Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αλβανία’

Η πλαστή φωτογραφία του Έντι Ράμα και η κατάντια ορισμένων κάποτε σοβαρών μέσων ενημέρωσης

Posted by sarant στο 13 Νοέμβριος, 2018

Δεν έχω αφιερώσει άρθρο του ιστολογίου στην υπόθεση της θανάτωσης του Κ. Κατσίφα, ούτε στην εθνικιστική υστερία που ακολούθησε, στην οποία πρωτοστάτησαν δυστυχώς και πολιτικοί του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου. Το ιστολόγιο δεν παρακολουθεί με ειδησεογραφική ευλάβεια την επικαιρότητα και έχει συμβεί και άλλοτε να αφήνουμε ασχολίαστο το αρχικό γεγονός και να σχολιάζουμε τον απόηχό του.

Κάτι τέτοιο θα κάνουμε και με το σημερινό άρθρο.

Όπως συνήθως γίνεται σε ανάλογες περιπτώσεις, το είδαμε δα και με τη συμφωνία των Πρεσπών, οι πολιτικοί των δύο χωρών που θέλουν τη συνεννόηση και την καταλλαγή δέχονται δριμεία κριτική από τους αντίστοιχους εθνικιστές των χωρών τους. Κάτι τέτοιο έγινε και μετά την κηδεία του Κ. Κατσίφα στους Βουλιαράτες και τις προκλήσεις των χρυσαβγιτών που επέδραμαν στη γειτονική χώρα επιδιώκοντας να προκαλέσουν νέα ανάφλεξη, κάτι που ευτυχώς αποφεύχθηκε. Ένας Αλβανός επέκρινε στο Φέισμπουκ τον Έντι Ράμα για υποχωρητική στάση απέναντι στις προκλήσεις των Ελλήνων ακροδεξιών -και ο Αλβανός πρωθυπουργός έδωσε μιαν απάντηση που τη βρίσκω υποδειγματική.

Κάποιος Αλβανός λοιπόν, που ζει μάλλον στην Αγγλία αφού έχει, ο τυχερός, το ψευδώνυμο Lucky Boy London, ζήτησε τον λόγο από τον Ράμα: «Nα παρέμβετε σας παρακαλώ κύριε Ράμα γιατί ξεφτιλιστήκαμε ως έθνος σήμερα, έρχεται ο Έλληνας εδώ και μας βρίζει στο σπίτι μας, βάλε τους στην θέση τους, δείξε τις αξίες μας ως έθνος.».

Ο Έντι Ράμα έδωσε την απάντηση που βλέπετε αριστερά, που την παραθέτω σε μετάφραση του γνωστού συγγραφέα Γκαζμέντ Καπλάνι:

«H δική μας αξία σήμερα; Είναι ακριβώς αυτό που κάποιοι θεωρούν λανθασμένα ως αδυναμία. Το δικό μας κράτος δεν πολεμάει ούτε με νεκρόφιλους ούτε με προβοκάτορες σε κηδείες. Όποιος ήρθε για να προκαλέσει, μπήκε, ντρόπιασε τη δική του σημαία και βγήκε. Ο πατριωτισμός δεν σημαίνει να μισείς την χώρα και την γλώσσα του άλλου. Σημαίνει να αγαπάς την χώρα και την γλώσσα σου. Και εσύ μην χρησιμοποιείς τον όρο «ο Έλληνας», γιατί είναι τόσο απεχθές όσο και όταν οι άλλοι στην άλλη πλευρά χρησιμοποιούν περιφρονητικά τον όρο «ο Αλβανός». Η ελληνική μειονότητα, οι καλοσυνάτοι κάτοικοι στους Βουλιαράτες δεν είναι ο «Έλληνας», είναι σεβαστοί και αναντικατάστατοι πολίτες της Αλβανίας.

Και εσένα που ούτε το πραγματικό όνομά σου δεν γράφεις, μην σε νοιάζει γιατί δεν ξεφτιλίζεται η Αλβανία από κάποιους άξεστους, που ζουν σαν ύαινες και τρέφονται σαν κοράκια. Είναι κάτι μίζερες υπάρξεις που βεβηλώνουν τον νεκρό που υποτίθεται πως τιμούν και βεβηλώνουν την τιμή και το όνομα του δικού τους έθνους – ένα έθνος που έχει δώσει τόσα πολλά στην ανθρωπότητα. Ένα έθνος που δεν ήταν ποτέ και ποτέ δεν μπορεί να είναι εχθρός μας. Ένα έθνος που οι Αλβανοί βρήκαν καταφύγιο σε ώρα ανάγκης όπως και οι Έλληνες έχουν βρει σε μας καταφύγιο σε ώρα ανάγκης. Η χώρα αυτή (σ.σ. Ελλάδα), όπως και κάθε χώρα, έχει την δυστυχία να έχει τα δικά της γουρούνια και γαϊδούρια.»

