Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης’

Στον αστερισμό της μίζας

Posted by sarant στο 12 Νοέμβριος, 2018

Tο άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Κανονικά, οι συνεργασίες μου αυτές δημοσιεύονται κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα, κατ’ εξαίρεση όμως την περασμένη Κυριακή, λόγω πληθώρας ύλης που λένε, ορισμένες στήλες μετατέθηκαν για τούτη την εβδομάδα, ανάμεσα σ’ αυτές κι η δική μου. Έτσι, το άρθρο έχασε κάποια από την επικαιρότητά του αφού στο μεταξύ ανακοινώθηκε η συμφωνία ή η πρόθεση για συμφωνία με την εκκλησία, μια λέξη που έχει επίσης μεγάλο λεξιλογικό ενδιαφέρον -αλλά βέβαια θα δοθεί η ευκαιρία και για ένα τέτοιο άρθρο, πιθανώς τον επόμενο μήνα.

Το σημερινό άρθρο επαναλαμβάνει εν μέρει κάποια πράγματα που είχαμε ξαναγράψει πριν από πέντε χρόνια, όταν είχε έρθει πάλι στην επικαιρότητα μια υπόθεση δωροδοκίας. Αναδημοσιεύω το άρθρο χωρίς προσθήκες, απλώς βάζω λινκ προς το ευφυέστατο «Μίζων ελληνικό λεξικό». Από την άλλη, θα είχε ενδιαφέρον αν στα σχόλιά σας αναφέρατε κι άλλα συνώνυμα της μίζας.

Στον αστερισμό της μίζας

Οπωσδήποτε, η είδηση για την προφυλάκιση (ορθότερα: προσωρινή κράτηση) ενός πρώην υπουργού, και μάλιστα πρωτοκλασάτου, είναι επόμενο να προκαλέσει αίσθηση στην κοινή γνώμη, αλλά είναι επίσης γεγονός αρκετά σημαντικό ώστε να διεκδικήσει σχολιασμό και από τη δική μας στήλη.

Φυσικά, ο δικός μας ο σχολιασμός θα είναι λεξιλογικός, πολύ περισσότερο που θα σεβαστούμε το τεκμήριο της αθωότητας του κ. Γιάννου Παπαντωνίου -κάτι που, παρεμπιπτόντως, δεν έκαναν πολλοί πολιτικοί και σχολιαστές της αντιπολίτευσης, οι οποίοι παραλλήλισαν τον ακόμη αθώο κ. Παπαντωνίου με τον πολλαπλά και τελεσίδικα καταδικασμένο κ. Τσοχατζόπουλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αργκό, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 185 Σχόλια »

Καλή απόλαυση και καλή επιτυχία

Posted by sarant στο 27 Αύγουστος, 2018

Τις προάλλες, ένας φίλος με παρακάλεσε να ρίξω μια ματιά σε έναν δημοφιλή «τοίχο» (δηλαδή, κάτι σαν προσωπική σελίδα) του Φέισμπουκ και να σχολιάσω τη συζήτηση που γινόταν εκεί σχετικά με τις εκφράσεις «καλή απόλαυση» και «καλή επιτυχία».

Απάντησα σύντομα στον φίλο μου, αλλά απερίσκεπτα πρόσθεσα στο τέλος «ίσως χρειάζεται χωριστό άρθρο». Οπότε, σήμερα έρχομαι να ξοφλήσω την έστω έμμεση υπόσχεση.

Η ανάρτηση που έδωσε την αφορμή στη συζήτηση, ήταν η εξής:

Όταν οι σερβιτόροι εύχονται «καλή απόλαυση» το κάνουν για να διαχωρίσουν αυτά που σερβίρουν από τις «κακές απολαύσεις» όπως τα ξίδια και τα ναρκωτικά ή απλώς θέλουν να εκνευρίσουν τους πελάτες τους που καταλαβαίνουν ελληνικά;

Ο κ. Μ.Β. θεωρεί πλεονασμό την ευχή «καλή απόλαυση» αφού η απόλαυση είναι εξ ορισμού κάτι καλό. Και, ίσως αναπόφευκτα, στη σχετική συζήτηση που ακολούθησε, τα σχόλια επεκτάθηκαν στην ευχή «καλή επιτυχία», την οποία κάποιοι επίσης θεωρούν πλεοναστική, με επιχειρήματα όπως:

Η απόλαυση είναι εκ φύσεως ευχάριστη,κατά συνέπεια και «καλή», είτε απολαμβάνεις φαγητό είτε οτιδήποτε άλλο. Το ίδιο ισχύει και για τη λέξη επιτυχία. Μπορείς λοιπόν να πεις ‘Καλό Σαββατοκύριακο, αφού μπορεί να βγει και κακό, δεν μπορείς όμως να λες ‘Καλή απόλαυση», ούτε «Καλή επιτυχία»!

