Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αργύρης Εφταλιώτης’

Η Αγγέλικα (διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη)

Posted by sarant στο 7 Μαρτίου, 2021

Θα δημοσιεύσω σήμερα ένα διήγημα από τις Νησιώτικες ιστορίες του Αργύρη Εφταλιώτη. Έχει κάποια αμυδρή σχέση με την επικαιρότητα, αφού αύριο είναι η παγκόσμια μέρα της γυναίκας. Ωστόσο, υπάρχει ένας ακόμα λόγος που το διάλεξα. Θέλω συνάμα να παρουσιάσω μια καινούργια λογοτεχνική πρωτοβουλία που αξίζει να προσεχτεί.

Η ηθοποιός Κατερίνα Παπανδρέου, αντιδρώντας στον εγκλεισμό της πανδημίας, έφτιαξε τον ιστότοπο vivliofagos.com, στον οποίο ανεβάζει ηχητικά αρχεία (podcast που θα έλεγε ο κ. Μπαμπινιώτης) από λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως διηγήματα, που τα διαβάζει η ίδια. Επικοινώνησε προ καιρού μαζί μου για ένα θέμα πνευματικών δικαιωμάτων (κάτι που δείχνει και προσοχή στη λεπτομέρεια) και επειδή μου άρεσε η πρωτοβουλία της θέλησα να την προβάλω σήμερα διαλέγοντας, ακριβώς, ένα από τα διηγήματα που ανεβασε σε ηχητικό αρχείο. Μπορείτε να ακούσετε εδώ την Αγγέλικα, όπως τη διαβάζει η Κατερίνα Παπανδρέου. (Ίσως το διήγημα να το διάλεξα κιόλας επειδή έχω σύζυγο, μητέρα και κόρη Αγγελική).

Ο Εφταλιώτης (Κλεάνθης Μιχαηλίδης στο πραγματικό του όνομα, 1849-1923) γεννήθηκε στον Μόλυβο της Μυτιλήνης και ειναι απο τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού. Ποιήματά του και διηγήματά του έχουν αντέξει στον χρόνο και διαβάζονται ακόμα, εκατό σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατό του.

Το σημερινό διήγημα περιλαμβάνεται στον τόμο «Νησιώτικες ιστορίες», που έχει εκδοθεί από διάφορους εκδοτικούς οικους. Το εδώ κείμενο το πήρα από το Λογοτεχνικό ιστολόγιο, όπου υπάρχει το σύνολο αυτης της συλλογής διηγημάτων.

Έγινε μεγάλη ταραχή σαν πρωτοφάνηκε στο χωριό η Αγγέλικα. Συνηθισμένος ο κόσμος από τις ντροπαλές και συμμαζεμένες χωριατοπούλες, βλέπει άξαφνα μέσα στο χωριό μια κοπέλα, που τους φάνηκε σα θεά. Πρώτο, που ήταν κάτασπρη σα να μην την είδε ήλιος ποτές, δεύτερο, πρόσχαρη, γελαζούμενη και ζωηρή, που τους τρέλαινε σα γελούσε και τους έδειχνε τα μεγάλα της τα δόντια. Τρίτο, που δε φορούσε χωριάτικα, μόνο της χώρας φορέματα. Μα τι πρώτο, τι δεύτερο, και τι δέκατο. Ήτανε να τήνε βλέπεις και να μη χορταίνεις.

Επανάσταση έφερε στο χωριό η Αγγέλικα. Οι καλοί χωριανοί δεν το λογάριαζαν τέτοιο κακό. Ο σκοπός τους ήταν αθώος. Αυτοί ζητούσανε μια καλή δασκάλισσα, να μάθει τα κορίτσια τους γράμματα. Γράφουνε λοιπό στη χώρα, και σε λιγάκι έρχεται η Αγγέλικα.
Σκολειό χτισμένο δεν είχαν ακόμα. Της νοικιάζουν ένα σπιτάκι, και μέσα σ’ αυτό το σπιτάκι άρχισε η Αγγέλικα να πολιτίζει του χωριού τα κορίτσια. Ως εδώ η δουλειά πήγαινε καλά. Τα κορίτσια μάθαιναν, πως το ψωμί δεν τρώγεται μέσα στο βιβλίο αν δε γίνει άρτος, και σαν τέλειωναν τα μαθήματα άρχιζε τ’ αργόχειρο. Και το βράδυ, σαν πηγαίνανε στα σπίτια τους, άλλη έδειχτε στον πατέρα της μπιμπίλες, άλλη παντούφλες, κι άλλη κεντημένες καπνοσακούλες. Κι ο πατέρας τα ‘βλεπε αυτά και καμάρωνε που τέλος πάντων είδαν ανθρωπισμό τα κορίτσια.

Η δουλειά όμως δεν σταμάτησε ως εδώ. Οι μεγάλες οι κοπέλες, που δεν μπορούσαν πια να πάνε στο σκολειό, δεν έπρεπε να μείνουν κι αυτές πίσω. Πώς να βγουν οι μικρότερες αδερφάδες πιο άξιες και πιο χαριτωμένες στον κόσμο! Ρίχτουνται λοιπόν της Αγγέλικας κι ησυχία δεν της αφήνουν. Νυχτέρι δεν γίνουνταν, που να μην την έχουνε στη μέση να λέει ιστορίες, να ξηγά συνήθειες της χώρας, να τραγουδάει τραγούδια της χώρας, να κόβει και να ράβει, κι αυτές να λησμονούν κάθε χωριάτικο παιχνίδι, τραγούδι και παραμύθι, και να κάθουνται σα μαγεμένες ν’ ακούν την Αγγέλικα.

Είναι αλήθεια πως σαν έφευγε η δασκάλισσα στο σπιτάκι της οι χωριατοπούλες ―πώς να την ξεχάσουν την τέχνη!― της κάνανε χίλια περιγέλια της κακόμοιρης! Άλλη να μιμάται τη φωνή της, άλλη τ’ ασυνήθιστα τα λόγια της, άλλη τη μαργιόλικη της ματιά. Αθώα περιγέλια, δίχως ζούλια και δίχως κακία, έτσι να της βρουν κατιτίς να γελάσουν. Και σα σκάνανε στο γέλιο, άρχιζαν πάλι να της θαυμάζουν τα κόκκινα χείλη, τα κάτασπρα δόντια, το μικρό ποδαράκι, την περπατηξιά της, τα στολιδάκια της, τις φορεσιές της, όλη της τη χάρη και την ομορφιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Γιατί λάμπει ο λαμπίκος;

Posted by sarant στο 31 Μαρτίου, 2016

220px-Alambik1Προχτές στο ιστολόγιο, εκεί που λέγαμε για το αντιμόνιο, σε κάποια σχόλια η συζήτηση, που πολύ συχνά γοητευτικά ξεστρατίζει, έφτασε και στο σύνεργο των αλχημιστών που λέγεται στα αγγλικά alembic, και που το βλέπουμε στην εικόνα αριστερά (από τη Βικιπαίδεια).

Είπα λοιπόν πως από εκεί είναι και η δική μας λέξη «λαμπίκος», που είναι αντιδάνειο -και πρόσθεσα πως «θα γράψουμε κάποτε» για το θέμα αυτό.

Παρόλο που στα ιστολογικά χρέη δεν υπάρχει τόκος και ανατοκισμός, καλό είναι να μην τα αφήνεις να διογκώνονται -κι έτσι, αποφάσισα να γράψω σήμερα το άρθρο που κάπως αόριστα υποσχέθηκα.

Όταν σήμερα λέμε «λαμπίκος», ή «λαμπίκο», εννοούμε συνήθως κάτι που είναι τόσο καθαρό ώστε να αστράφτει, κάτι πεντακάθαρο που λάμπει. «Το έκανα λαμπίκο το πάτωμα», μπορεί να πει με καμάρι κάποιος ή κάποια (συνήθως κάποια και συνήθως σε διαφήμιση). Αυτό το «λαμπίκο» είναι επίρρημα. Μάλιστα, πρόσφατα άνοιξε στη γειτονιά μου ένα πλυντήριο αυτοκινήτων που έχει την επωνυμία «καντο labiko» -απ’ ό,τι κατάλαβα πρόκειται για σελφ σέρβις, εξού και η προστακτική, αν και δεν κατάλαβα για ποιο λόγο έγραψαν τον μισό τίτλο στα ξένα αφού και οι δυο λέξεις είναι ελληνικές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in χημεία, Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 175 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης -Ο Γρηγόρης

Posted by sarant στο 11 Αυγούστου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή όγδοη και είναι η τέταρτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα, όπου ο παππούς μου έχει πιάσει δουλειά στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου, έχει χτίσει το σπίτι του και τώρα ολοκληρώνει, ας πούμε, την αποκατάσταση, αγοράζοντας αυτοκίνητο -ένα κάπως ασυνήθιστο αυτοκίνητο, με όνομα και με πολεμικές περγαμηνές.

mimis_jpeg_χχsmallΤο όνομα αυτού ήταν Γρηγόρης, και ήταν ένα στρατιωτικό αγγλικό τζιπ, που στην οικογενειακή μυθολογία είχε πολεμήσει τον Ρόμελ στη Βόρεια Αφρική. Τον Γρηγόρη τον πρόλαβα, αφού ο παππούς μου τον κράτησε ίσαμε τα τέλη των 60, για να τον αντικαταστήσει με άλλο αγγλικό αμάξι, αν και αυτό αριστεροτίμονο, ένα Άνγκλια Πρέφεκτ (που πήρε προς στιγμή το προσωνύμιο «Ο νομάρχης», αλλά χωρίς να πιάσει -δεν ήταν άλλωστε θρυλικό αμάξι, όπως ο Γρηγόρης). Θυμάμαι που ερχόταν καμιά φορά ο παππούς και μ’ έπαιρνε από το δημοτικό, και κατεβαίναμε την οδόν Αιόλου (στο Φάληρο: τότε οι δρόμοι ήταν όλοι διπλής κατεύθυνσης) με καναδυό συμμαθητές να στέκονται στο μαρσπιέ. Θυμάμαι επίσης ότι τα παράθυρα είχαν όχι τζάμι αλλά ένα είδος πλεξιγκλάς, και τα τζάμια δεν κατέβαιναν με μανιβέλα (ούτε, βεβαίως, με κουμπί όπως τα τωρινά), αλλά απλώς άνοιγαν κατά το ήμισυ με έναν μεντεσέ.

Αλλά ας δούμε την περιγραφή που κάνει ο πατέρας μου -και η σημερινή συνέχεια ολοκληρώνεται με δύο γρηγοριανές παρωδίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αυτοκίνητα, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »