Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αντώνης Σουρούνης’

Με τον Σπύρο Χουρσούτογλου στο «Salonica Bar» (διήγημα του Αντώνη Σουρούνη)

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2017

Ο συγγραφέας Αντώνης Σουρούνης πέθανε πέρυσι, στις αρχές Οκτωβρίου. Είχα τότε δημοσιεύσει ένα διήγημά του, από τη συλλογή «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου». Το διήγημα εκείνο ήταν, ας πούμε, ναυτικό. Πιο αντιπροσωπευτικό, τουλάχιστον της πρώτης περιόδου, που έκανε γνωστό τον Σουρούνη, θα ήταν ένα διήγημα για τη ζωή των μεταναστών στη Γερμανία, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν είχα πρόχειρη τη συλλογή του «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης».

Τις προάλλες ξαναβρήκα το βιβλίο που έψαχνα κι έτσι σήμερα παρουσιάζω το διήγημα που τον μακροσκελή τίτλο του βλέπετε παραπάνω. Το διήγημα είναι μονόλογος, όσα αφηγείται ο μετανάστης εργάτης Σπύρος Χουρσούτογλου στον συγγραφέα ένα βράδυ σε ένα μπαρ, προφανώς κάπου στην περιοχή της Κολωνίας.

Προειδοποιώ ότι στο διήγημα αυτό (όπως και σε όλα τα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης») ο Σουρούνης χρησιμοποιεί μάγκικο, αγοραίο σχεδόν λεξιλόγιο, ακατάλληλο δι’ ανηλίκους, αλλά νομίζω πως το κάνει με μαστοριά και ειλικρίνεια. Σωστά κατά τη γνώμη μου είχε γράψει τότε κάποιος κριτικός στην Αυγή «Μια χαρά τα καταφέρνει ο μάγκικος κυνισμός να εκφράσει συγκλονιστικά συναισθήματα», ενώ μού έχει εντυπωθεί και η φράση του Σπύρου Τσακνιά «Κλείνοντας το μικρό βιβλιαράκι απορείς πώς μπόρεσε να χωρέσει μέσα του τόσος καημός ξενιτειάς».

Το διήγημα είναι το τελευταίο του βιβλίου. Είχε πρωτοδημοσιευτεί στο περιοδικό Διαγώνιος το 1979 και μάλιστα υπάρχει και ονλάιν, αλλά όχι σε html. Μονοτονίζω.

Οι Νίππες που αναφέρονται στο βιβλίο είναι περιοχή της Κολωνίας (Nippes).

Με τον Σπύρο Χουρσούτογλου στο «Salonica Bar»

Λοιπόν, άκου πώς έχει η όλη ιστορία, για να μου πεις, αν έκανα καλά ή όχι. Ήταν δυο τρία χρόνια προτού έρθεις εσύ, είχαμε φτάσει ένα τσελιγκάτο κοπά­δι Βορειοελλαδίτες. Μας μέτρησαν από κάτω, μας φόρ­τωσαν, μας ξεφόρτωσαν, μας βρήκαν σωστούς και μας κουβάλησαν μέσα στη νύχτα ο διάολος ήξερε πού. Την άλλη μέρα μάθαμε πως βρισκόμασταν τριάντα χιλιόμε­τρα έξω από το Ντούσελντορφ. Σκέτο Νταχάου, αδερ­φέ μου… Πήγα να τρελαθώ. Ερχόταν νύχτα το πούλ­μαν, μας πήγαινε στη φάμπρικα, απόγεμα μας γύριζε πίσω ψόφιους. Νταχάου, σου λέω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Διηγήματα, Μετανάστες | Με ετικέτα: , , | 122 Σχόλια »

Να είσαι και να μην είσαι (διήγημα του Αντώνη Σουρούνη)

Posted by sarant στο 9 Οκτωβρίου, 2016

Ο συγγραφέας Αντώνης Σουρούνης πέθανε προχτές στα 74 χρόνια του. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, είχε ζήσει αρκετά χρόνια στη (Δυτική, τότε) Γερμανία για σπουδές και κάνοντας διάφορες δουλειές και τα πρώτα του έργα αφηγούνταν εμπειρίες από τη ζωή του αυτή. Εννοώ τα μυθιστορήματα «Οι συμπαίχτες» και «Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι» και τις συλλογές διηγημάτων «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» και «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου», που εκδόθηκαν από το 1977 έως το 1985.

Μου είχαν αρέσει πάρα πολύ αυτά τα βιβλία, τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα, και νομίζω ότι σε ένα βαθμό έχουν επηρεάσει τα διηγήματα που έγραψα τότε. Ύστερα, ξενιτεύτηκα εγώ στην Ευρώπη και ήρθα να ζήσω στο περιβαλλον των βιβλίων του Σουρούνη ενώ εκείνος συνέχισε με ελλαδική θεματολογία -και περιέργως ή όχι τα έργα του μου άρεσαν λιγότερο. Εννοώ το Πάσχα στο χωριό, ενώ τον Γκας τον γκάγκστερ δεν μπόρεσα να τον αρχίσω, ίσως όμως να φταίω εγώ. Μου είπε ένας φίλος που τον εμπιστεύομαι ότι το Μονοπάτι στη θάλασσα, γραμμένο το 2006, όπου περιγράφει τα παιδικά του βιώματα από τη Θεσσαλονίκη, είναι εξαιρετικό, ενώ δεν έχω διαβάσει τον Χορό των ρόδων, που πήρε κρατικό βραβείο.

Αλλά και μόνο τους Συμπαίχτες και τα Μερόνυχτα Φραγκφούρτης να ‘χε γράψει, θα είχε κερδίσει μιαν από τις πρώτες θέσεις στον λογοτεχνικό μας κανόνα.

Τα Μερόνυχτα δεν τα έχω εδώ μαζί μου, οπότε διάλεξα σήμερα να παρουσιάσω το διήγημα «Να είσαι και να μην είσαι» από τα Τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου -με εμπειρίες όχι πια από τη Γερμανία και τη χαρτοπαιξία, αλλά από τα χρόνια που δούλεψε ναυτικός. Μονοτονίζω.

 

Να είσαι και να μην είσαι

Ξαναμέτρησα τα λεφτά μου. Δεν είχε άλλάξει τίποτα — ήταν πάντα εννιά δολάρια. Ούτε και σε μένα είχε αλλάξει τί­ποτα — ήμουν ακόμα στην Κωνστάντζα. Για να φτάσω στη Θεσσαλονίκη και να χαρώ τον κόλπο της και τον κόλπο τής Σοφίας, έπρεπε να διασχίσω ολόκληρη Ρουμανία και Γιουγ­κοσλαβία. Αποφάσισα να μη βγω και να πέσω για ύπνο. Ή­μουν υπεύθυνος γι’ αυτό το ανήλικο ποσό και είχα καθή­κον να το προστατέψω από τις κακοτοπιές, πού σίγουρα θα παρασυρόταν μαζί μου.

Ξύπνησα πολύ νωρίς και μέτρησα πάλι τα δολάρια· τουλάχιστον ήταν ακόμη εννιά. Βγήκα στο αποχωρητήριο του διαδρόμου και γυρνώντας σκόνταψα πάνω σε μια γυ­ναίκα που σφουγγάριζε.

— Συγνώμη…

Σήκωσε απότομα το κεφάλι.

— Έλληνας είσαι, γιε μου;

— Μάλιστα.

— Από πού είσαι, παιδί μου;

— Από τη Θεσσαλονίκη.

—  Άαα, τη θυμάμαι τη Θεσσαλονίκη… Εγώ είμαι από τη Δράμα. Ναυτικός είσαι;

— Μάλιστα.

— Και γυρίζεις τώρα στην Πατρίδα, κανακάρη μου;

— Αν θέλει ο Θεός, θεία…

— Ο Θεός πάντα θέλει, γιε μου. Οι άλλοι δεν θέλουν…

Είχε δίκιο. Σηκώθηκε και μ’ ακολούθησε στο δωμάτιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Ναυτικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 66 Σχόλια »