλημένον ἐπάνω εἰς τὸ ξύλον.

Μίαν φορὰν μόνον ἐκοίταξε τὴν Ἀρχόντω. Τὸ βλέμμα ἐκεῖνο ἦτον ἡ τελευταία συγκεντρωμένη ἀκτὶς τῆς ψυχῆς του. Εἶτα ἐκείνη κατεβίβασε τὰ ὄμματα, καὶ τὸ ἰδικόν του ὄμμα κατέστη ἀπλανές.

― Καλὸ κατευόδιο σας!

― Παναγιὰ μπροστά σας!

― Δούλευέ τα*, καπετάνιο.

― Δούλευέ τα! δούλευέ τα!

Ἐμακρύνθησαν, ἐπελαγώθησαν, κ᾽ ἔφευγαν, ἔφευγαν.

Δὲν ἠμποροῦσε νὰ συνάψῃ ἰδέαν πλέον. Δὲν ἦτο τάχα πλέον καιρὸς παλληκαριᾶς; Παρῆλθεν ἡ εὐκαιρία διὰ νὰ ὁρμήσῃ ἐπάνω εἰς τὸ σπίτι, νὰ τὴν ἁρπάξῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας ὅλων, μὲ τοὺς γρόνθους καὶ μὲ τοὺς ὀδόντας καὶ μὲ τοὺς ὄνυχας.

Ἡ γραῖα δὲν θὰ τὸν ἔσχιζε πλέον μὲ τὰ νύχια της τὰ μαῦρα… Αὐτὸς ἠμποροῦσε ἀκόμη νὰ τὴν πνίξῃ… νὰ τὴν πνίξῃ… Ἔβλεπε τὸν γαμβρὸν καὶ τοῦ ἐφαίνετο ὡς ὄρνεον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἔλθει ἀπὸ ξένον τόπον διὰ ν᾽ ἁρπάξῃ τὴν περιστεράν, τὴν τρυγόνα.

Τοῦ ἤρχετο νὰ ξεστηθωθῇ, νὰ πτύσῃ εἰς τὰς χεῖρας, καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ:

― Παλεύουμε, μπάρμπα;

Τοῦ ἤρχετο νὰ συγχαρῇ τὴν γραῖαν διὰ τὸν γάμον της τάχα ― προσποιούμενος ὅτι ἐπίστευεν ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ νύμφη… διότι ἡ ἡλικία τοῦ γαμβροῦ ἐφαίνετο διὰ νὰ εἶναι σχεδὸν πατὴρ τῆς κόρης.

Καὶ νὰ συγχαρῇ τὴν νέαν διότι, μετὰ τόσα ἔτη ὀρφανίας, εἶχεν ἀποκτήσει τάχα δεύτερον πατέρα.

Ἔπειτα τοῦ ἦλθεν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν γαμβρόν, δεικνύων τὴν θάλασσαν:

― Παραβγαίνουμε στὸ κολύμπι;

*
* *

Ἐκεῖνος θὰ ἐκάγχαζε μὲ τὴν τρέλαν τοῦ νέου. Δὲν εἶχεν ὄρεξιν διὰ θαλάσσιον λουτρόν. Ἦτο χερσαῖος. Θὰ ἐπήγαινεν ὡς μολυβήθρα κάτω εἰς τὸν βυθόν. Οἰκοκύρης ἄνθρωπος, μὲ τὰ χωράφια του, μὲ τὰ σπίτια του, μὲ τὰ καλά του.

Τὸ ἀπόγειον ἐφύσα. Ὁ ἄνεμος ἐδυνάμωνε. Θὰ ἐδυνάμωνε πολύ. Ἦτο ἡμέρα πλέον, καὶ ὁ ἥλιος θ᾽ ἀνέτελλε πυριφλεγέθων ἐπάνω. Καὶ τὰ ρόδα τῶν παρειῶν τῆς νύμφης δὲν θὰ ἐξηλείφοντο. Καὶ ἡ χλωμάδα ἡ ἰδική του ἐνίκα τὴν ἡλιοκαΐαν τοῦ προσώπου του, τὴν παιδιόθεν κτηθεῖσαν.

Ὁ ἄνεμος ἐδυνάμωνε. Σαβούραν δὲν ἐφρόντισαν νὰ βάλουν. Ποῖος νὰ τὸ ἐνθυμηθῇ; Αὐτὸν δὲν τὸν ἔμελεν. Ὁ Σιγουράντσας ἦτο «καπνισμένος»*. Ὁ γαμβρὸς δὲν ἤξευρεν ἀπὸ τέτοια. Ἦτο στεργιώτης ἄνθρωπος, μὲ τὰ χωράφια του, μὲ τὰ ὑπάρχοντά του.

Ὁ ἄνεμος ἐδυνάμωνε. Τάχα δὲν ἠμποροῦσε νὰ δυναμώσῃ ἀρκετά, ὥστε μ᾽ ἕνα σαγανίδι* ν᾽ ἀναποδογυρίσῃ τὴν ἀσαβούρωτην βάρκαν;

Μ᾽ ἕνα σαγανίδι μόνον. Μὲ μικρὰν ἀνεπιτηδειότητα τοῦ Σιγουράντσα εἰς τὸ τιμόνι, μ᾽ ἐλαφρὰν ἀπροσεξίαν τοῦ Γιωργῆ εἰς τὸ πανί.

Καὶ τότε ὅλα θὰ ἔπλεαν εἰς τὴν θάλασσαν… ὅλοι θὰ ἔπεφταν εἰς τὸ κῦμα. Ὁ γαμβρὸς θὰ ἐπήγαινε μολύβι εἰς τὸν πάτον, χερσαῖος, ἀθαλάσσωτος ἄνθρωπος. Τὴν γρια-Μαρουδίτσαν ἂς τὴν ἐγλύτωνεν, ἂν ἤθελεν, ὁ Σιγουράντσας. Ὁ Γιωργὴς θὰ ἐγλύτωνε τὴν Ἀρχόντω κολυμβῶν. «Κ᾽ ἐσένα νὰ γλυτώσω, κορμί μ᾽ ἀγγελικό».

Ἕνα σαγανίδι, ἕνα σαγανιδάκι μόνον. Καὶ τοῦτο τί ἐχρειάζετο; Μία παρατιμονιὰ τοῦ Σιγουράντσα δὲν ἤρκει; Καὶ αὐτὴ τί ἐχρειάζετο; Ἕνα καργάρισμα* τοῦ πανιοῦ δὲν ἦτο ἀρκετόν; Καὶ δὲν ἦτο αὐτὸ εἰς τὸ χέρι τοῦ Γιωργῆ καὶ μόνον;

Μὲ τὸ χέρι του ἠμποροῦσε νὰ βιάσῃ τὸ πανί, καὶ μὲ τὸ πόδι του ἠμποροῦσε νὰ βγάλῃ τὸν πίρον τῆς βάρκας. Ἡ βάρκα εἶχεν ὀπὴν φραγμένην διὰ πίρου, δίπλα εἰς τὴν καρίναν. Ἦτο τοῦτο σχέδιον τοῦ Γιωργῆ, ὅστις ἔσωζεν ἀκόμη παιδικάς τινας κλίσεις εἰς τὰ θαλασσινά του, καὶ ἐπεθύμει, καθὼς βουλιοῦν τὰ παιδιὰ τὲς μικρὲς φελοῦκες κολυμβῶντα, νὰ βουλιᾷ συχνὰ τὴν βάρκαν του, διὰ νὰ χορταίνῃ ἐκείνη θάλασσαν καὶ αὐτὸς κολύμβημα.

Μὲ ἓν λάκτισμα, ἀκόμη ὀλιγώτερον, μὲ ἓν κτύπημα τοῦ δακτύλου τοῦ ποδός, ἠμποροῦσε νὰ στείλῃ εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἄναυλα τρεῖς ψυχάς, τὸν γαμβρόν, τὴν πενθερὰν καὶ τὴν νύφην… ἐὰν δὲν ἤθελε νὰ γλυτώσῃ τὴν τελευταίαν.

Ὁ κυβερνήτης, ἂν καὶ βαρύς, θὰ ἐκολύμβα ὅπως-ὅπως καὶ θὰ ἐγλύτωνε. Δὲν ἀπεῖχον ἥμισυ μίλιον ἀπὸ τὴν ἀκτήν. Ὁ γαμβρὸς θὰ ἐπήγαινε βολὶς εἰς τὸν πάτον μὲ ὅλα τὰ σπίτια του… ἢ μᾶλλον χωρὶς τὰ σπίτια του, χωρὶς τὰ χωράφια του καὶ τὰ ὑπάρχοντά του. Ἡ γραῖα Μαρουδίτσα… αὐτὴ τὸ ψωμί της τὸ εἶχε φάγει. Τὴν κόρην της τὴν εἶχε «κουκουλώσει» καὶ τὴν εἶχε κάμει νοικοκυρά. Θὰ ἐφρόντιζεν αὐτὸς νὰ τῆς κάμῃ τὰ κόλλυβα… μαζὶ μὲ τὴν Ἀρχόντω.

Ἐμπρός! Καρδιά! Θάρρος!

Ὄχι, δὲν ἔπρεπε νὰ βουλιάξῃ τὴν βάρκαν διὰ τοῦ ἀνοίγματος τῆς ὀπῆς. Τὸ μέσον δὲν μετεῖχε παλληκαριᾶς, ἦτο δὲ καὶ ἀπαίσιον. Ἔπειτα δὲν θὰ ἦτο πολὺ ἀσφαλές, διὰ τὴν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον προπομπήν.

Μὲ βουλιαγμένην βάρκαν ἐσώθησαν πολλοὶ μὴ γνωρίζοντες νὰ κολυμβοῦν. Μὲ ἀναποδογυρισμένην βάρκαν πολλοὶ καὶ δεξιοὶ κολυμβηταὶ ἐχάθησαν.

Ὄχι, δὲν θὰ ἐβούλιαζε τὴν βάρκαν· θὰ τὴν ἀναποδογύριζε!

*
* *

Θὰ ἔβλεπεν τερπνὸν θέαμα, τὸν Σιγουράντσαν νὰ κολυμβᾷ ὡς φώκη μακράν του. Θὰ ἐξεπιάνετο ἀπὸ τὸν γαμβρόν, θὰ ἀπηλλάσσετο ἀπὸ τὴν πενθεράν, διὰ νὰ ριφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν. Ἡ γραῖα μόλις θὰ ἐπρόφθανε νὰ κάμῃ τὸν τελευταῖον σταυρόν της, καὶ ἡ φωνὴ τῆς ἀγωνίας της θὰ ἐπνίγετο βαθιὰ κάτω.

Τὴν ἐπαύριον εἰς τὸ χωρίον, οἱ ἱερεῖς θὰ τῆς ἔψαλλον τὸν «κανόνα» της, καὶ θὰ προέτρεπον τοὺς παρεστῶτας νὰ κάμουν μετανοίας διὰ τὴν ψυχήν της. Καὶ ἐπὶ σαράντα ἡμέρας, ὅλαι αἱ εὐλαβεῖς γραῖαι τοῦ χωρίου θὰ ἔπαυον νὰ τρώγουν ὀψάρια, μὲ τὴν ὑποψίαν ὅτι αὐτὰ εἶχον ἐγγίσει τὴν πνιγμένην.

Νὰ δράξῃ τὴν Ἀρχόντω ἀπὸ τὸν βραχίονα… ἀπὸ τὴν μασχάλην… ὄχι, ἀπὸ τὴν μέσην. Καὶ ἔπλεεν ἤδη, ἔπλεε κ᾽ ἐκολυμβοῦσε μαζί της. Διὰ μίαν φορὰν ἂς γίνῃ γλυκιὰ ἡ πικρὴ καὶ ἁλμυρὰ θάλασσα.

Ἔφευγεν, ἔφευγεν ὡς δελφίνι, ἐφύσα κ᾽ ἐξέρνα τὸ νερὸν ὡς φάλαινα, καὶ προέβαλλε κοπτερὸν τὸν βραχίονα ὡς ξιφίας. Ἔπλεε μὲ τὸν δεξιὸν βραχίονα, κ᾽ ἐσφιχταγκάλιαζε τὴν νέαν μὲ τὸν ἀριστερόν. Ἄνω τὴν κεφαλήν της, ἄνω. Ν᾽ ἀναπνέῃ τὸ δακτυλιδένιο στοματάκι της… «Μὴ φοβᾶσαι, ἀγάπη μου!» Καὶ μικρὸν κατὰ μικρὸν θὰ ἐξετοπίζετο ὀργυιὰς καὶ ὀργυιάς… Θὰ ἐζύγωνε, θὰ ἐπλησίαζεν εἰς τὴν ξηράν. «Τώρα, τώρα, ἐφτάσαμε, ψυχή μου». Κανὲν δυστύχημα δὲν ἔμελλε νὰ συμβῇ. Ὅλος ὁ κόσμος θὰ ἐσώζετο. «Ἐζαλίσθης, ψυχή μου; Ὅλα καλὰ τώρα. Ἐπνίγη κανείς; Ὄχι, ἀφοῦ ἐγλύτωσες σύ». Ὤ, πῶς θὰ ἔπεφταν ἀφανισμένοι, μισοπνιγμένοι, στάζοντες θάλασσαν, ἐπάνω εἰς τὴν ἄμμον. Ἀναπλασμένοι καὶ ἀναβαπτισμένοι. Νέος Ἀδὰμ καὶ νέα Εὔα, φέροντες τοὺς χιτῶνας θαλασσοβρεγμένους κολλητὰ εἰς τὴν ἐπιδερμίδα των, περισσότερον παρὰ γυμνοί.

«Ἐκεῖ εἰς τὸν βράχον εἶναι μία σπηλιά. Ὕπαγε ἐκεῖ μέσα, φιλτάτη μου, ν᾽ ἀλλάξῃς». Ἐκείνη, ἂν εἶχε δύναμιν νὰ τὸν ἀκούῃ, θὰ τὸν ἐκοίταζε κατάπληκτος. Ν᾽ ἀλλάξῃ μὲ τί; «Νὰ στεγνώσῃς. Θὰ σοῦ φέρω ἐγὼ φύλλα, ἀπ᾽ ὅλα τὰ δένδρα τοῦ δάσους, ἀγάπη μου, νὰ σκεπασθῇς».

*
* *

Τέλος, ἀναποδογύρισε τὴν βάρκαν; Ἔπνιξε τοὺς ἐπιβάτας; Τὴν ἔσωσεν ἐκείνην;

Δὲν ἰσχύει τηλαισθησία οὔτε τηλεπάθεια, διὰ νὰ ζητήσωμεν τὰς ψήφους τῶν ἀναγνωστῶν, νοερῶς, ἀκαριαίως, οὐδὲ Κοινοβουλίου τέμενος εἶναι παρ᾽ ἡμῖν ἱερόν, ἀλλὰ ναὸς Εὐβουλίας. Πᾶς συγγραφεὺς ὑποτίθεται ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὴν μέσην κρίσιν καὶ τὸ μέσον αἴσθημα τῶν ἀναγνωστῶν του.

Δὲν τὴν ἀναποδογύρισε, δὲν τοὺς ἔπνιξε. Ὀλίγον ἀκόμη ἤθελε διὰ νὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ τὸ ὀλίγον αὐτὸ ἔλειψεν.

Ἔξαφνα εἶδε νοερὰν ὀπτασίαν, τὴν μορφὴν τῆς μητρός του τῆς Μπούρμπαινας, ἐναέριον, παλλομένην. Ἐτράβα τὰ μαλλιά της κλαίουσα καὶ τοῦ ἔλεγε: «Ἄχ! γυιέ μου! γυιέ μου! Τ᾽ εἶν᾽ αὐτὸ ποὺ θὰ κάμῃς;»

Ἔκαμε κρυφὰ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἐπὶ τῆς καρδίας, ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ ὑποκάμισόν του. Ἐνθυμήθη καὶ εἶπε τρεῖς φορὲς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», ὁποὺ τοῦ τὸ εἶχε μάθει, ὅταν ἦτο μικρός, ἡ μήτηρ του, καὶ αὐτὸς ἔκτοτε τὸ εἶχε ξεχάσει. Εἶπεν: «Ἂς πάγῃ, ἡ φτωχή, νὰ ζήσῃ μὲ τὸν ἄνδρα της! Μὲ γειά της καὶ μὲ χαρά της!»

Κατέστειλε τὸ πάθος, ἐπραΰνθη, κατενύγη, ἔκλαυσε κ᾽ ἐφάνη ἥρως εἰς τὸν ἔρωτά του ― ἔρωτα χριστιανικόν, ἁγνόν, ἀνοχῆς καὶ φιλανθρωπίας.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

μπαρούμα: σκοινί της βάρκας, το «σχοινίον της πρώρας» κατά Ππδ.

πασσάγιο: άδεια ναυσιπλοΐας

καμιζόλα: μάλλινη αντρική μπλούζα

τα αρμίθια: η ορμιά, σκοινί από τρίχα αλόγου και αγκίστρι για το ψάρεμα

τέμπλα: ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο με ντανιασμένα σκεπάσματα, σεντόνια, κιλίμια κτλ. που υπήρχε στα σπίτια της Σκιάθου.

τυλιγάδι: ξύλινο ραβδί για το τύλιγμα του νήματος

παραπανίτσα: λίγο πιο πάνω

συνέριο: τι σ’νέριο τσ’ έχει; Ποια σύγκριση υπάρχει; (Λέγεται για πράγματα που δεν συγκρίνονται, δεν έχουν σχέση)

κορίτσια: να της ρίξουν τα κορίτσια. Να της κάνουν ξόρκι ώστε να γεννάει μόνο κορίτσια.

μβασίδια, μπασίδια: ο επίσημος ερχομός του γαμπρού στο σπίτι της νύφης

τσάκα, τζάκα: επενδύτης

ανεμοδούρα: εργαλείο με το οποίο αποχωρίζουν τους σπόρους από το βαμβάκι.

τέπερτε: ευχετικό επιφώνημα σε συμπόσια, από τα αλβανικά (τέι περ τέι, πέρα για πέρα).

τροπωτήρα: δακτύλιος από σκοινί ή δέρμα με τον οποίο συγκρατείται το κουπί στον σκαρμό

αλέστα: έτοιμος, γρήγορα, αμέσως!

ασένιο: έτοιμος

δούλευέ τα: ναυτικό κέλευσμα, για την ευθείαση των πανιών ώστε να δέχονται καλά τον άνεμο

καπνισμένος: μεθυσμένος

σαγανίδι: απότομο ρεύμα αέρα

 

Advertisement

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεατρικά, Παπαδιαμάντης, Παραστάσεις | Με ετικέτα: , , , , | 92 Σχόλια »

Tα κόκκινα αυγά (Ροΐδης και Ξενόπουλος)

Posted by sarant στο 22 Απριλίου, 2022

Πλησιάζει το Πάσχα και δεν έχουμε ακόμα βάλει κάποιο εντελώς πασχαλινό άρθρο -αν και θα βάλουμε ανήμερα και τη Δευτέρα δυο πασχαλινά αναγνώσματα. Ο λόγος είναι ότι τα λεξιλογικά του Πάσχα (Πάσχα, αρνί, οβελίας κτλ.) τα έχουμε λίγο πολύ εξαντλήσει και πολυεπαναλάβει, το ίδιο και τα φρασεολογικά του (ζωή χαρισάμενη κτλ.) αφού τούτο εδώ είναι, αν θέλετε το πιστεύετε, το δέκατο τέταρτο ιστολογικό μας Πάσχα. 

Σήμερα θα βάλω μιαν επανάληψη λοιπόν, αλλά επαυξημένη. Ένα κείμενο του Εμμ. Ροΐδη για τα κόκκινα αυγά, που το είχαμε δημοσιεύσει το 2013 και που απαντά χαριτολογώντας στο ερώτημα «γιατί βάφουμε κόκκινα τα αυγά», συμπληρωμένο με ένα παιδικό κείμενο του Γρηγ. Ξενόπουλου από τη Διάπλασι των Παίδων, το οποίο είχε εισφέρει ως σχόλιο μια φίλη σε εκείνο το παλιό μας άρθρο. Για να προλάβω ερωτήσεις και ενστάσεις, αναγνωρίζω κοκκινίζοντας (όπως τ’ αυγά!) ότι εδώ και 13 χρόνια χρωστάω άρθρο για την ορθογραφία της λέξης «α*γό»!

Το άρθρο του Ροΐδη το πήρα από ένα πασχαλινό τεύχος του Μπουκέτου, του 1925, αλλά μετά έκανα αντιπαραβολή με το κείμενο που υπάρχει στα πεντάτομα Άπαντα. Ο χωρισμός σε παραγράφους είναι του περιοδικού, στα Άπαντα όλο το κείμενο είναι σε μια μεγάλη παράγραφο. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, αλλά το έχω μονοτονίσει.

Ο συγγραφέας που επικαλείται ο Ροΐδης όταν λέει «κατά τον Βένφεϋν» πρέπει να είναι ο Γερμανός ανατολιστής Theodor Benfey, οπότε το «ν» είναι της αιτιατικής. Από την άλλη, διόρθωσα εδώ δύο λάθη του πρωτοτύπου, που μάλιστα υπάρχουν και στα Άπαντα: Αίλιος Λαμπρίδιος αντί Λαμπίδιος και Σευήρου αντί Σεύκρου.

Τα κόκκινα αυγά (του Εμμ. Ροΐδη)

Ζητήσας πολλάκις να μάθω διατί τρώγομεν αυγά την Λαμπρήν, και διατί μόνον τότε τα θέλομεν κόκκινα και σκληρά, όχι μόνον ημείς αλλά και όλοι από τον Πόλον μέχρι του Ισημερινού οι χριστιανοί, ηναγκάσθην επί τέλους να κατατάξω την απορίαν μου μεταξύ των αλύτων. Περί τούτου τω όντι ουδέν λέγουσιν ο νόμος και οι προφήται, ουδέ καν οι Ευαγγελισταί, αν δε ερευνήση τις δέκα σοφούς, είναι βέβαιος ότι θα λάβη παρ’ αυτών άλλας τόσας διαφόρους απαντήσεις, απαραλλάκτως ως αν τους ηρώτα ποίον είναι το ιατρικόν της φθίσεως ή το άριστον των πολιτευμάτων. Κατά τινάς μεν το ωόν είναι σύμβολον της αναστάσεως, διότι καθώς συντρίβει ο νεοσσός το κέλυφος, και αναπηδά ζων εξ αυτού, ούτω και ο Ιησούς από του μνήματος την πλάκα. Κατ’ άλλους όμως οι ταύτα διδάσκοντες είναι αγράμματοι και το χειρότερον ασεβείς, τα δε πασχαλινά ημών αυγά κατάγονται κατ’ ευθείαν γραμμήν από εκείνα τα οποία οι κακότροποι Ρωμαίοι ετοποθέτουν ζέοντα υπό την μασχάλην των χριστιανών μαρτύρων, ως γίνεται ακόμη και σήμερον, αν πιστεύσωμεν τους κακόγλωσσους, εις τα υπόγεια της ημετέρας αστυνομίας. Περί τούτων όμως ουδέν θέλουσι ν’ ακούσωσιν οι Σημειολόγοι οι επιμένοντες ότι το ωόν ήτο σύμβολον της γονίμου Ίσιδος και η καθ’ ωρισμένας εορτάς αυγοφαγία έθιμον φοινικικόν μεταδοθέν εις τους εβραίους και τους έλληνας, ως μαρτυρεί ο κρόκος αυτού, όστις κατά τον Βένφεϋν (β’ 179) είναι αυτόχρημα ο Χαλδαϊκός κορκόμ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Λαογραφία, Πασχαλινά, Παλιότερα άρθρα | Με ετικέτα: , , , | 93 Σχόλια »

Ο Παπαδιαμάντης (;) για τους Ολυμπιακούς αγώνες (μια συνεργασία του Σταύρου Παύλου)

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2021

Αρχίζουν την Παρασκευή οι Ολυμπιακοί αγώνες του Τόκιο -ετεροχρονισμένοι, όπως και το πρόσφατο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, αφού το 2020 σημαδεύτηκε από τον κορονοϊό, σημάδι που μένει έτσι κι αλλιώς στη διοργάνωση, αφού οι αγώνες διεξάγονται χωρίς θεατές.

Με την ευκαιρία λοιπόν, ο φίλος μας ο Σταύρος έστειλε μια συνεργασία για ένα πρωτότυπο θέμα: τι έγραψε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης για τους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες των νεότερων χρόνων, το 1896 στην Αθήνα.

Το σημείωμα του Παπαδιαμάντη είναι σύντομο, αλλά ο Σταύρος αναπτύσσει και σχολιάζει το θέμα εκτενώς -ένα θέμα που κι άλλη φορά μας έχει απασχολήσει.

Θα σημειώσω ότι το σημείωμα του Παπαδιαμάντη δημοσιεύτηκε, με υπογραφή Πμ., στην Ακρόπολι στις 15 Απριλίου 1896, δηλαδή μετά τους αγώνες, οι οποίοι έγιναν από 25/3 έως 3/4/1896 με το Ιουλιανό ημερολόγιο που ίσχυε τότε στην Ελλάδα (δηλ. 6-15/4/1896 με το σημερινό). Γι’ αυτό μιλάει για «άρτι τελεσθέντες» αγώνες ο Παπαδιαμάντης στο τέλος.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Όπως εξηγείται στο σχόλιο 24, το κείμενο αυτό, αν και περιέχεται στα Άπαντα του Παπαδιαμάντη θεωρείται πλέον νόθο.

Περισσότερα δεν λέω, ο λόγος στον Παπαδιαμάντη και στον Σταύρο.

Ο Παπαδιαμάντης για τους Ολυμπιακούς Αγώνες

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, με την ευκαιρία των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων που έγιναν στην Αθήνα το 1896, είχε γράψει αμέσως μετά τους αγώνες ένα σύντομο κείμενο, στο οποίο επιχειρούσε να συνδέσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες της αρχαίας εποχής με τους σύγχρονους. Το κείμενο υπάρχει στον πέμπτο τόμο των Απάντων του Παπαδιαμάντη, στο κεφάλαιο Ζ’ Φιλολογικά. Το μεταφέρω εδώ μονοτονισμένο:

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΟΛΥΜΠΙΑΔΕΣ

Γνωστόν τοις πάσι τυγχάνει, ότι οι Ολυμπιακοί αγώνες, ή ακριβέστερον, ως έλεγον οι αρχαίοι, τα Ολύμπια, συνέστησαν μεν κατά παλαιοτάτους χρόνους, εξαφανιζομένους εις τα βάθη της μυθικής εποχής, αλλά κατέστησαν θεσμός και όρος ιστορικός τω 776 προ Χριστού, επί Κοροίβου, ότε ούτος ενίκησεν εν Ολυμπία σταδιοδρομών. Από του έτους εκείνου ηρίθμουν οι αρχαίοι κατ’ Ολυμπιάδας, τετραετές δήλον ότι χρονικόν διάστημα, διαιρούμενον εις τέσσαρα έτη, διότι κατά τετραετίαν ετελούντο οι αγώνες. Διήρκεσε δε ο θεσμός ούτος επί 1170 έτη, όσα διέρρευσαν από του 776 προ Χριστού μέχρι του έτους 394 μετά Χριστόν, ότε κατηργήθησαν τα Ολύμπια οριστικώς επί του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Θεοδοσίου του Μεγάλου, βασιλεύσαντος κατά τα έτη 379 – 395 μετά Χριστόν.

Μέχρι της εποχής εκείνης συνεπληρώθησαν 293 Ολυμπιάδες. Περίεργον δε και όντως άξιον αναγραφής αποβαίνει, ότι εάν μη επήρχετο τότε διακοπή, εξηκολούθει δε η σειρά των τετραετιών, η τέλεσις των Ολυμπιακών Αγώνων συνέπιπτεν ακριβώς προς το έτος 1896 διότι το 776 π. Χρ. και 1896 μ. Χρ. αποτελούσιν αριθμόν ετών 2672, όστις διαιρείται ακριβώς διά τού 4. Η δέ τελεσθείσα εφέτος Ολυμπιάς, λαμβανομένης μεν υπ’ όψιν της διακοπής μετά την 293ην, έχει την σειράν της 294ης. Εάν όμως η αρίθμησις προβή άνευ της διακοπής, έχει σειράν 668ης από της πρώτης αρχής, ήτοι από του 776 π. Χρ.

Η σύμπτωσις αύτη έστω εις έτι πρόσθετος όρος εις την φαεινήν επιτυχίαν των άρτι τελεσθέντων αγώνων.

Ο Παπαδιαμάντης υποστηρίζει ότι το 1896 είναι Ολυμπιακή χρονιά και για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της αρχαιότητας, δηλαδή αν αυτοί συνεχίζονταν μέχρι τις μέρες μας, το 1896 θα ήταν χρονιά Ολυμπιακών Αγώνων, αφού θεωρεί ότι από το 776 π.Χ. μέχρι το 1896 μ.Χ. μεσολαβούν 2672 χρόνια ή ακριβώς 668 τετραετίες. Όμως, ο Παπαδιαμάντης έχει κάνει στον υπολογισμό του ένα πολύ συνηθισμένο λάθος. Προκειμένου να υπολογίσει την χρονική απόσταση ανάμεσα στο 776 π.Χ. και το 1896 μ.Χ. πρόσθεσε τους δύο αριθμούς 776 + 1896 = 2672 χρόνια. Αλλά είναι γνωστό ότι, όταν θέλουμε να υπολογίσουμε πόσα χρόνια μεσολαβούν ανάμεσα σε κάποιο έτος π.Χ. και σε κάποιο έτος μ.Χ., πρέπει από το άθροισμα των δύο αριθμών να αφαιρέσουμε 1, στην προκειμένη περίπτωση 776 + 1896 – 1 = 2671 χρόνια.

Αυτό συμβαίνει επειδή στο Ιστορικό Σύστημα Χρονολόγησης που χρησιμοποιούμε δεν υπάρχει έτος μηδέν. Σε αυτό το σύστημα οι ακέραιοι αριθμοί είναι τοποθετημένοι σε σημεία πάνω στην κλίμακα του χρόνου, όπως συμβαίνει με κάθε κλίμακα μέτρησης ενός μεγέθους, π.χ. θερμοκρασίας. Το 0 θεωρείται συμβατικά η χρονική στιγμή της γέννησης του Χριστού. Σε απόσταση ενός έτους μετά το 0 είναι η χρονική στιγμή 1, μετά ακόμα ένα έτος η χρονική στιγμή 2, κ.ο.κ. Αντίστοιχα, σε απόσταση ενός έτους πριν από το 0 είναι η χρονική στιγμή -1 κλπ.

Τα έτη αριθμούνται με τακτικά αριθμητικά ως προς την χρονική στιγμή 0. Π.χ., μεταξύ 0 και 1 είναι το έτος 1 μ.Χ., δηλαδή το πρώτο έτος μετά την χρονική στιγμή της γέννησης του Χριστού. Αντίστοιχα, μεταξύ 0 και -1 είναι το έτος 1 π.Χ., δηλαδή το πρώτο έτος πριν από την χρονική στιγμή της γέννησης του Χριστού. Το 1 μ.Χ. ακολουθεί μετά το 1 π.Χ. και επομένως απέχουν μεταξύ τους 1 έτος και όχι 1 + 1 = 2 έτη, όπως θα έδινε ο υπολογισμός του Παπαδιαμάντη. Αυτή η ασυνέπεια στον υπολογισμό αίρεται αν λάβουμε υπ’ όψη τις υποδιαιρέσεις των ετών. Για παράδειγμα, ας θεωρήσουμε την χρονική διαφορά ανάμεσα στις 10 Μαρτίου του 1 π.Χ. και στις 10 Μαρτίου του 1 μ.Χ. Προφανώς η απόσταση είναι ένα έτος. Χρησιμοποιώντας υποδιαιρέσεις των ετών για τον ακριβή αλγεβρικό υπολογισμό έχουμε ότι η πρώτη χρονική στιγμή είναι η -0,786 και δεύτερη η 0,214. Η διαφορά τους είναι 0,214 – (-0,786) = 1. Γιατί όμως προκύπτει το σφάλμα στον υπολογισμό αν χειριστούμε τα έτη σαν ακέραιες ποσότητες; Υπεύθυνος είναι ο τρόπος που κάνουμε την στρογγυλοποίηση. Το λογικό είναι η στρογγυλοποίηση να γίνεται στον πλησιέστερο ακέραιο. Στο παραπάνω παράδειγμα η πρώτη τιμή πρέπει να στρογγυλοποιηθεί στο -1 και η δεύτερη στο 0, οπότε θα προκύψει το σωστό αποτέλεσμα. Στην πράξη όμως η στρογγυλοποίηση γίνεται στο -1 και στο 1.

Στην αστρονομία, στην οποία δουλεύουν με μεγάλες χρονικές κλίμακες, δεν ενδιαφέρονται για τις υποδιαιρέσεις των ετών. Έτσι, προκειμένου να μπορούν να κάνουν απλούς αριθμητικούς υπολογισμούς με τις χρονολογίες και να αποφεύγουν τέτοια λάθη, έχουν ορίσει το Αστρονομικό Σύστημα Χρονολόγησης, στο οποίο έχει προστεθεί έτος 0, οπότε οι ακέραιοι αριθμοί αριθμούν έτη και όχι χρονικές στιγμές. Συγκεκριμένα το 1 π.Χ. ορίζεται ως έτος 0, το 2 π.Χ. ως έτος -1, κ.ο.κ. Παρόμοια είναι και η αρίθμηση ISO 8601.

Για τις Ολυμπιακές χρονιές είναι απλό να δούμε ότι μετά το 4 π.Χ. ακολουθεί το 1 μ.Χ. και βέβαια απέχουν μεταξύ τους μια τετραετία και όχι 4 + 1 = 5 χρόνια. Φυσικά, όλες οι μ.Χ. Ολυμπιάδες έγιναν σε χρονιές που είναι περιττοί αριθμοί και επομένως το 1896 δεν θα μπορούσε να είναι Ολυμπιακή χρονιά για τους αγώνες της αρχαιότητας. Όμως κατά σύμπτωση αυτό ισχύει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που
διεξάγονται φέτος με την μετάθεσή τους κατά ένα έτος λόγω της πανδημίας.

Όμως, δεν μπορεί κανείς να είναι αυστηρός με τον Παπαδιαμάντη για ένα τέτοιο λάθος. Είναι ένα λάθος πολύ κοινό. Δεν είναι εύκολο να το προσέξει κανείς αν δεν του υποδειχτεί, ιδίως στα χρόνια του Παπαδιαμάντη. Κι αυτό επειδή φαίνεται σχεδόν προφανές ότι, για να υπολογίσει κανείς την χρονική απόσταση μεταξύ μιας χρονολογίας π.Χ. και μιας μ.Χ., αρκεί η πρόσθεση των π.Χ. και των μ.Χ. ετών. Ακόμα κι όταν υποδειχτεί σε κάποιον που δεν το ξέρει ή δεν το έχει σκεφτεί, χρειάζεται κάποιο χρόνο για να το κατανοήσει.

Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις επετείων που, εξαιτίας αυτού του λάθους, εορτάστηκαν έναν χρόνο νωρίτερα. Το 1985 είχαν εορταστεί τα 2300 χρόνια από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης (315 π.Χ.). Το 2010 έγιναν διάφορες εκδηλώσεις για τον εορτασμό των 2500 χρόνων από την μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.) μεταξύ των οποίων διεθνές συμπόσιο στους Δελφούς, ενώ και η διεξαγωγή του κλασικού Μαραθωνίου της Αθήνας αποτέλεσε μέρος των εκδηλώσεων αυτών. Το 2016 είχε ανακηρυχτεί Επετειακό Έτος Αριστοτέλη για την συμπλήρωση 2400 χρόνων από την γέννησή του (384 π.Χ.). Τέλος, πέρυσι επρόκειτο να εορταστεί η συμπλήρωση 2500 ετών από την μάχη των Θερμοπυλών και από την ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), αλλά λόγω της πανδημίας δεν πραγματοποιήθηκαν οι εκδηλώσεις που είχαν προγραμματιστεί.

Όλες αυτές οι επέτειοι θα έπρεπε να είναι ένα χρόνο αργότερα. Βέβαια, η διαφορά ενός έτους στον εορτασμό της επετείου ενός γεγονότος που συνέβη τόσο πίσω στον χρόνο έχει ελάχιστη σημασία. Αν και έχει επισημανθεί σε κάποιες περιπτώσεις ποιο είναι το σωστό επετειακό έτος, ίσως και να είναι προτιμότερο να αγνοείται το λάθος, ώστε να μη προκαλείται σύγχυση σε όσους δεν γνωρίζουν τις λεπτομέρειες του υπολογισμού, που είναι και οι περισσότεροι (άλλωστε έτσι ο εορτασμός των 2300 ετών της Θεσσαλονίκης συνέπεσε με την κατάκτηση του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου από τον ΠΑΟΚ 🙂). Στον υπολογισμό όμως των Ολυμπιακών ετών το λάθος δεν μπορεί να αγνοηθεί αφού πρέπει να διατηρηθεί η απόσταση της τετραετίας μεταξύ τους.

Ο Παπαδιαμάντης δίνει για χρονολογία κατάργησης των Ολυμπιακών Αγώνων της αρχαιότητας το 394 μ.Χ., ενώ η Wikipedia δίνει ως έτος τέλεσης των τελευταίων Ολυμπιακών Αγώνων το 393 μ.Χ. Οι τελευταίοι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν οι 293οι, όπως σωστά σημειώνει ο Παπαδιαμάντης, αφού από την πρώτη Ολυμπιάδα το 776 π.Χ. μέχρι το 393 μ.Χ. μεσολαβούν (776+393-1)/4 = 292 τετραετίες. Όμως, για την Ολυμπιάδα του 1896 σημειώνει ότι θα ήταν η 668η, ενώ κατά τον υπολογισμό του απέχει από την πρώτη 2672 χρόνια = 668 τετραετίες και επομένως θα έπρεπε να είναι η 669η.

Ανεξάρτητα πάντως από αυτά τα μικρολάθη, είναι αξιοσημείωτη η παρατηρητικότητα του Παπαδιαμάντη πάνω σε ένα μάλλον ασυνήθιστο γι’ αυτόν θέμα.

Posted in Ημερολογιακά, Παπαδιαμάντης, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 126 Σχόλια »

Εβραίικη φτώχεια (του Χρήστου Χρηστοβασίλη)

Posted by sarant στο 29 Απριλίου, 2018

Πριν από μερικές μέρες, καθώς συζητουσαμε για το βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ και τους Εβραίους εργάτες που ίδρυσαν τη Μπουντ, η συζήτηση ήρθε στους Εβραίους προλετάριους και ο φίλος μας ο Κόρτο ανέφερε στα σχόλια μια σειρά ανταποκρίσεων του Χρήστου Χρηστοβασιλη από την οθωμανική Θεσσαλονίκη, στις οποιες επισης θίγεται το θέμα των φτωχών Εβραίων -κόντρα στο στερεότυπο που θέλει ολους τους Εβραίους να ειναι πλούσιοι ή έστω μονομανείς με το χρήμα. Θυμηθηκα με την ευκαιρία ένα μικρο απόσπασμα από το «προλεταριακό» μυθιστόρημα Jews without Money του Μάικλ Γκολντ, που είχα μεταφράσει στα νιάτα μου (για μια ανθολογια αμερικάνικης προλεταριακής λογοτεχνιας) και ζήτησα απο τον φιλο μας τον Κόρτο να δει αν μπορει να πληκτρολογήσει κάτι να το ανεβάσουμε εδώ.

Ο Κόρτο μού έστειλε λοιπόν τη σημερινή συνεργασία -τον ευχαριστώ πολύ και τη δημοσιεύω. Βέβαια, μέσα στη βδομάδα είχαμε και ένα ακόμα άρθρο (όπου η συζήτηση ακόμα συνεχίζεται) περί αντισημιτισμού, αλλά πρόκειται για καθαρή σύμπτωση.

Εκτος από την ανταπόκριση του Χρηστοβασιλη, ο Κόρτο έστειλε και εκτενή εισαγωγή, οποτε εγω καλό ειναι να μην μακρηγορήσω. Να πω πάντως ότι ο Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937) ήταν σημαντικός λογοτέχνης και δημοσιογράφος, λίγο μεγαλύτερος από τον Κρυστάλλη, που έγραψε εκτενώς για την Ήπειρο. Σημειώνω επίσης με κάποια απορία την πληροφορία του Χρηστοβασίλη ότι στην οθωμανική Θεσσαλονίκη του 1890 είχαν μεταναστεύσει Εβραίοι απο τη Ρωσία.

