Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αργοστόλι’

Οι πόλεις του νεαρού Μίκη (απόσπασμα από τους Δρόμους του Αρχάγγελου)

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2021

Καθώς τιμούμε ακόμα τον μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη, σκέφτηκα για σήμερα, στο καθιερωμένο λογοτεχνικό μας κυριακάτικο άρθρο, να δημοσιεύσω ένα δικό του κείμενο. Από το δίτομο αυτοβιογραφικό του έργο «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου», που είχε κυκλοφορήσει στα μέσα της δεκαετίας του 1980 από τον Κέδρο, διάλεξα ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι από την αρχή (σελίδες 15-25 του πρώτου τόμου). Σημειώνω ότι έχει κυκλοφορήσει και δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση της αυτοβιογραφίας του Μίκη, από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, αλλά δεν ξέρω κατά πόσον υπάρχουν σημαντικές αλλαγές στο απόσπασμα που δημοσιεύω εδώ.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο απόσπασμα αυτό διηγείται τις επαρχιακές πόλεις που γνώρισε στα παιδικά του χρόνια και τα ταξίδια που έκανε με το πλοίο, καθώς, επειδή ο πατέρας του ήταν ανώτερος υπάλληλος, είχαν αλλάξει πολλές φορές τόπο διαμονής στις δεκαετίες του 20 και του 30.

Οι απόψεις για την καθυστέρηση και την κακή εικόνα που παρουσίαζαν οι επαρχιακές πόλεις του μεσοπολέμου ίσως φανούν υπερβολικές, διασταυρώνονται όμως από άλλα κείμενα της εποχής και αφηγήσεις άλλων παρατηρητών, το ίδιο και η άποψη για τα πιο πολιτισμένα Επτάνησα.

Σημειώνω ακόμα ότι ο Γιαννάκης, ο αδελφός του συνθέτη, δηλαδή ο δημοσιογράφος Γιάννης Θεοδωράκης, που έχει γράψει μερικούς εξαιρετικούς στίχους τραγουδιών του Μίκη, ήταν επτά χρόνια νεότερος.

Μετέτρεψα σε μονοτονικό αλλά άφησα ως επί το πλείστον την ορθογραφία του πρωτοτύπου. Όλο και κάποιο λαθάκι θα έχει ξεφύγει όμως, το κείμενο είναι μεγάλο.

Ας μην ξεγελιόμαστε… Από κείνο που λέμε «μουσική υποδομή», η Ελλάδα, ιδιαίτερα εδώ και μισό αιώνα, δεν είχε ίχνος… Συμφωνικές ορχήστρες. Χορωδίες. Συναυλίες. Ωδεία. Μουσικές εκδόσεις. Όλ’ αυτά, πράγματα άγνωστα στην ελληνική επαρχία.

Ούτε φυσικά υπήρχε και ραδιόφωνο, για να έχεις, όπως σήμερα, διάφορα μουσικά ακούσματα. Kι εγώ υπήρξα γέννημα θρέμμα αυτής της άγνωστης γης, της μυθικής χώρας, που λέγεται ελληνική επαρχία. Δείτε πίνακα πόλεων και ημερομηνιών για να καταλάβετε καλύτερα: Γεννήθηκα στη Χίο. Έτος 1925. Μετά: Μυτιλήνη, 1925-1928. Σύρος και Αθήνα, 1929. Γιάννενα, 1930-32. Αργοστόλι, 1933-36. Πάτρα, 1937-38. Πύργος, 1938-39. Τρίπολη, 1939-43. Αθήνα, 1943.