Πριν προχωρήσουμε, και αφού επαναλάβω ότι θεωρώ υποδειγματική, μάθημα αξιοπρέπειας, την τοποθέτηση του Έντι Ράμα, να πω ότι στον εθνικιστικό ιστότοπο του Στ. Λυγερού δημοσιεύτηκε ένα άρθρο Βορειοηπειρώτη δημοσιογράφου, ο οποίος καταλογίζει «μεταφραστικές αλχημείες» στον Καπλάνι για «εξωραϊσμό» των δηλώσεων Ράμα. Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο αυτό. Εγώ αλβανικά δυστυχώς δεν ξέρω, επειδή όμως εδώ και τριαντατρία χρόνια βγάζω το ψωμί μου από τη μετάφραση μπορώ να πω, βασισμένος στο κείμενο του ίδιου του κ. Κούτουλα, ότι τα δύο ή τρία «λάθη» που καταλογίζει ο κ. Κούτουλας στον Καπλάνι είναι από επουσιώδη έως ανύπαρκτα και σε καμιά περίπτωση δεν αλλοιώνουν το νόημα του κειμένου. Δεν μπορώ να κρίνω αν η αλβανική φράση qenie te mjera αποδίδεται «μίζερες υπάρξεις» όπως μετέφρασε ο Καπλάνι ή «βρωμερές υπάρξεις» / «μιάσματα» όπως το θέλει ο κ. Κούτουλας (το Google translate μεταφράζει miserable το miera, αλλά αυτό είναι απλώς μια ένδειξη υπέρ του Καπλάνι), πάντως σε κάθε περίπτωση δεν έχουμε διαστρέβλωση όπως προσπαθεί να μας πείσει ο κ. Κούτουλας, αλλά επιλογές ανάμεσα σε διαφορετικές αποχρώσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Εφημεριδογραφικά, Εθνικισμός, Λαθροχειρίες, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Φέικ νιουζ | Με ετικέτα: , , , | 211 Σχόλια »

Οπλίτης στο αλβανικό μέτωπο, του Δημ. Λουκάτου

Posted by sarant στο 28 Οκτώβριος, 2018

Σήμερα έχουμε Κυριακή 28 Οκτωβρίου, οπότε θα περίμενε κανείς να βάλουμε ένα λογοτεχνικό ανάγνωσμα σχετικό με τον πόλεμο του 1940. Προτίμησα όμως μια μαρτυρία, όχι δηλαδή μυθοπλασία -τη μαρτυρία του μεγάλου λαογράφου μας Δημητρίου Λουκάτου (1908-2003).

Ο Λουκάτος, που είχα την τύχη να τον γνωρίσω στη δεκαετία του 1990, όταν ασχολιόμουν ερασιτεχνικά με τη συγκέντρωση παροιμιακών εκφράσεων, το 1940 ήταν φιλόλογος, καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης αποσπασμένος στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας. Μόλις κηρύχτηκε ο πόλεμος, δεν επιστρατεύτηκε από την πρώτη μέρα, καθώς η κλάση του κλήθηκε περίπου ένα μήνα αργότερα. Πολέμησε στην Αλβανία και κρατούσε ημερολογιακές σημειώσεις, τις οποίες πολύ αργότερα, το 2001 μόλις, εξέδωσε σε βιβλίο.