Πέρα απο το μονοτονικό, δεν άλλαξα την ορθογραφια του πρωτοτύπου. Ίσως γερνάω.

ΕΒΡΑΙΙΚΗ ΦΤΩΧΕΙΑ (του Χρήστου Χρηστοβασίλη)

Πρόλογος:

Το ακόλουθο κείμενο του Χρήστου Χρηστοβασίλη ανήκει σε μία σειρά επιστολών δημοσιογραφικού χαρακτήρα, με γενικό τίτλο «Εντυπώσεις εκ Θεσσαλονίκης», τις οποίες συνέταξε ο συγγραφέας κατά την επίσκεψή του στην πόλη το 1894. Η σειρά αποτελείται από ένδεκα ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις, στις οποίες κατά κύριο λόγο περιγράφονται διάφορες όψεις της τότε πολυάριθμης εβραϊκής κοινότητας.

Η πρώτη δημοσίευση των επιστολών έγινε μόλις το 2007, από τις εκδόσεις «ΡΟΕΣ/ οι Ηπειρώτες», στο βιβλίο1 «Περί Εβραίων», με αναλυτική και κατατοπιστική εισαγωγή της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου και φιλολογική επιμέλεια της Δροσιάς Κατσίλα, εγγονής του Χρηστοβασίλη και μελετήτριας του έργου του, η οποία ανέσυρε τα κείμενα αυτά από το ιδιωτικό αρχείο του Αλέξη και της Ντόρας Μπακοπούλου, επίσης εγγονών του συγγραφέα. Όπως σημειώνεται από την Δ. Κατσίλα, δεν είναι γνωστό αν πράγματι υπήρξε ποτέ κάποιος αποδέκτης των επιστολών. Πάντως στην εισαγωγή της παραπάνω έκδοσης, η Φ. Αμπατζοπούλου εικάζει βάσιμα ότι οι επιστολές γράφηκαν για λογαριασμό της εφημερίδας «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη, με την οποία συνεργαζόταν ο Χρηστοβασίλης, αλλά τελικά δεν δημοσιεύτηκαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Εφημεριδογραφικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , , , | 119 Σχόλια »

Η μέρα της λαγάνας ξανά

Posted by sarant στο 19 Φεβρουαρίου, 2018

Επειδή έχω πάει μια μικρή εκδρομή, θα επαναλάβω σήμερα ένα παλιότερο άρθρο για τη σημερινή μέρα, που το είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από έξι χρόνια. Έχω προσθέσει πάντως κάμποσα πράγματα.

Ένα σύντομο πριν πάω να πετάξω τον χαρταετό (ή να τσακίσω τα σαρακοστιανά, που είναι και το πραγματικό… επίδικο της γιορτής), για μία από τις πολλές ξεχωριστές λέξεις της σημερινής μέρας, τη λαγάνα.

Η λαγάνα είναι το επίπεδο ψωμί χωρίς προζύμι που τρώμε την Καθαρά Δευτέρα (και ουσιαστικά μόνο την Καθαρά Δευτέρα, τουλάχιστον οι περισσότεροι). Αυτή είναι η πανελλήνια ονομασία, νομίζω, αν και βέβαια υπάρχουν τοπικά πολλές και διάφορες παραλλαγές και ονομασίες, για παράδειγμα σε ένα κορφιάτικο γλωσσάρι βρίσκω άλλες δυο λέξεις, την ξεπεταχτή και τη φλάουνα, που είναι, λέει, αλευρόπιτα (από το αγγλικό flour)· έχω πολλές επιφυλάξεις για την ετυμολογία, αφού η λέξη «φλαούνα» απαντά και στα νησιά του Αιγαίου, πχ την Τήνο, όπου δεν υπάρχει αγγλική επιρροή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 175 Σχόλια »

Απόκριες πριν από 115 χρόνια

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2018

Δημοσιεύω σήμερα, μέρα που είναι, ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος την 1η Μαρτίου 1952, τελευταίο αποκριάτικο Σάββατο, στο οποίο ο ποιητής θυμάται την Αποκριά του 1903.

Ο τίτλος του χρονογραφήματος είναι «Πριν από πενήντα» (χωρίς το αναμενόμενο αλλά εννοούμενο «χρόνια») με μια μικρή ανακρίβεια, χρονογραφική αδεία, αφού στην πραγματικότητα τα χρόνια είναι 49. Ωστόσο δεν θα μπορούσαν να είναι πενήντα διότι η Αποκριά του 1903 ήταν η πρώτη του Βάρναλη στην Αθήνα και γενικότερα στην Ελλάδα, αφού ήρθε για να σπουδάσει στη Φιλοσοφική, υπότροφος από κάποιο κληροδότημα, τον Οκτώβριο του 1902, δεκαοχτάχρονος.

Σημαδιακή λοιπόν εκείνη η πρώτη αθηναϊκή αποκριά για τον Βάρναλη, αν και κυρίως δεν περιγράφει τις δικές του αναμνήσεις, αλλά παραθέτει, στο μεγαλύτερο μέρος του χρονογραφήματος, αποσπάσματα από άρθρο της Ακροπόλεως εκείνων των ημερών -να είχε φυλάξει το παλιό εκείνο φύλλο στα χαρτιά του; Ή να το αναζήτησε στην Εθνική Βιβλιοθήκη;

Μια σύμπτωση που συνέβαλε στο να αποφασίσω να παρουσιάσω σήμερα το άρθρο αυτό είναι ότι o Βάρναλης γράφει πως η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς του 1903 έπεφτε στις 18 Φεβρουαρίου, όπως και σήμερα δηλαδή.

Ωστόσο, όταν έγραφα πια το άρθρο, άρχισε να με τσιγκλάει το καβουράκι της αμφισβήτησης, και θέλησα να το ελέγξω, αν όντως το 1903 η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς ήταν στις 18.2. Δεν είναι τόσο εύκολο να βρεις τις κινητές εορτές για τα χρόνια πριν από το 1923, που άλλαξε το ημερολόγιο. Για παράδειγμα, στη σελίδα αυτή είναι λάθος. Τελικά όμως, έψαξα και βρήκα την Ακρόπολι του 1903, βρήκα το φύλλο από το οποίο έχει αντλήσει υλικό ο Βάρναλης και είδα πως η χρονολόγηση που δίνει δεν ισχύει: είχε προφανώς μπροστά του το φύλλο της Ακροπόλεως της 18.2.1903, που περιγράφει τις αποκριάτικες σκηνές, το οποίο όμως κυκλοφόρησε την Τρίτη μετά την Καθαρά Δευτέρα. Η Κυριακή λοιπόν ήταν η 16η Φεβρουαρίου και μόλις έφαγα τέσσερις αράδες και κάμποση ώρα για μια τελείως άχρηστη εξακρίβωση.

Αλλά η μικρή απόκλιση των 2 ημερών δεν θα μας πτοήσει. Ας δουμε πώς γιορτάζονταν οι Απόκριες πριν από 49+66 = 115 χρόνια.

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΠΕΝΗΝΤΑ (Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1.3.1952)

Αποκριές του 1903! Πρωθυ­πουργός o υπερπελοποννήσιος Θ. Δηλιγιάννης, πρόεδρος τής Βουλής Δ. Ράλλης, μακεδονικόν ζήτημα, στρατιωτικόν ζήτημα, σταφιδικόν ζήτημα, το σκάνδαλον της πριγκίπισσας τής Σαξωνίας, εγκαίνια του Υπερσιβηρικού και ηλεκτροφωτισμός των οδών Σταδίου, Ερμού κι Αιόλου! Ο Σουρής εκδίδει ποι­ήματα, ο Οίκος Φέξη τους Μοϊκα­νούς των Παρισίων, η Ακρόπολις τον «Εγκληματίαν Άνθρωπον» κι ο Γεράσιμος Βώκος «εκ τών δημιουργικών, εμβριθών και μορφωμένων δημοσιογράφων της πρώτης γραμ­μής» ανέλαβε την υποδιεύθυνση της «Ακροπόλεως». Καζάζης, Χρηστοβασίλης, Ματσούκας, Καλλιρρόη Παρρέν κατέχουν τα σκήπτρα του εθνισμού και της προόδου —κι η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς είναι η 18η Φεβρουαρίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Επετειακά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 144 Σχόλια »

Γουτού γουπατού (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2016

papadiamantis_05Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μου αρέσει να συνεχίζω μια παλιά συνήθεια, από τότε που ο παππούς μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι ή την παραμονή έπαιρνε έναν μαυροντυμένο τόμο από τους πέντε του Βαλέτα και διάβαζε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη.  Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού όπως διάβαζε, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οπότε, καθιέρωσα κι εγώ στις γιορτές να βάζω ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.

Στα πρώτα Χριστούγεννα του ιστολογίου είχα ανεβάσει  «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», ένα διήγημα σε παπαδιαμαντικό ύφος του Βάρναλη, το 2010 ένα άλλο παπαδιαμαντικό του Τάσου Βουρνά, το 2011 το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ το 2012 έσπασε η παράδοση και έβαλα τα Κάλαντα του Λαπαθιώτη. To 2013 επανήλθα στην πεπατημένη, με ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, τον «Αμερικάνο», το ίδιο και πρόπερσι, που έβαλα τα «Χριστούγεννα του τεμπέλη«. Πέρυσι παρουσίασα το γνωστότερο ίσως χριστουγεννιάτικο διήγημα του κυρ Αλέξαντρου, τη Σταχομαζώχτρα.

Το φετινό διήγημα παρεκκλίνει κατά μερικές μοίρες από την πεπατημένη, αφού το διήγημα που θα διαβάσετε δεν είναι αυστηρά χριστουγεννιάτικο, είναι πρωτοχρονιάτικο. Θα θεωρήσουμε όμως ενιαίο σύνολο το εορταστικό δωδεκάμερο.

Φυσικά, ξέρω ότι πρόκειται για ένα διήγημα αρκετά γνωστό, που έχει ανθολογηθεί επανειλημμένα, οπότε αρκετοί θα το έχετε διαβάσει, και επειδή έχει θέμα πρωτότυπο εικάζω ότι θα το θυμάστε. Ωστόσο, τα Χριστούγεννα είναι γιορτή που την περνάμε με τους οικείους μας, και τούτο θαρρώ ισχύει και για τα διαβάσματά μας, οπότε αν ξαναδιαβάσουμε την ιστορία του Μανώλη του Ταπόη μπορεί να βρούμε κάτι που το είχαμε προσπεράσει πρωτύτερα.

Το «Γουτού Γουπατού» δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την πρωτοχρονιά του 1899 στην Ακρόπολι -είπαμε, είναι διήγημα πρωτοχρονιάτικο. Πήρα το κείμενο απο την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου και εκσυγχρόνισα λίγο περισσότερο την ορθογραφία. Στο τέλος έχω βάλει μερικά λεξιλογικά.

Να σημειωθεί ότι το διήγημα έχει δώσει το όνομα σε παιδικό σταθμό, ενώ μπορείτε επίσης να το ακούσετε από τον Αντώνη Μουλά.

ΓΟΥΤΟΥ ΓΟΥΠΑΤΟΥ

Τον επετροβολούσαν οι μάγκες της αγοράς, τον εχλεύαζον τα κορίτσια της γειτονιάς, τον εφοβούντο τα νήπια  και τα βρέφη. Τον έλεγαν κοινώς «ο Ταπόης» ή «ο Μανώλης το Ταπόι».

— Ο Ταπόης! Να, ο Ταπόης έρχεται…

Φόβος και τρόμος εκολλούσε τα άκακα βρέφη εις το άκουσμα του ονόματος τούτου. Η νεολαία του χωρίου, οι θαμώνες των μαγαζιών και των καφενείων, δεν έπαυαν ποτέ να τον  πειράζουν.

— Είσ’ ένα χταπόδι, καημένε Μανωλιό· είσαι χταπόδι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 112 Σχόλια »

Αναπολώ… (χρονογράφημα του Ναπ. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 30 Οκτωβρίου, 2016

Μια από τις παραδόσεις του ιστολογίου που τηρείται, αν δεν σφάλλω, απαρέγκλιτα, είναι να τιμάμε την επέτειο της γέννησης (31 Οκτωβρίου) και της αυτοκτονίας (8 Ιανουαρίου) του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Η δημοσίευση δεν γίνεται απαραίτητα τη μέρα της επετείου αλλά ίσως την πιο κοντινή Κυριακή, αφού η Κυριακή είναι η μέρα που συνηθίζουμε να βάζουμε φιλολογικά άρθρα.

Συχνά τέτοιες μέρες παρουσιάζω κάποιο αθησαύριστο ποίημα ή άλλο κείμενο του Λαπαθιώτη, και τη συνήθεια αυτή θα συνεχίσω και σήμερα. Όχι με ποίημα αθησαύριστο, διότι δεν είναι και τόσα πολλά, αλλά με ένα χρονογράφημα αφιερωμένο σε μιαν αγαπημένη πόλη του Λαπαθιώτη, το Ναύπλιο.

Ο Λαπαθιώτης όταν ήταν παιδί, στα οχτώ του χρόνια, πέρασε μερικούς μήνες στο Ναύπλιο, όπου εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς το 1896 όταν ο πατέρας του, ο στρατιωτικός καριέρας Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ορίστηκε διοικητής του εκεί Οπλοστασίου (που πρέπει να ήταν επίσης στρατιωτικό οπλουργείο). Παρά τη σχετικά σύντομη διάρκεια της διαμονής στο Ναύπλιο, ο Λαπαθιώτης αγάπησε την πόλη και κράτησε τις καλύτερες αναμνήσεις -και στην αυτοβιογραφία του αφιερώνει αρκετές σελίδες στη διαμονή του στο Ναύπλιο. Η ειδυλλιακή διαμονή διακόπηκε την άνοιξη του 1897, όταν, με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο πατέρας Λαπαθιώτης έφυγε για το μέτωπο της Ηπείρου και η υπόλοιπη οικογένεια επέστρεψε στην Αθήνα.

Το 1915, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, ο 27χρονος πια ποιητής επιστρέφει στο Ναύπλιο: μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό και τον Κλέωνα Παράσχο έκαναν μια εκδρομή στην Πελοπόννησο και πέρασαν μερικές μέρες στο Ναύπλιο. Κάποιες εντυπώσεις του από την εκδρομή αυτή τις κατέγραψε σε χρονογραφήματα που δημοσίευσε στην Ακρόπολι, με την οποία συνεργάστηκε αρκετές φορές στο πρώτο μισό του 1915, κυρίως αλλά όχι μόνο με χρονογραφήματα.

Διάλεξα λοιπόν να  παρουσιάσω σήμερα το χρονογράφημα «Αναπολώ…» που δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολι στις 14 Μαρτίου 1915 και είναι αφιερωμένο στο Ναύπλιο, τόσο στην πρόσφατη διαμονή του όσο και στις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία.

Και από μια άποψη, έχει γούστο, να διαβάζουμε 101 χρόνια μετά, ένα κείμενο που γράφτηκε χωρίς καμιά απαίτηση για υστεροφημία -τι πιο εφήμερο από ένα χρονογράφημα; Από την άλλη, πάντοτε έχουν ενδιαφέρον τα κείμενα που είναι αφιερωμένα σε μια πόλη, όπως εδώ στο Ναύπλιο -μια πόλη που πολλοί συγκαταλέγουν στις αγαπημένες τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Ταξιδιωτικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 152 Σχόλια »

Λωποδυτική ανθολογία (για την αργκό το 1934)

Posted by sarant στο 28 Σεπτεμβρίου, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι αναδημοσίευση ενός κειμένου που δημοσιεύτηκε το 1934 στην εφημερίδα «Ακρόπολις» με θέμα την αργκό του υποκόσμου της εποχής. Το ανακάλυψε τυχαία ο φίλος μας ο Κόρτο και προσφέρθηκε να το πληκτρολογήσει και να μου το στείλει, μια και έχει γλωσσικό ενδιαφέρον.

Ο συντάκτης του άρθρου παρουσιάζει την αργκό του υποκόσμου στους ευυπόληπτους αναγνώστες της εφημερίδας σαν κάτι το εξωτικό, ιδωμένο ή ακουσμένο απέξω -όχι δηλαδή όπως την προσλάμβανε, λίγο νωρίτερα, ο αναγνώστης πχ. των μυθιστορημάτων του Πέτρου Πικρού. Αναρωτιέμαι αν δοκίμασε τον πειρασμό να εμπλουτίσει λίγο το υλικό του για να το κάνει πιο αξιοπερίεργο (κι αν ενέδωσε στον πειρασμό) -και βέβαια, ύστερα από 80 χρόνια δεν είναι καθόλου εύκολο να κρίνουμε την αυθεντικότητά του.

Ο συντάκτης παραθέτει δύο αργκοτικά κείμενα, εμφανώς φτιαχτά από τον ίδιο και κατάφορτα από συνθηματικές λέξεις και φράσεις, που τα εξηγεί και δίνει και γλωσσάρι -το πρώτο κείμενο έχει λέξεις που παραπέμπουν σε άνθη και φυτά ενώ το δεύτερο θυμίζει τα καλιαρντά. Καθώς το άρθρο δημοσιεύεται αμέσως μετά την πρωτομαγιά, ο αρθρογράφος παίρνει αφορμή από τη γιορτή των λουλουδιών, κάνοντας υπαινιγμό και σε έναν διάσημο στην εποχή του στίχο του Αχιλλέα Παράσχου, και στη συνέχεια παρουσιάζει το «ανθοκομικό» κείμενο.

Το άρθρο το υπογράφει ο Ε. Θωμόπουλος, που πρέπει να είναι ο Στάθης Θωμόπουλος, που τον αναφέρει ο Μάγερ στην Ιστορία του Ελληνικού Τύπου σαν συντάκτη της Ακροπόλεως. Τον βρίσκω να υπογράφει τη νεκρολογία του Λαπαθιώτη το 1944 και το ρεπορτάζ για τη δίκη του Ναυτικού το 1948.

Κατ’ εξαίρεση, διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, αλλά βέβαια μονοτονίζω. Και ευχαριστώ και πάλι τον Κόρτο!

ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ————— ΤΕΤΑΡΤΗ, 2 Μαΐου 1934

ΖΩΗ ΚΑΙ ΚΙΝΗΣΙΣ

ΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΤΟΥ ΥΠΟΚΟΣΜΟΥ

 

ΛΩΠΟΔΥΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

Οι ερωτευμένοι, οι ποιηταί και οι άνθρωποι των πέντε δακτύλων – Το λουλούδινον αλφάβητον της ρωμέϊκης αργκώ- Μία συνταγή και μία απολογία με τα τρία περίεργα ιδιώματα.

Σπεύσαντες οι ερασταί έδρεψαν…ναρκίσσους, εις της πρωτομαγιάς τους φαιδρούς και ευώδεις παραδείσους, όπως θέλει ο παληός ρωμαντικός ποιητής. Και όπως ήθελαν οι σύγχρονοι ποιηταί και ποετάστροι, οι οποίοι υπεράφθονοι όπως τα μανιτάρια της εποχής, «αδεία της ημέρας», μας άλλαζαν τον αδόξαστο από των στηλών των εφημερίδων και των περιοδικών. Οι ύμνοι και οι παιάνες προς τον μήνα των ρόδων και του έρωτος, δια τα εξαίσια των οποίων «ουδενός μάρτυρος εστί χρεία», έδωσαν κι’ επήραν. Από την γενικήν…ανθοφιλολογίαν όμως ελησμονήθη η πρακτικωτέρα! Εκείνη, που κάμνει τους επιχειρηματίας των πέντε δακτύλων να συνεννοούνται και να χαίρωνται…τα αγαθά του επαγγέλματός των και τα λαγωνικά της αστυνομίας να «τρελλαίνωνται» από το κακό τους, που δεν ημπορούν να την εννοήσουν. Να μας συγχωρούν οι ερωτευμένοι και οι ποιηταί. Αλλά και οι λωποδύτες έχουν εμπνευσθή και αυτοί από την ανθολογίαν τας προσωνυμίας των μεγάλων τους κόλπων. Οι αστυνομικοί μετά μακράς και πολυμόχθους προσπαθείας, έχουν κατατοπισθή επάνω – κάτω με την λουλούδινη λωποδυτικήν αυτήν διάλεκτον. Όχι δε ολοκληρωτικώς, γιατί και η περίεργος διάλεκτος έχει διαρκή την ανανέωσιν με τας εμπνεύσεις των ενδιαφερομένων από τον κόσμο των λουλουδιών και των χορταρικών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αναδημοσιεύσεις | Με ετικέτα: , , | 172 Σχόλια »

Ένα αθησαύριστο φιλοπόλεμο «Σάλπισμα» του Ναπ. Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 3 Απριλίου, 2016

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 39 (άνοιξη 2016) του περιοδικού «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργάζομαι ταχτικά. Παρουσιάζω σε αυτό ένα αθησαύριστο ποίημα του Ν. Λαπαθιώτη, ενός ποιητή που με το έργο του ασχολούμαι εδώ και πολλά χρόνια. Γενικά, μου αρέσει να αναζητώ αθησαύριστα έργα και χαίρομαι πολύ όταν τα ανακαλύπτω, παρόλο που πολύ σπάνια ένα χαμένο έργο θα αλλάξει την εικόνα που έχουμε για έναν λογοτέχνη -θα προσθέσει απλώς μια ψηφίδα.

