Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αποκριά’

Απόκριες πριν από 115 χρόνια

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2018

Δημοσιεύω σήμερα, μέρα που είναι, ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος την 1η Μαρτίου 1952, τελευταίο αποκριάτικο Σάββατο, στο οποίο ο ποιητής θυμάται την Αποκριά του 1903.

Ο τίτλος του χρονογραφήματος είναι «Πριν από πενήντα» (χωρίς το αναμενόμενο αλλά εννοούμενο «χρόνια») με μια μικρή ανακρίβεια, χρονογραφική αδεία, αφού στην πραγματικότητα τα χρόνια είναι 49. Ωστόσο δεν θα μπορούσαν να είναι πενήντα διότι η Αποκριά του 1903 ήταν η πρώτη του Βάρναλη στην Αθήνα και γενικότερα στην Ελλάδα, αφού ήρθε για να σπουδάσει στη Φιλοσοφική, υπότροφος από κάποιο κληροδότημα, τον Οκτώβριο του 1902, δεκαοχτάχρονος.

Σημαδιακή λοιπόν εκείνη η πρώτη αθηναϊκή αποκριά για τον Βάρναλη, αν και κυρίως δεν περιγράφει τις δικές του αναμνήσεις, αλλά παραθέτει, στο μεγαλύτερο μέρος του χρονογραφήματος, αποσπάσματα από άρθρο της Ακροπόλεως εκείνων των ημερών -να είχε φυλάξει το παλιό εκείνο φύλλο στα χαρτιά του; Ή να το αναζήτησε στην Εθνική Βιβλιοθήκη;

Μια σύμπτωση που συνέβαλε στο να αποφασίσω να παρουσιάσω σήμερα το άρθρο αυτό είναι ότι o Βάρναλης γράφει πως η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς του 1903 έπεφτε στις 18 Φεβρουαρίου, όπως και σήμερα δηλαδή.

Ωστόσο, όταν έγραφα πια το άρθρο, άρχισε να με τσιγκλάει το καβουράκι της αμφισβήτησης, και θέλησα να το ελέγξω, αν όντως το 1903 η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς ήταν στις 18.2. Δεν είναι τόσο εύκολο να βρεις τις κινητές εορτές για τα χρόνια πριν από το 1923, που άλλαξε το ημερολόγιο. Για παράδειγμα, στη σελίδα αυτή είναι λάθος. Τελικά όμως, έψαξα και βρήκα την Ακρόπολι του 1903, βρήκα το φύλλο από το οποίο έχει αντλήσει υλικό ο Βάρναλης και είδα πως η χρονολόγηση που δίνει δεν ισχύει: είχε προφανώς μπροστά του το φύλλο της Ακροπόλεως της 18.2.1903, που περιγράφει τις αποκριάτικες σκηνές, το οποίο όμως κυκλοφόρησε την Τρίτη μετά την Καθαρά Δευτέρα. Η Κυριακή λοιπόν ήταν η 16η Φεβρουαρίου και μόλις έφαγα τέσσερις αράδες και κάμποση ώρα για μια τελείως άχρηστη εξακρίβωση.

Αλλά η μικρή απόκλιση των 2 ημερών δεν θα μας πτοήσει. Ας δουμε πώς γιορτάζονταν οι Απόκριες πριν από 49+66 = 115 χρόνια.

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΠΕΝΗΝΤΑ (Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1.3.1952)

Αποκριές του 1903! Πρωθυ­πουργός o υπερπελοποννήσιος Θ. Δηλιγιάννης, πρόεδρος τής Βουλής Δ. Ράλλης, μακεδονικόν ζήτημα, στρατιωτικόν ζήτημα, σταφιδικόν ζήτημα, το σκάνδαλον της πριγκίπισσας τής Σαξωνίας, εγκαίνια του Υπερσιβηρικού και ηλεκτροφωτισμός των οδών Σταδίου, Ερμού κι Αιόλου! Ο Σουρής εκδίδει ποι­ήματα, ο Οίκος Φέξη τους Μοϊκα­νούς των Παρισίων, η Ακρόπολις τον «Εγκληματίαν Άνθρωπον» κι ο Γεράσιμος Βώκος «εκ τών δημιουργικών, εμβριθών και μορφωμένων δημοσιογράφων της πρώτης γραμ­μής» ανέλαβε την υποδιεύθυνση της «Ακροπόλεως». Καζάζης, Χρηστοβασίλης, Ματσούκας, Καλλιρρόη Παρρέν κατέχουν τα σκήπτρα του εθνισμού και της προόδου —κι η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς είναι η 18η Φεβρουαρίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Επετειακά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 144 Σχόλια »

Φάβα αποκριάτικα (του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2017

Καθώς βρίσκομαι εκτός έδρας αυτές τις μέρες, λογάριαζα για σήμερα να βάλω σε επανάληψη κάποιο παλιότερο άρθρο, μια βολική λύση στην οποία καταφεύγω αριά και πού, όταν δεν προφταίνω να γράψω φρέσκο άρθρο. Σαν από μηχανής θεός όμως, ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος μού έστειλε ένα αποκριάτικο αφήγημά του, μια παλιά ιστορία που συνέβη προπολεμικά στα Θερμιά, στην Κύθνο παναπεί.