Αυτά τα επιχειρήματα τα έχουμε ξανακούσει και μάλιστα στις φετινές πανελλήνιες εξετάσεις, στο φυλλάδιο οδηγιών που μοιράστηκε στους υποψήφιους υπήρχε η ευχή:

Tότε (δηλ. πριν από δυόμισι μήνες) είχα γράψει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Ευχές, Λαθολογία, Μεταμπλόγκειν, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 219 Σχόλια »

Ο μοναδικός φίλος του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 19 Νοέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο βασίζεται σε ένα σύντομο σημείωμά μου στο περιοδικό Μικροφιλολογικά (τχ. 42, φθινόπωρο 2017) το οποίο σχολιάζει ένα σημείο από προηγούμενο άρθρο του Λάμπρου Βαρελά. Εδώ έχω ξαναγράψει και επεκτείνει πολύ το κείμενο.

Σε άρθρο της εφημερίδας Εμπρός με τίτλο «Πού έμενε ο Παπαδιαμάντης», που δημοσιεύτηκε στις 14.7.1911, λίγους μήνες δηλαδή μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, γίνεται λόγος για το τελευταίο ενδιαίτημα του Παπαδιαμάντη στην Αθήνα, ένα ημιυπόγειο δωμάτιο στη Δεξαμενή.

Στο άρθρο δεν αναφέρεται οδός και αριθμός, αλλά υπάρχει μια φωτογραφία του δωματίου, αυτή που βλέπετε αριστερά.

Το σύντομο άρθρο διεκτραγωδεί τη φτώχεια του Παπαδιαμάντη:

– Δέκα λεπτά ψωμί και πέντε λεπτά τυρί, άλλη μέρα πάλι έπαιρνε μια πεντάρα ψωμί και μία δεκάρα σαρδέλες τηγανιτές. Αυτό ήταν το φαγί του…

Και προσθέτει: Την πληροφορίαν μάς την δίδει ένας αχώριστος φίλος του, ο ιδιόρρυθμος τύπος της Δεξαμενής που όλοι τον φωνάζουν ‘κύριε Πρόεδρε’. Ο κύριος Πρόεδρος μας πληροφορεί επίσης ότι κάποτε εκερνούσε τον Παπαδιαμάντην κρασί και ότι κάθε Πάσχα του έκανε σπίτι του τραπέζι. Αυτά διά την ιστορίαν.

Στο άρθρο του «Το δωμάτιο του Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή» (Μικροφιλολογικά, τεύχος 41, σελ. 18) ο Λάμπρος Βαρελάς αναφέρει και άλλες πηγές στις οποίες γίνεται λόγος γι’ αυτόν τον κυρ Στέφανο. Κατ’ αρχάς, ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, σε γράμμα του από τη Σκιάθο στις 25.3.1909 προς τον Βλαχογιάννη γράφει: «Παρακαλώ, ειπέ εγκαρδίους ασπασμούς μου εις τον κυρ Στέφανον, τον Πρόεδρον. Ενθυμούμαι την φιλοξενίαν του και την μεγαλοψυχίαν και καλόκαρδον ευθυμίαν του, αυτάς τας ημέρας. Δύο Πάσχα έκαμα σπίτι του». (Και σε επόμενη επιστολή προς Βλαχογιάννη, στις 3.6.1909 ο Παπαδιαμάντης γράφει: Χαιρετίσματα και εις τον κ. Πρόεδρον).

Ο Λ. Βαρελάς αναφέρει επίσης ένα άρθρο του Κ. Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε ανώνυμα στην Πρωία στις 2.5.1937 με τίτλο «Άλλοι καιροί. Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη εις την Δεξαμενήν», όπου επίσης γίνεται λόγος για τον κυρ Στέφανο, τον Πρόεδρο.

Προσθέτω ότι ο κυρ Στέφανος εμφανίζεται σε ένα από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα Τραγούδια του Θεού, όπου μαθαίνουμε και το αρχικό γράμμα του επωνύμου του, που ήταν Μ., αν τουλάχιστον πιστέψουμε τον Παπαδιαμάντη (και γιατί να μην τον πιστέψουμε). Το διήγημα αυτό το έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο με αφορμή τη δεύτερη αθηναϊκή οικογένεια με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις ο Παπαδιαμάντης, του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, που κατονομάζεται ολογράφως. Στο διήγημα δεν δίνονται πολλές πληροφορίες για τον κυρ Στέφανο, αλλά η περιγραφή της πασχαλινής ευωχίας είναι κλασική στη λογοτεχνία μας.

Έχουμε όμως την τύχη να γνωρίζουμε αρκετά γι’ αυτόν τον φίλο του Παπαδιαμάντη κυρίως μέσα από τα γραφτά του Κώστα Βάρναλη. Ειδικά στις αναμνήσεις που δημοσίευσε το 1935 στον Ανεξάρτητο, τις οποίες εξέδωσε ο Κώστας Παπαγεωργίου (Κέδρος 1981) με τον τίτλο Φιλολογικά απομνημονεύματα, ο Βάρναλης αφιερώνει πάνω από δύο σελίδες βιβλίου (σ. 78-80) στον κυρ Στέφανο, στο κεφάλαιο «Η φιλολογική μποέμ της Δεξαμενής». (Θα παραθέσω το πλήρες κείμενο πιο κάτω, εδώ δίνω μια περίληψη όπως τη δημοσίευσα στο περιοδικό, που είχε περιορισμένο χώρο).

Από εκεί μαθαίνουμε ότι ο κυρ Στέφανος ήταν παλαιότερα αμαξάς στο επάγγελμα, και μάλιστα πρόεδρος του σωματείου των αμαξηλατών. Όταν γέρασε άφησε το αμάξι στον γιο του αλλά κράτησε τον τίτλο του προέδρου και το καμάρι πως είχε μεταφέρει με το αμάξι του όλες τις διασημότητες της εποχής και πως είχε δει τον κόσμο «δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το κοινό πλήθος των πεζών». Έμενε στην οδό Σπευσίππου και από τότε που σταμάτησε να δουλεύει σπανιότατα κατέβαινε στο κέντρο της Αθήνας, αν και είχε ταξιδέψει στο Παρίσι όπου ζούσε ο άλλος γιος του. Ήταν «το στοιχειό της Δεξαμενής» ή αλλιώς ο «Πρόεδρος της Δεξαμενής». Είχε παιδιάστικα γαλανά μάτια, ήταν κουρεμένος σύρριζα,  υπέφερε από ρευματισμούς και γι’ αυτό φορούσε χειμώνα-καλοκαίρι γκέτες, και του άρεσε να μιλάει με ελληνικούρες, διαστρέφοντας τις λέξεις (π.χ. νάπτες). Όταν έμαθε τον θάνατο του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, ο κυρ Στέφανος θυμόσοφα αποφάνθηκε πως ο φίλος του «γλίτωσε από την κακοχυμία του κόσμου τούτου».

Ολοφάνερα ο Βάρναλης γνωριζόταν καλά με τον κυρ Στέφανο και όχι μόνο μέσω του Παπαδιαμάντη. Τον αναφέρει αρκετές φορές σε χρονογραφήματά του· ο κυρ Στέφανος συμπρωταγωνιστεί μαζί με τον Παπαδιαμάντη στο χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη» (Πρωία 23.5.1943) αλλά μνημονεύεται επίσης ανεξάρτητα από τον Σκιαθίτη τουλάχιστον σε άλλα τέσσερα χρονογραφήματα, δυο φορές όταν γίνεται λόγος για άμαξες και αμαξάδες («Περασμένα μεγαλεία», Πρωία 17.5.1941· «Ποδάρια και τροχοί», Προοδ. Φιλελεύθερος 27.5.1950), μια φορά («Καλώς όρισες!», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.5.1950) όταν ο Βάρναλης παρεμπιπτόντως αναφέρει πως ο κυρ Στέφανος συνήθιζε να λέει για «ραβδαία βροχή» (αντί ραγδαία) και άλλη μια φορά («Απησχόλει…», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.8.1950) όπου ο Βάρναλης γράφει:

Τι λέει η Γραφή, όπως την ερμήνευε ο κυρ Στέφανος της Δεξαμενής; «Μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα», γιατί θα σε καβαλικέψει. Και μια και θυμηθήκαμε τον κυρ Στέφανο ας αναφέρουμε κι έναν από τους πολλούς θυμοσοφικούς αφορισμούς του: «Αυτός ο κόσμος είναι Δούναβης και Λαβύρινθος» δηλ. δούναι και λαβείν. Με τη διαφορά, πως πάντοτε το λαβείν πρέπει να είναι περισσότερο από το δούναι.

Ο Βάρναλης τον αποκαλεί μοναδικό φίλο του Παπαδιαμάντη, τον μόνο άνθρωπο που είχε το προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει. Να σημειωθεί επίσης και μια άλλη μικροφιλολογική λεπτομέρεια: το άρθρο του Βάρναλη στην Πρωία, που αναφέρει ο Λάμπρος Βαρελάς, το οποίο αργότερα ο Βάρναλης το ενέταξε, με κάποιες αλλαγές, στο βιβλίο του «Άνθρωποι», είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο: είναι το πρώτο της πολύχρονης και γόνιμης συνεργασίας του ποιητή με την εφημερίδα αυτή. Ανυπόγραφο βέβαια, εξαιτίας της δικτατορίας του Μεταξά, όπως και ανυπόγραφη ή ψευδώνυμη ήταν όλη η συνεργασία του Βάρναλη στην Πρωία ως τον Οκτώβριο του 1940.

