Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αλέξανδρος Αργυρίου’

Όταν ο Καραγάτσης συνομιλούσε με τους Πρωτοπόρους

Posted by sarant στο 23 Οκτωβρίου, 2016

Ποιους Πρωτοπόρους, θα ρωτήσετε. Με τον τίτλο αυτόν («Πρωτοπόροι») κυκλοφόρησε το 1930-31 ένα «περιοδικό της προχωρημένης διανόησης», όπως ήταν ο υπότιτλός του, που εκδιδόταν από ομάδα αριστερών λογοτεχνών-καλλιτεχνών, με ψυχή τους τον Πέτρο Πικρό και με την υποστήριξη του ΚΚΕ. Στα τέλη του 1931 το ΚΚΕ ήρθε σε σύγκρουση με τον Πικρό κατηγορώντας τον (όχι τελείως αβάσιμα) ότι χρησιμοποιεί το περιοδικό για προσωπική προβολή του, οπότε η υπόλοιπη συντακτική ομάδα αποχώρησε και εξέδωσε το περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», με το οποίο συνεργάστηκαν πολλοί αριστεροί και κομμουνιστές λογοτέχνες και διανοούμενοι, έως το 1936 που το περιοδικό έκλεισε με τη δικτατορία του Μεταξά.

Τον Αύγουστο του 1943 με πρωτοβουλία του ΕΑΜ εκδόθηκαν πάλι οι Πρωτοπόροι, φυσικά παράνομοι, αλλά με χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε νόμιμο έντυπο: τακτική κυκλοφορία, τιμή πώλησης, ακόμα και στήλη αλληλογραφίας.

prot4

Επειδή όμως το περιοδικό ήταν παράνομο, οι συνεργάτες του υπέγραφαν με ψευδώνυμα, εκτός από όσους είχαν βγει στο αντάρτικο. Έτσι, ας πούμε, μπορεί ο Γιώργος Λαμπρινός να υπέγραφε με το όνομά του, αλλά οι περισσότερες συνεργασίες ήταν ή ανυπόγραφες ή ψευδώνυμες: ως Μ. Αλκαίος υπογράφει ένα διήγημά του ο Ηλίας Βενέζης, ως Α. Ταπεινός έδωσε το ποίημα «Αθήνα 1943» ο Νίκος Καββαδίας, ενώ ο Μάρκος Αυγέρης, που ήταν στυλοβάτης του περιοδικού υπέγραφε Μ. Στεφανίδης (ψευδώνυμο του ψευδωνύμου, αφού το κανονικό του όνομα ήταν Παπαδόπουλος).

Οι Πρωτοπόροι εξέδωσαν πέντε τεύχη, έως τον Δεκέμβριο του 1943. Δεν ξέρω για ποιον λόγο διακόπηκε η έκδοση, αν δηλαδή υπήρξαν τεχνικές δυσκολίες ή αν έγινε η επιλογή να διοχετευτούν οι προσπάθειες στο εβδομαδιαίο περιοδικό Καλλιτεχνικά Νέα που κυκλοφορούσε νόμιμα.

Πέρα από ποιήματα και διηγήματα, οι Πρωτοπόροι δημοσίευαν και κριτικά κείμενα. Σε κάποια από αυτά γίνεται καλοπροαίρετη κριτική σε λογοτέχνες οι οποίοι δεν ανήκαν στην Αριστερά, σε μια προσπάθεια συζήτησης, προσέγγισης ή προσεταιρισμού τους. Έτσι, στο 3ο τεύχος δημοσιεύτηκε κριτική στο «Δαιμόνιο» του Γ. Θεοτοκά, ενώ στο 2ο τεύχος δημοσιεύτηκε μια συνολική κριτική του έργου του Μ. Καραγάτση, η οποία προκάλεσε, στο 4ο τεύχος, την απάντηση του ενδιαφερόμενου, έστω και με ψευδώνυμο -δήθεν ότι πρόκειται για «φίλο του Καραγάτση».

Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα αυτή την ανταλλαγή απόψεων μέσα στην Κατοχή, και θα δημοσιεύσω εδώ τα δύο κείμενα, που τα πληκτρολόγησαν η Σουμέλα και ο Σκύλος -τους ευχαριστώ πολύ. Να σημειώσω ότι δεν είναι, βεβαίως, αθησαύριστα ή άγνωστα -αλλά, από την άλλη, δεν είναι και πολύ γνωστά, και πάντως δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο. Την επιστολή Καραγάτση την έχει σχολιάσει ο Αλέξ.Αργυρίου στο Αντί (τχ. 768-9/2002) και από εκεί αντλώ επίσης κάποια στοιχεία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Περιοδικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 109 Σχόλια »

Περί σκότους (δοκίμιο του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 26 Ιουνίου, 2016