Κατόπιν εορτής, θα πείτε, και θα’χετε δίκιο. Κι εγώ έτσι σκέφτηκα στην αρχή και είπα να αφήσω το διήγημα κατά μέρος και να το βάλω του χρόνου τέτοιον περίπου καιρό. Ωστόσο, άνθρωποι είμαστε -και ήταν μαθηματικά βέβαιο πως αν το ανέβαλλα για του χρόνου θα το ξεχνούσα ως τότε. Οπότε, το βάζω τώρα που ακόμα το αποκριάτικο κλίμα δεν έχει εντελώς ξεχαστεί, πολύ περισσότερο αφού μου λύνει το πρόβλημα του άρθρου που δεν είχα να ανεβάσω.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να σημειώσουμε ότι η εναλλαγή φ και θ δεν είναι σπάνια σε διάφορα ιδιώματα. Έτσι, πέρα από το θυλάκι -> φυλάκι του διηγήματος, έχουμε το θηκάρι -> φηκάρι ή το θηλί -> φηλί (ιδίως στην έκφρ. «είναι φηλί κλειδί» δηλ. αχώριστοι σύντροφοι). Όσο για την εμμονική προσήλωση της χήρας στην απόλυτη καθαριότητα, μού θύμισε τη νοικοκυρά στο παπαδιαμαντικό «Για τα ονόματα».

Κατ’ εξαίρεση αφήνω την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πολυτονικού συμπεριλαμβανομένου.

ΦΑΒΑ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ

«Φάβα άποκριάτικα; Ποῦ ἀκούστηκε; Παλάβωσες καημένε;»

Ὅλα τά ‘χε δεῖ καὶ τά ‘χε ἀκούσει ἡ Ἁνεζιὼ*, εἴκοσι χρόνια τώρα παντρεμένη μὲ τὸν Πατέστο τὸν Τσαμπουνιάρη. Ἐτοῦτο δὲν τὸ περίμενε. Ἐκεῖνος, ἀτάραχος, ξετυλίγοντας τὸ σπάγγο ποὺ στερέωνε τὸ διπλὸ καλαμένιο αὐλὸ στὸ φυλάκι* τῆς τσαμπούνας, ἀποκρίθηκε:

«Γιατὶ, δὲν εἶν’ ἀποκριάτικο φαΐ ἡ φάβα; Τὸ λέει καὶ τὸ τραγοῦδι» κι ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ σ’ ἕνα δικό του σκοπό:

«Τὶ νά ‘χαμε, τὶ νά ‘χαμε ἕνα κουπάκι φάβα
κι ἕνα μουνάκι τρυφερὸ γιὰ νὰ μᾶς φεύγ’ ἡ καύλα».

Ἡ κουβέντα εἶχε ἀρχίσει μέρες, βδομάδες πρίν. Μόλις μπῆκε τὸ Τριώδιο. Ἀπὸ τότε ἡ Ἁνεζιὼ τὸν ἔψελνε, κάθε μέρα σχεδὸν, γιατὶ ἤξερε τὸ χούι του. Νὰ ντύνεται μούσκαρος* τὴν Τυρινὴ Κυριακὴ καὶ νὰ γελᾶ τὸ χωριὸ μὲ τὰ πονηρὰ στιχάκια ποὺ σκάρωνε καὶ τὰ καμώματά του.

«Τὸ νοῦ σου καημένε, μὴν ἀρχίσεις πάλι τὰ μασκαραλίκια σου ἀποκριάτικα γιατὶ ἔχουμε κόρες τσῆ παντρειᾶς!»

«Τί λὲς ρὲ γυναίκα; Ὁ γέρο-Νικολὸς ὁ Κακορίζικος, ποὺ δὲ μιλεῖ ἀθρώπου ὁλοχρονικῆς τοῦ χρόνου, τὴν Ἀποκριὰ βάνει τσὶ προβιές ξεβράκωτος καὶ  ξεσκεπάζεται σὲ κάθε γωνιὰ καὶ κάθε τρίστρατο» ἀπάντησ’ ὁ Πατέστος*.

«Ἐκεῖνος δὲν ἔχει κόρες ἀνύπαντρες, τσὲ πάντρεψε» τὸν ἀποστόμωσε ἡ Ἁνεζιώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Λαογραφία | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Ελληνική αποκριά – Eustace Clare Grenville-Murray

Posted by sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2017

Συνεχίζουμε και σήμερα, μέρα αργίας και γιορτής που επιστεγάζει τον αποκριάτικο γιορτασμό, με λογοτεχνικό κείμενο αποκριάτικης θεματολογίας. Θα σας παρουσιάσω ένα ταξιδιωτικό, αναπάντεχο κείμενο, που δεν ξέρω αν είναι ευρύτερα γνωστό. Εγώ πάντως ομολογώ πως δεν το ήξερα και το ανακάλυψα πριν από μερικά χρόνια, καθώς φυλλομετρούσα παλιά τεύχη του Μπουκέτου της κατοχικής περιόδου – του 1942, πραγματικά απρόσμενο διαμάντι μέσα στον ζόφο.

Ο συγγραφέας Ντίκενς περιγράφει στο άρθρο αυτό τις εντυπώσεις του από τον γιορτασμό της Αποκριάς σε ένα ελληνικό χωριό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Από τις γεωγραφικές πληροφορίες που δίνονται, ο φίλος μας ο Σκύλος, που τον αγγάρεψα να πληκτρολογήσει το κείμενο, συμπεραίνει ότι ο τόπος είναι ο Μόλυβος της Λέσβου.

Χάρη στις δυνατότητες που απλόχερα μας δίνει το Διαδίκτυο, μπόρεσα και βρήκα ότι το αγγλικό άρθρο δημοσιεύτηκε το 1854 στο εβδομαδιαίο περιοδικό Household words, που το εξέδιδε ο Ντίκενς στη δεκαετία του 1850 και όπου παρουσίαζε δικά του κείμενα και άλλων, λογοτεχνικά και μη -στο περιοδικό αυτό δημοσίευσε σε συνέχειες μυθιστορήματα όπως τα Δύσκολα χρόνια.

Το συγκεκριμένο άρθρο δημοσιεύτηκε στη ρουμπρίκα The Roving Englishman (Ο περιπλανώμενος Εγγλέζος) με τίτλο A Greek Carnival. Επειδή γράφω βιαστικά, δεν έχω τσεκάρει πότε ακριβώς επισκέφθηκε ο Ντίκενς τα μέρη μας και τι άλλο έχει γράψει σχετικά, κι αν τα όσα έχει γράψει έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά -οπότε υπάρχει πιθανότητα να κομίζω γλαύκα.

Όπως με διόρθωσε ο φίλος μας ο ΣΠ στο σχόλιο 11, συγγραφέας δεν είναι ο Ντίκενς όπως αναφέρει το Μπουκέτο, αλλά ο Βρετανός δημοσιογράφος Eustace Clare Grenville Murray. Λάθος μου που δεν το ερεύνησα περισσότερο.

Το πρωτότυπο άρθρο θα το βρείτε εδώ, στη σελίδα 375 του τόμου. Δεν πρόλαβα να ελέγξω την ελληνική μετάφραση, που αγνοώ ποιος την έκανε, προσέχω πάντως ότι στην αρχή αρχή ο συγγραφέας απευθύνεται σε κάποιον Demetraki, που ο μεταφραστής τον αναβαθμίζει σε Δημήτρη. Ευχαριστώ και πάλι τον φίλο μας τον Σκύλο για την πληκτρολόγηση.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΚΡΙΑ

ΤΟΥ ΚΑΡΟΛΟΥ ΝΤΙΚΕΝΣ [έτσι αναφέρει το Μπουκέτο]

(Μια άγνωστη κι εξαιρετικώς ενδιαφέρουσα επίκαιρη σελίδα του μεγάλου μυθιστοριογράφου Καρόλου Ντίκενς, στην οποία ο διάσημος συγγραφεύς περιγράφει τον εορτασμόν της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς σε κάποια ελληνική πόλη της Ανατολής).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Αναδημοσιεύσεις, Μυτιλήνη, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 108 Σχόλια »

Αποκριάτικη νυχτιά – διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2017

Τα Χριστούγεννα συνηθίζουμε τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, το ίδιο και το Πάσχα -αλλά σήμερα έχουμε άλλη γιορτή κι έτσι θα δούμε κάτι πιο σπάνιο, ένα αποκριάτικο διήγημα. Όχι σκιαθίτικο, παρά αθηναϊκό -από τα όχι λίγα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που διασώζουν σκηνές της ζωής του φτωχόκοσμου της πρωτεύουσας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Σπύρος Βεργουδής είναι ολοφάνερα άλτερ εγκο του ίδιου του Παπαδιαμάντη, το δε διήγημα διαφέρει από τα περισσότερα παπαδιαμαντικά καθώς χαρακτηρίζεται από χιούμορ και ανάλαφρο ύφος, και όχι μόνο στο ιντερμέδιο με τα αλλεπάλληλα γλωσσικά μαργαριτάρια του κυρ Ζαχαρία.