Για να θυμηθούμε λοιπόν τον Παπαδιαμάντη και να γνωρίσουμε τον μοναδικό του φίλο, τον κυρ-Στέφανο, τον Πρόεδρο της Δεξαμενής, παραθέτω όσα έγραψε ο Βάρναλης το 1935 (σήμερα στα Φιλολογικά απομνημονεύματα):

Παπαδιαμάντης και Κονδυλάκης

Στη Δεξαμενή κυριαρχούσανε τότες και μας προκαλούσανε το σεβασμό οι άριστοι του πεζού και του ποιητικού λόγου της Ελλάδος. Ό Βλαχογιάννης με το μαύρο του μουστάκι (τότες), τη συν­οφρυωμένη του σοβαρότητα και ολιγολογία· ο Μαλακάσης ωραίος κι ευγενικός και υπερόπτης και… ονειροπαρμένος· ο Κονδυλάκης (λιγάκι αργότερα) μάς ήρθε με τα γαλανά του μάτια, την ανημποριά του να… κυβερνήσει τα πόδια του όταν περπατούσε, το αστρα­φτερό του πνεύμα και την απέραντη καλοσύνη του και εντιμότητα, που προσπαθούσε να τις κρύψει και τις δυο του αυτές αρετές σα να ήτανε η άδύνατη πλευρά του, κάνοντας αδέξια τον άγριο, τον κακό και το… μάγκα. Και κει στην άκρη, απομονωμένος απάνου σε μια καρέκλα, προσπαθώντας να πιάνει όσο μπορούσε λιγότερο τόπο στη ζωή, ο Παπαδιαμάντης με την αγιογραφική του γενειάδα και με γυρμένο το  κεφάλι στον αριστερό του ώμο, δειλός και αποφεύγοντας τις γνωριμίες και τις παρέες και μη κοιτάζοντας ποτέ τούς άλλους στα μάτια, βυθιζότανε στη μυστική ενατένιση των αγγελικών του οραμάτων.

Όλοι σεβόντανε τη μόνωσή του, τη δυστυχία του και το  μεγάλο του ταλέντο. Και κανένας δεν τον ανησυχούσε. Ένας μονάχα άνθρωπος είχε το  προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει, οποτε ήθελε. ο πρόεδρος της Δεξαμενής, ο κυρ Στέφανος με τα παιδιάτικα γαλανά του μάτια, το  κουρεμένο σύρριζα κρανίο του, τα ποδήματα, που τα φορούσε μέσα από τα μπατζάκια του  πανταλονιού του χειμώνα – καλοκαίρι, με τη φιλοσοφική του απαισιοδοξία και το  ευγε­νικό κοίταγμα της ματαιότητας των άνθρώπων — και πιο πολύ με τη μανία του να διαστρέφει τη γραμματική της ελληνικής γλώσ­σας. Ο κυρ Στέφανος τον έπαιρνε τον Παπαδιαμάντη κάθε Πάσχα στο σπίτι του και του έκανε το τραπέζι. Κι ο Παπαδιαμάντης, ο κυρ Αλέξανδρος, όπως τον έλεγε ο πρόεδρος, για ν’ αρχίσει το  φαγί του, έπρεπε να πιει πρώτα μια κούπα κρασί. Την έπαιρνε με τις δυο του φούχτες, που τρέμανε σα να κρατούσε τα άγια των αγίων και την άδειαζε ολάκερη. «Ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και αφρός…», λέγει σε κάποιο του διήγημα. Και τώρα πείτε μου, αν άλλος ‘Έλληνας ποιητής αντίκρισε ποτές με τέτοιο βαθύ και λυρικό καημό το  κρασί, — «το άρωμα, την πτήσιν και τον αφρόν!». Η φήμη έλεγε πώς ήτανε αλκοολικός.

 

Οι νέοι ποιηταί και το σεληνόφως

Ο κυρ Στέφανος ήτανε αμαξάς στην εποχή των… γάμων του  διαδόχου. Και πρόεδρος του  σωματείου των αμαξηλατών. Είχε ένα ωραίο αμάξι με δυο άλογα και στάθμευε μπροστά στη «Μεγάλη Βρετανία». Είχε γνωρίσει και μεταφέρει με τ’ αμάξι του όλες τις επισημότητες του  παλιού καιρού κι είχε ιδεί τον κόσμο, όπως καυ­χιότανε μοναχός του, δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το  κοινό πλήθος των πεζών ανθρώπων. Έτσι έπισκοπώντας «αφ’ υψηλού» τη ζωή είχε γνωρίσει καλύτερα απ’ όλους το βαθύτερο νόημά της, τη ματαιότητα. Κι όταν γερασμένος πιά παραχώρησε το… θρόνο του  αμαξιού στο γιο του, ήρθε κι «εγκατέστησε» στη Δεξαμενή, κάτου από τα πεύκα του καφενείου του κυρ Γιάννη, τα εβδομήντα του χρόνια, τούς ρευματισμούς του (γι’ αυτό φορούσε ποδήματα χειμώνα καλοκαίρι), την απαισιοδοξία του, την αγαθότητά του και τον τίτλο του προέδρου.

