Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αλ. Ρ. Ραγκαβής’

Νταντέλες, κεριά, αλιντζαύρες και βύσσινο γλυκό

Posted by sarant στο 9 Μαρτίου, 2014

Σε ένα διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη ο ήρωας είναι ένας συγγραφέας, κάπως εστέτ, που του είναι αδύνατον να γράψει αν δεν έχει ένα συγκεκριμένο κρεμ χαρτί. Μια μέρα, ενώ έχει ετοιμαστεί να γράψει, έχει στο μυαλό του καταστρώσει το διήγημα, είναι έτοιμος να το βάλει στο χαρτί, αλλά προς μεγάλη του ενόχληση ανακαλύπτει ότι το κρεμ χαρτί έχει τελειώσει, οπότε τρέχει στον χαρτοπώλη του να ανανεώσει το στοκ του. Ο χαρτοπώλης του έχει αμελήσει να παραγγείλει, δεν έχει παρά 10-20 κόλες, όμως τόσες φτάνουν. Τις παίρνει και κάνει να γυρίσει στο σπίτι του, αλλά τον πιάνει βροχή στο δρόμο, και για να μη βραχεί το πολύτιμο κρεμ χαρτί μπαίνει σε μια στοά ώσπου να περάσει η μπόρα. Κάθεται αφηρημένος σε μια καρέκλα και ξαφνικά τον πλησιάζει ένας άνθρωπος λαϊκός και αρχίζει να του λέει τα βάσανά του με μια σύνταξη που προσπαθεί να βγάλει, και του ζητάει «να τα γράψει». Ο ήρωας συνειδητοποιεί με φρίκη ότι έχει καθίσει στο τραπεζάκι ενός αιτησιογράφου, στην είσοδο ενός υπουργείου. Συγκινημένος όμως από την ιστορία και από τα βάσανα του συνομιλητή του, θυσιάζει μια-δυο κόλες από το πολύτιμο κρεμ χαρτί και γράφει την αίτηση. Το κακό είναι ότι μόλις τελειώνει παρουσιάζεται κι άλλος, εξίσου βασανισμένος, οπότε γράφει κι αυτουνού την αίτηση, και μετά μια άλλη, και τέταρτος μετά, μέχρι που του τελειώνουν οι κόλες, και το διήγημα δεν γράφεται ποτέ -όμως καμιά δεκαριά βασανισμένοι λαϊκοί άνθρωποι μπόρεσαν να εκφράσουν τα αιτήματά τους. Μάλιστα, καθώς ο ήρωας φεύγει, περίεργα ικανοποιημένος, ένας λαχειοπώλης του λέει πως είναι τυχερός που «έλειπε ο άλλος», ο κανονικός δηλαδή αιτησιογράφος που του είχε πάρει το πόστο.

Το διήγημα το μετάφερα εδώ όπως το θυμάμαι, κι επειδή πάνε δεκαετίες που το διάβασα μπορεί να πέφτω έξω σε κάποια σημεία, κι ούτε μπορώ να σας πω σε ποια συλλογή του Σαμαράκη είναι, ούτε τον τίτλο του, κι ούτε έχω τα βιβλία πρόχειρα για να ελέγξω -αλλ’  αν εσείς ξέρετε τίτλο και συλλογή, πείτε το στα σχόλια.

Ο συγγραφέας στο διήγημα του Σαμαράκη είχε την παραξενιά να μη μπορεί να γράψει αν δεν είχε μπροστά του το κρεμ χαρτί της αρεσκείας του. Ο Βάρναλης, θυμάμαι αφηγήσεις, ήθελε όταν κάθεται να γράψει το καθημερινό του χρονογράφημα να έχει πάνω στο γραφείο του πέντε-δέκα καλοξυσμένα μολύβια, για να μη χασομεράει τη στιγμή που είχε πάρει το κολάι του κειμένου -μια «παραξενιά» σαφώς πιο λογική. Σήμερα, οι περισσότεροι συγγραφείς (υποθέτω, κρίνοντας από μένα που όταν γράψω με το χέρι πάνω από δυο γραμμές παθαίνω κράμπα) γράφουν κατευθείαν στον υπολογιστή, οπότε τέτοιου είδους ιδιοτροπίες, που έχουν να κάνουν με χαρτί και με μολύβι (ή στυλό) ίσως οδεύουν προς εξαφάνιση, αν και παραμένουν σε ισχύ όλων των άλλων ειδών οι συγγραφικές παραξενιές, ανάμεσά τους και αυτές που υπαινίσσεται ο τίτλος του σημερινού μας σημειώματος. Για να μην έχετε απορία μέχρι να φτάσετε στην επεξήγηση, αλιντζαύρες είναι οι σαύρες στο κυπριακό ιδίωμα.

Το σημερινό μας σημείωμα είναι μικροφιλολογικό με όλη τη σημασία της λέξης, αφού πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό «Μικροφιλολογικά», στο τεύχος του που κυκλοφόρησε πρόσφατα (τχ. 35, άνοιξη 2014). Στο ίδιο τεύχος είχα άλλη μία συνεργασία, για τον ποιητή Τεύκρο Ανθία, που θα την παρουσιάσω προσεχώς. Το άρθρο παρουσιάζει μια επιστολή του κύπριου ποιητή Β. Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (μια προηγούμενη είχα παρουσιάσει σε άλλο άρθρο, που υπάρχει εδώ), και δεν θα σας κακίσω αν μου πείτε ότι υπάρχουν και σοβαρότερα φιλολογικά θέματα που μπορεί κανείς να εξετάσει. Παρεμπιπτόντως, αν κανείς ξέρει κάτι για το επεισόδιο με τον Σικελιανό και τα 50 φράγκα του Φιλύρα, που μνημονεύεται στην επιστολή αλλά δεν μπόρεσα να το ξεδιαλύνω, πολύ θα χαρώ αν μας το πει.

neoi1910aΗ φωτογραφία αριστερά, βγαλμένη το 1910, είχε δημοσιευτεί το 2003 στο περιοδικό Ύλαντρον. Από αριστερά προς τα δεξιά: Β. Ζήνων, Ν. Λαπαθιώτης, ο γιος ενός πασίγνωστου πολιτικού (αφήνεται για κουίζ), και ένας ηθοποιός.

Κι έπειτα απ’ όλα αυτά τα προλογικά, το άρθρο μου στα Μικροφιλολογικά:

Μια ακόμα επιστολή του Βίκτωρα Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Σε προηγούμενο τεύχος των Μικροφιλολογικών είχα αναφερθεί στον Κύπριο λόγιο Βίκτωρα Ζήνωνα και τη φιλία του με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και είχα παρουσιάσει μια επιστολή του πρώτου προς τον δεύτερο, γραμμένη το 1910. Σήμερα θα παρουσιάσω τη δεύτερη χρονολογικά από τις τέσσερις συνολικά επιστολές Ζήνωνος προς Λαπαθιώτη που απόκεινται στο ΕΛΪΑ, σταλμένη τον Ιούνιο του 1911. Οφείλω ευχαριστίες στον Αχιλλέα Τζάλλα που έκανε τη μεταγραφή της επιστολής (έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία).

Λεμεσός 17 Iουνίου 1911

Γλυκό μου Πελελό

Με μεγάλη μου χαρά είδα στες συνεντεύξεις των λογίων στας «Αθήνας» ν’ αναγνωρίζεται κάπως τιμητικά το έργο σου και να μνημονεύεσαι από τρεις τέσσερις· όχι γιατί περίμενα βέβαια απ’ αυτούς να μάθω πως είσαι ποιητής —για ποιητή σε ξέρω γω καλύτερα από κάθε άλλον— μα γιατί έτσι επήρες τώρα το χρίσμα ας πούμε το επίσημο, «εστέφθης εις το Καπιτώλιον».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επιστολές, Κύπρος, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 62 Σχόλια »