Μερικά λεξιλογικά-πραγματολογικά, με τη σειρά που εμφανίζονται στο διήγημα:

  • Αγιοταφίτικο: εννοεί την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, μετόχι του Παναγίου Τάφου, γωνία Πρυτανείου και Ερεχθέως.
  • πρόσφωλο: το φώλι, το αυγό που βάζουν στη φωλιά της κότας για να προσελκύσουν την όρνιθα να γεννήσει κι άλλα. Εδώ βέβαια μεταφορική η χρήση, το έναυσμα.
  • έβαζε μαναφούκια: διέβαλλε, συκοφαντούσε (από το τκ. münafιk)
  • πομπιωμένη: διαπομπευμένη
  • ανειμένα κατά το φαινόμενον: χαλαρά φαινομενικώς (από το ρήμα ανίημι, απ’ όπου και η άνεση)
  • μηναρές: να σημειωθεί η στρατιωτική αργκό για την ποινή φυλάκισης ενός μηνός
  • τα πήρε πλυμένα κι άπλυτα: σήμερα θα λέγαμε «πήρε τα βρεμένα του»
  • έδωσε νάμι: έβγαλε όνομα

 

Αποκριάτικη νυχτιά

Εάν δεν ήτο επιμελής σπουδαστής ο Σπύρος ο Βεργουδής, και δεν είχε τυχόν πως να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρει δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα. Δεν ήτο δρόμος, ήτο αυλή, παμπάλαιος, ευρεία, ακανόνιστος, με τους τοίχους υψηλούς αλλ’ ανίσου ύψους, περιβάλλουσα μίαν των παλαιοτέρων οικιών παρά την ανέρπουσαν εσχατιάν της αρχαίας πόλεως, προς την Ακρόπολιν, υψηλά, παρά το Αγιοταφίτικον. Αι τρείς ενοικάρισσαι του ισογείου, η κυρα-Κατίγκω η Χρίσταινα, μετά της αγάμου αδελφής της Φρόσως, και η γριά-Βαγγελή η Λεμονού, μετά της κόρης της τής Γεώργαινας, και η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της τής Μαρούσας, εμάλωναν διά το κάθε τι, συχνότατα, σχεδόν τρις της εβδομάδος. Συνήθως, η κατέχουσα το μεσαίον οίκημα, η Λεμονού, πότε εκ της παραμικράς αφορμής, πότε άνευ αφορμής ωρισμένης, τα έβαζε σήμερον με την μίαν, αύριον με την άλλην των δύο γειτονισσών της. Και τας μεν εορτάς, αντί να ευρίσκωσιν ύλην όπως κακολογώσιν άλλας έξω της αυλής διερχομένας ή ησύχως εις τας οικίας των καθημένας γυναίκας, προχειρότερον εύρισκον να τα χαλούν μεταξύ των. Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιάς ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογεί την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέσει το φουστάνι της», κι έλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!» Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρείον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν’ απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των. Συχνά η γρια-Βαγγελή η Λεμονού, αφού ωνείδιζε την εκ δεξιών και την εξ αριστερών πάροικον της, ως απρόκοφτην, ως άπραχτην, ως απασσάλωτην, αυτή πρώτη θέτουσα το «πρόσφωλο», αίφνης ειρήνευεν, εμειδία, κι’έλεγεν ότι αυτή έχει δουλειά να κάμη, ότι δεν «χαλά τη ζαχαρένια της», και ότι δεν τας συνερίζεται ν’ απαντά εις τας μομφάς των. Αλλοτε πάλιν η Σταματούλα η Γεμενίτσα έπαιρνε λόγια από τη μίαν κι έβαζε μαναφούκια εις την άλλην, και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν, ισταμένη παράμερα. Εμάλωναν διά κάθε πράγμα, δια μίαν σκάφην αναποδογυρισμένην ολίγον λοξά εις το πλυσταρείον, δι’ ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι’ ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν. Μιά των ημερών, η γραία Βαγγελή εθύμωσεν εναντίον της Κατίγκως της Χρίσταινας, διότι αύτη εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας, και την ωνόμασε «τριγυρισμένην» και «πομπιωμένην», άλλοτε πάλιν η Κατίγκω εσήκωσε χείρα εναντίον της Μαρούσας, της ψυχοκόρης της Σταματούλας, καλέσασα αυτήν, δεκατετραετή μόλις, «μωρή μπασταρδού!» διότι την είδε νίπτουσαν τας χείρας πλησίον εις την κόφαν της μπουγάδας με τα ρούχα. Με αυτά επερνούσαν τας ημέρας των εις την ευρείαν αυλήν της παμπαλαίου οικίας αι τρεις αύται πτωχαί γυναίκες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »