Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αλέξης Πολίτης’

Η καλύβα της Γαλάτειας και πάλι

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός παλιότερου, που είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από δύο μόλις χρόνια (και ούτε). Ο λόγος για την τόσο κοντινή αναδημοσίευση (συνήθως προτιμώ να αναδημοσιεύω άρθρα αφού περάσουν 3-4 χρόνια από την αρχική δημοσίευση) είναι διπλός: αφενός, υπάρχει κάτι καινούργιο που μπορεί να προστεθεί -τις προάλλες πήρα ηλεμήνυμα από τον καθηγητή Αλέξη Πολίτη, ο οποίος με ενημέρωσε για ένα εύρημά του που προσθέτει νέα στοιχεία στο θέμα. Και αφετέρου, ξανακοιτάζοντας το παλιό μου εκείνο άρθρο, συνειδητοποίησα ότι είχε δημοσιευτεί αρχικά την Κυριακή 13 Αυγούστου (του 2013). Όσοι έχουν ιστολόγιο θα ξέρουν ότι τα καλοκαιρινά σαββατοκύριακα η κίνηση είναι αρκετά μειωμένη, αλλά το σαββατοκύριακο της χρονιάς με τη χαμηλότερη κίνηση, μαζί με τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, είναι το σαββατοκύριακο κοντά στον Δεκαπενταύγουστο -άρα, την αρχική δημοσίευση του άρθρου αρκετοί θα την έχασαν, οπότε μπορούμε να την επαναλάβουμε τώρα, που και πάλι είναι σαββατοκύριακο μειωμένης κίνησης λόγω του τριημέρου.

Επαναλαμβάνω λοιπόν το παλιό μου άρθρο, επικαιροποιημένο και με κάποιες τροποποιήσεις.

Μια φράση που έχουμε για να δείξουμε τον απόλυτο έρωτα, όταν κάποιος αρνείται πλούτη και δόξες αρκεί να βρίσκεται μαζί με το αγαπημένο του πρόσωπο, είναι «την Γαλάτειαν και μίαν καλύβην». Η φράση έχει γίνει παροιμιώδης, κι αν γκουγκλίσετε το «και μίαν καλύβην» ή το δημοτικότερο «και μια καλύβα» θα δείτε διάφορες παραλλαγές, όπου το αγαπημένο πρόσωπο δεν έχει όνομα: «την αγάπη μου και μίαν καλύβην» ή «την καλήν μου και μίαν καλύβην» ή ακόμα «την καρδίαν σου και μίαν καλύβην». Ωστόσο, θα εστιαστούμε κυρίως στη Γαλάτεια, μια και αυτή η παραλλαγή έχει περισσότερο ενδιαφέρον.

Στη βάση εννοιών της Λέξιγκραμ, η φράση «την Γαλάτειαν και μίαν καλύβην» υπάρχει στην κατηγορία «βούληση», υποκατηγορία «μόνο αυτό θέλω», μαζί με την άλλη, πολύ κοινότερη, «και ξερό ψωμί», όπως λέμε ΠΑΟΚ και ξερό ψωμί -κι άλλες πολλές παραλλαγές.

Θέλω λοιπόν μόνο τη Γαλάτεια, αλλά πώς βγήκε η φράση; Διότι, παρά την καθαρευουσιάνικη διατύπωση, δεν είναι αρχαίο ρητό, όπως είδα κάπου στο Διαδίκτυο. Πρόκειται για μια φράση που, πράγμα σπάνιο, ξέρουμε από ποιον γεννήθηκε σε αυτή τη μορφή. Την είπε, ή μάλλον την έγραψε, ο Νίκος Καζαντζάκης, νεαρός τότε και ερωτευμένος με τη Γαλάτεια Αλεξίου, στο Ηράκλειο της ακόμα αυτόνομης Κρήτης, γύρω στο 1908. Τις λεπτομέρειες δεν τις θυμάμαι καλά, και γράφω μακριά από τα κιτάπια μου, αλλά καθώς απαντούσε στις ερωτήσεις του λευκώματος ενός συμμαθητή του, κάτι που ήταν πολύ αγαπημένη ασχολία των νέων της εποχής, φτάνοντας στην ερώτηση «Τι επιθυμείτε από την ζωήν;» (ή κάπως έτσι), απάντησε: «Την Γαλάτειαν και μίαν καλύβην». Δεν ήταν μεγάλη πόλη το Ηράκλειο, όλοι κατάλαβαν ποιαν εννοούσε, δεν το κρατούσε άλλωστε και μυστικό. Την απέκτησε αργότερα τη Γαλάτεια, αλλά όπως ξέρουμε δεν έμειναν μαζί για πολύ.