Mόνο σ’ ένα καπρίτσιο -να πρόσθετα τη φράση «παρά φύσιν»;- θα μπορούσε να αποδοθεί το γεγονός, ότι ένα παιδί, που έζησε από τη Χίο έως την Αθήνα τα πρώτα του δεκαοχτώ χρονιά, οδηγήθηκε στη μουσική… Επομένως, συμπέρασμα πρώτον: η περίπτωσή μου παρουσιάζει κοινωνιολογικό ενδιαφερον… Εμείς, απ’ όπου περάσαμε, δεν είχαμε σχέση ούτε με τις «κομ­πανίες», που έπαιζαν «λαϊκή μουσική» — ο Θεός ξέρει ποιος τις ήξερε τότε – δεν ξέραμε τα λαϊκά όργανα, μπουζούκι, μπαγλα­μά ή βιολί. Συμφωνικές ορχήστρες, ναι, είδαμε στα 1942, στο πανί του κινηματογράφου και τότε «αλλάξαμε ζωή» — αλλά αυτά για αργότερα. Με τα σημερινά μέτρα, δεν υπάρχει ελληνι­κό χωριό να συγκριθεί με την ελληνική πόλη του 1930 ή του 1940… Μόνο στην Αφρική, στην Ασία και στη Νότια Αμερική θα βρούμε σήμερα απομακρυσμένα χωριά, που να μοιάζουν με τα Γιάννενα του 1932 ή με την Τρίπολη του 1942…

Όταν πρωτομπήκα στο δημοτικό στα Γιάννενα, όλα τα παιδιά ήταν ξυπόλυτα και παρ’ ότι τα κεφάλια τους περασμένα με την «ψιλή», οι ψείρες έτρεχαν λεφούσια. Οι τούρκικοι μαχαλάδες, ή τα καντούνια, είχαν λάσπες χαρμάνι με κατρουλιά, γιατί φυσι­κά υπόνομοι και τέτοια ήταν άγνωστα πράγματα για την εποχή. Φαντάσου τι ήταν τότε το ελληνικό χωριό. Ο πατέρας μου, Γενικός Γραμματέας στη Γενική Διοίκηση Ηπείρου, περνούσε τον πιο πολύ καιρό του στην ύπαιθρο. Συναισθηματικός, καλόψυ­χος που λέμε, είχε βάλει σκοπό της ζωής του να κάνει δρόμους «για να πάει ο πολιτισμός», να φτιάξει υδραγωγεία και γενικώς αρδευτικά έργα και, σε καμιά ακραία περίπτωση, να πάει και το ηλεκτρικό. Μ’ έπαιρνε μαζί του στη Βήσσανη, στην Παραμυθιά, στο Μέτσοβο, με το μοναδικό αυτοκίνητο, κουπέ Φορντ, που υπήρχε τότε σε όλη την Ήπειρο, με σοφέρ το Βάνια, κι όταν σταματάγαμε στην πλατεία, μια βαθιά σιωπή έπεφτε στο χωριό. Οι μεγάλοι γουρλώνανε τα μάτια τους και τα παιδιά τρέχανε να κρυφτούνε. Τί θηρίο ήταν αύτό! Όπως μια κοπέλα που πήραμε στην Πάτρα —ως δεκαπέντε χρονών έβοσκε γίδια- και μόλις είδε πλοίο στη θάλασσα, έβαλε τις φωνές… Μιλάμε δηλαδή για τερατώδη γεγονότα, Ας μη λέμε λοιπόν εξυπνάδες…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Μεσοπόλεμος, Πόλεις, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 104 Σχόλια »

Μεγάλη Πέμπτη του 1923 στ’ Αργοστόλι (αφήγημα του Δημήτρη Λουκάτου)

Posted by sarant στο 29 Απριλίου, 2021

Φτάσαμε στα μισά της Μεγαλοβδομάδας και στο ιστολόγιο δεν έχουμε ακόμα δει πασχαλινό άρθρο. Κι επειδή τα άρθρα με τα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά του Πάσχα τα έχω ξαναβάλει σχετικά πρόσφατα, για σήμερα διαλέγω κάτι άλλο. Ένα αφήγημα του Δημήτρη Λουκάτου, από τον τόμο του «Πασχαλινά και της Άνοιξης», με τίτλο «Μεγάλη Πέμπτη στ’ Αργοστόλι» και υπότιτλο «Προσεισμικό του 1923» -πράγματι, για τους κατοίκους των δυο νησιών, Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, οι σεισμοί του 1953 ήταν πολύ σημαντικό ορόσημο.