Σημειώνει στην εισαγωγή του βιβλίου: Όταν, επιστρέφοντας σώος στην Αθήνα, από το Αλβανικό Μέτωπο (αρχές Μαΐου 1941), εσυμμάζεψα τις ημερολογιακές «σημειώσεις» μου, του επίστρατου και «πολεμιστή» (από τις «φρουρές» μου του υλικού, στο άλσος Κηφισιάς έως το Μέτωπο της Αλβανικής Γράμποβας – Κορυτσάς), κι εκαταπιάστηκα να τις νοικοκυρέψω, δεν εσκεφτόμουν, καν, δημοσίευσή τους, σε μια δύσκολη περίοδο, σκληρής Κατοχής. Ήθελα όμως να φυλάξω κάπως τον «ίσκιο» αυτόν της ζωντανής λεπτομέρειας, για να μου αφηγείται και να του αφηγούμαι, αναβιωτικά, τα όσα αφορούσαν τους «Συνστρατιώτες» μου, τους Αξιωματικούς μας, και την αγχώδη ψυχολογία των πολεμιστών, ακόμη και των Ιταλών μας, απέναντι…

Διάλεξα και δημοσιεύω σήμερα τις έξι πρώτες σελίδες από τις ημερολογιακές αυτές σημειώσεις, που δεν αφορούν τον πόλεμο καθαυτόν αλλά τη μέρα της κήρυξής του και την παρουσίαση του Λουκάτου στα Έμπεδα όταν κλήθηκε η κλάση του. Ωστόσο, στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού υπάρχουν εκτενή αποσπάσματα από τις σημειώσεις των τελευταίων ημερών του πολέμου.

Μονοτόνισα το κείμενο και έκανα περιορισμένο ορθογραφικο εκσυγχρονισμό, κυρίως στην υποτακτική. Κάτι γλωσσικό-πραγματολογικό: ο Λουκάτος ήταν κλάσης 28 και περίμενε να τον καλέσουν. Είχε ήδη κληθεί η κλάση του 29 οπότε βρισκόταν «στον πρώτο λύκο». Η έκφραση προέρχεται από τα παλιά πυροβόλα όπλα. Λύκος λεγόταν ο επικρουστήρας. Είχε μάλιστα δυο σκάλες, εξού και ‘πρώτος λύκος’, όταν είναι έτοιμο να πυροβολήσει. Από εκεί πέρασε η έκφραση «στον πρώτο λύκο» και στη χαρτοπαιξία αλλά και γενικότερα όταν κάτι επίκειται.

 

Ο πόλεμος με τους Ιταλούς εκηρύχτηκε στις 28 Οκτωβρίου το πρωΐ. Ήτανε Δευτέρα κι εγώ βρισκόμουν από το Σαββατόβραδο στη Ρέα Αττικής, φιλοξενούμενος στο εξοχικό του φίλου μου Πάνου Τζελέπη. Στις συζητήσεις μας απάνου, άλλο στοιχείο δεν είχαμε, παρά μια φράση του Ρούζβελτ, ειπωμένη σ’ έναν πρόσφατο λόγο του: «Σημείο ανησυχίας είναι τώρα η Ελλάδα στη Μεσόγειο». Κατέβαινα προς την Εκάλη για να πάρω αύτοκίνητο. Στο δρόμο -η ώρα 6.30- συναντούσα παρέες εργατών, που στις κουβέντες τους μέσα ξεχώριζαν φράσεις: «Θα τούς φάμε, μωρέ». «Θα δεις την Αθήνα και δεν θα τη γνωρίζεις». «Τί κλάση είσαι σύ;». Κάτι υποψιάστηκα. Μπήκα στο σπίτι του κ. Θειακάκη. Τον βρήκα εκνευρισμένο να φέρνει βόλτες το σπίτι του. —Λουκάτε, εχουμε πόλεμο! μου λέει. Έλα να σε φιλήσω, που θα πας στρατιώτης. Ετοιμάσου για τα σύνορα! Και με φίλησε με στοργή. Ένοιωσα την πρώτη συγκίνηση και ταραχή. Βάλαμε αμέσως το ραδιόφωνο κι η φωνή του είχε πια τον παλμό του πολέμου: «Αι παραδόσεις της φυλής μας… η μακραίωνη Ιστορία του ελληνικού έθνους…». Βγήκα στο περίπτερο και πήρα έφημερίδα. Στην τελευταία της σελίδα μόλις είχε προφθάσει να καταχωρηθεί η είδηση: «Περί την 3.30 της νυκτός σήμερον ο πρεσβευτής της Ιταλίας Γκράτσι κ.λπ…». Στ’ αυτοκίνητο μέσα ο κόσμος δεν φλυαρεί. Καθένας μένει με τις σκέψεις του. Καταλαβαίνουμε πως τρέχουμε ολοταχώς προς τα γεγονότα, όπως τ’ αυτοκίνητό μας προς την Αθήνα. Στο γραφείο μου (της Ακαδημίας) καταφθάνουν ο ένας ύστερ’ απ’ τον άλλον οι συνάδελφοι. Είναι τόσο μεγάλα και πασίγνωστα τα γεγονότα, που δεν τα σχολιάζουμε. Μιλάμε μόνο για τις λεπτομέρειες. «Τίνος συντάγματος είσαι; Τίνος κλάσεως», κ.λπ. Αρχίζουν οι συναγερμοί. Τα υπόγεια της Ακαδημίας είναι σκοτεινά και σπηλαιώδη. Μαζεύονται τα γυναικόπαιδα της γειτονιάς. Είναι σαν τάφος το «καταφύγιο» και έχεις διαρκώς την εντύπωση πως για σένα προορίζονται οι βόμβες. Τα ιταλικά αεροπλάνα έρχονται, μα δε χτυπάνε την Αθήνα. Ακούονται μακριά πολλοί γδούποι βομβών. Στο Τατόη, στην Κόρινθο. Και τ’ αντιαεροπορικά δουλεύουν.

Ο κόσμος δεν φυλάγεται. Γυρίζουν έξω. Δεν οργανώνονται σε φιλοπολεμικές παρελάσεις, αλλά χαζεύουν με ψυχραιμία. Τις εκδηλώσεις τις αρχίζουν οι «Νεολαίες» κι οι «Δωδεκανήσιοι». Γυρνάνε με σημαίες Ελληνικές, Αγγλικές ή Τουρκικές. Στο Σύνταγμα σπάνε δύο ιταλικά μαγαζιά. Στην οδό Πατησίων σπάνε την Ιταλική Σχολή. Ο κόσμος δεν τα επιδοκιμάζει. Δείχνει και απαιτεί αξιοπρεπή, ήρεμη αντιμετώπιση της κατάστασης. Στις γωνίες παντού κολλάνε προκηρύξεις – Διατάγματα Επιστρατεύσεως. Διαπιστώνω πως παίρνει και την κλάση μου, του 1928. Θα παρουσιαστώ εντός 24 ωρών στην Πάτρα. Ετοιμάζομαι. Είναι κάτι σαν μέθη. Αφίνεσαι στα γεγονότα δίχως σκέψη. Τα τραμ τώρα κυκλοφορούνε παραφορτωμένα. Απ’ όλα τα πλευρά τους κρέμονται νέοι, που φεύγουν για το σταθμό ή πηγαινόρχονται στα φρουραρχεία. Στις 5 το ραδιόφωνο ξαναλέει το διάταγμα της Επιστρατεύσεως, μα μιλεί για τις κλάσεις από 30 και νεοτέρους. Κατεβαίνω στο Φρουραρχείο. Κόσμος πήχτρα. Μαθητάδες μου, συστρατιώτες τώρα, βρίσκουν λίγο χώρο να μου κουνήσουν σε χαιρετισμό το κεφάλι. Ένας αξιωματικός αδύνατος φωνάζει από το μπαλκόνι: «Δεν υπόκεινται εις στράτευσιν: α) οι πατέρες τεσσάρων τέκνων εκ νομίμου γάμου, β) οι ηλικιωμένοι, κ.λπ.». Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν και φωνάζουν. Καθένας ρωτάει για τή δική του περίπτωση. Ο αξιωματικός στο τέλος βραχνιάζει και μπαίνει μέσα. Εγώ δεν έφωτίστηκα. Με παίρνει ή δεν με παίρνει; Οπωσδήποτε ετοιμάζομαι να φύγω. Αποχαιρετώ από το τηλέφωνο τους φίλους. Έχω την ψυχολογία του αξιολύπητου, μαζί κι αξιοθαύμαστου. Σ’ ένα τηλέφωνο περιμένουμε σειρά για να τηλεφωνήσουμε, μα μας καθυστερεί μια γυναίκα νευρική, που καταιωνίζει με βρισιές τον προηγούμενο. Κάνουμε χρήση της στρατιωτικής μας ιδιότητος και «κατάσχουμε» το τηλέφωνο. Η νευρική φεύγει βρίζοντας εμάς κι ο καταστηματάρχης την κυνηγάει να τον πληρώσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις | Με ετικέτα: , , | 189 Σχόλια »

Η υπ’ αριθ. 095 ημίονος (διήγημα του Κίμωνα Λώλου)

Posted by sarant στο 22 Οκτώβριος, 2017

Μια και το άλλο σαββατοκύριακο έχουμε την 28η Οκτωβρίου, δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα που έχει θέμα τον πόλεμο της Αλβανίας, ένα διήγημα που το είχα ανεβάσει πριν από οχτώ χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο, σε εκείνη τη σύντομη περίοδο που πρόσθετα ταυτόχρονα ύλη και στον ιστότοπο και στο ιστολόγιο (τελικά, όπως το’χα προβλέψει, ετούτο έφαγε εκείνο).