Αναδημοσιεύω εδώ το άρθρο μου, προσθέτοντας συνδέσμους. Επίσης, βάζω και ένα άλλο (όχι άγνωστο) ποίημα του Λαπαθιώτη, που κάνει αντίστιξη με το «Σάλπισμα» και που δεν το έβαλα στο έντυπο άρθρο επειδή υπήρχε περιορισμός χώρου. Εδώ, δόξα ο Θεός, δεν φοβόμαστε μήπως εξαντληθούν τα καναδέζικα ηλεδάση.

Ένα αθησαύριστο φιλοπόλεμο Σάλπισμα του Ναπ. Λαπαθιώτη

Σε προηγούμενα τεύχη των Μικροφιλολογικών έχω παρουσιάσει αθησαύριστα επικαιρικά ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη γραμμένα την εποχή του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. («Εις τον θάνατον των υιών του Ριτσιότη Γαριβάλδη» (τχ. 29, 51-54), δημοσιευμένο τον Ιανουάριο του 1915, και «Κατάρα» (τχ. 31, 29-32), δημοσιευμένο τον Ιούνιο του 1917). Επικαιρικό και αθησαύριστο είναι και το ποίημα που θα παρουσιάσω σήμερα, αλλά έχει γραφτεί νωρίτερα, την εποχή των βαλκανικών πολέμων.

Ως τώρα, είναι γνωστά δύο ποιήματα του Λαπαθιώτη για τους βαλκανικούς πολέμους: τα «Stabat Mater Dolorosa» (Νουμάς, Νοέμβριος 1912) και «Οι αγύριστοι» (Ακρόπολις, 22 Ιουλίου 1913). Και τα δύο είναι αντιπολεμικά, μάλιστα το πρώτο είχε γίνει και αντικείμενο χλεύης και παρωδίας από τον συντηρητικό τύπο της εποχής του (βλ. Λαπαθιώτη Η ζωή μου, σε επιμέλεια Γιάννη Παπακώστα, σελ. 210-212). Και τα δυο εστιάζονται όχι σε πολεμικές δόξες αλλά στον καημό των μανάδων που θρηνούν τους νεκρούς γιους τους, ενώ και τα δυο είναι γραμμένα ύστερα από μιαν αποφασιστική καμπή του πολέμου: το πρώτο ύστερα από την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, ενώ το δεύτερο μετά την ανακωχή και τον τερματισμό των επιχειρήσεων στον Β’ Βαλκανικό πόλεμο.

Το ποίημα που θα παρουσιάσω σήμερα διαφέρει ριζικά: όχι απλώς δεν είναι αντιπολεμικό, αλλά μάλλον πολεμοχαρές πρέπει να χαρακτηριστεί. Αυτό άλλωστε εξαγγέλλει και ο ποιητής στους δυο πρώτους στίχους του.

Δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολι στις 4 Ιουλίου 1913, στη 2η σελίδα. Στην εδώ δημοσίευση μονοτονίζω και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία αλλά διατηρώ τη γραφή κάποιων λέξεων με αρχικό κεφαλαίο.

 

Σάλπισμα!…

Το Λυδικόν τρόπο ας κοιμήσω,
τον πλιο γερό ρυθμό να πάρω,
τα σωτικά να τρικυμίσω,
ναν τα γιομίσω από το Μίσο
της Βουλγαριάς και των Βουλγάρω.

Πέρα απ’ το πέλαο το γαλάζο
σα μπόρα την Κραυγή μου λύνω,
τον πράο το στίχο τον αλλάζω,
και μέσ’ στα τρίστρατα αλαλάζω
την παλιά Δόξα των Eλλήνω.

Εντός μου εκόχλασεν η μπόρα,
και μιαν αποθυμιάν ελύθη
μέσ’ την ψυχή μου· πώς να ημπόρα
ναν τα μεταναστήσει τώρα
όσα που τα κατάπιε η Λήθη.

Τα χρυσά χρόνια, τα χαμένα
Ώ Λαέ, καλέ και τρισμεγάλε.
Τραβώντας τα απ’ τον ύπνο –ωιμένα.
Δοσμένο ας ήτανε σε μένα,
στον Ήλιο ναν τα υψώσω πάλε!

Τη Δόξα –του κορμιού του αλκίμου
που σκέπη το ίδιο φως του εφόρειε
μελώδισέ τη, ω μουσική μου.
(Κάτου απ’ τα δάφνα κοίμου, ω κοίμου.
Τρισεύγενε Αθηναίε πανώριε…)

Ω Παρθενώνες κι Εικοσιένα
χρόνια χρυσά, μέρες και μήνες.
Ελάτε, ελάτε ασημωμένα,
ω Παρθενώνες κι Εικοσιένα,
Μαραθώνες και Σαλαμίνες!

Απάνου απ’ όλους θαν τις σείσω
τις Δόξες σας –κι από το νόημά τους
τα στήθια θαν τα πλημμυρίσω·
–από θυμόν παλικαρίσον
όλους ναν τους ιδώ γιομάτους.

Όλη η Φυλή, η Φυλή ν’ αντρειέψει,
να γίνει θάμπος μέσ’ τα θάμπη,
κι ιλαρό δάκρυο να μουσκέψει
τα μάτια –και να λάμψει η Σκέψη
όπου το θείο τους νόημα θα ’μπει…

Ω Πνεύμα, Δίκαιο Πνεύμα, δράμε
εσύ που τ’ άκουσες και τα ’δες,
και την ψυχήν μας όλην κάμε
μια φλόγα, ένα σπαθί, να πάμε
εκδικητές και νικητάδες…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λαπαθιώτης, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 117 Σχόλια »

Μια χριστουγεννιάτικη ανάμνηση

Posted by sarant στο 27 Δεκεμβρίου, 2015

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε το 1943 στα Αθηναϊκά Νέα, όπως λεγόταν τότε η εφημερίδα που σήμερα λέγεται «Τα Νέα» (και που, για την περίοδο της Κατοχής, διευθυνόταν από ομάδα συντακτών), και έχει θέμα χριστουγεννιάτικο -αν και δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι.

Είναι μια δημοσιογραφική ανάμνηση, γραμμένη από τον Σταμ. Σταμ. ή Σταμάτη Σταματίου (1881-1946), δημοσιογράφο από τη Ναύπακτο που δούλεψε γόνιμα επί πολλές δεκαετίες κατά την προπολεμική περίοδο στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο και έγινε κυρίως γνωστός από τις εύθυμες «Ιστορίες του χωριού», γραμμένες σε ρουμελιώτικο ιδίωμα.

Η επιφυλλίδα δημοσιεύτηκε με τίτλο «Πώς τον πρωτογνώρισα», και υπέρτιτλο «Της νύχτας τα φαντάσματα», καθώς και με τον υπότιτλο «Του συνεργάτου μας κ. Σταμ. Σταμ.»

Στο Διαδίκτυο βρήκα αποσπάσματά της, αλλά όχι ολόκληρο το κείμενο, οπότε δεν βλάφτει να την παραθέσω ολόκληρη -εκσυγχρονίζω την ορθογραφία και ζητώ συγνώμη για τα λαθάκια που ίσως υπάρχουν. Στο τέλος γράφω κάποια σχόλια.

Βρέχει, βρέχει, βρέχει από το απόγευμα. Μια ψιλή αδιάκοπη βροχή, μου φαίνεται σαν διασίδια νερένιου αργαλειού. Εκεί απάνω στο υγρό αυτό στημόνι, υφαίνεται η βαριά ανία μιας επαρχιακής απομονώσεως. Ευτυχώς που έπεσε, γρήγορα, η νύχτα. Το μολυβί θόλωμα τής βροχερής ημέρας, δεν σου ξυπνάει τίποτε μέσα εις την ψυχήν. Απεναντίας, νομίζεις ότι ενεπλάκης και τυλίγεσαι στα υδάτινα τα νήματα, σαν πεταλούδα σε ιστό Αράχνης. Κι όσο προσπαθείς να φύγεις, τόσο περισσότερο μπλέκεσαι και κολλάς, δέρνεσαι και σπαράζεις.

Πώς αλλάζει όμως η κατάστασις, σαν ανάβει η μικρή η λάμπα! Η μοναξιά σε ζώνει, σαν να σε προστατεύει. Όλα ακινητούν, όλα σιωπούν, είσαι περισσότερο στον εαυτόν σου, βέ­βαια, αλλά το φωτεινό εκείνο της λαμπούλας μάτι σού ανοιγει άλλους κόσμους εμπροστά. Κόσμους όπου φύγα­νε, κόσμους πεθαμένους! Και ταξιδεύεις με αυτό, αλλά και δέχεσαι, από τα σκιόφωτα, μορφές, τόπους, εποχές. Και κατεβαίνουνε από παντού τής νύχτας τα φαντάσματα σαν εξυγιασμένα από το αδύνατο, το ωχρό της μικρής λαμπίτσας φως. Να τος, ολοζώντανος μπροστά μου, όπως τον πρωτογνώρισα!  Χρώ­μα προσώπου και κουβέντα σαν μοσχο­βολιά κηριού που λιώνει εμπρός σε ά­γιες εικόνες. Σηκώθηκα απάνω, όπως και όταν τον πρωτάκουσα, να μου λέει το όνομά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , | 69 Σχόλια »

Ο ρυθμός των αριθμών

Posted by sarant στο 21 Οκτωβρίου, 2015

Ήμουν στο γραφείο με μια συνάδελφο και θέλαμε να ζητήσουμε τη γνώμη ενός άλλου για ένα θέμα της δουλειάς, οπότε η συνάδελφος έκανε να τον πάρει τηλέφωνο. Επειδή την είδα να διστάζει, της είπα το πενταψήφιο εσωτερικό του συναδέλφου που το θυμόμουν απέξω: 36-2-54 (το γράφω έτσι επειδή της είπα: τριανταέξι-δύο-πενηντατέσσερα). Με κοίταξε προς στιγμή έκπληκτη κι ύστερα μου είπε: Α, έτσι το λες; Εγώ το λέω 3-62-54 (τρία- εξηνταδύο- πενηντατέσσερα). Έστω κι αν έχει πέντε μόνο ψηφία, υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι για να πεις έναν πενταψήφιο αριθμό.