Ήτανε το  στοιχειό της Δεξαμενής. Μέσα σε τριάντα χρόνια κι απάνου δεν κατέβηκε στην πόλη παρά μια-δυο φορές. Αφού το  πρωί έπλενε τ’ αμάξι στην αυλή του  σπιτιού του (οδός Σπευσίππου) ανέ­βαινε κατά τις δέκα στο καφενείο με το  χοντρό του μπαστούνι, έπαιρνε βόλτες και στεκότανε μπροστά στα τραπεζάκια των γνω­στών του πελατών του  καφενείου στηριγμένος στο μπαστούνι του και πάντα «είχε τον λόγον».

 

Η φιλοσοφία του κυρ Στέφανου

Το βράδυ, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει, ο κυρ Στέφανος χτυπώντας το μπαστούνι του στα χαλίκια κατηφόριζε για την πλατεία του Κολωνακιού. Πήγαινε στο φαρμακείο του  Γεωργιάδη κι εκεί, όπως ήτανε μαζεμένοι γιατροί και γειτόνοι «τούς τα έψελνε» ένα χεράκι:

— Είστε ψεύτες ούλοι σας. Παραδομανία και γυναικομανία — κι ύστερα τα σκουλήκια της γής. Κι οι παπάδες πρωί-βράδυ το  χαβά τους: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον και άφες» (δώσε μας, Θεέ, να φάμε κι άσε μας ήσυχους, μη μάς σκοτίζεις!).

Αγράμματος όπως ήτανε, άκουε κι εξηγούσε, όπως αυτός ήθελε, τα διάφορα εκκλησιαστικά ρητά. το  «νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα» το άκουε και το συμπλήρωνε έτσι: «μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, γιατί θα σε καβαλικέψει!».

Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα. Τους «ναύ­τες» τούς έκανε… «νάπτες», τη «Δευτέρα»… «Δεπτέρα», το  «βρέχει ραγδαία»… «βρέχει ραβδαία», το  «μηδέν» «μεδέν», την «πλατεία των Ανακτόρων» «πλατεία των Ανάχθορ» κ.τ.λ.

Καταλαβαίνει κανείς, πως γι’ αυτές του τις ιδιορρυθμίες όλοι τον κάνανε γούστο και τον προκαλούσανε να λέγει. Μα και κανένας δεν του  φερνότανε άσκημα. Γιατί έξω από την ηλικία του και την αγα­θότητά του, ήτανε πολύ αξιοπρεπής. Δεν δεχόταν από κανένανε το  παραμικρό κέρασμα.

Κάποτε είχε πάγει στο Παρίσι να ιδεί έναν από τους γιους του, που ήταν εγκατεστημένος εκεί. Από το Παρίσι έστειλε μια κάρτα στον κυρ Γιάννη. Στην κάρτα αυτήν είχε γράψει μια σειρά θαυμαστικά κι άλλη μια σειρά μηδενικά κι από κάτου: «μεδέν ο κόσμος». Αυτή ήτανε η εντύπωση του  κυρ Στέφανου (πού είχε ιδωμένο τον κόσμο από δυο μέτρα ψηλότερα παρ’ όλοι οι άλλοι θνητοί) από την κοσμούπολη του  φωτός, της ομορφιάς και του  γλεντιού.

Όταν ήρθε ή είδηση στο καφενείο, πώς πέθανε ο Παπαδιαμάντης στη Σκιάθο, ο πρόεδρος, σαν άνθρωπος που περιμένει πολύ χειρότερα πράγματα σ’ αυτήν την κοιλάδα του Κλαυθμώνος περιορίστηκε να πει:

— Γλίτωσε από την… κακοχυμία του κόσμου τούτου!

Σημείωση: Η φράση «Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα» είναι τυπωμένη στο βιβλίο χωρίς το ΧΧΧ, δηλαδή «Είχε τη μανία να μιλάει τις λέξεις και τα ονόματα». Με βάση και τα συμφραζόμενα, είναι σίγουρο πως λείπει τουλάχιστον μία λέξη (π.χ. «διαστρέφοντας» ή «παραμορφώνοντας») ενώ θα μπορούσε να λείπει και ολόκληρη αράδα (π.χ. «παραμορφώνοντας με πολύ πρωτότυπο τρόπο»). Δεν εχω πρόσβαση στη δημοσίευση στην εφημερίδα κι έτσι δεν ξέρω αν έτσι δημοσιεύτηκε εξαρχής.