Πριν από δεκαπέντε μέρες είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο μια παλιά συνέντευξη του ποιητή Κώστα Βάρναλη στον Γ. Κοτζιούλα και στο Μπουκέτο (1932). Στη συνέντευξη αυτή ο Βάρναλης είχε αναφερθεί και στον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό, και ο φίλος μας ο Κόρτο παρουσίασε κάποια αποσπάσματα από ένα δοκίμιο («Περί σκότους») που το έγραψε ο Βάρναλης το 1942, μέσα στην Κατοχή δηλαδή, και αργότερα το συμπεριέλαβε στα Αισθητικά-κριτικά του, όταν το 1956 εξέδωσε τα (όχι πλήρη πάντως) Άπαντά του.

Αρχικά, το δοκίμιο γράφτηκε υπό μορφή τεσσάρων χρονογραφημάτων, και ήταν ενταγμένο σε μια έντονη αντιπαράθεση που είχε ανάψει από τις στήλες των εφημερίδων για το σκοτεινό ύφος στη λογοτεχνία, με αφορμή τον Πρόλογο στον Λυρικό βίο του Σικελιανού ο οποίος είχε δημοσιευτεί πρωτύτερα στη Νέα Εστία (στο τεύχος της 1.9.42) και την αντίδραση του Παύλου Παλαιολόγου από το Ελεύθερον Βήμα,  ο οποίος είχε διαμαρτυρηθεί για το σκοτεινό ύφος του Σικελιανού. Στην αντιπαράθεση πήραν μέρος όλοι σχεδόν οι σημαντικοί λόγιοι της εποχής.

Δεν μπορώ να παρουσιάσω από εδώ την αντιπαράθεση -αρκεί να πω ότι ο Αλέξανδρος Αργυρίου, στην Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και της πρόσληψής της, αφιερώνει στο θέμα αυτό 14 μεγάλες σελίδες (σελ. 81-94) στις οποίες κεντρική θέση έχει το δοκίμιο του Βάρναλη και οι αντιδράσεις που αυτό γέννησε.

Να σημειώσω πάντως ότι ένας λόγος που ο Πρόλογος του Σικελιανού είχε φανεί σκοτεινός ήταν και ότι η λογοκρισία είχε διαγράψει κάποια αποσπάσματα, κυρίως όσα ανέφεραν ονόματα Ρώσων όπως του Πούσκιν και του Γκόγκολ (ήταν κανόνας απαράβατος να απαγορεύεται η αναφορά σε λογοτέχνες κρατών με τα οποία είχε πόλεμο η Γερμανία, και αυτό δεν έπιανε μόνο τους Σοβιετικούς αλλά και τους Ρώσους).

Να σημειώσω ακόμα ότι ο Βάρναλης αργότερα φάνηκε να μεταστρέφεται ως προς την αξιολόγηση του Σικελιανού και του Καζαντζάκη, αφού έγραψε (όπως τα μετέφερε πάλι ο φίλος μας ο Κόρτο):

Για Σικελιανό:
Ένας ποιητής τόσο πληθωρικός και μεγαλόστομος, τόσο αληθινός κι αυτάρκης, τόσο εμπνευσμένος κι αριστοτέχνης , που δεν έχει όμοιό του (…) Γιατί ο Σικελιανός είχε τη συνείδηση της ευθύνης απέναντι του Έθνους σαν ένας από τους πνευματικούς του ηγέτες. Και δεν πλεύρισε στον καιρό της κατοχής τον καταχτητή. Αλλά στάθηκε δίπλα στο λαό, που αγωνιζότανε για τη λευτεριά του (…)
Στο θαρραλέο, στον ακέραιο, στον Έλληνα, στον τίμιο πνευματικό πρωταγωνιστή του καιρού του, θα χρωστάει το Έθνος παντοτινήν ευγνωμοσύνη, τόσο παντοτινή κι αθάνατην, όσο το έργο του Ποιητή.

Για τον Καζαντζάκη:
Ανεξάρτητα απ’ όλα αυτά, το έργο του είναι καταπληκτικό σε ποσότητα και σε ποιότητα. Σ’ όλα τα είδη του έντεχνου Λόγου στάθηκε θαυμαστός, αλλά πάντοτες έντεχνος. Έγραψε δεκάδες χιλιάδες στίχους και πεζά. Κι όλα με την αγωνία της «έκφρασης μη περαιτέρω». (Έτσι ορίζει το λογοτεχνικόν ωραίο ο Μπενεντέτο Κρότσε…)
Οι νέοι (κι οι γέροι) έχουνε να πάρουνε πολλά διδάγματα απ’ τον Καζαντζάκη…Γιατί κι αν είναι το έργο του μάλλον αρνητικό, έχει δυο μεγάλα προτερήματα, που το σώζουν από κάθε χαλασμό: την ελευθερία της συνείδησης και την περηφάνεια της ελευθερίας.

Κατά τα άλλα, το δοκίμιο μάς θυμίζει ότι και στα χρόνια της Κατοχής γίνονταν ουσιαστικές συζητήσεις και για πνευματικά ζητήματα, εκδίδονταν περιοδικά, ιδρύθηκε το Θέατρο Τέχνης του Κουν, υπήρχε δηλαδή αξιόλογη πνευματική κίνηση.

Παρουσιάζω λοιπόν το δοκίμιο του Βάρναλη, ολόκληρο παρόλο που είναι αρκετά εκτενές, και ευχαριστώ και πάλι τον φίλο μας τον Κόρτο που είχε την πρωτοβουλία αλλά και έκανε τον κόπο να το πληκτρολογήσει.

ΠΕΡΙ ΣΚΟΤΟΥΣ

Με δυσφορία ανακατεύομαι (κι αυτό μονάχ’ από δημοσιογραφικήν υποχρέωση) στην τελευταία συζήτηση περί σαφηνείας ή ασαφείας. Πρώτα – πρώτα γιατί μήτε ο καιρός μήτε ο τόπος είναι κατάλληλος για φιλολογικές συζητήσεις κι έπειτα γιατί φοβόμουνα μήπως η γνώμη μου αποδοθεί σ’ επαγγελματικήν αντιζηλία. Δηλώνω λοιπόν ευθύς από την αρχή, πως δεν έχω τίποτα να μοιράσω με κανέναν: ούτε τη γη με τον κ. Σικελιανό ούτε τον ουρανό με τον κ. Καζαντζάκη. Ομολογώ μάλιστα, πως είμ’ ένας από τους θερμότερους θαυμαστές των στίχων του κ. Σικελιανού, για να λείψει κάθε παρεξήγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Δοκίμια, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 94 Σχόλια »

Στα εγκαίνια της κοριτσίστικης ελικιάς: ένα αθησαύριστο (;) ποίημα του Κώστα Βάρναλη

Posted by sarant στο 27 Νοεμβρίου, 2011

Ο Βάρναλης νέος (η φωτογραφία από το εξαιρετικό αφιέρωμα του περιοδικού "Θέματα Παιδείας")

Κυριακή σήμερα, φιλολογικό το θέμα. Το άρθρο που ακολουθεί, δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα Αυγή, την περασμένη Κυριακή 20.11.2011.

Αθησαύριστο ποίημα είναι το ποίημα που δεν έχει καταγραφεί μετά την πρώτη του δημοσίευση σε περιοδικό ή εφημερίδα — αν δεν έχει καν εκδοθεί και το βρίσκουμε στα χαρτιά του ποιητή, πρέπει να το πούμε, θαρρώ, ανέκδοτο. Βέβαια, επειδή για τους περισσότερους ποιητές μας δεν υπάρχει πλήρης βιβλιογραφία, πάντοτε έχουμε μια επιφύλαξη αν κάποιο έργο τους είναι όντως αθησαύριστο — εξού και το ερωτηματικό στον τίτλο.

Ο Κώστας Βάρναλης (1883-1974) ποτέ δεν προχώρησε σε συγκεντρωτική έκδοση των νεανικών ποιημάτων του που βρίσκονταν σκορπισμένα σε διάφορα έντυπα, δηλαδή που δεν είχαν συμπεριληφθεί σε κάποια συλλογή του (Κηρήθρες, 1904, μέχρι πριν από λίγα χρόνια λάνθανε· Πυθμένες, 1905) ή στις μεγάλες ποιητικές του συνθέσεις. Όταν το 1956 εξέδωσε τα Ποιητικά του στον Κέδρο, πλάι στις δυο μεγάλες ποιητικές του συνθέσεις (Το φως που καίει και Σκλάβοι πολιορκημένοι) παρέθεσε και μια εκλογή από τα άλλα ποιήματά του, «όσα νόμιζα πως μπορούσανε να δούνε το φως», μεταξύ των οποίων «μερικά νεανικά (ξαναδουλεμένα, όσο σηκώνανε) που χαραχτηρίζουνε την πνευματική πορεία όχι μόνο τη δικιά μου παρά και της εποχής εκείνης».

Σε αυτή την εκλογή ο Βάρναλης στάθηκε εξαιρετικά φειδωλός, αφήνοντας απέξω πολλά εξαιρετικά ποιήματα· ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου θυμάται πως ο Βάρναλης «με πολλούς δισταγμούς, φοβερά δύσπιστος, αποφάσιζε να συμπεριλάβει κάποιο απ’ αυτά τα παλιά» ποιήματα στα Άπαντά του, που ο ίδιος ο Παπαϊωάννου κρίνει πως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «άπαντα». Αιτία των δισταγμών δεν ήταν τόσο η αισθητική αξία των ποιημάτων όσο το γεγονός ότι ο ποιητής, μετά την ιδεολογική του στροφή απέρριπτε το προηγούμενο έργο του.

Το 1975, δηλαδή μετά τον θάνατο του Βάρναλη, ο Γ.Π.Σαββίδης, που πίστευε ότι στη δημοσιευμένη το 1956 εκλογή «αδικείται υπερβολικά η πρώτη ποιητική του περίοδος», παρουσίασε στο (πολύ δυσεύρετο σήμερα) περιοδικό Ηριδανός (τχ. 1) μερικά αθησαύριστα νεανικά ποιήματα του Βάρναλη, ενώ, στο επόμενο τεύχος του ίδιου περιοδικού, ο Αλέξανδρος Αργυρίου πρόσθεσε ακόμα περισσότερα, ώστε ο συνολικός αριθμός να φτάνει περίπου στα 40 αθησαύριστα ποιήματα. Αργότερα, ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου δημοσίευσε τρία αθησαύριστα σονέτα (άρθρο στο περιοδικό Πολιτιστική, 1984) και μια παρωδία, με αποτέλεσμα να έχει συγκεντρωθεί ένα πολύ αξιόλογο σώμα ποιημάτων, που δεν έχουν συμπεριληφθεί σε καμιά συγκεντρωτική έκδοση σε βιβλίο. Τη δεκαετία του 1990 ο Γιάννης Δάλλας επανεξέδωσε, με υποδειγματική φιλολογική επιμέλεια, τις μεγάλες ποιητικές συνθέσεις του Βάρναλη, όμως τα μεμονωμένα ποιήματα παραμένουν ασυγκέντρωτα και έτσι απρόσιτα στο ευρύ κοινό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Βάρναλης, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 13 Σχόλια »

Ο Εξαγνισμός του Κώστα Βάρναλη, ένα διπλά διπλό ποίημα

Posted by sarant στο 5 Φεβρουαρίου, 2011

Για τους ασχολούμενους με τη φιλολογία και τον Βάρναλη: στο τέλος έχω μιαν απορία, αν μπορείτε βοηθήστε.

Στις αρχές του χρόνου, γράφοντας για τον Μποναμά, ένα πρωτοχρονιάτικο ποίημα του Κώστα Βάρναλη, είχα αναφερθεί στο εντυπωσιακό γεγονός ότι για έναν τόσο μεγάλο ποιητή δεν υπάρχουν ακόμη συγκεντρωμένα σε έναν τόμο τα ποιήματά του. Η συγκεντρωτική έκδοση του 1956, που αυτή ακόμα επανεκδίδεται σήμερα, ήταν ελλιπέστατη, κατόπιν επιθυμίας του ίδιου του ποιητή, ο οποίος απέκλεισε πάρα πολλά παλιότερα ποιήματά του, είτε επειδή δεν τον ικανοποιούσαν πλέον αισθητικά, είτε επειδή δίσταζε να τα δημοσιέψει εκείνα τα πέτρινα χρόνια.

Στο μεταξύ, έχουν εκδοθεί σε υποδειγματικές φιλολογικές εκδόσεις από τον Γιάννη Δάλλα τα μεγάλα ποιητικά έργα του Βάρναλη, δηλ. το «Φως που καίει» και οι «Σκλάβοι πολιορκημένοι», έχουν βρεθεί και επανεκδοθεί πρωτόλεια και νεανικά του έργα (οι ποιητικές συλλογές Πυθμένες και Κερήθρες), έχουν εκδοθεί και επανεκδοθεί τα στερνά του ποιήματα (Ελεύθερος κόσμος και Οργή λαού), μέχρι και μια επιλογή από τα κατοχικά χρονογραφήματα του Βάρναλη εξέδωσε πρόσφατα ο Γ. Ζεβελάκης (και είναι πολύ αξιόλογα, σας συνιστώ τα Φέιγ βολάν της Κατοχής), αλλά πολλά ποιήματα της ωριμότητάς του, όσα δεν περιλήφθηκαν στην έκδοση του 1956, παραμένουν ανέκδοτα σε μορφή βιβλίου!

Όχι άγνωστα, μια και τα έχουν μαζέψει και δημοσιέψει το 1975 στο πρδ. Ηριδανός ο Αλ. Αργυρίου και ο Γ.Π.Σαββίδης (αν και δεν είναι πλήρης η συλλογή τους), αλλά πάντως απρόσιτα στο ευρύ κοινό (ή ακόμα και στο στενό: ποιος έχει τον Ηριδανό; Ελάχιστοι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μυτιλήνη, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 31 Σχόλια »