Τους αριθμούς τηλεφώνου τους γράφουμε στις ατζέντες μας ή τους αποθηκεύουμε στις επαφές των κινητών μας τηλεφώνων, αν και η ατζέντα ποτέ δεν χάνει τη χρησιμότητά της αφού συχνά συμβαίνει να αλλάζουμε συσκευή και οι επαφές να μην μεταφέρονται σωστά από τη μια κάρτα στην άλλη ή απλώς να χαλάσει το τηλέφωνό μας ή να το χάσουμε ή να μας το κλέψουν. Εκείνους όμως τους αριθμούς που χρησιμοποιούμε συχνά, τους απομνημονεύουμε, είτε με συνειδητή προσπάθεια είτε με την επανάληψη της χρήσης. Τους απομνημονεύουμε, φυσικά, στη μητρική μας γλώσσα. Αυτό φαίνεται λαπαλισάδα, αλλά δεν είναι. Όσοι ζούμε σε ξενόγλωσσο περιβάλλον, έχουμε και «ξένους» αριθμούς τηλεφώνου. Εγώ τουλάχιστον, και αυτούς τους απομνημονεύω ελληνικά, κι όταν χρειαστεί να τους πω σε κάποιον ξένο, σε ξένη γλώσσα, πρέπει να προσπαθήσω, δεν είναι εντελώς αβίαστο. Και δεν είμαι μόνο εγώ. Ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης, δίγλωσσος πρακτικά, είχε πει ότι τρία πράγματα κάνει στα ελληνικά όταν βρίσκεται στο Παρίσι: πράξεις στο μυαλό του, βλαστήμιες και απομνημόνευση αριθμών τηλεφώνου. Αυτά είναι τα προπύργια της μητρικής γλώσσας.

Πρόσφατα η μικρή μου κόρη εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει και έβαλε και σταθερό τηλέφωνο. Τον αριθμό τον έχω απομνημονεύσει, αλλά όχι ολόκληρον, μόνο τα έξι τελευταία ψηφία -τα οποία τα απομνημόνευσα σε μορφή 2.2.2, δηλαδή (ας πούμε, σιγά μη δώσω τον αληθινό αριθμό) 36-55-18. Ο πραγματικός αριθμός είναι βέβαια δεκαψήφιος, αλλά τα πρώτα τέσσερα ψηφία, το 2310, δεν χρειάζεται να τα θυμάμαι, ξέρω ότι παίρνω στη Θεσσαλονίκη, άρα τα βάζω έτσι κι αλλιώς (ντιφόλτ, που λένε). Το ίδιο συμβαίνει και με το τηλέφωνο της θείας μου στην Αίγινα: μόνο τον πενταψήφιο αριθμό θυμάμαι, το 22970 στην αρχή δεν χρειάζεται απομνημόνευση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Αναμνήσεις | Με ετικέτα: , , , | 190 Σχόλια »

Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη, διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2014

AlexandrosPapadiamantis1Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μου αρέσει να συνεχίζω μια παλιά συνήθεια, από τότε που ο παππούς μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι ή την παραμονή έπαιρνε έναν μαυροντυμένο τόμο από τους πέντε του Βαλέτα και διάβαζε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη.  Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού όπως διάβαζε, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οπότε, καθιέρωσα κι εγώ στις γιορτές να βάζω ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.

Στα πρώτα Χριστούγεννα του ιστολογίου είχα ανεβάσει  «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», ένα διήγημα σε παπαδιαμαντικό ύφος του Βάρναλη, το 2010 ένα άλλο παπαδιαμαντικό του Τάσου Βουρνά, το 2011 το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ πρόπερσι έσπασε η παράδοση και έβαλα τα Κάλαντα του Λαπαθιώτη. Πέρσι επανήλθα στην πεπατημένη, με ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, τον «Αμερικάνο» και φέτος συνεχίζω παπαδιαμαντικά.

Το σημερινό διήγημα, που δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολι το 1896, είναι από τα πιο χαρακτηριστικά χριστουγεννιάτικα του Παπαδιαμάντη και έχει δημοσιευτεί πολλές φορές στο Διαδίκτυο, ωστόσο δεν μπόρεσα να βρω μια σωστή δημοσίευση σε μονοτονικό. Αυτή που παραθέτω, που την κοίταξα εγώ, δεν έχει σοβαρά λάθη, το πολύ να μου έχει ξεφύγει κανένα στον τονισμό.

Ίσως υπάρχουν μερικές λέξεις δύσκολες, αλλά όχι πολλές. Ο σκιάς πάντως είναι ο νταής, το φόβητρο. Η λέξη είναι, αν θυμάμαι καλά, δάνειο τουρκικό, δεν έχει καμιά σχέση με τη σκιά, ούτε με το κρητικό επίρρημα (σκιας = τουλάχιστον). Και σε ένα σημείο που ο μάστορας λέει «η φαμίλια μου δουλεύει» εννοεί τη γυναίκα του.

Το μοτίβο με το περίπου κλεμμένο γαλόπουλο μού θύμισε την αφήγηση του Μαλακάση για ένα άλλο περίπου κλεμμένο γαλόπουλο και τον Παπαδιαμάντη, που είχε οδηγήσει σε φιλολογικόν καβγά πριν από 85 χρόνια -και που δεν ξέρουμε αν είναι αυθεντική ή κατασκευασμένη.

Πολλά είπα όμως, δίνω τον λόγο στον Παπαδιαμάντη -και καλά Χριστούγεννα σε όλους!

Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη – Αλ. Παπαδιαμάντης

Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τά βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίει ένα ρώμι να ζεσταθεί ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρα-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα», πώς να μουντζώνει, να βρίζει, να βλασφημεί και να κατεβάζει κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επετειακά, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 61 Σχόλια »

Ένα Ταξίδι πριν από 125 χρόνια

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2013

Το σημερινό άρθρο αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του άρθρου της περασμένης Κυριακής. Εκεί, είχα παρουσιάσει ένα σχετικά μικρό απόσπασμα από κάποιο άρθρο του πρωτοπόρου δημοσιογράφου Βλάση Γαβριηλίδη, που το είχα πάρει από τα Άπαντα του Τριανταφυλλίδη και που παρουσίαζε, πολύ παραστατικά, το χάσμα ανάμεσα στους διανοούμενους και στον πολύ λαό στα τέλη του 19ου αιώνα όταν η καθαρεύουσα έριχνε την καταθλιπτική σκιά της. Δεν είχα μπορέσει να βρω από ποιο άρθρο του Γαβριηλίδη ήταν παρμένο το απόσπασμα, τώρα όμως η απορία μου αυτή έχει απαντηθεί.

Ο φίλος Spyroszer, που κι άλλες φορές μας έχει χαρίσει εξαιρετικά κελεπούρια, βούτηξε στον ωκεανό του Διαδικτύου κι έβγαλε από μέσα λαβράκι -μ’ άλλα λόγια μπόρεσε να εντοπίσει το άρθρο του Γαβριηλίδη κάνοντας έρευνα στο σώμα της εφημ. Ακρόπολις του 1888, το οποίο, από καλή τύχη, υπάρχει σκαναρισμένο στον ιστότοπο της Βιβλιοθήκης της Βουλής. Ιδού το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας. Το άρθρο του Γαβριηλίδη πιάνει από το κάτω μέρος της πρώτης στήλης ίσαμε το κάτω μέρος της τρίτης στήλης, δυο στήλες δηλαδή από τις έξι της σελίδας. Δυο στήλες, 1600 λέξεις, οι παλιές εφημερίδες είχαν χώρο.Επίσης, η εφημερίδα στο ίδιο φύλλο δημοσίευε ένα κεφάλαιο από το Ταξίδι μου, δύο στήλες, με την αρχή στην πρώτη σελίδα.

Δεν φτάνει μόνο που ο φίλος Spyroszer βρήκε το άρθρο, παρά το πληκτρολόγησε κιόλας και μας το έστειλε, οπότε με χαρά το δημοσιεύω σήμερα. Ταιριάζει κιόλας, μια και το άρθρο του Γαβριηλίδη δημοσιεύτηκε σαν χτες πριν από 125 χρόνια, δηλαδή στις 20 Ιουλίου 1888.

Και γράφτηκε για να χαιρετήσει ένα πολύ σημαντικό γεγονός στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και γλώσσας, την έκδοση του βιβλίου «Το ταξίδι μου» του Ψυχάρη. Το Ταξίδι ήταν το πρώτο πεζογράφημα που γράφτηκε σε δημοτική γλώσσα, αλλά η αξία του δεν περιορίζεται εκεί. Πριν από 125 χρόνια, η νεοελληνική πεζογραφία ελάχιστα είχε δώσει: την Πάπισσα Ιωάννα, τα μυθιστορήματα του Παπαδιαμάντη (και ελάχιστα διηγήματα), και λιγοστά ακόμη έργα. Ο Ψυχάρης δεν ήταν μεγάλος λογοτέχνης, αλλά το Ταξίδι είναι μεγάλο έργο -και πρέπει να αναγνωρίσουμε στον Γαβριηλίδη ότι μπόρεσε να διακρίνει αμέσως την αξία του.

Θα παραθέσω στα επόμενα το άρθρο του Γαβριηλίδη -όπως θα δείτε, το απόσπασμα που δημοσίεψα την περασμένη Κυριακή είναι μικρό μόνο μέρος του- και στη συνέχεια ένα απόσπασμα από το Ταξίδι μου του Ψυχάρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Κωνσταντινούπολη, Παλιότερα άρθρα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 41 Σχόλια »