Τη φράση του Καζαντζάκη, που έγινε παροιμιώδης, την πήρε αργότερα ο Εγγονόπουλος, και από σύζευξη τη μετάτρεψε σε δίλημμα, στο οποίο έδωσε απάντηση:

την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση
το βαλάντιο ή την ζωή;
τη ζωή
Χριστόν ή Βαραββάν;
Χριστόν
την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;
την Γαλάτεια
την Τέχνη ή τον θάνατο;
την Τέχνη
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

(Από το Γλωσσάριο των ανθέων).

Όλα καλά, αλλά η ιστορία δεν σταματάει εδώ. Η απάντηση του Καζαντζάκη στο λεύκωμα ήταν τάχα ξεκάρφωτη, απλή εκδήλωση του έρωτά του ή την εμπνεύστηκε από κάπου αλλού;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επετειακά, Θεατρικά, Ποίηση, Φρασεολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 99 Σχόλια »

Για μια χρονολογία αδειανή (του Αλέξη Πολίτη)

Posted by sarant στο 18 Ιανουαρίου, 2015

Πριν απο λίγο καιρό έστειλα σε ένα λογοτεχνικό περιοδικό ένα σύντομο άρθρο για μια διόρθωση ενός λάθους στη βιογραφία του Κ. Βάρναλη και με την ευκαιρία αυτή είχα ανταλλαγή ηλεμηνυμάτων με τον καθηγητή Αλέξη Πολίτη, στην οποία η συζήτηση έφτασε στην αβεβαιότητα που υπάρχει ή υπήρχε για το έτος γέννησης του Βάρναλη (1883 ή 1884) και τότε ο κ. Πολίτης μού έστειλε ένα άρθρο του για το ίδιο θέμα, την αβεβαιότητα στη χρονολογία γέννησης.

Κατά σατανική σύμπτωση, το άρθρο αυτό το είχα διαβάσει από το βιβλίο στο οποίο δημοσιεύτηκε, και μου είχε αρέσει πολύ η παράθεση των μαρτυριών-στιγμιοτύπων, οπότε ζήτησα από τον κ. Πολίτη την άδεια να το αναδημοσιεύσω.

Σήμερα όλοι ξέρουμε την ηλικία μας, και την ημερομηνία της γέννησής μας, αλλά αυτό είναι γνώρισμα του εικοστού αιώνα. Παλιότερα δεν ήταν έτσι, οι άνθρωποι δεν ήξεραν ποια είναι ακριβώς η ηλικία τους -και δεν νοιάζονταν και τόσο γι’ αυτό, αφού δεν χρειαζόταν να δηλώνουν κάθε τρεις και λίγο την ημερομηνία της γέννησής τους. (Όπως θα δείτε στις μαρτυρίες του άρθρου, ο Διονύσιος Σολωμός δεν ήξερε πότε γεννήθηκε και χρειάστηκε να ρωτήσει τη μητέρα του). Ακόμα και στις νεότερες εποχές βέβαια, μπορεί κάποιος να κρύβει την ηλικία του για τον ένα ή τον άλλο λόγο, συνήθως να εμφανίζεται νεότερος. Ο αγαπημένος μου ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης, γεννημένος το 1888, αρεσκόταν να δίνει σαν χρονολογία γέννησής του το 1893 -άλλωστε το είχε αναγνωρίσει αργότερα- με αποτέλεσμα σε κάποιες πηγές της δεκαετίας του 1920 π.χ. στην Ανθολογία των Νέων (του Τέλλου Άγρα, 1923) να υπάρχει η λαθεμένη χρονολογία, ή ακόμα και σε σύγχρονες πηγές.

Επίσης, σε πολλά μέρη, κυρίως της Μακεδονίας, όπου τα ληξιαρχικά έγγραφα χάθηκαν στις περιπέτειες της Κατοχής και του Εμφυλίου, όταν μετά τον πόλεμο έγινε η έκδοση νέων ταυτοτήτων, όπως μου λένε, κάποιες γυναίκες διάλεξαν να δηλώσουν νεότερες -και το μετάνιωσαν όταν στη δεκαετία του 1980 δόθηκε σύνταξη του ΟΓΑ στις αγρότισσες. Αντίστροφα, λέγεται ότι πολλοί υπεραιωνόβιοι του Καυκάσου δεν είναι γνήσιοι: οι ντόπιοι συνήθιζαν να δηλώνουν αρκετές δεκαετίες γηραιότεροι απ’ό,τι ήταν, για να γλιτώνουν από τις τσαρικές επιστρατεύσεις.

Αλλά πολλά είπα, δίνω τον λόγο στον Αλέξη Πολίτη. Το άρθρο του, που το δημοσιεύω όπως μου το έστειλε, τηρώντας και την προτίμησή του στο ενωτικό των εγκλιτικών (π.χ. «ο πατέρας-μου»), όπως ήταν δηλαδή στο «μονοτονικό της Θεσσαλονίκης» που τελικά δεν υιοθετήθηκε. Το λέω αυτό για να προσέξετε, ας πούμε, ότι στο τέλος της τρίτης παραγράφου, το «η μνήμη μας παίζει συχνά άσχημα παιχνίδια», το «μας» δεν είναι εγκλιτικό, αλλιώς θα είχε παύλα.

Το άρθρο χωρίζεται σε τρία μέρη: το πρώτο κομμάτι είναι ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 25.12.1982, τότε που είχε βρεθεί στο αρχείο Βάρναλη το βαφτιστικό χαρτί του, που τον έφερνε να γεννιέται το 1884 και όχι το 1883 όπως πιθανολογούσε ο ίδιος ο ποιητής’ το δεύτερο είναι σχολιασμός του άρθρου αυτού, και το τρίτο, που μου αρέσει πολύ, περιλαμβάνει οχτώ μαρτυρίες για αβέβαιες χρονολογίες γεννήσεως.

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΑΔΕΙΑΝΗ

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Βάρναλης, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 103 Σχόλια »

Το Ζάλογγο και οι μύθοι

Posted by sarant στο 6 Ιουνίου, 2013

Γράφω με καθυστέρηση για το θέμα, επειδή τις προηγούμενες μέρες ταξίδευα και δεν είχα ησυχία να γράψω -βέβαια βρισκόμουν στην Ήπειρο, άρα πιο κοντά στο Ζάλογγο, που απασχόλησε τόσο πολύ την επικαιρότητα αυτές τις μέρες, όταν η βουλευτίνα της ΔΗΜΑΡ και ιστορικός Μαρία Ρεπούση κατηγορήθηκε από δημοσιογράφους, συντηρητικούς πολιτικούς και δημάρχους της περιοχής ότι χαρακτήρισε «εθνικό μύθο» τον χορό του Ζαλόγγου. Άλλωστε, και στην ομιλία που έδωσα στα Γιάννενα, παρόλο που η συζήτηση περιστράφηκε κυρίως γύρω από θέματα γλώσσας, κάποια στιγμή από τους γλωσσικούς μύθους περάσαμε στους εθνικούς μύθους, δεν είναι δα και μεγάλη η απόσταση, κι έτσι έγινε κι εκεί αναφορά στο βιβλίο Ιστορίας της 6ης Δημοτικού και στα όσα είπε ή δεν είπε για τον χορό του Ζαλόγγου η κυρία Ρεπούση.

Επειδή, ευτυχώς από μια άποψη, δεν είχα ιστολόγιο την εποχή που εξελισσόταν η θλιβερή ιστορία του βιβλίου Ιστορίας, κι επειδή το θέμα επανέρχεται κατά καιρούς, ίσως δεν είναι περιττό να επαναλάβω εδώ όσα είπα στα Γιάννενα για το βιβλίο Ιστορίας «της κυρίας Ρεπούση». (Να θυμίσω ότι έχω κρίνει αρνητικά, αλλά ελπίζω με επιχειρήματα, ένα άλλο βιβλίο της, σχετικά με τα Μαρασλειακά). Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, το βιβλίο «της κ. Ρεπούση» είχε αρκετά καλά και μερικά αρνητικά, από τα οποία το σημαντικότερο ήταν ότι αφιέρωνε δυσανάλογα μικρή έκταση στο ιδρυτικό γεγονός του νεοελληνικού κράτους, την επανάσταση του 1821. Αν περνούσε από το χέρι μου, θα αφιέρωνα ακόμα και μια ολόκληρη σχολική χρονιά (μεγαλύτερης τάξης) στο 1821, αλλά βέβαια θα τα λέγαμε όλα: και τις λαμπρές στιγμές και τις σκοτεινές σελίδες, και τις θυσίες και τις εμφύλιες σφαγές, και την καταστροφή της Χίος αλλά και το άγος της Τριπολιτσάς. Επίσης, δέχομαι με προσοχή τη γνώμη κάποιων μάχιμων δασκάλων, ότι ενδεχομένως ήταν δυσκολοδίδακτο στην 6η δημοτικού το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά βέβαια επειδή αυτές διατυπώθηκαν εκ των υστέρων δεν αποκλείω να είναι επηρεασμένες από τον θόρυβο που ακολούθησε. Τα περί «συνωστισμού» (η ακριβής έκφραση του βιβλίου είναι «συνωστίζονται», μια άστοχη διατύπωση που έδωσε λαβή σε πολλή δημαγωγία καθώς αποκόπηκε από τα συμφραζόμενά της) δεν τα θεωρώ σοβαρό λάθος. Θα μπορούσε ή ίσως θα έπρεπε να γίνεται λόγος για νεκρούς, αλλά σε ένα βιβλίο του δημοτικού αυτά τα πράγματα δεν διατυπώνονται τόσο απερίφραστα. Όμως, το βιβλίο αφιέρωνε πολλές σελίδες στη Μικρασιατική Καταστροφή, οπότε δεν μπορεί να κατηγορηθεί πως υποβάθμισε το ξερίζωμα του ελληνισμού από τη Μικρασία.

Ψεγάδια σαν κι αυτά έχουν κι άλλα σχολικά βιβλία, πολλά μάλιστα έχουν πολύ χειρότερα. Ωστόσο, σε μια συντεταγμένη πολιτεία τα διδακτικά βιβλία εγκρίνονται από τις επιτροπές που ορίζει ο νόμος, και όχι με δημοψήφισμα. Το βιβλίο «της κ. Ρεπούση» δέχτηκε ολομέτωπη την επίθεση της εθνικιστικής δεξιάς (και μερικών αριστερών, που ελπίζω να το έχουν μετανιώσει πικρά) και τελικά αποσύρθηκε, πράγμα το οποίο θεωρώ ότι αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες ιδεολογικές νίκες της ακροδεξιάς τις τελευταίες δεκαετίες. Το διδακτικό είναι ότι οι πρωτεργάτες της εθνικιστικής επίθεσης, οι καρατζαφέρηδες και οι καραμπελιάδες, δεν έδρεψαν τους καρπούς της νίκης τους. Διώχνοντας το βιβλίο «της Ρεπούση» έφεραν στο προσκήνιο τη Χρυσή Αβγή. Λογικό είναι ο δικαιωμένος εθνικιστής να προτιμήσει το γνήσιο τζην. Αλλά κοντεύω να βγω εκτός θέματος, αφού υποτίθεται ότι το άρθρο θα ασχοληθεί με τον θόρυβο που ξέσπασε ύστερα από όσα είπε η κ. Μαρία Ρεπούση για τον χορό του Ζαλόγγου.

Ή, ύστερα απ’ όσα δεν είπε. Διότι, αν έχω καταλάβει καλά (διορθώστε με αν πέφτω έξω, δεν το έχω ακούσει με τ’ αυτιά μου), η κ. Ρεπούση δεν είπε τίποτα ρητά για τον χορό του Ζαλόγγου. Έδινε συνέντευξη σε δημοσιογράφο του ραδιοφώνου του Άλφα, με θέμα το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, και στα καλά καθούμενα ο δημοσιογράφος τη ρώτησε για τον χορό του Ζαλόγγου. Εκείνη δεν απάντησε ευθέως, αλλά παρέπεμψε σε βιβλιογραφία, και συνέχισε λέγοντας ότι: Μέσα στην ιστορία και την διαδρομή κάθε λαός που χειρίζεται την ιστορία του και για συγκεκριμένους λόγους δημιουργεί διάφορους εθνικούς μύθους, οι οποίοι χρειάζονται για εθνικοπατριωτικούς λόγους. Προσεχτική διατύπωση, αφού δεν αναφέρεται ρητά ούτε στον ελληνικό λαό ούτε στο συγκεκριμένο γεγονός (ή «γεγονός») -αλλά άδικος κόπος, αφού την άλλη στιγμή βούιξε το Διαδίκτυο ότι «Η Μ. Ρεπούση χαρακτήρισε εθνικό μύθο τον χορό του Ζαλόγγου«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Επικαιρότητα, Εθνικισμός, Εμφύλιος, Μύθοι, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 436 Σχόλια »