Ο αφηγητής θυμάται τη Μεγάλη Πέμπτη του 1923 στη μητρόπολη τ’ Αργοστολιού, όπου ο πατέρας του ήταν ψάλτης ονομαστός για τη μελωδική του φωνή. Τότε ο Λουκάτος (1908-2003) ήταν 15 χρονών. Μεταφερόμαστε δηλαδή σε μια εποχή πριν από εκατό περίπου χρόνια -98 για την ακρίβεια- όταν η εκκλησία έπαιζε πολύ πιο σπουδαίο ρόλο ιδίως στην επαρχία, όπου οι ευκαιρίες διασκέδασης ήταν πολύ λιγότερες (αλλά και επαφής με το άλλο φύλο -αυτός ο ρόλος της εκκλησίας αναφέρεται συχνά σε κείμενα και αναμνήσεις των προπολεμικών ιδίως χρόνων).

Μονοτονίζω αλλά κατά τα άλλα διατηρώ την ορθογραφία. Όπως είχα γράψει σε ένα άλλο αφήγημα του Λουκάτου από τον ίδιο τόμο, που είχα δημοσιεύσει εδώ παλιότερα, την Πασχαλιάτικη οδό Αιόλου το 1953, αξιοπρόσεκτη θεωρώ τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Λουκάτος, που δεν ήταν ακραίος δημοτικιστής -κι όμως γράφει «οι Σύνοψες», «ο Σταυρωμένος», όπως το έλεγαν τότε, ή «κατανυχτικός».

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ ΣΤ’ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ

Είχαμε ακόμα κλειστές τις μεγάλες πόρτες της εκκλησιάς και ταχτοποιούσαμε με προσοχή τον πένθιμο διάκοσμό της. Ο «Σωτήρας» ήταν η μητρόπολη τ’ Αργοστολιού, κι ο παπάς της φιλοδοξούσε πάντα να τη δείχνει πλουσιοστόλιστη και καθαρή. Είχαμε βάλει στους πολυελαίους και στα πολυκάντηλα μαύρα σουφρωτά μεγάλα «τούλια», είχαμε δέσει στα χέρια των αγγελουδιών μαβιές ταινίες, κι είχαμε καρφώσει στα κεριά παντού «κονκάρδες» στρογγυλές, με μακριές ασπρόμαυρες κορδέλες.

Στη μέση της εκκλησιάς, λίγο πιο πάνω από τον ανάγλυφο δικέφαλο αετό της, είχαμε κουβαλήσει κι είχαμε βάλει σε σειρά τις πέντε μεγάλες λαξεμένες «γοργοθόπετρες»: μια μεγαλύτερη στο κέντρο για το Σταυρό — μαρμάρινη, βαριά ως 400 λίτρες — και γύρω της τέσσαρες πιο μικρές, με μπηγ­μένα μέσα τους τα ξύλινα μανάλια και τα ξαφτέρούγα.

Είμαστε τέσσαροι «μαθητάδες», που βοηθούσαμε τον παπά Λαγγούση. Εγώ ήμουν ο πιο μεγάλος ανάμεσά τους, κι είχα πάρει μεγαλύτερη πρωτοβουλία στην εσωτερική υπηρεσία της εκκλησιάς. Εκτός από την εύνοια του παπά, είχα και το θάρρος του πατέρα μου, πού ήταν ψάλτης εκεί. Έμπαινα και έβγαινα στο ιερό με τουπέ, κανόνιζα ποια άλ­λα παιδιά θα έμπαιναν μαζί μου, ανέβαινα στο καμπαναριό και σήμαινα, πήγαινα με εμπιστευτικές αποστολές στα μα­κρινά σπίτια της ενορίας (1).

Εκείνο λοιπόν τ’ απόγευμα ετοιμάσαμε την εκκλησιά για τα «Δώδεκα Ευαγγέλια» με πάστρα και με φροντίδα. Σουρούπωνε πια, κι ακούαμε τον κόσμο που μαζευόταν στο λιθόστρατο ή χτυπούσε τις πόρτες αδημονώντας. Ήταν καιρός ν’ ανοίξουμε. Κοιτάξαμε να μη βρίσκεται τίποτα αταχτοποίητο ή ριγμένο καταγής, κρεμάσαμε τη σημαία στο γυναιτίκι «μετζάστρα», σιάξαμε λίγο τις κουρτίνες του θρόνου της Παναγίας, πλύναμε τα χέρια μας, κι ανοίξαμε…

Η ακολουθία άρχισε στις οκτώ το βράδυ. Ο κόσμος γέμιζε πάντα «πήχτρα» την εκκλησιά. Οι επίτροποι -μεγαλέμποροι τ’ Αργοστολιού, ο Σπυράγγελος ο «Αβλιχάκης» κι ο Βαγγελάκης ο «Γάλλος» — υποδέχονταν τους ενορίτες και τούς τακτοποιούσαν, σαν τελετάρχες. Εμείς οι «μαθητάδες» τρέχαμε από δω κι από κει να προλάβουμε ένα σωρό δουλειές, που μας παρουσιάζονταν. Είχαμε να παραλαβαί­νουμε τα κεριά και τα «φιόρα» που έφερναν οι ενορίτισσες για το Σταυρό — χύμα λουλούδια κι όχι στεφάνια— είχαμε να σβήνουμε τα κεριά των πολυελαίων, που ξελαμπάδιζαν, είχαμε να κουβαλάμε καρέκλες στις ηλικιωμένες κυρίες και στους γέροντες, που δεν βρήκαν στασίδι. Ο παπά Λαγγούσης ήταν σκυμμένος διαρκώς πίσω από τις τρύπες του ξυλό­γλυπτου Τέμπλου, και από κει παρακολουθούσε την κίνηση του εκκλησιάσματος. Κάθε τόσο μου φώναζε:

—    Μίμη, καρέκλα τση σιόρα-Μπάρμπαρας!

—    Μίμη, η κυρία Άντζολα!

—    Μίμη, ο γιατρός ο Μικελώτος!

Κι όλο έτρεχα να στείλω ή να κουβαλήσω από μια καρέ­κλα στις προσωπικότητες, που μου παράγγελνε. Ευτυχώς είχαμε κάμει από νωρίς προμήθεια από το καφενείο του «Τσαμεναράκη», κι έτσι περίσσευαν για να πάρουν όλοι. Κι ακόμα για να περιποιηθώ κι εγώ δικούς μου ευνοούμενους, ιδιαίτερα τις μητέρες των γνωστών μου κοριτσιών.

Τούτα τα βράδια της Μεγάλης Βδομάδας, έτσι καθώς πέφτουν μέσα στις πρώτες μέρες της Άνοιξης, λες κι είναι ειδικά φτιαγμένα για τον παιδόκοσμο, να του γεννάνε τις πρώτες ερωτικές συγκινήσεις, να του γεμίζουν την ψυχή από ρομαντική διάθεση… Παρακολουθούσαμε με το κερί στο χέρι τις «Σύνοψες», καθώς ο παπάς διάβαζε ένα-ένα τα Ευαγγέλια, μα τα μάτια μας ξέφευγαν πάντα προς τα αντι­κρινά πρόσωπα των κοριτσιών, που κόκκινα και όμορφα κάτω από τα φώτα, μας κοίταζαν ξαφνιασμένα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαογραφία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 81 Σχόλια »