Το διήγημα το έγραψε ο Κίμων Λώλος. Γεννήθηκε το 1916 στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε στην Έδεσσα, πρέπει να πολέμησε στην Αλβανία, τελείωσε Νομική και το 1950 έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε και πέθανε το 1998. Έγραψε και στα αγγλικά και στα ελληνικά. Τον είχα ανακαλύψει μέσα από περιοδικά της δεκαετίας του 1940 και έχω βάλει κάμποσα διηγήματά του στον παλιό μου ιστότοπο. Κοκκινίζοντας, ομολογώ πως δεν έχω κρατήσει σημείωση από πού πήρα το συγκεκριμένο διήγημα -υπάρχει πιθανότητα να το είχε σε βιβλίο ο συνεργάτης που το πληκτρολόγησε, ο Γιάννης Π. από τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν θυμάμαι τώρα και δεν έχει και μεγάλη σημασία, μόνο που δεν μπορώ να ξανακάνω αντιπαραβολή μήπως έχει ξεφύγει κανένα λαθάκι στην πληκτρολόγηση.

Στο τέλος τέλος του διηγήματος, υπάρχουν δυο λέξεις που μπορεί να σας δυσκολέψουν, μάλιστα στην ίδια φράση: το ζαρίφικο κεφάλι της με τα νοητικά αυτιά. Ζαρίφικος (τούρκικο δάνειο, αραβικής υποθέτω αρχής) είναι ο κομψός. Τα νοητικά αυτιά είναι αυτά που νογάνε, που καταλαβαίνουν. Να θυμίσω την παλιά λαϊκή λέξη «νοητάκι», που λέγεται για το έξυπνο εξημερωμένο ζώο (και ιδίως για το άλογο, και στα παραμύθια για το άλογο με υπερφυσικές δυνάμεις).

Για να τελειώσω, εντύπωση κάνει η φράση «για νιοστή φορά», που εγώ τουλάχιστον την έχω συνδέσει με νεότερες εποχές. Κρίμα που δεν ξέρουμε πότε γράφτηκε το διήγημα (βρείτε κάτι κι εσείς!) να δούμε αν είναι η παλαιότερη λογοτεχνική ανεύρεση του όρου. Προσθήκη: Το διήγημα δημοσιευτηκε πρώτα στα αγγλικά το 1963 και μετά στα ελληνικά -σε μετάφραση του συγγραφέα- το 1967 στη Νέα Εστία. Οπότε, δεν ξενιζει και τόσο πολύ η έκφραση «για νιοστή φορά».

 

Η ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 095 ΗΜΙΟΝΟΣ

Οι Ιταλοί σπάσαν τα σύνορα στις πέντε το πρωί. Οι Έλληνες κινητοποίησαν όποιον και οτιδήποτε μπορούσε να πολεμήσει, να βαδίσει, να κουβαλήσει, να εφοδιάσει. Κι οι Ιταλοί σπρώχτηκαν πίσω στην Αλβανία. Κι ο πόλεμος κατακάθισε. Κι ήταν τρεις βδομάδες πριν από τις βροχές.

Η «υπ’ αριθ. Ε.Σ. 095 ημίονος» στρατολογήθηκε καθώς βοσκούσε κοντά στο λιοτρίβι του Κορωπιού. Ο πεταλωτής του συντάγματος ετοίμασε τους σιδερένιους μαρκαδόρους. Ο υποψήφιος ημιονηγός κουβάριασε το καπίστρι της γύρω στο χέρι του. Ο δεκανέας σήκωσε και κουλούριασε το μπροστινό δεξί της πόδι. Μα όταν ο μαρκαδόρος — Ε.Σ.— απόθεσε το καυτερό του φίλημα στο αριστερό νύχι της κι ένα λιγνό κορδόνι καπνού ανέβηκε, εκείνη έδωσε γενναίο ταρακούνημα στους δυο που την κρατούσαν, τόσο, που ο δεκανέας αναγκάστηκε ν’ αμολήσει το ποδάρι της. Κι ο πεταλωτής πισωτραβήχτηκε.

Ο μουλαράς έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το καπίστρι. Μα κείνη κλωτσούσε του ψήλου, πηδούσε και σβουριζόταν σα μαινάδα. Κι ο μουλαράς ξαμόλησε το καπίστρι και φύσηξε να δροσίσει τη σκοινογδαρμένη παλάμη του καθώς την έβλεπε να ποδοβολεί πέρα, λεύτερη κι όμορφη στην αγριάδα της. Εκείνη σταμάτησε μόνο σαν έφτασε στο ασημοσταχτί δασάκι με τα λιόδενδρα.

Ο ταγματάρχης, που ήταν υπεύθυνος για την επίταξη για λογαριασμό του συντάγματος, νεύριασε:

– Να… το κεφάλι σου, είπε με κλειδωμένα δόντια.

– Παρακαλώ, κύριε ταγματάρχα, μη με βρίζετε, διαμαρτυρήθηκε ο μουλαράς γιατροπορεύοντας την απαλάμη του.

– Α άμε… σου. Άντε να την πιάσεις.

– Κύριε ταγματάρχα, είπα μη…

Χαστούκι του ’ρθε του μουλαρά και για μια στιγμή θάρρεψαν πως θ’ αντιπλήρωνε. Μα κράτησε την ψυχραιμία του και μοναχά έφτυσε καταγής, λοξά, με σημασία. Και τώρα το ’ξεραν πως δε θα πήγαινε να πιάσει το ζώο ακόμη κι αν ο ταγματάρχης τραβούσε πιστόλι. Αποτραβήχτηκε μ’ αξιοπρέπεια. Κι ο ταγματάρχης μετάνιωσε, κι είχε θυμό για το που έδειχνε μετάνοια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 110 Σχόλια »

Οι νεοσύλλεκτοι με το σήμα του αετού

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2017

aetoΣυζητήθηκε πολύ στη μπλογκόσφαιρα χτες και προχτές η είδηση για τους εφτά νεοσύλλεκτους του Μεσολογγιού που έβγαλαν φωτογραφία να σχηματίζουν με τα χέρια τους το σήμα του αετού -που είναι βέβαια και το σύμβολο που κοσμεί την αλβανική σημαία.

Πρόκειται προφανώς για παιδιά που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, από γονείς Αλβανούς μετανάστες. Για να είναι τώρα νεοσύλλεκτοι πρέπει να γεννήθηκαν γύρω στο 1996. Τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν και σπούδασαν στην Ελλάδα, επέλεξαν να γίνουν Έλληνες πολίτες, κάτι που ασφαλώς μας περιποιεί τιμή, και ως συνοδευτική υποχρέωση για την επιλογή τους αυτή κλήθηκαν να υπηρετήσουν στον Ελληνικό στρατό.

Διάβασα στα κοινωνικά μέσα μερικές οργίλες αντιδράσεις συμπολιτών μας, που ζητούν όχι απλώς την παραδειγματική τους πειθαρχική τιμωρία αλλά και να… αφαιρεθεί η ιθαγένεια από τους εφτά νεαρούς (μέτρο που μόνο επί χούντας είχε εφαρμοστεί) και να απελαθούν στην Αλβανία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Μετανάστες, Στρατός, Σημαίες | Με ετικέτα: , , | 270 Σχόλια »

Μωυσής Μπουρλάς: Στην Αλβανία

Posted by sarant στο 28 Οκτώβριος, 2016

Μια και σήμερα έχουμε την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, σκέφτηκα να παρουσιάσω ένα άρθρο με αναμνήσεις από το αλβανικό μέτωπο.

Διάλεξα ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Μωυσή Μπουρλά, που έχει τίτλο «Έλληνας, Εβραίος και αριστερός» (2000). Ο συγγραφέας του, ο ο Μωυσής Μιχαήλ Μπουρλάς (1918-2011), που συγκέντρωνε τις ιδιότητες του τίτλου, γεννήθηκε στο Κάιρο, από ελληνοεβραίους γονείς, μπήκε από μικρός στο αριστερό κίνημα, δούλεψε τορναδόρος, πολέμησε στην Αλβανία, συμμετείχε στον ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο Βύρων, πέρασε μετά τη Βάρκιζα όλες τις περιπέτειες των αριστερών, με εξορίες στη Μακρόνησο, στην Ικαρία και στον Άη Στράτη. Το 1951, με συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και το νεαρό κράτος του Ισραήλ, δόθηκε η δυνατότητα στους αριστερούς εβραίους εξόριστους να απελευθερωθούν και να εγκατασταθούν στο Ισραήλ. Ο Μπουρλάς εκεί δούλεψε τορναδόρος, έγινε μέλος του ΚΚ, μοίραζε την ελληνική εφημερίδα του κόμματος στα ελληνικά χωριά των παραλίων του Ισραήλ, αλλά όσο η ΕΣΣΔ προσέγγιζε τις αραβικές χώρες το κλίμα γινόταν όλο και πιο βαρύ για τους κομμουνιστές, ώσπου τελικά με τη γυναίκα του, ρωσοεβραία, έφυγε το 1967 για τη Σοβιετική Ένωση όπου δούλεψε τορναδόρος σε μια πόλη στα Ουράλια. Μετά τη συνταξιοδότησή του κατεβαίνει στο Σουχούμι, στη σημερινή Γεωργία, όπου διδάσκει ελληνικά και πιάνει επαφή με Ρωσοπόντιους. Με την αποσύνθεση της ΕΣΣΔ και τις συγκρούσεις ανάμεσα σε Γεωργιανούς και Αμπχάζιους η ζωή έγινε δύσκολη για τους ουδέτερους, οπότε ο Μπουρλάς κατεβαίνει στην Ελλάδα το 1990 και με χίλια βάσανα ξαναπαίρνει ελληνική ιθαγένεια το 1999. Ως το τέλος έμεινε ακμαίος και δραστήριος, μάλιστα κατέβαινε και στις δημοτικές εκλογές με το  ψηφοδέλτιο του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη. Ένα χορταστικό αφιέρωμα στον Μωυσή Μπουρλά και στο βιβλίο του είχε ανεβάσει το 2012 η φίλη Βασιλική Μετατρούλου, με φωτογραφίες, ένα βίντεο και αρκετά λινκ. Σας το συστήνω οπωσδήποτε. (Μια φίλη με ενημέρωσε και για ένα άλλο ντοκιμαντέρ στην ΕΤ3).

Παλιότερα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο απόσπασμα από το βιβλίο του Μπουρλά, σχετικά με τη ζωή στην εξορία. Όπως θα δείτε, περιγράφει συνοπτικά όσα πέρασε στο αλβανικό μέτωπο, από τις 28 Οκτωβρίου ίσαμε την υποχώρηση του Απριλίου 1941, χωρίς κάποιον εξαιρετικό ηρωισμό, χωρίς κάποιο συνταραχτικό συμβάν, μια τυπική θα λέγαμε στρατιωτική εμπειρία από την Αλβανία. Ευχαριστώ τη φίλη μας τη Μαρία για την πληκτρολόγηση.

ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ

Μάθαμε για τον τορπιλισμό της Έλλης από τους Ιταλούς και αμέσως ήρθαν τα νέα για τον πόλεμο. Θυμάμαι , την παραμονή της αναχώρησής μας για το μέτωπο, φωτογραφηθήκαμε τρεις φίλοι. Την φωτογραφία την κρατώ ως τα τώρα. Άρχισαν οι ετοιμασίες για αναχώρηση στο μέτωπο. Μας παραχώρησαν βαγόνια για να φορτώσουμε το υλικό αλλά δεν είχαμε τα μέσα και τα κατάλληλα εργαλεία για τη φόρτωση. Σκαρώσαμε ένα πρωτόγονο «βίντσι», ανελκυστήρα, και με την πείρα μας – εγώ την είχα από το λιμάνι, ενώ οι αξιωματικοί δεν είχαν ιδέα από τέτοιες δουλειές – φορτώσαμε, πήραμε ξηρά τροφή δυο ημερών και αναχωρήσαμε με το ίδιο τρένο προς το μέτωπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις, Εβραϊσμός | Με ετικέτα: , , | 143 Σχόλια »

Περνώντας το Πλατύ Ποτάμι

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2014

platypb56345Όταν παρουσίασα στο ιστολόγιο την ψηφοφορία που διοργάνωσε στις αρχές του καλοκαιριού ο καθηγητής Αντ. Πετρίδης για το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα (τα αποτελέσματα τα βρίσκετε εδώ), έγραψα ότι «παρόμοιες ψηφοφορίες είναι από τερπνές έως  χρήσιμες, δεν βλάφτουν και ίσως να ωφελούν -αν όχι τίποτε άλλο, μας δίνουν την αφορμή να συλλογιστούμε ποια βιβλία δεν έχουμε διαβάσει και ίσως να πάρουμε την απόφαση να διαβάσουμε κάποιο από τα βιβλία του καταλόγου».

Προς το τέλος του καλοκαιριού, έβαλα σε εφαρμογή εγώ ο ίδιος την παραίνεσή μου, πιάνοντας να διαβάσω το βιβλίο που ήρθε 92ο στην ψηφοφορία, το Πλατύ ποτάμι του Γιάννη Μπεράτη. Χρόνια τώρα το έβλεπα στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου να με κοιτάει με μισό μάτι και απέστρεφα ένοχο το βλέμμα. Βλέπετε, το είχα ξαναπιάσει πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια, τότε που διάβαζα και ταυτόχρονα έκανα αποδελτίωση ιδιωματικών εκφράσεων, αλλά επειδή δεν είχε πολλές το είχα παρατήσει σχετικά στην αρχή -είναι κιόλας, πρέπει να το πούμε, βιβλίο που ξεκινάει αργά, δεν σε αιχμαλωτίζει με το πρώτο, θέλει να πάρεις το κολάι του -αλλά τότε σ’ αποζημιώνει, όπως κι εμένα μ’ αποζημίωσε αυτή η δεύτερη -και πετυχημένη- προσπάθεια να περάσω το Πλατύ ποτάμι.

Στο Πλατύ ποτάμι ο Μπεράτης αφηγείται τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41 όπως τον έζησε. Γεννημένος το 1904, ο Μπεράτης πήγε εθελοντής στο αλβανικό μέτωπο, όπου ως ιταλομαθής ανέλαβε τελικά χρέη εκφωνητή, δηλαδή έγραφε προπαγανδιστικά κείμενα που τα εκφωνούσε από την πρώτη γραμμή για να υπονομεύσει το ηθικό των Ιταλών στρατιωτών. Έγραψα «τελικά», επειδή για αρκετό διάστημα δεν ήταν καθαρό πώς θα τον αξιοποιούσε το στράτευμα, αυτόν και μερικούς ακόμα ιταλομαθείς εθελοντές, ούτε και το καθεστώς τους ήταν σαφές αφού στο φύλλο πορείας τους έγραφε απλώς ότι «δύναται να μεταφέρει αποσκευάς αξιωματικού» αλλά δεν ανέφερε τον βαθμό τους -τελικά υπηρέτησε ως ανθυπασπιστής.

Δεν έχει σώμα με σώμα μάχες η αφήγηση του Μπεράτη, ούτε σκηνές ωμού ρεαλισμού. Βέβαια, ο πόλεμος κάνει πάντοτε αισθητή την παρουσία του, ακόμα από τις πρώτες σελίδες, με έναν βομβαρδισμό της Θεσσαλονίκης (διαβάστε εδώ το πολύ χαρακτηριστικό αυτό απόσπασμα, από τον παλιό μου ιστότοπο), αλλά περισσότερο παρακολουθούμε τις απεγνωσμένες προσπάθειες του αφηγητή αρχικά να βρει αντικείμενο δουλειάς και στη συνέχεια, όταν του έχει ανατεθεί η αποστολή του, να φτάσει στην πρώτη γραμμή κουβαλώντας με τα μουλάρια ένα σωρό ανοικονόμητα κιβώτια με τον απαραίτητο μεγαφωνικό εξοπλισμό. Και μόλις φτάσει και μπορέσει επιτέλους να κάνει την πρώτη του πετυχημένη εκπομπή, έρχεται η γερμανική επίθεση και η υποχώρηση, η σύμπτυξη του μετώπου, τέλος η υπογραφή της συνθηκολόγησης και η επιστροφή κακήν κακώς, καθώς κάθε έννοια πειθαρχίας έχει εξαφανιστεί και οι περισσότεροι σπεύδουν να βρουν ένα οποιοδήποτε μέσο για να γυρίσουν μια ώρα αρχύτερα στα σπίτια τους και μόνο η αίσθηση της αξιοπρέπειας σε κρατάει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Λεξικογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 73 Σχόλια »