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Μικροφιλολογικά, Παπαδιαμάντης, Φιλολογία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 79 Σχόλια »

Στάχτη και μπούρμπερη, πομπή και γάνα και άλλα τέτοια ζευγάρια

Posted by sarant στο 31 Αύγουστος, 2016

Στο κυριακάτικο άρθρο μας για την άγνωστη συλλογή δημοτικών τραγουδιών του Ανδρ. Λασκαράτου, είχα κάνει παρεμπιπτόντως λόγο για τη στερεότυπη έκφραση «πομπή και γάνα», όπου έχουμε δύο περίπου συνώνυμες λέξεις, αφού «πομπή» είναι η διαπόμπευση και κατ’ επέκταση ο άνθρωπος που αξίζει τη διαπόμπευση, αλλά και γάνα είναι η σκουριά των χάλκινων σκευών, είναι όμως και η μουτζούρα και, συνεκδοχικά, η διαπόμπευση, διότι αυτούς που διαπόμπευαν τους αποσβόλωναν, τους πασάλειβαν τα μούτρα με καπνιά. Κατ’ επέκταση, και πάλι, γάνα είναι ο άξιος διαπομπεύσεως.

Τη στερεότυπη αυτή εκφραση, που βέβαια είναι σπάνια στις μέρες μας, τη βρίσκουμε σε παροιμίες όπου δηλώνει κάτι που είναι άξιο καταφρονήσεως, παράδειγμα «ψηλός άντρας σαν άγγελος, κοντός πομπή και γάνα».

Να προσεχτεί ότι το δεύτερο ουσιαστικό δεν έρχεται να προσθέσει κάτι στο νόημα, αφού οι δυο λέξεις είναι περίπου συνώνυμες, αλλά λειτουργεί επιτατικά, πολλαπλασιάζει μπορούμε να πούμε τη δύναμη και την εκφραστικότητα που θα είχε η φράση αν λεγόταν μόνο με το πρώτο ουσιαστικό.

Αυτό το βλέπουμε πιο καθαρά σε μια παρεμφερή έκφραση, που την ανέφερε ο φίλος μας ο Παναγιώτης στα σχόλια. Στην Ήπειρο, μας λέει, λένε «Ντροπήηη! Ντροπή και γάνα!». Σαν να μην έφτανε μόνη της η ντροπή, η (περίπου συνώνυμη) γάνα έρχεται να επισφραγίσει τη φράση και να ενισχύσει τη βαρύτητά της. Να σημειώσω ότι την παραλλαγή «ντροπή και γάνα» τη βρίσκω κάμποσες φορές στο γκουγκλ σε σημερινά κείμενα, αλλά και στ’ Απομνημονεύματα του Κασομούλη.

Κάμποσες τέτοιες φράσεις έχουμε στον λαϊκό λόγο και σε αυτές θα αφιερώσω το σημερινό μου σημείωμα. Δεν ξέρω αν κάποιος μελετητής έχει γράψει γι’ αυτό το φαινόμενο, και θα σας χρωστώ χάρη αν ξέρετε κάτι και με πληροφορήσετε ή αν προσθέσετε κι εσείς φράσεις στον κατάλογο που θα φτιάξουμε.

Το μόνο που έχω σημειώσει σχετικά με μια θεωρητική, ας πούμε, διερεύνηση του φαινομένου, αφορά μιαν άλλη φράση της ίδιας οικογένειας, την πολύ πιο διαδεδομένη «στάχτη και μπούλμπερη», στην οποία έχω αφιερώσει και άρθρο. Σε ένα καλό άρθρο του, που είχε αρχικά δημοσιευτεί στο skai.gr (αλλά τώρα δεν το βρίσκω στον ιστότοπο, ίσως το βγάλανε επειδή δεν βρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ) ο Κώστας Ράπτης θυμάται κάτι που έλεγε, για την έκφραση «στάχτη και μπούρμπερη», ο αείμνηστος Τάσος Χρηστίδης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 335 Σχόλια »

Οι χουθιστές φοράνε γεμενιά

Posted by sarant στο 14 Απρίλιος, 2015

Συνεχίζονται οι συγκρούσεις στην Υεμένη (ή: και στην Υεμένη) καμιά εικοσπενταριά χρόνια μετά το υποτιθέμενο τέλος της ιστορίας. Οι αντάρτες που τους λένε Χούτι στις ειδήσεις ελέγχουν αυτή τη στιγμή τη «Βόρεια» Υεμένη, ενώ η «Νότια» Υεμένη βρίσκεται υπό τον έλεγχο είτε των οπαδών του ανατραπέντος προέδρου Χάντι είτε της Αλ Κάιντα. Επειδή οι αντάρτες που τους λένε Χούτι στις ειδήσεις, και που κατηγορούνται ότι στηρίζονται από το Ιράν, κατάφεραν να πάρουν την πρωτεύουσα του ενιαίου κράτους, τη Σαναά, και έχουν μπει και στο Άντεν, τη μεγάλη πόλη της νότιας Υεμένης, στρατιωτικός συνασπισμός αραβικών κρατών με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία, αυτό το πρότυπο δημοκρατίας και ισότητας στην περιοχή, έχει αρχίσει εδώ και μέρες να τους χτυπάει εκ του ασφαλούς με αεροπορικούς βομβαρδισμούς.

574px-South_Yemen_in_its_region.svgΗ Υεμένη είναι το κράτος εκείνο που πιάνει το αριστερό (όπως το κοιτάμε) ή πιο σωστά το νοτιοδυτικό άκρο της αραβικής χερσονήσου -το νοτιοανατολικό είναι το Ομάν. Η Υεμένη για αρκετά χρόνια ήταν χωρισμένη σε Βόρεια και Νότια Υεμένη, μάλιστα η Νότια ήταν φιλοσοβιετική Λαϊκή Δημοκρατία. Σε αντίθεση με την Κορέα και το Βιετνάμ, όμως, τα δυο κράτη της Υεμένης δεν είχαν πάντοτε εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους, και η επανένωσή τους δεν έγινε ύστερα από πόλεμο όπως στο Βιετνάμ. Μια άλλη διαφορά αυτού του τρίτου ασιατικού ζευγαριού κρατών ήταν ότι η διαίρεση σε βόρειο και νότιο κράτος δεν είναι και τόσο ακριβής γεωγραφικά, αφού περιοχές της Νότιας Υεμένης (με κόκκινο στον χάρτη δεξιά) βρίσκονταν βορειότερα από τη Βόρεια Υεμένη (το μικρότερο κομμάτι, αριστερά όπως κοιτάμε). Πράγματι ίσως θα ήταν ακριβέστερο να λέμε για Ανατολική και Δυτική Υεμένη (κατά τις Γερμανίες).

Γι’ αυτό και πιο πάνω έβαλα σε εισαγωγικά το Βόρεια και το Νότια -πάντως, η περιοχή που ελέγχουν οι αντάρτες που τους λένε Χούτι στις ειδήσεις συμπίπτει λίγο-πολύ με την παλιά Βόρεια Υεμένη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γεωγραφία, Γιουτουμπάκια, Διεθνής πολιτική, Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , , , , , | 174 Σχόλια »

Ένα γεύμα την παραμονή των Χριστουγέννων

Posted by sarant στο 22 Δεκέμβριος, 2013

Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και το ιστολόγιο αρέσκεται να συντηρεί ένα παλιό έθιμο, να δημοσιεύει δηλαδή χριστουγεννιάτικα αναγνώσματα, όπως έκαναν παλιά οι εφημερίδες και τα περιοδικά τέτοιες μέρες. Το σημερινό αφήγημα λογάριαζα να το παρουσιάσω εδώ και καιρό, αλλά δίσταζα επειδή, για να διηγηθώ ολόκληρη την ιστορία, μου χρειάζονται δυο συνέχειες. Τελικά, σήμερα θα δημοσιεύσω το πρώτο αφήγημα και την επόμενη Κυριακή θα δούμε τις αντιδράσεις που προκάλεσε η αρχική δημοσίευση, δηλαδή έναν βίαιο φιλολογικό καβγά στον μεσοπόλεμο.

Το αφήγημα που προκάλεσε τον καβγά δημοσιεύτηκε στο χριστουγεννιάτικο τεύχος του λαϊκού αλλά ποιοτικού περιοδικού Μπουκέτο το 1930, πριν από 83 73 χρόνια. Το υπογράφει ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο οποίος αφηγείται μια χριστουγεννιάτικη περιπέτεια της παρέας της Δεξαμενής, στην οποία συμμετείχε στα νιάτα του, μαζί με τον Καρκαβίτσα, τον Βλαχογιάννη, τον Νιρβάνα και άλλους λόγιους -και βέβαια τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Χρονολογίες δεν δίνονται, αλλά το περιστατικό πρέπει να συνέβη στο γύρισμα του 20ού αιώνα. Όμως πρέπει να σας προειδοποιήσω πως η ακρίβεια των εξιστορουμένων αμφισβητείται. Δείτε το λοιπόν σαν πεζογράφημα και όχι σαν μαρτυρία.

Έχω εκσυγχρονίσει την (έτσι κι αλλιώς αρκετά σύγχρονη) ορθογραφία. Ευχαριστώ πολύ τους αγαπητούς φίλους που μοιράστηκαν την πληκτρολόγηση του κειμένου, τον Ιστοδεσπότη και τον Σκύλο της Βάλιας Κάλντας. Δεν χρειάζονται πολλές διευκρινίσεις για το κείμενο, πέρα από το ότι η ελαφρώς κακέμφατη οδός Αγχέσμου δεν είναι άλλη από τη σημερινή Βουκουρεστίου.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ                                   ΤΟΥ κ. ΜΙΛΤ. ΜΑΛΑΚΑΣΗ

ΕΝΑ ΓΕΥΜΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

malakasis2Ένα μουντό πρωινό χινοπωριάτικης ημέρας, παραμονές των Χριστουγέννων, εδώ και εικοσιπέντε τουλάχιστον χρόνια, ο Ευρυσθένης Τσανάκας, λόγιος και συγγραφέας και άνθρωπος κολασίμων παθών, έπαιρνε τον καφέ του στο υπόστεγο του μικρού καφενείου της Δεξαμενής -στου κυρ Γιάννη. Τον έπινε και εδιάβαζε την εφημερίδα του, επισκοπώντας και από αταβισμόν ζουλαπιού τα περίγυρα, οσμιζόμενος και την ατμόσφαιρα.

Ο Ευρυσθένης Τσανάκας ! Τρομερό πρόσωπο, άνθρωπος πολυφαγάς, καυγατζής, χωρικός, θρασύδειλος, τύραννος και δούλος. Κακολόγος, κακόσουρτος, βραδύς αλλά παρατηρητικός και συγγραφέας με κάποιο ταλέντο.

Είναι πεθαμένος εδώ και είκοσι χρόνια το λιγότερο. Ύστερα από τόσον καιρό, και ο Θεός ακόμα θα τον συγχώρησε. Αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Ο Ευρυσθένης Τσανάκας, λοιπόν, εκείνο το πρωί, έκαμε την τύχη του.

Όπως παραφύλαγε, ανασηκωμένος σε μια στιγμή, συνέλαβε με το μάτι το ξεκομμένο γαλόπουλο που κατέβαινε από το Λυκαβητό σαστισμένο και παραπατώντας.

Εκαθόμουν ακριβώς αντίκρυ του και παρακολουθούσα τη σκηνή. Ο Τσανάκας το ήξερε και με υπόβλεπε. Ήμαστε φίλοι αλλά και εχτροί μαζύ. Μ’ αγαπούσε και δε με υπόφερε. Τον εκαυτηρίαζα εκεί που πονούσε και εφρύαζε. Και το πιο που τον λυσσούσε, ήτανε ο αφελής και παιγνιδιάρικος τρόπος μου.

Το γαλί  ως τόσο κατέβαινε· έφτανε τώρα στο διάμεσο των δύο καφενείων, ήσαν τότε δύο τα καφενεία της Δεξαμενής, κι εκεί που κοντοστάθηκε αναποφάσιστο ακόμα, ο Ευρυσθένης Τσανάκας ευρέθηκε στο πλάι του. Είχε πάρει από κάτω ένα ξεροκάλαμο και διαγράφοντας ημικύκλιο, από τη μια μεριά του έκοψε με το σώμα του το δρόμο, ενώ από την άλλη, τάπα, τάπα, με τη βέργα, το ‘φερνε προς το καφενείο. Συγχρόνως με λίγη ψίχα ψωμιού που έτριβε με το άλλο του χέρι, καθησύχαζε το πουλερικό, που αναθαρρεμένο έτσι, παρασύρονταν προς την κατεύθυνση που του έδινε ο Τσανάκας. Ήτανε δε αυτή, μια παράγκα κολλημένη στο καφενείο, και που εφυλάγονταν τα καθίσματα του καλοκαιριού. Εκεί όταν το έφτασε, άνοιξε την πόρτα και αφού έσπρωξε το γαλί με το ξεροκάλαμο μέσα, την έσυρε πάλι προς αυτόν και την έκλεισε.

Εφώναξε τότε τον μικρόν του καφενείου και του είπε, κοιτάζοντας και προς εμένα ύποπτα, αλλά κάπως εξευτελισμένα :

– Άκου, Θανάση, μεσ’ στην αποθήκη είναι ένα γαλόπουλο, αν το ζητήσει κανένας, το δίνεις. Αν όχι, το κρατείς κλεισμένο· το μεσημέρι εγώ θα γυρίσω από δω. Αγόρασέ του και λίγο καλαμπόκι και βάλε του σ’ ένα πιάτο και νερό.

Γυρίζοντας σ’ εμένα, πάμε ; μου λέει, κατεβαίνεις ή θα καθήσεις εδώ;
– Κατεβαίνω, του απάντησα, και σηκώθηκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παπαδιαμάντης, Παλιότερα άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , | 62 Σχόλια »